ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΝΕΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

...για να θυμούνται οι παλαιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι... πορεία και προσφορά του Έθνους μας στο μονοπάτι της Ιστορίας...

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΝΕΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Unread postby marjory » Tue Nov 15, 2011 2:31 pm

από Iwn-Ioustinos την Κυρ Οκτ 17, 2010 2:09 pm


ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΙΣΣΙΝΓΚΕΡ- Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ

Ο υπόγειος πόλεμος του Χένρι Κίσιντζερ εναντίον του Μακάριου, έφτασε στο αποκορύφωμά του στις αρχές του 1974. Παρά το γεγονός ότι ο Αρχιεπίσκοπος γενικά ήταν συνεργάσιμος και δεν δημιουργούσε προβλήματα στον Αμερικανό υπουργό, εν τούτοις ο Κίσιντζερ συνέχιζε να μην τον αντέχει. Και εφεύρισκε «επιχειρήματα», που δεν στηρίζονταν σε γεγονότα και δεδομένα, για να διατηρεί ζωντανή την απέχθειά του για τον πρόεδρο της Κύπρου.

Στο βιβλίο «Τα Μυστικά Αρχεία του Κίσιντζερ-Η Απόφαση για τη Διχοτόμηση» των δημοσιογράφων Μιχάλη Ιγνατίου και Κώστα Βενιζέλου (Εκδόσεις ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ-Λιβάνης) περιγράφονται οι σχεδιασμοί του υπουργού Εξωτερικών εναντίον της Κύπρου, και αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας, πλέον, αυτό που πίστευαν όλοι οι Ελληνες από το 1974: ότι το έγκλημα εναντίον του νησιού σχεδιάστηκε στην Ουάσιγκτον και υλοποιήθηκε από τη CΙΑ με τη βοήθεια του αόρατου δικτάτορα, Δημήτριου Ιωαννίδη. Η Ημερησία δημοσιεύει σήμερα ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:

Η τετραετία, από την απόπειρα εναντίον του Μακάριου και τη δολοφονία του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη, μέχρι το πραξικόπημα και την εισβολή, ήταν βαμμένη με αίμα. Ο εμφύλιος ήταν στο αποκορύφωμά του. Και η Κύπρος βρισκόταν συχνά στο μάτι του κυκλώνα. Ενας Αμερικανός αξιωματούχος, που απέδειξε με τις πράξεις τους ότι αγάπησε γνήσια την Κύπρο, παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα από το γραφείο του στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Ηταν ο Τόμας Μπόγιατ, διευθυντής του «Γραφείου Κύπρου» από τις αρχές του 1972, μια πραγματικά κρίσιμη εποχή για το νησί. Τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς, είχε σχεδιαστεί το πρώτο πραξικόπημα εναντίον του Μακάριου, που απέτρεψε ο ίδιος ο πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον, αμέσως μετά την ενημέρωση που έτυχε από τον Αμερικανό πρέσβη, Ντέιβιντ Πόπερ. Προηγουμένως, και για τρία χρόνια, από το 1967 μέχρι το 1970, ο Μπόγιατ είχε υπηρετήσει στην αμερικανική πρεσβεία της Λευκωσίας ως πολιτικός σύμβουλος. Μετά την επιστροφή του στην Ουάσιγκτον, δεν έπαψε να ενδιαφέρεται και να ανησυχεί.

Ο αριστοκράτης πράκτορας

Την ίδια εποχή, δρούσε στη κυπριακή πρωτεύουσα, ο Ερικ Νεφ, σταθμάρχης της CΙΑ στη Μέση Ανατολή. Είχε έδρα τη Λευκωσία, αλλά ταξίδευε πολύ συχνά σε χώρες της περιοχής. Συνήθιζε να περνά τα βράδια του στο μπαρ του ξενοδοχείου «Χίλτον». Ο Μπόγιατ, ήταν ένας κλασικός διπλωμάτης, που τον χαρακτήριζε η σοβαρότητα. Πάνω απ’ όλα, ήταν ένας διπλωμάτης με αισθήματα. Ο Νεφ, από την άλλη πλευρά, ήταν γεννημένος προβοκάτορας, ήταν είρωνας, και είχε αρρωστημένο πάθος για το κουτσομπολιό, που ανέδειξε σε επιστήμη. Ενδιαφερόταν για τα εσωτερικά πολιτικά πράγματα του νησιού και είχε τον τρόπο να πληροφορείται ακόμα και «το χρώμα του παπλώματος που χρησιμοποιούσε για να σκεπαστεί ο Μακάριος», όπως έγραψε σε μια αναφορά του. Μισούσε τους κομουνιστές και πίστευε ότι ο Αρχιεπίσκοπος εργαζόταν για τους Σοβιετικούς. Διέμενε σε σπίτι Ελληνοκύπριου γιατρού στη Λευκωσία, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά, η οποία προκλήθηκε από άγνωστη αιτία. Μετά το επεισόδιο αυτό, μετακόμισε στο κτίριο της αμερικανικής πρεσβείας.

Ο περιβόητος αριστοκράτης κατάσκοπος, όπως αυτοχαρακτηριζόταν, εξεδιώχθη κατόπιν παράκλησης του Μακαρίου προς τον Αμερικανό φίλο του, Τέιλορ Μπέλτσερ, που διετέλεσε πρέσβης στη Λευκωσία τα πρώτα δύσκολα χρόνια της νεογέννητης Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Μπέλτσερ έπεισε τους προϊσταμένους του Νεφ, ότι με τη δράση του προκαλεί ζημία στα συμφέροντα των ΗΠΑ στην Κύπρο.

Στο προσωπικό ημερολόγιο της Νίτσας Χριστοδούλου, ιδιαιτέρας του Μακάριου, και με αφορμή την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του Αρχιεπισκόπου, τον Μάρτιο του 1970, γίνεται αναφορά και στον Νεφ. Η κ. Χριστοδούλου τον εμπλέκει με τους παραλίγο δολοφόνους του Μακάριου και τον Ελληνα συνταγματάρχη των καταδρομών, Δημήτρη Παπαποστόλου, που ήταν ο εγκέφαλος της απόπειρας δολοφονίας.

Στις 5 Ιουνίου 1970, σημειώνονται στο ημερολόγιο, καθ’ υπαγόρευση του Μακαρίου, ανάμεσα στα άλλα, και τα εξής: («Μακάριος Ενα προσωπικό ημερολόγιο») «Κατ’άλλας πληροφορίας που είχε ο Μακάριος, ο Νεφ της Αμερικανικής Υπηρεσιας Πληροφοριών διαθέτει δυσμενώς κατά του Μ. τα πνεύματα. Ο Μ. ανέφερε τούτο εις τον πρώην πρέσβυν της Αμερικής στην Κύπρο Τ. Μπέλτσερ, ο οποίος έδειξε έκπληξιν και ανέλαβε να του κάμει παρατήρησιν. Μέλη της πρεσβείας στην Κύπρο ειδοποιήθησαν να είναι έτοιμα ανά πάσαν στιγμήν δι’ αναχώρησιν. Συμπέρασμα: Η Αμερική οπωσδήποτε αναμεμειγμένη. Ο αγών πολυμέτωπος».

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ο Νεφ, που είχε ξεκάθαρες ιδέες για την Κύπρο και υποστήριζε τη διχοτόμησή της και την ένταξη της στο ΝΑΤΟ, εκδικήθηκε αυτούς που τον κυνήγησαν από τη Λευκωσία. Σήμερα ζει στην Ουάσιγκτον. Δεν έχει μιλήσει ποτέ μέχρι τώρα για τη δράση του στο νησί, ούτε για τις σχέσεις του με τον Ιωαννίδη και την πολιτική πτέρυγα της ΕΟΚΑ Β. Από το 1974 και μετά, οι διπλωμάτες που τον γνώριζαν, τον θεωρούσαν «εξαφανισμένο». Είχε αποσυρθεί από τα «ελληνικά πράγματα» και σιγά-σιγά συνταξιοδοτήθηκε από τη CΙΑ. Ουδείς γνωρίζει πού υπηρέτησε μετά τη φυγή του από την Κύπρο. Οι μόνοι γνωστοί σταθμοί της πολυτάραχης καριέρας του, όπου και … «διέπρεψε», ήταν η Καμπούλ μέχρι το 1967 και αργότερα η Λευκωσία. Πιστεύεται ότι υπηρέτησε αρκετά χρόνια και στη Σαϊγκόν. Στην προσπάθεια μας να του δώσουμε την ευκαιρία να αμυνθεί στις κατηγορίες που εκτοξεύονται εναντίον του, και τον θέλουν σχεδιαστή του πραξικοπήματος με τον Ελληνο-αμερικανό Πίτερ Κορομηλά, επικοινωνήσαμε μαζί του. Ο Αμερικανός πράκτορας, με ευγένεια μας ανακοίνωσε ότι η απόφασή του να μην τοποθετηθεί, όχι μόνο δεν έχει αλλάξει, αλλά είναι πλέον οριστική.

Ο ρόλος του Τόμας Μπόγιατ

Σε αντίθεση με τον σταθμάρχη της CΙΑ, ο Μπόγιατ, είχε αρχές, και πίστευε στη Δημοκρατία. Αρχισε την καριέρα του από τη λάβα της Χιλής. Το 1972, βρέθηκε στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, σε μια περίοδο συγκρούσεων και προστριβών μεταξύ αυτών που αρέσκονταν να αποκαλούνται «ηθικοί» και όσων μετακόμισαν μαζί με τον Χένρι Κίσιγκερ από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου. Ηταν οι «πραγματιστές», που καθοδηγούνταν σ’ όλες τους τις κινήσεις από το στρατηγικό συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών και δεν είχαν πρόβλημα να παραδεχθούν ότι δεν υπάρχει ηθική στη πολιτική.

Ο Μπόγιατ πίστευε πάντα ότι η εξωτερική πολιτική, την οποία προσδιόριζε ο Κίσιγκερ, «υπέφερε από έλλειψη ηθικής». Μετά την τραγωδία, και χρησιμοποιώντας μια δήλωση του υπουργού των Εξωτερικών -ήταν μία απάντηση σε ερώτηση που αφορούσε την ηθική της εξωτερικής πολιτικής- ο Μπογιατ είχε δηλώσει: «Ο υπουργός είπε ότι «ο λαός των Ηνωμένων Πολιτειών δεν θα ανεχθεί για πολύ καιρό μια εξωτερική πολιτική που ξεφεύγει από κάθε ηθικό παράγοντα». Και νομίζω, τόνισε ο Μπόγιατ, ότι ο υπουργός έχει απόλυτο δίκιο. Θα έλεγα ότι η Κύπρος, κατά τη γνώμη μου, είναι μια πολύ καλή ευκαιρία, για να επαναφέρουμε αυτή τη διάσταση στην αμερικανική εξωτερική πολιτική».

Ο Μπόγιατ, συνταξιούχος διπλωμάτης σήμερα, περνά αρκετές ώρες στο κτίριο που στεγάζει τον σύλλογο των συνταξιούχων πρέσβεων, δύο τετράγωνα από τον Λευκό Οίκο. Δεν πρόδωσε ποτέ τις αρχές του, και φροντίζει, πάντα με προσοχή, να ξεχωρίζει τη δική του θητεία και την εργασία των συναδέλφων του από τα πέτρινα χρόνια της «αυτοκρατορίας» του Κίσιγκερ στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, όταν για πρώτη φορά στην ιστορία, οι πράκτορες της CΙΑ ονομάστηκαν επίσημα διπλωμάτες, και ασκούσαν εξωτερική πολιτική. Δεν έκρυψε ποτέ την αντιπάθειά του για τον τότε υπουργό των Εξωτερικών, αλλά επιμένει να αφήνει ανοικτό το παράθυρο της «αθωότητάς» του για την τραγωδία της Κύπρου. «Ηταν αλλάζων, ήταν υπερόπτης και δεν δεχόταν συμβουλές», λέει τώρα ο διευθυντής του «Γραφείου Κύπρου». Αλλά, όσο προχωρεί τον συλλογισμό του, τόσο περισσότερο επιβεβαιώνει τους φόβους του συνομιλητή του: «Είναι γεγονός ότι δεν συμπαθούσε καθόλου τον Μακάριο», δηλώνει ο Μπόγιατ. (Συνέντευξη του πρέσβη Τόμας Μπόγιατ στους συγγραφείς).

Στους διπλωματικούς υπαλλήλους του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο Κίσιγκερ, αντιπροσώπευε τον φόβο και τον τρόμο. Οχι τόσο για τον Μπόγιατ, αν και δεν αποκάλυψε ποτέ το αρχικό σημείωμά του, με το οποίο προειδοποιούσε όχι μόνο για το πραξικόπημα και για την εισβολή που ακολούθησε, αλλά και για τον (πιθανό) ελληνοτουρκικό πόλεμο (που αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή), όπως και για τον κίνδυνο να μπει «σφήνα» στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ η Σοβιετική Ενωση, αν και οι ηγέτες της είχαν υποσχεθεί στον Κίσιγκερ ότι δεν θα εκμεταλλευθούν τη «μεγάλη ευκαιρία», όπως χαρακτήρισε ο Αντρέι Γκρομίκο τη κρίση του Ιουλίου, σε συνομιλία του με τον Αμερικανό ομόλογό του. Είκοσι επτά χρόνια μετά το πραξικόπημα, αυτό καθ’ αυτό το πολυσέλιδο μνημόνιο του Μπόγιατ, που εστάλη στο γραφείο του Κίσιγκερ τον Μάιο του 1974, παραμένει απόρρητο, όπως και ένα σημαντικό έγγραφο του Τζόζεφ Σίσκο -το έστειλε στον Κίσιγκερ τη δεύτερη εβδομάδα Μαΐου.

Ο Σίσκο άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά στη Λευκωσία, λόγω της επιμονής του Μπόγιατ να μεταφερθεί στον Ιωαννίδη, η αμερικανική άρνηση στο πραξικόπημα εναντίον του Μακάριου. Κάτι που δεν συνέβη ποτέ.

Ο Μπόγιατ γνώριζε ότι τις αποφάσεις λάμβανε ένα μόνο κέντρο, αυτό που έλεγχε ο Δημήτριος Ιωαννίδης, ο οποίος -για τον διευθυντή του «Γραφείου Κύπρου»- ήταν «παρανοϊκός και άκρως επικίνδυνος». (Προσωπικό σημείωμα του Τόμας Μπόγιατ στον Τζόζεφ Σίσκο). Συζητώντας με τους συναδέλφους του στο «Γραφείο Νότιας Ευρώπης», ο Μπόγιατ υπογράμμιζε, και είχε αποδείξεις για να στηρίξει τη θέση του, ότι η στρατιωτική χούντα, η αόρατη ελληνική κυβέρνηση, όπως τη χαρακτήριζε, έδωσε οδηγίες στους Ελληνες αξιωματικούς, που υπηρετούσαν στην Κύπρο, να ανατρέψουν τον Μακάριο σε συνεργασία με φιλοχουντικά στελέχη της ΕΟΚΑ Β και να υποστηρίξουν δήθεν την ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Σ’ ένα σημείωμά του, ο Αμερικανός αξιωματούχος υποστήριζε ακόμα ότι η Ουάσιγκτον δεν πρέπει να δίνει καμία σημασία στις ανακοινώσεις του υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας, τις οποίες θεωρούσε παραπλανητικές.

Η ειρωνεία είναι ότι τις ίδιες μέρες που ο Ιωαννίδης ηγείτο της συνωμοσίας εναντίον του Μακάριου, με εντολή του, το ελληνικό υπουργείο των Εξωτερικών ανακοίνωσε ότι υποστήριζε «τις διακοινοτικές συνομιλίες, την ειρηνική επίλυση του Κυπριακού σε συνεργασία με τη Λευκωσία και την Αγκυρα και βέβαια αντίθετο στη βία (που εκπορευόταν από την ΕΟΚΑ Β) και την αντιβία (του Εφεδρικού Σώματος που είχε συγκροτήσει ο Μακάριος για να αντιμετωπίσει την ΕΟΚΑ Β)»…

http://www.strategyreport.gr/

http://lalei-kairia.blogspot.com
Ω πανύμνητε μήτερ, η τεκούσα των πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον, δεξαμένη την νυν προσφοράν, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας, και της μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τους Σοι βοώντας.
User avatar
marjory
Site Admin
 
Posts: 3310
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:29 am

Re: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΝΕΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Unread postby marjory » Sat Nov 26, 2011 10:56 am

από Iwn-Ioustinos την Πέμ Ιαν 06, 2011 1:00 am


Η αρχαιοελληνική ταυτότητα στην νεοελληνική συνείδηση

Η διαδικασία συγκρότησης της νεοελληνικής ταυτότητος των κατοίκων της νεώτερης Ελλάδος, η οποία άρχισε να διαφαίνεται από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνος, κατέληξε στην οριστική διαμόρφωσή της στο δεύτερο μισό του 19ου. Η αρχή έγινε από τους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Γεγονός είναι, βέβαια, πως οι αρχές του Διαφωτισμού διέπουν τον λόγο των περισσοτέρων Ελλήνων διανοουμένων κατά τον 18ο και των πρώτων δεκαετιών του 19ου. Το κίνημα του Ορθού Λόγου, όπως ονομάστηκε ο Διαφωτισμός, έστρεφε το ενδιαφέρον του στην Αρχαιότητα. Ήταν μια καλή ευκαιρία, λοιπόν, για τους Έλληνες λογίους, να αναπτύξουν το αίτημα για την δημιουργία ενός ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους, στηριζόμενοι ακριβώς στην απευθείας καταγωγή των πληθυσμών που κατοικούσαν στον Ελλαδικό χώρο, από τους Αρχαίους Έλληνες. Αργότερα, βεβαίως, μετα την επιτυχή έκβαση της Ελληνικής Επαναστάσεως, τέθηκε το θέμα της Ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού κατά τους χρόνους του Μεσαίωνος. Αυτό όμως θα εξετασθεί σε άλλη ενότητα.

Δέον να σημειώσουμε σε αυτό το σημείο το γεγονός ότι η ανάπλασις της Ελληνικής ταυτότητος είχε ξεκινήσει τους τελευταίους βυζαντινούς αιώνες. Από την εποχή των Κομνηνών, αλλά κυρίως μετά την πρώτη και καθοριστική άλωση του 1204 από τους Σταυροφόρους. Τόσο η αυτοκρατορία της Νίκαιας (κυρίως), όσο και εκείνη της Τραπεζούντος, καθώς και το Δεσποτάτο της Ηπείρου αποτελούσαν αμιγώς Ελληνικά κράτη. Αργότερα ακολούθησε ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων τον 15ο αιώνα, αλλά και τα συνεχή επαναστατικά κινήματα κατά τη διάρκεια της Οθωμανοκρατίας. Της ίδιας άποψης είναι και ο Νίκος Σβορώνος, ο οποίος καίτοι ήταν μαρξιστικής παιδείας ήταν σοβαρός ιστορικός. Κατά συνέπεια, οι Έλληνες Διαφωτιστές βρήκαν γόνιμο έδαφος ώστε να καλλιεργήσουν περαιτέρω την ελληνικότητα.

Σε πρώτη φάση, λοιπόν, εμφανίζεται η τάση επιστροφής στην κλασσική αρχαιότητα. Αδιαμφισβήτητο γεγονός, φυσικά, είναι ότι, η στροφή αυτή επεβλήθη από την έμφυτη ροπή του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού προς αυτήν και συνακόλουθα από την Νεοελληνική έκφρασή του, με κυριότερο εκπρόσωπο, βέβαια, τον Αδαμάντιο Κοραή. Η ανάγνωση των κειμένων της Αρχαιοελληνικής Γραματείας, φέρνει στο προσκήνιο την πίστη στα Δημοκρατικά Ιδεώδη, την ελευθερία του Λόγου, όπως, επίσης, ενθαρρύνει το κριτικό πνεύμα. Για να γίνει, όμως, το παραπάνω κατανοητό, θα κάνουμε μια αναφορά στην διαχείριση της επαναστατικής ιδεολογίας κατά τα πρώτα χρόνια του Αγώνα για την Εθνική Ανεξαρτησία. Συγκεκριμένα, η Ελληνική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, η οποία συνοδεύει τον πρώτο συνταγματικό καταστατικό χάρτη του υπό ίδρυση νέου κράτους, εμφορείται εξ΄ολοκλήρου από τις ιδέες του Διαφωτισμού. Το αποτέλεσμα, εξάλλου, της πρώτης Εθνοσυνέλευσης, η οποία έλαβε χώρα στην Επίδαυρο το 1822, αποτελέσε τον οδηγό για τους επαναστατημένους ραγιάδες σε όλη την διάρκεια της Επανάστασης. Η εν λόγω διακήρυξη είναι ένα άκρως Φιλελεύθερο κείμενο, το οποίο πληροί στο ακέραιο την απαίτηση για την δημιουργία ενός σύγχρονου, με δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης, κράτους.

Όσον αφορά, τώρα, τους κατοίκους της Ηπειρωτικής, αλλά και της Νησιωτικής Ελλάδος, οι ίδιοι αρχίζουν να ανακαλύπτουν πως είναι φορείς ενός μακρινού μα ενδόξου πολιτισμού, ο οποίος άνθισε στα μέρη τους και έδωσε τα φώτα του στην Ευρώπη, οδηγώντας την στην έξοδο από το τούνελ του Μεσαίωνος. Εξάλλου, όλα αυτά τα ερείπια, θαυμαστά λείψανα ενός μεγάλου αρχαίου πολιτισμού, υπήρχαν εκεί για να θυμίζουν σε καθημερινή βάση τα επιτεύγματα των προγόνων. Ο ταπεινωμένος ως τότε ραγιάς διαπίστωνε ότι, Εκείνοι αποτελούσαν τους προγόνους του. Ναι, ήταν αλήθεια πως ανήκε στην ίδια φυλή με τους Αντρειωμένους Έλληνες της εποχής του Λεωνίδα, του Θεμιστοκλή, του Περικλή, του Αλεξάνδρου και πολλών άλλων επιφανών ανδρών. Αρχίζει, έτσι, να βαφτίζει τα παιδιά του δίνοντάς τους αρχαιοελληνικά ονόματα. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, το γεγονός ότι οι νησιώτες έδιναν στα πλοία τους ονόματα αρχαίων ηρώων και θεών. Σε κάποιους, βέβαια, από τους κατακτητές, άρχισαν να μπαίνουν υποψίες για αυτή την αλλαγή στάσης. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Αλή Πασά όπως μας τα παρουσιάζει από το βιβλίο της η Άννα Τζιροπούλου: "Εσείς οι Έλληνες, μπρε, κάτι μεγάλο έχετε στο κεφάλι σας. Δεν βαφτίζετε πια τα παιδιά σας Γιάννη, Πέτρο, Κώστα, παρά Λεωνίδα, Θεμιστοκλή, Αριστείδη. Σίγουρα κάτι μαγειρεύετε!" Οι Νεοέλληνες, όμως, αδιαφόρησαν γιατί βάδιζαν ολοταχώς προς το πεπρωμένο τους.

Το αίτημα για την παιδεία, επίσης, γινόνταν περισσότερο από ποτέ επιτακτικό. Σε αυτό συνέβαλλε αποφασιστικά και ο Ελληνισμός της διασποράς, που εκτείνονταν από την Οδησσό μέχρι το Λονδίνο και από την Αλεξάνδρεια έως την Βιέννη. Οι Ελληνικές παροικίες, έτσι, μετατράπηκαν σε εργαστήρια παιδείας και ελευθερίας του νέου Ελληνισμού. Το ίδιο αίτημα συνάγεται και από τα λεγόμενα του Κοραή, ο οποίος πίστευε ότι, η αφύπνιση των Ελλήνων περνάει μέσα από την παιδεία. Το ίδιο και η ελευθερία, και αυτό έπρεπε να γίνει σε όλους συνείδηση. Σχεδόν ταυτόσημη ήταν και η πεποίθηση του Ρήγα, ο οποίος, μάλιστα, σχεδίαζε την ένταξή της στο ελεύθερο κράτος που θα ιδρύονταν την επαύριο της επιτυχούς έκβασης της εθνικής εξέγερσης.

Η υιοθέτηση, όμως, της αρχαιοελληνικής καταγωγής πριμοδοτούσε την στοιχειοθέτηση της εθνικής ταυτότητος στην βάση της Αρχής των Εθνικοτήτων, σύμφωνα με την οποία η αξίωση πολιτικής αυτοδιάθεσης από τους πληθυσμούς κάποιας περιοχής, προϋποθέτει την ύπαρξη έθνους από τους ιδίους. Την έννοια του έθνους στοιχειοθετεί η κοινή καταγωγή, εφόσον αυτή αποδεικνύεται. Εδώ συνηγορούσαν η κοινή καταγωγή, η κοινή παράδοση, το λαμπρό κοινό παρελθόν, η ίδια θρησκεία καθώς και η ίδια γλώσσα, η οποία ωμιλείτο σε τούτη την νοτιοανατολική γωνιά της Ευρώπης συνεχώς επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια, τουλάχιστον. Κατά συνέπεια ο Ελληνικός εθνοτικός προσδιορισμός για αυτούς τους πληθυσμούς ήταν ο μόνος κατάλληλος. Η ΕΛΛΑΣ αναγεννιόταν, επιζητώντας τη θέση της ανάμεσα στα Ελεύθερα Έθνη.
Ω πανύμνητε μήτερ, η τεκούσα των πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον, δεξαμένη την νυν προσφοράν, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας, και της μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τους Σοι βοώντας.
User avatar
marjory
Site Admin
 
Posts: 3310
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:29 am

Re: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΝΕΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Unread postby marjory » Sat Nov 26, 2011 10:57 am

από Iwn-Ioustinos την Πέμ Ιαν 27, 2011 3:46 pm


Το παρακάτω το δημοσίευσα στο μπλογκ που διατηρώ και το έστειλα και σε άλλα, ως μία μορφή απαντήσεως στην συστηματική προπαγάνδα των "νεωτεριστών".

1821: Η Δικαίωσις ενός Έθνους

Παρακουθώντας την Τρίτη την εκπομπή του Σκάϊ σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση, αναρωτήθηκα γιατί ορισμένοι επιτήδειοι επιμένουν να μας πείσουν, ντε και καλά, να απαγκιστρωθούμε από τα ιερά μας νάματα. Αλήθεια τι ζόρι τραβάνε; Μήπως είναι τόσα πολλά τα λεφτά... Άρη; Λέω τώρα...

Η ουσία είναι ότι κάποια πράγματα δεν δυνάμεθα να τα αφήσουμε να πέσουν. Θα πρέπη να απαντούμε στις προκλήσεις των "πολιτικώς ορθών" ιστορικών κύκλων, οι οποίοι όχι μόνον κυριαρχούν στα Ελληνικά; Πανεπιστήμια, αλλά και τα καταδυναστεύουν, επιβάλλοντας με το "έτσι θέλω" τις απόψεις των, αποκλείοντας, ταυτόχρονα, οποιαδήποτε άλλη.

Αναφέρω ενδεικτικά κάποια πράγματα:

Σαν πρώτη παρατήρηση θα έλεγα ότι ο πλέον ορθός τίτλος για την εκπομπή είναι:"1821: Η Δικαίωσις ενός Έθνους". Διότι στην ουσία πρόκειται για την τελική δικαίωση των ελληνικών αγώνων κατά των Οθωμανών Τούρκων -συνεπείαι της Ελληνικής Αφυπνίσεως, ήδη από τα Βυζαντινά χρόνια- και ουχί για γέννηση ενός νεοτεύκτου Έθνους. Απλώς τότε ξεσπά το τελευταίο και επιτυχημένο Εθνικο-απελευθερωτικό κίνημα των Ελλήνων. Πριν από αυτό έχουν προηγηθεί αρκετά άλλα, αρχής γενομένης από εκείνο του Μανιάτη Κροκοδείλου Κλαδά, εκείνο του Διονυσίου Τρίκκη ή Σκυλοσόφου, εκείνο των υποστηρικτών των Ενετών του Μοροζίνη, εκείνο των ορλωφικών και άλλα. Άπαντα αναφέρονται στην "Ιστορία της Τουρκοκρατούμενης Ελλάδος" του Κωνσταντίνου Σάθα. Δυστυχώς, οι κύριοι του σκάϊ που προχώρησαν σε αυτή τη δραματοποιημένη σειρά, έχουν αποσιωπήσει εντελώς τα αλεπάλληλα ελληνικά επαναστατικά κινήματα. Η μοναδική τους αναφορά είναι στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774 που έδωσε την αφορμή για τα ορλωφικά.

Προχωρώντας στο ζήτημα της εκπαιδεύσεως, θα παρατηρήσουμε ότι παρουσιάζουν τις συνθήκες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ιδεατές, ωσάν να επρόκειτο για ένα πολιτισμένο και ανεκτικό κράτος. Έχουμε και λέμε: Το 1454 ιδρύθηκε η Μεγάλη του Γένους Σχολή, αργότερα ιδρύθηκε η Αθωνιάς και κάποιες άλλες ανώτατες σχολές. Σε αυτές δεν είχαν πρόσβαση όλοι οι Έλληνες, αλλά οι επιφανείς και οι μεγαλοκληρικοί. Πολλοί προύχοντες επίσης χρηματοδοτούσαν την ίδρυση σχολείων, τα οποία και πάλι δεν ήταν αρκετά για να καλύψουν τον πληθυσμό. Σε πολλές δύσβατες ορεινές και ημιορεινές περιοχές όμως κάποιοι κληρικοί του κατωτέρου κλήρου πρόσφεραν πράγματι τη δυνατότητα στα Ελληνόπουλα να μάθουν τα πρώτα τους γράμματα (κολλυβογράμματα) τα έλεγαν. Έτσι διεσώθη σε μεγάλο ποσοστό η γλώσσα, γιατί η προφορικότητα δεν ήταν αρκετή. Υπάρχει το παράδειγμα της μονής Φιλανθρωπινών στα Ιωάννινα, αλλά και του πίνακος του Ιωάννου Γύζη. Οι Τούρκοι, αρχικά, δεν εμπόδισαν την ίδρυση σχολείων. Ούτε όμως τα χρηματοδοτούσαν. Επίσης, χρειαζόταν άδεια από την Τουρκική αρχή, προκειμένου να λειτουργήσουν τα σχολεία. Προς τούτο έχουμε σχετικές μαρτυρίες από τον Σπυρίδωνα Τρικούπη. Στις αρχές, θα λέγαμε ότι τηρούσαν μία ουδέτερη στάση, αν και όχι πάντα διότι υπήρξαν περίοδοι μεγάλων διωγμών, είτε λόγωι των μαζικών εξισλαμισμών που επιχειρούσαν οι Οθωμανοί κατά καιρούς, είτε λόγωι των επαναστατικών κινημάτων των υποδούλων Ελλήνων. Από ένα σημείο και μετά όμως, και ιδιαίτερα τον 18ο αιώνα, στις αρχές του οποίου σταμάτησε το παιδομάζωμα άρχισαν να βλέπουν εχθρικά την παιδεία. Ήταν μία δύσκολη εποχή, κατά την οποία παρουσιάστηκε ο Εθναπόστολος Πατροκοσμάς ο Αιτωλός, όπου γκρέμιζε εκκλησίες και έκτιζε σχολεία προκαλώντας την έντονη δυσφορία των τοπικών οθωμανικών αρχών. Ήταν εκείνος που μαζί με τον Ρήγα και τον Κοραή κράτησαν ακοίμητη την Εθνική συνείδηση σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς. Δυστυχώς, η παρουσία του, και ακόμη περισσότερο το έργο του, έχουν αποσιωπηθεί και δεν αναφέρονται ούτε καν ονομαστικά σε εκείνον, σε όλη τη διάρκεια του πρώτου επεισοδίου.

Αναφορικά, τώρα, με το περιβόητο Λάβαρο του Παλαιών Πατρών Γερμανού, τονίζουν ξανά και ξανά (για να το εμπεδώσουμε βεβαίως) ότι πρόκειται για φανταστικό γεγονός, το οποίο αναφέρεται μόνον στην εξιστόριση του Πουκεβίλ. Προς επίρρωσιν των λεγομένων τους, επικαλούνται τα απομνημονεύματα του ιδίου του Παλαιών Πατρών Γερμανού, όπου δεν αναφέρει πουθενά για αυτό συμβάν. Δεν διαφωνούμε, αλλά εξοργιζόμαστε όταν μας εμφανίζουν την αλήθεια κολοβωμένη. Λησμονούν, ή το πράττουν σκοπίμως να αναφερθούν στο γεγονός ότι υψώθησαν Λάβαρα σε διάφορες περιοχές της σκλάβας πατρίδος. Στις 24 Μαρτίου στην πλατεία Αγίου Γεωργίου στην Πάτρα, την ίδια ημερομηνία στα Σάλωνα στη Στερεά, ενώ οι Μανιάτες, ως Σπαρτιατικά στρατεύματα, κυριεύουν στις 23 Μαρτίου την Καλαμάτα. Όχι, καμμία αναφορά από αυτούς τους απίθανους τύπους οι οποίοι εμμένουν στο φαντασιακό της πράξεως, ενώ την ίδια στιγμή αγνοούν ή παρασιωπούν όλες τις παραπάνω επαναστατικές ενέργειες. Λοιπόν, κύριοι του σκάϊ η 25η Μαρτίου ορίστηκε το 1838 από τον Όθωνα για να δείξει συμβολικά την ταύτιση της Ελληνικής Εθνεγερσίας με την χαρμόσυνη θρησκευτική αναγγελία. Όσο για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό ήταν στις επιτροπές των προκρίτων και πρωτοστατούσε στον αγώνα. Στα απομνημονεύματά του πράγματι δεν αναφέρει το γεγονός. Αλλά όπως προείπα, τα επαναστατικά λάβαρα σηκώθηκαν σε όλη τη Ελλάδα.

Βεβαίως, να μην παραλείψω το γεγονός της "αρμονικής" και "αγαθής" συμβιώσεως μετά των κατακτητών, το οποίο παρουσιάζεται παραστατικά με ορισμένα ξεκομμένα παραδείγματα, όπως του χωριού Παναγιά στη Βοιωτία. Πρόκειται, φυσικά, για νησίδες ευημερίας, σε περιοδικές εποχές ηρεμίας. Επιπλέον, δεν γίνεται ουδεμία αναφορά στους συστηματικούς εξισλαμισμούς, ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Όπως επίσης δεν αναφέρεται το παιδομάζωμα, λες και αποτελεί λέξη ταμπού για τους κυρίους "ιστορικούς αναθεωρητές". Υπ' όψιν, ότι όλα αυτά αποδεικνύονται τόσο με τα διάφορα φιρμάνια, όσο και μέσα από το λαϊκό δημοτικό τραγούδι που αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα της κακοποιήσεως ενός λαού. Δέον να σημειωθή ότι και οι υπόλοιποι βαλκανικοί λαοί υπέφεραν από το παιδομάζωμα.

Μετά τα παραπάνω, αναμένουμε τα επόμενα επεισόδια. Ομολογώ δε ότι είμαι περίεργος να δω πως θα παρουσιάσει ο κύριος Βερέμης το ζήτημα της απελευθερώσεως της Τριπόλεως. Θα μιλήσει, άραγε, πάλι για τις σφαγές των Τούρκων από τους "αιμοδιψείς" και "κακούς" επαναστάτες; Για την Ιστορία, πάντως, αναφέρουμε τα εξής:

Ο Γέρος του Μωριά προσπάθησε επανειλημμένως να έρθει σε συμφωνία με τους Τούρκους. Τους ζητούσε να εγκαταλείψουν την πόλη και 5.000.000 γρόσια ως αποζημίωση για τα δεινά που επέφεραν στην πολύπαθη Πελοπόννησο όλα τα χρόνια της σκλαβιάς. Εκείνοι το αρνήθηκαν. Απόδειξη του ότι οι Έλληνες δεν επιθυμούσαν σφαγές ήταν η συμφωνία της 23ης Σεπτεμβρίου του 1821 με τους 1.500 Αλβανούς να φύγουν ανενόχλητοι, όπως και το έπραξαν. Ο Σπυρίδων Τρικούπης γράφει χαρακτηριστικά ότι η συσσωρευμένη οργή τόσων αιώνων στο πλήθος για τους σκληρούς κατακτητές ξέσπασε στη Τριπολιτσά. Ήταν ανέφικτο να συγκρατηθούν. Πάρα ταύτα μετά το τριήμερο της καταστροφής αποφάσισαν να συνδράμουν οικονομικά τα ορφανά κάνοντας έρανο. Για πείτε μου γνωρίζετε να έκαναν κάτι αντίστοιχο οι άξεστοι Ασιάτες μετά τις σφαγές της Χίου, των Ψαρρών, της Κάσου, της Κρήτης και άλλων περιοχών?
Ω πανύμνητε μήτερ, η τεκούσα των πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον, δεξαμένη την νυν προσφοράν, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας, και της μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τους Σοι βοώντας.
User avatar
marjory
Site Admin
 
Posts: 3310
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:29 am

Re: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΝΕΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Unread postby marjory » Sat Nov 26, 2011 10:58 am

από Iwn-Ioustinos την Σάβ Φεβ 19, 2011 3:27 pm

Η ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ 1821

Εν αρχή ην η κ. Ρεπούση που προσπαθούσε να πείσει τα ελληνόπουλα ότι η Τουρκοκρατία ήταν μία ιδανική περίοδος για τους προγόνους μας. Στη συνέχεια ήλθε η τετράτομη ιστορία των Βαλκανίων που χρηματοδοτήθηκε από τον γνωστό χρηματιστή Τζορτζ Σόρος και κινείται στη ίδια γραμμή υπέρ των Οθωμανών. Μετά ήλθε στην επικαιρότητα η άποψη ότι πριν από το 1821 δεν υπήρχε συγκροτημένη ελληνική εθνική συνείδηση, αλλά οι Ευρωπαίοι Διαφωτιστές μάς έμαθαν να λέμε ότι είμαστε Έλληνες. Όλα αυτά τα ιδεολογήματα συγκεντρώνονται σήμερα στη νέα τηλεοπτική σειρά του ΣΚΑΪ για το 1821. Δεν προσχωρώ σε συνωμοσιολογίες, αλλά πολλοί συμπατριώτες μας ευλόγως διερωτώνται αν υπάρχει πολιτική σκοπιμότητα πίσω από την εργώδη αυτή προσπάθεια να ξαναγραφεί ή μάλλον να σβηστεί οριστικά η Ελληνική Ιστορία. Αφήνω την απάντηση στον κάθε νουνεχή αναγνώστη και θα ασχοληθώ με την αμιγώς ιστορική πλευρά της υποθέσεως.

Ερώτημα πρώτον. Έχει δίκιο η άποψη που προβάλλεται στη σειρά του ΣΚΑΪ ότι η εθνική συνείδηση των Νεοελλήνων διαμορφώθηκε μόλις λίγα χρόνια πριν από το 1821; Φυσικά όχι. Εκατοντάδες μαρτυρίες Ελλήνων και ξένων, κληρικών και λαϊκών, περισσότερο ή λιγότερο μορφωμένων διαψεύδουν τους συντελεστές της σειράς. Ελληνικό έθνος με συνείδηση ενότητος υπάρχει από την Αρχαιότητα. Ήδη τον 5ο αιώνα π.Χ. ο Ηρόδοτος καταγράφει τα συνδετικά στοιχεία που ένωναν τις ελληνικές πόλεις κράτη: Η κοινή καταγωγή, η γλώσσα, η θρησκεία, τα ομότροπα ήθη. Συνεχίζεται αυτή η συνείδηση στην ελληνιστική και βυζαντινή περίοδο, με αποκορύφωμα την απάντηση του Αυτοκράτορα της Νικαίας Ιωάννη Βατάτζη προς τον Πάπα Νικόλαο Θ΄ το 1250: Είμαστε το αρχαίο γένος των Ελλήνων, από το οποίο άνθισε η σοφία για όλον τον κόσμο. Συνεχίζεται με την τελευταία ομιλία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου όταν ονομάζει την Κωνσταντινούπολη «ελπίδα και χαρά πάντων των Ελλήνων».

Γύρω στο 1700 ο φλογερός ιεροκήρυκας Ηλίας Μηνιάτης παρακαλεί την Παναγία ως εξής: «Έως πότε το τρισάθλιον γένος των Ελλήνων έχει να ευρίσκεται εις τα δεσμά μιας ανυποφέρτου δουλείας;». Οι όροι Ρωμηός, Γραικός και Έλλην χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα και με παρεμφερή σημασία. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα του Ματθαίου Επισκόπου Μυρέων, ο οποίος το 1619 θρηνεί για την Άλωση χρησιμοποιώντας για το έθνος μας και τα τρία αυτά ονόματα. Από το 1529 έως το 1821 το δημοφιλέστερο ανάγνωσμα του λαού μας ήταν η «Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου» που θύμιζε την δόξα των αρχαίων προγόνων. Το 1708 ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος στο έργο του «Φιλοθέου Πάρεργα» γράφει ότι είμαστε το γένος των «άγαν Ελλήνων», δηλαδή καθαρόαιμοι Έλληνες. Και οι καραβοκύρηδες επί Τουρκοκρατίας τοποθετούσαν στα πλοία τους ως ακρόπρωρα τις μορφές των Αρχαίων Ελλήνων. Λαός, λοιπόν, και διανοούμενοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι υπάρχει συνέχεια του Ελληνισμού.

Ερώτημα δεύτερο: Περνούσαν καλά οι Έλληνες επί Τουρκοκρατίας, με δικαιώματα και ελευθερίες, όπως ακούσαμε από τον ΣΚΑΪ στις 25.1.2011; Ας αφήσουμε τις μαρτυρίες της εποχής εκείνης να απαντήσουν:

Στα μέσα του 17ου αιώνος ο Γάλλος Ιησουίτης Ρισάρ καταγράφει τις εντυπώσεις του από την υπόδουλη Ελλάδα: «Να σκεφθεί κανείς ότι ουδέποτε από την εποχή του Νέρωνος, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού έχει υποστεί ο Χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους από αυτούς που αντιμετωπίζει σήμερα η ανατολική Εκκλησία...». Τον 17ο αιώνα ο Μουσουλμάνος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή περιγράφει βιαίους εξισλαμισμούς και παιδομάζωμα στη Βέροια, στην Έδεσα και σε άλλες πόλεις. Το δημοτικό μας τραγούδι έχει καταγράψει τον θρήνο των μανάδων για τα παιδιά τους ως εξής: «Ανάθεμά σε Βασιλιά (σ.σ. Σουλτάνε) και τρισανάθεμά σε.... να μάσεις παιδομάζωμα , να κάνεις Γενιτσάρους... πέρσυ πήραν τον γιόκα μου φέτος τον αδελφό μου»! Περί το 1760 ο Ιωάννης Πρίγκος από το Πήλιο γράφει: «Τέτοιος βάρβαρος άδικος είναι ο Τούρκος». Στα τέλη του 18ου αιώνος ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης καταγράφει 87 από τα αναρίθμητα μαρτύρια Νεομαρτύρων, δηλαδή Χριστιανών που βασανίσθηκαν και θανατώθηκαν λόγω της Χριστιανικής τους πίστης. Ο Φωτάκος Χρυσανθόπουλος, υπασπιστής του Θ. Κολοκοτρώνη, στα Απομνημονεύματά του μάς δίνει μαρτυρία κρυφού σχολειού που οργάνωναν οι ιερείς φοβούμενοι τους Τούρκους.

Ερώτημα τρίτο: Οι κλέφτες ήσαν εθνικοί αγωνιστές ή φυγόδικοι εγκληματίες, όπως ακούσαμε από τον ΣΚΑΪ; Αν κάποιος Έλληνας έβλεπε τον Τούρκο να βιάζει την αδελφή του και επετέθη στον βιαστή, τότε ναι, ίσως κάποιοι από τους κλέφτες των βουνών να ήσαν φυγόδικοι. Αλλά από το άδικο δικαστήριο του κατακτητή. Σημαντική λεπτομέρεια, η οποία αποσιωπήθηκε. Όσο δε για την συνείδηση των ίδιων των κλεφτών, την εξηγεί ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο οποίος ανδρώθηκε μέσα στην κλεφτουριά. Λέγει, λοιπόν, στον Άγγλο Ναύαρχο Χάμιλτον ότι οι κλέφτες και οι αρματολοί στα βουνά είναι η φρουρά του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, η οποία συνεχίζει ακόμη να πολεμά.

Ερώτημα τέταρτο: Ήσαν μόνο οικονομικά τα αίτια της Ελληνικής Επαναστάσεως; Αυτή τη μονομερή ερμηνεία την καθιέρωσαν κάποτε οι Έλληνες μαρξιστές, αλλά οι ίδιοι την απέσυραν στο συνέδριο του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών το 1981. Όμως αξία έχει η άποψη των ίδιων των αγωνιστών: Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος, διεκήρυξε ο Αλ. Υψηλάντης τον Φεβρουάριο του 1821. Αγωνιζόμαστε για τον Χριστό και τον Λεωνίδα, έγραφε η προκήρυξη του Αθανασίου Διάκου που δημοσιεύθηκε σε ιταλική εφημερίδα της Τεργέστης. Αυτά προς το παρόν.


Κωνσταντίνος Χολέβας-Πολιτικός Επιστήμων

http://www.antibaro.gr
Ω πανύμνητε μήτερ, η τεκούσα των πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον, δεξαμένη την νυν προσφοράν, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας, και της μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τους Σοι βοώντας.
User avatar
marjory
Site Admin
 
Posts: 3310
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:29 am

Re: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΝΕΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Unread postby marjory » Sat Nov 26, 2011 10:59 am

από Iwn-Ioustinos την Σάβ Φεβ 19, 2011 3:29 pm

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

«Στην διάρκεια της τουρκοκρατίας η Εκκλησία κατόρθωσε να επιβιώσει. Και όσο η Εκκλησία επεβίωνε, το Έθνος δεν μπορούσε να πεθάνει»

(Στήβεν Ράνσιμαν)


Λέγονται και γράφονται κατά καιρούς διάφορα σχετικά με το «Κρυφό Σχολειό» της Τουρκοκρατίας. Ορισμένοι επιχείρησαν και επιχειρούν να αμφισβητήσουν την ύπαρξή του, να κλονίσουν μια πεποίθηση στερεά ριζωμένη στην συνείδηση του λαού μας. Και είναι προφανές ότι οι περισσότεροι από τους αμφισβητίες –αν όχι όλοι- έχουν ως στόχο την βαθύτερη αμφισβήτηση του ρόλου και της προσφοράς της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας κατά την περίοδο της μακραίωνος δουλείας του γένους από τον οθωμανικό ζυγό. Θεωρούμε, λοιπόν χρήσιμο να καταθέσουμε ορισμένα στοιχεία και να ξεκαθαρίσουμε μερικές ασάφειες που ίσως προκαλούν απορίες.

Το σπουδαιότερο επιχείρημα των αρνητών του «Κρυφού Σχολειού» είναι το εξής : «Οι Οθωμανοί Τούρκοι υπήρξαν ανεκτικοί στα θέματα Πίστεως και Παιδείας. Αφού, λοιπόν, δεν καταδίωκαν την εκπαίδευση των Ελλήνων και γενικότερα των Ορθοδόξων υπηκόων τους (Ρούμ μιλλέτ= Το Γένος των Ρωμηών), τότε γιατί χρειάζονταν Κρυφά Σχολεία στους νάρθηκες των Ναών και των Μοναστηριών;». Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι η εξής : Ναι, μεν, για λόγους θρησκευτικούς και διοικητικούς οι Οθωμανοί Σουλτάνοι παρεχώρησαν προνόμια και έδειξαν ένα βαθμό ανοχής προς τους Ρωμηούς υπηκόους τους, όμως υπήρξαν περίοδοι και περιοχές, στις οποίες δεν τηρήθηκαν οι υποσχέσεις αυτές. Δεν μπορούμε να ομιλούμε για μια ενιαία τουρκοκρατία στον χρόνο και τον χώρο. Υπήρχε διαφορετική (πιο καταπιεστική) μεταχείριση των υποδούλων κατά τους πρώτους αιώνες και διαφορετική στο δεύτερο ήμισυ της Τουρκοκρατίας με την επικράτηση μετριοπαθεστέρων απόψεων. Αλλά και κατά τόπους η εφαρμογή των σουλτανικών αποφάσεων και των δικαιωμάτων των υποδούλων υπέκειτο στην βούληση, στις ιδιορρυθμίες, στο βαθμό θρησκευτικού φανατισμού και γενικά στην προσωπικότητα του τοπικού Οθωμανού ηγεμόνος. Σε μια αχανή αυτοκρατορία και μάλιστα υπό τις συνθήκες διοικήσεως και επικοινωνίας της εποχής εκείνης, η αυθαιρεσία των τοπικών μπέηδων και πασάδων ήταν φαινόμενο σύνηθες. Δεν είχαμε, λοιπόν, ομοιόμορφη εφαρμογή των θεμελιωδών αποφάσεων περί θρησκείας και παιδείας των Ορθοδόξων Ελλήνων. Οι αποφάσεις αυτές καταστρατηγήθηκαν ή αλλοιώθηκαν σε διάφορες χρονικές περιόδους και σε διάφορες επαρχίες και τοπικές διοικήσεις (βιλαέτια). Δεν υπήρξε ενιαία τουρκοκρατία, αλλά ποικίλες μορφές της, αναλόγως εποχής και περιοχής.
Οι δύο πρώτοι αιώνες υπήρξαν πολύ δύσκολοι και μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνος δεν μπορούμε να ομιλούμε για δυνατότητα ακώλυτης ασκήσεως των θρησκευτικών και εκπαιδευτικών ελευθεριών. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι ο Σουλτάνος Σελήμ Α’ στις αρχές του 16ου αιώνος εξεδήλωνε δημοσίως το μίσος του προς τους Χριστιανούς και την άποψή του περί βιαίου εξισλαμισμού όλων των μη μουσουλμάνων. Το 1537 ο Σουλεϊμάν Α’ εξέδωσε διαταγή που ζητούσε να εκτελεστεί ως άπιστος οποιοσδήποτε αμφισβητούσε τα λόγια του προφήτη Μωάμεθ. Από τις αρχές του 16ου αιώνος γίνεται φανερή η αυξανόμενη επιρροή των φανατικών μουσουλμάνων στην Αυλή των Σουλτάνων, γεγονός που δυσκόλευε την υλοποίηση των προνομίων των Χριστιανών. Οι ζηλωτές αυτοί του φανατικού Ισλάμ εστράφησαν γενικά εναντίον κάθε μορφής εκπαιδεύσεως, που δεν ακολουθεί το Κοράνι. Υπό την επιρροή τους βρέθηκε ο σουλτάνος Μουράτ Δ’ (1623-1640), ενώ οι οπαδοί της ίδιας ιδεολογίας επέτυχαν το 1711 να κατασχεθεί η βιβλιοθήκη του βεζύρη Τσορλουλού πασά και να απαγορευθεί η μελέτη επιστημονικών βιβλίων. Κατανοούμε, λοιπόν, ότι σε μια περίοδο κατά την οποία διώκονταν ακόμη και μουσουλμάνοι εραστές της μορφώσεως, πόσο δύσκολο θα ήταν σε Χριστιανούς να διδάσκουν και να διδάσκονται ελευθέρως την πίστη, την ιστορία και την εθνική ταυτότητά τους. Σε τέτοιες σκοτεινές εποχές δημιουργήθηκε η ανάγκη για Κρυφά Σχολειά. Σε τέτοια δύσκολα χρόνια, για τα οποία ο Γάλλος Ιησουΐτης Richard (Ρισάρ) έγραψε στα μέσα του 17ου αιώνος : «Να σκεφθή κανείς ότι ουδέποτε από την εποχή του Νέρωνος, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού έχει υποστή ο Χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους από αυτούς, που αντιμετωπίζει σήμερα η ανατολική Εκκλησία» (ίδε Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. 10, Αθήνα 1974, σ. 150).
Από τα μέσα του 17ου αιώνος τα πράγματα σαφώς βελτιώνονται στον εκπαιδευτικό τομέα και οι υπόδουλοι Ρωμηοί αρχίζουν να ιδρύουν, υπό την αιγίδα της Εκκλησίας και με την βοήθεια των ξενιτεμένων και των ευεργετών, σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Σ’ αυτά καλλιεργήθηκαν και τα ιερά γράμματα και η «θύραθεν παιδεία», η εγκυκλοπαιδική και επιστημονική κατάρτιση. Όμως δεν ήταν εύκολο κάτω από το σπαθί του δυνάστη να καλλιεργηθεί το εθνικό φρόνημα και η συνείδηση της ιστορικής συνέχεια του Ελληνισμού. Στην περίοδο αυτή, την οποία ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ’ σε Υπόμνημά του (17/1/1879) χαρακτηρίζει «ως ανέσεως εποχή, καθ’ ην ήρξατο υποφώσκουσα ελπίς βελτιώσεως», η λειτουργία Κρυφών Σχολειών ίσως περιορίσθηκε, δεν έπαυσε όμως τελείως. Διότι η κρυφή εκπαίδευση χρειαζόταν για εκείνα τα ειδικά μαθήματα που φούντωναν τον πόθο για την ελευθερία. Άλλωστε είπαμε ότι υπήρξαν και πολλές αυθαιρεσίες τοπικών Οθωμανών ηγεμονίσκων. Ο ιστορικός συγγραφεύς Αθανάσιος Κομνηνός Υψηλάντης στο έργο του «Τα μετά την άλωσιν 1453-1789» (εγράφη τον 18ο αιώνα και εξεδόθη στην Κωνσταντινούπολη το 1870), αναφέρει ένα περιστατικό, το οποίο ο ίδιος τοποθετεί στον 18ο αιώνα. Στο παζάρι (αγορά) του Καΐρου είδε 30.000 κομμένες γλώσσες Ελλήνων, οι οποίοι επέμεναν να ομιλούν ελληνικά παρά την σχετική απαγόρευση των τοπικών αρχών. Σε μια εποχή που οι Οθωμανοί γενικά είχαν επιτρέψει ή ανεχθεί την δημόσια λειτουργία ελληνικών εκπαιδευτηρίων, ο τοπικός Οθωμανός ηγεμόνας της Αιγύπτου απαγόρευε την χρήση της ελληνικής επί ποινή αποκοπής της γλώσσας. 30.000 ηρωικοί Έλληνες αντέστησαν! Πώς όμως διετηρήθη η ελληνική γλώσσα κάτω από τέτοιες συνθήκες αν δεν υπήρχαν τα Κρυφά Σχολειά με το Ψαλτήρι και την Οκτάηχο και τα άλλα εκκλησιαστικά βιβλία; Πάντως και κατά τον 18ο αιώνα έχουμε περιόδους διωγμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τα Ορλωφικά και τις αγριότητες των Τουρκαλβανών ο άγιος Κοσμάς διέκοψε τις περιοδίες του και κατέφυγε επί αρκετά έτη στο Άγιον Όρος!
Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι τα Κρυφά Σχολειά ήταν απαραίτητα στους πρώτους δύο αιώνες της τουρκοκρατίας λόγω του κλίματος φόβου και τρόμου που επικρατούσε, στους δε επόμενους αιώνες, παρά την βελτίωση της οθωμανικής συμπεριφοράς, λειτούργησαν είτε για να δώσουν λύση απέναντι στην ανθελληνική και αντιχριστιανική τακτική ορισμένων Οθωμανών διοικητών, είτε για να διδάσκονται εκεί μαθήματα εθνικού φρονηματισμού με στόχο την εκπλήρωση των πόθων του Γένους.
Αποστομωτικό για τους αρνητές των «Κρυφών Σχολειών» και λίαν εύγλωττο, διότι συνοψίζει τα όσα εκθέσαμε μέχρι τώρα, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το βιβλίο του Γάλλου δημοσιογράφου Rene Puaux «Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος», (ελλην. Έκδοση εκδ. Τροχαλία, Αθήναι α. χρ.). Ο Puaux (Πυώ) περιηγήθηκε την Ήπειρο το 1913, ακριβώς μόλις τα εδάφη αυτά είχαν ελευθερωθεί από τον ελληνικό στρατό. Συνομιλώντας με Έλληνες Ηπειρώτες, οι οποίοι τότε για πρώτη φορά απηλλάγησαν από τον τουρκικό ζυγό, μαθαίνει έκπληκτος και τα εξής : «Κανένα βιβλίο τυπωμένο στην Αθήνα δεν γινόταν δεκτό στα σχολεία της Ηπείρου. Ήταν επιβεβλημένο να τα προμηθεύονται όλα από την Κωνσταντινούπολη. Η Ελληνική Ιστορία ήταν απαγορευμένη. Στην περίπτωση αυτή λειτουργούσαν πρόσθετα κρυφά μαθήματα, όπου χωρίς βιβλία, χωρίς τετράδια, ο νεαρός Ηπειρώτης μάθαινε για τη μητέρα Πατρίδα, διδασκόταν τον Εθνικό της Ύμνο, τα ποιήματά της και τους ήρωές της. Οι μαθητές κρατούσαν στα χέρια τους την ζωή των δασκάλων τους. Μία ακριτομυθία, μια καταγγελία ήταν αρκετή. Δεν είναι συγκινητικό, αυτά τα διακόσια μικρά αγόρια και τα διακόσια πενήντα κοριτσάκια να δέχονται τις επιπλέον ώρες των μαθημάτων (στην ηλικία, που τόσο αγαπούν τα παιχνίδια), να συζητούν για την Ελλάδα και επιστρέφοντας στις οικογένειές τους με τα χείλη ραμμένα να κρατούν τον ενθουσιασμό μυστικό στην καρδιά;» (σελ. 126).
Το ντοκουμέντο αυτό, που προέρχεται από μαρτυρία ξένου περιηγητή, άρα ανεπηρέαστου από τα ιδεολογικά ρεύματα που επεκράτησαν στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωσή της, μας δείχνει ότι ακόμη και 5-6 χρόνια πριν από τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ακόμη και σε εποχή που λειτουργούσαν ελεύθερα τα ελληνικά σχολεία, υπήρχαν παράλληλα κρυφά σχολεία για να μεταδώσουν την αγωνιστικότητα και τον πόθο για ελευθερία. Να μεταφέρουν στα παιδιά το μήνυμα που τους διδάσκει ο Ιερεύς στο συγκινητικό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη με τίτλο «Το Κρυφό Σχολειό»

Μη σκιάζεστε στα σκότη!
Της λευτεριάς το φεγγοβόλο αστέρι
της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει!
Μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία έχουμε και από ένα εξόχως μαρτυρικό και ταλαιπωρημένο τμήμα του Ελληνισμού, την μεγαλόνησο Κύπρο. Ο Κύπριος Αρχιμανδρίτης Γαβριήλ Σαμπατακάκης γράφει το 1921 για τις εξελίξεις στην ιδιαίτερη πατρίδα του:

«Η θαυμασία αυτή ανάπτυξις του εθνικού αισθήματος οφείλεται, προ παντός, εις τα Σχολεία, τον Τύπον και την Εκκλησίαν. Της ευκαιρίας της Αγγλικής κατοχής δραξάμενος ο Κυπριακός Λαός έσπευσεν, ως η διψασμένη έλαφος τρέχει δρομαία επί τας πηγάς των υδάτων, ούτω και ούτος προς τα νάματα της παιδείας. Και ηδύνατό τις να ίδη φιλοτιμουμένους τους πολίτας και τους χωρικούς να ιδρύωσι δι’ ιδίων δαπανών σχολάς, να φροντίζωσι να διορίζωσι δάσκαλον τον καλύτερον μεταξύ αυτών. Ιδρύθη το Παγκύπριον Γυμνάσιον και αι λοιπαί των κεντρικών πόλεων σχολαί, αίτινες ήρξαντο να χαλκεύωσιν Έλληνας χαρακτήρας, να εξαποστέλλωσι διδασκάλους εις τα διάφορα χωρία, διδάσκοντας ουχί πλέον την Οκτώηχον, ουχί το ψαλτήριον, ουχί θρησκέιαν, αν και ταύτα και αύτη ήσαν αναγκαία, αλλά τα ανδραγαθήματα των αρχαίων και νεοτέρων Ελλήνων ηρώων,… τας μαύρας της δουλείας ημέρας, και τέλος την ιδέαν της πατρίδος και της ελευθερίας…» (ίδε Κωστή Κοκκινόφτα, Κυκκώτικα Μελετήματα, τόμος Α’, Λευκωσία 1997). Το κείμενο αυτό μας λέγει δυο σημαντικές αλήθειες! Πρώτον ότι οι Έλληνες της Κύπρου έσπευσαν να ανοίξουν σχολεία όλων των βαθμίδων μόνο όταν άρχισε η αγγλική κατοχή (1878 κ.ε.), προφανός διότι εφοβούντο ή δεν εμπιστεύονταν τους Τούρκους. Οργανωμένη Ελληνική παιδεία δεν υπήρξε επί Τουρκοκρατίας στην Κύπρο, με εξαίρεση τη σχολή της Μονής Κύκκου, που και αυτή λειτούργησε στα μέσα του 18ου αιώνος. Τι υπήρξε; Μας το λέγει σαφώς ο Κύπριος Ιερωμένος και αυτή είναι η δεύτερη σπουδαία αλήθεια : Διδασκαλία στοιχειωδών γνώσεων μέσω του Ψαλτηρίου και της Οκτωήχου, άρα που αλλού; Στα Μοναστήρια και στους Ναούς. Όταν, λοιπόν, οι Έλληνες μιας περιοχής φοβούνταν ή παρεμποδίζονταν να ανοίξουν δημοσίως σχολείο κατά την διάρκεια των «μαύρων της δουλείας χρόνων», κατέφευγαν στα «κολλυβογράμματα» του ιερέως ή του μοναχού. Ε, λοιπόν, αυτό ακριβώς ήταν το Κρυφό Σχολειό!
Ορισμένοι αρνητές του Κρυφού Σχολειού ισχυρίζονται ότι πρόκειται για μύθο και ερωτούν, γιατί δεν υπάρχουν κείμενα της εποοχής της Τουρκοκρατίας, που να μαρτυρούν την ύπαρξη τέτοιων μυστικών εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το ερώτημα είναι αφελές. Αφού επρόκειτο για κρυφή δραστηριότητα, η οποία εγκυμονούσε πολλούς κινδύνους και επέσυρε δυσάρεστες συνέπειες, εάν ανεκαλύπτετο από τους Τούρκους, θα ήταν εγκληματική ανοησία για οποιονδήποτε κληρικό να εκδώσει γραπτή (!) απόφαση περί Κρυφού Σχολειού, ή για οποιονδήποτε λόγιο να καταγράψει δημοσίως υπό τα όμματα των κατακτητών μια τέτοια δραστηριότητα. Όμως αμέσως μετά την απελευθέρωση και την ίδρυση του πρώτου Ελλαδικού κρατιδίου (1830 και εξής) πολλοί λόγιοι και ιστορικοί καταγράφουν την προφορική παράδοση που οι ίδιοι είχαν βιώσει ή τους είχε μεταδοθεί από γενεάς σε γενεά περί του Κρυφού Σχολειού. Το 1842 ο πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων στον επιμνημόσυνο λόγο, που εκφωνεί στην Αθήνα για τους ευεργέτες Ζωσιμάδες τονίζει : «… Άλλ’ η Πανάγαθος Πρόνοια, καθώς εφώτιζε τας μαίας και εζωογόνει κρυφίως τα άρρενα των Εβραίων, ωσαύτως διέταξε και ψυχάς ευσεβείς και φιλοθέους και ταύτας ούτε Αιγυπτίας, αλλ’ ομογενείς και ομόφρονας, αίτινες εν ταπειναίς εκκλησίαις και απωκισμένοις μοναστηρίοις, και εν σχολαίς μικραίς και πενιχραίς, δια της Ιεράς διδασκαλίας, εμαίευον εις ζωήν τα πάτρια των αιχμαλώτων Ελλήνων φρονήματα».
Και αν ακόμη θεωρήσει κάποιος ότι ο κληρικός Οικονόμος υπερβάλλει, υπάρχει για τους πλέον δύσπιστους η καταγραφή των ιστορικών γεγονότων από τον Charles Tuckermann, τον πρώτο Αμερικανό Πρόξενο στην Αθήνα (1867-1874). Στο έργο του «Οι Έλληνες της σήμερον» (Ελληνική μετάφραση Αντωνίου Ζυγομαλά. Αθήνα 1877) ο Αμερικανός διπλωμάτης γράφει μεταξύ άλλων:

«Φεγγαράκι μου λαμπρό
φέγγε μου να περπατώ,
να πηγαίνω στο σχολειό
να μαθαίνω γράμματα
του Θεού τα πράγματα»
Τοιούτον περίπου ήτο το άσμα, όπερ ετραγώδουν οι Ελληνόπαιδες, πορευόμενοι εν καιρώ νυκτός εις το σχολείον επί τουρκοκρατίας. Το άσμα τούτο είναι γνωστόν εις πάντα Έλληνα νυν ως και πρότερον, και οι πατέρες δεικνύοντες εις τα τέκνα των την σελήνην, επαναλαμβάνουσι τους στίχους τούτους, αφηγούμενοι αυτοίς πόσον τοις εχρησίμευσεν αύτη κατά τους σκοτεινούς χρόνους της Οθωμανικής κυριαρχίας. Μη επιθυμούντες, έστω και κατ’ ελάχιστον, να ερεθίσωσι τους δεσπότας αυτών δυναμένους να παρακωλύσωσιν τας προς ιδίαν παίδευσιν προσπαθείας των, οι παίδες ουχί δε σπανίως και αυτοί οι πατέρες, εφοίτων δια νυκτός και κρύφα εις την οικίαν του διδασκάλου, όπως εξακολουθήσωσι τας σπουδάς των».
Προφανώς, ο Αμερικανός Πρόξενος καταγράφει την προφορική παράδοση, που είχε ακούσει από πολλούς συνομιλητές του στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα, πολλοί εκ των οποίων είχαν πατέρα ή παππού, που εμαθήτευσε σε Κρυφό Σχολειό. Κι όμως τις μαρτυρίες του Tuckermann (Τάκερμαν), του Κωνσταντίνου Οικονόμου, του Νικολάου Δραγούμη και άλλων λογίων του 19ου αιώνος τις απορρίπτει σε πρόσφατο μελέτημά του ο κ. Άλκης Αγγέλου (Το κρυφό Σχολειό, χρονικό ενός μύθου, Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 1997), δογματίζοντας ότι όλοι αυτοί είναι επηρεασμένοι από έναν μύθο που καλλιεργούσε η Εκκλησία και η συντηρητική ιδεολογία! Αλλά η γνώμη των ανθρώπων που έγραψαν τον 19ο αιώνα νε πρόσφταες και ζωντανές μαρτυρίες των γεγονότων της τουρκοκρατίας βαρύνει πολύ περισσότερο από έναν ιδεολογικά και αντιεκκλησιαστικά προκατειλημμένο συγγραφέα της εποχής μας, δηλαδή του τέλους του 20ου αιώνος. Το ενδιαφέρον μάλιστα είναι ότι ο κ. Αγγέλου επικαλείται ως κύριο αμφισβητία του Κρυφού Σχολειού τον γνωστό ιστοριοδίφη του 20ου αιώνος Γιάννη Βλαχογιάννη. Ο Βλαχογιάννης, όμως, είναι αντιφατική πηγή. Διότι σε κείμενό του, που δημοσιεύθηκε στη «Νέα Εστία», τεύχος ΛΔ’, 1948, σ. 1110 με τίτλο «Καραϊσκάκης», αναφέρεται στο ποιήμα «Φεγγαράκι μου λαμπρό…» και δέχεται ότι «σ’ όσα χωριά το μοναστήρι ήταν πολύ μακριά, έπρεπε το παιδί να κινήσει με άλλα, και να τραβάει αξημέρωτα ανάμεσα σε άγριο λόγγο». Δηλαδή ακόμη και ο Βλαχογιάννης δέχεται την σύνδεση του άσματος με την εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων στα μοναστήρια. Ο κ. Αγγέλου και άλλοι αμφισβητίες του «Κρυφού Σχολειού» κάνουν επιλεκτική και κατά βούληση χρήση των κειμένων. Εκεί που τους ταιριάζει ο τάδε συγγραφεύς τον αναφέρουν, εκεί που δεν τους συμφέρει τον αποσιωπούν!
Μια αδιάψευστη μαρτυρία για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού αποτελούν τα τοπωνύμια. Σε διάφορες γωνιές του Ελληνισμού διατηρείτε άσβεστη η παράδοση και ζωντανή η μνήμη ότι «κάποτε εδώ λειτουργούσε το Κρυφό Σχολειό». Ο ακούραστος ερευνητής Τάσος Γριτσόπουλος στο βιβλίο του «Σχολή Δημητσάνης» (Αθήναι 1962) αναφέρει ότι η λαϊκή παράδοση συνδέει το Κρυφό Σχολειό με την Ι. Μονή Φιλοσόφου της Δημητσάνης, με τη Μονή Στρατηγοπούλου ή Μονή Ντίλιου στο νησί των Ιωαννίνων, ενώ τοπωνύμιο Κρυφό Σχολειό υπάρχει και στην Ίο των Κυκλάδων στην παραλία του λιμένος, και μάλιστα κοντά σε σπήλαιο. Και επισημαίνει ο Γριτσόπουλος : «Ακριβώς τα λανθάνοντα, αλλά πάντοτε παρόντα στοιχεία ταύτα ανεύρεν εις την συνείδησιν του Έθνους ο Γύζης και εδημιούργησε τον περίφημο πίνακά του, το «Κρυφό Σχολειό» (σελ.26). Ο δε φιλόλογος και ιστορικός Σαράντος Καργάκος δηλώνει σχετικά στην εφημερίδα «Εξουσία» της 24/3/1998 : «Ότι είναι θρύλος δεν είναι ψέμα». Υποστηρίζει μάλιστα ότι στο χωριό Βέργοια Λακωνίας υπάρχουν δύο σημεία, που ο λαός ονομάζει «Κρυφά Σχολειά». Και συμπληρώνει : «Δεν είναι δυνατόν ένας ολόκληρος λαός να ψεύδεται». Στην Κρήτη επίσης υπάρχει ζωντανή ανάμνηση του Κρυφού Σχολειού στις Μονές Φανερωμένης, Τοπλού, Κρεμαστών, Καρδαμίτζας, Μεραμπέλλου κ.α.
Ορισμένοι αρνητές του «Κρυφού Σχολειού» προσπαθούν να αρνηθούν γενικότερα τη συμβολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη διατήρηση του εθνικού αισθήματος των υποδούλων. Τους διαψεύδουν όμως τα γεγονότα και οι πηγές. Ο Γάλλος περιηγητής και πολιτικός Victor Berard στο βιβλίο του «Τουρκία και Ελληνισμός – Οδοιπορικό στη Μακεδονία» (ελλην. Έκδοση Τροχαλία, Αθήναι 1987) γράφει ότι στην Αττάλεια της Μικράς Ασίας είδε το εξής φαινόμενο περί τα τέλη του 19ου αιώνος : «Μέσα στο Κάστρο οι χριστιανοί μιλούν μόνο τούρκικα και δηλώνουν Έλληνες. Απέξω οι μωαμεθανοί, απόγονοι των Τουρκομοραϊτών που στην διάρκεια της επανάστασης του 1821 έφυγαν από τη Μεθώνη και Κορώνη μιλούν μόνο ελληνικά». Οι χριστιανοί, λοιπόν, οι Ορθόδοξοι δήλωναν Έλληνες αν και είχαν χάσει την μητρική τους γλώσσα. Ακόμη και στη δύσκολη αυτή κατάσταση η Πίστη και η Εκκλησία διατηρούσαν την εθνική συνείδηση.
Ματαίως εξ άλλου προσπαθούν ορισμένοι να αρνηθούν την προσφορά της Εκκλησίας στην προετοιμασία και στην υλοποίηση των εθνικών οραματισμών και του Αγώνος. Τους διαψεύδουν οι πρωταγωνιστές των γεγονότων. Ο αγωνιστής Ιωάννης Μακρυγιάννης γράφει στα «Οράματα και Θάματα» (Αθήναι 1983, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, σελ. 163-4) : «Τ’ άγια τα μοναστήρια, οπού έτρωγαν οι δυστυχισμένοι… από τους κόπους των Πατέρων, των Καλογήρων. Δεν ήταν Καπιτσίνοι Δυτικοί, ήταν υπηρέτες των Μοναστηριών της Ορθοδοξίας. Δεν ήταν τεμπέληδες, δούλευαν και προσκυνούσαν (=λάτρευαν). Και εις τον αγώνα της πατρίδος σ’ αυτά τα μοναστήρια γινόταν τα μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τα ολίγα αναγκαία του πολέμου και εις τον πόλεμον θυσίαζαν και σκοτωνόταν αυτείνοι, οι ‘περέτες των μοναστηριών και των εκκλησιών. Τριάντα είναι μόνο με μένα οι σκοτωμένοι έξω εις τους πολέμους και εις το Κάστρο, το Νιόκαστρο και εις την Αθήναν».
Ένας άλλος δε σπουδαίος πολεμικός ηγέτης και αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων της Παλιγγενεσίας, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, βεβαιώνει με το δικό του τρόπο την συμπαράταξη του Κλήρου και του Λαού στις κρίσιμες για την Ανάσταση του Γένους στιγμές : «Πλησίον εις τον Ιερέα ήτον ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι» (Διήγησις συμβάντων ελληνικής φυλής, εκδ. Πάπυρος, Αθήναι, σελ. 29).
Τέλος αξίζει να τονισθεί ότι η Εκκλησία ήσκησε τα εκπαιδευτικά της καθήκοντα όχι μόνον υπό τον Οθωμανικό ζυγό, αλλά και κάτω από άλλους κατακτητές ελληνικών τόπων. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι στα Επτάνησα επί ενετοκρατίας Ορθόδοξοι κληρικοί και «νοδάροι» (συμβολαιογράφοι) δίδασκαν γράμματα και έπλαθαν τους ελάχιστους γραμματιζούμενους της εποχής.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας φρόντιζε επί τουρκοκρατίας να τονώνει το εθνικό συναίσθημα των ελληνοπαίδων ακόμη και με την προβολή ορισμένων αρχαίων προγόνων μέσω της αγιογραφίας. Ο τεκμηριωμένος και έγκυρος ιστορικός του Νέου Ελληνισμού Απόστολος Βακαλόπουλος γράφει σχετικά : «Οι νάρθηκες – σχολεία, λοιπόν, των εκκλησιών ήταν οι πιο κατάλληλοι τόποι, όπου θα ταίριαζε να ζωγραφηθούν ανάμεσα στους χριστιανούς αγίους οι μορφές των μεγάλων ειδωλολατρικών σοφών, προδρόμων του χριστιανισμού, συνήθεια παλιά βυζαντινή… Άραγε η τόνωση της παλιάς αυτής συνήθειας κατά τους αιώνες της τουρκοκρατίας οφείλεται σε μια λατρεία των ένδοξων προγόνων από τους ξεπεσμένους επιγόνους, σ’ ένα ρευστό και αδιαμόρφωτο ακόμη εθνικό κίνητρο;» (Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, έκδοση Β’, τόμος Β’, Θεσσαλονίκη 1976).

Μόνον όσοι αγνοούν ή διαστρεβλώνουν σκοπίμως τις ιστορικές πηγές και τα γεγονότα του νεοελληνικού βίου αμφισβητούν τον εθνικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό ρόλο της Εκκλησίας μας. Και μέσα σ’ αυτήν την γενικότερη αμφισβήτηση εντάσσεται και η άρνηση του Κρυφού Σχολειού. Η Εκκλησία μας, η Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν χρειάζεται το ψέμα, διότι έχει δώσει αίμα. Ούτε της χρειάζεται ο ΜΥΘΟΣ, διότι μπορεί και προβάλλει ΗΘΟΣ: Το ελληνορθόδοξο ΗΘΟΣ, το οποίο αποτελεί πνευματικό εξοπλισμό απαραίτητο και για την πορεία του Γένους προς τον 21ο αιώνα.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Α. ΗΣΑΝ ΟΙ ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΤΟΣΟ ΑΝΕΚΤΙΚΟΙ;
Επειδή αυτοί που ισχυρίζονται ότι το Κρυφό Σχολειό ήταν μύθος παρουσιάζουν συνήθως ρόδινη την εικόνα της Παιδείας και της ζωής γενικότερα κατά την τουρκοκρατία, παραθέτουμε ενδεικτικά αδιάψευτες ιστορικές πηγές που μιλούν για το εντελώς αντίθετο:

«Ορώ δε νυν μετοικήσαντα πάντα τα αγαθά από των ελληνικών τόπων και οικήσαντα εν υμίν, ή τε σοφία και αι των μαθημάτων επιστήμαι, αι τέχναι αι άριστοι, η ευγένεια, ο πλούτος, η παίδευσις και ο λοιπός των χαρίτων χορός. Ελληνικών δε χαρίτων το κλέος βαρύς ώλεσεν αιών» (γράφει ο Θεόδωρος Ζυγομαλάς τον 16ο αιώνα προς τον Γερμανό ελληνιστή Μαρτίνο Κρούσιο. Ίδε το βιβλίο του Κρουσίου Turkograecia, σελ. 94).
«Κάθε μέρα βλέπει κανείς εξισλαμισμούς στην Κόρινθο και οι κάτοικοι της πόλεως ή αν θέλετε του χωριού είναι σήμερα οι μισοί οθωμανοί. Μας διηγήθηκαν ακόμη, ανάμεσα στ’ άλλα, πως τρεις παπάδες τον περασμένο χρόνο τούρκεψαν» (J. Spon, Voyage d’ Italie et du Levant, Lyon 1688, τομ. Β’, σελ. 303).
Οι νάρθηκες των Εκκλησιών εχρησίμευον εις τα σχολεία των παίδων διδασκομένων βαναύσως πως τα κοινά λεγόμενα γράμματα υπό των ιερέων αυτών. Κατά δε τα τέλη του παρελθόντος αιώνος συνεστήθησαν μεν ελληνικά σχολεία εν Κωνσταντινουπόλει, Σμύρνη, Κυδωνίαις, Ιωαννίνοις, Χίω, αλλά ταύτα δεν διήρκεσαν επί πολύ, διότι η τουρκική εξουσία, ραδιουργούμενη υπό των Ιησουιτών, κατάστρεψαν αυτά…» (Χρήστου Βυζαντίου, Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών ων συμμετέσχεν ο τακτικός στρατός από του 1821 μέχρι του 1833. Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 1821, εκδ. Τσουκαλά, σελ. 14).
«Εκ των πολλών της Ανατολής χωρών, αίτινες επέπρωτο να καταπλακώθωσιν υπό την βαρείαν πλάκα της βαρβαρότητος και της αποξενώσεως παντός εθνικού χρήματος, πρωτίστως έλαβε δυστυχίαν να είναι η Μικρά Ασία ως πρωιμότερον απολέσασα την προγονικήν γλώσσαν και τα παρεπόμενα αυτή εθνικά αγαθά. Ακόμη και περί τα μέσα του ΙΗ’ αιώνος (1750) ουδαμού της Μικράς Ασίας υπήρχον σχολεία εκτός της Σμύρνης και της Καισαρείας. Πανταχού της Μικράς Ασίας γενική υπήρχεν αμάθεια και άγνοια των εν τοις ναοίς αναγιγνωσκομένων, άπερ κατά πατροπαράδοτον μόνον συνήθεια ήσαν εν χρήσει» (Δανιήλογλου, Πρόδρομοι της Αναγεννήσεως, Κωνσταντινούπολις 1865, σελ. 2-3).
«Εις τέτοιαν κακήν τύχην κατήντησε το παλαί ποτέ μακαριστόν γένος ημών των Γραικών, ότι μόλις ευρίσκεται τώρα διδάσκαλος όπου να’ ναι ικανός να διδάσκη τους νέους καν την γραμματικήν τέχνην (Νικόλαος Σοφιανός στον επίλογο της Γραμματικής του – 1544).

«Δεν βλέπετε οπού αγρίεψε το γένος μας από την αμάθειαν και εγίναμε ως Θηρία;».
(Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχές).

Β. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚ. ΔΡΑΓΟΥΜΗ
Και σαν αυθεντική μαρτυρία της ιστορικότητος του κρυφού σχολειού φυλάω την μαρτυρία του Νικολάου Δραγούμη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πανδώρα» του μηνός Ιανουαρίου 1855 (τόμος Ε’, σελ. 450 κ.ε.), όπου γράφει για τον πατέρα Μάρκο (1770-1854) ότι: «ως εάν έφερε μεγαλόσταυρον εις τον λαιμόν και ταινίαν εγκάρσιον εις το στήθος, εκαυχάτο πάντοτε ο πατήρ μου ότι εδάρη υπό του οθωμανού χάριν των ελληνικών γραμμάτων».
Και προσθέτει ο Νικόλαος Δραγούμης : «Ουχί μόνον κοπιώντες, αλλά και κινδυνεύοντες εσπούδαζον οι πατέρες ημών γράμματα. Έκαστος των Τούρκων και ο έσχατος, ως γνωστόν, είχε το δικαίωμα να τυραννεί, να φορολογεί και να φονεύει τους οπαδούς του Χριστού. Επειδή δε τα σχολεία διήγειραν τας υποψίας αυτών και κατέστρεφον παντοιοτρόπως, και διδάσκαλοι και μαθηταί εσοφίζοντο παντοίους επίσης τρόπους δια να αποφεύγωσιν την οργήν των. Και οσάκις συνήρχοντο εις το σχολείον, εις εξ αυτών ιστάμενος πλησίον του παραθύρου ως κατάσκοπος έστρεφεν ανήσυχος πανταχού το βλέμμα και έδιδεν προς τους άλλους την είδησιν ότι έβλεπεν οθωμανόν ερχόμενον μακρόθεν…»

(Κωνσταντίνου Γανωτή, φιλολόγου : «Το Κρυφό Σχολειό και ποιους ενοχλεί», περιοδικό ΕΚ ΠΕΤΡΑΣ, Αγ. Νικόλαος Κρήτης, σελ. 1224).

Γ. ΜΑΡΤΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

«Στον Άγιο Ιωάννη Μυλοποτάμου έζησε κι έδρασε κατά την πρώτη 50ετία της τουρκικής κατάκτησης του νησιού (17ος αιών) ένας ανώτερος αξιωματικός των γενιτσάρων ο Χουσεΐν Μπέης, που ήλθε κι εγκαταστάθηκε εδώ από την Κωνσταντινούπολη. Ο Τούρκος αυτός άρχοντας ήταν ελληνικής καταγωγής και κρυπτοχριστιανός. Παντρεύτηκε μια ελληνίδα σκλάβα του, την οποία εξαγόρασε αντί 100 παράδων. Ο γιος του Μουσταφά Χατζη-Χασάν Ογλού διδάχθηκε τα ελληνικά γράμματα από τους μοναχούς της Μονής Δισκουρίου Μυλοποτάμου. Δεν μπορεί, φαντάζομαι, να ισχυρισθεί κανείς ότι ένα τουρκόπουλο θα πήγαινε φανερά σ’ ένα ελεύθερο και δημόσιο ελληνικό σχολείο, για να μάθει ελληνικά γράμματα! Πώς θα το ανέχονταν οι Τούρκοι κάτι τέτοιο;»

(Γιάννη Χριστάκη: Το Κρυφό Σχολειό δε θάβεται, περιοδ. Εκπαιδευτικοί Προσανατολισμοί, Φθινόπωρο 1995).

«Αρκούμεθα λοιπόν στην εμπειρία, η οποία αφορά τον παππού μου. Καταγόταν από ένα μικρό ορεινό χωριό απομονωμένο αιώνες από τον υπόλοιπο κόσμο, ήταν παπάς και πέθανε σε πολύ μεγάλη ηλικία (νομίζω περνούσε τα ενενήντα) το 1952. Θα πρέπει δηλαδή να είχε γεννηθεί γύρω στο 1860. Ήξερε να γράφει και να διαβάζει άνετα. Φυσικά δεν είχε φοιτήσει σε κανονικό σχολείο γιατί οι Τούρκοι επέτρεψαν την μεν ίδρυσή τους μόλις το 1858, αλλά η οργάνωση, ευρύτερη διάδοση και λειτουργία των βράδυνε αισθητά, πραγματοποιηθείσα σταδιακά μετά το 1874. Στο δε χωριό του παππού ιδρύθηκε σχολείο το 1903.
Όταν δε (τελειόφοιτος Γυμνασίου εγώ), τον ρώτησα που έμαθε να γράφει και να διαβάζει και σε ποιο σχολείο εφοίτησε, μου απάντησε ότι πήγαινε στο «Κρυφό Σχολειό» της Καρδαμούτσας. Καρδαμούτσα για τους μη γνωρίζοντες είναι ένα μοναστήρι στο Βόρειο Μεραμπέλο, το οποίο ιδρύθηκε κατά την ενετοκρατία και πριν το 1617 κοντά στην Μονή Αρετίου. Και ενώ το Αρέτι ήταν ο οικονομικοδιοικητικός παράγοντας της περιοχής, έχοντας ενσωματώσει (δορυφοροποιήσει) όλα τα γύρω μοναστήρια, η Καρδαμούτσα (οι μοναχοί της ήσαν οι πιο μορφωμένοι) που δεν απορροφήθηκε ποτέ από το Αρέτι, αποτελούσε την «πνευματική εστία» όπου μάθαιναν γράμματα…»

(Επιστολή του συγγραφέως Γιώργου Πρατσίνη στο περιοδικό «Εκπαιδευτικοί Προσανατολισμοί», Φθινόπωρο 1995).

Δ. Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ

«Μετά την κατάκτηση του τόπου μας από τους Τούρκους και μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα, βαθύ πνευματικό σκοτάδι σκέπαζε όλες τις τουρκοκρατούμενες χώρες, φυσιολογικά και τον χώρο μας.
Την εποχή αυτή η παιδεία κατατρεγμένη από τον άγριο και βάρβαρο κατακτητή βρήκε άσυλο στα μοναστήρια και στους νάρθηκες των εκκλησιών. Ταπεινοί μοναχοί δίδασκαν τα ελληνόπουλα τα λίγα, αλλά τόσο απαραίτητα γράμματα, που περιορίζονταν στην ξερή ανάγνωση περικοπών από θρησκευτικά βιβλία, σε λίγη γραφή και αποστήθιση διαφόρων προσευχών».

(Μονή Αρνάκου, Πολύτσανης) (Ομιλία του Βορειοηπειρώτη ελληνοδιδασκάλου Βασίλη Κουτσού, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «2000», Αργυρόκαστρο, Ιούνιος 1998).


Ε’ ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ ΕΠΙ ΙΤΑΛΟΚΡΑΤΙΑΣ

Στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της 16.6.1998 δημοσιεύθηκε η ακόλουθη επιστολή, η οποία αναφέρεται στην λειτουργία «Κρυφών Σχολειών» στα Δωδεκάνησα και μετά την τουρκοκρατία, δηλαδή επί ιταλοκρατίας. Αξίζει να διαβασθεί, διότι καταδεικνύει ότι ο εθνικός ρόλος της Εκκλησίας μας δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο:


ΤΑ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΑ ΣΤΗΝ ΡΟΔΟ
«Με αφορμή τα όσα γράφονται στην στήλη της εφημερίδας σας για το «Κρυφό Σχολειό» της τουρκοκρατίας, θα μου επιτρέψετε συμπληρωματικά να αναφερθώ με συντομία, στο πότε και κατά ποιον τρόπο λειτούργησε κατά την φασιστική κατοχή η μορφή αυτή του σχολείου, στην επαρχία της Ρόδου. Το 1937, ο πολύς Ντε Βέκκι, τετράρχης του φασισμού και Γενικός Διοικητής Δωδεκανήσου, 1936-1940, έχοντας ελεύθερο το πεδίο και εκμεταλλευόμενος την ισχυροποίηση της Ιταλίας σε διεθνές επίπεδο, στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, επιδίδεται συστηματικότερα στον εξιταλισμό των πάντων στη Δωδεκάνησο, αρχίζοντας από τον ευαίσθητο τομέα της Παιδείας. Και κατά τρόπον απροσχημάτιστο, τον Ιούλιο του έτους εκείνου, καταργεί με κυβερνητικό Διάταγμα το από αιώνων κρατούν εκπαιδευτικό καθεστώς. Όλα ανεξαιρέτως τα ελληνικά σχολεία της Δωδεκανήσου μετατράπηκαν σε ιταλικά και αντί των Δωδεκανησίων που παύθηκαν, ήρθαν φανατικοί Ιταλοί εκπαιδευτικοί, επιλεγμένοι από το φασιστικό καθεστώς.
»Μπροστά σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα έλαμψε η ελληνική επινοητικότητα, σε όλο της το μεγαλείο. Ο Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος δραστηριοποιείται ενεργότερα και εκμεταλλεύεται ορισμένες συγκυρίες. Επιδέξια και αθόρυβα αποσπά, το 1938, με νωπή ακόμη τη μελάνη της υπογραφής του Διατάγματος, που καθιέρωνε τη σκληρή φασιστική εκπαιδευτική πολιτική, τη συγκατάθεση του Τοποτηρητή του φασιστικού καθεστώτος στη Δωδεκάνησο, να διδάσκεται και στα παιδιά των χωριών το Θρησκευτικό μάθημα στις εκκλησίες κάθε Κυριακή, με τη διευρυμένη μορφή του Κατηχητικού. Ας σημειωθεί ότι τα Κατηχητικά, μέσα στις εκκλησίες, στην πόλη της Ρόδου, λειτουργούσαν από το 1934, κατά τρόπον όμως υποτυπώδη. Το 1938 επεκτάθηκαν σε όλο το γεωγραφικό χώρο της επαρχίας Ρόδου.
»Η παραπάνω άδεια του Ντε Βέκκι για τα Κατηχητικά, δόθηκε με τον όρο, ότι το μάθημα θα γινόταν μέσα στην εκκλησία και θα χρησιμοποιούνταν ως δάσκαλοι, κληρικοί. Είναι η εποχή, που ο κάθε ιερωμένος στην ύπαιθρο, ή την πρωτεύουσα της Ρόδου, ανεξάρτητα από το βαθμό μόρφωσής του, πρόσφερε στους συγχωριανούς του, αλλά και στη διατήρηση των ιερών και οσίων υπηρεσίες ισάξιες των ιερωμένων του Γένους.
»Στα σκοτεινά εκείνα χρόνια διδάσκονταν τα Ροδιτόπουλα κάθε Κυριακή, μέσα στην εκκλησία, τα ελληνικά γράμματα, κάτω από το πρόσχημα των Θρησκευτικών. Παράλληλα με το Κατηχητικό, ιδρύθηκαν και Χορωδίες Βυζαντινής Μουσικής, που αποτέλεσαν κίνητρο, όχι μόνο για την προσέλκυση μεγάλου αριθμού παιδιών στο Κατηχητικό, αλλά και άλλων ενηλίκων κατοίκων στην εκκλησία. Το Κατηχητικό λειτουργούσε κανονικά κάθε γιορτή και Κυριακή. Μια δυο φορές το χρόνο γινόταν επιθεώρηση από τη Μητρόπολη. Τηρούνταν φύλλα προόδου και μοιράζονταν Συνόψεις, Συνέκδημοι και άλλα θρησκευτικά βιβλία που χρησιμοποιούνταν σαν Αναγνωστικά. Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε, ότι τα Κατηχητικά μεταβλήθηκαν πράγματι σε «Κρυφό Σχολειό». Έτσι με τα δεδομένα αυτά, γίνεται φανερό ότι η Εκκλησία στην επαρχία Ρόδου, υπό το πρόσχημα των Κατηχητικών Σχολείων, βρήκε τρόπον εύσχημο, ένα «μονοπάτι», ώστε να επαναρχίσει, έστω και περιορισμένα, η λειτουργία των ελληνικών σχολείων στη Ρόδο, καθώς και σε άλλα νησιά της Δωδεκανήσου.
»Το Πατριαρχείο επιδοκίμασε τη λειτουργία των Κατηχητικών και με απόφαση της Ιεράς Συνόδου, εξέφρασε την ευαρέσκειά του προς τον Μητροπολίτη Τρύφωνος. Και η Πολιτεία μεταπελευθερωτικά αναγνώρισε τους τίτλους σπουδών».

ΚΥΡΙΑΚΟΣ Ι. ΦΙΝΑΣ
Πρόεδρος Κοινότητος Λίνδου-Ρόδου

(Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος)


http://www1.antibaro.gr
Ω πανύμνητε μήτερ, η τεκούσα των πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον, δεξαμένη την νυν προσφοράν, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας, και της μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τους Σοι βοώντας.
User avatar
marjory
Site Admin
 
Posts: 3310
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:29 am

Re: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΝΕΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Unread postby marjory » Sat Nov 26, 2011 11:00 am

από Iwn-Ioustinos την Σάβ Φεβ 19, 2011 3:32 pm

Η ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΗΡΩΙΣΜΟΥ ΣΤΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΤΟΥ ΣΚΑΪ ΓΙΑ ΤΟ 1821

Τι να πεις για το 3ο επεισόδιο της σειράς του Σκάϊ. Από πού να ξεκινήσεις και από πού να αρχίσεις. Παρόλο που το επεισόδιο λεγόταν «η Εξέγερση», εμείς το μόνο που βλέπαμε, τους κακούς Έλληνες να σφάζουν τους Τούρκους και Εβραίους αμάχους, πλιατσικολόγοι ο Κολοκοτρώνης και η Μπουμπουλίνα, αδύναμος ο Δημήτριος Υψηλάντης, οι Τούρκοι να κάνουν αντίποινα στους Έλληνες της Πόλης και τέλος μάθαμε ότι τελικά η «Αγία Λαύρα» ήταν εφεύρημα του Πούκεβιλ. Το μεγαλύτερο δε κίνητρο για να κατέβουν στον αγώνα ήταν η...γη.....το στρέμμα.

Αμ το άλλο που είπε ο Τούρκος….

Για να περάσει λέει ο Τουρκικός Στρατός και να φτάσει στην Ελλάδα, έπρεπε να περάσει από την Μακεδονία και την Θεσσαλία…..τι λέτε ωρέ!!!


Αυτό είναι δηλαδή το κάτι καινούργιο που θέλει να μας δείξετε;

Που νομίζετε ότι απευθύνεστε;

Η μετανεωτερική ιστοριογραφία απεχθάνεται τις χρονολογίες και τις ημερομηνίες και τα θεωρεί συντηρητική αντίληψη. Εδώ όμως επιβεβαιώνει τον Έβανς που έγραψε ότι πέφτουν σε αντιφάσεις. Και αντίφαση είναι να δείχνεις την λανθασμένη χρονολογική ακολουθία Μονεμβασία-Πόλη-Τριπολιτσά σε ότι αφορά τις σφαγές, ενώ το σωστό είναι Πόλη-Μονεμβασία-Τριπολιτσά. Για αυτό και δεν αναφέρουν την χρονολογία των συμβάντων αλλά και για αυτό χτυπούν την ημερομηνία έναρξης της Επανάστασης. Ο κόσμος πλέον ξέρει τι του γίνεται αλλά και τι προσπαθείτε να του σερβίρετε. Αλήθεια, το «Ελευθερία ή Θάνατος» δεν θα έπρεπε να αναφερθεί, εμπνευσμένο μάλιστα από τη Γαλλική Επανάσταση που λιβανίζατε τόσο στο πρώτο επεισόδιο;

Αυτό που προξενεί εντύπωση είναι η επίθεση-αποδόμηση στις προσωπικότητες της Επανάσταση. Η αρχή έγινε με τον ο Αλ. Υψηλάντη και την Μπουμπουλίνα. Θα ακολουθήσει ο Κολοκοτρώνης (μας προετοίμασε ήδη ο Τατσόπουλος με τις γνωστές δηλώσεις) και δεν ξέρω ποιος άλλος. Γιατί όμως αυτή η επίθεση; Γιατί η αποδόμηση του ηρωισμού και η εξίσωση του ραγιά με τον δυνάστη;

Την απάντηση την έχει δώσει στο παρελθόν η γνωστή για τις ακραίες μετανεωτερικές της αντιλήψεις, Άννα Φραγκουδάκη:

«...είναι μεγάλη ανάγκη να βρεθούν τρόποι ώστε να απαλλαγεί ο κόσμος από τη βάρβαρη αξία του ηρωισμού, έτσι ώστε η ανθρώπινη κοινωνία να μην παράγει πια ήρωες κανενός είδους. Είναι μεγάλη ανάγκη, γιατί ο κάθε προέλευσης ήρωας εξ ορισμού περιφρονεί την ανθρώπινη ζωή ακόμα και τη δική του. Για να απαλλαγεί όμως ο κόσμος από την παραδοσιακή αξία του ηρωισμού, θα πρέπει να συμβάλουν όλοι στην καταπολέμηση αυτών των βάρβαρων προτύπων (που καθόλου δεν περιορίζονται σε μερικές ομάδες φανατικών ή οπαδών του θανάτου και των αγκυλωτών σταυρών). Θα πρέπει να συμβάλουν στην καταπολέμηση των ξεπερασμένων προτύπων ηρωισμού όλοι οι θεσμοί, όλοι οι πολίτες και όλα τα κόμματα και οι πολιτικές ομάδες.»


Επειδή τα πολλά λόγια είναι φτώχια, και επειδή αυτοί τους μύθους που θέλουν να τους κάνουν ιστορία, ας δούμε τα αίτια της εξέγερσης, σύμφωνα με τις δύο από τις πιο κορυφαίες πηγές σε ότι αφορά την Επανάσταση του Ελληνικού Έθνους:

Γενικό λοιπόν συμπέρασμα: Κοινή είναι η διαπίστωση ότι η ιδέα της ελληνικής επαναστάσεως ξεκίνησε με την πρωτοβουλία ιδίως των αστών του εξωτερικού, των μικροαστών, κατά τη γνώμη μου, αλλά ο αγώνας πραγματοποιήθηκε με τις δυνάμεις όλου του στρατευμένου έθνους και ιδίως των βιο­τεχνών, γεωργών και βοσκών, όπως θα δούμε, γιατί αυτοί αποτελούσαν και τη μεγάλη πλειοψηφία του.

[Απόστολος Βακαλόπουλος, τόμος 5ος, Ελληνική Επανάσταση 1813-1822, σελ 50]

και:
Η Ελληνική Επανάσταση ήλθε ύστερα από άλλες μικρότερες επαναστάσεις, τοπικές εξεγέρσεις και αδιάκοπη σχεδόν ανταρσία επάνω στα βουνά εναντίον του Οθωμανού δυνάστη και ύστερα από μακρότατη ιδεολογική προετοιμασία. Για την πραγματοποίηση της και για την επιτυχία της συνέβαλε η μεγάλη πρόοδος των Ελλήνων, ιδίως κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αϊ. και τις πρώτες του 19ου, που εξασφάλισαν στο Έθνος υλική δύναμη και αυτοπεποίθηση, πολιτική αυτοσυνείδηση και ηθικό φρονηματισμό. Για την αποτόλμησή της συνέβαλαν αποφασιστικά, εκτός από την εθνική επαναστατική παράδοση, και οι επαναστατικές ιδέες της εποχής, διάχυτες ύστερα από τη Γαλλική Επανάσταση, πού είχαν μάλιστα τότε και ειδικούς φορείς τις μυστικές επαναστατικές εταιρείες. Προήλθε άρα η Ελληνική Επανάσταση από την επενέργεια παραγόντων κοινωνικοοικονομικών και προπάντων παραγόντων ιδεολογικών, δηλαδή του πατριωτισμού της γενεάς εκείνης των Ελλήνων και του επαναστατικού φρονήματος μεγάλου μέρους της, κατά τις παραμονές του 1821.

[Εκδοτική Αθηνών, Ιστορία του ελληνικού έθνους, τόμος IA, σελ 8]

Όλο το εγχείρημα της σειράς του Σκάϊ, στοχεύει στο να παρουσιάσει την επανάσταση ως μία καθαρά ωφελιμιστική διαδικασία για όλους τους ανώνυμους και επώνυμους. Δεν ήταν έτσι κύριοι.


Ως ήρωας ή ηρωίδα στη παράδοση αλλά και ως σύγχρονο κοινωνικό αρχέτυπο εννοείται κάποιος άνδρας ή γυναίκα , που μπορεί να εμφανίζεται παραδοσιακά ως πρωταγωνιστής ενός μύθου, ενός θρύλου ή έπους και που κατέχει ικανότητες μεγαλύτερες από εκείνες που κατέχει ο μέσος άνθρωπος. Αυτές οι ικανότητες τον βοηθούν να εκτελέσει ασυνήθιστες και παράτολμες ηρωικές πράξεις για τις οποίες γίνεται γνωστός/η. Με το να αφήνεις όμως σκιές και υπονοούμενα για ήρωες της Επανάστασης δεν είναι πειστικό επιχείρημα. Το καλύτερο επιχείρημα δεν είναι αυτό που μας αρέσει ή εκείνο που παρουσιάζεται με τον πειστικότερο τρόπο αλλά εκείνο που λαμβάνει υπ' όψιν του όλα τα διαθέσιμα στοιχεία. Όπως είπε η Ελληνίστρια Μαίρη Λέφκοβιτς στο «Μάθημα Ιστορίας»(σελ 157) ότι «τα στοιχεία είναι εκείνα που μας παρέχουν να διακρίνουμε την ακριβή από την ανακριβή επιστημονική έρευνα». Η έρευνα του Σκάϊ δεν χρησιμοποιεί όλα τα στοιχεία, αλλά μόνο τα «ωφελιμιστικά».


Τουλάχιστον αποδείξετε το στην πράξη προσκαλώντας ιστορικούς και μελετητές που αντιτίθεται σε αυτά που δείχνει η σειρά. Κάντε ωφέλιμο διάλογο και όχι ωφελιμιστική παρωδία. Eίμαι εναντίον της όποιας απόκρυψης στοιχείων από ένα ιστορικό γεγονός που έχει σαν σκοπό τον υπερσχετικισιμό της ήδη ειλημμένης ιστορικής και συνήθως δογματικής άποψης.


Κλείνοντας θα ήθελα να απευθυνθώ στους ιστορικούς συντελεστές-συμβούλους της σειράς (βιβλίων και εκπομπής), σε εκείνους οι οποίοι δίνουν τεράστια μάχη στην προσπάθεια της αποδόμησης που επιχειρείται τα τελευταία 10 χρόνια από τους εθνομηδενιστές: όταν οι υποστηρικτές της αποδόμησης, είναι αυτοί που σήμερα υπερασπίζουν το ιστορικό περιεχόμενο την σειράς, τότε κάτι δεν πάει καλά.

http://akritas-history-of-makedonia.blogspot.com
Ω πανύμνητε μήτερ, η τεκούσα των πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον, δεξαμένη την νυν προσφοράν, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας, και της μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τους Σοι βοώντας.
User avatar
marjory
Site Admin
 
Posts: 3310
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:29 am

Re: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΝΕΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Unread postby marjory » Sat Nov 26, 2011 11:00 am

από Iwn-Ioustinos την Σάβ Φεβ 19, 2011 3:33 pm

Το Έγγραφο του Σουλτάνου για την εκτέλεση του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου του Ε'

«Επειδή χρέος των ανωτέρων και των αρχηγών, οιουδήποτε έθνους, είναι το επαγρυπνείν νυχθημερόν επί των εις την επιτήρησιν αυτών εμπεπιστευμένων προσώπων, το πληροφορείσθαι περί πασών των πράξεων αυτών και αναφέρειν εις την κυβέρνησιν πάντα τα μεταξύ αυτών ανακαλυπτόμενα εγκλήματα και οι Πατριάρχαι, όντες επίσης, ως εκ της θέσεως αυτών, ανώτεροι και αρχηγοί των υπηκόων, οίτινες ζώσιν εν ασφαλεία υπό την σκιάν της αυτοκρατορικής εξουσίας, οφείλουσιν, ίνα προ πάντων ώσιν άμωμοι, έντιμοι, χρηστοί και ειλικρινείς κεκτημένοι δε τας ιδιότητας ταύτας, αφ' ου εννοήσωσι τας αγαθάς και κακάς κλίσεις λαού τίνος, οφείλουσιν, ίνα προλαμβάνωσιν εγκαίρως τας κακάς δι' απειλών τε και συμβουλών, εν ανάγκη δια τιμωριών κατά τα παραγγέλματα της θρησκείας αυτών, και πληρούσιν ούτω μέρος της ευγνωμοσύνης ην οφείλουσι τη υψηλή Πύλη δια τας ευεγερσίας και τας ελευθερίας, ην απολαύουσιν υπό την αγοθοεργόν αυτής σκιάν.

Αλλ' ο άπιστος Έλλην Πατριάρχης, όστις όμως έδωκε προηγουμένως τοσαύτα αφοσιώσεως δείγματα, δεν ηδυνήθη να μη συμμεθέξη νυν εις τας στάσεις και την επανάστασιν του έθνους αυτού, επιχειρισθείσαν υπό διαφόρων διεφθαρμένων ανθρώπων, επιλαθομένων εαυτών και παρασυρομένων υπό διαβολικών και χιμαιρικών ιδεών χρέος δε αυτού ην, όπως διδάξη τους αμαθείς, ότι προέκειτο ενταύθα περί επιχειρήσεως ματαίας, ουδέποτε δυναμένης ίνα πραγματοποιηθή, επειδη τα κακα σχέδια ουδέποτε θριαμβεύουσι κατα της μωαμεθανικης ισχύος και θρησκείας, λαβουσών την ύπαρξιν αυτών παρά του θεού από χιλίων και πλέον ετών, και διατηρηθησομένων μέχρι της τελευταίας κρίσεως, ως βεβαιεί ημάς ο ουρανός δια αποκαλύψεων και θαυμάτων. Εν τούτοις ένεκα της διαφθοράς της καρδίας αυτού ου μόνον δεν εγνωστοποίησεν, ουδ' ετιμώρησε τους απλούς ανθρώπους, οίτινες επλανήθησαν, αλλά, κατά πάσαν πιθανότητα, αυτός ο ίδιος μετέσχε κρυφίως ως αρχηγός της επαναστάσεως, ώστε αναποφεύκτως σχεδόν άπαν το Ελληνικόν έθνος, εν υπάρχουσι πολλοί αθώοι και δυστυχείς υπήκοοι, ουδέ την ελαχίστην ταύτης γνώσιν έχοντες, θέλει καταστραφή ίσως εκ θεμελίων και καταστή το αντικείμενον της οργής του Θεού.


Όταν η αστυνομία επληροφορήθη περί της επαναστάσεως, και αφ' ου αυτή εγνώσθη υπό του κοινού, η υψηλή Πύλη, υπό μόνης της συμπαθείας προς τους δυστυχείς αυτής υπηκόους ορμουμένη, εζήτησεν ίνα επαναγάγη αυτούς δια της γλυκύτητος εις την οδόν της σωτηρίας, και διεύθυνεν επί τούτω προς τον Πατριάρχην προσταγήν, διαλαμβάνουσαν διαταγάς και συμβουλάς αναλόγους προς τον σκοπόν τούτον, μετά διαταγής προς τον Πατριάρχην, όπως αναθεματίση πάντα τα μέρη του τόπου, ένθα ο τρόπος ούτος κατέστη αναγκαίος κατά των συμμετασχόντων της επαναστάσεως υπηκόων.


Άλλ' αντί να δαμάση αυτούς, και πρώτος αυτός να επανέλθη εις το χρέος αυτού, αυτός ο άπιστος υπήρξεν υπέρ πάντα άλλον ο άξων πασών των αταξιών, των μέχρι του δεδιαταραξασών την κοινήν ησυχίαν, επείσθημεν, ότι και αυτός εγεννήθη εις Πελοπόννησον, και ότι συμμετέσχε πασών των βιαίων πράξεων, ας τινές υπήκοοι πεπλανημένοι έπραξαν εκεί και εις την επαρχίαν των Καλαβρύτων. Ούτω λοιπόν αυτός ο ίδιος υπήρξεν αίτιος της εξοντώσεως και της απωλείας, ην βεβαίως θέλουσιν υποστεί τη βοήθεια του Θεού.

Επειδή δε επείσθημεν απανταχόθεν περί της προδοσίας αυτού ου μόνον κατά της υψηλής Πύλης, αλλά και κατά του ιδίου αυτού έθνους, αναγκαίον κατέστη, όπως αφαιρεθή το σώμα του από της γης και δια τούτο απηγχονίσθη, ίνα χρησιμεύση εις παράδειγμα δια τους λοιπούς.»


Εξεδόθη την 19 του μηνός Ρετζέπ έτος 1230


(10 Απριλίου 1821)

Η κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου απαγχονίστηκε ο Γρηγόριος Ε´, παραμένει κλειστή και σφραγισμένη μέχρι και σήμερα, σε ένδειξη τιμής. Στο Πατριαρχείο εισέρχεται κανείς από τότε μόνο από τις πλάγιες πύλες.

http://oimos-athina.blogspot.com
Ω πανύμνητε μήτερ, η τεκούσα των πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον, δεξαμένη την νυν προσφοράν, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας, και της μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τους Σοι βοώντας.
User avatar
marjory
Site Admin
 
Posts: 3310
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:29 am

Re: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΝΕΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Unread postby marjory » Sat Nov 26, 2011 11:02 am

από broxopoios την Παρ Μαρ 25, 2011 10:44 pm

'ΟΙ ΡΟΤΣΙΛΝΤ ΤΟ 1821 ΚΑΤΑΧΡΕΩΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ'


Ω πανύμνητε μήτερ, η τεκούσα των πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον, δεξαμένη την νυν προσφοράν, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας, και της μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τους Σοι βοώντας.
User avatar
marjory
Site Admin
 
Posts: 3310
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:29 am

Re: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΝΕΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Unread postby marjory » Sat Nov 26, 2011 11:02 am

από broxopoios την Παρ Μαρ 25, 2011 10:48 pm

25 Μαρτίου - Αγία Λαύρα: Μύθοι;

Γεώργιος Κεκαυμένος

Αντίβαρο, Ιούνιος 2007

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΕΧΕΙ ΜΕΤΑΦΕΡΘΕΙ ΣΤΟ ΝΕΟ ΑΝΤΙΒΑΡΟ




Με αιχμή του δόρατος το γνωστό πλέον σε όλους βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, διεξάγεται μια ολομέτωπη επίθεση της προοδευτικής ιστοριογραφίας ενάντια σε κάθε εθνικό «μύθο», δηλαδή ενάντια σε καθετί που θέλει την εκκλησία να έχει μια ουσιαστική συμβολή στην διάσωση της ελληνικότητας του γένους μας κατά τα τετρακόσια χρόνια της τουρκικής κατοχής, αλλά και στο ξέσπασμα της επανάστασης του 1821. Ένας από αυτούς τους μύθους, που υποτίθεται πως συντηρούνται μέχρι σήμερα κατεξοχήν από την εκκλησία, είναι και η ύψωση του λάβαρου της επανάστασης από τον Π.Π. Γερμανό στις 25 Μαρτίου 1821 στην Αγία Λαύρα. Αλλά ο κύριος μύθος είναι η ίδια η ημερομηνία της 25ης Μαρτίου, διότι κατ’ αυτούς η επανάσταση είχε ξεκινήσει κάποιες μέρες νωρίτερα, ενώ η 25η Μαρτίου επιλέχθηκε μετά από αρκετά χρόνια, μόνον και μόνον για να συνδεθεί η εκκλησία με την επανάσταση, παρ’ όλο που στην αρχή την είχε καταδικάσει και αφορίσει.

Ας δούμε όμως από κοντά τα δύο αυτά γεγονότα, ώστε να διαπιστώσουμε το αν και κατά πόσον είναι μύθοι, και σε κάθε περίπτωση ποιος είναι υπεύθυνος για την όποια παραχάραξη ή διαστρέβλωση που έχουν τυχόν υποστεί.



25η Μαρτίου




Κατά τους αποδομητές ιστορικούς, η 25η Μαρτίου επιλέχτηκε ως ημερομηνία για τον εορτασμό της Ελληνικής Επανάστασης μόλις «το 1838 […] χωρίς πάντως την ακρίβεια που επέβαλλε η ιστορική έρευνα και τα πραγματικά γεγονότα». Και αυτό γιατί «τα γεγονότα υπαγόρευαν την επιλογή είτε της 24 Φεβρουαρίου, με την εκδήλωση του κινήματος του Υψηλάντη, ή έστω της 23 Μαρτίου, όταν ξεσπά η επαναστατική δράση στην Πελοπόννησο». Και επειδή «η ισχύς του συμβολισμού επικράτησε των πορισμάτων της έρευνας», «σήμερα κανένας δεν πιστεύει πλέον ότι η Ελληνική Επανάσταση κηρύχθηκε όντως την 25η Μαρτίου 1821 ούτε ότι αυτό συνέβη στην Αγία Λαύρα». Και ποιος επέβαλλε τελικά την 25η Μαρτίου ως ημέρα για να γιορτάζεται η επανάσταση; Η εκκλησία, φυσικά, για να επιτευχθεί τελικά «η σύνδεση … της εθνικής επετείου με τη θρησκευτική εορτή και τους συμβολισμούς για το έθνος που συνεπαγόταν ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου»[1]. Έτσι, η 25η Μαρτίου είναι συνολικά ένας θρύλος που «σαφώς εφευρέθηκε εκ των υστέρων για να συνδεθεί η Επανάσταση με την υπόσχεση της Ελεύσεως του Σωτήρα κατά τον Ευαγγελισμό της Μαρίας και βέβαια για να συνδεθεί η Επανάσταση (που κατ’ αρχάς έγινε με δεδηλωμένη αντίρρηση της επίσημης Εκκλησίας) με την ευλογία της εκκλησιαστικής ηγεσίας»[2].

Με τα λόγια του Β. Κρεμμυδά: «Στις 25 Μαρτίου δε συνέβη τίποτε, απολύτως τίποτε. Εορτάζεται όμως την ημέρα εκείνη ο συμβολισμός της γέννησης (sic!) του Χριστού -ας εορτασθεί μαζί και ο συμβολισμός της γέννησης του ελληνικού κράτους, ο συνδυασμός των δύο κάτι θα αφήσει στη σκέψη. Τι είναι όλα αυτά; Τυχαία δεν είναι, ούτε αθώα, ούτε ουδέτερα. Είναι μέρος ενός τεράστιου μηχανισμού που εκφράζει ένα πλήθος από σχέσεις, με κυριότερη τη σχέση στο επίπεδο της εξουσίας -των εξουσιών καλύτερα, πολιτικών, οικονομικών, εκκλησιαστικών, και όλες συμπυκνώνονται σε μία, στην κρατική εξουσία. Μέσα απ' αυτήν εκφράζονται όλες οι άλλες»[3]. Φυσικά, πρώτο και καλύτερο γρανάζι του μηχανισμού αυτού είναι, «η Εκκλησία», που μαζί με όλες τις βαθιά συντηρητικές δυνάμεις «έχουν κατασκευάσει τις οχυρώσεις της εξουσίας τους με ιστορικά ψεύδη και γι’ αυτό η αλήθεια για το παρελθόν είναι ο εχθρός τους»[4]. Στην πραγματικότητα «η Επανάσταση άρχισε σε δύο ημερομηνίες. Στις 22 Φεβρουάριου, στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και στις 23 Μαρτίου στην Καλαμάτα. Όμως επειδή ήθελαν να συνδεθεί η εθνική εορτή με την Εκκλησία, προτίμησαν την 25η Μαρτίου που είναι και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Αυτό είναι το γεγονός»[5].



Είναι όμως αυτό το γεγονός;



Απολύτως όχι. Η 25η Μαρτίου δεν ορίσθηκε ως ημερομηνία για την έναρξη της επανάστασης το 1838, για να εξυπηρετηθεί η εκκλησία και τα όποια ιδιοτελή συμφέροντά της, όπως ισχυρίζονται με τόση βεβαιότητα οι… ειδικοί, αλλά το 1820. Ναι. Η 25η Μαρτίου είχε οριστεί ως ημερομηνία για την έναρξη της επανάστασης ήδη από το 1820. Και όχι από κάποιον μεμονωμένο αγωνιστή ή αγωνιστές, ή γενικά από τους επαναστατημένους Έλληνες, αλλά από τον ίδιο τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Και θα το ήξεραν αυτό οι καλοί ιστορικοί μας, αν είχαν κάνει τον κόπο να διαβάσουν τα απομνημονεύματα των αγωνιστών του ’21, με πρώτα και καλύτερα αυτά του Κολοκοτρώνη[6], ή την Ιστορία του Τρικούπη[7], ή έστω την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους[8], αυτό το «έργο αναφοράς»[9], όπως οι ίδιοι ομολογούν ότι είναι, «το καμάρι μας»[10], όπως οι ίδιοι την χαρακτηρίζουν.

Και γιατί ο Αλέξανδρος Υψηλάντης επέλεξε αυτήν ειδικά την ημερομηνία για τον ξεσηκωμόν του γένους, και όχι οποιανδήποτε άλλη; Μα ακριβώς επειδή συνέπιπτε με την γιορτή του Ευαγγελισμού, στην οποία γιορτή ο Υψηλάντης και πάλι ήθελε τώρα να δώσει μια καινούργια συμβολική σημασία για το έθνος, «ως ευαγγελιζομένην την πολιτικήν λύτρωσιν του ελληνικού έθνους»[11].

Γι’ αυτό και ο Κολοκοτρώνης είχε πάρει ήδη από το 1820 γράμματα από τον Υψηλάντη, με τα οποία εκείνος τον πληροφορούσε ότι η ημέρα του ξεσηκωμού θα ήταν η 25η Μαρτίου, ώστε να είναι μέχρι τότε έτοιμος: «… εις τα ’20 με ήλθαν γράμματα από τον Υψηλάντη δια να είμαι έτοιμος, καθώς και όλοι οι εδικοί μας. 25 Μαρτίου ήτον η ημέρα της γενικής επαναστάσεως»[12]. Και από εκείνη την στιγμή μέχρι τον Μάρτη ο Κολοκοτρώνης, πιστός στον μεγάλο αρχηγό, πραγματικά μηνούσε σ’ όλον τον Μοριά «…την ημέραν του Ευαγγελισμού να είναι έτοιμοι, και κάθε επαρχία να κινηθή»[13].

Έτσι, η 25η Μαρτίου 1821 έγινε από τότε, για όλους τους ραγιάδες, η προσδιορισμένη ημέρα.

Γι’ αυτό και στην σύσκεψη της Βοστίτσας αυτή η ημερομηνία ανακοινώθηκε από τον Παπαφλέσσα ως η ημερομηνία για τον ξεσηκωμό[14], αυτή και στην σύσκεψη των οπλαρχηγών της Ρούμελης, στην Λευκάδα. Οι Ρουμελιώτες μάλιστα, σε αντίθεση με τον σκεπτικισμό των προκρίτων του Μοριά, την δέχτηκαν αμέσως και με μεγάλον ενθουσιασμό, ξεκινώντας ευθύς όλες τις απαραίτητες προετοιμασίες[15]. Έτσι, παρά το ότι στην Μολδοβλαχία είχε κηρυχθεί η επανάσταση από τον Υψηλάντη ήδη από τις 24 του Φλεβάρη, στον Μοριά και στην Ρούμελη ο Κολοκοτρώνης και όλοι οι άλλοι καπεταναίοι περίμεναν υπομονετικά να έρθει η «προσδιορισμένη» και γι’ αυτούς ημέρα, ώστε να «κινήσουν» και εκείνοι με την σειρά τους τον «ξεσηκωμόν»[16]. Τους πρόλαβαν όμως τα γεγονότα, και τελικά η επανάσταση ξεκίνησε δυο τρεις μέρες νωρίτερα από την «προσδορισμένην» και γεμάτη συμβολισμούς ημέρα.

Κοντολογής, η ημερομηνία της 25ης Μαρτίου όχι μόνον δεν ορίστηκε εκ των υστέρων, για να ικανοποιηθεί η εκκλησία, αλλά, αντίθετα, η 25η Μαρτίου ως ημερομηνία για την έναρξη της επανάστασης ορίσθηκε εκ των προτέρων, και συγκεκριμένα το 1820 από τον ίδιο τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Και αυτό είναι μια αλήθεια και μια πληροφορία που αναβλύζει αυθόρμητα από όλες τις ιστορικές πηγές για την επανάσταση, είτε είναι αυτές τα απομνημονεύματα των πρωταγωνιστών της, είτε η Ιστορία του Τρικούπη. Όταν λοιπόν οι αποδομητές ιστορικοί χαρακτηρίζουν την 25η Μαρτίου ως ύστερη «κατασκευή» και ως «μύθο», το μόνο που φανερώνουν είναι η παχυλή μα και απολύτως απαράδεκτη από μέρους τους άγνοια των πλέον βασικών πηγών για το 1821. Ξέχωρα από το απύθμενο θράσος τους, που πραγματικά σοκάρει...

Το γιατί η επανάσταση ξεκίνησε τελικά δυο τρεις μέρες «προ της προσδιορισθείσης ημέρας» είναι πράγματι ένα ζήτημα, το οποίο όμως δεν διέλαθε της ιστορικής επιστήμης ήδη από τον 19ο αι., η οποία και προέβη στις ανάλογες έρευνες και αναλύσεις[17].

Κατόπιν όλων αυτών, θα μπορούσε πολύ δίκαια να αναρωτηθεί κανείς: Γιατί άραγε οι προοδευτικοί ιστορικοί μας στο θέμα της έναρξης της επανάστασης επιδεικνύουν πραγματικά σχολαστικισμό μεσοπολεμικού Γυμνασιάρχου, λεπτολογώντας, μέχρι σημείου γελοιότητας θα έλεγα, για το πια ακριβώς ημέρα έπεσε η πρώτη τουφεκιά, κατακεραυνώνοντας μάλιστα με τον πιο οξύ και προσβλητικό τρόπο, ως επικίνδυνους και αντιδραστικούς μυθοπλόκους, όλους όσους τολμούν να γιορτάζουν την έναρξή της λίγες μέρες μετά από τότε που τελικά ξεκίνησε;

Είναι απλό. Διότι δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να συνδεθεί το ’21 άμεσα ή έμμεσα με την εκκλησία και το χριστιανικό αίσθημα των Ελλήνων. Γι’ αυτό και πρέπει όλοι οι Έλληνες να πειστούν και να χωνέψουν καλά πως η επανάστασή τους ήταν αποκλειστικό προϊόν και γνήσιο τέκνο του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, στο οποίο η εκκλησία όχι μόνον δεν είχε την παραμικρή συμβολή, αλλά ότι το πολέμησε κιόλας και το οποίο στο τέλος, με έναν εντελώς ανήθικο τρόπο, απλά το καπηλεύθηκε, δημιουργώντας όλους τους σχετικούς «μύθους».

Όμως, και ο Κολοκοτρώνης και οι υπόλοιποι αγωνιστές, που ζούσαν όλοι το 1838[18], δεν χρειάζονταν τα πορίσματα καμιάς έρευνας (!) για να γνωρίζουν, πολύ καλά μάλιστα, πως η επανάσταση στον Μοριά είχε αρχίσει δυο τρεις μέρες νωρίτερα από την 25η Μαρτίου[19]. Να πάρει η ευχή, αυτοί ήταν κι όχι άλλοι που ξεκίνησαν την επανάσταση και στις 21 και στις 22 και στις 23 του Μάρτη!

Όμως, και στην ψυχή και στην καρδιά τους, η επίσημη μέρα για τον γιορτασμό της επανάστασης δεν θα μπορούσε να ορισθεί παρά μόνον στην ημερομηνία εκείνην, την οποία είχε επιλέξει ο μεγάλος αρχηγός της ήδη από το 1820, και μάλιστα με τον ίδιον ακριβώς εθνικοθρησκευτικό συμβολισμό που εκείνος από τότε της είχε προσδώσει.

Αυτά βίωσαν ως άμεση προσωπική εμπειρία τους και αυτά κατέθεσαν ως αιώνια ιστορική μνήμη οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του ’21, οι οποίοι ούτε λωτοφάγοι ήταν, ούτε και ευχείρωτα ανδρείκελα του κάθε φτηνού προπαγανδιστή. Γι’ αυτό και το 1838 πανηγύρισαν την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου με τον πιο λαμπρό αλλά και με τον πιο συγκινητικό τρόπο[20].

Έτσι, για να κλείσουμε και με μια ποιητική υπέρβαση, μπορούμε χωρίς κανέναν δισταγμό ψυχής να πούμε πως ο πραγματικός συντάκτης του Β.Δ. του 1838 τελικά δεν ήταν άλλος παρά ο ίδιος ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, που είναι, θαρρείς, λες και τό ’γραψε με τα ίδια του τα χέρια…



Αγία Λαύρα



Στην Αγ. Λαύρα συγκεντρώθηκαν για σύσκεψη στις 14 Μαρτίου του 1821 εκείνοι οι πρόκριτοι του Μοριά που είχαν αποφύγει να πάνε στην Τριπολιτσά, όπου τους είχαν καλέσει οι Τούρκοι, ως απόδειξη για την πίστη τους και την υποταγή τους. Εκεί, έντρομοι και απελπισμένοι, συζητούσαν για το ποια θα έπρεπε να είναι η στάση τους απέναντι στην προγραμματισμένη για τις 25 Μαρτίου επανάσταση. Τότε, αφού ακούστηκαν διάφορες προτάσεις πανικού και απελπισίας, πρυτάνευσε τελικά η πρόταση του Φωτήλα για έγκριση της επικείμενης επανάστασης και συμμετοχή τους σ’ αυτήν. Αμέσως μετά την αποδοχή της πρότασης Φωτήλα διασκορπίσθηκαν[21].

Σ’ αυτήν την σύσκεψη της Αγ. Λαύρα συμμετείχε και ο Π.Π. Γερμανός, ο οποίος και ευλόγησε, σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, στις 17 του Μάρτη, δηλαδή ανήμερα στο πανηγύρι του μοναστηριού, την έναρξη της επανάστασης με την τέλεση δοξολογίας και με την ορκωμοσία των αγωνιστών[22]. Ο Π.Π. Γερμανός λοιπόν βρέθηκε πραγματικά στην Αγ. Λαύρα, όχι όμως στις 25 Μαρτίου αλλά λίγες μέρες νωρίτερα, όποτε και ευλόγησε και τα ιερά όπλα και των επαναστατών.

Αυτή η συγκέντρωση των αγωνιστών στην Αγ. Λαύρα, λίγο αργότερα μετατοπίσθηκε χρονικά από τις 14 στις 25 Μαρτίου. Και αυτό έγινε μάλλον από καθαρή σύγχυση. Άλλωστε, το ότι ο Π.Π. Γερμανός στις 25 Μαρτίου δεν ήταν στην Αγ. Λαύρα το πληροφορούμαστε από τα ίδια τα απομνημονεύματά του, όπου δεν αναφέρει απολύτως τίποτε γι’ αυτό. Η Αγ. Λαύρα λοιπόν δεν είναι ούτε ένα ανύπαρκτο γεγονός, ούτε, πολύ περισσότερο, ένας μύθος τον οποίον δημιούργησε η εκκλησία, όπως με τόσο φανατισμό και πείσμα προσπαθούν να μας πείσουν οι προοδευτικοί ιστορικοί. Είναι απλώς μια χρονολογική σύγχυση λίγων ημερών, για την δημιουργία της οποίας ούτε ο Π.Π. Γερμανός ούτε κάποιος άλλος κληρικός έχει την παραμικρή ευθύνη.

Άλλωστε, το ξαναλέμε εδώ και πάλι, η εκκλησία δεν είχε κανέναν λόγο ούτε και καμιά ανάγκη να φτιάξει πάνω στην ημερομηνία της 25ης Μαρτίου οποιονδήποτε μύθο, γιατί αυτή ήταν μια ημερομηνία που δεν την επέλεξε ούτε την «έπλασε» η ίδια η εκκλησία, αλλά την είχε καθορίσει από το 1820 ο ίδιος ο Υψηλάντης.

Ποιος όμως μίλησε πρώτος για την κήρυξη της επανάστασης στην Αγ. Λαύρα στις 25 Μαρτίου, δημιουργώντας έτσι και διαδίδοντας τον σχετικό «μύθο»; Κάποιος παπάς, κάποιος δεσπότης; Καθόλου. Ένας λαμπρός Ευρωπαίος, ο Γάλλος Πουκεβίλ, στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως που εξέδωσε το 1824.

Όταν λοιπόν ο κ. Κρεμμυδάς και όσοι τον ακολουθούν, εξακολουθούν να θεωρούν πως «προκειμένου να συνδεθεί η Εκκλησία με το Έθνος κατασκευάστηκε ένας από τους πιο ανθεκτικούς ιστορικούς μύθους»[23], στολίζοντας μάλιστα γι’ αυτό την εκκλησία με έναν σωρό χαρακτηρισμούς, τους οποίους αναφέραμε παραπάνω, είναι απολύτως βέβαιον πως δεν ακολουθούν ούτε κατ’ ελάχιστον την «επιστημονική έρευνα», την «νηφάλια επιστημονική διαπραγμάτευση» και την «αυστηρή ιστορική μέθοδο», στην οποίαν ευκαίρως - ακαίρως ομνύουν[24]. Αντίθετα, διασπείρουν ένα ιστορικό ψεύδος[25], διαπλάθουν έναν προοδευτικό αντι-μύθο, με μια προπέτεια και μια επιθετικότητα που είναι βέβαια απαράδεκτη για κάθε ψύχραιμο και αντικειμενικό άνθρωπο. Και επειδή έχει παραγίνει το κακό με τον μύθο για τους «μύθους» της εκκλησίας σχετικά με το ’21, κάποιοι αποδομητές ιστορικοί προσπαθούν τώρα να είναι όσο πιο προσεχτικοί μπορούν. Έτσι, ο Σ. Παπαγεωργίου περιγράφει με ιδιαίτερη ακρίβεια την προέλευση του «μύθου» της Αγ. Λαύρας αποκλειστικά και μόνον από την πέννα του Πουκεβίλ[26]. Στο τέλος βέβαια δεν παραλείπει να παρατηρήσει πως αν και υπεύθυνος για την δημιουργία του «μύθου» (δηλαδή της συγκεκριμένης ιστορικής σύγχυσης) είναι ο Πουκεβίλ, η εκκλησία βολεύτηκε πολύ μ’ αυτόν, αφού η ημερομηνία αυτή είναι ο μοναδικός συνδετικός αρμός της με την επανάσταση, μιας και η 25η Μαρτίου είναι η γιορτή του Ευαγγελισμού[27].

Το ότι ο κ. Παπαγεωργίου ανακάλυψε τον Πουκεβίλ λίγο δεν είναι. Τόσο που έκαμε, μεγάλη δόξα. Άλλωστε, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε πως καθηγητές της περιωπής ενός Κρεμμυδά τον Πουκεβίλ τον αγνοούν πλήρως! Αυτό μας κάνει να ελπίζουμε πως κάποια μέρα ο κ. Παπαγεωργίου θα ανακαλύψει ΚΑΙ τα απομνημονεύματα του αγωνιστών ΚΑΙ την Ιστορία του Τρικούπη αλλά Κ Α Ι την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους! Για να μάθει και αυτός, τέλος πάντων, ποιος «παπάς» όρισε την 25η Μαρτίου να είναι το ξεκίνημα της επανάστασης, ακριβώς για να συνδεθεί άμεσα, άρρηκτα και μια για πάντα ο εθνικός με τον χριστιανικό ευαγγελισμό...

Απόλυτα ακριβές είναι και το γεγονός πως ο Π.Π. Γερμανός ευλόγησε τα όπλα της επανάστασης. Και αν δεν τα ευλόγησε στις 25 του Μάρτη στην Αγ. Λαύρα, τα ευλόγησε στις 23 του Μάρτη[28] στην Πάτρα, την πρώτη – πρώτη μέρα της επανάστασης (όπως την θέλουν άλλωστε και οι προοδευτικοί ιστορικοί), όπου όρκισε τους πατρινούς επαναστάτες στην πλατεία του Αγ. Γεωργίου, στον σταυρό τον οποίον ύψωσε εκεί[29].

Με αφορμή το παραπάνω γεγονός, μπορούμε εδώ ευρύτερα να παρατηρήσουμε πως η παρουσία του κλήρου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επανάσταση από την πρώτη ημέρα που αυτή ξέσπασε, και αυτό είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Έτσι, την ίδια μέρα που ο Π.Π. Γερμανός ευλογούσε τα όπλα στην Πάτρα, στην Καλαμάτα 24 ιερείς και ιερομόναχοι μπροστά στον ναό των Αγ. Αποστόλων ευλόγησαν, ύστερα από μια συγκινητική δοξολογία, τις ελληνικές σημαίες και όρκισαν τους αγωνιστές[30]. Το ίδιο έγινε και στην Ρούμελη από τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα. Επίσης, ο Έλους Άνθιμος, αυτή η ηρωική και τόσο άδικα ξεχασμένη μορφή του αγώνα, δεν έχανε την ευκαιρία να ευλογεί τα όπλα σε όποια περιοχή κι αν πήγαινε.

Το πιο εκπληκτικό όμως δεν είναι πως η Εκκλησία ευλόγησε την έναρξη της επανάστασης στον ελλαδικό χώρο, αλλά ότι πιο πριν είχε ήδη ευλογήσει την έναρξη της επανάστασης από τον Υψηλάντη στην Μολδοβλαχία! (Αυτή κι αν δεν είναι η πρώτη – πρώτη μέρα της επανάστασης!) Πιο συγκεκριμένα, στις 26 Φεβρουαρίου 1821, σε μια μεγαλόπρεπη τελετή, ο μητροπολίτης Ιασίου Βενιαμίν ευλόγησε μέσα στον ναό των Τριών Ιεραρχών την σημαία της επανάστασης και περίζωσε τον Υψηλάντη με το ξίφος του, υπό τον ξέφρενο ενθουσιασμό των στρατιωτών και του πλήθους[31]. Ένα εκπληκτικό γεγονός, που έχει όμως αποκρυβεί εντελώς όχι μόνον από τα ιστορικά μας συγγράμματα, αλλά ακόμη και από τα σχολικά μας βιβλία. Ειδικά αυτή η τελετή του Ιασίου αποδεικνύει περίτρανα πως όχι μόνον δεν είναι μύθος το ότι η εκκλησία ευλόγησε τα λάβαρα και τα όπλα του αγώνα, αλλά ότι η όντως αλήθεια είναι πως τα ευλόγησε από την πρώτη κιόλας μέρα της έναρξής του!



Από όσα αναφέραμε πιο πάνω, μπορούμε εντέλει να πούμε πως μάλλον αδικημένος είναι ο κλήρος από τις αναφορές της ιστορικής επιστήμης, αλλά ακόμη και των σχολικών βιβλίων, ως προς την συμβολή του στην έναρξη της επανάστασης, παρά ευνοημένος…
Ω πανύμνητε μήτερ, η τεκούσα των πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον, δεξαμένη την νυν προσφοράν, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας, και της μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τους Σοι βοώντας.
User avatar
marjory
Site Admin
 
Posts: 3310
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:29 am

Re: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΝΕΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Unread postby marjory » Sat Nov 26, 2011 11:04 am

από broxopoios την Παρ Μαρ 25, 2011 11:11 pm

Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ. ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

Μία φοβερή ταινία που μάλλον έχουν σταματήσει να την προβάλλουν εδώ και χρόνια.
Ακούγοντας την απολογία του Πολυζωίδη (κατά την ταινία), έρχονται στο νου τα λόγια του Κίσινγκερ:
''Οι Έλληνες είναι αναρχικοί και δυσκολοκυβέρνητοι, γι' αυτό και πρέπει να χτυπηθούν βαθειά στις πολιτισμικές τους ρίζες..
Ω πανύμνητε μήτερ, η τεκούσα των πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον, δεξαμένη την νυν προσφοράν, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας, και της μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τους Σοι βοώντας.
User avatar
marjory
Site Admin
 
Posts: 3310
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:29 am

Next

Return to ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 1 guest