Ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ Σιναῒτου - 2 κείμενα

Λόγοι, διδαχές και παραινέσεις των Αγίων της Ορθοδοξίας μας προς διόρθωση της πορείας του βίου μας.

Moderator: inanm7

Ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ Σιναῒτου - 2 κείμενα

Unread postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 2:52 pm

Ἀπόκρισις περί τῶν βιαίως ἀποθνησκόντων

Ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ Σιναῒτου

*Ἐρωτήσεις καὶ ἀποκρίσεις περὶ διαφόρων κεφαλαίωνἐκ διαφόρων προσώπων, Ἐρώτησις ιη’, PG 89, 500Α-513Β

Ἐρώτησις: Ἄραγε ὅλοι ὅσοι πέφτουν ἀπὸ ὕψος ἢ καλύπτονται ἀπὸ χώματα ἢ πνίγονται, τὸ παθαίνουν αὐτὸ ἀπὸ θεία ἀπειλῆ καὶ παραχώρησι ἢ ἀπὸ ἐνέργεια τοῦ πονηροῦ;

[b]Ἀπόκρισις:[/b] Ὅτι εἶναι ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἳ ὁδοὶ αὐτοῦ, ὅπως λέει καὶ ἡ Γραφή[1], εἶναι φανερό. Παρὰ ταῦτα ὅμως δὲν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅλοι ὅσοι πεθαίνουν μὲ βίαιο θάνατο τὸ παθαίνουν αὐτὸ ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους. Διότι καὶ οἱ γιοὶ του Ιώβ, παρ’ ὅλο ποὺ ἦταν δίκαιοι, θάφτηκαν κάτω ἀπὸ τὰ ἐρείπια τοῦ σπιτιοῦ τοὺς[2]. Ἀλλὰ καὶ ὁ Χριστός μας τὸ διδάσκει αὐτὸ λέγοντας ὅτι δὲν ἤσαν ἁμαρτωλότεροι ἀπ’ ὅσους κατοικοῦσαν τὴν Ἱερουσα¬λὴμ ἐκεῖνοι οἱ δεκαοκτὼ ἄνδρες, πάνω στοὺς ὁποίους ἔπεσε ὁ πύργος τοῦ Σιλωάμ[3]? οὔτε πάλι ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων τὸ αἷμα ὁ Πιλάτος ἀνέμιξε μὲ τὶς θυσίες[4].
Ἀπὸ αὐτὰ λοιπὸν μαθαίνουμε ὅτι καὶ οἱ δίκαιοι πολλὲς φορὲς πεθαίνουν μὲ βίαιο θάνατο σύμφωνα μὲ ἀφανεῖς καὶ ἄγνωστες ἀποφάσεις τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες ὀφείλονται σὲ τρεῖς λόγους:
Πολλὲς φορὲς ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει κάποιοι ὅσιοι ἄνδρες νὰ θανατωθοῦν ἀπὸ θη¬ρία ἢ ἀπὸ σεισμοὺς ἢ ἀπὸ πνιγμὸ ἢ ἀπὸ πτῶσι σὲ γκρεμούς, γιὰ νὰ φοβηθοῦν οἱ ὑ¬πόλοιποι καὶ νὰ ποῦν: «Ἂν αὐτὸς ποῦ ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἔπαθε κάτι τέ¬τοιο, ἄραγε τί πρόκειται νὰ πάθουμε ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί; Καὶ ἐὰν ὁ δίκαιος μόλις ποὺ σώζεται, ὁ ἀσεβὴς καὶ ἁμαρτωλὸς ποῦ θὰ βρεθῆ;[5]»
Ἄλλοι πάλι ποὺ εἶχαν ἴσως κάποια μικρὰ ἐλαττώματα καὶ ἐπετράπη νὰ ὑπο¬στοῦν αὐτὸν τὸν βίαιο θάνατο θὰ εὑρεθοῦν πλέον τέλειοι μπροστὰ στὸν Θεό.
Καὶ κάποιοι ἄλλοι, ποὺ πολλὲς φορὲς σὰν δυνατοὶ πῆραν ἐπάνω τοὺς τὶς ἀ¬μαρτίες τοῦ λαοῦ, παραδίδονται γι’ αὐτὸν τὸν λόγο σὲ πειρασμοὺς καὶ ὀδυνηρὸ θάνατο προκαλώντας ἔτσι μεγαλύτερη σωτηρία καὶ στὸν ἑαυτό τους καὶ στὸν λαό.
Διότι καὶ ὁ Χριστὸς γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας πληγώθηκε[6] καὶ γιὰ χάρι μας δέχθηκε τὸν θάνατο. Ἔχοντας λοιπὸν αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν ἂς μὴν ἀπορήσουμε, ὅταν βλέπουμε ὅτι ὁ Ἠσαΐας πριονίσθηκε[7], ὁ Ἰωάννης ἀποκεφαλίσθηκε[8], ὁ Στέφανος λιθοβολή¬θηκε[9], ὁ Πέτρος σταυρώθηκε καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἅγιοι περιέπεσαν σὲ φοβεροὺς κιν-δύνους καὶ θανάτους.
Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, σὲ τρεῖς λόγους μπορεῖ νὰ ἀποδοθῆ καὶ ὁ βίαιος θάνα¬τος τῶν κακῶν ἀνθρώπων: ἢ γιὰ νὰ σωφρονισθοῦν οἱ ὑπόλοιποι ἀπὸ τὸ φοβερὸ περιστατικὸ ποὺ τοὺς συνέβη ἢ γιὰ νὰ βροῦν καὶ οἱ ἴδιοι κάποια ἀνακούφισι στὴν ἄλλη ζωὴ (διότι πάρα πολλὴ ὠφέλεια βρίσκουν ἐκεῖ ὅσοι χωρίζονται ἀπὸ τὸ σῶμα μὲ πικρὸ θάνατο? κι αὐτὸ ἐννοοῦσε ὁ Κύριος, ὅταν ἔλεγε ἀναφερόμενος σὲ κάποι¬ες πόλεις ποὺ δὲν δέχθηκαν τὸ κήρυγμά Του: τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα θὰ ἔχουν ἀνεκτότερη τιμωρία κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως παρὰ ἡ πόλις ἐκείνη)[10] ἢ πάλι ἀπὸ θεία ὀργὴ καὶ ἀπειλῆ, ὅπως συνέβη στὴν περίπτωσι τοῦ Φαραώ[11] καὶ τοῦ κα¬τακλυσμοῦ[12]. Ἄλλοι δηλαδὴ ὑποφέρουν μόνον ἐδῶ, ὅπως ὁ Λάζαρος, ἄλλοι ἐν μέρει ἐδῶ καὶ ἐν μέρει μετὰ θάνατον, ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνοι ποὺ κάηκαν στὰ Σόδομα[13], καὶ ἄλλοι μόνον μετὰ θάνατον, ὅπως ὁ πλούσιος της παραβολῆς τοῦ Λαζάρου[14].
Λοιπὸν ὅταν δὴς ὅτι κάποιος ἔπεσε σὲ γκρεμὸ ἢ πνίγηκε, νὰ μὴ λὲς οὔτε νὰ ἐξετάζης: «Γιατί πέθανε μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο; Ἄραγε εἶχε φθάσει ἡ ὥρα του ἢ πέθανε πρόωρα; Ἢ μήπως αὐτὸ συνέβη μὲ συνεργία τοῦ διαβόλου;» Πρέπει νὰ γνωρίζης ὅτι πολλὲς φορὲς περιπίπτουμε σὲ πειρασμοὺς καὶ συμφορὲς καὶ θανάτους ἀπὸ δική μας ἀδιακρισία καὶ αὐθάδεια. Ὅπως παραδείγματος χάριν παθαίνουν οἱ ναυτικοὶ οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ βλέπουν νὰ προμηνύεται κακοκαιρία, βγάζουν τὸ πλοῖο ἀπὸ τὸ λιμάνι καὶ ἐκθέτουν τὸν ἑαυτό τους σὲ ἄλλους κινδύνους ἀπὸ μόνοι τους, χωρὶς νὰ τὸ θέλη αὐτὸ οὔτε ὁ Θεὸς οὔτε ὅμως καὶ ὁ διάβολος• ἀλλὰ τὰ κάνουν αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια μὲ δική τους πρωτοβουλία καὶ αὐτεξουσιότητα. Διότι ἀπὸ τὰ λόγια του Χριστοῦ: σ’ ἐσᾶς ἀκόμη καὶ οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σας εἶναι ὅλες ἀ-ριθμημένες[15] γίνεται φανερὸ ὅτι ὁ σατανᾶς δὲν ἔχει καμμία ἐξουσία ὄχι μόνον στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ’ οὔτε καὶ στὰ ἄλογα ζῶα καὶ τοὺς χοίρους, ὅπως μαρτυρεῖ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο[16].
Ἑπομένως ἄλλοι μὲν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς βίαιους θανάτους συμβαίνουν, ὅπως ἔ¬χει λεχθῆ, πολλὲς φορὲς σὰν ἀπειλῆ τοῦ Θεοῦ πρὸς αὐτοὺς ποὺ ἁμαρτάνουν ἀμε¬τανόητα, ὅπως συνέβη στὶς περιπτώσεις τοῦ κατακλυσμοῦ καὶ τῶν Σοδόμων. Διό¬τι λέει ἡ Γραφὴ ὅτι οἱ φαῦλοι ἔχουν ἀπαίσιο θάνατο[17] καὶ ὁ θάνατος τῶν ἁμαρτω¬λῶν εἶναι κακός[18] καὶ ὅταν ξεσπάση καταιγίδα, ἀφανίζεται ὁ ἀσεβής[19] καὶ ὁ δίκαιος διαφεύγει τὴν παγίδα, ἀντ’ αὐτοῦ δὲ παραδίδεται σ’ αὐτὴν ὁ ἀσεβής[20]. Ἄλλοι πάλι κατὰ θεία παραχώρησι, ὅπως στὴν περίπτωσι τῶν παιδιῶν τοῦ Ἰώβ[21]. Ἄλλοι δὲ τέλος μὲ ἁπλὴ γνῶσι τοῦ Θεοῦ, χωρὶς Αὐτὸς οὔτε νὰ εὐαρεστῆται, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ παρεμποδίζη. Διότι λέγει: Δὲν πωλοῦνται δυὸ σπουργίτια γιὰ ἕνα μόνο ἀσσάριο; Καὶ ὅμως οὔτε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ δὲν πέφτει στὸ χῶμα χωρὶς τὸν ἐπουράνιο Πατέρα μου[22]. Αὐτὰ δὲ τὰ ἔλεγε θέλοντας νὰ δείξη ὅτι τίποτε δὲν γίνεται, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζη ὁ Θεός• ὄχι ὅμως καὶ ὅτι Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἐνεργεῖ σὲ ὅλα[23].
Ἴσως δὲ καὶ μὲ θέλημα Θεοῦ νὰ πεθαίνουν μερικοὶ πολλὲς φορὲς μὲ πικρὸ θά¬νατο, πρὸς σωτηρία τους, καθὼς προανέφερα. Ὅταν γιὰ παράδειγμα ὁ βασιλεὺς Μαυρίκιος[24] παρεκάλεσε τὸν Θεὸ νὰ πληρώση στὸν κόσμο αὐτὸ γιὰ τὰ ἁμαρτήμα¬τά του, εἶδε στὸ ὄνειρό του κάποιον ὑπέρλαμπρο βασιλέα, ποὺ ἔδωσε διαταγὴ νὰ παραδοθῆ πρὸς θάνατον στὸν στρατιώτη Φωκά, πράγμα τὸ ὁποῖο καὶ ἔγινε. Ἐπί-σης ὑπῆρχε καὶ κάποιος ἀναχωρητὴς φημισμένος γιὰ τὰ σημεῖα καὶ θαύματά του, ποὺ εἶχε μαζί του στὴν ἔρημο καὶ ἕναν ὑποτακτικό. Συνέβη λοιπὸν μία μέρα ὁ μα¬θητὴς νὰ ἐπισκεφθῆ μία πόλι ποὺ εἶχε ἕναν κακὸ καὶ ἄθεο ἄρχοντα. Αὐτὸς εἶχε πε¬θάνει καὶ κηδευόταν συνοδευόμενος ἀπὸ πλῆθος ἀνθρώπων, μὲ πολλὲς τιμές, κε¬ριὰ καὶ θυμιάματα. Ὅταν ὁ ὑποτακτικὸς ἐπέστρεψε στὴν ἔρημο, βρῆκε τὸν θεοφόρο γέροντά του κατασπαραγμένο ἀπὸ μία ὕαινα. Ἄρχισε λοιπὸν νὰ ἀδημονῆ καὶ σχεδὸν νὰ ἀντιδικῆ μὲ τὸν Θεὸ λέγοντας: «Ποῦ εἶναι ἡ δίκαιη κρίσι Σου, Κύριε; Πῶς ἐκεῖνος ὁ κακὸς ἄρχοντας, ποῦ σὲ παρώργισε πολύ, πέθανε τόσο ἔνδοξα, ἐνῶ αὐτὸς ὁ ἅγιος, ποῦ σὲ ὑπηρέτησε πιστά, ἔγινε τροφὴ ἑνὸς θηρίου;» Καὶ ἐνῶ ἔλεγε αὐτὰ καὶ ἄλλα παρόμοια παραπονούμενος, παρουσιάσθηκε ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐκεῖνος ὁ ἄρχοντας, ποὺ ἦταν τελείως κακός, ἔκανε μία καλῆ πράξι. Μὲ τὴν τιμὴ ποὺ τοῦ ἔγινε στὴν κηδεία ἔλαβε τὸν μισθὸ γιὰ ἐκεῖνο τὸ καλό του ἔρ¬γο καὶ ἔτσι ἔφυγε γιὰ τὴν ἄλλη ζωὴ τελείως καταδικασμένος. Ὁ δικός σου πάλι γέροντας, ποὺ ἔκανε ὅλες τὶς θεάρεστες πράξεις, εἶχε ὡς ἄνθρωπος καὶ κάποιο μι¬κρὸ ἐλάττωμα καὶ μὲ αὐτὸν τὸν πικρὸ θάνατο τὸ ξεπλήρωσε καὶ ἀπῆλθε ἐκεῖ τε¬λείως καθαρός».

Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ κατακρίνουμε ἀποφαντικὰ ὅσους πεθαίνουν μὲ βίαιο θάνατο καὶ νὰ λέμε ὅτι αὐτὸ τὸ παθαίνουν ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους. Διότι κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίζη ξεκάθαρα μὲ τί κριτήρια τὰ κανονίζει αὐτὰ ὁ Θεός. Πολλὲς φορὲς τέτοιοι θάνατοι συνέβησαν καὶ σὲ δίκαιους ἀνθρώπους ἀπὸ κάποιες ἄγνωστες αἰτίες. Διότι ὁ Ἐκκλησιαστῆς λέγει: Εἶναι δυνατὸν ὁ δί-καιος νὰ ἀπωλεσθῆ ἐνῶ εὑρίσκεται στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ ἀσεβὴς νὰ παραμείνη στὴν κακία τοῦ? εἶναι ὅμως ἐπίσης δυνατὸν ὁ δίκαιος νὰ ἀνταμειφθῆ σ’ αὐτὴν τὴν ζωὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ σύμφωνα μὲ τὶς πράξεις τοῦ[25]. Καὶ ὁ Δαβὶδ λέγει: Θεέ μου, ἦλθαν εἰδωλολάτρες στὴν χώρα τῆς κληρονομίας Σου, ἐμόλυναν τὸν ἅγιο ναό Σου, κατέστησαν τὴν Ἱερουσαλὴμ σὰν ἀποθήκη ὀπωρικῶν, ἄφησαν τὰ πτώματα τῶν δούλων Σου φαγητὸ στὰ ὄρνεα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὶς σάρκες τῶν ὁσίων Σου στὰ θηρία τῆς γῆς? ἔχυσαν τὸ αἷμα τους σὰν νερὸ γύρω ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος νὰ τοὺς θάψη[26]. Ἀκόμη πολλοὶ δίκαιοι ζοῦν λίγα χρόνια πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς τους, ὅπως λέγει ὁ Σολομῶν: Ἐπειδὴ εὐαρέστησε τὸν Κύριο ἀγαπήθηκε ἀπὸ Αὐτόν, καὶ ἐνῶ ζοῦσε μεταξὺ τῶν ἁμαρτωλῶν, μετετέθη στὴν αἰωνιότητα. Πάρθηκε αἰφνίδια, γιὰ νὰ μὴ μεταβάλη ἡ κακία τὴν σύνεσί του καὶ νὰ μὴν ἀπατήση ἡ δολιότητα τὴν ψυχή του. Διότι ὁ φθόνος τῆς ἀνηθικότητος ἀμαυρώνει τὰ καλὰ καὶ ὁ ρεμβασμὸς τῶν κοσμικῶν ἐπιθυμιῶν διαστρέφει τὸν ἄκακο νοῦ. Ἂν καὶ ἔζησε λίγο, ἐντούτοις ἔγινε γέρων κατὰ τὴν ἀρετή. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἦταν ἀρεστὴ στὸν Κύριο, καὶ γι’ αὐτὸ ἀνηρπάγη ἀπὸ τὸ περιβάλλον τῶν ἁμαρτωλῶν[27].
Ἐπίσης οἱ δίκαιοι περιπίπτουν πολλὲς φορὲς σὲ μακροχρόνιες σωματικὲς ἀ¬σθένειες, μὲ τὶς ὁποῖες ὑποφέρουν συνήθως οἱ ἁμαρτωλοί, διότι τὸ ἐπιτρέπει ὁ Θεός, ποὺ θέλει νὰ δείξη σὲ ὅλους ἐμᾶς τὴν ἀξία τῆς πίστεως καὶ τῆς ὑπομονῆς τῶν δικαίων ἀκόμη καὶ μέσα σὲ τέτοιες συμφορὲς καὶ κακοὺς θανάτους• δηλαδὴ ὅτι δέχθηκαν εὐχαρίστως ὅλα τὰ ἐπίπονα καὶ θλιβερὰ πράγματα καὶ ὑπέμειναν πικροὺς θανάτους, χωρὶς νὰ ἀλλοιωθοῦν καθόλου στὴν ἀγάπη τοὺς πρὸς τὸν Θεό? ὅπως καὶ ὁ Ἰσαάκ, ὁ ὁποῖος, ὅταν στὰ γεράματά του στερήθηκε τὸ πρόσκαιρο τοῦτο φῶς[28], δὲν κλονίστηκε ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ πρὸς τὸν Θεό. Καὶ ὁ Ἰὼβ ἐπίσης, παρ’ ὅλο ποὺ παραδόθηκε σὲ μεγάλους πειρασμούς, ἔμεινε ἀκλόνητος. Ἀκόμη δὲ καὶ ὁ Ἀπόστολος, ἐνῶ εἶχε διὰ βίου μία ἀσθένεια στὸ σῶμα του, δὲν ἔπαυσε νὰ ἀ¬γαπᾶ τὸν Θεό. Σ’ αὐτὴν τὴν ἀσθένεια ἀναφέρεται, ὅταν λέγη: Καὶ γιὰ τὶς ὑπερβολικὲς ἀποκαλύψεις μου δόθηκε ἀγκάθι στὴν σάρκα, ἄγγελος τοῦ Σατανᾶ, γιὰ νὰ μὲ χαστουκίζη, ὥστε νὰ μὴν ὑπερηφανεύωμαι. Τρεῖς φορὲς παρεκάλεσα τὸν Κύ¬ριο νὰ μὲ ἀπαλλάξη ἀπὸ αὐτὴν τὴν δοκιμασία, καὶ μοῦ ἀπάντησε: «Σοὺ εἶναι ἀρ¬κετὴ ἡ χάρις μου, διότι ἡ δική μου δύναμις τελειοποιεῖται μὲ τὴν ἀσθένεια»[29]. Καὶ πάλι ἀπευθυνόμενος στοὺς Γαλάτες ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἀσθένειά του ὡς ἑξῆς: Καὶ γιὰ τὴν σωματική μου δοκιμασία δὲν μὲ περιφρονήσατε οὔτε μὲ ἀηδιάσατε, ἀλλὰ μὲ δεχθήκατε σὰν ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ, σὰν τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ Χριστό[30].
Ἐπειδὴ λοιπόν, ὅπως ἀποδείχθηκε, καὶ σὲ ἁγίους ἄνδρες ἀκόμη συμβαίνουν κάποια πράγματα δυσάρεστα καὶ σωματικὲς ἀσθένειες καὶ θάνατοι ὀδυνηροί, δὲν μποροῦμε βιαστικὰ καὶ ἀπόλυτα νὰ κατακρίνουμε ὡς ἁμαρτωλοὺς ὅσους παθαί¬νουν κάτι τέτοιο, μὴν τυχὸν βγάζοντας λανθασμένες ἀποφάσεις γιὰ τὰ παραπάνω, γίνουμε ὅμοιοι μὲ τοὺς φίλους του Ἰώβ, ποὺ ὅταν εἶδαν τὴν ἀπαίσια πληγῆ καὶ τὸν σωρὸ ἀπ’ τὰ σκουλήκια, τὸν κατέκριναν σὰν ἁμαρτωλό, ἐπειδὴ ἀγνόησαν τὴν θεία οἰκονομία, ποὺ ἐπέτρεψε νὰ πάθη αὐτὸς τόσο μεγάλους πειρασμοὺς ἀπὸ τὸν διάβολο. Καὶ ἐπρόκειτο νὰ κληρονομήσουν φοβερὴ ἀπώλεια γιὰ τὴν ψυχή τους, ἐπειδὴ μίλησαν ἀντίθετα μὲ τὴν ἀλήθεια, ἂν ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰὼβ δὲν προλά¬βαινε νὰ τοὺς ἐξιλεώση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ[31].
Ὁ φονιὰς ἐξ ἄλλου φονεύει μὲν αὐτὸν ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τοῦ κατὰ θεία παραχώρησι, φονεύεται ὅμως στὴν συνέχεια καὶ ὁ ἴδιος ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες κατὰ τὸν Νόμο τοῦ Κυρίου, διότι ἐπεθύμησε καὶ ἐξετέλεσε μία κακοήθη πράξι.

Ἀπὸ τὸν λόγο περὶ Προνοίας τοῦ ἐπισκόπου Ἐμέσης Νεμεσίου

Πῶς λοιπόν, λέγει, οἱ ὅσιοι ἄνδρες περιπίπτουν σὲ πικροὺς θανάτους καὶ ἀδικαιολόγητες σφαγές; Καὶ ἂν μὲν ἀδίκως, γιατί δὲν ἐμποδίζει τὸν φόνο ἡ θεία Πρόνοια; Ἂν δὲ δικαίως, τότε εἶναι ἀνεύθυνοι ὁπωσδήποτε αὐτοὶ ποὺ φονεύουν. Σ’ αὐτὰ ἐμεῖς ἔχουμε νὰ ποῦμε, ὅτι ὁ φονιὰς φονεύει ἀδίκως, ἐνῶ ὁ φονευόμενος φονεύεται ἢ δικαίως ἢ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ? δικαίως μὲν γιὰ πράξεις ἁμαρτω¬λὲς ποὺ εἶναι σ’ ἐμᾶς ἄγνωστες, πρὸς τὸ συμφέρον του δέ, ὅταν ἡ θεία Πρόνοια προλαβαίνη τὶς κακὲς πράξεις τὶς ὁποῖες πρόκειται νὰ κάνη καὶ κρίνει ὅτι τὸν συμφέρει νὰ σταματήση ἡ ζωὴ τοῦ ὡς ἐδῶ. Ὁ δὲ φονιὰς φονεύει ἀδίκως, διότι τὸ κάνει μὲ τὴν θέλησί του γιὰ κέρδος καὶ ληστεία. Διότι ἀπὸ ἐμᾶς ἐξαρτᾶται ἡ πράξις, ὅμως τὸ πάθημα δὲν τὸ ὁρίζουμε ἐμεῖς, τὸ ἂν δηλαδὴ θὰ ὑποστοῦμε φόνο. Καὶ κανένα εἶδος θανάτου δὲν εἶναι κακό, παρὰ μόνον αὐτὸ ποὺ ὀφείλεται στὴν ἁμαρτία, ὅπως γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸν θάνατο τῶν ὁσίων ἀνδρῶν. Διότι, λέγει, εἶναι τιμημένος ὁ θάνατος τῶν ὁσίων Αὐτοῦ[32]. Ὁ ἁμαρτωλὸς ὅμως, εἴτε πεθάνη στὸ κρεββάτι, εἴτε ξαφνικὰ καὶ χωρὶς ταλαιπωρία, κακὸ θάνατο βρίσκει, ἀφοῦ παίρνει μαζί του στὸν τάφο σὰν κακὸ σύντροφο τὴν ἁμαρτία. Διότι, λέγει, ὁ θά¬νατος τῶν ἁμαρτωλῶν εἶναι κακός[33]. Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ διαπράττει τὸν φόνο, κά¬νει κακό? διότι στὴν μὲν περίπτωσι τῶν δικαίως φονευομένων κατατάσσεται στὴν κατηγορία τῶν δημίων, στὴν δὲ περίπτωσι τῶν φονευομένων πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς τοὺς κατατάσσεται στὴν κατηγορία τῶν μιαρῶν καὶ ἀνοσίων δολοφόνων.

Ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Βασιλείου «Ὅτι δὲν εἶναι αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός»

Τὸ κατ’ ἐξοχὴν κακό, τὸ ὁποῖο πρωτίστως ἀξίζει νὰ ὀνομάζεται κακό, εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν δική μας προαίρεσι. Ἀπὸ ἐμᾶς ἐξαρτᾶται τὸ νὰ ἀπέχουμε ἀπὸ τὴν κακία ἢ τὸ νὰ εἴμαστε μοχθηροί. Ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα κακά, ἄλλα μὲν ἐπιτρέπονται ὡς ἀγωνίσματα γιὰ νὰ φανερωθῆ ἡ ἀνδρεία τῶν ἀγωνιστῶν, ὄ¬πως στὴν περίπτωσι τοῦ Ἰὼβ ἡ στέρησις τῶν παιδιῶν, ἡ αἰφνίδια ἐξαφάνισις ὅλης της περιουσίας καὶ ἡ πληγὴ τοῦ ἕλκους[34]• ἄλλα δὲ ὡς θεραπεία τῶν ἁμαρτιῶν, ὅπως στὴν περίπτωσι τοῦ Δαβὶδ ἡ ἀτίμωσις τοῦ βασιλικοῦ οἴκου, γιὰ νὰ τιμωρηθῆ γιὰ τὴν παράνομη ἐπιθυμία τοῦ[35]. Ἐπίσης ἀντιληφθήκαμε ὅτι καὶ κάποιο ἄλλο εἶδος συμφορᾶς προέρχεται ἀπὸ τὴν δίκαιη κρίσι τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ κάνη περισ¬σότερο συνετοὺς αὐτοὺς ποὺ εὔκολα ρέπουν πρὸς τὴν ἁμαρτία, ὅπως στὴν περί¬πτωσι τοῦ Δαθᾶν καὶ τοῦ Ἀβειρῶν, ποὺ ἄνοιξε κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τους ἡ γῆ σὰν βάραθρο καὶ τοὺς κατάπιε[36]. Ἐδῶ βέβαια δὲν ὠφελήθηκαν καθόλου αὐτοὶ οἱ ἴδιοι μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τῆς τιμωρίας, ἐφ’ ὅσον πῆγαν κατ’ εὐθείαν στὸν ἅδη, ἀλλὰ μὲ τὸ πάθημά τους ἔκαμαν πιὸ συνετούς τους ὑπολοίπους. Ἔτσι καὶ ὁ Φαραὼ κατα¬ποντίσθηκε μαζὶ μὲ ὅλο τὸν στρατὸ τοῦ[37]. Ἔτσι ἐξοντώθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλί¬τες οἱ προηγούμενοι κάτοικοι τῆς Παλαιστίνης[38].

Ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Χρυσοστόμου γιὰ τὸν σεισμὸ

Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος δίκαιος ποὺ δὲν ἔκαμε κάποιο ἁμάρτημα, οὔτε καὶ ἁμαρτωλὸς ποὺ δὲν ἔχει κάποιο καλό. Ἂν δὴς λοιπὸν κάποιον δίκαιο νὰ ἀσθενῆ ἢ νὰ πέφτη σὲ κάποιο πειρασμό, μὴ θορυβηθῆς, ἀλλὰ σκέψου γι’ αὐτὸν καὶ πές: «Αὐτὸς ὁ δίκαιος ὁπωσδήποτε θὰ διέπραξε σὰν ἄνθρωπος κάποιο μικρὸ κακὸ καὶ τιμωρεῖται ἐδῶ, γιὰ νὰ μὴν τιμωρηθῆ στὴν αἰωνιότητα». Ἂν δὴς πάλι κάποιον ἁμαρτωλό, ποὺ ἁρπάζει, πλεονεκτεῖ καὶ κάνει μύρια κακά, νὰ εὐημερῆ, μὴν ἀπορήσης, ἀλλὰ πές: «Αὐτὸς ποὺ διαπράττει τόσα κακὰ καὶ δὲν παθαίνει καμμία συμφορά, ὁπωσδήποτε ἔχει κάνει κάποιο καλὸ καὶ ἀνταμείβεται γι’ αὐτὸ ἐδῶ, γιὰ νὰ κολασθῆ ἔπειτα στὴν αἰωνιότητα». Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀβραάμ, ἐπειδὴ συνέβαινε καὶ ὁ Λάζαρος νὰ ἔχη κάποια ἁμαρτία καὶ ὁ πλούσιος κάποιο καλὸ ἔργο, ἔλεγε: Ἔλαβες τὴν ἀνταπόδοσι τῶν καλῶν σὸν πράξεων στὴν ἐπίγεια ζωή σου, καὶ ὁ Λά-ζαρος τῶν κακῶν[39].

Ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ ἰδίου πρὸς τὸν Σταγείριο

Καὶ ἐρωτᾶ κανείς: «Γιατί πολλοὶ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς τοὺς ἔπεσαν σὲ πολλὲς συμφορές;» Διότι κατὰ πρῶτο λόγο ὁ Θεὸς τοὺς τιμωρεῖ γιὰ τὴν κακία τους, ἐνῶ κατὰ δεύτερο, γιὰ νὰ ὠφεληθοῦν καὶ ἄλλοι ἀπὸ τὰ κακὰ ποὺ τοὺς συμβαίνουν. Ἂν ὅμως δὲν βρίσκη τοῦτο ἐφαρμογὴ σὲ ὅλους, αὐτὸ ὀφείλεται στὸ ὅτι δὲν ἦλθε ἀκόμη ὁ καιρὸς τῆς κρίσεως. «Γιατί λοιπόν, λέγει, ὠρισμένοι τι-μωροῦνται σὰν μεγάλοι ἁμαρτωλοὶ πρὶν ἀκόμη ἀποκτήσουν τὴν γνῶσι τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ;» Ἡ αἰτία ποὺ συμβαίνει αὐτὸ δὲν εἶναι μία, ἀλλὰ πολλὲς καὶ διά¬φορες. Διότι αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ ὀφείλεται καὶ στὴν ἀδιαφορία τῶν γονέων ποὺ τοὺς ἀνέθρεψαν καὶ στὸ κακὸ περιβάλλον μέσα στὸ ὁποῖο μεγάλωσαν καὶ σὲ πολ¬λὲς ἄλλες αἰτίες. Ἐπιπλέον δὲ ὁ Θεὸς γνωρίζει ὅτι πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς θὰ γίνουν κακοὶ καὶ ἔτσι τοὺς συγκρατεῖ μὲ αὐτὲς τὶς τιμωρίες, σὰν μὲ κάποιες χειροπέδες.

Ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία στὴν Β’ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολὴ τοῦ ἰδίου

Ἂν δὲν ἐτιμωρεῖτο κανένας ἁμαρτωλός, ὁ καθένας θὰ πίστευε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν φροντίζει γιὰ τὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Καὶ ἂν ἐτιμωροῦντο ὅλοι ἐδῶ, κανεὶς δὲν θὰ πίστευε ὅτι θὰ γίνη ἀνάστασις, ἐπειδὴ ὅλοι θὰ ἀπολάμβαναν τὴν ἀνταπόδοσι τῶν ἔργων τοὺς ἐδῶ. Γι’ αὐτὸ ἄλλοτε τιμωρεῖ καὶ ἄλλοτε ὄχι. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο θλίβονται οἱ δίκαιοι σ’ αὐτὴν τὴν ζωή, γιατί εἶναι πάροικοι, εἶναι ξένοι, γιατί ζοῦν στὴν ἐξορία? καὶ τὰ ὑπομένουν αὐτὰ γιὰ νὰ δοκιμασθοῦν, ὅπως ὁ Ἰώβ. Ἂν ὅμως κάποτε καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ὑποστοῦν κάτι παρόμοιο, τιμωροῦνται γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους. Διότι ὑπάρχουν καὶ μερικοὶ καλοὶ ποὺ ἔχουν κάποιες κακὲς πράξεις καὶ αὐ¬τὲς τὶς ἀποθέτουν ἐδῶ, ὅπως ἐπίσης καὶ μερικοὶ κακοὶ ποὺ ἔχουν κάποια καλὰ καὶ ἀνταμείβονται γι’ αὐτὰ ἐδῶ, γιὰ νὰ τιμωρηθοῦν στὴν ἄλλη ζωή.

Ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἰδίου στὸ κατὰ Ἰωάννην

Καὶ γιὰ ποιὸν λόγο, λέγει, δὲν τιμωροῦνται ὅλοι σύμφωνα μὲ τὸ ἴδιο μέτρο; Διότι βέβαια βλέπουμε πολλοὺς φαύλους νὰ ἔχουν εὔρωστα καὶ σφριγηλὰ σώματα καὶ νὰ ἀπολαμβάνουν μεγάλη εὐημερία. Τὸ γεγονὸς ὅμως ὅτι αὐτοὶ δὲν ὑποφέ¬ρουν καθόλου ἐδῶ γίνεται πρόξενο μεγαλύτερης τιμωρίας ἐκεῖ. Καὶ αὐτὸ ἐννοού¬σε ὁ Ἀπόστολος, ὅταν ἔλεγε: Ἐπειδὴ κρινόμαστε ἀπὸ τὸν Κύριο, παιδευόμαστε σὲ αὐτὴν τὴν ζωή, γιὰ νὰ μὴν καταδικασθοῦμε στὴν ἄλλη μαζὶ μὲ τὸν κόσμο[40].

Ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου περὶ φιλοπτωχείας

Τὸ ἂν οἱ συμφορές, δήλ. οἱ ἀρρώστειες, προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν εἶναι καὶ τόσο φανερό, ἐφ’ ὅσον καὶ ἀπὸ μόνη της ἡ ὑλικὴ φύσις ἐνέχει τὴν ἀνωμαλία, ὅπως συμβαίνει μὲ τοὺς ρευματισμούς. Καὶ ποιὸς γνωρίζει ἂν ὁ ἕνας τιμωρεῖται γιὰ τὴν κακία του καὶ ὁ ἄλλος ἐξυψώνεται γιὰ τὴν ἀρετή του ἢ ἂν συμβαίνη τὸ ἐν¬τελως ἀντίθετο: ὁ ἕνας δηλαδὴ νὰ ἐξυψώνεται ἐξ αἰτίας τῆς κακίας του καὶ ὁ ἄλ¬λος νὰ ὑποφέρη χάριν τῆς ἀρετῆς του; Ἔτσι ὁ ἕνας ὑψώνεται περισσότερο, γιὰ νὰ πέση καὶ χειρότερα, ἀφοῦ ἔχει ἀφήσει προηγουμένως ὅλη του τὴν κακία νὰ ἐκραγῆ σὰν ἀρρώστεια, ὥστε νὰ τιμωρηθῆ καὶ δικαιότερα, ἐνῶ ὁ ἄλλος θλίβεται πρὸς ἀπορίαν τῶν ὑπολοίπων, γιὰ νὰ καθαρισθῆ ἐντελῶς, ὅπως ὁ χρυσὸς στὸ χωνευ¬τήρι, ἀποβάλλοντας κάθε ἴχνος κακίας ποὺ εἶχε. Διότι κανένας δὲν εἶναι καθαρὸς ἀπὸ ἠθικοὺς ρύπους[41].

Ἀπὸ τὰ Ἀσκητικὰ τοῦ ἁγίου Βασιλείου

Δὲν ὀφείλονται στὴν ἀνθρώπινη φύσι ὅλες οἱ ἀσθένειες, στὶς ὁποῖες μερικὲς φορὲς βλέπουμε νὰ εἶναι χρήσιμη ἡ ἰατρική. Διότι πολλὲς φορὲς οἱ ἀσθένειες εἶναι τιμωρίες γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ μᾶς ὁδηγοῦν στὴ μετάνοια. Διότι ἡ Γραφὴ λέγει: Ὅποιον ἀγαπᾶ ὁ Κύριος τὸν παιδαγωγεῖ?[42] καί: Γι’αὐτὸ ὑπάρχουν πολλοὶ ἀδιάθετοι καὶ ἄρρωστοι μεταξύ σας καὶ ἀρκετοὶ ἔχουν πεθάνει. Διότι ἂν κρίναμε οἱ ἴδιοι τους ἑαυτούς μας, δὲν θὰ κρινόμασταν? κρινόμενοι δὲ ἀπὸ τὸν Κύριο παιδαγωγούμαστε, γιὰ νὰ μὴν κατακριθοῦμε μαζὶ μὲ τὸν κόσμο[43]. Σὲ τέτοιες περι¬πτώσεις οἱ ἄνθρωποι πρέπει νὰ εἶναι ἥσυχοι, νὰ ἀφήνουν κατὰ μέρος τὴν ἰατρικὴ βοήθεια καὶ νὰ ὑπομένουν ὅσα ἐπιτρέπει ὁ Θεός, σύμφωνα μὲ ἐκεῖνον ποὺ λέγει: Θὰ ὑπομείνω τὴν ὀργὴ τοῦ Κυρίου διότι ἁμάρτησα ἐνώπιον Τοῦ[44]. Ἐπίσης νὰ δείχνουν τὴν διόρθωσί τους κάνοντας ἔργα ἀντάξια τῆς μετανοίας[45] καὶ νὰ ἐνθυ¬μοῦνται τὸν Κύριο ποὺ λέγει: Νά, ἔγινες ὑγιής? μὴν ἁμαρτάνης πλέον, γιὰ νὰ μὴν πάθης τίποτε χειρότερο[46].
Συμβαίνει δὲ κάποτε καὶ κατ’ αἴτησιν τοῦ πονηροῦ. Τότε δέχεται ὁ φιλάνθρω¬πος Κύριος καὶ ἀποστέλλει στὸν ἀγώνα ἕναν ἰσχυρὸ ἀντίπαλό του διαβόλου καὶ συντρίβει ἔτσι τὴν κομπορρημοσύνη του μὲ τὴν καρτερικὴ ὑπομονὴ τοῦ δούλου Του, ὅπως ἀκριβῶς τὸ γνωρίζουμε ὅτι συνέβη στὴν περίπτωσι τοῦ Ἰώβ[47]. Ἢ γιὰ νὰ προβληθοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸ σὰν παράδειγμα πρὸς τοὺς φυγόπονους ἐκεῖνοι ποὺ μποροῦν νὰ ὑπομείνουν τὰ δεινὰ μέχρι θανάτου? ὅπως ὁ Λάζαρος, ὁ ὁποῖος, ἐνῶ ἦταν γεμάτος ἀπὸ τόσες πληγές, πουθενὰ δὲν γράφει ὅτι ζήτησε κάτι ἀπὸ τὸν πλούσιο οὔτε ὅτι δυσανασχέτησε γιὰ τὴν κατάστασί του. Γι’ αὐτὸ καὶ βρῆκε τὴν ἀνάπαυσι στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, διότι ἀκριβῶς δέχθηκε τὰ κακὰ στὴν διάρ¬κεια τῆς ζωῆς τοῦ[48].
Βρήκαμε ὅμως ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη αἰτία γιὰ τὶς ἀσθένειες τῶν ἁγίων, ὅπως στὴν περίπτωσι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Γιὰ νὰ μὴ φανῆ δηλαδὴ ὅτι ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ γιὰ νὰ μὴ σκεφθῆ κανεὶς ὅτι ὑπερτερεῖ ἔναντι τῶν ἄλλων ὡς πρὸς τὴν φυσικὴ κατασκευὴ —ὅπως τὸ ἔπαθαν οἱ κάτοικοι τῆς Λυκαονίας, ποὺ τοῦ προσέφεραν στέμματα καὶ ταύρους[49]— ἦταν διαρκῶς ἄρρωστος πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι ἡ φύσις τοῦ ἦταν πραγματικὰ ἀνθρώπινη.
Ποιὸ κέρδος λοιπὸν θὰ μποροῦσε νὰ προέλθη σὲ ὅλους αὐτοὺς ἀπὸ τὴν ἰατρική; Δὲν διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο μὲ τὸ νὰ περισπῶνται ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἐργασία καὶ νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν φροντίδα τοῦ σώματος;
Ὅσοι ὅμως προξένησαν μόνοι τους τὴν ἀσθένεια στὸν ἑαυτό τους μὲ τὴν βλα¬βερὴ δίαιτα, πρέπει νὰ χρησιμοποιήσουν τὴν θεραπεία τοῦ σώματος σὰν τύπο καὶ παράδειγμα γιὰ τὴν φροντίδα τῆς ψυχῆς, ὅπως ἐλέχθη πρωτύτερα. Διότι τὸ νὰ ἀποφεύγουμε ἐντελῶς τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τῆς ἰατρικῆς δείχνει φιλόνεικη διάθεσι, ἐνῶ πάλι τὸ νὰ ἐμπιστευώμαστε τὴν ἐλπίδα τῆς ὑγείας μας ἀποκλειστικὰ στοὺς γιατροὺς εἶναι ἀνόητο. Ὅπως λοιπόν, ἐνῶ ἐμεῖς καλλιεργοῦμε τὴν γῆ, ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ τοὺς καρποὺς καί, ἐνῶ ἐμπιστευόμαστε στὸν κυβερνήτη τὸ πηδάλιο τοῦ πλοίου, προσευχόμαστε στὸν Θεό, γιὰ νὰ σωθοῦμε ἀπὸ τὴν τρικυμία, ἔ¬τσι ἀκριβῶς καὶ ὅταν καλοῦμε τὸν γιατρό, ἂν ὑπάρχη ἀνάγκη, δὲν παύουμε νὰ ἐλπίζουμε στὸν Θεό.

Ἀπὸ τὰ Κεφάλαια τοῦ ἁγίου Μαξίμου

Ὁ φρόνιμος, ἀναλογιζόμενος τὴν ἰατρεῖα ποὺ ἐπιφέρουν οἱ ἀποφάσεις τοῦ Θεοῦ, ὑπομένει εὐχαρίστως τὶς συμφορές, ποὺ ἐξ αἰτίας ἐκείνων τοῦ συμβαίνουν, καὶ τίποτε ἄλλο δὲν θεωρεῖ αἴτιο, παρὰ μόνο τὶς ἁμαρτίες του. Ὁ ἀνόητος ὅμως, ἐπειδὴ ἀδυνατεῖ νὰ καταλάβη τὴν σοφώτατη πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἁμαρτάνη καὶ τιμωρῆται, θεωρεῖ ὑπευθύνους γιὰ τὶς συμφορές του ἢ τὸν Θεὸ ἢ τοὺς ἀνθρώ¬πους. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἀποφύγη τὴν μέλλουσα κρίσι αὐτὸς ποὺ ἀ-μάρτησε, χωρὶς νὰ ὑποβληθῆ ἐδῶ εἴτε σὲ ἑκούσιους κόπους εἴτε σὲ ἀκούσιες συμφορές.

Περιοδικὸ Ἁγιορείτικη μαρτυρία
Τριμηνιαία Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Ξηροποτάμου
Τεῦχος 8-9
ΙΟΥΝΙΟΣ – ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1990

[1] Ρώμ. ἰα’ 33
[2] Ἰὼβ ἀ’ 19
[3] Λούκ. ἰγ’ 4
[4] Λούκ. ἰγ’ 2
[5] Ἀ’ Πέτρ. δ’ 18
[6] Ἤσ. νγ’ 5
[7] Κατὰ τὴν παράδοσι
[8] Μάτθ. Ἰδ’ 10
[9] Πράξ. ζ’ 58-60
[10] Μάτθ. ἰ’15
[11] Ἐξ. Ἰδ’ 27-28
[12] Γέν. ζ’ 4-6
[13] Γέν. ἰθ’ 24-25
[14] Λούκ. ἰς’ 19-31
[15] Λούκ. Ἰβ’ 7
[16] Μάτθ. ἠ’ 30-32
[17] Ἰὼβ θ’23
[18]Ψάλμ. λγ’ 22
[19] Παροιμ. ἰ’ 25
[20] Παροιμ. ἰα’ 8
[21] Ἰὼβ ἀ’ 19
[22] Μάτθ. ἰ’ 29
[23] πρβλ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Ἐναγγέλιον, ὁμιλία ΛΔ’:
Τί γὰρ εὐτελέστερον ἐκείνων; Φησίν? ἀλλ’ ὅμως οὐδὲ ἐκεῖνα ἀλώσεται, ἀγνοοῦντος τοῦ Θεοῦ. Οὐ γαρ τοῦτο φησιν, ὅτι ἐνεργοῦντος αὐτοῦ πίπτει- τοῦτο γὰρ ἀνάξιον Θεοῦ- ἀλλ’ ὅτι οὐδὲν αὐτὸν λανθάνει τῶν
γινομένων.
[24] Φλάβιος Μαυρίκιος Τιβέριος, 582-602
[25] Ἐκκλ.ζ’ 15
[26] Ψάλμ. ὀη’ 1-3
[27] Σόφ. Σόλ. δ’ 10-14
[28] Γέν. κζ’ 1
[29] Β’ Κόρ. Ἰβ’ 7-9
[30] Γάλ. δ’ 14
[31] Ἰὼβ μβ’7-9
[32] Ψάλμ. ριε’ 6
[33] Ψάλμ. λγ’ 22
[34] Ἰὼβ ἀ’ 14-19, β’ 7
[35] πρβλ. Β’ Βάσ. Ἰβ’ 11-12
[36] Ἀριθ. ἰς’ 31-34
[37] Ἐξ. Ἰδ’ 27-28
[38] πρβλ. Πράξ. ἰγ’ 19
[39] Λούκ. ἰς’ 25
[40]Ἀ’ Κόρ. ἰα’ 32
[41] πρβλ. Ἰὼβ Ἰδ’ 4
[42] Παροίμ. γ’ 12 & Ἑβρ. Ἰβ’ 6
[43] Ἀ’ Κόρ. ἰα’ 30-32
[44] Μίχ. ζ’ 9
[45] πρ
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1832
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: Ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ Σιναῒτου - 2 κείμενα

Unread postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 2:54 pm

Αυτό το κείμενο δυστυχώς δεν το έχω στη δημοτική.

Εἰς κοιμηθέντας ἐν Χριστῷ ἀδελφοὺς (Εἰς τό ἀρχαίον)
Ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ Σιναῒτου

Ἀναγινωσκόμενος τῷ Σαββάτῳ τῶν Ψυχῶν
(ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Τυπογραφείου, ἐν Βενετίᾳ 1865)


Μέρος πρώτο

Τί τοῦτο σήμερον, Ἀγαπητοί, σπουδαίως ὁμοῦ ἐσυνάχθημεν; Διότι ἐκάλεσαν ἡμᾶς οἱ πρὸς Χριστὸν ἀπὸ ἡμᾶς καλεσθέντες Ἀδελφοί• διὸ καὶ προσέλθωμεν προθύμως πρὸς Χριστοῦ ὑμνωδίαν, ὅτι ἀνέστησαν ἡμᾶς, ἵνα ποιήσωμεν δοξολογίαν ἐπὶ τῆς γῆς, οἱ μετὰ Ἀγγέλων δοξολογοῦντες ἐν οὐρανοῖς• καὶ χοροὺς συστησάμενοι, καὶ τράπεζαν ἡμῖν πνευματικὴν παραθέμενοι οἱ τῆς τρυφῆς τοῦ παραδείσου χορταζόμενοι, οἱ τῆς ἐκεῖσε ἐμπεπλησμένοι ἀναπαύσεώς τε καὶ παρακλήσεως• καὶ φῶτα ἀνάψαντες, οἱ τὰς ἑαυτῶν καρδίας φωτίσαντες, καὶ πρὸς τὸ φῶς τὸ ἄδυτον δραμόντες. ῎Ελαβον γὰρ ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς Ὁσίους οἱ πρὸς Χριστὸν Ὅσιοι, καὶ μετέστησαν ἀπὸ ἡμᾶς οἱ ποτὲ εὑρισκόμενοι μεθ᾽ ἡμῶν• μετεστάθησαν ἀπὸ ἡμᾶς οἱ καλῶς πρὸς Θεὸν ἐμπορευσάμενοι• ἀφῆκαν ἡμᾶς ὀρφανοὺς καὶ ἀπῆλθον πρὸς τὴν αὐτῶν Πατρίδα• ἀφῆκαν τὴν φθορὰν καὶ πρὸς τὴν ἀφθαρσίαν ἀνῆλθον• ἔλειψαν ἐκ τοῦ κόσμου καὶ πρὸς Χριστὸν ἀνέτειλαν• ἐξῆλθον ἐκ τῆς καλύβης καὶ ἐκατοίκησαν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ• ἀφῆκαν τὴν τοῦ βίου ματαιότητα καὶ ἔφθασαν εἰς τὴν ἄνω μακαριότητα• ἀφῆκαν τὰς ματαίας συγχύσεις καὶ ὥδευσαν εἰς τόπους εἰρηνικούς• ἐξῆλθον ἐκ τοῦ χειμῶνος καὶ τῆς φουρτούνας τοῦ κόσμου, καὶ ἄραξαν εἰς τοὺς γαληνοὺς λιμένας• ἀφῆκαν τὴν τοῦ κόσμου ματαίαν σκιάν καὶ πρὸς τὸν ἥλιον τῆς δικαιοσύνης ἀνέδραμον.Καὶ γὰρ ὅταν ἦσαν μεθ᾽ ἡμῶν ὡς οὐκ ὄντες μεθ’ ἡμῶν, τὸν νοῦν εἶχον πάντοτε πρὸς τὸν Θεόν• καὶ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν γῆν τὸ πολίτευμα εἶχον εἰς τοὺς οὐρανούς• καὶ ζῶντες ἐν σαρκὶ οὐκ ἦσαν ἐν σαρκί• οὐ γὰρ εἶχον ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ• οὐκ εἶχον ὧδε πρόσκαιρον πλοῦτον, ἀλλὰ τὸν οὐράνιον πλοῦτον. Ξένοι καὶ παρεπίδημοι ἦσαν, καθὼς πάντες οἱ Πατέρες αὐτῶν• ξένοι τοῦ κόσμου καὶ τῶν τοῦ κόσμου πραγμάτων• ὅτι τὴν ψυχὴν αὐτῶν πάντοτε κατεστόλιζαν, τὰ ἄνω φρονοῦντες, τὰ ἄνω σκοπεύοντες• τὰς ἐκεῖ μονάς, τὰς ἐκεῖ κατοικίας, τὰ ἐκεῖ κάλλη ἐπιθυμοῦντες• τὰς ἄνω χοροστασίας, τὰς ἄνω ὑμνωδίας, τὰς ἐκεῖ ἑορτὰς καὶ αἰώνια ἀγαθὰ καὶ Θεοῦ χαρίσματα. Πρὸς ἐκεῖνα ἐσκόπευον, πρὸς ἐκεῖνα ἔτρεχον, διὰ τοῦτο καὶ ἔτυχον• ἐκοπίασαν, διὸ καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν φωτεινὴν τοῦ νυμφῶνος κατοικίαν• ἐπόνεσαν, διὸ καὶ εὐφραίνονται• δὲν ἀμέλησαν, διὰ τοῦτο καὶ ἀναπαύονται• ἐφρόνησαν, ὅτι τῶν τοῦ κόσμου πραγμάτων κατεφρόνησαν. Ἐξῆλθον ἐκ τοῦ κόσμου καὶ ἀπῆλθον εἰς τὴν χώραν τὴν ἁγίαν καὶ αἰώνιον• ἐξῆλθον ἔξαφνα καὶ ἐπετάσθησαν ὡς χελιδόνες καλόφωνοι• ἐπετάσθησαν ὡς τρυγόνες ἐρημικαὶ καὶ καθαρώταται• ἐχωρίσθησαν τῆς ποίμνης ἡμῶν ὡς ἀρνία καθαρά. Μετέστησαν τῆς μάνδρας καὶ στενάζουσι τὰ πρόβατα• ἀφῆκαν τὴν φωλεὰν ἡμῶν καὶ βοῶμεν ὡς μικρὰ αὐτῶν πουλία• ἐχωρίσθη τὸ μέλος καὶ λυποῦνται τὰ λοιπὰ μέλη• δακρύομεν, ὅτι τῆς συνοδείας σας ἐχωρίσθημεν• στενάζομεν, ὅτι τοὺς χαρακτῆρας σας δὲν βλέπομεν• ὀδυνόμεθα, ὅτι οὕτως ἔξαφνα ἁρπαζόμεθα• ὀδυρόμεθα, ὅτι καὶ ἡμεῖς ὀγλίγωρα ἀπερχόμεθα• λυπούμεθα, ὅτι τῆς ἀρετῆς σας ἐνθυμούμεθα. Τοὺς ὀφθαλμοὺς περιστρέφομεν καὶ τὴν ἀγάπην σας δὲν βλέπομεν• δακρύομεν, ὅτι καὶ τὰ ζῶα δακρύουσιν ἐπὶ τῷ χωρισμῷ τῶν ὁμοφύλων αὑτῶν• ὀδυρόμεθα, ὅτι καὶ οἱ βόες μουγγρίζουν ἐκζητοῦντες τοὺς ὁμοζύγους αὑτῶν• καὶ χελιδόνες βοῶσιν, ἁρπαζομένων τῶν πουλίων αὑτῶν• καὶ ἄρνες κράζουσι, χωριζομένων τῶν ἀδελφῶν αὑτῶν. Ὅτι ἐὰν καὶ εἰς ἐσᾶς εἰς συμφέρον ὁ θάνατος ἐγένετο, ἀλλὰ εἰς ἡμᾶς λύπην ἐποιήσατε• τὸ ἐδικόν σας μαρτύριον ἔγινεν εἰς ἐσᾶς ἐπιθυμητόν, ἀλλὰ εἰς ἡμᾶς ἔγινε θλίψις• «Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐτοῦ, τῶν δὲ ἁμαρτωλῶν ὁ θάνατος πονηρός».
Διὸ καὶ ἔλεγεν ὁ Προφήτης• «ἵνα τί φοβοῦμαι ἐν ἡμέρᾳ πονηρᾷ; ἡ ἀνομία τῶν πταισμάτων μου κυκλώσει με». Ὅτι ἔρχεται ἡμέρα καὶ ὥρα, Ἀδελφοί• ἔρχεται, δὲν θέλει λείψῃ• ὅταν ἀφήσῃ ὁ ἄνθρωπος πάντα, καὶ πάντας καὶ ἀπέλθῃ μόνος καὶ μεμονωμένος, γυμνὸς καὶ ἀβοήθητος, ἀσυνόδευτος καὶ ἀνέτοιμος, καὶ ἀπαῤῥησίαστος, ἐὰν εἰς ἀμέλειαν εὑρεθῇ ἐν ἡμέρᾳ, ὁποῦ δὲν γινώσκει, καὶ ἐν ὥρᾳ, ὁποῦ δὲν παντυχαίνει• εἰς ὅσον χαίρεται καὶ θησαυρίζει, εἰς ὅσον εὐημερεῖ καὶ δὲν μεριμνᾷ διὰ τὴν ψυχὴν αὑτοῦ. Ἔρχεται ἔξαφνα μία ὥρα, καὶ ὅλα παύουσι• μικρὸς πυρετὸς καὶ πόνος καὶ ὅλα εἰς οὐδὲν λογισθήσονται• μία νὺξ βαθεῖα καὶ σκοτεινὴ καὶ ὀδυνηρὰ καὶ φέρεται ὡς κατάδικος ἐκεῖ, ὁποὺ τὸν πηγαίνουσι. Πολλῶν σοι, ἄνθρωπε, τῶν ὁδηγῶν χρεία, πολλῶν σοι τῶν βοηθῶν καὶ εὐχῶν ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς σου. Μέγας τότε ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος, μέγα τὸ Μυστήριον καὶ ἡ περίστασις• μεγάλη ἡ διάβασις πρὸς ἐκεῖνον τὸν κόσμον• διότι, ἐὰν ἀπὸ χώραν ἀπερχόμενοι ὁδηγῶν τινων χρειαζόμεθα, πόσον περισσότερον ὅταν ὑπάγωμεν εἰς τὸν ἀπέραντον αἰῶνα, ὅθεν οὐδεὶς ἐκεῖθεν ἐστράφη; Πολλή σοι, λέγω, τότε τῶν βοηθῶν ἡ χρεία ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ. Ἡ μόνη ὥρα καὶ οὐχὶ ἄλλη ὥρα• ἡ μόνη γέφυρα, καὶ πέραμα ἕτερον μὴ ἔχουσα• τὸ πάντων τέλος καὶ ὁ πάντων φόβος. Σκληρὸν τὸ πέραμα, ἀλλὰ ὅλοι δι᾽ αὐτοῦ ἀπερχόμεθα• στενὴ καὶ τεθλιμμένη ἡ στράτα, ἀλλὰ πάντες δι᾽ αὐτῆς περνῶμεν• πικρὸν καὶ δεινὸν τὸ ποτήριον, ἀλλὰ πάντες αὐτό, καὶ οὐχὶ ἄλλο πίνομεν• μέγα καὶ ἀνεκδιήγητον τὸ τοῦ θανάτου Μυστήριον καὶ οὐδεὶς ἡμῖν δύναται νὰ τὸ διηγηθῇ• ὅτι φρικτὰ καὶ φοβερὰ ἅπερ τότε βλέπει ἡ ψυχὴ ἀλλὰ οὐδεὶς ἀπὸ ἡμᾶς ταῦτα γινώσκει, εἰ μὴ μόνον ἐκεῖνοι οἱ προερχόμενοι. Δὲν βλέπεις, εἰπέ μοι, ὁπόταν πρὸς τοὺς τελευτῶντας Ἀδελφοὺς καὶ ψυχοῤῥαγοῦντας παρακαθήμεθα, ποῖα φοβερὰ βλέπομεν τότε γινόμενα; πῶς ταράσσονται καὶ στενάζουσι, πῶς ἱδρώνουσι ψυχρὸν καὶ πικρὸν ἱδρῶτα, ὥσπερ οἱ θερισταὶ εἰς τὸ χωράφιον; πῶς τοὺς ὀφθαλμοὺς περιστρέφουσιν ἐδῶθεν καὶ ἐκεῖθεν; πῶς μερικοὶ τρίζουσι τοὺς ὀδόντας καὶ τρομάσσουν; πῶς ταράσσονται καὶ τὰς τρίχας αὑτῶν ἀνασπάζουσι; πῶς ἐκ τῆς κλίνης σηκώνονται καὶ φεύγειν βουλόμενοι οὐ δύνανται, διότι βλέπουσιν ἐκεῖνα ὁποὺ οὐδέποτε εἶδαν, καὶ ἀκούουσιν ἐκεῖνα ὁποὺ οὐδέποτε ἤκουσαν καὶ παθαίνουσιν ἐκεῖνο ὁποὺ οὐδέποτε ἔπαθον. Ζητοῦσι τὸν λυτρούμενον καὶ οὐδεὶς λυτρώνει αὐτούς• ζητοῦσι τὸν συνοδεύοντα καὶ οὐδεὶς ὁ συνοδεύων• παρακαλοῦσι καὶ οὐδεὶς ὁ τολμῶν• τοὺς ὁποίους βλέποντες ἡμεῖς τρέχομεν καὶ κλαίομεν καὶ κρατοῦντες τὰς χεῖρας αὐτῶν, ἀσπαζόμενοι τοῖς δάκρυσι βρέχομεν καὶ σφογγίζομεν τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου αὐτῶν καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀσπαζόμεθα, τὴν δὲ γλῶσσαν φλεγομένην δροσίζομεν ὕδατι• τὰ αὐτία ἡμῶν σιμώνοντες, ἵνα τῶν μικρῶν λογίων αὐτῶν ἀκούσωμεν, εἶτα καὶ ἐρωτῶμεν αὐτοὺς λέγοντες• πῶς βλέπεις σεαυτόν, ἀδελφέ; μὴ οὖν φοβοῦ, ὅτι φιλάνθρωπός ἐστιν ὁ Θεός.
Ταῦτα πρὸς αὐτοὺς λέγοντες καὶ τὰ στήθη τοῖς δάκρυσι βρέχομεν καὶ τὴν καρδίαν κατακαιόμεθα, ὅτε ταῦτα λέγωμεν. Οὐκ ἔστιν εἰς ἡμᾶς τότε ἔρωτας πονηρός, οὐκ ἔστι τότε χρημάτων φροντίδα καὶ φαγητῶν. Ἀλλὰ βλέποντες τὸ μέγα τοῦ θανάτου Μυστήριον τρέμομεν καὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν κινοῦμεν καὶ τὸ ὄμμα στυγνάζοντες, ἑαυτοὺς ταλανίζομεν, οὐαί, οὐαὶ ἡμῖν λέγοντες, ὁπόταν πρὸς ἡμᾶς ὁ ἐρχόμενος, εἰς ὅλους ἡμᾶς ἀποχαιρετᾷ καὶ λέγει: Ἔῤῥωσθε, Ἀδελφοί μου καλοί, ἔῤῥωσθε καὶ ὑπὲρ ἐμοῦ τῇ ὥρᾳ ταύτῃ ἀναστάντες προσεύξασθε• ὅτι εἰς ὁδὸν μακρὰν ἀπέρχομαι, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἐπεριπάτησα• καὶ εἰς χώραν ξένην, ὅπου οὐδεὶς ἐκεῖ μὲ γνωρίζει• καὶ εἰς κόσμον φοβερόν, ὅθεν οὐδεὶς ἐστράφηκε. Λοιπὸν σώζεσθε, Ἀδελφοὶ καὶ φίλοι, ὅτι ἐγὼ πλέον οὐκ εἰμὶ φίλος, ἀλλὰ ξένος. Σώζεσθε πάντες, καὶ δεῦτε καταλάβετε• ἀναμένομέν σας γὰρ ἐκεῖ, ἵνα ἔλθετε, ἐγὼ δὲ πλέον δὲν ἔρχομαι πρὸς ἐσᾶς. Εἴ τι οἴδαμεν, οἴδαμεν, εἴ τι ἐπράξαμεν, ἀπολαμβάνομεν. Φέρομαι καὶ οὐ γινώσκω ποῦ ἀπέρχομαι• νῦν εἴ τι δ᾽ ἂν ἐπὶ τῆς γῆς ἐθησαύρισα, τοῦτο μοι ὄφελος• ἐάν τινα ἠλέησα, αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐλεηθήσομαι• ἐάν τινα ἐσκέπασα, νῦν σκεπασθήσομαι• ὅτι βαρεῖα καὶ πικρὰ αὕτη ἡ ὥρα τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς μου ὑπὲρ πᾶσαν ὥραν• ὅτι ἀνέτοιμος ἐπάρθηκα• σκοτεινή μοι ἡ παροῦσα νύξ• ὅτι ἄκαρπος ἐκόπηκα, βαρεῖα μοι ἡ ἀπολογία. Δῶρα οὐκ ἔχω καὶ παρακαλῶ σας, δακρύσατε ἐπ᾽ ἐμοί• συμπαθήσατε καὶ προσεύξασθε πρὸς Κύριον, ἵνα εὕρω ἐκεῖ μικρὰν ἄνεσιν• ἵνα λάβω ἐκεῖ μικρὸν ἔλεος, ὅτι πολλὰ ἥμαρτον. Καὶ τί μοι κηρία ἀνάπτετε, Ἀδελφοί; ὅτι ἐγὼ τὴν λαμπάδα τῆς ψυχῆς μου δὲν ἄναψα. Τί δέ με ἐνδύματα λαμπρὰ ἐνδύετε; ὅτι οὐκ ἔχω ἐμαυτῷ γάμου ἔνδυμα. Τί δέ μου καὶ μὲ ὕδωρ τὸ σῶμα ἐπλύνετε; ὅτι οὐκ ἔπλυνα ἐμαυτὸν τῷ τῶν δακρύων ὕδατι. Τί δέ με καὶ εἰς τάφον μετὰ ὁσίων κατατίθετε, ὧν τὸν βίον καὶ τὸν τρόπον οὐκ ἔπραξα; Οἴμοι πῶς ἐμαυτὸν ἐπλάνεσα καὶ ἐνέπαιξα λέγων ὅσον εἰὶ νέος, ἀπολαύσω τῆς τοῦ κόσμου χαρᾶς, θεραπεύσω μου τὴν σάρκα, καὶ ἐν ὑστέροις μετανοῶ, ὅτι ὁ Θεὸς φιλάνθρωπος ὤν, πάντως ποιήσει μου τὴν συγχώρησιν. Ταῦτα ἐννοῶν καθ᾽ ἡμέραν, τὴν ζωήν μου κακῶς ἐξωδίασα• ἐδιδασκόμην, καὶ οὐ προσεῖχον• ἑρμηνευόμην, καὶ κατεγέλων• ἤκουα τῶν Γραφῶν, καὶ ὡς μὴ ἀκούων ἐποίουν• ἤκουον περὶ κρίσεως καὶ θανάτου, καὶ ὡς ἀθάνατος καὶ αἰώνιος κατεφρόνουν• καὶ ἰδοὺ ἀνέτοιμος ἀπέρχομαι, καὶ οὐδεὶς ὁ βοηθῶν• ἰδοὺ ἀμετανόητος ἐφθάσθηκα, καὶ οὐδεὶς ὁ ἀπαλλάττων• ἰδοὺ δέομαι, καὶ οὐδεὶς ὁ εἰσακούων• ἰδοὺ καταδικάζομαι, καὶ οὐδεὶς ὁ λυτρούμενος. Δικαία ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ• ποσάκις μετανοεῖν συνετασσόμην, καὶ πάλιν χειρότερον ἔπραττον• ποσάκις μὲ ἠλέησεν, ἐγὼ δὲ παρώργιζα.
Ταῦτα πολλάκις τοῦ τελευτῶντος πρὸς ἡμᾶς διαλεγομένου, ἔξαφνα δένεται ἡ γλῶσσα αὐτοῦ, ἀλλοιοῦν οἱ ὀφθαλμοί, χάνεται ὁ νοῦς, σιγᾷ τὸ στόμα, κωλύεται ἡ φωνή. Ὁπόταν αἱ Δεσποτικαὶ Δυνάμεις ἔλθωσιν, ὅταν αἱ φοβεραὶ στρατιαὶ φθάσωσι, καὶ καλοῦσι τὴν ψυχὴν ἐκ τοῦ σώματος, ὅταν οἱ ἀπαρακάλεστοι ὑπηρέται εἰς τὸ Κριτήριον βιαίως ἀποφέρονται, ἐμβλέψας εἰς αὐτοὺς ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος, κἂν Βασιλεύς εἶναι, κἂν Δυνάστης καὶ Τύραννος, κἂν Κοσμοκράτωρ, ὅλος τρέμει, ὡς φύλλον ὑπὸ ἀνέμου, ὅλος σπαράσσεται καὶ ἐξίσταται βλέπων δυνάμεις φοβερὰς καὶ μορφὰς ξένας καὶ δυνατάς• βλέπων πρόσωπα τρομακτικὰ καὶ αὐστηρά• βλέπων τάξιν, ἣν οὐδέποτε εἶδε καὶ πρὸς ἑαυτὸν ἐννοῶν λέγει• Εὐλογητὸς ὁ μόνος ἀθάνατος καὶ αἰώνιος Βασιλεύς.[…]

Δεύτερο Μέρος

Εὐλογητὸς ὁ μόνος ἀθάνατος καὶ αἰώνιος Βασιλεύς. Τί ἐστι πρὸς ταῦτα τὰ Βασίλεια, ἐπίγειος Βασιλεία; τί ἐστιν ἐξουσία τῶν ἀνθρώπων ἡ ματαία καὶ ἀπάνθρωπος; ἰδοὺ ἀληθῶς Στρατιαὶ αἱ Οὐράνιαι˙ ἰδοὺ μορφαὶ φοβεραὶ τοῦ μόνου φοβεροῦ˙ ἰδοὺ ὑπηρέται δυνατοὶ τοῦ μόνου δυνατοῦ Θεοῦ. Καὶ ταῦτα ὁ τότε φερόμενος βλέπων μόνον, πρὸς ἡμᾶς πλέον δὲν κυττάζει, ἀλλὰ πρὸς τὰς δυνάμεις, ὁποῦ τὸν κράζουσι βλέπει, καὶ ἐξίσταται˙ ἴσως δὲ καί τινας δεήσεις ὑποψιθυρίζων, καθὼς ἡ γλῶσσα δύναται, παρακαλεῖ αὐτούς˙ ἀπὸ τῶν ὁποίων λογίων καὶ σχημάτων πολλάκις οἱ παραστεκόμενοι νοοῦμεν, ὅτι τὰς δεσποτικὰς Δυνάμεις ὁρᾷ, καὶ ὅλοι σύντρομοι γενέμενοι φρίττομεν, καὶ πρὸς ἀλλήλους διανεύοντες, λέγομεν˙ ἡσυχάσατε δή, ἡσυχάσατε, καὶ τὸν κατακείμενον μὴ συγχύσετε˙ εἰρηνεύσατε καὶ σκοπήσατε, καὶ τὸν κατακείμενον μὴν ἐνοχλήσετε˙ σιωπήσατε καὶ μὴ λαλεῖτε, ἵνα μὴ αὐτὸν θορυβήσετε˙ μὴ θρηνήσετε, ἵνα μὴ αὐτὸν ταράξετε. Προσεύξασθε, ἵνα μετὰ εἰρήνης ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐξέλθῃ˙ δεήθητε, ἵνα τόπον ἀνέσεως λάβῃ˙ προσεύξασθε, ἵνα φιλανθρώπους Ἀγγέλους ἔχῃ˙ προσπέσατε, ἵνα ἐν ἡμερότητι τὸν Δεσπότην εὕρῃ˙ εὐωδίαν θυμιάσατε, ὅτι τὴν Ἀγγελικὴν παρουσίαν εἶδε˙ παρακαλέσατε, ὅτι εἰς μεγάλον κόπον τώρα παραστέκεται˙ σκοπήσατε, ὅτι καὶ ἐσεῖς τοῦτο παθεῖν ἔχετε˙ ἐμβλέψατε καὶ τοῦ Μυστηρίου τούτου μὴ ἀστοχήσετε, καὶ τῆς ὥρας ταύτης φροντίσατε.Τί γάρ ἐστιν ἄνθρωπος; Οὐδέν˙ σκώληξ, τέφρα, σκιά, καὶ ὄνειρον. Ἰδέ, διέβη, καὶ ἀπῆλθεν, ἔπαυσε καὶ κατεσίγησεν ἐκεῖνος ὁ πολύς, ὁ ἀνδρειωμένος, ὁ Τύραννος, ὁ Δυνάστης, ὁ ὑψηλός, ὁ εἰς πάντας φοβερὸς κεῖται ὡς πρόβατον. Ἰδέ, ἀπῆλθε, καὶ παρῆλθεν, ὁ φανείς, ὡς μὴ φανείς˙ ὁ γεννηθείς, ὡς μὴ γεννηθείς˙ ὁ πολὺς ὑπὲρ πολλούς, ἔγεινεν ὡς οὐδεὶς ὁ δένων, ἐδέθη, καὶ ἰδοὺ τὸν ὑπάγουσιν˙ «Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀπολοῦνται πάντες οἱ διαλογισμοὶ αὐτοῦ».
Τότε παραλαβόντες οἱ Ἄγγελοι τὴν ψυχήν, διὰ τοῦ ἀέρος ἀπέρχονται, ἐν ᾧ ἵστανται Ἀρχαὶ καὶ Ἐξουσίαι, καὶ οἱ Κοσμοκράτορες τῶν ἐναντίων δυνάμεων˙ οἱ πικροὶ ἡμῶν κατήγοροι, οἱ σκληροὶ τελῶναι καὶ λογοθέται, καὶ φορολόγοι ἐν τῷ ἀέρι συναπαντῶντες, λογοθετοῦντες, καὶ ἐξετάζοντες˙ προσφέροντες τὰ τοῦ ἀνθρώπου ἁμαρτήματα καὶ χειρόγραφα, τὰ ἐν νεότητι καὶ ἐν τῷ γήρει, τὰ ἑκούσια, καὶ ἀκούσια, τὰ δι’ ἔργων καὶ λόγων καὶ ἐνθυμήσεων. Πολὺς ὁ φόβος ἐκεῖ καὶ ὁ τρόμος τῆς ἀθλίας ψυχῆς˙ ἀδιήγητος ἡ ἀνάγκη, ἣν ἔχει τότε ὑπὸ τοῦ πλήθους τῶν μυριάδων ἐχθρῶν αὐτῆς, κρατουμένη, συκοφαντουμένη, ἐμποδιζομένη, ἵνα μὴ πρὸς οὐρανοὺς ἀνέλθῃ, ἵνα μὴ ἐν φωτὶ καὶ ἐν χώρᾳ ζώντων κατοικήσῃ. Καὶ ἡ μὲν ψυχὴ ἀποφέρεται ὑπὸ τῶν ἁγίων Ἀγγέλων, ἡμεῖς δὲ τὸ θνητὸν σῶμα κηδεύσαντες, καὶ ὡς ξένον ἐκ τοῦ οἴκου αὐτοῦ εὐγάνοντες, πρὸς τὸν τάφον σπουδαίως τὸ φέρνομεν τότε. Καὶ ἐκεῖ βλέπομεν ἄλλο μέγα καὶ φοβερώτατον Μυστήριον, κατανοοῦντες τοὺς νεκρούς, τοὺς Βασιλεῖς καὶ ἰδιώτας, τοὺς Τυράννους καὶ δούλους ὅλους ὡς χῶμα γενομένους, ὡς κονιορτὸς καὶ δυσωδία, ὡς μία σαπρία καὶ σκώληξ˙ ὡς ὁ μαῦρος Ἀράπης, οὕτω καὶ ὁ εὔμορφος˙ ὡς ὁ νέος, οὕτω καὶ ὁ γέρων˙ ὡς ὁ παράλυτος, οὕτω καὶ ὁ δυνατός˙ καὶ ὅλοι ἕνας κονιορτὸς γενόμενοι, ὅτι γῆ εἶναι, καὶ εἰς γῆν ὑπάγουν˙ οὓς πολλάκις, βλέπομεν κατακειμένους εἰς τοὺς τάφους, καὶ ὑποδείχνομεν ἀλλήλοις με τὸν δάκτυλον, λεγοντες˙ ἰδὲ ὁ δεῖνας, καὶ ὁ δεῖνας. Οὗτος εἶναι ὁ δεῖνας Βασιλεύς, καὶ οὗτος ὁ δεῖνας Τύραννος, καὶ οὗτος ὁ δεῖνας Στρατηγός. Οὗτος ὁ τοῦ δεῖνος ἔγκονος, καὶ αὕτη τοῦ δεῖνος ἡ θυγάτηρ˙ αὕτη ποτὲ στολισμένος νεώτερος. Ταῦτα πολλάκις μετὰ στεναγμοῦ λέγομεν εἰς τοὺς τάφους, καὶ δακρύομεν, καὶ βλέπομεν τὸ μέγα Μυστήριον, ὅτι πᾶσα ἡλικία ἐκεῖ κατελύθη˙ πᾶς ὀφθαλμὸς ἐκεῖ ἐσβέσθη, πᾶν καλόφωνον στόμα ἐκεῖ ἐφράγη˙ πᾶσα γλῶσσα γοργή, ἐκεῖ ἐσίγησε˙ πᾶσα εὔμορφη ἡλικία, ἐκεῖ συνετρίβη˙ πᾶσα ἀρχὴ τῶν Ἀρχόντων, ἐκεῖ ἔπαυσεν˙ ἐκεῖ κατέπαυσε πᾶς ὁ μάταιος κόπος καὶ μόχθος τῶν ἀνθρώπων. Λαλοῦμεν, καὶ οὐδεὶς ὁ προσέχων˙ ἐξ ὀνόματος κράζομεν τοὺς κεκοιμημένους λέγοντες˙ ποῦ ἀπήλθετε, Ἀδελφοὶ ἡμῶν, καὶ πῶς εὑρίσκεσθε; δότε ἡμῖν φωνήν, καθὼς ἐλαλεῖτε ποτέ, ἐσεῖς οἱ ἐξ ἡμῶν τὸν κόσμον ἀφήσαντες˙ ἐκάθισεν ἡ ψυχὴ εἰς τὸν τόπον, καθὼς τῆς ἔπρεπε κατὰ τὴν τάξιν καὶ ἀξίαν αὐτῆς; αὕτη δὲ ἡ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν ἐν τῷ τάφῳ κειμένη κόνις, αὕτη ἡ δυσωδία καὶ τὰ κόκκαλα καὶ τὰ σώματα εἶναι ἐκείνων τῶν νέων καὶ νεανίδων, ὁποῦ ἠγαπᾶτε ποτέ; αὕτη ἐστὶν ἡ σὰρξ ὁποῦ ἀγκαλιάζετε, καὶ ἀκολάστως ἐφιλεῖτε; οὗτος ὁ βρῶμος, ἐκεῖνο τὸ πρόσωπον ἐστίν, ὅπερ νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἀχορτάστως κατεφιλεῖτε; αὕτη ἡ ὕλη ἡ ῥυπαρὰ ἡ σάρκα ἐκείνη ἐστίν, ὁποῦ ἀγκαλιάζεσθε, καὶ ἁμαρτάνετε; Διὸ βλέπετε ἀκριβῶς, καὶ πιστεύσατε οἱ ἐν σαρκὶ ὄντες καὶ ἐν βίῳ τῷ ματαίῳ˙ γνωρίσατε, ὅταν εἰς ταῖς κλίναις σας ἀφίνετε ταῖς συμβίαις σας, καὶ μὲ ταῖς πόρναις συμπλέκεσθε˙ ὅταν εἰς τὸν βόρβορον ἐγκυλίεσθε, γνωρίσατε, ὅτι ὅλα τὰ μέλη ὁποῦ ἐκατασπάζεσθε, δυσωδίαν καὶ κοπρίαν ἐφιλεῖτε˙ μάθετε, ὅτι ὁπόταν τὴν ἐπιθυμίαν εἰς αὐτὰ ἐξανάπτετε, σκώληκα καὶ σαπρίαν ἐπιθυμεῖτε. Μὴ πλανᾶσθε, ὦ νέοι καὶ νεάνιδες ἄγνωστοι, εἰς τὸ μάταιον κάλλος τῆς νεότητος˙ ὅτι καὶ ἡμεῖς καθὼς αὐτοὺς τοὺς σαπημένους νεκρούς, ὁποῦ βλέπετε ἐν τῷ κόσμῳ, ποτὲ ἐφαντάσθημεν, καὶ ἐστολίσθημεν, καὶ ἐμερίσθημεν, καὶ ἠγαπήσαμεν, καὶ ἀπολαύσαμεν, καὶ ἐχαρήκαμεν, καὶ τώρα, ὡς βλέπετε, εἰς πηλὸν καὶ δυσωδίαν ὅλα κατήντησαν. Λοιπὸν μὴ πλανηθῆτε, ἀλλὰ παρ’ ἡμῶν τῶν προλαβόντων, καὶ ἐν τῷ τάφῳ κειμένων, διδάχθητε, καὶ σωφρονισθῆτε, καὶ πιστεύσατε, ὅτι εἶναι ἐν τῷ ᾍδῃ κρίσις, καὶ κόλασις ἀτελεύτητος˙ εἶναι σκότος ἀφώτιστον, καὶ γέεννα, καὶ σκώληξ ἀκοίμητος, εἶναι κλαυθμὸς ἀσίγητος, καὶ βρυγμὸς ὀδόντων ἀκατάπαυστος˙ εἶναι θλίψις ἀνιάτρευτος καὶ κρίσις ἀπροσωπόληπτος, καὶ εἶναι ὑπηρέται ἀσυγχώρητοι, καὶ πένθος πικρὸν καὶ αἰώνιον. Ταῦτα εἰ καὶ μὴ διὰ λόγων, ἀλλὰ διὰ πραγμάτων πρὸς ἡμᾶς, Ἀδελφοί, οἱ ἐκεῖ προλαβόντες διδάσκουσιν ὥσπερ ἡμεῖς ἐνθυμούμενοι, ἐδιψῶμεν ὡς ὕδωρ πικρόν τι μαθεῖν, ἢ ἀκοῦσαι, ἢ γνῶναι, τὸ ποῦ ἆρα εἰσὶν αἱ τούτων ψυχαί, ἢ ἄνω, ἢ κάτω, ἢ ἆρα νῦν βλέπουσιν ἡμᾶς, ἢ χαιρετῶμεν αὐτοὺς ἐκεῖ, ἢ τοὺς γνωρίζομεν.

Μέρος τρίτο

Ἀλλὰ οὐδεὶς ταῦτα εἶδεν, ὅτι οὐδεὶς ἐκεῖθεν ἐστράφη, ἵνα μηνύσῃ περὶ τῶν ἐκεῖ, ποῦ εἰσιν˙ ἀλλὰ ἀπετείχισεν αὐτὰ ἀπὸ ἡμᾶς ὁ Θεός, καὶ ἀπέκρυψεν, ἕως καὶ ἡμεῖς ἀπέλθωμεν, καὶ ἀπολάβωμεν τῶν ἐκεῖ, ὁπόταν ἐκ νεκρῶν ἀναστῶσιν ἅπαντες, καὶ παρασταθῶμεν, καὶ ἐξομολογούμεθα, καὶ λογοθετούμεθα εἰς ἐκεῖνο τὸ μέγα καὶ ἀδιήγητον Κριτήριον. Ὅτε ὁ φοβερὸς Κριτὴς ἐξ οὐρανοῦ ἔλθῃ να κρίνῃ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην, ἀπὸ Ἀνατολῶν ἕως Δυσμῶν˙ ὅτε αἱ φωναὶ τῶν φοβερῶν ἐκείνων σαλπίγγων λαλήσωσιν˙ ὅτε ἡ Κτίσις πᾶσα φόβῳ καὶ τρόμῳ κλονείται καὶ ταράσσεται˙ ὅτε οἱ τάφοι ἀνοίγωνται, καὶ πᾶσα σάρκα ἀνίσταται γυμνὴ καὶ τετραχηλισμένη˙ ὅτε πᾶν στόμα φραγήσεται, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξετασθήσεται˙ ὅτε ὁ τοῦ πυρὸς ποταμὸς ῥεύσει ἔμπροσθεν τοῦ Κριτοῦ περὶ τοῦ ὁποίου λέγει ὁ Δανιήλ˙ «Ἐθεώρουν ἕως οὖ θρόνοι ἐτέθησαν, καὶ παλαιὸς ἡμερῶν ἐκάθισεν».Ὁ θρόνος αὐτοῦ φλὸξ πυρός˙ οἱ τροχοὶ αὐτοῦ πῦρ φλέγον˙ ποταμὸς πυρὸς ἔτρεχεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ˙ χίλιαι χιλιάδες ὑπηρετοῦσαν αὐτῷ, καὶ μύριαι μυριάδες περέστεκον αὐτῷ. Κριτήριον ἐκάθησε, καὶ Βίβλοι ἠνεῴχθησαν.
. Ἐκείνη ἐστὶν ἡ ἡμέρα καὶ ὥρα, περὶ ἧς λέγει ὁ Δαβίδ˙ «Ἵνα τί φοβοῦμαι ἐν ἡμέρᾳ πονηρᾷ; ἡ ἀνομία τῶν πταισμάτων μου κυκλώσει». Ἐκείνην τὴν ἡμέραν κατηράσαντο ὁ Ἰώβ, λέγων˙ «Καταράσεται αὐτὴν ὁ καταρώμενος, τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ μέλλων παλαῖσαι τὸ μέγα θηρίον τὸν Διάβολον». Περὶ ἐκείνης τῆς ἡμέρας καὶ ἕτερος Προφήτης λέγει˙ «Ἰδοὺ ἡμέρα ἔρχεται, λέγει Κύριος»˙ καὶ τὶς νὰ ὑπομείνῃ τὴν ἡμέραν ὁποῦ νὰ ἔλθῃ; Ὅταν ὁ Θεὸς φανερῶς ἔλθῃ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐ παρασιωπήσεται, καὶ γύρωθεν αὐτοῦ καταιγίδα τρομακτική, προσκαλέσεται τὸν οὐρανὸν ἄνω καὶ τὴν γῆν, τοῦ διακρίαι τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ πᾶσαν σάρκα εἰς τὸ φοβερὸν ἐκεῖνο Κριτηριον˙ ὅπου οὐ ἔστι μικρὸς ἢ μέγας, δοῦλος καὶ ἐλεύθερος˙ ὅπου οὐκ ἔστι Βασιλεύς, ἢ ὑποκείμενος˙ ἀλλὰ ἴσια κατάδικοι, ὅλοι δεδεμένοι, ὅλοι γυμνοί, ἀπερίσπαστοι, τρέμοντες, κλαίοντες, ταρασσόμενοι, ἀγωνιῶντες, μεριμνῶντες καθ’ ἕνας τί νὰ εἴπῃ, ἤ τί ἀπολογήσεται τῷ Κριτῇ περὶ τῶν κακῶν ὧν ἔπραξε. Ποῦ ἐκεῖ τῶν Βασιλέων ἡ φαντασία; ποῦ ἡ τῶν ἀφρόνων ὑπερηφανία; ποῦ ἡ τῆς νεότητος κακία; ποῦ ὁ στολισμὸς τῶν ἐνδυμάτων; ποῦ οἱ παραστεκάμενοι καὶ παρατρέχοντες δοῦλοι; ποῦ ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος; ποῦ τὰ χροσοχάλινα ἄλογα; ποῦ τὰ μυρίσματα, καὶ τὰ καπνίσματα τὰ ἀπολλύμενα; ποῦ τὰ νυκτὸς καὶ ἡμέρας γινόμενα συμπόσια; ποῦ οἱ μετὰ χορῶν καὶ τυμπάνων τὸν οἶνον πίνοντες, τοῦ δὲ Θεοῦ καὶ τῶν πενήτων καταφρονοῦντες; Οὐδὲν τούτων εἶναι ἐκεῖ, ἀλλὰ πικρὸν οὐαὶ˙ οὐκ ἔστιν ἐκεῖ πλουτῆσαι, ἀλλὰ φρίξαι καὶ τρομάξαι˙ δεν εἶναι ἐκεῖ εὐημερία, ἀλλὰ μέγας σκοτασμός˙ οὐκ ἔστιν ἐκεῖ χορεῦσαι, ἀλλὰ θρηνῆσαι˙ οὐκ ἔστιν ἐκεῖ νεότητος φαντασία, ἀλλὰ ἐν τῷ ᾍδῃ ἐξορία˙ οὐκ ἔστιν ἐκεῖ παρακάλεσις ἐν ἐκείνῃ τῇ φοβερᾷ ὥρᾳ, ἀλλὰ δικαίᾳ ἀκριβῆς ἀνταπόδοσις. Ἐὰν ἐποίησας ὦδε˙ τοῖς πτωχοῖς συμπάθειαν, καλοὶ μάρτυρες εἰς τὸν Χριστὸν καὶ παρακαλεσταὶ διὰ σοῦ οἱ ἐλεηθέντες παρὰ σοῦ πένητες, οἱ ὀρφανοὶ καὶ χῆραι, οἱ ξένοι, καὶ τυφλοί, καὶ ἀδύνατοι, οἱ ἐν ἐρήμοις, καὶ ἐν φυλακαῖς, καὶ ἐν ἐξορίαι. Μεγάλοι σου βοηθοὶ οὗτοι τότε γενήσονται, ὑποδείχνοντες τῷ Χριστῷ ὅσα αὐτοῖς δέδωκας, ἅπερ αὐτοὺς ἐσκέπασας, καὶ ἔθρεψας, καὶ ἀνέπαυσας, ὡς Ἀδελφοὶ ὄντες τοῦ Χριστοῦ. Διότι ἐὰν ἕνας Ἀδελφὸς ἐδυνήθη πολλάκις να παρακαλέσῃ Βασιλέα τὸν ἑαυτὸν Ἀδελφόν, πόσῳ μᾶλλον, ὅταν παρακαλῇ πλῆθος Ἀδελφῶν;
. Ὅτι δὲ Ἀδελφοὺς ὀνομάζει ὁ Χριστὸς ἐκεῖ τοὺς πένητας ἐν τῇ φοβερᾷ ἡμέρᾳ τῆς Κρίσεως, ἄκουσον αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ τότε παρισταμένους λέγοντος˙ «Εἰς ὅσον ἐποιήσατε τῶν Ἀδελφῶν μου τούτων». Ὑποδείκνυσιν αὐτοὺς μὲ τὸν δάκτυλον, τοὺς ἐκεῖ καθημένους πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ πένητας. Τίς ἆρα ἄξιος, καὶ μακάριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ, ὅτε πάντες οἱ Ἄγγελοι, καὶ οἱ ἄνθρωποι τρέμουσι, νὰ ὀνομασθῇ Ἀδελφὸς τοῦ Χριστοῦ; Πόσων θησαυρῶν, πόσων στεφάνων, πόσου πλούτου εἶναι ὑψηλοτέρα ἡ τοιαύτη φωνή; Τίνες ἆρα εἶναι ἐκεῖνοι, ἵνα μακαρίσωμεν αὐτούς; οἵ τινες ἐν τῇ φρικτῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ τῆς Κρίσεως ἔρχονται θαῤῥετῶς μὲ παῤῥησίαν ἄφοβον, καὶ ὡς Πατέρα γνήσιον τὸν Χριστὸν γινώσκοντες, καὶ ἀκριβῶς γνωρίζοντες, ὅτι ὡς υἱοὺς καὶ φίλους οὕτως ὑποδέξεται αὐτούς, ὡς καθαρῶς δουλεύσαντας αὐτῷ, καὶ φιλάξαντας αὐτοῦ τὰς ἐντολάς; Τὶς ἆρα ἐκεῖνος ὁ τρισμακάριος, τὸν ὁποῖον βλέψας ὁ Χριστὸς καθήμενος ἐπὶ θρόνου εἰσερχόμενον πρὸς αὐτὸν ὑποδέξεται, καὶ ὑπαντήσει αὐτὸν ἱλαρῷ τῷ προσώπῳ, καὶ περιχαρεῖ τῷ βλέμματι, καὶ εὐμενεῖ παῤῥησίᾳ, καὶ ὡς ἀπὸ ξένων ἀπὸ χρόνου ἐρχόμενον υἱὸν καὶ φίλον καταφιλήσῃ, καὶ τοιαῦτα πρὸς αὐτὸν εἴπῃ; Φίλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ, καλῶς ᾖλθες, ὁ τροφεύς μου, ὁ ξενοδόχος μου, ὁ σκεπαστής μου, εὐχαριστῶ τῆς προαιρέσεώς σου, καὶ δὲν ἀλησμονῶ τῆς ἀγάπης σου˙ ἐνθυμᾶσαι τὰ ὅσα ἀγαθά μοι ἐποίησας; γινώσκεις πῶς μὲ ἀνέπαυσας εἰς τὸν οἶκόν σου; Εἶτα κρατήσας αὐτὸν ὁ Χριστὸς ἐκ τῆς χειρός, κατέμπροσθεν ὅλης τῆς μεγάλης ἐκείνης Πανηγύρεως, ἐνώπιον Ἀγγέλων, καὶ Ἀρχαγέλλων, καὶ πάσης ἀρχῆς, καὶ ἐξουσίας, Προφητῶν, Ἀποστόλων, Ὁσίων, καὶ Δικαίων, καὶ στήσας αὐτὸν εἰς τὸ μέσον, θέλει τὸν ἀνακηρύξῃ, λέγοντας εἰς ὅλους διὰ αὐτὸν δακτυλοειδῶς˙ Οὗτος ὁ ἄνθρωπος, πεινῶντά με εἶδε ποτέ, καὶ ἔθρεψε˙ διψῶντα, καὶ ἐπότισε˙ ῥιγοῦντα, καὶ ἐσκέπασε˙ ξένον, καὶ ὑπεδέξατο˙ ἀσθενοῦντα μὲ ἰδέ, καὶ βαστάσας, ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ εἰσήγαγέ με˙ τοὺς πόδας μου ἔνιψε, τὰς χεῖρας μου ἔπλυνε, καὶ ἐπὶ τῆς κλίνης αὐτοῦ ὁλοψύχως ἀνέπαυσέ με˙ ἐν ἀνάγκῃ μὲ ἴδε, καὶ ἐλύτρωσε, ἐν φυλακῇ μὲ εὗρε, καὶ ἠγόρασε˙ διὸ καὶ ἐγὼ λέγω αὐτῷ˙ Καλὲ δοῦλε, ἀγαθέ, καὶ πιστέ, ἐπειδὴ εἰς ὀλίγα ἔγεινες πιστός, εἰς πολλὰ νὰ σὲ καταστήσω, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου˙ ἀπόλαυσον τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου μου, εἴσελθε εἰς τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον˙ καὶ οὐ μόνον δὲ ταῦτα εἴπῃ ὁ Χριστὸς τοῖς εὐαρεστήσασιν αὐτῷ, ἀλλὰ καὶ ἀνακλινεῖ αὐτούς, καὶ παρελθὼν ὑπηρετήσει αὐτούς.
. Ἵνα οὖν καὶ ἡμεῖς τοιαύτης τιμῆς καὶ φωνῆς, καὶ δόξης ἀπολαύσωμεν, ἂς προλάβωμεν, ἵνα μὴ ἔξω μείνωμεν˙ ἂς σπουδάσωμεν, Ἀγαπητοί, ἵνα καταλάβωμεν˙ ἂς ἀφήσωμεν τὰς ματαίας ὀκνηρίας ἐκείνας˙ ἂς ἀποῤῥίψωμεν τὰς ψευδεῖς ἐλπίδας. Μὴ πλανηθῶμεν πλέον, καὶ ἐμπαίξῃ ἡμᾶς ὁ πονηρός˙ μὴ ῥίψῃ ἡμᾶς εἰς τὴν σήμερον, καὶ αὔριον ὁ δόλιος λογισμός˙ διότι πολλοὶ πολλὰ βουλευσάμενοι, εἰς τὴν αὔριον οὐκ ἔφθασαν, ἀλλὰ ἔξαφνα ἡρπάγησαν ὥσπερ τὸ πουλίον ἀπὸ τὸ γεράκιον, καὶ ὡς τὸ ἀρνίον ἀπὸ τὸν λύκον, καὶ ὡς ὁ αἰχμάλωτος ὑπὸ τοῦ λῃστοῦ, μήτε λαλῆσαι ὅμως δυνάμενοι, μήτε διαθήκην τινὰ ποιῆσαι. Οἱ μὲν κοιμηθέντες ἀφ’ ἑσπέρας ὑγιεῖς, οὐκ ἔφθασαν τὸ πρωΐ˙ οἱ δὲ ἐπὶ τραπέζης καθήμενοι, ἐν αὐτῇ ἐξεψύχησαν. Ἄλλοι δὲ ἐν ὁδῷ περιπατοῦντες, εὐθέως ἀπέθανον˙ ἕτεροι εἰς λουτρὸν εὑρισκόμενοι τὸ αὐτὸ λουτρὸν ἔσχον ἐντάφιον˙ ἄλλοι δὲ εἰς τὸ νυμφοστόλιον ὄντες, ἔξαφνα ἡρπάγησαν, καὶ τὰ αὐτὰ ἐνδύματα εἶχαν ἐπιγάμια καὶ ἐντάφια˙ καὶ διεδέχθησαν τοὺς παιγνιώτας οἱ θρηνοῦντες, καὶ τοὺς χορευτὰς οἱ πενθοῦντες. Καὶ ταῦτα πάντα οἴδαμεν, καὶ γινώσκομεν˙ τὸ δὲ δεινότερον τοῦτό ἐστιν, ὅτι θεληματικῶς μας, καὶ ἐν γνώσει ἁμαρτάνομεν, καὶ πλανώμεθα˙ διὰ τὸ ὁποῖον οὐδὲ μίαν ἀγάπην, καὶ συγχώρησιν παρὰ Θεοῦ ἔχομεν, ὅτι οὐχὶ ἐν ἀγνωσίᾳ, ἀλλὰ ἐν γνώσει πλανώμεθα, ἀκούοντες τῶν Θείων Γραφῶν ἐπαινούντων τὰ γινόμενα, καὶ οὐ ποιοῦμεν αὐτά. Λοιπόν, παρακαλῶ, μὴ μόνον ἀκροαταὶ τῆς διδαχῆς γενώμεθα, ἀλλὰ καὶ ποιηταί. Εἴτις οὖν μετὰ τὴν ἀκρόασιν τῶν λεγομένων, συνήθειαν πονηρὰν πορνείας ἔχων, τὴν ἀπέῤῥιψεν, οὗτος ὄντως καλὸς ἀκροατής. Εἴ τις κατανυγεὶς εἰς τοὺς λόγους τούτους, καὶ ἐλεήμων, καὶ εὐμετάδοτος γένηται, οὗτος καλὸς ἀκροατής˙ ἂς κάμωμεν καὶ ἡμεῖς οὕτως, ἵνα μὴ εἰς κρῖμα ἡμῶν γένηται ἡ ἀνάγνωσις αὕτη, ὅτι ἀκούομεν καὶ δὲν ποιοῦμεν. Ἐὰν γὰρ ὁ θάνατος τοῦ Ἀδελφοῦ σου δὲν σὲ σωφρονίσῃ, οὐδεὶς δύναται να σὲ σωφρονίσῃ˙ ἐὰν μὴ νεκρὸν βλέπων μετανοήσῃς, πότε λοιπὸν ἐπιστρέψεις; καὶ ἐὰν μὴ ἐπὶ τοῖς νῦν λεγομένοις κατανυγῇς, οὐδέποτε τῆς ἁμαρτίας ἀποχωρισθῇς. Ταύτην, Ἀγαπητοί, τὴν τῶν θείων λογίων τράπεζαν οἱ προαπελθόντες πρὸς Χριστὸν Ἀδελφοὶ ἡμῶν παρέθηκαν. Ταῦτα τὰ ζωοποιὰ φαγητὰ ἡμῖν ἡτοίμασαν. Τοῦτον ἡμῖν τὸν οἶνον ἐκέρασαν. Ταύτην ἡμῖν τὴν ἐφροσύνην, καὶ τὴν σωτηρίαν ἐχαρίσαντο, ὅπως, ταῦτα μελετῶντες ἐν νυκτί, καὶ ἡμέρᾳ, καὶ ὥρᾳ, ἐν Ἐκκλησίαις, καὶ ἐν ἀγοραῖς, ἐν οἴκοις, καὶ ἐπὶ τραπέζης, ἐν κλίναις, ἐν λουτροῖς, καὶ ἐν φυλακαῖς, ἐν συμποσίοις, καὶ ἐν συνεδρίοις, δυνηθῶμεν τῆς πονηρᾶς ἀμελείας ἀποχωρισθῆναι, καὶ τὰς ψυχὰς ἡμῶν ἐπιστρέψαι πρὸς μετάνοιαν, καὶ κἂν ἀπὸ τοῦ νῦν ἀποχωρισθῆναι τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, καὶ τῷ Δεσπότῃ παρακαλέσαι, ἵνα τῆς τῶν οὐρανῶν Βασιλείας τύχωμεν, χάριτι καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ˙ ὅτι αὐτῷ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή, καὶ προσκύνησις, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1832
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm


Return to ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 1 guest