Η Χριστιανική Αγάπη και η ελευθερία του προσώπου

και όχι μόνο.......

Moderator: inanm7

Η Χριστιανική Αγάπη και η ελευθερία του προσώπου

Unread postby inanm7 » Tue May 03, 2022 11:27 pm

Η Χριστιανική Αγάπη και η ελευθερία του προσώπου

Β. Μπακούρος

Για τη Χριστιανική πίστη, η αγάπη δεν είναι απλά ένα συναίσθημα. Είναι κάτι πολύ περισσότερο!
Περιοδικό "Τρίτο Μάτι "Δεκεμβρίου 2004, Νο 128, σελ. 22-26, με τον γενικό τίτλο: "Σοσιαλιστική Κοινωνική Αλληλεγγύη και Χριστιανική Αγάπη". Το απόσπασμα το παρουσιάζουμε με την ευγενική άδεια του περιοδικού, και θα ολοκληρωθεί σε μια σειρά επί μέρους άρθρων.

α) Πώς «ο θεός είναι Αγάπη»

Η έννοια της αγάπης αποτελεί στην πραγματικότητα τον ακρογωνιαίο λίθο της χριστιανικής σκέψης τόσο σε επίπεδο δογματικό (θεολογικό) όσο και κοινωνικό. Για την ακρίβεια, δεν πρόκειται για έννοια, αλλά για βίωμα, όχι μόνο του ανθρώπου αλλά του ίδιου του Θεού! Στο Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο εμπεριέχεται και ο ακόλουθος λακωνικός ορισμός του Θεού: «Ο Θεός αγάπη εστί». Δυστυχώς, η συχνή επανάληψη αυτής της φράσης και κυρίως η κακοποίηση της από ρήτορες των οποίων τα λόγια στάθηκαν ανακόλουθα (προς τα έργα που τα λόγια αυτά υπαγορεύουν) κατέστησαν συνθηματικό το περιεχόμενο της. Στην πραγματικότητα ο Ιωάννης, στον μοναδικό αυτό καταφατικό ορισμό της θεότητας που εμπεριέχεται στην Καινή Διαθήκη, παρέχει τον υπαρκτικό τρόπο του θείου, ως κοινωνία ελεύθερων προσώπων.
Επειδή, βέβαια, ο άνθρωπος είναι πλάσμα «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» Θεού, η δογματική θεολογία δεν είναι ένα αυταρχικό σύστημα σκέψης, αλλά ουσιαστικά κοινωνιολογία, διότι υποβαθρώνει μια, ανάλογη προς το Θεό, σύλληψη του ανθρώπου (τηρουμένων των αναλογιών), ως ελεύθερου προσώπου που ζει ιστορικά «εν κοινωνία» με άλλα ελεύθερα πρόσωπα.

β) Αγάπη και Ελευθερία Το φιλοσοφικό υπόβαθρο ενός καθημερινού προβληματισμού

Ποιο, όμως, είναι το νόημα της αγάπης στην παραπάνω φράση του Ιωάννη και ποια η σχέση της με την ουσία του θεού; Η ορθόδοξη πατερική θεολογία αντιλαμβάνεται την αγάπη όχι ως μια απλή συναισθηματική εκδήλωση, αλλά ως αυτόβουλο βίωμα των θείων προσώπων της χριστιανικής Τριάδας. Τα πρόσωπα αυτά, επειδή επιλέγουν την αγάπη, συγκροτούνται σε ενότητα. Ο Θεός του Χριστιανισμού δεν είναι Ένας ως μονάδα, αλλά ως ενότητα! Το κάθε θεϊκό πρόσωπο που με τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του επιλέγει ελεύθερα να αγαπά τα υπόλοιπα και έτσι ο «Θεός υπάρχει», υφίσταται, ως «ένας». Άρα, ουσία (τον τρόπο ύπαρξης) της μιας θεότητας αποτελεί η αγάπη ως βίωμα προσωπικό, αφού μέσω αυτής το κάθε θείο πρόσωπο εξίσταται και ενοποιείται συναπαρτίζοντας τον Θεό ως σύνολο αδιάσπαστο.
Η ελευθερία στη συγκεκριμένη υπαρκτική, σχέση, έχει πρωτεύοντα ρόλο. Κατ'αρχάς αποτελεί συστατικό στοιχείο του προσώπου, γιατί η απουσία της ελευθερίας αίρει το αυτεξούσιο -την ευθύνη- και οδηγεί σε κατάσταση δουλείας. Η ελευθερία είναι αναγκαία, βέβαια, αλλά αυτή καθεαυτή δεν είναι επαρκής, γιατί καθεαυτό ελεύθερος είναι και ο Σατανάς.
Σε επίπεδο πνευματικό, η ελευθερία του προσώπου, ενώ αποτελεί εκδήλωση της ουσίας του, δεν την εγγυάται, γιατί αποτελεί φενάκη, όταν μέσω αυτής το πρόσωπο σταματά την αυτοεπιβεβαίωσή του. Αν η ελευθερία του προσώπου εξαντλείται στα όρια που αυτό διαγράφει χωρίς να αφορά τα άλλα πρόσωπα, οδηγεί στην αυτοϋποδούλωση καθώς μετατρέπεται σε «μοίρα». Το πρόσωπο, ελεύθερο να είναι ό,τι θέλει, δεν μπορεί να μην «είναι». Υπακούει, δηλαδή, σε έναν ρόλο που έχει προδιαγράψει γι' αυτό η κοσμική Τάξη.
Αυτήν τη ματαιόσπουδη ελευθερία καταγγέλει ο (άθεος) υπαρξισμός (Ζ. Π. Σαρτρ, Αλ. Καμύ) περνώντας από αυτήν ως υπαρκτικό στοιχείο του ανθρώπου στον «απόλυτο μηδενισμό». Χαρακτηριστική και τραγική είναι η ρήση του Ζ. Π. Σαρτρ: «Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Αν υπερβεί τη φυσική (ουσιαστική) του αναγκαιότητα, ακυρώνεται».

Ελευθερία και Θεότητα στην αρχαιοελληνική σκέψη και στους Πατέρες

Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, προχώρησαν πολύ στην αναζήτηση του Θεού. Όμως στο τέλος έφθαναν σε ένα αδιέξοδο. Και αυτό ήταν το αδιέξοδο ενός "σκλάβου θεού", που δεν μπορούσε να ορίσει την ύπαρξή του! Και εκεί φάνηκε η ανωτερότητα της Χριστιανικής αποκάλυψης. Όταν ο Ίδιος ο Θεός δια των αγίων Πατέρων, μας ξεκαθάρισε τη λύση του προβλήματος.
Αυτό το μορφότυπο της υπόδουλης θεότητας δεν απασχόλησε βέβαια όλες τις προχριστιανικές θρησκείες είτε γιατί οι κοινωνίες που τις πρέσβευαν δεν είχαν τα γνωστικά εφόδια αυτού του προβληματισμού είτε γιατί η ελευθερία δεν αποτελούσε στις κοινωνίες αυτές οργανικό τμήμα του βιώματος τους.
Απασχόλησε, ωστόσο, τον -ορθολογιστικό και μη- ελληνικό φιλοσοφικό Λόγο, ιδιαίτερα του Πλάτωνα, ο οποίος προκειμένου να λύσει το θεμελιώδες αυτό πρόβλημα του θεϊκού αυτοκαθορισμού το μετήγαγε σε άλλο επίπεδο προβληματισμού, αλλά δεν το έλυσε ουσιαστικά. Ο Πλάτωνας θεώρησε ότι οι θεοί είναι τέτοιοι στα πλαίσια που τους ορίζει η Ειμαρμένη, δηλαδή η κοσμική Μοίρα, η κοσμική τάξη-αρμονία θα μεταφράζαμε πιο εύστοχα. Ασφαλώς, στο πλαίσιο μιας τέτοιας ερμηνευτικής λύνεται το πρόβλημα που προδιαγράψαμε γνωστικά, αλλά όχι ηθικά. Από πρόβλημα αυτοεξαναγκασμού γίνεται πρόβλημα ετεροκαθορισμού και η υποδούλωση πολλαπλασιάζεται. Η φύση της θεότητας δεν καθορίζεται πλέον από τον εξαναγκασμό που επιβάλλει η ίδια η ουσία της, αλλά η ουσία αυτή είναι τέτοια (δηλαδή θεϊκή), επειδή έτσι ορίζει ένας υπερκείμενος από τους θεούς παράγων, η Μοίρα.
Το οντολογικό αυτό πρόβλημα δεν είναι στην ουσία του μόνο θεολογικό, αλλά φιλοσοφικό, καθώς ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος θεάται να συλλαμβάνει τον Θεό επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος συλλαμβάνει τον εαυτό του και οδηγείται στην αυτογνωσία.
Οι Έλληνες (ή ελληνόφωνοι) Πατέρες των πρώτων αιώνων (Μεγ. Αθανάσιος, Κύριλλος Αλεξανδρείας, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης), ακόμη και αιρετικοί (Ωριγένης, Θεόδωρος Μοψουεστίας) συνέλαβαν άμεσα την κρισιμότητα του προβλήματος. Αν επεδίωκαν μια νέα ανθρωπολογία μέσω μιας νέας Κοινωνίας (Εκκλησία), έπρεπε να δώσουν λύση στο πλατωνικό φιλοσοφικό αδιέξοδο που να πείθει γνωστικά και έτσι να επιλέγεται βιωματικά. Χρησιμοποίησαν, βεβαίως, τα γνωστικά όπλα του ελληνικού στοχασμού επιλέγοντας την αριστοτελική παράδοση, της οποίας η κανονιστική μορφή παρείχε τις προϋποθέσεις ασφαλέστερων συμπερασμάτων.
Εκκινώντας από τον αριστοτελικό προβληματισμό για την Ουσία των όντων ξεχώρισαν στον Θεό του Χριστιανισμού την Ουσία από το Πρόσωπο, θεωρώντας το πρόσωπο όχι ως απλή εκδήλωση της ουσίας, αλλά λογική απόδειξη της. Καθώς η ουσία του Θεού είναι απροσπέλαστη γνωστικά, αυτό για το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να προβληματιστεί είναι το πρόσωπο του Θεού, αφού αυτό αυτόβουλα εμφανίζεται εντός της Ιστορίας. Για τον άνθρωπο, ο Θεός υπάρχει επειδή είναι Πρόσωπο, όχι επειδή είναι Ουσία.
Διαφυλάσσοντας, λοιπόν, θεολογικά την ουσία της θεότητας από το σκάνδαλο του εγκιβωτισμού της στον πεπερασμένο ανθρώπινο νου, διατύπωσαν έναν θεολογικό προβληματισμό με τη μορφή φιλοσοφικού συστήματος και μάλιστα στηριγμένου στον Ελληνικό Λόγο. Το σύστημα αυτό ήταν οντολογικό όσον αφορά την ουσία του ανθρώπου και υπαρκτικό ηθικό-γνωσιολογικό όσον αφορά τον Θεό και τον Άνθρωπο.
Γι' αυτό, στο εξής η φιλοσοφική σκέψη κατέστη κυρίως αριστοτελική, όχι γιατί οι Πατέρες δεν γνώριζαν τον Πλάτωνα ή τους προσωκρατικούς. Αντιθέτως, επειδή είχαν αναδεχθεί σε βάθος το πλατωνικό σύστημα, είχαν αντιληφθεί το γνωστικό του αδιέξοδο και θέλησαν να το υπερβούν. Η αριστοτελική σκέψη δεν στάθηκε γι'αυτούς ένα απλό ερμηνευτικό όργανο (πράγμα που δεν θα ήταν διόλου ευκαταφρόνητο ως επιστημονική προσπάθεια). Έγινε δομικό όργανο διατύπωσης μιας νέας θεολογικής (για τον Θεό) σύλληψης, αλλά και μιας νέας φιλοσοφικής (για τον Άνθρωπο) θέσης.
Η αγάπη, έτσι, από αφηρημένο συναίσθημα γίνεται μια φιλοσοφική έννοια χωρίς όμως να χάσει το συναισθηματικό της βάρος. Αξίζει να αναφερθεί ότι η λέξη αγάπη χρησιμοποιείται για πρώτη φορά στην ελληνική γραμματεία από τη χριστιανική σκέψη ως παράγωγο του ρήματος αγαπώ που απαντάται ήδη στον Όμηρο (Οδ. Φ' 289). Ας σημειωθεί ότι ήδη κατά τη χριστιανική χρήση του όρου, αυτός προσκτά κοινωνικό περιεχόμενο: Αγάπες καλούνταν στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους τα κοινά δείπνα των ομοπίστων.
Ο συναφής όρος «έρως» σχετίζεται περισσότερο με την κορπορατική (σωματική) πραγμάτωση του συναισθήματος της αγάπης. Χρησιμοποιείται από τον Όμηρο (Οδ. Σ' 212) και σε όλες τις αναφορές ή εκδοχές του δηλώνει τη σαρκική έλξη και το συναίσθημα που την υποβαθρώνει. Αυτή τη δράση έχει και ο ομώνυμος Θεός που προσωποποιείται τόσο χαρακτηριστικά κυρίως στους ελληνιστικούς χρόνους.
Στην ευαγγελική ορολογία προτιμάται ο όρος αγάπη ως γενικότερος και λιγότερο εξαρτημένος από τη σωματική λειτουργία, άρα ευκολότερα συνδεόμενος προς τον Θεό, ο οποίος είναι «πνεύμα».
Η αγάπη, λοιπόν, είναι για τα θεϊκά πρόσωπα μια αυτόβουλη εκδήλωση, πράξη κοινωνίας μεταξύ τους. Αυτόβουλη με την έννοια ότι επιλέγεται ελεύθερα από το κάθε πρόσωπο καθώς δεν επιβάλλεται από την ουσία του Θεού, αφού η ουσία αυτή καθ' εαυτή δεν «μπορεί» να έχει βούληση. Η βούληση προϋποθέτει τη διαδικασία του αυτοκαθορισμού και ο Θεός ως ουσία δεν «μπορεί» να αντιδιασταλεί προς τίποτα, ώστε να αυτοκαθοριστεί, καθώς ο Αριστοτέλης διδάσκει.
Συγκεκριμένα, η ουσία του Θεού ως προαιώνια, υπέρχρονη και καθολική δεν εγγράφεται σε οποιαδήποτε διαλεκτική σχέση προς ένα έτερον, αφού δεν υπάρχει ούτε ανάλογο ούτε όμοιο ούτε αντίθετο της. Αυτή είναι η πηγή του «είναι». Ο αυτοκαθορισμός, όμως, προϋποθέτει σημείο αναφοράς, αλλά σημείο αναφοράς εκτός αυτής της πηγής δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να την ακυρώνει, αφού έτσι θα υπήρχε «κάτι» επέκεινα του Θεού. Πρόκειται για το γνωστό (αριστοτελικό) επιχείρημα τον «τρίτου ανθρώπου» με το οποίο ο Σταγειρίτης υπονόμευσε καίρια το φιλοσοφικό κύρος της Πλατωνικής θεωρίας των Ιδεών.
Ακριβώς την ίδια συλλογιστική χρησιμοποίησαν στην οντολογική περί Θεού σύλληψή τους οι Πατέρες. Αυτό δεν σημαίνει ότι κατασκεύασαν μια ιδέα για τον Θεό. Το πρόβλημα δεν ήταν να κατασκευάσουν ένα ορθολογιστικό θεολογικό σύστημα. Η πατερική σκέψη δεν είναι πρωτότυπη φιλοσοφική σύνθεση. Είναι ερμηνευτική προσπάθεια. Έπρεπε τον Λόγο του Θεού, όπως περιλαμβάνεται στα Ευαγγέλια, να τον εκλογικεύσουν, όσο ήταν δυνατό, ώστε να γίνει συλληπτός και άρα βιωματικός. Χρησιμοποίησαν, λοιπόν, το μόνο αξιόλογο φιλοσοφικό όργανο της εποχής τους, τον Ελληνικό Λόγο.
Αυτής της προσπάθειας καρπός είναι η εισαγωγή ή μάλλον η επίκληση των θείων προσώπων. Οι Καππαδόκες, μάλιστα, Πατέρες ταύτισαν τον όρο «πρόσωπο» με τον όρο «υπόσταση», θεωρώντας με βάση τη διαθέσιμη και εύχερη αριστοτελική ορολογία ότι το «πρόσωπο» είναι αυτό που παρέχει υπόσταση (ύπαρξη) στην ουσία.
Αν, λοιπόν, η ουσία του Θεού δεν έχει για τα δικά μας νοητικά μέτρα βούληση, τα πρόσωπα του Θεού έχουν, γιατί αυτοκαθορίζονται σε μια διαδικασία σχέσεως του ενός προς το άλλο. Βούλονται, λοιπόν, να είναι τέτοια δηλαδή πρόσωπα. Έως εδώ ο Θεός «έχει πετύχει» με βάση τους Πατέρες να είναι ον αναγκαίο, δηλ υποτασσόμενο στην ανάγκη (ως προς την ουσία του) και ελεύθερο (ως προς το πρόσωπο του) ξεπερνώντας το πλατωνικό αδιέξοδο του δούλου -στη Μοίρα- Θεού.
Δεν έχει, όμως, ακόμα πετύχει την ενότητα και έτσι καραδοκεί η πιθανότητα της πολυθεΐας...
Το οντολογικό αυτό πρόβλημα οι Πατέρες το λύνουν με την επίκληση της υπαρκτικής διάστασης της αγάπης, καθώς τα θεία πρόσωπα βούλονται, επιλέγουν δηλαδή ελεύθερα, να αγαπούν το ένα το άλλο και έτσι να κοινωνούν. «Κοινωνία» δεν σημαίνει απλώς «επικοινωνία», αλλά «συνύπαρξη» και -προκειμένου για τον Θεό- κοινωνία σημαίνει παράγοντα συγκρότησης της μιας ουσίας, αφού ο Θεός υπάρχει με τη μορφή προσώπων και όχι της ουσίας.
Η μεγάλη οντολογική ανατροπή που έφεραν οι Πατέρες εισάγοντας την έννοια της Αγάπης ως υπαρκτής κατηγορίας στο οπλοστάσιο του ελληνικού φιλοσοφικού Λόγου είναι ότι η ουσία (η αναγκαιότητα) υπάρχει με τον τρόπο που επιλεγεί το πρόσωπο και δεν είναι αυτή που καθορίζει την ύπαρξη του προσώπου, αφού δεν «μπορεί» χωρίς αυτό να υπάρχει, καθώς αυτή καθεαυτή δεν «βούλεται» να υπάρχει.

Αγάπη και Τριαδικότητα

Όταν εμείς οι Χριστιανοί λέμε: "Ο Θεός είναι Αγάπη", κυριολεκτούμε. Καθώς ο Θεός βούλεται να υπάρχει ως αγαπητική κοινωνία προσώπων. Ο Θεός με αυτόβουλη αγάπη, αυτοπροσδιορίζει την ίδια Του την ύπαρξη.
Άμεσα εξαρτημένο από την υπαρκτική - προσωπική - διάσταση της Αγάπης είναι το δόγμα της τριαδικότητας. Δόγμα δεν σημαίνει «ανεξήγητο», όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, αλλά «θεμελιώδες». Για την ακρίβεια σημαίνει εκλογίκευση του άρρητου, εκλογίκευση που, κάθε φορά, θεμελιώνει το γνωστικό οικοδόμημα.
Ο Θεός ως απόλυτη ουσία αν είχε ένα μόνο πρόσωπο, αυτό ούτε θα μπορούσε να υπάρχει ελεύθερα προς αυτήν και ακολούθως ούτε και να κοινωνεί μαζί της υπαρκτικά μέσω της αγάπης. Αν η υπέρχρονη και μη πεπερασμένη ουσία του Θεού εκδηλωνόταν υπαρκτά μέσω ενός προσώπου, τότε το πρόσωπο αυτό δεν θα μπορούσε να μην την επιλέξει, γιατί θα αυτοκαταργείτο. Αλλά ούτε και να την αγαπά θα μπορούσε, γιατί τότε θα συνυπάρχει μαζί της προαιώνια, άρα θα ταυτιζόταν προς αυτήν, εντέλει, και οντολογικά.
Άλλωστε, με βάση την αριστοτελική λογική, το μοναδικό πρόσωπο του θείου προς τι θα αντιδιαστελλόταν υπαρκτικά, ώστε να αυτοκαθοριστεί, αν «άλλο δέος» είναι η ουσία; Πρόκειται, λοιπόν, για μια αναγκαστική σχέση και όχι για μια σχέση ελευθερίας, δηλαδή αγάπης.
Το πρόβλημα του, υπόδουλου στη Μοίρα Θεού που πριν ήταν πρόβλημα οντολογικό τίθεται εκ νέου, τώρα ως πρόβλημα υπαρκτικό και δεν λύνεται. Η τριαδικότητα, δηλαδή η ύπαρξη τριών προσώπων, που επειδή αυτοκαθορίζονται ετεροκαθοριζόμενα το ένα από το άλλο και επιπλέον ελεύθερα επιλέγουν να αγαπούν, δηλαδή να συνυπάρχουν, δίνοντας υπόσταση στην ίδια θεϊκή ουσία, λύνει το πρόβλημα του δούλου Θεού, το οποίο σε απλό οντολογικό επίπεδο μοιάζει άλυτο.
Η αγάπη, λοιπόν, στη χριστιανική θεολογία και βιοθεωρία δεν είναι ένα απλό συναίσθημα. Είναι υπαρκτική κατηγορία που καθορίζει την ίδια τη σύλληψη και βίωση του Θεού και περαιτέρω την ίδια τη σύλληψη και το βίωμα του ανθρώπου. Αν ο Θεός υπάρχει με τον τρόπο αυτό επειδή αγαπά, ο άνθρωπος, νοείται-πραγματώνεται έτσι και όχι αλλιώς, επειδή αγαπά. Όταν δε συμβαίνει αυτό, τότε ο άνθρωπος αυτοκαταργείται.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1832
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: Η Χριστιανική Αγάπη και η ελευθερία του προσώπου

Unread postby inanm7 » Tue May 03, 2022 11:29 pm

Αγάπη και ανθρώπινη κοινωνία

Η Χριστιανική σύλληψη του Θεού ως Τριάδα, λύνει το αρχαίο πρόβλημα της υπόδουλης στη μοίρα της, θεότητας και "επιτρέπει" στον Θεό να υπερβαίνει την ουσία Του - και άρα τη μοίρα που του επιβάλει να είναι Θεός - αφού τα πρόσωπα της Τριάδας επιλέγουν ελεύθερα να υπάρχουν κατ' αυτόν τον τρόπο. Αντίστοιχα, ο άνθρωπος ως Πρόσωπο μπορεί να υπερβεί την "ουσία" του και να επιλέξει ελεύθερα τον τρόπο θα υπάρχει. Αυτή η ερμηνεία - που έχει καθαρά ελληνικό φιλοσοφικό υπόβαθρο και ρίζωσε βαθιά στην Ορθοδοξία - υπερβαίνει τις ιδεολογίες "αίματος" που θέλουν την ουσία να καθορίζει και τον σκοπό, και ελευθερώνει τον άνθρωπο από καταγωγή, τάσεις και μοίρα - χωρίς να παραβλέπει βέβαια τη σημασία τους.
Γι' αυτό άλλωστε ο Χριστιανισμός δεν υιοθετεί κοινωνικούς τίτλους ευγενείας, αριστοκρατίας, κλπ. και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, στην ελληνική Ορθοδοξία δεν βρήκαν πρόσφορο έδαφος οι παραδόσεις περί "ιερών γενεαλογικών γραμμών", Αγίου Αίματος, κληρονομικών μοναρχιών και ταγμάτων που υπερασπίζουν τέτοια κληρονομικά δικαιώματα και ανθίζουν και σήμερα τη Δύση.

Η αγάπη, όπως είδαμε, δεν είναι τόσο μια εσωτερική κατάσταση του ανθρώπινο εγώ, όσο μια εξωτερίκευση από το εγώ προς το «εσύ», τον άλλον. Η εξωτερίκευση αυτή δεν είναι λεκτική έκφραση, αλλά πράξη αγάπης προς τον άλλο, αφού έχει αυτοδικαίως κοινωνικό χαρακτήρα. Αν δεν υπάρχει πράξη, τότε ομοίως δεν υπάρχε ούτε αγάπη, γιατί στην ηθική το «γίγνεσθαι» προηγείται λογικά του «είναι», αφού το πρώτο αποδεικνύει την ύπαρξη του δευτέρου, ενώ το δεύτερο, ακόμη κι αν υφίσταται δεν επιφέρει αλλαγές στο εγώ και το εσύ, αν δεν υλοποιείται. Όποιος, λοιπόν, χριστιανός αγαπά μόνο με λόγια, χωρίς έργα, κατά το Ιωάννη τον Δαμασκηνό, αγαπά όπως ο Εωσφόρος, γιατί και αυτός λέει για την αγάπη αλλά δεν την ποιεί...
Η χριστιανική κοινωνία (Εκκλησία) διαφέρει από τις άλλες, γιατί σε αυτήν κινητήρια κοινωνική δύναμη, συνεκτική της δομής της, είναι η αγάπη -τόσο προς τον Θεό όσο και προς τους ανθρώπους- κατά το πρότυπο της Τριάδας. Τον Θεό ο άνθρωπος τον "ερά", ενώ τον συνάνθρωπο του τον «αγαπά». Προς τον Θεό η αγάπη υλοποιείται με την ευσέβεια, ενώ προς τον συνάνθρωπο με τη φιλανθρωπία (φιλαλληλία, αλληλεγγύη κτλ.).
Γνώμονας του έρωτα προς τον Θεό είναι η επίγνωση της θυσίας, αφού ο άνθρωπος όσα και να προσφέρει στον Θεό παρέχει λίγα σε σύγκριση με αυτά που λαμβάνει.
Γνώμονας της αγάπης προς τον συνάνθρωπο είναι η ισότητα, γιατί χωρίς αυτήν επέρχεται η υποδούλωση. Ισότητα δεν σημαίνει εξομοίωση, γι' αυτό και οι χριστιανοί αναγνωρίζουν την κρατική ιεραρχία, σε αυτήν όμως αναγνωρίζουν λειτουργικό και όχι φυσικό ρόλο.
Αναγνώριση αριστοκρατίας -με όλα τα παρεπόμενα της - συνιστούν για τον χριστιανό παρακμή κοινωνική ή, για την ακρίβεια, δεινή επιβολή του μάταιου στην Ιστορία, που ακριβώς επειδή είναι πεπερασμένο είναι και εωσφορικό.
Επομένως, η αγάπη στην κοινωνική της διάσταση αποτελεί πράξη που επιβεβαιώνει την ισότητα και πρακτικά απευθύνεται σε όλα τα κοινωνικά μέλη της ως ολική ενίσχυση, όμως στοχεύει στη θεραπεία της κοινωνικής ένδειας που συχνότατα εμποδίζει την ισότητα να παράγεται, από την αδικία της ανισοκατανομής του πλούτου.
Αυτή η ανισοκατανομή θεραπεύεται (ή πρέπει να θεραπεύεται) με την αυτόβουλη πράξη του πλουσίου να εξισώσει τον φτωχό με αυτόν, ώστε να είναι ίσοι. Ο καταναγκασμός του πλουσίου να συνεισφέρει στην οικονομική εξίσωση (μέσω της φορολογίας λ.χ.) για τον Χριστιανισμό δεν έχει ηθικό βάρος, γιατί παρά το πρακτικό του αποτέλεσμα δεν οδηγεί στη σωτηρία, δηλαδή στην ένωση του πλουσίου με τον Θεό που πρέπει να αποτελεί πράξη επιλογής, δηλαδή επιβεβαίωση προσωπικής ελευθερίας...

O Χριστιανισμός, o Μαρξισμός και η Αγάπη


Οι κοινωνικοί αγώνες, οι οποίοι καθιερώθηκαν κυρίως με την εμφάνιση του Σοσιαλισμού, έχουν πράγματι συνεισφέρει πάρα πολύ στην άνοδο του βιωτικού επιπέδου των λαών και οι κοινωνίες πρέπει συνεχώς να αγωνίζονται για καλύτερη ζωή. Ωστόσο, ο Χριστιανισμός επισημαίνει ότι παράλληλα δεν πρέπει ποτέ να ατονίσει η προσπάθεια θεραπείας της ανισοκατανομής του πλούτου με αυτόβουλες πράξεις εκ μέρους των «πλουσίων».
Ο καταναγκασμός του πλουσίου να συνεισφέρει στην οικονομική εξίσωση (μέσω της φορολογίας λ.χ.) για τον Χριστιανισμό δεν έχει ηθικό βάρος, γιατί - παρά το πρακτικό του αποτέλεσμα - δεν συμβάλλει στη δημιουργία ελεύθερων και ηθικών ανθρώπινων Προσώπων που οι πράξεις τους επιβεβαιώνουν την προσωπική τους ελευθερία...

Η σύγχυση της κοινωνικής θεώρησης του Μαρξισμού με την αντίστοιχη του Χριστιανισμού υπήρξε κατ' αρχάς σκόπιμη ενέργεια παραπλάνησης των λαϊκών μαζών, ώστε να υποστηρίξουν τις πολιτικές δυνάμεις που στοχεύουν στην υλοποίηση των κομμουνιστικών επιδιώξεων. Επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί η κομμουνιστική κοινωνία ως μορφή των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων. Με άλλα λόγια, θεωρήθηκε ότι ο Κομμουνισμός ήταν η κοινωνική ιδεολογία του Χριστιανισμού, ενώ η Εκκλησία εκπροσωπούσε μια εκφυλισμένη πραγμάτωση του χριστιανικού πνεύματος, εξαιτίας του συγχρωτισμού των λειτουργιών της με την εξουσία - εννοείται τη φεουδαρχική ή αστική.
Η ταύτιση - ή καλύτερα η εκβιαστική σύμπτωση - Χριστιανισμού-Κομμουνισμού είχε προετοιμαστεί από το κίνημα του ουτοπικού Σοσιαλισμού, που συνιστούσε περισσότερο κήρυγμα διαμαρτυρίας κατά της παπικής εκνομίκευσης και λιγότερο σύστημα αυστηρώς πολιτικό. Γι' αυτό και εμφανίστηκε με κέντρο τη Γαλλία, όπου η σχέση της Εκκλησίας με το Κράτος στάθηκε προβληματική από την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης και εξής.
Θεωρώντας τα πράγματα με γνώμονα φιλοσοφικό θα επισημαίναμε πλέον με νηφαλιότητα ότι ως σύστημα θετικής σκέψης, ερμηνείας και καθοδήγησης της ανθρώπινης ιστορίας, ο Μαρξισμός δεν έχει ως κέντρο του τον Άνθρωπο, γι' αυτό και δεν έχει διατυπώσει μια ανθρωπολογία ανάλογη ή έστω ολοκληρωμένη, όπως ο Χριστιανισμός. Η Αγάπη, λοιπόν, ως όρος συναισθηματικός απουσιάζει από τον Μαρξισμό. Υπάρχει, βέβαια, η κοινωνική αλληλεγγύη, αλλά αυτή ως πρακτική δεν έχει ηθικό χαρακτήρα, γιατί απλούστατα η Ιστορία δεν αποτελεί για τον Μαρξισμό ηθικό κατόρθωμα, αφού δεν είναι προϊόν των επιλογών των ανθρώπινων προσώπων, αλλά των απρόσωπων κοινωνικών δυνάμεων.
Επισημαίνεται συχνά το ενδιαφέρον που δείχνει ο Κ. Μαρξ και κατ' επέκταση η κομμουνιστική πρακτική (πολιτική, διοικητική, οικονομική) για τους κοινωνικά ασθενείς και από αυτό δημιουργείται η θεμελιώδης παρεξήγηση ότι δήθεν η μαρξιστική σκέψη είναι «ανθρωπιστική».
Στην πραγματικότητα, ο Μαρξισμός δεν έχει οργανική ιδεολογική σχέση με τον «ανθρωπισμό» ως ιδεολογικό ρεύμα. Το κίνημα αυτό (ουμανισμός) αποτελεί εκδήλωση του αστικού πνεύματος και εκφράζει το κοσμοείδωλο και το ανθρωποείδωλο που, κατά την Αναγέννηση, αντιπαρέταξε η ανερχόμενη αστική τάξη στην παλαιά φεουδαρχική τάξη πραγμάτων. Για την αντιπαράθεση αυτή, βέβαια, χρησιμοποίησε μια στρεβλή σύλληψη του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, ώστε να υπηρετεί ακριβώς τους νέους συσχετισμούς συμφερόντων. (Πράγμα που ορθώς επισημαίνει και ο Κ. Μαρξ στις μελέτες του).

Ο Κ. Μαρξ, αστός ο ίδιος, σε μια προσπάθεια ταξικής αυτοκριτικής, διατυπώνει μια νέα φιλοσοφική θεωρία που έχει ακριβώς στόχο να ανατρέψει το ιδεολογικό εποικοδόμημα της αστικής τάξης. Μέσω, μάλιστα, αυτής της ιδεολογικής ανατροπής επιδιώκει και την κοινωνική αλλαγή με την κατάργηση της αστικής (άνισης) κοινωνίας και την αντικατάστασή της από τη νέα αταξική κοινωνία της κομμουνιστικής ισότητας.
Ως φορέας αυτής της αλλαγής επιλέγεται από τη μαρξιστική σκέψη η εργατική τάξη, γιατί αυτή θα αποκομίσει οφέλη από αυτήν την ανατροπή. Με αυτή τη σκοποθεσία ερμηνεύεται και η περίφημη ρήση του ότι «έργο της φιλοσοφίας ήταν έως τώρα να ερμηνεύει τον κόσμο, στο εξής έργο της είναι να τον αλλάξει». Κίνητρο, λοιπόν, της εύνοιας που δείχνει η μαρξιστική σκέψη για την εργατική τάξη δεν είναι η φιλανθρωπία ή η αγάπη για τους καταπιεζόμενους εργάτες, αλλά γιατί αυτό το κοινωνικό υποσύνολο θα αποτελούσε τον πλέον διεκπεραιωτικό φορέα της μαρξιστικής χιλιαστικής στόχευσης.
Αυτή η στόχευση μετέθετε το παραδοσιακό φιλοσοφικό κέντρο από τον Άνθρωπο στην Κοινωνία. Αυτό το φιλοσοφικό σύστημα - ο διαλεκτικός υλισμός - αφού αφομοίωσε επιλεκτικά ποικίλα στοιχεία από προγενέστερες φιλοσοφικές σχολές, προέβη σε μια ανατρεπτική φιλοσοφική τομή που το διαφορίζει και το περιχαρακώνει έναντι όλων των άλλων.
Ο Κ. Μαρξ αποφθεγματικά εισήγαγε την ύλη ως αξία στο χώρο της ηθικής φιλοσοφίας θεωρώντας όχι το «ιστορικό "είναι" προηγείται της ανθρώπινης συνείδησης». Το προβάδισμα αυτό δεν είναι χρονολογικό αλλά αξιακό. Τούτο απλούστερα σημαίνει ότι οι νόμοι που διέπουν την ιστορική πορεία (νόμοι θετικοί, όχι ηθικοί) προηγούνται των συνειδησιακών. Άρα το ανθρώπινο πρόσωπο ως κέντρο της κοινωνίας ακυρώνεται και η ιστορία ως ανθρώπινη πράξη αναιρείται. Τέλος της ιστορικής πορείας είναι η κοινωνική ακμή, αλλά σε αυτήν ο Κ. Μαρξ δίνει υλική υπόσταση.
Ακμή για τη μαρξιστική σκέψη σημαίνει η κοινωνία να αξιοποιήσει τις παραγωγικές δυνάμεις της φύσης με τον πλέον επωφελή για αυτήν τρόπο, ώστε να αποκατασταθεί η μεταξύ τους ισορροπία που διαταράχθηκε από τον άνθρωπο. Κατανοούμε, λοιπόν, ότι για τη μαρξιστική σκέψη το ανθρώπινο πρόσωπο με την αυτονόμηση και τον αυτοκαθορισμό του προσφέρει αρνητική ιστορική υπηρεσία, αφού διασπά τη (φυσική) σχέση που προδιαγράψαμε ανάμεσα στην κοινωνία και τη Φύση. Στη ριζικά αρνητική θεώρηση του ανθρώπινου προσώπου έγκειται και η τεράστια διαφορά του Μαρξισμού από προγενέστερα υλιστικά φιλοσοφικά συστήματα (π.χ. του Φόυερμπαχ). Ο προ-μαρξιστικός υλισμός αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως υλική αξία. Ο Κ. Μαρξ καταργεί τον Άνθρωπο και υψώνει την Ύλη ως αξία. Εφόσον το ιστορικό «είναι» προηγείται της ανθρώπινης συνείδησης, τότε αυτή δεν έχει λόγο ύπαρξης, καθώς οι νόμοι που διέπουν το «είναι» αυτό διαμορφώνονται ερήμην της από τη φυσική ιστορική αναγκαιότητα της κοινωνίας.

Αναμφισβήτητα, τα κοινωνικά μέτρα που προβλέπει αυτό το σύστημα ερμηνείας και αλλαγής του κόσμου παρουσιάζουν εξαιρετικές ομοιότητες με προβλέψεις πολλών άλλων συστημάτων. Για παράδειγμα, η κοινωνική ισότητα, ο καταμερισμός εργασίας κλπ. προβλεπόταν ως μέτρο και στην Πλατωνική πολιτεία και στην αριστοτελική πολιτική σκέψη και στις χριστιανικές κοινότητες. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι η κοινωνιολογία τους είναι ανάλογη του κομμουνισμού. Σε όλα αυτά τα συστήματα, τα κοινωνικά μέτρα υπαγορεύονταν από το ανθρώπινο πρόσωπο που τα επέλεγε ελεύθερα, προκειμένου να πραγματώσει έναν υψηλότερο από την υλική ευμάρεια στόχο: την αρετή, όπως κάθε σύστημα τη νοηματοδοτούσε. Στον Μαρξισμό, τόσο το προσωπικό κίνητρο όσο και ο στόχος απουσιάζουν.
Επομένως, κομμουνισμός «με ανθρώπινο πρόσωπο δεν υπάρχει». Υπάρχει κομμουνισμός με «ανθρώπινο προσωπείο» και πρέπει να του το αφαιρούμε αν επιδίωξη μας είναι οι ιδεολογικές επιλογές να είναι όχι μόνο σεβαστές αλλά και ενσυνείδητες. Η επισήμανση αυτή έχει μεγάλη σημασία, γιατί στο κομμουνιστικό κίνημα οργανώθηκαν παθιασμένα εκατομμύρια άνθρωποι, αλλά δυστυχώς όχι ενσυνείδητα και πολλοί από αυτούς θυσιάστηκαν καθιστώντας τις μαρξιστικές αρχές ηθικές αξίες υπέρτερες της ζωής τους, όταν αυτές οι ίδιες αξίες θεμελιώθηκαν στην υποτίμηση της δυνατότητας του ανθρώπινου προσώπου να επιλέγει και να θέτει ηθικές αξίες.

Μαρξιστική πρακτική και Χριστιανική Αγάπη

Για τον Μαρξ, η ενίσχυση προς την Εργατική Τάξη δεν είναι πράξη φιλανθρωπίας ούτε κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά κοινωνικής αναγκαιότητας, γι' αυτό και δεν έχει ηθικό αλλά μηχανιστικό χαρακτήρα.
Είναι ίσως ευρύτερα γνωστό ότι ο Κ. Μαρξ και οι επίγονοί του πολέμησαν συνειδητά όχι μόνο την οργανωμένη θρησκεία αλλά και τη θρησκευτικότητα ως εκδηλώσεις ή ενδείξεις ιστορικής παρακμής. Θεώρησαν, μάλιστα, τη θρησκεία ως ιδεολογία χειραγώγησης του λαού στα κελεύσματα της εξουσίας. Η περίφημη φράση που αποδίδεται στον Κ. Μαρξ «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού», ενώ διατυπώθηκε από τον άθεο θεολόγο Β. Μπάουερ, αποδίδει καίρια τη μαρξιστική αντίληψη που προδιαγράψαμε, αλλά δεν αιτιολογεί επαρκώς την επιθετική πολιτική της μαρξιστικής διαλεκτικής απέναντι στο φαινόμενο της θρησκείας.
Για τον Κ. Μαρξ, η θρησκεία είναι μια ιδεολογία και μάλιστα ιδεολογία αντιδραστική-αναχρονιστική. Αυτό το μεθοδολογικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε η Μαρξιστική Σχολή (Μαρξ, Ένγκελς κ.α.) πιθανότατα οφείλεται στις προτεσταντικές προσλαμβάνουσες του Κ. Μαρξ από τη γερμανική κοινωνία και τις ιστορικές εμπειρίες από τη θεοκρατική δομή, κυρίως της Αυστρουγγαρίας, την οποία είχε μελετήσει επισταμένως.
Ο όρος «ιδεολογία» στη μαρξιστική ορολογία χρησιμοποιείται απαξιωτικά, σημαίνει «σύνολο ιδεών που δεν έχουν αντίκρυσμα με την πραγματικότητα και χρησιμοποιούνται για να καλύπτουν την ιστορική αλήθεια». Η ιδεολογία ως προϊόν της συνειδήσεως κατά τον Μαρξ καταργείται από την ιστορική εξέλιξη που είναι αναπόφευκτη, αφού εκτελείται με νόμους φυσικούς. Άρα, η φυσική εξέλιξη της κοινωνίας καταργεί τη θρησκεία, που ανάμεσα στις ιδεολογίες είναι η πλέον έμμονη, γιατί είναι η πλέον παραδοσιακή και εδράζεται στη λαϊκή αμάθεια και αδυναμία. Για τη μαρξιστική αντίληψη ζωής, η πίστη, και πολύ περισσότερο η χριστιανική πίστη, είναι ένδειξη ήττας, αδυναμία αντιμετώπισης των δυσκολιών της ζωής με ίδια μέσα, καταφυγή σε ένα θεϊκό υπερεγώ που καλύπτει ελλείψεις του εγώ. Ο μαρξιστής δεν έχει ανάγκη τη χριστιανική αγάπη γιατί γνωρίζει ότι η κίνηση της ιστορίας έχει νόμους θετικούς.
Το ότι και ο Μαρξισμός κατάντησε ιδεολογία ήταν κάτι που δεν το έζησε ο Μαρξ και που ασφαλώς θα το καταδίκαζε, γιατί η θεωρία του γι'αυτήν είναι ουσιαστικά μια ερμηνεία ενός «γίγνεσθαι» που θα πραγματωθεί σε «είναι» ανεξάρτητα από την προσωπική πεποίθηση των ανθρώπων, αφού η συνείδηση υποτάσσεται στους ιστορικούς-φυσικούς νόμους ολοκληρωτικά. Γι' αυτό δεν έχει σημασία αν ευεργετούν τους εργάτες και σκοτώνουν π.χ. τους πλουσίους, γιατί και στη μια και στην άλλη περίπτωση εξυπηρετούν όχι το δίκαιο αλλά την ιστορική εξέλιξη. Και οι δυο αυτές πρακτικές είναι το ίδιο επαινετές, όταν μέσω αυτών προάγεται το κοινωνικό συμφέρον, όπως το ερμηνεύει βέβαια το μαρξιστικό αναλυτικό μοντέλο. Ευθύνη ηθική προσωπική δεν υπάρχει, αφού ο άνθρωπος εκτελεί έναν αδήριτο νόμο. Χρέος του είναι να τον προάγει γοργότερα.
Ιδιαίτερα καταδικαστικός στέκεται ο Μαρξ απέναντι στον Χριστιανισμό, γιατί αυτός έναντι του Ισλάμ ανατρέπει ή προσπαθεί, μάταια κατά τον Μαρξ, να ανατρέψει το ιστορικό γίγνεσθαι με πρότυπο τον Χριστό. Η αγάπη ως κίνητρο κοινωνικής παρέμβασης για τον Μαρξ δεν είναι απλώς μάταια, αλλά και επιβλαβής. Κατ'αρχάς, γιατί εθίζει το άτομο να παρεμβαίνει στην κοινωνική ροή ανεξάρτητα από τους ιστορικούς νόμους. Κυρίως, όμως, γιατί εκδηλώνεται προς αναξιοπαθούντες που κρίνονται τέτοιοι με κριτήρια ηθικά και έτσι αντιβαίνουν στον κοινωνικό δαρβινισμό που ασπάζεται ο Μαρξισμός, στη διαδικασία, δηλαδή, επικράτησης του ισχυρότερου με βάση τους φυσικούς νόμους λειτουργίας της κοινωνίας. Γι' αυτό ο Κ. Μαρξ στάθηκε ολότελα αντίθετος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Για τον Μαρξ, η ενίσχυση προς την Εργατική Τάξη δεν είναι πράξη φιλανθρωπίας ούτε κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά κοινωνικής αναγκαιότητας, γι' αυτό και δεν έχει ηθικό αλλά μηχανιστικό χαρακτήρα. Η θεραπεία, δηλαδή, της φτώχειας δεν γίνεται επειδή στη σοσιαλιστική κοσμοθεωρία προβλέπεται η ευσπλαχνία, αλλά γιατί η φτώχεια ως φαινόμενο παρεμποδίζει την ομαλή ιστορική και πολιτισμική εξέλιξη της κοινωνίας. Δεν είναι, λοιπόν, η ηθική αίσθηση του δικαίου, αλλά η αναγκαιότητα που επιβάλλει τις συγκεκριμένες «φιλάνθρωπες» προβλέψεις στο κοινωνικό σύστημα που ευαγγελίζεται ο Μαρξισμός.
Η ερμηνεία της ιστορικής αναγκαιότητας επαφίεται από τον Κ. Μαρξ στα κομματικά όργανα με γνώμονα βέβαια τη δική του θεωρία. Δεν πρέπει, λοιπόν, να μας εκπλήσσει που ο πιο στυγνός κομμουνιστής ηγέτης, ο Ι. Στάλιν, υπήρξε ταυτόχρονα και ο πιο φιλικός προς την Εκκλησία. Αυτό δεν σημαίνει ότι πίστευε (παρά το γεγονός ότι η παιδεία του ήταν εκκλησιαστική, αφού υπήρξε απόφοιτος του εκκλησιαστικού λυκείου της Τυφλίδας). Στη δεδομένη συγκυρία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η συσπείρωση του ρωσικού λαού για την αντιμετώπιση του Ναζισμού επέβαλλε τη στάση αυτή, αφού έτσι χαλυβδωνόταν η άμυνα της χώρας των Σοβιέτ. Η ίδια καιροσκοπική ερμηνεία επέβαλε και κατά τον Εμφύλιο στον ΕΛΑΣ τον σεβασμό στη λαϊκή θρησκευτική πίστη για να τονώνεται η παρεξήγηση ανάμεσα στο κοινωνικό μήνυμα ισότητας της χριστιανικής αγάπης και στη μαρξιστική πρακτική της μηχανιστικής αταξικής κοινωνίας.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1832
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm


Return to ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ...

Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 1 guest