Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

...για να θυμούνται οι παλαιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι... πορεία και προσφορά του Έθνους μας στο μονοπάτι της Ιστορίας...

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby Iwn Ioustinos » Fri Jun 01, 2012 12:48 am

Αφιέρωμα στην άλωση της Βασιλευούσης

Image

Uploaded with ImageShack.us

ΤΟ ΔΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΝ ΣΟΙ ΔΟΥΝΑΙ, ΟΥΤ' ΕΜΟΝ ΕΣΤΙΝ ΟΥΤΕ ΑΛΛΟΥ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝΤΩΝ ΕΝ ΑΥΤΗ. ΚΟΙΝΗ ΓΑΡ ΓΝΩΜΗ ΠΑΝΤΕΣ ΑΥΤΟΠΡΟΑΙΡΕΤΩΣ ΑΠΟΘΑΝΟΥΜΕΝ ΚΑΙ ΟΥ ΦΕΙΣΟΜΕΘΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΗΜΩΝ

(ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΑ' ΔΡΑΓΑΖΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ)

Οι ιστορικοί οίτινες παρουσιάζουσι το μεγαλύτερον ενδιαφέρον είναι αναμφιβόλος οι τέσσαρες μεγάλοι Βυζαντινοί ιστορικοί των χρόνων της αλώσεως, ήτοι ο Φραντζής, ο Δούκας, ο Κριτόβουλος ο Ίμβριος και ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, των οποίων οι αφηγήσεις συμπληρούσαι αλλήλας, παρέχουν την σπανία τύχην εις τον Έλληνα ιστορικόν, όπως πατρακολουθήση μετά συγκινήσεως ώραν προς ώραν, αν μη στιγμήν προς στιγμήν την τραγική εξέλιξιν των γεγονότων. Εις τας πολυτίμους ταύτας πηγάς δέον να προστεθή και άλλη σημαντική, μέχρι τούδε άγνωστος. Περιέχεται εις ανέκδοτον μακράν ιστορίαν αγνώστου, αλλ' ως φαίνεται καλώς πληροφορημένου συγγραφέως, σωζόμενην εις τον ανέκδοτον Βαρβερινόν Ελληνικόν κώδικα υπ'αριθ. 111 της Βατικανής Βιβλιοθήκης.

(ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΩΡΑΣ)

Υπάρχουν προσέτι οι μαρτυρίες δύο δυτικών: του Επισκόπου Μυτιλήνης Λεονάρδου του Χίου και του Βενετού Νικολ.Βάρβαρο. Και τα δύο αυτά ιστορήματα χαρακτηρίζονται ως ξένα προς τα Ελληνικά συναισθήματα και αποτελούν μάλλον λογοδοσίαν των διαφυγόντων Λατίνων.

Το χιλιόχρονο Βυζάντιο ολοκληρώνοντας τον κύκλο του πίπτει εις τα Οθωμανικά χέρια του κατά το ήμιση Οθωμανού (στο άλλο μισό Έλλην από την μητέρα του) Μωάμεθ Β' του επονομαζομένου και Πορθητού. Οι απέλπιδες προσπάθειες του τελευταίου ηρωϊκού αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Παλαιολόγου δεν καταφέρνουν να γλιτώσουν το παραπαίων κρατίδιο, θλιβερό απομεινάρι της πάλαι ποτέ πανίσχυρης Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Ίσως ήταν μια λύτρωση, ίσως, όμως, η όλη αρρωστημένη κατάσταση που επικρατούσε εντός των τειχών της Βασιλευούσης και που αποτελούσε στην ουσία το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου, ενδεχομένως να έβαλε το χεράκι της για την επιτάχυνση της πτώσης. Εάν είχε λειτουργήσει ο άξονας Κων/νου Παλαιολόγου-Γεωργίου Καστριώτη, τώρα θα μιλούσαμε από διαφορετική θέση. Αλλά επειδή με τα αν δεν φτιάχνουμε πραγματικότητες, θα σταθούμε στο Έπος του νεωτέρου Λεωνίδου, του Κων/νου Παλαιολόγου που συνέδεσε το όνομά του με την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως.

Τιμή και δόξα λοιπόν στον Παλαιολόγο και στα παλληκάρια του που έπεσαν υπέρ Πίστεως και Πατρίδος.
Όταν τις άρχηι εαυτού, τότε νομιζέτω και των υπηκόων άρχειν αληθώς. Πατριάρχης Φώτιος
Όλβιος όστις Ιστορίης Έσχε Μάθησιν Ευριπίδης
User avatar
Iwn Ioustinos
 
Posts: 54
Joined: Tue Nov 22, 2011 1:43 pm
Location: ΑΘΗΝΑΙ

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby Iwn Ioustinos » Thu Oct 11, 2012 12:10 am

Μόλις διάβασα (καθυστερημένα το ομολογώ) ορισμένες αιτιάσεις για τη Βυζαντινή Παρακμή. Αν και μέχρι να τις διαβάσω είχα αποφασίσει να κλείσω το βιβλίο μου για το Βυζάντιο και να συμπεριλάβω την παρακμή του στον Β' τόμο, αρχίζω να το ξανασκέπτομαι. Αφορμή υπήρξαν ορισμένοι ανιστόρητοι ισχυρισμοί περί δήθεν εκατοντάδων χιλιάδων μοναχών που απέφευγαν τη στράτευση. Το μόνο που έχω να πω ότι ο συνολικός βυζαντινός στρατός, στα χρόνια της ακμής, αριθμούσε, το πολύ, 200.000, και όχι πρώτης γραμμής. Ένα σύνηθες ισχυρό βυζαντινό στράτευμα εκστρατείας απαρτίζονταν από 30.000, το πολύ 50.000. Εάν ο Παλαιολόγος μπορούσε να έχει στην κατοχή του 100.000, τότε θα έκανε πάρτι. Θα μπορούσε να τους εκπαιδεύσει και να ανακαταλάβει όλη τη Μικρά Ασία.

Εκτός των άλλων, δεν υπήρχαν τόσοι μοναχοί στο Άγιον Όρος` και όχι μόνον. Ολόκληρος ο πληθυσμός της Κωνσταντινουπόλεως το 1453 υπολογίζετο, το πολύ, σε 50.000 (με τα γυναικόπαιδα και τους ηλικιωμένους), αριθμός που πόρρωι απέχει από το 1.000.000 των κατοίκων το 1204, όταν άλωσαν τη Βασιλεύουσα οι δυτικοί. Οι αριθμοί, λοιπόν, δεν βγαίνουν. Τα υπόλοιπα είναι φαντασιώσεις που εφηύραν τα "σαϊνια" της λεγόμενης και "πατρώας" θρησκείας.

Υ.Γ Για την αντιπαλότητά μας με τους Γερμανούς (εννοώ τα γερμανικά φύλα, τα οποία στην ουσία εκπροσωπούν τη Δύση) έχω ξεχωριστό κεφάλαιο. Η σύγκρουσις άρχεται από το τελευταίο μισό του 4ου μ.Χ αιώνος.
Όταν τις άρχηι εαυτού, τότε νομιζέτω και των υπηκόων άρχειν αληθώς. Πατριάρχης Φώτιος
Όλβιος όστις Ιστορίης Έσχε Μάθησιν Ευριπίδης
User avatar
Iwn Ioustinos
 
Posts: 54
Joined: Tue Nov 22, 2011 1:43 pm
Location: ΑΘΗΝΑΙ

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby Iwn Ioustinos » Tue Feb 05, 2013 1:33 am

Το κεφάλαιο για τη Νομοθεσία εμπλουτισμένο με πηγές στην τελική του μορφή. Αποτελεί μέρος του βιβλίου μου για τους βυζαντινούς χρόνους. Πάσα αντιγραφή ελεύθερη με την προϋπόθεση αναφοράς της πηγής (υπάρχει και στο ιστορικό μπλογκ που έχω: istorias-alitheia.blogspot.gr).

Ίων Ιουστίνος Ρωμανός

Image

Uploaded with ImageShack.us

Την των όντων ο Θεός σύστασιν δημιουργήσας εν κόσμω
και ευταξία το παν συναρμόσας, δακτύλω τε ιδίω νόμον
εγχαράξας ταις πλαξίν ενδηλώσας αριδηλότατα, ως αν
δι' αυτού το των ανθρώπων φύλον ευ διατιθέμενον μη
αναισχύντως επιπηδά τω ετέρω θάτερος, μήτε μην ο κρείττων
τον ελάττονα καταβλάπτη, αλλά πάντα δικαίω σταθμώ
διαταλαντεύηται, διά τούτο και την ημετέραν γαληνότητα
τα ρηθησόμενα νόμων εχόμενα διαθείναι ευδόκησεν, ως
αν ευσχημόνως το ανθρώπινον γένος πολιτεύηται και μη
θάτερος καταδυναστεύη θατέρου.


Προοίμιον Επαρχικού Βιβλίου (Σπύρου Τρωιάνου: Οι πηγές του Βυζαντινού Δικαίου)

Τα νομοθετικά έργα στο Βυζάντιο και οι παράγοντες οι οποίοι διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο τους

Ι. Εισαγωγή

Η Νομοθετική δραστηριότητα των Βυζαντινών υπήρξε εξόχως παραγωγική. Το Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος, από τα πρώτα βήματα του, φρόντισε για τη συστηματική καταγραφή των νόμων και την ασφαλή κωδικοποίηση τους σύμφωνα με τις επιταγές της εποχής, απόρροια της μετεξελίξεως του παλαιού Ρωμαϊκού Imperium σε μία χριστιανική αυτοκρατορία με ισχυρή την επιρροή του ελληνικού πνεύματος. Με αυτό τον τρόπο το Ρωμαϊκό Δίκαιο μετεξελίχθη, αφενός μεν επί Ρωμαϊκών μεν βάσεων, αφετέρου δε έχοντας εμβολιαστεί βαθιά τόσο από το Ελληνικό στοιχείο, όσο και από τον Χριστιανισμό. Οι αρχές του, περί ισονομίας, δικαιοσύνης και φιλανθρωπίας, παρέπεμπαν σαφώς, τόσο στην κλασσική Ελλάδα, όσο και στη νεότευκτη Χριστιανική πίστη. Βεβαίως, σε αρκετά σημεία, η νομοθεσία εμφανίζεται απολυταρχική, τέλεια συνυφασμένη όμως με τις επιταγές της τότε εποχής που ήθελε τον αυτοκράτορα ως «Ελέω Θεού Μονάρχη». Με αυτά τα δεδομένα θα εξετάσουμε τα νομοθετικά έργα στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, δίνοντας έμφαση στους καθοριστικούς εκείνους παράγοντες, οι οποίοι διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα και το περιεχόμενό της. Ας μη ξεχνούμε, άλλωστε, ότι το Βυζαντινό Δίκαιο κληροδότησε στην Ευρώπη, τις βάσεις των νομοθεσιών των χωρών της.

ΙΙ. Τα κυριότερα νομοθετικά έργα στο Βυζάντιο

Λέγοντας όμως περί Δικαίου, ας ρίξουμε μία ματιά στα κυριότερα Νομοθετικά έργα των Βυζαντινών χρόνων. Η πρώτη απόπειρα, έλαβε χώρα επί των ημερών του αυτοκράτορος Θεοδοσίου του Β’ τον 4ο αιώνα με τον λεγόμενο «Θεοδοσιανό Κώδικα» (Codex Theodosianus)1. Καταβλήθηκε τότε μία προσπάθεια σύντμησης και κωδικοποίησης της υφισταμένης νομοθεσίας.

Το επόμενο, αλλά ταυτοχρόνως και πιο καθοριστικό βήμα ως προς την ολοκλήρωση του Θεοδοσιάνιου εγχειρήματος, έγινε την εποχή του Ιουστινιανού τον 6ο αιώνα, μέσω της κωδικοποιήσεως του Ρωμαϊκού Δικαίου, σε ένα σώμα υλικού, το λεγόμενο και «Corpus Iuris Civilis»2, που αποτελείτο από τέσσερα μέρη. Το πρώτο μέρος ονομάζονταν «Ιουστινιάνειος Κώδιξ» (Codex Iustinianus)3 και περιελάμβανε κωδικοποιημένες τις αυτοκρατορικές διατάξεις μέχρι την εποχή του. Το δεύτερο μέρος, «Οι Πανδέκται» (Digesta)4, ήταν μία συλλογή αποσπασμάτων από διάφορα έργα διακεκριμένων Νομομαθών. Σκοπός της συλλογής αυτής ήταν να αναδείξει τις απόψεις τους πάνω σε διάφορα νομικά ζητήματα. Το τρίτο μέρος είχε τον τίτλο «Εισηγήσεις» (Instituta)5 και αποτελούσε, στην ουσία, μία σύνοψη, ένα πρακτικό εγχειρίδιο θα λέγαμε στα χέρια των σπουδαστών των Νομικών Επιστημών. Τέλος, οι «Νεαραί» (Novellae),6 που πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι εγράφησαν στην Ελληνική, αποτελούσαν τα νομοθετικά διατάγματα μετά τον Ιουστινιάνειο Κώδικα. Βρισκόμαστε, εξάλλου, στον 6ο αιώνα όπου η Λατινική έχει υποχωρήσει σχεδόν ολοκληρωτικά στο Βυζάντιο.

Αργότερα, κατά τον 8ο αιώνα ο αυτοκράτωρ Λέων ο Γ΄ (ιδρυτής της δυναστείας των Ισαύρων) θέσπισε την «Εκλογή των Νόμων», η οποία ήταν μία σύντομη περίληψη του Corpus Iuris Civilis, προσαρμοσμένη όμως στις ανάγκες της εποχής του. Το πνεύμα της νέας συλλογής θέτει σε πρώτο πλάνο την χριστιανική φιλανθρωπία, αν και ορισμένες ποινές μαρτυρούσαν αραβικές επιρροές.

Την εποχή της Μακεδονικής Δυναστείας, τώρα, – μέσα 9ου έως μέσα 11ου – βλέπουμε μία σημαντική και αξιόλογη παραγωγή Νομοθετημάτων. Έτσι έχουμε την συλλογή «Εισαγωγή ή Επαναγωγή»7, στην οποία γίνεται για πρώτη φορά αναφορά για την ανεξαρτησία του Πατριαρχικού Λόγου. Λίγο αργότερα, πάλι κατά τον 9ο αιώνα παρουσιάζεται και ο «Πρόχειρος Νόμος»8. Ακολουθεί η παρουσίαση των «Βασιλικών»9, του δεύτερου πιο σημαντικού κώδικα μετά τον Ιουστινιάνειο. Πρόκειται για μία μεγάλη συλλογή που περιελάμβανε εξήντα βιβλία.

Άλλα, μικρότερης σημασίας Νομικά Έργα που παρουσιάστηκαν τους επόμενους αιώνες ήταν: «Η μεγάλη Σύνοψις των Βασιλικών»10 στα μέσα του 10ου αιώνος, «Ο Τιπούκειτος»11 τον 11ο, «Η Σύνοψη των Νόμων»12 επίσης τον 11ο, «Το Πόνημα Νομικόν»13 τον ίδιο αιώνα, όπως και «Η Πείρα».14 Εξαίρεση αποτέλεσε η «Εξάβιβλος»15 του Κωνσταντίνου Αρμενοπούλου, η πιο αξιόλογη συλλογή της Υστέρου Βυζαντινής περιόδου. Αξίξει να σημειωθεί ότι το αστικό δίκαιο στο νεοελληνικό κράτος βασίστηκε για αρκετές δεκαετίες στην Εξάβιβλο.

ΙΙΙ. Οι Παράγοντες που διαμόρφωσαν το χαρακτήρα και το περιεχόμενο της βυζαντινής νομοθεσίας

Κατά την διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας του Βυζαντίου η αυτοκρατορική εξουσία υπήρξε, φυσικά, απόλυτη αλλά και καταλυτική. Κατά συνέπεια και το δίκαιο δεν μπορούσε να ξεφύγει αυτού του κανόνος. Το περιεχόμενό του, ήταν στην ουσία μία σειρά αυτοκρατορικών διατάξεων. Η θέληση των αυτοκρατόρων ήταν ταυτόχρονα και νόμος, και μάλιστα εκπορευόμενος εκ του Θείου, ο οποίος εκφράζονταν μέσα από μία σειρά Νεαρών, που εξέδιδαν σε τακτά χρονικά διαστήματα, αρχής γενομένης από τον Ιουστινιανό. Θα λέγαμε ότι αν και δημιουργός των Νόμων ήταν ο αυτοκράτορας, εντούτοις εμφάνιζε ως Πηγή τους τον Θεό και αυτό με σκοπό να ενδύσει με τον μανδύα της Ιερότητος τις αποφάσεις που ελάμβανε και εν συνεχεία καθιστούσε ως νόμους του κράτους.

Η φύση του νομοθετικού έργου του Ιουστινιανού

Έργα όπως Οι Πανδέκται, του Ιουστινιανού, τα οποία περιείχαν σταχυολογήματα διαφόρων επιφανών Νομικών των περασμένων αιώνων, είχαν συνταχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε, οι απόψεις που απηχούσαν να εναρμονίζονται απόλυτα με την κρατούσα άποψη περί του απόλυτου Κριτού και Νομοθέτη, δηλαδή του αυτοκράτορα. Αυτό συνέβη, διότι, η συλλογή των προγενεστέρων κειμένων, με σκοπό να ενταχθούν στους Πανδέκτες, έγινε ακριβώς με γνώμονα την συγκεκριμένη θέση, η οποία αποτελούσε και ένα είδος δόγματος στο Βυζάντιο. Να σημειώσουμε, μόνο, πως την δύσκολη αυτή προσπάθεια ανέλαβε να φέρει εις πέρας ο επιφανής Νομομαθής Τριβωνιανός16 μαζί με μία δεκαεξαμελή επιτροπή. Προχώρησε, λοιπόν, παρεμβαίνοντας στα κείμενα, είτε τροποποιώντας τα, είτε παραλείποντας τα σημεία που δεν συμφωνούσαν, καθιστώντας αυτά τελείως αγνώριστα. Αυτού του είδους οι τροποποιήσεις ονομάσθηκαν «Επεμβάσεις».17 Επιπρόσθετα, υπήρξε ρητή απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως των πρωτοτύπων κειμένων με σκοπό την αντιπαραβολή τους απέναντι στην Ιουστινιάνεια κωδικοποίηση:

“Ταύτα τοίνυν άπαντες γινώσκοντες χάριν μεν ομολογείτε θεώ τω τοις υμετέροις χρόνοις γαθον τοσούτον φυλάξαντι, χρήσθε δε τοις ημετέροις νόμοις, των τοις πάλαι βιβλίοις ενγεγραμμένων προσέχοντες ουδενί, ουδέ αντεξετάζοντες αυτά προς τα νυν κείμενα, διά το καν ει δοκοίη τινά πως αλλήλοις μη συμφθέγγεσθαι, αλλ'ουν το μεν πρότερον ημίν ως αλυσιτελές απαρέσαι, το δε νυν τούτο δόξαι κρατείν. Και γαρ απαγορεύομεν εκείνοις το λοιπόν χρήσθαι, ταύτα δε δη και μόνα πολιτεύεσθαι τε και κρατείν συγχωρούμεν τε και θεσπίζομεν.”18

Ούτως ή άλλως, βέβαια, επιβάλλονταν εκ των πραγμάτων να προχωρήσει η αυτοκρατορία σε μία συστηματική και έγκυρη κωδικοποίηση της προϋπαρχούσης Ρωμαϊκής Νομοθεσίας. Με αυτό τον τρόπο θα αποτελούσε ένα πολύτιμο εργαλείο στα χέρια των δικαστών, στην προσπάθειά τους για καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Πάντοτε όμως υπό το άγρυπνο βλέμμα του ανωτάτου κριτού, που ήταν ο αυτοκράτορας. Άλλωστε οιαδήποτε νομική δυσερμηνεία που δημιουργούσε διαφορά οδηγούσε αναγκαστικά στην επίλυσή της από τον ίδιο, καθόσον μόνο εκείνος δικαιούτο να θεσπίζει και να ερμηνεύει τους νόμους. Η λειτουργία του κράτους έπρεπε να είναι συνεχής και αρμονική. Οι νόμοι, επομένως, που εντάσσονταν στην ανωτέρω λειτουργία, όφειλαν να είναι ξεκάθαροι, να μην υποπίπτουν σε αντιφάσεις μεταξύ τους, αλλά ούτε και να επαναλαμβάνονται. Αυτό, αποτέλεσε άλλωστε και τον βασικότερο στόχο του Ιουστινιανού με τον Ιουστινιάνειο Κώδικα.

Το νομοθετικό έργο των Ισαύρων

Κατά την διάρκεια της δυναστείας των Ισαύρων, τώρα, και συγκεκριμένα κατά τα έτη της βασιλείας του ιδρυτού της Λέοντος Γ’ (717-741), επιχειρήθηκε μία νέα κωδικοποίηση που ονομάσθηκε Εκλογή των Νόμων. Η συγκεκριμένη συλλογή λειτουργούσε ως μία επιτομή του Corpus Iuris Civilis και στόχευε στην προσαρμογή του δικαίου στις ανάγκες της εποχής του. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης κωδικοποίησης, ήταν, η προσπάθεια αναθεώρησης της κείμενης νομοθεσίας επί το «Φιλανθρωπότερον»19, έτσι ώστε να συμβαδίζει με τις χριστιανικές αρχές του κράτους:

“Εκλογή των νόμων εν συντόμω γενομένη παρά Λέοντος και Κωνσταντίνου, των σοφών και φιλευσεβών βασιλέων, από των ινστιτούτων, των διγέστων, του κώδικος, των νεαρών του μεγάλου Ιουστιανιανού διατάξεων και επιδιόρθωσις εις το φιλανθρωπότερον”.20

Αφορούσε κυρίως ποινικά αδικήματα και προέβλεπε την ποινή του ακρωτηριασμού για τα περισσότερα από αυτά, αντικαθιστώντας την θανατική, η οποία όμως παρέμεινε για ορισμένα εξ΄αυτών, τα ιδιαιτέρως ειδεχθή. Είναι βεβαίως συζητήσιμο, εάν, και κατά πόσο ήταν προτιμώτερος ο ακρωτηριασμός από τον θάνατο, δεδομένου ότι, το μέτρο αυτό συνιστούσε για πολλούς έναν εκβαρβαρισμό του Ρωμαϊκού Δικαίου. Συν τοις άλλοις, έδειχνε επιρροή πρακτικών της Ανατολής, ανάλογες με την εικονομαχική τακτική που ακολούθησαν Ίσαυροι. Το γεγονός αυτό, από μόνο του, δε συνάδει με τις αντιλήψεις περί του «Πρώτου Χριστιανικού Κώδικα»21 και του πλήθους των βιβλικών κειμένων που παρατίθενται μέσα. Ωστόσο, σε αρκετά σημεία της Εκλογής ανιχνεύονται τα στοιχεία εκείνα που δείχνουν τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας, η οποία θέλησε να εναρμονιστεί με τις επικρατούσες τότε κοινωνικές συνθήκες. Για παράδειγμα ρυθμίζεται το δίκαιο του γάμου, ενώ βελτιώνεται η θέση των γυναίκας, η οποία προστατεύεται.

Το νομοθετικό έργο της Μακεδονικής δυναστείας

Ο αυτοκρατορικός απολυταρχισμός, φυσικά, συνεχίσθηκε και κορυφώθηκε στα χρόνια των Μακεδόνων. Κυρίως, αυτό φαίνεται από την έκδοση ορισμένων Νεαρών από τον Λέοντα τον ΣΤ΄, όπου δίδεται πρόσθετη νομική κάλυψη στο δικαίωμα του Βυζαντινού Μονάρχη να συγκεντρώσει υπό τον έλεγχό του το σύνολο της κρατικής εξουσίας. Οι διακηρύξεις της εποχής θέτουν τον αυτοκράτορα υπεράνω των νόμων και μιλούν περί «Μόναρχου Κράτους»22 δίνοντας ακριβώς το στίγμα της εποχής. Γενικότερα, πάντως, ο αυτοκράτορας παρομοιάζεται με “Έμψυχο Νόμο”23, υπό την έννοια ότι έχει τη δυνατότητα να θεσπίσει, να καταργήσει ή και να τροποποιήσει τους νόμους, φυσικά εντός ενός πλαισίου φιλανθρωπίας και επιείκιας:

“Ου παραρρήξας τους νόμους, αλλά πραΰνας, ότι και αυτός νόμος έμψυχος ει και υπεράνω των γεγραμμένων.”24 (Από τους Λόγους του Θεμιστίου).

Συνεπώς, δεν προξενεί εντύπωση πως κατά την περίοδο της Μακεδονικής Δυναστείας, το δίκαιο συνδέθηκε με έντονες τάσεις επιστροφής στην Ιουστινιάνεια Νομοθεσία. Την προσπάθειά τους αυτή την ονόμασαν «Ανακάθαρση των Νόμων»25, έχοντας την έννοια της αποκατάστασης των Ιουστινιάνειων νομοθετημάτων, με την κατάργηση, ουσιαστικά, της Εκλογής:

“Και πρώτον μεν τα εν πλάτει των παλαιών νόμων κείμενα πάντα ανακαθάρασα, εν τεσσαράκοντα βίβλοις αθόλωτον και ανόθευτον το παν χύμα του νόμου ως πόμα θείον υμίν εκέρασεν` νυν δε τας επί εναντιώσει του ειρημένου θείου δόγματος και επί καταλύσει των σωστικών νόμων παρά των Ισαύρων φληναφίας εκτεθείσας πάντη αποβαλομένη και απορρίψασα, εκ των ειρημένων τεσσαράκοντα βιβλίων των προκεκριμένων ως θεοδιδάκτων νόμων εκλεξαμένη εν τεσσαράκοντα τίτλοις ισαρίθμως ταις βίβλοις, εν χερσί φέρειν σωτήριον και ψυχωφελή νόμον και σύντομον και σαφή και εισαγωγικόν εκείνων των εν ταις τεσσαράκοντα βίβλοις κειμένων υμίν εφιλοτιμήσατο.”26

Η διαφορά με τον Ιουστινιανό, όμως, είναι πως ο ίδιος, παραδέχονταν την υπεροχή των νόμων, έτσι ώστε, να αναγκάζεται να υπακούει και ο ίδιος σε αυτούς. Παράλληλα, ετίθετο η υποχρέωση του αυτοκράτορα να εκδίδει δίκαιους νόμους και να κυβερνά σύμφωνα με αυτούς: “Πάντων εστί πρώτον και μέγιστον η δικαιοσύνη.”27 (απόσπασμα του Πρόχειρου Νόμου) Το πρότυπο αυτό, του δίκαιου ηγεμόνα και κριτή που υποτάσσεται και ο ίδιος στους νόμους, ήταν, σύμφωνο με την έννοια της «Εννόμου Επιστασίας»:28

“διαφέρειν γαρ τύραννον εν τούτω και βασιλέα, ότι ο μεν νόμον έχει τρόπον, βασιλεύς δε το έμπαλιν τρόπον έχει τον νόμον, επιστασίαν μεν έννομον την αρχήν επιστάμενος, της δ' αρχής σοφόν κυβερνήτην τον νόμων ασπασίως παραλαμβάνων”29

Σε αυτό το σημείο φαίνεται καθαρά η επίδραση της Κλασσικής Ελληνικής Παιδείας:

“είμεθα απηλλαγμένοι των νόμων, εν τούτοις όμως συμμορφωνόμαστε με αυτούς” (Εισηγήσεις, ΙΙ.17.8), "είναι λόγος αντάξιος του αυτοκράτορα η δημόσια αναγνώρισή του ότι υπόκεινται κι αυτός στους νόμους" (Ιουστινιάνειος Κώδικας Ι.14.4)30

Ο σπουδαιότερος Νομοθετικός Κώδικας αυτής της περιόδου, ήταν Τα Βασιλικά, ένα έργο, που όπως αναφέραμε στην αρχή αποτελείτο από εξήντα βιβλία, τα οποία περιέχουν δίκαιο σαφώς εμπνευσμένο από το Corpus Iuris Civilis. Ωστόσο, η μεγάλη εξάρτηση ολόκληρου, σχεδόν, του μετα-Ιουστινιάνειου δικαίου από εκείνο, φανερώνεται και από κάποιο χωρίο των Βασιλικών, που προβλέπει πως σε κάθε περίπτωση που ο νόμος καθίστανται ελλιπής και παρουσιάζει κενά, τότε, αυτά έρχεται να τα καλύψει το «Παραδοσιακό»31 Ρωμαϊκό Δίκαιο. Τα Βασιλικά, τέλος, αποτέλεσαν την κύρια Νομοθεσία του Βυζαντίου, μέχρι την πτώση της Κωνσταντινούπολης, στα μέσα του 15ου αιώνος, στους Οθωμανούς. Άξια αναφοράς είναι η κατοχύρωση της συλλογής κατά την διάρκεια του 12ου αιώνος, επί βασιλείας Μανουήλ Α΄ Κομνηνού, όπου ορίστηκε ρητώς, πως μόνον τα Βασιλικά αποτελούν το ισχύον δίκαιο της αυτοκρατορίας. Άλλωστε, βρισκόμαστε σε μία εποχή που η παραγωγή νομοθετικού έργου έχει μειωθεί σε σημαντικό βαθμό.

Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι το γεγονός ότι, επί Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνος, εξεδόθη η Εισαγωγή ή Επαναγωγή, ένας νομικός κώδικας, όπου γίνονταν ιδιαίτερη μνεία στο θέμα των «Δύο Εξουσιών» 32, του Αυτοκράτορα και του Πατριάρχη. Οι δύο αυτοί σημαντικότεροι θεσμοί του Βυζαντινού κράτους, αποτελούσαν ταυτόχρονα και τους δύο πόλους εξουσίας. Ο Αυτοκράτορας θεωρείτο, και ήταν, το σύμβολο της κεφαλής της κοσμικής και κατ΄ επέκταση της πολιτικής εξουσίας, ενώ ο Πατριάρχης ετίθετο επικεφαλής της Εκκλησίας. Στην Επαναγωγή καθορίζονται με ακρίβεια τα δικαιώματα και τα καθήκοντά τους, καθώς και τα διαχωριστικά όρια των εξουσιών τους. Πρόκειται για μία καινοτομία, η οποία έρχονταν σε αντίθεση με το υπάρχον σύστημα, βάσει του οποίου δεν υπήρχαν δύο διαφορετικές εξουσίες, αλλά δύο μορφές εμφάνισης της μόνης πραγματικής εξουσίας. Ο αυτοκράτορας, εξάλλου, ήταν ταυτόχρονα και ο ανώτατος εκκλησιαστικός ηγέτης. Το δυστύχημα, βέβαια, για την εκκλησία ήταν ότι, η διάρκεια ισχύος της επαναγωγής υπήρξε εξαιρετικά βραχύβια. Επιπρόσθετα, αποτέλεσε την τελευταία προσπάθεια της εκκλησίας να ανεξαρτητοποιηθεί από την αυτοκρατορική εξουσία.

Για την ιστορία η Επαναγωγή κατέστη ανενεργός από τον Λέοντα τον ΣΤ΄, γιο του Βασιλείου του Α', ο οποίος υπήρξε ένας απολυταρχικός μονάρχης. Ο ίδιος, μάλιστα, ήρθε σε σύγκρουση με τον Πατριάρχη Νικόλαο το Μυστικό με αφορμή το ζήτημα του τέταρτου γάμου του για την απόκτηση διαδόχου. Παράλληλα ο Λέων προχώρησε στην έκδοση του Πρόχειρου Νόμου για να αντισταθμίσει τις αντιδράσεις της εκκλησίας. Στην πραγματικότητα ο Πρόχειρος Νόμος αποκαθιστούσε την μοναδικότητα της αυτοκρατορικής εξουσίας αν και επισήμως παρουσιάστηκε ως η αναθεωρημένη εκδοχή της Εισαγωγής:

“Εν ονόματι του δεσπότου Ιησού Χρωστού του Θεού ημών αυτοκράτορες, καίσαρες Βασίλειος, Κωνσταντίνος και Λέων ευτυχείς, ευσεβείς, ένδοξοι, νικηταί, τροπαιχούχοι, αεισέβαστοι, πιστοί, αύγουστοι”.33

Η αντιμετώπιση των "Δυνατών"

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στη σχέση της κεντρικής εξουσίας με τους «Δυνατούς»34. Είναι γεγονός ότι η Μακεδονική δυναστεία επιχείρησε να περιορίσει τη δύναμη των αριστοκρατών γαιοκτημόνων για μια σειρά από λόγους. Αυτοί οι λόγοι ήταν:

- Στρατιωτικοί, διότι τα στρατιωτικά αγροκτήματα χάνονταν σε βάρος των ιδιωτικών με αποτέλεσμα το κράτος να αναγκάζεται να διατηρεί μισθοφορικό στρατό ο οποίος ήταν δαπανηρός και αμφιβόλου μαχητικότητος.

- Πολιτικοί, γιατί οι μεγαλογαιοκτήμονες με τη μεγάλη τους δύναμη άρχισαν να έχουν αξιώσεις στον αυτοκρατορικό θρόνο.

- Οικονομικοί. Ηταν πιο εύκολο για την αυτοκρατορία να δασμολογεί μικροϊδιοκτήτες απ' ότι τους τιμαριούχους οι οποίοι απέφευγαν την καταβολή οικονομικών εισφορών.

Οι Μακεδόνες αυτοκράτορες, με διάφορους νόμους και διατάγματα, πέτυχαν να προτιμώνται ως αγοραστές της κοινοτικής γης οι γείτονες και συγγενείς του πωλητή, να αποδίδονται αναδρομικά στους φτωχούς ιδιοκτήτες τα χωράφια που τους είχαν πάρει οι Δυνατοί, να απαγορεύεται η αγοραπωλησία των στρατιωτικών κτημάτων (Νεαρά: “Περί προτιμήσεως”35 του 922 από τον Ρωμανό Λεκαπηνό, τα μέτρα του Κωνσταντίνου του Ζ' το 945, Νεαρά του Βασιλείου του Β' το 996: “Περί των δυνατών των από πενήτων επικτωμένων”36), να περιοριστεί η αύξηση της εκκλησιαστικής περιουσίας (απαγόρευση του Νικηφόρου Φωκά για την παραχώρηση γης σε μονές, ευαγείς οίκους και επισκοπές37) και τέλος να πληρώνουν οι Δυνατοί τον φόρο των φτωχών. Το τελευταίο νομοθετικό μέτρο είναι το γνωστό «Αλληλέγγυον»38 του Βασιλείου του Β', που θεσπίστηκε με Νεαρά του 1002.

Η νομοθεσία των μεταγενέστερων χρόνων

Στα χρόνια που επακολούθησαν, δεν παρατηρείται η συγγραφή ιδιαίτερα αξιόλογων νομοθετικών έργων. Η περίοδος εκείνη χαρακτηρίζεται από μία γενικότερη παρακμή του Βυζαντίου σε όλους τους τομείς, επομένως και στο δίκαιο. Κάτω από αυτές τις δυσοίωνες συνθήκες, δεν υπήρχε η σκέψη για τη σύνταξη νέων νόμων, παρά μόνο για αναμασήματα παλαιοτέρων. Τα περισσότερα έργα εξαντλούνται στην ερμηνεία και κωδικοποίηση των Βασιλικών, όπως ο Τιπούκειτος, που αποτελεί ουσιαστικά ένα ευρετήριο των Βασιλικών. Αλλά και η Μεγάλη Σύνοψη των Βασιλικών είναι στην ουσία μία περίληψή τους.

Αξίξει, όμως, να τονίσουμε πως γίνεται μία προσπάθεια για την συγγραφή εγχειριδίων που προορίζονταν για τους φοιτητές των Νομικών Επιστημών. Τέτοια ήταν η Σύνοψη των Νόμων, του Μιχαήλ Ψελλού και το Πόνημα Νομικόν του Μιχαήλ Ατταλειάτη. Το σπουδαιότερο, όμως, έργο της Ύστερης Βυζαντινής περιόδου, ήταν, η Εξάβιβλος του Κωνσταντίνου Αρμενοπούλου τον 14ο αιώνα:

“τα τε γαρ αναγκαιότερα παραλέλειπται τούτω, και όσα τούτων ενδεώς είρηται, ου μην άλλα και ούτω τρόπον έτερον του σκοπού τούτο και της συνθήκης, ευ μάλα θαυμάσαντες, δειν ωήθημεν ανταναπληρώσαι τούτω τα δέοντα, και προσθείναι τα υστερήματα, και τέλεον κατ' επιτομήν απεργάσασθαι”.39

Στα έξι40 βιβλία της, διαβάζουμε, στην ουσία, μία επιμελημένη ταξινόμηση του υπάρχοντος ποινικού και αστικού δικαίου. Και αυτό διότι, οι ανάγκες της εποχής απαιτούσαν τη συγγραφή ενός εύχρηστου και άριστα ταξινομημένου νομικού εγχειριδίου, δεδομένου ότι, το έργο των Βασιλικών είχε καταστεί πλέον μη λειτουργικό. Το πόσο σημαντικό έργο αποτέλεσε η εξάβιβλος, αποδεικνύεται και εκ του γεγονότος της υιοθετήσεώς του από το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος στη θέση του αστικού δικαίου έως τα μέσα του 20ου αιώνος:

Η επιρροή του χριστιανισμού στη βυζαντινή νομοθεσία

Οι αρχές του Βυζαντινού δικαίου, όμως, εμπνέονται και από τον Χριστιανισμό. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, όλοι οι αυτοκράτορες ευφορούνται των χριστιανικών ιδεωδών, και αυτό φαίνεται μέσα από τα νομοθετήματά τους. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως η χριστιανική πίστη αποτέλεσε βασικό συστατικό του Βυζαντίου. Ο ευφυέστατα σκεπτόμενος Μεγάλος Κωνσταντίνος, διέγνωσε σωστά πως η συνέχιση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στηρίζονταν πάνω σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος ήταν το οικονομικά εύρωστο και πλούσιο ανατολικό τμήμα της και ο δεύτερος ο χριστιανισμός. Η νέα θρησκεία, είχε αναπτύξει ιδιαίτερα μεγάλη δυναμική μετά την παύση των τελευταίων διωγμών επί Διοκλητιανού και εγγυούταν την συνοχή του ετερόκλητου πληθυσμού της αυτοκρατορίας. Το κύρος της Εκκλησίας, έτσι, αυξήθηκε και επομένως μετά την εύνοια του Μ. Κωνσταντίνου, πέρασε στο στάδιο της προνομιακής μεταχείρισής της και τέλος στην επιβολή της χριστιανικής θρησκείας σε όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Όλες οι παραπάνω πρακτικές εμπεριέχονταν σε διάφορα αυτοκρατορικά διατάγματα, τα οποία αποτέλεσαν μετέπειτα νόμους του κράτους. Ενδεικτικό, μάλιστα, του αυξημένου αυτοκρατορικού ενδιαφέροντος για τα εκκλησιαστικά ζητήματα, ήταν πως ο Ιουστινιάνειος Κώδικας, αποτελούμενος από δώδεκα βιβλία41, αφιέρωνε το πρώτο στο εκκλησιαστικό δίκαιο. Ο συγκεκριμένος αυτοκράτωρ, μάλιστα, επεδίωκε να ασκήσει την εξουσία του «Κατά Μίμησιν»42 Θεού. Σύμφωνα με αυτή την πρακτική, έπρεπε, να ακολουθήσει συγκεκριμένους κανόνες και υποδείγματα, ώστε από την μία να είναι αρεστός στον Θεό, αλλά και από την άλλη να εμπνέει εμπιστοσύνη στους υπηκόους του.

Όσον αφορά τώρα το καθεαυτό εκκλησιαστικό δίκαιο, έχουμε διάφορες συλλογές, όπως η «Συναγωγή»43, μία συλλογή προγενεστέρων ιερών κανόνων. Άλλη συλλογή ήταν ο «Νομοκάνων»44, ένα έργο όπου η τελική έκδοσή του έγινε από τον Θεόδωρο Βαλσαμώνα45 τον 12ο αιώνα. Υπάρχει, μάλιστα, διάχυτη η άποψη, τόσο από τον Βαλσαμώνα, όσο και από τον Ματθαίο Βλάσταρη46 μεταγενέστερα, πως, οι εκκλησιαστικοί κανόνες μπορούν να εξισωθούν με τις «Θείες Γραφές»47 και ότι οι νόμοι αυτό που κάνουν στην πραγματικότητα είναι να τους συμπληρώνουν.

Επίσης, την Υστεροβυζαντινή εποχή, θα παρατηρήσουμε μία αύξηση των αρμοδιοτήτων των εκκλησιαστικών δικαστηρίων, κυρίως λόγω της Νεαράς 2748 του Αλεξίου του Α΄, όπου γίνεται η μεταβίβαση ορισμένων τέτοιων αρμοδιοτήτων, κυρίως οικογενειακών και κληρονομικών υποθέσεων. Ξέχωρα αυτού, όμως, η δικαστική δικαιοδοσία της εκκλησίας επεκτάθηκε και σε άλλα ζητήματα, εκτός εκείνων τις οποίες όριζε η εν λόγω Νεαρά, όπως η τοκογλυφία, η σύνταξη συμβολαίων κι άλλα. Η πρακτική αυτή, ουδέποτε συνάντησε οποιαδήποτε αυτοκρατορική αντίδραση. Ο λόγος ήταν ότι, αποδέσμευε σε αρκετά μεγάλο βαθμό τα πολιτειακά δικαστήρια από έναν μεγάλο όγκο υποθέσεων. Γεγονός όμως ήταν, πως με την πάροδο των αιώνων και ιδιαίτερα στους τελευταίους δύο, προ της οριστικής πτώσης του Βυζαντίου, η ισχύς του αυτοκράτορα έφθινε συνεχώς.

IV. Συμπεράσματα

Καταλήγοντας, λοιπόν, βλέπουμε ότι, το Βυζαντινό οικοδόμημα στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη Νομοθεσία του. Οι κύριοι άξονες, πάνω στους οποίους στηρίχθηκε το Ρωμαϊκό Δίκαιο, σε όλη την Βυζαντινή περίοδο ήταν ο αυτοκράτορας και η Εκκλησία. Όλο αυτό το διάστημα, η συνύπαρξη αλλά και η συνεργασία τους πέρασε από διακυμάνσεις. Άλλοτε υπήρξε αγαστή και άλλοτε κατέληγε σε έντονες αντιπαραθέσεις με σύνηθες αποτέλεσμα την αντικατάσταση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως από τον αυτοκράτορα (όπως στις περιπτώσεις των Φωτίου και Νικολάου του Μυστικού). Ορισμένες, κατά καιρούς, προσπάθειες αυτονόμησης του κλήρου, ιδιαίτερα την εποχή του Πατριάρχου Φωτίου με την Επαναγωγή, απέβησαν, όπως είδαμε, άκαρπες. Οι Βυζαντινοί ηγεμόνες είχαν ενδυθεί τον Θείο μανδύα του «Ελέω Θεού Μονάρχη». Τοιουτοιοτρόπως κινήθηκε και η εκκλησία, οι εκπρόσωποι της οποίας, αν και δεν είχαν πλήρη ελευθερία κινήσεων, εντούτοις επωφελήθηκαν τα μέγιστα, μέσω πολλών διατάξεων, καθώς και «Χρυσόβουλων Λόγων»49 όπου τους εδίδοντο πολλά προνόμια, ως ένδειξη σεβασμού από μέρους των αυτοκρατόρων για την θρησκεία. Πολλά νομοθετικά έργα, όμως, εμπνέοντο και από τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και της μέριμνας για τους φτωχούς, όπως η βελτίωση της θέσης των γυναικών και η φιλανθρωπία. Σε τελική ανάλυση το βυζαντινό κράτος, καίτοι λειτουργούσε με απολυταρχισμό, εντούτοις ενδιαφέρονταν για τη δικαιοσύνη και την παροχή ισονομίας στους υπηκόους του. Ως κύριο αντίβαρο στην αυτοκρατορική απολυταρχία, αλλά ταυτόχρονα και ως μοχλός ανάσχεσης λειτούργησε κυρίως η Εκκλησία, όπως επίσης και η Ελληνική παιδεία ορισμένων αυτοκρατόρων.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

<> Μ. Ανάστος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδόσεις Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1978, Τόμοι Ζ, Η, Θ.
<> Β. Πέννα, «Βυζαντινοί θεσμοί» στο Χ. Γάσπαρης κ.ά Βυζάντιο και Ελληνισμός, Εκδόσεις Ε.Α.Π, Πάτρα, 1999.
<> Σπύρος Ν. Τρωιάνος, Οι πηγές του Βυζαντινού Δικαίου, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1999.
<> VASILIEV, Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, Μετάφραση Δημοσθένης Σαβράμης, Εκδόσεις Μπεργάδη, Αθήνα, 1990.
<> Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό κράτος, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2001.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
1 Μ. Ανάστος Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Ζ’ (Αθήνα, 1978): 325.
2 Στο ίδιο: 324.
3 Στο ίδιο: 325.
4 Στο ίδιο: 326.
5 Στο ίδιο: 326.
6 Στο ίδιο: 327.
7 Μ. Ανάστος Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Η’ (Αθήνα, 1978): 218.
8 Στο ίδιο: 218.
9 Στο ίδιο: 220.
10 Β. Πέννα, «Βυζαντινοί θεσμοί» στο Χ. Γάσπαρης κ.ά, Βυζάντιο και Ελληνισμός (Πάτρα 1999): 57.
11 Στο ίδιο: 57.
12 Στο ίδιο: 57.
13 Στο ίδιο: 57.
14 Μ. Ανάστος, ό.π: 224.
15 Β. Πέννα, ό.π: 59.
16 Μ. Ανάστος, ό.π: 326.
17 Στο ίδιο: 326.
18 Σπύρος Ν. Τρωιάνος, Οι πηγές του Βυζαντινού Δικαίου, (Αθήνα-Κομοτηνή, 1999): 84.
19Μ. Ανάστος, ό.π: 216.
20Σπύρος Ν. Τρωιάνος, ό.π: 112.
21Μ. Ανάστος, ό.π: 217.
22Β. Πέννα, ό.π: 57.
23Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό κράτος, (Θεσσαλονίκη, 2001): 296.
24Στο ίδιο: 296.
25Β. Πέννα, ό.π: 56.
26Σπύρος Ν. Τρωιάνος, ό.π: 175.
27Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, ό.π: 298.
28Β. Πέννα, ό.π: 53.
29Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, ό.π: 298.
30Β. Πέννα, ό.π: 53.
31Στο ίδιο: 56.
32Στο ίσιο: 56.
33Σπύρος Ν. Τρωιάνος, ό.π: 179.
34 Vasiliev, Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, Μετάφραση Δημοσθένης Σαβράμης, (Αθήναι, 1990): 429.
35Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, ό.π: 155.
36Στο ίδιο: 166.
37Στο ίδιο: 161.
38Vasiliev, ό.π: 432.
39Σπύρος Ν. Τρωιάνος, ό.π: 287.
40 Β. Πέννα, όπ: 59.
41 Μ. Ανάστος, ό.π: 325.
42 Β. Πέννα, ό.π: 53.
43 Μ. Ανάστος, ό.π: 226.
44 Στο ίδιο: 346.
45 Στο ίδιο: 346.
46 Στο ίδιο: 346.
47 Στο ίδιο: 346.
48 Στο ίδιο: 345.
49 Β. Πέννα, ό.π: 58.
Όταν τις άρχηι εαυτού, τότε νομιζέτω και των υπηκόων άρχειν αληθώς. Πατριάρχης Φώτιος
Όλβιος όστις Ιστορίης Έσχε Μάθησιν Ευριπίδης
User avatar
Iwn Ioustinos
 
Posts: 54
Joined: Tue Nov 22, 2011 1:43 pm
Location: ΑΘΗΝΑΙ

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby marjory » Sun Mar 03, 2013 4:24 pm

1204: Η Άλωση που γονάτισε την Βυζαντινή αυτοκρατορία

Image

Στην Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη, επάνω στον γυναικωνίτη, κάτω από ένα παράθυρο που σήμερα βλέπει προς το Μπλε Τζαμί και κάποτε έβλεπε προς τον Ιππόδρομο, βρίσκεται στο μαρμάρινο πάτωμα, ένας τάφος. Αν δεν ξέρεις που είναι μπορεί και να τον πατήσεις. Δεν ξεχωρίζει εύκολα. Είναι ένα απλό τετράγωνο 80Χ80 εκατοστών. Επάνω του είναι χαραγμένη μια νεκροκεφαλή και από κάτω της τα εξής: HENRICUS DANDOLO 41ος Δόγης της Γαληνότατης Αυτοκρατορίας της Βενετίας-21 Ιουνίου 1205.

Ο τάφος του 41ου Δόγη της Βενετίας είναι κενός από το 1261, όταν η Βασιλεύουσα έπεσε πάλι στα χέρια των Ορθοδόξων. Το πλήθος δεν ξέχασε τον άνθρωπο που ήταν υπεύθυνος για την μεγαλύτερη ληστρική επιδρομή, στην ιστορία του κόσμου,για τη χειρότερη λεηλασία που υπήρξε ποτέ σε κατάληψη εξ'εφόδου μιας πόλης και εισέβαλε στον ναό της Αγίας Σοφίας. Μαινόμενος και αφηνιασμένος ο κόσμος από τα όσα είχε υποστεί από το 1204 μέχρι το 1261, ανέβηκε στον γυναικωνίτη, έσπασε τον τάφο πήρε τα κόκαλα τα έκαψε και τα διασκόρπισε βρίζοντας και φωνάζοντας κατάρες, στον Βόσπορο.

Image

Το μίσος (δίκαιο σε πολλές περιπτώσεις) των ανθρώπων της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας για τους ομόθρησκους τους Δυτικούς Λατίνους και Φράγκους, θα παραμείνει άσβεστο για εκατοντάδες χρόνια και όταν κάποια στιγμή θα καταλαγιάσει, τη θέση του θα πάρει η άρνηση και η αμφιβολία για τις προθέσεις της Δύσης.

Πολλοί μελετητές ιστορικοί πιστεύουν ότι η λεηλασία που υπέστη η Κωνσταντινούπολη από τους Οθωμανούς το 1453, ωχριά μπροστά στη λεηλασία που οι (ξαναλέμε) ομόθρησκοι χριστιανοί σταυροφόροι, έκαναν το 1204. Οι Οθωμανοί σε πολλές περιπτώσεις σεβάστηκαν και τις ζωές των ανθρώπων και τις εκκλησιές και τα κτίρια. Οι Οθωμανοί δεν έβαλαν ποτέ πόρνες να γδυθούν, να χορέψουν και να κάνουν έρωτα ομαδικά με στρατιώτες πάνω στην Αγία τράπεζα της μεγαλύτερης εκκλησίας του κόσμου. Οι Λατίνοι και οι Φράγκοι τα έκαναν όλα.

Image

Κατέσφαξαν αθώους νέους γέρους μικρά παιδιά, βίασαν γυναίκες, σύλησαν νεκροταφεία, έβαλαν πόρνες πάνω στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας, έβαλαν τα άλογα τους μέσα σε εκκλησιές και τις έκαναν στάβλους, άρπαξαν ιερά κειμήλια, έμπαιναν στα σπίτια δολοφονούσαν τον κόσμο και έκλεβαν τα χρυσαφικά. Ένας στρατός ισχυρός, πάνοπλος, διψασμένος για αίμα σάρκα και χρυσάφι. Ένας στρατός που η λέξη “ιπποσύνη” και “ιππότης” ήταν μόνο για τους τύπους.

Οκτακόσια χρόνια μετά, το 2001, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β στη συνάντηση του στην Αθήνα, με τον τότε Αρχιεπίσκοπο τον Μακαριστό Χριστόδουλο, εξέφρασε τη λύπη του για τις ωμότητες των Σταυροφόρων το 1204, οι οποίοι «εστράφησαν εναντίον των εν Χριστώ αδελφών μας». Το 2004 ο Πάπας ζήτησε πάλι ταπεινά “συγγνώμη”, από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο στη συνάντηση τους στο Βατικανό.

Οι ωμότητες, οι κλεψιές, οι βιασμοί, οι δολοφονίες, και η για 57 χρόνια διακυβέρνηση και διοίκηση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους γονάτισε και ισοπέδωσε ανεπανόρθωτα την Πόλη των πόλεων. Ποτέ δεν κατάφερε να ορθοποδήσει και να ακμάσει όπως πριν. Από το 1204 και μετά το Βυζάντιο καταστράφηκε οικονομικά και πληθυσμιακά συρρικνώθηκε. Το εμπόριο και οι πρώτες ύλες πέρασαν στα χέρια των Δυτικών, ενώ έχανε τη μία μετά την άλλη τις επαρχίες του που έπεφταν πια στα χέρια των Σελτζούκων και των Οθωμανών. Περίπου 200 χρόνια αργότερα θα προβάλει την ύστατη ηρωική αλλά και άνιση αντίσταση και θα καταληφθεί για πάντα το 1453.

Αυτά έγιναν από την πλευρά των Φράγκων. Οι ίδιοι οι Βυζαντινοί τι έκαναν για να αποτρέψουν τους σταυροφόρους; Ουσιαστικά τίποτε. Το αντίθετο. Τους ενθάρρυναν να έρθουν και να στρατοπεδεύσουν έξω από τη Βασιλεύουσα και ο ανταγωνισμός για την εξουσία και τον θρόνο ανάμεσα σε δύο διεκδικητές της δυναστείας των Αγγέλων, τον Αλέξιο Άγγελο και τον θείο του που ανέτρεψε τον πατέρα του Ισαάκιο Β, τον Αλέξιο Γ Άγγελο, ήταν καθοριστικός. Και όταν τα πράγματα ξεπέρασαν τα όρια και άρχισαν να μιλάνε τα όπλα, οι πανοπλίες, τα βέλη και τα σπαθιά, οι Βυζαντινοί δεν κράτησαν τις θέσεις τους στα θεοδοσιανά άπαρτα τείχη αλλά υποχώρησαν τρέχοντας. Έμεναν μόνο οι μισθοφόροι Βίκινγκς και Ρως, η επίλεκτη αυτοκρατορική φρουρά , οι πανύψηλοι Βάραγκοι με τα τεράστια τσεκούρια τους να “κατεβάζουν” τους πάνοπλους σταυροφόρους μέχρι που και αυτοί ηττήθηκαν και από τα θαλάσσια τείχη η Πόλη έπεσε.

Η τέταρτη σταυροφορία ξεκίνησε το 1198, όταν ο Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ, άρχισε να συγκεντρώνει στρατό για την εκ νέου απελευθέρωση των Αγίων τόπων από τους μουσουλμάνους. Στην αρχή συνάντησε τη γενική αδιαφορία των εστεμμένων της Ευρώπης, που είχαν τα δικά τους προβλήματα να επιλύσουν. Τον επόμενο χρόνο, κάποιοι ευγενείς, κυρίως από τα εδάφη της σημερινής Γαλλίας, πείσθηκαν να συγκροτήσουν ένα εκστρατευτικό σώμα, με επικεφαλής τον Κόμη Τιμπό της Καμπανίας. Ο Τιμπό πέθανε τον επόμενο χρόνο και αρχηγός της Δ' Σταυροφορίας ανακηρύχθηκε ο κόμης Βονιφάτιος ο Μομφερατικός. Το σχέδιο προέβλεπε τη συγκέντρωση των Σταυροφόρων στη Βενετία και από εκεί με μισθωμένα πλοία από τους βένετους θαλασσοκράτορες, θα κατευθύνονταν στην Αίγυπτο, όπου θα άρχιζαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, με σκοπό την κατάληψη της Ιερουσαλήμ.

Τη δύναμη των Σταυροφόρων συγκροτούσαν 33.500 άνδρες και 4.500 άλογα. Βρισκόμαστε στο 1200. Οι Βενετοί σκληροί διαπραγματευτές και αδυσώπητοι έμποροι, ζήτησαν 85.000 αργυρά μάρκα, τα μισά εδάφη που θα κατακτούσαν οι Σταυροφόροι και προθεσμία ενός έτους για τις ετοιμασίες της φιλόδοξης εκστρατείας. Το 1201 το μεγαλύτερο μέρος των Σταυροφόρων έφθασε στη Βενετία. Όμως, οι ηγέτες τους δεν τήρησαν τη συμφωνία και μόλις και μετά βίας συγκέντρωσαν 51.000 αργυρά μάρκα. Οι Βενετοί εξοργίσθηκαν και τους φυλάκισαν στο νησάκι Λίντο, έως ότου αποφασίσουν για την τύχη τους. Η τύχη της Σταυροφορίας κρεμόταν σε μια κλωστή.

Ο υπέργηρος και τυφλός Δόγης Ερρίκος Δάνδολος αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την περίσταση και να χρησιμοποιήσει τους Σταυροφόρους για τους δικούς του σκοπούς. Στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, όπου έγινε η επίσημη τελετή υποδοχής τους, ο Δόγης πρότεινε στους αρχηγούς των σταυροφόρων να επιτεθούν πρώτα στο λιμάνι της Ζάρας στη Δαλματία (σημερινή Κροατία), προκειμένου να ξεπληρώσουν τα χρέη τους. Η Ζάρα, που προμήθευε με ξυλεία τον στόλο του δόγη, είχε αποσκιρτήσει από τη Βενετία και βρισκόταν υπό την προστασία του βασιλιά των Ούγγρων Έμερικ. Οι κάτοικοί της ήταν χριστιανοί και μάλιστα καθολικοί.

Ο Πάπας Ινοκέντιος, απείλησε με αφορισμό όσους σταυροφόρους στραφούν εναντίον χριστιανών. Τη σχετική επιστολή του όμως, φρόντισαν να την κρατήσουν μυστική οι επικεφαλής της εκστρατείας. Η επιχείρηση τελικά πραγματοποιήθηκε. Η πόλη της Ζάρας καταλήφθηκε, ύστερα από σύντομη πολιορκία και ο Πάπας Ινοκέντιος Γ' πραγματοποίησε την απειλή του. Η λεηλασία ήταν απίστευτη και ήταν προάγγελος του τι θα ακολουθούσε...

Και από εδώ η ιστορία γυρνάει την πλάτη της στην Πόλη. Ο αρχηγός των Σταυροφόρων Βονιφάτιος ο Μομφερατικός δεν πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Ζάρα, φοβούμενος ίσως τις παπικές κυρώσεις. Πήγε λοιπόν να επισκεφθεί τον εξάδελφό του Φίλιππο της Σουηβίας, ο οποίος φιλοξενούσε τον συγγενή του βυζαντινό πρίγκηπα Αλέξιο Άγγελο, γιο του ανατραπέντος αυτοκράτορα Ισαάκιου Β' Άγγελου. Ο Αλέξιος Άγγελος ζήτησε βοήθεια από τον Βονιφάτιο για να ανατρέψει τον θείο του αυτοκράτορα Αλέξιο Γ' Άγγελο και να επαναφέρει στον θρόνο τον τυφλό πατέρα του. Στα ανταλλάγματα που προσέφερε ήταν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, στρατιωτικές δυνάμεις για την ενίσχυση της εκστρατείας των Σταυροφόρων στην Αίγυπτο και την υποταγή της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης στον Πάπα.!!!

Ο Βονιφάτιος άλλο που δεν ήθελε και τελικά μαζί με τον Αλέξιο πήγαν στην Κέρκυρα όπου είχαν στρατοπεδεύσει οι δυνάμεις των σταυροφόρων μετά τη Ζάρα και αφού ανέλυσε στους άλλους αρχηγούς τις προτάσεις του νεαρού Αλέξιου, ξεκίνησαν οι γαλέρες του Θανάτου για την Κωνσταντινούπολη. Ο Δόγης σε μια σκοτεινή γωνιά της σκηνής που γινόταν το πολεμικό συμβούλιο, έτριβε από χαρά και ικανοποίηση τα χέρια του. Η Βενετία θα επέκτεινε το εμπόριο της στην Ανατολή και θα τσάκιζε μια και καλή του “υπερόπτες Βυζαντινούς”.

Ο στόλος των Ενετών και Σταυροφόρων έφθασε προ των τειχών της Κωνσταντινούπολης στις 23 Ιουνίου του 1203. Οι νεοφερμένοι έμειναν κατάπληκτοι από όσα έβλεπαν τα μάτια τους: «Δεν μπορούσαν να φαντασθούν ότι υπήρχε στον κόσμο τόσο οχυρή πόλη. Είδαν τα υψηλά τείχη, τους ισχυρούς πύργους, τα θαυμαστά παλάτια, τις μεγάλες εκκλησίες, που ήταν τόσες πολλές ώστε κανείς δεν θα το πίστευε αν δεν τις έβλεπε με τα μάτια του. Το μήκος της, το πλάτος της, έδειχναν πως ήταν βασιλεύουσα». Με τα λόγια αυτά περιγράφει τις πρώτες του εντυπώσεις ο ιστορικός και εκ των ηγετών της Σταυροφορίας Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος.

Αρχικός τους στόχος ήταν να αποκαταστήσουν στον θρόνο τον Ισαάκιο Β' Άγγελο. Οι κάτοικοι της Πόλης τους υποδέχθηκαν εχθρικά, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του Αλέξιου Άγγελου. Στις 17 ιουλίου οι Σταυροφόροι αποβιβάσθηκαν στη στεριά και επιτέθηκαν από τη νοτιοανατολική πλευρά της Πόλης. Έβαλαν μία μεγάλη φωτιά, που προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στην Πόλη. Οι κάτοικοι στράφηκαν κατά του αυτοκράτορα Αλέξιου Γ' Άγγελου, ο οποίος έφυγε την ίδια νύχτα από την Πόλη. Ο Ισαάκιος Β' Άγγελος αφέθηκε ελεύθερος και αποκαταστάθηκε στο θρόνο του. Την 1η Αυγούστου ο γιος του Αλέξιος Άγγελος αναγορεύθηκε σε αυτοκράτορα, ως Αλέξιος Δ' Άγγελος. Το Βυζάντιο βρισκόταν και πάλι σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου, αφού υπήρχαν δύο νόμιμοι αυτοκράτορες (Αλέξιος Γ' Άγγελος και Αλέξιος Δ' Άγγελος).

Ο νέος ηγεμόνας βρήκε τα ταμεία άδεια και γρήγορα συνειδητοποίησε ότι δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις δεσμεύσεις του προς τους Σταυροφόρους. Διέταξε τότε να καταστραφούν εικόνες και αντικείμενα λατρείας, μόνο και μόνο για να πάρει τον χρυσό και τον άργυρο που περιείχαν. Ο λαός εξαγριώθηκε και θεώρησε ιεροσυλία την απόφαση αυτή του αυτοκράτορα. Ο αυλικός Αλέξιος Δούκας, γνωστός και ως Μούρτζουφλος, εξαιτίας των πυκνών φρυδιών του, εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση. Τον ανέτρεψε και τον στραγγάλισε. Ο Αλέξιος Δούκας ανέβηκε στο θρόνο ως Αλέξιος Ε'. Ο πρώην αυτοκράτορας Ισαάκιος Β' Άγγελος πέθανε ύστερα από λίγο, από φυσικά αίτια.

Όταν οι σταυροφόροι κατάλαβαν ότι τα ταμεία ήταν άδεια και δεν επρόκειτο να πληρωθούν, άφρισαν. Στις 8 Απριλίου του 1204 επιτέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για μια ακόμη φορά, προκειμένου να τιμωρήσουν τον δολοφόνο του Αλέξιου Δ' Άγγελου. Ο Αλέξιος Ε' αντέταξε ισχυρή άμυνα, με σύμμαχο τον άσχημο καιρό. Οι επιτιθέμενοι το θεώρησαν θεϊκό σημάδι και θέλησαν να λύσουν την πολιορκία. Οι καθολικοί κληρικοί που τους συνόδευαν κατόρθωσαν να τους πείσουν να παραμείνουν και να καταλάβουν την Πόλη, με τα επιχειρήματα ότι οι Βυζαντινοί είναι προδότες και δολοφόνοι επειδή σκότωσαν τον σεβαστό Αλέξιο Δ' και ότι είναι χειρότεροι από τους Εβραίους. Ο Πάπας Ινοκέντιος Γ', για μια ακόμη φορά, είχε διαμηνύσει στους Σταυροφόρους να μην επιτεθούν και να μην σκοτώσουν ούτε ένα χριστιανό, αλλά και πάλι η σχετική επιστολή του απεκρύβη από τους παπικούς απεσταλμένους.


Στις 12 Απριλίου1204, οι Σταυροφόροι πραγματοποίησαν την τελική τους έφοδο κατά της Κωνσταντινούπολης, βοηθούμενοι και από τον καλό καιρό. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Ε' Μούρτζουφλος την είχε εγκαταλείψει κι έτσι την κατέλαβαν με σχετική ευκολία, παρά την αντίσταση της αυτοκρατορικής φρουράς, που την αποτελούσαν οι σκανδιναβοί Βάραγγοι. Για τρεις μέρες οι «Στρατιώτες του Χριστού» επιδόθηκαν σε παντός είδους βανδαλισμούς και φρικαλεότητες. Δεν δίστασαν να βεβηλώσουν ακόμη και ιερούς χώρους, ανεβάζοντας στον πατριαρχικό θρόνο μία πόρνη, σύμφωνα με τον ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη. Όταν ο Πάπας έμαθε για τις βδελυρές πράξεις των Σταυροφόρων εξέφρασε την ντροπή και τον αποτροπιασμό του...

Image
Στο προστώο του ναού του Αγίου Μάρκου, βρίσκονται τα τέσσερα χαλκόχρυσα άλογα που ο Μέγας Κωνσταντίνος έφερε στην Κωνσταντινούπολη και το 1204 τα έκλεψαν οι Βενετοι


Image

Βενιζέλος Λεβεντογιάννης

ΠΗΓΗ: http://www.pentapostagma.gr/2013/03/120 ... z2MTzP2Fnj


Edit: Το δημοσίευμα ουσιαστικά απαλλάσσει των ευθυνών του τον Πάπα, ο οποίος (αναφέρεται ότι) ήταν αντίθετος σε κάθε μορφής βία των σταυροφόρων έναντι των ομόθρησκών τους βυζαντινών. Σε άλλες πηγές όμως που έχω διαβάσει, ο Πάπας και οι Δυτικοί, όχι μόνον ήταν απόλυτα ενήμεροι, αλλά προέτρεπαν την σκύλευση της Πόλης, προκειμένου να καρπωθούν όχι μόνο τον χρυσό και τα πλούτη, αλλά και τις εμπορικές συμφωνίες (τους "δρόμους του μεταξιού" όπως αυτές μεταφορικά έχουν λεχθεί) της Κωνσταντινούπολης.
Ω πανύμνητε μήτερ, η τεκούσα των πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον, δεξαμένη την νυν προσφοράν, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας, και της μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τους Σοι βοώντας.
User avatar
marjory
Site Admin
 
Posts: 3310
Joined: Tue Nov 15, 2011 10:29 am

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby Ypodiakonos » Thu Apr 04, 2013 1:44 pm

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

«Εξερευνώντας τον κόσμο του Βυζαντίου»: http://www.exploringbyzantium.gr/
Ypodiakonos
 

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby Voreios » Sat Apr 20, 2013 6:35 pm

Image
«Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς»
User avatar
Voreios
 
Posts: 1269
Joined: Tue Nov 15, 2011 7:15 pm

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby Εφραίμ » Thu May 30, 2013 1:56 pm

Γιατί έπεσε η Βυζαντινή αυτοκρατορία;
+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου

http://aktines.blogspot.gr/2013/05/blog-post_1314.html
Ιησούς Χριστός: "Να είστε σε εγρήγορση και να προσεύχεστε, για να μη σας νικήσει ο πειρασμός. Το πνεύμα είναι πρόθυμο, η σάρκα όμως αδύναμη." (Ματθαίος 26, 41)
User avatar
Εφραίμ
 
Posts: 1344
Joined: Fri Dec 23, 2011 12:53 am

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby Iwn Ioustinos » Sun Nov 03, 2013 5:44 pm

Την Παρασκευή κυκλοφόρησε το βιβλίο μου για το Βυζάντιο. Τιτλοφορείται ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΕΝΤΡΥΦΗΣΙC. Από τη Δευτέρα θα ξεκινήσει να διανέμεται στα βιβλιοπωλεία. Αν ενδιαφέρεται κάποιος, επειδή έχω πολλά αντίτυπα, ας στείλει προσωπικό μήνυμα. Φυσικά είναι πιο φθηνό από τα βιβλιοπωλεία.

Image

Uploaded with ImageShack.us
Όταν τις άρχηι εαυτού, τότε νομιζέτω και των υπηκόων άρχειν αληθώς. Πατριάρχης Φώτιος
Όλβιος όστις Ιστορίης Έσχε Μάθησιν Ευριπίδης
User avatar
Iwn Ioustinos
 
Posts: 54
Joined: Tue Nov 22, 2011 1:43 pm
Location: ΑΘΗΝΑΙ

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby zenjt » Sun Jun 01, 2014 7:58 pm

Ο θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου…Εκδοχές! O θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου
Ο τρόπος με τον οποίο πέθανε ο αυτοκράτορας δεν έγινε ποτέ γνωστός με σαφήνεια. Οι συγγραφείς της Άλωσης που ήταν παρόντες στις τραγικές εκείνες στιγμές, διηγούνται διαφορετικές ιστορίες. Ο Φρατζής, επιστήθιος φίλος του Κωνσταντίνου, που προσπάθησε να εξακριβώσει το θάνατό του, έγραψε ότι ο σουλτάνος έστειλε να ψάξουν για το σώμα, πλύθηκε ένας αριθμός από σώματα και κεφάλια, για να μπορέσουν να τον αναγνωρίσουν. Τελικά βρέθηκε ένα σώμα με κεντημένο στις κάλτσες του τον αετό, και θεωρήθηκε ότι αυτός ήταν ο αυτοκράτορας. Ο σουλτάνος έδωσε το μεγάλο νεκρό στους Έλληνες, για να τον θάψουν. Ο Φρατζής δεν ήταν βέβαιος και προσπάθησε πολύ να βρει αυτόν τον τάφο. Αργότερα κάποιοι περιηγητής ανέφεραν την ύπαρξη ενός τάφου στη συνοικία Βεφά, χωρίς όμως ποτέ να αποδειχτεί επίσημα κάτι.
Image
Ο Δούκας αναφέρει ότι, όταν οι Γενίτσαροι ή οι Σερβοι πήγαν ένα κεφάλι στον Μωάμεθ, ο Λουκάς Νοταράς, που ήταν στη σκηνή του, επιβεβαίωσε ότι ανήκε πράγματι στον αυτοκράτορα. Το κεφάλι αυτό, ή ένα κεφάλι τοποθετήθηκε στη στήλη του Ιουστινιανού, ως πειστήριο του θανάτου του αυτοκράτορα. Αργότερα, το περιέφεραν θριαμβικά στις μεγαλύτερες πόλεις του μουσουλμανικού κόσμου, ως απόδειξη της δύναμης του σουλτάνου αλλά και της μεγάλης σημασίας της κατάκτησης της Πόλης.

Στην εκδοχή του Χαλκοκονδύλη << ο αυτοκράτορας στράφηκε στη φρουρά του και τους είπε: ¨Aς επιτεθούμε, άνδρες μου, εναντίον αυτών των βαρβάρων¨. Ο αυτοκράτορας αγωνίστηκε σκηρά, καταδιώχτηκε ανελέητα και τελικά σκοτώθηκε>>.
Οι περισσότερες απόψεις συγκλίνουν στη μάχη μέχρις εσχάτων που έδωσε στη πύλη του Αγίου Ρωμανού, μέσα σε ένα σωρό από πτώματα. Ο ιταλός Μπάρμπορο που ήταν στην πολιορκία, γράφει ότι <<μερικοί ισχυρίζονταν ότι είδαν το νεκρό σώμα αλλά και ότι άλλοι έλεγαν ότι δε βρέθηκε ποτέ>>. Ο Τετάλντι έγραψε ότι << ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης σκοτώθηκε. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι αποκεφαλίστηκε, άλλοι ότι πέθανε, όταν το πλήθος τον συνέθλιψε στην πύλη από την οποία προσπαθούσαν να φύγουν οι περισσότεροι>>. << Σκοτώθηκε και το κεφάλι του παρουσιάστηκε στον αρχηγό των Τούρκων καρφωμένο σε ένα κοντάρι>>, γράφει ο Μπενβενούτο, πρόξενος της Ανκόνα στην Πόλη.
Κάποιοι Τούρκοι ιστορικοί, πολύ αργότερα από την Άλωση, γράφουν ότι ο Παλαιολόγος, όταν φάνηκε ότι η μάχη είχε χαθεί, προσπαθώντας να βρει με τους συντρόφους του τρόπους διαφυγής, έπεσε σε μια ομάδα γενιτσάρων, οι οποίοι τους περικύκλωσαν και τους σκότωσαν. Γράφουν μάλιστα ότι πήραν και τα χρήματα και τα πολύτιμα πετράδια που είχε στην κατοχή της η συνοδεία του αυτοκράτορα.
Ο Εβλιγιάν Τζελεμπή,Τούρκος περιηγητής του 17ου αιώνα, γράφει ότι <<το νεκρό σώμα του αυτοκράτορα δε βρέθηκε ποτέ και ότι το πήραν οι άπιστοι και το έθαψαν στο Σολού Μοναστήρ (Μονή Περιβλέπτου). Και ως τώρα οι Ρωμιοί διηγούνται πολλά και θαυμαστά γι΄αυτόν>>. Περισσότερο δίκαιος και αμερόληπτος ο Τούρκος ιστορικός Ορούχ, γράφει ότι ο << κυβερνήτης της Ιστανμπούλ ήταν γενναίος και δε ζήτησε έλεος>>.
Στην πιθανότερη εκδοχή και λαμβάνοντας υπόψη ότι το σώμα του Κωνσταντίνου δεν αναγνωρίστηκε, μπορούμε να υποθέσουμε ότι στην τελευταία επίθεση ο αυτοκράτορας έβγαλε τα διακριτικά του και αγωνίστηκε ως απλός στρατιώτης. Σε όλη του τη ζωή πορεύτηκε το δρόμο της ευθύνης και του χρέους. Από το δρόμο αυτό, δεν θέλησε να παρεκκλίνει, αν και μπορούσε και του έγιναν προτάσεις, να διαφύγει. Ο ηρωικός θάνατος του τραγικού αυτοκράτορα γέννησε μια σειρά από θρύλους που αποθεώνουν τον Έλληνα βασιλιά που έγινε σύμβολο αιώνιο του ελληνισμού. Η πιο παραστατική περιγραφή του θανάτου του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου γράφτηκε από την πένα του Φώτη Κόντογλου.Image
<<Κείνη τὴν ὥρα ἔβγαινε ὁ ἥλιος. Οἱ Τοῦρκοι μπαίνανε σὰν ποτάμι ἀφρισμένο ἀπὸ τὰ κάστρα κι᾿ ἀπὸ τὴν πόρτα. Οἱ Χριστιανοὶ ἀπελπισμένοι πέφτανε μὲ σφαλιχτὰ μάτια ἀπάνω τους, κ᾿ ἔγινε τέτοιος σκοτωμός, ποὺ τὸ αἷμα ἔτρεχε νὰ κολυμπήσῃ δαμάλι. Ὁ βασιλέας, παραμιλώντας ἀπ᾿ τὴν ἀπελπισιά του, χύμηξε στὴν πόρτα μὲ τὰ παλληκάρια του κ᾿ ἔπεσε μέσα στὸ πιὸ πηχτὸ τουρκομάνι, βαρώντας μὲ τὸ σπαθί του. Ὁ Δὸν Φραγκίσκος ὁ Τολεδάνος, πὤλαχε νἆνε στὸ δεξί του χέρι, ἔχασε τὸ σπαθί του καὶ χύθηκε καὶ ξέσκιζε τοὺς Τούρκους μὲ τὰ νύχια καὶ μὲ τὰ δόντια. Ὁ Θεόφιλος Παλαιολόγος, βλέποντας ματωμένο τὸ βασιλέα, ἔβαλε μιὰ φωνὴ κ᾿ ἔκραξε κλαίγοντας: «Θέλω ν᾿ ἀποθάνω κι᾿ ὄχι νὰ ζήσω!» Ὁ Γιάννης ὁ Δαλμάτης κι᾿ ἄλλοι πολλοὶ ἐκεῖ βουλιάξανε καὶ χαθήκανε. Ὁ βασιλιὰς βλέποντας πὼς ἀπόμεινε μονάχος ζωντανός, φώναξε: «Δὲν ὑπάρχει Χριστιανὸς νὰ κόψῃ τὸ κεφάλι μου!» Τὴν ἴδια τὴν στιγμή τὸν βαρέσανε δυὸ Τοῦρκοι, ὁ ἕνας στὸ πρόσωπο κι᾿ ὁ ἄλλος στὸν ὦμο. Τὸ κορμί του κύλησε κι᾿ ἀνακατεύτηκε μέσα στὸ σωρὸ πὤφραξε τὴν πόρτα>>.
Orthodoxathemata.blogspot.com
User avatar
zenjt
 
Posts: 45778
Joined: Wed Nov 16, 2011 7:16 pm
Location: ΚΕΡΚΥΡΑ

Re: Περί της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Unread postby Iwn Ioustinos » Mon Oct 03, 2016 5:53 pm

Καλησπέρα. Δίνω 5 διαλέξεις πάνω στην βυζαντινή ιστορία:

Imagefree uploader
Όταν τις άρχηι εαυτού, τότε νομιζέτω και των υπηκόων άρχειν αληθώς. Πατριάρχης Φώτιος
Όλβιος όστις Ιστορίης Έσχε Μάθησιν Ευριπίδης
User avatar
Iwn Ioustinos
 
Posts: 54
Joined: Tue Nov 22, 2011 1:43 pm
Location: ΑΘΗΝΑΙ

PreviousNext

Return to ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 2 guests