ΛΟΓΟΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Να μην επιδιώκουμε την ενάρετη ζωή για τον ανθρώπινο έπαινο, αλλά για τη σωτηρίας της ψυχής. (Μέγας Αντώνιος)

Moderator: inanm7

ΛΟΓΟΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Unread postby Μαρία » Tue Aug 23, 2016 10:49 am

ΟΜΙΛΙΑ ΕΚΦΩΝΗΘΕΙΣΑ ΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΝ ΠΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΞΗΡΑΣΙΑΣ

«Στην παρούσα εξαιρετική ομιλία του Μ. Βασιλείου, ο αναγνώστης μπορεί να εντοπίσει πλήθος ομοιοτήτων με την σημερινή κατάσταση κρίσης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι σημερινές αιτίες των οικονομικών προβλημάτων δεν φαίνονται να είναι τόσο άμεσες με την ανομβρία και την έλλειψη αγαθών από την μη καρποφορία της γης».

«Όταν o λέων βρυχηθή, ποιός δεν θα φοβηθή; Όταν Κύριος ο Θεός ομιλή, ποιός δεν θα προφητεύση;». Ας αρχίσωμεν τον λόγον μας με τα προφητικά λόγια και ας πάρωμεν συνεργόν εις την ανάγκην των προκειμένων, δηλαδή τώρα που εκθέτομεν και την σκέψιν και την γνώμην διά αυτά που είναι συμφέροντα, τον θεοφόρον Αμώς, ο οποίος εθεράπευσε συμφοράς, όμοιας με τα κακά που υπερβολικά ενοχλούν ημάς. Διότι και ο προφήτης αυτός, κατά την διαδρομήν των παλαιοτέρων χρόνων, όταν ο λαός είχεν εγκαταλείψει την πατρικήν ευσέβειαν και είχε καταπατήσει την ακρίβειαν των νόμων και είχε ξεγλυστρίσει εις την λατρείαν των ειδώλων, εκήρυξε την μετάνοιαν, με το να συμβουλεύη την επιστροφήν και με το να εξαγγέλλη την απειλήν των τιμωριών. Εγώ δε μακάρι να επωφεληθώ μέχρι ενός σημείου από τον ζήλον τής παλαιάς ιστορίας, όχι όμως και το να ιδώ επί πλέον να ακολουθή η έκβασις των τότε γεγονότων.

Αφού δηλαδή ο λαός απείθησε και ωσάν άγριον και δυσυπότακτον πουλάρι εδάγκασε τα χαλινάρια, δεν ωδηγήθη προς το συμφέρον· αλλά αφού εξέφυγεν από τον ίσιον δρόμον, έτρεξε τόσον πολύ άτακτα και εξηγριώθη εναντίον τού καβαλλάρη μέχρι του σημείου να πέση εις τα βάραθρα και τους κρημνούς και να υποστή πανωλεθρίαν, άξιαν προς την ανυπακοήν του. Αυτό μακάρι να μη συμβή τώρα εις ημάς, παιδιά μου, «που σας εγέννησα διά του Ευαγγελίου» και σας εσπαργάνωσα δια της ευλογίας των χεριών μου. Αλλ’ ας υπάρχη αγαθή ακοή, ψυχή πρόθυμος, που να δέχεται απαλά τας συμβουλάς, να υποχωρή εις τον ομιλητήν, όπως το κηρί εις τον σφραγιστήν, διά να λάβω και εγώ με μίαν τέτοιαν επι­μέλειαν, γλυκύν καρπόν από τους κόπους και εσείς να επαινέ­σετε την συμβουλήν που γίνεται, όταν θα έχωμεν απαλλαγή από τας συμφοράς. Ποίον λοιπόν είναι αυτό που επισημαίνει μεν ο λόγος, αλλά κρατεί ακόμη εις αβεβαιότητα τας ψυχάς, με την ελπίδα να το ακούσουν, διότι βραδύνει να ανακοινώση το αναμενόμενον;

Βλέπομεν, αδελφοί, τον ουρανόν ερμητικά κλειστόν, γυμνόν και ανέφελον, να κάμνη μισητήν αυτήν την αιθρία και να προκαλή λύπην με την καθαρότητα, την οποίαν πάρα πολύ επεθυμούσαμεν προηγουμένως, όταν κάποτε, αφού εσκεπάσθη διά πολύν καιρόν με τα σύννεφα, μας έκαμε σκοτεινούς και ανήλιους. Και η γη αφού κατηξηράνθη εις το έπακρον εί­ναι δυσάρεστος εις το να την ιδή κανείς· είναι στείρα δε και άγο­νος διά την γεωργίαν· έχει κομματιασθή εις σχίσματα και δέχεται κατάβαθα την ακτίνα να την φωτίζη. Και αι πλούσιαι και α­στείρευτοι πηγαί μάς έλειψαν και τα νερά τών μεγάλων ποτα­μών εστείρευσαν, μικρότατα δε παιδιά τα διαβαίνουν πεζά και αι γυναίκες τα περνούν φορτωμέναι. Πολλούς από ημάς, μας έλειψεν ακόμη και το πόσιμον νερόν και κινδυνεύομεν διά τούτο να πεθάνωμεν. Ως νέοι Ισραηλίται, που αναζητούν νέον Μωυσήν και θαυματουργικόν ραβδί, διά να ικανοποιή­σουν, αφού και πάλιν κτυπηθούν αι πέτραι, την ανάγκην τού λαού που διψά· σύννεφα δε παράδοξα να καταβρέξουν εις τους ανθρώπους τροφήν ασυνήθη, όπως το μάννα. Ας προσέξωμεν να μη γίνωμεν εις τους μεταγενεστέρους θλιβερόν διή­γημα πείνης και τιμωρίας.

Αντίκρυσα τα χωράφια και έκλαψα πολύ διά την ακαρ­πίαν των, και εσκόρπισα τον θρήνον, επειδή εις ημάς δεν έπεσε βροχή. Αλλά μεν από τα σπέρματα έχουν ξηρανθή προτού φυτρώσουν, διότι παρέμειναν μέσα εις τους σβώλους, όπως τα εσκέπασε το αλέτρι. Αλλά, δε μόλις εφύτρωσαν ολίγον και εβλάστησαν, τα κατεμάρανεν αξιολύπητα ο καύσων, έτσι ώστε τώρα ευκαίρως να αντιστρέψη κάνεις τον ευαγγελικόν λόγον και να ειπή· οι μεν εργάται πολλοί, ο δε θερισμός ού­τε ολίγος. Και οι γεωργοί, καθήμενοι εις τα χωράφια και πιάνοντες τα γόνατά τους με τα χέρια των (διότι αυτός εί­ναι ο τρόπος αυτών που πενθούν), κλαίουν διά τους χαμέ­νους κόπους των. Αντικρύζουν τα μικρά παιδιά και οδύρον­ται, ατενίζουν τας γυναίκας και θρηνούν, χαϊδεύουν και ψηλαφίζουν τα ξηρά χορτάρια τών γεννημάτων και κραυγάζουν δυνατά, ωσάν οι πατέρες που έχουν χάσει τα παιδιά των επά­νω εις το άνθος τής ηλικίας των. Ας λεχθή λοιπόν και προς ημάς από τον ίδιον προφήτην, που ολίγον προηγουμένως εις το προοίμιον ανεφέραμεν «εγώ επίσης, λέγει, κατεκράτησα από σας την βροχήν τρεις μήνας προ του θερισμού και έβρεξα εις μίαν πόλιν και εις άλλην πόλιν δεν έβρεξα. Το ένα χωράφι εποτίσθη και το άλλο, εις το οποίον δεν έβρεξα, εξηράνθη. Και συνηθροίζοντο δύο ή τρεις πόλεις εις μίαν διά να πίουν νερόν, χωρίς να ημπορούν να κατασβέσουν την δίψαν των· και αυτά διότι σεις δεν επιστρέψατε εις εμέ, λέγει, ο Κύριος». Ας μάθωμεν λοιπόν ότι ο Θεός μάς δίδει αυτά τα χτυπήματα, διότι απεμακρύνθημεν από αυτόν και αμελήσαμεν.Δεν επιδιώκει να μας συντρίψη, αλλά φροντίζει να μας διορθώση, όπως κάμνουν οι καλοί από τους πατέρες και αυτοί που φροντίζουν διά τα τέκνα, οι οποίοι θυμώνουν εναντίον τών νέων και εξοργίζονται, όχι διότι θέλουν να τους κακοποιήσουν, αλλά διά να τους οδηγήσουν από την νηπιώδη αδιαφορίαν και τα αμαρτήματα της νεότητος εις την επιμέλειαν. Κυττάτε λοιπόν πως η πληθώρα των ιδικών μας αμαρτημάτων έβγαλε και τας εποχάς από την ιδίαν των την φύσιν και ήλλαξε τα είδη τών καιρών εις αλλόκοτα ανακατώματα. Ο χειμών δεν είχε την συνήθη υγρασίαν μαζί με την ξηρασίαν, αλλά όλην την υγρασίαν την έκαμε παγωνιάν και την απεξήρανε και επέρασε χωρίς χιόνια και βροχάς. Η άνοιξις πάλιν έδειξε μεν το ένα μέρος από τα χαρακτηριστικά της, εννοώ την θερμότητα, δεν είχεν όμως την βροχεράν περίοδον. Ζέστη δε και παγωνιά παραδόξως υπερέβησαν τα φυσικά όρια και αδίκως συνεφώνησαν εις το να μας βλάψουν και εξαποστέλλουν από τον βίον και την ζωήν τούς ανθρώπους. Ποία λοιπόν είναι η αιτία τής αταξίας και της συγχύσεως; Από πού προέρχεται αυτός ο νεωτερισμός των καιρών; Ως άνθρωποι μυαλωμένοι ας ερευνήσωμεν ως λογικοί ας συλλογισθούμεν. Μήπως ο κυβερνήτης τού σύμπαντος δεν υπάρχει; Μήπως ο αριστοτέχνης Θεός εξέχασε την πρόνοιάν του; Μήπως έχασε την εξου­σίαν και την δύναμιν; Ή κατέχει μεν την ίδιαν δύναμιν και δεν απώλεσε την εξουσίαν, παρεφέρθη δε εις σκληρότητα και μετέβαλεν εις μισανθρωπίαν την υπερβολικήν αγαθότητα και την κηδεμονίαν του προς ημάς; Σώφρων άνθρωπος δεν θα ημπορούσε να το ειπή. Αλλ’ είναι ολοφάνερα τα αίτια λόγω των οποίων δεν κυβερνώμεθα. Ενώ ημείς λαμβάνομεν, δεν δίδομεν εις άλλους. Ενώ επαινούμεν την ευεργεσίαν, την αποστερούμεν από εκείνους που την χρειάζονται. Ενώ είμεθα δού­λοι και ελευθερωνόμεθα, δεν ευσπλαγχνιζόμεθα τους συνδούλους μας. Ενώ πεινώμεν και τρεφόμεθα, περιφρονούμεν τον ενδεή. Ενώ έχομεν Θεόν, ανενδεή χορηγόν και ταμίαν, έχομεν γίνει σφιχτοχέρηδες και αμέτοχοι εις τας ανάγκας τών πτωχών. Τα πρόβατά μας είναι γόνιμα και όμως οι γυμνοί είναι περισ­σότεροι από τα πρόβατα. Αι αποθήκαι από το πλήθος των αποθηκευμένων αγαθών στενοχωρούνται και ημείς δεν ελεούμεν αυτόν που στενάζει. Διά τούτο η δικαία κρίσις μάς απειλεί. Διά τούτο και ο Θεός δεν ανοίγει το χέρι του, διότι ημείς απεκλείσαμεν την φιλαδελφίαν. Διά τούτο τα χωράφια είναι ξηρά, διότι η αγάπη επάγωσεν.

Η φωνή αυτών που κάμνουν λιτανείαν εις τα χαμένα βοά και διασκορπίζεται εις τον αέρα. Διότι ούτε ημείς ηκούσαμεν αυτούς που εζητούσαν από ημάς. Οποία δε η προσευχή μας και η δέησις; Οι άνδρες, πλην ολίγων, ασχολείσθε με το εμπόριον και αι γυναίκες τούς υπηρετείτε εις την εργασίαν του μαμωνά. Ολίγοι είναι μαζί μου και με την προσευχήν, και αυτοί αισθάνονται ζάλην, χασμωριούνται, συνεχώς γυ­ρίζουν και παρακολουθούν πότε θα τελειώση ο ψάλτης τους στίχους, πότε θα απολυθούν από την εκκλησίαν, ωσάν από φυλακήν και από την ανάγκην τής προσευχής. Και μάλιστα τα παιδιά, οι μικροί αυτοί που άφησαν τα βιβλία των εις τα σχολεία και συμπροσεύχονται μαζί μας, περιτριγυρίζουν το πράγμα μάλλον ωσάν ευκολίαν και διασκέδασιν και μεταβάλλουν την λύπην μας εις εορτήν, διότι απαλλάσσονται δι’ ολίγον από την φορτικότητα του διδασκάλου και την φρον­τίδα τών μαθημάτων. Το πλήθος όμως των ώριμων ανδρών και ο λαός που είναι περιπεπλεγμένος εις τας αμαρτίας, αχαλίνωτος και ελεύθερος και χαρούμενος βολτάρει εις την πόλιν. Αυτός περιφέρει την αιτίαν τών κακών εις τας ψυχάς, αυτός υπεκίνησε και απειργάσθη την συμφοράν. Βρέφη δε που δεν νοιώθουν και είναι ακατηγόρητα σπεύδουν και συνωθούνται προς την εξομολόγησιν, χωρίς να έχουν ούτε την αιτίαν αυτών που προξενούν την λύπην ούτε την γνώσιν ή την δύναμιν της συνήθειας να προσευχηθούν. Εσύ, παρακαλώ, προχώρησε εις το μέσον, εσύ που είσαι ανακατωμένος με τας αμαρτίας. Εσύ γονάτισε και κλάψε και στέναξε. Αφησε το βρέφος να κάμνη αυτά που αρμόζουν εις την ηλικίαν. Διατί, ενώ κατηγορείσαι, κρύβεσαι και οδηγείς εις εξομολόγησιν το ανεύθυνον; Μή­πως δηλαδή ξεγελιέται ο κριτής, ώστε να αντικαταστήσης κρυφά τον εαυτόν σου με άλλο πρόσωπον; Έπρεπε βέβαια και εκείνο να παρίσταται εξάπαντος μαζί σου, όχι μόνον. Βλέπεις πως και οι Νινευίται, όταν με την μετάνοιαν παρακαλούσαν τον Θεόν και επενθούσαν διά τα αμαρτήματά των, αυτά που μετά την θάλασσαν και το κήτος ανεβόησεν ο Ιωνάς, δεν ωδήγησαν μόνον τα βρέφη εις την μετάνοιαν αλλά και τους μεγάλους. Οι ίδιοι δεν εζούσαν την ζωήν των με τρυφήν και ευωχίας, αλλ’ η νηστεία καθυπέταξε πρώτα τους πατέρας, αυτούς που είχαν αμαρτήσει. Και η τιμωρία εβασάνιζε τους πατέρας και κατά ένα λόγον παραπάνω εξ ανάγκης εθρηνούσαν και τα βρέφη, διά να κυριαρχήση εις κάθε ηλικίαν η σκυθρωπότης, και εις αυτήν που νοιώθει την αμαρτίαν και εις αυτήν που δεν την νοιώθει, και εις την μεν μίαν προαιρετικώς εις δε την άλλην κατ' ανάγκην. Και έτσι αφού ο Θεός τους είδε να ταπεινώνωνται, διότι κατεδίκασαν τους εαυτούς των εις πάνδημον κακουχίαν, εξαιρετικά υπερβολικήν, και ευσπλαγχνίσθη διά την συμφοράν και την τιμω­ρίαν επήρεν οπίσω και την χαράν εχάρισεν εις αυτούς που με συναίσθησιν επένθησαν. Ω πόσον φροντισμένη μετάνοια! Ω πόσον σοφή και συμπυκνωμένη θλίψις! Ούτε τα ζώα τα άφη­σαν έξω από την τιμωρίαν, αλλά και δι’ αυτά επενόησαν, ώστε κατ' ανάγκην να φωνάζουν. Πράγματι το μοσχάρι το εχώρισαν από την αγελάδα και το αρνί το απεμάκρυναν από το μητρικόν μαστάρι και το βρέφος που εβύζανε δεν εκρατείτο εις τας αγκάλας τής μητρός του. Εις ξεχωριστάς μάνδρας ήταν αι μητέρες και εις ξαχωριστάς τα τέκνα. Φωναί δε θλιβεραί από όλα που αντιβοούσαν και αντηχούσαν η μία προς την άλλην. Τα τέκνα που επεινούσαν, εζητούσαν τας πηγάς τού γάλακτος και αι μητέρες, που εσπάρασαν από το φυσικόν πάθος, με συμπαθείς φωνάς εκαλούσαν τα τέκνα τους. Τα βρέφη που καθ’ όμοιον τρόπον επεινούσαν, εξεσπούσαν εις δυνατόν κλάμα και εσπαρταρούσαν και αι μητέρες εκεντρίζοντο εις τα σπλάγχνα από τους πόνους τής συγγένειας. Και διά τούτο ο θεόπνευστος λόγος διετήρησε γραπτώς την μετάνοιαν εκείνων διά να γίνη κοινή διδασκαλία τής ζωής. Ο γέρων εθρηνούσε δι’ εκείνα· εμαδούσε τα λευκά μαλλιά του και τα ξερίζωνεν. Ο νέος και ο ώριμος δυνατώτερα έκλαιγαν. Ο πτωχός εστέναζε και ο πλού­σιος, λησμονών την καλοπέρασιν, εζούσε την κακουχίαν ως καλήν. Ο βασιλεύς αυτών είχε μεταβάλει την λαμπρότητα και την δόξαν εις εντροπήν. Έβγαλε το στέμμα και εσκόνισε την κεφαλήν του. Έβγαλε το βασιλικόν ένδυμα και εφόρεσε τον σάκκον τού πένθους. Αφησε τον υψηλόν και μετάρσιον θρόνον και θλιμμένος εκυλίετο εις την γην. Αφησε την αξιοπρέπειαν που προσιδιάζει εις το βασιλικόν αξίωμα και εθρηνούσε μαζί με τον λαόν. Έγινεν ένας από τους πολλούς και αυτός, όταν είδε τον κοινόν Δεσπότην των όλων να οργίζεται.

Αυτό είναι το φρόνημα των ευαισθήτων δούλων. Τέ­τοια είναι η μετάνοια αυτών που ενέχονται εις αμαρτίας. Η­μείς διαπράττομεν προθύμως μεν την αμαρτίαν, αλλά με ολιγω­ρίαν και οκνηρίαν αναλαμβάνομεν την μετάνοιαν. Ποιός προσευχόμενος χύνει δάκρυα, διά να λάβη βροχήν και σταγόνας εις τον κατάλληλον καιρόν; Ποιός, που καθαρίζει αμαρτίας, έ­βρεξε το κρεββάτι του με δάκρυα κατά το παράδειγμα του Δαβίδ; Ποιός έπλυνε τα πόδια τών ξένων και εκαθάρισε την σκόνην από την οδοιπορίαν, διά να εξευμενίση τον Θεόν κατά τον καιρόν που ζητά την λύσιν τής ξηρασίας; Ποιός έθρεψε το ορφανόν από πατέρα παιδί, διά να θρέψη τώρα ο Θεός τα σιτηρά προς χάριν μας, που σαν ορφανά πλήττονται από την κακήν σύγκρασιν των ανέμων; Ποιός περιέθαλψε χήραν που βασανίζεται από τας δυσκολίας τής ζωής, διά να του αποδοθή τώρα η αναγκαία τροφή; Ξέσχισε το άδικον γραμμάτιον, διά να λυθή έτσι η αμαρτία. Εξαφάνισε την ομολογίαν τών βαρυτάτων τόκων διά να γεννήση η γη τα συνηθισμέ­να προϊόντα. Διότι όταν ο χαλκός και ο χρυσός και τα άγο­να παρά φύσιν γεννούν, τότε γίνεται στείρα αυτή που εκ φύσεως γεννά και καταδικάζεται εις ακαρπίαν προς τιμωρίαν τών κατοίκων της. Ας αποδείξουν λοιπόν αυτοί που τιμούν την πλεονεξίαν, αυτοί που συνάγουν υπερβολικά τον πλού­τον, ποία είναι η δύναμις των αποθηκευθέντων, η ποιόν το όφελος, αν ο Θεός που έχει οργισθή επιτείνει περισσότερον την τιμωρίαν. Ίσως αυτοί γίνουν πιο κίτρινοι από τον χρυσόν που επισωρεύουν, εάν δεν αποκτήσουν το ψωμί, που μέχρι χθες και προχθές επεριφρονείτο, λόγω της ευκόλου προμηθειάς του. Ας υποθέσωμεν ότι δεν υπάρχει ο πωλητής, ούτε υπάρχει σιτάρι εις τας αποθήκας· ποία είναι τότε η χρησιμότης τών βαρυτάτων πορτοφολίων; Πες μου; Δεν θα ενταφιασθής μαζί μ’ αυτά; Δεν είναι χώμα ο χρυσός; Δεν θα κήται ως άχρηστος πηλός δίπλα εις το χωμάτινον σώμα; Όλα τα απέκτησες και όμως δεν κατέχεις ένα αναγκαίον πράγμα· την δύναμιν να τρέφης τον εαυτόν σου. Ένα σύννεφον εδημιούργησεν ολό­κληρον τον πλούτον. Επινόησε τον πόρον ολίγων σταγονι­δίων, εξανάγκασε την γην να καρποφορήση. Εξαφάνισε την συμφοράν με τον υπερήφανον και κρυμμένον πλούτον. Πιθανόν να παρακαλέσης κάποιον από τους ευλαβείς, διά να σου χαρίση με τας προσευχάς του, όπως ο Θεσβίτης Ηλίας, την απαλλαγήν από τα δεινά, δηλαδή άνθρωπον ακτήμονα, ωχρόν, ξυπόλυτον, άστεγον, ανέστιον, άπορον, που φορεί ένα χιτώνα, όπως ο Ηλίας την μηλωτήν, και που έχει σύντροφον την προσ­ευχήν και τρέφεται με την εγκράτειαν. Και αν επιτύχης με την παράκλησίν σου την βοήθειάν του, δεν θα περιφρονήσης πολύ τα κτήματα που έχουν πολλάς φροντίδας; Δεν θα περιφρονήσης τον χρυσόν; Δεν θα διασκορπίσης, ωσάν κοπριάν, τον άργυρον, που, ενώ προηγουμένως τον αποκαλούσες παντοδύναμον και πολύ αγαπητόν, τώρα τον εγνώρισες οκνηρόν βοηθόν εις την ανάγκην; Διά σε έκρινεν αξίαν και την συμφοράν αυτήν. Διότι ενώ είχες δεν έδιδες, διότι παρέβλεπες τους πεινώντας, διότι δεν εγύριζες να κυττάξης αυτούς που ωδύροντο, διότι δεν έδιδες, ενώ σε επροσκυνούσαν. Τα κακά και εξ αιτίας των ολίγων ξεσπούν εις τον λαόν και ο λαός συνήθως τιμωρείται διά την μοχθηρίαν κάποιου. Ο Αχαρ διέπραξε ιεροσυλίαν, αλλ’ ολόκληρον το στρατόπεδον ετιμωρείτο. Ο Ζαμβρί επίσης επόρνευσεν εις τας γυναίκας τών Μαδιανιτών, αλλ’ ο Ισραήλ ετιμωρείτο.

Όλοι λοιπόν και ατομικώς και δημοσίως να εξετάσωμεν τον τρόπον τής ζωής μας. Να θεωρήσωμεν την ξηρασίαν ω­σάν παιδαγωγόν, που υπενθυμίζει εις τον καθένα μας την ιδίαν αμαρτίαν. Να ειπωμεν και μάλιστα με συναίσθησιν τον λόγον τού γενναίου Ιώβ· «το χέρι τού Θεού είναι που με ήγγισε». Και μάλιστα μεν να καταλογίσωμεν την συμφοράν μας πρωταρχικώς εις τα αμαρτήματα. Εάν δε πρέπη να προσθέσωμεν και κάτι άλλο, ενίοτε αι κακοτυχίαι αυταί συμβαί­νουν εις τους ανθρώπους και ως δοκιμασίαι εις τας ψυχάς, διά να αποδειχθούν οι δόκιμοι, είτε πτωχοί είτε πλούσιοι είναι αυ­τοί, επάνω εις τας δυσκολίας. Διότι και οι μεν και οι δε δοκι­μάζονται ακριβώς διά της υπομονής. Και προ παντός κατά την περίοδον αυτήν αποδεικνύεται, εάν ο μεν είναι κοινωνικός και φιλάδελφος, εάν ο δε ευγνώμων και όχι αντιθέτως βλάσφη­μος, που αλλάσσει την διάθεσιν ταχέως μαζί με τας συμφοράς τής ζωής.Εγώ γνωρίζω πολλούς (και αυτό δεν το έμαθα εξ ακοής, αλλά εκ πείρας εγνώρισα τους ανθρώπους), οι οποίοι μέχρις ότου μεν ο βίος δι’ αυτούς προχωρεί ευνοϊκά, κατά την παροιμίαν, αναγνωρίζουν εμμέσως λοιπόν, αν και όχι τελείως, την χάριν εις τον ευεργέτην. Εάν δε κάποτε τα πράγματα τραπούν προς την αντίθετον κατάστασιν και γίνη ο μεν πλού­σιος πτωχός, η υγεία τού σώματος ασθένεια, η δόξα και η περιφάνεια εντροπή και ατίμωσις, γίνονται αχάριστοι, ξεστο­μίζουν βλασφημίας, τεμπελιάζουν εις την προσευχήν. Δυσανα­σχετούν εναντίον τού Θεού, ως να είναι χρεώστης που καθυστερεί την οφειλήν και δεν συμπεριφέρονται ως προς Κύριον που αγανακτεί. Αλλά διώξε από τους λογισμούς την σκέψιν αυτήν. Όταν δε ιδής τον Θεόν να μη χαρίζη τα απαραίτητα, έτσι να συλλογίζεσαι μέσα σου· μήπως ο Θεός αδυνατεί να χορηγήση την τροφήν; Και πώς είναι δυνατόν; Αυτός που είναι Κύριος του ουρανού και ολοκλήρου της δημιουργίας, σοφός ρυθμιστής τών εποχών και των καιρών, κυβερνήτης των όλων, που ώρισεν ωσάν κάποιον εύτακτον χορόν, τας εποχάς και τας τροπάς τού ηλίου να διαδέχωνται η μία την άλλην, διά να επαρκούν με την ποικιλίαν των εις τας διαφόρους ανάγκας μας· και άλλοτε μεν να πίπτη βροχή εις τον κατάλληλον καιρόν, άλλοτε δε πάλιν η ζέστη και το κρύον να εναλλάσσωνται κατά την διάρκειαν του έτους, και να μη λείπη η ξηρα­σία. Ο Θεός λοιπόν είναι δυνατός. Αφού δε έχει και την δύναμιν και τούτο γίνεται παραδεκτόν, μήπως άραγε λείπει η αγαθότης; Και αυτός ο λόγος είναι ανύπαρκτος. Διότι ποία ανάγκη θα έπειθεν αυτόν που δεν είναι αγαθός να δημιουργήση κατ’ αρχήν τον άνθρωπον; Ποιός δε θα εξηνάγκαζε τον κτίστην να πάρη χώμα και μάλιστα χωρίς να το θέλη, και από την λά­σπην να μορφοποιήση τέτοιο κάλλος; Ποιός είναι αυτός που κατ’ ανάγκην έπεισε να δωρήση τον λόγον εις τον άνθρωπον σύμφωνα προς την ιδικήν του εικόνα, διά να δεχθή, αφού απ’ εκεί ξεκινήση, την μάθησιν των τεχνών, και διά να μάθη να φιλοσοφή διά τα ουράνια, τα οποία δεν εγγίζει με τας αισθή­σεις; Και εάν έτσι συλλογίζεσαι, θα εύρης να συνυπάρχη εις τον Θεόν η αγαθότης και μέχρι ακόμη και τώρα να μη απουσιάζη. Διότι τί θα ημπόδιζε, πες μου, να μη είναι ξηρασία αυτό που βλέπομεν, αλλά τελεία πυρπόλησις; Και ο ήλιος να παρεξέκλινεν ολίγον από την κανονικήν πορείαν και να επλησίαζε τα περίγεια σώματα και αυτομάτως να κατέκαιε κάθε τι που βλέπομεν; Ή να βρέξη φωτιάν από τον ουρανόν, καθ’ όμοιον τρόπον, που ετιμώρησεν ήδη τους αμαρτωλούς; Αυτοκυριαρχήσου και έλα εις τα σύγκαλά σου, άνθρωπε· μη κάμης αυτά που κάμνουν τα ανόητα παιδιά που, επειδή τα εμάλωσεν ο διδάσκαλος, ξεσχίζουν τα βιβλία τους· ξεσχίζουν δε το ένδυ­μα του πατρός των, που διά την ωφέλειάν των αναβάλλει την τροφήν, ή με τα νύχια τους καταγρατζουνίζουν το πρόσωπον της μητέρας. Διότι τον μεν κυβερνήτην δοκιμάζει και σκληρα­γωγεί η τρικυμία, τον αθλητήν το στάδιον, τον στρατηγόν το στρατόπεδον, τον γενναιόκαρδον η συμφορά, τον δε Χρι­στιανόν η δοκιμασία. Και αι λύπαι δοκιμάζουν την ψυχήν, όπως η φωτιά δοκιμάζει τον χρυσόν. Είσαι πτωχός; Μη καταλαμβάνεσαι από αθυμίαν. Διότι η υπερβολική κατήφεια γίνεται αιτία τής αμαρτίας. Η μεν λύπη καταβαραθρώνει την διάνοιαν και η αμηχανία εμβάλλει ζάλην, η δε έλλειψις των λογισμών γεννά την αχαριστίαν. Αλλά να ελπίζης εις τον Θεόν. Μήπως δηλαδή δεν παρατηρή την στενοχώριαν; Κρατά την τροφήν εις τα χέρια του και καθυστερεί την χορήγησιν, διά να δοκιμάση την σταθερότητά σου, διά να πληροφορηθή την διάθεσίν σου, εάν δεν είναι ομοία με αυτήν των ακολάστων και των αχαρίστων. Διότι και αυτοί, μέχρις ότου μεν συμβαίνει να έχουν την τροφήν εις το στόμα τους, ευφημούν, κολακεύουν, υπερθαυμάζουν, όταν δε επ’ ολίγον αναβληθή το τραπέζι, ωσάν λίθους αφήνουν τας βλασφημίας προς αυτούς που πριν ολίγου λόγω της τέρψεως επροσκυνούσαν ωσάν θεόν. Διάβα­σε την Παλαιάν Διαθήκην και την Καινήν και θα εύρης εκεί, εις την κάθε μίαν, πολλούς να έχουν τραφή κατά διάφορον τρόπον. Ο Κάρμηλος, βουνόν υψηλόν και ακατοίκητον, έρημον αυτό, εφιλοξενούσεν έρημον τον Ηλίαν. Διά τον δίκαιον η ψυχή του ήταν η όλη περιουσία και εφόδιον της ζωής η ελπίδα προς τον Θεόν. Με το να ζη έτσι, δεν απέθανεν από την πείναν, αλλά τα αρπακτικώτατα και τα πλέον λαίμαργα από τα όρνεα, αυτά έφεραν τα τρόφιμα και υπηρετούσαν τον δίκαιον εις την τροφήν. Αυ­τά που από την φύσιν των αρπάζουν τας ξένας τροφάς, με το πρόσταγμα του Δεσπότου ήλλαξαν την φύσιν και έγιναν πιστοί φύλακες των άρτων και των κρεάτων. Εμάθαμεν δε λοι­πόν από την ιεράν ιστορίαν ότι τα κοράκια έφεραν τας τροφάς εις τον άνδρα. Επίσης και ο λάκκος τής Βαβυλώνος εκρατούσε τον νεαρόν Ισραηλίτην αιχμάλωτον μεν κατά την συμφοράν, ελεύθερον όμως εις την ψυχήν και το φρόνημα. Μήπως όμως έπαθε κάποιο κακόν από τα λεοντάρια; Όχι! Τα λεοντάρια μεν, παρά την φύσιν των, ενήστευαν, ο δε τροφεύς αυτού Αββακούμ ήρχετο διά μέσου του αέρος· ο άγγελος εκόμιζε μαζί με τα τρόφιμα και τον άνθρωπον. Και διά να μη δεινοπαθήση από την πείναν ο δίκαιος, ο προφήτης εις ελάχιστον χρόνον επέταξεν επάνω από τόσην ξηράν και θάλασσαν, όση εκτείνεται από την Ιουδαίαν μέχρι της Βαβυλώνος.

Επίσης τί έκαμνεν ο λαός τής ερήμου, του οποίου αρχηγός ήταν ο Μωυσής; Πώς οικονόμησε την ζωήν του επί σαράντα ολόκληρα χρόνια; Δεν υπήρχεν εκεί άνδρας που να σπέρνη, ούτε βόδι που να σύρη το αλέτρι, ούτε αλώνι, ούτε πατητήρι, ούτε αποθήκη, και όμως είχαν την τροφήν χωρίς σποράν και όργωμα, και ο βράχος εχορηγούσε τας πηγάς, που πρώτα δεν υπήρχαν, αλλ’ εξετινάχθησαν εις την ανάγκην. Παραλείπω να απαριθμήσω τα επί μέρους τής προνοίας τού Θεού, που πολλάς φοράς κατά τρόπον πατρικόν ενεφάνισεν εις τους ανθρώπους. Εσύ δε να υπομείνης ολίγον την συμφοράν, ό­πως ο γενναίος Ιώβ, και να μη λυγίσης από την τρικυμίαν, μή­τε να αποβάλης τα εμπορεύματα της αρετής. Σαν πολύτιμον διαθήκην να διαφυλάξης εις την ψυχήν σου την ευχαριστίαν και θα λάβης και εσύ διά την ευγνωμοσύνην διπλάσιαν απόλαυσιν. Να ενθυμήσαι τον αποστολικόν λόγον «δι’ όλα να ευχαριστήτε». Είσαι πτωχός; έχεις εξάπαντος άλλον πτωχότερον από εσέ. Έχεις διά δέκα ημέρας τρόφιμα εσύ; εκείνος έχει διά μίαν. Σαν καλός και ευγνώμων να εξισώσης το περίσσευμά σου με τον ενδεή. Μη διστάσης να δώσης από το ολίγον. Μη προτιμήσης το συμφέρον σου εμπρός εις την κοινήν συμφοράν. Και αν ο άρτος σου περισσεύη κατά ένα ψωμί και σου κτυπήση την πόρταν ο ζητιάνος, πάρε από την αποθήκην το ένα ψωμί και αφού το βάλης εις τα χέρια του ύψωσε το βλέμ­μα σου εις τον ουρανόν και ειπέ λόγον θλιβερόν μαζί και ευγνώμονα· ένα ψωμί, όπως βλέπεις, Κύριε, και ο κίνδυνος είναι ολοφάνερος. Αλλ’ εγώ θέτω την εντολήν σου επάνω από εμέ και από το ολίγον δίδω εις τον αδελφόν μου που λιμοκτονεί. Δώσε λοιπόν και συ εις τον δούλον σου, που κινδυνεύει. Γνω­ρίζω καλά την αγαθότητά σου και ελπίζω εις την δύναμίν σου. Δεν αναβάλλεις επί πολύ τας δωρεάς, αλλά τας σκορπάς, όταν θέλης. Και αν έτσι ομιλήσης και ενεργήσης, τον άρτον που δί­δεις εις καιρόν δυσκολίας, γίνεται σπόρος γεωργικός, αποφέρει πλούσιον τον καρπόν, είναι προκαταβολή τής τροφής, γίνεται πρόξενος ελέους. Πες και συ εις παρομοίας περιστάσεις τον λό­γον τής χήρας τής Σιδωνίας. Θυμήσου επικαίρως την ιστορίαν. «Ζη Κύριος, δεν έχω τίποτε άλλο παρά μόνον μία χούφταν αλεύρου διά την διατροφήν εμού και των παιδιών μου». Και εάν δώσης από το υστέρημα, θα έχης και συ το λαδοδοχείον κατάμεστον από δωρεάν και την αλευραποθήκην ακένωτον. Διότι διά τους πιστούς φιλοτίμως η χάρις τού Θεού με το να εισάγη το διπλάσιον μιμείται τα πηγάδια, τα οποία πάν­τοτε αδειάζουν αλλά δεν εξαντλούνται. Δάνεισε συ ο άπορος, εις τον πλούσιον Θεόν. Δώσε εμπιστοσύνην εις αυτόν που πάντοτε θεωρεί προσωπικά τον εαυτόν του υπόχρεον, δι’ αυτά που δίδεις εις αυτόν που θλίβεται και ανταποδίδει την ευεργεσίαν από τα ιδικά του αγαθά. Είναι αξιόπιστος εγγυητής, διότι έχει απλωμένους τους θησαυρούς του εις όλα τα μέρη τής γης και της θαλάσσης. Και εάν, ενώ πλέεις, απαιτήσης το δά­νειον, θα λάβης το κεφάλαιον μαζί με τους τόκους εις το μέσον τού πελάγους. Διότι φιλοδοξεί να δίδη περισσότερα.

Η πείνα είναι η αρρώστια αυτού, ο οποίος πεινά. Αυτή είναι φοβερά ασθένεια. Η πείνα είναι η πιο μεγάλη από τας συμφοράς των ανθρώπων και ο φοβερώτερος θάνατος από όλους τους θανάτους. Διότι εις τους άλλους κινδύνους ή η κό­ψη τού ξίφους ταχέως επιφέρει τον θάνατον ή η ορμή τής φω­τιάς αποτόμως σβήνει την ζωήν ή τα θηρία με τα δόντια αφού κατασπαράξουν τα ζωτικώτερα από τα μέλη, δεν επιτρέπουν την τιμωρίαν με την διάρκειαν της οδύνης. Η πείνα όμως επιβραδύνει το κακόν. Παρατείνει τον πόνον με το να ενεδρεύη και να λουφάζη η αρρώστια και με το να κάμνη ώστε πάντοτε ο θάνατος να είναι παρών και πάντοτε να βραδύνη. Διότι δαπανά το υγρόν που υπάρχει εις τον οργανισμόν, καταστέλλει την θερμότητα, περιορίζει το βάρος, μαραζώνει ολίγον κατ’ ολί­γον την δύναμιν. Η σάρκα κολλά ωσάν αράχνη εις τα κόκκαλα. Το χρώμα δεν είναι ανθηρόν. Διότι το κόκκινον υποχωρεί με την φθοράν τού αίματος και η λευκότης δεν υπάρχει, αφού η επιδερμίδα μελανιάζει από την ισχνότητα. Μαυροκιτρινίζει το σώμα, διότι από την νόσον ανακατώνεται οικτρώς η ωχρότης με το μαύρον. Τα γόνατα δεν αντέχουν, αλλά λυγίζουν από την ανάγκην. Η φωνή είναι λεπτή και αδύνατη. Τα μάτια ασθενικά εις τας κόγχας, παραμένουν ανώφελα εις τας κόγχας των, όπως εκείνοι από τους καρπούς που αποξηραίνονται εις τα κελύφη των. Η κοιλία αδειανή και ζαρωμένη, άμορφος, χωρίς βάρος, δεν έχει τον φυσικόν τόνον των σπλάγχνων και είναι κολλημένη εις τα κόκκαλα του οπισθίου μέρους. Αυτός λοιπόν που περιφρονεί ένα τέτοιο σώμα πόσας κολάσεις αξίζει; Ποίαν δε υπερβολήν σκληρότητος δεν θα ξεπεράση; Πώς δεν αξίζει να συγκαταριθμηθή εις τα ανήμερα από τα θηρία και να θεωρήται μολυσμένος και ανθρωποκτόνος; Διότι αυτός, που εις το χέρι του είναι να θεραπεύση το κακόν και που με την θέλησίν του αναβάλλει εξ αιτίας τής πλεονεξίας, ευλόγως θα ημπορούσε να καταδικάζεται εξ ίσου με αυτούς που ιδιοχείρως διαπράττουν τον φόνον. Το κακόν τής πείνης εξηνάγκασε πολλάς φοράς πολλούς να παραβιάσουν και τους φυσικούς νόμους. Να φάγη δηλαδή άνθρωπος τα σώματα των συγγενών, η μητέρα δε το παιδί της που από την κοιλίαν της εγέννησε να το δεχθή αδίκως και πάλιν εις την κοιλίαν της. Και τοο δράμα αυτό το δι­εκτραγώδησε η ιουδαϊκή ιστορία, που συνέταξεν ο σπουδαίος κατά την γνώμην μου Ιώσηπος, τότε που τα φοβερά πάθη κατέλαβαν τους κατοίκους τής Ιερουσαλήμ, που επλήρωναν έτσι τας δικαίας τιμωρίας διά την ασέβειάν των εις τον Θεόν. Βλέ­πεις ότι και ο ίδιος ο ιδικός μας Θεός τα μεν άλλα από τα πα­θήματα παραβλέπει, τους πεινώντας όμως με συμπάθειαν ευσπλαγχνίζεται. «Σπλαγχνίζομαι, λέγει, τον λαόν». Διά τού­το και εις την τελικήν κρίσιν, εκεί όπου προσκαλεί τους δικαίους ο Κύριος, την πρώτην θέσιν κατέχει αυτός που δίδει. Αυτός που τρέφει είναι πρώτος εις τους τιμωμένους. Αυτός που εχορήγησε τον άρτον προσκαλείται πρώτα απ’ όλους. Ο αγαθός και μεταδοτικός μεταβαίνει εις την ζωήν πρώτος από τους άλλους δικαίους.Αυτός που δεν κοινωνεί εις τας ανάγκας του πλησίον και ο τσιγκούνηςπαραδίδεται εις την φωτιάν πρώτος από όλους τους αμαρτωλούς. Ο καιρός σε καλεί εις την μητέρα τών εντολών. Και να φροντίσης πάρα πολύ διά να μη χάσης τον καιρόν τής πανηγύρεως και των εμπορικών συναλλαγών. Διότι ο χρόνος τρέχει και δεν περιμένει αυτόν που αργοπορεί. Αι ημέραι φεύγουν και προσπερνούν τον οκνηρόν. Και όπως δεν ημπορεί κανείς να σταματήση το ρεύ­μα του ποταμού, εκτός εάν κάποιος χρησιμοποιήση όπως πρέ­πει το νερόν, αφού το ανακόψη, κατά την πρώτην συνάντησιν και ορμήν, έτσι ούτε τον χρόνον, που τρέχει σύμφω­να με την αναγκαστικήν πορείαν, ημπορεί να συγκρατήση, ούτε αφού περάση να τον ανακαλέση εις τα οπίσω, εκτός εάν κάποιος τον προλάβη, όταν έρχεται. Και διά τούτο κράτησε την εντολήν ωσάν να φεύγη και εφάρμοσέ την και αφού την συλλάβης από παντού άρπαξέ την εις τας αγκάλας σου. Δώσε ολίγα και απόκτησε πολλά. Εξαφάνισε την πρωταρχικήν αμαρτίαν διά της μεταδόσεως της τροφής. Διότι, όπως ο Αδάμ που παρανόμως έφαγε, μετέδωσε την αμαρτίαν, έτσι ημείς εξαλείφομεν την πονηράν βρώσιν, εάν θεραπεύσωμεν την ανάγ­κην και την πείναν τού αδελφού.

Λαοί, ακούστε! Χριστιανοί, ακούστε προσεκτικά! Αυ­τά λέγει ο Κύριος. Δεν ομιλεί εις τον λαόν με την φωνήν του, αλλά με τα στόματα των δούλων του, ωσάν με όργανά του, σαλπίζει. Ας μη φανούμεν ημείς οι λογικοί σκληρότεροι από τα άλογα ζώα. Διότι εκείνα από κοινού χρησιμοποιούν αυτά που βλαστάνει εκ φύσεως η γη. Και τα κοπάδια τών προβάτων βοσκούν εις ένα και το ίδιον βουνόν. Πάμπολλα άλογα μίαν και την ιδίαν πεδιάδα καταλαμβάνουν ως βοσκότοπον. Και όλα τα είδη τών ζώων έτσι μεταξύ των το ένα προς το άλλο παραχωρούν την αναγκαίαν απόλαυσιν των τροφών. Ημείς όμως οικειοποιούμεθα τα κοινά και κατέχομεν μόνοι αυτά που ανήκουν εις τους πολλούς. Ας εντρεπώμεθα τα φιλάνθρωπα διηγήματα των ειδωλολατρών. Εις μερικούς εξ αυτών νόμος φιλάνθρωπος απειργάζετο μίαν τράπεζαν και κοινά τρόφιμα, και σχεδόν μίαν οικογένειαν τον πολυάνθρωπον λαόν. Ας αφήσωμεν τους εθνικούς και ας έλθωμεν εις το παράδειγμα των τριών χιλιάδων. Ας ζηλέψωμεν την πρώτην εκκλησίαν τών Χριστιανών, όπου τα πάντα ήταν κοινά εις αυτούς, δηλαδή η ζωή, η ψυχή, η συμφωνία, η κοινή τράπεζα, η αδιαίρετος αδελφότης, η ανυπόκριτος αγάπη, που ήνωνεν εις ενα τα πολλά σώματα, και συνήρμοζε τας διαφόρους ψυχάς εις μίαν ομόνοιαν. Από την Παλαιάν και την Νέαν Διαθήκην έχεις πολλά παραδεί­γματα φιλαδελφίας. Εάν αντικρύσης γέροντα που πεινά να τον καλέσης και να τον θρέψης, όπως ο Ιωσήφ τον Ιακώβ. Εάν εύρης εχθρόν που ευρίσκεται εις δυσκολίαν μη προσθέσης εις την οργήν που σε κατέχει την εκδίκησιν, αλλά να τον θρέ­ψης όπως εκείνος έθρεψε τους αδελφούς, που τον επώλησαν. Εάν συναντήσης νεώτερον που καταπονείται, να κλαύσης έτσι, όπως εκείνος τον Βενιαμίν, το παιδί τών γερατειών. Ίσως να πειράζη και σε η πλεονεξία, όπως η κυρία τον Ιω­σήφ· σε τραβά από τα ενδύματα, διά να παραβής την εν­τολήν και να αγαπήσης περισσότερον εκείνην που αγαπά τα χρυσαφικά και τα στολίδια, παρά την προσταγήν του Δεσπότου. Όταν λοιπόν έλθη λογισμός που καταπολεμεί την εντολήν αυτήν και προσελκύει τον εγκρατή νουν εις την φιλαργυρίαν, και σε εξαναγκάζει να αδιαφορήσης διά την φιλαδελφίαν και σε κρατά πλησίον της, ρίξε και συ κάτω τα ενδύματα, και ωργισμένος φύγε. Να διατηρήσης την πίστιν εις τον Κύριον, όπως εκείνος εις τον Πετεφρήν. Να μεριμνήσης δι’ έν ετος, όπως εκείνος εμερίμνησε δι’ επτά έτη. Μη δίδης τα πάντα εις την ηδονήν, δώσε και κάτι εις την ψυχήν. Και να πιστέψης πως έχεις δύο θυγατέρας· την καλοπέρασιν εδώ και την ουράνιον ζωήν. Εάν δεν θελήσης να τα δώσης όλα εις την ανωτέραν, μοίρασέ τα λοιπόν εξ ίσου και εις την ακόλαστον κόρην και εις την αγαθήν. Να μη παρουσιάσης την εδώ διαγωγήν σου βαθύπλουτον και την άλλην γυμνήν και ενδεδυμένην με εμβαλώματα, αλλ’ όταν χρειασθή να παραστής εις τον Χριστόν και αντιμετωπίσης τον κριτήν, η κατ’ αρετήν ζωή να έχη νυμφικόν ένδυμα και πρόσκλησιν. Μη λοιπόν παρουσιάσης εις τον νυμφίον την νύμ­φην δύσμορφον και αστόλιστον, διά να μη την ιδή και γυρίση το πρόσωπόν του και αφού την ιδή την μισήση και αρνηθή τον γάμον. Αλλά αφού την αρματώσης με τον στολισμόν που αρμόζει, να την διαφυλάξης όμορφην ως την προθεσμίαν τών γάμων. Διά να ανάψη και αυτή μαζί με τας φρονίμους παρθέ­νους την λαμπάδα, να διατηρήση άσβεστον την φλόγα τής γνώσεως και να μη της λείψη το λάδι τών καλών έργων. Διά να επαληθευθή έτσι εμπράκτως η θεία προφητεία και εύρη εφαρμογήν εις την ψυχήν σου ο λόγος· «στέκεται εις τα δεξιά σου η βασίλισσα ενδεδυμένη και στολισμένη με ενδυμασίαν χρυσοκέντητον. Ακουσε κόρη, και ιδές και κλίνε το αυτί σου, ο βασιλεύς θα επιθυμήση την ομορφιάν σου». Αυτά βεβαίως γενικά προανήγγειλεν ο ψαλμωδός, προφητεύων την ωραιότητα ολοκλήρου του σώματος. Κατά κύριον λόγον δε θα εύρη εφαρμογήν και εις την ψυχήν του καθενός, αφού βέβαια η Εκ­κλησία αποτελείται από τα επί μέρους άτομα.

Σκέψου, παρακαλώ, λογικά το παρόν και το μέλλον, το οποίον μη προδίδης λόγω αισχροκερδίας. Το σώμα που είναι το χαρακτηριστικόν σου εις την ζωήν θα σε αφήση. Εις την εμφάνισιν του κριτού που αναμένεται και που αναμφιβόλως θα έλθη, θα αποκλείσης μεν διά τον εαυτόν σου την απονομήν τών τιμών και την επουράνιον δόξαν και θα ανοίξης την άσβεστον φωτιάν, την γέενναν, τα κολαστήρια και τους πικρούς από τας οδύνας αιώνας, αντί της αιωνίου και μακαρίας ζωής. Μη με πάρης, ωσάν κάποιαν μητέρα ή τροφόν, πως σου επισείω ψεύτικα μορμολύκεια, όπως εκείναι συνηθίζουν να κάμνουν εις τα μικρά παιδιά, όταν θρηνούν άτακτα και συν­εχώς τα καθησυχάζουν με φανταστικά διηγήματα.Αυτά δεν είναι παραμύθι, αλλά λόγος που έχει κηρυχθή προ πολλού από αδιάψευστον φωνήν. Και γνώριζε επακριβώς ότι σύμφωνα με την ευαγγελικήν προφητείαν «ένα γιώτα ή ένα γράμμα δεν θα καταργηθή από τον νόμον μέχρις ότου γίνουν όλα». Αλλά και το σώμα που έχει εξαφανισθή εις τους τάφους θα αναστηθή και η ιδία η ψυχή που με τον θάνατον έχει αποχωρισθή, πάλιν θα κατοικήση εις το σώμα. Και θα γίνη ακριβής έλεγχος των πράξεων της ζωής κατά τον οποίον δεν θα μαρτυ­ρήσουν άλλοι, αλλ’ η ιδία η συνείδησις θα καταθέση ως μάρτυς. Εις τον καθένα δε θα αποδοθή από τον δίκαιον δικαστήν το κατ’ αξίαν. Εις αυτόν πρέπει η δόξα, η δύναμις και η προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Μαρία
 

Re: ΛΟΓΟΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Unread postby Μαρία » Tue Aug 23, 2016 12:34 pm

Προς τους νέους, πως να οφελούνται από τα Ελληνικά γράμματα
(Ξερω οτι ειναι μεγάλο σαν αρθρο, αλλά αξιζει να διαβαστει ολοκληρο εστω κι΄αν ο αναγνωστης υποβληθει σε κοπο.)

Πολλοί λόγοι, αγαπητά μου παιδιά, με κάνουν να σας δώσω αυτές τις συμβουλές. Πιστεύω ότι είναι οι καλύτερες και θα σας ωφελήσουν, αν τις κάνετε κτήμα σας. Έχω προχωρημένη ηλικία. Ασκήθηκα στη ζωή με πολλούς τρόπους. Γνώρισα επί πολλά χρόνια τις βιοτικές μεταβολές, που συμπληρώνουν την ανθρώπινη μόρφωση.

Έτσι, έχω κάμποση πείρα στα ανθρώπινα πράγματα. Μπορώ, λοιπόν, σ΄ αυτούς που πρωτομπαίνουν στο στάδιο της ζωής, να δείξω τον πιο σίγουρο δρόμο. Από την άποψη της συγγένειας, έρχομαι ευθύς μετά τους γονείς σας. Γι΄ αυτό, σας αγαπώ όμοια μ΄ εκείνους. Και σεις με βλέπετε σαν πατέρα σας, έτσι θαρρώ.

Αν, λοιπόν, δεχθήτε με προθυμία τα λόγια μου, θα ανήκετε στη δεύτερη κατηγορία εκείνων που επαινεί ο αρχαίος ποιητής Ησίοδος, γράφοντας ότι είναι άριστος άνθρωπος όποιος μονάχος του ξεχωρίζει το σωστό κι είναι καλός άνθρωπος όποιος συμμορφώνεται με τις σωστές υποδείξεις. Ένω όποιον δεν είναι ικανός να το κάνει αυτό, τον χαρακτηρίζει σαν άνθρωπο άχρηστο.

Και μην απορήσετε που έρχομαι να προσθέσω κάτι δικό μου σε όσα διαβάζετε από τους αρχαίους στα σχολεία σας και μάλιστα να σας πω ότι αυτό το δικό μου είναι ωφελιμότερο από όσα εκείνοι σας διδάσκουν. Ακριβώς αυτό είναι το νόημα της συμβουλής μου: δεν πρέπει να παραδώσετε στους αρχαίους συγγραφείς το τιμόνι του νου σας, για να σας πάνε όπου αυτοί θέλουν. Δεν πρέπει να τους ακολουθείτε σε όλα. Πρέπει να πάρετε απ΄ αυτούς ο, τι είναι χρήσιμο και να μη δώσετε προσοχή στα υπόλοιπα. Έρχομαι, λοιπόν, αμέσως να σας υποδείξω ποιά είναι τα άχρηστα μέσα στα συγγράμματά τους και πως να ξεχωρίζετε τα πρώτα από τα δεύτερα.

Εμείς οι χριστιανοί θεωρούμε εντελώς ασήμαντο πράγμα την εδώ κάτω ανθρώπινη ζωή. Δεν λογαριάζουμε και δεν λέμε καλό ο, τι μας εξυπηρετεί σ΄ αυτή μονάχα τη ζωή. Την ένδοξη καταγωγή, την ευρωστία του κορμιού, τη σωματική καλλονή, το ωραίο ανάστημα, τις τιμές που δίνουν οι άνθρωποι, ακόμα και το βασιλικό αξίωμα κι οτιδήποτε άλλο προσφέρει ο παρών κόσμος, δεν θα τα θαρρούμε μεγάλα και ζηλευτά πράγματα. Δεν μας κάνουν εντύπωση όσοι τα έχουν.

Οι δικές μας ελπίδες πάνε πολύ μακρύτερα. Οι πράξεις μας είναι μια προετοιμασία για κάποιαν άλλη ζωή. Ακριβώς, λοιπόν, όσα μας χρειάζονται γι΄ αυτή την άλλη ζωή, αυτά αγαπάμε, αυτά λαχταράμε, περιφρονώντας όσα δεν φθάνουν ως εκεί. Ποιά είναι αυτή η άλλη ζωή; Που και πως θα τη ζήσουμε; Αυτό το θέμα είναι ανώτερο της τωρινής αφορμής, για να το περιγράψω. Και σεις, εξ άλλου, δεν έχετε ακόμη όλη την ωριμότητα, για να αφομοιώσετε την περιγραφή του.

Θα σας δώσω όμως ένα σκιαγράφημά του, που θα σας είναι αρκετό. Ας πάρουμε από τη μια μεριά όλη την ευτυχία, που σωρεύθηκε στον κόσμο αυτόν εδώ από την πρώτη ημέρα του. Όλη, λοιπόν, αυτή η γήινη ευτυχία δεν φθάνει ούτε το μικρότερο από τα αγαθά της άλλης ζωής.

Όλα τα καλά του κόσμου τούτου είναι τόσο κατώτερα από το ελάχιστο ανάμεσα σ΄ εκείνα τα αγαθά, όσο κατώτερα είναι η σκια και το όνειρο από την πραγματικότητα. Ή, για να χρησιμοποιήσω ένα πιο συνηθισμένο παράδειγμα, η διαφορά ανάμεσα στις δυό ζωές, για τις οποίες μιλάμε, είναι όσο κι η διαφορά σε αξία ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα.

Οδηγός μας στην εδώ κάτω ζωή είναι η Αγία Γραφή, που η γλώσσα της έχει πολύ μυστήριο. Όσο ο άνθρωπος έχει ακόμα μικρή ηλικία, είναι φυσικό να μη καταλαβαίνει τη βαθιά της σημασία. Τι κάνει, λοιπόν; Προγυμνάζεται με τα μάτια της ψυχής σε άλλα κείμενα, όχι εντελώς ξένα, που μοιάζουν με καθρέφτες και σκιές. Συμβαίνει δηλαδή ο, τι και στον στρατό.

Οι στρατιώτες αποκτούν την πολεμική πείρα πρώτα με τις κινήσεις των γυμνασίων, που είναι ένα είδος παιχνίδι. Ύστερα, γνωρίζουν τον αληθινό πόλεμο. Έχουμε κι εμείς μπροστά μας μια μάχη. Τη μεγαλύτερη απ΄ όλες. Για να ετοιμασθούμε, πρέπει να γυμνασθούμε, να κοπιάσουμε. Πως θα γίνει αυτή η προγύμναση; Με το να γνωρίσουμε καλά τους ποιητές, τους πεζογράφους, τους ρήτορες κι όλους τους ανθρώπους, που θα μας προσφέρουν κάτι για να δυναμώσουμε την ψυχή μας.

Θυμηθήτε τι κάνουν τα βαφεία. Πρώτα ετοιμάζουν με διάφορους τρόπους το ύφασμα που θα βάψουν. Και μονάχα αφού γίνει αυτή η προεργασία, τότε παίρνουν και μεταχειρίζονται το κόκκινο η άλλο χρώμα για να κάνουν το βάψιμο. Το ίδιο πρέπει να γίνεται και σε μας. Πρώτα θα ετοιμάσουμε τη συνείδησή μας με την κοσμική σοφία κι ύστερα θ΄ ακούσουμε τα ιερά και βαθιά νοήματα της χριστιανικής διδασκαλίας. Πρώτα θα συνηθίσουμε να βλέπουμε τον ήλιο μέσα στο νερό κι ύστερα θ΄ ατενίσουμε τον ίδιο τον ήλιο.

Αν οι δυό διδασκαλίες έχουν κάποια συγγένεια, θα ήταν ωφέλιμη η γνώση και των δυό. Αλλά έχουν και μεγάλη διαφορά. Γι΄ αυτό, αν τις βάλουμε τη μια πλάι στην άλλη και τις συγκρίνουμε, θα δούμε καθαρά ότι η μια υπερέχει της άλλης. Με τι όμως να τις παρομοιάσουμε, ώστε να δώσουμε μια πετυχημένη εικόνα τους; Η κύρια αξία του φυτού είναι το ότι κάνει καρπούς.

Αλλά και τα φύλλα του προσφέρουν ένα στόλισμα, καθώς παίζουν κάτω από την πνοή του αέρα γύρω στους κλάδους. Κάτι ανάλογο γίνεται και στην ψυχή. Ο καρπός της, η αξία της είναι η αλήθεια. Είναι όμως ωραίο πράγμα να την τριγυρίζει κι η κοσμική σοφία, σαν φυλλωσιά, που σκεπάζει όμορφα τους καρπούς. Αυτό συνέβη με τον μεγάλο Μωϋσή, τον περιβόητο για τη σοφία του, καθώς αναφέρει η παράδοση.

Πρώτα - λένε - γύμνασε τον νου του στις επιστήμες της αρχαίας Αιγύπτου κι ύστερα σίμωσε για να δει τον αληθινό Θεό. Παρόμοιο συνέβη και με τον σοφό Δανιήλ, αιώνες αργότερα. Πρώτα διδάχθηκε στη Βαβυλώνα τη σοφία των Χαλδαίων κι ύστερα έπεσε στη σπουδή της θείας διδασκαλίας.

Αρκετά σας εξήγησα το ότι αυτά τα κοσμικά μαθήματα δεν είναι ανώφελα για την ψυχή. Ας έλθουμε τώρα να δούμε και το πως πρέπει να τα αφομοιώνετε. Ας αρχίσουμε από τα πολύμορφα έργα των ποιητών. Δεν πρέπει να δίνετε σημασία σε όλα, χωρίς εξαίρεση, τα διδάγματά τους. Όταν σας εξιστορούν κατορθώματα η σας εκθέτουν λόγια καλών ανθρώπων, να τα δέχεστε με αγάπη, να κοιτάτε να τους μιμηθήτε, να τους μοιάσετε, όσο μπορείτε.

Όταν όμως φέρνουν στη μέση κακούς ανθρώπους, πρέπει να αποφεύγετε τις τέτοιες εικόνες, φράζοντας τ΄ αυτιά σας όμως ο Οδυσσέας, που, καθώς διηγείται ο Όμηρος, ήθελε ν΄ αποφύγει τη μελωδία των Σειρήνων. Γιατί; Διότι άμα συνηθίσει κανείς στα αμαρτωλά λόγια, περνά και στα αμαρτωλά έργα. Γι΄ αυτό, λοιπόν, πρέπει με κάθε τρόπο να προφυλάσσουμε την ψυχή μας. Γιατί υπάρχει κίνδυνος, μαζί με τη γλύκα των λόγων να πάρουμε μέσα μας και κάτι θανάσιμο, χωρίς να το καταλάβουμε.

Είναι μέλι, που έχει και δηλητήριο. Δεν θα επαινέσουμε, έτσι, τους ποιητές, όταν παριστάνουν ανθρώπους που ασεβούν, που εμπαίζουν, που παραδίνονται στην ακολασία, που παρασύρονται από το πιοτό, ούτε όταν περιορίζουν την ευτυχία σε πλούσια τραπέζια και σε άσεμνα τραγούδια. Και δεν θα δώσουμε καμιά σημασία, όταν κάνουν λόγο για θεούς και μας λένε ότι οι θεοί αυτοί είναι πολλοί κι αλληλομισούνται. Γιατί, καθώς ξέρετε, οι ψεύτικοι θεοί της ειδωλολατρίας πολεμάνε ο αδελφός τον αδελφό κι ο πατέρας τα παιδιά του κι εκείνα τους γονείς τους, με υπουλότητα.

Θ΄ αφήσουμε στους ανθρώπους του Θεάτρου τις μοιχείες των θεών, τους έρωτές τους, τις ασύστολες σαρκικές τους σχέσεις και προ παντός του μεγαλύτερου απ΄ όλους θεού Δία, όπως λέγουν αυτοί. Είναι πράγματα όλα αυτά, που και για τα ζώα αν τα έλεγε κανείς θα κοκκίνιζε. Τα ίδια έχω να πω και για τους πεζογράφους και μάλιστα όταν γράφουν για να διασκεδάσουν.

Επίσης δεν θα μιμηθούμε τους ρήτορες των δικαστηρίων, που η τέχνη τους είναι το ψέμα. Γιατί το ψέμα δεν είναι ωφέλιμο ούτε στα δικαστήρια ούτε πουθενά αλλού, μια και προτιμήσαμε, σαν χριστιανοί, τον σωστό κι αληθινό δρόμο της ζωής και το Ευαγγέλιο μας προστάζει να μη καταφεύγουμε στα δικαστήρια. Απ΄ όσα μας διδάσκουν οι παρά πάνω, θα διαλέγουμε και θα παίρνουμε μονάχα ο, τι είναι έπαινος της αρετής και κατάκριση της κακίας.

Για τον άνθρωπο και τ΄ άλλα ζώα, τα λουλούδια είναι καλά μονάχα για το άρωμά τους και το χρώμα τους. Για τις μέλισσες όμως, υπάρχει σ΄ αυτά και κάτι άλλο: το μέλι. Έτσι κι εδώ. Όσοι στα συγγράμματα των αρχαίων Ελλήνων δεν αναζητούν μονάχα τη γλύκα και τη χάρη του λόγου, μπορούν ν΄ αποκομίσουν και κάποια ωφέλεια για την ψυχή. Πρέπει, λοιπόν, αυτά τα συγγράμματα να τα σπουδάζουμε ακολουθώντας το παράδειγμα των μελισσών.

Οι μέλισσες δεν πετάνε σε όλα τα λουλούδια με τον ίδιο τρόπο. Κι όπου καθίσουν, δεν κοιτάνε να τα πάρουν όλα. Παίρνουν μονάχα όσο χρειάζεται στη δουλειά τους και το υπόλοιπο το παρατούν και φεύγουν. Έτσι κι εμείς, αν είμαστε φρόνιμοι. Θα πάρουμε απ΄ αυτά τα κείμενα ο, τι συγγενεύει με την αλήθεια και μας χρειάζεται και τα υπόλοιπα θα τα αφήσουμε πίσω μας.

Κι όπως, κόβοντας το τριαντάφυλλο, αποφεύγουμε τ΄ αγκάθια της τριανταφυλλιάς, έτσι κι από τα κείμενα αυτά θα πάρουμε ότι είναι χρήσιμο και θα φυλάξουμε τον εαυτό μας απ΄ ότι είναι επιζήμιο. Από την πρώτη, λοιπόν, στιγμή πρέπει να εξετάζουμε τα διδάγματα χωριστά και να τα προσαρμόσουμε στον σκοπό μας, φέρνοντας, κατά τη δωρική παροιμία τη σχετική με τους κτίστες, την πέτρα στο αλφάδι.

Στην άλλη ζωή, θα φθάσουμε με την αρετή. Την αρετή, που εξύμνησαν κι οι ποιητές κι οι πεζογράφοι, άλλα πιο πολύ οι φιλόσοφοι. Έτσι, μεγαλύτερη προσοχή πρέπει να δώσουμε στα συγγράμματα αυτών των τελευταίων. Δεν είναι μικρό το κέρδος, όταν οι ψυχές των νέων συνηθίσουν και κάνουν δική τους την αρετή. Όσα ο άνθρωπος αφομοιώνει στην τρυφερή ηλικία του, μένουν ασάλευτα. Γιατί η ψυχή είναι ακόμα απλή τότε και ο, τι δέχεται, εντυπώνεται πολύ βαθιά μέσα της.

Τι άλλο τάχα σκέφθηκε ο Ησίοδος από το να προτρέψει τους νέους στην αρετή, όταν φιλοτεχνούσε τους στίχους του, που όλοι τους τραγουδούν; Σκέφθηκε ότι ο δρόμος της αρετής είναι στην αρχή κακοτράχαλος και δυσκολοδιάβατος κι ανηφορικός. Ότι τον κάνει κανείς με πολύ ιδρώτα και πολύ κόπο. Ότι, γι΄ αυτόν τον λόγο, δεν μπορεί ο καθένας να βάλει το πόδι του σ΄ αττόν τον δρόμο, με την αποτομιά που δείχνει, κι ούτε, αν τον περπατήσει, θα φθάσει εύκολα στην κορφή.

Ότι σαν φθάσει όμως εκεί πάνω, βλέπει πως στην πραγματικότητα ήταν ένας δρόμος ίσιος, όμορφος, εύκολος, καλοδιάβατος και πιο ευχάριστος από τον άλλο, που οδηγεί στην κακία και που ο ίδιος ποιητής είπε ότι μονομιάς μπορεί κανείς να τον διαβεί, γιατί βρίσκεται κοντά μας. Εγώ το πιστεύω:

Ο Ησίοδος ιστόρησε όλα αυτά για να μας παροτρύνει στην αρετή, να σπρώξει τον καθένα στο καλό, να μας κάνει να μη το βάλουμε κάτω μπροστά στους κόπους και να μη σταματήσουμε πριν από το τέλος του δρόμου. Κι όποιος άλλος με τέτοιο τρόπο τραγούδησε την αρετή, ας γίνει ο λόγος του καλόδεχτος από μας, μια κι οδηγεί στον ίδιο σκοπό.

Άκουσα κάποτε να μιλά σχετικά μ΄ αυτό το θέμα ένας άνθρωπος, που είχε τη δύναμη να εμβαθύνει στο νόημα των ποιητών. Έλεγε, λοιπόν, ότι όλη η ποίηση του Ομήρου δεν είναι άλλο παρά ένας ύμνος της αρετής. Όλα, στον Όμηρο, εκτός από ο, τι είναι περιθωριακό, αποβλέπουν σ΄ αυτό. Έτσι, λόγου χάρη, συμβαίνει με όσα γράφει για τον Οδυσσέα, που σώθηκε γυμνός από το ναυάγιο και, στην αρχή, με μόνη την εμφάνισή του, προκάλεσε τον σεβασμό της βασιλοκόρης Ναυσικάς.

Η γύμνια του δεν ήταν ντροπή, γιατί αντί για ρούχα ήταν ντυμένος με την αρετή. Κι ύστερα προκάλεσε αγαθή εντύπωση και στους άλλους Φαίακες, σε σημείο που να παρατήσουν την τρυφηλή ζωή τους και να προσπαθούν, θαυμάζοντας τον, να τον μιμηθούν. Και στο στόμα κάθε Φαίακος, τότε, άλλη ευχή δεν υπήρχε παρά να γίνει δεύτερος Οδυσσεας, έστω και θαλασσοδαρμένος. Γιατί - έλεγε ο ερμηνευτής εκείνος του ποιητικού νοήματος- με αυτά ο Όμηρος διδάσκει ξάστερα τα εξής: Άνθρωποι γυμνασθήτε στην αρετή, που κολυμπά μαζί σας στο ναυάγιο, κι όταν πατήσετε στη στεριά γυμνοί, θα σας παραστήσει πιο τιμημένους από τους αμέριμνους Φαίακες. Και, πραγματικά, αυτό είναι.

Όλα τα άλλα, που τυχόν έχουμε, ανήκουν εξ ίσου στους ιδιοκτήτες τους και σε οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο. Πέφτουν πότε εδώ και πότε εκεί, όπως τα ζάρια. Η μόνη αναφαίρετη ιδιοκτησία είναι η αρετή. Την έχει δική του ο καθένας κι όσο ζη κι όταν φύγει απ΄ αυτόν εδώ τον κόσμο. Γι΄ αυτό κι ο Σόλων, θαρρώ, είπε στους πλουσίους το: «Δεν θ΄ ανταλλάξουμε μαζί τους τον πλούτο με την αρετή. Πάντα εκείνη μένει, ενώ το χρήμα συχνά απ΄ τον ένα στον άλλο περνά»

Παρόμοια είναι κι όσα λέγει ο Θέογνις. Ο κάθε θεός γέρνει προς τους ανθρώπους τον ζυγό με διαφορετικό πάντα τρόπο, ώστε: «άλλοτε να πλουτούν κι άλλοτε να μην έχουν τίποτε».

Αλλά κι ο σοφιστής Πρόδικος, ο Κείος, εκφράζεται παρόμοια κάπου στα συγγράμματά του, φιλοσοφώντας γύρω από την αρετή και την κακία. Ας δώσουμε, λοιπόν, και σ΄ αυτόν προσοχή, γιατί είναι αξιόλογος άνθρωπος. Διηγείται τα εξής, από όσο θυμάμαι, γιατί δεν έχω αποστηθισμένο τον λόγο του, που είναι πεζός κι όχι σε στίχους. Όταν ο Ηρακλής ήταν ακόμα πολύ νέος, σχεδόν της ηλικίας σας, σκεφτόταν ποιόν δρόμο να πάρει, τον κοπιαστικό της αρετής η τον πολύ εύκολο.

Τον σίμωσαν, λοιπόν, δυό γυναίκες, η Αρετή κι η Κακία. Η διαφορά τους φάνηκε ευθύς, με την εξωτερική τους εμφάνιση, πριν ακόμα αρθρώσουν λέξη. Η μια ήταν στολισμένη φανταχτερά από την κομμωτική τέχνη, σαν καλλονή, αλλά με πλαδαρές σάρκες εξ αιτίας της τρυφηλής ζωής, κι από πίσω της έρχονταν όλα τα πάθη της ηδονής. Τα έδειχνε όλα αυτά και τα συνόδευε με πολλές υποσχέσεις, προσπαθώντας να τραβήξει προς το μέρος της τον Ηρακλή.

Η άλλη ήταν ισχνή, ατημέλητη, με σοβαρό βλέμμα κι έλεγε πράγματα εντελώς διαφορετικά. Δεν υποσχόταν τίποτε το αναπαυτικό και το ευχάριστο. Υποσχόταν μονάχα χίλιους δυό κόπους κι ιδρώτα και κινδύνους παντού, σε στεριές και θάλασσες. Και το βραβείο, για όλα αυτά, θα ήταν να γίνει ο Ηρακλής θεός - έλεγε ο Πρόδικος. Κι όπως ξέρετε, ο Ηρακλής, στο τέλος αυτήν ακολούθησε.

Όλοι, λοιπόν, σχεδόν οι αξιόλογοι για τη σοφία τους άνθρωποι, άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο, κι ο καθένας με τον τρόπο του, έχουν εξυμνήσει, στα όσα έγραψαν, την αρετή. Αυτούς πρέπει να πιστεύουμε και να πασχίζουμε να εφαρμόσουμε στη ζωή μας τα λόγια τους. Γιατί όποιος στηρίζει με πράξεις τη φιλοσοφία, που άλλοι την περιορίζουν στα λόγια «αυτός μονάχα έχει νου, σαν σκιές οι άλλοι γυροφέρνουν»
.

Έχουμε, σ΄ αυτή την περίπτωση, μια θαυμαστή σε ομορφιά προσωπογραφία και πλάι της το ίδιο πρόσωπο στην πραγματικότητα, εξίσου ωραίο με την απεικόνισή του. Υπάρχουν άνθρωποι που με φουσκωμένα λόγια εξυμνούν την αρετή μπροστά στους άλλους, αλλά στη δική τους ζωή προτιμούν την ακολασία από τη σωφροσύνη, την πλεονεξία από το δίκιο.

Με τι μοιάζουν αυτοί; Μοιάζουν με τους ηθοποιούς που παίζουν δράματα και παρουσιάζονται στη σκηνή συχνά σαν βασιλιάδες και μεγάλοι άρχοντες, χωρίς να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο στην πραγματικότητα και, καμιά φορά, ούτε ελεύθεροι πολίτες, αλλά δούλοι. Ο μουσικός θα δεχόταν να μην είναι καλά κουρντισμένη η λύρα του; Ο κορυφαίος του χορού, στην τραγωδία, θα δεχόταν να μην είναι ο χορός εναρμονισμένος μαζί του; Όχι.

Υπάρχουν όμως άνθρωποι που θέλουν να διαφωνούν με τον εαυτό τους, κι η ζωή τους να έρχεται σε αντίθεση με τα λόγια τους, να συμβαίνει σ΄ αυτούς αυτό που λέγει ο Ευριπίδης" η γλώσσα μου ορκίσθηκε αλλά όχι κι ο νους, και που να θέλουν να φαίνονται κι όχι να είναι στ΄ αλήθεια καλοί; Αλλά κάτι παρόμοιο θα ήταν το άκρον άωτο της αδικίας, αν πρέπει να πιστέψουμε στον Πλάτωνα, το να δίνει κανείς την εντύπωση ότι είναι σωστός άνθρωπος και στην πραγματικότητα να μην είναι.

Όσα, λοιπόν, λόγια οδηγούν προς το καλό, πρέπει να τα αφομοιώνουμε, όπως είπαμε παραπάνω. Αλλά και σπουδαίες πράξεις των αρχαίων σώθηκαν στη μνήμη ως τις ημέρες μας η καταγραμμένες στις σελίδες των ποιητών και των πεζογράφων. Ας μη παραμελήσουμε και τη δική τους ωφέλεια. Κάποτε, λόγου χάρη, ένας χυδαίος άνθρωπος έβριζε τον Περικλή, ένω ο μεγάλος πολιτικός δεν έδινε καμιά σημασία.

Όλη τη μέρα ο άνθρωπος εκείνος περιέλουζε με βρισιές τον Περικλή, αλλ΄ αυτός έμενε αδιάφορος. Όταν, λοιπόν, έπεσε το βράδι και σκοτείνιασε κι εκείνος αποκαμωμένος απομακρυνόταν, ο Περικλής, πιστός στην άσκηση της φιλοσοφίας, πρόσταξε να του φωτίσουν το δρόμο που περπατούσε. Μια άλλη φορά, πάλι, ένας άνθρωπος οργισμένος εναντίον του Ευκλείδη, του φιλοσόφου από τα Μέγαρα, τον απείλησε, και μάλιστα με όρκο, ότι θα τον σκότωνε.

Αλλά κι ο Ευκλείδης του ορκίσθηκε ότι θα τον ικανοποιούσε και θα τον έβγαζε από την οργή του. Τι σπουδαίο θα ήταν αν όσοι παρασύρονται στο πάθος του θυμού έφερναν στον νου τους τέτοια περιστατικά! Γιατί δεν πρέπει να πιστεύουμε στην τραγωδία, που διδάσκει ότι η οργή οπωσδήποτε αρματώνει το χέρι εναντίον του εχθρού μας και να ερεθιζόμαστε απ΄ αυτή. Κι αν αυτό είναι δύσκολο, πρέπει να χρησιμοποιούμε τη λογική εναντίον της και να της κόβουμε τα φτερά.

Ας γυρίσουμε πάλι στα παραδείγματα σπουδαίων πράξεων. Όρμησε κάποιος εναντίον του φιλοσόφου Σωκράτη και τον χτυπούσε αλύπητα στο πρόσωπο. Αλλά εκείνος δεν έφερε αντίσταση. Άφησε τον μεθυσμένο να χορτάσει την οργή του, ως ότου η όψη του είχε μελανιάσει και πρησθεί από τα χτυπήματα. Όταν το ξύλο σταμάτησε καμιά φορά, ο Σωκράτης έκανε μονάχα αυτό: έγραψε στο μέτωπο του ο τάδε το κανε, όπως επιγράφουν στους ανδριάντες το όνομα του γλύπτη.

Ήταν η μόνη του εκδίκηση. Τα παραδείγματα αυτά έχουν σχεδόν την ίδια επιδίωξη με την Αγία Γραφή μας. Γι΄ αυτό είπα ότι είναι για την ηλικία σας πολύ αξιομίμητα. Λόγου χάρη, το τελευταίο περιστατικό, εκείνο του Σωκράτη, μοιάζει με ο, τι παραγγέλλει ο Κύριος: αν σε χτυπήσει κανείς στο ένα μάγουλο, στρέψε του και το άλλο, αντί να υπερασπίσεις τον εαυτό σου. Όσο για τα περιστατικά του Περικλή η του Ευκλείδη, θυμίζουν την εντολή να υπομένουμε όποιους μας κάνουν κακό και να βαστάμε με πραότητα την οργή τους, να μην καταριόμαστε αλλά να απαντάμε με ευχές στους εχθρούς μας.

Όποιος προγυμνασθεί στα αρχαία εκείνα παραδείγματα, δεν θα δυσπιστήσει στις εντολές του Ευαγγελίου σαν ακατόρθωτες. Δεν θα λησμονήσω και την πράξη του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που αφού έπιασε αιχμάλωτες τις πανέμορφες, όπως λέγεται, κόρες του Δαρείου, δεν καταδέχθηκε ούτε να τις κοιτάξη, θαρρώντας ντροπή για τον νικητή ανδρών να νικηθεί από γυναίκες. Αυτό συμπίπτει με το ευαγγελικό: όποιος ρίξει βλέμμα επιθυμίας σε γυναίκα, έστω κι αν δεν κάνει μοιχεία στην πράξη, με το να δεχθεί όμως τη μοιχεία στην ψυχή του, είναι ένοχος.

Όσο για το παράδειγμα του Κλεινία, μαθητή του φιλοσόφου και μαθηματικού Πυθαγόρα, είναι δύσκολο να παραδεχθούμε ότι τυχαία συμπίπτει με αυτή του φιλοσόφου και μαθηματικού Πυθαγόρα. Τι έκανε ο Κλεινίας; Αν ορκιζόταν, θα γλίτωνε πρόστιμο τριών ταλάντων. Αλλά προτίμησε να πληρώσει αυτό το υπέρογκο ποσό για να μη πάρει όρκο, έστω κι αν ο όρκος θα ήταν αληθινός. Κι αυτό το έκανε, ίσως γιατί άκουσε την εντολή, που απαγορεύει τον όρκο.

Αλλά ας κάνουμε πάλι πίσω, σε ο, τι έλεγα στην αρχή. Στο ότι δηλαδή δεν πρέπει να τα αφομοιώνουμε όλα χωρίς διάκριση, άλλα μονάχα όσα ωφελούν. Γιατί είναι ντροπή, να απωθούμε τις βλαβερές τροφές, ένω στα μαθήματα, που είναι η τροφή της ψυχής, να μη δίνουμε καμιά σημασία, αλλά να τα παίρνουμε και να τα καταπίνουμε σαν το ορμητικό ποτάμι. Ο καπετάνιος δεν παρατά το καράβι του όπως λάχει στους ανέμους, άλλα το κατευθύνει προς το λιμάνι.

Ο τοξότης σκοπεύει τον στόχο του. Ο χαλκιάς κι ο χτίστης δουλεύουν σύμφωνα με τον προσανατολισμό της δουλειάς τους. Εμείς είμαστε τάχα κατώτεροι απ΄ αυτούς τους επαγγελματίες τουλάχιστο στο να ξεχωρίζουμε το συμφέρον μας; Όπως ο επαγγελματίας έχει ένα στόχο στη δουλειά του, έτσι κι η ανθρώπινη ζωή έχει ένα δικό της στόχο. Και σ΄ αυτόν έχουν τα μάτια τους όλοι όσοι δεν θέλουν να μοιάζουν με άλογα ζώα. Αλλιώς θα είμαστε το ίδιο πράγμα με πλοία, που δεν έχουν έρμα, το τιμόνι της ψυχής μας δεν θα το μεταχειρίζεται η λογική και θα γυροφέρνουμε μέσα στη ζωή άσκοπα. Στους γυμναστικούς αγώνες και στους μουσικούς επίσης διαγωνισμούς, όποιος λαβαίνει μέρος, έχει υπόψη του το αντίστοιχο στεφάνι. Όποιος αθλείται στην πάλη η στο παγκράτιο, δεν χάνει τον καιρό του να παίζει κιθάρα η αυλό.

Παράδειγμα ο χεροδύναμος αθλητής Πολυδάμας, που πριν κατεβεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες, αναχαίτιζε καταμεσίς του δρόμου τα άρματα που έτρεχαν και μ΄ αυτό τον τρόπο δυνάμωνε τους μυς του. Επίσης ο Μίλων ο Κροτωνιάτης δεν μετατοπιζόταν έξω από το αλειμμένο σκουτάρι κι αντιστεκόταν στο σπρώξιμο όπως τα κολλημένα με μολύβι αγάλματα.

Μ΄ ένα λόγο, γυμνάζονταν για να είναι έτοιμοι στα αγωνίσματά τους. Ας υποθέσουμε όμως ότι τους έτρωγε η περιέργεια κι άφηναν τον κουρνιαχτό των γυμναστηρίων για τις μελωδίες του Μαρσύα, του αυλητή από τη Φρυγία, και του μαθητή του, του Όλυμπου. Τι θα συνέβαινε τότε; Θα κέρδιζαν τον κότινο; Θα δοξάζονταν; Θα προκαλούσαν τον θαυμασμό με την σωματική τους αλκή; Αλλά ούτε κι ο Τιμόθεος, ο περίφημος αυλητής από τη Θήβα, παράτησε τη μουσική για να χάνει τον καιρό του στις παλαίστρες.

Γιατί αν έκανε κάτι τέτοιο, δεν θα μπορούσε να τους ξεπεράσει όλους στην τέχνη των ήχων και να έχει τέτοια ικανότητα σ΄ αυτήν, ώστε, ανάλογα με το κέφι του, άλλοτε οιστρηλατούσε την ψυχή με τη σοβαρή κι αυστηρή αρμονία κι άλλοτε, γλυκαίνοντας τους τόνους, τη χαλάρωνε και την επράυνε. Χάρη στην τέχνη του, καθώς λένε, ακόμα και τον Μέγα Αλέξανδρο, παίζοντας ένα φρυγικό μέλος, τον έκανε να πεταχτεί από το τραπέζι σε πολεμικό συναγερμό κι ύστερα τον ξανάφερε ανάμεσα στους συνδαιτημόνες του, απαλαίνοντας το μουσικό του παίξιμο. Τόση είναι η δύναμη και στη μουσική και στον αθλητισμό, που δίνει η προσαρμοσμένη στον σκοπό της άσκηση.

Και μια που ο λόγος για στεφάνια κι αθλητές. Τι τραβούν αυτοί οι άνθρωποι! Αυξαίνουν τη δύναμή τους με πολύ ιδρώτα και κόπους στα γυμναστήρια. Ο προπονητής τους ακόμα και ξύλο τους δίνει. Η δίαιτά τους δεν είναι καθόλου ζηλευτή.

Είναι η γνωστή των γυμναστών. Κι από κάθε άλλη άποψη - για να μη μακρηγορήσουμε- περνούν ζωή δύσκολη, που είναι προετοιμασία για τον αγώνα. Κι αφού έτσι ετοιμασθούν, τότε μπαίνουν γυμνοί στο στάδιο και περνούν όλους τους κόπους και τις λαχτάρες, για να κερδίσουν ένα στεφάνι από ταπεινό χορτάρι και να αναγορευθούν νικητές. Κι εμείς, τώρα, που περιμένουμε τόσο θαυμαστά στον αριθμό και στην αξία στεφάνια, απερίγραπτά με λέξεις, πως είναι δυνατόν να πετύχουμε με ημίμετρα, με μαλθακή ζωή, με έλλειψη περιορισμών; Αν ήταν έτσι, η αμεριμνησία θα ήταν πολύτιμο πράγμα στη ζωή.

Ο Σαρδανάπαλος, ο Ασσύριος εκείνος βασιλιάς, που ήταν ονομαστός για την τρυφηλή ζωή του, θα έπρεπε να ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος. Επίσης ο Μαργίτης, που καθώς αναφέρει ένα ποίημα αποδινόμενο στον Όμηρο, δεν ήταν ικανός ούτε να οργώνει ούτε να σκάβει ούτε τίποτε άλλο παρόμοιο να κάνει. Αλλά ας κοιτάξουμε μήπως είναι μεγάλη αλήθεια αυτό που είπε ένας από τους εφτά σοφούς, ο Πιττακός, ότι το να γίνει κανείς καλός άνθρωπος είναι δύσκολο πράγμα.

Πραγματικά, θ΄ αποκτήσουμε με πολλούς κόπους τα αγαθά, που, καθώς προείπαμε, τίποτε το ανθρώπινο δεν τους μοιάζει. Δεν πρέπει, λοιπόν, να είμαστε αμελείς και με λιγόχρονη ακηδία να χάσουμε τις ελπίδες πολύ ακριβών πραγμάτων. Έτσι, θα ήταν σαν να θέλουμε να τιμωρηθούμε και σ΄ αυτόν εδώ τον κόσμο, πράγμα πολύ βαρύ για κάθε συνετό άνθρωπο, άλλα και στα κριτήρια, που υπάρχουν είτε κάτω από τη γη είτε οπουδήποτε άλλου του σύμπαντος. Γιατί, όποιος χωρίς να θέλει δεν έξεπληρωσε το καθήκον του, ίσως συγχωρηθεί κάπως από τον Θεό. Αλλά όποιος διάλεξε συνειδητά το κακό, είναι εντελώς αδικαιολόγητος και θα τιμωρηθεί απανωτά.

Αλλά, θα πει κανείς: Τι πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε; Απλούστατα: τίποτε άλλο παρά να παραμερίσουμε το κάθε τι και να μεριμνήσουμε για την ψυχή. Δεν πρέπει να είμαστε υποταγμένοι στο σώμα, χωρίς απόλυτη ανάγκη. Αλλά να παρέχουμε στην ψυχή ο, τι το πιο καλό, χρησιμοποιώντας τη σωστή σκέψη και λύνοντας την έτσι από τα δεσμά των παθών του σώματος, που είναι κατά κάποιο τρόπο η φυλακή της. Και, παράλληλα κάνοντας το σώμα ανώτερο από τα πάθη. Λόγου χάρη, παρέχοντας στο στομάχι ο, τι είναι αναγκαίο κι όχι ο, τι είναι ευχάριστο. Υπάρχουν άνθρωποι, που ψάχνουν σε στεριές και σε θάλασσε, για να βρουν σπουδαίους μαγείρους και τραπεζοποιούς, λες και τους πρόσταξε να το κάνουν κάποιος απαιτητικός ηγεμόνας, σαν φόρο στη βουλιμία του.

Είναι άνθρωποι για κλάματα. Δεινοπαθούν όπως οι κολασμένοι στον άδη. Και για ποιό λόγο; Όπως λέγει η παροιμία, κουβαλούν νερό με κόσκινο σε τρύπιο πιθάρι κι οι κόποι τους τέλος δεν έχουν. Κι η περίσσια περιποίηση των μαλλιών και του ντυσίματος είναι, κατά τα λεγόμενα του Διογένη, απασχόληση ανθρώπων αδίκων η δυστυχισμένων. Το να είναι κανείς κομψευόμενος η και το να λέγεται τέτοιος, είναι το ίδιο περίπου σαν να μιμείται τις εταίρες η να επιβουλεύεται την οικογενειακή τιμή του πλησίον του.

Τι διαφορά, για τον φρόνιμο άνθρωπο, ανάμεσα στο πολυτελές και στο άπλα πρακτικό ρούχο, μια και το τελευταίο κάνει τη δουλειά του, προστατεύοντας το κορμί από το χειμωνιάτικο κρύο κι από το κάμα του καλοκαιριού; Και για όλα τα άλλα, πάλι, το ίδιο ισχύει: να μη ξεπερνούν το μέτρο της λογικής ανάγκης κι ούτε να κολακεύουν το σώμα σε βάρος τους συμφέροντος της ψυχής.

Ο άνθρωπος που αξίζει να λέγεται άνθρωπος, θεωρεί ίδια ντροπή το να είναι κομψευόμενος και υπηρέτης του κορμιού, όπως και το να είναι υποδουλωμένος σε οποιοδήποτε άλλο πάθος. Όποιος κάνει το παν για την εκζήτηση στη σωματική του εμφάνιση, αποδείχνει ότι δεν έχει συνείδηση της αληθινής ανθρώπινης αξίας. Δεν καταλαβαίνει το σοφό γνωμικό, που λέγει: άνθρωπος δεν είναι ο, τι φαίνεται απ΄ έξω. Πρέπει, με υψηλότερη σκέψη, να καταλαβαίνουμε τι πραγματικά είμαστε ο καθένας.

Για να γίνει αυτό, χρειάζεται ψυχή καθαρή πιο πολύ απ΄ ότι για να δει κανείς τον ήλιο με γερά μάτια. Και τι σημαίνει, με λίγα λόγια, καθαρή ψυχή; Περιφρόνηση των σωματικών απολαύσεων. Δηλαδή να μην τρέφουμε την όρασή μας με τα άτοπα θεάματα των θαυματοποιών. Να μην εκθέτουμε γυμνά τα σώματα, πράγμα που προκαλεί την ηδονή άμεσα. Να μην ακούμε μεθυστικά τραγούδια για την ψυχή, με άσεμνο περιεχόμενο, μια και τέτοια μουσική δίνει ζωή σε πάθη που υποδουλώνουν κι εξευτελίζουν τον άνθρωπο. Άλλη είναι η μουσική που ταιριάζει σε μας.

Μια μουσική που είναι καλύτερη κι υψώνει στο καλύτερο. Εκείνη που μεταχειριζόταν κι ο Δαβίδ, ο ποιητής των ψαλμών της Παλαιάς Διαθήκης, για να κατασιγάσει την εξαλλοσύνη του βασιλιά Σαούλ. Κάτι παρόμοιο λέγεται και για τον φιλόσοφο και μαθηματικό Πυθαγόρα. Κάποτε συναπάντησε μεθυσμένους, που βρίσκονταν σε ευθυμία. Πρόσταξε, λοιπόν, τον αυλητή, που τους συνόδευε, ν΄ αλλάξει σκοπό και να παίξει δωρική μελωδία. Τότε, κάτω από την επίδρασή της, ήρθαν στα συγκαλά τους, πέταξαν τα στεφάνια και τράβηξαν για τα σπίτια τους γεμάτοι ντροπή. Άλλοι πάλι, κάτω από τους ήχους του αυλού, μεταβάλλονται σε Κορύβαντες και Βάκχες. Τόσο διαφέρει στην επίδρασή της η καλή από την ανήθικη μουσική. Λοιπόν, το πρώτο που πρέπει να αποφεύγετε απ΄ όσα καταφάνερα αισχρά πράγματα υπάρχουν, είναι η μάθηση της μουσικής που έχει σήμερα πέραση.

Και το να ανακατεύετε την ατμόσφαιρα με λογιών-λογιών αναθυμιάσεις, που ήδονιζουν την όσφρηση, ή το να φοράτε αρώματα, ντρέπομαι ακόμα και να τα απαγορέψω. Όσο για τις ηδονές της επαφής και της γεύσεως, τι να πω άλλο από το ότι υποχρεώνουν όσους τους έχουν δοθεί να ζούνε σαν κτήνη, έχοντας ενδιαφέρον μονάχα για την κοιλιά κι ο, τι είναι κάτω από την κοιλιά;

Ας το πω, σύντομα: όποιος δεν θέλει να βουλιάξει στο βόρβορο των σωματικών ηδονών, πρέπει να περιφρονήσει όλο το σώμα η να το φροντίζει τόσο μονάχα όσο του χρειάζεται για να το έχει βοηθό στη φιλοσοφία, όπως λέγει ο Πλάτων κι όπως λέγει ο Παύλος συμβουλεύοντας να μη φροντίζουμε για το σώμα κατά τρόπο που να δίνει λαβή σε επιθυμίες.

Όσοι φροντίζουν για να είναι καλά το σώμα και την ψυχή, που θα χρησιμοποιήσει το σώμα, την παραμελούν σαν ανάξια λόγου, είναι ίδιοι με όσους νοιάζονται πολύ για τα εργαλεία, αλλά δεν τους νοιάζει για την τέχνη, που τα χρησιμοποιεί. Το αντίθετο πρέπει να γίνεται. Να τιμωρούν το σώμα. Να καταπτοούν τις ορμές του σαν θηρία. Να παίρνουν την ορθή σκέψη σαν βούρδουλα και να μαστιγώνουν και να αποκοιμίζουν την τρικυμία της ψυχής, που προκαλείται από το σώμα.

Κι όχι αμολώντας κάθε χαλινάρι για την ηδονή, ν΄ αφήνουν την ψυχή στο κατάντημα άτυχου ηνιόχου, που τον πάνε κατά κρημνών ατίθασα κι ορμητικά άλογα. Ας θυμούνται και το εξής από τη ζωή του Πυθαγόρα: κάποτε, σαν είδε ένα φίλο του, που με την καλοφαγία και τις σωματικές ασκήσεις, είχε κάνει κορμί εντυπωσιακό, του είπε: Δεν παύεις, φίλε μου να φτιάχνεις τη φυλακή σου πιο δύσκολη; Λένε και για τον Πλάτωνα: προβλέποντας τις ζημιές, που θα του προκαλούσε το κορμί, εγκαταστάθηκε έξεπιτηδες στην Ακαδημία, τόπο της Αττικής νοσηρό, για να κόψει έτσι την υπερβολική ευαισθησία του σώματος, όπως κόβουν το περίσσιο φύλλωμα του αμπελιού. Εγώ μάλιστα άκουσα τους γιατρούς να λένε ότι η πολλή υγεία είναι κάτι το επικίνδυνο.

Μια, λοιπόν, που η περίσσια φροντίδα για το σώμα είναι και στο ίδιο άχρηστη και στην ψυχή εμπόδιο, είναι σωστή αφροσύνη το να εξαρτάμε όλα από το σώμα και να είμαστε σκλάβοι του. Κανένα άλλο ανθρώπινο πράγμα δεν αξίζει τόσο θαυμασμό όσο η άσκηση στην περιφρόνηση του σώματος. Δεν καταλαβαίνω, λόγου χάρη, τι θα τον χρειασθούμε τον πλούτο, όταν έχουμε καταπατήσει τις σωματικές ηδονές. Έκτος αν είναι ευχαρίστηση να αγρυπνεί κανείς πάνω από θαμμένους θησαυρούς, όπως οι μυθικοί δράκοντες, που αναφέρει ο ιστορικός Ηρόδοτος.

Ο άνθρωπος που έχει καλλιεργηθεί κι απόκτησε ελεύθερο φρόνημα ως προς αυτά, δεν μπορεί να κάνει η να πει ποτέ κάτι το ποταπό και το αισχρό. Ένας τέτοιος άνθρωπος προσέχει μονάχα το αναγκαίο. Τα υπόλοιπα, έστω κι αν είναι σαν το χρυσάφι του Πακτωλού ποταμού η σαν το χρυσάφι που βγάζουν το μερμήγκια, που αναφέρει ο Ηρόδοτος, τα κανονίζουν οι ανάγκες της φύσεως κι όχι η άπλησια των ηδονών. Όσοι ξεπερνούν τα σύνορα της ανάγκης, μοιάζουν με ανθρώπους που γλιστρούν σε κατήφορο και μην έχοντας που να στηρίξουν τα πόδια τους εξακολουθούν αέναα να πέφτουν.

Όσο πιο πολλά αποκτούν, τόσο περισσότερα χρειάζονται, για να ικανοποιούν τις επιθυμίες όπως λέγει κι ο νομοθέτης Σόλων: «Στον ανθρώπινο πλούτο τέρμα φανερό δεν υπάρχει» . Αλλά κι ο Θέογνις ας έρθει στη μέση για να μας διδάξει σ΄ αυτό το ζήτημα: «Δεν ποθώ ούτε εύχομαι να γίνω πλούσιος. Άμποτε με λίγα να ζω, χωρίς δεινά».

Άξιος θαυμασμού είναι κι ο Διογένης, που περιφρονούσε όλα μαζί τα ανθρώπινα αγαθά κι έλεγε ότι είναι πλουσιώτερος κι από τον βασιλιά της Περσίας, γιατί στη ζωή του είχε ανάγκη από λιγότερα πράγματα. Οι πολλοί όμως τίποτε δεν θαρρούν αρκετό και θα ήθελαν να έχουν τα τάλαντα του Πυθίου κι απέραντα χωράφια κι αναρίθμητα κοπάδια.

Αλλά νομίζω ότι τον πλούτο, όταν δεν τον έχουμε, δεν πρέπει να τον ποθούμε. Κι όταν τον έχουμε, να μη καυχώμαστε για το ότι είναι δικός μας, αλλά για το ότι ξέρουμε να τον χρησιμοποιούμε. Σωστά μίλησε ο Σωκράτης σ΄ ένα πλούσιο, που καυχιόταν για το βιος του, όταν του είπε ότι δεν θα τον θαύμαζε πριν διαπιστώσει αν ήξερε να τον χρησιμοποιήσει. Θα ήταν για γέλια ο Φειδίας κι ο Πολύκλειτος, αν καυχιόντουσαν για το χρυσάφι και το φίλντισι, με τα όποια ο ένας έφτιαξε το άγαλμα του Δία για τους κατοίκους της Ηλείας κι ο άλλος το άγαλμα της Ήρας για τους Άργειους.

Γιατί θα είχαν καυχηθεί για πλούτο που δεν ήταν δικός τους και γιατί δεν θα λογάριαζαν την τέχνη τους που έδωσε νόημα κι ομορφιά στο χρυσάφι. Εμείς τώρα είμαστε λιγότερο καταγέλαστοι αν παραδεχθούμε ότι η αρετή δεν είναι αρκετό στολίδι του εαυτού της;

Ας πούμε, λοιπόν, ότι καταπατήσαμε τον πλούτο και περιφρονήσαμε τις ηδονές των αισθήσεων. Θα επιζητήσουμε όμως την κολακεία και τα χάδια και θα αντιγράψουμε τη φιλοκέρδεια και την ευστροφία της αλεπούς, που αναφέρει ο μύθος του λυρικού ποιητή Αρχιλόχου; Ο φρόνιμος άνθρωπος τίποτε άλλο δεν πρέπει να αποφεύγει περισσότερο από τη ζωή των επιδείξεων, από το να τον επηρεάζει το τι θα πει γι΄ αυτόν ο κόσμος, από το να μην έχει πυξίδα της ζωής του τη λογική.

Αν τα έχει αποφύγει αυτά, τότε δεν φοβάται να πάει αντίθετα προς τη γνώμη όλης της κοινωνίας, να τον κατηγορήσουν, να κινδυνέψει για χάρη του αγαθού, να σταθεί ακλόνητος στην ορθή απόφαση. Ένας που δεν ζη έτσι, δεν διαφέρει σε τίποτε από τον ομηρικό Πρωτέα, που όταν ήθελε γινόταν φυτό η ζώο η φωτιά η νερό η οτιδήποτε άλλο πράγμα.

Γιατί ένας τέτοιας λογής άνθρωπος άλλοτε εξυμνεί το δίκιο σε όσους το τιμούν, άλλοτε θα πει τα αντίθετα, όταν δει ότι κυριαρχεί η αδικία, όπως ακριβώς κάνουν οι κόλακες. Κι όπως το χταπόδι αλλάζει χρώμα ανάλογα με τον βυθό, έτσι κι αυτός θ΄ αλλάζει γνώμες ανάλογα μ΄ εκείνες των γύρω του.

Αυτά όλα θα τα διδαχθούμε τελειότερα στην Αγία Γραφή μας. Αλλά προς ώρας τα περιγράφουμε, σαν σκιαγράφημα της αρετής από την κοσμική σοφία. Όσοι μ΄ επιμέλεια μαζεύουν την ωφέλεια από κάθε τι, μοιάζουν με ποτάμια που παίρνουν στο διάβα τους νερό από παραποτάμους κι ολοένα γίνονται μεγαλύτερα. Είναι σωστή η υπόμνηση του Ησιόδου για το λίγο που προστίθεται στο λίγο, όχι μονάχα σχετικά με το χρήμα, αλλά και με τη γνώση.

Με τον τρόπο αυτόν κι η γνώση γίνεται περισσότερη και μεγάλη. Όταν ο φιλόσοφος Βίας αποχαιρετούσε τον γιο του, που έφευγε για την Αίγυπτο, και το παιδί τον ρώτησε με ποιά πράξη του θα τον ευχαριστούσε περισσότερο, του αποκρίθηκε: Αποκτώντας εφόδιο για τα γηρατιά σου. Και με τη λέξη εφόδιο εννοούσε την αρετή, περιγράφοντας τη σύντομα, μια και την ωφέλεια της την περιόριζε στο μήκος του ανθρώπινου βίου. Αλλά για μένα, έστω κι αν πρόκειται για τα γηρατιά του μυθικού Τιθωνού ή του μακρόβιου βασιλιά της Ταρτησσού, του Άργανθωνιου ή και του Μαθουσάλα, που αναφέρει η Παλαιά Διαθήκη και λέγει ότι έζησε εννιακόσια εβδομήντα χρόνια, έστω ακόμα κι αν πρόκειται να υπολογίσουμε όλο τον χρόνο από τότε που πρωτοφανηκε ο άνθρωπος, βλέπω το διάστημα αυτό σαν παιδιάστικη, για γέλια έκταση. Γιατί ατενίζω τον μακρό κι αγέραστο αιώνα, που τέλος δεν έχει, την ηλικία της αθάνατης ψυχής.

Συμβουλέω ν΄ αποκτάμε εφόδιο για την ατελεύτητη αυτή ζωή, κινώντας, σύμφωνά με τη γνωστή έκφραση, πάντα λίθον, ώστε να παίρνουμε από παντού ωφέλεια για μια τέτοια προοπτική. Βέβαια είναι ζήτημα που θέλει κόπο κι έχει δυσκολίες.

Αλλά δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποθαρρυνθούμε και να το αμελήσουμε. Αλλά να θυμηθούμε το παράγγελμα των Πυθαγορείων, που λέγει ότι ο καθένας πρέπει να διαλέγει τον άριστο τρόπο ζωής και να βρίσκει χαρά μέσα του, συνηθίζοντας τον. Έτσι, θα επιχειρήσουμε το καλύτερο απ΄ όλα. Είναι ντροπή να αδιαφορήσουμε για την τωρινή ευκαιρία κι όταν περάσει ο καιρός να πασχίζουμε να φέρουμε μπροστά μας τα περασμένα, χωρίς να κατορθώσουμε τίποτε άλλο από θλίψη.

Απ΄ όσα, λοιπόν, θαρρώ ότι είναι τα καλύτερα, άλλα σας τα είπα τώρα κι άλλα όσο ζω θα σας τα συμβουλεύω. Και σεις, τώρα, ανάμεσα στα τρία είδη αρρώστιας, μη τοποθετηθήτε στο τελευταίο, το αθεράπευτο. Και μη δείξετε ότι η ψυχική σας ασθένεια μοιάζει μ΄ εκείνες των σωματικά άρρωστων. Όσοι δηλαδή έχουν κάποια μικρή αρρώστια, πάνε οι ίδιοι στους γιατρούς.

Όσοι έπαθαν κάποια μεγαλύτερη αρρώστια τους προσκαλούν στο σπίτι τους. Κι όσοι έπεσαν σε εντελώς ανίατη μανία, και που τους πλησιάζουν οι γιατροί, δεν τους δέχονται. Μη πάθετε κάτι τέτοιο, παιδιά μου, αποφεύγοντας τις ορθές σκέψεις.
Μαρία
 

Re: ΛΟΓΟΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Unread postby Μαρία » Tue Aug 23, 2016 12:37 pm

Για την Υπομονή και τη Μακροθυμία

Κανένας να μην παρακινηθεί από τα διάφορα λυπηρά που του συμβαίνουν και να πει με το λογισμό του: Αφού έπαθα τόσα δεινά, άρα δεν υπάρχει κανένας που να ενδιαφέρεται για μας τους ανθρώπους.

Ούτε ακόμα να κατηγορεί την Οικονομία και την Κρίση του Δεσπότη Χριστού. Αλλά να στρέφει τα μάτια του στον αθλητή Ιώβ και εκείνον να παίρνει για παράδειγμα, ώστε να διορθώνει το λογισμό του και να σκέπτεται καλύτερα. Ας αναλογι­σθεί καλύτερα αυτός όλους τους αγώνες που έκανε ο Ιώβ και αρίστευσε.
Πόσα διαβολικά βέλη χτύπησαν αυτόν τον άνθρωπο, χωρίς να καταφέρουν να του ανοίξουν καμιά θανατηφόρα πληγή! Στερήθηκε τη βοήθεια και τη συμπαράσταση των συγγενών του και ο διάβολος θέλησε να τον καταποντίσει μέσα στις κακές φήμες, αυτές που του φόρτωναν οι άνθρωποι τη μια μετά την άλλη. Ενώ ακόμα του εξιστορούσε ο ένας αγγελιοφόρος τη μια συμφορά, άλλος κατέφθανε και του ανέφερε μια άλλη, ακόμα χειρότερη από την πρώτη.
Έτσι, η μια θλίψη, καθώς ερχόταν ασταμάτητα μετά την άλλη, δημιουργούσε όγκο δυσβάσταχτο, όμοιο με τα μεγάλα κύματα της θάλασσας που ξεσπούν το ένα πίσω από το άλλο. Τέτοιος μάλιστα ήταν ο ρυθμός με τον οποίο ξέσπαγαν οι συμ­φορές στον Ιώβ, ώστε κανονικά δεν θα έπρεπε να προφταίνουν να στεγνώνουν τα δάκρυα που έχυνε για τη μία συμφορά και θα ξανάρχιζαν να τρέχουν εξαιτίας της καινούργιας.

Εκείνος όμως στεκόταν σαν βράχος ακλόνη­τος, αντικρούοντας τις επιθέσεις του νοητού χει­μώνα. Και διέλυε σαν αφρό τα κύματα των δεινών που ξεσπούσαν επάνω του, ευγνωμονώντας τον Κύριο, χωρίς να χύσει ούτε ένα δάκρυ για όλες του τις βαριές συμφορές. Μόνον όταν έφθασε κάποιος και του ανάγγειλε ότι οι γιοι και οι θυγατέρες του, που βρίσκονταν σε κάποιο γιορταστικό τραπέζι και χαίρονταν, καταπλακώθηκαν από τα ντουβάρια του σπιτιού -που με δυνατό κρότο γκρεμίσθηκε- μόνο τότε έσχισε τα ρούχα του από τη λύπη του.
Μ' αυτό όμως δεν απέδειξε κάτι αντίθετο, αλλά τη φυσική φιλοστοργία που τρέφει ένας πατέρας για τα παιδιά του. Και με τη γεμάτη ευσέβεια φωνή του, γλυκαίνοντας τη συμφορά, έλεγε: «Ο Κύριος τα έδωσε, ο Κύριος και τα πήρε. Όπως θεώρησε ο Κύριος ότι ήταν καλό να γίνει, έτσι και έγινε» (Ιώβ 1, 21).
Ήταν σαν να ήθελε μ' αυτό να πει: Έγινα πατέρας, για όσο διάστημα θέλησε ο Θεός να είμαι πατέρας. Τώρα αποφάσισε να μου αφαιρέσει την τιμή που χαρίζει η πατρότητα. Δεν θα τα βάλω μαζί Του για ό,τι έχασα. Ας γίνει αυτό που θέλει ο Παντοκράτορας. Εκείνος είναι ο Δημιουργός και εγώ όργανό Του.
Γιατί θα έπρεπε εγώ, όντας δούλος, να αγωνίζομαι μάταια και να καταφέρομαι εναντίον μιας απόφασης, την οποία δεν μπορώ να αλλάξω;
Με τέτοια λόγια, ο δίκαιος πολεμούσε τον διάβολο. Και επειδή ο κακόβουλος εχθρός είδε ότι και πάλι ο Ιώβ ήταν ο νικητής και ότι τίποτα δεν είχε καταφέρει με αυτούς τους πειρασμούς, μηχανεύθηκε να τον πειράξει χτυπώντας το ίδιο του το σώμα.
Του προκάλεσε λοιπόν βαριά μάστιγα ανοίγοντας βαθιές πληγές, που έβγαζαν από μέσα τους σκουλήκια. Κατάφερε έτσι να πετάξει τον άνθρωπο που καθόταν σε θρόνο βασιλικό, πάνω στην κοπριά.
Αυτός όμως, παρόλο που χτυπήθηκε με τόσο αβάσταχτο πλήγμα, έμεινε εδραιωμένος και αμε­τακίνητος. Και ενώ το σώμα του σπάραζε από τους πόνους, εκείνος φύλαγε άσπιλο το θησαυρό της ευσέβειας πού 'χε κρυμμένο στην καρδιά του.
Επειδή λοιπόν ο εχθρός δεν είχε τι άλλο να κάνει, θυμήθηκε εκείνο τον πειρασμό με τον οποίο είχε πρωτοχτυπήσει τον Πρωτόπλαστο στον Παράδεισο. Κατόρθωσε λοιπόν να παρασύρει στην ασέβεια και στη βλασφημία τη γυναίκα του Ιώβ. Μετά προσπάθησε, χρησιμοποιώντας την ως όργανο, να ρίξει σε πειρασμό τον αθλητή.
Εκείνη λοιπόν η γυναίκα, αποκαμωμένη από τη μεγάλη συμφορά, πήγε στον δίκαιο Ιώβ, με κατεβασμένο από τη λύπη το κεφάλι, χτυπώντας απελπισμένα τα χέρια της και απαριθμώντας όλα τα καλά που καθένας τους απολάμβανε στο σπίτι. Στη συνέχεια του μετρούσε μία-μία όλες τις συμ­φορές που τους είχαν βρει και περιέγραφε την κατάντια, στην οποία είχαν τελευταία και οι δυο τους περιπέσει. Έλεγε ειρωνικά και πικρόχολα: «Αυτός είναι ο μισθός που σού 'δωσε ο Θεός για τις πολλές θυσίες που Του έχεις προσφέρει;».
Έλεγε πολλά, όσα συνηθίζουν πολλές φορές να φέρνουν στο στόμα τους οι μικρόψυχες γυ­ναίκες. Χρησιμοποιούσε τέτοια λόγια, που ήταν ικανά να γυρίσουν τα μυαλά κάθε άνδρα και να τον κάνουν να αλλάξει ιδέες και γνώμη.
«Αστεγη, του έλεγε και ζητιάνα γυρίζω εδώ και εκεί. Εγώ που ζούσα βασιλικά, τώρα ξενο­δουλεύω. Αναγκάζομαι να κοιτάζω στα χέρια τις υπηρέτριες, για να δω τι θα μου δώσουν. Ποιά; Εγώ που έτρεφα κάποτε τόσους φτωχούς! Εγώ να ζω τώρα με τις ξένες ελεημοσύνες!».
Τέλος, αφού διέστρεψε ό,τι καλό υπήρχε και το παρουσίασε ως κακό και ασήκωτο, ακόνισε το ξίφος της αντίδρασης και υπέβαλε στον Ιώβ να στραφεί και εναντίον του Δημιουργού. Του είπε δηλαδή να δώσει τέρμα στη ζωή του, αντί να υπομένει τόσα μακροχρόνια δεινά και έτσι να βασανίζει και τον εαυτό του και εκείνη.
Ο Ιώβ όμως φορτίσθηκε από τούτα τα λόγια τόσο, όσο δεν είχε βαρυνθεί από όλες του τις άλλες συμφορές. Και αφού αγρίεψε από το θυμό το βλέμμα του, στράφηκε προς τη γυναίκα του, σαν να είχε μπροστά εχθρό, και της είπε: «Γιατί μίλη­σες σαν άμυαλη γυναίκα; Πάρε πίσω, γυναίκα, τα λόγια σου. Πόσο θα βρίζεις έμενα που είμαι ως ένας μ' εσένα άνθρωπος; Είπες ψέματα.
Κατέκρινες έτσι μ’ αυτά τα λόγια -πράγμα που ποτέ δεν θα τό 'θελε η ψυχή μου- και τη δική μου και τη δική σου τη ζωή. Γιατί τώρα θεωρώ ότι πέσαμε και οι δυο μαζί στην αμαρτία, αφού ο γάμος μας έχει συνδέσει και μας έχει κάνει έναν άνθρωπο. Και εσύ τώρα έπεσες σε βλα­σφημία. Εφόσον έχουμε δεχθεί από τον Θεό τόσα αγαθά, δεν θα υπομείνουμε τώρα και τις συμφορές; Θυμήσου τα αγαθά που έχεις απο­λαύσει μέχρι σήμερα. Φέρνοντας λοιπόν στο νου σου όλα εκείνα, σήκωσε με γενναιότητα τα σημερινά, που είναι τόσο δύσκολα. Κανενός ανθρώπου η ζωή δεν είναι από την αρχή ως το τέλος μέσα στη μακαριότητα. Ένας μονάχα, ο Θεός, παραμένει σε διαρκή και αμετάβλητη μακαριότητα. Εάν εσύ πικραίνεσαι από ό,τι μας βρήκε τώρα, πάρε παρηγοριά από τη σκέψη και την ανάμνηση όλων εκείνων των καλών που μέχρι τώρα έχεις απολαύσει. Τώρα ναι, κλαις, αλλά υπήρξες και ευτυχισμένη. Τώρα ζεις μέσα στη φτώχια, αλλά έζησες και μέσα στα πλούτη. Ούτε και τα νερά των ποταμών δεν είναι πάντα ξάστερα και καθάρια.
Ποτάμι, καθώς λογίζομαι, είναι η ζωή μας. Ποτάμι που ρέει συνεχώς και είναι γεμάτο από αλλεπάλληλα κύματα. Από το δικό μας το ποτάμι ένα μέρος ήδη κύλησε, το άλλο πορεύεται, το τρίτο τώρα μόλις ξεχύνεται απ’ την πηγή, και άλλο, τέλος, πρόκειται αργότερα να τρέξει. Τελικά, θα πορευθούμε για να εκβάλουμε όλοι μέσα στην ίδια θάλασσα του θανάτου. Εφόσον έχουμε τόσα καλά δεχθεί από τον Κύριο, τώρα δεν πρέπει να υπομείνουμε και τα δεινά; Θα αναγκάσουμε τον Θεό να μας χαρίζει συνέχεια στον ίδιο βαθμό τα ίδια αγαθά; Θα κάνουμε εμείς μάθημα στον Θεό πως θα έπρεπε να οικο­νομήσει τη ζωή μας; Εκείνος από τη φύση Του είναι ο Δημιουργός και ο Κυβερνήτης όλων. Εκείνος είναι Πάνσοφος και γνωρίζει ποιο είναι το καλό και τι συμφέρει τα πλάσματά Του. Μην ερευνάς αδιάκριτα την κρίση του Παντοκράτορα. Αποδέξου μόνο με αγάπη ό,τι Εκείνος για σένα οικονομεί. Ό,τι σου δώσει, αυτό και να δεχθείς με ευχαρίστηση και με όλη σου την καρδιά. Απόδειξε, με τον τρόπο που θα δεχθείς τα λυ­πηρά, ότι πράγματι ήσουν άξια για να δεχθείς και τα καλά που έχεις ήδη απολαύσει» (Ιώβ 2, 10).

Μ' αυτά τα λόγια απέκρουσε ο Ιώβ και την καινούργια προσβολή. Έτσι κατάφερε στον διάβολο τελειωτικό πλήγμα και τον καταντρόπιασε. Και τί έγινε μετά; Εξαφανίσθηκε στη στιγμή η αρρώστια από το σώμα του, σαν αυτή νά 'ταν κάτι απλό και περαστικό. Γιατρεύθηκε και έγινε πάλι τόσο καλά, σαν να μην του είχε συμβεί ποτέ τίποτα κακό. Ξανάνιωσε και πάλι το σώμα. Ανθισε πάλι και ομόρφυνε η ζωή του. Διπλάσιος πλούτος απ' όλες τις πηγές ξανάτρεξε στο σπιτικό του. Και έτσι, όχι μόνο εκείνο το ένα μέρος που είχε δεν τό 'χασε, αλλά εισέπραξε και το διπλάσιο, σαν δωρεά και καρπό της υπομονής του.

Αυτό ας μας γίνει μάθημα για να αποκτήσουμε και εμείς ανδρεία ψυχής. Ας μιμηθούμε τον Ιώβ, ο οποίος, όχι μονάχα σε μια στιγμή δυστύχησε και έγινε φτωχός από πλούσιος και άτεκνος από πολύτεκνος, αλλά και έμεινε πνευματικά αναλλοίω­τος καθώς ήταν, διασώζοντας, μετά από όλα αυτά, το φρόνημα της ψυχής, γενναίο και ακμαίο.

Ας κάνουμε και εμείς ό,τι έκανε ο Ιώβ, ο οποίος, ούτε με τους φίλους του που έρχονταν να τον παρηγορήσουν -και αντί γι' αυτό ανακατεύο­νταν στη ζωή του και του έξυναν του πόνου τις πληγές- δεν τα έβαζε. Και γι' αυτό δεν χάλασε τις σχέσεις του μαζί τους.


Πολλές φορές συμβαίνουν ατυχίες και θλίψεις στη ζωή του ανθρώπου, ώστε και μ' αυτές να απο­δειχθεί ποιοί, πλούσιοι ή φτωχοί, είναι στερεωμένοι στην πίστη και δυνατοί. Γιατί και οι δυο αυτές κατηγορίες των ανθρώπων δοκιμάζονται στην υπο­μονή. Στον καιρό μάλιστα των πειρασμών και των θλίψεων, μπορεί να γίνει φανερό κατά πόσο, ο πλούσιος συμπάσχει με τους άλλους. Κατά πόσο δηλαδή ελεεί και αγαπά τους αδελφούς.

Ο φτωχός επίσης κατά πόσο δέχεται τις θλίψεις, ευχαριστώντας τον Θεό και όχι βλασφη­μώντας και αλλάζοντας εύκολα, ανάλογα με τις περιστάσεις, τα φρονήματά του. Ο κυβερνήτης φαίνεται το χειμώνα στις δυσκολίες που συναντά μέσα στα κύματα. Ο αθλητής δείχνει την αντοχή και την τέχνη του στο στάδιο. Ο στρατηγός φαίνε­ται στον πόλεμο. Και ο μεγαλόψυχος φαίνεται στη συμφορά.

Τον χριστιανό όμως τον δοκιμάζει και τον φανερώνει ο πειρασμός. Και όπως οι κόποι των αγώνων χαρίζουν τα στεφάνια στους αθλητές, έτσι και τους χριστιανούς τους πλουτίζει και τους οδη­γεί στην τελείωση η δοκιμασία των πειρασμών. Αυτό βέβαια συμβαίνει όταν κανείς δέχεται με την πρέπουσα υπομονή και την ευχαριστία ό,τι ο Θεός οικονομεί για τη σωτηρία τους, πράγμα που τον οδηγεί στην τελείωση.

Είσαι φτωχός; Μη λυπάσαι αλλά να έχεις την ελπίδα σου στον Θεό. Μήπως δεν βλέπει Εκείνος τη δυσκολία σου; Στα χέρια Του κρατάει την τροφή που σου χρειάζεται. Μειώνει απλά τη μερίδα, για να δοκιμάσει τη σταθερότητά σου και για να επι­βεβαιώσει την πίστη σου. Μήπως δηλαδή αυτή αποδειχθεί όμοια με εκείνη που έχουν οι ακόλα­στοι και οι αγνώμονες. Γιατί και αυτοί, όσο τους τρέφουν, τόσο και κολακεύουν λέγοντας χίλια γλυκόλογα, εξυμνώντας τους τροφοδότες τους. Μόλις όμως χορτάσουν και απομακρυνθούν λίγο από το τραπέζι, αρχίζουν να πετροβολούν με τα κακόλογά τους εκείνους που πριν από λίγο -και για χάρη της ευχαρίστησης του φαγητού- τους προσκυνούσαν.

Ο προφήτης Ηλίας ζούσε στο ορός Κάρμηλο -που είναι βουνό ψηλό και ακατοίκητο- έρημος κι ολομόναχος μέσα στην έρημη γη. Αυτός ο δίκαιος άνθρωπος τα είχε αφήσει όλα για χάρη της ψυχής του και το μόνο εφόδιό του ήταν η ελπίδα του στον Θεό. Ζώντας λοιπόν κατ' αυτό τον τρόπο δεν πέθανε από ασιτία. Αλλά του έφερναν την καθη­μερινή του τροφή και έγιναν διάκονοί του τα πιο αρπακτικά και πολύφαγα πτηνά. Τα πουλιά εκείνα που από τη φύση τους αρπάζουν την τροφή των άλλων. Στην περίπτωση όμως του Ηλία, μετέτρε­ψαν, με εντολή όμως του Θεού, τη φύση τους και αποδείχθηκαν πιστοί φύλακες του ψωμιού και του κρέατος.

Είχε μέσα του επίσης και ο λάκκος της Βα­βυλώνας τον νεαρό Ισραηλίτη, τον προφήτη Δανιήλ που -λόγω της συμφοράς που τον είχε βρει- ήταν αιχμάλωτος κατά το σώμα, αλλά ελεύθερος κατά την ψυχή και κατά το φρόνημα. Και τί συνέβη μ' εκείνον; Τα μεν λιοντάρια, αντίθετα από την φυ­σική τους κατάσταση, νήστευαν, ο Δανιήλ όμως δεχόταν την τροφή του από τον αέρα, με τον προφήτη Αββακούμ, τον οποίο μετέφερε -μαζί με την ανθρώπινη τροφή- Αγγελος Κυρίου. Για να μη στερηθεί λοιπόν την τροφή και για να μην πεινάσει ο δίκαιος Δανιήλ, πέρασε ο προφήτης Αββακούμ -μέσα σε δευτερόλεπτα- πετώντας πάνω από τόσους τόπους και θάλασσες, απόσταση δηλαδή που είναι όση και αυτή μεταξύ Ιουδαίας και Βαβυλώνας (Δαν. 3, 30-38).

Τί συνέβη επίσης με τον Ισραηλιτικό λαό, που οδηγούσε ο Μωυσής στην έρημο; Πώς οικονομήθη­καν οι ανάγκες τους σαράντα χρόνια; Δεν υπήρχε εκεί κανένας που να έσπερνε, ούτε είχαν βόδια για να σύρουν το αλέτρι, ούτε αλώνι για τους καρ­πούς, ή λινό για τα σταφύλια, αλλά ούτε και καμιά άλλη αποθήκη. Τρέφονταν όλοι με φαγητό που δεν προερχόταν από σπορά και γεωργία. Και το νερό που έπιναν και αυτό έβγαινε από μια πέτρα. Και ούτε έτρεχε αυτό από πάντα, αλλά ανέβλυσε όταν προέκυψε η συγκεκριμένη ανάγκη.

Και συ λοιπόν τώρα, αδελφέ μου, έχε υπομο­νή στις συμφορές που σε βρήκαν. Πρόσεξε μήπως από τη φουρτούνα χάσεις την ειρήνη σου. Φρόντισε να μην πετάξεις το σταυρό σου, ο οποίος θα σε οδηγήσει στην απόκτηση της αρετής. Σαν βαρύτιμο θησαυρό κράτησε μέσα σου την ευχαριστία. Και τότε θα δεχθείς και συ διπλάσιο καρπό γι' αυτή την ευχαριστία σου. Θα σου χαρισθεί η απόλαυση των αγαθών και η ανάπαυση. Καρτερικός δεν είναι εκείνος που στερείται τα απαραίτητα και κατ' ανάγκη υπομένει, αλλά εκείνος που, ενώ τα έχει όλα με αφθονία, τον βρίσκουν ξαφνικά πολλές συμφορές και τις σηκώνει αδιαμαρτύρητα.
Είσαι άρρωστος; Να είσαι χαρούμενος. Γιατί «εκείνον που αγαπά ο Κύριος, τον παιδαγωγεί» (Εβρ. 12, 6). Είσαι φτωχός; Να ευφραίνεται η ψυχή σου, γιατί σε περιμένουν τα αγαθά του φτω­χού Λαζάρου. Σε συκοφαντούν και σε κακομε­ταχειρίζονται για το Όνομα του Χριστού; Είσαι μακάριος, γιατί η καταισχύνη σου θα μετατραπεί σε δόξα αγγελική. Είσαι δούλος; Ευχαρίστησε τον Θεό και έτσι θα έχεις μαζί σου πάντα Εκείνον που ταπεινώθηκε περισσότερο από όλους τους ανθρώπους. Ευχαρίστησέ Τον, γιατί είσαι σε κα­λύτερη κατάσταση από κάποιον άλλο, γιατί ούτε σε καταναγκαστικά έργα σε έστειλαν, ούτε σε μαστιγώνουν.

Αν θελήσεις, θα βρεις αμέτρητους λόγους για τους οποίους πρέπει να ευχαριστείς τον Θεό. Σε ξυλοδέρνουν άδικα; Να χαίρεσαι με τη σκέψη της μέλλουσας ελπίδας. Δίκαια καταδικάσθηκες; Και πάλι να ευχαριστείς.

Αν θα φέρναμε στο νου μας τα κατορθώματα ανθρώπων της αρχαίας εποχής, όπως ορισμένων ποιητών ή συγγραφέων —παρόλο που αυτοί δεν ήταν χριστιανοί- και αν ακολουθούσαμε το παράδειγμα και τους λόγους τους, ακόμα κι απ' αυτούς θα είχαμε μεγάλο κέρδος.

Κάποτε, για παράδειγμα, έβριζε ένας άνθρω­πος της αγοράς τον Περικλή. Αυτός όμως δεν του έδινε καμιά σημασία. Αυτό κράτησε μια ολόκληρη ημέρα. Ο ένας έβριζε ασταμάτητα και τον βύθιζε σε πλήθος από κατηγορίες και ο άλλος δεν έδινε καμιά σημασία σε τίποτε από αυτά. Τελικά, όταν βράδιασε και έπεσε το σκοτάδι, τότε αποφάσισε και ο υβριστής να σταματήσει. Τότε λοιπόν, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, ο Περικλής τον ξε­προβόδισε φωτίζοντας το δρόμο του. Έτσι δεν έχασε, με κάποια αντεκδίκηση, το μισθό της υπο­μονής του.

Κάποτε άλλοτε, κάποιος έπεσε πάνω στον Σωκράτη και τον χτύπησε αλύπητα. Αυτός όμως δεν αντέδρασε, αλλά άφηνε να τον χτυπά, μέχρι που να ξεσπάσει όλη η οργή του. Τον χτύπησε μάλιστα σε τέτοιο σημείο, ώστε πρήσθηκε από τις πληγές ολόκληρο το πρόσωπό του. Μόλις εκείνος σταμάτησε να τον χτυπά, ο Σωκράτης, καθώς λένε, δεν του είπε τίποτα περισσότερο, παρά μονάχα έγραψε στο μέτωπό του -όπως συνήθιζαν τότε να γράφουν πάνω στα αγάλματα- το όνομα εκείνου που τον είχε φέρει σ' αυτή την κατάσταση: Ο τάδε με έκανε έτσι. Και αυτή ήταν μονάχα η αντίδραση και η άμυνά του.

Τον Ευκλείδη επίσης, κάποιος από τα Μέ­γαρα που θύμωσε μαζί του, τον απειλούσε με όρκο ότι θα τον σκότωνε. Τότε και εκείνος έκανε έναν άλλο όρκο. Ορκίσθηκε να τον κάνει να χάσει αυτή την οργή που είχε εναντίον του και να ξαναγίνουν φίλοι.

Σ' έναν γνωστό του Πυθαγόρα επίσης, τον Κλείνιο -ο οποίος βέβαια τον είχε μιμηθεί με κόπους και θυσίες— συνέβη κάτι που ακόμα και σήμερα στους χριστιανούς δύσκολα θα το συνα­ντούσαμε. Τί συνέβη λοιπόν σ’ αυτό τον άνθρωπο; Επειδή του ζητούσαν να ορκισθεί ότι θα δώσει οπωσδήποτε τρία τάλαντα, για να αποφύγει κάποια ζημιά που επρόκειτο να του κάνουν, εκείνος έδωσε περισσότερα από όσα του ζητούσαν. Κι αυτό δεν το έκανε ειρωνικά ή για να τους ξεγελάσει, αλλά το έκανε με την πρόθεση να τηρήσει την υπόσχεσή του. Γιατί, καθώς νομίζω, θα είχε ακούσει την εντολή εκείνη, η οποία και σήμερα μας απαγορεύει τον όρκο.

Να μιμηθείς λοιπόν τον Κλείνιο και τον Ευ­κλείδη στην τήρηση των εντολών, ώστε να ενεργείς καθώς και εκείνοι. Να εύχεσαι δηλαδή και εσύ για εκείνους που σε καταδιώκουν και να μην τους καταριέσαι. Γιατί, αν δεν είχε αυτός ασκηθεί από πριν σ' αυτά που τώρα και εγώ σας διδάσκω, δεν θα ήταν σε θέση να τα υπερβεί σαν τιποτένια και ασήμαντα.

Ας είναι μόνιμος σύντροφός σου, σαν άλλο φως και καθαρή διόπτρα, η εντολή του Θεού. Αυτή ας σου χαρίζει παντού και πάντα τη δωρεά της διάκρισης των περιστάσεων. Αυτή ας επο­πτεύει τον ορίζοντα της ψυχής σου για να σου φανερώνει την πραγματική και αληθινή κατάσταση των πραγμάτων και των περιστάσεων, που κάθε φορά θα αντιμετωπίζεις. Γιατί αυτή, ό,τι και να συμβεί, δεν θα σ’ αφήσει να χάσεις τη δύναμη και την ειρήνη της ψυχής σου.

Παράλληλα, να είσαι πάντοτε πνευματι­κά προετοιμασμένος, ώστε να αντιμετωπίζεις με ανδρεία και να υπομένεις με καρτερία, σαν σκόπελο που ξαφνικά ορθώνεται στο δρόμο σου, τις προ­σβολές των βίαιων κυμάτων και πνευμάτων, με τη Χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων.
Μαρία
 

Re: ΛΟΓΟΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Unread postby Μαρία » Tue Aug 23, 2016 12:49 pm

Κατά οργιζομένων

«… Ο θυμός κάνει τις γλώσσες αχαλίνωτες και τα στόματα απύλωτα. Ασυγκράτητα χέρια, βρισιές, κοροϊδίες, κακολογίες, πληγές και άλλα αναρίθμητα κακά προέρχονται από την οργή και το θυμό. Εξαιτίας του θυμού, ξίφη ακονίζονται, δολοφονίες τολμώνται, αδέρφια χωρίζουν και συγγενείς ξεχνούν τον συγγενικό δεσμό τους. Οι οργισμένοι αγνοούν πρώτα τους εαυτούς τους κι έπειτα όλους τους οικείους. Όπως οι χείμαρροι παρασύρουν κατεβαίνοντας το καθετί, έτσι και η βίαιη κι ασυγκράτητη ορμή των οργισμένων δεν υπολογίζει τίποτα. Οι θυμωμένοι δεν σέβονται τους γέροντες, την ενάρετη ζωή, τη συγγένεια, τις προηγούμενες ευεργεσίες, ούτε τίποτ’ άλλο σεβαστό και έντιμο. Ο θυμός είναι μια πρόσκαιρη τρέλα...

Ποιος θα μπορούσε να περιγράψει αυτό το κακό; Πως μερικοί είναι τόσο ευέξαπτοι, που με την παραμικρή αφορμή θυμώνουν; Φωνάζουν και αγριεύουν και ορμούν πιο αδίσταχτα κι από τα άγρια θηρία. Δεν σταματούν προτού ξεθυμάνει η οργή τους σ’ ένα μεγάλο και ανεπανόρθωτο κακό. Ούτε το σπαθί ούτε η φωτιά ούτε κανένα άλλο φόβητρο είναι ικανό να συγκρατήσει την ψυχή που έγινε μανιακή από την οργή. Οι οργισμένοι δεν διαφέρουν από τους δαιμονισμένους σε τίποτα, ούτε στην εξωτερική μορφή ούτε στην εσωτερική κατάσταση…
Μην προσπαθείς να θεραπεύσεις το ένα κακό με άλλο κακό. Μην επιχειρείς να ξεπεράσεις τον αντίπαλο στις συμφορές. Γιατί στους κακούς ανταγωνισμούς ο νικητής είναι αθλιότερος, αφού αποχωρεί με τη μεγαλύτερη ευθύνη της αμαρτίας. Σ’ έβρισε ο οργισμένος; Σταμάτησε το πάθος με τη σιωπή…
Σε ονόμασε άσημο και άδοξο ο οργισμένος αντίπαλός σου; Εσύ σκέψου ότι είσαι «χώμα και στάχτη» (Γεν. 18,27). Γιατί δεν είσαι ανώτερος από τον Αβραάμ, που ονόμαζε έτσι τον εαυτό του. Σε ονόμασε αγράμματο και φτωχό και τιποτένιο; Εσύ σκέψου ότι είσαι σκουλήκι και ότι προέρχεσαι από την κοπριά, όπως γράφει ο Δαβίδ (Ψαλμ. 21,7). Πρόσθεσε σ’ αυτά και το παράδειγμα του Μωυσή που όταν τον έβρισαν ο Ααρών και η Μαριάμ, δεν παραπονέθηκε στο Θεό εναντίον τους, αλλά προσευχήθηκε γι’ αυτούς (Αριθ. 12, 1-13)…
Αλλά κι αν ο αντίπαλός σου σε αποκαλέσει ανόητο και αγράμματο, θυμήσου τις βρισιές των Ιουδαίων εναντίον της αληθινής Σοφίας: «Είσαι Σαμαρείτης και δαιμονισμένος» (Ιω. 8,48)… Σε ράπισε ο αντίπαλος; Σκέψου ότι και τον Κύριο ράπισαν. Σ’ έφτυσε; Σκέψου ότι και τον Κύριό μας έφτυσαν. Και μάλιστα δεν έκρυψε το πρόσωπό του για ν’ αποφύγει τον εξευτελισμό από τα φτυσίματα. Συκοφαντήθηκες; Το ίδιο έπαθε κι ο Κύριος. Σου ξέσκισαν τα ρούχα; Αφαίρεσαν και του Κυρίου τα ενδύματα οι στρατιώτες και τα μοίρασαν μεταξύ τους (Ιω. 19,24). Εσύ όμως δεν καταδικάστηκες ακόμα. Ούτε σταυρώθηκες. Πολλά σου λείπουν για να μιμηθείς τον Κύριο… Ήρεμα ανέχθηκε το ράπισμα του δούλου. Ο Δεσπότης και Δημιουργός τ’ ουρανού και της γης. Αυτός που προσκυνείται απ’ ολόκληρη την ορατή και αόρατη κτίση. Αυτός που «συγκρατεί το σύμπαν με τη δύναμη του λόγου Του» (Εβρ. 1,3), δεν επιτρέπει ν’ ανοίξει η γη και να καταπιεί ζωντανό τον ασεβή δούλο ούτε τον στέλνει στον άδη, αλλά τον νουθετεί και τον διδάσκει: «Αν είπα κάτι κακό, πες ποιο ήταν αυτό. Αν όμως μίλησα σωστά, γιατί με χτυπάς;» (Ιω. 18,23).
…Όταν νιώσεις τον πειρασμό να βρίσεις, σκέψου ότι δοκιμάζεσαι. Θα πάς με το μέρος του Θεού, δείχνοντας μικροθυμία, ή θα τρέξεις προς το διάβολο, δείχνοντας την αγαθή μερίδα; Γιατί ή θα ωφελήσεις και τον αντίπαλο ακόμα με το παράδειγμα της πραότητός σου ή θα ζημιωθείτε κι οι δύο με τον εγωισμό σου…
Δυο πράγματα κι εσύ ν’ αποφεύγεις: Να μη θεωρείς τον εαυτό σου άξιο για επαίνους και να μη νομίζεις κανέναν κατώτερό σου. Με τον τρόπο αυτό ποτέ δεν θ’ ανάψει μέσα σου ο θυμός για τις προσβολές που σου γίνονται… Το θυμό σου να τον στρέφεις εναντίον του ανθρωποκτόνου διαβόλου, που είναι ο πατέρας του ψεύδους και ο πρόξενος κάθε αμαρτίας. Να είσαι όμως σπλαχνικός με τον αδελφό σου, γιατί αν συνεχίσει ν’ αμαρτάνει, θα παραδοθεί στο αιώνιο πυρ μαζί με το διάβολο. Όπως διαφέρουν οι λέξεις θυμός και οργή, έτσι διαφέρουν και οι σημασίες τους. Θυμός είναι μια έντονη έξαψη κι ένα ξέσπασμα του πάθους. Ενώ οργή είναι μια μόνιμη λύπη και μια διαρκής τάση για εκδίκηση, σαν να φλέγεται η ψυχή από τον πόθο ν’ ανταποδώσει το κακό. Οι άνθρωποι αμαρτάνουν και με τις δυο καταστάσεις. Άλλοτε ορμούν απερίσκεπτα να χτυπήσουν όσους τους προκάλεσαν και άλλοτε καιροφυλακτούν δόλια να εκδικηθούν όσους τους λύπησαν. Εμείς και τα δυο πρέπει να τ’ αποφεύγουμε…
… Αν συνηθίσεις να είσαι ο έσχατος, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου («Όποιος θέλει να είναι ο πρώτος, θα πρέπει να γίνει ο τελευταίος απ’ όλους / Μαρκ. 9,35), υπάρχει περίπτωση ν’ αγανακτήσει στις άδικες κατηγορίες; Όταν σε βρίζει ένα μικρό παιδί, θεώρησε τα λόγια του σαν αφορμή για γέλιο. Αλλά κι όταν κανείς μεγάλος κυριευθεί από μανία και ξεστομίζει ατιμωτικά λόγια, να τον θεωρείς άξιο συμπάθειας μάλλον παρά μίσους. Δεν είναι τα λόγια που μας λυπούν. Είναι η υπεροψία μας απέναντι στον υβριστή και η μεγάλη ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας. Αν λοιπόν αφαιρέσεις από μέσα σου αυτά τα δυο, τότε τα λόγια μόνα τους είναι ένας κούφιος θόρυβος…
Αν με τη σύνεση μπορέσεις να κόψεις την πικρή ρίζα του θυμού, θα ξεριζώσεις μαζί της πολλά άλλα πάθη. Γιατί η δολιότητα, η υποψία, η θρασύτητα, η απιστία, η κακοήθεια, η επιβουλή και όλα τα συγγενικά πάθη είναι γεννήματα αυτής της κακίας. Ας μην κρύβουμε μέσα μας ένα τόσο μεγάλο κακό. Είναι αρρώστια της ψυχής, σκοτείνιασμα του νου, αποξένωση από το Θεό, αιτία φιλονικίας, αφορμή συμφοράς, πονηρό δαιμόνιο που κυριαρχεί στην ψυχή και αποκλείει την είσοδο του Αγίου Πνεύματος. Γιατί όπου είναι έχθρες, φιλονικίες, θυμοί, φατρίες, διαμάχες, που διαρκώς ταράζουν την ψυχική γαλήνη, εκεί το πνεύμα της πραότητος δεν αναπαύεται.
Ας συμμορφωθούμε, λοιπόν, με την εντολή του αποστόλου Παύλου, «Διώξτε μακριά σας κάθε δυσαρέσκεια, θυμό, οργή, κραυγή, κατηγόρια, καθώς και κάθε άλλη κακότητα» (Εφ. 4,31), και ας περιμένουμε την εκπλήρωση της υποσχέσεως που έδωσε ο Κύριος στους πράους: «Μακάριοι είναι οι πράοι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη της επαγγελίας» (Ματθ. 5,5).
Μαρία
 


Return to ΘΕΜΑΤΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 2 guests

cron