ΒΙΩΤΗ & ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, ΓΕΡΟΝΤΩΝ & ΑΣΚΗΤΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Λόγοι, διδαχές και παραινέσεις των Αγίων της Ορθοδοξίας μας προς διόρθωση της πορείας του βίου μας.

Re: ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ

Unread postby rose » Wed Jan 18, 2012 10:53 pm

Image

Η μάχη με τον εχθρό (διάβολο)

Επειδή πολλοί αναγνώστες θα θέλουν κάτι παραπάνω για το θέμα, ας αναφέρουμε επιγραμματικά λίγες πληροφορίες, προερχόμενες από το βιβλίο του π. Σίμωνα, σελ. 60-65.
Το χτύπημα του εχθρού ήρθε όταν, μετά από σειρά δαιμονικών οραμάτων με άγρια θηρία, ο Γέροντας (νέος & άπειρος ιερέας ακόμη, αν και πιστός, γεμάτος αγάπη & αγωνιστής της προσευχής) έπαψε να έχει ενοχλήσεις και ένιωσε ότι "νίκησε το διάβολο" και τον γελοιοποίησε. Η στιγμή εκείνη ήταν μια εγωιστική πτώση σε παγίδα και ο εχθρός τον χτύπησε καθώς κατέβαινε τη σκάλα του Λοιμωδών, αρχικά στο πρόσωπο και στη συνέχεια στην ψυχή.
Για την περίοδο εκείνη ο Γέροντας είχε πει: "Ήταν ο καιρός που τα δάκρυά μου έκαιγαν το πρόσωπό μου. Ζεματιστά δάκρυα". Η ταλαιπωρία του έπαψε όχι με τη βοήθεια της ψυχιατρικής, αλλά μετά από νηστείες, αγρυπνίες και πολλές επισκέψεις, με τη συντροφιά πιστών φίλων και χωριανών, στα μοναστήρια της Κρήτης. Στην Παναγία του Κουδουμά, κατά τον άγιο Γέροντα, δόθηκε η τελική νίκη κατά του εχθρού, μια νίκη της Παναγίας για χάρη του.

Σημειωτέον ότι η Μονή Κουδουμά (νότια νομού Ηρακλείου) είναι μία από τις πιο σημαντικές ορθόδοξες μονές της Κρήτης και πολλοί άγιοι έχουν αναδειχθεί εκεί, όπως οι άγιοι Παρθένιος και Ευμένιος (κοιμήθηκαν αρχές του 20ού αιώνα), Ιωακείμ ο Νάνος, Γεννάδιος ο μετέπειτα ασκητής της Ακουμιανής Γιαλιάς (νομού Ρεθύμνης) κ.λ.π. [για Γεννάδιο και Ιωακείμ].
http://1myblog.pblogs.gr/tags/gerontas-eymenios-gr.html
Xαίρε Μήτερ Δέσποινα της ζωής, χαίρε η προστάτις, των τιμώντων σε και φρουρός,
χαίρε η ελπίς μου, η δόξα και ισχύς μου μετά Θεόν η μόνη συ μου βοήθεια.
User avatar
rose
 
Posts: 636
Joined: Wed Nov 16, 2011 9:58 pm

Re: ΒΙΩΤΗ & ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, ΓΕΡΟΝΤΩΝ & ΑΣΚΗΤΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣ

Unread postby Matina » Thu Jan 19, 2012 12:51 pm

''ΕΙΔΑ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟN ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ''
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΡΙΑΜ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΜΟΝΗΣ ΧΙΟΥ.


Image

«Πρέπει με κάθε τρόπο να κερδίσουμε μία θέση στη Βασιλεία των Ουρανών Είπε ο κύριος ότι καλεί τους πάντες στη σωτηρία, δεν καλεί μόνο τους εκλεκτούς. Καλεί τους πάντες. Το διαβάζουμε κάθε ώρα και στιγμή, εν παντί καιρώ.

Ο Χριστός είναι ζωντανός κι είναι ανάμεσά μας. Είναι ολοφάνερος. Εγώ τον είδα ολοφάνερο. Τον είδα πάνω από το κελί μου. Είχε τη λάμψη του φεγγαριού, το τετράγωνο πλαίσιο μέσα στο οποίο καθόταν. Είχε ένα γαλήνιο πρόσωπο, τόσο που δεν το έχει αποδώσει καμία εικόνα, σαν τον Άγιο Μαντήλιο. Γαλήνη ξεχυνόταν από το πρόσωπό του, ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα αξέχαστο που με κοίταξε… Σαν ακτίνες κατέβαιναν κάτι φωτεινές λάμψεις προς εμένα, σαν να μου έλεγε, μην αμφιβάλλεις ότι είμαι ζωντανός. Όποιος πιστεύει δεν αμφιβάλλει.

Κάποιοι που αμφισβητούν την παρουσία του, λένε γιατί ο Χριστός επιτρέπει να γίνονται σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί; Αυτά τα κάνουν οι αμαρτίες μας. Οι Άγιοι Πατέρες μου λέγανε παλιά ότι η ψυχή που πηγαίνει πάνω από τέτοια γεγονότα, δεν παθαίνει τίποτα. Πηγαίνει ίσια στους ανοικτούς ουρανούς».

O Κύριός μου κι ο Θεός μου!
User avatar
Matina
 
Posts: 1934
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:36 am

π. Γεράσιμος Μικραγιαννανιτης, Υμνογράφος της Εκκλησιας

Unread postby Thrax » Thu Jan 19, 2012 5:03 pm

Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης. Μέρος Α'

Ὑμνογράφος τῆς μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας


Image

Ἡ ἀνωτέρα ὁμιλία ἐξεφωνήθη ὑπό τοῦ Γέροντος Σπυρίδωνος εἰς τόν Ἱερόν Ναόν Ἁγίου Ἐλευθερίου Ἀθηνῶν, τῇ δ΄ Κυριακῇ τῶν Νηστειών τοῦ ἔτους 2005.

Εὐλαβέστατο ἱερατεῖο, εὐσεβεστάτη ὁμήγυρις,
χαίρετε καί ἐνδυναμοῦσθε ἐν τῇ χάριτι τοῦ Κυρίου.

Ἡ προτρεπτική καί συνάμα παρακλητική πρόσκληση τοῦ σεβαστοῦ προϊσταμένου τοῦ Ἱεροῦ τούτου Ναοῦ μέ φέρνουν σήμερα κοντά σας, σ’ αὐτόν τόν ἱερό καί εὐλογημένο χῶρο, στήν εὐλογημένη σύναξη.
Ἡ Ἐκκλησία, κατά τήν ἱερά περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, προβάλλει ἀσκητικές μορφές τῆς Ὀρθοδοξίας γιά δύναμη καί καταρτισμό τῶν Μοναχῶν καί τῶν Ὀρθοδόξων, ὅπως σήμερον τόν ἅγιον Ἰωάννην τῆς Κλίμακος, ἡγούμενο τῆς Μονῆς Σινᾶ, μέγαν ἀσκητήν καί πολυγραφώτατον συγγραφέα.

Μέ κάλεσε νά μιλήσω. Νά μιλήσω γιά ποιόν; Τόν Γέροντά μου, τόν γερο-Γεράσιμο, τόν Ὑμνογράφο τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τόν πολυγραφώτατο καί ὁλιγομίλητο·
τόν κοινωνικώτατο καί ἀκοινώνητο· τόν χαριέντα καί σοβαρό· τόν γλυκύτατο καί στυφό· τόν πολυμαθέστατο καί ἁπλούστατο· τόν τραχύ καί ἄκακο· τόν αὐστηρό καί συμπαθητικό· τόν εὔκολο καί δύσκολο.

Πολύ παράξενα ὅμως σᾶς τόν διεζωγράφησα. Θά μοῦ εἰπῆτε, τί περίεργος ἄνθρωπος, σκέτος ὀξύμωρος. Ἔτσι εἶναι, ἀδελφοί μου, οἱ ἅγιοι καί ἄγριοι συνάμα ἀσκητές ἄλλοι στόν ἑαυτό τους, ἄλλοι στούς ἄλλους· ἄλλοι στούς μαλακούς, ἄλλοι στούς σκληρούς· ἄλλοι στούς πεπαιδευμένους, ἄλλοι στούς ἀπαιδεύτους· ἄλλοι στούς ἐργατικούς, ἄλλοι στούς ὀκνηρούς· ἄλλοι στούς ἀνευβλαβεῖς, καί ἄλλοι στούς εὐλαβεῖς.
Καί ἐν ὁλίγοις, διαφοροποιοῦνται κατ’ ἄτομο μέ γνώμονα τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Σύμφωνα μέ τόν συνομιλητή κινεῖται καί μιλεῖ. Δέν παίζει θέατρο. Δέν γνωρίζει ἀπό ὑποκρισία. «Σχηματίζεται τήν ἀρετήν οὐχ ὅπως ἀπαιτήση, ἀλλ’ ὅπως ὠφελήση» κατά τόν Πέτρο Δαμασκηνό.
Προσεκτικός καί διακριτικός δάσκαλος· ἀκουστής καί τοῦ πλέον ἀδαοῦς καί διορθωτής ταπεινός· ἐπιδεκτικός κάθε νέου ὀρθοῦ ἀκούσματος, τιμητής αὐστηρός πάσης παρεκκλίσεως πίστεως καί παραδόσεως· κρυφός ἐργάτης τῆς προσευχῆς, ἀλλά καί διακριτικός ἐκφραστής τῶν ὅσων ζῆ καί ἔζησε.
Οὐδέποτε προβάλλει τόν ἑαυτό του· τίς ἐπιδόσεις του τίς προσάπτει σέ ἄλλον. Ἀγωνίζεται νά ἀποφύγη τήν ὑπερηφάνεια καί συνεχῶς ἐπιτιμᾶ καί ὑποτιμᾶ τόν ἑαυτόν του. Ἀνεβαίνει τήν κλίμακα τῶν ἀρετῶν, κατεβάζοντας τήν ὑπόστασή του ἕως Ἄδου.

Ἔτσι σκιαγραφεῖται ὁ ἅγιος καί ἄγριος ἀσκητής. Αὐτός ἦταν ὁ γερο-Γεράσιμος γι’ αὐτόν θά ποῦμε λίγα λόγια. Λίγα, λέω, γιατί, ἐνῶ γνωρίζουμε πολλά ἀπ’ αὐτά πού βλέπαμε καί ἀκούγαμε, ἐν τούτοις ἡ ἐν Χριστῷ κρυφή ζωή του ἐλάχιστα, σχεδόν καθόλου, μᾶς ἀποκαλύφθηκε.
Στόν νοῦ του κυριαρχοῦσε πάντα τό γνωμικό· «ἀρετή ἀποκαλυπτομένη, μοιχεία παρά τῷ Θεῷ γνωρίζεται»· καί τό ἄλλο· «οὐαί ἐάν περισσεύσῃ τό ὄνομα ἡμῶν πλεῖον τῶν ἔργων ἡμῶν».
Γνωρίζω ἐπίσης, ὅτι παραβαίνω κάποια ἐντολή μιλώντας γι’ αὐτόν, ἀλλά θά μιλήσω, γιατί δέν θά σᾶς τόν παρουσιάσω οὐρανοκατέβατο ἄγγελο, ἅγιο, ἀλλά ἄνθρωπο ἁπλό, ἀγωνιζόμενο γιά τήν σωτηρία του, προσδοκῶντα δι’ αὐτῆς τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Θά σᾶς τόν παρουσιάσω, ὅπως τόν γνώρισα στά δεκαεπτά χρόνια, πρῶτα στήν Θεσσαλονίκη, τήν πατρίδα μου, καί ἔπειτα στό Ἅγιο Ὄρος, στήν Μικραγιάννα, μαζί μέ τούς ἀειμνήστους ἱερομονάχους Διονύσιον καί Μητροφάνην, τούς ἀνθρώπους πού ἀποτέλεσαν ὁρόσημα στή ζωή μου.
Ἀπό μικρός ἤμουν τακτικός στήν Ἐκκλησία τῆς Ἐνορίας μου, τόν Ἅγιον Θεράποντα Θεσσαλονίκης, καί ἀγαπώντας τίς ἀκολουθίες, μέ τήν βοήθεια τοῦ τότε προϊσταμένου τοῦ Ναοῦ, ἀειμνήστου πρεσβυτέρου-οἰκονόμου Παναγιώτου Καρατάσιου, μυήθηκα στήν ἐκκλησιαστική ζωή.

Ἔβλεπα στήν ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Θεράποντος ὅτι «ἐποιήθη ὑπό Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, Ὑμνογράφου τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας» καί ἐθαύμαζα καί ἀποροῦσα, πῶς μποροῦσε κάποιος ἄνθρωπος νά γράφῃ τέτοια πράγματα.
Ὁ παπα-Παναγιώτης μοῦ τόν παρουσίαζε ὅπως ἔπρεπε, καί ἐγώ τόν ἔπλαθα ὅπως ἤθελα. Τό Ἅγιο Ὄρος ἦταν γιά μένα ἕνα γνωστό-ἄγνωστο μυστήριο, γεμάτο ἔκσταση καί θαυμασμό. Ὁ παπα-Παναγιώτης ἦταν τακτικός ἐπισκέπτης του καί εἶχε γνωριμίες μέ πολλούς καί σπουδαίους ἀνθρώπους, πού τούς συμβουλευόταν γιά πολλά καί ποικίλα θέματα. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς ἦταν καί ὁ μακαριστός γέροντάς μου Γεράσιμος.


Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος
Ἐτήσια ἔκδοσις τῆς ἱερᾶς κοινοβιακῆς
Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους
Ἔτος 2008 ἀριθμ. 33
Ἐπιμέλεια κειμένου
Ἀναβάσεις - http://anavaseis.blogspot.com
Όσιε Παίσιε πρέσβευε υπέρ ημών
User avatar
Thrax
 
Posts: 349
Joined: Tue Nov 15, 2011 11:00 am
Location: Αττικη

Re: π. Γεράσιμος Μικραγιαννανιτης, Υμνογράφος της Εκκλησιας

Unread postby Thrax » Thu Jan 19, 2012 5:05 pm

Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης. Μέρος Β'

Ὑμνογράφος τῆς μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας



Image
Ἀλλ’ ἄς ἐπανέλθωμεν «ἐπί τό προκείμενον», κατά τήν ὄμορφη φράση πού λέγουν οἱ ἐγκωμιαστικοί λόγοι.
Ὁ ἀείμνηστος Γέροντας μου γεννήθηκε στήν Βόρειο Ἤπειρο, στό χωριό Δρόβιανη.
Οἱ κάτοικοί του ἀγαποῦσαν τά γράμματα καί γι’ αὐτό ἀπό παλιά εἶχαν πλούσια βιβλιοθήκη, ἀνώτερη καί ἀπό τοῦ Ἀργυροκάστρου, τήν ὁποία ἔκαψαν οἱ Γερμανοί μέ τήν ὀπισθοχώηρησή τους.

Σ’ αὐτό τό χωριό, λοιπόν, εἶδε τό φῶς ὁ Ἀθανάσιος (Ἀναστάσιος Γραίκας τοῦ Ἰωάννου καί τῆς Ἀθηνᾶς). Σ’ αὐτό τό χωριό φάνηκε ἡ κλίση του καί ἡ ἀγάπη του γιά τά γράμματα, ὅταν κατώρθωνε μέ τήν ἐξυπνάδα του νά περνᾷ δύο-δύο τίς τάξεις.
Ἀλλ’ ἔλα πού ἡ ζωή στό σκληροτράχαλο καί ἄγονο χωριό ἦταν δύσκολη καί ἀνάγκαζε τούς περισσοτέρους Δροβιανίτες νά ξενιτευθοῦν, ἄλλοι στόν ἑλλαδικό χῶρο, ἄλλοι στήν Αἴγυπτο, ἄλλοι στήν Ἀμερική, ἀποβλέποντας ἕνα καλύτερο αὔριο, ἔνα μέλλον πιό λαμπρό γι’ αὐτούς, γιά τούς ἄλλους στό χωριό. Ἴδιον τῶν ἀποδήμων νά ἀγαποῦν καί νά ἐνδιαφέρωνται γιά τήν γῆ πού τούς γέννησε.

Ἔτσι λοιπόν καί ὁ μικρός Ἀθανάσιος (Ἀναστάσιος) παίρνει τόν δρόμο τῆς ξενιτιᾶς πισωπερπατώντας, γιά νά βλέπῃ καί νά χορτάσῃ ὅσο μπορεῖ πιό πολύ τό χωριό του, νά τό τυπώσῃ στή μνήμη του. Βλέπει τό σχολεῖο του, τίς ἐκκλησίες, τό σπίτι του.

Μᾶλλον καταλάβαινε ὅτι δέν θά τά ξανάβλεπε. Ἔφυγε μιά καί καλή, ἀλλά κουβαλοῦσε ὅλες αὐτές τίς εἰκόνες καί τήν ζωή μέσα στό ἔξυπνο μυαλό του καί στήν ἁπαλή καρδιά του μέχρι τέλους καί ξύπναγαν ὅλα αὐτά καί ἐμφανίζονταν ἔντονα, ὅταν ἀργότερα ἐμεῖς σάν μικροί, σάν νέοι καλόγεροι ζητούσαμε νά μάθουμε γιά τήν ζωή του.
Ἔρχεται στήν Ἀθήνα. Μιά Ἀθήνα, ἔνα κράτος ταλαιπωρημένο ἀπό πολέμους καί διχόνοιες δολερές. Εὐτυχῶς, σπίτι, σχολεῖο, ἐκκλησία συνθέτουν τό τρίστρατο στή ζωή του.
Δέν ξεφεύγει ἀπ’ αὐτό, καί ἀποφεύγει ἔτσι τίς ἀναμίξεις σέ πολιτικά πάθη. Αἰτία· ὁ πόθος γιά σπουδή, γιά γράμματα, γι’ αὐτό καί ὁ ξενιτεμός του.
Μένοντας στό σπίτι τῆς θείας του, στό τότε ἁπλό καί ἄσημο Κολωνάκι, καί μάλιστα στήν Πατριάρχου Ἰωακείμ, βρίσκει τόν Ἅγιο Γεώργιο Ριζάρη, ἀναπαυτήριο τῆς ψυχῆς του. Ὄαση πνευματική στήν ἀθηναϊκή Σαχάρα τῶν πολιτικῶν δολοπλοκιῶν καί ἀλλαξοκυβερνήσεων. Πῶς νά μήν ξεκουράζεται ἡ σφριγηλή ψυχή του, ἐκείνη τήν στιγμή πού ἕνας μεγάλος Δεσπότης λειτουργεῖ ἐκεῖ; Ἄραγε ποιός νά εἶναι;
Εἶναι ὁ ἄγιος Νεκτάριος, ὁ πρᾶος καί γλυκύς, ὁ εἰρηνικός καί εἰρηνοποιός, ὁ ταπεινόφρων καί ἡσύχιος. Τό κήρυγμά του βγαίνει ἀπ’ τήν ζωή του. Καί ἡ ἐργάτιδα μέλισσα ρουφᾶ τό νέκταρ ἀπό τό ὄμορφο καί εὐωδιαστό λουλούδι, καί τό βάζει στήν κηρύθρα της. Ποῦ νά φανταζόντουσαν καί οἱ δύο, ὅτι ὁ ἕνας θά ἁγίαζε καί ὁ ἄλλος θά τόν ὑμνοῦσε;
Κυλᾶ ἡ ζωή καί τό Βορειοηπειρωτάκι γίνεται ἔφηβος μέ καλές ἐπιδόσεις στά γράμματα καί πολλές μαθησιακές ἐφέσεις. Ἡ δίψα του γιά τά γράμματα δέν σβήνει. Καί πῶς νά σβήσῃ, ὅταν γι’ αὐτά καί μόνο ξενιτεύθηκε καί ἔφυγε ἀπό τό χωριό τῶν δασκάλων γιά τήν πόλη τῶν σοφῶν καί φιλοσόφων; Ἀπό τό πετρῶδες χωριό, στή πλατειά Ἀθήνα, ἀπό τό ξερό καί ἄνυδρο, στή καταπράσινη Ἀττική, ἀπό τήν ἤρεμη καί ἥσυχη ζωή, στόν θόρυβο.
Ἀλλ’ ὅμως «Ἄλλαι μέν βουλαί ἀνθρώπων, ἄλλα δέ Θεός κελεύει». Ὁ Ἅγιος Θεός τοῦ ἐπεφύλασσε ἄλλα, καλύτερα καί μεγαλύτερα. «Οὕς καί πρόωρισε, τούτους καί ἐκάλεσε, οὕς δέ ἐκάλεσε, τούτους καί ἐδόξασε», κατά τόν ἅγιο ἀπόστολο Παῦλο. Τό θεϊκό κτύπημα στή πόρτα τῆς καρδιᾶς τοῦ τό ἄκουσε ἀμέσως. Τό ἄκουσε καί ἄνοιξε.
Ἕνας καλόγερος στό νεανικό του διάβα, μιά ἁπλή γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς κουβέντα, ἀρκοῦσαν γιά νά βάλουν φωτιά στό νεαρό Δροβιανίτη καί νά δώσῃ φλεγόμενος μιά ὑπόσχεση. Καί ἔτσι ὁ ζηλωτής τῶν γραμμάτων «ζηλεῖ τά κρείττονα», τά πνευματικά, καί κρυφά ἀπό τούς δικούς ἔρχεται στό Περιβόλι τῆς Παναγίας, γιά νά φυτευθῇ ἐκεῖ. Καί ποῦ; Στή Μικραγιάννα.
Φθάνει στήν Δάφνη μέ τό καράβι. Ἡ θέα ἀπό μακρυά τοῦ Ἄθω τόν συναρπάζει, τόν ἐνθουσιάζει, τοῦ ἀνοίγει πρόωρα τό στόμα σέ δοξολογία καί αἷνο τοῦ Θεοῦ.
Φθάνει σέ ἕνα χῶρο πού λίγο-πολύ ἔμοιαζε μέ τό χωριό του. «Ἐν γῆ ἐρήμῳ καί ἀβάτῳ καί ἀνύδρῳ», ὅπως ἀργότερα θά διαβάζῃ στό Ψαλτήρι. Βέβαια πιό δύσβατη, πιό ἔρημη, πιό ἄνυδρη ἡ Μικραγιάννα. Ἡ βροχή γέμιζε τήν πελεκημένη στό βράχο μέσα στερνούλα. Δέν τόν ἔνοιαζε ὅμως! «Πῦρ πνέων», παραμέριζε τήν ἐνθύμηση τῶν Ἀθηνῶν και τά τότε καλά της, καί ἔλεγε: «Ὡς ὡραῖος οὗτος ὁ τόπος. Αὕτη ἡ κατάπαυσίς μου εἰς αἰῶνα αἰῶνος. Ὧδε κατοικήσω, ὅτι ἡρετισάμην αὐτήν».
Ἀγαποῦσε τήν ἡσυχία, τήν μητέρα τῆς φιλοσοφίας, τά γράμματα, τήν μοναξιά, καί τήν βρῆκε. Βρέθηκε σέ πέλαγος μαθήσεως. Ἔψαχνε γιά πνευματικό ὁδηγό καί βρῆκε ἁπλό, ἅγιο καί ἀνεπιτήδευτο ἄνθρωπο, πού γνώριζε Ἰησοῦν Χριστόν καί τοῦτον Ἐσταυρωμένον.
Τί ἄλλο μποροῦσε νά θέλῃ; Ἡ σωτηρία του ἐξαρτῶνταν πλέον ἀπό τόν ἴδιο μέ τήν ὑπομονή, τή ὑπακοή καί τήν ἐπιμονή στά δύο πρῶτα.

Ἔτσι μ’ ἕνα θεϊκό καυστῆρα διαρκῶς φλογιζόμενο ἀρχίζει ὁ ἀγώνας. Ἡ ἀρετή τῆς ξενιτείας πρώτη-πρώτη τόν ἐπισκέπτεται, καί ἀπαρνεῖται σύντομα τήν ἔξω ζωή πού τόν ἔφερε στή Ἀθήνα μέ τίς ἀνέσεις της.
Λησμονεῖ μέ ἀγῶνα τούς γονεῖς, τούς συγγενεῖς, τό ὅμορφο καί ἄγριο χωριό μέ τά πουλάκια νά κελαϊδοῦν τήν ἀκατάπαυστη δοξολογία, καί προσεύχεται θερμά γιά ὅλους, ἀκόμα καί γι’ αὐτούς πού πολέμησαν τήν φυγή του.
Ἐδῶ τήν Ἀθήνα τῆς ἀνέσεως τήν διαδέχεται ἡ κακοτράχηλη Μικραγιάννα· τά ροῦχα τά καλά, τά φτωχά καί μπαλωμένα· τά παπούτσια, τά τσαρούχια τά φτιαγμένα ἀπό δέρμα γουρουνιοῦ.
Τά γράμματα πρός τό παρόν στό περιθώριο (ἦλθα νά σώσω τήν ψυχή μου). Μαθητεύει στήν ἐκκοπή τοῦ θελήματος· γράμματα, ἡ ὑπακοή· βιβλίο τό ἐργόχειρο· μολύβια, τά ἐργαλεῖα τοῦ ἐργοχείρου. Ἐργόχειρο, σφραγίδες προσφόρων καί κουτάλια· σκληρό ἐργόχειρο.
Τά μαλακά χέρια γίνονται σκληρά. Κόβεται ἀπό τά μαχαίρια τοῦ ἐργοχείρου, ἀλλά ἐκεῖ· δέν τό βάζει κάτω. Τό θέλημα κομμένο.
Πτωχεία κατά Θεόν. Ἐπιμέλεια στό ἐργόχειρο, πού γίνεται ἀπαρχή τῆς ἐπιμελημένης καί προσεκτικῆς στό μέλλον ζωῆς του. «Ἡ ἀμέλεια τοῦ μοναχοῦ στό ἐργόχειρό του ἀνατρέπει τήν πνευματική του ζωή», λέγει ὁ ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος καί ὁ δόκιμος τό τυπώνει μέσα του. Ἀργότερα ἡ εὐταξία του καί ἡ τυπικότητά του ἀπό τήν τάξη του στό ἐργόχειρο διακρίνονταν πιό εὔκολα καί στήν μετέπειτα καλογερική του ζωή.



Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος
Ἐτήσια ἔκδοσις τῆς ἱερᾶς κοινοβιακῆς
Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους
Ἔτος 2008 ἀριθμ. 33
Ἐπιμέλεια κειμένου
Ἀναβάσεις - http://anavaseis.blogspot.com
Όσιε Παίσιε πρέσβευε υπέρ ημών
User avatar
Thrax
 
Posts: 349
Joined: Tue Nov 15, 2011 11:00 am
Location: Αττικη

Re: π. Γεράσιμος Μικραγιαννανιτης, Υμνογράφος της Εκκλησιας

Unread postby Thrax » Thu Jan 19, 2012 5:07 pm

Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης. Μέρος Γ'

Ὑμνογράφος τῆς μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας


Image

Ἔτσι κυλοῦν τά δύο χρόνια μέ ἐπιδόσεις στήν ὑπομονή, στήν ὑπακοή καί στήν ἐπιμονή. Ἄς μή λησμονοῦμε ὅτι ὑποτάχθηκε ἐθελουσίως ὁ πανέξυπνος σέ ἁπλό καί ὁλιγογράμματο ἄνθρωπο μέ ἁπλή καρδιά, χωρίς κἄν νά τό διακρίνῃ. Εἶναι μαρτύριο, ἀδελφοί μου, αὐτό καί «ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος σωθήσεται», κατά τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ προθυμία του καί ὁ ζῆλος θά ἐπαινεθοῦν καί θά βραβευθοῦν μέ τήν κουρά του. «Πρόσδεξαι τόν δοῦλον σου Γεράσιμον μοναχόν εἰς τήν πνευματικήν σου ποίμνην». «Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντός μοι, Τίμιε Πάτερ. Ἡ ἀποδοχή φέρνει τίς ὑποσχέσεις. Ὑποσχέσεις πού τήρησε μέχρι τέλους.
Ἡ δοκιμή τελείωσε, ἡ δοκιμασία ἀρχίζει, ἀτέλειωτη. Πρώτη καί καλύτερη καί χειρότερη, ἡ φυγή τοῦ Γέροντά του. Δέν μᾶς νοιάζει γιατί. Μᾶς ἐνδιαφέρει πού μένει μόνος, νέος, ἄγουρος, ἄπειρος.
Ἔμεινε χωρίς πνευματικό μπαστούνι, ἀνάπηρος, ὀρφανός. Γιατί ἀπό τώρα ἡ δοκιμασία; Τί εἶδε ὁ Θεός καί τό ἐπέτρεψε; Τόν βρῆκε ἕτοιμο; Τόν βρῆκε δυνατό; Τώρα πού χρειαζόταν παράκληση, παρηγορία, βρέθηκε ἀπαράκλητος, Κύριος γινώσκει. Ἡ δοκιμασία αὐτή τόν βρῆκε δόκιμο ἐργάτη τῆς μοναχικῆς ζωῆς.

Δέν πτοήθηκε ἀπό τόν πειρασμό τῆς μονώσεως. Δέν λιγοψύχησε στούς ποικίλους πειρασμούς. Ἔμεινε ὄρθιος στό μετερίζι του, στήν καλύβη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, μέ ἅγιο πεῖσμα, μέ ζῆλο φωτιά. Εἶπε τότε, θά πεθάνω ἐδῶ, ἀλλ’ ἀπό τόν Τίμιο Πρόδρομο δέν φεύγω. Καί ὁ Τίμιος Πρόδρομος δέν ἔφυγε ἀπό κοντά του. Ἀπομακρυνόταν, ἀλλά δέν ἔφευγε. Τόν εἶδε ὁ γερο-Ἐφραίμ ὁ Ταλαίπωρος, ἔξω ἀπό τήν καλύβα στόν Τίμιο Πρόδρομο, καί μέ ἀπορία τόν ρώτησε τί θέλει ἐκεῖ, καί τοῦ ἀπάντησε ὅτι προσέχει τό καλογέρι του, πού ἀσκητεύει μόνο στό κελλί μέσα.
Καί ὁ Γεράσιμος ἔμεινε πιστός στήν κλήση του, στά παραγγέλματα τῆς καλογερικῆς, στίς ὑποσχέσεις του. Ἀλλά ὅλα βραβεύονταν, καί ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐπεσκίαζε σιγά-σιγά. Στά πρῶτα του βήματα γνωρίζεται μέ τόν πρῶτο του πνευματικό, τόν περίφημο παπα-Ἰγνάτιο στά Κατουνάκια, ἄνθρωπο ἁπλούστατο, ἄγιο λιμάνι μετανοίας, σωτηρία ψυχῆς, ὁδηγό πρακτικῆς ἀρετῆς, φίλο καί συνασκητή τῶν μεγάλων πνευματικῶν τῆς Μικραγιάννας καί τοῦ Ἁγίου Ὄρους, Γρηγορίου καί Σάββα.
Ἐκεῖ «ἐξαγγέλλει τά τῆς καρδίας του κρυπτά», τά ἀγαθά σκιρτήματα τῆς καρδίας του καί τά σκουπίδια τῶν λογισμῶν. Καί αὐτός, γιατρός καλός, πρᾶος καί μειλίχιος «ἐπιχέει ἔλαιον καί οἶνον» στήν ψυχή τοῦ μικροῦ, κατά τήν καλογερική ζωή, Γερασίμου, καί τόν παρηγορεῖ στίς θλίψεις του καί τόν γιατρεύει καί τόν σηκώνει «ἀπό κλίνης ὀδυνηρᾶς καί στρωμνῆς κακώσεως». Καί ἡ ζωή συνεχίζεται γλυκιά καί πικρή, ἁπαλή καί σκληρή. Ἡ πρώτη του παρηγοριά μετά τήν φυγή τοῦ γέροντά του.
Ἀλλά καί ὁ παπα-Ἰγνάτιος μεθίσταται ἐκ τῶν προσκαίρων. Πάλιν ὁ Γεράσιμος ὀρφανός, πάλιν μόνος. Πάλιν λογισμοί. «Ἀλλ’ ὁ πάντα πρός τά τοῦ πλάσματος συμφέρον οἰκονομῶν» Θεός, τόν ἀνταμείβει καί τοῦ χαρίζει νέο πνευματικό θησαυρό, θεωρητικό μεγάλο τῆς νοερᾶς προσευχῆς, διορατικό ἄνθρωπο, ἔγκλειστο, διακριτικό καθοδηγητή, τόν Καλλίνικο τόν Ἡσυχαστή.
Σέ καλό μέτρο ἡλικίας πού βρίσκεται καί μέ τήν πρακτική ἀρετή ζυμωμένος βρίσκει τόν ἑαυτό του στερημένο τῆς θεωρίας καί γίνεται μαθητής καί φοιτητή τοῦ Καλλινίκου καί σάν ἔξυπνος ὁ Γερασιμάκης, χαϊδευτικό διότι ἦτο μικρόσωμος καί ἀδύνατος, σιωπᾶ καί ἀκούει.
Τυπώνει μέσα του μέ ἀνεξίτηλο μελάνι «ἅ βλέπει καί ἀκούει» καί σάν σφουγγάρι ρουφᾶ καί τήν τελευταῖα σταγόνα τῶν λόγων τοῦ Καλλινίκου καί τόν κρατᾶ θησαυρό διπλοκλειδωμένο. Ἁναλογίζεσθε τί πράξη θά ἔκανε ὁ καλός μαθητής τά λόγια τοῦ δασκάλου του; Γίνεται μύστης τῶν ἀπορρήτων, μπαίνει στά ἄδυτα. Γνωρίζει τά ἄγνωστα. Ἐργάζεται γιά νά γεωργήση τήν ζωή του, καί ἔτσι τά θεωρητικά τοῦ Καλλινίκου συμπληρώνουν τά πρακτικά τοῦ παπα-Ἰγνατίου.
Καί ὁ Γεράσιμος μεγαλώνει στήν ἡλικία καί στά πνευματικά. Στήν καλογερική του νεότητα δέν στερεῖται καί τῆς συναναστροφῆς καί ἑνός ἄλλου σπουδαίου καί σοφοῦ γείτονα, τοῦ γερο-Δανιήλ Σμυρναίου, τοῦ ἱδρυτῃ τῆς γνωστῆς ἀδελφότητος τῶν Δανιηλαίων.
Τά λόγια του, ζείδωρη αὔρα, δροσίζουν παντοιοτρόπως τήν φλεγομένη ἀπό θεῖο ἔρωτα καρδία τοῦ καλογεριοῦ.
Τί εὐλογημένη γειτονιά! Μικραγιάννα, Καρούλια, Κατουνάκια. Τί περιβόλι ὄμορφο καί εὐωδιαστικό ! Οἱ ἀλάλητοι στεναγμοί ἁγιάζουν τόν ἀέρα καί οἱ ἀσκητικοί ἀγῶνες ποτίζουν τήν ἔρημη γῆ καί βγάζει καρπούς, σωσμένους ἀνθρώπους, καλούς καλογήρους.
Όσιε Παίσιε πρέσβευε υπέρ ημών
User avatar
Thrax
 
Posts: 349
Joined: Tue Nov 15, 2011 11:00 am
Location: Αττικη

Re: π. Γεράσιμος Μικραγιαννανιτης, Υμνογράφος της Εκκλησιας

Unread postby Thrax » Thu Jan 19, 2012 5:08 pm

Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης. Μέρος Δ'

Ὑμνογράφος τῆς μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας


Image

Οὐράνιοι ἄνθρωποι, ἐπίγειοι Ἄγγελοι. Περίοδος ἀναγεννήσεως τοῦ μοναχικοῦ φρονήματος μετά τίς ἐθνικές περιπέτειες τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς καί τῆς Ὀκτωβριανῆς Ἐπαναστάσεως. «Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα», Ἅγιος Βασίλειος, Κερασιά, Καυσοκαλύβια, Βίγλα, Ἅγ. Πέτρος, Ἁγ. Ἄννα, Νέα Σκήτη, ὅλες ἔχουν νά ἐπιδείξουν ἁγίους ἀνθρώπους, ἀξίους καλόγερους, ἀφανεῖς ἥρωες τῆς σκληρῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. Ἔτσι ἡ ὀρφάνια τοῦ Γερασιμάκη ἦταν πρόσκαιρη.
Αὐτά τά πνευματικά ἀναστήματα πού ὑπῆρχαν καί ἄλλα πού δειλά-δειλά ἀναφαίνονταν τόν βοηθοῦσαν, τόν συγκρατοῦσαν. Καί ἡ ἀνάβασις συνεχίζεται. Ἡ κορυφή τοῦ Ἄθω εἶναι ψηλά καί ὅποιος ἀνεβεῖ ἐκεῖ βλέπει καί θαυμάζει «ἅ ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη».
Στό ἐργόχειρό του τό πτωχό καί ταπεινό ἔχει συνεργάτη τήν εὐχή· τήν σωτήριο εὐχή. Συμπορεύεται μέ τήν προσοχή γιά τό φτιάξιμο τοῦ σφραγιδιοῦ, τοῦ κουταλιοῦ. Ἐργάζεται καί γιά τά δύο, ἐργάτης τοῦ πνευματικοῦ καί τοῦ ὑλικοῦ. Ἡ διαρκής εὐχή θαυματουργεῖ, μπαίνει μέσα του καί γι’ αὐτό τά χέρια του δουλεύουν ἀσταμάτητα καί εὐθυγραμμισμένα.

Βραβεῖο τοῦ ἀγῶνα του τά καλά καί ἐπιμελημένα σφραγίδια καί κουτάλια.
Ἅλλος βέβαια τά κινεῖ τά χέρια του, ὅπως ἀργότερα θά εἰπῇ καί γιά τά ὑμνογραφήματά του. Βλέπει ὅμως συγχρόνως ὅτι «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνον ζήσεται ἄνθρωπος» καί ἀρχίζει καί μειώνει, λιγοστεύει τήν ἐπιδοσή του στό ἐργόχεριο καί λίγο-λίγο ἐργάζεται γιά τά πρός τό ζῆν καί ἀσχολεῖται πλέον μέ τό διάβασμα καί τό γράψιμο· «σῶμα ἐργάζου ἵνα τραφῇς, ψυχή νῆφε ἵνα σωθῇς», καί ἡ νῆψις ὀλίγον κατ’ ὀλίγον κατοικεῖ μέσα του.
Παίρνοντας εὐλογημένη ὁρμή ἀπό τήν ἀνάγνωση τῶν πατερικῶν κειμένων, δέν τοῦ ἀρκοῦν πλεόν οἱ ἀναγνώσεις τῆς ἀκολουθίας στήν Ἐκκλησία. Ἀσχολεῖται μέ τήν σωτήριο εὐχή και διαβάζει ἀπό τούς Πατέρες ὅ,τι πρέπει, ὅ,τι μπορεῖ, σύμφωνα μέ τίς πνευματικές του δυνάμεις. Αὐτό ἀργότερα μᾶς τό μεταφέρει πατρικά καί πρακτικά. «Ὅταν πηγαίνουμε στό Δημοτικό σχολεῖο, δέν διαβάζουμε μαθήματα τοῦ Πανεπηστημίου. Κίνδυνος παρανοήσεως καί παραξηγήσεως, παιδιά μου». Λόγια μεστά διακριτικῆς σοφίας.
Οἱ «ἐν Ἀθήναις» γνώσεις του τόν βοηθοῦν, διότι ὠφελήθηκε ἐξ ἑλληνικῶν λόγων στό νά καταλαβαίνῃ τούς Πατέρας. Διαβάζει ἀσταμάτητα. Ἀποταμιεύει ὅσα μπορεῖ νοήματα, πού μέ τή βοήθεια τῆς ἁγίας εὐχῆς τοῦ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με» τυπώνονται μέσα του, καί ἡ ἀνάβασις συνεχίζεται. Βραβεύεται ἡ ἐργατικότητά του καί ἡ σωστή καλογερική μέ τάλαντο. Δέν τό κρύβει, ἀλλά ἐργάζεται μ’ ὅλη του τήν δύναμη νά τό παρουσιάσῃ αὐξημένο.
Ὁ Δωρεοδότης δίδει καί δωρεοδόχος παίρνει, γιά νά ἀνταποδώσῃ εὐχαριστώντας «ὅλῃ ψυχῇ καί διάνοιᾳ». «Ἡ τοῦ θείου Πνεύματος ἐπιδημήσασα δύναμις» ἔρχεται καί στόν πατέρα Γεράσιμο «ὡς ἦχος φερομένης βιαίας πνοῆς» καί πληροῖ τόν οἶκον τῆς ψυχῆς του καί τόν σπρώχνει στήν βουλή τοῦ Θεοῦ. Τόν θέλει Ὑμνογράφο τῶν μεγαλείων Του, τῶν εὐαρεστησάντων Αὐτόν Ἁγίων Του.
Τόν ἐκλέγει. Τόν χαριτώνει. Τοῦ ἐπιτρέπει πειρασμούς, ἀλλά καί δύναμη νά τούς σηκώνῃ καί νά τούς ἀντιμετωπίζῃ. Τόν ταπεινώνει, γιά νά μή χάσῃ. Τόν φωτίζει νά γράφῃ, ἀλλά καί νά ζητῇ: «Φώτισόν μου τό σκότος», ὅπως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Τόν θέλει «υἱόν του κατά χάριν».
Καί ὁ Γεράσιμος ὑπακούει καί ἡ κάθοδος τῆς φλογός ἀρχίζει καί συνεχίζεται. «Λάλει Κύριε καί ὁ δοῦλος Σου ἀκούει».
Ἀρχίζει ἡ συγγραφή. Πρῶτο ὑμνογραφικό ἔργο σήν Παναγία, σημάδι τῆς ἀγάπης του γι’ αὐτή, ἀναγνώριση τῆς κυριότητος τοῦ τόπου Της, παράκληση γιά τήν πρεσβεία Της, σιγουριά γιά τήν κατάληξή του. Καί γράφει. Γράφει τά πρῶτα, τά δεύτερα, τά τρίτα. Δέν μένει μόνο στά γραπτά, στόν ἄγουρό του λόγο. Ταπεινώνεται. Ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι νέος καί ἄπειρος καί τά δείχνει στούς τότε σοφούς καί γνῶστες τοῦ εἴδους, ὅπως ὁ Εὐλόγιος Κουρίλας, Καθηγητής Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
Ζητεῖ παρατηρήσεις, διορθώσεις, προτάσεις. Ἡ ταπείνωσή του βραβεύεται μέ τίς προτροπές καί τούς ἐπαίνους. Κάθε ἀρχή καί δύσκολη, ἀλλά καί λόγος καλός γιά τήν συνέχιση. Καί συνεχίζει νά γράφει.

Ὑμνεῖ τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, τῆς Κυρίας Θεοτόκου, τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ Ἁγίων. Πῶς ἄραγε γράφει; Ἔτσι; Ἁπλᾶ; Ἀβίαστα; Χωρίς τίποτε; Χωρίς ἐπίκληση; Ὄχι ἀδελφοί μου. Ὅλη του ἡ ζωή ἦταν προσευχή. Ἡ εὐχή ἦταν ἡ ἀναπνοή του καί τό «ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν» ἡ ὁλοήμερος ἐπίκλησή του.
Τό ζητοῦσε μέ μεγάλη ταπείνωση, γιατί γι’ αὐτό ξενιτεύθηκε, καί ὁ Θεός «ἔτεινε εὐήκοον οὖς» καί τοῦ ἔλεγε: «Πατήρ σου καί Μήτηρ σου καί ἀδελφός σου εἰμί», μή φοβᾶσαι, «ἔτι σοῦ λαλοῦντος, ἐγώ πάρειμι. Καί αὐτό τό εἶχε πιστέψει, τό εἶχε χωνέψει, ὅτι τίποτε δέν εἶναι δικό του στή ζωή του, πολύ μᾶλλον αὐτό τό χάρισμα. Γι’ αὐτό καί πάντοτε διεκήρυττε ὅτι «Θεοῦ τό δῶρον, οὐκ ἐξ ἡμῶν».
«Ὁ Θεός χρησιμοποιεῖ τό χέρι μου σ’ αὐτά. Δέν εἶναι δικά μου. Μόνα τους βγαίνουν. Ἄλλος μοῦ τά λέει», καί ἄλλα παρόμοια. Τά ἔλεγε καί τά πίστευε. Δέν ταπεινολογοῦσε κενολογώντας ψευδόμενος, διότι «τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἦν ἐν αὐτῷ» καί στά γραπτά του.

Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος
Ἐτήσια ἔκδοσις τῆς ἱερᾶς κοινοβιακῆς
Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους
Ἔτος 2008 ἀριθμ. 33
Ἐπιμέλεια κειμένου
Ἀναβάσεις - http://anavaseis.blogspot.com
Όσιε Παίσιε πρέσβευε υπέρ ημών
User avatar
Thrax
 
Posts: 349
Joined: Tue Nov 15, 2011 11:00 am
Location: Αττικη

Re: π. Γεράσιμος Μικραγιαννανιτης, Υμνογράφος της Εκκλησιας

Unread postby Thrax » Thu Jan 19, 2012 5:11 pm

Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης. Μέρος Ε'

Image

Καί ἡ ἡλικία περνάει καί ὁ χρόνος τρέχει, χωρίς νά γυρίζῃ πίσω. Μαζί μέ τήν πνευματική ἰσχυροποίηση καί ἐνδυνάμωση, αὐξάνει καί ὁ πόλεμος, Ὁ πειρασμός μεγαλύτερος ἀλλά καί ἡ ἀντίσταση σιδερένια. Ἡ χάρις δέν τόν ἐγκαταλείπει.
Οἱ καρποί τῆς μυστικῆς ζωῆ του φαίνονται στό δένδρο, μιᾶς καί τά λουλούδια παραχώρησαν τήν θέση τους στούς καρπούς, καί ὁ Γεράσιμος, γνώστης τῆς ἀναξιότητός του, τούς μαζεύει καί τούς φυλάγει, μή χαλάσουν καί μείνει νηστικός πνευματικῆς τροφῆς.
Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἀντιμετωπίζει τόν Σατανᾶ, πού ὀφθαλμοφανῶς πλέον τοῦ παρουσιάζεται σάν σκυλί σέ μιά φεγγαρόλουστη καλοκαιρινή καί μέ τό τεμπελόξυλο Ἀκολουθία, τό ὁποῖο, ὅταν ὁ ἁπλοῦς καί ἀπονήρευτος Γεράσιμος πλησιάζει, νά χαϊδέψη, ἐξαφανίζεται μέ θόρυβο καί δυσοσμία. Τοῦ ἐμφανίζεται σάν ἄσπρος τράγος μέ κόκκινα μάτια καί βλέμμα τρομερό σέ μέρος πού δέν ὑπῆρχε ζωή στά βράχια τῆς Ἁγίας Ἄννης. Τοῦ ἐμφανίζεται σέ σύννεφο πού βγάζει γυναικεῖες φωνές καί γέλια στή θέση «Κρύα Νερά» τῆς Λαύρας. Ἀλλά πῶς νά τόν πειράξουν τόν ἀγωνιστή; Οὔτε κἄν ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά τόν ἀγγίξουν. Μόνον ἔμπειρο τόν κάνουν. Αὐξάνουν οἱ πνευματικές ἐμπειρίες καί αὐτό τοῦ δίδει δύναμη γιά τήν συνέχιση τοῦ ἔργου του, τοῦ ταλάντου του.

Καί ἡ καταξίωση συνεχίζεται μέ τήν ἀποδοχή καί ἀγάπη τῶν πατέρων, ὅταν ὁ Γερασιμάκης θεραπεύῃ τήν εὐλάβειά τους πρός κάθε τι πού θέλει ὑμνολογία, ἀλλά σταδιακά καί ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, σέ σημεῖο μάλιστα πού κατά καιρούς λαμβάνει εὐφήμους μνείας καί ἐπαίνους ἀπό τούς Ἀρχιεπισκόπους Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, Σπυρίδωνα Βλάχο, Θεόκλητο καί Χρυσόστομο καί ἀπό ἄλλους κατ’ ἰδίαν Ἀρχιερεῖς.
Στά δαυϊτικά του χρόνια ἀναφέρεται ἀπό τόν Γρηγόριο Παπαμιχαήλ στήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν καί τιμᾶται ἀργότερα ἀπ’ αὐτήν μέ τό Ἀργυρό Μετάλλιο τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. Ὅλα αὐτά ὅμως δέν τόν συγκινοῦν. Δέχεται ἁπλά τήν καταξίωση καί «σκύβαλα πάντα ἡγεῖται, ἵνα Χριστόν κερδήσῃ».
Ἄν καί βλέπει καί αἰσθάνεται ὅτι μέ μεγάλη εὐχέρεια «ὕμνους ὑφαίνει συντόνως τεθηγμένους», ἄν καί ἀναγνωρίζει ὅτι «ἐργῶδές ἐστι», ἐν τούτοις δέν ὑπερηφανεύεται, δέν φουσκώνει πού τά κατορθώνει.
Καί ἡ κάθοδος τῆς φλογός συνεχίζεται· μιά ἀτελείωτη Πεντηκοστή, πλούσια καί δαψιλής. Ὄντως ἡ ὑπόσχεσις ὅτι «ποταμοί ῥεύσουσιν ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ» λαμβάνει σάρκα καί ὀστᾶ. Καί γράφει, γράφει. Τί γράφει; Ὕμνους καί δοξολογίες. Δέν διακρίνει κανέναν. Τούς ἱκανοποιεῖ καί τούς εὐχαριστεῖ ὅλους.
Γιατί ὅλοι θέλουν νά προσφέρουν, στόν Θεό, στήν Παναγία, στούς Ἁγίους πού εὐλαβοῦνται, κάτι, καί αὐτό μέ τήν πέννα τοῦ Γερασιμάκη. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο «ὁμολογοῦν τήν χάριν, κηρύττουν τόν ἔλεον, οὐ κρύπτουσι τήν εὐεργεσίαν». Καί καταξιώνεται ἡ ταπείνωσή του. Τώρα τήν ἔχει συγκάτοικό του. Τόν κάνει ἀγαπητό. Τόν διατηρεῖ καταδεχτικό. Ζῇ ὅσο τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Θεός κρυφά καί μυστικά. Ἀγωνίζεται νά βιώσῃ τό «ἡ ζωή ἡμῶν κέκρυπται» καί τό πετυχαίνει.
Ἡ ἀγωνία τῆς σωτηρίας του, ὁ λόγος «δι’ ὅν ἐξῆλθε» δέν τοῦ ἐπιτρέπει νά εὐχαριστιέται στούς ἐπαίνους, στίς τιμές στίς δόξες. Χαιρόταν γιά ὅ,τι τοῦ λέγανε, ἀλλ’ ὄχι γιά τό πρόσωπό του, ἀλλά γιατί τό ἔργο του καταξιωνόταν ἀναγνωριζόμενο ἀπό τούς πνευματικούς ἀνθρώπους.
Τά τιμητικά διπλώματα, τά μετάλλια καί τίς ὁποιεσδήποτε ἐπί χάρτου διακρίσεις, τά ἔβλεπε μιά καί μόνο φορά. Δέν ἔπαιζε μ’ αὐτά.
Δέν εὐχαριστιόταν στήν ἐπανάληψη τῆς ἀνάγνωσής τους. Δέν περιεργαζόταν τά μετάλλια. Τά ἔκρυβε ἐπιμελῶς καί τά ἔδινε καί τά ἔκρυβα κατόπιν ἐγώ. Δέν ἤθελε νά τά ἐμφανίζουμε. Μοῦ ἔλεγε χαρακτηριστικά. «Ἔλα παρ’ τα, φτάνει, τά εἶδα παιδάκι μου.
Ὁ Θεός νά μέ φυλάξῃ ἀπ’ αὐτά. Οὐαί ἐάν περισσεύσῃ τό ὄνομά μου πλεῖον τῶν ἔργων μου. Μπορῶ νά πάρω βραβεῖο ἐκεῖ; Αὐτό θά μοῦ μείνῃ Κρύφ’ τα τώρα. Δέν μοῦ χρειάζονται. Νἆναι καλά οἱ ἄνθρωποι, ἀλλ’ ἀλλοίμονό μου».
Ποτέ δέν πρόβαλε τόν ἑαυτό του. Ὅταν πήγαινε, ὅπου τόν καλοῦσαν, ἄν καί τόν τιμοῦσαν οἱ πατέρες, περίμενε πότε θά τοῦ μιλήσουν καί ποῦ θά τόν βάλουν. Ζητοῦσε τήν ἀφάνεια και ἐπεδίωκε αὐτήν τήν ἀφάνεια, ἀλλά μέχρι πότε; Τό θεοφιλές ἔργο του τόν ἔκανε σεβαστό καί ἀγαπητό καί ὑπολογίσιμο. Ἀλλ’ ὁ ἀείμνηστος ἀλλοῦ εἶχε τόν νοῦ του.
Ὅταν ἔπαιρνε τό κομποσχοίνι χανόταν σέ ἄλλους κόσμους. Κάποτε τοῦ ξέφευγαν φράσεις, λέξεις πού προσπαθούσαμε νά ἀντιληφθοῦμε, ἀλλά μάταια. Ἡ προσευχή του ἦταν αἴτηση ἐλέους καί φωτισμού, καί τά ἔπαιρνε. Ἔβλεπε τό ἔργο του ὄντως δῶρο Θεοῦ, πνευματοκίνητο καί ὄχι ἀνθρωποκίνητο, ὄχι δικό του, ποτέ. Οὔτε τό πίστευε ποτέ, οὔτε τό διακήρυξε.
Τότε ἔρχεται πλέον μιά ἀναγνώριση πού οὔτε τήν περίμενε. Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας μέ τήν Ἱερά Σύνοδο τόν ἀναγορεύει «Ὑμνογράφον τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας», ἀναγνωρίζοντας τήν προσφορά του πρός τήν καθόλου Ἐκκλησία.
Αὐτό τοῦ δίδει μεγάλη χαρά, χαρά πού προέρχεται ἀπό τήν ὑπερβολική του ἀγάπη καί προσήλωση στόν Οἰκουμενικό Θρόνο, στήν Κωνσταντινούπολη. Ἡ ἀγάπη του καί ἡ πολυμάθειά του γιά τήν Πόλη τῶν ὀνείρων ἦταν κάτι μεγάλο, ἐξάκουστο. Ἦταν γι’ αὐτόν ἡ πηγή ὅλων τῶν καλῶν, σέ ὅλους τούς τομείς. Ἡ παράκλησή του: νά τήν δῇ ἐλεύθερη.
Ἔτσι λοιπόν, προσευχόμενος, γράφοντας καί τιμώμενος φθάνει στήν δύση του. Μεστωμένος, παραγωγικώτατος, πολυγραφώτατος, ἐκφραστικώτατος, θεολογικώτατος πάνω ἀπ’ ὅλα καί ἀσκητικώτατος στό ἔπαρκο. Οἱ πνευματικές του δυνάμεις δέν τόν ἐγκατέλειψαν. Οἱ σωματικές γιά τήν ἡλικία του ἦταν πολύ καλές καί δέν ἄφηνε τόσο την νοερά ὅσο καί τήν αἰσθητή προσευχή. Διάβαζε καί προσευχόταν.
Τερπνά του ἀναγνώσματα: ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Ὁμιλίαι Πνευματικαί Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου, Φιλοκαλία. Διαβάζοντας, πετοῦσε ἀλλοῦ ὁ νοῦς του, σέ ἄλλες θεωρίες.
Ὅταν δέ ἔγραφε καί ἔβγαινε μετά τό τέλος κάποιας ἀκολουθίας, ἦτο ἄλλος, ἀλλ’ οὐκ ἀλλοῖος, ἔφεγγε λουσμένος ἀπό τήν θεία χάρη καί τό καταλαβαίναμε καί ἐμεῖς «οἱ μή ἔχοντές τι».
Ἡ φυσική αἰτία τῆς φυγῆς του ἀπό τόν κόσμο, τόν βρῆκε γράφοντας στό γραφεῖο του.
Ἄφησε ἀτελείωτη τήν ἀκολουθία τοῦ ὁσίου Στεφάνου τοῦ Ὁμολογητοῦ, γιατί τόν κάλεσε ὁ Θεός. Τήν ἄφησε στούς Αἴνους καί τήν συνεπλήρωσε μέ τήν κοίμησή του στούς Οὐρανούς, γιά νά μή τόν ἀφήσῃ παραπονεμένο.
Ἔφυγε «ὡς στρουθίον μονάζον ἐπί δώματος» μέσα στήν ἀγκαλιά μας. Τήν προηγουμένη τόν μεταλάβαμε καί ἦτο συντετριμμένος, γιατί μετέβαλε στό δωμάτιό του, καί ἔκλαιγε γιά τήν συγκατάβασή Του, νά ἔλθῃ στό δωμάτιό του ὁ Χριστός.
Ποτέ δέν τό διανοήθηκε. Καί ἐπετάσθη ἐπί πτερύγων ἀνέμων, εἰς την ἀΐδιον μακαριότητα, ἀναμένοντας τήν Δευτέρα Παρουσία, κοιτάζοντάς με και ἐκπνέοντας σάν πουλάκι. Οἱ τελευταῖες του φράσεις ἦταν ἐπικλήσεις στούς ἁγίους πατέρες Διονύσιο καί Μητροφάνη καί στόν ἅγιο Νεκτάριο, Ἁγίους πού ἰδιαιτέρως ἐτίμησε, καί προπάντων στήν Παναγία, τήν ὁποία «Κύριος οἶδε» πόσες φορές θά ἔνοιωσε δίπλα του.
Ἡ ὅλη του ζωή χαρακτηριζόταν ἀπό τήν κατά Θεόν πτωχεία, τήν σωματική ταλαιπωρία (στό κρεββατάκι του δέν χωροῦσε, ποτέ δέν ἅπλωνε τά πόδια του).
Εὐχαριστιόταν στά δυόμισι τετραγωνικά, τό θεωροῦσε παλάτι· χαρακτηριστικό τό λιτοδίαιτό του. «Παχεῖα γαστήρ λεπτόν οὐ τίκτει νόα», ἔλεγε μεταχειριζόμενος τό ἀρχαῖο γνωμικό. Φιλακόλουθος στό ἔπαρκο, παράδειγμα γιά μᾶς.
Διορθωτής τέλειος στά λεκτικά σφάλματά μας. Πρῶτος ἔμπαινε στήν Ἐκκλησία, τελευταῖος ἔβγαινε. Θεωροῦσε τήν Ἀκολουθία προοίμιο τῆς καρδιακῆς προσευχῆς, καί πάντα ἀνέφερε τό παράδειγμα τοῦ ἁγίου Παλαμᾶ, πού τόν προέτρεψε ὁ ἅγιος Ἀντώνιος νά πάῃ νά προσευχηθῇ μέ τούς ἄλλους Πατέρας, ὅταν ἤθελε νά προσευχηθῇ μέ κομποσχοίνι καί μόνος. Θεωροῦσε τήν νοερά προσευχή βραβεῖο ὑπακοῆς καί χάρισμα ὄχι γιά ὅλους. Ἡ ἀποφυγή κοσμικῶν φροντίδων φέρνει τόν νοῦν σέ θεωρία πάντα μέ ὑπάκοή· «ὑπακοή ζωή, παρακοή θάνατος».


Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος
Ἐτήσια ἔκδοσις τῆς ἱερᾶς κοινοβιακῆς
Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους
Ἔτος 2008 ἀριθμ. 33
Ἐπιμέλεια κειμένου
Ἀναβάσεις - http://anavaseis.blogspot.com
Όσιε Παίσιε πρέσβευε υπέρ ημών
User avatar
Thrax
 
Posts: 349
Joined: Tue Nov 15, 2011 11:00 am
Location: Αττικη

Re: π. Γεράσιμος Μικραγιαννανιτης, Υμνογράφος της Εκκλησιας

Unread postby Thrax » Thu Jan 19, 2012 5:12 pm

Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης. Μέρος ΣΤ''

Image

Συγκινοῦμαι πού τόν ἐνθυμοῦμαι. Ὅταν τόν γνώρισα στήν Θεσσαλονίκη μέσῳ τοῦ σεβαστοῦ καί πολυφιλήτου νῦν Μητροπολίτου Βεροίας, Ναούσης καί Καμπανίας, μοῦ φάνταζε μυθικός γίγαντας μέ ἀρχοντική ἱεροπρέπεια. Μάτια σπινθηροβόλα, γέλιο μικροῦ παιδιοῦ, συμπεριφορά ἀριστοκράτου καί λόγος «ἅλατι ἠρτυμένος».
Ὅταν δέθηκα στό ἅρμα του, τότε τόν γνώρισα καλύτερα. Βρῆκα στοργικό πατέρα μέ αὐστηρότητα καί γλυκύτητα. Βρῆκα τόν ἀδελφό, τόν φίλο, τό στήριγμα, τήν παρηγοριά, τόν μεσίτη στόν Θεό.
Ἐπανέρχομαι, ὅμως, στήν ἀξέχαστη μακαρία ἁπλότητά του, πού πίστευε τά πάντα καί τούς πάντας, αὐτός ὁ τόσο εὐφυής. Ἁπλότης μικροῦ παιδιοῦ, ἀφέλεια μικροῦ παιδιοῦ. Ἡ ἁπλότης εἶναι μισή ἁγιότης, ἔλεγε ἁγιορείτης γέροντας. «Ἀνήρ ἀγαθός πιστεύει παντί ῥήματι», μᾶς ἔλεγε ὅταν τόν πειράζαμε.
Ἀλλά ὁ Θεός ἀναπαύεται σ’ αὐτούς, ὅπως καί στούς ταπεινούς. Ἀμίμητη ἡ ὑπακοή του καί ἡ προσήλωσή του στούς λόγους τοῦ ἀειμνήστου γέροντος Διονυσίου. Ἀρχιερεύς τῆς Ἐλλαδικῆς Ἐκκλησίας ἐξεπλάγη, ὅταν τόν παρέπεμψε στόν π. Διονύσιο γιά κάποιο ζήτημα.

Ὅταν σάν ἄνθρωποι λέγαμε καμμιά κουβέντα παραπάνω, πρῶτος σηκωνόταν καί ἔβαζε μετάνοια, παρακαλώντας νά τόν συγχωρέσουμε, ἐπειδή πίστευε ὅτι ἦταν ἡ αἰτία τοῦ πειρασμοῦ. Ξεχνιοῦνται αὐτά; Στερούμενος στά ταξίδια Ἀκολουθίας, ἔκαμε αὐτήν μέ τό κομποσχοίνι. Δέν ἄφηνε χαμένο καιρό.
Ἡ εὐχή ἦταν στό στόμα του. Ὅλο μᾶς προέτρεπε. «Ὀνόματι Χριστοῦ μάστιζε πολεμίους. Μή μετεωρίζεσθε ἀπό ἐδῶ καί ἀπό ἐκεῖ. Νά αἰχμαλωτίζετε τόν νοῦ σας εἰς τό ὄνομα του Χριστοῦ».
Ἡ ἐλεημοσύνη του παροιμιώδης. Φιλοξενοῦσε καί περιέθαλπε φίλους καί γνωστούς καλογήρους καί λαϊκούς. Στήν ὁμιλία του ἦταν προτρεπτικός γιά μετάνοια καί ἐξομολόγηση καί ἐπιπλέον στούς μοναχούς τόνιζε τήν ὑπακοή. Τήν ὑπακοή, πού γεύθηκε τούς καρπούς της.
Ἀγαποῦσε τό φυσικό περιβάλλον κάι τό πρόσεχε. Τό λίγο χῶμα πού τό εἶχε τό ἀξιοποιοῦσε, καί πάντα εἶχε καί λίγα λουλούδια γιά τόν Τίμιο Πρόδρομο. Εὐχαριστιόταν πολύ στή φύση καί ἀσχολεῖτο μέ αὐτήν στό σκάψιμο, στό φύτεμα, στό κλάδεμα. Ἡ ζωή στή Μικραγιάννα ἀναγκαστικά σέ μαθαίνει πολλά πού πρέπει νά κάνεις μόνος σου.
Ἡ ἀγάπη του καί ἡ εὐσπλαχνία του ἐπεκτεινόταν καί στά κατοικίδια, καί τά περιεποιεῖτο τό κατά δύναμιν. «Δίκαιος οἰκτείρει ψυχάς κτηνῶν αὐτοῦ», ἔλεγε. Ἐδῶ ἀναγκάζομαι νά ἀναφέρω ὅτι τά διάφορα ζῶα πού ἔχουμε –ἐν φόβῳ Θεοῦ τό λέγω- ὅταν τά φώναζε, ἐρχόντουσαν κοντά του, τά χάϊδευε, τά τάϊζε, κάτι πού πολλές φορές ἀδυνατούσαμε νά κάνουμε ἐμεῖς.
Τόν πείραζα καί τόν ἔλεγα Γεράσιμο Ἰορδανίτη καί γελοῦσε σά μικρό παιδί.
Φιλάσθενος στήν κράση του καί φιλάδελφος ἦταν. Δύο γεροντάκια περιέθαλψε φυματικά μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του. Ἀλλ’ ὁ Θεός ἦταν κοντά του καί δέν τόν ἄγγιξε ἡ ἀρρώστια. Ἀγαποῦσε τήν εἰρήνη καί τήν ἐπεδίωκε σάν μέσο ἀναβάσεως.
Ὑπηρέτησε μέ αὐταπάρνηση τήν Σκήτη μας σάν Βιβλιοθηκάριος καί Τυπικάρης. Στό διακόνημά του τυπικός καί προσεκτικός, δέν φοβήθηκε καιρικές συνθῆκες, χιόνι, βροχή, ἀέρα, διότι ἔπρεπε νά πηγαίνῃ μακρυά.
Ἤξερε ὅτι ὑπηρετεῖ τήν Ἁγία Ἄννα. Κολλάει τό μυαλό μου καί ὄχι ἡ γλῶσσα μου στό νά σᾶς μεταφέρω αὐτά τά ἐξωτερικά του πού γνώρισα.
Αὐτά ὅλα πού προανέφερα, αὐτά πού ἔνοιωσα, αὐτά πού εἶδα, αὐτά πού ἄκουσα «διά πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παραθέτω πιστοῖς ἀνθρώποις, οἵτινες ἱκανοί ἔσονται καί ἑτέρους διδάξαι». Εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, τά ἐξωτερικά.
Γιά τήν ὑπομονή του ἐπαινέθηκε, γιά τήν ὑπακοή του τόν εὐλαβήθηκαν, γιά τήν ἐπιμονή του τόν ὕψωσαν, γιά τήν ἀγάπη του τόν ἀγάπησαν, γιά τό ἔργο του τόν τίμησαν, γιά τήν ζωή του τόν προέβαλαν ὡς παράδειγμα.
Θυμᾶμαι χαρακτηριστικά τόν γερο-Γερόντιο τῶν Δανιηλαίων νά μοῦ λέῃ: «Ἄκου πάτερ, ὁ Γεράσιμος εἶναι ἥρωας, γιατί κάθισε μόνος στήν ἐρημιά καί γι’ αὐτό τόν εὐλόγησε ὁ Θεός. Ἄν δέν ἔχῃς κότσια, δέν κάθεσαι. Λοιπόν νά τόν σέβεσαι καί νά τόν ἀκοῦς».
Πῶς νά ξεχαστοῦν αὐτά; Πῶς νά ξεχάσω τήν ὥρα τῆς Μεταλήψεως, πού ἔκλαιγε καί ἔλεγε λόγια πού μόνος αὐτός τά καταλάβαινε; Πῶς νά ξεχάσω τά δάκρυα στό κελλάκι του, πού τά δικαιολογοῦσε μέ τήν στερεότυπη φράση, «κλαίω, τίς ἁμαρτίες μου»; Ἄραγε αὐτή ἦταν ἡ αἰτία ἤ κάτι ἄλλο; Οὐκ οἶδα, ὁ Κύριος οἶδε. Ἐγώ μόνον ἐξωτερικά γνωρίσματα ἀντιλαμβανόμουν.
Δυστυχῶς γιά ἐμᾶς, εὐτυχῶς γιά ἐκεῖνον, κρατοῦσε μυστικότητα ζωῆς. Μετά δυσκολίας θά τοῦ ἔβγαζες λόγο γιά τόν ἑαυτόν του, καί αὐτόν θά τόν κάλυπτε τεχνικά νά μή φανῇ ὅτι προέρχεται ἀπ’ αὐτόν.
Ἐάν ἐνίοτε παραχωροῦσε ὁ Θεός γιά νά στηριχθοῦμε ἐμεῖς, τότε ὡς ἐκ θαύματος, ἔστω καί μετρημένες φορές, μαθαίναμε κάτι γιά τήν ζωή του. Τῆς χάριτος ὅμως τά σημεῖα, οὐδέποτε ἀπεκάλυψε.
Ἰδιοτροπία, παραξενιά, φόβος μή χάσῃ ἀπ’ αὐτά πού κέρδισε; Πάντως νομίζω ὅτι μᾶς ἀρκοῦσαν. Ἐδῶ δέν κρύβω ὅτι στά γεράματά του, εὐδοκίᾳ Θεοῦ, μᾶς ἀποκάλυψε μιά καί μοναδική περίπτωση Θεοφανείας. Ποιό ξέρει, πῶς καί ἀπό ποῦ πιέστηκε; Τό μεταφέρω στήν ἀγάπη σας.
Στά πρῶτα χρόνια τῆς ἐγκαταλείψεως ἀπό τόν Γέροντά του, πειράχθηκε δυνατά. Λογισμοί διάφοροι καί ποικίλοι τόν «ἐκύκλωσαν ὥσπερ μέλισσαι κηρίον». Ἡ μοναξιά συνέτεινε στήν ὅλη κατάσταση καί ὁ ἴδιος ἦταν μιά φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Δέν τόν χωροῦσε οὔτε τό κελλάκι του, οὔτε τό ἐργαστήριό του. Φαγητό καί νερό δέν κατέβαιναν. Ὁ ὕπνος κόπηκε, ἡ διάθεση ἄλλαξε. Ὁ πειρασμός δέν ἔφευγε. Μόνο καταφύγιο ἡ προσευχή. Μόνη ἀνάπαυση ὁ ναός τοῦ Τίμίου Προδρόμου.
Μπαίνει στό ναό, γονατίζει, καί μέ τό κεφάλι κάτω κλαίει ἀσταμάτητα καί παρακαλεῖ. Παρακαλεῖ γιά τό ἔλεός του, γιά τήν ἐνίσχυσή του, γιά τήν παραμονή του, γιά τήν ὑπομονή του. Τό ξύλινο πάτωμα μούσκευε καί ἡ καρδιά του ἐπιζητοῦσε δροσιά. Ποιός ξέρει πόσην ὥρα μένει γονατιστός, κλαίγοντας.
Ξαφνικά στά κλειστά δακρυσμένα μάτια του κάποια λάμψη περνάει, σάν ἀστραπή. Μιά ἀνταύγεια. Τολμᾶ καί ἀνοίγει τά μάτια του καί, ὤ τῶν θαυμασίων Σου Χριστέ μου, χωρίς νά σηκωθῇ, αἰσθάνεται ἀπέναντί του ὅτι ὑπάρχει κάτι τό φωτεινό, τό ἡλιόλουστο, τό χιονεφεγγές.
Όσιε Παίσιε πρέσβευε υπέρ ημών
User avatar
Thrax
 
Posts: 349
Joined: Tue Nov 15, 2011 11:00 am
Location: Αττικη

Re: π. Γεράσιμος Μικραγιαννανιτης, Υμνογράφος της Εκκλησιας

Unread postby Thrax » Thu Jan 19, 2012 5:19 pm

Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης. Μέρος Ζ'. Τελευταίο

Image

Συγκεντρώνει τόν ἑαυτό του καί παρατηρεῖ δειλά-δειλά δύο πόδια γυμνά, ἕνας ὁλόλευκος χιτώνας. Τά πόδια ἔχουν πληγές, ἀλλ’ ὁ χιτώνας καθαρός. Λίγο ἀκόμα καί ἀντικρύζει δύο παλάμες, δύο παλάμες μέ πληγές. Δέν προχωρᾶ στό ἀνασήκωμα.
Φτάνει ἕως ἐδῶ. «Ὁ Κύριος μου καί ὁ Θεός μου!». Εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τόν Σωτήρα μου. Εἶδα τούς τύπους τῶν ἥλων, τό φῶς τῆς Μεταμορφώσεως μέ τά στίγματα τῆς σωτηρίας μας. Τί ἄλλο ἤθελε; Γέμισε ἡ ψυχή του, «ἠγαλλιάσατο τό πνεῦμα τοῦ ἐπι τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρι του». Ἡ ἀπερίγραπτη δύναμή του σ’ αὐτό ὀφείλεται.
Ἡ ὅλη του ζωή ἐξαρτήθηκε ἀπ’ αὐτή τήν Θεοφάνεια. Τόν ἀγάπησε ὁ Θεός καί δέν τόν ἐγκατέλειψε. Ἀπομακρύνθηκε γιά δοκιμή καί πάλι ἐπέστρεψε καί τόν στερέωσε. Τόν ἤθελε, τόν ἤθελε Ὑμνογράφο Του, ὑπηρέτη Του καί ὑμνητή τῶν Ἁγίων Του.
Προσευχή πρίν γράψῃ, προσευχή στό γράψιμο, προσευχή καί μετά τό γράψιμο. Βρισκόταν σέ συνεχῇ προσευχή. Αὐτή τόν ἀνέβαζε καί τοῦ κατέβαιναν νοήματα τόσα πολλά, πού ἀποροῦσε ποιό νά πρωτοχρησιμοποιήσῃ.
Ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος φαινόταν, καθώς «ἐπί τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ ἤ ἐπί τόν πρᾶον καί ἡσύχιον καί τρέμοντά μου τούς λόγους», κατά τόν Προφήτην, διά τοῦτο καί ἀλλοιωνόταν ἡ μορφή του.

Καί δέν ἤμουν ὁ μόνος πού τό καταλάβαινα, ἦταν κι ἄλλοι, καί ὅλοι τό ὁμολογοῦσαν.
Προσηλωμένος στήν καλογερική ἀδιάλειπτα, ἔκανε τόν ἀτομικό του κανόνα· πάντα κρατοῦσε περίσσευμα γιά ὧρες ἀνάγκης. Ὁ κανόνας στόν μοναχό εἶναι ὁ ἀποταμιευόμενος θησαυρός μέ τό μεγάλο ἐπιτόκιο καί τούς ἀναλόγους τόκους.
Σταματᾶ ὁ νοῦς μου γιά ἄλλα. Ἴσως ἐπειδή ἐπιμελῶς ἀπέφευγε νά μιλᾶ ὁ ἴδιος καί δέν δεχόταν νά μιλοῦν οἱ ἄλλοι γιά κεῖνον.
Ἐφοβεῖτο πολύ τό κριτήριο, λόγῳ τοῦ ὅτι ἔνοιωθε ὅτι δέν ἔκανε τίτοτε. «Τί ἀποληγήσομαι;» ἕλεγε καί ξανάλεγε.
Τήν ὥρα τοῦ κοινωνικοῦ, πρίν μεταλάβῃ, πάντα μέ δάκρυα καντανύξεως προσευχόταν καί ἐμεῖς μικροί τότε ἀρχήσαμε νά καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ στιγμή τῆς ἑνώσεως αὐτῆς μέ τό Σῶμα καί το Αἷμα του Χριστοῦ ἦταν τόσο μεγάλη καί φρικτή, γι’ αὐτό πού κοπίασε ὥστε νά φέρῃ τά εὐλογημένα δάκρυα. Μέ τέτοια δάκρυα ἀρκετές φορές τον συναναντῶ στό κελλάκι του, ἀλλά πάντοτε μέ τήν στερεότυπη φράση, «κλαίω τίς ἁμαρτίες μου».
Ἄραγε αὐτό ἦταν; Μήπως κάτι ἄλλο; Μήπως ἔβλεπε ἤ ἄκουγε ἤ ὀσφραινόταν κάτι; Οὐκ οἶδα, ὁ Κύριος οἶδε. Δυστυχῶς γιά μᾶς, εὐτυχῶς γιά κεῖνον, ἦταν πολύ μυστικός. Ἐλαχιστότατα ἔβγαζε ἀπό τό στόμα του κάτι γιά τόν ἑαυτό του. Τυχαῖα, ἴσως κατά παραχώρησιν Θεοῦ, ὅπως γίνεται συνήθως, γιά νά ἐνισχυθοῦμε.
Τούς ὀφθαλμοφανεῖς πειρασμούς του τούς ἔλεγε γιά δικό μας καταρτισμό. Τούς μάθαμε καί μᾶς τούς φύτευσε γιά νά προσέχουμε. Ἀλλά τῆς χάριτος τά σημεῖα, οὐδέποτε τά ἀπεκάλυπτε. Εἶχε στό νοῦ του τό πατερικό πού ἀνέφερα στήν ἀρχή τῆς ὁμιλίας μου, «ἀρκετή ἀποκαλυπτομένη, μοιχεία παρά τῷ Θεῷ γνωρίζεται».
Δέν γνωρίζω ἄλλα νά πῶ ἀδελφοί μου γιά τόν Γέροντά μου, γιατί ἦταν γιά τόν ἑαυτό του. Δέν ἔκανε ὅμως κακό. Καλό προξένησε στήν ψυχή του. Κέρδισε, δέν ἔχασε. Σέ τί θά τόν ὠφελοῦσε νά ἐξωτερικεύῃ τά βιώματά του; Τά σημεῖα τῆς χάριτος εἶναι χειροπιαστά γιά λίγους καί σέ λίγους κατανοητά.
Ἦταν ἐσωτερικός, δέν ἦταν ἐξωτερικός. Τό παράδειγμά του στήν συναναστροφή μας, μᾶς ἀρκοῦσε.Ἔτσι σκεφτότανε, ἔτσι ἔκανε. Προσπαθοῦσε νά εἶναι τύπος ἐν πᾶσι καί τό κατάφερε. Μᾶς ἄφησε τρόπο ζωῆς, ζωῆς καλογερικῆς, ζωῆς ἁγιορείτικης, ζωῆς διακρίσεως.
Αὐτό, ἀδελφοί καί πατέρες, εἶναι τό μοναδικό τῶν ὅσων γνωρίζω. Τίποτε ἄλλο. Πάντως ἐμεῖς καί ἄν δέν ἀκούσαμε, δέν χάσαμε. Τόν εἴχαμε ζωντανό δάσκαλο μέ τά λόγια του καί τά ἔργα του. Ἡ ἐν γένει συναστροφή του ἦταν ἕνα παράδειγμα γιά μίμηση.
Τό χάρισμα, τό τάλαντο τό ἀπέκτησε ἀπό μόνην αὐτήν τήν γνήσια καλογερική ἁγιορείτικη ζωή. Ζωή πού δέν εἶχε παραθυράκια διαφυγῆς. Ἐν γνώσει του καλογέρεψε, ἐν γνώσει του παρέμεινε, ἐν γνώσει του ἀπέφυγε δόξες καί τιμές δελεαστικές γιά τόν καθένα μας.
Δέν ἄλλαξε τό μοναχικό ράσο μέ τό σάκκο τοῦ Ἐπισκόπου, οὔτε τό ταπεινό ἐργαστήρι μέ τό γραφεῖο τοῦ Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου καί τήν ἀετοφωλιά του μέ θαυμάσιο σπίτι, οὔτε την ἁγιορείτικη ὀρθόδοξη παράδοσή του μέ ἀλλότρια και ὀθνεῖα δόγματα, πού σιγά-σιγά καί δειλά-δειλά δυστυχῶς μπαίνουν στό Ἅγιον Ὄρος.
Παρέμεινε πιστός στόν ἀναδείξαντα αὐτόν Χριστό μας και γενόμενος σκεῦος τοῦ Παναγίου Πνεύματος φωτίστηκε καί ἔγραψε ὅ,τι ἔγραψε. Ἄν ὁ Γεράσιμος δέν εἶχε Ἅγιον Πνεῦμα, τότε ποιός εἶχε; Ἦταν ταμειοῦχος τῆς θείας χάριτος ἤ ὄχι; «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Αὐτός ἦταν, γι’ αὐτό καί ἔγραψε καί τέτοια ἔργα.
Θά μποροῦσα νά σᾶς ἀναφέρω πάμπολλα γιά τόν Γέροντα μου ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι καί τόν ἔζησαν ὡς προσκυνηταί στό κελλί μας καί συνωμίλησαν μαζί του, ἀλλά καί στίς ἐξόδους του στόν κόσμο.
Πρίν κλείσω τήν πνευματική μου φλυαρία, χρέος θεωρῶ νά ἀναφέρω τά τῆς τελετῆς του. Ζήτησε ἀπό τήν Παναγία ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα του, νά μή μᾶς κουράσῃ ἀλλά καί νά ἔχῃ σώας τάς φρένας του, τά μυαλά του.
Ἔτσι καί ἔγινε. Εἴκοσι λεπτά πρίν κοιμηθῇ τόν ὕπνο τῶν δικαίων, χτενίσθηκε, ξάπλωσε καί μίλησε μέ τόν γείτονά μας π. Δανιήλ τῶν Δανιηλαίων καί ἔκανε νά ἀνασηκωθῇ. Τοῦ ἔπιασα τό χέρι καί μέ κοίταξε· ἔγειρε στό μαξιλάρι του, ἀνέπνευσε τρεῖς φορές καί κοιμήθηκε τόν αἰώνιο ὕπνο, προσδοκώντας τήν ἀνάσταση καί τήν κρίση πού μέ τόσο πόθο ἐσκέπτετο.
Ἐπειδή δέ ἦτο πάντα ἄνθρωπος τῆς ἡσυχίας, προφανῶς θά ζήτησε νά φύγῃ ἀθόρυβα χωρίς ἰδιαιτερότητες. Καί αὐτό ἐκπληρώθηκε.
Ὅταν κοιμήθηκε, ἔπιασε φοβερή κακοκαιρία καί χιονιάς πρωτοφανής, θαλασσοταραχή ἀναπάντεχη καί δέν μπόρεσαν νά ἔλθουν αὐτοί πού ἐπιθυμοῦσαν, φίλοι Ἀριχερεῖς, ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, κληρικοί καί ἄπειροι γνωστοί λαϊκοί.
Ἔτσι ἡ κηδεία του ἔγινε ἁπλῆ, ἁπλούστατη, καλογερική, μέ τούς ἀνθρώπους πού συνέζησε. Ὅπως πάντα ἤθελε νά ἀποφύγῃ τίς φασαρίες.
Σέ φίλο κληρικό τῆς Κορίνθου πού ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία νά παρευρεθῇ στήν κηδεία του, τοῦ εἶπε: «Παπά μου, δέν θά ἔλθῃς, γατί θά γίνῃ ἐν Σαββάτῳ καί καιρῷ χειμῶνος». Ὅπως τό εἶπε, ἔτσι καί ἔγινε, και δέν ἦλθε ὁ κληρικός.
Εἶναι πολλά, ἀξιόλογα, ἀληθινά καί ἀνεπιτήδευτα. Προέρχονται καί ἀπό ἐπίσημα στόματα καί ἀπό ταπεινά, ἀπό μικρούς καί μεγάλους, ἀπό μορφωμένους καί ἀμορφώτους. Ὅλα ἔχουν τήν ἀξία τους, ὅλα τήν ἀλήθεια τους.
Προτίμησα, λοιπόν, νά ἀναφερθῶ σ’ αὐτά πού ἄκουσα, πού εἶδα, πού ἔνοιωσα, καί νά σᾶς τά μεταφέρω χωρίς ῥητορίες καί θεολογικούς σχεδιασμούς. Ἄλλωστε εἶμαι καί ὁλιγογράμματος. Δόξα τῷ Θεῷ, καί συγχωρέστε με, ἄν παρέτεινα τόν λόγο μου ἤ πάνω σ’ αὐτόν εἶπα κάτι πού ἔβλαψε.
Ἡ χάρις τῆς Κυρίας Θεοτόκου νά σᾶς σκέπῃ καί οἱ πρεσβεῖες τοῦ Τιμίου Προδρόμου νά σᾶς ἐνισχύουν στόν πνευματικό σας ἀγῶνα, δι’ εὐχῶν τοῦ σεβαστοῦ μου ἁγίου Γέροντος.
Καλό ὑπόλοιπο τῆς ἁγίας Σαρακοστῆς καί καλό Πάσχα.



Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος
Ἐτήσια ἔκδοσις τῆς ἱερᾶς κοινοβιακῆς
Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους
Ἔτος 2008 ἀριθμ. 33
Ἐπιμέλεια κειμένου
Ἀναβάσεις - http://anavaseis.blogspot.com
Όσιε Παίσιε πρέσβευε υπέρ ημών
User avatar
Thrax
 
Posts: 349
Joined: Tue Nov 15, 2011 11:00 am
Location: Αττικη

Re: π. Γεράσιμος Μικραγιαννανιτης, Υμνογράφος της Εκκλησιας

Unread postby Thrax » Thu Jan 19, 2012 5:27 pm

Γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης

ένας υμνωδός από τον Άθωνα

«Από το Καρούλι, ανηφορίζων προς δυσμάς, προχωρείς εις τα ανώμαλα υψώματα, κατά μήκος της μεσημβρινής παραλίας της Αγιορειτικής Χερσονήσου και, μετά ημίσειαν περίπου ώραν, φθάνεις εις το κελλίον του Μοναχού Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, ήγουν του ανήκοντος εις την Σκήτην της Μικράς Αγίας Άννης. Ούτος ο ευλογημένος μοναχός Γεράσιμος κατάγεται από την Βόρειον Ήπειρον και ασκητεύει επί 3Ο έτη εις το Άγιον Όρος, κέκτηται δε παρά Θεού το χάρισμα του υμνογράφου ...».

(Απόσπασμα από προσκυνηματικό οδηγό του Αγίου Όρους, 1950).


Ο κατά κόσμον Αναστάσιος-Αθανάσιος γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1905 στην Δρόβιανη της επαρχίας Δελβίνου Βορείου Ηπείρου. Έμαθε τα πρώτα του γράμματα στο δημοτικό σχολείο της γενέτειράς του. Με το τέλος του δημοτικού σχολείου ο έφηβος πλέον Αναστάσιος έμελλε να εγκαταλείψει το περιβάλλον του χωριού. Ήδη ο πατέρας του είχε εγκατασταθεί στον Πειραιά, όπου εργαζόταν. Και ο ίδιος έπρεπε να τον ακολουθήσει για να εργαστεί κοντά του. Έτσι, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την μητέρα και τον μικρότερο αδελφό του.

Ο ίδιος περιγράφει την αναχώρησή του από το χωριό: «Από την Δρόβιανη δεν θυμούμαι αν έφυγα με σκοπό να ξαναγυρίσω». Ο χωρισμός αυτός κόστισε σε όλα τα μέλη της οικογένειας. Ιδιαίτερα στην μητέρα του Αθηνά. Ο ανηψιός του μας πληροφορεί σχετικά: «Για πρώτη φορά άκουσα για τον γέροντα το 1941, όταν επιστρέψαμε από Ελλάδα, εγώ, η μαμά μου Ευθαλία και ο πατέρας μου Κίμων, όπου με είχαν φέρει για κάποια χειρουργική επέμβαση. Όταν, λοιπόν, επιστρέψαμε στο σπίτι, με ρώτησε η γιαγιά μου· τον θείο σου τον είδες; Τον αντάμωσες; Εγώ με απορία την κοίταξα στα μάτια και ρώτησα· ποίον; Και μου λέει· τον Γεράσιμο. (Ήξερε ότι έγινε μοναχός, γιατί είχαν αλληλογραφία). Όχι, της λέω. Ήμουν 5-6 χρονών τότε. Έκτοτε άρχισα να ζω την αγωνία της γιαγιάς μου, μήπως κλείσει τα μάτια της μη βλέποντάς τον ποτέ, πράγμα που έγινε κιόλας».



Από την Β. Ήπειρο στην Αθήνα

Αρχικά εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, κοντά στον πατέρα και την θεία του, Φωτεινή Χαρμπάτση-Γεωργίου. Στην συνέχεια μετακόμισαν στην Αθήνα. Στην νέα του διαμονή συνέχισε τις σπουδές του στο γυμνάσιο. Ο ζήλος του για τα γράμματα εντυπωσιακός. Μετά το γυμνάσιο συνέχισε τις σπουδές του σε κάποια ανώτερη σχολή ελληνικής παιδείας.

Στην Αθήνα φρόντισε και για την πνευματική του ζωή και εκκλησιαζόταν τακτικά. Θυμάται ο ίδιος: «Η ενορία μας ήταν ο Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης. Συνήθως πηγαίναμε επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, όπου ήτο η παλαιά Ριζάρειος Σχολή, στον Άγιο Γεώργιο της Ριζαρείου, επειδή ήταν κοντά. Εκεί κατ πανάληψη λειτούργησε και ο Πενταπόλεως Νεκτάριος, τον οποίο είδα. Ήρχετο από την Αίγινα καμμιά φορά. Ένας πολύ σεβάσμιος, πολύ ... Που να ξέρω εγώ ότι αυτός είναι άγιος! Ήταν όπως στο ύψος μου· ταπεινός, γεμάτος χάρη· όταν ομιλούσε ολίγα "άλατι ηρτυμένα", αυτά τα θυμούμαι. Δεν θυμούμαι άλλους λειτουργούς».

Στην Αθήνα καλλιέργησε την σκέψη να γίνει μοναχός και σκέφθηκε να φύγει έγκαιρα, πριν αναλάβει άλλες υποχρεώσεις. Και δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο για να πραγματοποιήσει την κλίση του. Έτσι έρχεται στο Άγιον Όρος στις 15-8-1922 σύμφωνα με δική του διήγηση, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του Μοναχολογίου του αρχείου της Μονής Μεγίστης Λαύρας στις 15-8-1923.



Από την Αθήνα στο Άγιον Όρος

Στο Άγιον Όρος εγκαταβιώνει ως δόκιμος στην σκήτη της Αγίας Άννης. Συγκεκριμένα στην Μικρά Αγία Άννα, στο κελλί του Τιμίου Προδρόμου, έχοντας ως γέροντα τον μικρασιάτη ιερομόναχο Μελέτιο Ιωαννίδη.

Εδώ, σ' αυτή την ερημική, άνυδρη, αιχμηρή και άγονη τοποθεσία της Μικράς Αγίας Άννης, βρίσκει απόλυτη πνευματική χαρά και εκπλήρωση του ονείρου της ζωής του. Μπορεί πλέον απερίσπαστα να επιδοθεί στην άσκηση της πνευματικής ζωής και στην μελέτη των ιερών εκκλησιαστικών κειμένων.

Στις 20 Οκτωβρίου του 1924 κατά την διάρκεια της αγρυπνίας στην μνήμη του αγίου Γερασίμου Κεφαλληνίας έγινε η μοναχική κουρά του παίρνοντας το όνομα του αγίου.



Ο μοναχός Γεράσιμος, προσαρμοσμένος πλήρως στην νέα του ζωή, αποτέλεσε πρότυπο υπακοής, ταπεινώσεως και κάθε αρετής. Παράλληλα με την τέλεση των καθημερινών μοναχικών ακολουθιών και την μελέτη, οι δύο μοναχοί της καλύβης, γέροντας και υποτακτικός, εργάζονταν για την επιβίωσή τους ως άνθρωποι. Ο Γέροντας Μελέτιος γνώριζε καλά και ασκούσε από χρόνια την τέχνη κατασκευής ξυλόγλυπτων σφραγίδων που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή προσφορών για την θεία Λειτουργία. Κοντά σ αυτόν και ο νέος μοναχός Γεράσιμος έμαθε την τέχνη αυτή, την οποία και ασκούσε φίλεργα.0011.jpg

Εκείνο, όμως, το οποίο τον γοήτευε ήταν η ενασχόληση με τα γράμματα. Μας λέει σχετικά: «Εδώ, όταν ήρθα, καλλιέργησα και ανακεφαλαίωσα τις γνώσεις μου. Τους αρχαίους συγγραφείς, όλα τα χόρτασα, όλα τα χώνεψα. Είχα μερικά βιβλία απ' έξω, που τα έδωσα σε ορισμένα πτωχά παιδιά που μ' επισκέφθηκαν από την Συκιά απέναντι».

Μετά την παρέλευση λίγων ετών, ο γέροντας Μελέτιος φεύγει οριστικά για την Αθήνα, αφήνοντας τελείως μόνο του τον νέο μοναχό Γεράσιμο. Ο τελευταίος εξηγεί τους λόγους: «Ο γερο-Μελέτιος έφυγε το 1924-1925. Ήμουν 24-25 ετών. Εκείνος έφυγε, επειδή τον παραπλάνησαν οι ζηλωταί, για να κάνει τον παπά έξω. Δεν με πήρε μαζί του. Εγώ έφυγα από τον κόσμο για να ρθει εδώ· όχι να γυρίσω πάλι πίσω».

Κάτω από την καλύβη του Τιμίου Προδρόμου βρίσκεται η καλύβη Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Σε αυτήν εγκαταβιούσε ο ασκητής Γέροντας Αβιμέλεχ (1965). Το 1946 υποτάχθηκε σ' αυτόν ο μετέπειτα ιερομόναχος Διονύσιος. Με τον π. Διονύσιο συνδέθηκε ο π. Γεράσιμος και αργότερα, το 1966, ενώθηκαν σε μία μόνη συνοδεία. Ο μοναχός Γεράσιμος γίνεται κτίτορας του ναού των αγίων Πατέρων Διονυσίου του ρήτορος και Μητροφάνους. Συγκεκριμένα, το 1956 στο σπήλαιο όπου ασκήτευσαν οι δύο όσιοι κτίζει μικρό ναΐδριο και το 1960 το συμπληρώνει με την λιτή. Στο μεταξύ, η συνοδεία αυξάνει.

Ο Γέροντας Γεράσιμος, εκτός των άλλων, φημιζόταν για την διάθεση φιλοξενίας, την οποία ενέπνευσε και στους υποτακτικούς του. Είναι άξιο λόγου ότι η ασκητική και αναχωρητική του βιοτή σε τίποτα δεν έπληξε την κοινωνικότητά του. Οι προσερχόμενοι σ'; αυτόν λαϊκοί επισκέπτες πάντοτε έφευγαν ωφελημένοι και γοητευμένοι, καθώς ο λόγος του ήταν πάντοτε προσεγμένος. Συνετός στις αποκρίσεις του, απέφευγε συστηματικά τις άκαιρες συζητήσεις και φλυαρίες· επιδίωκε πάντοτε την σιωπή, την οποία και θεωρούσε «μητέρα σοφωτάτων εννοιών».

Εκτός από τους λαϊκούς, οι επισκέπτες ήταν πολλές φορές κληρικοί η και μοναχοί, που έρχονταν με τον ίδιο σκοπό: να ακούσουν τον γέροντα, να ωφεληθούν πνευματικά και να διδαχθούν από την ενάρετη ζωή του. Κατά την διάρκεια της ζωής του, του ανατέθηκαν μοναχικά διακονήματα. Διετέλεσε βιβλιοθηκάριος και τυπικάρης του Κυριακού της σκήτης Αγίας Άννης. Ως βιβλιοθηκάριος μάλιστα ασχολήθηκε με την σύνταξη και δημοσίευση καταλόγου των χειρογράφων κωδίκων της βιβλιοθήκης του κυριακού της σκήτης. Με την ιδιότητα αυτή βοήθησε πολλούς επιστήμονες στην εύρεση και απόκτηση αντιγράφων των χειρογράφων. Ο ίδιος συνέταξε αξιόλογες μελέτες και άρθρα.

Ο Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις υμνογράφων, που το μεγαλύτερο μέρος του έργου του χρησιμοποιήθηκε αμέσως στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Έτσι, το μεγαλύτερο μέρος του έργου είναι προσιτό, παρά το γεγονός ότι ένα μικρό μόλις τμήμα του έχει εκδοθεί. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι πολλές ακολουθίες κυκλοφορούν ευρύτατα σε δακτυλογραφημένα φωτοαντίγραφα.

Αλλά και την ίδια την υμνογραφία την θεωρεί προέκταση της προσευχής, κοινωνία με τον Θεό και τους αγίους: «Έχω τον άγιο μπροστά. Γι' αυτό και δεν θέλω επικοινωνία με κανέναν. Η υμνογραφία, η πνευματική αυτή εργασία, είναι ένωση της ψυχής μετά του Θεού· είναι μία θαυμασία προσευχή· είναι μία μεταρσίωσις του νοός· είναι μία μυστική θεωρία· είναι ένα μυστήριον, που δεν ερμηνεύεται και με λόγους δεν εξωτερικεύεται. Η υμνογραφία είναι η υπάτη φιλοσοφία. Δεν εκφράζεται με αυτά τα λόγια. Πρέπει κανείς να την δοκιμάση για να την αισθανθή».



Υμνογραφικό έργο

Ο Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης αναδείχθηκε ως ο μεγαλύτερος υμνογράφος της μεταβυζαντινής εποχής. Το έργο του γνώρισε μεγάλη απήχηση και η φήμη του ως υμνογράφου ξεπέρασε σύντομα το ασκητικό κελλί και διαδόθηκε σε ολόκληρο το Άγιον Όρος. Ιδιαίτερα αξιομνημόνευτο είναι το γεγονός ότι η αναγνώριση του έργου δεν συνέβη κατά το τέλος η έστω την διάρκεια της υμνογραφικής παραγωγής, αλλά ήδη από τα πρώιμα στάδιά της.

Image

Η Εκκλησία αποδέχθηκε πολύ νωρίς το έργο του νέου υμνογράφου της και το ενέταξε στις εκκλησιαστικές ακολουθίες. Επανειλημμένα επαινεί το έργο και τιμά το πρόσωπο του υμνογράφου. Οι ύμνοι ψάλλονται στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, εντάσσονται δηλαδή στην λειτουργική χρήση, παράλληλα με τα έργα των προγενέστερων μεγάλων υμνογράφων της. Η ευρεία απήχηση του έργου φαίνεται και από την μεγάλη ζήτηση των διαφόρων ακολουθιών, από ολόκληρο τον κόσμο, προκειμένου να συμπληρωθούν τα εκκλησιαστικά βιβλία.

Όπως ήταν φυσικό, η πανθομολογούμενη αναγνώριση της αξίας του έργου του υμνογράφου προκάλεσε και την, συνδεόμενη με αυτήν, απονομή διαφόρων διακρίσεων, τόσο από την Εκκλησία όσο και από την Πολιτεία.

Η Εκκλησία τίμησε τον υμνογράφο με πολλές διακρίσεις. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο του απονέμει την ευαρέσκειά του. Η ανώτατη εκκλησιαστική διάκριση δόθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, όταν ο π. Γεράσιμος ονομάστηκε Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως αναφέρει το σχετικό πατριαρχικό γράμμα με ημερομηνία 25 Αυγούστου 1955.

Πέρα από τις παραπάνω εκκλησιαστικές διακρίσεις ο υμνογράφος έλαβε και πολλά μετάλλια και παράσημα. Το 1963 του απονεμήθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη ο σταυρός της χιλιετηρίδας του Αγίου Όρους, για την συμβολή του στην διοργάνωση και επιτυχία των εορτών που είχαν προγραμματισθεί.




Εκτός από την Εκκλησία και η Ελληνική Πολιτεία τίμησε τον υμνογράφο. Η ύψιστη τιμή και ταυτόχρονα αναγνώριση του έργου του προέρχεται από την Ακαδημία Αθηνών. Στις 3 Δεκεμβρίου 1953 από το βήμα του ανώτατου πνευματικού ιδρύματος της χώρας έγινε ιδιαίτερος λόγος για το έργο του υμνογράφου. Ύστερα από 15 χρόνια η Ακαδημία Αθηνών απονέμει το αργυρό της μετάλλιο στον υμνογράφο, «δια το υπέροχον υμνογραφικόν του έργον το οποίον τιμά την ελληνικήν γραμματείαν και την θρησκευτικήν ποίησιν».



Ο υμνογράφος Γεράσιμος δεν ήταν «φρέαρ συντετριμμένον», αλλά πηγή «ύδατος ζώντος, αλλομένου εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. δ 14). Το καθαρό του στόμα ήταν η διέξοδος των πολλών υδάτων της εκκλησιαστικής υμνογραφικής παραδόσεως, στην οποία ήταν ταπεινά ενταγμένος και την οποία με καθαρή καρδιά και συντετριμμένη ψυχή βίωνε σε όλη την ασκητική του ζωή. Έτσι εξηγείται η ασύγκριτη σε ποσότητα (37.000 σελίδες) και εκλεκτή σε ποιότητα υμνογραφική του παραγωγή. Το δοθέν από τον Θεό τάλαντο φιλοπόνως καλλιέργησε και γρηγορών χρησιμοποίησε, ψάλλοντας προς δόξαν Θεού και την τιμή της Θεοτόκου και των αγίων, αλλά και για την οικοδομή και την στήριξη της Εκκλησίας του Χριστού.



Η εκδημία του

Ο Γέροντας Γεράσιμος αποτελεί χαρακτηριστική και γραφική μορφή του σύγχρονου αθωνικού μοναχισμού και δεν λείπει από τις αναφορές των διαφόρων οδοιπορικών και προσκυνηματικών οδηγών του Αγίου Όρους. Παρά το γεγονός ότι ποτέ δεν τον εγκατέλειψαν η σωματική ευρωστία και η πνευματική διαύγεια, που τον χαρακτήριζαν, τα τελευταία χρόνια διαισθανόταν τον θάνατό του. Έτσι, φρόντισε να καταγράψει τις τελευταίες πατρικές του υποθήκες προς τους υποτακτικούς του και να επιλέξει τον τόπο ταφής του, κοντά στο σπήλαιο των αγίων Διονυσίου και Μητροφάνους.

Image

Δεν αντιμετώπιζε ιδιαίτερα προβλήματα υγείας. Μέχρι και την παραμονή της εκδημίας του έγραφε, χωρίς κανένα πρόβλημα. Η τελευταία του μάλιστα επιστολή, με ημερομηνία 30 Νοεμβρίου 1991, απευθύνεται προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Το μεσημέρι της Παρασκευής 6 Δεκεμβρίου 1991, έπειτα από αναπνευστική δυσφορία, έμεινε κλινήρης και ξημερώματα Σαββάτου 7 Δεκεμβρίου άφησε στο μοναχικό του κελλί την τελευταία του πνοή, ενώ βάδιζε ήδη το 86ο έτος της επίγειας ζωής του.



Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε βαθειά συγκίνηση σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο, ελληνόφωνο και μη. Η νεκρώσιμη ακολουθία τελέστηκε την επομένη με την παρουσία λίγων ιερέων, μοναχών και λαϊκών, που μπόρεσαν να βρεθούν εκεί. Σε ένδειξη σεβασμού και εκτιμήσεως η μονή Αγίου Παύλου πρόσφερε τον τάφο. Η σφοδρή κακοκαιρία, που έπληξε την περιοχή την ημέρα εκείνη, δεν επέτρεψε την παρουσία όλων όσοι θα επιθυμούσαν να παραστούν στην νεκρώσιμη ακολουθία.



Ο Γέροντας Γεράσιμος έμεινε βέβαια περισσότερο γνωστός ως υμνογράφος. Διακρίθηκε, όμως, και ως μοναχός. Δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε πως ήταν υμνογράφος επειδή ήταν μοναχός. Στο πρόσωπό του η υμνογραφία δεν ήταν κάτι εξωτερικό η επίκτητο, αλλά προέκταση του ζωντανού βιώματος ενός δοκιμασμένου και παραδοσιακού αγιορείτη μοναχού, όπως ακριβώς ήταν ο ίδιος.

Διατηρούσε σε ολόκληρη την ζωή του αμείωτη την προθυμία προς τους πνευματικούς αγώνες, και άσβεστη την φλόγα της αγάπης προς την μοναχική ζωή. Ο ίδιος θεωρούσε δωρεά της Θεοτόκου το να είναι κανείς αγιορείτης μοναχός και, κάθε φορά που τύχαινε να βρίσκεται εκτός Αγίου Όρους, διακατεχόταν από έντονη αγωνία μήπως αρρωστήσει και δεν προλάβει να επιστρέψει πίσω.

Ιδιαίτερα διακρίθηκε για την υπακοή και την ταπείνωση. Θεωρούσε πως η τέλεια και αδιάκριτη υπακοή είναι το θεμέλιο της πνευματικής ζωής, γεννήτρια της ταπεινώσεως, πηγή ειρήνης και πνευματικής χαράς στην καρδιά του καλού και υπάκουου μοναχού. Και αυτό συνιστούσε πάντοτε στους υποτακτικούς του.

Πράος, ειρηνικός και ήσυχος, δεν έχασε, μέχρι και τα βαθιά του γεράματα, την γλυκύτητα του προσώπου του, παρά την αγριότητα και σκληρότητα του τόπου που κατοικούσε. Αναδείχθηκε, κατά γενική μαρτυρία, «των αρετών θησαυρός, των εν τω Άθω μοναστών θείον καύχημα, ο πράξει και θεωρία καταλαμπρύνας τον νουν και πλησθείς των θείων επιλάμψεων ... ως πραύς και ακέραιος».
Όσιε Παίσιε πρέσβευε υπέρ ημών
User avatar
Thrax
 
Posts: 349
Joined: Tue Nov 15, 2011 11:00 am
Location: Αττικη

PreviousNext

Return to ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 2 guests