Ο Προτεσταντισμός
Αρχιμ. Αθανασίου Μυτιληναίου
Τι είναι αίρεσις
Είχαμε αναφερθή την περασμένη φορά εις το θέμα γενικά της αιρέσεως. Αλλά τίθεται το ερώτημα: Τι είναι αίρεσις;
Αίρεσις είναι η λογική ερμηνεία του δόγματος∙ δηλαδή είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήση το μυστήριον του Θεού. Και όταν προσπαθή ο άνθρωπος να το κατανοήση, θέλει να το κατατάξη μέσα εις τα λογικά κατηγορήματα∙ δηλαδή θέλει να λογικοποιήση κάτι που είναι πέρα από την λογική. Στην προσπάθεια του όμως να λογικοποιήση, να κάνη λογικό δηλαδή, εκείνο το οποίον δεν μπαίνει μέσα στα στενά όρια της λογικής, κατ' ανάγκην θα ξεφύγη∙ κι αφού θα ξεφύγη, αυτό είναι αίρεσις. Ώστε λοιπόν αίρεσις πάντοτε είναι η λογικοποίησις του λόγου του Θεού, της αποκαλύψεως επειδή πάντα, επαναλαμβάνω, η αποκάλυψις είναι υπέρ λόγον, είναι πιο πάνω από την λογική.
Ο Θεός, επί παραδείγματι, λέγει στον Αβραάμ: «Θα γεννήσεις παιδί τώρα που είσαι εκατό χρονών.» Αν ο Αβραάμ βάλη την λογική, θα πη: «Πως είναι δυνατόν αυτό να γίνη;». Και από τη στιγμή που θα βάλη την λογική, θα λογικοποιήση δηλαδή αυτό που του αποκαλύπτεται, αμέσως θα το απορρίψη και θα πη: «Δεν είναι δυνατόν είμαι εκατό χρονών!». Όταν όμως πη «Εγώ μεν δεν το καταλαβαίνω∙ αλλά, αφού το λέγει ο Θεός, το πιστεύω όπως είναι, το αφήνω λοιπόν όπως είναι.», από την στιγμή εκείνη και πέρα μένει στην ορθήν πίστιν. Όταν λοιπόν το λογικοποιήση, τότε θα το απορρίψη ή θα το διαστρέψη, θα το αλλάξη, θα το τροποποιήση από τη στιγμή εκείνη είναι εις το χώρο της αιρέσεως.
Διάβολος και ανθρώπινος εγωισμός: οι γεννήτορες της αιρέσεως.
Ποιος γεννά την αίρεσι; Δύο πράγματα: ο Διάβολος και ο εγωισμός του ανθρώπου.
Ο Διάβολος είναι ο σπορεύς των ζιζανίων της παραβολής των ζιζανίων, που ελέγαμε την περασμένη φορά. Όπως είπαμε, είναι η μέθοδος του, η μέθοδος της νοθείας. Μετά τον Σταυρόν και την Ανάστασιν ο Διάβολος πλέον μετέρχεται την μέθοδον της νοθείας, δηλαδή της αποκλίσεως από την αλήθειαν, δηλαδή την αίρεσιν.
Ο Διάβολος δεν αρνείται, αλλά τροποποιεί. Αυτή είναι η μέθοδος του η συστηματική, που σε κάθε εποχή θα πάρη λεπτάς αποχρώσεις∙ ωστόσο όμως βασικά πάντα θα μένη η ίδια μέθοδος, από την εποχή του Σταυρού και της Αναστάσεως μέχρι και σήμερα. Αυτή η μέθοδος της νοθείας είναι ο καρπός αυτού του διαβολικού φθόνου και της διαβολικής κακίας.
Ο ανθρώπινος εγωισμός ομοίως γεννά την αίρεσιν. Και γεννάται η αίρεσις είτε υπό την μορφήν της υπερηφανείας, εκ μέρους του ανθρώπου, είπε υπό την μορφήν της εμμονής εις τον διεφθαρμένον βίον. Τόσο την υπερηφάνεια, όσο και τον διεφθαρμένο βίον, ο Διάβολος τα εκμεταλλεύεται, τα καθιστά όργανα εις τα χέρια του, και έτσι, έχοντας όργανα τους διεφθαρμένους και τους υπερηφάνους ανθρώπους, διαδίδει μίαν αίρεσιν του.
Ο διεφθαρμένος βίος αιτία αιρέσεως
Δια την περίπτωσιν του διεφθαρμένου βίου. Λέγει ο Κύριος: «Εάν τις θέλη το θέλημα αυτού ποιείν, δηλαδή του Θεού, γνώσεται περί της διδαχής, πότερον εκ του Θεού έστιν η εγώ απ' εμαυτού λαλώ.» 1 Εάν λέγει, κάποιος θέλη να κάνη το θέλημά του Θεού να τηρήση το θέλημα του Θεού, να αποφύγη την αμαρτία και να τηρήση όλες τις εντολές του Θεού, τότε -προσέξτε παρακαλώ να δήτε θαυμάσιον κριτήριον που θέτει ο Κύριος, κριτήριον διακρίσεως - τότε αυτομάτως θα παραδεχθή ότι ο Ιησούς Χριστός είναι αληθινός. Και όταν δεχθή ότι ο Χριστός είναι αληθινός, δηλαδή Θεάνθρωπος, τότε βεβαίως δεν κινδυνεύει να πέση σε καμμίαν απόκλισιν, σε καμμίαν αίρεσιν. Πότε; Όταν θα τηρήση απολύτως το θέλημα του Θεού, συνεπώς όταν είναι ο αγνός και ο καθαρός άνθρωπος.
Δεν έχει λόγους αποκλίσεως, αγαπητοί μου, ο αγνός και καθαρός άνθρωπος∙ μόνον ο διεφθαρμένος άνθρωπος έχει λόγους να τροποποιήση τα δόγματα. Τι θα ενδιέφερε, επί παραδείγματι, τον αγαθόν άνθρωπον, τον τηρούντα τα εντολάς του Θεού, εάν υπάρχη η δεν υπάρχη Κόλασις; Δεν τον ενδιαφέρει διότι σκέπτεται ότι δεν είναι εργάτης του σκοταδιού, δεν είναι εργάτης της γεένης, της Κολάσεως, και συνεπώς δεν έχει λόγους ν' αρνηθή την Κόλασι. Ποιος είναι εκείνος που θα αρνηθή την Κόλασιν; Ο διεφθαρμένος άνθρωπος. Γι' αυτό βλέπετε ότι ο διεφθαρμένος άνθρωπος εισάγει αίρεσιν∙ και σου λέγει: «Και ποιος τα είδε αυτά...και ποιος τα ξέρει... Δεν βαριέσαι... Μπα! γιατί; Ο Θεός πρέπει να είναι πολύ αγαθός∙ τόσο, που δεν θα πρέπει να υπάρχη Κόλασις.» και άλλα πολλά. Τα βγάζει με το μυαλό του. Όλα αυτά τα υπαγορεύει, όπως σας είπα, ο διεφθαρμένος βίος.
Η υπερηφάνεια αιτία αιρέσεως
Αλλά και δια την υπερηφάνειαν. Λέγει ο απόστολος Παύλος προς τον Τίτον. «Αιρετικόν άνθρωπον μετά μία και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ως αυτοκατάκριτος.»2 όταν λέγη ο Απόστολος στην επιστολή του προς τον Τίτον «Θα πης μία φορά, δυο φορές σ' έναν αιρετικό να αφήση την αίρεσί του. Μην επιμείνης περισσότερο∙ αυτός ο άνθρωπος έχει διαστραφή.» τι εννοεί; που είναι τώρα το θέμα; Είναι στην ψυχήν∙ είναι η υπερηφάνεια. Και όταν λέγη ο απόστολος Παύλος μια και δύο φορές, ότι παραπάνω, εννοεί ότι η υπηρηφάνεια, εάν δεν είναι αθεράπευτον πάθος, τουλάχιστον είναι δυσθεράπευτον πάθος. Και η υπερηφάνεια των ανθρώπων πολλάκις δημιουργεί την αίρεσιν∙ η φιλοδοξία των δηλαδή, το πως οι άνθρωποι, για να φανούν ότι διακρίνονται από τους άλλους, επιζητούν μίαν δόξαν, έστω και ηροστράτειον.
Ξέρετε ποια είναι η ηροστράτειος δόξα; Κάποιος άσημος άνθρωπος, ονόματι Ηρόστρατος, την νύχτα που εγεννάτο ο μέγας Αλέξανδρος, έβαζε φωτιά εις τον ναόν της Αρτέμιδος στην Έφεσο, γιατί μέσα του εφλέγετο από την επιθυμία να μείνη το όνομά του στην Ιστορία! Και τότε μάλιστα, όταν τον συνέλαβαν, θέλησαν να μη γραφή το όνομά του πουθενά για να μην πραγματοποιηθή αυτό το οποίον εζητούσε., Αλλά τελικά έμεινε το όνομά του εις την Ιστορίαν έμεινε ως ηροστράτειος δόξα∙ δηλαδή θέλησε να δοξασθή με το κακόν.
Βλέπετε ότι μέσα στον άνθρωπο υπάρχει αυτή η τάσι να θέλη να δοξασθή, η υπερηφάνεια, και δεν τον ενδιαφέρει αν εισάγη και αίρεσιν! Και γενικά ο άνθρωπος ο υπερήφανος θέλει να μένη σ' εκείνο που καταλαβαίνει, και όχι σ' εκείνο το οποίον λέγει ο λόγος του Θεού.
Η αίρεσις διακρίνεται σε τρεις τομείς
Δυνάμεθα, αγαπητοί μου, να διακρίνωμε ακόμη τις αιρέσεις, όχι μόνο περιοριζόμενοι εις τον τομέα της πίστεως, δηλαδή στον δογματικό τομέα, αλλά και εφ' ολοκλήρου του Ευαγγελίου. Έτσι, αν θα θέλαμε να δούμε γενικά την αίρεσι, θα μπορούσαμε να ειπούμε ότι την διακρίνουμε σε τρεις μορφές.
Η πρώτη μορφή είναι η δογματική όταν δηλαδή η απόκλισις, η αίρεσις, αναφέρεται εις το δόγμα, εις την αποκεκαλυμμένην αλήθειαν, η οποία είναι υπέρ νουν. Αναφέρεται σε ό,τι βεβαίως ο Θεός αποκαλύπτει∙ πρωτίστως και κυρίως όμως, κυριώτατα θα έλεγα, αναφέρεται εις το δόγμα της Αγίας Τριάδος και εις το δόγμα το Χριστολογικόν, δηλαδή εις ότι αναφέρεται εις τον Χριστόν, αλλά και γενικά σε κάθε δόγμα που η Αγία Γραφή, ο λόγος του Θεού μας αποκαλύπτει.
Δεύτερον∙ είναι ο τομεύς της ηθικής. Εις αυτόν τον τομέα ανήκουν αποκλίσεις ως προς τον ηθικόν νόμον του Ευαγγελίου. Όταν, επί παραδείγματι, λέγη ο λόγος του Θεού «ου κλέψεις», και λέγει ο άνθρωπος στον εαυτόν του, αλλά το λέγει και έξω, «Δούλεψε να φας και κλέψε να ‘χης», αυτό είναι αίρεσις. Όταν λέγη ο λόγος του Θεού «ου πορνεύσεις», και λέγουν οι άνθρωποι «Ω, ο άνθρωπος είναι πλασμένος να ζη γενετήσια εκτός και εντός του γάμου», αυτό είναι αίρεσις. Εκείνοι οι οποίοι υποστηρίζουν δηλαδή γενετησίους σχέσεις προ του γάμου είναι αιρετικοί ως προς τον ηθικόν τομέα του Ευαγγελίου.
Και τρίτον∙ είναι ο κοινωνικός τομεύς. Εις αυτόν τον τομέα, τον κοινωνικόν, ανήκουν οι κοινωνικές αντιλήψεις των διαφόρων κοινωνιολογικών συστημάτων περί κατανομής και απολαύσεως των υλικών αγαθών. Όταν, επί παραδείγματι, ισχυρίζονται οι άνθρωποι και λέγουν «Ο Παράδεισος είναι εδώ στη γη∙ δεν υπάρχει άλλος Παράδεισος. Η. επί, τέλους, κι αν υπάρχη άλλος παράδεισος, δεν μας ενδιαφέρει. Εδώ λοιπόν είναι ο Παράδεισος, με την υλιστική του μορφή∙ τι θα φας, τι θα πιής, τι θα απολαύσης», αυτό είναι αίρεσις εις τον κοινωνικόν τομέα.
Μην ξεχνάμε δε - πολλάκις σας το έχω τονίσει αυτό αναλύοντες το Κατά Λουκάν ευαγγέλιον, που είναι κυρίως το ευαγγέλιων της Βασιλείας του Χριστού, και πολλάκις μας εδόθη η ευκαιρία να το ιδούμε- ότι η Βασιλεία του Θεού δεν είναι πόσις και βρώσις 3, και ότι όλα τα κοινωνικά συστήματα κατά κανόνα ως επίγεια συστήματα, δεν αποβλέπουν παρά στο πως να βελτιώσουν την ζωή των ανθρώπων∙ και συνεπώς, είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, θέλουν να μεταφέρουν τον Παράδεισον επί της γης.
Και δεν εννοώ βεβαίως εκείνο που λέγει ο λόγος του Θεού, «δικαιοσύνην μάθετε, οι ενοικούντες επί της γης» 4 Άπαγε! Δεν εννοώ αυτό. Βεβαίως πρέπει να υπάρχη μία δικαιοσύνη πάνω στη γη και να μην υπάρχη εκείνο που λέγει ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους, «ος μεν πεινά, ος δε μεθύει» 5, ο ένας από δω πεινάει, κι ο άλλος από κει μεθάει. Κι εκείνος που μεθάει είναι γιατί έχει επάρκεια τροφίμων, γι' αυτό και μεθά∙ ενώ ετούτος από δω πεινά, και όχι μόνον δεν έχει την επάρκεια να μεθύση, αλλά δεν έχει καν να χορτάση το στομάχι του.
Δεν θα ‘θελα ποτέ να πω, αγαπητοί μου, να υπάρχη αυτή η ανισότης∙ όχι να φυλάξη ο Θεός! αλλά η ισότης να απορρέη όμως από την αντίληψη που θα είχαν οι άνθρωποι ότι μεταξύ των είναι αδελφοί και είναι εικόνες του Θεού. Δυστυχώς όμως οι άνθρωποι τέτοια πράγματα δεν τα καταλαβαίνουν∙ δημιουργούν κοινωνικά συστήματα, τα επιβάλλουν δια της βίας, και κατά κανόνα τα κοινωνικά αυτά συστήματα δεν αποβλέπουν παρά μόνο στο να μεταφέρουν τον Παράδεισον επί της γης και μάλιστα στην όσο μπορούν περισσότερο και περισσότερο υλιστική του μορφή.
Ομοίως, εις τον τομέα τον κοινωνικόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι μία αίρεσις -γιατί δεν είναι φυσικά μόνον ότι ο Παράδεισος είναι υλικός ε;- είναι και οι φυλετικές διακρίσεις. Όταν, επί παραδείγματι, λέγω ότι ο λευκός είναι ανώτερος του μαύρου, αυτό δεν είναι παρά αίρεσις. Διότι όταν λέγη ο λόγος του Θεού ότι δεν υπάρχει Έλλην και βάρβαρος και Σκύθης ή μορφωμένος και αμόρφωτος ή πολιτισμένος και απολίτιστος, «αλλά τα πάντα και εν πάσι Χριστός» 6 και ότι όλοι εξ ενός αίματος επλάσθημεν, όπως λέγει ο απόστολος Παύλος, «εξ ενός αίματος ο Θεός έπλασε παν έθνος ανθρώπων» 7 τι σημαίνουν όλα αυτά; Δεν σημαίνουν πάρα ότι εκείνος που λέγει ότι υπάρχουν διακρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, αυτός είναι αιρετικός ως προς το Ευαγγέλιο στο τομέα τον κοινωνικό.
Σας τα λέγω λίγο γρήγορα, γιατί κι άλλοτε τα είχαμε πει αυτά και θέλω να προχωρήσω σε άλλα πολύ σπουδαιότερα θέματα, σε άλλα σημεία.
Τα όπλα της Εκκλησίας κατά των αιρέσεων
Εις όλην αυτήν την κατάστασιν, έναντι δηλαδή των αιρέσεων, η Εκκλησία τι μέτρα έχει λάβει; Κυρίως η Εκκλησία αντέταξε, αγαπητοί μου, τρία όπλα:
το πρώτο είναι το Επισκοπικόν αξίωμα,
το δεύτερον είναι ο Κανών της Καινής Διαθήκης και
το τρίτον είναι ο Κανών της Πίστεως η της Αληθείας, η το Σύμβολον της Πίστεως όπως λέγεται.
Με το πρώτο, το Επισκοπικόν αξίωμα, η Εκκλησία προσπαθεί να αποδείξη ανά πάσα στιγμή την ακατάπαυστον διαδοχήν της Ιεροσύνης, λέγοντας ότι ο σημερινός επίσκοπος είναι χειροτονημένος από τον προηγούμενον επίσκοπον, ο προηγούμενος από τον πιο προηγούμενον και ούτω καθ' εξής. Φθάνομε έτσι, με καταλόγους που πάντοτε η Εκκλησία διατηρούσε εις τα αρχεία της εις τον εκασταχού παρόντα επίσκοπον. Κυρίως έχουν διασωθή τα αρχεία: Ρώμης, Αντιοχείας, Κωνσταντινουπόλεως, Ιεροσολύμων , Αλεξανδρείας, των μεγάλων αυτών Πατριαρχείων. Έτσι με τους καταλόγους αυτούς αποδεικνύεται η Αποστολική διαδοχή.
Έτσι παραδείγματι, όταν φθάσωμε διερευνώντας τους καταλόγους εις τον άγιον Πολύκαρπον, ερωτούμε: «Ποιος χειροτόνησε τον άγιον Πολύκαρπον, επίσκοπον Σμύρνης;». Ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής. Τώρα: «Ποιος έστειλε τον άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή;» Ο Κύριος ο ίδιος. Συνεπώς έχομε άμεσον κατά διαδοχήν εξάρτησιν από τον Κύριον. Γι' αυτό και η Εκκλησία λέγεται Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική∙ διότι αντλούμε την Ιεροσύνη μας από τους Αποστόλους, οι οποίοι αντλούν την Ιερωσύνη τους από τον Κύριο.
Ερχόμεθα λοιπόν και λέμε τώρα εις τον αιρετικόν, επί παραδείγματι εις τον Χιλιαστήν: «Που είναι η Ιερωσύνη σας;» Δεν έχουν τίποτα. Έχουν Ιερωσύνη;.... Αυτοί λέγουν και ισχυρίζονται ότι κρατάει η σκούφια τους από την εποχή του Χριστού και των Αποστόλων.... ότι αυτοί κατενόησαν και κατάλαβαν πολύ καλά το Ευαγγέλιο....! Πολύ καλά! Τους λέμε: «Που είναι εκείνοι οι οποίοι στάθηκαν οι πρόγονοι σας τρόπον τινά, οι πνευματικοί σας πρόγονοι μέσα στην Ιστορία, για να σας παραδώσουν εκείνο το οποίον λέτε ότι έχετε ως αληθές; Που είναι; Η ιστορία σας αρχίζει στα 1875. Δεν έχετε καμμία διαδοχή. Λοιπόν - η λυδία λίθος: το Επισκοπικό αξίωμα- είσθε αιρετικοί! Άνευ άλλης συζητήσεως. Είσθε αιρετικοί! Απορρίπτεσθε.»
Πηγαίνομε εις το δεύτερο όπλον της Εκκλησίας∙ είναι ο Κανών της Καινής Διαθήκης. Όπως θα ξέρετε με τον Κανόνα της Καινής Διαθήκης η Εκκλησία επολέμησε τα λεγόμενα ψευδεπίγραφα ή νόθα βιβλία. Ήταν εκείνα τα βιβλία -ευαγγέλια ή επιστολές- που τα έγραφαν αιρετικοί άνθρωποι, για να υποστηρίξουν αιρετικάς θέσεις. Η Εκκλησία μαζεύει τα δικά της τα βιβλία, τα μαντρώνει, τα στοιχοί, τα βάζει τρόπον τινά στην σειρά, και δημιουργεί τον λεγόμενον Κανόνα της Καινής Διαθήκης και λέγει: «Τα βιβλία της Καινής Διαθήκης είναι είκοσι επτά∙ ούτε ένα παραπάνω, ούτε ένα παρακάτω. Εάν τώρα εσύ μου προσάγης και μου λέγης επιχειρήματα από βιβλία τα οποία είναι έξω από τα βιβλία τα είκοσι επτά της Καινής Διαθήκης, σου λέγω: Αυτά δεν έχουν καμμίαν ισχύν. Δεν τα αποδέχομαι∙ είναι αιρετικά.»
Και τέλος είναι το Σύμβολον της Πίστεως ή το Σύμβολον της Αληθείας, η ο Κανών της Πίστεως όπως αλλιώς ονομάζεται -έχει όλες αυτές τις ονομασίες-, που με αυτό η εκκλησία καθώρισε λεπτομερώς και σαφώς δογματικάς θέσεις και αληθείας.
Επί παραδείγματι, όταν προσεβλήθη το δόγμα της Ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού, ότι ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, που προσεβλήθη από τον Άρειον, η Εκκλησία εν Συνόδω και εν Πνεύματι Αγίω καθώρισε και είπε ότι ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα. Αυτό το είπε σε μία διατύπωσι: «Πιστεύω εις έναν Θεόν πατέρα, παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιον του Θεού τον μονογενή τον εκ του Πατρός γεννηθέντα ..., που είναι ομοούσιος με τον Πατέρα...» και λοιπά και λοιπά.
Εδώ βλέπομε ότι καθορίζει η Εκκλησία με σαφήνειαν θέσεις δογματικές, θέσεις αληθείας της Καινής Διαθήκης της Αγίας Γραφής, που προσεβλήθησαν από τους αιρετικούς. Και έτσι σου λέγει: «Πες το Σύμβολον της Πίστεως, να δω αν είσαι αιρετικός ή δεν είσαι. Εάν δεν πιστεύης ότι ο Χριστός είναι Θεός, τότε βεβαίως δεν θα πης το Σύμβολον της Πίστεως.».
Και, για παράδειγμα σας λέγω∙ πήτε σ' έναν Χιλιαστή να σας πη το Σύμβολο της Πίστεως. Δεν θα σας το πη, γιατί δεν το πιστεύει. Δεν πιστεύει δηλαδή ότι ο Χριστός είναι Υιός του Θεού και είναι ομοούσιος. Πιστεύει ότι είναι κτίσμα ο Χριστός. Αμέσως λοιπόν έχετε την λυδία λίθο.
Για να καταλάβετε αυτό το κριτήριον δεν είναι άλλο τι παρά ό,τι ακριβώς στους χρυσοχόους μία πέτρα που λέγεται λυδία λίθος. Όταν του πάτε εσείς του χρυσοχόου έναν χρυσούν κόσμημα να του το πωλήσετε και του λέτε ότι είναι είκοσι τεσσάρων καρατίων, δεν πείθεται εκείνος αν είναι είκοσι τεσσάρων ή είκοσι ή δεκαοχτώ∙ δεν πείθεται∙ παίρνει το κόσμημα σας το τρίβει επάνω σ' αυτήν την πέτρα, βάζει ένα οξύ και βλέπει. Σκούριασε; Σκοτείνιασε; Ή όχι; Εάν σκοτείνιασε, κι από τον βαθμόν σκοτεινιάσματος, κρίνει πόσο χαλκόν έχει μέσα ή μπρούντζο, πόσο κασσίτερο ή δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να έχη και σου λέγει: «Δεν είναι είκοσι τεσσάρων καρατίων είναι τόσο.». Ε, λοιπόν, η λυδία λίθος για να κρίνωμε αυτά που λέγουν οι αιρετικοί είναι το Σύμβολον της Πίστεως.
Φυσικά το Σύμβολον της πίστεως, όπως είναι το γνωστό μας το της Νικαίας - αυτό είναι το παραδεδομένον∙ έχομε και κάποια άλλα, αρχαιότερα, αλλά αυτό μας είναι παραδομένον, - έχει δώδεκα θέσεις. Φυσικά δεν περιέχει όλας τα δογματικάς θέσεις του Ευαγγελίου∙ όχι∙ αλλά μόνον εκείνες τις θέσεις που προσεβλήθησαν μέσα εις τους αιώνας από τους αιρετικούς. Και είναι βεβαίως οι κυριώτερες θέσεις: όπως είναι το δόγμα περί Θεού, περί Αγίας Τριάδος∙ ειδικώτερα περί Υιού, περί Αγίου Πνεύματος, περί Πατρός∙ μετά περί του Θανάτου του Χριστού, εννοείται περί του έργου της Σωτηρίας, περί του Θανάτου και της Αναστάσεως του Χριστού∙ εν συνεχεία περί της αναστάσεως των νεκρών, περί Εκκλησίας και περί αιωνίου ζωής. Εν γενικώ διαγράμματι κλείει ολόκληρο το περιεχόμενο της Πίστεως.
Με αυτά τα τρία, τα οποία είναι όπλα πανάρχαια της Εκκλησίας μας, αγαπητοί μου, η Εκκλησία πολεμά τους αιρετικούς.
Η επάρκεια των όπλων της Εκκλησίας
Αλλά διερωτάται κανείς: Σήμερα, στην εποχή μας, τα όπλα της Εκκλησίας ισχύουν για να αντιμετωπιστούν οι αιρέσεις;
Όταν λέμε να αντιμετωπισθούν, όχι να μη γίνουν οι άνθρωποι αιρετικοί, αλλά να τους αποδείξουμε ότι αυτό που δέχονται είναι αίρεσις. «Δεν μπορείς να μου λες, κύριε Χιλιαστά, ότι είσαι Ορθόδοξος. Δεν μπορείς να μου λες, κύριε Προτεστάντα, ότι είσαι Ορθόδοξος. Μπορείς να είσαι ό,τι θες να είσαι, μπορείς να κάνης ό,τι θες να κάνης, έτερον εκάτερον∙ δεν δύνασαι όμως να λες ό,τι είσαι Ορθόδοξος και να προσεταιρίζεσαι την Εκκλησία.» Αυτό εννοώ όταν λέω με τα όπλα που έχει η Εκκλησία να αποδεικνύη στα παιδιά της ότι εκείνη, η άλλη διδασκαλία, είναι ετεροδιδασκαλία, είναι αλλοτριοδιδασκαλία. Δεν είναι δική της∙ είναι ξένη. Αντελήφθητε; Μ' αυτήν την έννοιαν. Όχι βεβαίως θα πάμε να τους πιάσουμε και να τους πούμε «Ελάτε εδώ∙ τι κάνετε εκεί;». ‘Όχι μ' αυτήν την έννοιαν∙ γιατί ο καθένας δύναται να πιστεύη και να λέη και να κάνη ότι θέλει.
Αλλά σήμερα όμως η Εκκλησία, με τα τρία αυτά που αντιτάσσει, δύναται πράγματι να χαρακτηρίση τους αιρετικούς;
Τα όπλα αυτά ισχύουν, αγαπητοί μου, και θα ισχύουν πάντοτε, όμως δεν είναι πολύ επαρκή, και θα σας εξηγήσω γιατί.
Κατ' αρχάς εις τον Χιλιασμόν δυνάμεθα να αντιτάξωμε όπως σας είπα το Επισκοπικόν αξίωμα και τον Κανόνα της Αληθείας. Θα τους πούμε: «Που είναι η Αποστολική σας διαδοχή; Έχετε;» Δεν έχουν. «Πες μας το Σύμβολον της Πίστεως.» θα πούμε σ' έναν Χιλιαστή. Δεν θα μας το πη. Αλλά ο Κανών την Καινής Διαθήκης ήδη δια τους Χιλιαστάς, όπως δυστυχώς και για όλους τους αιρετικούς της εποχής μας, είναι αποδεκτός∙ δηλαδή ο Χιλιαστής έχει τα είκοσι επτά βιβλία της Καινής Διαθήκης. Δεν έχει εκείνα τα πολλά άλλα βιβλία που είχαν κάποτε αιρετικοί, όπως ήσαν οι Γνωστικοί, έξω από τον Κανόνα της Καινής Διαθήκης. Όλοι σήμερα οι αιρετικοί έχουν τα είκοσι επτά βιβλία της Καινής Διαθήκης∙ και έτσι, τρόπον τινά, σαν να αχρηστεύεται το όπλον αυτό της Εκκλησίας, σαν να ακινητοποιείται. Αλλά κάνουν κάτι άλλο∙ δέχονται με τον Κανόνα, νοθεύουν όμως το περιεχόμενο των βιβλίων της Καινής Διαθήκης τα ερμηνεύουν διαφοροτρόπως. Θα το δούμε στην συνέχεια.
Σε ομάδες Προτεσταντικές οι οποίες είναι Τριαδικές, που πιστεύουν δηλαδή στο δόγμα της Αγίας Τριάδος -διότι έχομε και Αντιτριαδικάς ομάδας Προτεσταντικάς! Θα το ιδούμε κι αυτό αργότερα-, εκεί μπορούμε να αντιτάξωμε το Επισκοπικόν αξίωμα.
Θα μας το πη ο Προτεστάντης το Σύμβολον της Πίστεως∙ δεν θα δυσκολευτή. Θα μας το πη∙ αν και δέχονται και αυτοί κατά κάποιον τρόπο το φιλιόκβε (Filiogue), που έχουν οι Ρωμαιοκαθολικοί, το «και εκ ου Υιού» - αυτό είναι το φιλιόκβε. Θα μας πη όμως το Σύμβολον της Πίστεως∙ δεν θα δυσκολευθή. Έχει και τον Κανόνα της Καινής Διαθήκης, και τα είκοσι επτά βιβλία. Αλλά τον ελέγχουμε - που;- στο θέμα της Αποστολικής διαδοχής. Οι Προτεστάνται δεν δέχονται την Ιερωσύνη∙ δεν έχουν Αποστολική διαδοχή. Δηλαδή δεν είναι απαραίτητο κάποιος οπωσδήποτε και τα τρία να μην έχη∙ έστω και ένα να μην έχη από τα τρία, χαρακτηρίζεται αιρετικός.
Η Ουνία
Αλλά έχουμε όμως και κάποιες ομάδες αιρετικών όπως είναι η Ουνία των Ρωμαιοκαθολικών. Ουνία θα πη ενωτικότης. Είναι λατινική λέξις και σημαίνει την προσπάθεια αυτών να δημιουργήσουν προσελκύσι των Ορθοδόξων εις τους Ρωμαιοκαθολικούς, αφού αυτοί καθ΄όλα θα φαίνονται Ορθόδοξοι.
Επί παραδείγματι: Οι ιερείς των φορούν ράσα όπως και ημείς. Έχουν Τυπικόν εις την Εκκλησία όπως και ημείς, τις Κυριακές και τις καθημερινές. Έχουμε τα βιβλία της Εκκλησίας τα γνωστά: το Τριώδιο, την Παρακλητική, το Πεντηκοστάρειο, το Ωρολόγιο... όλα κανονικά. Τις Κυριακές, με τις ευαγγελικές περικοπές, όπως τις έχομε και εμείς. Ο Όρθρος, ο Εσπερινός, ξέρω γω, όλα αυτά, η Λειτουργία κανονική, του ιερού Χρυσοστόμου, σε ναούς βυζαντινούς... όλα κανονικά. Σ' έναν σημείο μόνο διαφέρουν: μνημονεύουν τον πάπα! Μόνο σ' ένα σημείο.
Η μέθοδος του δουρείου ίππου
Μπαίνεις κι εσύ μέσα στην Εκκλησία τους. Βλέπεις ο παπάς με τα άμφιά του κανονικά. Βλέπεις ο βυζαντινός ναός ωραίος. Βλέπεις τα ψαλτήρια εκεί πέρα με τους ψάλτες, βυζαντινός χορός ωραίος...όλο το Τυπικό της Εκκλησίας. Ακούς το προβλεπόμενο ευαγγέλιο, που είναι στο ημερολόγιον της Αποστολικής Διακονίας επί παραδείγματι, ότι σήμερα είναι του Παραλύτου, το ακούς κι εσύ μέσα εις τον ουνιτικόν αυτόν ναόν ότι είναι του Παραλύτου το ευαγγέλιον. Και λες: «Αυτοί είναι οι Ορθόδοξοι!». Δεν υπάρχει πουθενά καμία διαφορά, πλην της μνημονεύσεως του πάπα.
Και λέμε τώρα: Εδώ περί τίνος πρόκειται;
Πρόκειται περί δουρείου ίππου! Είναι αυτή η μεγάλη πληγή. Αιώνες, παρακαλώ! Αιώνες δρα η Ουνία! Η Ουνία δρα από τον καιρό που έγινε το σχίσμα! Περίπου οκτώ αιώνες δρα η Ουνία εις βάρος της Ανατολής εκ μέρους των Ρωμαιοκαθολικών!
Έχομε όμως και κάποιες ομάδες Προτεσταντών, που και αυτές δρουν κατά τον τρόπον της Ουνίας των Ρωμαιοκαθολικών, ως δούρειος ίππος και αυτοί. Τα πάντα αποδέχονται. Τα πάντα αποδέχονται! Και τον επίσκοπον και τον πρεσβύτερον και την θεία Κοινωνία και τον εκκλησιασμό και τα πάντα!... αλλά είναι δούρειος ίππος.
Αντιμετώπισης αυτών των αιρέσεων
Θα λέγαμε: Σ' αυτές τις περιπτώσεις ποιο θα ήταν το μέτρον αντιλήψεως και αντιμετωπίσεως αυτών των ανθρώπων;
Βέβαια είναι δύσκολο∙ όχι όμως και πάρα πολύ δύσκολο. Για ‘κείνους οι οποίοι μπορούν να έχουν μίαν γνώσιν δεν είναι δύσκολο πράγμα∙ φαίνεται από πολύ μακριά, Φαίνεται, αγαπητοί μου, από πάρα πολύ μακρυά.
Πέστε μου σας παρακαλώ∙ μία χρυσή λίρα, άμα την δώσουμε σ' έναν άνθρωπο απλοϊκόν, θα μπορή να κρίνη αν αυτή είναι σκάρτη ή όχι; άμα όμως την πάτε στον σαράφη, εκεί στον αργυραμοιβό, αμέσως θα την δη και θα σου πη αν είναι εντάξει ή δεν είναι εντάξει∙ ξέρει. Έτσι λοιπόν κι εδώ∙ μερικοί ξέρουν, μπορούν να διακρίνουν∙ οι πολλοί δεν μπορούν να διακρίνουν, και σου λένε: «Αυτά όλα είναι πολύ εντάξει.»! Το λένε γιατί δεν ξέρουν να διακρίνουν∙ διότι αυτός κρύπτεται, και κρυπτόμενος κάνει τη δουλειά του.
Όπως θα δούμε και στην ιστορία του Προτεσταντισμού στην Ελλάδα, ήταν εντελώς -εντελώς παρακαλώ υποκριτική η τακτική τους, αληθινός δούρειος ίππος. Νομίζω ότι τότε μόνον θα μπορούσαν να δώσουνε δείγματα ειλικρίνειας, εάν διέλυαν κάθε εκδήλωσί τους. Τι; Ξεχωριστές μελέτες Αγίας Γραφής, που μπορεί να κάνουν, ξεχωριστές λατρείες που μπορεί να κάνουν και λοιπά. Μόνον τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι τους αποδεχόμεθα πως είναι ειλικρινείς∙ χωρίς να παύση όμως η παρακολούθησις των!
Λεπτόν πράγμα η αίρεσις
Είναι λεπτό πράγμα, αγαπητοί μου, η άιρεσις. Είναι λεπτό πράγμα! Δηλαδή δεν μπορείτε να φανταστήτε πόσο. Για να σας το δείξω, σας αναφέρω μόνο δύο παραδείγματα.
Ο μέγας Αθανάσιος ήταν η ψυχή της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Ο Άρειος κατεδικάσθη. Κατόπιν αφού κατεδικάσθη, πηγαίνει εις τον μέγαν Κωνσταντίνον και τον πείθει ότι είναι Ορθόδοξος, ομολογών ο Άρειος όλας τα Ορθοδόξους θέσεις της Α' εν Νικαία Οικουμενικής Συνόδου! Και τότε ο μέγας Κωνσταντίνος εφοδιάζει τον Άρειον με συστατικήν επιστολήν να γίνη αποδεικτός προς κοινήν λατρείαν, Λειτουργίαν, διά συλλείτουργον εις την Αλεξάνδρεια εκεί που ήταν ο μέγας Αθανάσιος. Όταν έφθασε ο Άρειος εκεί, ο μέγας Αθανάσιος δεν τον εδέχθηκε. «Μα, έχω από τον αυτοκράτορα.... έχω χαρτί!.... Έχω κάνει ομολογία Πίστεως!....». Λέγει ο μέγας Αθανάσιος: «Είσαι ψεύτης! Δεν σε θέλω φύγε από ‘δω!». Ξέρετε παρακαλώ τι εκόστισε αυτό εις τον μέγαν Αθανάσιον; Εξορία! Εξορία εκόστισε. Και μόνο μία; Έξι εξορίες εκόστισε αυτή του η στάσις! Γιατί; Διότι όλοι έλεγαν ότι ο Άρειος είναι εν τάξει τώρα είναι εν τάξει! Αλλά ο μέγας Αθανάσιος έλεγε: «Δεν είναι εν τάξει είναι υποκριτής!».
Να σας πω και το άλλο. Όταν ο ίδιος ο Άρειος ήρθε στην Κωνσταντινούπολι να συλλειτουργήση με τον Αλέξανδρον τον πατριάρχην, του ‘ρθε συμφορά του Αλεξάνδρου του πατριάρχου και έλεγε: «Θεέ μου! Θεέ μου!...» όλη νύχτα ξενύχτησε εις τον ναόν κάνοντας προσευχή, λέγοντας: «Θεέ μου, σε παρακαλώ!... Χριστέ μου, σε παρακαλώ!... Αν επιτρέψης ο Άρειος να λειτουργήση, ή να πεθάνη αυτός απόψε ή να πεθάνω εγώ!». Ήταν σίγουρος ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ότι ο Άρειος δεν άλλαξε φρόνημα παρέμεινε αιρετικός, παρά τις διαβεβαιώσεις και τις ομολογίες του τις Ορθόδοξες. Και το πρωί, πηγαίνοντας πανηγυρικά με τους οπαδούς του ο Άρειος προς τον ναόν, στον δρόμο πέθανε. Ο Θεός ήκουσε την προσευχή του πατριάρχου, και πέθανε ο Άρειος, γιατί ήταν ψεύτης, υποκριτής, αιρετικός.
Σας είπα αυτά τα παραδείγματα για να σας δείξω ότι δεν είναι πάντοτε εύκολο να διακρίνη κάποιος την αίρεσιν, ακόμη κι ένας σπουδαίος άνθρωπος κυρίως όμως οι ειδήμονες δύνανται να διακρίνουν.
Η έξαρσις του Προτεσταντισμού
Όσα μέχρι τώρα αναφέραμε, την περασμένη φορά και σήμερα, αγαπητοί, όλα αυτά αποτελούν ένα γενικό διάγραμμα χαρακτηρισμού και αντιμετωπίσεως κάθε αιρέσεως, που τυχόν δύναται να εμφανισθή στην εποχή μας. Όμως τελευταία, εκτός από τους Χιλιαστάς, υπάρχει μία έξαρσις αιρετικής δραστηριότητος του Προτεσταντισμού, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνη ότι δια πρώτην φορά εμφανίζονται εις το προσκήνιον της Ιστορίας οι Προτεστάνται, και ιδίως εις τον χώρον της Ελλάδος ή της Ανατολής. Έχουμε μια ιδιαιτέρα έξαρσιν. Ίσως ποτέ δεν έχουμε μιλήσει για τον Προτεσταντισμόν.
Βεβαίως σας είπα την περασμένη φορά ότι ο Χιλιασμός, αν έπρεπε να τον χαρακτηρίσωμε, θα λέγαμε ότι ανήκει στις ιουδαϊζουσες αιρέσεις, δηλαδή εκεί που έχουμε το κράμα Χριστιανισμού και Ιουδαϊσμού. Αυτό λέγαμε την περασμένη φορά. Είναι αληθές∙ αυτή είναι η τελική του μορφή. Όμως να ξέρετε ότι ο Χιλιασμός ξεκίνησε ως αίρεσις προτεσταντική∙ ξεκίνησε από την αίρεσι των Μεθοδιστών. Επαναλαμβάνω, ως προτεσταντική αίρεσις! Και εξελίχτηκε. Προσέλαβε στον δρόμο του πολλά -πολλά στοιχεία. Τα προσέλαβε όπως ακριβώς κάποτε μία πετρίτσα που ξεκινάει από την κορυφή ενός χιονισμένου βουνού που κατά το κατρακύλισμα της συμπαρασύρει χιόνι, γίνεται χιονοστιβάς, κι όσο κατεβαίνει, τόσο μεγαλώνει και μεγαλώνει, και φυσικά, όταν φθάση στους πρόποδες του βουνού, δεν δύναται να αναγνωρίση κανείς εις την πελώριαν αυτή χιονοστιβάδα την αρχικήν εκείνη πετρίτσα που γλύστρησε από την κορυφή του βουνού. Έτσι κι εδώ∙ ξεκίνησε βεβαίως από προτεσταντικήν αίρεσιν ο Χιλιασμός, αλλά μόνο προτεσταντική αίρεσης πια δεν είναι αυτό που χαρακτηρίσαμε∙ είναι ιουδαϊζουσα αίρεσης και έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά προσβολής που επιθυμούν πάντοτε να έχουν εναντίον του Χριστιανισμού οι Εβραίοι.
Πως προέκυψε ο Προτεσταντισμός; Αλλά τι είναι ο Προτεσταντισμός;
Θα σας πω πολύ σύντομα την ιστορία του. Πάρα πολύ σύντομα. Μπορείτε να βρήτε βέβαια την ιστορία του σε πολλά βιβλία, σε εγχειρίδια, και να την διαβάσετε άμα θέλετε.
Τα αίτια
Όπως είναι γνωστό, η Δυτική Εκκλησία, όταν απεσχίσθη από την Ορθόδοξον Καθολικήν Εκκλησίαν της Ανατολής, κατεκλίσθη από πολύ φιλόδοξες και εγωιστικές θέσεις. Αυτές οι εγωιστικές της θέσεις την εξώθησαν σε πλάνες. Μία πρώτη ήταν ότι η Ρώμη έχει το προβάδισμα∙ μετά ότι έχει το μοναδικόν προνόμιον να στέκεται πάνω απ' όλες τις Εκκλησίες και να κυριαρχή σ' αυτές∙ κατόπιν παρουσίασε κοσμοκρατορικές διαθέσεις, εντελώς επίγειες.
Οι Σταυροφορίες, επί παραδείγματι, δεν ήσαν παρά ένα πρόσχημα ότι δήθεν πάμε να ανακαταλάβουμε τους Αγίου Τόπους, τους τόπους εκείνους που ο Χριστός ενεφανίσθη και έδρασε, απέθανε και ανέστη∙ στην πραγματικότητα όμως αυτοί οι άνθρωποι ήθελαν να κατακτήσουν είχαν κατακτητικές διαθέσεις. Απόδειξις - απόδειξις!- ότι όταν περνούσαν από την Κωνσταντινούπολι το 1204 ελεηλάτησαν την Πόλιν, την Κωνστνατινούπολιν, σε βαθμό που ούτε οι Τούρκοι δεν την ελεηλάτησαν έτσι! Και εκράτησαν με μίαν κατοχήν περίπου ογδόντα ετών.
Αντιλαμβάνεσθε, αγαπητοί μου, ότι οι διαθέσεις τους κάθε άλλο παρά αγαθές ήσαν. Γιατί τι ήταν η Κωνσταντινούπολις; Χριστιανική ήταν. Δεν κατήχετο από τους Πέρσας, τους Άραβας και δεν ξέρω από ποιους, ώστε να πούμε ότι ήθελαν να ελευθερώσουν και την Κωνσταντινούπολι από τυχόν Μωαμεθανούς και απίστους! Είναι ολοφάνερο δηλαδή ότι οι διαθέσεις τους ήταν κατακτητικές.
Έτσι λοιπόν σιγά-σιγά, αφού απεσχίσθησαν, άρχισαν να δημιουργούν καινοτομίες ποικίλες. Αυτές οι καινοτομίες ήταν οπωσδήποτε πλάνες. Πολλές! Δεν είναι της ώρας, αγαπητοί μου, να τις πούμε τώρα. Ένεκα όμως αυτών των εγωιστικών θέσεων της Δυτικής Εκκλησίας και των πλανών της, πολλές ψυχές άρχισαν να σκανδαλίζωνται∙ πολλοί πιστοί.
Η αφορμή
Την αφορμή για τον Προτεσταντισμό την έδωκε ένας δομηνικανός μοναχός, ο Ιωάννης Τέτσελ. Αυτός πουλούσε συγχωροχάρτια, πουλούσε αφέσεις εις την περιοχήν της Σαξωνίας, στη Γερμανία. Τότε ένας μοναχός και ιερεύς της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, ο Λούθηρος - ο οποίος βεβαίως ως ιερεύς της Ρώμης μπορούσε να ξέρη από πιο κοντά πολλά πράγματα-, όταν είδε και αυτό πια, να πουλούν τα χαρτιά αυτά και με χρήματα να συγχωρούνται οι αμαρτίες, ε, δεν μπόρεσε να συγκρατηθή πια∙ το έφερε αυτό βαρέως∙ εξανέστη! Και κάθησε και έγραψε μίαν διαμαρτύρισιν, που απετελείτο από ενενήντα πέντε θέσεις. Την έγραψε στα λατινικά, για την ακρίβειαν, και μάλιστα την εδημοσίευσε και εις τον τύπον, αν θέλετε.
Μάλιστα υπήρχε η συνήθεια της εποχής εκείνης προκειμένου να προκληθή μία θεολογική ή πολιτική, ή κοινωνική συζήτησις, ο θέλων να την προκαλέση εθυροκόλλει εις την πόρτα του μητροπολιτικού ναού τις θέσεις του και τις απόψεις του, ώστε για εκείνον που θα ήθελε να τον αντιμετωπίση θα ωρίζετο μια ώρα δημοσίας εμφανίσεως, και εκεί θα εγίνεται η συζήτησις. Ήταν συνήθεια της εποχής εκείνης. Την συνήθεια αυτή την χρησιμοποιεί ο Λούθηρος και θυροκολλεί εις την Βιττεμβέργην, εις τον ναόν του ανακτόρου επ' ονόματι των Αγίων Πάντων, στις 31 Οκτωβρίου, παραμονή των Αγίων Πάντων, θυροκολλεί αυτή του την διαμαρτύρησι με τις εννενήντα πέντε θέσεις εναντίον των αφέσεων, εναντίον των συγχωροχαρτίων.
Όταν, ένεκα του πανηγυριού που υπήρχε, πήγε ο κόσμος να εκκλησιασθή, είδε, διάβασε αυτές τις θέσεις και ενθουσιάστηκε, διότι επί τέλους ησθάνετο ότι κάποιος μπορούσε να μιλάη εναντίον αυτών των αυθαιρεσιών και εναντίον αυτών των πλανών και κακοδοξιών της Ρώμης. Τότε ο λαός αυτός άρχισε να ενθουσιά, και αστραπιαία οι θέσεις αυτές της διαμαρτυρήσεως του Λουθήρου εξηπλώθησαν εις την Γερμανίαν, εις την Γαλλίαν και εις την Ελβετίαν με μια ταχύτητα καταπληκτική.
Η Ρώμη αφορίζει τον Λούθηρο - Έναρξις του Προτεσταντισμού
Τότε η Ρώμη βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέσι, και αντί φυσικά να αναθεωρήση τις θέσεις της τις αιρετικές - διότι εάν η Ρώμη αναθεωρεί, αγαπητοί μου, τις αιρετικές της θέσεις, το πράγμα θα ετελείωνε εκεί και θα σταματούσε, προς μεγάλην χαράν και δόξαν της Εκκλησίας - , ξέρετε τι έκανε η Ρώμη; αφώρισε τον Λούθηρον! Και ο Λούθηρος δημοσίως έκαψε τον αφορισμόν. Από κει αρχίζει ο αγών εναντίον της Ρώμης. Όλα αυτά ξεκίνησαν στις 31 Οκτωβρίου του 1517. Από ‘κείνη την ημέρα ξεκινά η Διαμαρτύρησις εις την Ευρώπη, κατακτά διαρκώς περισσότερον και περισσότερον κόσμον, και σε λίγο γίνονται εκατομμύρια οι Διαμαρτυρόμενοι εις την Ευρώπην. Έτσι αυτοί άρχισαν ήδη να επικρατούν.
Κύριοι συνεργάται του Λουθήρου - σας λέγω πολύ γενικές γραμμές, γιατί όλα αυτά είναι πολλά και δεν θα μας ήταν αυτήν την στιγμήν πολύ χρήσιμα - είναι ο Καλβίνος και ο Σβίγγλιος. Αγωνίζονται μέρα - νύχτα να επιβάλλουν τις απόψεις τους. Και αρχίζουν να διατυπώνουν θέσεις δογματικές, όχι βεβαίως πια μένοντας μόνο στο θέμα των συγχωροχαρτίων, αλλά και επί άλλων σημείων της Ρωμαϊκής Εκκλησίας.
Απορρίπτουν την Ιεράν Παράδοσιν
Έτσι, στη βιασύνη τους, απορρίπτουν την Ιεράν Παράδοσιν, η οποία δεν είναι τι άλλο παρά οι Πατέρες της Εκκλησίας. Προσέξτε παρακαλώ∙ η Ιερά Παράδοσις δεν είναι αυτό που μαθαίνω από τον πατέρα μου και τη μάνα μου. Το ότι μπορεί ο πατέρας μου και η μάνα μου να μου πουν την Παράδοσιν της Εκκλησίας, δεν υπάρχει αντίρρησις∙ αλλά το να μου πουν πράγματα που είναι του λαού πράγματα, δηλαδή θα λέγαμε της λαογραφίας πράγματα, αυτό δεν είναι Παράδοσις. Μην τα μπερδεύωμε∙ ο Θεός να φυλάξη! Ξέρετε παρακαλώ τι είναι η Παράδοσις; Η Παράδοσις της Εκκλησίας, είναι οι Άγιοι, είναι αι επτά Οικουμενικαί Σύνοδοι και αι Τοπικαί Σύνοδοι, τα συγγράμματα των Πατέρων και οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Αυτά αποτελούν την Ιεράν Παράδοσιν. Δηλαδή είναι ένα θέμα κλειστόν! Δηλαδή είναι ένα κατωχυρωμένο, ένα επίσημο θέμα∙ δεν είναι τυχαίο∙ δεν είναι κάτι που μπορεί να είναι παρδαλό και ν' αλλάζη χρώματα μέσα στον λαό, διαδιδόμενο από στόμα σε στόμα και λοιπά. Το λέγω για να μην υπάρχη παρανόησις.
