ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ

...διάφορες πληροφορίες, θέσεις και γεγονότα που διαδραματίστηκαν και είναι χρήσιμο να φρεσκάρονται στη μνήμη μας...

Re: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ

Unread postby Matina » Tue Apr 24, 2012 9:46 pm

Τα Φουντούκια....


Όταν ήμουν μικρός, διηγείτε ένας πιστός άνθρωπος, ήξερα ‘ότι του πατέρα μου του άρεσαν πολύ τα φουντούκια. Δεν τα έβρισκες εύκολα τότε κι έτσι μια μέρα, που βρήκα μερικά, ήμουν πολύ χαρούμενος. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να ζητήσω από τη μητέρα μου να μου τα σπάσει να τα φάω, αλλά μετά υπερίσχυσε η αγάπη μου για τον πατέρα μου. Αποφάσισα να τα φυλάξω για εκείνον.

Όταν το βραδάκι γύρισε από τη δουλειά, έτρεξα και του είπα:

Πατέρα, φύλαξα τα φουντούκια για σένα!>>. Τα πήρε με πολλή χαρά, αλλά μου φάνηκε παράξενο το ότι δεν έσπασε ούτε ένα για να φάει. Μετά από τριάντα χρόνια, και αφού είχε πια πεθάνει ο πατέρας μου, έμαθα τι έχει γίνει. Είχε τόσο πολύ συγκινηθεί από την αγάπη μου, που είχε κρατήσει τα φουντούκια εκείνα σ’ένα κουτί μέσα στο γραφείο του!.

Οι άλλοι εκτιμούν τις μικρές πράξεις αγάπης πολύ περισσότερο από ότι εμείς νομίζουμε. Συχνά αυτές οι μικρές πράξεις κάνουν τη μεγάλη διαφορά.
Μια μικρή παραχώρηση της θέσης στη σειρά στο ταμείο, μια μικρή υποχώρηση στην οδήγηση σε κάποιο άλλο αυτοκίνητο, που δείχνει να βιάζεται, μια καλημέρα, ένα χαμόγελο,ένα φιλικό νεύμα, ένα ελαφρό άγγιγμα στη πλάτη, όλα αυτά τα μικρά και ασήμαντα είναι που χρωματίζουν χαρούμενα τη μέρα μας.

Ας μη διστάζουμε να εκδηλώσουμε την αγάπη μας στον διπλανό μας, στο παιδί μας, στον ή στην σύζυγο,στον πατέρα και τη μητέρα μας. Ας μη διστάσουμε να εκδηλώσουμε την αγάπη που ο Χριστός βάζει στην καρδιά μας, στους συναδέλφους , στος γείτονες, στους συγγενείς μας.

Ας μην ξεχνάμε ότι Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ. Αγάπη που μας έδωσε ότι πολύτιμο είχε:ΤΟ ΓΙΟ ΤΟΥ! Κύριε μου, βάλε τη δική Σου αγάπη στην καρδιάμου και δίδαξέ με με το Πνεύμα Σου το Αγιο πώς να την εκδηλώνω στους γύρω μου, με μικρές, ασήμαντες πράξεις, που μπορεί όμως να είναι τόσα σημαντικές.

ΟΤΑΝ ΑΠΑΛΥΝΕΙΣ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΚΑΠΟΙΟΥ ΞΕΧΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΣΟΥ


O Κύριός μου κι ο Θεός μου!
User avatar
Matina
 
Posts: 2139
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:36 am

Re: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ

Unread postby Matina » Wed May 09, 2012 4:24 pm

ΟΙ ΔΥΟ ΛΥΚΟΙ.........

Ένα βράδυ ένας γέρος (ινδιάνος) της φυλής Τσερόκι, μίλησε στον εγγονό του για τη μάχη που γίνεται μέσα στην ψυχή των ανθρώπων.

Είπε:
"Γιε μου, η μάχη γίνεται μεταξύ δυο 'λύκων' που υπάρχουν μέσα σε όλους μας"



Ο ένας είναι το Αρνητικό.


- Είναι ο θυμός, η ζήλια, η θλίψη, η απογοήτευση, η απληστία, η αλαζονεία, η αυτολύπηση, η ενοχή,η προσβολή, η κατωτερότητα, τα ψέματα, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, και το εγώ.




Ο άλλος είναι το Θετικό.


- Είναι η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη, η ελπίδα, η ηρεμία, η ταπεινοφροσύνη, η ευγένεια, η φιλανθρωπία, η συμπόνια, η γενναιοδωρία, η αλήθεια, η ευσπλαχνία και η πίστη στο Θεό.'

Ο εγγονός το σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά ρώτησε τον παππού του:

"Ποιος λύκος νικάει;"

Ο γέρος απάντησε απλά....

"Αυτός που ταΐζεις."


[web_site]
http://hamomilaki.blogspot.com/[/web_site]
O Κύριός μου κι ο Θεός μου!
User avatar
Matina
 
Posts: 2139
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:36 am

Re: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ

Unread postby Voreios » Thu May 24, 2012 11:04 pm

ΤΕΛΙΚΑ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΚΑΤΩΤΕΡΟΣ ΑΠΑ ΤΑ ΖΩΑ…
Image
Στις 9 Μαΐου του 2007 στα βουνά της Βόρειας Αλβανίας στην πόλη Πατόκ ένας λύκος πιάστηκε αιχμάλωτος. Για να τον ταΐσουν αποφάσισαν να του παραχωρήσουν να φάει ένα γέρικο και ταλαιπωρημένο γαϊδουράκι… ζωντανό!
Το γαϊδουράκι ήταν παραμελημένο από τους πρώην ιδιοκτήτες του και τους ήταν πλέον… άχρηστο.
Αυτό που θα επακολούθησε ήταν εκπληκτικό. Και τα δυο ζώα – αιχμάλωτοι ανθρώπων – έκαναν κάτι απρόσμενο…
Ο λύκος κοίταξε τα μάτια του γαϊδαράκου κ ο γαϊδαράκος του λύκου αντίστοιχα… και έκτοτε έγιναν οι καλύτεροι φίλοι.
Γιατί σε έναν κόσμο που κυριαρχεί η απληστία, η κακία, ο εγωισμός και η αλαζονεία μεταξύ των ανθρώπων τα ζώα αυτά έδωσαν ένα γερο μάθημα…
Κανείς δεν γεννήθηκε να είναι το θύμα ή το θήραμα...
«Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς»
User avatar
Voreios
 
Posts: 1579
Joined: Tue Nov 15, 2011 7:15 pm

Re: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ

Unread postby Voreios » Tue Jun 26, 2012 6:18 pm

ΑΠΛΑ ...Συγκλονιστικό !
Συνάδελφος στο γραφείο, με ποντιακή καταγωγή και καρδιά, μου διηγήθηκε πως κατά τη δεκαετία του '90, παρακολουθούσε αργά το βράδυ κρατικό κανάλι. Παρουσιαζόταν ένα ντοκιμαντέρ για τη γενοκτονία των Ποντίων και με αυτή την αφορμή διάφοροι άνθρωποι κατέθεταν τις μαρτυρίες τους.

Κάποια στιγμή μίλησε ένας γηραιός κύριος ποντιακής καταγωγής με κατάλευκα μαλλιά. Ήταν καθηγητής πανεπιστημίου. Αυτός με πολύ συγκίνηση είπε τα εξής:
«Αρκετά χρόνια πριν, όταν ήμουν πενηντάρης μιλούσα με μια θεία μου που ήταν γιαγιά πια. Μου μιλούσε με μεγάλο παράπονο για την πατρίδα μας τον Πόντο και για τους προγόνους μας. Πάνω στην κουβέντα της είπα πως σύντομα θα έκανα ταξίδι - προσκύνημα στον Πόντο. Κρεμάστηκε πάνω μου και με παρακάλεσε με λυγμούς, όταν πάω να της κάνω ένα χατίρι. Μου διηγήθηκε επακριβώς που βρισκόταν το πατρικό της σε χωριό του Πόντου.Μου εξήγησε με λεπτομέρεια τα χαρακτηριστικά του χωριού, τους δρόμους και μου προσδιόρισε με ακρίβεια τη θέση του σπιτιού. Μου είπε μόλις το βρω να ζητήσω απ' τους Τούρκους που θα έμεναν πια εκεί να βρουν ένα κασελάκι, που είχε κρύψει σε συγκεκριμένο σημείο του παλιού αρχοντικού. Μου περιέγραψε πλήρως το κασελάκι και το τι περιείχε μέσα. Ασημικά, παλιά κοσμήματα, λίρες κλπ, ένα μικρό θησαυρό δηλαδή. Μου είπε να τα αφήσω στους Τούρκους για αμοιβή με προϋπόθεση να μου δώσουν ένα κρεμαστό σταυρό που είχε μέσα το κασελάκι. Αυτός ο σταυρός ήταν ο βαφτιστικός του μικρού παιδιού της, που το έχασε κατά τη γενοκτονία. Αυτή είχε γλιτώσει. Είχε γλιτώσει μόνο τη ζωή της γιατί η χαροκαμένη ψυχή της μόνο ο Θεός γνωρίζει πως πέρασε μέσα στις πικρές αναμνήσεις εδώ στην Ελλάδα. Έσβησε τα παρακαλετά της μέσα στα δάκρυα και της υποσχέθηκα να κάνω ότι θα περνούσε απ' το χέρι μου, αλλά μέσα μου δεν είχα πολλές ελπίδες. Πράγματι έκανα το ταξίδι, έκανα ότι επιθυμούσα για τον εαυτό μου και μετά κατευθύνθηκα για το χωριό της θείας μου. Η περιγραφή του ήταν τόσο λεπτομερής, που βρήκα το σπίτι πολύ εύκολα. Παλιό λιθόκτιστο δίπατο αρχοντικό. Χτύπησα την πόρτα και μου άνοιξε ένας Τούρκος λίγο μικρότερος σε ηλικία από εμένα. Ευτυχώς ήξερε άπταιστα αγγλικά, γιατί ετύγχανε σεβαστό πρόσωπο της δημόσιας διοίκησης της περιοχής με μεγάλο αξίωμα (Νομάρχης;) και μπορούσαμε να συνεννοηθούμε πολύ άνετα. Του διηγήθηκα με λεπτομέρεια ότι μου είχε πει η θεία μου. Για μια στιγμή ταράχθηκε και μετά μου είπε αποφασιστικά.

-Κοίτα να δεις, τώρα καλύτερα να φύγεις γιατί υπάρχουν και άλλοι ομοεθνείς μου στο σπίτι και δε μπορώ να μιλήσω ελεύθερα. Ξαναέλα το απόγευμα την τάδε ώρα που θα είμαι μόνος να τα πούμε καλύτερα.

Πράγματι έκανα όπως μου είπε και όταν ξαναπήγα με υποδέχθηκε μέσα στο σπίτι πια. Αφού ήπιαμε τον καφέ, χωρίς να μιλήσει έφυγε απ το δωμάτιο υποδοχής και σε λίγο ξαναγύρισε κρατώντας στα χέρια του το κασελάκι της θείας μου. Κυριολεκτικά μου έπεσε το φλιτζάνι του καφέ από τα χέρια.

-Ώστε το βρήκατε ήδη, ψέλλισα σαστισμένος.

-Ναι, εδώ και πολλά χρόνια από τότε που είμαι σε αυτό το σπίτι. Πάρε το. Πιστεύω ότι σου ανήκει, πρόσθεσε.

-Μα δεν το θέλω, είπα διστακτικά. Μόνο το σταυρουδάκι θέλω. Αυτό μόνο ζήτησε η θεία μου. Σας παρακαλώ κρατήστε όλα τα υπόλοιπα.

-Κοίτα να δεις, είπε θυμωμένα. Θα κάνεις αυτό που σου λέω. Αυτά δεν είναι δικά μου. Τόσα χρόνια τα φύλαγα μέχρι που ήρθες εσύ. Στη θεία σου ανήκουν. Να της τα πάς.

-Μα, το σταυρουδάκι, ψέλλισα φοβισμένα.

Τότε με μια κίνηση άνοιξε το πουκάμισό του και φάνηκε κρεμασμένο στο λαιμό του το σταυρουδάκι.

-Αυτό δε μπορώ να στο δώσω. Δε μπορώ, γιατί είναι δικό μου…

Πραγματικά ζαλίστηκα. Δεν καταλάβαινα τι εννοούσε.

-Είναι δικό μου. Ακούς; Είπε δυνατά. Είναι δικό μου, γιατί εγώ είμαι το παιδί που έχασε η θεία σου πριν σαράντα χρόνια.

Έμεινα να τον κοιτώ με ανοιχτό το στόμα. Βούρκωσα.
Ήταν ο χαμένος μου ξάδερφος. Έπεσα στην αγκαλιά του και τον έσφιξα. Έκλαιγα με αναφιλητά. Το ίδιο και αυτός. Όταν συνήλθαμε μου είπε,

-Δεν ήξερα ότι η μητέρα μου έζησε. Έμεινα πίσω. Άλλοι Τούρκοι πήρανε το σπίτι και με μεγαλώσανε σαν παιδί τους. Τώρα είναι πεθαμένοι. Έχω την δικιά μου οικογένεια εδώ πια.

Του ζήτησα να με ακολουθήσει στην Ελλάδα. Να δει τη μάνα του. Αρνήθηκε

-Δε μπορώ να γυρίσω πια. Τα παιδιά μου έχουν μεγαλώσει. Είναι αξιωματικοί στον τουρκικό στρατό. Και σε υψηλές θέσεις. Δεν ξέρουν ότι είναι Έλληνες.

(σημ.: από τη συνέχεια της διήγησης θα φανεί ότι σε αυτό το σημείο ψευδόταν για να προφυλάξει τα παιδιά του)

-Αν φύγω στην Ελλάδα τα παιδιά μου μπορεί να πάθουν κακό εδώ. Δεν πρέπει να έχω καμία σχέση με την Ελλάδα.

Επέμενα και τον παρακάλεσα να έρθει τουλάχιστον ένα ταξίδι σαν τουρίστας και να επωφεληθεί για να δει τη μάνα του και του άλλους συγγενείς του.

-Δε γίνεται, μου απάντησε. Για να καταλάβεις εδώ έχω μεγάλη δημόσια θέση. Σαν εμένα υπάρχουν πολλοί εδώ. Εγώ τους προσέχω. Με έχουν ανάγκη. Αν πάω στην Ελλάδα θα δώσω στόχο ότι κάτι συμβαίνει και θα κινδυνέψουν και άλλοι.

(Σημ. Από αυτό το σημείο φαίνεται, ότι ταυτόχρονα με το αξίωμα που κατείχε σαν Τούρκος, ήταν και τοπικός ηγέτης των Κρυπτοχριστιανών. Το πιθανότερο ήταν και τα παιδιά του να το γνωρίζανε αλλά προφυλαγόντουσαν εξαιρετικά).

-Να δώσεις πολλά φιλιά στη μάνα μου. Να μη λυγίσει. Να κάνει υπομονή. Να της πεις ότι θα συναντηθούμε στην άνω Ιερουσαλήμ.
Αγκαλιαστήκαμε και πάλι και χωρίσαμε δακρυσμένοι. Επέστρεψα στην Ελλάδα και έτρεξα αμέσως με το κασελάκι στη θεία μου για να της το δείξω και να της πω τα φοβερά νέα. Αλλά τι δυσάρεστη έκπληξη με περίμενε. Οι συγγενείς μου, μου διηγηθήκανε, πως λίγο μετά την αναχώρησή μου για την Τουρκία, η θεία μου άφησε την τελευταία της πνοή. Ίσως ο καλός Θεός την πήρε κοντά του για να μην ακούσει ότι τόσα χρόνια ζούσε το παιδάκι της και αυτή δε μπορούσε να το έχει στην αγκαλιά της. Με αρκετά δάκρυα είχε ματώσει την καρδιά της, τόσο καιρό. Δε θα άντεχε να ακούσει κάτι τέτοιο....
«Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς»
User avatar
Voreios
 
Posts: 1579
Joined: Tue Nov 15, 2011 7:15 pm

Re: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ

Unread postby Babis » Tue Jun 26, 2012 11:44 pm

Voreios wrote:ΑΠΛΑ ...Συγκλονιστικό !
Συνάδελφος στο γραφείο, με ποντιακή καταγωγή και καρδιά, μου διηγήθηκε πως κατά τη δεκαετία του '90, παρακολουθούσε αργά το βράδυ κρατικό κανάλι. Παρουσιαζόταν ένα ντοκιμαντέρ για τη γενοκτονία των Ποντίων και με αυτή την αφορμή διάφοροι άνθρωποι κατέθεταν τις μαρτυρίες τους.

Κάποια στιγμή μίλησε ένας γηραιός κύριος ποντιακής καταγωγής με κατάλευκα μαλλιά. Ήταν καθηγητής πανεπιστημίου. Αυτός με πολύ συγκίνηση είπε τα εξής:
«Αρκετά χρόνια πριν, όταν ήμουν πενηντάρης μιλούσα με μια θεία μου που ήταν γιαγιά πια. Μου μιλούσε με μεγάλο παράπονο για την πατρίδα μας τον Πόντο και για τους προγόνους μας. Πάνω στην κουβέντα της είπα πως σύντομα θα έκανα ταξίδι - προσκύνημα στον Πόντο. Κρεμάστηκε πάνω μου και με παρακάλεσε με λυγμούς, όταν πάω να της κάνω ένα χατίρι. Μου διηγήθηκε επακριβώς που βρισκόταν το πατρικό της σε χωριό του Πόντου.Μου εξήγησε με λεπτομέρεια τα χαρακτηριστικά του χωριού, τους δρόμους και μου προσδιόρισε με ακρίβεια τη θέση του σπιτιού. Μου είπε μόλις το βρω να ζητήσω απ' τους Τούρκους που θα έμεναν πια εκεί να βρουν ένα κασελάκι, που είχε κρύψει σε συγκεκριμένο σημείο του παλιού αρχοντικού. Μου περιέγραψε πλήρως το κασελάκι και το τι περιείχε μέσα. Ασημικά, παλιά κοσμήματα, λίρες κλπ, ένα μικρό θησαυρό δηλαδή. Μου είπε να τα αφήσω στους Τούρκους για αμοιβή με προϋπόθεση να μου δώσουν ένα κρεμαστό σταυρό που είχε μέσα το κασελάκι. Αυτός ο σταυρός ήταν ο βαφτιστικός του μικρού παιδιού της, που το έχασε κατά τη γενοκτονία. Αυτή είχε γλιτώσει. Είχε γλιτώσει μόνο τη ζωή της γιατί η χαροκαμένη ψυχή της μόνο ο Θεός γνωρίζει πως πέρασε μέσα στις πικρές αναμνήσεις εδώ στην Ελλάδα. Έσβησε τα παρακαλετά της μέσα στα δάκρυα και της υποσχέθηκα να κάνω ότι θα περνούσε απ' το χέρι μου, αλλά μέσα μου δεν είχα πολλές ελπίδες. Πράγματι έκανα το ταξίδι, έκανα ότι επιθυμούσα για τον εαυτό μου και μετά κατευθύνθηκα για το χωριό της θείας μου. Η περιγραφή του ήταν τόσο λεπτομερής, που βρήκα το σπίτι πολύ εύκολα. Παλιό λιθόκτιστο δίπατο αρχοντικό. Χτύπησα την πόρτα και μου άνοιξε ένας Τούρκος λίγο μικρότερος σε ηλικία από εμένα. Ευτυχώς ήξερε άπταιστα αγγλικά, γιατί ετύγχανε σεβαστό πρόσωπο της δημόσιας διοίκησης της περιοχής με μεγάλο αξίωμα (Νομάρχης;) και μπορούσαμε να συνεννοηθούμε πολύ άνετα. Του διηγήθηκα με λεπτομέρεια ότι μου είχε πει η θεία μου. Για μια στιγμή ταράχθηκε και μετά μου είπε αποφασιστικά.

-Κοίτα να δεις, τώρα καλύτερα να φύγεις γιατί υπάρχουν και άλλοι ομοεθνείς μου στο σπίτι και δε μπορώ να μιλήσω ελεύθερα. Ξαναέλα το απόγευμα την τάδε ώρα που θα είμαι μόνος να τα πούμε καλύτερα.

Πράγματι έκανα όπως μου είπε και όταν ξαναπήγα με υποδέχθηκε μέσα στο σπίτι πια. Αφού ήπιαμε τον καφέ, χωρίς να μιλήσει έφυγε απ το δωμάτιο υποδοχής και σε λίγο ξαναγύρισε κρατώντας στα χέρια του το κασελάκι της θείας μου. Κυριολεκτικά μου έπεσε το φλιτζάνι του καφέ από τα χέρια.

-Ώστε το βρήκατε ήδη, ψέλλισα σαστισμένος.

-Ναι, εδώ και πολλά χρόνια από τότε που είμαι σε αυτό το σπίτι. Πάρε το. Πιστεύω ότι σου ανήκει, πρόσθεσε.

-Μα δεν το θέλω, είπα διστακτικά. Μόνο το σταυρουδάκι θέλω. Αυτό μόνο ζήτησε η θεία μου. Σας παρακαλώ κρατήστε όλα τα υπόλοιπα.

-Κοίτα να δεις, είπε θυμωμένα. Θα κάνεις αυτό που σου λέω. Αυτά δεν είναι δικά μου. Τόσα χρόνια τα φύλαγα μέχρι που ήρθες εσύ. Στη θεία σου ανήκουν. Να της τα πάς.

-Μα, το σταυρουδάκι, ψέλλισα φοβισμένα.

Τότε με μια κίνηση άνοιξε το πουκάμισό του και φάνηκε κρεμασμένο στο λαιμό του το σταυρουδάκι.

-Αυτό δε μπορώ να στο δώσω. Δε μπορώ, γιατί είναι δικό μου…

Πραγματικά ζαλίστηκα. Δεν καταλάβαινα τι εννοούσε.

-Είναι δικό μου. Ακούς; Είπε δυνατά. Είναι δικό μου, γιατί εγώ είμαι το παιδί που έχασε η θεία σου πριν σαράντα χρόνια.

Έμεινα να τον κοιτώ με ανοιχτό το στόμα. Βούρκωσα.
Ήταν ο χαμένος μου ξάδερφος. Έπεσα στην αγκαλιά του και τον έσφιξα. Έκλαιγα με αναφιλητά. Το ίδιο και αυτός. Όταν συνήλθαμε μου είπε,

-Δεν ήξερα ότι η μητέρα μου έζησε. Έμεινα πίσω. Άλλοι Τούρκοι πήρανε το σπίτι και με μεγαλώσανε σαν παιδί τους. Τώρα είναι πεθαμένοι. Έχω την δικιά μου οικογένεια εδώ πια.

Του ζήτησα να με ακολουθήσει στην Ελλάδα. Να δει τη μάνα του. Αρνήθηκε

-Δε μπορώ να γυρίσω πια. Τα παιδιά μου έχουν μεγαλώσει. Είναι αξιωματικοί στον τουρκικό στρατό. Και σε υψηλές θέσεις. Δεν ξέρουν ότι είναι Έλληνες.

(σημ.: από τη συνέχεια της διήγησης θα φανεί ότι σε αυτό το σημείο ψευδόταν για να προφυλάξει τα παιδιά του)

-Αν φύγω στην Ελλάδα τα παιδιά μου μπορεί να πάθουν κακό εδώ. Δεν πρέπει να έχω καμία σχέση με την Ελλάδα.

Επέμενα και τον παρακάλεσα να έρθει τουλάχιστον ένα ταξίδι σαν τουρίστας και να επωφεληθεί για να δει τη μάνα του και του άλλους συγγενείς του.

-Δε γίνεται, μου απάντησε. Για να καταλάβεις εδώ έχω μεγάλη δημόσια θέση. Σαν εμένα υπάρχουν πολλοί εδώ. Εγώ τους προσέχω. Με έχουν ανάγκη. Αν πάω στην Ελλάδα θα δώσω στόχο ότι κάτι συμβαίνει και θα κινδυνέψουν και άλλοι.

(Σημ. Από αυτό το σημείο φαίνεται, ότι ταυτόχρονα με το αξίωμα που κατείχε σαν Τούρκος, ήταν και τοπικός ηγέτης των Κρυπτοχριστιανών. Το πιθανότερο ήταν και τα παιδιά του να το γνωρίζανε αλλά προφυλαγόντουσαν εξαιρετικά).

-Να δώσεις πολλά φιλιά στη μάνα μου. Να μη λυγίσει. Να κάνει υπομονή. Να της πεις ότι θα συναντηθούμε στην άνω Ιερουσαλήμ.
Αγκαλιαστήκαμε και πάλι και χωρίσαμε δακρυσμένοι. Επέστρεψα στην Ελλάδα και έτρεξα αμέσως με το κασελάκι στη θεία μου για να της το δείξω και να της πω τα φοβερά νέα. Αλλά τι δυσάρεστη έκπληξη με περίμενε. Οι συγγενείς μου, μου διηγηθήκανε, πως λίγο μετά την αναχώρησή μου για την Τουρκία, η θεία μου άφησε την τελευταία της πνοή. Ίσως ο καλός Θεός την πήρε κοντά του για να μην ακούσει ότι τόσα χρόνια ζούσε το παιδάκι της και αυτή δε μπορούσε να το έχει στην αγκαλιά της. Με αρκετά δάκρυα είχε ματώσει την καρδιά της, τόσο καιρό. Δε θα άντεχε να ακούσει κάτι τέτοιο....


Πραγματικά έμεινα άναυδος. Τα κεράκια τελικά καίνε στα υπόγεια της τουρκιάς όπως ανέφερε και ο γ.Παϊσιος.
Babis
 

Re: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ

Unread postby truth » Wed Sep 05, 2012 1:21 pm

έχω να πώ από την μικρή μου εμπειρία , ότι η μελέτη των αρχίων Ελλήνων συγγραφέων και της ελληνικής μυθολογία παρέχει πολύτιμες γνώσεις. Το επίπεδο πολιτισμού ήταν πολύ υψηλό παιδιά. Γι αυτό και ήμασταν από τους πρώτους που γίναμε Χριστιανοί. Ο Έλληνας είχε πάντα μεταφυσική αναζήτηση. Σήμερα δεν έχει γι αυτο καταντησε όπως κατάντησε.
Μερικές ακόμα σκέψεις και παρατηρήσεις
1. Εσπερινός .Στην αρχαία Ελλάδα λατρευόταν το ηλιακό φωτός κατα τις εσπερινές ώρες, όπως μαρτυρεί ο Ύμνος προς τον Ήλιον του Μεσομήδους, ο οποίος μάλιστα παρουσιάζει εκπληκτική ομοιότητα με ύμνο του 3ου ιώνα μΧ που βρέθηκεσε οΟξύρυγχο της Αιγύπτου.
2. Έχουμε αντικατασταση των Θεών από τους Αγίους. Κάτι απόλυτα φυσιολογικό , διότι οι Θεοί δεν ήταν ακριβώς Θεοί......ήταν ένδοξοι πρόγονοι που τους έκαναν Θεούς για να τους θυμούνται ή φυσικά φαινόμενα. Η μυθολογία τηε Ελλάδας διακρίνεται για τον ανθρωπομορφισμό και τον συμβολισμό της.
Μπορώ να σας πω αρκετά παραδέιγματα.
3, Ο ναός του άγνωστου Θεού δείχνει ότι οι Έλληνες ψάχνονταν έντονα στον μονοθεισμό.
4. Το παιχνίδι περί 12θεου είναι ύποπτο. Είμαστε Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Τελεία και παύλα. Είμαστε όμως και Έλληνες. Το να αρνηθούμε το δεύτερο, λόγω του ανύπαρκτου Δία, αδικεί τον πολιτισμό μας...Υπάρχουν υπέροχες γνώσεις αρχαίων διανοητών . Κρίμα να τις ξεχνάνε οι απόγονοί τους.......

Κάποτε ο Δίας κυνηγούσε τον φοβερό και τρομερό Τυφώνα.Από τους κεραυνούς που του έριχνε μάτωσε πολύ και αιμορραγούσε σε ένα όρος που από το πολύ αίμα ονομάστηκε Αίμος. Η χερσόνησος αυτού Χερσόνησος του Αίμου......Νεοελληνιστί όμως μιλάμε για Βαλκάνια από την Τουρκική λέξη μπαλκάν που σημαίνει όρος. Εάν κάποιος βλέπει σ αυτό το κείμενο δωδεκαθεισμό τι να πω.....Το ίδιο και η Δαμασκός ύστερη παράφραση του Δερμασκός. Ο Ασκός ήταν γίγαντας που φυλάκισε τον Διόνυσο και μετά τον σκότωσε ο Απόλλωνας και με το δερμα του εκανε ασκούς για να βάζει το κρασί του. Η πόλη πλησίον του γεγονότος αυτού ήταν στην Συρία και ονομάστηκε Δερμασκός.

Σε ένα παιδί τέτοιες ιστορίες θέλουνα προσοχή αλλά σε έναν ενήλικο δεν αποτελούν παρά νήματα με το παρελθόν μας.
truth
 

Re: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ

Unread postby Pater_Familias » Sun Sep 09, 2012 7:51 pm

Παπα Σωτήρης ο απλούς

Pater_Familias
 

Re: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ

Unread postby Voreios » Mon Sep 17, 2012 8:28 pm

Image
Ζοῦσε κάποτε σέ μιά πόλι ἕνας ὡρολογᾶς, πού στή μέση τῆς βιτρίνας του, ἀνάμεσα στά μικρά καί μεγάλα ὡρολόγια, εἶχε κι’ ἕνα πού δέσποζε μέ τό μέγεθός του καί ἔδειχνε μέ ἀκρίβεια τήν ὥρα.
Πολλοί περαστικοί πλησίαζαν καθημερινά τήν βιτρίνα τοῦ ὡρολογᾶ, νά δοῦν τήν σωστή ὥρα. Δέν παραξενευόταν ὁ ὡρολογᾶς, μᾶλλον καί καμάρωνε.
Κάποιος, ὅμως, ἀπ’ ὅλους αὐτούς τούς καθημερινούς περαστικούς, τοῦ ἔκανε ἐντύπωσι. Ἦταν ἕνας γεροντάκος κυρτός, πού περνοῦσε πάντα ἀκουμπισμένος στό μπαστούνι του. Περνοῦσε κάθε πρωΐ, καί σταματοῦσε μπροστά στό κατάστημα τοῦ ὡρολογᾶ. Φοροῦσε τά γυαλιά του, καί σκύβοντας στήν βιτρίνα, διώρθωνε τήν ὥρα σ’ ἕνα παλιό ὡρολόϊ τῆς τσέπης.
Αὐτό γινόταν κάθε μέρα, ὥσπου κάποτε ὁ ὡρολογᾶς τόν ρώτησε.
– Δέν μέ ξέρεις; τοῦ εἶπε ὁ γεροντάκος. Ἐγώ εἶμαι πού χτυπῶ τήν σφυρίχτρα τοῦ Δημαρχείου, κάθε μεσημέρι στίς 12.
– Τί λές; εἶπε μέ ἔκπληξι ὁ ὡρολογᾶς. Καί ἐγώ κάθε μεσημέρι διορθώνω τό ρολόϊ μου μέ τήν σφυρίχτρα σου!...
Ἀποκάλυψις, ἀλήθεια, καί γιά τούς δυό! Ὁ ἕνας στηριζόταν στόν ἄλλο, καί ... ἴσως κανείς ἀπό τούς δυό νά μήν εἶχε τήν σωστή ὥρα.
Μήπως αὐτό δέν συμβαίνει τίς πιό πολλές φορές καί σέ θέματα βασικά τῆς ζωῆς; Σέ θέματα πνευματικά; Μήπως δέν ὑπάρχουν πολλοί, πάρα πολλοί, σχεδόν οἱ περισσότεροι ἀπό μᾶς, πού σταθμίζουμε τήν συμπεριφορά μας, τήν σκέψι μας, τό ντύσιμό μας, τόν τρόπο ζωῆς μας, τόν τρόπο ἀγωγῆς τῶν παιδιῶν μας, τήν διασκέδασί μας, τήν ποιότητα τοῦ λεξιλογίου μας, ἀπό τούς ἄλλους, χωρίς νά ἐρευνοῦμε ἄν αὐτοί ἀκολουθοῦν τήν ἀλήθεια, τό σωστό, τό δέον, τό σωτήριο;
Καί εἶναι κρῖμα, ἐνῶ ὑπάρχει ἡ ἀντικειμενική ἀλήθεια, ἡ ἀνόθευτη, ἡ πηγαία, ἡ αὐθεντική, πού εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐμεῖς νά συμβουλευόμαστε ἄλλες πηγές. Πηγές, πού ὑπάρχει κίνδυνος νά μᾶς ξεγελάσουν, νά μᾶς παραπλανήσουν, νά μᾶς ἀπατήσουν, νά μᾶς ἀποπροσανατολίσουν, νά μᾶς δηλητηριάσουν, νά μᾶς γελοιοποιήσουν.
Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ μόνον χαρά φέρνει· μόνο καταξίωσι προσφέρει, μόνον εὐτυχία ἐγ­γυᾶται, μόνον ἁγιότητα ἐξασφαλίζει, μόνον οὐρανό χαρίζει. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ξεδιψᾶ, ἀναζωογονεῖ, θωρακίζει, ἰσορροπεῖ τόν ἄνθρωπο, τόν κατευθύνει σωστικά.
Θἆταν τραγικό στόν ἀπολογισμό μας νά διαπιστώσουμε μιά κενή ἀπό ἀρετές, καλωσύνη, ἀνθρωπιά καί πράξεις ἁγιασμοῦ, καρδιά.
Θἆταν τραγικό νά ποῦμε «πῆρα λάθος τήν ζωή. Ἔζησα γιά λάθος πράγματα»
Λοιπόν, ποιούς συμβουλευόμαστε γιά τήν πορεία μας; Ποιός ρυθμίζει τό πρόγραμμά μας, τά βήματά μας καί τήν πορεία μας;
Μποροῦμε τώρα νά ποῦμε: «Κύριε, φῶς τοῖς τρίβοις μου ὁ Νόμος Σου καί Λύχνος τοῖς ποσί μου»;
Ὅμως, τώρα!
«Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς»
User avatar
Voreios
 
Posts: 1579
Joined: Tue Nov 15, 2011 7:15 pm

Re: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ

Unread postby Matina » Sat Oct 13, 2012 4:08 pm

Από την έχθρα στη συγχώρεση… Μια αληθινή ιστορία


Του Johann Christoph Arnold


Όταν η διάσημη δολοφόνος Κάρλα Φαίη Τάκερ εκτελέστηκε στις 3 Φεβρουαρίου του 1998, στο Χάντσβιλλ του Τέξας, μία μικρή ομάδα διαδηλωτών ενάντια στη θανατική ποινή έκαναν μία ολονυχτία με αναμμένα κεριά. Αλλά πολλές περισσότερες εκατοντάδες ήταν εκεί έξω από τη φυλακή για να χαρούν για το θάνατό της. Ένα πανό που κρατούσε κάποιος τα έλεγε όλα: “Είθε ο Παράδεισος να σε βοηθήσει. Είναι τόσο σίγουρο όσο η κόλαση, ότι εμείς δεν θα σε βοηθήσουμε!”

Μέσα στη φυλακή, ωστόσο, ένας άνδρας, ονόματι Ρον Κάρλσον, προσευχόταν για την Κάρλα και όχι στην αίθουσα των μαρτύρων όπου βρίσκονταν οι οικογένειες των θυμάτων της Κάρλα, όπου λογικά θα έπρεπε να είναι, αλλά στο χώρο που η φυλακή παρείχε για την οικογένεια της δολοφόνου.

Έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που γνώρισα τον Ρον και άκουσα το αξιοθαύμαστο ταξίδι του από το μίσος στη συμφιλίωση, αλλά αυτά που μου είπε είναι κολλημένα στο μυαλό μου λες και ήταν χτες:

«Λίγο μετά που είχα γυρίσει σπίτι μετά από μία μέρα κοπιαστικής δουλειάς (ήταν 13 Ιουλίου του 1983) χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο πατέρας μου. Είπε, “Ρόν, πρέπει να έρθεις αμέσως στο μαγαζί. Έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι η αδελφή σου δολοφονήθηκε.” Έπεσα στο πάτωμα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Δεν μπορούσα να το πιστέψω ακόμα κι όταν είδα στην τηλεόραση το σώμα της αδελφής μου να το μεταφέρουν έξω από ένα διαμέρισμα. Η Ντέμπορα ήταν αδελφή μου, και με είχε μεγαλώσει. Οι γονείς μου είχαν χωρίσει όταν ήμουν πολύ μικρός, έξη χρονών. Δεν είχα αδελφούς μόνο μία μεγαλύτερη αδελφή και γι’ αυτό η Ντέμπορα ήταν κάτι το πολύ ιδιαίτερο για μένα. Πολύ ιδιαίτερο.

H Ντέμπορα φρόντιζε πάντα να έχω ρούχα, και να υπάρχει φαγητό στο τραπέζι. Με βοηθούσε στα μαθήματά μου, και με χτυπούσε στα χέρια αν έκανα κάτι λάθος. Είχε γίνει η μητέρα μου.

Τώρα ήταν νεκρή, με δεκάδες μώλωπες από γροθιές σ’ όλο της το σώμα, και την πληγή από σφαίρα στην καρδιά της. Η Ντέμπορα δεν ήταν άνθρωπος που είχε εχθρούς. Απλά βρέθηκε στο λάθος μέρος, την λάθος ώρα. Οι δολοφόνοι είχαν έρθει να κλέψουν ανταλλακτικά μοτοσικλετών από το σπίτι που αυτή έμενε, και όταν ανακάλυψαν τον Τζέρρυ Ντην, τον άνθρωπο με τον οποίο ήταν μαζί, τον χτύπησαν μέχρι θανάτου. Βρίσκονταν κάτω από μεγάλη επήρεια ναρκωτικών. Μετά ανακάλυψαν την Ντέμπορα κι έτσι έπρεπε να την σκοτώσουν κι αυτήν ..».

To Xιούστον ήταν ανάστατο. Οι εφημερίδες περιέγραφαν με πηχυαίους τίτλους το έγκλημα, και η πόλη ζούσε σε φόβο. Μερικές βδομάδες αργότερα οι δολοφόνοι – δύο ναρκομανείς, η Κάρλα Τάκερ και ο Ντάνιελ Γκάρετ – παραδόθηκαν από συγγενείς. Στη συνέχεια δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ο Ντάνιελ αργότερα πέθανε στη φυλακή. Ωστόσο ο Ρον δεν αισθανόταν ανακούφιση: «Χάρηκα που συνελήφθηκαν, φυσικά, αλλά ήθελα να τους σκοτώσω εγώ ο ίδιος. Είχα γεμίσει με απόλυτο μίσος, και ήθελα να ισοφαρίσω. Ήθελα να χτυπήσω την καρδιά της Κάρλα όπως εκείνη είχε κάνει στην αδελφή μου».

Ο Ρον λέει ότι από πριν το θάνατο της αδελφής του, είχε πρόβλημα με το ποτό και τα ναρκωτικά, αλλά μετά χειροτέρεψε πολύ. Ένα χρόνο αργότερα και ο πατέρας τους πυροβολήθηκε από ληστές.

«Συχνά μεθούσα, και βυθιζόμουν στα ναρκωτικά όπως LSD και μαριχουάνα και ότι άλλο έβρισκα. Επίσης συνεχώς τσακωνόμουν με τη γυναίκα μου. Ήθελα να σκοτώσω τον εαυτό μου…

Τότε ένα βράδυ, αισθανόμουν ότι δεν άντεχα άλλο, και σκεφτόμουν ότι έπρεπε να κάνω κάτι για το μίσος και την οργή που με πλημμύριζαν. Είχαν γίνει τόσο άσχημα μέσα μου, που ήθελα συνεχώς να κάνω κακό σε αντικείμενα και ανθρώπους. Βάδιζα στο ίδιο μονοπάτι με τους δολοφόνους της αδελφής μου και του πατέρα μου. Εκείνο το βράδυ όμως αποφάσισα να ανοίξω τη Βίβλο, και άρχισα να διαβάζω.

Ήταν αλήθεια παράξενο. Ήμουν κάτω από επήρεια ναρκωτικών και διάβαζα το Λόγο του Θεού! Αλλά όταν έφτασα εκεί που σταύρωσαν τον Ιησού έκλεισα απότομα το βιβλίο. Για κάποιο λόγο με χτύπησε στην καρδιά όπως ποτέ πριν: “Θεέ μου”, σκέφτηκα, “σκότωσαν ακόμα και τον Ιησού!”.

Τότε έπεσα στα γόνατά μου και δεν το είχα κάνει ποτέ πριν αυτό – και ζήτησα από τον Θεό να έρθει στη ζωή μου και να με αλλάξει όπως Εκείνος ήθελε να είμαι, και να είναι Κύριος της ζωής μου. Αυτό ήταν βασικά που συνέβη εκείνο το βράδυ.

Αργότερα διάβασα περισσότερο τη Βίβλο, και μία γραμμή από το Πάτερ Ημών – εκείνη η γραμμή που λέει “συγχώρησέ μας όπως και εμείς συγχωρούμε” – πήδηξε έξω από το κείμενο προς εμένα. Το νόημα φαινόταν καθαρό: “Δεν θα συγχωρηθείς αν δεν συγχωρήσεις.” Θυμάμαι ότι επιχειρηματολογούσα με τον εαυτό μου : “Δεν μπορώ Εγώ να το κάνω αυτό, ποτέ δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο”. Και ο Θεός φαινόταν να μου απαντάει αμέσως, “Καλά, Ρον, Εσύ δεν μπορείς. Αλλά μέσω Εμένα μπορείς”.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και μία μέρα μιλούσα με ένα φίλο στο τηλέφωνο, και με ρώτησε αν ήξερα ότι η Κάρλα ήταν σε μία φυλακή στην πόλη μας. “Θα πρέπει να πάς εκεί και να της πεις τις σκέψεις σου”, μου είπε. Αυτός ο φίλος δεν ήξερε την πνευματική μου πορεία, και δεν του είπα τίποτα. Αλλά αποφάσισα να πάω να δω την Κάρλα.

Όταν πήγα εκεί και την αντίκρισα της είπα ότι είμαι ο αδελφός της Ντέμπορα. Δεν είπα τίποτα άλλο στην αρχή. Με κοίταξε παράξενα και είπε, “Ποιος είπες ότι είσαι;” Επανέλαβα, αλλά ακόμα με κοιτούσε αποσβολωμένη, σαν να μην πίστευε αυτό που άκουγε. Μετά ξέσπασε σε κλάμα.

Είπα, “Κάρλα, ό,τι και να βγει απ’ αυτό, θέλω να ξέρεις ότι εγώ σε συγχωρώ, και δεν έχω τίποτα εναντίον σου.” Εκείνη τη στιγμή όλο το μίσος και η οργή έφυγε. Ήταν σαν ένα μεγάλο βάρος να σηκώθηκε από τους ώμους μου».

Ο Ρον λέει ότι μίλησε πολύ ώρα με την Κάρλα, και στη διάρκεια της συνομιλίας του ανακάλυψε ότι κι εκείνη, επίσης, πρόσφατα είχε πιστέψει στον Θεό, και ότι η πίστη της είχε αλλάξει τη στάση της για τη ζωή. Ήταν τότε που ο Ρον αποφάσισε ότι έπρεπε να ξαναπάει και να μάθει περισσότερα γι’ αυτήν:

«Στην αρχή απλά ήθελα να πάω και να την συγχωρήσω και να φύγω, αλλά μετά από εκείνη την πρώτη επίσκεψη χρειαζόμουν να πάω ξανά. Ήθελα να ανακαλύψω αν ήταν ειλικρινής για τη χριστιανική πορεία την οποία ισχυριζόταν ότι είχε. Επίσης ήθελα να μάθω γιατί οι άνθρωποι σκοτώνουν, γιατί δολοφονούν ο ένας τον άλλο. Ποτέ δεν το έμαθα αυτό, αλλά έμαθα ότι η Κάρλα ήταν ειλικρινής. Επίσης ανακάλυψα, μέσα από αυτήν, ότι οι άνθρωποι μπορεί να αλλάξουν και ότι ο Θεός είναι ζωντανός.

Η μητέρα της Κάρλα ήταν πόρνη και ναρκομανής, και εισήγαγε την κόρη της από πολύ νεαρή ηλικία σε όλα αυτά. Η Κάρλα είχε αρχίσει να κάνει ενέσεις ηρωίνης από δέκα ετών. Στη φυλακή ήταν που άλλαξε η ζωή της 180 μοίρες – μέσω μίας διακονίας που ασχολούνταν με γυναίκες και έδινε Βίβλους και μιλούσε για το νόημα της ζωής με τον Θεό». Ο Ρον επισκεπτόταν κάθε δύο μήνες την Κάρλα, ενόσω αυτή ανέμενε την εκτέλεσή της, για τα επόμενα δύο χρόνια, και επίσης αλληλογραφούσε με αυτήν. Σύντομα είχαν γίνει στενοί φίλοι.

Θυμάται: «Οι άνθρωποι γύρω μου δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Έλεγαν πως είναι ολοφάνερο ότι κάτι πάει στραβά με εμένα – ότι θα έπρεπε να μισώ τον άνθρωπο που σκότωσε την αδελφή μου, όχι να την πλησιάζω. Ένας συγγενής μου είπε ότι ντρόπιαζα τη μνήμη της αδελφής μου με τον τρόπο που ενεργούσα, και ότι πιθανώς “τα κόκαλά της να έτριζαν στο τάφο της”. ΄Ενας άλλος έκανε μία δημόσια δήλωση τη μέρα της εκτέλεσης της Κάρλα για το πόσο χαρούμενος ήταν που σε λίγο θα ήταν νεκρή.»

Η ίδια η Κάρλα είχε μείνει έκπληκτη από τη στάση του Ρον απέναντί της. Μιλώντας σε μία τηλεοπτική συνέντευξη λίγο πριν την εκτέλεσή της, είχε πει: “Είναι απίστευτο, φανταστικό! Η συγχώρεση είναι ένα πράγμα. Αλλά το να πάει κάποιος πέρα από αυτό και να με πλησιάσει – να με αγαπήσει ενεργά;” Της ήταν πολύ πιο εύκολα να κατανοήσει την οργή χιλιάδων ανθρώπων που ήθελαν το θάνατό της: «Μπορώ να κατανοήσω την οργή τους. Ποιος δεν θα μπορούσε; Είναι μία έκφραση του πόνου και της πληγής τους. Το ξέρω ότι οι άνθρωποι δεν πιστεύουν ότι αξίζω συγχώρεση. Αλλά ποιος την αξίζει; Μου έχει δοθεί μία νέα ζωή, και η ελπίδα – η υπόσχεση – ότι ο θάνατος δεν είναι η τελική πραγματικότητα». Η Κάρλα προχώρησε στον θάνατό της γενναία, χαμογελώντας καθώς έκανε την τελευταία της δήλωση: “Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό που έκανα … ελπίζω ο Θεός να σας δώσει ειρήνη μέσω του θανάτου μου”.

Όσο για τον Ρον, επιμένει ότι δεν χρειαζόταν η εκτέλεσή της: “Δεν ωφελεί … Σίγουρα μου λείπει η αδελφή μου. Αλλά μου λείπει επίσης και η Κάρλα …”.

(Μετάφραση από το περιοδικό The Plough Reader, Άνοιξη 2000)

O Κύριός μου κι ο Θεός μου!
User avatar
Matina
 
Posts: 2139
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:36 am

Re: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ

Unread postby Matina » Wed Nov 21, 2012 3:56 pm

Κάτι που μας θυμίζει στωϊκά την Παραβολή του καλού Σαμαρείτη,και δεδομένου ότι θα κριθούμε όλοι μας για ανάλογη συμπεριφορά και δη τις μέρες που ζούμε τώρα ,παρακαλώ μην το προσπεράσετε.



Ήταν άνθρωπος…



Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δε σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα. Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή. Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε.

Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δε φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι· σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο. Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση. Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια της γριούλας, δε μίλησε.

Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθισε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα.

Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε.

Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου».

Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της.

Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους».

«Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. «Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν ν’ αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δε θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση.

Αλλ’ ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, ν’ αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης.

Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ ν’ απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα».

Στην επόμενη στάση ένα παλικάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσικής. Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουρια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα.

Το παλικάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.

Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε: «Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ…».

Πηγές : Ηλεκτρονικό Περιοδικό «Το Γράμμα», Τεύχος 100, σελ. 14. (Από την Ξένια Σώντερς)-pigikamchoir.blogspot.gr
O Κύριός μου κι ο Θεός μου!
User avatar
Matina
 
Posts: 2139
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:36 am

PreviousNext

Return to ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ

Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 1 guest