ΔΙΔΑΧΕΣ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

Λόγοι, διδαχές και παραινέσεις των Αγίων της Ορθοδοξίας μας προς διόρθωση της πορείας του βίου μας.

Re: Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Unread postby Matina » Tue Nov 15, 2011 11:45 pm

Μην το προσπεράσετε παρακαλώ είναι εξαιρετικό!!!

π. Νίκων(Νέα Σκήτη): Ο Διάβολος στο μυαλό – Η πάλη με τους λογισμούς

Οι άνθρωποι σκέπτονται περισσότερο από όσο αναπνέουν. Σε μια αναπνοή μπορούμε να κάνουμε χίλιες σκέψεις, και αυτό είναι κάτι που δεν το σκεπτόμαστε. Δε σκεπτόμαστε ότι οι σκέψεις που κάνουμε σχηματίζουν τον χαρακτήρα μας, διαμορφώνουν την προσωπικότητά μας, οι σκέψεις που κάνουμε μας δίνουν την ταυτότητά μας και παρουσιάζουν αυτό που είμαστε, σε τέτοιο σημείο που ένας Αμερικανός φιλόσοφος λέει: “είστε αυτό που σκέπτεστε”.

Ολόκληρη η ζωή μας είναι αποτέλεσμα των σκέψεών μας, μπορούμε με τις σκέψεις μας για παράδειγμα να αλλάξουμε το μέλλον μας, το μέλλον μας δεν είναι δεδομένο, δεν υπάρχει γραφτό, δεν υπάρχει κισμέτ, εμείς θα αποφασίσουμε ποιο θα είναι το μέλλον μας. Με τις σκέψεις μας μπορούμε να κάνουμε και τον Θεό να αλλάξει το μέλλον που είχε κατά νου Του για μας.

Όσο απίστευτο και να ακούγεται αυτό, όσο εξωφρενικό και να ακούγεται, είναι η ίδια η διδασκαλία της Αγίας Γραφής. Το βλέπουμε για παράδειγμα στην ιστορία του Ιωνά και της Νινευί. Μια πόλη μεγάλη αμάρτησε, ο Θεός αποφασίζει να καταστρέψει τον λαό αυτό. “Νινευί καταστραφήσεται”.

Πήρε μία απόφαση, αυτό θα είναι το μέλλον της Νινευί. Πηγαίνει ο Ιωνάς κηρύσσει μετάνοια και μετανοούν οι Νινευίτες κι αλλάζει και ο Θεός την γνώμη Του. “Και μετενόησεν ο Θεός” λέει επί λέξη η Αγία Γραφή και όλος ο κόσμος σώθηκε. Τι μπορεί να κάνει μια αλλαγή στις σκέψεις μας, πώς προετοιμάζει το μέλλον μας.

Να κάνουμε μία διάκριση: Άλλο είναι η σκέψη, άλλο είναι ο λογισμός. Πολλές φορές ταυτίζονται λέμε μου ‘ρθε μια σκέψη έχω έναν λογισμό. Το ίδιο είναι, αλλά στην κυριολεξία ο λογισμός είναι η σκέψη που επιμένει, όχι μια σκέψη που πέρασε απλώς και έφυγε.
Είναι μια σκέψη που έρχεται, ξανάρχεται, μας ενοχλεί, επιμένει, αυτή την σκέψη την λέμε λογισμό. Και είναι φοβερή η δύναμή τους αυτών των λογισμών, αυτών των σκέψεων, όχι μόνο στη ζωή μας στο παρόν ή στο μέλλον, αλλά ακόμη και στο σώμα μας. Για παράδειγμα πώς μπορεί μια σκέψη να επηρεάσει το σώμα μας:

Μια σκέψη, ήμουνα σε ένα μοναστήρι, ένας πατέρας δεν μπορούσε με τίποτα να φάει ταχίνι, του άρεσε όμως ο χαλβάς. Και έτρωγε και ξετρελαινόταν. Και ένας άλλος απόρησε και λέει: “καλά πώς γίνεται εσένα που δε σου αρέσει το ταχίνι να σου αρέσει ο χαλβάς”; Και λέει ο πατέρας αυτός: “Γιατί, τι σχέση έχει ο χαλβάς με το ταχίνι;” “Μα ο χαλβάς από το ταχίνι φιάχνεται!” Μόλις το άκουσε αυτό, άρχισε να κάνει εμετό. Πώς η σκέψη επέδρασε στο σώμα!

Είναι ένας ψυχίατρος στην Αθήνα, πολύ καλός, πνευματικοπαίδι ενός πολύ γνωστού αρχιμανδίτου, ο οποίος είχε μία κυρία με ένα τρομερό ψυχολογικό πρόβλημα. Χάριν εκείνης φέρνει κάτι δύσκολα χάπια, σπάνια, πανάκριβα από την Ολλανδία, της το εξήγησε: “Πρόσεξέ τα, εφάρμοσε ακριβώς αυτά που θα σου πω. Δεν είναι εύκολο να ξαναβρούμε, δεν είναι θέμα χρημάτων, δεν είναι εύκολο να ξαναβρούμε, θα τα πάρεις έτσι κι έτσι κι έτσι.”

Εκείνη τον ευχαρίστησε συγκινημένη από την αγάπη του ιατρού που ενδιαφέρθηκε για εκείνη τόσο πολύ, ειδικά για την περίπτωσή της, πήρε τα χάπια ακριβώς όπως της είπε ο γιατρός, και έγινε καλά. Έγινε καλά και δόξασε και τον Θεό και πήγε να ευχαριστήσει και τον γιατρό γιατί η ασθένεια αυτή την βασάνιζε πάνω από 10 χρόνια, και χάρις σε αυτά τα χάπια έγινε καλά. Ποιο είναι το θέμα; Ότι αυτά τα χάπια ήτανε απλές καραμέλες. Δεν ήτανε χάπια, βλέπετε τι κάνει η σκέψη;

Βλέπετε πόσο επιδρά στο σώμα η σκέψη; Το ατύχημα είναι ότι δεν επιδρά πάντα θετικά σαν την περίπτωση αυτήν. Να σας πω ένα άλλο περιστατικό, πέρα για πέρα εξωφρενικό και πέρα για πέρα αληθινό, μετά αν θέλετε να σας πω και το όνομα του γιατρού. Λέει ο γιατρός: Κάποιος συγγενής μου πήγε σε μία κρυσταλλοσκόπο, η οποία του είπε ότι η καρδιά του έχει πρόβλημα, και θα πέθαινε στην επόμενη πανσέληνο.

Ο συγγενής μου ήταν ευτυχισμένος, υγιής, γεμάτος ζωντάνια. Αλλά είχε μεγάλη εμπιστοσύνη σε αυτή την κρυσταλλοσκόπο η οποία είχε μεγάλη φήμη. Έβλεπε ένα κρύσταλλο και έλεγε τι επρόκειτο να συμβεί στον κάθε άνθρωπο. Και πολλά από αυτά βγαίνανε αληθινά κι είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Η τελευταία τώρα του έκανε μία τελευταία υποβολή και εκείνος δέχθηκε τον λογισμό.
Τρομοκρατήθηκε και το μυαλό του κόλλησε σε μία σκέψη ότι πρόκειτο να πεθάνει κατά την επόμενη Πανσέληνο, άρχισε μάλιστα λέει να μιλά σε όλους, ετοίμασε τα κληρονομικά του, έκανε και την διαθήκη του κι η φοβερή αυτή υποβολή πραγματοποιήθηκε επειδή την πίστεψε απόλυτα. Πέθανε, πέθανε χωρίς να έχει τίποτα! Αυτή είναι η δύναμη των λογισμών και για το καλό και για το κακό.

Οι λογισμοί είναι τριών ειδών να τους ξεχωρίσουμε: Είναι οι λογισμοί οι δικοί μας, οι σκέψεις οι δικές μας, αυτές που κάνει το ανθρώπινο μυαλό. Είναι οι λογισμοί, οι σκέψεις που μας φέρνει ο διάβολος. Λέμε για παράδειγμα: “Μου ‘ρθε μια σκέψη” Δεν φαντάζεται κανείς πόσο κυριολεκτεί πολλές φορές όταν λέει αυτή την φράση. Πραγματικά σου ‘ρθε, πραγματικά κάποιος στην έφερε.
Ο διάβολος είναι πνεύμα και σαν πνεύμα που είναι, μπορεί και ακουμπάει μέσα στο μυαλό μας σκέψεις. Είναι λοιπόν σκέψεις δικές μας που μπορούμε και τις κάνουμε εμείς, σκέψεις που τις κάνει ο διάβολος, και σκέψεις – λογισμοί που τους στέλνει ο καλός Θεός. Πώς θα μπορέσουμε τώρα να τους ξεχωρίσουμε, ώστε να μπορούμε να ασχοληθούμε με τις δικές μας σκέψεις και τις σκέψεις που μας στέλνει ο Θεός και να απορρίψουμε τις σκέψεις που μας στέλνει ο διάβολος;

Πώς θα κάνουμε αυτή τη διάκριση στους συλλογισμούς; Είναι πολύ απλό, δε μπορούμε να την κάνουμε, με τίποτα δε μπορούμε να ξεχωρίσουμε ποιες είναι οι σκέψεις οι δικές μας, ποιές είναι του Θεού και ποιές είναι από τον διάβολο. Χρειάζεται μεγάλη εξάσκηση, χρειάζεται μεγάλος αγώνας, οι Πατέρες της εκκλησίας λένε ότι το χάρισμα της διακρίσεως των λογισμών είναι η μεγαλύτερη αρετή.
Τότε λοιπόν πώς θα δεχθούμε τους λογισμούς του Θεού για να ζήσουμε και πώς θα απορρίψουμε τους λογισμούς τους κακούς τους δικούς μας ή του διαβόλου για να μη χαθούμε; Γενικά δεχόμαστε τους καλούς λογισμούς και απορρίπτουμε τους κακούς.

Φαίνεται απλό, δεν είναι. Διότι αμέσως προκύπτουν δύο προβλήματα:
Πρώτον, πώς αντιμετωπίζεται και απορρίπτεται ένας κακός λογισμός, και
Δεύτερον όταν έναν καλό λογισμό μας τον φέρνει ο διάβολος; Πώς θα ξέρουμε ότι είναι από τον διάβολο για να τον απορρίψουμε;
Γιατί όλοι ξέρουμε, πέρασε ο καιρός που ο διάβολος ερχότανε με κέρατα και ουρά, τώρα έχει μεταλλαχθεί, ξέρει να μεταμφιέζεται, έρχεται σαν μία ωραία ιδέα, σαν ένας άνθρωπος με χαρίσματα, σαν πολιτικός με ευγλωττία, σαν ένας εκκλησιαστικός που θα σε συναρπάσει με τις ομιλίες του.

Πώς θα καταλάβουμε ότι πίσω του σε μια τέτοια περίπτωση βρίσκεται ο διάβολος. Όταν ο λογισμός είναι κακός εντάξει τον απορρίπτουμε, όταν όμως έρχεται έτσι σαν καλή σκέψη; Και είναι από τον διάβολο; Τι θα κάνουμε; Γιατί λέει και η Αγία Γραφή: (έστιν οδός, ή δοκεί παρά ανθρώποις ορθή είναι, τα δε τελευταία αυτής έρχεται εις πυθμένα άδου )“ Εστίν οδαί έτι δοκούσαι αγαθαί τα δε έσχατα αυτών εις πυθμένα Άδου”.

Φαίνονται δρόμοι που τους ξεκινάς και είναι ωραίο και καλό και στο τέλος σε περιμένει ο θάνατος. Πώς θα το καταλάβουμε αυτό ώστε να μην ξεκινήσουμε αυτόν τον καλό δρόμο, που θα μας οδηγήσει στον θάνατο; Για το πρώτο, πώς θα αντιμετωπίσουμε και θα απορρίψουμε έναν κακό λογισμό, θα σας δώσω ένα μικρό σχέδιο, ένα σχέδιο εξέλιξης του λογισμού, που είναι απλό για να μπορείτε να το θυμάστε.
Ο κάθε λογισμός έχει μία εξέλιξη. Για παράδειγμα, περνάμε έξω από ένα πορνείο, ή βλέπουμε ένα πορτοφόλι, μας έρχεται ο λογισμός, έμπα ή παρ’ το. Αυτό το στάδιο της σκέψης του λογισμού λέγεται προσβολή. Μας προσβάλει, επιτίθεται, μας χτυπάει. Εσύ την απορρίπτεις την σκέψη, λες: όχι δεν θα μπω. Δε θα το βάλω στην τσέπη μου το πορτοφόλι που βρήκα. Ο λογισμός ξανά επιμένει, έμπα να δεις πώς είναι, μπορεί να ‘ναι καμιά καλή. Το πορτοφόλι φαίνεται φουσκωμένο, δε θα έχασε και πολλά αυτός που το έχασε. Φαίνεται να τα ‘χει. Ξαναδιώχνεις το λογισμό, θα πεις: όχι. Ξανάρχεται ο λογισμός. Το πρώτο ήταν η προσβολή. Δεν έχουμε ενώπιον του Θεού ευθύνη για αυτή την άσχημη σκέψη όσο αμαρτωλή και να είναι για αυτόν τον άσχημο λογισμό. Ενώπιον του Θεού είμαστε αθώοι. Μετά ο λογισμός έρχεται – τον διώχνουμε, έρχεται – τον διώχνουμε.

Το δεύτερο στάδιο, είναι η πάλη. Παλεύουμε με τον λογισμό, για το πρώτο δεν είμαστε υπεύθυνοι για την προσβολή, για την πάλη όχι μόνο δεν είμαστε υπεύθυνοι αλλά θα στεφανωθούμε από τον Θεό. Θα πάρουμε μισθό από τον Θεό, επειδή παλεύουμε διώχνουμε τον λογισμό, κάτι που πολλές φορές είναι επώδυνο για μάς, γιατί θέλουμε να κάνουμε αυτό που μας σπρώχνει η επιθυμία μας και μας τραβάει ο λογισμός και εμείς για την αγάπη του Χριστού δεν θα το κάνουμε. Θα ‘χουμε μισθό από το Θεό. Από αυτή την πάλη θα σωθούμε.
Εάν τώρα αρχίσουμε μέσα στο μυαλό μας να το συζητάμε και να λέμε: Εντάξει θα μπω, να την δω μπορεί να ‘ναι καμιά καλή, δε θα κάνω τίποτα να δω απλώς πώς είναι και θα βγω, ή θα πάρω το πορτοφόλι και θα κάνω και καμιά ελεημοσύνη, πολλά έχει μέσα, θα κρατήσω κάτι λίγα, θα κάνω και ένα καλό.

Προσέξετε από αυτό το στάδιο και μετά αρχίζει η ενοχή μας. Δεν είμαστε ακόμα ένοχοι, αρχίζει η ενοχή, λέγεται συνδυασμός, προσπαθούμε να μπαλώσουμε τα πράγματα, προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε τα πράγματα, από εκεί αρχίζει η ενοχή μας. Η αρχή, από την στιγμή που θα πούμε: “Θα μπω”, από την στιγμή που θα πούμε: “Το πήρα και το έβαλα στην τσέπη”, τελείωσε η ιστορία. Ενώπιον του Θεού είμαστε ένοχοι.

Δεν έχει σημασία αν δεν μπούμε μέσα αν μπούμε ή αν θα το πάρουμε ή όχι. Αυτό πια εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες. Μπορεί να περάσει κάποιος, να μας δει, μας βλέπει, να ντραπούμε και να φύγουμε. Να μη μπούμε στο πορνείο. Δεν έχει σημασία, το κακό μέσα στο μυαλό μας έχει γίνει. Αυτά είναι τα τέσσερα στάδια του λογισμού, η προσβολή, η πάλη, ο συνδυασμός και η συγκατάθεση.
Από την συγκατάθεση ξεκινάνε όλα, δεν υπάρχει κακό που κάνετε, που κάνουμε, εάν δεν έχουμε συμφωνήσει πρώτα μέσα στο μυαλό μας να το κάνουμε, αν δεν έχουμε συγκατατεθεί να το κάνουμε. Λίγα είναι τα κακά, λίγα είναι τα εγκλήματα, λίγες είναι οι αμαρτίες που κάνουμε από απροσεξία επειδή ήμασταν αφηρημένοι, επειδή μας βρήκε ο διάβολος απρόσεκτους. Τις περισσότερες φορές έχουμε συμφωνήσει μέσα μας να κάνουμε το κακό και το κάνουμε.

Εάν λοιπόν δεν γίνει μέσα μας το κακό δε θα γίνει ποτέ ούτε έξω μας. Αυτό εννοούσε ο Χριστός όταν έλεγε, ότι όποιος δει γυναίκα και “επιθυμήσαι αυτήν, ήδη εμοίχευσε αυτήν εν τη καρδίαν του”. Γι αυτό λέει στη Γραφή το Πνεύμα του Θεού: “ο μισών τον αδελφόν αυτού, ανθρωποκτόνος εστί” αυτός που μισεί τον αδελφό του τον έχει σκοτώσει μέσα του. Θα κριθεί σα δολοφόνος, και μιλάνε οι πατέρες της εκκλησίας περί του φθόνου του δυνάμει φόνου.

Όταν φθονείς κάποιον, όταν ζηλεύεις κάποιον, ήδη μέσα σου τον έχεις σκοτώσει, είναι εν δυνάμει φόνος. Γι αυτό επέμενε ο Χριστός, καθαρίστε πρώτα το μέσα του ποτηριού και θα ‘ναι καθαρό και το απέξω. Διαφορετικά όσο καλοί και να φαινόμαστε απέξω λέει, θα ‘σαστε σα τους τάφους, που λάμπουνε,αστράφτουν από τα μάρμαρα απ’ έξω και από μέσα είναι σκουλήκια κόκκαλα και αράχνες.
Γι αυτό δίνουμε τόση μεγάλη σημασία στους λογισμούς. Είπαμε τα στάδια του λογισμού, είναι τέσσερα. Θα πούμε και τέσσερις τρόπους αντιμετώπισης. Αυτά όλα μπορεί να διανθιστούνε και να διακλαδωθούνε. Μένουμε απλώς σε ένα σκελετό και αυτά που λέμε είναι εντελώς τηλεγραφικά. Απλώς ένα σχεδιάγραμμα για να μπορούμε να το θυμόμαστε, πώς θα αντιμετωπίσουμε τον λογισμό. Τον αποκρούουμε μιας εξ αρχής. Να μην αφήνουμε ευκαιρία να πιάσει ρίζα μέσα μας. Μόλις μας έλθει ο λογισμός τον διώχνουμε αμέσως όταν φαίνεται ότι είναι κακός. Όταν ξέρεις ότι είναι κακός, διώχτον αμέσως. Πριν δυναμώσει μέσα σου. Είναι σαν να ξέρεις ότι έρχεται τώρα κάποιος δολοφόνος να σε σκοτώσει και χτυπά την εξώπορτα του κήπου, την εξώπορτα του σπιτιού. Εάν δεν του ανοίξεις, είναι πολύ μακρυά. Είσαι ασφαλισμένος. Αν τον αφήσεις να περάσει την εξώπορτα και αρχίσει να χτυπά την πόρτα του σπιτιού, έχει πλησιάσει πιο πολύ.
Τώρα για να τον διώξεις πρέπει να τον βγάλεις και από την αυλή. Αν του ανοίξεις και την πόρτα κι ανέβει επάνω κι αρχίσει να χτυπά την πόρτα του δωματίου που είσαι, από κει και μετά είναι ακόμα πιο δύσκολο να τον βγάλεις έξω. Αν του ανοίξεις και την πόρτα και αρχίσεις να παλεύεις ακόμα πιο δύσκολο.

Το ίδιο γίνεται και με μια αρρώστια. Σού λέει ο γιατρός: Είσαι στην αρχή της αρρώστιας σου, πάρε αυτά τα χάπια, μια μικρή θεραπεία”. Κάνεις υπακοή σώζεσαι. Δεν κάνεις; Χειροτερεύεις, θα χρειαστείς περισσότερα χάπια, περισσότερη αντιβίωση περισσότερη θεραπεία. Δε θα την κάνεις και αυτή; Θα φτάσεις στην εγχείρηση. Δεν ξέρεις αν θα ζήσεις στο τέλος. Γι’ αυτό μιας εξ αρχής όταν ξέρουμε ότι κάτι είναι κακό δεν έχουμε δικαιολογία, το διώχνουμε αμέσως. Δεν σκεπτόμαστε άσχημα, δεν δεχόμαστε κακούς συλλογισμούς, κακές σκέψεις.
Ναι, αλλά το θέμα είναι, πώς θα γίνει;
Κοιτάξτε, θέλει εξάσκηση. Όπως τα μαθαίνουμε όλα, με εξάσκηση, με επιμονή, λίγο λίγο. Να μάθουμε να είμαστε ξύπνιοι να μην είμαστε αφηρημένοι. Μάς μιλάει κάποιος. Τι μας λέει τώρα; Να προσέχουμε! Φεύγει το μυαλό μας; Να το ξαναφέρουμε. Ξεχάστηκα, έχασα κάτι που είπε. Όπου είναι το σώμα μας να είναι και το μυαλό μας. Όχι να’ ναι αλλού το σώμα, αλλού εμείς, κι αλλού το μυαλό.
Ήταν ένας κομμουνιστής, φανατικός. Του είχανε σκοτώσει οι δεξιοί μάνα, πατέρα, του ‘χανε βιάσει την αδελφούλα του 9 χρονών, την εσφάξανε μετά, εσφάξανε τα αδέλφια του… “Το όνειρό μου ήτανε (λέει) να σκοτώσω ένα χωροφύλακα και μετά ας πεθάνω, να μην πεθάνω αν δε σκοτώσω έναν χωροφύλακα, έναν αστυνόμο”.

Τρεπτά τα ανθρώπινα, άλλαξαν τα πράγματα, γίνεται πιστός χριστιανός. Γίνεται μοναχός, έρχεται στο Άγιον Όρος. Το σώμα, ήρθε, το μυαλό; “Πού ήμασταν σήμερα αγόρι μου;” τονε ρώταγε ο Γέροντάς του. “Αχ, να Γέροντα, ήμασταν με τον Λένιν και την Κρούπσκαγια, την γυναίκα του Λένιν και κηρύσσαμε τα ιδεώδη του κομουνισμού στο τάδε μέρος”. Γέλαγε ο γέροντας. “Λέγε την ευχή παιδί μου: Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με”, να μαζεύεται το μυαλό.

Μετά από μια εβδομάδα: “Πώς πάμε αγόρι μου; πού είναι το μυαλό;” “-Ε, να Γέροντα, είμαστε στην Ελλάδα, διορθώνουμε την Ελλάδα, δεν έπρεπε να γίνουν αυτά, σ’ αυτή την σύναξη των αριστερών που έγινε εκεί, έπρεπε να πάρουν άλλες αποφάσεις”. Γέλαγε ο Γέροντας. Μετά από λίγο: “Πώς πάμε αγόρι μου;” “-Α! γέροντα στην Ουρανούπολη έχουμε φτάσει”. “-Πως πάμε αγόρι μου;” “-Α! Γέροντα, η Επιστασία δεν έκανε σωστά που πήρε αυτή την απόφαση”.
Το μυαλό είχε αρχίσει και είχε μπει στο όρος. Τα μοναστήρια έπρεπε να σκεφθούν διαφορετικά, διόρθωνε το Όρος τώρα, τακτοποιούσε τα του Όρους. Μετά από λίγο καιρό: “Πώς πάμε αγόρι μου;” “-Ε! Να, εδώ στην Σκήτη τριγυρνάμε Γέροντα”.

Σιγά – σιγά. Δεν μπορούμε να μαζέψουμε ξαφνικά το μυαλό μας, και να είναι στην θέση του.
Όταν μια ολόκληρη ζωή το έχουμε μάθει να φεύγει και όταν το αφήνουμε συνέχεια να φεύγει, γίνεται συνήθεια, κι όταν θα ‘ρθει η ώρα στην προσευχή, ή όταν θα πρέπει να κάνουμε μια πνευματική εργασία, να χρειαστεί να διαβάσουμε κάτι και να μας μείνουνε αυτά που θα διαβάσουμε, θα πρέπει να τα προσέξουμε. Ε! Δεν συμμαζεύεται αυτή την ώρα το μυαλό όταν όλη την ημέρα γυρνάει και μαζεύει σαβούρα και σκουπίδια.
Γι αυτό σιγά – σιγά από το πρωί που ξεκινά, το μυαλό στην θέση του. Πού είμαι; Είμαι εδώ. Τι κάνω; Κάνω αυτή τη δουλειά. Είναι σημαντικό που τραβάς το μυαλό στο εδώ και στο τώρα. Και γίνεται εξάσκηση και γίνεται συνήθεια και τελικά μαθαίνει το μυαλό. Αυτά είναι πράγματα που τα ξέρουμε. Τα ζούμε και ξέρουμε ότι είναι έτσι. Και είναι τόσο απλά που μπορείτε και εσείς να τα διαπιστώσετε ότι είναι έτσι.

Ναι αλλά τι θα σκεφτόμαστε; Το μυαλό δε μπορεί να μένει άδειο. Κάτι πρέπει να σκέπτεται. Δε μπορούμε να σκεπτόμαστε τώρα συνέχεια αυτό το φύλο χαρτιού. Κάτι πρέπει να σκεφτόμαστε. Τι θα κάνουμε; Απλούστατα δε θα γεμίζουμε το μυαλό με χίλια δυο.
Δε μπορεί το μυαλό να μένει ακίνητο, δε μπορεί να μένει αργό. Θέλει κάτι να σκέπτεται, Υπάρχει μια ινδική παροιμία, για το πώς θα σκεπτόμαστε μόνο καλά: Εάν μέσα σε ένα δωμάτιο βάλεις έναν ελέφαντα, δε χωράει τίποτα άλλο. Υπερβολή αλλά πολύ χαρακτηριστική. Λένε οι πατέρες της εκκλησίας: Μελέτα καλά για να μην μελετήσεις κακά. Σκέψου καλά για να μην σκέπτεσαι κακά. Δες καλά για να μην βλέπεις άσχημα. Άκουγε καλά για να μην ακούς άσχημα. Δε μπορεί το μυαλό να μένει ακίνητο. Θέλει τροφή, δουλεύει. Θα του δώσεις καλά, για να μη μένει χώρος για άσχημα. Αυτός είναι ο δεύτερος τρόπος. Λέει δε μία ευχή στην Θεία Μετάληψη που την διαβάζουμε πριν κοινωνήσουμε: “θαψον μου δια τών αγαθών λογισμών τα πονηρά διαβούλια”.
Δε μπορεί να μείνει το μυαλό ακίνητο. Με αγαθούς λογισμούς θα θάβουμε τους λογισμούς του πονηρού, θα τους πετάμε, δε θα τους αφήνουμε να χωρέσουνε.
Ο πρώτος τρόπος ήταν η απόκρουση, μιας εξ αρχής.
Ο δεύτερος να μην αφήνουμε χώρο.
Ο τρίτος να αποφεύγουμε τις αιτίες που γεννάνε τους συλλογισμούς.

Κοιτάξτε, δε μπορούμε να λέμε ότι δε θα σκέπτομαι πορνικά, σαρκικά και από την άλλη μεριά να κοιτάμε τσόντες. Και να χαζεύουμε στα περίπτερα και να κοιτάμε τηλεόραση, σε ώρες που ξέρουμε τι θα δούμε, και μετά να λέμε θα κρατάμε το μυαλό καθαρό. Θα αποφεύγουμε τις αιτίες που γεννάνε τους άσχημους λογισμούς, που μας κυριαρχούνε και εμείς θέλουμε να τους διώξουμε.
Δε μπορείς να λες: Δε θα σκέπτομαι άσχημα, θα σκέπτομαι καλά, όταν ακούς άσχημα τραγούδια. Θα κολλήσουν μέσα στο μυαλό σου. Θα αποφεύγεις από τους χώρους που είναι η αιτία του κακού. Λέει κάτι ωραίο η Γραφή στην περίπτωση των Σοδόμων και Γομόρων που είπε ο Θεός στον Λωτ, φυγε από τα Σόδομα και τα Γόμορα. Δε του ειπε μόνο “φύγε από τα Σόδομα και τα Γόμορα”. “Μακρυά! (του λέει), να ανεβείς απάνω στα βουνά! ούτε στα περίχωρα, γιά να σωθείς”.

Είχε πάει ένα ναρκομανάκι στον πατέρα Παϊσιο και του λέει: “τι να σου κάνω ρε, είσαι σαν αυτόν που θέλει να κόψει το τσιγάρο και γυρνάς γύρω-γύρω από το περίπτερο”, δε θα πάρει μια δε θα πάρει δυό την τρίτη θα πάρει. Θα φεύγεις και από τους τόπους που θα γεννάνε το κακό σε σένα, όχι μόνο να προσέχεις τους λογισμούς.
Λένε οι πατέρες, “Φεύγε και σώζου”. Οταν ήμουνα φοιτητής ετοιμαζόμασταν να πάμε να δούμε ένα έργο, αισχρό. Λέω σε κάποιον άλλονε. “Θάρθεις;” Μου λέει: “-Ο Χριστός θα πήγαινε;” “-τι είπες;” του λέω. “-Να, όταν θέλω να πάω κάπου, λέω: Θα πήγαινε ο Χριστός εκεί που θέλω να πάω; και βλέπω. Αν η συνειδησή μου θα πήγαινε, πηγαίνω και εγώ”. Είχα μείνει κόκκαλο, είχε βρει ένα τρόπο για να αποφεύγει τους τόπους που είχαν τις παγίδες.
Είναι απλά τα πράγματα, απλώς θα τα μάθουμε, θα τα θυμόμαστε και θα τα βάλουμε στην πράξη. Αυτός είναι, ο τρίτος τρόπος: Η αποφυγή των αιτιών.

Κοιτάξτε τώρα: “Θέλουμε”, είναι το πρόβλημα, “αλλά δεν μπορούμε”. Θέλουμε να αποκρούουμε αμέσως τον λογισμό, αλλά δεν μπορούμε. Θέλουμε να αποφύγουμε τους τόπους που θα μας οδηγήσουν στις πτώσεις, αλλά δε μπορούμε. Θέλουμε να σκεπτόμαστε καλά για να μη σκεπτόμαστε κακά, αλλά δε μπορούμε.

Λέει ο απόστολος Παύλος: “πάντα ισχύω” (όλα τα μπορώ). Πώς τα μπορείς όλα; Το ανθρώπινο μυαλό έχει μια πείρα 100 χρόνων, παραπάνω δεν έχει, γιατί πεθαίνουμε. Ο διάβολος έχει μία πείρα αιώνων. Πώς θα τα βγάλουμε πέρα; πώς μπορεί ο Απόστολος Παύλος; “Πάντα ισχύω, (λέει), εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ”. Όταν μου δίνει δύναμη ο ίδιος ο Χριστός.
Ο ίδιος ο Χριστός είπε: «Άνευ εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» τίποτα δε μπορούμε να κάνουμε, χωρίς την βοήθεια του Χριστού. Και μόνο που θα ξεκινήσουμε να πάμε στον πνευματικό, κόψαμε τα πόδια του διαβόλου. Διαβάζει ο παπάς συγχωρητική ευχή; Εξαφανίσθηκε. δεν μπορούμε να ταπεινωθούμε στον αέρα.

Δεν έχει νόημα η ταπείνωση που κάνουμε μόνοι μας. Σημασία έχει όταν ταπεινωνόμαστε ενώπιον κάποιου άλλου για την αγάπη του Χριστού, για να τηρήσουμε την εντολή του Χριστού.
Πάνω στην πράξη θα δείτε αν αυτά είναι αλήθεια ή όχι, πάνω στην πράξη, όπως άμα έφτανε τώρα δύο χιλιάδες χρόνια τόσα εκατομμύρια άνθρωποι, μπορείτε να τα διαπιστώσετε και εσείς.

Είπαμε προηγουμένως πως πέρασε ο καιρός που ο διάολος ερχότανε με κέρατα και ουρά. Τώρα έρχεται σαν ωραία σκέψη, σαν σωστός λογισμός. Έτσι όπως σας ανέφερα προηγουμένως με την απόκρουση, με το να μην αφήνουμε χώρο, με το να αποφεύγουμε τις αιτίες και με τα μυστήρια της εκκλησίας, γλιτώνουμε από τον λογισμό που φαίνεται ότι είναι, που ξέρουμε ότι είναι κακός.
Αλλά όταν έρχεται σαν καλός λογισμός και είναι διάολος; Όταν έρχεται σαν καλός φίλος, και είναι διάολος; Εκεί πώς θα το καταλάβω; Αδελφοί μου υπάρχουνε πολλά είδη δαιμονίων, και υπάρχουνε δύο είδη δαιμονισμού. Με δύο τρόπους κυριαρχεί ολοκληρωτικά ο διάβολος σε κάποιον.

Υπάρχουν δαιμόνια χοντρά, το δαιμόνιο της λαιμαργίας, της πορνείας, της φιλαργυρίας, δεν είναι πάντα φυσικό ότι αισθανόμαστε. Σε ένα γειτονικό μου μοναστήρι ήταν ένας πατέρας, ξαφνικά άρχισε να τρώει, και να τρώει, και να τρώει, και να τρώει δέκα ολόκληρα καρβέλια ψωμί την ημέρα. Δεν ήταν χοντρός. Πού πηγαίνανε; Δέκα ολόκληρα ψωμιά την ημέρα πού πηγαίνανε;

Τον πιάνουνε οι πατέρες αρχίζουν να του διαβάζουν εξορκισμούς, σε μια εβδομάδα έγινε καλά, κι αυτός που με 10 καρβέλια δε χόρταινε, τώρα χόρταινε με δυο φέτες. Μπορούμε να πούμε πολλά πάνω σε αυτά τα θέματα. Δαιμόνιο της πορνείας, δαιμόνιο του θυμού, δαιμόνιο της λαιμαργίας, είναι χονδρά δαιμόνια.

Και υπάρχουνε δαιμόνια πρίγκιπες, άρχοντες, ξυράφια. Αλίμονο σε όποιον πέσει στα χέρια τους, δεν τον γλυτώνει τίποτα. Αν δεν κάνει ο Θεός προσωπικά ένα θαύμα γι’ αυτόν τον άνθρωπο δε γλυτώνει με τίποτα. Όπως είναι το δαιμόνιο της υπερηφάνειας, το δαιμόνιο της αιρέσεως, το δαιμόνιο της πλάνης. Δέχεται ο άλλος ο πλανεμένος να του βγάλεις το δέρμα, δε του βγάζεις την πλάνη του με τίποτα.
Σας είπα ότι υπάρχουνε δύο είδη δαιμονισμού. Ο ένας τρόπος δαιμονισμού είναι να πιάσει ο διάβολος το μυαλό σου, να κυριαρχήσει στην σκέψη σου και να δέχεσαι ό,τι λογισμό σού έρχεται. Έτσι δαιμονίζονται όσοι έχουνε πολύ μυαλό, όσοι είναι πολύ έξυπνοι, όσοι είναι προικισμένοι πολύ, επειδή πέφτουν και σε μεγάλη υπερηφάνεια.

Κυριαρχει ο διάβολος στο μυαλό τους ολοκληρωτικά και από εκεί και πέρα όλες τους τις σκέψεις τις δέχονται σαν αληθινές, τις δέχονται σαν σωστές, και το φοβερό είναι ότι δεν το καταλαβαίνουν. Όλοι οι άλλοι καταλαβαίνουνε ότι δεν πάει καλά, εκτός από τον ίδιο. Είναι η ευφυία του διαβόλου αυτή, η πονηριά του διαβόλου, δεν είναι έξυπνος ο διάβολος. Αν ήταν έξυπνος θα είχε μετανοήσει και θα είχε σωθεί, αυτή είναι η πονηριά του διαβόλου.

Λέει ο Αγιος Εφραίμ ο Σύρος, πόσο σοφός είναι ο εχθρός, δε με δένει με δεσμά που εγώ μισώ, με δένει με δεσμά που μου αρέσουνε και χαίρομαι δεμένος. Να ‘σαι νικημένος, να ‘σαι σκλαβωμένος σε κάτι και να χαίρεσαι κι όλας. Εκεί είναι η πονηριά του διαβόλου, όταν ο διάβολος έρχεται σαν χάρισμα, σαν αρετή, ντυμένος με το ένδυμα της ελευθερίας, είμαι ελεύθερος να κάνω ότι θέλω.
Γι’ αυτό σας είπα πιο μπροστά, αν δεν κάνει ο Θεός κάποιο θαύμα, ο άνθρωπος που έχει δαιμονιστεί έτσι, που έχει κυριαρχηθεί το μυαλό του από τον διάβολο, δεν γλυτώνει ποτέ και δε μπορεί να το καταλάβει. Έναν μόνο ξέρω, έναν συγγραφέα ο οποίος το κατάλαβε και δε μπορούσε να κάνει τίποτα.

Δε μπορείς να κάνεις τίποτα, δε ξέρεις τι θα πει (λέει κάπου), να κάθεται ένας μαύρος πάνω στο μυαλό σου και να μη πηγαίνεις εκεί που θες εσύ, αλλά να σε πηγαίνει εκεί που θέλει εκείνος. Δε μπορούσε να κάνει τίποτα. Όταν φτάσει ο άνθρωπος να δαιμονισθεί έτσι, σημαίνει ότι έχει δώσει μεγάλο δικαίωμα στον διάβολο.

Το αποτέλεσμα ποιο ήτανε; Να τον πείσει ο διάολος ότι ήταν ο νέος μεσσίας της ανθρωπότητος, ότι θα σώσει την ανθρωπότητα. Ένας τόσο έξυπνος άνθρωπος, το δέχθηκε. Και έφτασε στο σημείο να γράφει σε έναν αρχιμανδρίτη στην Αμερική. Έχω τα γράμματά του: “Γιέ της βροντής, ας ετοιμαζόμαστε, πρέπει χωρίς άλλο να ιδρύσουμε εκκλησίες, στα διάφορα μέρη. Είμαστε τρεις, δεν πειράζει”. Μια παρέα, αυτός ο αρχιμανδρίτης και ένας άλλος ακόμα, θα ιδρύανε την εκκλησία του. Δε πειράζει που είμαστε τρεις, ο Χριστός ήθελε δώδεκα, πιο αδύνατος ο Χριστός χρειαζόταν πιο πολλούς να τον βοηθήσουνε. Εμένανε μου φτάνετε εσείς οι δύο.
Τέτοιο πείραγμα, λέει: “Εσύ ίδρυσε ένα τάγμα στην Αμερική, εγώ ιδρύω ένα στο Βερολίνο και την Πολωνία, τις πρώτες εκκλησίες. Είναι και ο Λευτέρης ο τρίτος, οι αποστολικές πορείες θα αρχίσουν, οι αγώνες, τα μαρτύρια, μια Οικουμενική Σύνοδο σε δυο τρία χρόνια πρέπει να γίνει”.

Προσέξετε για να γίνει η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος, να μαζευτούν δηλαδή από όλη την οικουμένη οι επίσκοποι, και να συζητήσουν την πρώτη αίρεση του Χριστιανισμού χρειάσθηκαν τριακόσια χρόνια, αλλά η θρησκεία του ταλαίπωρου αυτουνού εδώ ήταν τόσο ανώτερη από του Χριστού, η φιλοσοφία του τόσο βαθύτερη, που σε τρία χρόνια κι όλας θα τον είχανε παρανοήσει.

Που σημαίνει ότι αφού λέει σε τρία χρόνια θέλω οικουμενική σύνοδο, σε τρία χρόνια θα έχει απλωθεί το κήρυγμά του σε όλη την οικουμένη, θα ‘χαν γίνει σε όλο τον κόσμο εκκλησίες, θα υπήρχαν ιερείς σε όλον τον κόσμο δικοί του, επίσκοποι, μητροπολίτες σε όλον τον κόσμο δικοί του, και σε τρια χρόνια θα τον είχανε παρανοήσει κι όλας, και θα έπρεπε σε τρία χρόνια να γίνει οικουμενική σύνοδος.
Και λες: Είναι στα καλά του; Είναι στα καλά του; Ανόητος είναι; Απ’ τους εξυπνότερους ανθρώπους που έχει γνωρίσει η Ελλάδα και ο κόσμος. Πώς έφτασε σε τέτοιο κατάντημα; Το φαινόμενο οι πατέρες της εκκλησίας και ειδικά της ερήμου το λένε αιχμαλωσία. Όταν αιχμαλωτίζει ο διάολος το μυαλό σου, από κει και πέρα ξόφλησες. Δε μπορείς να κάνεις τίποτα, σε κάνει ότι θέλει.
Γι αυτό δε θα μένουμε μόνοι μας, με τις απόψεις μας και με τις σκέψεις μας. Να τα συζητάμε να συμβουλευόμαστε. Να μη προσπαθούμε να επιβάλλουμε την άποψή μας στον άλλον με την βία. Να ακούμε τον άλλον, μην έχουμε εμπιστοσύνη στον λογισμό μας. Να μάθουμε να υποχωρούμε, να δεχόμαστε συμβουλές.

Θα πηγαίνουμε και θα εξομολογούμαστε. Θα τα λέμε στον Πνευματικό και εκεί απλά χωρίς πολλά λόγια, και να μάθουμε να ακούμε και τις συμβουλές του πνευματικού. Λέει η Γραφή: “Ανήρ ασύμβουλος εαυτώ πολέμιος”. Άνθρωπος που δεν ρωτάει είναι εχθρός του εαυτού του, δε χρειάζεται άλλον εχθρό. Αρκεί να μην ρωτάς, και έχεις τον εχθρό που θα σε καταστρέψει. “Ανήρ ασύμβουλος εαυτώ πολέμιος”.
Ο διάβολος δε φοβάται ούτε την εξυπνάδα μας, ούτε τις γνώσεις μας. Έχει περισσότερες. Ούτε τις αρετές μας φοβάται, έχει περισσότερες. Μια δεν έχει κι αυτή τον σκοτώνει και με αυτήν σωζόμαστε. Ποια αρετή δεν έχει, κι αυτή τον σκοτώνει;

Μιά φορά κατάφερα κάτι και πάω όλο καμάρι στον γέροντά μου. Μόλις με είδε εκείνος κατάλαβε ότι κάποια πεπονόφλουδα πάτησα, και πρίν προλάβω να του πω πολλά – πολλά μου λέει:
Γιατί να καυχηθούμε εμείς αγόρι μου; Για τι πράγμα να περηφανευτούμε; Επειδή νηστεύουμε; Τρώμε λίγο; Ο διάολος νηστεύει πιό πολύ από μας, δεν τρώει ποτέ. Επειδή αγρυπνάμε, ξυπνούμε την νύχτα; Κοιμόμαστε λίγο; Ο διάολος ξαργυπνά πιό πολύ απο εμάς, δε κοιμάται ποτέ. Επειδή εγκρατευόμαστε; Παρθενεύουμε και είμαστε καθαροί; Ο διαβολος είναι πιο παρθένος από εμας. Γιατί και να θέλει να πορνεύσει δε μπορεί, είναι πιο παρθένος από μας, δεν έχει σώμα.

Και μου έπεσαν τα αυτιά. Ό,τι αρετες και να αποκτήσουμε τις έχει και ο διάολος. Όσες αρετές και να αποκτήσουμε, τις αρετές που είχε ο διάβολος όταν ήταν αρχάγγελος, δε θα τις αποκτήσουμε ποτέ. Και όλες πήγανε χαμένες, γιατί; Γιατί του έλλειπε μία. Αυτήν θα κοιτάξουμε να αποκτήσουμε αυτήν την μία αρετή για να σωθούμε.

Και να έχετε τον νου σας, μη νομίσετε ότι ο διάβολος μας πολεμά μόνο με αμαρτήματα, μας πολεμά με αρετές πιο πολύ παρά με αμαρτήματα. Τα αμαρτήματα τα βλέπουμε, μπορούμε να τα αποφύγουμε, αλλά τις αρετές μας τις αγωνιζόμαστε να τις αποκτήσουμε.
Λέει ένας άγιος της εκκλησίας: “Θέλεις να νηστεύεις, σε βοηθάει ο διάβολος, θέλεις να κάνεις ελεημοσύνες, σε βοηθάει ο διάβολος, να κτίσεις εκκλησίες, σε βοηθάει ο διάβολος, γιατί σε βοηθάει; Γιατί ξέρει, ότι με όλα αυτά που καταφέρνουμε μπορεί να μας ρίξει στην υπερηφάνεια και να πάνε όλα χαμένα”. Θα έχουμε λοιπόν αυτήν την αρετή που δεν έχει ο διάβολος, θα είμαστε ταπεινοί. Αυτό ακριβώς έκανε ο Χριστός και τι λέει η Γραφή; «Εταπείνωσε εαυτόν γινόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, έκλινε ουρανούς και κατέβη». Θα γίνουμε ταπεινοί, θα μάθουμε να έχουμε ταπεινό φρόνημα.

Να ταπεινοφρονούμε, να μην ταπεινολογούμε. Όχι στα λόγια. Στο φρόνημα ταπεινό, σκέψη ταπεινή, και σκέψη ταπεινή θα πει να μην θεωρούμε τους άλλους κατώτερους από εμάς, να μη θεωρούμε τον εαυτό μας τόσο σπουδαίο. Θα βλέπουμε ότι έχουμε κάποιο καλό, θα λέμε: “ο Θεός μου το έδωσε”.

Έχουμε χαρίσματα; “ο Θεός μου τα έδωσε”. Κάνουμε κάτι καλό; Θα το κάνουμε βέβαια με τη βοήθεια του Θεού. Αμέσως θα φυλαγόμαστε, θα βάζουμε μία ασπίδα, θα τα ρίχνουμε όλα στον Θεό. Ότι χάρις σε Εκείνον τα καταφέρνουμε. Κι έτσι φυλάμε την ταπείνωσή μας και δεν πέφτουμε σε υπερηφάνεια.

Είχε έλθει ένας στο κελί μου και μου λέει: Αμάν βρε Γέροντα όλα εσύ τα κάνεις εδώ μέσα;” “-Τι εννοείς;” του λέω; “-Να, είπα στον υποτακτικό σου, ωραίο το φαϊ”, “-ο γέροντας, ο γέροντας”. “Καλό αυτό το πράγμα”, “-ο γέροντας, ο γέροντας”. Ό,τι και να του πω, “ο γέροντας”. Όλα εσύ τα κάνεις; Είχε πιάσει το νόημα. Έκανε κάτι καλό; “Με την ευχή του γέροντά μου το έκανα. Με την βοήθεια του Θεού το έκανα”.

Αυτό θα κάνουμε και εμείς. Ό,τι και να κάνουμε θα έχουμε ταπεινό φρόνημα. Στην σκέψη μας μέσα δεν είναι ανάγκη να παρασταίνουμε τους ταπεινούς. Και στην πράξη θα είμαστε ταπεινοί όταν χρειάζεται. Για παράδειγμα όταν βλέπουμε ότι δημιουργείται μία έκρυθμη κατάσταση. Τσακωνόμαστε με κάποιον, υποχωρούμε. Υποχώρησε, ας έχεις δίκαιο, όταν δεν είναι κάτι σοβαρό υποχώρησε.
Να ελεείς και την ψυχή του άλλου. Δεν τον παραδίδεις στον διάβολο, θέλει προσοχή εδώ. Άλλο να είσαι ταπεινός και άλλο να είσαι φοβητσιάρης, και να μην παλεύεις. Άλλο να είσαι ταπεινός και άλλο καρπαζοεισπράκτορας. Όταν δεις ότι εσύ υποχωρείς, υποχωρείς, υποχωρείς και ο άλλος το βλέπει αυτό, και του έχουν πάρει τα μυαλά αέρα και θα σου ανέβει και στο σβέρκο, τότε θα σταθείς στα πόδια σου και θα τον βάλεις στην θέση του.

Δε σημαίνει ότι δε θα είσαι ταπεινός. Θα το προσέξουμε αυτό. Όχι με την πολλή υποχωρητικότητά μας να γινόμαστε αιτία να αμαρτάνει ο άλλος. Είναι φορές που θα υποχωρούμε και θα είμαστε ταπεινοί, επειδή είμαστε ταπεινοί από αγάπη για τον άλλον, κι είναι φορές που θα στεκόμαστε στα πόδια μας και θα βάζουμε τον άλλον στην θέση του, και πάλι θα είμαστε ταπεινοί.

Το παράδειγμα μάς το δίνει ο ίδιος ο Χριστός. Ο Χριστός δε δίδαξε μόνο με τα λόγια του. Δίδαξε και με την ζωή του. Όταν τον είχανε συλλάβει και τον χτυπούσαν, τον είχανε κάνει ένα ματωμένο κουρέλι από τα χτυπήματα, και θα σταυρωνόταν. Θα τον παραδίδανε στον σταυρό, πάει και ένας στρατιώτης και του δίνει ένα χαστούκι.

Ο ίδιος ο Χριστός τι είχε πει; Αν σε χαστουκίσουνε στο ένα μάγουλο, εσύ γύρνα και το άλλο. Του δίνει ένας στρατιώτης το χαστούκι, γύρισε και το άλλο μάγουλο; Δε το γύρισε! Γιατί; Αφού είχε πει οταν σε χτυπάνε από το ένα μάγουλο γύρνα και το άλλο. Δεν το γύρισε ο ίδιος, αλλά γυρνά και λέει στον στρατιώτη: “Αν σου έκανα κάτι άσχημο, μαρτύρησον περί αυτου, διαφορετικά γιατί χτυπάς;”.
Τι ήθελε να μας δείξει με αυτό; Ακριβώς αυτό. Είναι δυνατόν να μην δεχόταν το χαστούκι αφού δέχθηκε τον σταυρό; Το χαστούκι τον πόνεσε; Τα καρφιά δέχθηκε, και την λόγχη δέχθηκε και ένα τέτοιο μαρτυρικό θάνατο δέχθηκε, για να μας δείξει αυτό ακριβώς: Άλλο ταπεινός άλλο δειλός. Να το έχουμε αυτό κατά νου μας.

Θα είμαστε ταπεινοί και θα ξέρουμε ταυτόχρονα και να αγωνιζόμαστε. Ξαναγυρνάμε πάλι, να μη ξεχνάμε την δύναμη που έχουνε οι σκέψεις μας είπαμε. Να μη ξεχνάμε ποτέ την περίπτωση του διαβόλου. Λέει ο προφήτης Ησαΐας ότι με την σκέψη του έγινε διάβολος. “Συ είπας εν τη διανοία σου” (λες μες το μυαλό σου). Σκέφθηκες: “εις τον ουρανό αναβήσσομαι επάνω των αστέρων του ουρανού στήσω τον θρόνον μου, αναβήσσομαι επάνω των νεφών, έσομαι όμοιος τω Υψίστω.
Και η πτώση του διαβόλου έγινε πριν δημιουργηθεί ο κόσμος. Ο Θεός δεν είχε πλάσει ακόμα τον άνθρωπο, ο διάολος δε σκότωσε κανένα. Ποιόν να σκοτώσει αφού δεν υπήρχε κανένας; Δεν υπήρχαν άνθρωποι, δεν έχει πει ψέματα σε κανέναν, δε κορόιδεψε κανέναν δεν είχε δημιουργηθεί ο κόσμος.
Πρώτα έγινε η δημιουργία του πνευματικού κόσμου, και η πτώση του Εωσφόρου και μετά δημιουργήθηκε ο υλικός κόσμος. Μόνο λοιπόν με την σκέψη του έγινε διάβολος. Τι δύναμη έχουνε οι σκέψεις!

Απέναντι από την σκήτη που μένω σε μία κορυφή ψηλά, μόλις που φαίνεται ένα κελί, Το είχε ένας πνευματικός παλιά, επιτρέψετέ μου να σας διαβάσω παραλείποντας πάρα πολλά, κάτι εντυπωσιακό που έγινε σε αυτό το κελί. Τον πνευματικό τον λέγανε παπά – Σάββα. Στους τόσους που εξομολογούσε ο παπά-Σάββας λέει το κείμενο, ήτανε και ένας Ρουμάνος διάκονος.
Νεαρός ακόμη ήρθε στον Άθω και ησύχαζε κάπου στην έρημο όχι και πολύ μακρυά από την Αγία Άννα, (πριν αρκετά χρόνια αυτό). “Πνευματικέ μου, (του λέει μία μέρα ο διάκονος περίλυπος), μη ξεχάσεις να μνημονεύσεις αύριο στην λειτουργία την μητέρα μου που έχει τα τρίτα της”. (Πέθανε δηλαδή πριν τρεις μέρες).
Και του λέει χωρίς να δείξει τώρα την αγωνία του ο πνευματικός: “Για πες μου παιδί μου: Η μητέρα σου έχει αύριο τα τρίτα της, δηλαδή πέθανε προχθές. Πέθανε στην Ρουμανία. Πώς εσύ σε δυό μέρες πληροφορήθηκες τον θάνατό της;” Μεσολάβησε λίγη σιγή, δεν υπήρχαν τηλέφωνα δεν είχαν τηλέφωνα, όπως εγώ στην σκήτη μου, δεν έχουμε ρεύμα. Δεν είχανε τηλέφωνα.

“Πώς το έμαθα;” Άρχισε να λέει δειλά ο διάκονος. “Να, μου το είπε…” “-Ποιος σου το είπε;” “-Μου το είπε ο φύλακας άγγελος μου”. “-Ο φύλακας άγγελος σου; Έχεις δει τον άγγελο σου;” “-Αξιώθηκα να τον δω. Δεν είναι μια και δύο φορές, είναι τώρα δύο χρόνια μου παρουσιάζεται και με συντροφεύει στην προσευχή. Λέμε μαζί τους χαιρετισμούς κάνουμε μετάνοιες, ανοίγουμε πνευματικές συζητήσεις”.
Εκείνο το “δύο χρόνια”, πίκρανε πολύ τον παπά-Σάββα. “-Και γιατί παιδί μου τόσο καιρό δε μου ανέφερες τίποτα;” “-Μού είπε ο άγγελος πως δεν είναι απαραίτητο”. “-Παιδί μου είσαι βέβαιος πως είναι άγγελος του Θεού αυτός που σου εμφανίζεται;” “-Βέβαιος; Βεβαιότατος γέροντά μου, μα προσευχόμαστε μαζί, κάνουμε καθημερινώς χίλιες μετάνοιες, συζητούμε για την μέλλουσα ζωή, για τον Παράδεισο, ο φύλακας άγγελός μου είναι”.

Ο διάκονος φαινόταν αμετάπειστος. Εκείνο όμως που τον έκανε δεκτικό ήταν η εμπιστοσύνη του στον θεοφώτιστο πνευματικό του. Αλλά πάλι έλεγε πώς μπορεί ο δαίμονας να με ενισχύσει στην προσευχή; Αυτός πολεμεί τους προσευχομένους. Μετά από πολλά, συμφώνησαν να καταφύγουν σε μερικές δοκιμασίες, να δοκιμάσουν τον φύλακα άγγελο.
“Ζήτησέ του μόλις ξανάρθει (λέει ο παπά-Σάββας) να πει το: “Θεοτόκε Παρθένε” , ακόμη πες του να κάνει το σημείο του Σταυρού”. Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο απλά. Όταν δύο ολόκληρα χρόνια σε έχει ο πονηρός τυλιγμένο στην πλάνη, τότε και τα μάτια σου, και τα αυτιά σου τα πλανεύει και φαντάζεσαι πως ακούς το Θεοτόκε Παρθένε και νομίζεις ότι τον βλέπεις να κάνει τον σταυρό του και να σταυροκοπιέται.
Στην επόμενη επίσκεψη ο διάκονος με κάποια ικανοποίηση ανάγγειλε στον πνευματικό: “Γέροντά μου τα πράγματα έχουν όπως σου τα έλεγα είναι άγγελος του Θεού, είναι ο φύλακας άγγελός μου. Και το Θεοτόκε Παρθένε το είπε και τον σταυρό του τον έκανε”.
Παραλείπω, οι άγιοι και οι άγγελοι ξέρουνε τι σκεπτόμαστε. Προσέξετε, ο διάβολος δεν έχει τις δυνάμεις που νομίζουμε. Μη του δίνουμε μεγαλύτερη αξία από όση έχει, έχει τρομερά μειονεκτήματα, τρομερά μείον, Δε θα αναφερθούμε σε τίποτε άλλο τώρα, μόνο σε αυτό, το ότι δεν ξέρει τι σκεπτόμαστε.

Προσέξετε το αυτό, οι άγγελοι ξέρουν τι σκεπτόμαστε. Οι άγιοι, όχι μόνο όσοι έχουν φύγει στον ουρανό αλλά και όσοι είναι ανάμεσά μας, μόλις μας δούνε, ξέρουνε τι σκεπτόμαστε. Ο διάβολος δεν το ξέρει.
Τότε τι συμβαίνει με τις σκέψεις; Μας αφήνει μια σκέψη. Δεν ξέρει ότι την δεχθήκαμε. Αν δει ότι αλλάζουμε το πρόγραμμα τότε καταλαβαίνει ότι την δεχθήκαμε. Μας βάζει μία σαρκική σκέψη. Δε ξέρει αν την δεχθήκαμε. Όταν αρχίζει και βλέπει ότι ανεβαίνει ο σφυγμός μας ότι αρχίζουμε και αλλάζουμε τα σχέδιά μας, τότε καταλαβαίνει ότι τη δεχθήκαμε.
Δε ξέρει τι σκεπτόμαστε. Είναι ένα από τα μεγάλα του μειονεκτήματα. Για τα άλλα θα πούμε μια άλλη φορά. Του λέει τώρα ο πνευματικός ο παπά-Σάββας: “Πρόσεξε τι θα κάνουμε: Εγώ αυτή τη στιγμή, ακριβώς αυτή τη στιγμή κάτι θα σκεφθώ (σκέφθηκε κάτι εις βάρος του διαβόλου), και το αφήνω κρυφό, μέσα μου. Εσύ το βράδυ θα ζητήσεις από τον άγγελο να σου πει. Αν το βρει τότε χωρίς αμφιβολία είναι άγγελος από τον Θεό. Και να έρθεις να με ενημερώσεις”.

Γυρίζοντας ο διάκονος στην καλύβη του, κάτι σάλευε μέσα του, κάτι σαν αγωνία, κάτι σα δυσάρεστη προαίσθηση. Από την άλλη μεριά θαύμαζε και την σπουδαία ιδέα του πνευματικού. Η υπόθεση θα περνούσε την κρίσιμη φάση της. Μόλις ζητήθηκε την νύχτα από τον άγγελο η λύση του προβλήματος, κάποια δυσδιάκριτη ταραχή, αυλάκωσε το φωτεινό πρόσωπό του. Φάνηκε να σαστίζει.
“Μα αγαπητέ μου πάτερ, γιατί εσύ ανώτερος άνθρωπος να ενδιαφέρεσαι για τους λογισμούς ενός παπά; Αυτό είναι κατάντημα, φτωχές επιθυμίες. Δε προτιμάς να σου δείξω απόψε την κόλαση, τον παράδεισο, την δόξα της Κυρίας Θεοτόκου;” Ο διάκονος που κάτι άρχισε να υποψιάζεται επέμεινε στο θέμα τους. “-Κάνω υπακοή στον πνευματικό μου, να μου πεις τι σκεφθηκε”. Ο άγγελος με μερικούς ελιγμούς προσπάθησε να μεταφέρει αλλού την συζήτηση.

Ο διάκονος όμως με επιμονή τον μετέφερε στο θέμα. Άλλωστε οι τεχνικές αυτές υπεκφυγές δε του προξενούσαν καλή εντύπωση. “Να μου πεις τι σκέφθηκε ο πνευματικός. Το θέμα είναι απλό! Γιατί αποφεύγεις; Το αγνοείς;” “-Πρόσεξε διάκο, με τον μικροπρεπή τρόπο που μου συμπεριφέρεσαι κινδυνεύεις να χάσεις την εύνοιά μου”. “-Δε ξέρω, σου ζητώ κάτι το εύκολο. Γνωρίζεις ή όχι επιτέλους, τι σκεφθηκε ο πνευματικός;”

Την ώρα αυτή πετάχτηκε το λαμπερό προσωπείο. Μια φρικτή μορφή αποκαλύφθηκε και σαν από στόμα θηρίου ακούσθηκαν τα λόγια: “-Να χαθείς άθλιε, αύριο τέτοια ώρα στην κόλαση και στην φωτιά, θα σε κάψουμε και θα σε καταστρέψουμε, αύριο αυτή την ώρα”. Και ο διάκονος έμεινε μόνος του και σωστό ερείπιο. Όλη η γλυκύτητα των οπτασιών δυο χρόνια τώρα δεν αντιστάθμιζε την τωρινή του πικρία.
Εάν δεν τον στήριζαν από μακρυά οι προσευχές του πνευματικού που ξαγρυπνούσε και παρακαλούσε για αυτόν, θα είχε παραδώσει το πνεύμα του. Πέρασαν αρκετές ώρες ώσπου να συνέλθει και να σταθεί στα πόδια του. Η καλύβη του πια δεν τον χωρούσε. Πουθενά δεν έβλεπε ασφάλεια παρά μόνο κοντά στον πνευματικό. Σ’ όλη την διαδρομή βούιζε στα αυτιά του η απειλή: “Αύριο τέτοια ώρα στην κόλαση”. Κι ο τρόμος τον διαπερνούσε μέχρι το μεδούλι.

Έφτασε όπως έφτασε ως την καλύβη της αναστάσεως. Έπιασε το ράσο του πνευματικού και δεν το άφηνε ούτε στιγμή, και την ώρα που έπρεπε να κοιμηθεί εκείνος λίγο, δίπλα του ο τρομοκρατημένος διάκονος. “Μη φοβάσαι παιδί μου, ηρέμησε!”, “-Πώς να μη φοβηθώ πνευματικέ μου, που πλησιάζει η ώρα; πλησιάζει η ώρα που θα με πάρουνε! Χριστέ μου σώσε με!” Και πράγματι την καθορισμένη ώρα, δέχθηκε βίαια επίθεση των πονηρών πνευμάτων.

Τι κραυγές τρόμου και απελπισίας ήταν αυτές! “Σώσε με πνευματικέ μου, χάνομαι! Με παίρνουν! Σώσε με!” Γονατίζει ο παπά-Σάββας και γεμάτος πόνο και δάκρυα, δέεται στον Κύριο να λυπηθεί τον δούλο του και να επιτιμήσει τους πονηρούς δαίμονες. Εισακούσθηκε η δέησή του. Και ο ταλαίπωρος διάκονος σώθηκε από στόματος λέοντος.

Παραλείπω, με τον χρόνο και την καθοδήγηση του παπά-Σάββα ο Ρουμάνος διάκονος ηρέμησε. Η πνευματική του ζωή πήρε καλή εξέλιξη, χειροτονήθηκε αργότερα και ιερέας, και διακρινόταν πάντα για την ευλάβειά του. Ωστόσο εκείνα τα χρόνια της πλάνης του άφησαν κάποια δυσάρεστα ίχνη. Ο διάβολος είχε αποκτήσει πάνω του δικαιώματα. Δωρεάν θα του προσέφερε τόσα απολαυστικά οράματα; Έτσι σε όλη την κατοπινή ζωή του, εταλαιπωρείτο από διαφόρους ενοχλητικούς πειρασμούς, όλοι οι διακριτικοί πατέρες διέβλεπαν σε αυτούς το κατάλοιπο της διετούς εκείνης συνεργασίας με τον άγγελο που δεν ήταν άγγελος.

Αδελφοί και πατέρες, δεν έχουμε άλλη ευκαιρία για να κερδίσουμε την ζωή και την σωτηρία μας από αυτήν που μας δίνεται τώρα. Δεν έχουμε άλλη ζωή, μόνον αυτήν εδώ. Και είναι κρίμα να χαθούμε. Ο καλός Θεός μάς έχει δώσει τα πάντα για την σωτηρία μας. Μπορει ο διάβολος σήμερα να έχει τόσα όπλα στην διάθεση του, που ποτέ άλλοτε δεν τα είχε. Αλλά και οι χριστιανοί για πρώτη φορά έχουνε τόσα όπλα να αμυνθούν που ποτέ άλλοτε άλλοτε δε τα είχαμε. Ποτέ άλλοτε ένας χριστιανός δεν είχε ραδιοφωνικούς σταθμούς χριστιανικούς όπως έχουμε σήμερα. Ποτέ άλλοτε δε κυκλοφορούσαν τόσα βιβλία χριστιανικά, και πνευματικά, όχι θεολογικά, χριστιανικά πνευματικά που μας ωφελούν στην καθημερινή μας ζωή.

Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε τόσα. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρχαν τόσες κασέτες, να μπορεί κάποιος να ακούσει κάτι πνευματικό, κάποια συμβουλή κάτι πατερικό και να ωφεληθεί. Έχει ο διάβολος εξοπλίσει τους δικούς του, έχει και ο καλός Θεός εξοπλίσει τους δικούς του. Έχουμε τα πάντα για να σωθούμε, και πάνω από όλα έχουμε τα μυστήρια της εκκλησίας μας.
Μην απομακρυνόσαστε από την ενορία σας. Μην απομακρυνόσαστε από το πετραχήλι του παπά. Με τόσα που έχουμε, δεν έχουμε δικαιολογία να πάμε στην κόλαση. Μόνο από την τεμπελιά μας θα πάμε στην κόλαση, από τίποτε άλλο. Και λέει και ένας πατέρας: Με τόσα που έχουμε, πιο εύκολα πάμε στον Παράδεισο παρά στην κόλαση, (λέει). Πρέπει να κουραστείς περισσότερο για να πας στην κόλαση, στον Παράδεισο πας ευκολότερα.

Θα προσέξουμε αυτό το πράγμα, Όλα ξεκινάνε μέσα από το μυαλό μας. Από πουθενά αλλού. Ο διάβολος έχει τόση δύναμη όση εμείς του δίνουμε. Γιατί άλλους τους κάνει ό,τι θέλει και σε άλλους δε μπορεί να κάνει τίποτα. Γιατί σοφούς σαν αυτόν που σας ανέφερα προηγουμένως, τους ανεβαίνει στο κεφάλι και τους κάνει να λένε τέτοιες βλακείες και να γελάει όλος ο κόσμος εις βάρος τους και αυτοί να μη καταλαβαίνουν τίποτα. Και να λέει: Θέλω εκκλησιές, θέλω οικουμενικές συνόδους. Και όλοι να γελάνε και εκείνος να μην καταλαβαίνει.
Λοιπόν λέει ένας αγιορείτης γέροντας: “Εις το υπερώον εσυνάχθησαν οι Απόστολοι και εδέχθηκαν την επέλευση του Παναγίου Πνεύματος”. Λέει η Αγία Γραφή ότι οι Απόστολοι πριν την Ανάληψη του Χριστού ήταν μαζεμένοι στο υπερώον. Το υπερώον ήταν το πιο ψηλό μέρος ενός σπιτιού. Πώς λέμε το ρετιρέ; Το πιο ψηλό μέρος ενός σπιτιού είναι το υπερώο.

Και λέει ο γέροντας εδώ: “Εις το υπερώο αυτό το πνευματικό που λέγεται νους, (ο νους μας είναι στο πιο ψηλό σημείο του σώματος). Εκεί όπως μαζεύθηκαν οι απόστολοι στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού και δέχθηκαν το Άγιο Πνεύμα, εδώ σε αυτό το υπερώο και μεις, (που λέγεται νους και έχει την εικόνα του μεγάλου νου), εκεί δεχόμεθα και εμείς την χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Από εδώ εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος, ο Παράδεισος και η κόλαση, η αφετηρία προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Ιερό εργαστήριο να καταστήσουμε τον νου. Από εδώ ξεκινούν όλα. Να λέμε μια προσευχή που αναφέρεται για την Παναγία μας στην θεια μετάληψη: “Παναγία Δέσποινα το φως της εσκοτισμένης μου ψυχής” λέει αρκετά και λέει: “και δως ανάκλησιν εν ταις αιχμαλωσίαις των λογισμών μου” να ξαναμαζεύω πάλι τους λογισμούς μου, που μου τους αιχμαλωτίζει ο διάβολος.
Λέει ο Απόστολος Παύλος: “Το λοιπόν αδελφοί, όσα εστίν αληθή, όσα είναι αληθινά, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, ητις αρετή, όσα ενάρετα, ταύτα λογίζεσθε, αυτά να σκέφτεσθε”. Και να πούμε μαζί με τον ψαλμωδό: “και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με”.

Αμήν! Να εύχεσθε.

π. Νίκων:
Αν καποιος θέλει να ρωτήσει κάτι μετά χαράς. Τα πράγματα είναι απλά. Όπως άλλοι τα καταφέρανε μπορούμε και εμείς.
Από το κοινό:
Κάθε λογισμό, το “Κύριε Ιησου Χριστέ ελέησόν με” πιάνει αν κάνεις τον σταυρό σου και το πεις αυτό από μέσα σου; Πιάνει; τα σκορπάει όλα;

π. Νίκων:

Ναι, εξαρτάται. Ότι είναι ένα όπλο, δεν είναι απλό όπλο. Το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με, δεν είναι απλώς όπλο εναντίον του διαβόλου. Προσέξετε, είναι πυρηνική βόμβα. Τινάζει τον διάβολο, τον εξαφανίζει. Είναι μια τρομερά συμπυκνωμένη, είναι μια τρομερά δυνατή ευχή. Μέσα της κλείνει όλες τις προσευχές, ξέρετε γιατί;

Είναι ένα μυστήριο, λέει η Γραφή ότι όταν θα γίνει η δευτέρα παρουσία του Χριστού θα εμφανισθεί στον ουρανό το όνομα του Χριστού και ενώπιον του ονόματος αυτού (λέει), παν γόνυ κάμψει επουρανίων επιγείων και καταχθονίων. Αυτό είναι ένα μυστήριο, το όνομα του Χριστού. Θα γονατίσει μπροστά στο όνομα αυτό το γονατο των επουρανίων, οι άγγελοι θα γονατίσουν οι άνθρωποι θα γονατίσουν, και των υποχθονίων και οι διάβολοι θα λυγίσουν μπροστά σε αυτό το όνομα.

Λέει η γραφή (πάλι ο Απόστολος): “Δεν υπάρχει άλλο όνομα με το οποίο θα σωθούμε, και εμείς τι κάνουμε; Λέμε αυτό το όνομα. Λέμε: “Κύριε Ιησού Χριστέ, το όνομά Σου ονομάζομεν” λέει, “Θεό άλλον εκτός από Εσένα δε γνωρίζουμε το όνομά σου ονομάζομεν”. Είναι κάτι το οποίο προσπαθεί ο διάβολος να μας πείσει να μην το κάνουμε. Ο διάβολος δεν φοβάται αν πιστεύουμε στον Θεό.
Προσέξετε το αυτό: Όση πίστη να έχεις δε σώζεσαι, δε σώζεσαι αν πιστεύεις στον Θεό. Ο διάβολος σκοτώνεται εμείς σωζόμαστε από τι; Όταν πιστεύουμε ότι ο Χριστός είναι ο Θεός. Δεν έχουμε άλλον Θεό. Εκεί είναι το σκάνδαλο για τον διάβολο. Γίνονται θεολογικά συνέδρια στο εξωτερικό με χριστιανούς, (θα καταλήξω εκεί), θεολογικά συνέδρια με χριστιανούς στο εξωτερικό που συμφωνούν, (“χριστιανοί” τώρα) να μην αναφέρουν το όνομα του Χριστού για να μην προσβληθούν και οι βουδιστές και οι ινδουιστές και όποιοι άλλοι συμμετέχουν στο συνέδριο.

Πώς τρέμει ο διάβολος το όνομα του Χριστού! Και εμείς λέμε ονομάζουμε τον Χριστό Κύριο, αυτό το οποίο ο διάβολος προσπαθεί να σε πείσει να μη το κάνεις. Κατ’ αρχήν δε θέλει να σκέφτεσαι τον Χριστό. Μετά σου λέει: “Τον σκέπτεσαι; σκέψου τον σαν έναν μεγάλο μύστη. Σαν μια από τις ενσαρκώσεις του Βούδα, σαν έναν μεγάλο ποιητή σαν ένα μεγάλο φιλόσοφο, σαν, σαν, σαν, όχι Κύριο”. Και εμείς τώρα λέμε “Κύριε Ιησού Χριστέ”.

Και τι ακόμα; “Ελέησόν με”. Ελεημοσύνη ποιος ζητάει; Ένας ζητιάνος. Δηλαδή ταπεινώνεσαι; Τον πέθανες! Γι’ αυτό εμείς επιμένουμε στο “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με”. Τώρα κάνουμε τον σταυρό μας – δεν τον κάνουμε, δεν έχει καμιά σημασία, όταν έχουμε μέσα στην καρδιά μας τον διάβολο, είναι αστείο να κάνουμε τον σταυρό μας. Δε μας σώζει, είναι ασήμαντο. Το σημαντικό είναι να έχουμε το όνομα του Χριστού στο μυαλό μας.

Είναι πυρηνική βόμβα, στην πράξη θα τα δείτε αυτά. Στην πράξη, απλά πραγματάκια είναι αυτά. Θα κατεβείτε τώρα, θα δείτε, θα αρχίσετε να περπατάτε, κανείς δε μπορεί να σας εμποδίσει να λέτε από μέσα σας: “Κύριε Ιησού χριστέ ελέησόν με, Κύριε Ιησού χριστέ ελέησόν με, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με”.

Τι σας εμποδίζει; Τι σας στοιχίζει; Τίποτα! Όλες οι άλλες προσευχές χρειάζονται μιά ησυχία, έναν τόπο ήρεμο, λίγες εικόνες, το απόδειπνο, τον εσπερινό, κάποια βιβλία, αυτή την προσευχή μπορούμε να την λέμε πάντοτε. Περπατάς; μπορείς να το λες, οδηγάς το αυτοκίνητό σου; μπορείς να το λες. Ξεκινήστε και η ίδια η προσευχή θα σας μάθει τα πάντα.
Στην πράξη τα μαθαίνουμε αυτά όχι με τα λόγια. Τώρα τα λόγια έτσι που σας τα λέω μπορεί να σας φαίνονται ωραία να χαιρόσαστε την ώρα που τα ακούτε. Όταν θα έρθει η ώρα του πειρασμού θα σας χτυπήσει ο διάολος κάτω σαν χταπόδι και δεν θα σας μείνει τίποτα από αυτά που σας λέω.

Τι θα σας μείνει; Ό,τι βάλατε εσείς στην πράξη και το μάθατε εσείς προσωπικά. Αυτό δε μπορεί να σας το μετακινήσει κανένας. Έτσι θα γνωρίσετε αν είναι αλήθεια όλα αυτά και έτσι γνωρίζουμε όλη την αλήθεια του χριστιανισμού. Αν είναι αλήθεια αυτά που μας είπε ο Χριστός ή όχι. Από την ζωή τους τα έχουν μάθει οι άνθρωποι και τα έχουν κρατήσει μέχρι σήμερα. Όχι γιατί τους τα λένε οι παπάδες και οι καλόγεροι.

Οι ίδιοι οι άνθρωποι τα ζούνε και μας τα λένε. Το τι έχουμε ακούσει από ανθρώπους που ζούνε στον κόσμο δε μπορεί να το βάλει το μυαλό σας. Και επειδή ακριβώς είναι θέμα ζωής, γι, αυτό όλοι μπορούμε να σωθούμε, δεν είναι θέμα εξυπνάδας ή μόρφωσης ή γνώσεων. Γι’ αυτό έχουμε αγράμματους που είναι άγιοι. Δεν έχουν βγάλει το δημοτικό και λέμε: “Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών” και έχουμε μορφωμένους που δεν ξέρουν τι λένε και τι τους γίνεται.
Απλά πράγματα είναι, με απλά πράγματα θα πάμε στον Παράδεισο, και με απλά πράγματα θα πάμε στην κόλαση.

Ερώτηση από το κοινό:
Ήθελα να ρωτήσω: Λέμε αυτά τα λόγια Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, όμως δεν είμαστε συγκεντρωμένοι αυτή την ώρα, απλά λέμε τα λόγια. Δεν τα πιστεύουμε πραγματικά;

π. Νίκων:
Τι γίνεται; Το ότι δεν πιστεύουμε πραγματικά, όχι δεν είναι [θέμα], απλά είναι λίγη η πίστη μας. Όλα έχουνε κάποια μέτρα. Αυξάνουνε. Ε!, στην αρχή είμαστε λίγο ταπεινοί, θα αγωνιζόμαστε, ταπεινωνόμαστε περισσότερο, περισσότερο, περισσότερο. Είμαστε λίγο ελεήμονες, ε, στην αρχή δίνουμε κάτι λίγο, βλέπουμε ότι βοηθήσαμε τον άλλον, χαιρόμαστε πιο πολύ, πιο πολύ, πιο πολύ. Νηστεύουμε στην αρχή λίγο, μετά περισσότερο, όλα αυξάνουν, έτσι είναι και η πίστη μας.

Μη σας στεναχωρεί ότι η πίστη σας κλονίζεται, ότι είναι λίγη. Εσείς αυτά τα λίγα που πιστεύετε βάλτε τα στην πράξη, και θα δείτε πάνω στην πράξη τέτοια πράγματα που θα αυξηθεί η πίστη σας. Θα δυναμώσει η πίστη σας και τότε θα κάνετε περισσότερα πράγματα. Και θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο η πίστη σας.

Τώρα όταν λέτε Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με και το μυαλό φεύγει και λέμε μόνο τα λόγια, δε πειράζει, είναι αυτό το λίγο που μπορούμε να κάνουμε. Κάντε το, να γίνει μια καλή συνήθεια. Και θα δείτε ότι σιγά – σιγά θα διαπιστώσετε ορισμένα πράγματα. Σα κάτι που σας είπα πιο μπροστά, ότι δε μπορείτε να λέτε Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με και να τσακώνεσαι με τον άλλον.

Όταν το βράδυ θα συγκεντρωθείς να πεις με την ησυχία σου Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με, ακριβώς αυτός ο τσακωμός θα σου έρθει στο μυαλό Δε μπορείς να λες Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με, και να βλέπεις περιοδικά που δεν πρέπει. Όταν σταθείς το βράδυ να πεις την προσευχή πριν ξαπλώσεις, μισή ώρα ένα τέταρτο, θα το κανονίσεις αυτό με τον πνευματικό σου.

Δε μπορείς να καθίσεις να πεις την ευχή συγκεντρωμένος. Θα σου φέρει στο μυαλό τα περιοδικά που είδες, ή ίδια η προσευχή. Θα σε μάθει πώς να ζεις, πώς να φέρεσαι, πώς να σκέπτεσαι. Γι’ αυτό ξεκινήστε να λέτε αυτό το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με. Η ίδια η ευχή θα σας διδάξει πολλά άλλα που δεν μπορείτε να φανταστείτε τώρα.

Και ύστερα είμαστε και Χριστιανοί, γι’ αυτό και λέμε Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με. Θα πάμε στην εκκλησία, θα ακούσουμε και κάτι άλλο που θα μας ωφελήσει. Να, τώρα πώς βρισκόμαστε εδώ; θα μπορούσαμε να είμαστε οπουδήποτε αλλού. Και είμαστε μαζεμένοι σαν μία οικογένεια και λέμε αυτά που λέμε. Ξεκινήστε, κάποιοι απο σας, δε λένε: “το ταξίδι για την Κίνα ξεκινάει με το πρώτο βήμα”; Κάνετε το πρώτο βήμα. Στην πράξη θα το δείτε.

Ερώτηση από το κοινό:
Φοράς σταυρό, κάνεις κομποσχοίνι, λες Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, και επιμένουν ακόμα περισσότερο. Γίνεται αυτή η πρώτη φάση που είπατε: Σου έρχεται η ιδέα, ένας λογισμός στο μυαλό -και συ το πολεμάς- τη διώχνεις αμέσως και επανέρχεται δριμύτερη ακόμα. Τι γίνεται;
π. Νίκων:
Το να επανέρχεται δε μας ενδιαφέρει. Τι σημασία έχει; Δε μας ενοχλεί αυτό, δεν μας πειράζει καθόλου αυτό και με πιο απαλή δύναμη να έλθει και με περισσότερη δύναμη να έλθει, εμείς θα τον διώχνουμε. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε εμείς είναι η πάλη. Εάν θα νικήσουμε τον λογισμό ή όχι, εξαρτάται από την χάρη του Θεού.

Μας νικάει ο θυμός εμείς πολεμάμε: Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με. Κάποιος μας νευριάζει. Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με. Ο θυμός φουντώνει μέσα μας. Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με. Δε νικάμε τον θυμό, δεν πειράζει, θα συνεχίσουμε τον αγώνα. Εάν θα νικήσουμε τον θυμό ή όχι δεν εξαρτάται από εμάς. Από εμάς εξαρτάται ο αγώνας που θα κάνουμε.

Λέει το γεροντικό για τον Αββά Απολλώ. Είχε το πάθος της οργής, του θυμού. Δέκα τέσσερα χρόνια παρακαλούσε (λέει) τον Θεό να πάρει από πάνω του αυτό το πάθος. Δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια. Όχι ένα μήνα, όχι δυο μήνες, όχι ένα χρόνο, δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια. Και εμείς θέλουμε μόλις ξεκινάμε να τα καταφέρουμε κι όλας; Δεν θα απογοητευόμαστε, δεν θα το βάζουμε κάτω. Θα κάνουμε τον διάβολο να σκάσει. Δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια και τελικά έγινε αυτό που παρακαλούσε.

Και λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (προσέξτε το και αυτό), πολλές φορές παρακαλάμε τον καλό Θεό να μας δώσει κάτι και προσευχόμαστε και προσευχόμαστε και δε μας το δίνει ο Θεός. Και προσευχόμαστε και επιμένουμε στην προσευχή και δε το δίνει ο Θεός. Και εμείς που επιμένουμε στην προσευχή τελικά (λέει ο Άγιος Ιωάννης) ο Θεός μας παραχωρεί, μας χαρίζει αυτό για το οποίο προσευχόμαστε, και έχουμε ωφεληθεί περισσότερο από την προσευχή που κάναμε παρά από αυτό που κερδίσαμε. Πολλές φορές επίτηδες ο Θεός δε στέλνει την χάρη του για να καταφέρουμε κάτι, για να επιμείνουμε στον αγώνα.

Αυτό είναι που μπορούμε να κάνουμε και αυτό θα κάνουμε, προσευχή και προσοχή όσο μπορούμε. Προσοχή και προσευχή. Και τα δύο. Όχι ενσυνείδητα να μη προσέχουμε. Άλλο το να προσευχόμαστε και το μυαλό να φεύγει και να το ξαναμαζεύουμε, και άλλο να λέμε με το στόμα τα λόγια και να μη μας ενδιαφέρει πού γυρνάει το μυαλό. Όχι, εκεί δε θα σωθούμε που φεύγει το μυαλό.

Θα σωθούμε όταν φεύγει το μυαλό και εμείς το ξαναμαζεύουμε, κι αυτό ξαναφεύγει και εμείς το ξαναμαζεύουμε. Ο διάβολος δε θα σταματήσει να μας πολεμάει ποτέ. Λέει μια από τις προσευχές της θείας μεταλήψεως που τις διαβάζουμε πριν πάμε να κοινωνήσουμε: “Προ των πυλών του ναού Σου παρέστηκα και των δεινών λογισμών ουκ αφίσταμαι”. Έχω έλθει μπροστά στην ωραία πύλη ανοίγω το στόμα μου να κοινωνήσω και το μυαλό μου δε καθαρίζει από τις σκέψεις.
Και αυτά τα λέει ένας άγιος!

Ε, τι! Θέλετε εσείς αποτελέσματα απο τώρα ακόμα δε ξεκινήσαμε; “Προ των πυλών του ναού Σου παρέστηκα και των δεινών λογισμών ουκ αφίσταμαι”. (Κι από τους φοβερούς λογισμούς δε γλυτώνω). Δεν έχει σημασία, δεν θα το βάλουμε κάτω. Θα αγωνιστούμε. Γι’ αυτό ονομάζει ο Απόστολος Παύλος “στρατιώτη” τον Χριστιανό που αγωνίζεται.
Πόλεμος γίνεται. Ο διάολος τα όπλα του εμείς τα όπλα μας. Ο διάολος τις επιθέσεις του εμείς τις δικές μας. Ποιανού θα περάσει; Το έχει χάσει το παιχνίδι προ πολλού. Απλώς κοιτάει να δει πόσους περισσότερους μπορεί να κερδίσει.

πηγή: oodegr.com
πηγή: Ομολογία Πίστεως
O Κύριός μου κι ο Θεός μου!
User avatar
Matina
 
Posts: 1927
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:36 am

Re: Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Unread postby Matina » Sat Nov 19, 2011 12:38 pm

Κανένας αρχάριος στην πνευματική ζωή δεν μπορεί να διώξη τον κακό λο­γισμό, αν ίσως δεν τον διώξη ο Θεός. δυνατές ψυχές μπορούν να πολεμήσουν και να διώξουν τούς κακούς λογισμούς, πλην κι αυτές όχι από λόγου τους, αλλά μαζί με τον Θεό τους πολεμούν και τούς διώχνουν.
O Κύριός μου κι ο Θεός μου!
User avatar
Matina
 
Posts: 1927
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:36 am

Re: ΚΛΙΜΑΞ, ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ

Unread postby Matina » Sat Nov 19, 2011 2:11 pm

Ιωάννης ο Σιναΐτης, Άγιος: Κλίμαξ - Λόγος Ε΄ (Περί Μετανοίας)

Image



1. Ο ΙΩΑΝΝΗΣ κάποτε, (την ημέρα της Αναστάσεως), έτρεξε πρίν από τον Πέτρο (στον τάφο του Κυρίου). Και εμείς ετοποθετήσαμε τον λόγο της υπακοής πρίν από τον λόγο της μετανοίας. Διότι ο Ιωάννης έγινε τύπος υπακοής, ενώ ο Πέτρος μετανοίας.

2. Μετάνοια σημαίνει ανανέωσις του βαπτίσματος. Μετάνοια σημαίνει συμφωνία με τον Θεόν για νέα ζωή. Μετανοών σημαίνει αγοραστής της ταπεινώσεως. Μετάνοια σημαίνει μόνιμος αποκλεισμός κάθε σωματικής παρηγορίας. Μετάνοια σημαίνει σκέψις αυτοκατακρίσεως, αμεριμνησία για όλα τα άλλα και μέριμνα για την σωτηρία του εαυτού μας. Μετάνοια σημαίνει θυγατέρα της ελπίδος και αποκήρυξις της απελπισίας. Μετανοών σημαίνει κατάδικος απηλλαγμένος από αισχύνη.

Μετάνοια σημαίνει συμφιλίωσις με τον Κύριον, με έργα αρετής αντίθετα προς τα παραπτώματά μας. Μετάνοια σημαίνει καθαρισμός της συνειδήσεως. Μετάνοια σημαίνει θεληματική υπομονή όλων των θλιβερών πραγμάτων. Μετανοών σημαίνει επινοητής τιμωριών του εαυτού του. Μετάνοια σημαίνει υπερβολική ταλαιπωρία της κοιλίας (με νηστεία) και κτύπημα της ψυχής με υπερβολική συναίσθησι.


3. Τρέξατε και ελάτε. Ελάτε όλοι όσοι παρωργίσατε τον Θεόν, για να ακούσετε αυτά που έχω να σας διηγηθώ. Συγκεντρωθήτε για να ιδήτε αυτά πού μου έδειξε ο Θεός προς οικοδομήν. Ας τοποθετήσωμε πρώτη και ας προτιμήσωμε μια διήγησι πού αναφέρεται σε τιμημένους εργάτες της αρετής πού ζούσαν χωρίς τιμή.


4. Όσοι ανέλπιστα επέσαμε σε κάποια αμαρτία, ας τα ακούσωμε αυτά και ας τα κρατήσωμε και ας τα μιμηθούμε. Σηκωθήτε και καθήσατε (να ακούσετε) εσείς πού είσθε πεσμένοι από τις αμαρτίες. Δώστε προσοχή στον λόγο μου, αδελφοί μου. Ανοίξατε τα αυτιά σας όλοι εσείς πού θέλετε με πραγματική επιστροφή να συμφιλιωθήτε πάλι με τον Θεόν.

...συνεχίζεται....
O Κύριός μου κι ο Θεός μου!
User avatar
Matina
 
Posts: 1927
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:36 am

Re: ΚΛΙΜΑΞ, ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ

Unread postby Matina » Sat Nov 19, 2011 2:12 pm

....συνέχεια από πριν......

5. Όταν άκουσα εγώ ο μικρός και αδύνατος ότι ήταν σπουδαίος και θαυμαστός ο τρόπος της ζωής και η ταπείνωσις αυτών πού έμεναν στην απομονωμένη Μονή, την λεγόμενη Φυλακή, η οποία υπαγόταν στον εξαίρετο εκείνο φωστήρα πού προαναφέραμε, παρεκάλεσα τον όσιο να την επισκεφθώ. Και πράγματι υπεχώρησε στην παράκλησί μου ο μέγας Ποιμήν, μη θέλοντας ποτέ να λυπήση άνθρωπο.


Μόλις έφθασα λοιπόν στη Μονή αυτών πού μετανοούσαν, και στον τόπο αυτών πού αληθινά πενθούσαν, αντίκρυσα πραγματικά, αν μπορούμε να το ειπούμε, πράγματα πού οφθαλμός αμελούς ανθρώπου δεν είδε και αυτί ραθύμου δεν άκουσε και νους ανθρώπου οκνηρού δεν εφαντάσθηκε (πρβλ. Α΄ Κορ. β΄ 9). Είδα και άκουσα πράγματα και λόγια πού έχουν την δύναμι να εκβιάσουν το έλεος του Θεού, τρόπους και μορφές ασκήσεως πού μπορούσαν να κάμψουν σύντομα την φιλανθρωπία Του.


Άλλους από τους ενόχους αυτούς και όχι πλέον ενόχους, τους είδα να ίστανται όλη την νύκτα μέχρι το πρωί στην ύπαιθρο. Να έχουν τα πόδια ακίνητα. Από την πίεσι του ύπνου και την βία πού εξασκούσαν επάνω στην φύσι τους να πηγαίνουν πέρα-δώθε κατά τρόπο αξιολύπητο. Να μη προσφέρουν στον εαυτό τους καμμία ανάπαυσι. Αντίθετα δε να τον επιπλήττουν, να τον ξυπνούν και να του επιτίθενται με «ατιμίες» και ύβρεις. Άλλους τους είδα να ατενίζουν τον ουρανό με ύφος αξιολύπητο, και με οδυρμούς και κραυγές να επικαλούνται από εκεί την βοήθεια.


Άλλους να ίστανται στην προσευχή δένοντας τά χέρια πίσω σαν τους καταδίκους, σκύβοντας το σκυθρωπό τους πρόσωπο κάτω, κρίνοντας και καταδικάζοντας τον εαυτό τους ανάξιο να ατενίση προς τον ουρανό. Να μην έχουν να ειπούν ή να προσφέρουν κάτι στον Θεόν, από την αμηχανία πού τους προκαλούσε η σκέψις και η συναίσθησις της αμαρτωλότητός των. Να μην ευρίσκουν πώς ή από πού να αρχίσουν την ικεσία. Να παρουσιάζουν μόνο στον Θεό μία ψυχή αμίλητη και έναν νου άφωνο γεμάτο από σκοτισμό και από κάποια απελπισία.


Άλλοι πάλι να κάθωνται στο έδαφος σε σάκκο και σποδό, να έχουν το πρόσωπο χωμένο στα γόνατα και να κτυπούν το μέτωπο στη γη. Άλλοι να κτυπούν συνεχώς το στήθος τους, να καταδικάζουν και να ανακαλούν την αμαρτωλή τους ψυχή και ζωή. Μερικοί από αυτούς έβρεχαν το έδαφος με τα δάκρυά τους. Και μερικοί πού δεν είχαν δάκρυα επλήγωναν το σώμα τους με δυνατά κτυπήματα. Άλλοι, πού δεν μπορούσαν να υποφέρουν την πίεση της καρδιάς, ωλόλυζαν για την ψυχή τους ωσάν για νεκρό. Και άλλοι εβογγούσαν εσωτερικά και εμπόδιζαν να εξέλθη από το στόμα το βογγητό. Μερικές όμως φορές, μη μπορώντας να συγκρατηθούν, αναστέναζαν απότομα.


Είδα εκεί μερικούς που έδειχναν σαν παράφρονες, τόσο με τα φερσίματά τους, όσο και με το κλείσιμο στον εαυτό τους. Έδειχναν σαν αποσβολωμένοι από την πολλή αδημονία, γεμάτοι σκοτισμό και σχεδόν αναίσθητοι για κάθε πράγμα της παρούσης ζωής. Είχαν πλέον βυθίσει τον νους τους στην άβυσσο της ταπεινώσεως, και με το πύρ της θλίψεως είχαν τηγανίσει και καταξηράνει τά δάκρυα των οφθαλμών τους. Άλλους να κάθωνται με σύννοια, να σκύβουν στην γη, να κινούν αδιάκοπα το κεφάλι τους, να αναστενάζουν και να μουγκρίζουν ωσάν λεόντες μέσα από τα βάθη της καρδιάς των, μέσα από τα δόντια τους.


Μερικοί από αυτούς προσεύχονταν γεμάτοι ελπίδα και επιζητούσαν τελεία άφεσι. Άλλοι από ανέκφραστη ταπείνωσι κατεδίκαζαν και έκριναν τον εαυτό τους ανάξιο συγχωρήσες, και έκραζαν πώς δεν μπορούν να απολογηθούν στον Θεόν. Μερικοί εκλιπαρούσαν να τιμωρηθούν εδώ, για να ελεηθούν εκεί. Άλλοι πού ήταν συντετριμμένοι από το βάρος της συνειδήσεως, έλεγαν με ειλικρινή πόθο: «Είμαστε ευχαριστημένοι, εάν ούτε κολασθούμε ούτε αξιωθούμε της επουρανίου βασιλείας».


Είδα εκεί μέσα ψυχές ταπεινές και συντετριμμένες πού ελύγιζαν από το βάρος του φορτίου των αμαρτιών και με τις κραυγές τους προς τον Θεόν μπορούσαν να κάνουν και τις αναίσθητες πέτρες να ραγίσουν. Σκυμμένοι προς την γή εκραύγαζαν: «Το γνωρίζομε. Το γνωρίζομε. Μας αξίζει κάθε τιμωρία και κάθε κόλασις. Και δικαίως. Και αν ακόμη συναθροίζαμε όλη την οικουμένη να πενθή για εμάς, δεν θα ήταν αρκετό να μας δικαιώση για τα τόσα μας χρέη. Ένα όμως μόνο παρακαλούμε, ένα δυσωπούμε, ένα ικετεύουμε: «Μη τώ θυμώ σου ελέγξης ημάς, μηδέ τη οργή σου παιδεύσης ημάς» (Ψαλμ. στ΄ 2). Μήτε να μας τιμωρήσης με την δικαία κρίσι σου. Αλλά να μας αντιμετωπίσης με την επιείκειά σου και αρκεί αυτή να μας απαλλάξη ολίγο από την βαρειά απειλή σου και από τις κρυφές και άγνωστες τιμωρίες της κολάσεως. Δεν τολμούμε να ζητήσουμε τελεία άφεσι, διότι πώς να το κάνουμε αυτό; Άνθρωποι, πού δεν εφυλάξαμε καθαρό το μοναχικό μας επάγγελμα, αλλά το εμολύναμε και μάλιστα μετά από την φιλανθρωπία και συγχώρησι πού προηγήθηκε, (την συγχώρησι των μετά το βάπτισμα και πρό της κουράς αμαρτιών).


Μπορούσε εκεί, αγαπητοί μου, μπορούσε εκεί να ιδή κανείς να πραγματοποιούνται πλήρως τα λόγια του Δαβίδ. Μπορούμε να ιδή «ανθρώπους πού ήταν ταλαιπωρημένοι και κυρτωμένοι συνεχώς μέχρι το τέλος της ζωής τους, πού όλη την ημέρα περπατούσαν σκυθρωποί, που ανέδιδαν δυσοσμία από τις σαπισμένες πληγές του σώματός τους, ανθρώπους πού δεν εφρόντιζαν τον εαυτόν τους, πού ξεχνούσαν να φάγουν τον άρτο τους, πού έπιναν το ύδωρ αναμεμειγμένο με δάκρυα, και έτρωγαν χώμα και στάχτη μαζί με τον άρτο, πού είχαν τα οστά κολλημένα στο δέρμα και ωμοίαζαν με ξηρό χορτάρι» (Ψαλμ. λζ΄ 7, 6, ρα΄ 5, 10, 6, 12). Τίποτε άλλο δεν μπορούσες να ακούσης από αυτούς, παρά μόνο τούτα τα λόγια: ουαί – ουαί, αλλοίμονο – αλλοίμονο, δίκαια – δίκαια, λυπήσου μας – λυπήσου μας, Δέσποτα. Άλλοι έλεγαν: ελέησέ μας – ελέησέ μας. Και άλλοι ακόμη πιο λυπητερά: συγχώρησέ μας – συγχώρησέ μας, Δέσποτα, εάν είναι δυνατόν.


Μπορούσες να ιδής εκεί φλογισμένες γλώσσες πού εκρέμονταν έξω από το στόμα όπως των σκύλων. Άλλοι ετιμωρούσαν τον εαυτό τους στον καύσωνα, και άλλοι τον εβασάνιζαν στο ψύχος. Μερικοί εδοκίμαζαν από το ύδωρ τόσο, όσο μόνο για να μην αποθάνουν από την δίψα. Και μερικοί αφού έτρωγαν ολίγο από τον άρτο, τον υπόλοιπο τον επετούσαν με το χέρι μακρυά, λέγοντας πώς είναι ανάξιοι να γευθούν την τροφή των λογικών ανθρώπων, αφού διέπραξαν τα έργα των άλογων ζώων.


Πού να εμφανισθή ανάμεσα σ΄αυτούς γέλιο; Πού αργολογία; Πού θυμός; Πού οργή; Αυτοί δεν εγνώριζαν αν υπάρχη ακόμη οργή μεταξύ των ανθρώπων, διότι το πένθος είχε σβήσει τελείως τον θυμό μέσα τους. Πού να συναντήσεις την αντιλογία; Πού εορτή; Πού παρρησία; Πού ευχαρίστησι και περιποίησι του σώματος; Πού ίχνος κενοδοξίας; Πού ελπίδα τρυφής; Πού ενθύμησις οίνου; Πού γεύσι φρούτων; Πού παρηγορία χύτρας; Πού γλύκισμα για τον λάρυγγα; Όλων τούτων η ελπίδα είχε σβήσει γι΄αυτούς. Πού να συναντήσης σ΄αυτούς μέριμνα για επίγεια πράγματα; Πού κατάκρισι κάποιου ανθρώπου; Πουθενά!


Όσα έλεγαν και εκραύγαζαν αυτοί προς τον Κύριον ήταν τα εξής: Μερικοί, ωσάν να ίσταντο εμπρός στην πύλη του ουρανού, εκτυπούσαν δυνατά το στήθος και έλεγαν προς τον Θεόν: «Άνοιξέ μας, άνοιξε, ώ δικαστά, άνοιξέ μας, αφού εμείς με τις αμαρτίες μας εκλείσαμε για τον εαυτό μας την πύλη». Άλλοι έλεγαν: «Επίφανον το πρόσωπόν σου μόνον, και σωθησόμεθα» (Ψαλμ. οθ΄ 4). Ένας έλεγε: «Επίφανον τοίς έν σκότει και σκιά θανάτου καθημένοις ταπεινοίς» (Ησ. θ΄ 2). Άλλος πάλι: «Ας μας προλάβουν γρήγορα, Κύριε, οι οικτιρμοί σου, διότι εχαθήκαμε, διότι απελπισθήκαμε, διότι εσβήσαμε τελείως» (Ψαλμ. οη΄ 8).


Μερικοί από αυτούς έλεγαν: «Θα φανερωθή άραγε πλέον σ΄εμάς ο Κύριος»; Και άλλοι: «Εξώφλησε άραγε η ψυχή μας το χρέος το ανυπέρβλητο»; Άλλος: «Θα καταπραϋνθή άραγε τώρα πλέον από εμάς ο Κύριος; Θα τον ακούσωμε άραγε να λέγη σ΄εμάς τους δεμένους μ΄άλυτα δεσμά, «εξέλθετε»; Και σ΄εμάς πού ευρισκόμαστε στον άδη της μετανοίας, «είσθε συγχωρημένοι»; Έφθασε άραγε η κραυγή μας στα αυτιά του Κυρίου»;

Όλοι επερνούσαν τον καιρό τους έχοντας συνεχώς εμπρός στους οφθαλμούς των τον θάνατο και λέγοντας:


«Άραγε ποια θα είναι η κατάληξις; Άραγε ποια θα είναι η απόφασις; Άραγε ποιο θα είναι το τέλος μας; Άραγε υπάρχει επαναφορά; Άραγε υπάρχει συγχώρησις σ΄εμάς τους σκοτεινούς, τους ταπεινούς, τους καταδίκους; Άραγε μπόρεσε η δέησίς μας να φθάση ενώπιον του Κυρίου ή εγύρισε πίσω ταπεινωμένη και ντροπιασμένη; Άραγε, αν έφθασε, τι κατώρθωσε; πόσο Τον εξευμένισε; πόσο ωφέλησε; πόσο ενήργησε; διότι εβγήκε από ακάθαρτα στόματα και σώματα και δεν έχει πολλή δύναμι. Άραγε μας συμφιλίωσε τελείως με τον Κριτή; Άραγε έν μέρει; Άραγε για τα μισά τραύματά μας; επειδή είναι πράγματι μεγάλα και χρειάζονται πολλούς ιδρώτες και μόχθους. Άραγε μας επλησίασαν καθόλου οι φύλακές μας (άγγελοι) ή ίστανται ακόμη μακρυά; Εάν εκείνοι δεν μας πλησιάσουν, όλοι μας οι κόποι είναι μάταιοι και ανωφελείς, διότι η προσευχή μας, εάν δεν την πάρουν οι προστάτες μας άγγελοι, ερχόμενοι πλησίον μας, και την προσφέρουν στον Κύριον, δεν έχει δύναμη παρρησίας ούτε φτερά καθαρότητος για να φθάση σ΄Αυτόν».

Γι΄αυτά πολλές φορές και μεταξύ τους απορούσαν και έλεγαν: «Άραγε, αδελφοί, κατορθώνομε τίποτε; Άραγε επιτυγχάνωμε αυτό πού ζητούμε; Άραγε μας δέχεται πάλι ο Θεός; Άραγε μας ανοίγει την θύρα»;

Και οι άλλοι απαντούσαν:

«Ποιος ξέρει -όπως το είπαν οι αδελφοί μας οι Νινευίτες- μήπως μεταμεληθή ο Κύριος και μας λυτρώση από την μεγάλη έστω τιμωρία; (Ιωνά γ΄ 9). Εμείς όμως ας πράξωμε ό,τι εξαρτάται από εμάς. Και αν μέν μας ανοίξη, πολύ καλά, ειδεμή «ευλογητός Κύριος ο Θεός», ο οποίος δίκαια μας έκλεισε έξω. Πλήν όμως ας επιμείνωμε κτυπώντας μέχρι το τέλος της ζωής μας, και ίσως, βλέποντας την πολλή μας αναίδεια και επιμονή, μας ανοίξη ο Αγαθός».

Γι΄αυτό και έλεγαν παρακινώντας τους εαυτούς των:

«Δ ρ ά μ ω μ ε ν, α δ ε λ φ ο ί, δ ρ ά μ ω μ ε ν. Έχομεν ανάγκη δρόμου και μάλιστα δρόμου σκληρού, διότι έχομε μείνει πίσω από την καλή μας συνοδία. Ας τρέξωμε χωρίς να λογαριάζωμε την ακάθαρτη και ταλαίπωρη σάρκα μας. Αν την φονεύσωμε και εμείς, όπως μας εφόνευσε και αυτή».

Έτσι και έκαναν οι μακάριοι εκείνοι υπόδικοι.

Έβλεπες σ΄αυτούς γόνατα αποσκληρυμένα από τις πολλές μετάνοιες. Οφθαλμούς λυωμένους και βυθισμένους στο βάθος των κόγχων. Απογυμνωμένοι από τρίχες, με μάγουλα πληγωμένα και φλογισμένα από την φλόγα των θερμών δακρύων.

Έβλεπες πρόσωπα ωχρά και καταμαραμένα πού δεν ξεχώριζαν καθόλου από πρόσωπα νεκρών. Στήθη που επονούσαν από τα κτυπήματα και αιματηρά πτύελα που προέρχονταν από τα γρονθοκοπήματα του στήθους.


Πού να ευρεθή εκεί στρώμα; Πού καθαρό ή στερεό ένδυμα; Όλα ήταν σχισμένα, ακάθαρτα και σκεπασμένα με ψείρες. Πού να συγκριθή με την ιδική τους ταλαιπωρία η ταλαιπωρία των δαιμονισμένων; Πού εκείνων που θρηνούν τους νεκρούς; Πού εκείνων πού ζούν εξόριστοι; Πού η τιμωρία των καταδικασμένων για φόνο; Ούτε συγκρίνεται η αθέλητη παίδευσις και τιμωρία αυτών με την ιδική τους την θεληματική.


Και σας παρακαλώ, αδελφοί, να μη τα θεωρήσετε σαν μύθους όσα σας είπα. Ικέτευαν οι άνθρωποι αυτοί πολλές φορές τον μεγάλο εκείνο δικαστή -τον Ποιμένα τους εννοώ, τον άγγελο πού ζούσε μεταξύ των ανθρώπων- να περισφίγξη τα χέρια και τον τράχηλό τους με σιδερένια δεσμά, και να δέση τα πόδια τους στο τιμωρητικό ξύλο, και να μη λυθούν από αυτά πρίν τους δεχθή το μνήμα. Ακόμη δε ούτε και σε μνήμα να τους βάλουν!

Δεν θα κρύψω καθόλου ούτε την ελεημένη ταπείνωσι αυτών των πραγματικά μακαρίων ούτε την συντετριμμένη προς τον Θεόν αγάπη και μετάνοιά τους.


Καθ΄όν χρόνον οι καλοί αυτοί κάτοικοι της χώρας της μετανοίας επρόκειτο να αναχωρήσουν προς τον Κύριον και να παρασταθούν εμπρός στο αδέκαστο βήμα, βλέποντας ότι τελειώνει πλέον η ζωή τους, μέσω του προϊσταμένου τους εκλιπαρούσαν με όρκους τον Μέγαν, (τον Ηγούμενο δηλαδή), να μην αξιωθούν ανθρωπίνης ταφής, αλλά να πεταχθούν σαν άλογα ζώα ή στο ρεύμα του ποταμού ή στα θηρία του αγρού.


Και πολλές φορές υπήκουσε και το έκανε ο λύχνος εκείνος της διακρίσεως, δίδοντας εντολή να τους κηδεύσουν χωρίς καμμία τιμή και ψαλμωδία.

Πόσο δε φοβερό και οικτρό ήταν το θέαμα της τελευταίας ώρας τους! Όταν δηλαδή οι συγκατάδικοι αντελαμβάνονταν πώς κάποιος πρίν από αυτούς επρόκειτο να αποθάνη, ενώ ακόμη είχε τις αισθήσεις του, τον περικύκλωναν. Και με δίψα, με πένθος, με επιθυμία, με αξιολύπητο ύφος και λυπητερά λόγια, κουνώντας το κεφάλι, υπέβαλλαν ερωτήσεις σ΄αυτόν πού έφευγε και με θερμή συμπάθεια του έλεγαν:

«Τι γίνεται αδελφέ και συγκατάδικε; Πώς βλέπεις τα πράγματα; Τι λέγεις; Τι ελπίζεις; Τι καταλαβαίνεις; Επέτυχες με τους κόπους σου αυτό πού εζητούσες ή δεν το κατόρθωσες; Άνοιξες ή ακόμη αισθάνεσαι ως ένοχος; Έφθασες ή απέτυχες; Έλαβες κάποια πληροφορία ή έχεις αβεβαία ελπίδα; Έλαβες άνεσι και ελευθερία ή ταλαντεύεται και αμφιβάλλει ακόμη ο λογισμός σου; Αισθάνθηκες μέσα στην καρδιά σου κάποιο φωτισμό ή βλέπεις ότι παραμένει ακόμη στο σκότος και στην ατιμία; Άκουσες μέσα σου καμμία φωνή να σου λέγη: «Ίδε υγιής γέγονας»; (Ιωάν. ε΄ 14) ή «αφέωνταί σοι αί αμαρτίαι»; (Λουκ. ζ΄ 48) ή «η πίστις σου σέσωκέ σε»; (Λουκ. ζ΄ 50). Ή μήπως αισθάνεσαι πώς ακούεις ακόμη την φωνή: «Αποστραφήτωσαν οι αμαρτωλοί είς τον άδην» (Ψαλμ. θ΄ 18) και «δήσαντες αυτού (=αφού του δέσετε) χείρας και πόδας εμβάλετε είς το σκότος» (Ματθ. κβ΄ 13) και «αρθήτω (=ας εκδιωχθή) ο ασεβής, ίνα μη ίδη την δόξαν Κυρίου»; (Ησ. κστ΄ 10). Τι λέγεις, αλήθεια, αδελφέ; Πές μας, σε ικετεύουμε, για να μάθωμε κι εμείς τι πρόκειται να συναντήσωμε. Για σένα πλέον έκλεισε η προθεσμία και δεν θα σου δοθή άλλη είς τον αιώνα».


Σ΄αυτά τα ερωτήματα άλλοι από τους ετοιμοθανάτους απαντούσαν: «Ευλογητός Κύριος, ός ούκ απέστησε (= απεμάκρυνε) την προσευχήν ημών, και το έλεος αυτού άφ΄ ημών» (Ψαλμ. ξε΄ 20). Άλλοι πάλι έλεγαν «Ευλογητός ο Κύριος πού δεν μας παρέδωσε στα δόντια τους να μας φάγουν» (Ψαλμ. ρκγ΄ 6). Άλλοι γεμάτοι οδύνη έλεγαν: «Άραγε θα κατορθώση η ψυχή μας να περάση το αδιαπέραστο ύδωρ, δηλαδή το πλήθος των πονηρών πνευμάτων του αέρος»; (πρβλ. Ψαλ. ρκγ΄ 5). Δεν ετολμούσαν ακόμη να ξεθαρρέψουν, αλλά εσκέπτονταν συνεχώς τί γίνεται σ΄εκείνο το κριτήριο.


Και άλλοι από αυτούς απαντούσαν με άλλα πιο οδυνηρά λόγια: «Αλλοίμονο στην ψυχή πού δεν εφύλαξε το μοναχικό επάγγελμα άσπιλο. Αυτή και μόνο την ώρα θα καταλάβη τι την περιμένει».


Εγώ δε πού είδα σ΄ αυτούς και άκουσα τούτα, παρ΄ ολίγο θα απελπιζόμουν βλέποντας και συγκρίνοντας την αδιαφορία μου με την ιδική τους κακοπάθεια.

Αλλά και η διαμονή και η διαρρύθμισις του τόπου αυτού ποια ήταν! Ήταν γεμάτη σκότος, γεμάτη δυσωδία, εντελώς ρυπαρά και ξηρά. Γι΄αυτό και πολύ σωστά ωνομάσθηκε Φυλακή και καταδίκη. Έτσι και μόνη η θέας της τοποθεσίας έφθανε για να διδάσκη την πλήρη μετάνοια και το πένθος.


Αυτά όμως πού για τους άλλους είναι δύσκολα, απαράδεκτα και ανεπιθύμητα, σε αυτούς που εξέπεσαν από την αρετή και τον πνευματικό πλούτο γίνονται ευχάριστα και ευπρόσδεκτα. Διότι η ψυχή πού εστερήθηκε την προηγουμένη παρρησία προς τον Θεόν, πού έχασε την ελπίδα της απαθείας, πού διέρρηξε την σφραγίδα της αγνότητος, πού της έκλεψαν τον πλούτο των χαρισμάτων, πού αποξενώθηκε από την θεία παρηγορία, πού αθέτησε το συμβόλαιό της με τον Κύριον, πού έσβησε μέσα της το χαριτωμένο πύρ των δακρύων, και πού πληγώνεται αναπολώντας αυτά και κεντάται οδυνηρά… όχι μόνο τους προηγουμένους κόπους τους δέχεται ολοπρόθυμα, αλλά, πολύ περισσότερο, επινοεί με ευσεβείς ασκήσεις να οδηγηθή στον θάνατον –εάν βέβαια απέμεινε μέσα της κάποιος σπινθήρ αγάπης ή φόβου του Κυρίου, όπως ακριβώς συνέβαινε σ΄αυτούς τους μακαρίους.

Έχοντας στον νου τους αυτά και αναλογιζόμενοι το ύψος από το οποίο εξέπεσαν, έλεγαν: «Εμνήσθημεν ημερών αρχαίων (Ψαλμ. ρμβ΄ 5), την πρώτη δηλαδή φλόγα του ζήλου μας». Άλλοι εφώναζαν προς τον Θεόν: «Πού είσι τα ελέη σου τα αρχαία Κύριε, ά έδειξας τη ψυχή ημών έν τη αληθεία σου; Μνήσθητι του ονειδισμού και του μόχθου των δούλων σου» (πρβλ. Ψαλμ. πη΄ 50-51).


Άλλος: «Ποιος να με εγύριζε στον παρελθόντα καιρό, στις ημέρες πού με επροστάτευε ο Θεός, τότε πού ο φωτεινός λύχνος Του έφεγγε επάνω από την κεφαλή μου, την κεφαλή της καρδιάς μου»; (Ιώβ κθ΄ 2-3).

Με πόση νοσταλγία ενθυμούντο τα προηγούμενα κατορθώματά τους, και κλαίοντας γι΄ αυτά σαν μικρά παιδιά, έλεγαν:

«Πού είναι η καθαρότης της προσευχής; Πού το θάρρος και η παρρησία της; Πού το γλυκύ δάκρυ αντί του τωρινού πικρού; Πού η ελπίς της τελείας αγνότητος και καθάρσεως; Πού η προσδοκία της μακαρίας απαθείας; Πού η πίστις προς τον Γέροντα; Πού η ενέργεια της προσευχής του σ΄εμάς; Εχάθηκαν όλα αυτά, εξέλιπαν σαν να μην υπήρξαν καθόλου, εξαφανίσθηκαν σαν ανύπαρκτα και διελύθησαν».

Ενώ έλεγαν αυτά και εθρηνούσαν, μερικοί προσεύχονταν να καταληφθούν από δαιμόνιο. Άλλοι ικέτευαν τον Κύριον να αποκτήσουν λέπρα. Άλλοι, να χάσουν την όρασί τους, και να γίνουν σ΄ όλους αξιολύπητο θέαμα. Άλλοι, να πέσουν παράλυτοι στο κρεββάτι, αρκεί μόνο να μη δοκιμάσου τά (μελλοντικά) εκείνα κολαστήρια.


Εγώ τότε, αγαπητοί μου, ξεχάσθηκα, εισήλθα ολόκληρος μέσα στο πένθος τους, και ο νούς μου αιχμαλωτίσθηκε εντελώς, χωρίς να μπορώ να τον επαναφέρω. Ας επιστρέψωμε όμως πάλι στην σειρά του λόγου.

Αφού παρέμεινα τριάντα ημέρες σ΄αυτήν την φυλακή, επιστρέφω ο ανυπομόνητος στο μεγάλο Κοινόβιο, στον Μέγαν, (τον Ηγούμενο δηλαδή). Αυτός δε ο πάνσοφος βλέποντάς με σαν να είμαι άλλος άνθρωπος και σαν να τα έχω χαμένα, κατάλαβε την αιτία και μου λέγει: «Τι συμβαίνει, πάτερ Ιωάννη; Είδες τους άθλους των αγωνιζομένων»;


Και εγώ του απήντησα: «Τους είδα, πάτερ μου, και τους εθαύμασα και εμακάρισα αυτούς πού έπεσαν και πενθούν, περισσότερο από εκείνους πού δεν έπεσαν και δεν πενθούν για τον εαυτό τους, διότι με την πτώσι τους εσηκώθηκαν και εστάθηκαν σε μία κατάστασι πού δεν κινδυνεύουν πλέον». Εκείνος δε μου είπε: «Πραγματικά, έτσι είναι».

Και έν συνεχεία με την αψευδή του γλώσσα μου διηγήθηκε: «Πρό δεκαετίας είχα εδώ έναν αδελφό με υπερβολικό ζήλο, αγωνιστή, και τόσο σπουδαίο, ώστε, καθώς τον έβλεπα να καίη μέσα του τέτοια φλόγα, έτρεμα και εφοβόμουν υπερβολικά τον φθόνο του διαβόλου, μήπως με την μεγάλη ταχύτητα που έτρεχε σκοντάψη σε κάποια πέτρα το πόδι του, πράγμα που συμβαίνει συνήθως σ΄αυτούς πού προχωρούν με ταχύτητα. Και αυτό (δυστυχώς) έγινε.

» Και αμέσως μετά την πτώσι του, αργά το βράδυ, έρχεται σε μένα, μου αποκαλύπτει γυμνό το τραύμα του, ζητεί έμπλαστρο, παρακαλείνα το καυτηριάσω, ανησυχεί υπερβολικά. Βλέποντας όμως τον ιατρό να μη θέλη να του φερθή απότομα -εφ΄ όσον άλλωστε άξιζε να τον συμπαθήση κανείς- ρίχνεται κάτω στο έδαφος, αγκαλιάζει τα πόδια μου, τα λούζει με άφθονα δάκρυα και ζητεί να καταδικασθή στην φυλακή αυτή που είδες.

«Είναι αδύνατο, εφώναζε, να μην πάω εκεί».

» Έτσι αναγκάζει να μεταβληθή η ευσπλαγχνία του ιατρού σε σκληρότητα – πράγμα σπάνιο μεταξύ των αρρώστων και εντελώς παράδοξο. Τρέχει γρήγορα και παίρνει θέσι ανάμεσα στους μετανοούντας, συμμερίζεται το πένθος τους και συμμετέχει σ΄αυτό πρόθυμα. Πληγώθηκε δε στην καρδιά από την λύπη για την αγάπη του Θεού σαν με ξίφος, με αποτέλεσμα να αποδημήση σε οκτώ ημέρες προς τον Κύριον, αφού προηγουμένως εζήτησε να μην αξιωθή ενταφιασμού. Εγώ όμως αντιθέτως, ως άξιο, και εδώ στο Κοινόβιο τον έφερα, και τον έθαψα μαζί με τους άλλους πατέρας. Έτσι μετά την εβδόμη ημέρα της σκλαβιάς, την ογδόη ημέρα ελύθηκε από τα δεσμά και ελευθερώθηκε(1).

Υπάρχει δε κάποιος(2) που αντελήφθηκε πολύ καλά, πώς ο προηγούμενος μοναχός δεν σηκώθηκε από τα ταπεινά πόδια μου, πρίν εξευμενίση τον Θεόν. Και δεν είναι άξιον απορίας. Διότι μέσα στην καρδιά του έβαλε την πίστι της πόρνης εκείνης του Ευαγγελίου, και με μία παρομοία πληροφορία κατάβρεξε και αυτός με τα δάκρυά του τα δικά μου αχρεία πόδια. Όπως δε είπε ο Κύριος, «πάντα δυνατά τώ πιστεύοντι» (Μαρκ. θ΄ 23).

....συνεχίζεται.....
O Κύριός μου κι ο Θεός μου!
User avatar
Matina
 
Posts: 1927
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:36 am

Re: ΚΛΙΜΑΞ, ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ

Unread postby Matina » Sat Nov 19, 2011 2:31 pm

.....συνέχεια από πριν....

6. Είδα ψυχές πού έρρεπαν με μανία στους σαρκικούς έρωτες. Αυτές λοιπόν αφού έλαβαν αφορμή μετανοίας από την γεύσι του αμαρτωλού έρωτος, μετέστρεψαν αυτόν τον έρωτα σε έρωτα προς τον Κύριον. Έτσι ξεπέρασαν αμέσως κάθε αίσθημα φόβου και εκεντρίσθηκαν στην άπληστη αγάπη του Θεού. Γι΄αυτό και ο Κύριος στην αγνή εκείνη πόρνη (Λουκ. ζ΄ 37-48) δεν είπε ότι εφοβήθηκε, αλλά «ότι ηγάπησε πολύ» και κατώρθωσε εύκολα να αποκρούση τον ένα έρωτα με τον άλλον.



7. Δεν το αγνοώ, θαυμαστοί μου φίλοι, ότι σε μερικούς τα κατορθώματα των μακαρίων αυτών ανθρώπων πού σας διηγήθηκα θα φανούν απίστευτα, σε άλλους δύσπιστα και σε άλλους ότι δημιουργούν απόγνωσι. Ο γενναίος όμως άνδρας μάλλον θα ωφεληθή. Θα πάρη από αυτά ένα κεντρί και ένα πυρωμένο βέλος και θα φύγη με φλογερό ζήλο στην καρδιά του. Αλλά και αυτός πού έχει ολιγώτερη προθυμία, θα καταλάβη την αδυναμία του, θα αποκτήση εύκολα ταπεινοφροσύνη με την αυτομεμψία και θα τρέξη πίσω από τον προηγούμενο. Δεν γνωρίζω μάλιστα μήπως και τον προφθάση. Αντίθετα ο αμελής άνδρας δεν πρέπει ούτε να πλησιάση (και να ακούση) αυτά που διηγήθηκα, μη τυχόν πέση σε τελεία απόγνωσι και σκορπίση και αυτό (το ολίγο) πού μέχρι τώρα κατορθώνει, και εφαρμοσθή έτσι σ΄ αυτόν ο λόγος της Γραφής: «Από αυτόν πού δεν έχει -προθυμία- και αυτό που νομίζει ότι έχει θα του αφαιρεθή» (Ματθ. κε΄ 29).


8. Δεν είναι δυνατόν σ΄εμάς πού επέσαμε στον λάκκο των ανομιών, να ανελκυσθούμε από εκεί, εάν δεν καταδυθούμε στην άβυσσο της ταπεινώσεως των μετανοούντων.



9. Διαφορετική είναι η θλιμμένη ταπείνωσις των πενθούντων και διαφορετικός ο έλεγχος και η καταδίκη της συνειδήσεως αυτών πού ακόμη περιπίπτουν σε αμαρτίες. Διαφορετική επίσης είναι «η μακαρία πλουτοταπείνωσις» που αποκτούν με την ενέργεια της θείας χάριτος οι τέλειοι. Ας μη βιασθούμε να γνωρίσωμε την τρίτη κατάστασι με λόγια, διότι αδίκως θα τρέξωμε. Της δευτέρας καταστάσεως γνώρισμα είναι η πλήρης υποδοχή και υπομονή κάθε ατιμίας. Εκείνον δε (πού ανήκει στην πρώτη περίπτωσι), τον άνθρωπο δηλαδή που πενθεί, τον τυραννούν πολλές φορές οι αμαρτωλές συνήθειες και αναμνήσεις του παρελθόντος. Και αυτό βέβαια δεν είναι κάτι το παράδοξο.


10. Ο λόγος για τις ένοχες πράξεις και για τις πτώσεις είναι σκοτεινός και ακατανόητος για κάθε ψυχή. Είναι δύσκολο να γνωρίζωμε ποιες πτώσεις μας προέρχονται από αμέλεια, ποιες από σκόπιμη εγκατάλειψι του Θεού και ποιές από αποστροφή του Θεού. Το μόνο πού κάποιος μου εξήγησε είναι, ότι όσες μας συμβαίνουν από σκόπιμη παραχώρησι του Θεού έχουν σύντομη επανόρθωσι, διότι ο Θεός πού μας παρέδωσε δεν μας αφίνει επί πολύ αιχμαλώτους σε αυτές.

...συνεχίζεται...
O Κύριός μου κι ο Θεός μου!
User avatar
Matina
 
Posts: 1927
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:36 am

Re: ΚΛΙΜΑΞ, ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ

Unread postby Matina » Sat Nov 19, 2011 2:34 pm

....συνέχεια από πριν...



11. Όσοι επέσαμε, ας πολεμήσωμε πρό πάντων τον δαίμονα της λύπης. Διότι αυτός έρχεται δίπλα μας την ώρα της προσευχής, μας ενθυμίζει την προηγουμένη μας παρρησία και προσπαθεί να αχρηστεύση την προσευχή μας.


12. Μη τρομάξης όταν πέφτης κάθε ημέρα, και μη εγκαταλείψης τον αγώνα. Αντιθέτως να ίστασαι ανδρείως και οπωσδήποτε να ευλαβηθή την υπομονή σου ο φύλαξ άγγελός σου. Όσο είναι ακόμη πρόσφατο και ζεστό το τραύμα, τόσο και ευκολώτερα θεραπεύεται. Ενώ τα τραύματα πού εχρόνισαν, σαν παραμελημένα και αποσκληρυμένα, δύσκολα θεραπεύονται, και χρειάζονται για να ιατρευθούν πολύ κόπο και νυστέρι και ξυράφι και το εδώ πύρ των καυτηριασμών, (δηλαδή το πύρ των εδώ θλίψεων, έν αντιθέσει με το μελλοντικό πύρ της κολάσεως).


13. Πολλά ψυχικά τραύματα πού εχρόνισαν είναι ανίατα. Στον Θεόν όμως όλα είναι δυνατά.

Πρίν από την πτώσι οι δαίμονες αποκαλούν τον Θεόν φιλάνθρωπο. Μετά όμως από την πτώσι τον αποκαλούν σκληρό.


14. Εάν μετά από την μεγάλη σου πτώσι πέσης και σε κάποιο μικρό αμάρτημα και σου ειπή ο λογισμός, «είθε να μην έπεφτες σ΄εκείνο το μεγάλο, τούτο το μικρό δεν είναι τίποτε το σπουδαίο», μην τον παραδεχθής αυτόν τον λογισμό. (Και τα μικρά πράγματα έχουν την σημασία τους). Πολλές φορές μάλιστα μερικά μικρά δώρα κατεπράϋναν τον μεγάλο θυμό του δικαστού.


15. Όποιος πραγματικά εξοφλεί αμαρτίες, την ημέρα πού δεν επένθησε την θεωρεί χαμένη, έστω και αν έπραξε κατ΄αυτήν μερικά άλλα καλά έργα.



16. Κανείς από τους πενθούντας άς μη περιμένη την πληροφορία της συγχωρήσεως την στιγμή του θανάτου. Διότι κάτι πού είναι άγνωστο είναι και αβέβαιο. Γι΄αυτό και κάποιος έλεγε: «Άφησέ με να αισθανθώ αναψυχή με την πληροφορία της συγχωρήσεως, πρίν αποθάνω και πρίν απέλθω από την ζωή αυτή απληροφόρητος» (πρβλ. Ψαλμ. λη΄ 14).



17. Όπου εμφανισθή το Πνεύμα του Κυρίου, ο δεσμός για τις αμαρτίες ελύθηκε. Όπου εμφανισθή απέραντη ταπείνωσις, ο δεσμός για τις αμαρτίες ελύθηκε. Όσοι τυχόν (έφυγαν από την ζωή) χωρίς αυτά τα δύο, άς μη πλανώνται. Είναι δεμένοι.



18. Μόνο αυτοί που ζούν στον κόσμο, μένουν ξένοι προς τις πληροφορίες πού ανέφερα, και μάλιστα στην πρώτη, (στην εμφάνισι της χάριτος του Αγίου Πνεύματος). Μερικοί από τους κοσμικούς αγωνίζονται με την ελεημοσύνη, και καταλαβαίνουν την ωφέλειά της την ώρα του θανάτου των.

19. Όποιος θρηνεί τον εαυτό του, δεν βλέπει τον θρήνο ή την πτώσι ή την επίπληξι του άλλου.


20. Ο σκύλος που εδαγκώθηκε από κάποιο θηρίο, εξαγριώνεται περισσότερο προς αυτό και από τον πόνο της πληγής μαίνεται σφοδρότερα εναντίον του. (Παρόμοια συμπεριφέρεται προς τους δαίμονες ο μοναχός που επληγώθηκε από αυτούς).

...συνεχίζεται...
O Κύριός μου κι ο Θεός μου!
User avatar
Matina
 
Posts: 1927
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:36 am

Re: ΚΛΙΜΑΞ, ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ

Unread postby Matina » Sat Nov 19, 2011 2:37 pm

...συνέχεια από πριν...



21. Όταν η συνείδησις παύση να μας ελέγχη για αμαρτίες, ας προσέξωμε μήπως αυτό δεν οφείλεται στην καθαρότητα, αλλά στην κόπωσι και άμβλυνσι αυτής, της συνειδήσεως, εξ αιτίας πλήθους αμαρτιών.


22. Απόδειξις ότι έσβησε το χρέος των αμαρτιών μας είναι το να θεωρούμε πάντοτε χρεώστη τον εαυτό μας.


23. Τίποτε δεν υπάρχει ίσο ή ανώτερο από τους οικτιρμούς του Θεού. Γι΄αυτό όποιος απελπίζεται σφάζη ο ίδιος τον εαυτό του.



24. Σημείο της πραγματικής και επιμελούς μετανοίας είναι το να θεωρούμε τον εαυτό μας άξιο για όλες τις θλίψεις πού μας συμβαίνουν -τις ορατές (που προέρχονται από τα πράγματα και από τους ανθρώπους) και τις αόρατες (πού προέρχονται από τους δαίμονας)- και για πολύ περισσότερες.


25. Ο Μωϋσής αφού αξιώθηκε να ιδή τον Θεόν στην βάτο, επέστρεψε πάλι στην Αίγυπτο, η οποία υποδηλοί το πνευματικό σκότος, και ίσως υποχρεώθηκε να κατασκευάζη πλίνθους στον Φαραώ, ο οποίος υποδηλοί τον διάβολο. Πλήν όμως πάλι ανέβηκε στην βάτο, και όχι μόνο σ΄αυτήν, αλλά και στο όρος Σινά, (το οποίο υποδηλοί τα ύψη των αρετών). Όποιος εννόησε το παράδειγμα, ποτέ δεν θα απελπισθή για την σωτηρία του. Επτώχευσε και ο μέγας Ιώβ, αλλ΄ έπειτα απέκτησε διπλάσιο πλούτο.



26. Στους ραθύμους οι πτώσεις μετά την μοναχική τους κλήσι είναι πολύ σοβαρές. Διότι πλήττουν την ελπίδα (της πνευματικής προόδου και κατακτήσεως) της απαθείας. Και διότι τους δημιουργούν την ιδέα ότι θα θεωρούνται ευτυχείς, εάν έστω κατορθώσουν και σηκωθούν από τον λάκκο (της αμαρτίας).



27. Πρόσεχε! Πρόσεχε καλά! Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να επιστρέψωμε από τον ίδιο δρόμο πού επλανηθήκαμε, αλλά από άλλον συντομώτερο, (από τον δρόμο δηλαδή της ταπεινώσεως).

28. Είδα δύο πού εβάδιζαν (πρόν τον Θεόν) καθ΄ όμοιο τρόπο και είς τον ίδιο καιρό. Ο ένας ήταν ηλικιωμένος και με περισσότερους ασκητικούς κόπους. Ο άλλος ήταν ένας νεαρός μαθητής, και «προέδραμε τάχιον» (= έτρεξε γρηγορότερα) από τον ηλικιωμένο, και «ήλθε πρώτος είς το μνημείον» (Ιωάν. κ΄ 4) της ταπεινώσεως.



29. Ας προσέξωμε όλοι, και ιδιαίτερα όσοι εγνωρίσαμε πτώσεις, να μη προσβληθή η καρδιά μας από την νόσο του ασεβούς Ωριγένους(3). Διότι η βδελυκτή αυτή νόσος, προβάλλοντας την φιλανθρωπία του Θεού, γίνεται ευπρόσδεκτη στους φιληδόνους.

«Με την μελέτη μου και την περισυλλογή μου θα ανάψη μέσα μου πυρ» (Ψαλμ. λη΄ 4). Μάλλον με την μετάνοιά μου θα ανάψη μέσα μου το πύρ της προσευχής, και αυτό θα κάψη κάθε αμαρτία(4).


30. Όρος για σένα και τύπος και υπογραμμός και παράδειγμα μετανοίας ας είναι οι προηγούμενοι άγιοι κατάδικοι, και δεν θα σου χρειασθή σε όλη την ζωή κανένα άλλο βιβλιο, έως ότου λάμψη εμπρός σου ο Χριστός, ο Υιός του Θεού και Θεός, κατά την ημέρα της αναστάσεως - εννοώ της πνευματικής αναστάσεως πού θα σου φέρη η πραγματική και επιμελής μετάνοια.


Εσύ πού μετανόησες, ανέβηκες στην Πέμπτη βαθμίδα.

Εκαθάρισες με την μετάνοια τις πέντε αισθήσεις και με την εκουσία τιμωρία και κόλασι εγλύτωσες την ακουσία.

-----------------------------

(1): Η εβδόμη ημέρα, αντίστοιχη προς το «νομικόν» Σάββατο, συμβολίζει την παρούσα ζωή των πειρασμών και θλίψεων. Η δε ογδόη υπερέχει του Σαββάτου και εικονίζει την μέλλουσα μακαριότητα και αιωνιότητα, εφ΄ όσον ευρίσκεται έξω από τον χρόνο πού ανακυκλείται με τις ημέρες της εβδομάδος και εφ΄ όσον είναι η ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίο


(2): Κατά πάσα πιθανότητα αυτός θα είναι ο ίδιος ο Ηγούμενος και το αποκρύπτει από ταπεινοφροσύνη, για να μη φανή ως διορατικός.


(3): Ο Ωριγένης (185-254 μ.Χ.) υπήρξε σπανία προσωπικότης. Φλογερός στην πίστι, μεγαλοφυής στην διάνοια, βαθύς και συναρπαστικός στην ερμηνεία της Γραφής, πολυμαθέστατος, πολυγραφώτατος και πατήρ της θεολογικής επιστήμης. Οι μεγάλοι Καππαδόκαι Πατέρες πολύ τον εκτιμούσαν. Δυστυχώς όμως περιέπεσε σε ωρισμένες πλάνες (αιωνιότης κόσμου, προΰπαρξις ψυχών, μη αιωνιότης κολάσεως κ.λ.π.) Τον έκτο μ.Χ. αιώνα, στους χρόνους δηλαδή της Κλίμακος, ετάρασσε την Εκκλησία και ιδιαίτερα τον μοναχισμό η λεγομένη Τρίτη φάσις των ωριγενιστικών ερίδων, οπότε η Ε΄Οικουμενική Σύνοδος (553 μ.Χ.) κατεδίκασε επισήμως τις κακοδοξίες του. Έτσι μέσα σ΄ αυτό το δυσμενές κλίμα δικαιολογείται η βαρειά αυτή έκφρασις της Κλίμακος για τον Ωριγένη.


(4): Η έννοια του χωρίου είναι, ότι θα εξαλειφθούν οι αμαρτίες μόνο κατά την διάρκεια της παρούσης ζωής με το πύρ της έν μετανοία προσευχής και όχι στην μέλλουσα ζωή με το πύρ της δικαιοκρισίας του Θεού, όπως εσφαλμένα υπεστήριζε ο Ωριγένης ομιλώντας περί μη αιωνιότητος της κολάσεως και περί αποκαταστάσεως των πάντων.

O Κύριός μου κι ο Θεός μου!
User avatar
Matina
 
Posts: 1927
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:36 am

Re: ΔΙΔΑΧΕΣ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

Unread postby Matina » Tue Nov 22, 2011 1:06 pm

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Όταν οι εχθροί έχουν υποχωρήσει και το φρούριο της συνείδησής μας ειρηνεύει, ο άνθρωπος αρχίζει να καταλαβαίνει τη βαθύτητα της ειρήνης του Θεού, όπως γράφει ο Απόστολος Παύλος προς Φιλιππησίους, ότι η ειρήνη του Θεού που υπερέχει κάθε νου, θα διαφυλάξει τις καρδιές σας και τα διανοήματά σας δια του Ιησού Χριστού (Φιλ. δ΄7) .

Εννοεί για το πώς διαπερνάει και ποτίζει τη διανόηση του ανθρώπου. Γιατί στην πραγματικότητα, εάν ο άνθρωπος δεν κατορθώσει να υποτάξει τέλεια τις επίμεμπτες απαιτήσεις των πέντε αισθήσεών του, με τη βοήθεια της εγκράτειας και της υπομονής, ουδέποτε θα ικανωθεί να αισθανθεί στους ψυχικούς του κόσμους, την εσωτερική χαρά που προέρχεται από το Θεό και από τις πνευματικές ανατάσεις.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
O Κύριός μου κι ο Θεός μου!
User avatar
Matina
 
Posts: 1927
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:36 am

Re: ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ

Unread postby Matina » Fri Nov 25, 2011 8:19 pm

Μοναχός


ΜΟΝΑΧΟΣ, στὸν κόσμο ἀπὸ τὸν κόσμο καθαρός,

χωρὶς διακοπὴ μιλάει μὲ τὸν Θεὸ μόνο,

ἀπὸ Ἐκεῖνον βλέπεται Ἐκεῖνον βλέποντας,

ἀπὸ Ἐκεῖνον ἀγαπιέται Ἐκεῖνον ἀγαπώντας,

γίνεται Φῶς μυστικὰ φωτιζόμενος.

Τὸν ἐπαινοῦν καὶ νοιώθει φτωχότερος.

Ἂν δικό τους τὸν νόμισαν, εἶναι σὰν ξένος κοντά τους.


Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Ὕμνοι Θείων Ἐρώτων
O Κύριός μου κι ο Θεός μου!
User avatar
Matina
 
Posts: 1927
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:36 am

Re: «ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ Έργα Ασκητικά»

Unread postby PanagiotisKats » Tue Nov 29, 2011 7:30 pm

ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΙΟ ΦΟΒΟ

Ο Άγιος Ιωάννης λέει στις Καθολικές Επιστολές : «Η τελεία αγάπη φυγαδεύει το φόβο» ( Α΄ Ιωάννου 4,18 ) .Άραγε τι θέλει μ’ αυτό να μας επισημάνει ο Άγιος; Ποιά άραγε ονομάζει αγάπη και ποιό φόβο; Ο προφήτης λέει στον ψαλμό: «Φοβήθητε τον Κύριο, πάντες οι άγιοι αυτού» ( Ψαλμ. 33,10 ) και χίλια άλλα παρόμοια βρίσκουμε στις Άγιες Γραφές. Αν λοιπόν και οι Άγιοι που τόσο αγαπούν τον Κύριο τον φοβούνται, πώς λέει: «Η αγάπη φυγαδεύει τον φόβο»; Θέλει να μας δείξει ο άγιος ότι είναι δύο είδη φόβων, ένας αρχικός και ένας τέλειος. Και ότι ο μεν ένας είναι χαρακτηριστικό των αρχαρίων, όπως θα λέγαμε, στην πνευματική ζωή, ο δε άλλος είναι χαρακτηριστικό των αγίων που έχουν πια τελειωθεί πνευματικά, αυτών που έφτασαν το μέτρο της άγιας αγάπης. Να, τί θέλω να πω: Κάνει κανείς το θέλημα του Θεού για το φόβο της τιμωρίας. Αυτός, όπως είπαμε, είναι ακόμα ολότελα αρχάριος. Δεν αγωνίζεται για το ίδιο το καλό, αλλά επειδή φοβάται τις τιμωρίες. Άλλος κάνει το θέλημα του Θεού επειδή αγαπάει το Θεό, επειδή χαίρεται ιδιαίτερα με το να είναι η ζωή του ευάρεστη στο Θεό. Αυτός γνωρίζει την ουσία του καλού, αυτός γεύτηκε τί σημαίνει να είναι κανείς ενωμένος με το Θεό. Αυτός είναι εκείνος που έχει αληθινή αγάπη, που ο άγιος την ονομάζει τέλεια. Και αυτή η αγάπη τον οδηγεί στον τέλειο φόβο. Γιατί αυτός φοβάται και κάνει το θέλημα του Θεού όχι από φόβο για τις τιμωρίες, όχι από φόβο μήπως κολαστεί, αλλά, όπως ακριβώς είπαμε, επειδή γεύτηκε τη γλυκύτητα που δοκιμάζει όποιος είναι ενωμένος με το Θεό, φοβάται μη τη χάσει, φοβάται μήπως τη στερηθεί. Αυτός λοιπόν ο τέλειος φόβος ,που προέρχεται απ’ αυτή την τέλεια αγάπη, απομακρύνει τον αρχικό φόβο». Είναι όμως αδύνατο να φτάσει κανείς διαφορετικά στον τέλειο φόβο, παρά μόνο με τον αρχικό…
PanagiotisKats
 

Next

Return to ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 1 guest