Περί ανέμων και υδάτων

...για κάθε θέμα γενικού ενδιαφέροντος που δεν μπορεί να ενταχθεί στις υπόλοιπες κατηγορίες...

Re: Επερχόμενα και προφητείες

Unread postby SUKHOI » Thu Oct 22, 2015 12:14 am

pan tou wrote:
SUKHOI wrote:Καποτε ενας αδερφος εκοιμηθη,πηγε στα ουρανια και ειδε τον Χριστο,τους Αγιους,τους Αγγελους να βρισκονται εκει.
Απορησε επειδη δεν εβλεπε την Παναγια που τοσο αγαπουσε.
Ρωτησε τον Χριστο,που ειναι η Μητερα του η Θεοτοκος.
Και ο Χριστος του ειπε...
Ειναι τοση μεγαλη η τιμη και η αγαπη που της εχετε γιαυτο και δεν μπορει να μεινει εδω πανω.
Η μητερα μου βρισκετε στον κοσμο αναμεσα γιατι την αγαπανε και τους αγαπαει ολους.
Ετσι ειναι,μας αγαπαει ολους μας.
Την πικραινουμε,την πληγωνουμε αλλα δεν μας αφηνει.
Αυτη βρισκετε παντα διπλα μας στις χαρες και στις στεναχωριες μας.
Διπλα στους πονεμενους αδερφους μας,στους νηστικους,στα ορφανα και σε ολον τον κοσμο που ποναει.
Αυτη ειναι η Παναγια μας.!!!!!


facebook :D



οχι ειμουν παρεα με τον αδελφο που εκοιμηθη. :mrgreen:
http://sukhoi47sukhoi.blogspot.com

insignia1.6t@gmail.com
Όταν η κυβέρνηση φοβάται το λαό, υπάρχει ελευθερία.
Όταν ο λαός φοβάται την κυβέρνηση, υπάρχει τυραννία. – Thomas Jefferson
User avatar
SUKHOI
 
Posts: 2544
Joined: Mon Jan 12, 2015 12:19 pm
Location: Θεσσαλονικη

Re: Επερχόμενα και προφητείες

Unread postby SUKHOI » Thu Oct 22, 2015 12:25 am

Ξημερώματα Κυριακής αλλάζει η ώρα

Μία ώρα θα κερδίσουμε από την αλλαγή ώρας, που σημαίνει μία ώρα περισσότερο ύπνο. Η αλλαγή ώρας από θερινή σε χειμερινή ώρα θα πραγματοποιηθεί την τελευταία Κυριακή του Οκτωβρίου.

Η χειμερινή ώρα θα αλλάξει τα ξημερώματα της Κυριακής 25 Οκτωβρίου και οι δείκτες του ρολογιού θα γυρίσουν μία ώρα πίσω. Συγκεκριμένα, στις 04:00 τα ξημερώματα της Κυριακής, τα ρολόγια θα επιστρέψουν στις 03:00 προσφέροντας άλλη μία ώρα ύπνο ή άλλη μία ώρα διασκέδασης.
http://sukhoi47sukhoi.blogspot.com

insignia1.6t@gmail.com
Όταν η κυβέρνηση φοβάται το λαό, υπάρχει ελευθερία.
Όταν ο λαός φοβάται την κυβέρνηση, υπάρχει τυραννία. – Thomas Jefferson
User avatar
SUKHOI
 
Posts: 2544
Joined: Mon Jan 12, 2015 12:19 pm
Location: Θεσσαλονικη

Re: Επερχόμενα και προφητείες

Unread postby SUKHOI » Thu Oct 22, 2015 11:27 am

“Δημητράκη, γιά σένα πάλι δέν ἔχει τίποτε…”

Ὁ Δημητράκης ὀρφάνεψε μικρός ἀπό μητέρα. Ὁ πατέρας του χῆρος μέ μικρά παιδιά, ἀναγκάστηκε νά ξαναπαντρευτεῖ. Ἡ μητριά δέν μπόρεσε νά τοῦ δώσει μητρική στοργή. Ἔτσι ὁ μικρός Δημήτρης προτιμοῦσε νά κατοικεῖ ὅσο τό δυνατόν λιγότερο μέσα σ᾿ αὐτό τό σπίτι, πού ἔπαψε νά τό νιώθει πιά δικό του. Εὐτυχῶς, ὑπῆρχε ἡ πρόφαση τοῦ βοσκήματος τῶν κατσικιῶν, καί τό ἀπόμακρο μαντρί τοῦ πρόσφερε τήν ἡσυχία καί τή γαλήνη. Ἐκεῖ ὅμως τό ψωμί ἦταν λιγοστό καί τό μαγειρευμένο φαγητό ἦταν σπάνιο.

“Τότε ζοῦσα μέ ἀγριοπούλια πού κυνηγοῦσα”,

Διηγεῖτο ἀργότερα, ὅταν μεγάλωσε καί πρόκοψε τό φτωχό ὀρφανό. Τό εἶχε προικίσει ὅμως ὁ Θεός μέ δύο μεγάλα χαρίσματα: Τήν ἐξυπνάδα καί τή θεοσέβεια. Ὅπως ὁ Δαυίδ κι ἐκεῖνο, ἐνῶ ἔβοσκε τά ζῶα, ἤ θά διάβαζε ἤ θά προσευχόταν. Εἶχε μιά βαθιά ἀγάπη κι εὐλάβεια γιά τήν μεγάλη Μητέρα ὅλου του κόσμου, τήν Παναγία. Αὐτή ἦταν ἡ παρηγοριά του κι ἀπό Ἐκείνη ζητοῦσε πάντα βοήθεια.
Γιά νά πέρει τή στοιχειώδη μόρφωση, περπατοῦσε μέ μερικά ἄλλα παιδιά τοῦ χωριοῦ πολλές ὧρες μέχρι τό πλησιέστερο μεγάλο χωριό. Μέσα στίς βροχές, μέσα στά χιόνια, μέσα ἀπό πλημμυρισμένα ποτάμια. Μιά φορά κόντεψε νά πνιγεῖ. Παρ᾿ ὅλα αὐτά προόδευσε καί τελικά ἀποφάσισε νά πάει στήν πλησιέστερη μεγαλούπολη, νά συνεχίσει στό Γυμνάσιο. Πῶς ὅμως;

Ὁ πατέρας του ἦταν πάμφτωχος (ἦταν τά πρῶτα μετακατοχικά χρόνια). Δέν εἶχε οὔτε τά εἰσιτήρια νά τοῦ δώσει. Στήν ἐπιμονή του, τοῦ ἔδωσε ἕνα δέρμα ζώου νά τό πουλήσει καί νά πληρώσει τό ναῦλο γιά τό καΐκι. Ἔτσι κι ἔγινε. Τό πούλησε 10 δραχμές, ἔδωσε τίς 8 γιά τά ναῦλα καί τοῦ ἔμειναν καί 2 δραχμές!
Στήν πόλη πού πῆγε βρῆκε γιά λίγο καιρό καταφύγιο στή νονά του, ἀλλά γρήγορα κατάλαβε πῶς ἦταν βάρος στήν πολυμελῆ οἰκογένειά της. Καί σάν φιλότιμος πού ἦταν, ἔφυγε. Πῆγε κοντά σέ κάποια ξαδέλφια του, πού σπούδαζαν κι αὐτά. Ἐκεῖ κοιμόταν σέ μιά γωνίτσα, πάνω σέ μιά κουρελοῦ. Ἐν τῷ μεταξύ, ἡ πεῖνα πήγαινε σύννεφο. Κι ὅμως, προόδευε!

Ὅταν κατέφθανε τό καϊκι ἀπό τά μέρη τῆς οἰκογενείας του στό λιμάνι τῆς πόλεως, κατέβαινε κι αὐτός μέ τά ἄλλα συμπατριωτάκια του μέ τήν ἐλπίδα μήπως ἡ μητριά εἶχε στείλει κανένα καλαθάκι μέ λίγο τυράκι ἤ λίγο ψωμί. Τά ἄλλα παιδιά συχνά πυκνά ἔπαιρναν τά καλάθια τους γεμάτα, σταλμένα ἀπό τούς γονεῖς τους μέ προϊόντα τοῦ τόπου τους. Ἐκεῖνος ὅμως, καθώς κοίταζε θλιμένος τόν καπετάνιο, ἄκουγε κάθε φορά τήν ἴδια φράση ἀπό τό στόμα του μέ μιά φωνή πού ἔκρυβε συμπόνια:

Δημητράκη, γιά σένα πάλι δέν ἔχει τίποτε!

“Τά πόδια μου τρέμανε ἀπό τήν ἀδυναμία”, διηγεῖτο, “καί τό συκῶτι μου ἄρχιζε νά ἀτροφεῖ ἀπό τή συνεχῆ πεῖνα. Κοίταζα τήν ἀνηφόρα πού ἔπρεπε νά ἀνέβω γιά νά πάω στό δωμάτιο πού μέναμε καί μ᾿ ἔπιανε ἀπελπισία. Πῶς νά τήν ἀνέβω;
Τότε γύριζα πρός τήν μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Παναγίας πού ἦταν ἐκεῖ κοντά καί μέ δάκρυα ζητοῦσα βοήθεια. Κι Ἐκείνη, πάλι μοῦ τήν ἔδινε! Ἀποροῦσα κι ἐγῶ πῶς στεκόμουν στά πόδια μου μέ τέτοιες συνθῆκες.

Ἐν τῷ μεταξύ ἡ θεία μου ἔστειλε γράμμα νά φύγω ἀμέσως ἀπό τό σπίτι τῶν παιδιῶν της, γιά νά μήν τούς γίνομαι βάρος! Τέλειο ἀδιέξοδο! Τότε κλαίγοντας ξαναχτύπησα τήν πόρτα τῆς Παναγίας, τήν πόρτα τῆς θείας εὐσπλαγχνίας. Παρακάλεσα καί τήν ψυχή τῆς μανούλας μου νά μεσιτεύσει. Δέν ἄργησε νά ἔλθει ἡ βοήθεια τοῦ οὐρανοῦ. Ἡ Παναγία ἄρχισε νά τά τακτοποιεῖ ὅλα. Δηλαδή μιά καλή γειτόνισσα, ἀφοῦ τήν παρακάλεσα, μοῦ παραχώρησε ἕνα ὑπόγειο πού εἶχε. Ἐκεῖ, ἐπειδή ἤμουν πολύ δυνατός στά μαθηματικά, ἀποφάσισα νά ἀνοίξω φροντιστήριο μαθηματικῶν! Οὔτε ξέρω ποῦ βρῆκα ἕξι παλιοκαρέκλες. Οἱ καθηγητές μου, πού ἤξεραν τίς δυνατότητές μου, μοῦ ἔστειλαν δέκα μαθητές. Ἦταν ὅλοι οἱ πιό ἀδύνατοι στά μαθηματικά. Μέ τή βοήθεια τῆς Παναγίας ἀρίστευσαν!

Ἐν τῷ μεταξύ μιά μέρα πού πεινοῦσα πολύ ἀποφάσισα νά χαλάσω τό τελευταῖο δίφραγκο πού εἶχα καί μπῆκα σέ μιά γειτονική ἡμιυπόγεια ταβέρνα γιά μιά φασολάδα. Ἐκείνη τήν ὥρα ἦταν ἐκεῖ πέντε ἕξι θαμῶνες ἡλικιωμένοι, πού ἔπιναν τό κρασάκι τους. Ὁ ταβερνιάρης, ἕνας πονετικός ἄνθρωπος, κάθησε δίπλα μου κι ἄρχισε νά μέ ρωτάει γιά τή ζωή μου. Τοῦ ἔκανε ἐντύπωση ἡ χλωμάδα καί ἡ ἀδυναμία μου. Τόν ἐμπιστεύτηκα καί τοῦ τά εἶπα ὅλα. Ἄρχισε κι ἔκλαιγε! Μετά σηκώθηκε καί εἶπε δυνατά στούς γνωστούς του πελάτες:
Κύριοι, σηκωθῆτε νά γνωρίσετε καί νά συγχαρεῖτε ἕναν μικρό ἀλλά τίμιο ἀγωνιστή! Καί πρόσθεσε: Ἀπό τώρα, παιδί μου, νά ἔρχεσαι νά τρῶς ἐδῶ δωρεάν!
Ἐν τῷ μεταξύ τό φροντιστήριο προόδευσε καί οἱ μαθητές μου αὐξήθηκαν. Ἔτσι μπόρεσα καί βοήθησα καί τά παιδιά τῆς μητρυιᾶς μου, τά ἑτεροθαλῆ ἀδέλφια μου πού ἦρθαν κι αὐτά στό Γυμνάσιο. Τότε βέβαια ἄρχισαν κι ἔρχονταν καλαθάκια μέ τρόφιμα!

Μετά πῆγα στρατιώτης. Παρ᾿ ὄλο πού ἤμουν πολύ ἀδύνατος, οἱ ἐξετάσεις πού μοῦ ἔκαναν ἀπέδειξαν ὅτι ἤμουν ὑγιέστατος. Μετά τό στρατό, ἄνοιξα φροντιστήρια στήν Ἀθήνα καί τελείωσα καί Ἀνωτάτη σχολή. Ὁ Θεός μοῦ ἔστειλε καί μιά χριστιανή καλή κοπέλα καί μέ ἀξίωσε νά φτιάξω μιά ὡραία οἰκογένεια. Ἐπαγγελματικά σταδιοδρόμησα στό Δημόσιο ὡς ἀνώτερος κρατικός ὑπάλληλος.

Πῶς νά μήν εἶμαι εὐγνώμων στόν Χριστό μας καί στήν Παναγία Μητέρα Του; Σέ μένα, τόν φτωχό ὀρφανό Δημητράκη δέν ἔστελνε κανείς, ὅταν πεινοῦσα, ἕνα καλαθάκι μέ ψωμί. Ὁ Θεός ὅμως μοῦ ἔστειλε πλῆθος δώρων.
Πῶς μπορῶ νά μήν Τόν εὐγνωμονῶ;
Πῶς μπορῶ τό κατά δύναμιν νά μή μιμοῦμαι τήν θεία εὐσπλαγχνία Του;”
Αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν!
http://sukhoi47sukhoi.blogspot.com

insignia1.6t@gmail.com
Όταν η κυβέρνηση φοβάται το λαό, υπάρχει ελευθερία.
Όταν ο λαός φοβάται την κυβέρνηση, υπάρχει τυραννία. – Thomas Jefferson
User avatar
SUKHOI
 
Posts: 2544
Joined: Mon Jan 12, 2015 12:19 pm
Location: Θεσσαλονικη


Re: Περί ανέμων και υδάτων

Unread postby SUKHOI » Fri Oct 23, 2015 7:51 pm

Δύο σύγχρονα φοβερά θαύματα του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη

Πριν λίγες μέρες ψάχνοντας στο παλιό σεντούκι τού σπιτιού μου, και σέ κάποια παραμελημένα βιβλία μου, βρήκα μια ξεχωριστή περιγραφή για δυό φοβερά θαύματα του Αγίου Δημητρίου πού είχε κάνει στα 1906 και πού ελάχιστοι σήμερα τά γνωρίζουν…
Τά βρήκα σ΄ ένα βιβλίο αυτοβιογραφίας με τίτλο « Ο Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος, 1884 – 1980» , με 700 τόσες σελίδες, όλες ξεχωριστές και υπέροχες. Όποιος το διαβάσει δεν θα χάσει…

Τις μέρες αυτές λοιπόν πού γιορτάζουμε τον Άγιο Δημήτριο θα παραθέσω μία άγνωστη περιγραφή, απ΄ αυτές πού σήμερα ίσως και να σπανίζουν…
«….Μετά δύο ημέρας φθάσαμε εις Θεσσαλονίκην, η οποία τότε κατείχετο ύπό των Τούρκων και, επειδή εγώ άπό μικρός είχον ευλάβειαν είς τον Άγιο Δημήτριο, παρεκάλουν τον φίλον μου Νικόλαον να εξέλθωμεν του ατμόπλοιου, διά να προσκυνήσωμεν τον τάφον του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλήτου.
Εξελθόν­τες μετέβημεν και προσκυνήσαμε μετά κατανύξεως τον Τάφον του Αγίου και, επιστρέψαντες εις τι ξενοδοχείον Ελληνικόν, εμείναμεν ολόκληρον την ημέραν και το εσπέρας.
Την επομένην ητοιμάσθημεν ν’ άναχωρήσωμεν δι’ Άγιο “Ορος και μεταβάντες εις το Τελωνείον, δεν μας επέτρεψαν ν’ άναχωρήσωμεν.

Δεν θά φύγετε, μας είπον, διότι είσθε κατάσκοποι !

Τους είπομεν ότι τοιούτον τι δεν συμβαίνει και, έφ’ όσον τά διαβατήρια μας είναι επικυρωμένα άπό το Τουρκικόν Προξενείον και την Πρεσβείαν, οφείλουν να μας επιτρέψουν ν’ άναχωρήσωμεν, άλλ’ ούδεμίαν σημασίαν έδωκαν εις τους λόγους μας•
Δεν μας έφυλάκισαν, άλλα μας είχον υπό επιτήρησιν αύστηράν, και εις το ξενοδοχείον πού εμέναμεν εφύλαττον στρατιώται, και όταν εξηρχόμεθα μας παρηκολούθουν πάντοτε στρατιώται.
Έμείναμεν ούτω άρκετάς ημέρας. Τα χρήματα όλιγόστεψαν και ήρχίσαμεν να στενοχωρούμεθα. Μίαν ήμέραν λέγω εις τον φίλον μου Νικόλαον.
— Θά υπάγω εις το κονάκι να παρουσιασθώ εις τον Πασά, ίσως μας έπιτρέψη εκείνος ν’ άναχωρήσωμεν.
Την έπομένην εγερθείς λίαν πρωΐ μετέβην πρώτον είς τον Τάφον του Άγίου Δημητρίου και προσκυνήσας παρεκάλουν μετά κατανύξεως και δακρύων τον “Αγιον να μεσιτεύση προς τον Κύριον να άφεθώμεν ελεύθεροι και ύπάγωμεν εις το “Αγιον “Ορος.
Άφοϋ προσηυχήθην ίκανην ώραν και έκάθησα ολίγον να αναπαυθώ, μοι ήλθεν εις τον λογισμόν μου το μαρτύριον του ‘Αγίου Δημητρίου• πώς έλογχεύθη και απέθανε δια την άγάπην του Χριστού και την πίστιν μας την άγίαν, και πώς έδοξάσθη παρά Θεού και εν γη και εν ούρανώ και θά δοξάζεται είς τους αιώ­νας των αιώνων.
Αυτά συλλογιζόμενος μού ήλθεν επιθυμία, να ήτο τρόπος, να άπέθνησκον και εγώ διά την Όρθόδοξον Πίστιν και την άγάπην του Χριστού.
Παρεκάλουν λοιπόν τον “Αγιον Δημήτριον όχι να μεσιτεύση να άφεθώμεν ελεύθεροι, άλλα να μεσιτεύει να αξιωθώ μαρ­τυρικού τέλους. Εύρον δε και τον τρόπον προς έπιτυχίαν τού ποθού­μενου.
Είπον καθ’ εαυτόν, θά υπάγω εις το κονάκι (Διοικητήριον), θά παρουσιασθώ εις τους Τούρκους με θάρρος, θά τους δώσω άφορμήν τίνα και αυτοί θά μού ειπούν τι διά τήν πίστιν μου.
Θά μαρ­τυρήσω την δική τους πλάνη, αυτοί ίσως μού ειπούν ν’ αρνηθώ τήν πίστιν μου και εγώ θά σταθώ γενναίος.

Θά προτιμήσω τον θάνατον και ούτως θά τύχω μαρτυρικού τέλους.
Ευθύς λοιπόν ανήλθον μετά θάρρους εις το κονάκι και περπατούσα είς ενα διάδρομον.
Κάποιος Τούρκος αξιωματικός με είδε και με ήρώτησε τί ζητώ. Τού λέγω,
—Θέλω τον Πασά.
— Και τί τον θέλεις;
—”Εχω λόγον να του πώ, απήντησα. Μού λέγει,
— Εγώ είμαι αντιπρόσωπος του Πασά, είπε μοι ελευθέρως τί θέλεις; Του λέγω-
– Αφού είσαι αντιπρόσωπος του Πασά, πές μου, δια ποίον λόγον δεν μάς αφήνετε να υπάγωμεν εις το “Αγ. “Ορος;
Μού απήντησε με αύστηρόν τρόπον,
— Δεν θα σου δώσω τον λόγον. Τού λέγω με θάρρος•

–Δεν είσθε καλοί άνθρωποι, είσθε άδικοι. Ένώ δεν πταίσαμε, ένώ δεν είμεθα κακοποιοί άνθρωποι και ένώ τα χαρτιά μας είναι εντάξει, δεν βλέπω τον λόγον, διατί να μάς εμποδίζε­τε και μάς στενοχωρείτε;

Τα χρήματα πού είχαμε μάς σώθηκαν, πώς θα ζήσωμεν εις άγνωστον και ξένον τόπον; Έάν σείς πηγαί­νατε είς την Ελλάδα θα είσθε ευχαριστημένοι να σας εκαμνον ό,τι σεις κάμνετε εις ημάς;
Οί λόγοι ούτοι τον ήρέθισαν και έκίνησεν εις θυμον και ήρχισε να κρούη τον κώδωνα δυνατά.
Ευθύς έσυνάχθησαν 30-35 στρατιώται και αξιωματικοί, οίτινες με ήρπασαν και με έπήγαιναν εις τον Λευκόν Πΰργον.
Τίνα σκοπόν είχον δεν γνωρίζω. Πάντως ίσως διά να με φυλακίσουν, άλλ’ εγώ ποσώς δεν έδειλίασα, δεν έχασα το θάρρος μου, μόνον έλυπούμην πού δεν μοί είπόν τι διά την πίστιν μου.
“Ηλπιζα όμως ότι εκεί πού θα μέ έπήγαινον κάτι θά μου ελεγον.
Και βαδίζοντες προς την όδόν του μαρτυρίου παρεκάλουν τον “Αγιον Δημήτριον να μεσιτεύση προς Κύριον και μέ άξιώση μαρτυρικού θανάτου, εάν είναι θέλημα Του, η εάν δεν είναι να μέ λυτρώσει από τάς χείρας των άθεων, βαρβάρων, αιμοβόρων, και αγρίων Αγαρηνών.
Μόλις έπροχωρήσαμεν ολίγον, να και παρουσιάζεται ένας α­νώτερος των, όστις τους ομίλησε Τούρκικα.
Τί τους είπε δεν ήννόησα• μόνον αντελήφθην ότι τους ομίλησε μέ θυμόν και τους έδιω­ξε. Τον δε άξιωματικόν εκείνον, όστις ήτο ο αίτιος και μέ συνέλαβον, έσήκωσε τήν ράβδον του και τον έκτύπησε εις τον ώμον.
Άφοϋ δε τους έξεδίωξε μέ έπλησίασε μέ ιλαρό βλέμμα και χαϊδευτικά μέ εκτύπησεν είς τον ώμον μέ το χέρι του και μέ παρέδωκεν εις ενα στρατιώτην φρόνιμον έξ Ιωαννίνων.
Και τού έδωκεν έντολήν να μέ ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το όποιον εύρίσκετο εις τον λιμένα Θεσσαλονίκης, διά να επιστρέψω είς τήν Ελλάδα.
Μή γνωρίζοντας ποιός ήταν αυτός πού έδωσε τις διαταγές ρώτησα τον στρα­τιώτην να μοι πεί, και εκείνος μοι είπεν ότι ήτο ο ίδιος ο Πασάς.
Και διατί έκτυπησε μόνον τον ίδιαίτερόν του και τί του είπε; Τον έπέπληξεν, μοι είπεν, διότι χωρίς να του ζητήση άδειαν σέ κατεδίκασε εις θάνατον.
– Και ποϋ μέ έπήγαιναν του λέγω;

—Είς τον Λευκόν Πύργον, μοι άπεκρίθη. Σέ έπήγαιναν διά να σέ εκτελέσουν. Έκεί πηγαίνουν όσους καταδικάζουν εις θάνατον και άλλους τους οποίους κλείνουν διά ν’ αποθάνουν άπο τήν πείναν, τήν δίψαν και τήν δυσωδίαν.
Έχάρην διότι έλυτρώθην έκ των χειρών των αγρίων εκείνων Αγαρηνών, επειδή ήγνόουν έάν θά μέ έφόνευον διά τήν πίστιν μου, αλλά και έλυπήθην, διότι δεν ετυχον του μαρτυρίου. Πλην όμως το μαρτύριον πρέπει να γίνεται νομίμως, ώς λέγει ο θεοκήρυξ Απόστολος Παύλος «Έάν δε και άθλή τις, ού στεφανονται, εάν μή νομίμως αθλήσει…» (Β’ Τιμ. 2, 6).
Εις εμέ μέν ϋπήρχεν ο ζήλος και ο πόθος διά να μαρτυρήσω, αλλά δεν συνυπήρχε ο λόγος και η αιτία. Διά να μαρτυρήση τις πρέπει να ύπάρχη εύλογος α’τία. Πρέπει να είναι κατά Θεόν το μαρτυριον.
Το να θέλη τις χωρίς λόγον και άφορμήν να προκαλεί είς εαυτόν το μαρτύριον και να ρίπτη μόνος εαυτόν εις πειρασμόν είναι έπικίνδυνον.
Μετέβημεν κατόπιν είς το ξενοδοχείον, και λαβών την βαλίτσαν και τα ολίγα πράγματα μου άπεχαιρέτησα τον άγαπητόν μοι φίλον Νικόλαον…
Τον άπεχαιρέτησα και άνεχώρησα. Με συνοδεία τον καλόν ε­κείνον Τούρκο στρατιώτην έφθασα μέχρι της παραλίας, Καθ’ όδόν με έπαρηγόρει να μη στενοχωρούμαι, αλλά να έχω ύπομονήν, και φωνήσας λεμβοϋχον τίνα Έβραΐον τού είπε να μοι ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον.
Μοι είπεν δε να μη υπάγω άπό το Τελωνείον, διότι ίσως με καθυστερήσουν και αναχώρηση το Ατμόπλοιον και δεν προφθάσω να φύγω. ‘
Αλλά μόλις έπροχωρήσαμε ολίγον μας αντελήφθησαν εκ τού Τελωνείου και ήρχισαν να φωνάζουν να έπιστρέψωμεν. Επειδή όμως ο στρατιώτης είχεν είπει εις τον λεμβούχον ότι ο Πασάς έδωκε διαταγήν να φύγω έπροχώρει.
Βλέποντες οί τού Τελωνείου ότι δεν έπέστρεφεν ούτε έσταμάτα ήρχισαν να ρίπτουν πυροβολισμούς εις τον αέρα•
και έμβάντες 10 στρατιώται εις μίαν λέμβον ηρχισαν να κωπηλατούν σπεύδοντες να μας φθάσουν. Ευτυχώς έπρόφθασα και άνήλθον εις το άτμόπλοιον, όταν αύτοι μας έπλησίασαν.
Άρχισαν να άπειλούν και να κτυποϋν τον λεμβοϋχον. “Οταν όμως τους είπεν ότι είχεν έντολήν άπό τον Πασά, τον Διοικητήν, να με ύπάγη εις το πλοΐον, τον άφήκαν.
Δεν ήτο, ώς φαίνεται, θέλημα Θεούνα υπάγω ε’ις το “Αγιον “Ορος και δια τουτο ήλθον όλα τα εμπόδια.
Όφείλω δε μεγίστην εύγνωμοσύνην εις τον προστάτην μου Μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριον, τή μεσιτεία και πρεσβεία του οποίου έσώθην άπό τον κίνδυνον τού θανάτου.


ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΣΑ…


Άλλ’ επειδή δεν κατάλαβα πώς και δια ποίαν αιτίαν ο Πασάς έδειξεν τόσον ενδιαφέρον για μένα για να με σώσει, ερευνούσα αυτό να το μάθω.
Έτσι λοιπόν, έμαθα τι ακριβώς είχε συμβεί μετά δύο περίπου έτη, άπό τον φίλον μου Νικ. Μητρόπουλον, Δικηγόρον, ο όποιος μετέβη και εύρίσκετο είς το “Αγιον “Ορος.
Μεταβάς λοιπόν προς έπίσκεψίν του και προσκύνηση του Άγιωνύμου “Ορους ελαβον πληροφορίας πώς και γιατί ότι ο Πασάς με ελευθέρωσε και με έστειλε είς την Ελλάδα.
«Μετά δύο η τρεις ημέρας, μού λέγει ο δικηγόρος, της αναχωρήσεως σας εκ Θεσσαλονίκης και επιστροφής εις την Ελλάδα, καθήμενος εξω τού καφενείου τού κάτωθεν του ξενοδοχείου, ( εις το οποίο εξ αρχής είχαμε τότε μείνει φρουρούμενοι υπό στρατιωτών Τούρκων, μή τυχόν δραπετεύσουμε λάθρα), με πλησίασε και με χαιρέτησε ο Υπασπι­στής αξιωματικός τού Πασά τής Θεσσαλονίκης, παλαιός γνωστός μου, και με τον όποιον είμεθα μέλη εις την σχηματισθείσαν ΈλληνοΤουρκικήν έπιτροπήν μετά τον άτυχη ΈλληνοΤουρκικόν πόλεμον τού 1897, προς συμφωνίαν και καθορισμόν των συνόρων Ελλάδος και Τουρκίας.
Άφοϋ μείναμεν σύμφωνοι και ύπεγράψαμεν την είρήνην, άπαντα τά μέλη τής Επιτροπής, Έλληνες και Τούρκοι, μετέβημεν χαίροντες εις Κέρκυραν, εις το Άχίλειον, και έορτάσαμεν τήν ειρήνην έπι μίαν εβδομάδα.
Ό υπασπιστής του Πασά, όταν με είδε είς το καφενείον, με έγνώρισε και με ήρώτησε πώς εύρέθην εις την Θεσσαλονίκην.

Εγώ τού ανέφερα όλην την ύπόθεσιν και αμέσως έδιωξε τους στρατιώτας πού με έφύλαττον και φωνήσας άμαξηλάτην με έπηρεν εις τον οί­κον του, με περιεποιήθη και την αλλην ήμέραν έπήγαμεν όμοϋ εις τον Πασάν, εις τον όποιον με συνέστησεν ώς φίλον του και τον παρεκάλεσε να μού έπιτρέψη να μεταβώ εις “Αγιον “Ορος.
Ό Πασάς είπεν εις τον ύπασπιστήν του ότι είμαι ελεύθερος , να με συνοδεύσει μέχρι του Ατμόπλοιου και να μού παρέχει πάσαν προστασίαν και βοηθειαν και προσέθεσεν και ταύτα:
— «Ηταν και κάποιος άλλος νέος ( πού είχε συλληφθεί και ήθελε να πάει στο Άγιο Όρος ), δια τον όποίον πρωΐαν τινά, ενώ έκοιμούμην ήσύχως, εισήλθε εντός τού δωματίου μου ο “Αγιος Δημήτριος ένδεδυμένος στολήν Στρατηλάτου, φέρων μαζί και τα άρματα του, και μοι λέγει προστακτικώς και με βλέμμα αύστηρόν:
—Έγέρθητι πάραυτα, ένδύθητι, και ύπόδεσε τα σανδάλια σου και ΰπαγε εις την δείνα όδόν της πόλεως να ελευθέρωσης νέον τινά δικασθέντα αδίκως και άπαγόμενον εις θάνατον υπό τού ιδιαιτέρου γραμματέως σου.
Άφοϋ δε τον ελευθερώσεις και τον λυτρώσης τού θανάτου, να τον στείλης εις το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στο ναυλοχούν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το όποιον ετοιμάζεται προς άναχώρηση…
«Και σπεύσας», είπε ο Πασάς, «τον λύτρωσα εκ τού κινδύνου και τον απέστειλα εις την Ελλάδα».

Και τότε έγνώρισα ότι ο σωτήρ και ρύστης μου εκ της καταδίκης τού θανάτου μου ήτο ο Μεγαλομάρτυς Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης.
Κι΄ έτσι επαλήθευσε και η προφητεία τού Αγίου Νεκταρίου πού μού είχε πεί ότι, όπου και αν υπάγω, εις την Λογγοβάρδαν θα καταλήξω.
Έπληροφορήθην δε εκ τούτου ότι πρέπει πάντοτε να εχουμε τελείαν ύπακοήν εις τον Πνευματι­κόν μας Πατέρα, χωρίς άντιλογίες, και να ποιούμε ουχί το θέλημα το δικό μας, άλλα το θέλημα τού Πνευματικού μας Πατρός μιμούμενος τον Κύριον ημών Ίησούν Χριστόν, “Οστις ήλθεν εις τον κόσμον ούχι να ποιη το θέλημα το Ίδικόν Του, άλλα το θέλημα τού πέμψαντος Αυτόν Πατρός…
Δεύτερη σύλληψη και φυλάκιση υπό των Τούρκων…
Άναχωρήσας εξ Άγίου “Ορους και, όταν το πλοίον εφθασεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, έκρινα καλόν να εξέλθω διά να προσκυνήσω τον τάφον του Αγίου Δημητρίου, του προστάτου μου και μετά Θεόν φύλακος και σωτήρος μου.
Έξελθών, δεν ήξεύρω πώς, πάλιν οι τουρκοι με έξέλαβον ως κατάσκοπον και με είχον υπό έπιτήρησιν αρκετάς ημέρας.
“Οταν δε απεφάσισα να φύγω και έπέρασα άπό τό Τελωνείον με συνέλαβον και με έπέρασαν άπό τρεις σειράς συρματοπλεγμάτων και με έκλεισαν εκεί.
Εΰρον δε εκεί κεκλεισμένον νεανίαν, τον όποιον ήρώτησα•
– Διά ποίον λόγον μας έκλεισαν; Και μού λέγει-
–Διά να μας φονεύσουν, και εγώ είπον
–Τί κακόν έποιήσαμεν;
–Άφησε, μού είπε, μη εξετάζεις τό γιατί…
Δεν παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας και κατέπλευσεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης Ατμόπλοιον έρχόμενον εκ Ρουμανίας με φορτίον πετρελαίου και αρκετούς έπιβάτας.
Μόλις όμως έφθασεν, τίς οίδε πώς και από ποίαν αίτίαν, κάποιο ντεπόζιτο πετρελαίου πήρε φωτιά, τό οποίον ακαριαίως μεταδόθηκε εις όλον τό φορτίον, και εις μίαν στιγμήν κρότοι ισχυροί ήκούοντο και φλόγες ούρανομήκεις άνεπετάσσοντο.


Η Θεσσαλονίκη έγένετο ανάστατος !

Χιλιάδες ανθρώπων κατήλθον εις τήν παραλίαν, άλλοι διά να δούν και άλλοι να σώσουν τους κινδυνεύοντας έπιβάτας με τάς λέμβους και τά πλοία. Έφυγον δε και όλοι οί φύλακες άπό τό Τελωνείο.
Τήν στιγμήν έκείνην ο νεανίας εκείνος έξαγαγών ψαλίδιον έκ της τσέπης του εκοψεν τα σύρματα, και λαβών με εκ της χειρός εξήγαγε έξω της φυλακής.
Έπειτα πληρώσας Εβραίον τίνα λεμβούχον τού είπεν να μας ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον, το όποιον εύρίσκετο έξω του λιμένος.
Ένω ήτοιμαζόμεθα να είσέλθωμεν εις την λέμβον, ήλθεν ο στρατιώτης εκείνος πού με έκλεισεν εις τα συρματοπλέγματα να με συλλάβει, άλλ’ ο νεανίας εκείνος, όστις με εξήγαγε, του έδωκεν ράπισμα και έφυγε…
Άνήλθομεν εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον και έγώ έφρόντισα να τοποθετήσω τα πράγματα μου, άφού δε τα έτοποθέτησα, έστράφην δια να εύρω τον νεανίαν εκείνον, τον σωτήρα μου, να τον ευχαριστήσω και να τον ερωτήσω ποίος και άπό πού ήταν.
Αλλά πουθενά δεν τον εύρον.
Ερωτήσας σχεδόν πάντας τους έπιβάτας και τους του Ατμόπλοιου αντελήφθην ότι ουδείς είδεν αυτόν, ούτε να εισέλθη εις το πλοϊον ούτε να έξέλθη.

Ποιος ήταν και τί έγένετο ο Θεός γνωρίζει !

Εγώ τούτο μόνον γνωρίζω, ότι μετά πάροδον αρκετών ετών, ότε ήλευθερώθη η Θεσσαλονίκη και επήγα και έλειτούργησα και έκήρυξα τον λόγον του Θεού εις τον Ναόν του Άγίου Δημητρίου και είδον την εικόνα του Αγίου άνεμνήσθην ότι ο νεανίας εκείνος πού με ελευθέρωσε της φυλακής και με οδήγησεν εις το Ατμόπλοιον είχεν μεγάλην ομοιότητα με την εικόνα του Άγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης !

Πηγή-agioritikovima.gr
http://sukhoi47sukhoi.blogspot.com

insignia1.6t@gmail.com
Όταν η κυβέρνηση φοβάται το λαό, υπάρχει ελευθερία.
Όταν ο λαός φοβάται την κυβέρνηση, υπάρχει τυραννία. – Thomas Jefferson
User avatar
SUKHOI
 
Posts: 2544
Joined: Mon Jan 12, 2015 12:19 pm
Location: Θεσσαλονικη

Re: Επερχόμενα και προφητείες

Unread postby giannis73 » Sat Oct 24, 2015 3:44 pm

Εάν δώσετε 3 λεπτά από το χρόνο σας και το διαβάσετε θα νιώσετε υπέροχα..

Ένας άνδρας είδε μία ανήμπορη γιαγιά στην άκρη του δρόμου και θέλησε να την βοηθήσει. Εκείνη όμως…..

Μια μέρα, ένας άντρας είδε μια ηλικιωμένη γυναίκα στην άκρη του δρόμου. Αμέσως κατάλαβε πως χρειαζόταν βοήθεια, οπότε την πλησίασε αργά με τοαυτοκίνητό του.

Η γυναίκα φάνηκε ανήσυχη, παρόλο που ο άντρας φρόντισε να είναι χαμογέλαστος. Κανείς δεν είχε σταματήσει για να τη βοηθήσει, την τελευταία μία ώρα. Θα της έκανε κακό; Ο ίδιος έμοιαζε φτωχός και πεινασμένος.

Ο άντρας κατάλαβε τις σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό της τρομαγμένης αυτής γιαγιούλας. Είπε μαλακά «Είμαι εδώ για να σας βοηθήσω κυρία μου. Ονομάζομαι Bryan Anderson. Θέλετε μήπως να μπείτε στο αυτοκίνητο για να ζεσταθείτε;»

Είχε χαλάσει το ένα λάστιχο από το αμάξι της, όμως για μια ηλικιωμένη γυναίκα δε χρειάζεται να είναι κάτι παραπάνω.

Ο Bryan χώθηκε κάτω από το αμάξι ψάχνοντας για ένα σημείο να στηρίξει το γρύλο και στην προσπάθειά του έγδαρε κανά δυο φορές τα χέρια του. Το λάστιχο αλλάχτηκε σχεδόν αμέσως, είχε όμως λερωθεί και τα χέρια του τον πονούσαν στα σημεία που είχε χτυπήσει.

Τελείωνε τη δουλειά του, όταν η γυναίκα κατέβασε το παράθυρο και άρχισε να του μιλάει. Του είπε πως ήταν από το St. Louis και απλά έτυχε να περνάει από εδώ. Τον ευχαρίστησε θερμά για τη βοήθειά του, με μια γλυκιά ειλικρίνεια.

Ο Bryan απλά χαμογέλασε καθώς έκλεινε το καπό και αυτή τον ρώτησε πόσα χρήματα του όφειλε. Δεν είχε πρόβλημα όσα και να της ζητούσε, σκεφτόμενη όλα τα φριχτά πράγματα που θα μπορούσαν να έχουν συμβεί, αν δε σταματούσε ο Bryan.

Φυσικά αυτός αρνήθηκε. Δεν έκανε τη δουλειά του, απλά βοηθούσε κάποιον που είχε ανάγκη, οπότε η αμοιβή δε του πέρασε ποτέ από το μυαλό. Πολλοί άνθρωποι τον είχαν βοηθήσει από καλοσύνη στο παρελθόν και το ίδιο έκανε και εκείνος, όποτε του δινόταν η ευκαιρία.

Της είπε πως αν πραγματικά ήθελε να τον ξεπληρώσει, την επόμενη φορά που θα έβλεπε κάποιον που χρειάζεται βοήθεια, να του τη δώσει απλόχερα.

Περίμενε ώσπου η γυναίκα να μπει στο αμάξι της και να φύγει, πριν ξεκινήσει και ο ίδιος. Ήταν μια κρύα και καταθλιπτική μέρα, ένιωθε όμως καλά με τον εαυτό του καθώς επέστρεφε στο σπίτι του.

Λίγα χιλιόμετρα παρακάτω, η ηλικιωμένη γυναίκα είδε ένα μικρό εστιατόριο και αποφάσισε να σταματήσει για να φάει κάτι και να πάρει δυνάμεις πριν καλύψει το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής. Το μέρος ήταν σκοτεινό και έξω υπήρχαν δύο αντλίες βενζίνης. Το σκηνικό της ήταν άγνωστο. Η σερβιτόρα την πλησίασε φέρνοντας μαζί της μια καθαρή πετσέτα για να σκουπίσει τα υγρά μαλλιά της. Παρατήρησε πως η νεαρή κοπέλα ήταν περίπου 8 μηνών έγκυος, προσπαθούσε όμως να μη δείχνει πόσο κουρασμένη ήταν στην πραγματικότητα. Η γιαγιά σκέφτηκε πως ήταν δυνατόν κάποιος που είχε τόσο λίγα, να τα μοιράζεται με έναν ξένο. Και τότε θυμήθηκε τον Bryan.

Όταν τελείωσε το γεύμα της, έβγαλε 100$ για να πληρώσει το λογαριασμό. Η σερβιτόρα αναγκάστηκε να γυρίσει στην ταμειακή μηχανή για να πάρει ρέστα, όταν επέστρεψε όμως, η άγνωστη γυναίκα όμως είχε εξαφανιστεί, αφήνοντας ένα σημείωμα στο τραπέζι.

- Δε μου οφείλεις τίποτα. Έχω βρεθεί κι εγώ στη θέση σου. Κάποτε κάποιος με βοήθησε, με τον ίδιο τρόπο που βοηθάω εσένα τώρα. Αν όντως θέλεις να μου το ξεπληρώσεις ορίστε τι πρέπει να κάνεις: μην αφήσεις αυτή την αλυσίδα αγάπης να τελειώσει με εσένα.

Κάτω από το σημείο βρισκόταν ακόμη 4 χαρτονομίσματα των 100$. Η σερβιτόρα ξέσπασε σε κλάματα…

Είχε ακόμη αρκετή δουλειά να κάνει, τραπέζια να καθαρίσει και πελάτες να σερβίρει, επιβίωσε όμως και αυτή τη μέρα. Όταν το ίδιο βράδυ επέστρεψε στο σπίτι και επιτέλους ξάπλωσε στο κρεβάτι της, σκεφτόταν τα χρήματα και τα λόγια της ηλικιωμένης γυναίκας. Πως μπορούσε να ξέρει πόσο πολύ είχαν ανάγκη αυτά τα χρήματα, η ίδια και ο συζυγός της; Το παιδί θα ερχόταν σύντομα…

Ήξερε πόσο ανησυχούσε ο άντρας της και καθώς κοιμόταν δίπλα της του έδωσε ένα πεταχτό φιλί ψιθυρίζοντάς του «Όλα θα πάνε καλά… Σε αγαπάω πολύ Bryan Anderson.»
- See more at: http://perivolipanagias.blogspot.gr/201 ... IICeg.dpuf
Κύριε Ιησού Χριστέ ,Υιέ του Θεού ,ελέησόν με τον αμαρτωλό.
User avatar
giannis73
 
Posts: 784
Joined: Wed Nov 16, 2011 6:14 pm

Re: Επερχόμενα και προφητείες

Unread postby giannis73 » Sat Oct 24, 2015 3:50 pm

Αν θέλεις κάτι περισσότερο πήγαινε στους Ορθοδόξους!

Ότι ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα…

Ο Ναός του Αγίου Λουκά είχε φορέσει τα γιορτινά του εκείνη την ημέρα. Τρείς νέοι άνδρες, μετά από πολύμηνη κατήχηση, ήταν έτοιμοι για το ιερό Μυστήριο της Βαπτίσεως και την είσοδό τους στην Εκκλησία του Χριστού.

Ξεκίνησα την ακολουθία της κατηχήσεως. Στην πρώτη ευχή του εξορκισμού o ένας από τους νεαρούς άρχισε να βήχει με ένα τρόπο περίεργο. Αρχίζω να διαβάζω την δεύτερη ευχή του εξορκισμού και ο βήχας του νεαρού γίνεται μούγκρισμα. Γονατίζει. Σκύβει το κεφάλι στο έδαφος.

Ένας από τους πιστούς με πλησιάζει. Mου δείχνει τον νεαρό και προτείνει να σταματήσω την Ακολουθία.

«Κάτι σοβαρό του συμβαίνει», μου λέγει.

Του κάνω νόημα πως δεν θα σταματήσω. Δεν θέλω να του πω ότι γνωρίζω τι συμβαίνει. Δεν θέλω να τους τρομάξω.

Ο νεαρός είχε ασχοληθεί ενεργά με πρακτικές της Νέας Εποχής. Με επικλήσεις πνευμάτων και τέτοια σχετικά. Είχε φθάσει σε επίπεδο να συνδιαλέγεται με τα πνεύματα που επικαλείτο. Κάποια στιγμή, όμως, συνειδητοποίησε πως η επαφή του με αυτά τα πνεύματα του δημιουργούσε σαβαρά πνευματικά και σωματικά προβλήματα. Ένιωθε μέσα στο σώμα του μια σκοτεινή δύναμη να τον κυριεύει και να τον συνθλίβει.

Προσπάθησε να βρει θεραπεία σε φημισμένους ψυχοθεραπευτές. Στη συνέχεια πλησίασε ένα φημισμένο Προτεστάντη Πάστορα. Εκείνος του έκανε κάποιους εξορκισμούς. Η κατάσταση δεν βελτιωνόταν. Και τότε ο Πάστορας του είπε: «Εγώ αυτό μπορώ να σου κάνω. Αν θέλεις κάτι περισσότερο πήγαινε στους Ορθοδόξους».

Δεν είχε ξανακούσει για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ρώτησε για πληροφορίες και μια Κυριακή ήρθε στον ναό του Αγίου Λουκά και παρακολούθησε την Λειτουργία. Για πρώτη φορά ένιωσε κάτι διαφορετικό να συμβαίνει μέσα του. Ένα αίσθημα πρωτόγνωρο. Με πλησίασε. Μου διηγήθηκε την ιστορία του. Και από εκείνη την ημέρα όχι μόνο εντάχθηκε στο πολύμηνο πρόγραμμα κατηχήσεως αλλά ερχόταν ανελλειπώς σε όλες τις ακολουθίες οι οποίες ετελούντο στο Ναό.

Σήμερα ήρθε η ευλογημένη στιγμή γι᾽ αυτόν νά δεχθεί το άγιο βάπτισμα. Και τώρα, την ιερή ώρα των εξορκιστικών προσευχών, αυτός δίνει τον δικό του αγώνα. Κυριολεκτικά παλεύει.

Οι ευχές τελειώνουν. Ήρθε η ώρα της αποτάξεως του Σατανά.

«Αποτάσση τω Σατανά;», ρωτώ.

Οι κατηχούμενοι με την σειρά τους απαντούν. Ο νεαρός, ακόμα γονατιστός, απαντά με σβηστή και τρεμάμενη φωνή: «Ἀποτάσσομαι».

Προχωρώ στις ερωτήσεις της Συντάξεως με το Χριστό. Το ίδιο σκηνικό. Αλλά τώρα, την ώρα που απαγγέλλουν το Σύμβολο της Πίστεως, ο νεαρός σηκώνεται δειλά δειλά. Σταμάτησε να βήχει και να μουγκρίζει. Το πρόσωπό του όμως παραμένει κάτωχρο.

Ἡ Ἀκολουθία της Βαπτίσεως συνεχίσθηκε χωρίς άλλα απρόοπτα. Στο τέλος οι τρείς νεοφώτιστοι κοινώνησαν για πρώτη φορά το Σώμα και το Αίμα του Θεανθρώπου. Οι πιστοί σπεύδουν με χαρά να τους ευχηθούν. Ο νεαρός παραμένει σιωπηλός, κάτωχρος αλλά ήρεμος.

Την επομένη, ο νεοφώτιστος πλέον νεαρός άνδρας ήρθε να με επισκεφθεί στο Γραφείο.

«Θέλω να σας μιλήσω για εχθές», μου λέγει.

«Ευχαρίστως», του απαντώ. «Σε ακούω».

Μου διηγείται τι του συνέβη την ώρα της κατηχήσεως. Άκουγε μέσα του δεκάδες φωνές να ουρλιάζουν. Ένιωσε κάποιες σκοτεινές παρουσίες να παλεύουν. Ένιωσε να πνίγεται. Την ώρα της Σύνταξης έβλεπε τα σκοτεινά πνεύματα να φεύγουν σαν καπνός μέσα από το σώμα του. Οι φωνές και η αίσθηση του πνιγμού σταμάτησαν. Ηρέμησε.

Το βράδυ λίγο πριν κοιμηθεί μια σκοτεινή παρουσία μπήκε στο δωμάτιό του. Το σκοτεινό πνεύμα τον ρώτησε: «Γιατί μας έδιωξες; Γιατί;»

Τον παρακολουθούσα χωρίς να μιλώ. Συνέχισε την διήγηση.

«Έκαμα το σταυρό μου και το σκοτεινό πνεύμα εξαφανίσθηκε. Πάτερ, αλήθεια σας λέγω. Ήταν η πρώτη φορά που δεν ένιωσα φόβο. Μάλλον το αντίθετο. Ήταν η πρώτη φορά που ἐνιωσα πως το σκοτεινό πνεύμα είχε κυριευθεί από φόβο.»

Δεν μίλησα. Τον σταύρωσα. Τον αγκάλιασα και δακρυσμένος ψέλλισα: «Ευλογητός ο Θεός, ο πάντας ανθρώπους θέλων σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Ἀμήν».

Ιστορία βασισμένη σε αληθινό περιστατικό - Του Σεβ. Μητροπολίτου Χονγκ Κονγκ κ. Νεκταρίου
- See more at: http://perivolipanagias.blogspot.gr/201 ... 6qjbB.dpuf
Κύριε Ιησού Χριστέ ,Υιέ του Θεού ,ελέησόν με τον αμαρτωλό.
User avatar
giannis73
 
Posts: 784
Joined: Wed Nov 16, 2011 6:14 pm

Re: Επερχόμενα και προφητείες

Unread postby giannis73 » Sat Oct 24, 2015 4:11 pm

Κύριε Ιησού Χριστέ ,Υιέ του Θεού ,ελέησόν με τον αμαρτωλό.
User avatar
giannis73
 
Posts: 784
Joined: Wed Nov 16, 2011 6:14 pm

Re: Περί ανέμων και υδάτων

Unread postby SUKHOI » Tue Oct 27, 2015 2:08 pm

Σαουδάραβας πρίγκιπας μετέφερε δύο τόνους ναρκωτικών χαπιών στους τζιχαντιστές

Δύο τόνους χαπιών αμφεταμίνων επρόκειτο να μεταφέρει στους τζιχαντιστές το ιδιωτικό τζετ του Σαουδάραβα πρίγκιπα, Αμπντ αλ Μουσέν Ουαλίντ μπιν αμπτ αλ Αζίζ αλ Σαούντ, όπως ανακάλυψαν οι άνδρες της ασφάλειας του αεροδρομίου Ραφίκ Χαρίρι της Βηρυτού.

Η πληροφορία επιβεβαιώθηκε αρχικά από αξιωματούχο της χώρας που μίλησε στον Guardian, διατηρώντας την ανωνυμία του και μεταδίδεται και από το Russia Today.

Η ίδια πηγή αποκάλυψε ότι ο πρίγκιπας και τέσσερα άτομα της συνοδείας του βρίσκονται ήδη υπό κράτηση. Λίγο μετά τη σύλληψη, οι αρχές του Λιβάνου, έδωσαν στη δημοσιότητα και την ταυτότητα του.

Ο Σαουδάραβας μετέφερε συγκεκριμένα χάπια Captagon – ένα είδος αμφεταμίνης- που καταναλώνονται στον Λίβανο, τη Σαουδική Αραβία και ιδίως στη Συρία. Οι χώρες αυτές φέρονται να έχουν μετατραπεί σε «πύλες» εισαγωγής ναρκωτικών προς τον Περσικό Κόλπο.

Το Captagon, όπως είναι η εμπορική ονομασία του συνθετικού διεγερτικού φενεθυλίνη, παρασκευάστηκε για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1960 για την αντιμετώπιση της υπερδραστηριότητας, της ναρκοληψίας και της κατάθλιψης, αλλά απαγορεύτηκε στις περισσότερες χώρες τη δεκαετία του '80 επειδή ήταν ιδιαίτερα εθιστικό.

Πλέον καταναλώνεται ευρέως στη Μέση Ανατολή, ενώ φέρεται να είναι αρκετά διαδεδομένο ανάμεσα στις τάξεις των ανταρτών στη Συρία και των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους.

Σύμφωνα με το Ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων, Ria Novosti, αυτό το «φίλτρο του τρόμου» διαδραμάτισε ένα σημαντικό ρόλο στην αραβική άνοιξη.

«Η χρήση του εξηγεί εν μέρει τον ενθουσιασμό του πλήθους στη Τυνησία, Αίγυπτο, Λιβύη», αναφέρει. To ειδησεογραφικό πρακτορείο υπενθυμίζει όπως και πολυάριθμα άλλα ρωσικά μέσα ότι το captagon ομοίως διοχετευόταν στους διαδηλωτές στην πλατεία Maïdan του Κιέβου αλλά χρησμοποιήθηκε και από τις ουκρανικές δυνάμεις ως διεγερτικό κατά τις επιχειρήσεις τους στην Ανατολική Ουκρανία.

Απαγορευμένο από το 1986, το captagon είναι ένα δυνατό ψυχότροπο γνωστό για την τόνωση χωρίς προηγούμενο που παρέχει. Επιτρέπει να νικηθεί ο φόβος ,η κούραση και ο πόνος αλλά και αυξάνει θεαματικά τις σεξουαλικές επιδόσεις.

Σύμφωνα με το Ria Novosti, παράγεται από το 2011 και έπειτα στην Βουλγαρία σε ένα εργοστάσιο της Ατλαντικής Συμμαχίας του ΝΑΤΟ. Πληροφορία που φυσικά διαψεύδεται από τις ΗΠΑ. Η Διεύθυνση Ναρκωτικών και Εγκλήματος του ΟΗΕ αναφέρει πως το χάπι παρασκευάζεται στα εδάφη της Συρίας.

H Σαουδική Αραβία πάντως, είναι ο καλύτερος «πελάτης» σε ό,τι αφορά την κατανάλωση της αμφεταμίνης αυτής. Πάνω 55 εκατ. χαπιών κατασχέθηκαν μόνο την περασμένη χρονιά. Κι οι αριθμοί αυτοί δίνουν μόνο μια ιδέα της πραγματικότητας, αφού δεν αντιπροσωπεύουν παρά το 10% των χαπιών που κυκλοφορούν στο βασίλειο. Στη συριακή αγορά, ένα χαπάκι κοστίζει μεταξύ $5 και $20.

edit student:πηγή http://www.aek365.com/a-424445/saoudara ... ntiste.htm
http://sukhoi47sukhoi.blogspot.com

insignia1.6t@gmail.com
Όταν η κυβέρνηση φοβάται το λαό, υπάρχει ελευθερία.
Όταν ο λαός φοβάται την κυβέρνηση, υπάρχει τυραννία. – Thomas Jefferson
User avatar
SUKHOI
 
Posts: 2544
Joined: Mon Jan 12, 2015 12:19 pm
Location: Θεσσαλονικη

Re: Περί ανέμων και υδάτων

Unread postby giannis73 » Wed Oct 28, 2015 2:44 pm

Κατέβασε απότομα το όπλο του απ᾽ τον ώμο και πήρε θέση μάχης. Προχωρούσε σαν το λαγωνικό. Κάτω από τις βαριές αρβύλες του σακατεύονταν πουρναρόκλαδα και τσαλιά[1].

Κατέβαινε προσεκτικά την απότομη πλαγιά ανοίγοντας δρόμο με την ξιφολόγχη του. Τα βογγητά δυνάμωναν˙ σημάδι πως πλησίαζε σ᾽ άνθρωπο. Έριξε ένα γύρω τη ματιά ερευνητικά κι άγρια. Τούτη την ώρα του δειλινού δύσκολα ξεχώριζε τις σκιές από τα πράγματα. Προχωρούσε περισσότερο με την ακοή παρά με την όραση.

— Aqua! Aqua! [2] ιταλικό αναφιλητό κι έκκληση για νερό τον έκανε να σκύψει στη ρίζα ενός θάμνου. Ανάσκελα πεσμένος στις λάσπες σάλευε –μ᾽ όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει– ένας Ιταλός της μεραρχίας των Κενταύρων.
Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν στα μάτια. Δεν γνώριζε ο ένας τη γλώσσα του άλλου. Δεν γνώριζε ο ένας τις προθέσεις του άλλου. Δεν γνώριζε ο ένας τίποτε για τον άλλο, εκτός από το ότι ήταν εχθροί.
Ώρα δειλινού, ο βασιλιάς ήλιος είχε στεφανώσει με πορφυρόχρυσα παχιά σύννεφα τις κορυφές της Πίνδου κι είχε από ώρα χαθεί πέρα μακριά, μακριά, δυτικά, προς την πατρίδα του πληγωμένου στρατιώτη.
Ο Κυριάκος στάθηκε αμήχανος μπροστά στον Ιταλό με το διαπεραστικό γαλανό βλέμμα και τη μεγάλη σχισμή στον κρόταφο.
Ύστερα έσκυψε αμίλητος κι έβγαλε απ᾽ το γυλιό του έναν πρόχειρο επίδεσμο και λίγο ιώδιο. Καθάρισε την πληγή κι έδεσε το κεφάλι του «εχθρού». Ξέσφιξε από τη ζώνη του μια μικρή μποτίλια κι έσταξε λίγο νερό στα φλογισμένα χείλη του Ιταλού.
Όση ώρα τον περιποιόταν, κανένας από τους δυό δεν μιλούσε. Ο Κυριάκος έμοιαζε να ιερουργεί κάποιο μυστήριο κι ο Ιταλός προσπαθούσε να αρπάξει δυό τρεις μπουκιές ζωής.
Υποβαστάζοντας ο ένας τον άλλον κατηφόριζαν με δυσκολία στη γυμνή, γλιστερή, σκοτεινή βουνοπλαγιά. Κάπου μακριά κρότοι πολέμου τους έκαναν να γυρίζουν τα κεφάλια τους πότε πότε και να αγναντεύουν τον σκοτεινό ορίζοντα.

Κατέβαιναν, κατέβαιναν... και, κάθε φορά που τους φώτιζε το φεγγάρι ανάμεσα από τα σύννεφα, έμοιαζαν γι᾽ αδελφικό σύμπλεγμα.
Κατέβαιναν και ήταν δυό σκέτοι άνθρωποι.
Έφτασαν στον πρώτο σταθμό «Πρώτων Βοηθειών. Ιδρωμένος ο Κυριάκος και ματωμένος ως τη φανέλα απ᾽ το γερμένο πάνω του κεφάλι του Ιταλού, ειδοποίησε φωνάζοντας μια νοσοκόμα.
Λίγο πριν αφήσει τον Ιταλό στο φορείο, ένιωσε ατσάλινο χέρι να σφίγγει το δικό του. Απόρησε με τη δύναμη του εξαντλημένου κορμιού. Απόρησε περισσότερο, όταν ο Ιταλός ψαχουλεύοντας στο μέρος της καρδιάς τράβηξε κι έβγαλε από το λαιμό ένα μενταγιόν κρεμασμένο από χρυσή καδένα. Το χούφτωσε με τα δυό του χέρια, το φίλησε και με δάκρυα το απόθεσε στις χούφτες του Κυριάκου. Οι κινήσεις του, όπως και το γεμάτο ευγνωμοσύνη γαλανό βλέμμα του, δεν σήκωναν αντιρρήσεις.
— Μπαμπά, να το πουλήσουμε, για να αγοράσουμε ψωμί.
— Ναί, μπαμπά, σε παρακαλούμε.
Αμέτρητες φορές είχε ξεκρεμάσει απ᾽ το λαιμό του ο Κυριάκος το παράξενο ιταλικό μενταγιόν κι άλλες τόσες το ξαναφόραγε. Δεν αποφάσιζε να το πουλήσει. Το ε βγαζε πάνω στο αδειανό τραπέζι τους και το κοίταζαν όλοι στο φως της γκαζόλαμπας. Μικρό οβάλ από ακριβή πορσελάνη με χρυσό στεφάνωμα και δυό ακριβά πετράδια πάνω και κάτω. Έμπηκτα στο κέντρο της πορσελάνης δυό γράμματα σε σύμπλεγμα από λευκή πλατίνα.
Πόσες ιστορίες δεν είχαν πλέξει μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του για τα μυστικά που ίσως θα κρύβονταν από πίσω...

— Να το πουλήσουμε, Κυριάκο, μίλησε τρυφερά κι η γυναίκα του. Έξι μήνες τώρα, μέσα στη μαύρη κατοχή, λειώνουμε από την πείνα μέρα τη μέρα.
— Έχει ο Θεός, ψιθύρισε και το ξανάβαλε στο λαιμό του. Έχει ο Θεός, είπε ξανά. Καί τρίτωσε το λόγο φωναχτά, χορταστικά: «Έχει ο Θεός».
Βγήκε στο δρόμο, ανηφόρισε την οδό Κυδαθηναίων και έστριψε αριστερά στη Φιλελλήνων. Απέναντί του, σταματημένο μπροστά στη ρώσικη εκκλησία ένα καμιόνι ιταλικό. Σαν από κάποια ξελογιάστρα δύναμη διέσχισε το δρόμο και βρέθηκε πίσω από την κλειστή καρότσα. Περπατούσε σαν υπνωτισμένος. Έβαλε το χέρι του στο μουσαμά που έφραξε το άνοιγμα. Μόνο σαν ξεπρόβαλαν τα ζεστά αχνιστά καρβέλια ψωμί, κατάλαβε την ξελογιάστρα δύναμη που τον οδήγησε σε τέτοια αποκοτιά. Πόσον καιρό είχαν να μυρίσουν ζε στο ψωμί! Ω, να μπορούσε να φωνάξει τα παιδιά του, να φωνάξει όλα τα παιδιά της Κατοχής να μυρίσουν λιγάκι...
Δυό γεροδεμένοι Ιταλοί τον τσάκισαν την ώρα που με κλειστά τα μάτια οσφραινόταν και ονειρευόταν. Τον έσπρωξαν με βία τον «κλέφτη», τον έριξαν κάτω και πρότειναν τα όπλα τους. Πίσω από τα κεφάλια τους πρόβαλε ο αξιωματικός τους. Ο Κυριάκος με συγκλονισμό ατένισε τα γαλανά μάτια. Έβαλε αργά το χέρι στην καρδιά και τράβηξε έξω το μενταγιόν.
Στο νεύμα του αξιωματικού οι δύο στρατιώτες άνοιξαν δρόμο, και ο Κυριάκος διατάχθηκε να α κολουθήσει τον βλοσυρό βαθμοφόρο.

Χίλιες απελπιστικές σκέψεις τον έζωσαν. «Λες να λάθεψε; Λες να του στήσαν καμιά δουλειά; Λες να τον θεώρησαν δυό φορές κλέφτη; Λες...».
Τριακόσια μέτρα ήταν όλα κι όλα ως να στρίψουν παρακάτω στην Όθωνος κι ο Κυριάκος νόμισε πως ξαναπερπάτησε όλη την Πίνδο. Η καρδιά του χτυπούσε να σπάσει και η χρυσή καδένα με το μενταγιόν χοροπηδούσε πάνω στο στήθος του.

Μείναν μόνοι στην πρώτη στοά της Όθωνος. Ο Ιταλός κοίταζε στο σημείο της καρδιάς του Κυριάκου. Άνοιξε ο Έλληνας το σακάκι κι έπιασε το κόσμημα.

Σύγκορμος τραντάχτηκε από τους λυγμούς ο Ιταλός κι έκλεισε στις χούφτες του τα σκελετωμένα χέρια του Κυριάκου, του σωτήρα του.

Έβγαλε με αργές κινήσεις ο Κυριάκος το ακριβό κόσμημα και το πέρασε στο λαιμό του αξιωματικού. Χάιδεψε ύστερα τον χρυσό σταυρό του κι είπε «Έχει ο Θεός».

Έκανε να φύγει, μα τα χέρια του Ιταλού δεν τον άφηναν... τα χέρια του Θεού δεν τον άφηναν.
— Πόσο κόστιζε το μενταγιόν, παππού;
— Όσο η αγάπη κι η ευγνωμοσύνη, παιδιά μου.
— Μα, ήταν τόσο ακριβό, όσο λέει η γιαγιά;
— Ναί, και περισσότερο ακόμη. Έφτασε να μας θρέψει σ᾽ όλη τη διάρκεια της Κατοχής. Ας τον έχει καλά ο Θεός, ψιθύρισε ο παππούς Κυριάκος τελειώνοντας τούτη την αληθινή ιστορία κι έκανε το σημείο του σταυρού. - See more at: http://perivolipanagias.blogspot.gr/201 ... l60Pb.dpuf
Κύριε Ιησού Χριστέ ,Υιέ του Θεού ,ελέησόν με τον αμαρτωλό.
User avatar
giannis73
 
Posts: 784
Joined: Wed Nov 16, 2011 6:14 pm

PreviousNext

Return to ΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥ

Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 1 guest