Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

...για να θυμούνται οι παλαιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι... πορεία και προσφορά του Έθνους μας στο μονοπάτι της Ιστορίας...

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby Iwn Ioustinos » Tue Nov 22, 2011 9:40 pm

Τα γράμματα και οι τέχνες την περίοδο των Κομνηνών

Την εποχή της δυναστείας των Μακεδόνων χαρακτήριζε μια εντατική πολιτιστική δράση στον τομέα της επιστήμης, της φιλολογίας, της αγωγής και της τέχνης. Η δράση ανθρώπων σαν τον Φώτιο (9ος αιώνας), τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο (10ος αιώνας) και τον Μιχαήλ Ψελλό (11ος αιώνας), το πολιτιστικό περιβάλλον τους, καθώς και η αναζωογόνηση του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης, που μεταρρυθμίστηκε τον 11ο αιώνα, δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για την αναγέννηση του πολιτισμού της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων.

Ο Ησίοδος, ο Όμηρος, ο Πλάτωνας, οι ιστορικοί Θουκυδίδης και Πολύβιος, οι ρήτορες Ισοκράτης και Δημοσθένης, οι Έλληνες τραγωδοί και ο Αριστοφάνης και άλλοι σπουδαίοι εκπρόσωποι της αρχαίας φιλολογίας γίνονταν αντικείμενα μελέτης και μίμησης από τους συγγραφείς του 12ου και των αρχών του 13ου αιώνα. Η απομίμηση αυτή ήταν φανερή κυρίως στη γλώσσα, η οποία, με την υπερβολική της τάση προς αγνότητα της αρχαίας Αττικής διαλέκτου, έγινε τεχνητή, μεγαλορρήμων και μερικές φορές δυσκολονόητη και ανώμαλη. Γενικά η γλώσσα ήταν τελείως διαφορετική από την ομιλούμενη.

Η φιλολογία της εποχής αυτής, όπως λέει ο Bury, ήταν η φιλολογία των ανθρώπων που ήταν «σκλάβοι της παράδοσης. Η σκλαβιά αυτή βεβαίως ήταν δουλεία από ευγενείς κυρίους, αλλά πάντως ήταν δουλεία». Μερικοί όμως συγγραφείς, παρά την ειδικότητά τους στην κλασσική γλώσσα, δεν παραμελούσαν την ομιλούμενη «δημοτική» γλώσσα της εποχής τους και άφησαν πολύ ενδιαφέροντα κομμάτια στην ομιλούμενη γλώσσα του 12ου αιώνα. Συγγραφείς της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων κατανόησαν την υπεροχή του βυζαντινού πολιτισμού επί του πολιτισμού των λαών της Δύσης, τους οποίους μια πηγή ονομάζει «σκοτεινές και περιπλανώμενες φυλές, των οποίων το μεγαλύτερο μέρος, αν δε γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ανατράφηκε τουλάχιστον από αυτήν και που ανάμεσά τους δεν καταφεύγει ούτε η χάρη ούτε η μούσα». Φυλές στις οποίες το ευχάριστο τραγούδι φαίνεται σαν «κραυγή από γύπες ή κρωγμός κοράκων».

ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ

Στο φιλολογικό τομέα της εποχής αυτής βρίσκουμε ένα μεγάλο αριθμό σπουδαίων και εκλεκτών συγγραφέων, τόσο εκκλησιαστικών όσο και κοσμικών. Η φιλολογική κίνηση επηρέασε επίσης την ίδια την οικογένεια των Κομνηνών, της οποίας πολλά μέλη, υποχωρώντας στην επιρροή αυτή, αφιέρωσαν μέρος του καιρού τους στη μάθηση και τη φιλολογία.

Η πολύ μορφωμένη κι έξυπνη μητέρα του Αλέξιου Α' Κομνηνού, Άννα Θαλασσινή, την οποία η εγγονή της Άννα Κομνηνή χαρακτηρίζει ως «τη μεγαλύτερη δόξα όχι μόνο μεταξύ των γυναικών, αλλά και μεταξύ των ανδρών, καθώς και κόσμημα της ανθρωπότητας», ερχόταν συχνά στα γεύματα με ένα βιβλίο στα χέρια και συζητούσε εκεί δογματικά προβλήματα των Πατέρων της Εκκλησίας, δείχνοντας ιδιαίτερη προτίμηση στον φιλόσοφο και μάρτυρα Μάξιμο.

Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός έγραψε μερικές θεολογικές διατριβές κατά των αιρετικών. Οι «Μούσες» του Αλέξιου, που γράφτηκαν λίγο πριν από το θάνατό του, εκδόθηκαν το 1913. Οι «Μούσες» αυτές, αφιερωμένες στο γιο και διάδοχό του Ιωάννη, είναι ένα είδος πολιτικής διαθήκης που δεν αφορά μόνο αφηρημένα προβλήματα ηθικής, αλλά και πολλά σύγχρονά του ιστορικά γεγονότα, όπως, για παράδειγμα, την Α' Σταυροφορία.

Η κόρη του Αλεξίου, Άννα και ο σύζυγός της Νικηφόρος Βρυέννιος, κατέχουν τιμητική θέση στην ιστοριογραφία του Βυζαντίου. Ο Νικηφόρος Βρυέννιος, που επέζησε του Αλέξιου και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στις υποθέσεις του κράτους υπό τον Αλέξιο και το γιο του Ιωάννη, ήθελε να γράψει μια ιστορία του Αλέξιου Κομνηνού, αλλά ο θάνατος τον εμπόδισε να φέρει σε πέρας το σχέδιό του. Πέτυχε όμως να συνθέσει ένα είδος οικογενειακού χρονικού ή αναμνήσεων, για να δείξει τις αιτίες της ανόδου στην εξουσία του οίκου των Κομνηνών, που φτάνει σχεδόν μέχρι την ενθρόνιση του Αλέξιου. Η λεπτομερής περιγραφή του Βρυέννιου ασχολείται με τα γεγονότα μεταξύ 1070 και 1079, δηλαδή μέχρι τις αρχές της βασιλείας του Νικηφόρου Γ' Βατανιάτη. Επειδή συζητάει τη δράση των μελών του οίκου των Κομνηνών, το έργο του χαρακτηρίζεται από κάποια μεροληψία. Το ύφος του Βρυέννιου είναι μάλλον απλό και δεν έχει τίποτε από την τεχνητή τελειότητα που συναντά κανείς στο έργο της συζύγου του. Η επιρροή του Ξενοφώντα είναι φανερή στο έργο του, το οποίο έχει πολλή σημασία τόσο για την εσωτερική ιστορία της αυλής όσο και για την εξωτερική πολιτική, διαφωτίζοντας κυρίως τα ζήτημα για την αύξηση του τουρκικού κινδύνου.

ΑΝΝΑ ΚΟΜΝΗΝΗ

Η ικανή και πολύ μορφωμένη σύζυγος του Βρυέννιου, η μεγαλύτερη κόρη του Αλέξιου, Άννα Κομνηνή, είναι η συγγραφέας της «Αλεξιάδας». Η πρώτη αυτή μεγάλη επιτυχία της φιλολογικής αναγέννησης της εποχής των Κομνηνών, είναι αφιερωμένη στην περιγραφή της ένδοξης βασιλείας του πατέρα της Κομνηνής «του Μεγάλου Αλέξιου, του φωτός του σύμπαντος, του ήλιου της Άννας». Ένας βιογράφος της Άννας παρατηρεί ότι «σχεδόν μέχρι τον 19ο αιώνα μια γυναίκα ιστορικός αποτελούσε ένα είδος rara avis». Στα 15 βιβλία του μεγάλου της έργου, η Άννα περιγράφοντας την περίοδο μεταξύ 1069 και 1118, δίνει μια εικόνα της βαθμιαίας ανόδου του οίκου των Κομνηνών κατά την περίοδο πριν την ενθρόνιση του Αλέξιου και επεκτείνει τη διήγησή της μέχρι το θάνατό του, συνεχίζοντας έτσι το έργο του συζύγου της Νικηφόρου Βρυέννιου. Η τάση να εξυψώσει τον πατέρα της είναι φανερή σ’ όλη την «Αλεξιάδα», που προσπαθεί να δείξει στον αναγνώστη την υπεροχή αυτού του «δέκατου τρίτου απόστολου» (δηλαδή του Αλέξιου) σε σχέση με τα άλλα μέλη της οικογένειας των Κομνηνών.

Η Άννα είχε μια εξαιρετική αγωγή και είχε διαβάσει πολλούς από τους πιο εκλεκτούς συγγραφείς της αρχαιότητας, τον Όμηρο, τους λυρικούς, τους τραγωδούς, τον Αριστοφάνη, τους ιστορικούς Θουκυδίδη και Πολύβιο, τους ρήτορες Ισοκράτη και Δημοσθένη και τους φιλόσοφους Αριστοτέλη και Πλάτωνα. Όλα αυτά επηρέασαν το ύφος της «Αλεξιάδας», στην οποία η Άννα υιοθέτησε την εξωτερική μορφή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και χρησιμοποίησε, όπως λέει ο Krumbacher, μια τεχνητή, σχεδόν τελείως νεκρή, γλώσσα που είναι εντελώς αντίθετη προς τη «δημοτική» (ομιλούμενη) γλώσσα που χρησιμοποιείτο στη φιλολογία της εποχής αυτής.

Η Άννα απολογείται στους αναγνώστες της ακόμα και όταν ονομάζει με βάρβαρα ονόματα τους Δυτικούς ή Ρώσους ηγέτες, τα οποία «παραμορφώνουν την αξία και την αντικειμενικότητα της ιστορίας». Παρά τη μεροληψία που δείχνει η Άννα για τον πατέρα της, δημιούργησε ένα έργο που είναι εξαιρετικά σπουδαίο από ιστορική πλευρά. Ένα έργο που δεν στηρίχθηκε μόνο στην προσωπική παρατήρηση και τις προφορικές πληροφορίες, αλλά και στα στοιχεία των αρχείων του κράτους, της διπλωματικής αλληλογραφίας και των αυτοκρατορικών διαταγμάτων. Η «Αλεξιάδα» αποτελεί μια από τις πιο σπουδαίες πηγές για την ιστορία της Α' Σταυροφορίας. Οι σύγχρονοι επιστήμονες αναγνωρίζουν ότι, παρά τις ελλείψεις τους, οι αναμνήσεις αυτές της Άννας παραμένουν ένα από τα πιο σπουδαία έργα της μεσαιωνικής βυζαντινής ιστοριογραφίας και ότι θα παραμείνουν ως η ευγενέστερη ένδειξη του βυζαντινού κράτους, που αναγεννήθηκε από τον Αλέξιο Κομνηνό. [1]

ΣΕΒΑΣΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΙΣΣΑΚΙΟΣ

Δεν είναι γνωστό αν ο γιος και διάδοχος του Αλέξιου Ιωάννης, που διέθεσε σχεδόν όλη του τη ζωή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, συμφωνούσε ή όχι με τις φιλολογικές τάσεις του περιβάλλοντός του. Ο μικρότερος όμως αδελφός του, ο Σεβαστοκράτορας Ισαάκιος, δεν ήταν μόνο ένας μορφωμένος άνθρωπος που ενδιαφερόταν για τη φιλολογία, αλλά και ο συγγραφέας δύο μικρών έργων σχετικών με την ιστορία της μεταμόρφωσης των Ομηρικών επών κατά τον Μεσαίωνα, καθώς και της εισαγωγής του Κώδικα της Οκτάτευχου, της βιβλιοθήκης του Seraglia.

Μερικές έρευνες οδηγούν στην υπόθεση ότι τα έργα του Σεβαστοκράτορα Ισαάκιου Κομνηνού ήταν πολύ πιο ποικίλα από όσο μπορεί να αποδειχθεί με βάση δύο ή τρία δημοσιευθέντα σύντομα κείμενα και ότι στο πρόσωπό του παρουσιάζεται ένας ενδιαφέρων, από πολλές απόψεις, νέος συγγραφέας.

ΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ

Ο αυτοκράτορας Μανουήλ, που ενδιαφερόταν πολύ για την Αστρολογία, έγραψε μια πραγματεία, με την οποία υπερασπιζόταν την Αστρολογία από τις επιθέσεις που αυτή υφίστατο από τον Κλήρο, ενώ επιπλέον ήταν ο συγγραφέας πολλών θεολογικών έργων, καθώς και διάφορων αυτοκρατορικών ομιλιών. Λόγω των θεολογικών μελετών του Μανουήλ, ο πανηγυριστής του Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, ονομάζει τη βασιλεία του «αυτοκρατορική ιεροσύνη» ή «βασίλειο ιεράτευμα» (Έξοδος 19:6). Ο Μανουήλ δεν ενδιαφερόταν ο ίδιος μόνο για τη φιλολογία και τη θεολογία, αλλά προσπαθούσε να προσελκύσει το ενδιαφέρον και των άλλων. Έστειλε το περίφημο έργο του Πτολεμαίου «Αλμαγέστη», [2] ως δώρο στο βασιλιά της Σικελίας, ενώ συγχρόνως μεταφέρθηκαν μερικά ακόμα χειρόγραφα από τη βιβλιοθήκη του Μανουήλ στη Σικελία. Η πρώτη λατινική μετάφραση του έργου έγινε με βάση το χειρόγραφο, περίπου το 1160. Η γυναικαδέλφη του Μανουήλ Ειρήνη, διακρίθηκε για την αγάπη της στα γράμματα, καθώς και για το φιλολογικό της ταλέντο. Ο ποιητής και πιθανόν δάσκαλός της, Θεόδωρος Πρόδρομος, της αφιέρωσε πολλούς στίχους, ενώ ο Κωνσταντίνος Μανασσής την αποκαλεί «φιλολογιώτατη». Ένας διάλογος κατά των Ιουδαίων, που αποδίδεται μερικές φορές στην εποχή του Ανδρόνικου Α', ανήκει σε μεταγενέστερη περίοδο.

Η σύντομη αυτή σκιαγραφία δείχνει πόσο έντονα είχε ασχοληθεί με τη φιλολογία η δυναστεία των Κομνηνών, αν και το φαινόμενο αυτό εμφανίζει τη γενική εξύψωση του πολιτισμού που εκδηλώθηκε κυρίως με την ανάπτυξη της φιλολογίας και αποτελεί ένα από τα κύρια γνωρίσματα της εποχής των Κομνηνών.

Από την εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων, οι ιστορικοί και οι ποιητές, οι συγγραφείς θεολογικών έργων, οι συγγραφείς που ασχολούνται με την αρχαιότητα και οι χρονογράφοι, άφησαν έργα που δείχνουν τα φιλολογικά ενδιαφέροντα της εποχής.ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΙΝΝΑΜΟΣ

Ένας ιστορικός, ο Ιωάννης Κίνναμος, σύγχρονος των Κομνηνών, έγραψε μια ιστορία της βασιλείας του Ιωάννη και του Μανουήλ (1118-1176) που αποτελεί μια συνέχεια του έργου της Άννας Κομνηνής. Η ιστορία αυτή ακολουθεί το παράδειγμα του Ηρόδοτου και του Ξενοφώντα και επηρεάζεται και από τον Προκόπιο. Επειδή το κέντρο της ιστορίας είναι ο Μανουήλ, το έργο αυτό είναι κάπως εγκωμιαστικό.

Ο Κίνναμος ήταν θερμός υποστηρικτής των δικαιωμάτων της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, καθώς και ένας εκ πεποιθήσεως ανταγωνιστής του Πάπα και της αυτοκρατορικής εξουσίας των Γερμανών βασιλέων. Σαν ήρωα του διάλεξε τον Μανουήλ, που του είχε φερθεί ευνοϊκά, αν και η εξιστόρηση των γεγονότων είναι αξιόλογη και βασισμένη στη μελέτη αξιόπιστων πηγών. Το έργο είναι γραμμένο σε πολύ καλή ελληνική γλώσσα και «στο ύφος ενός τίμιου στρατιώτη, γεμάτου από αυθορμητισμό και ειλικρινή ενθουσιασμό για τον αυτοκράτορά του» (Neumann).

ΜΙΧΑΗΛ ΑΚΟΜΙΝΑΤΟΣ

Ο Μιχαήλ και ο Νικήτας Ακομινάτοι, δυο αδέλφια από τις Χώνες της Φρυγίας, [3] ήταν εκλεκτές φυσιογνωμίες της φιλολογίας του 12ου και αρχές του 13ου αιώνα. Πολλές φορές είναι γνωστοί (με βάση την πόλη στην οποία γεννήθηκαν) ως Χωνιάτες. Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Μιχαήλ, που είχε πάρει εξαιρετική κλασσική μόρφωση στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με τον Επίσκοπο Θεσσαλονίκης Ευστάθιο, διάλεξε την εκκλησιαστική σταδιοδρομία και έγινε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών για 30 χρόνια και πλέον.

Ενθουσιώδης θαυμαστής της ελληνικής αρχαιότητας, έμενε στο κτίριο της Επισκοπής, στην Ακρόπολη, όπου το Μεσαίωνα, βρισκόταν ο Καθεδρικός ναός της Παρθένου Μαρίας. Ο Μιχαήλ ένιωθε εξαιρετικά ευτυχής που μπορούσε να ζει στην Ακρόπολη, από όπου νόμιζε ότι έφτανε «στην κορυφή των ουρανών». Ο Καθεδρικός του Ναός ήταν γι’ αυτόν μια συνεχής πηγή ικανοποίησης κι ενθουσιασμού.

Έβλεπε την πόλη και το λαό της σαν να ήταν ένας σύγχρονος του Πλάτωνα και γι’ αυτό ενδιαφερόταν πολύ να δει να γεφυρώνεται το τρομερό χάσμα που χώριζε τον πληθυσμό της Αθήνας της εποχής του από τους αρχαίους Έλληνες. Ο Μιχαήλ ήταν ένας ιδεολόγος και δεν μπορούσε να εκτιμήσει κατάλληλα την εξέλιξη και επίτευξη των εθνογραφικών μεταβολών της Ελλάδας.

Ο ιδεαλισμός του συγκρουόταν με τη σκληρή πραγματικότητα και γι’ αυτό έλεγε: «Ζω στην Αθήνα, αλλά δεν βλέπω την Αθήνα πουθενά».

Ο λαμπρός λόγος, που εκφώνησε με την ευκαιρία της ενθρόνισής του μπροστά στους Αθηναίους που μαζεύτηκαν στον Παρθενώνα, ήταν, όπως ο ίδιος λέει, ένα δείγμα απλότητας ύφους. Με το λόγο του αυτόν υπενθύμισε στους ακροατές του την παλιά μεγαλοπρέπεια της πόλης, εξέφρασε τη σταθερή του πίστη στη γενεαλογική συνέχεια των Αθηναίων, από την αρχαιότητα μέχρι τότε, παρότρυνε τους Αθηναίους να είναι προσκολλημένοι στις ευγενείς συνήθειες και τον ευγενή τρόπο ζωής των προγόνων τους και παρουσίασε τα παραδείγματα του Αριστείδη, του Διογένη, του Περικλή, του Θεμιστοκλή και άλλων. Η ομιλία αυτή όμως, φτιαγμένη στην πραγματικότητα σ’ ένα ύφος ανώτερο, γεμάτη από αρχαία βιβλικά αποσπάσματα και εξωραϊσμένη με μεταφορές και αλληγορίες, έμεινε ακατανόητη και σκοτεινή για τους ακροατές του νέου Μητροπολίτη. Η ομιλία αυτή ξεπερνούσε τις δυνατότητες των Αθηναίων του 12ου αιώνα, πράγμα που δεν αντιλήφθηκε ο Μιχαήλ. Σ’ ένα από τα μεταγενέστερα κηρύγματά του αναφωνεί με βαθειά λύπη: «Ω! πόλη των Αθηνών! Μητέρα της σοφίας! Σε ποια αμάθεια έχεις βυθιστεί!... Όταν σου μιλούσα, με την ευκαιρία της ενθρόνισής μου, απλά και φυσικά, φαινόταν σαν να είχα μιλήσει για κάτι το ακατανόητο ή σε μια ξένη γλώσσα, των Περσών ή των Σκύθων». Ο μορφωμένος Μιχαήλ Ακομινάτος σύντομα έπαψε να βλέπει τους σύγχρονους Αθηναίους τους άμεσους απόγονους των αρχαίων Ελλήνων. «Η εξαιρετική ωραιότητα της χώρας», γράφει, «έχει διατηρηθεί: ο Υμηττός με το άφθονο μέλι, ο Πειραιάς, η κάποτε μυστηριώδης Ελευσίνα, η πεδιάδα του Μαραθώνα και η Ακρόπολη. Αλλά η γενιά εκείνη που αγάπησε την επιστήμη εξαφανίστηκε για να έρθει στη θέση της μια γενιά αμόρφωτη και φτωχή, ψυχικά και σωματικά».

Κυκλωμένος από βάρβαρους, ο Μιχαήλ φοβόταν μήπως γίνει και ο ίδιος βάρβαρος και απολίτιστος και θρηνούσε το κατάντημα της ελληνικής γλώσσας που είχε γίνει ένα είδος βάρβαρης διαλέκτου, την οποία κατόρθωσε να καταλάβει μόνο ύστερα από παραμονή 3 ετών στην Αθήνα. Είναι πιθανόν ο Μιχαήλ να υπερβάλλει τα πράγματα, αλλά δεν απέχει από την πραγματικότητα όταν γράφει ότι η Αθήνα υπήρξε μια λαμπρή πόλη που δεν ζούσε πια. Το όνομα των Αθηναίων θα είχε εξαφανιστεί από τη μνήμη των ανθρώπων, αν δεν είχε εξασφαλιστεί η συνεχής του ύπαρξη από τα έργα του παρελθόντος και από τα φημισμένα μέρη της, την Ακρόπολη, τον Άρειο Πάγο, τον Υμηττό και τον Πειραιά, τα οποία σαν ένα αμετάβλητο έργο της φύσης στέκονται πέρα από τις μεταβολές και τις καταστροφές του χρόνου.

Ο Μιχαήλ έμεινε στην Αθήνα μέχρι τις αρχές του 13ου αιώνα. Μετά την ανάκτηση της πόλης από τους Φράγκους, το 1204, αναγκάστηκε να παραχωρήσει την έδρα του σ’ ένα Λατίνο Επίσκοπο και να περάσει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του στο μικρό νησί Κέα, κοντά στις ακτές της Αττικής, όπου και θάφτηκε μετά το θάνατό του το 1220 ή το 1222.

Ο Μιχαήλ Ακομινάτος άφησε μια πλούσια φιλολογική κληρονομιά σε ομιλίες και κηρύγματα για διάφορα θέματα, καθώς και πολυάριθμα γράμματα και μερικά ποιήματα που δίνουν σπουδαίες πληροφορίες για την πολιτική, κοινωνική και φιλολογική ζωή της εποχής του. Από τα ποιήματά του, την πρώτη θέση κατέχει ένα ιαμβικό ελεγείο γραμμένο προς τιμή της Αθήνας που αποτελεί «τον πρώτο και τον μόνο, ίσως, θρήνο των ερειπίων της παλιάς ένδοξης πόλης». Ο Gregorovius ονομάζει τον Μιχαήλ Ακομινάτο ακτίνα ηλίου όπου φώτισε το σκοτάδι της Αθήνας του Μεσαίωνα, καθώς και «τελευταίο μεγάλο πολίτη και τελευταία δόξα αυτής της πόλης των σοφών». Ένας άλλος συγγραφέας λέει ότι ο Μιχαήλ «αλλοδαπός εκ γενετής, ταύτισε τόσο πολύ τον εαυτό του με τη νέα του πατρίδα ώστε μπορούμε να τον ονομάσουμε ως τον τελευταίο των μεγάλων Αθηναίων, που αξίζει να σταθεί κοντά σ’ αυτές τις ευγενείς φυσιογνωμίες, των οποίων το παράδειγμα πρόβαλλε τόσο πολύ στο ποίμνιό του». Στον βαρβαρισμό που έπνιγε την Αθήνα, για τον οποίον μιλάει ο Μιχαήλ, καθώς και στη διαφθορά της ελληνικής γλώσσας, μπορεί να δει κανείς μερικά ίχνη της σλάβικης επιρροής.

ΝΙΚΗΤΑΣ ΑΚΟΜΙΝΑΤΟΣ

Ο νεώτερος αδελφός του Μιχαήλ, Νικήτας Ακομινάτος ή Χωνιάτης, κατέχει την πιο σπουδαία θέση ανάμεσα στους ιστορικούς του 12ου και των αρχών του 13ου αιώνα. Γεννημένος στα μέσα του 12ου αιώνα, στις Χωνές της Φρυγίας, ο Νικήτας, όπως και ο αδελφός του, στάλθηκε από παιδί στην Κωνσταντινούπολη, όπου σπούδασε κάτω από την καθοδήγηση του μεγαλύτερου αδελφού Μιχαήλ.

Ενώ ο Μιχαήλ αφιερώθηκε στην Εκκλησία, ο Νικήτας διάλεξε μια κοσμική σταδιοδρομία, που την άρχισε υπό τον Μανουήλ για να φτάσει στα ανώτατα αξιώματα την εποχή των Αγγέλων. Αφού αναγκάστηκε να φύγει από την πρωτεύουσα μετά τη λεηλασία της από τους Σταυροφόρους το 1204, κατέφυγε στην αυλή του αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεόδωρου Λάσκαρη, ο οποίος τον αποκατέστησε στις παλιές του τιμές και διακρίσεις, δίνοντάς του τη δυνατότητα να αφιερώσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην προσφιλή του φιλολογική εργασία και να τελειώσει τη μεγάλη του ιστορία. Ο Νικήτας πέθανε στη Νίκαια αμέσως μετά το 1210. Ο Μιχαήλ επέζησε του Νικήτα και έγραψε, με την ευκαιρία του θανάτου του αδελφού του, ένα συγκινητικό επικήδειο λόγο, που είναι πολύ σπουδαίος, όσον αφορά τη βιογραφία του Νικήτα.

Το μεγαλύτερο φιλολογικό του κατόρθωμα είναι το μεγάλο ιστορικό έργο. Σε 20 βιβλία, που παρουσιάζουν τα γεγονότα από την ενθρόνιση του Ιωάννη Κομνηνού μέχρι τα πρώτα έτη της Λατινικής αυτοκρατορίας (1118-1206). Το έργο του Νικήτα είναι μια ανεκτίμητη πηγή για την εποχή του Μανουήλ, την ενδιαφέρουσα βασιλεία του Ανδρόνικου, την εποχή των Αγγέλων, την Δ' Σταυροφορία και την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204. H αρχή της ιστορίας του, που ασχολείται με την εποχή του Ιωάννη Κομνηνού, είναι πολύ σύντομη. Το έργο διασπάται με ένα δευτερεύον γεγονός και δεν παρουσιάζει πλήρες σύνολο. Ίσως, λέει ο Uspensky, δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην πλήρη του μορφή. Για την ιστορία του ο Νικήτας αναγνωρίζει δύο μόνο πηγές: τις διηγήσεις των αυτοπτών μαρτύρων και την προσωπική παρατήρηση. Οι γνώμες των ιστορικών ποικίλουν ως προς το κατά πόσο ο Νικήτας χρησιμοποίησε τον Ιωάννη Κίνναμο ως πηγή του. Η ιστορία του Νικήτα είναι γραμμένη σ’ ένα πληθωρικό, εύγλωττο και γραφικό ύφος, που αποδεικνύει βαθειά γνώση τόσο της αρχαίας φιλολογίας όσο και της θεολογίας. Παρόλα αυτά, όμως, ο ίδιος ο συγγραφέας έχει τελείως διαφορετική γνώμη για το ύφος του.

Παρά την ύπαρξη κάποιας μεροληψίας στην περιγραφή των γεγονότων της μιας ή της άλλης βασιλείας, ο Νικήτας, που ήταν σταθερά πεπεισμένος για την πλήρη υπεροχή «των Ρωμαίων» επί των βαρβάρων της Δύσης, αποτελεί ως ιστορικός κάτι που αξίζει να το προσέξουμε με εμπιστοσύνη και προσοχή. Στην ειδική μονογραφία που έχει γράψει ο Uspensky για τον Νικήτα Χωνιάτη, αναφέρει ότι «ο Νικήτας αξίζει να μελετηθεί έστω και για τον απλό λόγο ότι στην ιστορία του ασχολείται με την πιο σπουδαία εποχή του Μεσαίωνα, οπότε οι εχθρικές σχέσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης είχαν φτάσει στο ανώτερο σημείο τους για να ξεσπάσουν στις Σταυροφορίες και την ίδρυση της Λατινικής αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη. Οι γνώμες του για τους Σταυροφόρους της Δύσης και για τις σχέσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης διακρίνονται από μια βαθειά αλήθεια και μια ευφυή ιστορική διορατικότητα, την οποία δε βρίσκουμε στα καλύτερα έργα της μεσαιωνικής φιλολογίας της Δύσης».

Εκτός από την «Ιστορία» του, ο Νικήτας Χωνιάτης έχει πιθανόν γράψει μια μικρή διατριβή σχετική με τα αγάλματα που καταστράφηκαν το 1204, από τους Λατίνους στην Κωνσταντινούπολη, μερικά έργα ρητορικής φύσης, προς τιμή διαφόρων αυτοκρατόρων, καθώς και μια θεολογική διατριβή, τον «Θησαυρό Ορθοδοξίας». Το τελευταίο αυτό έργο, που είναι συνέχεια της «Πανοπλίας» του Ευθύμιου Ζιγαβηνού, γράφτηκε μετά από μελέτη πολλών συγγραφέων και έχει ως αντικείμενο την ανασκευή ενός μεγάλου αριθμού αιρετικών πλανών.ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ

Ανάμεσα στους εκλεκτούς εκπροσώπους του πολιτισμού του 12ου αιώνα, ανήκει κι ο ικανός δάσκαλος και φίλος του Μιχαήλ Χωνιάτη, Αρχιεπίσκοπος ΘεσσαλονίκηςΕυστάθιος, «η πιο φτωχή φυσιογνωμία του κόσμου των γραμμάτων του Βυζαντίου, από την εποχή του Μιχαήλ Ψελλού» (Gregorovius). Μορφώθηκε στην Κωνσταντινούπολη, έγινε διάκονος της Αγίας Σοφίας και υπήρξε διδάσκαλος της ρητορικής. Τα περισσότερα από τα έργα του τα έγραψε εκεί, αλλά τα ιστορικά του έργα και διάφορες άλλες εργασίες τις επεξεργάστηκε αργότερα στη Θεσσαλονίκη. Το σπίτι του Ευστάθιου στην Κωνσταντινούπολη ήταν ένα είδος σχολής για νέους σπουδαστές και έγινε ένα κέντρο, γύρω από το οποίο συγκεντρώνονταν τα καλύτερα πνεύματα της πρωτεύουσας, καθώς και νέοι που διψούσαν για μάθηση. Σαν θρησκευτικός ηγέτης της Θεσσαλονίκης, που ερχόταν (ως προς τη σπουδαιότητα) αμέσως μετά την πρωτεύουσα, ο Ευστάθιος αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος από τη δραστηριότητά του στην εξύψωση του πνευματικού και ηθικού επιπέδου των συνθηκών του μοναστηριακού βίου της εποχής του, με αποτέλεσμα μερικές φορές να δημιουργεί εχθρούς μεταξύ των μοναχών. Από την πολιτιστική πλευρά έχουν πολύ ενδιαφέρον οι επανειλημμένες εκκλήσεις τους προς τους μοναχούς, να μη σπαταλούν τους θησαυρούς των βιβλιοθηκών. Ο Ευστάθιος πέθανε μεταξύ του 1192 και του 1194. Ο μαθητής και φίλος του Μητροπολίτης Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτος, τίμησε τη μνήμη του με ένα συγκινητικό επικήδειο λόγο.

Συνετός παρατηρητής της πολιτικής ζωής της εποχής του, καταρτισμένος θεολόγος που με θάρρος αναγνώριζε την κατάπτωση της μοναστικής ζωής, καθώς και βαθύς λόγιος, του οποίου οι γνώσεις σχετικά με την αρχαία φιλολογία του εξασφάλιζαν μια τιμητική θέση όχι μόνο στην ιστορία του βυζαντινού πολιτισμού, αλλά και στην ιστορία της κλασικής φιλολογίας, ο Ευστάθιος είναι αναμφίβολα μια εκλεκτή προσωπικότητα της πνευματικής ζωής του Βυζαντίου του 12ου αιώνα. Το πνευματικό του κληροδότημα μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ομάδες: στην πρώτη ομάδα ανήκουν τα εκτενή και λεπτομερή του σχόλια της Ιλιάδας, της Οδύσσειας, του Πίνδαρου και μερικών άλλων, ενώ στη δεύτερη ομάδα ανήκουν τα έργα που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη: η ιστορία της κατάκτησης της Θεσσαλονίκης από τους Νορμανδούς, το 1185, η σημαντική του αλληλογραφία, η διατριβή του σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις της μοναχικής ζωής, ένας λόγος που γράφτηκε με την ευκαιρία του θανάτου του αυτοκράτορα Μανουήλ και άλλα συγγράμματα.ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΣ

Στα τέλη του 11ου και στις αρχές του 12ου αιώνα, έζησε στη Βουλγαρία ένας πολύ σπουδαίος θεολόγος, ο Θεοφύλακτος Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας, ο οποίος γεννήθηκε στην Εύβοια και υπηρέτησε για ένα διάστημα ως διάκονος στην Αγία Σοφία. Μορφώθηκε πολύ καλά από τον περίφημο Μιχαήλ Ψελλό και διορίστηκε πιθανόν από τον Αλέξιο Α' Κομνηνό Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας, στη Βουλγαρία, που την εποχή αυτή βρισκόταν κάτω από την εξουσία του Βυζαντίου. Κάτω από τις αυστηρές και βάρβαρες συνθήκες ζωής της Βουλγαρίας, ο Θεοφύλακτος δεν μπορούσε να ξεχάσει τη ζωή που ζούσε πριν στην Κωνσταντινούπολη και ευχόταν με όλη τη δύναμη της ψυχής του να επιστρέψει στην πρωτεύουσα. Η ευχή του όμως δεν εκπληρώθηκε και πέθανε στη Βουλγαρία στις αρχές του 12ου αιώνα (περίπου το 1108). Υπήρξε ο συγγραφέας μερικών θεολογικών έργων και τα σχόλιά του που αναφέρονται στα βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης είναι ιδιαίτερα γνωστά.

Για εμάς όμως η πιο σημαντική φιλολογική κληρονομιά που μας άφησε ο Θεοφύλακτος είναι οι επιστολές του και το βιβλίο του σχετικά με τα σφάλματα των Λατίνων. Σχεδόν όλα τα γράμματα γράφτηκαν μεταξύ του 1091 και του 1108 και δίνουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εικόνα της ζωής των επαρχιών του Βυζαντίου. Οι επιστολές αυτές ελκύουν το ενδιαφέρον αν και δεν έχουν προσεχτικά μελετηθεί σε σχέση με την εσωτερική ιστορία της αυτοκρατορίας. Το βιβλίο του σχετικά με τα σφάλματα των Λατίνων υπήρξε σημαντικό λόγω των συμβιβαστικών τάσεων που παρουσιάζει σε σχέση με την Καθολική Εκκλησία.

ΜΙΧΑΗΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ο Μιχαήλ Θεσσαλονίκης έζησε κι έγραψε στη διάρκεια της βασιλείας του Μανουήλ. Άρχισε τη σταδιοδρομία του ως διάκονος και καθηγητής της ερμηνείας των Ευαγγελίων, στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης, αλλά τελικά καταδικάστηκε ως αιρετικός και στερήθηκε όλων των τίτλων του. Συνέγραψε μερικές ομιλίες προς τιμή του Μανουήλ, η τελευταία από τις οποίες εκφωνήθηκε ως επικήδειος, λίγες μέρες μετά το θάνατο του αυτοκράτορα. Οι ομιλίες του Μιχαήλ δίνουν μερικές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τα ιστορικά γεγονότα της εποχής του.

Στα μέσα του 12ου αιώνα, γράφτηκε ο διάλογος Τιμαρίων, κατά τα πρότυπα των νεκρικών διαλόγων του Λουκιανού, ο οποίος συνήθως θεωρείται ως ανώνυμος και του οποίου συγγραφέας θεωρείται ο Τιμαρίων. Ο Τιμαρίων περιγράφει την ιστορία της μετάβασής του στον Άδη και παρουσιάζει τις συζητήσεις του με τους νεκρούς που συνάντησε εκεί. Είδε στον Άδη τον αυτοκράτορα Ρωμανό Διγενή, τον Ιωάννη Ιταλό, τον Μιχαήλ Ψελλό, τον Εικονομάχο αυτοκράτορα Θεόφιλο και άλλους. Ο «Τιμαρίων», ο οποίος αναμφίβολα αποτελεί το καλύτερο έργο απομίμησης του Λουκιανού, είναι γεμάτος από δύναμη και χιούμορ. Εκτός όμως από αυτό, το έργο τούτο της εποχής των Κομνηνών αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πηγή για την εσωτερική ζωή του Βυζαντίου.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΖΕΤΖΗΣ

Ένας άλλος σύγχρονος των Κομνηνών, ο Ιωάννης Τζέτζης, που πέθανε πιθανόν στα τέλη του 12ου αιώνα, είναι πολύ σπουδαίος από άποψη φιλολογική, ιστορική και πολιτική, καθώς και από την άποψη της κλασσικής αρχαιότητας. Μορφώθηκε φιλοσοφικά πολύ καλά στην πρωτεύουσα και για ένα διάστημα υπήρξε καθηγητής της γραμματικής. Μετά αφιερώθηκε στη φιλοσοφική δράση, από την οποία και συντηρείτο. Στα έργα του ο Ιωάννης Τζέτζης δεν παραλείπει να αναφέρει τις συνθήκες της ζωής του, παρουσιάζοντας έναν άνθρωπο του 12ου αιώνα που ζει χάρη στο φιλολογικό του έργο, που συνεχώς αγωνίζεται με τη φτώχεια και τη δυστυχία, που υπηρετεί τους πλούσιους και τους αγενείς, αφιερώνοντάς τους τα έργα του, και που συχνά αγανακτεί για τη μικρή αναγνώριση των υπηρεσιών του.

Κάποια μέρα βρέθηκε σε τόση ανάγκη που δεν του έμεινε κανένα από τα βιβλία του, εκτός από τον Πλούταρχο. Μη διαθέτοντας χρήματα, μερικές φορές, δεν διέθετε ούτε βιβλία και, βασιζόμενος πολύ στη μνήμη του, έκανε πολλά ιστορικά σφάλματα γράφοντας τα έργα του. Σ’ ένα από τα έργα του γράφει: «Για μένα βιβλιοθήκη είναι το κεφάλι μου. Μη έχοντας καθόλου χρήματα, δεν έχω βιβλία και επομένως δεν μπορώ να ονομάσω ακριβώς τον συγγραφέα». Σ’ ένα άλλο του έργο, αναφερόμενος στη μνήμη του, γράφει ότι «ο Θεός δεν έχει φανερώσει άλλον άνθρωπο, παλαιότερα ή τώρα, με μεγαλύτερη μνήμη απ’ αυτήν του Τζέτζη». Η επαφή του Τζέτζη με αρχαίους και βυζαντινούς συγγραφείς ήταν πραγματικά πολύ αξιόλογη. Γνώριζε πολλούς ποιητές, δραματικούς, ιστορικούς, ρήτορες, φιλοσόφους, γεωγράφους και φιλόλογους και κυρίως τον Λουκιανό. Τα έργα του, γραμμένα σε ύφος ρητορικό και φορτωμένα από μυθολογία και ιστορικά αποσπάσματα, είναι δύσκολα και μάλλον χωρίς ενδιαφέρον για τον αναγνώστη.

Ανάμεσα στα πολλά του έργα βρίσκουμε τη συλλογή των 107 επιστολών του, οι οποίες, παρά τα φιλολογικά τους σφάλματα, έχουν κάποιο ενδιαφέρον τόσο για τη βιογραφία του συγγραφέα τους όσο και για τη βιογραφία των προσώπων στα οποία απευθύνονται. Μια «Βίβλος ιστοριών», γραμμένη σε λαϊκό ύφος, σε στίχους δηλαδή που είναι γνωστοί ως «πολιτικοί», αποτελείται από 12.000 γραμμές και πλέον και είναι ένα ποιητικό έργο με ιστορικό και φιλολογικό χαρακτήρα. Επειδή ο συγγραφέας διαίρεσε το έργο, για ευκολότερη χρήση του, σε τμήματα από χίλιες γραμμές, ονομάζεται συνήθως «χιλιάδες». Οι ιστορίες ή οι χιλιάδες του Ιωάννη Τζέτζη περιγράφονται από τον Krumbacher σαν «τίποτε άλλο από ένα τεράστιο σχόλιο σε στίχους των επιστολών του, τις οποίες εξηγεί γράμμα προς γράμμα. Οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των επιστολών του και των ‘χιλιάδων’ είναι τόσο στενές ώστε το ένα πράγμα να μπορεί να θεωρηθεί σαν λεπτομερής δείκτης του άλλου». Το γεγονός αυτό και μόνο στερεί τις «χιλιάδες» από οποιαδήποτε μεγάλη φιλολογική σημασία. Ένας άλλος επιστήμονας, ο Vasilievsky, παρατηρεί ότι «οι ‘χιλιάδες’, από φιλολογική άποψη, είναι πλήρης ανοησία αν και μερικές φορές εξηγούν ό,τι έχει παραμείνει σκοτεινό στον πεζό λόγο», δηλαδή στις επιστολές του Τζέτζη. Ένα άλλο εκτενές έργο του Τζέτζη είναι οι Αλληγορίες του που αφιερώνονται στη σύζυγο του αυτοκράτορα Μανουήλ, τη Γερμανίδα πριγκίπισσα Βέρθα-Ειρήνη, την οποία ο συγγραφέας ονομάζει «ομηρικότατη», δηλαδή τη μεγαλύτερη θαυμάστρια του Ομήρου. Αρχίζοντας τις Αλληγορίες του ο Τζέτζης λέει με έπαρση ότι θα κάνει τον Όμηρο προσιτό για όλους τους ανθρώπους που θα εισχωρήσουν στα αόρατα βάθη της σοφίας του. Το έργο αυτό, όπως λέει ο Vasilievsky, δεν στερείται μόνο καλού γούστου, αλλά και κοινής λογικής. Εκτός από τα έργα αυτά, ο Ιωάννης Τζέτζης άφησε μερικά συγγράμματα σχετικά με τον Όμηρο, τον Ησίοδο και τον Αριστοφάνη, μερικά ποιήματα και μερικά άλλα έργα.

Με βάση τις παρατηρήσεις αυτές, προκύπτει φυσικά το ερώτημα αν ο Ιωάννης Τζέτζης έχει καμιά σημασία για την πολιτιστική κίνηση του 12ου αιώνα. Έχοντας όμως κατά νου τον εξαιρετικό ζήλο με τον οποίον συνέλεγε το υλικό του, τα έργα του αποτελούν μια πλούσια πηγή αρχαιολογικών σημειώσεων που είναι σημαντικές για την κλασσική φιλολογία. Επιπλέον, η μέθοδος της εργασίας του συγγραφέα και η εκτενής επαφή του με την κλασσική φιλολογία, οδηγεί σε μερικά συμπεράσματα σχετικά με τον χαρακτήρα της φιλολογικής «αναγέννησης» της εποχής των Κομνηνών.ΙΣΑΑΚ ΤΖΕΤΖΗΣ

Ο μεγαλύτερος αδελφός του, Ισαάκ Τζέτζης, που ασχολήθηκε με τη φιλολογία και τη μετρική, δεν υπάρχει λόγος να αναφερθεί. Στη φιλολογία όμως «οι αδελφοί Τζέτζη» αναφέρονται συχνά με τέτοιο τρόπο που νομίζει κανείς ότι και οι δύο είχαν την ίδια αξία. Στην πραγματικότητα, ο Ισαάκ Τζέτζης δεν διακρίθηκε για τίποτε και γι’ αυτό θα ήταν πιο σωστό να πάψουμε να αναφερόμαστε στους «αδελφούς Τζέτζη».

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ

Μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα της εποχής των τριών πρώτων Κομνηνών, και κυρίως του Ιωάννη και του Μανουήλ, είναι ο πολύ μορφωμένος ποιητής Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος, όπως πολλές φορές αποκαλεί ο ίδιος τον εαυτό του με ένα πνεύμα μιας μάλλον παρεξηγημένης ταπείνωσης. Τα διάφορα έργα του Προδρόμου παρέχουν πολύ υλικό για μελέτη στον φιλόλογο, τον φιλόσοφο, τον θεολόγο και τον ιστορικό. Αν και τα δημοσιευμένα έργα, που αποδίδονται στον Πρόδρομο, είναι πολυάριθμα, όμως διατηρείται ανάμεσα στα χειρόγραφα των διαφόρων βιβλιοθηκών της Δύσης και της Ανατολής αρκετό υλικό που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί.

Προς το παρόν η προσωπικότητα του Προδρόμου δημιουργεί στους ιστορικούς πολλά ζητήματα, επειδή δεν έχει ξεκαθαριστεί σε ποιον πράγματι ανήκουν τα πολυάριθμα άεργα που αποδίδονται στον Πρόδρομο, με βάση τα χειρόγραφα. Μια ομάδα ειδικών αναγνωρίζει δυο συγγραφείς με το όνομα Πρόδρομος, μιας άλλη τρεις και μια τρίτη μόνον ένα. Το πρόβλημα δεν έχει λυθεί ακόμα και πιθανόν η λύση του θα είναι δυνατή μόνο αφού δημοσιευθεί όλη η φιλολογική κληρονομιά που σχετίζεται με το όνομα του Προδρόμου.

Η καλύτερη περίοδος της δράσης του Προδρόμου υπήρξε το πρώτο ήμισυ του 12ου αιώνα. Ο θείος του, γνωστός με το μοναστικό του όνομα Ιωάννης, υπήρξε Μητροπολίτης Κιέβου (Ιωάννης Β') στη Ρωσία και, όπως αναφέρει το 1089 ένας Ρώσος χρονογράφος, ο Ιωάννης ήταν «ένας άνθρωπος που χρησιμοποιούσε με ικανότητα τα βιβλία, μορφωμένος, αλλά και ελεήμων για τους φτωχούς και τις χήρες». Ο Πρόδρομος πέθανε, κατά πάσα πιθανότητα, το 1150 περίπου.

Ο Πρόδρομος, όπως λέει ο Diehl, ανήκε σε μια ξεπεσμένη τάξη της πρωτεύουσας, στο φιλολογικό προλεταριάτο, που αποτελείτο από έξυπνους, καλλιεργημένους και διακεκριμένους ανθρώπους, που η ζωή με τη δριμύτητά της είχε ταπεινώσει. Έχοντας γνωριμίες στους κύκλους της αυλής και με την αυτοκρατορική οικογένεια, αλλά και με ανώτερους και ισχυρούς υπαλλήλους του κράτους, αυτοί οι φτωχοί συγγραφείς αγωνίζονταν με δυσκολία να αποκτήσουν προστάτες, των οποίων η γενναιοδωρία θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει τα βιοποριστικά. Όλη η ζωή του Προδρόμου πέρασε με μια προσπάθεια να βρει προστάτες, με ένα συνεχή αγώνα εναντίον της φτώχειας, της αρρώστιας και των γερατειών καθώς και με αιτήσεις για υποστήριξη. Γι’ αυτό και δεν φείδεται κολακειών και ταπεινών εκφράσεων, άσχετα με το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση για υποστήριξη ή η κολακεία. Πρέπει όμως να εκτιμηθεί το γεγονός ότι ο Πρόδρομος έμεινε για πάντα σχεδόν πιστός σ’ ένα πρόσωπο, που ήταν η γυναικαδέλφη του Μανουήλ, Ειρήνη.

Η κατάσταση των ανθρώπων των γραμμάτων, σαν τον Πρόδρομο, ήταν μερικές φορές πολύ δύσκολη. Σ’ ένα ποίημα, π.χ., που αποδιδόταν στον Πρόδρομο, παρουσιάζεται ο συγγραφέας του να εκφράζει τη λύπη του γιατί δεν είναι τσαγκάρης ή ράφτης, βαφέας ή αρτοπώλης, εφόσον αυτοί έχουν κάτι να φάνε. Ο συγγραφέας όμως δέχεται από τον πρώτο που συναντά την ειρωνική απάντηση: «Φάγε τα συγγράμματά σου και συντηρήσου από αυτά, αγαπητέ! Μάσησε άπληστα τα γραπτά σου! Βγάλε τα εκκλησιαστικά σου ενδύματα και γίνου εργάτης!».

Πάρα πολλά έργα με διαφορετικό χαρακτήρα έχουν διασωθεί με το όνομα του Προδρόμου, ο οποίος ήταν μυθιστοριογράφος, αγιογράφος, ρήτορας, συγγραφέας επιστολών, ενός αστρολογικού ποιήματος, θρησκευτικών ποιημάτων, φιλοσοφικών έργων, σάτυρων και χιουμοριστικών έργων. Πολλά από τα έργα του αποτελούν συνθέσεις που έγιναν με την ευκαιρία νικών, γεννήσεων, θανάτων, γάμων κλπ. και είναι πολύ σπουδαία για τους υπαινιγμούς που κάνουν για τις προσωπικότητες και τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται, καθώς και για τις πληροφορίες που δίνουν σχετικά με τη ζωή των κατώτερων τάξεων της πρωτεύουσας. Ο Πρόδρομος υπέστη συχνά σοβαρές επικρίσεις από τους ειδικούς που τονίζουν τη «φτώχεια των θεμάτων» του και την «αηδιαστική εξωτερική μορφή των ποιημάτων του», λέγοντας ότι «η ποίηση δεν μπορεί να απαιτηθεί από συγγραφείς που γράφουν για να κερδίσουν το ψωμί τους».

Η επίκριση όμως αυτή γίνεται με βάση τα χειρότερα και δυστυχώς πιο γνωστά του έργα, όπως είναι το μεγάλο στομφώδες ποιητικό του μυθιστόρημα «τα κατά Ροδάνθη και Δοσικλέα», το οποίο μερικοί χαρακτηρίζουν ως απελπιστικά μονότονο έργο που η ανάγνωσή του αποτελεί πραγματική δοκιμασία. Η γνώμη αυτή όμως δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως η τελευταία λέξη. Μια γενική επισκόπηση του έργου του, μαζί με τα πεζά έργα του, τους σατυρικούς διαλόγους, τους λίβελους και τα επιγράμματα (στα οποία ακολουθεί τα καλύτερα υποδείγματα της αρχαιότητας και κυρίως τον Λουκιανό) οδηγεί στην υπέρ του Πρόδρομου αναθεώρηση της γενικής κρίσης του φιλολογικού του έργου. Στα έργα αυτά υπάρχουν θαυμάσιες και λεπτές παρατηρήσεις για την πραγματικότητα της εποχής εκείνης, οι οποίες αναμφίβολα αποτελούν ενδιαφέρουσες πηγές για την κοινωνική ιστορία γενικά και για την ιστορία της φιλολογίας ειδικά. Ο Πρόδρομος αξίζει να τον προσέξουμε και για μια άλλη πολύ σπουδαία συμβολή του. Σε μερικά από τα έργα του, κυρίως στα χιουμοριστικά, εγκατέλειψε τη χρήση της τεχνικής κλασικής γλώσσας και χρησιμοποίησε την ομιλούμενη ελληνική του 12ου αιώνα, στην οποία άφησε πολύ ενδιαφέροντα κομμάτια. Γι’ αυτό και πρέπει να τον ευγνωμονούμε. Οι καλύτεροι Βυζαντινολόγοι της εποχής μας αναγνωρίζουν ότι, παρά τις ελλείψεις που παρουσιάζει, ο Πρόδρομος ανήκει αναμφίβολα στα αξιοπαρατήρητα φαινόμενα της βυζαντινής φιλολογίας και είναι (όσο λίγοι Βυζαντινοί είναι) μια διακεκριμένη φιλολογική και ιστορική προσωπικότητα. [4]

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΙΛΒΗΣ

Την εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων έζησε κι ο Κωνσταντίνος Στιλβής, ένας ανθρωπιστής, για τον οποίον γνωρίζουμε πολύ λίγα πράγματα. Μορφώθηκε πολύ καλά, έγινε διδάσκαλος στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα πήρε τον τίτλο του Διδασκάλου της Φιλολογίας. Είναι γνωστό ότι συνέθεσε 35 ποιήματα. Από αυτά, το πιο γνωστό είναι ένα σχετικό με τη μεγάλη φωτιά της Κωνσταντινούπολης (της 25ης Ιουλίου του 1197), ποίημα που αποτελεί και την πρώτη αναφορά αυτού του γεγονότος. Το ποίημα αποτελείται από 938 στίχους και δίνει πολλές πληροφορίες για την τοπογραφία, την κατασκευή και τις συνήθειες της πρωτεύουσας της Ανατολικής αυτοκρατορίας. Σε άλλο του ποίημα, ο ίδιος συγγραφέας, περιγράφει μια άλλη φωτιά της Κωνσταντινούπολης που συνέβη το 1198. Τα έργα αυτού του συγγραφέα διατηρούνται σε πολλές βιβλιοθήκες της Ευρώπης κι η προσωπικότητά του ασφαλώς αξίζει να μελετηθεί περισσότερο.

ΧΡΟΝΙΚΟΓΡΑΦΟΙ

Την εποχή των Κομνηνών έχουμε επίσης αρκετούς εκπροσώπους του βυζαντινού χρονικού, οι οποίοι αρχίζουν τη διήγησή τους με τη Δημιουργία του κόσμου. Ο Γεώργιος Κεδρηνός, που έζησε την εποχή του Αλέξιου Κομνηνού, διηγείται γεγονότα που φτάνουν στις αρχές της βασιλείας του Ισαάκιου Κομνηνού, το 1057. Η περιγραφή των γεγονότων μετά το 811 είναι σχεδόν απαράλλακτη με αυτήν του χρονογράφου του 11ου αιώνα Ιωάννη Σκυλίτση. Ο Ιωάννης Ζωναράς, κατά τον 12ο αιώνα, δεν έγραψε ένα συνηθισμένο ξερό χρονικό, αλλά ένα εγχειρίδιο παγκόσμιας ιστορίας, που προοριζόταν για την εκπλήρωση ανώτερων απαιτήσεων και το οποίο στηριζόταν σε αξιόπιστες πηγές. Ο Ζωναράς διηγείται τα γεγονότα μέχρι την ενθρόνιση του Ιωάννη Κομνηνού (1118).

Το χρονικό του Κωνσταντίνου Μανασσή, που γράφηκε το πρώτο ήμισυ του 12ου αιώνα σε στίχους και το οποίο αφιερώθηκε στη γυναικαδέλφη του Μανουήλ, Ειρήνη, περιγράφει τα γεγονότα μέχρι την εποχή της ενθρόνισης του Αλέξιου Κομνηνού (1081). Στις αρχές του περασμένου αιώνα δημοσιεύθηκε μια συνέχεια του χρονικού του Μανασσή που περιέχει 79 στίχους καλύπτοντας σύντομα την περίοδο από τον Ιωάννη Κομνηνό μέχρι τον Βαλδουίνο, τον πρώτο Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. Το μισό σχεδόν από το έργο του ασχολείται με τον Ανδρόνικο. Ο Μανασσής έγραψε επίσης ένα ιαμβικό ποίημα με τον πιθανόν τίτλο «Οδοιπορικό», που ασχολείται με σύγχρονά του γεγονότα και που δημοσιεύτηκε το 1904. Τελικά ο Μιχαήλ Γλυκάς έγραψε τον 12ο αιώνα ένα Διεθνές χρονικό για τα γεγονότα μέχρι το θάνατο του Αλέξιου Κομνηνού (1118).

ΤΕΧΝΗ

Όσον αφορά τη βυζαντινή τέχνη, η εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων ήταν συνέχεια του Β' Χρυσού Αιώνα, που την αρχή του πολλοί επιστήμονες τοποθετούν στα μέσα του 9ου αιώνα, στην άνοδο δηλαδή στο θρόνο της Μακεδονικής δυναστείας. Φυσικά η ταραχώδης περίοδος του 11ου αιώνα (λίγο πριν την άνοδο στην εξουσία της δυναστείας των Κομνηνών) διέκοψε για μικρό χρονικό διάστημα τη λαμπρότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας της εποχής των Μακεδόνων αυτοκρατόρων. Με τη νέα όμως δυναστεία των Κομνηνών το Βυζάντιο κέρδισε και πάλι ένα μέρος της παλιάς του δόξας κι ευημερίας και η βυζαντινή τέχνη φαινόταν ικανή να συνεχίσει τη λαμπρή παράδοση της εποχής των Μακεδόνων. Ένα είδος όμως φορμαλισμού και ακινησίας χαρακτηρίζει την εποχή των Κομνηνών. «Τον 11ο αιώνα παρατηρούμε ήδη την παρακμή στα αισθήματα έναντι της αρχαιότητας. Η φυσική ελευθερία δίνει τη θέση της στον φορμαλισμό, η θεολογική σκοπιμότητα γίνεται πιο έκδηλη ο σκοπός για τον οποίον δημιουργείται ένα έργο» (Dalton). Σ’ ένα άλλο βιβλίο ο Dalton λέει ότι «οι πηγές της προόδου ξεράθηκαν, ενώ δεν υπήρχε πια καμιά δύναμη οργανικής ανάπτυξης... Καθώς η περίοδος των Κομνηνών προχωρούσε, η θεία τέχνη έγινε ένα είδος τυπικού, το οποίο απομνημονευόταν και εκτελείτο υπό την ασυνείδητη σχεδόν καθοδήγηση των ειδικών. Η τέχνη δε διέθετε πλέον φλόγα ή ζέση και κινείτο ασυναίσθητα προς τον φορμαλισμό».

Αυτό όμως δεν θα πει ότι η βυζαντινή τέχνη, την εποχή των Κομνηνών, βρισκόταν σε κατάσταση παρακμής. Ειδικά στον τομέα της αρχιτεκτονικής εμφανίστηκαν πολλά αξιόλογα μνημεία.

Στην Κωνσταντινούπολη κτίστηκε το ανάκτορο των Βλαχερνών και οι Κομνηνοί άφησαν την παλιά αυτοκρατορική κατοικία (το Μεγάλο Παλάτι) κι εγκαταστάθηκαν σε νέο ανάκτορο, στην άκρη του Κεράτιου κόλπου. Η νέα κατοικία του αυτοκράτορα δεν υστερούσε καθόλου από το Μεγάλο Παλάτι και οι συγγραφείς της εποχής εκείνης την περιέγραφαν με ενθουσιασμό. Το Μεγάλο Παλάτι, που εγκαταλείφθηκε, παράκμασε και τον 15ο αιώνα ήταν ένα απλό ερείπιο που καταστράφηκε τελείως από τους Τούρκους.

Το όνομα των Κομνηνών συνδέεται και με την κατασκευή ή ανασυγκρότηση αρκετών εκκλησιών. Τέτοιες εκκλησίες είναι ο Παντοκράτορας, όπου θάφτηκε ο Ιωάννης Β' και ο Μανουήλ Α' και όπου αργότερα τον 15ο αιώνα επρόκειτο να θαφτούν οι αυτοκράτορες Μανουήλ Β' και Ιωάννης Η' Παλαιολόγος. Η περίφημη εκκλησία της χώρας (Qahrieh Jami) ανασυγκροτήθηκε στις αρχές του 12ου αιώνα. Γενικά, εκκλησίες χτίζονταν όχι μόνο στην πρωτεύουσα αλλά και στις επαρχίες. Στη Δύση εγκαινιάστηκε επίσημα, στη Βενετία, το 1095, ο Καθεδρικός Ναός του Αγίου Μάρκου, του οποίου το σχέδιο αναπαριστά την εκκλησία των Αποστόλων της Κωνσταντινούπολης, παρουσιάζοντας με τα μωσαϊκά της την επιρροή του Βυζαντίου. Στη Σικελία πολλά κτίρια και μωσαϊκά που παρουσιάζουν τα καλύτερα επιτεύγματα της βυζαντινής τέχνης, ανήκουν στον 12ο αιώνα. Στην Ανατολή τα μωσαϊκά της εκκλησίας της Γέννησης στη Βηθλεέμ, αποτελούν σπουδαία υπολείμματα μιας διακόσμησης που έγινε από Χριστιανούς καλλιτέχνες της Ανατολής, για τον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό, το 1169.

Έτσι τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση «η επιρροή της βυζαντινής τέχνης παρέμεινε ισχυρή κατά τον 12ο αιώνα, και εκεί ακόμα που δεν θα το περίμενε κανείς, δηλαδή ανάμεσα στους Νορμανδούς της Σικελίας και τους Λατίνους της Συρίας» (Diehl).

Πολύ σπουδαίες τοιχογραφίες του 11ου και του 12ου αιώνα ανακαλύφθηκαν στην Καππαδοκία και τη Νότια Ιταλία, καθώς και στη Ρωσία, στο Κίεβο, το Chernigov και το Novgorod.

Πολλά δείγματα της τέχνης της εποχής αυτής βρίσκει κανείς σε ελεφάντινα γλυπτά, στην αγγειοπλαστική, στην επεξεργασία του μετάλλου, στις σφραγίδες και σε χαραγμένους πολύτιμους λίθους.

Παρά την καλλιτεχνική όμως δημιουργία της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων, η πρώτη περίοδος του Β' Χρυσού Αιώνα, που συμπίπτει με τη δυναστεία των Μακεδόνων, υπήρξε πιο λαμπρή και πιο δημιουργική. Συνεπώς δεν μπορεί να συμφωνήσει κανείς με την άποψη του Duthuit (ενός Γάλλου συγγραφέα), που ισχυρίζεται ότι η δημιουργική δύναμη του Βυζαντίου και της χριστιανικής Ανατολής έφτασε στο απόγειό της, κατά τον 12ο αιώνα.

Η βυζαντινή αναγέννηση του 12ου αιώνα είναι σπουδαία και ενδιαφέρουσα μόνο σαν αναπόσπαστο τμήμα της γενικής ευρωπαϊκής αναγέννησης του 12ου αιώνα, η οποία έχει τόσο ωραία περιγραφεί και ερμηνευτεί από τον Haskins στο βιβλίο του «Η Αναγέννηση του δωδέκατου αιώνα». Στις δύο πρώτες γραμμές του προλόγου του λέει ότι «ο τίτλος αυτού του βιβλίου θα φανεί σε πολλούς ότι περιέχει μια αντίθεση. Μια αναγέννηση κατά τον 12ο αιώνα!». Αλλά δεν υπάρχει καμιά αντίθεση. Τον 12ο αιώνα η Δυτική Ευρώπη γνώρισε την αναζωογόνηση των Λατίνων κλασικών, της λατινικής γλώσσας, του λατινικού πεζού λόγου και στίχου, του δικαίου και της φιλοσοφίας και των ιστορικών έργων. Ο αιώνας αυτός υπήρξε η εποχή των μεταφράσεων από τα ελληνικά και τα αραβικά, καθώς και της πρώτης δημιουργίας των Πανεπιστημίων. Και ο Haskins έχει απόλυτο δίκαιο όταν λέει ότι «δεν έχει γίνει πάντοτε αντιληπτό όσο πρέπει ότι υπήρχε και μια αξιόλογη άμεση επαφή με τις ελληνικές πηγές, τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ανατολή και ότι οι μεταφράσεις που έγιναν απευθείας από τα ελληνικά πρωτότυπα υπήρξαν ένα σπουδαίο, άμεσο και πιστό μέσο για τη μετάδοση της γνώσης των αρχαίων».

Τον 12ο αιώνα οι άμεσες σχέσεις μεταξύ της Ιταλίας και του Βυζαντίου, και κυρίως της Κωνσταντινούπολης, ήταν πιο εκτεταμένες και πιο συχνές απ’ όσο μπορεί κανείς να διαπιστώσει με την πρώτη ματιά. Λόγω των σχεδίων των Κομνηνών να πλησιάσουν πιο πολύ στη Ρώμη, έγιναν πολλές συζητήσεις στη Κωνσταντινούπολη (πολύ συχνά μπροστά στους αυτοκράτορες) με συμμετοχή μορφωμένων μελών της Καθολικής Εκκλησίας, που έρχονταν στην πρωτεύουσα του Βυζαντίου με σκοπό τον συμβιβασμό των δύο Εκκλησιών. Οι συζητήσεις αυτές συνέβαλαν πολύ στη μεταβίβαση της ελληνικής γνώσης στη Δύση. Επιπλέον οι εμπορικές σχέσεις των ιταλικών εμπορικών Δημοκρατιών με το Βυζάντιο, καθώς και τα χρήματα της Κωνσταντινούπολης που ανήκαν στους Ενετούς και τους κατοίκους της Πίζας, οδήγησαν στην πρωτεύουσα αρκετούς Ιταλούς λόγιους που έμαθαν ελληνικά και μετέφεραν ένα ποσοστό της ελληνικής γνώσης στη Δύση. Την εποχή κυρίως του Μανουήλ Κομνηνού παρατηρείται στην Κωνσταντινούπολη μια σταθερή εμφάνιση αποστολών του Πάπα, του αυτοκράτορα, των Γάλλων, των κατοίκων της Πίζας και άλλων, καθώς και μια συνεχής και διαδοχική μετάβαση Ελλήνων πρεσβευτών στη Δύση, που θυμίζει τη μετανάστευση των Ελλήνων στην Ιταλία στις αρχές του 15ου αιώνα.

Έχοντας υπόψη όλη αυτή τη δράση, το συμπέρασμα είναι ότι η μορφωτική κίνηση της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων αποτελεί μια από τις λαμπρές σελίδες της ιστορίας του Βυζαντίου. Σε παλαιότερες εποχές το Βυζάντιο δεν παρουσίασε τέτοια αναβίωση και η αναβίωση του 12ου αιώνα γίνεται πιο σημαντική όταν συγκριθεί με την αναγέννηση που παρουσιάστηκε, συγχρόνως στη Δύση. Ο 12ος αιώνας μπορεί να χαρακτηριστεί ασφαλώς ως η εποχή της πρώτης ελληνικής Αναγέννησης της βυζαντινής ιστορίας.

Υποσημειώσεις:

[1] Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα η Άννα Κομνηνή ήταν γνωστή κυρίως από την εμφάνιση του ονόματός της στο έργο του Sir Walter Scott «Count Robert of Paris». Έχειόμως τόσο μεταμορφωθεί ώστε είναι αγνώριστη. Σε μια απ’ τις σκηνές τουμυθιστορήματος (κεφ. IV) η Άννα διαβάζει ένα απόσπασμα από την ιστορία της το οποίο δεν υπάρχει στην «Αλεξιάδα».
[2] Η λέξη προέρχεται από το αραβικό άρθρο «αλ» και την ελληνική λέξη «μεγίστη» και είναι ο τίτλος με τον οποίο έγινε γνωστή στην Ευρώπη, σε αραβική μετάφραση, η«Μεγάλη μαθηματική σύνταξη της Αστρονομίας» του Κλαύδιου Πτολεμαίου.
[3] Οι αρχαίες Κολοσσές. Η πόλη αυτή καταστράφηκε από σεισμό το 60 μ.Χ.
[4] Πρέπει να θυμηθούμε ότι πολλά έργα που φέρουν το όνομα του Προδρόμου δεν ανήκουν σ’ αυτόν, αλλά γράφηκαν από όσους ανήκαν στον φιλολογικό κύκλο του.

http://byzantin-history.blogspot.com/
Όταν τις άρχηι εαυτού, τότε νομιζέτω και των υπηκόων άρχειν αληθώς. Πατριάρχης Φώτιος
Όλβιος όστις Ιστορίης Έσχε Μάθησιν Ευριπίδης
User avatar
Iwn Ioustinos
 
Posts: 54
Joined: Tue Nov 22, 2011 1:43 pm
Location: ΑΘΗΝΑΙ

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby marjory » Sat Nov 26, 2011 11:11 am

από Iwn-Ioustinos την Κυρ Ιούλ 31, 2011 1:29 am

Οι λόγοι που οδήγησαν Βυζαντινούς και Καρολίδες στο να επιζητήσουν τη σύναψη σχέσεων επιγαμίας τον 8ο και 9ο αιώνα

Η Βυζαντινή πολιτική στις διεθνείς σχέσεις περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τις επιγαμίες επιφανών βυζαντινών με ξένους οίκους. Εδώ θα εξετάσουμε εν συντομίαι τους λόγους που ώθησαν Βυζαντινούς και Καρολίδες στο να επιζητήσουν σχέσεις επιγαμίας κατά τον 8ο και 9ο αιώνα.

Οι λόγοι, λοιπόν, που οδήγησαν τους Βυζαντινούς και τους Καρολίδες σε απόπειρες σύναψης σχέσεων επιγαμίας, κατά τους παραπάνω αιώνες, ποικίλλουν αναλόγως της καταστάσεως στην οποία βρίσκονταν η κάθε πλευρά. Έτσι, υπήρχαν εποχές που το Βυζάντιο επιθυμούσε διακαώς τη σύναψη τέτοιων σχέσεων, και εποχές που οι ηγέτες του Φραγκικού βασιλείου τις ζητούσαν επιτακτικά.

Κατά τον 8ο αιώνα το Βυζάντιο αντιμετώπιζε πρόβλημα τόσο στη Μεσόγειο και την Ανατολή από την εξάπλωση των Αράβων όσο και στη διατήρηση των κτήσεών του στην Ιταλία, ενώ στη Βαλκανική υπήρχαν τριβές με το βουλγαρικό κράτος. Στην Ιταλία οι Λογγοβάρδοι απειλούσαν το εξαρχάτο της Ραβέννας, ώσπου το κατέλυσαν το 751. Ο τότε βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Ε’ έκρινε ότι λόγω των κρίσιμων μετώπων στη Βαλκανική με τους Βούλγαρους και στην Ανατολή με τους Άραβες δεν θα μπορούσε να στείλει στρατεύματα στην Ιταλία. Για τον λόγο αυτό επιχείρησε να προσεγγίσει τον Πεπίνο τον Βραχύ. Μία από τις προτάσεις του ήταν η σύναψη επιγαμίας μεταξύ του γιου του τού Λέοντος Δ’ και της κόρης του Πεπίνου της Γκιζέλας. Τελικά δεν επετεύχθη το συνοικέσιο.

Στη συνέχεια, πάλι κατά τον 8ο αιώνα, η βυζαντινή αυτοκρατορική αυλή συνεχίζει να επιζητεί τη σύναψη επιγαμιών με τους Φράγκους, με την Ειρήνη την Αθηναία, η οποία εμφανίζεται ακόμη πιο διαλλακτική. Έτσι στην πολιτική της συμφωνία με τον Καρλομάγνο περιλαμβάνεται ο αρραβώνας του γιου της Κωνσταντίνου του Στ’ με την κόρη του Καρλομάγνου τη Ροτρούδη. Εν τέλει δεν θα καρποφορήσει ούτε αυτή η απόπειρα.

Στην αυγή του 9ου αιώνα τα δεδομένα αλλάζουν. Οι Καρολίδες, μετά τη στέψη του Καρλομάγνου ως αυτοκράτορα των Ρωμαίων το 800, επιζητούν διακαώς την αναγνώρισή τους από το Βυζάντιο. Εκμεταλλευόμενοι τη χηρεία του βυζαντινού θρόνου έρχονται εκ νέου σε διαπραγματεύσεις με την Ειρήνη την Αθηναία το 802. Προετοιμάζεται ο γάμος του Καρλομάγνου με την ίδια την Ειρήνη ως επισφράγιση της συμφωνίας. Όμως, οι ανώτατοι βυζαντινοί αξιωματούχοι, συναισθανόμενοι ότι με αυτό τον τρόπο θα καταλυόταν η βυζαντινή αρχή, ανέτρεψαν την Ειρήνη την Αθηναία και ματαίωσαν τα σχέδια του Καρλομάγνου.

Οι προσπάθειες από μέρους των Καρολιδών δεν εγκαταλείπονται και το 812 νέα αντιπροσωπεία τους έρχεται στην Κωνσταντινούπολη για διαπραγματεύσεις με τον Μιχαήλ τον Α’ όπου του πρότειναν σχέση επιγαμίας με τον μεγαλύτερο γιο του.

Μετά το θάνατο του Καρλομάγνου το 814, οι διάδοχοί του δεν καταφέρνουν να κρατήσουν ενωμένο το κράτος του. Τα δεδομένα αλλάζουν και η αυξανόμενη αραβική απειλή ξαναφέρνει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων τους Καρολίδες με το Βυζάντιο. Οι βυζαντινοί διπλωμάτες επιζητούν μία κοινή στάση μεταξύ Βυζαντίου και Φράγκων. Προκειμένου να επιτευχθεί χρειάζεται η ενδυνάμωση των σχέσεων μεταξύ του Βυζαντινού οίκου και των Καρολιδών. Έτσι χρησιμοποιείται, για ακόμη μία φορά, το όπλο των επιγαμιών. Στα πλαίσια αυτά ο βυζαντινός αυτοκράτορας Θεόφιλος πρότεινε μία από τις κόρες του να νυμφευθεί Φράγκο ηγεμόνα.
Ω πανύμνητε μήτερ, η τεκούσα των πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον, δεξαμένη την νυν προσφοράν, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας, και της μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τους Σοι βοώντας.
User avatar
marjory
Site Admin
 
Posts: 3312
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:29 am

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby marjory » Sat Nov 26, 2011 11:12 am

από Iwn-Ioustinos την Κυρ Οκτ 23, 2011 10:25 pm

ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Άλλη μία απάντησις για το χιλιόχρονον Βυζάντιον διά τους ανιστορήτους δήθεν σχετικούς.

Η αλήθεια, λοιπόν, είναι ότι ακόμη και ο αριστερός ιστορικός Νίκος Σβορώνος αναφέρεται στην ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Προσδιορίζει δε την ανάδυση του νεωτέρου ελληνισμού από τον 13ο αιώνα.

Αναφορικά, τώρα, με τον όρο «Γραικός», ο ίδιος ως προσδιορισμός, δεν είναι υποτιμητικός, αλλά το προγενέστερο όνομα του Έλληνος. Ο Έλλην, είτε ως Πελασγός, είτε ως Γραικός, είτε ως Φθιωτός (οι πρώτοι που πήραν την ονομασία Έλληνες), είτε ως Ίων, είτε ως Δωριεύς, είτε ως Αχαιός, είτε ως Αιολός, είτε ως Μακεδών, είτε ως Μολοσσός, είτε ως Θραξ, είτε ως Θεσσαλός, είτε ως Κρης, είτε ως Ρωμιός, είτε ως Έλλην είναι ένα και το αυτό. Επιστημονικές μελέτες δε έχουν αποδείξει τη βιολογική ιστορική συνέχεια του ελληνισμού κατά το μεγαλύτερο ποσοστό. Οπωσδήποτε, στο διάβα των αιώνων, υπήρξαν και εξελληνισμοί, κυρίως μικρασιατικών εθνών, αλλά αυτό ίσα ίσα που προσδίδει κύρος στον ελληνισμό.

Αντιθέτως, ο όρος "Γραικύλος" ή λατινιστί "Graeculus" συνιστά υποτιμητικό επιθετικό προσδιορισμό στα όρια της ύβρεως. Επινοήθηκε από τον Κικέρωνα, ο οποίος χαρακτήριζε έτσι όσους Έλληνες επιδείκνυαν αφενός μεν χαμερπή συμπεριφορά, αφετέρου δε μηρύκαζαν τον ρωμαϊκό πρότυπο συμπεριφοράς και εν γένει βίου. Από την εποχή του Κάτωνος του πρεσβυτέρου (2ος αιών π.Χ), ο οποίος έψεγε τους Ρωμαίους συμπολίτες του για την υιοθέτηση ελληνικών προτύπων, είχε κυλήσει αρκετό νερό στο αυλάκι με τους όρους να έχουν αντιστραφεί.

Επίσης, ο όρος Ρωμαίος για τους βυζαντινούς, αν και έχει χιλιοειπωθεί και χιλιοεξηγηθεί, αποτελούσε την πολιτική ονομασία που οδηγούσε στην εγγραφή υποθήκης για την οικουμενικότητα της αυτοκρατορίας. Εκείνη την εποχή το όνομα "Έλλην" είχε αποκλειστικά θρησκευτική χρήση και σκιαγραφούσε το πορτραίτο του μη χριστιανού, πιστού σε ένα μωσαϊκό προχριστιανικών θεοτήτων (και όχι μόνον του κλασσικού ελληνικού δωδεκαθέου). Με αυτή την έννοια προσδιοριζόταν ο Ιουλιανός ως "Έλλην", καίτοι δεν ήτο ελληνικής καταγωγής. Λάτρευε δε το θεό ήλιο και επιθυμούσε έναν συγκερασμό όλων των προχριστιανικών λατρειών σε ένα οργανωμένο ιερατείο κατά τα χριστιανικά πρότυπα οργάνωσης (προσοχή! δεν το εννοώ από την άποψη πίστεως, αλλά από οργανωτική σκοπιά). Επιχείρησε, μάλιστα, ο δήθεν φιλόσοφος να αναγείρει τον Ιουδαϊκό ναό του Σολομώντος. Οποία αντίστιξις για τους ισχυριζομένους περί ιουδαιοχριστιανισμού το πρότυπό τους να προβαίνει σε τέτοιες ενέργειες.

Όσο για τους Εβραίους ελληνίζοντες (αυτός είναι ο ορθός όρος), πράγματι υπήρξαν ορισμένοι, και μάλιστα επιφανείς, που είχαν εντυπωσιαστεί από την ελληνική κοσμοθέαση. Τότε ήταν που γεννήθηκε το κίνημα των Μακκαβαίων που υποστήριζε την επανα-ιουδαιοποίηση, ακόμη και με τη βία. Ομολογουμένως, ο κίνδυνος διάλυσης της εβραϊκότητος ήταν τεράστιος, και γι' αυτό μία μεγάλη τους εορτή είναι η "Χανουκά" που συμβολίζει τη διαχρονική τους αντίθεση στην ελληνικότητα και σε όσα εκείνη πρεσβεύει, είτε με τις προχριστιανικές δοξασίες της, είτε με την ελληνορθοδοξία, η οποία αποτελεί το απαύγασμα της προϊούσας ώσμωσης Ελληνισμού-χριστιανισμού μέσα από τη ζύμωση αιώνων.

Εν κατακλείδι, το Βυζάντιον αποτελεί το ελληνικό μεσαιωνικόν κράτος που συνιστά τον κρίκο συνδέσεως Αρχαίας και νεωτέρου Ελλάδος. Ήδη από τον 5ο μ.Χ αιώνα η Ελληνίς εξ Αθηνών Ευδοξία δίδει το στίγμα της φυσιογνωμίας της αυτοκρατορίας με το "Πανδιδακτήριον", και όχι μόνον. Η πάλη Ελλήνων και Γότθων για τον έλεγχο, επομένως και της φυσιογνωμίας του Βυζαντίου αποβαίνει υπέρ των πρώτων με ηγέτες τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη τον Χρυσόστομο και τον Αυρηλιανό. Γιατί η προϊστορία μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών άρχεται από εκείνη την εποχή. Αν επικρατούσαν οι Γότθοι, τότε η περιοχή της Ελλάδος και της εγγύς Ανατολής θα ήταν η σημερινή Γερμανία. Αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία.

Ως υστερόγραφο να αναφέρω ότι ο όρος "Βυζαντινός" απαντάται ήδη από τα βυζαντινά χρόνια για τους κατοίκους της Κωνσταντινουπόλεως και αναφέρεται σε βυζαντινά χειρόγραφα της εποχής. Αυτό, ως ανάμνηση του πρώτου οικιστού στην περιοχή του Βύζαντος του Μεγαρέως και της προγενεστέρου πόλεως του Βυζαντίου. Ένα ακόμη δείγμα της αδιασπάστου ελληνικής συνέχειας.

Οι μύθοι των συγχρόνων δωδεκαθεϊστών έχουν καταρρεύσει.

ΑΓΕΙ ΔΕ ΠΡΟΣ ΦΩΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ ΧΡΟΝΟΣ
Ω πανύμνητε μήτερ, η τεκούσα των πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον, δεξαμένη την νυν προσφοράν, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας, και της μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τους Σοι βοώντας.
User avatar
marjory
Site Admin
 
Posts: 3312
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:29 am

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby Iwn Ioustinos » Sun Dec 04, 2011 12:26 am

Εικονομαχία

Image

Uploaded with ImageShack.us

Η εικονομαχική έριδα προέκυψε κατά τον 8ο αιώνα και έλαβε τέλος στο πρώτο μισό του 9ου. Ταλάνισε το Βυζάντιο πλέον του αιώνα, και απείλησε την ενότητα της αυτοκρατορίας. Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ μέχρι τον 8ο αιώνα οι διάφορες αιρέσεις ξεπήδησαν από διάφορους λαϊκούς, κληρικούς ή θεολόγους, αντιθέτως η Εικονομαχία προκλήθηκε από τον αυτοκράτορα.

Το εικονομαχικό ζήτημα, θα πρέπει να το εντάξουμε στο γενικότερο πλαίσιο ανακατατάξεων που έλαβαν χώρα κατά τον 8ο και τον 9ο αιώνα. Εκείνα τα χρόνια συνέπεσαν ταυτόχρονα τεράστιες εξωτερικές και εσωτερικές πιέσεις, οι οποίες ασκήθηκαν στην αυτοκρατορία. Οποιαδήποτε άλλο κράτος θα είχε καταρρεύσει, όχι όμως το Βυζάντιο. Τούτο οφείλεται στους τρεις βασικούς πυλώνες, στους οποίους εδράζεται η ίδια η υπόσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας: Τη Ρωμαϊκή Διοίκηση και νομοθεσία, την Ελληνική Γλώσσα και Παιδεία και την Χριστιανική Πίστη. Όσοι ταυτίζουν τη βυζαντινή εποχή μόνον με τη θρησκεία αδυνατούν να εξηγήσουν το πως κατάφερε να εξέλθει της δογματικής κρίσης κατά την εικονομαχική περίοδο. Μιλάμε για τη σοβαρότερη κρίση της μέσης βυζαντινής περιόδου, η οποία, όντως, απείλησε να τινάξει το κράτος στον αέρα.

Κατά βάθος η εικονομαχία ήταν έριδα μεταξύ των ανατολικών ανεικονικών δοξασιών και του ελληνικού πνεύματος της θείας απεικονίσεως, δηλαδή αντανακλούσε τη σύγκρουση δύο κόσμων. Επομένως, η έκβαση αυτής της διαπάλης θα έδινε στο κράτος την οριστική του μορφή και θα προσδιόριζε τη θέση του. Εάν επικρατούσαν οι εικονομάχοι, τότε αργά αλλά σταθερά θα οδηγούμασταν σε μία καθεαυτό ανατολικού τύπου αυτοκρατορία, η οποία, ίσως, να εξισλαμιζόταν συν τωι χρόνωι. Εδώ να επισημάνουμε ότι η στρατιωτικοπολιτική στάσις των Ισαύρων απέβη, τελικά, σωτήρια για εκείνη την εποχή. Έριξαν το βάρος τους στην αντιμετώπιση της ισλαμικής πλημμυρίδος στη Μικρά Ασία, καταφέρνοντας έτσι να απομακρύνουν τους Άραβες από το ζωτικό αυτό χώρο για το Βυζάντιο. Η Μικρά Ασία ήταν η πλέον πλούσια επαρχία, ενώ εφοδίαζε τον βυζαντινό στρατό με πλήθος ικανών και αξιόμαχων στρατιωτών. Η απώλειά της κατά τα τέλη του 11ου από τους Σελτζούκους κατέδειξε τη σπουδαιότητά της αυτή.

Τελικά, μετά το πέρας της αντιπαραθέσεως, ευρέθη να ενισχύεται ο ελληνικός χαρακτήρας του χριστιανισμού. Προοδευτικά η ανατολική ορθόδοξη εκκλησία μετασχηματίζεται σε ελληνορθόδοξη, συντελώντας σε μεγάλο βαθμό, με αυτόν τον τρόπο, στη διαδικασία μετασχηματισμού της ιδιοσυγκρασίας και φυσιογνωμίας του βυζαντινού κράτους. Πρόκειται για μία αργή εξελικτική διαδικασία ελληνοποιήσεως του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους από τα τέλη του 4ου αιώνος όταν χωρίζεται οριστικά το ρωμαϊκό κράτος σε Ανατολικό και Δυτικό.

Εν ολίγοις ο Λέων ο Γ’ ο Ίσαυρος (717-741) το 727 κατέβασε την εικόνα του Χριστού από τη Χαλκή Πύλη, δίνοντας το εναρκτήριον λάκτισμα της εικονομαχίας. Ο ικανότατος στρατιωτικός αυτός αυτοκράτωρ παρατήρησε ότι οι Βυζαντινοί υπολείποντο σε θρησκευτικό ενθουσιασμό από τους μουσουλμάνους Άραβες. Οι τελευταίοι κατηγορούσαν τους χριστιανούς ως ειδωλολάτρες επειδή έδειχναν τη λατρεία τους στις εικόνες, στα λείψανα των αγίων και σε διάφορα ιερά κειμήλια. Με τη συμβολική του αυτή κίνηση θέλησε να τονίσει ότι η πίστη δεν χρειάζεται να εικονογραφείται και να επιδεικνύεται. Διατηρείται, μάλιστα, περισσότερο άσβεστη, αν όχι αναζωπυρώνεται στο μέγιστο, όταν ενυπάρχει καθαρή και ανόθευτη από απεικονίσεις, οι οποίες προσβάλλουν τη οντότητα του θείου.

Την ίδια τακτική ακολούθησε ο επίσης ικανός αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Ε’ (741-775), γιος του Λέοντος. Συνεκάλεσε, μάλιστα, στο 754 τη σύνοδο της Ιέρειας για να καταδικάσει τη λατρεία και την προσκύνηση των εικόνων. Στη συνέχεια κατεδίωξε απηνώς εκείνους που συνέχιζαν να προσκυνούν τις εικόνες. Ομολογουμένως, η στάσις αυτών των δύο αυτοκρατόρων ήταν ιδιαιτέρως σκληρή προς τους εικονολάτρες. Το ζήτημα λύθηκε, τελικά, με τη σύγκληση της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου το 787 από την Ειρήνη την Αθηναία. Η δογματική λύσις του ζητήματος στην Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο στηρίχθηκε στα συγγράματα του Ιωάννου Δαμασκηνού. Υποστηρίχθηκε ότι η τιμητική προσκύνησις των εικόνων δεν αποδίδεται στο ξύλο, αλλά μεταβαίνει στο πρόσωπο του αγίου που αναπαρίσταται.

Η διαμάχη επανήλθε επί της βασιλείας του Λέοντος του Ε’ (813-820). Ο ίδιος συνεκάλεσε σύνοδο στη Βλαχέρνα το 815. Η σύνοδος αυτή ακύρωσε τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής. Στην αλλαγή αυτή στάσεως αντιτάχθηκε ο Θεόδωρος Στουδίτης. Εν τέλει, η οριστική αποκατάστασις της εικονικής λατρείας έλαβε χώρα το 843, μετά το θάνατο του Θεοφίλου, από τη σύζυγό του Θεοδώρα.

Πάντως, η αλήθεια είναι ότι παρά το γεγονός πως το ίδιο το κράτος δημιούργησε το πρόβλημα, τελικά ήταν εκείνο έδωσε τη διέξοδο από αυτό. Σε αυτό συνετέλεσε η οριστική ανάσχεσις των αραβικών επιθέσεων και η στερεοποίησις του ελέγχου επί των μικρασιατικών εδαφών. Έτσι, έλαβε τέλος ο ιδιότυπος θρησκευτικός συγκρητισμός, αν και η ανεικονική διάθεσις διατηρήθηκε, σε κάποιο βαθμό, στις ανατολικές επαρχίες, οι οποίες γειτνίαζαν με το χαλιφάτο.
Όταν τις άρχηι εαυτού, τότε νομιζέτω και των υπηκόων άρχειν αληθώς. Πατριάρχης Φώτιος
Όλβιος όστις Ιστορίης Έσχε Μάθησιν Ευριπίδης
User avatar
Iwn Ioustinos
 
Posts: 54
Joined: Tue Nov 22, 2011 1:43 pm
Location: ΑΘΗΝΑΙ

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby Iwn Ioustinos » Fri Dec 23, 2011 5:33 pm



Το άνωθι απόσπασμα των 46 δευτερολέπτων είναι από μία, ξεχασμένη από τους περισσοτέρους, τηλεοπτική σειρά της τότε ΥΕΝΕΔ. Πρόκειται για τη σειρά: "ΠΟΡΦΥΡΑ ΚΑΙ ΑΙΜΑ", η οποία διηγείται την ιστορία του Βυζαντινού αυτοκράτορος Ρωμανού Δ' του Διογένους (1068-1071). Το σενάριο το αντλεί από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Κυριαζή, ενώ τον ίδιο το Ρωμανό υποδύεται ο Νίκος Βασταρδής.

Η τραγική φιγούρα του ηρωικού στρατιωτικού αυτοκράτορος, τον οποίο επρόδωσε η διεφθαρμένη αυλή στην κομβικής σημασίας Μάχη του Μάτζικερτ τον Αύγουστο του 1071, μας υπενθυμίζει, για ακόμη μία φορά, τη διαχρονική ύπαρξη των Εφιαλτών και όχι μόνον. Εκείνη την εποχή το βυζαντινό κράτος, είχε χρεωκοπήσει, ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ, ηθικά. Η εκκοσμίκευση και η ηθική κατρακύλα οδήγησαν το πρότυπο αυτό βασίλειο στο χείλος της καταστροφής. Η εμφάνιση των Σελτζούκων στα ανατολικά σύνορα ήρθε να υπενθυμίσει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια επαναπαύσεως, πολλώι δε μάλλον για καταστάσεις εκφυλισμού και ατελείωτης κραιπάλης.

Παρακάτω είναι ένα επικό μουσικό κομμάτι από τον Miclos Rozsa. Ονομάζεται Roman March. Ακούγεται στην κλασσική ταινία της δεκαετίας του '50 "Μπεν Χουρ", όπως επίσης επενδύει τη μουσική των τίτλων της παραπάνω σειράς.

Όταν τις άρχηι εαυτού, τότε νομιζέτω και των υπηκόων άρχειν αληθώς. Πατριάρχης Φώτιος
Όλβιος όστις Ιστορίης Έσχε Μάθησιν Ευριπίδης
User avatar
Iwn Ioustinos
 
Posts: 54
Joined: Tue Nov 22, 2011 1:43 pm
Location: ΑΘΗΝΑΙ

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby Iwn Ioustinos » Thu Jan 05, 2012 7:53 pm

ΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΑΥΤΩΝ

Image

Uploaded with ImageShack.us

Τα θρησκευτικά ζητήματα στην Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία στη συνέχεια μετεξελίχθη σε Βυζαντινή, ήταν βαρύνουσας σημασίας και σημάδεψαν την ιστορία του κράτους. Εξάλλου, οι σπουδαιότερες κοινωνικές συγκρούσεις πήγαζαν από τις θρησκευτικές δογματικές αντιπαραθέσεις. Στα χρόνια του Βυζαντίου ο θεολογικός διάλογος και οι πάσης φύσεως ερμηνευτικές προσεγγίσεις είχαν φθάσει στο σημείο να αποτελούν τις καθημερινές συζητήσεις στην αγορά της Κωνσταντινουπόλεως. Αλλά ποιες ήταν εκείνες οι δογματικές διαφοροποιήσεις που συνετάραξαν –σε ορισμένες περιπτώσεις συθέμελα- το βυζαντινό κράτος; Θα εξετάσουμε τις σημαντικότερες.

Είναι αξιοσημείωτο ότι όλοι οι αυτοκράτορες μετά τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, και μέχρι τον Θεοδόσιο -πλην του Ιουλιανού- είχαν ασπαστεί τον Χριστιανισμό υπό τη μορφή της Αρειανικής διδασκαλίας (Κωνστάντιος, Βάλης). Αυτή η εξέλιξη επέδρασε καταλυτικά στον εκχριστιανισμό των Γότθων, οι οποίοι βαφτίστηκαν χριστιανοί του αρειανικού δόγματος από τον επίσκοπο Ουλφίλα στα μέσα του 4ου αιώνος. Ο ίδιος είχε χειροτονηθεί επίσκοπος από τον Αρειανό επίσκοπο Νικομηδείας Ευσέβιο, είχε δε μεταφράσει τη Βίβλο στα Γοτθικά. Τελικά, το δόγμα της Νικαίας του 325, που καταδίκαζε τον Άρειο και τους οπαδούς του, το οποίο είχε εγκαταλειφθεί, το επανέφερε σε ισχύ ο Θεοδόσιος όταν συνεκάλεσε τη Β' Οικουμενική το 381 στην Κωνσταντινούπολη. Έχουμε λοιπόν τους Ελληνορωμαίους να είναι Ορθόδοξοι και τους Γότθους να είναι Αρειανοί. Έτσι, αυτομάτως, η θρησκευτική διαφορά επεξετάθη σε εθνική.

Αλλά ας πιάσουμε το νήμα από την αρχή. Η πρώτη συνάθροιση του ανωτάτου χριστιανικού κλήρου από όλη την αυτοκρατορία έλαβε χώρα στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325, μετά από πρόσκληση του Μεγάλου Κωνσταντίνου (έκτοτε οι Οικουμενικές Σύνοδοι συγκαλούνται και προεδρεύονται από τον εκάστοτε αυτοκράτορα, δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο την ισχυρή σύνδεση της κοσμικής με τη θρησκευτική εξουσία). Σε αυτή την Α’ Οικουμενική Σύνοδο, αν και καταδικάστηκε ο Άρειος μετά της διδασκαλίας του, εντούτοις εξακολουθούσε να προσελκύει οπαδούς, ακόμη και μεταξύ των αυτοκρατόρων, όπως είδαμε. Τι δίδασκε όμως ο Άρειος; Κατ’αρχάς να διευκρινίσουμε ότι ο Αρειανισμός συγκεταλέγεται στα λεγόμενα και «χριστολογικά» αιρετικά δόγματα, τα οποία εξέταζαν τις φύσεις του Χριστού. Ο Άρειος, λοιπόν, εν ολίγοις, κήρυττε ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού δεν είναι ίσος και όμοιος με τον Πατέρα, αλλά δημιούργημά του, κτίσμα του. Αυτή η παραδοχή, όμως, έθετε αυτομάτως υπό αμφισβήτηση τη θεία φύση του Χριστού. Το ζήτημα λύθηκε με τη διατύπωση των πρώτων άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως, όπου διακηρύχθηκε το «Ομοούσιον» μεταξύ Πατρός και Υιού. Έτσι, ο Κωνσταντίνος κατάφερε –προσωρινά φυσικά- να διασώσει τη θρησκευτική ενότητα της νεοσχηματιζόμενης χριστιανικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, πάνω στην οποία είχε επενδύσει τα πάντα.

Το 381 συνεκλήθη η Β’ Οικουμενική Σύνοδος από τον Μεγάλο Θεοδόσιο, με σκοπό να εξετάσει τις απόψεις ιεραρχών και θεολόγων, οι οποίες προωθούσαν ερμηνευτικές προσεγγίσεις για το Θεό και την πίστη ασυμβίβαστες με το δόγμα της Νικαίας. Η σύνοδος κατεδίκασε, μεταξύ άλλων, ως αιρετικές τις θεωρίες του Αρείου (για δεύτερη φορά) και του Μακεδόνιου. Οι δογματικές διακηρύξεις του δεύτερου αφορούσαν το Άγιο Πνεύμα, το οποίο θεωρούσε ότι ήταν κτίσμα του Πατρός, εγκαινιάζοντας έτσι ένα νέο κεφάλαιο αιρετικών διδασκαλιών που ονομάστηκαν «Τριαδολογικές». Η Σύνοδος , ταυτόχρονα με τις καταδίκες, διεκήρυξε το «ομοούσιον» του Αγίου Πνεύματος και συμπλήρωσε τα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως.

Το 431 είχαμε τη σύγκληση της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου από τον Θεοδόσιο τον Β’ στην Έφεσο. Η σύνοδος αυτή καταδίκασε τον Νεστόριο (Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως από το 428) και καθόρισε τη θεϊκή μητρότητα της Παρθένου Μαρίας, την οποία αμφισβητούσε βάσει των θεολογικών του ερμηνειών (την αποκαλούσε Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο).

Μετά από είκοσι έτη, το 451 ο Μαρκιανός, σύζυγος της Πουλχερίας και αυτοκράτωρ του Βυζαντίου, συνεκάλεσε τη Δ’ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα. Σε αυτή καταδικάστηκε ο «Μονοφυσιτισμός» που ξεπήδησε από τις διδασκαλίες του Ευτύχη και του Διοσκούρου Αλεξανδρείας. Ο Μονοφυσιτισμός υποστήριζε την επικράτηση της θείας φύσης του Χριστού σε βάρος της ανθρώπινής του. Στην ίδια σύνοδο κατεδικάσθη –για ακόμη μία φορά- ο Νεστόριος.

Το ζήτημα, όμως, του Μονοφυσιτισμού και της καταδίκης του προκάλεσε σοβαρότατα προβλήματα στο κράτος. Οι ανατολικές επαρχίες της Συροπαλαιστίνης και της Αιγύπτου είχαν ασπασθεί, σε πολύ μεγάλο βαθμό, αρχικά τη διδασκαλία του Νεστορίου, αλλά, κυρίως, τον Μονοφυσιτισμό. Κατά συνέπεια, η πρόσφατη απόρριψη και των δύο δοξασιών στη σύνοδο της Χαλκηδόνας, ειδικά όμως της Μονοφυσιτικής, συνετέλεσε στη θρησκευτική απομάκρυνση αυτών των επαρχιών από την κεντρική εξουσία της Κωνσταντινουπόλεως. Βεβαίως, η ακολουθία αυτών των δογμάτων από τους πληθυσμούς των περιοχών αυτών, στην ουσία υπέκρυπτε τις εθνικές διαφοροποιήσεις Σύρων και Αιγυπτίων, οι οποίοι άρχισαν να αποξενώνονται σταδιακά από τον υπόλοιπο κορμό του κράτους. Επομένως, η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος με τις αποφάσεις της επετάχυνε τις διαδικασίες για τη μελλοντική απόσχιση τους από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Επειδή οι ανατολικές επαρχίες ήταν οι πιο πλούσιες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, έγιναν προσπάθειες για τη δογματική και συνακόλουθα πνευματική συμφιλίωση με την Κωνσταντινούπολη από την κεντρική εξουσία, στα πλαίσια της αποκατάστασης της τραυματισμένης εσωτερικής ενότητος (να μη λησμονούμε τον εξ ανατολών εχθρό της Σασανιδικής Περσίας). Σε αυτή τη γραμμή, λοιπόν, εντάσσεται το "Ενωτικόν" από τον Ίσαυρο αυτοκράτορα Ζήνωνα το 481. Το «Ενωτικόν» αφορά μία εγκύκλιο, η οποία αναθεμάτιζε τις δογματικές θέσεις του Νεστορίου, του Ευτύχους και κάθε άλλη διδασκαλία που ήταν αντίθετη με τις αποφάσεις των Συνόδων της Νικαίας και της Εφέσου, οπουδήποτε κι αν διατυπώθηκε. Δόθηκε, έτσι, η ευκαιρία στους μονοφυσίτες να υποστηρίξουν ότι οι αποφάσεις της συνόδου της Χαλκηδόνας, η οποία καταδίκαζε την πίστη τους, ήταν άκυρες.

Η αλήθεια είναι ότι το «Ενωτικόν» επέφερε μία κάποια ηρεμία στα ανατολικά της αυτοκρατορίας, προκάλεσε, όμως, τη σύγκρουση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ακακίου (εμπνευστή του «Ενωτικού») με τον Πάπα της Ρώμης Φήλιξ. Στα επόμενα χρόνια και αφού η διά αλληλογραφίας επικοινωνία των δύο Εκκλησιών δεν απέδωσε, ο Πάπας αναθεμάτισε τον Πατριάρχη Ακάκιο το 484, οδηγώντας τον Πατριάρχη με τη σειρά του να πράξει το ίδιο. Έτσι, φθάνουμε στην πρώτη σοβαρή ρήξη μεταξύ των δύο Εκκλησιών, η οποία απετέλεσε το πρώτο σχίσμα, το λεγόμενο και «Ακακιανό». Η άρση του Ακακιανού σχίσματος έγινε το 519 επί του αυτοκράτορος Ιουστίνου του Α’.

Η επόμενη Οικουμενική Σύνοδος, η Ε’, έλαβε χώρα το 553 στην Κωνσταντινούπολη υπό την προεδρία του Ιουστινιανού του Α’. Σε αυτή καταδικάστηκε το δόγμα του Νεστορίου (που είχε οπαδούς κυρίως στη Συρία), μέσωι της «Καταδίκης των Τριών Κεφαλών». Επρόκειτο για τα έργα τριών συγγραφέων, οι οποίοι επρόσκειντο φιλικά στον Νεστοριανισμό, του Θεοδώρου Μοψουεστίας, του Θεοδωρήτου Κύρρου και του Κυρίλλου Αλεξανδρείας.

Το 638, όταν είχε ήδη εκδηλωθεί η Αραβική επίθεση, έρχεται η νέα συναινετική απόπειρα του Ηρακλείου με στόχο την ενδυνάμωση, εκ νέου, των σχέσεων της πρωτεύουσας με τις ανατολικές περιοχές που επέμεναν στην αποδοχή του Μονοφυσιτισμού. Η αγωνιώδης αυτή προσπάθεια του αυτοκράτορος να τα βρει με τους πληθυσμούς αυτούς είχε ως αποτέλεσμα τη δημοσίευση της «Εκθέσεως», στην οποία διακήρυττε τη μία θέληση του Χριστού.

Ήδη, μετά τη νίκη του επί των Περσών, οι μονοφυσιτικές επαρχίες της Ανατολής είχαν επανενταχθεί στο βυζαντινό κράτος (για βραχύ χρονικό διάστημα, αφού εντός ολίγων ετών αυτές οι περιοχές κατελήφθησαν από την πλημμυρίδα των Μουσουλμάνων Αράβων). Για να γεφυρωθεί το χάσμα, λοιπόν, με αυτά τα τμήματα της αυτοκρατορίας ο Ηράκλειος, με εισήγηση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σεργίου (είχε πρωτοστατήσει στην άμυνα της Πόλεως κατά την πολιορκία της το 626) εξέδωσε την «Έκθεσιν», διάταγμα το οποίο απαγόρευε οποιαδήποτε συζήτηση για τις δύο φύσεις ή τις ενέργειες του Χριστού. Τόνιζε, μάλιστα, ότι ο Χριστός είχε μία θέληση. Η διατύπωση αυτή δεν ικανοποίησε ούτε τους Μονοφυσίτες, ούτε τους Ορθοδόξους` Ούτε, όμως, διευκόλυνε την επικοινωνία. Αυτό το οποίο πέτυχε, εν τέλει, ήταν να δημιουργήσει μία νέα αίρεση: τον «Μονοθελητισμό».

Δέκα χρόνια μετά, το 648 ο υιός του Ηρακλείου Κώνστας ο Β’ εκδίδει τον «Τύπο», στην προσπάθειά του να κατασιγάσει τις θρησκευτικές έριδες. Έτσι, απέσυρε την «Έκθεση», η οποία είχε αναρτηθεί στον νάρθηκα της Αγίας Σοφίας και δημοσίευσε τον «Τύπο», διάταγμα με το οποίο απαγόρευε κάθε συζήτηση περί των ενεργειών και των βουλήσεων του Χριστού. Όμως, η ρήξη των σχέσεων ήταν μία αναστρέψιμη, έτσι μοιραία, την ίδια εποχή, αυτές οι επαρχίες αποσχίστηκαν τελεσίδικα από το Βυζάντιο, όταν κατέβαλαν μηδαμινή αντίσταση έναντι του αραβικού Ισλάμ.

Η αλήθεια ήταν ότι από τη μία απώλεσε η αυτοκρατορία τα ανατολικά της τμήματα, ενώ από την άλλη οι ενέργειες τόσο του Ηρακλείου με την «Έκθεση» όσο και του Κώνσταντα του Β’ με τα τον «Τύπο» το μόνο που κατάφεραν ήταν να δημιουργήσουν δύο νέες αιρέσεις: τον «Μονοθελητισμό» και τον «Μονοενεργητισμό». Επιπρόσθετα, έδωσαν την αφορμή για μία νέα αντιπαράθεση μεταξύ του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και του Πάπα της Ρώμης. Συγκεκριμένα ο Πάπας Μαρτίνος συνεκάλεσε το 649 στη Ρώμη τη Σύνοδο του Λατερανού ώστε να καταδικάσει τα διατάγματα των Ηρακλείου και Κώνσταντα Β’.

Ήταν ευνόητο, επομένως, να αναγκασθεί ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Δ’ ο Πωγωνάτος να συγκαλέσει το 681 την Στ’ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό να καταδικάσει τις νεοδημιουργηθείσες αιρέσεις. Εκεί η Εκκλησία κήρυξε ως ορθόδοξο το δόγμα των δύο θελήσεων και των δύο ενεργειών του Χριστού. Μάλιστα δεν αρκέσθηκαν στην παραπάνω σύνοδο, αλλά επί Ιουστινιανού του Β’ -του επονομαζομένου και ρινοτμήτου- διηξήχθη το 692 η «Πενθέκτη» ή «Έν Τρούλλω» Οικουμενική Σύνοδος. Σκοπός της ήταν να συμπληρώσει το έργο των δύο προηγουμένων συνόδων (της Ε’ και της Στ’) και να εκδώσει τους κανόνες που ρύθμιζαν ζητήματα εκκλησιαστικού δικαίου και διοικήσεως της Εκκλησίας.

Τέλος, το 787 έλαβε χώρα η Ζ’ και τελευταία Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια, την οποία συνεκάλεσε η Ειρήνη η Αθηναία με προεδρεύοντα τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιο. Η Σύνοδος αποκατέστησε τη λατρεία των εικόνων υπό την έννοια ότι το προσκύνημα αναφέρεται στο εικονιζόμενο ιερό πρόσωπο και δεν έχει σχέση με την καθεαυτό λατρεία, η οποία προορίζεται μόνον για το Θεό. Ταυτόχρονα καταδίκασε την εικονομαχική σύνοδο της Ιέρειας που συνεκλήθη το 754 από τον Κωνσταντίνο τον Ε’, καθώς και τις προεικονομαχικές υπερβολές.

Αυτό το οποίο πρέπει να κρατήσουμε εδώ είναι ότι η ειδοποιός διαφορά της Εικονομαχίας σε σχέση με τα προηγούμενα θεολογικά ζητήματα, τα οποία ταλάνισαν το Βυζάντιο είναι πως ήταν το ίδιο το κράτος, το οποίο δημιούργησε το πρόβλημα. Ευτυχώς για την αυτοκρατορία ήταν, τελικά, εκείνο, με δική του πρωτοβουλία, που έδωσε τη διέξοδο από αυτό. Σε αυτό, φυσικά, συνετέλεσε η οριστική ανάσχεσις των αραβικών επιθέσεων και η στερεοποίησις του ελέγχου επί των μικρασιατικών εδαφών. Έτσι, έλαβε τέλος ο ιδιότυπος θρησκευτικός συγκρητισμός, αν και η ανεικονική διάθεσις διατηρήθηκε, σε κάποιο βαθμό, στις ανατολικές επαρχίες, οι οποίες γειτνίαζαν με το χαλιφάτο.

Αυτές ήταν οι κυριότερες δογματικές αντιπαραθέσεις που απασχόλησαν το Βυζάντιο. Υπήρξαν και κάποιες άλλες, ήσσονος όμως σημασίας, όπως το θέμα των παυλικιανών ή το κίνημα του ησυχασμού, ενώ το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ των δύο Εκκλησιών που οδήγησε στο σχίσμα αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο. Γεγονός πάντως είναι ότι στους πρώτους βυζαντινούς αιώνες η θρησκευτική και κατ’ επέκτασιν κοινωνική γαλήνη πέρασαν από πολλές αναταράξεις, απειλώντας τη συνοχή, ενίοτε και την ίδια την ύπαρξη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τον 4ο αιώνα, που αποκαταστάθηκε ο χριστιανισμός, έως τον όγδοο είχαν συγκληθεί επτά οικουμενικές σύνοδοι, ξέχωρα των δεκάδων περιφερειακών.
Όταν τις άρχηι εαυτού, τότε νομιζέτω και των υπηκόων άρχειν αληθώς. Πατριάρχης Φώτιος
Όλβιος όστις Ιστορίης Έσχε Μάθησιν Ευριπίδης
User avatar
Iwn Ioustinos
 
Posts: 54
Joined: Tue Nov 22, 2011 1:43 pm
Location: ΑΘΗΝΑΙ

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby Iwn Ioustinos » Mon Feb 27, 2012 4:34 pm

Image

Uploaded with ImageShack.us

Πρόκειται για ένα ακόμη δείγμα της εφαρμογής της θελήσεως του ισχυροτέρου, όπως μας την καθόρισε ο Θουκυδίδης. Εκείνη την εποχή στη θέση του ισχυρού ήταν η Βυζαντινή αυτοκρατορία και ο επικεφαλής αυτής Βυζαντινός αυτοκράτωρ.

Τα θέματα που συζητήθηκαν μεταξύ Λιουτπράνδου και Βυζαντινών στην Κωνσταντινούπολη

Ο Όθων ο Α’ κατόρθωσε περί τα μέσα του 10ου αιώνος να συνενώσει υπό το σκήπτρο του την κεντρική Ευρώπη. Εμφανίζονταν ως συνεχιστής του Καρλομάγνου, επιθυμώντας να ενώσει ολόκληρη τη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη υπό τη γερμανική επικυριαρχία. Με αυτό τον τρόπο επιχειρούσε να αποκαταστήσει τη δυτική αυτοκρατορία του Καρλομάγνου που είχε διασπαστεί μετά το θάνατό του.

Όμως, για να κατοχυρώσει τον τίτλο του θα έπρεπε να έχει την αναγνώριση του αυτοκράτορος του Βυζαντίου. Ακόμη περισσότερο, αν κατάφερνε να συνδεθεί εξ αγχιστείας με τη βυζαντινή αυτοκρατορική οικογένεια, τότε η αναγνώρισή του δεν θα επεδέχετο αμφισβητήσεως. Για τους λόγους αυτούς αποφάσισε να στείλει στον τότε βυζαντινό αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά περί το 968 μία αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον επίσκοπο της Κρεμώνας Λιουτπράνδο, ο οποίος ήταν ελληνομαθής, πολύ καλός γνώστης του βυζαντινού τρόπου ζωής και της εν γένει βυζαντινής κοσμοθέασης.

Το θέμα που μονοπώλησε τις συζητήσεις ήταν η φύση του αυτοκρατορικού αξιώματος. Οι αιτιάσεις των Βυζαντινών επικεντρώνονταν στη νομιμοποίηση της Κωνσταντινουπόλεως ως τη Νέα Ρώμη, από τη στιγμή που μεταφέρθηκε εκεί η πρωτεύουσα της ενιαίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από την Παλαιά Ρώμη με απόφαση του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Κατά συνέπεια η Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία αποτελεί πλέον τη μοναδική αυτοκρατορία. Η παραπάνω απάντηση των Βυζαντινών διπλωματών στον Λιουτπράνδο εμπεριέχει μία επιδέξια μεταχείριση απέναντι στο παπικό κατασκεύασμα της «Κωνσταντίνειας Δωρεάς».

Εδώ, όμως, να σημειώσουμε ότι το ζήτημα της Κωνσταντινείου Δωρεάς ήταν μία κατασκευή της Δυτικής Εκκλησίας που αποσκοπούσε αποκλειστικά και μόνον στην πρωτοκαθεδρία της έναντι του πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως. Η χρησιμοποίηση αυτού του επιχειρήματος από τους Βυζαντινούς με σκοπό να υποστηρίξουν την μοναδικότητα της αυτοκρατορίας τους, μπορεί να τους έδινε το πλεονέκτημα έναντι του Λιουτπράνδου, και κατ’ επέκταση έναντι του Όθωνος, δημιουργούσε όμως εκ νέου ερωτηματικά ως προς το αν το Πατριαρχείο της Νέας Ρώμης (Κωνσταντινούπολης) εξακολουθούσε να έχει τα πρωτεία.

Επανερχόμενοι, τώρα, στην αντιπαράθεση των επιχειρημάτων εκατέρωθεν, οι βυζαντινοί αντιπρόσωποι ισχυρίζονται ότι η Ρώμη τελεί υπό την κατάληψη των Λογγοβάρδων, οι οποίοι δεν είναι Ρωμαίοι. Επίσης, οι ίδιοι, προσπαθώντας να προφυλάξουν το κύρος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως (πιθανότατα να αντιλήφθηκαν ότι το αντεπιχείρημά τους που στηρίχθηκε στην Κωνσταντίνειο Δωρεά υποβίβαζε την Ανατολική Εκκλησία), προτάσσουν τη μεγάλη παράδοση της Εκκλησίας τους που έχει συγκαλέσει και τις επτά οικουμενικές συνόδους με την εντολή του βυζαντινού αυτοκράτορα. Θεωρούν, δηλαδή, ότι οι δυτικοί είναι νέοι στη χριστιανική πίστη και στερούνται του απαραίτητου βάθους στην χριστιανική παράδοση. Τέλος, η ερμηνεία που δίδουν σε ορισμένα προφητικά κείμενα, που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή, προεξοφλεί την τελική επικράτηση του Βυζαντινού αυτοκράτορα.

Ο Λιουτπράνδος, από την πλευρά του, αντέταξε στη βυζαντινή αυτοκρατορική ιδέα το αυτοκρατορικό καθήκον της προστασίας της πρώτης τη τάξει Εκκλησίας –όπως ισχυρίζονταν οι Παπικοί- εκείνης της Ρώμης. Θεωρούσε ότι ο Όθων ήταν εκείνος ο οποίος εξεπλήρωσε στο ακέραιο την αποστολή του, όταν ζήτησε την αρωγή του ο Πάπας, σε αντίθεση με τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες, οι οποίοι εδώ και πολύ καιρό δεν εκπληρώνουν τις αυτοκρατορικές τους υποχρεώσεις. Κατά συνέπεια θεωρούνται αυτοκράτορες μόνον κατ’ όνομα.

Επιπρόσθετα, κατηγορεί το Βυζάντιο ότι δεν τηρεί τη ρωμαϊκή παράδοση (ήθη, έθιμα, λατινική γλώσσα) και βρίσκεται μακριά από εκείνα τα οποία επιτάσσει αυτή. Ακόμη, το γεγονός ότι δεν συγκαλούνται σύνοδοι στη Δύση αποδεικνύει ότι εκεί τηρούν τις χριστιανικές διδαχές και δεν παρεκκλίνουν σε αιρετικά κηρύγματα. Επιπλέον, αντικρούει τις ερμηνείες των Βυζαντινών σχετικά με τις προφητείες που κυκλοφορούν με το να υποστηρίζει ότι αναφέρονται στην τελική νίκη του Δυτικού αυτοκράτορα (και όχι του βυζαντινού), ο οποίος πρεσβεύει το Δίκαιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Λιουτπράνδος αποκαλεί τον Όθωνα τον Α’ με το προσωνύμιο: Imperator Romanorum (Αυτοκράτωρ Ρωμαίων), ενώ την ίδια στιγμή ονομάζει τον βυζαντινό αυτοκράτορα ως: Imperatore Grecorum ή Argivorum (Αυτοκράτορα Ελλήνων ή Αργείων).

Αναφορικά, τώρα, με την πρόθεση του Όθωνα να παντρέψει τον γιο του με βυζαντινή πριγκίπισσα, ώστε να δώσει την απαραίτητη αίγλη στον τίτλο του, οι εκπρόσωποι του Βυζαντίου είναι κάθετοι. Δεν συζητούν καν για έναν γάμο πορφυρογέννητης πριγκίπισσας με έναν ρήγα (βασιλιά) της Δύσης.

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι με το παραπάνω διαμορφούμενο κλίμα ήταν αδύνατο να υπάρξει σύγκλιση απόψεων, έστω σε κάποια θέματα. Πολλώ δε μάλλον όταν ο Λιουτπράνδος επέλεξε, τελικά, να υποστηρίξει την αυτοκρατορική ιδέα του Πάπα η οποία έρχονταν σε ευθεία σύγκρουση με τη βυζαντινή αυτοκρατορική ιδέα. Αναμφίβολα με τη στάση του αυτή δεν εξυπηρέτησε τα σχέδια του Όθωνα, για λογαριασμό του οποίου μετέβει στην Κωνσταντινούπολη. Θεωρώ οξύμωρο το γεγονός ότι από τη στιγμή που έχει ως αποστολή να εξασφαλίσει τη νομιμοποίηση της εξουσίας του Όθωνα από τον βυζαντινό αυτοκράτορα, την ίδια στιγμή να επιχειρεί να τον υποβιβάσει. Ε, τότε από ποιον να αποσπάσει ο Όθωνας την κατοχύρωσή του ως αυτοκράτορας στη Δύση; Από έναν υποδεέστερο;

Τέλος, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι εκείνη την εποχή (επί Μακεδονικής Δυναστείας) η Βυζαντινή αυτοκρατορία ανακτούσε συνεχώς ισχύ, οπότε μιλούσε σαφώς από θέση ισχύος και όχι αδυναμίας, επομένως θα είχε έναν επιπλέον λόγο ο Λιουτπράνδος να είναι περισσότερο προσεκτικός. Άλλωστε, η απάντηση του Νικηφόρου Φωκά στις προκλήσεις του αναιδούς επισκόπου είναι αφοπλιστική, όπως ο ίδιος την περιγράφει στο περίφημο Relatio του που είναι ένα λιβελλογράφημα κατά των Βυζαντινών: «Εγώ ελέγχω τις θάλασσες και μπορώ να επιτεθώ και να μετατρέψω σε στάχτες τις παράλιες και παραποτάμιες πόλεις του βασιλιά σου, ξεσηκώνοντας τα έθνη εναντίον του.»

Ακολουθεί η αναφορά του Λιουτπράνδου. Το κείμενο είναι εις την Αγγλικήν:

Liutprand of Cremona: Report of his Mission to Constantinople
Introduction [From Henderson translation]
Note:

We first hear of Liutprand at the court of Berengar and Willa, who, in the middle of the tenth century, ruled over northern Italy. Becoming estranged from his royal patrons he wrote against them the Antapodosis, or book of retribution, which is one of our most valued historical sources for those times. In 963 Liutprand was envoy of Otto the Great to the shameless Pope John XII, and wrote the only connected account which we have of the latter's condemnation and deposition.

The journey to Constantinople took place in 968. Otto had, in his efforts to bring Italy into his power, come into collision with the Greeks, who regarded Benevento and Capua as belonging to the provinces of the Eastern Empire. Otto went so far as to occupy Apulia and to besiege the Greek town of Bari, but soon came to the conclusion that more was to be gained by negotiations than by war. Liutprand, now Bishop of Cremona, advised peace, and suggested that a Greek princess should be sought in marriage for the young emperor Otto II, who had commenced to reign, conjointly with his father. It was upon the princess Theophano that the hopes of the emperor were fixed, and it was thought that Nicephorus would give Apulia and Calabria as her dowry. It was to arrange this matter that Liutprand, accompanied by a large suite, went to Constantinople. The reception that he met with will be explained in his own words.

TEXT

Liutprand bishop of the holy church of Cremona desires, wishes and prays that the Ottos, the unconquerable emperors of the Romans, and the most glorious Adelaide flourish, prosper and be triumphant.

1. Why it was that you did not receive my former letters or my envoy the following explanation will make clear. On the day before the Nones of June (June 4) we came to Constantinople, and there, as a mark of disrespect to yourselves, being shamefully received, we were harshly and shamefully treated. We were shut up in a palace large enough, indeed, but uncovered, neither keeping out the cold nor warding off the heat. Armed soldiers were made to stand guard who were to prevent all of my companions from going out and all others from coming in. This dwelling, into which we alone who were shut up could pass, was so far removed from the palace that our breath was taken away when we walked there--we did not ride. To add to our calamity the Greek wine, on account of being mixed with pitch, resin, and plaster was to us undrinkable. The house itself was without water, nor could we even for money buy water to still our thirst. To this great torment was added another torment--our warden namely, who cared for our daily support. If one were to look for his like, not earth. but perhaps hell, would furnish it; for he, like an inundating torrent, poured forth on us whatever calamity, whatever plunder, whatever expense, whatever torment, whatever misery he could invent.--Nor among a hundred and twenty days did a single one pass without bringing us groaning and grief.

2. On the day before the Nones of June (June 4), as stated above, we arrived at Constantinople before the Carian gate and waited with our horses, in no slight rain, until the eleventh hour. But at the eleventh hour, Nicephorus, not regarding us, who had been so distinguished by you as worthy to ride, ordered us to approach; and we were led to the aforesaid hated, waterless, open marble house. But on the eighth day before the Ides (June 6), on the Saturday before Pentecost, I was led into the presence of his brother Leo, the marshal of the court, and chancellor; and there we wearied ourselves out in a great discussion concerning your imperial title. For he called you not emperor, which is Basileus in his tongue, but, to insult you, Rex, which is king in ours. And when I told him that the thing signified was the same although the terms used to signify it, were different, he said that I had come not to make peace but to excite discord; and thus angrily rising he received your letters, truly insultingly, not in his own band, but through an interpreter. He was a man commanding enough in person but feigning humility; whereon if a man lean, it will go into his hand and pierce it..'

3. On the seventh day before the Ides (June 7), moreover, on the sacred day - of Pentecost itself, in the palace which is called the crown hall, I was led before Nicephorus--a monstrosity of a man, a pygmy, fat-headed and like a mole as to the smallness of his eyes; disgusting with his short, broad, thick, and half hoary beard; disgraced by a neck an inch long; very bristly through the length and thickness of his hair; in color an Ethiopian; one whom it would not be pleasant to meet in the middle of the night; with extensive belly, lean of loin, very long of hip considering his short stature, small of shank, proportionate as to his heels and feet; clad in a garment costly but too old, and foul-smelling and faded through age; shod with Sicyonian shoes; bold of tongue, a fox by nature, in perjury, and lying a Ulysses. Always my lords and august emperors you seemed to me shapely, how much more shapely after this! Always magnificent, how much more magnificent after this! Always powerful, how much more powerful after this! Always gentle, how much more gentle henceforth! Always full of virtues, how much fuller henceforth. At his left, not in a line but far below, sat two petty emperors, once his masters, now his subjects. His discourse began as follows:

4. "It would have been right for us, nay, we had wished to receive you kindly and with honor; but the impiety of your master does not permit it since, invading it as an enemy, he has claimed for himself Rome; has taken away, from Berengar and Adalbert their kingdom, contrary to law and right; has slain some of the Romans by the sword, others by hanging, depriving some of their eyes, sending others into exile ; and has tried, moreover, to subject to himself by slaughter or by flame cities of our empire. And, because his wicked endeavour could not take effect, he now has sent you, the instigator and furtherer of this wickedness, to act as a spy upon us while simulating peace."

5. I answered him: "My master did not by force or tyrannically invade the city of Rome; but he freed it from a tyrant, nay, from the yoke of tyrants. Did not the slaves of women rule over it; or, which is worse and more disgraceful, harlots themselves? Your power, I fancy, or that of your predecessors, who in name alone are called emperors of the Romans and are it not in reality, was sleeping at that time. If they were powerful, if emperors of the Romans, why did they permit Rome to be in the hands of harlots? Were not some of them most holy popes banished, others so oppressed that they were not able to have their daily supplies or the means of giving alms? Did not Adalbert send scornful letters to the emperors Romanus and Constantine your predecessors? Did he not plunder the churches of the most holy apostles? What one of you emperors, led by zeal for God, took care to avenge so unworthy a crime and to bring back the holy church to its proper conditions You neglected it, my master did not neglect it. For, rising from the ends of the earth and coming to Rome, he removed the impious and gave back to the vicars of the holy apostles their power and all their honor, But afterwards those who had risen against him and the lord pope, according to the decrees of the Roman emperors Justinian, Valentinian, Theodosius and the others he slew, strangled, hung, and sent into exile as violators of their oath, as sacrilegious men, as torturers and plunderers of their lords the popes. Had he not done so he would have been impious, unjust, cruel a tyrant. It is well known that Berengar and Adalbert, becoming his vassals, had received the kingdom of Italy with a golden scepter from his hand, and that they, taking an oath, promised fealty in the presence of servants of yours who still live and are at present in this city. And because, at the devil's instigation they perfidously violated this promise, he justly deprived them as deserters and rebels against himself, of their kingdom. You yourself would do the same to those who had been your subjects, and who afterwards rebelled."

6. "But Adalbert's vassal," he said, "does not acknowledge this". I answered him: "If he denies it one of my suite shall, at your command, show by a duel tomorrow that it is so". "Well" he said, "he may, as you say, have done this justly. Explain now why with war and flame he attacked the boundaries of our empire. We were friends, and were expecting, by means of a marriage, to enter into an indissoluble union".

7. "The Land", I answered, "which you say belongs to your empire belongs, as the nationality and language of the people proves, to the kingdom of Italy. The Lombards held it in their power, and Louis, the emperor of the Lombards, or Franks, freed it from the hand of the Saracens, many of them being cut down. But also Landolph, prince of Benevento and Capua, subjugated and held it in his power for seven years. Nor would it until now have passed from the yoke of his servitude or that of his successors, had not the emperor Romanus, giving an immense sum of money, bought the friendship of our king Hugo. And it was for this reason that he joined in a marriage to his nephew and namesake the bastard daughter of this same king of ours, Hugo, And, as I see, you ascribe it not to kindness but to weakness that, after acquiring Italy and Rome, he left it to you for so many years. The bond of friendship, however, which you did wish, as you say, to form through marriage, we look on as a wile and a snare: you do demand a trace, which the condition of affairs neither compels you to demand nor us to grant. But, in order that now all deceit may be laid bare and the truth not be bidden, my master (Otto) has sent me to you, so that if you are willing to give the daughter of the emperor Romanus and of the empress Theophano to my master his son, Otto the august emperor, you may affirm this to me with an oath; whereupon I will affirm by an oath that, in return for such favors, he will observe and do to you this and this. But already my master his given to you, as to his brother, the best pledge of his friendship in restoring to you, by my intervention, at whose suggestion you declare this evil to have been done, all Apulia which was subject to his sway. Of which thing there are as many witnesses as there are inhabitants in all Apulia."

8. "The second hour," said Nicephorus, is already past. The solemn procession to the church is about to take place. Let us now do what the hour demands. At a convenient time we will reply to what you have said."

9. May nothing keep me from describing this procession, and my masters from hearing about it! A numerous multitude of tradesmen and low-born persons, collected at this festival to receive and to do honor to Nicephorus, occupied both sides of the road from the palace to St. Sophia like walls, being disfigured by quite thin little shields and wretched spears. And it served to increase this disfigurement that the greater part of this same crowd in his (Nicephorus') honor, had marched with bare feet. I believe that they thought in this way better to adorn that holy procession. But also his nobles who passed with him through the plebeian and barefoot multitude were clad in tunics which were too large, and which were torn through too great age. It would have been much more suitable had they marched in their everyday clothes. There was no one whose grandfather had owned one of these garments when it was new. No one there was adorned with gold, no one with gems, save Nicephorus alone, whom the imperial adornments, bought and prepared for the persons of his ancestors, rendered still more disgusting. By, your salvation, which is dearer to me than my own, one precious garment of your nobles is worth a hundred of these, and more too. I was led to this church procession and was placed on a raised place next to the singers.

10. And as, like a creeping monster, he proceeded thither, the singers cried out in adulation: "Behold the morning star approaches Eos rises; he reflects in his glances the rays of the sun-he the pale death of the Saracens, Nicephorus the ruler." And accordingly they sang: "Long life to the ruler Nicephorus!" Adore him, you people, cherish him, bend the neck to him alone! How much more truly, might they have sung: "Come, you burnt-out coal, you fool; old woman in your walk, wood-devil in your look; you peasant, you frequenter of foul places, you goatfoot, you horn-head, you double-limbed one; bristly, -unruly, countrified, barbarian, harsh, hairy, a rebel, a Cappadocian!" And so, inflated by those lying fools, he enters St. Sophia, his masters the emperors following him ground. His armor-bearer, with an arrow for a pen, from afar, and, with the kiss of peace, adoring him to the places in the church the era which is in progress from the time when he began to reign, and thus those who did not then exist learn what the era is.

11. On this same day he ordered me to be his guest. Not; thinking me worthy, however, to be placed above any of his nobles, I sat in the fifteenth place from him, and without a tablecloth. Not only did no one of my suite sit at table, but not one of them saw even the house in which I was a guest. During which disgusting and foul meal, which was washed down with oil after the "manner of drunkards, and moistened also with a certain and other exceedingly bad fish liquor, he asked me many questions concerning your power, many concerning your dominions and your army. And when I had replied to him consequently and truly, "You lie," he said, "the soldiers of your master do not know how to ride, nor do they know how to fight on foot; the size of their shields, the weight of their breast-plates, the length of their swords, and the burden of their helms permits them to fight in neither one way nor the other." Then he added, smiling: "their gluttony also impedes them, for their God is their belly, their courage but wind, their bravery drunkenness. Their fasting means dissolution, their sobriety panic. Nor has your master a number of fleets on the sea. I alone have a force of navigators; I will attack him with my ships, I will overrun his maritime cities with war, and those which are near the rivers I will reduce to ashes. And how, I ask, can he even on land resist we with his scanty forces? His son was there, his wife was there, the Saxons, Swabians, Bavarians, were all with him: and if they did not know enough and were unable to take one little city that resisted them, how will they resist me when I come, I who am followed by as many troops as

"Gargara corn-ears have, or grape-shoots the island of Lesbos,
Stars in the sky are found, or waves in the billowy ocean."


When I wished to reply to him and to give forth an answer worthy of his boasting, he did not permit me; but added as if to scoff at me: "You are not Romans but Lombards." When he wished to speak further and was waving his hand to impose silence upon me, I said in anger: "History, teaches that the fratricide Romulus, from whom also the Romans are named, was born in adultery; and that he made an asylum for himself in which he received insolvent debtors, fugitive slaves, homicides, and those who were worthy of death for their deeds. And he called to himself a certain number of such and called them Romans. From such nobility those are descended whom you call world-rulers, that is, emperors; whom we, namely the Lombards, Saxons, Franks, Lotharingians, Bavarians, Swabians, Burgundians, so despise, that when angry, we can call our enemies nothing more scornful than Roman-comprehending in this one thing, that is in the name of the Romans, whatever there is of contemptibility, of timidity, of avarice, of luxury, of lying: in a word, of viciousness. But because you do maintain that we are unwarlike and ignorant of horsemanship, if the sins of the Christians shall merit that you shall remain in this hard-heartedness: the next battle will show what you are, and how warlike we."

12. Nicephorus, exasperated by these words, commanded silence with his hand, and bade that the long narrow table should be taken away, and that I should return to my hated habitation--or, to speak more truly, my prison. There after two days, as a result of vexation as well as of heat and thirst, I was taken with a severe illness. And, indeed, there was not one of my companions who, having drunk from the same cup of sorrow, did not fear that his last day was approaching. Why should they not sicken, I ask, whose drink instead of the best wine was brine; whose resting place was not bay, not straw, not even earth, but hard marble; whose pillow was a stone, whose open house kept off neither heat, nor showers, nor cold? Salvation itself, to use a common expression, if it had poured itself out upon them could not have saved them. Weakened therefore by my own tribulations and those of my companions, calling my warden, or rather my persecutor, I brought it about, not by prayers alone but through money, that he should carry my letter containing what follows, to the brother of Nicephorus:

13. "To the coropalate and logothete of the palace, Leo- Bishop Liutprand. If the most illustrious emperor thinks of granting the request on account of which I have come, the suffering which I here endure shall not exhaust my patience; only his lordship must be instructed by my letters and by an envoy that I will not remain here without reason. But if the contrary be the case, there is a transport ship of the Venetians here which is just about to start. Let him permit me who am ill to embark, so that, if the time of my dissolution be at hand, my native land may at least receive my corpse."

14. When he had read these lines he ordered me to come to him after four days. There sat with him, according to their tradition, to discuss your affair the wisest men, strong in Attic eloquence: Basilius the chief chamberlain, the chief state secretary, the chief master of the wardrobe and two other officials, They began their discourse as follows: " Tell us, brother, why you have taken the trouble to come hither." When I had told them that it was on account of the marriage which was to be the ground for a lasting peace, they said: "It is an unheard of thing that a daughter born in the purple of an emperor born in the purple should be joined in marriage with strange nations. But although you seek so high a favor, you shall receive -what you wish, if you give what is right: Ravenna, namely, and Rome with all the adjoining places which extend from thence to our possessions. But if you desire friendship without the marriage, let your master permit Rome to be free; but the princes, of Capua, namely, and Benevento, who were formerly slaves of our empire and now are rebels, let him give over to their former subjection."

15. I answered them: "You yourselves can not but know that my master rules over Slavonian princes who are mightier than Peter king of the Bulgarians who has wedded the daughter of the emperor Christophorus." "But Christophorus," they said, " was not born in the purple."

16. But Rome, "I said, " which, as you exclaim, you wish to have free, who does it serve, to whom does it pay tribute' ? Did it not formerly serve harlots? And, while you were sleeping, nay, powerless, did not my master the august emperor free it from so disgraceful a servitude? Constantine, the august emperor who founded this city and called it after his name, as world-ruler gave many gifts to the holy apostolic Roman church, not only in Italy but in almost all the western kingdoms; also in the eastern and southern-in Greece, namely, Judea, Persia, Mesopotamia, Babylonia, Egypt, Libya: as his own privileges witness, which are preserved in our land. Now whatever there is, in Italy and also in Saxony and Bavaria or in any, of the dominions of m master, that belongs to the church of the blessed apostles: he has conferred it on the vicar of those same most holy apostles. And may I deny God if my master has retained from all of these a city, an estate, a vassal or a serf - But why does your emperor not do the same? Why does he not restore to the church of the apostles what lies in his kingdom; so that he may make it, rich and free as it is by the labor and munificence of my master, still richer and more free?

17. "But this," said the first chamberlain Basilius, "he will do as soon as Rome and the Roman church shall be subordinated to his will." "A certain man," I said, "having suffered much injury from another, approached God with these words: `O Lord, avenge me upon my adversary!' To whom the Lord said, `I will do it at the day when I shall render unto each man according to his works!' `Alas,' said he, 'how late that will be!'"

18. At which all except the emperor's brother shook with laughter. They then ended the interview and ordered me to be led back to my hated abode, and to be guarded with great care until the day, honored by all religious persons, of the holy apostles. On this festal occasion the emperor commanded me--I was very ill at the time--and also the Bulgarian envoys who had arrived the day before, to meet him at the church of the holy apostles. And when after the garrulous songs of praise (to Nicephorus) and the celebration of the mass we were invited to table, he placed above me on our side of the table, which was long and narrow, the envoy of the Bulgarians who was shorn in Hungarian fashion, girt with a brazen chain, and as it seemed to me, a catechumen; plainly in scorn of yourselves my august masters. On your behalf I was despised, rejected and scorned. But I thank the Lord Jesus Christ whom you serve with your whole soul that I have been considered worthy to suffer contumely for your sakes. However, my masters, not considering myself but yourselves to be insulted, I left the table. And as I was about indignantly to go away, Leo the marshal of the court and brother of the emperor, and Simeon the chief state secretary came up to me from behind, barking out at me this: "When Peter the king of the Bulgarians married the daughter of Christophorus articles were mutually drawn up and confirmed with an oath to the effect that with us the envoys of the Bulgarians should be preferred, honored and cherished above the envoys of all other nations. That envoy of the Bulgarians although, as you say and as is true, he is shorn, unwashed and girt with a brazen chain, is nevertheless a patrician; and we decree and judge that it would not be right to give a bishop, especially a Frankish one, the, preference over him. And since we know that you do consider this unseemly, we will not now, as you do expect, allow you to return to your quarters, but shall oblige you to take food in a separate apartment with the servants of the emperor.

19. On account of the incomparable grief in my heart I made no reply to them, but did what they had ordered; judging that table not a suitable place where--I will not say to me, that is, the bishop Liutprand, but to your envoy--an envoy of the Bulgarians is preferred. But the sacred emperor soothed my grief through a great gift, sending to me from among his most delicate dishes a fat goat, of which he himself had partaken, deliciously (?) stuffed with garlic, onions and leeks; steeped in fish sauce: a dish which I could have wished just then to be upon your table, so that you who do not believe the delicacies of the sacred emperor to be desirable, should at length become believers at this sight!

20. When eight days had passed and the Bulgarians had already departed, thinking that I thought very highly of his table he compelled me, ill as I was, to dine with him in the same place. There was present also, with many bishops, the patriarch; in whose presence he asked me many questions concerning the Holy Scriptures; which, the divine Spirit inspiring me, I expounded with elegance, And at last, in order to make merry over you, he asked me what synods we recognized. When I bad mentioned to him Nicea, Chalcedon, Ephesus, Carthage, Ancyra, Constantinople, -"Ha, Ha, Ha," said he, "you have forgotten to mention Saxony, and, if you ask us why our books do not contain it, I answer that your beliefs are too young and have not you been able to reach us."

21. I answered: "That member of the body where the infirmity has its seat must be burned with the burning iron. All heresies have emanated from you, have flourished among you; by us, that is by the western nations they have been here strangled, here put an end to. A Roman or a Pavian synod, although they often took place, I do not count them. A Roman clerk, indeed, afterwards the universal pope Gregory who is called by you Dialogus, freed Eutychius the heretical patriarch of Constantinople from his heresy. This same Eutychius said, nor did he only say but taught, proclaimed and kept writing, that we would assume at the Resurrection not the true flesh which we have here, but a certain fantastic flesh. The book containing this error was, in an orthodox manner, burned by Gregory. Ennodius, moreover, bishop of Pavia, was, on account of a certain other heresy, sent here, that is to Constantinople, by the Roman patriarch. He repressed it, and restored the orthodox catholic teaching.-The race of the Saxons, from the time when it received the holy baptism and the knowledge of God, has been spotted by no heresy which would have rendered a synod necessary of an error which did not exist. Since for the correction of an error which did not exist. Since you declare the faith of the Saxons to be young, I am willing also to affirm the same; for always the faith of Christ is young and not if with those, those whose works second their faith. Faith is there not young but old where works do not accompany it; but faith is scorned, as it were, for its age, like a worn out garment. But I knew for certain of one synod that was held in Saxony in which it was decreed and confirmed that it was more fitting to fight with the sword than with the open, and better to submit to death than to turn one's back to the enemy. Your own arm has experienced the truth of this," in my heart I said "And may they (the Saxons) soon have occasion to show how warlike they are!"
Όταν τις άρχηι εαυτού, τότε νομιζέτω και των υπηκόων άρχειν αληθώς. Πατριάρχης Φώτιος
Όλβιος όστις Ιστορίης Έσχε Μάθησιν Ευριπίδης
User avatar
Iwn Ioustinos
 
Posts: 54
Joined: Tue Nov 22, 2011 1:43 pm
Location: ΑΘΗΝΑΙ

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby Iwn Ioustinos » Fri Mar 16, 2012 11:57 pm

Η μεγάλη μετανάστευση των λαών κατά τα τέλη 4ου και τον 5ο αιώνα

Image

Uploaded with ImageShack.us

Τα Αίτια της Μετανάστευσης

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής ιστορίας κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα είναι η μετανάστευση και η εγκατάσταση γερμανικών λαών στα εδάφη της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά τον 5ο αι. Οι Γερμανοί ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. Σχετικά με την προέλευσή τους και το χρόνο της μετακίνησής τους από τις αρχέγονες εστίες τους υπάρχει πολύ μεγάλη αβεβαιότητα. Η εγκατάστασή τους σε ρωμαϊκά εδάφη ευνοήθηκε από ορισμένες μεταβολές στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας που έγιναν αισθητές στη διάρκεια του 4ου αι. Αυτές ήταν η υποχώρηση του εμπορίου και της χρηματικής οικονομίας, η αναβίωση μορφών φυσικής οικονομίας (Τύπος οικονομίας στον οποίον η παραγωγή είναι κλειστή, περιορισμένη και με αργούς ρυθμούς ανάπτυξης, έχοντας ως αποστολή της την ικανοποίηση των προσωπικών αναγκών του παραγωγού. Η φυσική οικονομία εμφανίσθηκε την προϊστορική περίοδο και εκτοπίσθηκε σταδιακά από οικονομικά συστήματα όπου επικρατούσαν οι εμποροχρηματικές ανταλλαγές, αν και επανεμφανίσθηκε σε ορισμένες ιστορικές περιόδους και διατηρήθηκε επί μεγάλο χρονικό διάστημα σε οικονομικά καθυστερημένες περιοχές της υφηλίου.) και η εντατικοποίηση της γεωργίας, η μείωση του πληθυσμού και η συρρίκνωση των πόλεων, η αύξηση της ισχύος των γαιοκτημόνων μελών της Συγκλήτου (Σύγκλητος (λατ. senatus): Το κυβερνητικό και συμβουλευτικό σώμα της αρχαίας Ρώμης, το οποίο αποτελούσε τον μακροβιότερο θεσμό της ρωμαϊκής πολιτείας. Την αποτελούσαν αρχικά τα μέλη της τάξης των πατρικίων και η εξουσία της ήταν απεριόριστη. Την εποχή της Δημοκρατίας κατέστη το κύριο κυβερνητικό σώμα στη Ρώμη. Την συνεχώς αυξανόμενη ισχύ της προσπάθησαν να περιορίσουν οι ηγέτες των πληβείων. Επί Ηγεμονίας έχασε τις περισσότερες αρμοδιότητές της. Ο Μ. Κωνσταντίνος δημιούργησε δεύτερο σώμα στην Κωνσταντινούπολη. Η Σύγκλητος διατηρήθηκε στη Ρώμη έως τον 6ο αι. μ.Χ. και στο Βυζάντιο έως την Άλωση.) και ο αυξανόμενος κατακερματισμός της εξουσίας. Οι εξελίξεις αυτές προκάλεσαν την κατάρρευση της ρωμαϊκής διοίκησης στη Δύση και το γεγονός αυτό με τη σειρά του ευνόησε την εγκατάσταση των Γερμανών και την ίδρυση των αυτοτελών βασιλείων τους. Πέρα, όμως, από τις μεταβολές αυτές, οι ιστορικοί επισημαίνουν και άλλους παράγοντες, οι οποίοι αφορούν τους ίδιους τους Γερμανούς, συνέβαλαν όμως και αυτοί στη μεγάλη γερμανική μετανάστευση. Τέτοιοι παράγοντες ήταν οι αναστατώσεις που συνέβησαν στη μακρινή Ανατολή, οι διαμάχες μεταξύ των διαφόρων βαρβαρικών φύλων, πιθανές κοινωνικές συγκρούσεις μέσα σε αυτά, η έλλειψη καλλιεργήσιμων εδαφών, ίσως ακόμη δυσμενείς κλιματικές μεταβολές και, τέλος, η έλξη που ασκούσε η Μεσόγειος και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στον κόσμο των βαρβάρων.

Το Εύρος της Μετανάστευσης

Η σπουδαιότερη από τις μεταναστεύσεις μέσα στη ρωμαϊκή επικράτεια έλαβε χώρα στις αρχές του 5ου αι. Διάφορα γερμανικά φύλα πέρασαν τον Ρήνο και εισέβαλαν στη ρωμαϊκή επικράτεια. Μία επιστολή του Αγίου Ιερωνύμου, που στάλθηκε από τη Ρώμη το 409, περιγράφει με δραματικό τόνο το μέγεθος της καταστροφής:

«… Αναρίθμητα και εξαιρετικά άγρια έθνη κατέκτησαν ολοκληρωτικά τη Γαλατία (Ιστορική περιοχή της Ευρώπης, που περιλαμβάνει την έκταση ανάμεσα στον ποταμό Πάδο και τις Άλπεις, καθώς και την έκταση ανάμεσα στις Άλπεις, τη Μεσόγειο, τα Πυρηναία και τον Ατλαντικό Ωκεανό, δηλ. τη σημ. Β. Ιταλία, τη Γαλλία, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο και τμήματα της Ολλανδίας και της Ελβετίας. Κατοικούταν από τα φύλα των Κελτών, τους οποίους οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν Γαλάτες, εξ ου και το όνομα της περιοχής.). Όλη η χώρα που απλώνεται ανάμεσα στις Άλπεις και τα Πυρηναία, ανάμεσα στον Ωκεανό και τον Ρήνο ερημώθηκε από Κουάδους (Αρχαίο γερμανικό φύλο που τον 1ο αι. μ.Χ. κατοικούσε στην περιοχή της σημερινής Μοραβίας, ανάμεσα στους ποταμούς Δούναβη, Έλβα και Όντερ. Αρχικά βρίσκονταν σε ειρηνικές σχέσεις με τους Ρωμαίους, αλλά αργότερα (166-180 μ.Χ.) ενώθηκαν με τους Μαρκομάννους στον πόλεμο εναντίον των αυτοκρατόρων Μάρκου Αυρηλίου και Κόμμοδου. Μετά την ήττα τους, αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν προσωρινά την επικυριαρχία των Ρωμαίων. Στις αρχές του 5ου αι ένα μέρος των Κουάδων ακολούθησε τους Βανδάλους στην Ισπανία, όπου ίδρυσαν ένα βασίλειο στα βορειοδυτικά της χερσονήσου. Το βασίλειο των Κουάδων στην Ισπανία κατακτήθηκε από τους Βησιγότθους το 585.), Βανδάλους, Σαρμάτες (Λαός ιρανικής καταγωγής, συγγενής με τους Σκύθες. Είναι γνωστοί στις πηγές και ως Σαυρομάτες ή Σαυρομάτοι. Απαρτίζονταν από διάφορα φύλα, όπως τους Αλανούς, τους Ροξολανούς κ.ά. Τον 6ο-4ο αι. π.Χ. μετανάστευσαν από την Κεντρική Ασία στα Ουράλια. Τον 4ο αι. π.Χ. διέβησαν τον ποταμό Ντον και, έως τον 2ο αι. π.Χ., υπέταξαν τους Σκύθες της σημερινής Ν. Ρωσίας. Τον 1ο αι. μ.Χ. και αργότερα διείσδυσαν στις ρωμαϊκές επαρχίες της περιοχής του Δούναβη και συμμάχησαν με ορισμένα γερμανικά φύλα εναντίον των Ρωμαίων. Τον 3ο αι. συνετρίβησαν από τους Γότθους και τους ακολούθησαν στην εισβολή τους στη Δυτική Ευρώπη. Η χώρα των Σαρματών καταστράφηκε από τους Ούννους μετά το 370 μ.Χ. Όσοι επέζησαν αφομοιώθηκαν από τους κατακτητές τους ή τους ακολούθησαν στη Δύση. Τα τελευταία ίχνη του λαού των Σαρματών είχαν χαθεί έως τον 6ο αι.), Αλανούς (Σαρματικό φύλο το οποίο μετανάστευσε μαζί με τους υπόλοιπους Σαρμάτες από την Κεντρική Ασία προς τα δυτικά και εγκαταστάθηκε στα βόρεια του Καυκάσου. Από εκεί επεκτάθηκαν και στις στέππες της σημερινής Νότιας Ρωσίας. Από τον 1ο αι. π.Χ. έως τον 3ο αι. μ.Χ. διεξήγαν επιδρομές στις ρωμαϊκές επαρχίες της Ανατολής. Στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. υποτάχθηκαν στους Ούννους και ένα μεγάλο μέρος των Αλανών τους ακολούθησε στη μετανάστευσή τους στη Δυτική Ευρώπη, όπου ενώθηκαν με τους Βανδάλους και τους Σουηβούς και πέρασαν στη Β. Αφρική. Οι Αλανοί αυτοί αφομοιώθηκαν γρήγορα από τους Βανδάλους. Οι Αλανοί που παρέμειναν στην Αλανία ήλθαν σε στενή επαφή με το Βυζάντιο. Εκχριστιανίστηκαν από τους Βυζαντινούς στις αρχές του 10ου αι. Η υποταγή τους στους Μογγόλους τον 13ο αι. είχε ως αποτέλεσμα τη διασπορά τους κατά φυλές και την αφομοίωσή τους από άλλους λαούς μετά τον 16ο αι.), Γεπίδες (Αρχαίο γερμανικό φύλο το οποίο αρχικά κατοικούσε στην Σκανδιναβία. Κατά τον 1ο και 2ο αι. μ.Χ. μετανάστευσαν μαζί με τους Γότθους και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή των εκβολών του ποταμού Βιστούλα. Στα μέσα του 3ου αι. μετακινήθηκαν και πάλι προς Νότον και εγκαταστάθηκαν στο βόρειο τμήμα της Δακίας. Στις αρχές του 5ου αι. υποτάχθηκαν στους Ούννους και έλαβαν μέρος στις επιδρομές του Αττίλα στα βυζαντινά εδάφη. Μετά τον θάνατο του Αττίλα (453) πρωτοστάτησαν στη διάλυση του κράτους των Ούννων και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Σιρμίου στον Δούναβη. Από το 552 ήλθαν σε σύγκρουση με τους Λογγοβάρδους της Παννονίας και του Νωρικού. Το 567 το κράτος τους διαλύθηκε από τους συνασπισμένους Λογγοβάρδους και Αβάρους. Ένα μέρος των Γεπίδων ακολούθησε τους Λογγοβάρδους στη Β. Ιταλία, ενώ οι υπόλοιποι υποτάχθηκαν στους Αβάρους. Μικρό μέρος τους κατατάχθηκαν στον βυζαντινό στρατό ως μισθοφόροι. Τα ίχνη τους χάνονται μετά τον 7ο αι.), Ερούλους (Αρχαίο γερμανικό φύλο που αρχικά κατοικούσε στη Σκανδιναβία. Στα μέσα του 3ου αι. μ.Χ. αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν προς Νότον υπό την πίεση των Δανών. Κατά τη μετακίνησή τους διασπάστηκαν σε δύο κλάδους. Ο δυτικός κλάδος εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Κάτω Ρήνου, από όπου διενεργούσαν επιδρομές στα ρωμαϊκά εδάφη της Γαλατίας. Ο ανατολικός κλάδος των Ερούλων έφτασε περί το 267 στις ακτές του Ευξείνου. Από εκεί διενήργησαν εκτεταμένη επιδρομή στις ρωμαϊκές επαρχίες του ελλαδικού χώρου και του Αιγαίου. Το 269 συνετρίβησαν μαζί με τους Γότθους από τους Ρωμαίους σε μάχη στη Ναϊσσό. Στα τέλη του 4ου αι. υποτάχθηκαν στους Ούννους και πήραν μέρος στις εκστρατείες του Αττίλα. Στα μέσα του 5ου αι. ελευθερώθηκαν από την κυριαρχία των Ούννων και το 470 κατέλαβαν την Παννονία. Ένα μέρος τους ακολούθησε τον Οδόακρο στην Ιταλία. Όσοι έμειναν υποτάχθηκαν στους Λογγοβάρδους στις αρχές του 6ου αι. Το 512 πέρασαν τον Δούναβη με άδεια του Βυζαντινού αυτοκράτορα και εγκαταστάθηκαν στη σημερινή Βουλγαρία ως σύμμαχοι του Βυζαντίου. Σταδιακά αφομοιώθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό. Την ίδια εποχή οι Έρουλοι του δυτικού κλάδου ενσωματώθηκαν στο Φραγκικό Βασίλειο.), Σάξωνες (Αρχαίο γερμανικό φύλο το οποίο μνημονεύεται για πρώτη φορά στα μέσα του 1ου αι. μ.Χ. Αρχικά κατοικούσαν στα παράλια της Βαλτικής και στο σημερινό Σλέσβιχ. Τον 4ο αι. μ.Χ. διενεργούσαν πειρατικές επιδρομές στη Βόρεια Θάλασσα. Στα πρώτα χρόνια του 5ου αι. επεκτάθηκαν στη Β. Γερμανία, ενώ μεγάλο μέρος τους εγκαταστάθηκε, μαζί με τους Άγγλους, στη Βρετανία. Στα τέλη του 8ου αι. ήλθαν σε σύγκρουση με τους Φράγκους και, τελικά, ενσωματώθηκαν στην αυτοκρατορία του Καρλομάγνου.), Βουργουνδούς, Αλαμαννούς (Ομοσπονδία γερμανικών φύλων που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή του Άνω Ρήνου και του Κάτω Δούναβη στις αρχές του 3ου αι. μ.Χ., από όπου διενεργούσαν επιδρομές στα ρωμαϊκά εδάφη της Γαλατίας, της Ιταλίας και του Ιλλυρικού. Στα τέλη του 3ου και τις αρχές του 4ου αι. ηττήθηκαν από τον Κωνσταντίνο Α’, το 357 από τον Ιουλιανό στη Γαλατία και το 368 από τον Βαλεντινιανό Α’ στον ποταμό Νέκαρ. Στα τέλη του 4ου αι. η ενοχλητική παρουσία τους στα ρωμαϊκά εδάφη είχε εξουδετερωθεί. Τον 5ο αι. απωθήθηκαν βορειότερα από τους Βησιγότθους και το 496 υποτάχθηκαν στους Φράγκους. Στα πλαίσια του Φραγκικού Κράτους διατήρησαν για πολλούς αιώνες έναν βαθμό αυτονομίας.) και Ούννους (Ομάδα τουρκόφωνων νομαδικών φύλων που κατοικούσαν αρχικά στην Κεντρική Ασία και μνημονεύονται για πρώτη φορά τον 2ο αι. μ.Χ., ενώ ήταν γνωστοί και στους Κινέζους ως Χουννού. Κατάγονταν, πιθανότατα, από τους Εφθαλίτες ή Λευκούς Ούννους. Η μετακίνησή τους από την Κεντρική Ασία προς τα δυτικά τον 4ο αι. μ.Χ. προκάλεσε τη Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών. Στα μέσα του 4ου αι. μ.Χ. υπέταξαν τη Σογδιανή και λίγο αργότερα τους Αλανούς του Β. Καυκάσου. Από εκεί διέβησαν τον ποταμό Δον περί το 370. Το 375-376 περίπου νίκησαν τους Γότθους και κατέλυσαν το κράτος τους. Τότε υπέταξαν το μεγαλύτερο μέρος των Οστρογότθων και ανάγκασαν τους Βησιγότθους να μεταναστεύσουν στη Δύση. Έως το 390 είχαν εγκατασταθεί στην Παννονία, ενώ άλλο τμήμα τους επέδραμε στη Συρία και την Καππαδοκία το 394-395. Η συμμαχία τους με τους Βυζαντινούς τους επέτρεψε να επεκτείνουν έως τις αρχές του 5ου αι. την κυριαρχία τους σε πολλούς γερμανικούς και άλλους λαούς της Κεντρικής Ευρώπης. Από το 430 διενήργησαν πολλές καταστροφικές επιδρομές στα βυζαντινά εδάφη της Βαλκανικής, αναγκάζοντας τους αυτοκράτορες να υπογράφουν συνθήκες και να τους καταβάλλουν φόρο υποτέλειας. Το μέγιστο σημείο ακμής του κράτους τους ήταν η περίοδος βασιλείας του Αττίλα (434-453). Μετά το 450 και την τελική συνθήκη ειρήνης με το Βυζάντιο οι επιδρομές τους στράφηκαν προς τη Δύση. Το 451 επέδραμαν στη Γαλατία (όπου νικήθηκαν από τον στρατηγό Αέτιο) και το 452 στην Ιταλία. Μετά τον θάνατο του Αττίλα τα γερμανικά φύλα που ήταν έως τότε υποτελή στους Ούννους εξεγέρθηκαν. Το 455 οι συνασπισμένοι Γεπίδες, Οστρογότθοι και Έρουλοι νίκησαν τους γιους του Αττίλα σε μάχη στον ποταμό Νεντάο. Η αυτοκρατορία των Ούννων διαλύθηκε και τράπηκαν σε φυγή προς την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Το 469 προσπάθησαν ανεπιτυχώς να διεισδύσουν στη Βαλκανική. Σταδιακά εξέλιπαν ως λαός.). Η Βορματία αφανίστηκε ύστερα από μακρόχρονη πολιορκία. Η πανίσχυρη civitas Remorum [Ρενς, Reims], η Αμιένη, το Αρράς [Arras] και οι ακροτελεύτιες πόλεις της οικουμένης, οι Μορινοί, η Τουρναί [Tournai], η Σπείρα [Speyer] και το Στρασβούργο έγιναν τμήματα της Γερμανίας. Στην Ακουϊτανία (Ιστορική περιοχή της Ευρώπης, στα νοτιοδυτικά της σημερινής Γαλλίας, ανάμεσα στα Πυρηναία και τον ποταμό Γαρούννα. Αποτελούσε τμήμα της Γαλατίας και κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους στα μέσα του 1ο αι. π.Χ. Επί Αυγούστου έγινε ρωμαϊκή επαρχία. Κατά τη διοικητική μεταρρύθμιση του αυτοκράτορα Διοκλητιανού χωρίστηκε σε τρεις επαρχίες, την Πρώτη Ακουϊτανία (Aquitania Prima), τη Δευτέρα Ακουϊτανία (Aquitania Secunda) και τη Νοβεμποπουλανία (Novempopulana) ή Τρίτη Ακουϊτανία. (Aquitania Tertia).) ερημώθηκαν τα πάντα. Ακόμη και η Ισπανία τρέμει κάθε μέρα, καθώς θυμάται την εισβολή των Κίμβρων (Αρχαίο γερμανικό φύλο που κατοικούσε αρχικά στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου της Γιουτλάνδης. Στα τέλη του 2ου π.Χ., μαζί με τους Τεύτονες και τους Άμβρωνες, μετανάστευσαν προς Νότον. Το 113 π.Χ. νίκησαν σε μάχη στην Καρινθία τους Ρωμαίους και εγκαταστάθηκαν στη Γαλατία, όπου αντιμετώπισαν νικηφόρα τους Ρωμαίους σε πολλές μάχες. Το 102 π.Χ. εισέβαλαν στη Β. Ιταλία, αλλά το 101 π.Χ. συνετρίβησαν από τον Ρωμαίο στρατηγό Μάριο.)».

Δέκα χρόνια αργότερα, γύρω στα 420, ο ιστορικός Ορόσιος περιέγραψε την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί με τα ακόλουθα λόγια:

«Οι Γερμανοί, αφού διέσχισαν τις Άλπεις, τη Ραιτία και όλη την Ιταλία, έχουν φθάσει κιόλας μπροστά στη Ραβέννα. Οι Αλαμαννοί οργώνουν τη Γαλατία και φθάνουν ακόμη και στην Ιταλία. Η Ελλάδα, η Μακεδονία, ο Πόντος και η Μικρά Ασία αφανίζονται από τον κατακλυσμό των Γότθων. Η Δακία πέρα από τον Δούναβη χάθηκε για πάντα. Οι Κουάδοι και οι Σαρμάτες καταστρέφουν την Παννονία. Οι Γερμανοί κατακτούν την εξαντλημένη Ισπανία».

Η Μετανάστευση των Βανδάλων

Οι Βάνδαλοι πέρασαν τον Ρήνο στα τέλη του έτους 406 και εισέβαλαν στην Ισπανία (409), όπου ασπάστηκαν τον Αρειανισμό. Αργότερα ο βασιλιάς Γιζέριχος οδήγησε τον λαό του στην Αφρική (429) και ίδρυσε το Βανδαλικό Βασίλειο (429-534). Τη βανδαλική κατάκτηση της Αφρικής διευκόλυναν διάφορα εθνικά, θρησκευτικά και κοινωνικά κινήματα, καθώς και η αντιπαράθεση του Ρωμαίου διοικητή με την κεντρική κυβέρνηση. Με τη συνθήκη του 435 μεταξύ Βανδάλων και Ρωμαίων, οι Βάνδαλοι έλαβαν τις κυριότερες βορειοαφρικανικές επαρχίες. Ακολούθησε η κατάληψη από τους Βανδάλους της Καρχηδόνος (439) και της Σικελίας. Με μια νέα συνθήκη ο αυτοκράτορας Βαλεντινιανός Γ’ αναγνώρισε την κυριαρχία των Βανδάλων στη Βόρεια Αφρική και στα νησιά Σαρδηνία, Κορσική, Σικελία και Βαλεαρίδες (476).

Ο Γιζέριχος και οι διάδοχοί του εφάρμοσαν τον υποχρεωτικό προσηλυτισμό του ρωμαϊκού πληθυσμού της Βόρειας Αφρικής στον Αρειανισμό. Αυτό επιδείνωσε τις σχέσεις μεταξύ κατακτητών και κατακτημένων. Σημαντικές ήταν οι γενικότερες συνέπειες της βανδαλικής κατάκτησης. Η απώλεια της Βόρειας Αφρικής, σιτοβολώνα της Ιταλίας, έκανε πολύ δύσκολο τον επισιτισμό της Ρώμης. Οι βανδαλικές επιδρομές υπονόμευσαν την οικονομία και τη δύναμη του Ρωμαϊκού Κράτους (κατάληψη και λεηλασία της Ρώμης το 455) και κατέστησαν εξαιρετικά επισφαλείς τις μεσογειακές επικοινωνίες.

Η Μετανάστευση των Βησιγότθων

Η κατάσταση αυτή ευνόησε το Βησιγοτθικό Βασίλειο της Τουλούζης (418-507). Οι Βησιγότθοι, που είχαν εγκατασταθεί αρχικά στη Θράκη με την άδεια των βυζαντινών αρχών (376), ξεσηκώθηκαν και στη μάχη της Αδριανούπολης συνέτριψαν τις δυνάμεις της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Ουάλης (Φλάβιος Ουάλης (ή Βάλης) (Flavius Valens). Γεννήθηκε το 328 μ.Χ. περίπου στην Παννονία. Σταδιοδρόμησε στον στρατό και διακρίθηκε επί βασιλείας Ιουλιανού και Ιοβιανού. Τον Μάρτιο του 364 ο Ουάλης αναγορεύθηκε στην Κωνσταντινούπολη αυτοκράτορας του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους από τον αδελφό του Βαλεντινιανό, τον οποίον ο στρατός είχε ανακηρύξει αυτοκράτορα της Δύσης μετά τον θάνατο του Ιοβιανού. Το 365-366 αντιμετώπισε τη στάση του σφετεριστή Προκοπίου, συγγενούς του Ιουλιανού. Το 366-367 βαπτίστηκε Χριστιανός και ασπάστηκε το δόγμα του Αρειανισμού. Το 373/4 και το 377/8 εξεστράτευσε στο ανατολικό σύνορο για να αντιμετωπίσει τους Πέρσες. Το 376 έδωσε άδεια στους Γότθους να εγκατασταθούν στη Θράκη. Έχασε τη ζωή του στις 9 Αυγούστου 378 κατά τη διάρκεια μάχης στην Αδριανούπολη εναντίον των Γότθων και το επόμενο έτος τον διαδέχθηκε ο στρατηγός Θεοδόσιος.) έπεσε στο πεδίο της μάχης (378). Ο διάδοχός του Θεοδόσιος Α’ εγκατέστησε τους Βησιγότθους στην Κάτω Μοισία (Ρωμαϊκή επαρχία στην ιστορική παραδουνάβια περιοχή της Μοισίας, η οποία πήρε το όνομά της από το θρακικό φύλο των Μοισών που κατοικούσαν στην περιοχή. Αποτελούσε το ανατολικό τμήμα της Μοισίας με πρωτεύουσα τη Μαρκιανούπολη και χωρίστηκε από την Άνω (δυτική) Μοισία το 86 μ.Χ. Σήμερα αποτελεί τμήμα της Βουλγαρίας.) (382). Αργότερα ο βασιλιάς των Βησιγότθων Αλάριχος (395-410) οδήγησε τον λαό του στην Ιταλία και κατέλαβε τη Ρώμη (410). Ακολούθησε νέα μετανάστευση στις ακτές του Ατλαντικού, όπου οι Βησιγότθοι κατέκτησαν τη Δεύτερη Ακουιτανία (Aquitania Secunda) (418). Εδώ οι Βησιγότθοι οργανώθηκαν και εξελίχθηκαν σε έθνος (gens) με άξονα τη γοτθική παράδοση. Οι Ρωμαίοι, όμως, κρατούσαν κλειστή τη διέξοδο προς τη Μεσόγειο. Η προσπάθεια των Βησιγότθων να συμμαχήσουν με τους Βανδάλους, για να σπάσουν τον ρωμαϊκό αποκλεισμό, ματαιώθηκε από τον Ρωμαίο στρατηγό Αέτιο (442). Ο τελευταίος πάντως συνεργάστηκε με τους Βησιγότθους στην καταστροφική για τους Ούννους μάχη στα Καταλαυνικά Πεδία (451). Οι Βησιγότθοι έφθασαν στο απόγειο της δυνάμεώς τους επί της βασιλείας του Ευρίχου (466-484), ο οποίος κατόρθωσε να ολοκληρώσει την κατάκτηση της Γαλατίας και να ιδρύσει ένα ανεξάρτητο κράτος. Ωστόσο, μετά την ήττα τους από τους Φράγκους και την απώλεια της Τουλούζης (507), οι Βησιγότθοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Ισπανία. Πρωτεύουσα του νέου Βησιγοτθικού Κράτους έγινε η Μέριδα και ακολούθως (μετά το 580) το Τολέδο. Το Βησιγοτθικό Βασίλειο της Ισπανίας καταλύθηκε από τους Άραβες το 711/712.

Η Μετανάστευση των Βουργουνδών

Ο λαός των Βουργουνδών, μετά τη διάβαση του Ρήνου (406), εγκαταστάθηκε στην περιοχή Μαγεντίας (Mainz) και Βορματίας (Worms) μεταξύ 409 και 413. Η αύξηση του πληθυσμού και η ανάγκη απόκτησης νέας γης, πιθανώς σε συνδυασμό με την πίεση των Ούννων, υποχρέωσε τον λαό αυτό να μεταναστεύσει δυτικότερα (435). Μετά τη διάλυση του Βουργουνδικού Κράτους από τους Ούννους, ο Ρωμαίος στρατηγός Αέτιος εγκατέστησε τους εναπομείναντες Βουργουνδούς στη Σαβοΐα (Ιστορική περιοχή της Γαλλίας η οποία καταλαμβάνει το βόρειο τμήμα των Γαλλικών Άλπεων. Στο δεύτερο μισό του 4ου αι. μ.Χ. ήταν γνωστή ως Σαπαυδία ή Σαβαυδία και από την ονομασία αυτή προέρχεται το σημερινό της όνομα, το οποίο εμφανίζεται τον 9ο αι.) (443). Από εδώ επεκτάθηκαν κατά μήκος των ποταμών Ροδανού (Rhône) και Άραρος (Saône). Το Βουργουνδικό Βασίλειο έφθασε στην ακμή του, όταν βασίλευε ο Αρειανός βασιλιάς Γουνδοβάδος (περ. 480-516). Εξαιτίας της αριθμητικής αδυναμίας τους, οι Βουργουνδοί δεν έλυσαν ποτέ τη συμμαχική σχέση τους με τους Ρωμαίους και αποδέχθηκαν την ιδέα υποταγής των Γερμανών στο Ρωμαϊκό Κράτος. Το βραχύβιο αυτό βασίλειο καταλύθηκε μετά το 534 από τους Φράγκους.

Η Πτώση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους

Μετά το 461, η Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κυβερνήθηκε από σκιώδεις αυτοκράτορες που είχαν έδρα τη Ραβέννα και κηδεμονεύονταν από Γερμανούς στρατηγούς. Ο αξιωματούχος Ορέστης, ο οποίος είχε υπηρετήσει στην αυλή του Αττίλα, αντικατέστησε τον αυτοκράτορα Ιούλιο Νέπωτα με τον γιο του Ρωμύλο Αυγουστύλο (476). Το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Αυτοκρατορίας, με εξαίρεση την Ιταλία και μερικές περιφερειακές περιοχές, είχε ήδη περάσει στην κυριαρχία των Γερμανών βασιλέων. Μία εξέγερση του στρατού έθεσε τέρμα στην εξουσία του Ορέστη. Ο Οδόακρος, ο οποίος ανήκε στο φύλο των Σκίρων (Γνωστοί και ως Σκύροι ή Σκίρροι. Αρχαίο γερμανικό φύλο που κατοικούσε αρχικά στην περιοχή της δεξιάς όχθης του ποταμού Βιστούλα. Από τον 3ο έως τον 5ο αι. μ.Χ. ακολούθησαν τους Γότθους, τους Σαρμάτες και τους Ούννους στις επιδρομές και μετακινήσεις τους. Σταδιακά ενσωματώθηκαν σε άλλα γερμανικά φύλα.), καθαίρεσε τον Ρωμύλο και με τη σύμφωνη γνώμη της Συγκλήτου αναγορεύθηκε rex, δηλαδή βασιλιάς (476). Ο αυτοκράτορας Ζήνων δεν μπορούσε παρά να δεχθεί την αλλαγή εξουσίας στην Ιταλία, θεωρούσε όμως τον Οδόακρο ως σφετεριστή και περίμενε να παρουσιασθεί μια ευκαιρία για την ανατροπή του. Την ευκαιρία αυτή του την προσέφεραν οι Οστρογότθοι.

Η Μετανάστευση των Οστρογότθων

Οι Οστρογότθοι είχαν εγκατασταθεί στην Παννονία ως φοιδεράτοι (Ρωμαϊκός και βυζαντινός νομικός όρος που δήλωνε τις βαρβαρικές φυλές που είχαν εγκατασταθεί σε εδάφη της Αυτοκρατορίας ως σύμμαχοι. Αργότερα δήλωνε και τα επίλεκτα στρατιωτικά σώματα που στρατολογούνταν από τους βαρβάρους.), μετά την κατάρρευση του κράτους των Ούννων (453). Αργότερα μετανάστευσαν νοτιότερα και συνεργάστηκαν με τη βυζαντινή κυβέρνηση. Πολλοί Γότθοι, μάλιστα, κατόρθωσαν να διεισδύσουν στη στρατιωτική και πολιτική διοίκηση του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους. Ο ηγεμόνας τους Θεοδώριχος ο Μέγας (471-526) αναρριχήθηκε στα ύψιστα ρωμαϊκά αξιώματα και απέκτησε μεγάλη ισχύ, γι’ αυτό ο αυτοκράτορας φρόντισε να τον στείλει στην Ιταλία: είναι το τελευταίο βήμα στην προσπάθεια απαλλαγής του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους από τα γερμανικά στοιχεία (489). Ο Θεοδώριχος δολοφόνησε τον Οδόακρο (493) και έγινε κύριος της Ιταλίας. Ο αυτοκράτορας Αναστάσιος τον αναγνώρισε ως rex Gothorum («βασιλέα Γότθων»)και κύριο της Ιταλίας (497), θέλοντας να δείξει ότι του μεταβίβαζε απλώς την κυβερνητική εξουσία της Δύσης. Κατά μία άποψη, η βασιλεία του Θεοδωρίχου ήταν ενισχυμένη σε σχέση με τις υπόλοιπες βασιλείες της Δύσης.

Ο Θεοδώριχος γνώριζε ότι η βυζαντινή κυβέρνηση τον έβλεπε ως σφετεριστή και ήταν βέβαιος ότι οι Βυζαντινοί θα προσπαθούσαν να απαλλαγούν από αυτόν με την πρώτη ευκαιρία. Έτσι, για να διασφαλίσει το βασίλειό του από εξωτερικές απειλές, ο Θεοδώριχος δημιούργησε, με τη στήριξη των Βησιγότθων, ένα σύστημα συμμαχιών και οικογενειακών σχέσεων με Γερμανούς βασιλείς. Υπέγραψε συμφωνίες με τους βασιλείς των Βουργουνδών (494) και των Βανδάλων (περ. 500), ενώ προσπάθησε να αντιμετωπίσει τις απόπειρες για συγκρότηση συμμαχίας μεταξύ Φράγκων και Βυζαντινών συμμαχώντας με τους βασιλείς των Θουριγγίων (Γνωστοί και ως Θουριγγοί. Αρχαίο γερμανικό φύλο το οποίο μνημονεύεται για πρώτη φορά τον 5ο αι. μ.Χ. Καταγόταν από το γερμανικό φύλο των Ερμουνδούρων (σε επιμιξία με Σλάβους) ή, κατ' άλλους, από αυτά των Τουρώνων και των Τευριοχαίμων. Επί Αττίλα υποτάχθηκαν στους Ούννους. Αργότερα ίδρυσαν μεγάλο κράτος, που εκτεινόταν από τα όρη Χαρτς έως τον Δούναβη. Μετά την ήττα τους από τους Φράγκους, το βασίλειό τους περιορίστηκε στα όρη Χαρτς και τον Θουρίγγιο Δρυμό και ηγεμονευόταν από Φράγκους δούκες. Εκχριστιανίστηκαν στις αρχές του 8ου αι.) (περ. 510), των Ερούλων (περ. 508) και μικρότερων γερμανικών φύλων βορείως των Άλπεων. Η εξέχουσα θέση του Θεοδωρίχου βασιζόταν στο κύρος που είχε ως κύριος της Ρώμης και προστάτης του ρωμαϊκού πολιτισμού. Επί της βασιλείας του η Ιταλία έγινε και πάλι κέντρο με πολιτική σημασία.

Οι Λόγοι του Μη Εκγερμανισμού της Ρωμαϊκής Κοινωνίας

Η μικρή αριθμητική δύναμη των γερμανικών φύλων που μετανάστευσαν στο Ρωμαϊκό Κράτος καθόρισε αρχικά τη σχέση τους με τους Ρωμαίους. Οι Βάνδαλοι αριθμούσαν περίπου 80.000 ανθρώπους, από τους οποίους 15.000 πρέπει να ήταν πολεμιστές. Οι Γότθοι ήταν λίγο περισσότεροι, οι Βουργουνδοί λιγότεροι. Αντίθετα, ο ρωμαϊκός πληθυσμός, αν και είχε μειωθεί σε σχέση με προηγούμενους αιώνες και είχε χάσει τη ζωτικότητά του, ανερχόταν σε εκατομμύρια. Η αριθμητική υπεροχή του απέτρεψε τον εκγερμανισμό της ρωμαϊκής κοινωνίας.

Πέρα από αυτό, στη μετανάστευση δεν έλαβαν μέρος συγκροτημένοι λαοί, αλλά ομάδες με μεταβαλλόμενη σύνθεση, οργανωμένες γύρω από την ακολουθία του στρατιωτικού αρχηγού και το γένος. Έτσι, στη διάρκεια της μετανάστευσης πολλά φύλα εξαφανίστηκαν ή διασπάστηκαν. Με τους Βανδάλους ενώθηκαν τα υπολείμματα των Αλανών και των Βησιγότθων, με τους Βησιγότθους αργότερα μέρος των Οστρογότθων, με τους Οστρογότθους υπολείμματα Ρούγων (Γνωστοί και ως Ρούγιοι ή Ρογοί. Αρχαίο γερμανικό φύλο που κατοικούσε αρχικά στην περιοχή των παραλίων της Βαλτικής Θάλασσας, μεταξύ των ποταμών Όντερ και Βιστούλα. Στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. υποτάχθηκαν στους Ούννους και τους ακολούθησαν στις μετακινήσεις τους στην Κεντρική Ευρώπη. Μετά τον θάνατο του Αττίλα (453) και τη διάλυση της αυτοκρατορίας του (455), οι Ρούγοι ίδρυσαν νέο κράτος στην αριστερή όχθη του Δούναβη, σε περιοχές της σημερινής Αυστρίας και Ουγγαρίας. Το κράτος τους καταλύθηκε από τον βασιλιά των Ερούλων Οδόακρο το 487 και οι Ρούγοι σταδιακά ενσωματώθηκαν σε άλλα γερμανικά φύλα.). Η συνοχή αυτών των λαών δεν στηριζόταν στη φυσική ενότητά τους, αλλά στην κυρίαρχη βούληση των βασικών ομάδων.

Οι πολιτικοί θεσμοί των μεταναστών

Η βασιλεία, θεσμός στρατιωτικής προέλευσης, αντιπροσώπευε την κύρια πολιτική δύναμη στα γερμανικά κράτη. Το κύρος της αποδίδεται στη διαρκή ανάγκη διεξαγωγής πολεμικών επιχειρήσεων, αλλά και στο ρωμαϊκό πρότυπο της εξουσίας του στρατηγού. Ο βασιλικός θεσμός νομιμοποιήθηκε και δημιούργησε δυναστείες χάρη στην αρχαϊκή αντίληψη για την ιερότητα και τη θεία καταγωγή του βασιλεύοντος γένους (όπως ήταν το γένος των Αμαλών (Γοτθική δυναστεία, το όνομα της οποίας προέρχεται από τον γενάρχη της, Αμάλα, ο οποίος έζησε στα τέλη του 2ου αι. μ.Χ. και θεωρείται ο ιδρυτής του βασιλικού γένους των Οστρογότθων. Από τα μέσα του 4ου αι. βασίλευσαν αδιάκοπα στους Οστρογότθους. Ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της δυναστείας ήταν ο Θεοδώριχος ο Αμαλός, ο οποίος οδήγησε τους Οστρογότθους στην Ιταλία. Η δυναστεία έληξε με τη δολοφονία του βασιλιά Θευδάτου στην Ιταλία το 536). Όργανο της βασιλικής εξουσίας έγινε η νέα υπηρετική αριστοκρατία που πλούτισε γρήγορα και απορρόφησε την παλαιά εξ αίματος αριστοκρατία.

Η επίδραση του ρωμαϊκού πολιτισμού στους Γερμανούς

Οι Γερμανοί επηρεάστηκαν έντονα από τους Ρωμαίους στους τομείς του δικαίου, της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης και της θρησκείας και επέδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ρωμαϊκό πολιτισμό. Με εξαίρεση τον βασιλιά των Βανδάλων Γιζέριχο, οι νεοφερμένοι δεν επεδίωξαν να καταστρέψουν τον ρωμαϊκό κόσμο, αν και κατά καιρούς εξεδήλωσαν αντιρωμαϊκές διαθέσεις. Οι Βουργουνδοί ένιωθαν ως απόγονοι Ρωμαίων από τον 4ο αι., ενώ ο Οστρογότθος βασιλιάς Ατάουλφος δήλωσε ότι, ενώ αρχικά επεδίωκε να εξαλείψει το όνομα “Ρωμαίος”, να μετατρέψει τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (“Ρωμανία”) σε Γοτθικό Κράτος (“Γοτθία”) και να γίνει ο ίδιος Καίσαρ Αύγουστος, διέβλεψε ότι οι ατίθασοι Γότθοι δεν θα υπάκουαν στους νόμους, που συγκρατούν μια πολιτεία, και γι’ αυτό έθεσε τους Γότθους στην υπηρεσία του Ρωμαϊκού Κράτους, προκειμένου να μείνει στη μνήμη των μεταγενεστέρων ως ανορθωτής του.

Η συνύπαρξη Ρωμαίων και μεταναστών

Η εγκατάσταση των Γερμανών έγινε σύμφωνα με το jus hospitalitatis («δίκαιον φιλοξενίας»), δηλαδή την αρχή της εκχώρησης στους εποίκους του ενός τρίτου (Οστρογότθοι) ή των δύο τρίτων (Βουργουνδοί και Βησιγότθοι) της γης στην περιοχή υποδοχής. Η διανομή αφορούσε μικρό μόνο μέρος των γαιών εξαιτίας του μικρού αριθμού των Γερμανών και δεν προκάλεσε ιδιαίτερα προβλήματα στη ρωμαϊκή συγκλητική αριστοκρατία που κατείχε τη γη.

Πάντως, οι Γότθοι παρέμειναν στο ρωμαϊκό έδαφος, ξένοι και χωρισμένοι από τους Ρωμαίους, εξαιτίας της απαγόρευσης επιγαμιών με αυτούς. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην έκδοση νομικών συλλογών που προορίζονταν αποκλειστικά για τους Ρωμαίους υπηκόους μέσα στο Βουργουνδικό και το Βησιγοτθικό Κράτος. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μάθαιναν οι Ρωμαίοι γοτθικά και οι Γότθοι λατινικά. Η εσωτερική αποξένωση έγινε αγεφύρωτη με τη θρησκευτική αντίθεση που απέτρεψε το ρίζωμα των Γερμανών στο ρωμαϊκό έδαφος.

Θρησκευτικές διαφορές

Οι Γότθοι δεν αποδέχθηκαν την ορθόδοξη εκδοχή του Χριστιανισμού, αλλά ασπάσθηκαν την αίρεση του Αρείου και έμειναν πιστοί σ’ αυτή και μετά την οριστική καταδίκη του Αρειανισμού. Στις περιοχές όπου εγκαταστάθηκαν χωρίς άδεια ξέσπασαν δογματικές έριδες, ενώ οι Βάνδαλοι προέβησαν σε διώξεις των Ορθοδόξων. Πολύ ηπιότερη ήταν η θρησκευτική πολιτική των Βησιγότθων βασιλέων, ενώ ο Θεοδώριχος εφάρμοσε πολιτική θρησκευτικής ανοχής και κατά καιρούς συνεργάστηκε με την εκκλησία της Ρώμης. Παρά ταύτα η δογματική αντίθεση δηλητηρίασε τις σχέσεις των Γερμανών με τη Ρωμαϊκή Εκκλησία.

Η ιδεολογική παράμετρος της συμβίωσης

Το γερμανικό πρόβλημα απασχόλησε τη ρωμαϊκή διανόηση, αλλά η συζήτηση δεν οδήγησε σε οριστικά συμπεράσματα. Ο Άγιος Αυγουστίνος τόνισε ότι η κατάληψη της Ρώμης από τον Αλάριχο δεν ήταν το τέλος του κόσμου και ότι η Ρώμη δεν ταυτιζόταν με τον Χριστιανισμό τόσο όσο φαντάζονταν οι Ρωμαίοι. Η ιδέα της παροδικότητας του Ρωμαϊκού Κράτους απέκτησε πολλούς οπαδούς στη διάρκεια του 5ου αι., ενώ η Ρωμαϊκή Εκκλησία θεωρήθηκε πνευματική κληρονόμος της Αυτοκρατορίας. Ο ιστορικός Κασσιόδωρος επιχείρησε να εξωραΐσει το ιστορικό παρελθόν των Γότθων και να συνδέσει τον λαό αυτό με τους Γέτες (Ένωση θρακικών φύλων, συγγενών με τους Δάκες, που κατοικούσαν στον Κάτω Δούναβη, στη σημερινή βορειοανατολική Βουλγαρία και τη ρουμανική Δοβρουτσά. Μνημονεύονται για πρώτη φορά στα τέλη του 6ου αι. π.Χ., όταν υποτάχθηκαν στους Πέρσες. Τον 5ο αι. π.Χ. ενσωματώθηκαν στο κράτος των Οδρυσσών Θρακών, ενώ τον 4ο αι. π.Χ. ήλθαν σε σύγκρουση με τους Σκύθες και κατόπιν υποτάχθηκαν στους Μακεδόνες του Μ. Αλεξάνδρου. Στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. βρέθηκαν υπό την κυριαρχία των Γαλατών εισβολέων, αλλά στα μέσα του αιώνα κατάφεραν να ιδρύσουν κράτος το οποίο έλεγχε και τα πέραν του Δούναβη εδάφη. Στα μέσα του 1ου αι. π.Χ. ενώθηκαν προσωρινά με το κράτος των Δακών. Από τα τέλη του αιώνα βρίσκονταν σε σύγκρουση με τους Ρωμαίους, οι οποίοι τους υπέταξαν οριστικά το 106 μ.Χ.) και τους Σκύθες (Νομαδικός λαός ιρανικής καταγωγής, ο οποίος μετανάστευσε από την Κεντρική Ασία στη σημερινή Νότια Ρωσία τον 8ο και 7ο αι. π.Χ. Η κυριαρχία τους είχε ως κέντρο τη χερσόνησο της Κριμαίας. Το κράτος τους καταλύθηκε από τους Σαρμάτες τον 4ο-2ο αι. π.Χ. Τα υπολείμματα των Σκυθών ενσωματώθηκαν στους λαούς της Μεγάλης Μετανάστευσης τον 4ο αι. μ.Χ. Η γλώσσα τους ήταν συγγενής με τη σαρματική και την αλανική? γνήσιος απόγονός της θεωρείται σήμερα η οσετική, που ομιλείται σε περιοχή του Καυκάσου.), επιδιώκοντας να συμφιλιώσει τους Ρωμαίους με τους Γότθους.

Η εδραίωση των νέων γερμανικών κρατών

Ωστόσο η βυζαντινή ανάκτηση στη Δύση δεν διήρκεσε πολύ. Το 568 οι Λογγοβάρδοι (Αρχαίο γερμανικό φύλο που αποτελούσε τμήμα των Σουηβών και τον 1ο αι. μ.Χ. κατοικούσε στην αριστερή όχθη του Άνω Έλβα. Κατά τον 4ο-5ο αι. μετακινήθηκαν στη λεκάνη του Μέσου Δούναβη. Το 546 εγκαταστάθηκαν στην Παννονία και το Νωρικόν ως σύμμαχοι του Βυζαντίου. Το 567 κατέλυσαν το κράτος των Γεπίδων. Το 568, πιεζόμενοι από τους Αβάρους, εισέβαλαν υπό την ηγεσία του βασιλιά Αλβοΐνου στα βυζαντινά εδάφη της Β. Ιταλίας, επικεφαλής συμμαχίας γερμανικών και άλλων φυλών. Έως τα τέλη του 6ου αι. είχαν καταλάβει τα εδάφη της σημερινής Τοσκάνης και Λομβαρδίας, τα οποία αποτέλεσαν το Λογγοβαρδικό Βασίλειο. Αργότερα ομάδες Λογγοβάρδων κατέλαβαν το Μπενεβέντο και το Σπολέτο, όπου ίδρυσαν ανεξάρτητα δουκάτα. Το 751 κατέλαβαν τη Ραβέννα και κατέλυσαν τη βυζαντινή εξουσία στο βόρειο και κεντρικό τμήμα της Ιταλίας. Το 773-774 το κράτος τους καταλύθηκε από τον Φράγκο βασιλιά Καρλομάγνο και οι Λογγοβάρδοι σταδιακά αφομοιώθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό.) άρχισαν την κατάκτηση της βυζαντινής Ιταλίας. Στις αρχές του 7ου αι. το Βυζάντιο έχασε και τις βάσεις του στην Ισπανία, ενώ οι εισβολές των Αβάρων (Ένωση τουρκόφωνων νομαδικών φύλων μογγολικής καταγωγής που κατοικούσαν στην Κεντρική Ασία. Μνημονεύονται για πρώτη φορά στα μέσα του 5ου αι. μ.Χ. Στα μέσα του 6ου εισέβαλαν στις στέππες των δυτικών περιοχών της Κασπίας και αργότερα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Κάτω Δούναβη. Από εκεί ήλθαν σε διπλωματικές επαφές με το Βυζάντιο το 558. Το 567, από κοινού με τους Λογγοβάρδους, κατέλυσαν το κράτος των Γεπίδων και το 568 εξεδίωξαν τους Λογγοβάρδους και εγκαταστάθηκαν στην Παννονία. Έως τα τέλη του 6ου αι. επεξέτειναν την κυριαρχία τους στη Δαλματία, την Ιλλυρία, τη Μοισία και τα σλαβικά φύλα της περιοχής, ενώ παράλληλα διενεργούσαν επιδρομές στα εδάφη των Βυζαντινών, των Φράγκων, των Λογγοβάρδων και των λαών του Καυκάσου. Το 626 πολιόρκησαν ανεπιτυχώς την Κωνσταντινούπολη. Σταδιακά η δύναμή τους άρχισε να εξασθενίζει λόγω των εσωτερικών διενέξεων και της αντίστασης των γειτονικών λαών. Στα μέσα του 7ου αι. εκδιώχθηκαν από τις βόρειες περιοχές της Μαύρης Θάλασσας και το 680 η εξουσία τους στην Παννονία περιορίστηκε από την ίδρυση του Βουλγαρικού Κράτους. Το 791 συνετρίβησαν από τον Φράγκο βασιλιά Καρλομάγνο και το 796 το μεγαλύτερο μέρος της χώρας τους κατελήφθη από τους Φράγκους. Έως τον 9ο αι. οι Άβαροι είχαν αφομοιωθεί ολοκληρωτικά από τους λαούς των περιοχών της Μαύρης Θάλασσας και του Δούναβη.) και των Σλάβων (Αρχαίος λαός ινδοευρωπαϊκής καταγωγής, οποίος σήμερα κατοικεί κυρίως στην Ανατολική Ευρώπη και σε τμήμα της Κεντρικής Ευρώπης και των Βαλκανίων. Αρχικά κατοικούσαν μεταξύ των ποταμών Βιστούλα και Δνείπερου. Οι πρώτες μαρτυρίες για τους προγόνους των σλαβικών λαών προέρχονται από τον Ηρόδοτο και Ρωμαίους συγγραφείς. Αν και ήταν πολυπληθείς, δεν μπόρεσαν να σχηματίσουν ισχυρό κράτος και ζούσαν κατά φυλές, με μόνους κοινούς δεσμούς τη γλώσσα και τα ήθη και έθιμα. Στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. υποτάχθηκαν στους Ούννους και τον 6ο αι. στους Αβάρους. Τον 7ο αι. ένα μέρος των Σλάβων εγκαταστάθηκε στη Βαλκανική, ενώ ήδη είχαν επεκταθεί προς τα δυτικά και τα βόρεια. Την εποχή εκείνη δημιουργήθηκαν και τα πρώτα σλαβικά κράτη. Στους σλαβικούς και σλαβόφωνους λαούς ανήκουν σήμερα οι Ρώσοι, οι Ουκρανοί, οι Λευκορώσοι, οι Τσέχοι, οι Σλοβάκοι, οι Πολωνοί, οι Σέρβοι, οι Κροάτες, οι Σλοβένοι και οι Βούλγαροι.) στη Χερσόνησο του Αίμου διέκοψαν τις χερσαίες επικοινωνίες με τη Δύση. Το κέντρο του δυτικού κόσμου μετατοπίσθηκε από την κατεστραμμένη Ιταλία στο Φραγκικό Κράτος. Έτσι ο Ιουστινιανός, που επιδίωκε να καταλύσει τη γερμανική κυριαρχία στη Δύση, κατέλυσε μόνο την αυτοτελή πολιτική παράδοση της Δυτικής Ρώμης που προστάτευε ο Θεοδώριχος. Στην εδραίωση των βασιλείων των Βησιγότθων (508-711) και των Λογγοβάρδων (568-774) συνέβαλε πολύ η μεταστροφή τους στην επίσημη εκδοχή του Χριστιανισμού. Αυτή διευκόλυνε την ανάμειξη Ρωμαίων και Γερμανών και συνέβαλε στην εθνογένεση του ισπανικού και του ιταλικού λαού σε μεταγενέστερους αιώνες. Οι Ορθόδοξοι χριστιανοί ηγεμόνες της φραγκικής Γαλατίας, της βησιγοτθικής Ισπανίας και της λογγοβαρδικής Ιταλίας συγκρίνονται με τον Μέγα Κωνσταντίνο και επιχειρούν να μιμηθούν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (imitatio imperii), δεν αποδέχονται όμως στην πράξη τη ρωμαϊκή θεωρία της «οικογένειας των ηγεμόνων» και την εξάρτησή τους από τον Ρωμαίο (δηλαδή τον Βυζαντινό) αυτοκράτορα. Η τάση για διαμόρφωση σχέσεων ισοτιμίας με το πανίσχυρο Βυζαντινό Κράτος χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τη φραγκική δυναστεία των Μεροβιγγείων, που εγκαινιάζει μια νέα φάση αλληλεπίδρασης μεταξύ Γερμανών, Χριστιανοσύνης και ρωμαϊκής παράδοσης.

Η Μετανάστευση των Φράγκων

Οι Φράγκοι Σάλιοι (Τμήμα του αρχαίου γερμανικού φύλου των Φράγκων. Τον 3ο αι. μ.Χ. ήταν εγκατεστημένοι στην περιοχή του ποταμού Άισελ. Στις αρχές του 4ου αι. ο Κωνστάντιος Χλωρός τους εγκατέστησε στη «Νήσο των Βαταυών», μεταξύ των ποταμών Λεκ και Βαάλ. Τον 5ο αι. κατέλαβαν τη Βελγική και, αργότερα, τη Γαλατία, όπου ίδρυσαν το Φραγκικό Βασίλειο υπό τη δυναστεία των Μεροβιγγείων και σταδιακά αφομοιώθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό.) και Ριπουάριοι (Τμήμα του αρχαίου γερμανικού φύλου των Φράγκων. Τον 3ο αι. μ.Χ. ήταν εγκατεστημένοι στη δεξιά όχθη του Ρήνου. Τον 4ο αι. απωθήθηκαν από τον Ιουλιανό και τον 5ο αι. από τον Αέτιο. Μετά το 454 εγκαταστάθηκαν στην κοιλάδα του ποταμού Μοζέλα. Τον 6ο - 7ο αι. εποίκησαν τα εδάφη της αριστερής όχθης του Ρήνου, τα οποία είχαν εγκαταλείψει οι Σάλιοι Φράγκοι. Εκχριστιανίστηκαν στις αρχές του 8ου αι.), οι οποίοι στα μέσα του 4ου αι. είχαν εγκατασταθεί στο σύνορο του Ρήνου, άρχισαν βαθμιαία να επεκτείνονται νοτιοδυτικά και στα μέσα του 5ου αι. έφθασαν στην περιοχή του ποταμού Σομ (Somme). Με τη βοήθειά τους οι Ρωμαίοι εμπόδισαν τους Βησιγότθους να περάσουν τον Λείγηρα (Loire). Ο ανταγωνισμός των Φράγκων με τους Βησιγότθους συνέβαλε στην ίδρυση ενός αυτοτελούς ρωμαϊκού κρατιδίου στη Βόρεια Γαλατία με κέντρο τη Σουασσόν (Soissons) που είναι γνωστό ως κράτος του Συαγρίου. Οι αρχικά φιλικές σχέσεις μεταξύ Φράγκων και ρωμανικού πληθυσμού δεν άργησαν να γίνουν εχθρικές και να κλιμακωθούν σε πολεμική σύγκρουση. Ο Φράγκος βασιλιάς Χλωδοβίκος (482-511) συνέτριψε τις δυνάμεις του Συαγρίου και κατέλυσε το κράτος του (486-487).
Όταν τις άρχηι εαυτού, τότε νομιζέτω και των υπηκόων άρχειν αληθώς. Πατριάρχης Φώτιος
Όλβιος όστις Ιστορίης Έσχε Μάθησιν Ευριπίδης
User avatar
Iwn Ioustinos
 
Posts: 54
Joined: Tue Nov 22, 2011 1:43 pm
Location: ΑΘΗΝΑΙ

Re: Επερχόμενα και προφητείες

Unread postby grypas » Wed May 30, 2012 1:18 pm

Διαβαζα στο onalert το αφιερωμα σχετικα με την Αλωσης και διαβασα επισης και τα σχολια των αναγνωστων. Κανω copy-paste ενα σχολιο αναγνωστη που μου εκανε εντυπωση και μαλιστα συμφωνω στο μεγαλυτερο μερος του αν οχι σε ολοκληρο (μιας και δεν ειμαι σιγουρος για πολαλ σημεια). ΕΙναι εξαιρετικα ενδιαφερον.

Ως προς την ιστορική εποχή του Μωάμεθ του Β΄του Πορθητή, να αναφέρω ότι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν καθολικός ως προς το Χριστιανικό Δόγμα και όχι Ορθόδοξος. Πολλοί λένε ότι αν οι τελευταίοι Παλαιολόγοι πράγματι απέκρουαν επιτυχώς τους Οθωμανούς και δημιουργούσαν ένα εύλογο κράτος γύρω από το Αιγαίο, από την Κωνσταντινούπολη και τη Θράκη μέχρι την Πελοπόννησο και την Κρήτη, τότε οι σημερινοί Έλληνες θα ήταν όλοι καθολικοί ως προς το Δόγμα και θα είχαμε ίσως και μερικό εξιταλισμό όπως οι Έλληνες Ορθόδοξοι της Κάτω Ιταλίας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μισοί υπερασπιστές της Βασιλεύουσας ήταν δυτικοί καθολικοί και δη Γενουάτες και Βενετσιάνοι. Η παραϊστορία την οποία όμως προσωπικά αμφισβητώ ορίζει ότι ο Μωάμεθ ήταν κρυφοχριστιανός λόγω της Χριστιανής μητέρας του και ότι υπήρχε μια κάποια συνεννόηση με τους ανθενωτικούς. Η δυναστεία των Παλαιολόγων θεωρείται για τους Έλληνες ελευθεροτέκτονες, κοινώς μασόνους, η μόνη συμπαθής Βυζαντινή δυναστεία καθώς προσκύνησε στον Πάπα και τους δυτικούς θεσμούς, ενώ μετά την Άλωση πολλοί συγγενείς του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου κατέφυγαν στη Δύση και μάλιστα υπήρξε και συγγενής του που έγινε μέλος των πρωτο-Μασόνων Ιωαννιτών Ιπποτών της Μάλτας. Παραφράζοντας γνωστό σύγγραμμα ιστορικού στελέχους της Αριστεράς με τίτλο "Ευτυχώς ηττηθήκαμε", θα έλεγα ότι αν η Πόλη δεν είχε αλωθεί ο καθολικισμός θα είχε εδραιωθεί τουλάχιστον στη Νότια Βαλκανική και όλοι οι Έλληνες θα είχαμε την τύχη των Ελλήνων της Σύρου, όπου αν και Έλληνες στην καταγωγή είναι ωστόσο Καθολικοί στο Δόγμα.(Σε αντιδιαστολή με τους Καθολικούς της Τήνου που είναι Ιταλικής καταγωγής). Για ένα στρατηγικό αναλυτή και ιστορικό οι τελευταίοι Παλαιολόγοι ήταν αποτυχημένοι αυτοκράτορες, ωστόσο η κατεστημένη νεοελληνική φιλοδυτική άρχουσα τάξη του τόπου μας φρόντισε να εξυψώσει αυτούς που πρόδωσαν την Ορθοδοξία και απέτυχαν οικτρά στο πεδίο της μάχης. Στη νεότερη Ελληνική ιστορία, μετεπαναστατικά, οι Δυτικοί φρόντισαν ο Οθωμανός Σουλτάνος να αντικατασταθεί άμεσα με Δυτικούς δυνάστες, αρχικά με ένα Βαυαρό πρίγκηπα και εν συνεχεία με ένα Δανό βασιλέα. Παράλληλα φρόντισαν ποτέ ο νέος Ελληνισμός να μην προσεγγίσει τα σύνορα του Βυζαντίου και της Μακεδονικής δυναστείας των Ελληνιστικών χρόνων. Έτσι η Μικρά Ασία, ο Πόντος ,το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης, τα νησιά της Προποντίδας, η Ανατολική Ρωμυλία, η Αντιόχεια και η Αλεξάνδρεια,η Βάρνα και η Κριμμέα, η Βόρειος Ήπειρος, η Πελαγονία, η Κύπρος και η Καππαδοκία έμειναν εκτός του εθνικού κορμού και ο Ελληνισμός έσβησε σταδιακά στα παραπάνω εδάφη. Ουτοτρόπως, οι Έλληνες αυτοπαγιδεύτηκαν για πρώτη φορά στην ιστορία τους στη νότια Βαλκανική και η Δύση εξασφάλισε το μονοπώλιο στα Ελληνικά ζητήματα. Αφού εκδιώχθηκε η βασιλεία από την Ελλάδα, ο θεσμός της ΕΟΚ και αργότερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήρθαν ως δικλείδες ασφαλείας να επιβεβαιώσουν την πρόσδεση του Ελληνικού έθνους και πάλι στη Δύση. Σήμερα εν έτει 2012 ,μετά από 2 αιώνες σχεδόν, οι ιδέες του Δυτικού Πολιτισμού αμφισβητούνται στην Ελλάδα μέσα από την αμφισβήτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του καπιταλιστικού συστήματος. Γι'αυτό και οι Έλληνες εγκαταλείπουν τις παραδοσιακές επιλογές του Συστήματος και στρέφονται σε κόμματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, η Χρυσή Αυγή και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες που είναι η ιστορική συνέχεια των ανθενωτικών του 1453. Προσωπική μου άποψη είναι ότι τώρα πρέπει να ακολουθήσουμε τους σύγχρονους ανθενωτικούς διαφορετικά η Δύση θα μας καταπιεί αυτή τη φορά για πάντα μέσα από το νέο θεσμό των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης που στο βάθος της Κρίσης θα αποτελέσει τη Σωτηρία των χρεοκοπημένων του Νότου. Το ευρωομόλογο για το οποίο όλοι μιλάνε είναι προπομπός των ανερχόμενων Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης που θα εξασφαλίσουν την απόλυτη οικονομική ένωση των κρατών μελών και μια πρωτοφανή πολιτική ενοποίηση. Άλλωστε και οι φωτισμένες προφητείες των Πατέρων της Εκκλησίας μας χαρακτηρίζουν την φιλοδυτική περίοδο παρακμής του Ελληνισμού μετά το 1832 και την ύποπτη δολοφονία του Καποδίστρια ως "Ψευτορωμαίικο". Οψόμεθα...
User avatar
grypas
 
Posts: 1485
Joined: Wed Nov 16, 2011 11:42 am
Location: Στο μεγάλο "χωνευτήρι"...

Re: Επερχόμενα και προφητείες

Unread postby Αριστοτέλης » Wed May 30, 2012 3:01 pm

grypas wrote:Διαβαζα στο onalert το αφιερωμα σχετικα με την Αλωσης και διαβασα επισης και τα σχολια των αναγνωστων. Κανω copy-paste ενα σχολιο αναγνωστη που μου εκανε εντυπωση και μαλιστα συμφωνω στο μεγαλυτερο μερος του αν οχι σε ολοκληρο (μιας και δεν ειμαι σιγουρος για πολαλ σημεια). ΕΙναι εξαιρετικα ενδιαφερον.

Ως προς την ιστορική εποχή του Μωάμεθ του Β΄του Πορθητή, να αναφέρω ότι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν καθολικός ως προς το Χριστιανικό Δόγμα και όχι Ορθόδοξος. Πολλοί λένε ότι αν οι τελευταίοι Παλαιολόγοι πράγματι απέκρουαν επιτυχώς τους Οθωμανούς και δημιουργούσαν ένα εύλογο κράτος γύρω από το Αιγαίο, από την Κωνσταντινούπολη και τη Θράκη μέχρι την Πελοπόννησο και την Κρήτη, τότε οι σημερινοί Έλληνες θα ήταν όλοι καθολικοί ως προς το Δόγμα και θα είχαμε ίσως και μερικό εξιταλισμό όπως οι Έλληνες Ορθόδοξοι της Κάτω Ιταλίας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μισοί υπερασπιστές της Βασιλεύουσας ήταν δυτικοί καθολικοί και δη Γενουάτες και Βενετσιάνοι. Η παραϊστορία την οποία όμως προσωπικά αμφισβητώ ορίζει ότι ο Μωάμεθ ήταν κρυφοχριστιανός λόγω της Χριστιανής μητέρας του και ότι υπήρχε μια κάποια συνεννόηση με τους ανθενωτικούς. Η δυναστεία των Παλαιολόγων θεωρείται για τους Έλληνες ελευθεροτέκτονες, κοινώς μασόνους, η μόνη συμπαθής Βυζαντινή δυναστεία καθώς προσκύνησε στον Πάπα και τους δυτικούς θεσμούς, ενώ μετά την Άλωση πολλοί συγγενείς του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου κατέφυγαν στη Δύση και μάλιστα υπήρξε και συγγενής του που έγινε μέλος των πρωτο-Μασόνων Ιωαννιτών Ιπποτών της Μάλτας. Παραφράζοντας γνωστό σύγγραμμα ιστορικού στελέχους της Αριστεράς με τίτλο "Ευτυχώς ηττηθήκαμε", θα έλεγα ότι αν η Πόλη δεν είχε αλωθεί ο καθολικισμός θα είχε εδραιωθεί τουλάχιστον στη Νότια Βαλκανική και όλοι οι Έλληνες θα είχαμε την τύχη των Ελλήνων της Σύρου, όπου αν και Έλληνες στην καταγωγή είναι ωστόσο Καθολικοί στο Δόγμα.(Σε αντιδιαστολή με τους Καθολικούς της Τήνου που είναι Ιταλικής καταγωγής). Για ένα στρατηγικό αναλυτή και ιστορικό οι τελευταίοι Παλαιολόγοι ήταν αποτυχημένοι αυτοκράτορες, ωστόσο η κατεστημένη νεοελληνική φιλοδυτική άρχουσα τάξη του τόπου μας φρόντισε να εξυψώσει αυτούς που πρόδωσαν την Ορθοδοξία και απέτυχαν οικτρά στο πεδίο της μάχης. Στη νεότερη Ελληνική ιστορία, μετεπαναστατικά, οι Δυτικοί φρόντισαν ο Οθωμανός Σουλτάνος να αντικατασταθεί άμεσα με Δυτικούς δυνάστες, αρχικά με ένα Βαυαρό πρίγκηπα και εν συνεχεία με ένα Δανό βασιλέα. Παράλληλα φρόντισαν ποτέ ο νέος Ελληνισμός να μην προσεγγίσει τα σύνορα του Βυζαντίου και της Μακεδονικής δυναστείας των Ελληνιστικών χρόνων. Έτσι η Μικρά Ασία, ο Πόντος ,το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης, τα νησιά της Προποντίδας, η Ανατολική Ρωμυλία, η Αντιόχεια και η Αλεξάνδρεια,η Βάρνα και η Κριμμέα, η Βόρειος Ήπειρος, η Πελαγονία, η Κύπρος και η Καππαδοκία έμειναν εκτός του εθνικού κορμού και ο Ελληνισμός έσβησε σταδιακά στα παραπάνω εδάφη. Ουτοτρόπως, οι Έλληνες αυτοπαγιδεύτηκαν για πρώτη φορά στην ιστορία τους στη νότια Βαλκανική και η Δύση εξασφάλισε το μονοπώλιο στα Ελληνικά ζητήματα. Αφού εκδιώχθηκε η βασιλεία από την Ελλάδα, ο θεσμός της ΕΟΚ και αργότερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήρθαν ως δικλείδες ασφαλείας να επιβεβαιώσουν την πρόσδεση του Ελληνικού έθνους και πάλι στη Δύση. Σήμερα εν έτει 2012 ,μετά από 2 αιώνες σχεδόν, οι ιδέες του Δυτικού Πολιτισμού αμφισβητούνται στην Ελλάδα μέσα από την αμφισβήτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του καπιταλιστικού συστήματος. Γι'αυτό και οι Έλληνες εγκαταλείπουν τις παραδοσιακές επιλογές του Συστήματος και στρέφονται σε κόμματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, η Χρυσή Αυγή και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες που είναι η ιστορική συνέχεια των ανθενωτικών του 1453. Προσωπική μου άποψη είναι ότι τώρα πρέπει να ακολουθήσουμε τους σύγχρονους ανθενωτικούς διαφορετικά η Δύση θα μας καταπιεί αυτή τη φορά για πάντα μέσα από το νέο θεσμό των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης που στο βάθος της Κρίσης θα αποτελέσει τη Σωτηρία των χρεοκοπημένων του Νότου. Το ευρωομόλογο για το οποίο όλοι μιλάνε είναι προπομπός των ανερχόμενων Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης που θα εξασφαλίσουν την απόλυτη οικονομική ένωση των κρατών μελών και μια πρωτοφανή πολιτική ενοποίηση. Άλλωστε και οι φωτισμένες προφητείες των Πατέρων της Εκκλησίας μας χαρακτηρίζουν την φιλοδυτική περίοδο παρακμής του Ελληνισμού μετά το 1832 και την ύποπτη δολοφονία του Καποδίστρια ως "Ψευτορωμαίικο". Οψόμεθα...


Το μόνο που μπορώ να πω για τον Παλαιολόγο είναι ότι επιδίωξε την ένωση των εκκλησιών για πολιτικούς λόγους. Η οποία τυπικά είχε επιτευχθεί με τον προκατοχό του, αλλά ο λαός δεν το είχε δεχθεί, άρα ουσιαστικά ένωση δεν υπήρξε.

Πρώτη φορά ακούω ότι ο Παλαιολόγος ήταν καθολικός, Ουνίτης ναι. Μετά με την πάροδο των χρόνων οι ουνίτες έγιναν καθολικοί με ράσα ορθοδόξων.

Αυτοί λοιπόν που ονομάζονται Ουνίτες είναι αποτέλεσμα εκείνων των προσπαθειών των Παλαιολόγων να γίνει η ένωση για να καρπωθούν την ενίσχυση της Δύσης.

Φυσικά όπως τώρα, έτσι και τότε η Δύση είχε προαποφασήσει την διάλυση του πεθαμένου Ρωμαίικου κράτους.
User avatar
Αριστοτέλης
 
Posts: 714
Joined: Wed Nov 16, 2011 12:58 am

Next

Return to ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 1 guest