30. "Η αρχαία εποχή δεν είχε θρησκευτικούς πολέμους, σε αντίθεση με την χριστιανική. Αυτό δείχνει και την ανωτερότητα του πολυθεϊσμού."
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Μα πώς να γίνονταν θρησκευτικοί πόλεμοι στην αρχαία Ελλάδα, αφού όλοι πίστευαν στην ίδια θρησκεία, στο ίδιο πάνθεον; Όταν όμως οι Πέρσες ήρθαν στην Ελλάδα, έκαψαν τους ναούς των ξένων (για αυτούς) θεών. Το ίδιο έκαναν και σε άλλες χώρες κατακτημένες, όπου καταπίεζαν τη θρησκεία τους. Το ίδιο έκαναν και τα ελληνιστικά κράτη που προσπάθησαν να κάνουν τους Εβραίους να απαρνηθούν τη θρησκεία τους για χάρη του εθνισμού, με αποτέλεσμα αιματηρούς πολέμους. Εξάλλου, οι Αρχαίοι Έλληνες ήταν αυτοί που θέλησαν να κάνουν τους Ιουδαίους με το ζόρι Εθνικούς, απαγορεύοντας με βασιλικό διάταγμα (Αντίοχος Δ', 168 π.Χ.) επί ποινή θανάτου την ιουδαϊκή θρησκεία. Πιο πριν ο Πτολεμαίος Δ' έσφαξε 30 χιλιάδες Εβραίους μη φειδόμενος τα γυναικόπαιδα. Αυτό δεν είναι θρησκευτικός πόλεμος; Ούτε είναι γενικό χαρακτηριστικό του πολυθεϊσμού η ανεκτικότητα: στην Ινδία λόγου χάρη, όπου υπάρχουν ένα σωρό θεοί, κάθε τόσο σφάζονται οι αντίπαλοι πιστοί.
Και για να έρθουμε στα δικά μας, στους Νεοπαγανιστές και τους αρχαιο-εθνικιστές δε φαίνεται να λέει τίποτα ο όρος «Ιεροί Πόλεμοι»˙ ίσως λόγω έλλειψης ιστοριογνωσίας.
Ο Πρώτος Ιερός Πόλεμος έγινε μεταξύ 590-589 π.Χ. όταν οι Δελφοί βρήκαν πρόφαση ότι οι Κιρραίοι φορολογούσαν τους προσκηνυτές˙ το συμβούλιο των Αμφικτυόνων κήρυξε ιερό πόλεμο εναντίον των Κιρραίων ως ασεβών, και άρχισε φοβερός και καταστρεπτικός πόλεμος, με αποτέλεσμα αυτοί να καταστραφούν. Οι Κιρραίοι εξανδραποδίστηκαν, η χώρα τους πέρασε από φωτιά και σίδηρο, οι γαίες τους αφιερώθηκαν στον Απόλλωνα, στη Λητώ και στην Αθηνά Πρόνοια.
Ο Δεύτερος Ιερός Πόλεμος, το 447 π.Χ. κηρύχθηκε από τους Δελφούς κατά των Φωκέων, υπό την καθοδήγηση των Σπαρτιατών. Αυτόν το Δεύτερο Ιερό Πόλεμο τον προκάλεσαν οι Φωκείς που ήθελαν το ιερό του Απόλλωνα να ανήκει σε όλους τους Φωκείς κι όχι μόνο στην πόλη των Δελφών. Όταν οι Φωκείς κατέλαβαν το ιερό, οι Δελφοί ζήτησαν την επέμβαση των Σπαρτιατών. Οι Σπαρτιάτες έσπευσαν να αποκαταστήσουν τους Δελφούς στα κυριαρχικά τους δικαιώματα επί του ιερού. Αμέσως όμως μόλις ο σπαρτιατικός στρατός αποχώρησε απ’ τους Δελφούς, ο Περικλής εξεστράτευσε με Αθηναίους και παρέδωσε το ιερό πάλι στους Φωκείς.
Ο Τρίτος Ιερός Πόλεμος, το 356-346 π.Χ. Άρχισε όταν οι Φωκείς κατέλαβαν το μαντείο από την πόλη των Δελφών, οπότε οι Λοκροί, οι Θηβαίοι, οι Θεσσαλοί κήρυξαν Ιερό πόλεμο κατά των ιερόσυλων Φωκέων οι οποίοι νικήθηκαν, διαλύθηκαν, εξαναγκάστηκαν να ζούν σε χωριά και να πληρώνουν 60 τάλαντα ανά έτος. Ο αρχηγός των Φωκέων Ονόμαχος σταυρώθηκε ως ιερόσυλος (Διόδωρος, 16, 53) και οι αιχμάλωτοι φωκείς στρατιώτες καταποντίστηκαν στον Παγασητικό, επίσης ως ιερόσυλοι. Οι όροι της συνθήκης ήταν: Όλοι οι Φωκαείς αποκλείστηκαν από τους ιερούς χώρους των Δελφών, από θυσίες, τελετές κ.λ.π. Το φωκαϊκό «έθνος» έπαψε ν’ αποτελεί μέρος της αμφικτυονίας. Όλες οι φωκαϊκές πόλεις καταστράφηκαν. Κανένας οικισμός δεν επιτρεπόταν να είναι άνω των 50 οικογενειών ή να βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των 10 σταδίων από έναν άλλον. Τα όπλα των Φωκαέων καταστράφηκαν, τα άλογά τους εποιήθηκαν υπέρ του Ιερού, και οι Φωκαείς υποχρεώθηκαν να καταβάλουν 10 χιλιάδες τάλαντα στο Μαντείο, 30 τάλαντα ανά εξαμηνία, δηλαδή να εξοφλήσουν το ποσό σε 167 περίπου χρόνια. Ώς τότε, σύμφωνα με τη συνθήκη δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν όπλα κι άλογα.
Ο Τέταρτος Ιερός Πόλεμος, το 339 π.Χ. άρχισε όταν οι Λοκροί της Άμφισσας αυτή τη φορά καταπάτησαν τη γή του μαντείου. Εναντίον τους κηρύχθηκε Ιερός Πόλεμος, και η Άμφισσα καταστράφηκε.
Τέλος, ως αιτία της Πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών, ο Φίλιππος ανέφερε την τιμωρία των Περσών για τις καταστροφές ελληνικών ιερών από τον Ξέρξη (Διόδωρος, 16, 89, 2: καὶ λαβεῖν παρ’ αὐτῶν δίκας ὑπὲρ τῆς εἰς ἱερὰ γενομένης παρανομίας).
Προς αποφυγή παρεξηγήσεων να τονιστεί ότι ο όρος «Ιεροί» Πόλεμοι για τους προαναφερθέντες πολέμους δεν πρωτοχρησιμοποιήθηκε από χριστιανούς, αλλά από τους ίδιους τους αρχαίους Έλληνες, τόσο της κλασσικής εποχής, όσο και της ρωμαϊκής (π.χ. Καλλισθένη, Παυσανία). Δίχως άλλο, δεν υπήρξε Ιερός Πόλεμος στην Αρχαία Ελλάδα. Για να το λένε οι Νεοπαγανιστές, κάτι παραπάνω θα ξέρουν.
Ορισμένοι θα ισχυριστούν, ότι οι παραπάνω πόλεμοι δεν ήταν ούτε ιεροί ούτε θρησκευτικοί, διότι ήταν απλώς διαμάχες πόλεων-κρατών κι όχι θρησκευτικές σταυροφορίες, σε αντίθεση με τους χριστιανικούς πολέμους. Κατ’ αρχήν, όσον αφορά τον μόνο αληθινό Χριστιανισμό, την Ορθοδοξία, δεν υπήρξε κανείς θρησκευτικός πόλεμος.
Ο πατριάρχης επί βασιλείας Νικηφόρου Φωκά αρνήθηκε να ανακηρύξει αγίους όσους σκοτώνονταν στις μάχες που έδινε ο βυζαντινός στρατός λέγοντας πως «κανένας πόλεμος δεν είναι ιερός». Το ορθόδοξο Βυζάντιο – στο βαθμό που πραγμάτωνε την Ορθοδοξία – ποτέ δεν πολέμησε κατά των Αράβων ή των Περσών λόγω θρησκευτικών αιτιών. Οι Πέρσες κατέλαβαν την Αίγυπτο και την Μ. Ανατολή από το Βυζάντιο, με αποτέλεσμα αυτό να εκστρατεύσει με σκοπό την ανακατάληψη των χαμένων επαρχιών του. Φυσικά, οι Πέρσες είχαν πάρει τον Τίμιο Σταυρό, αλλά δεν ήταν αυτή η κλοπή αιτία των εκστρατειών του Ηρακλείου. Και με τους Άραβες, το Βυζάντιο δεν επεδίωξε θρησκευτικό πόλεμο. Υπήρξαν μεγάλες χρονικές περίοδοι ειρήνης μεταξύ Ορθοδόξων και Μουσουλμάνων. Ούτε οι εκστρατείες του Ιωάννη Τσιμισκή και Νικηφόρου Φωκά θεωρούνται «σταυροφορίες» και «ιεροί πόλεμοι», αφού ο σκοπός τους ήταν να απελευθερώσουν από την αραβική κατοχή την Μ. Ανατολή και την Ανατολική Μ. Ασία. Εάν το Βυζάντιο βρισκόταν σε «ιερό πόλεμο» κατά του Ισλάμ, τότε αυτή θα ήταν διαρκής κατάσταση, το Βυζάντιο δεν θα επέτρεπε ποτέ χτίσιμο τζαμιών στην Κωνσταντινούπολη τον 8ο και 10ο αιώνα, για χάρη των μουσουλμάνων επισκεπτών της. Το Βυζάντιο πολεμούσε τους Άραβες χαλίφηδες ως κράτος εναντίον κράτους, όχι ως Ορθοδοξία κατά Ισλάμ. Κατά τον ίδιο τρόπο, το Βυζάντιο πολεμούσε τους Βουλγάρους ως κράτος εναντίον κράτους κι όχι ως... Ορθοδοξία κατά Ορθοδοξίας.
Ακόμη κι οι αιρετικές Σταυροφορίες, σκοπό δεν είχαν να εκχριστιανίσουν τους μουσουλμάνους κατοίκους της Μ. Ανατολής, αλλά να εκδιώξουν τους Άραβες από την Παλαιστίνη. Δεν έγιναν αυτοί οι θρησκευτικοί πόλεμοι λόγω θεολογικών διαφορών μεταξύ Δυτικών και Αράβων, αλλά επειδή οι προσκυνητές στους Άγιους Τόπους καταπιέζονταν. Το ζήτημα βεβαίως δεν αφορά την Ορθοδοξία.
Οι διαμάχες μεταξύ Παπικών και Προτεσταντών δεν αφορούν την Ορθοδοξία. Στο Βυζάντιο δεν υπήρξε εμφύλιος πόλεμος λόγω της Εικονομαχίας. Αρνούνταν βεβαίως οι εικονολάτρες να αποδεχτούν τα διατάγματα των εικονομάχων Αυτοκρατόρων, αλλά δεν χωρίστηκε το κράτος σε δύο τμήματα. Αν συγκρίναμε τους αιρετικούς πολέμους και σταυροφορίες με τους αρχαιοελληνικούς ιερούς πολέμους, οι σταυροφορίες είναι εγγύτερα στους «Ιερούς Πολέμους», διότι έγιναν για την κατοχή του ιερού εδάφους των Δελφών.
31. "Η θεοποίηση ανθρώπων δεν ήταν αρχαιοελληνικό φαινόμενο. Την έφερε από την Ασία ο Αλέξανδρος. Δεν είναι κάτι, για το οποίο πρέπει να κατηγορηθεί η κοσμοαντίληψη των Εθνικών της αρχαίας Ελλάδας. Ειδικότερα, ο Αλέξανδρος είναι ηθικά υπόλογος, διότι ουσιαστικά εξασιάτισε την Ελλάδα (και δεν εξελληνίστηκε η Ασία), αφού με τη θεοποίησή του οδήγησε στο φαινόμενο οι μετέπειτα μονάρχες αλλά και ο λαός να θεωρούν φυσιολογικό ο μονάρχης να είναι ζώντας θεός".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι γεγονός ότι η αυτοθεοποίηση του Μέγα Αλέξανδρου είναι κάτι το αρνητικό και από αυτόν πρωτοάρχισαν να θεοποιούνται οι ελληνιστικοί βασιλείς και μετά οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες. Είναι το μόνο αρνητικό ίσως που μπορεί ν’ αποδοθεί στον Μεγαλέξανδρο, και είναι αυτός που «εγκαινίασε» το έθιμο αυτό. Όμως τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα, απ’ όσο πιστεύουν οι Νεοπαγανιστές:
Στην ειδωλολατρική αρχαιότητα ως γνωστόν η έννοια του «θεού» και του «θείου» δεν προσδιορίζονταν από το «απόλυτο» ή το «άπειρο», όπως στον Χριστιανισμό. Οι ειδωλολατρικοί μυθολογικοί θεοί δεν ήταν «τέλειοι» ούτε ήταν το Απόλυτο. Ήταν ατελείς, και αυτό που τους χαρακτήριζε, πέραν της αθανασίας, ήταν ότι το «θείο» σήμαινε απλώς το «πάνω από τον άνθρωπο» και τα ανθρώπινα μέτρα και δυνάμεις. Ο Δίας π.χ. δεν ήταν πάνσοφος, δηλαδή τέλειος, αλλά ήταν απλώς σοφότερος από τους ανθρώπους. Έτσι, ο «θεός» για τους Ειδωλολάτρες ήταν κάτι απλώς πέρα από τον άνθρωπο, κι όχι «το» τέλειο. Υπό αυτήν την αντίληψη για το θείον, η λατρεία κάποιων ανθρώπων ως θεών δεν φαντάζει παράξενη ή καταδικαστέα. Έτσι κι αλλιώς οι βασιλείς ήταν κατά κάποιον τρόπο «πάνω από τους (υπόλοιπους) ανθρώπους»˙ πιο δυνατοί. Μπορούσαν έτσι να θεοποιηθούν. Αθάνατοι δεν ήταν βέβαια, αλλά με λίγες ειδωλολατρικές θεωρίες περί μετενσάρκωσης, και με λίγη αρχαία φιλοσοφική σάλτσα, όλα λυνόταν. Δεν υπήρχε πρόβλημα για τον υπόλοιπο κόσμο. Απλώς έπρεπε να αποδεικνύουν (π.χ. στους πολέμους) ότι ήταν θεοί, δηλαδή ανίκητοι. Το αν ο «θεός» κατέχει την τελειότητα ή όχι, κάνει τη διαφορά που επιτρέπει ή απαγορεύει την θεοποίηση ανθρώπων. Βλέπουμε δηλαδή, πως η παγανιστική αντίληψη ότι ο «θεός» δεν είναι «τέλειος», οδηγεί σε θεοποίηση των πιο ισχυρών, των πιο δυνατών ανθρώπων.
Από το «θεός = ανώτερο από τους ανθρώπους ον (αλλά όχι τέλειο)» ώς το «θεός = ανώτερο από τους κοινούς ανθρώπους ον» η απόσταση είναι πολύ μικρή. Αυτό απεδείχθη στην πράξη, και αυτή η απόδειξη της Ιστορίας κάνει περιττή οποιανδήποτε άλλη.
Δεν διέπραξε ο Μεγαλέξανδρος κάτι εξωφρενικό, αν κρίνουμε τη θεοποίησή του από παγανιστική οπτική. Αλλά από Χριστιανική είναι παράλογο, αφού μόνο ο Θεός είναι Τέλειος και Απόλυτο και τού αποδίδεται ο χαρακτηρισμός θεός. Κάτι που πάντα ξεχνούν οι Νεοπαγανιστές που κατακρίνουν τον Μεγαλέξανδρο είναι πως μόνο οι Χριστιανοί τόλμησαν έμπρακτα (κι όχι με φιλοσοφικά υποννοούμενα και αστειάκια) να αρνηθούν στους αυτοκράτορες το «δικαίωμα» να λέγονται θεοί. Οι Ειδωλολάτρες, με την απαράδεκτη ιδέα ότι ο θεός/θεοί δεν είναι τέλειος, ούτε που σκέφτηκαν να πράξουν ό,τι οι Χριστιανοί.
Η σχετική κραυγή των φιλάθλων ή άλλων προς τα αθλητικά και όχι μόνο είδωλά τους «είσαι θεός» αποδεικνύει πόσο εύκολα κάποιος άνθρωπος που είναι ασυναγώνιστα ανώτερος από τους κοινούς θνητούς σε κάτι, μπορεί να λάβει το χαρακτηρισμό «θεός». Μόνο που σήμερα δεν κυριολεκτούν, διότι «θεός» σημαίνει το τέλειο ον˙ ενώ στην παγανιστική αρχαιότητα το εννοούσαν, επειδή το θεός σήμαινε απλώς το «παραπάνω από τους (κοινούς ή τους περισσότερους) ανθρώπους» ον – η παρένθεση υπονοείται. ΟΧΙ το "τέλειο".
«Ότι η ελληνιστική προσωπολατρία ήταν πάντοτε ανειλικρινής –ότι ήταν ένα πολιτικό κόλπο και τίποτε περισσότερο-, κανένας, νομίζω δεν θα το πιστέψει από αυτούς που παρατηρούν στην εποχή μας να αυξάνει συνεχώς η μαζική κολακεία προς τους δικτάτορες, τους βασιλιάδες, κι όταν αυτοί ελλείπουν, στους αθλητές» (E.R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 152).
Όπως και να ‘χει, είναι ανιστόρητο επιχείρημα, οι Νεοπαγανιστές να ισχυρίζονται πως η θεοποίηση του ηγεμόνα δεν είναι αρχαιοελληνικό και παγανιστικό έθιμο. Το τι είναι ή τι δεν είναι αρχαιοελληνικό, δε θα μάς το πουν δυο-τρεις «Νεοπαγανιστές», που εμφανίστηκαν ως Νεοπαγανιστές τη δεκαετία του 1990, αλλά η αρχαία ελληνική ιστορία. Θεοποιήσεις γινόταν στον αρχαίο ελληνικό κόσμο από τον 4ο π.Χ. αιώνα ώς τον 4ο μ.Χ. αιώνα, δηλαδή επί 700 περίπου χρόνια. «Μικρό διάστημα», βεβαίως! Ουδόλως αντιπροσωπευτικό του αρχαίου ήθους και πολιτισμού! «Λεπτομέρειες»! Τέτοια λεν οι Ν/Π για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα και τα προφανή. Ωστόσο, η θεοποίηση του ηγεμόνα είναι καθαρώς ειδωλολατρικό φαινόμενο και, εφόσον γινόταν επί 700 έτη περίπου στον αρχαιοελληνικό κόσμο, είναι αρχαιοελληνικότατο, ακόμη κι αν δεν έχει αρχαιοελληνική προέλευση. Δεν χρειάζεται μια παράδοση να έχει μυκηναϊκή ή αρχαϊκή προέλευση, για να είναι αρχαιοελληνική. Αφού οι Ειδωλολάτρες της Αρχαιότητας το δέχτηκαν και κανείς δεν αντέδρασε, είναι αντιφατικό να εμφανίζονται έπειτα από 20 αιώνες κάποιοι, που θέλουν να είναι συνεχιστές των αρχαίων Ειδωλολατρών και ταυτόχρονα να είναι ενάντιοι στην ειδωλολατρική παράδοση της αρχαιότητας. Άλλωστε και πριν τον Αλέξανδρο θεοποιούνταν (απλώς μεταθανάτια μόνο) οι ολυμπιονίκες και άλλοι. Από πού κι ώς πού πεθαμένοι ανακηρύσσονταν «φυσικές δυνάμεις»;
Όσο για τον Μέγα Αλέξανδρο, τον οποίο συκοφαντεί και βρίζουν ορισμένοι Νεοπαγανιστές, αναφορικά με τη θεοποίησή του, θα πούμε πως όταν αυτός είχε γίνει κοσμοκράτορας και τον κολάκευαν στην Ασία και τον έλεγαν θεό, έλεγε στους Έλληνες του περιβάλλοντός του με κάποια αστειότητα, ότι από δυό τεκμήρια είναι σίγουρος ότι δεν είναι θεός˙ από το ότι κοιμάται και το ότι συνουσιάζεται (Πλούταρχου Αλέξανδρος 22, 6). Έδειξε έτσι ο Αλέξανδρος πόσο περιφρονούσε τους θεούς (που συνουσιάζονταν και κοιμούνταν, όπως οι θνητοί) τους οποίους θέλουν να επαναφέρουν οι Νεοπαγανιστές, αλλά και την υψηλότατη (αν και προχριστιανική) θεολογία του (θα τον είχε διδάξει, ασφαλώς, αυτά ο Αριστοτέλης). Επίσης έδειξε πόσο σοβαρά πίστευε τα περί θεοποιήσεώς του.
32. "Η αρχαία Ελλάδα ήταν θρησκευτικώς ανεκτική, ενώ το Βυζάντιο και οι Χριστιανοί, ως μονοθεϊστές, ήταν μη ανεκτικοί".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:Αφού οι αρχαίοι Έλληνες ήταν θρησκευτικώς ανεκτικοί, γιατί οι δούλοι έπρεπε να έχουν την θρησκεία των κυρίων τους (αλλάζοντας υποχρεωτικά θεούς και λατρεία κάθε φορά που πωλούνταν σε άλλο κύριο); Αφού οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ανεκτικοί θρησκευτικώς, γιατί δεν μπορούσε μια θεότητα ξένη, δηλαδή όχι θεότητα της πόλης-κράτους, να έχει ναό κτισμένο, αλλά έπρεπε ειδική επιτροπή της πόλεως να συνεδριάσει πρώτα για να συζητήσει άν έπρεπε να επιτραπεί χτίσιμο ναού ξένης θεότητας; Αφού η αρχαία Ελλάδα ήταν θρησκευτικώς ανεκτική, γιατί τιμωρούνταν βαρύτατα όσοι πολίτες αμελούσαν τα λατρευτικά τους καθήκοντα προς τους θεσμοθετημένους θεούς της πόλης όπου ζούσαν; Γιατί υπήρχαν τόσο αυστηροί νόμοι λοιπών κατά ξένων λατρειών, αφού οι αρχαίοι ήταν πολυθεϊστές και (δήθεν) συνεπώς ανεκτικοί;
Σε κανέναν αρχαιολάτρη δεν θα άρεσε να τιμωρείται από το κράτος όποιος δεν πηγαίνει στην εκκλησία τις Κυριακές. Γιατί τότε δεν αναγνωρίζει πως η αρχαία εποχή που επέβαλε τιμωρίες σε όποιον δεν θυσιάζε στους Θεούς της πόλης του, ήταν θρησκευτικώς μη ανεκτική; «Η αθηναϊκή νομοθεσία προέβλεπε ποινές για όσους αρνιόυνταν να τιμήσουν θρησκευτικά μια εθνική εορτή (Πολυδεύκης, 8, 46 – Ουλπιανός, Σχολ. στο Δημοσθένη, Κατά Μειδίου)» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 349).
Και απ' αυτή την περίπτωση αποδεικνύεται πως οι Νεοπαγανιστές και πολλοί εκδυτικισμένοι αρχαιολάτρες συγχέουν την ύπαρξη πολλών θεών με το δικαίωμα να λατρεύει κάποιος τους μη θεσμοθετημένους από την πόλη του θεούς ή με το δικαίωμα να αρνείται να λατρέψει τους θεούς που όρισε η πόλη. Η ύπαρξη πολλών θεών δεν σχετίζονταν με το δικαίωμα να απορρίπτεις τον θεό της πόλης χάριν κάποιου άλλου θεού. Τέτοια δικαιώματα δεν δίνονταν από την αρχαία πόλη. Ουδέποτε είχε το δικαίωμα κανείς να αρνηθεί τον θεό της πόλης και να διαλέξει κάποιον άλλον από τους υπόλοιπους εφτακόσιους. Αμέσως καταδικαζόταν από τα δικαστήρια.
Ο κάθε πολίτης «έπρεπε να πιστεύει και να υποτάσσεται στη θρησκεία της πόλης. Μπορούσαν, ωστόσο, να περιφρονούν ή να μισούν τους θεούς της γειτονικής πόλης (...) δεν έχουν δικαίωμα όμως ούτε να σκεφτούν ακόμη την αμφισβήτηση της Πολιούχου Αθηνάς ή του Ερεχθέα ή του Κέκροπα. Η ελευθερία της σκέψης σχετικά με τη θρησκεία ήταν κάτι εντελώς άγνωστο στους Αρχαίους» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 349). Γι’ αυτό άλλωστε, ο Σωκράτης κατηγορήθηκε πως δεν λογάριαζε για θεούς, τους θεούς που δεχόταν η Αθήνα («Ἀδικεῖ Σωκράτης οὕς ἡ πόλις νομίζει θεοὺς οὐ νομίζων», Ξενοφώντα, Απομνημονεύματα, 1, 1). Τρομερό έγκλημα διέπραξε ο Σωκράτης! Αυτή ήταν η τεράστια θρησκευτική ελευθερία που έδινε ο πολυθεϊσμός σχετικά με τον μονοθεϊσμό (Δεν έχει σημασία, φυσικά, αν ο Σωκράτης πίστευε ή δεν πίστευε στους θεούς˙ σημασία έχει ότι ο αθηναϊκός νόμος θεωρούσε νομικό αδίκημα την απιστία στην επίσημη κρατική θρησκεία του πολυθεϊσμού.).
«Η ιδέα λοιπόν ότι κάθε επιμέρους όψη της πραγματικότητας πρέπει να εξουσιάζεται από ένα θείο ον προκαλεί την ισαριθμία τέτοιων όψεων και θεοτήτων και συνεπώς τον πολυθεϊσμό. Από τη βασική αυτή στον πολυθεϊσμό ιδέα, της ισαριθμίας, προέρχεται και η λεγόμενη ανοχή του πολυθεϊσμού: στο ήδη υπάρχον πάνθεο μπορούν να μπουν όσες θεότητες αντιστοιχούν σε νέες ή μη ακόμα εξουσιαζόμενες από κάποια θεότητα όψεις της πραγματικότητας. Όμως κάποια που ήδη εξουσιάζεται αλλάζει θεότητα μόνο με ανατροπή της παλιάς. Έτσι η ανοχή συνυπάρχει με αυτή την, ιδιάζουσα στον πολυθεϊσμό, αποκλειστικότητα. Κάτι επίσης που πρέπει να προστεθεί σχετικά με την ανοχή , είναι ότι αυτή αφορά μόνο θεότητες. Μ’ άλλα λόγια ένα πολυθεϊστικό σύστημα απορροφά από άλλες θρησκείες μόνο θεία όντα, τα οποία προσθέτει στα ήδη υπάρχοντα δικά του, και κατά κανόνα όχι την ίδια την άλλη θρησκεία, εφόσον αυτή υπηρετεί διαφορετικό σκοπό από την προαγωγή διάφορων εγκοσμίων πραγματικοτήτων, που είναι ο συνηθέστερος , κύριος σκοπός του πολυθεϊσμού. (....) Συνεπώς η ονομαζόμενη ανοχή του πολυθεϊσμού αποτελεί απλώς μια διαδικασία απορρόφησης και προσθήκης νέων θεοτήτων και όχι θρησκειών. Μ’ άλλα λόγια μια επέκταση της ήδη υπάρχουσας βασικής του ιδέας, των πολλών θείων όντων, και όχι μια πρόσληψη του πραγματικά διαφορετικού. Υπό το ίδιο φως πρέπει να θεωρηθεί και η αντιπαράθεση, στη σύγχρονη συζήτηση, του μονοθεϊσμού ως μερικής αλήθειας και του πολυθεϊσμού ως περιεκτικής» (Σ. Παπαλεξανδρόπουλου, «Πολυθεϊσμός και Μονοθεϊσμός: δύο τύποι θρησκείας», Σύναξη, τ. 84). Με άλλα λόγια η δήθεν «ανεκτικότητα» του πολυθεϊσμού δεν αφορά την ανοχή προς άλλες θρησκείες˙ απόδειξη είναι οι διωγμοί κατά του Χριστιανισμού. Η «ανεκτικότητα» αυτή αφορά την ταύτιση παλιών με νέες θεότητες, ή την τοποθέτησή τους «εκεί» που πιστεύεται ότι έχουν εξουσία. Διαφορετικά, υπάρχει αμείλικτος διωγμός.
Ακόμη και η αυθαίρετη εισαγωγή στην πόλη μιας ξένης θρησκείας από μερικούς πολίτες της, απαγορευόταν αυστηρά. Όχι τίποτε άλλο, αλλά το αναφέρουμε, για να πάψει η προπαγάνδα των Νεοπαγανιστών, ότι το κακό Ελληνικό κράτος δεν τους αναγνωρίζει, ενώ η Αρχαιότητα επέτρεπε στους πολίτες να θρησκεύονται όπως αυτοί ήθελαν. «Καταδικάστηκε σε θάνατο κάποια ιέρεια που ονομαζόταν Νίνος. Το κύριο αδίκημά της φαίνεται ότι υπήρξε μια απόπειρα να συγκροτήσει μια νέα θρησκευτική αίρεση ή μια τελετουργία προς τιμήν κάποιας νέας θεότητας (Δημ 19, 281)» (Douglas M. MacDowell, Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, εκδ. Παπαδήμα, σ. 304).
Επιπλέον ακόμη και η έννοια της ασέβειας ήταν τόσο ασαφής, που ο καθένας κινδύνευε για το παραμικρό να καταδικαστεί σε θάνατο ή πρόστιμο. «Ο Ανδοκίδης είχε επισύρει κάποια ποινή θέτοντας «ικετηρία» στο βωμό του Ελευσίνιου κατά τη διάρκεια των Μυστηρίων, χωρίς να γνωρίζει ότι υπήρχε νόμος που το απαγόρευε αυτό (Ανδ. 1, 113). (...) Ο Ανδοκίδης αποτελεί πιο αξιόπιστη πηγή απ’ ό,τι το σχετικό με τον Αισχύλο ανέκδοτο, και είναι προτιμότερο να δεχθούμε ότι στο αθηναϊκό δίκαιο μια πράξη μπορούσε να θεωρηθεί ως ασεβής, ακόμη κι αν ο δράστης δεν γνώριζε, όταν τη διέπραττε, ότι ήταν ασεβής. (...) Φαίνεται απίθανο να είχαν ασπαστεί οι Αθηναίοι την άποψη ότι μια πράξη δεν μπορούσε να είναι ασεβής, αν κανείς νομοθέτης δεν είχε σκεφθεί να την απαγορεύσει» (Douglas M. MacDowell, Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, εκδ. Παπαδήμα, σ. 306-307).
Αυτά ασφαλώς δεν ήταν μεμονωμένα φαινόμενα: ο Τιβέριος «απαγόρευσε τις ξένες λατρείες ιδιαίτερα τις αιγυπτιακές και εβραϊκές τελετουργίες, και εξανάγκασε εκείνους που είχαν σχέση με αυτές να κάψουν τα θρησκευτικά ενδύματα και εξαρτήματά τους» (Σουετώνιου, Τιβέριος, 36). Ο Κλαύδιος «εξαφάνισε εντελώς από τη Γαλατία τη σκληρή και απάνθρωπη θρησκεία των Δρυιδών, που στα χρόνια του Αυγούστου είχε απαγορευτεί για τους Ρωμαίους πολίτες» (Σουετώνιου, Κλαύδιος, 24). Γενικότερα, ήταν παράβαση νόμου η εισαγωγή ξένης θρησκείας που δεν εγκρίθηκε από τη ρωμαϊκή Γερουσία, όπως αναφέρει ο Κικέρωνας (De legibus, II, 8: nemo habesset deos sive novow dive advenas nissi publice adsvitos), και ο παραβάτης τιμωρούνταν με θάνατο. Παρατηρούμε ότι οι Νεοπαγανιστές ψεύδονται, όταν μιλάν για θρησκευτική ανοχή, διότι τόσο οι Έλληνες όσο και οι Λατίνοι δεν ήταν δεν ήταν ανεκτικοί. Για ποιο λόγο ο Πλάτωνας θα έγραφε «χρειάζεται ένας γενικός νόμος, που δε θα επιτρέπει παράνομες πράξεις λατρείας» (Νόμοι, 909d). Είναι προφανές πόσο υποκριτές είναι αυτοί που ωρύονται για τους νόμους του Θεοδόσιου, αλλά σιωπούν για την «ανεξίθρησκη» στοχοθεσία και νομοθεσία των Αρχαίων Ειδωλολατρών.
«Στη Ρώμη και στην Αθήνα δεν επιτρεπόταν στον ξένο να αποκτήσει ιδιοκτησία, δεν μπορούσε να παντρευτεί, και αν παντρευόταν ο γάμος δεν είχε ισχύ και τα παιδιά του θεωρούνταν νόθα. Δεν μπορούσε να υπογράψει συμβόλαιο με έναν πολίτη, διότι ο νόμος σε καμία περίπτωση δεν αναγνώριζε την εγκυρότητα του συμβολαίου. Αρχικά, δεν του επιτρεπόταν να συμμετέχει ούτε στο εμπόριο. Αν διέπραττε έγκλημα τον μεταχειρίζονταν ως σκλάβο και τον τιμωρούσαν χωρίς δικαστική απόφαση, εφόσον η πόλη δεν ήταν υποχρεωμένη να του παράσχει νομική προστασία. Ο Δημοσθένης μάς αποκαλύπτει τα πραγματικά κίνητρα και σκέψεις των Αθηναίων: «Έπρεπε να διατηρήσουν την αγνότητα των θυσιών» και με τον αποκλεισμό του ξένου «προστάτευαν την ιερή τελετή». Οι άνθρωποι της αρχαίας πόλης γνώριζαν ότι οι Θεοί της πόλης αποστρέφονταν τους ξένους και ότι η παρουσία των νεοφερμένων θα καθιστούσε πιθανότατα τη θυσία ανώφελη. Κανείς δεν μπορούσε να ασπάζεται συγχρόνως δύο θρησκείες». Τάδε έφη Γκυστάβ Ντε Φουλάνς στο «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΣ». Όμως η πανεπιστημιακός Μ. Τζανή υποστηρίζει (Δαυλός, τ. 226): «Δεν μπορούν οι Έλληνες να έχουν ως θεό τους το ρατσιστή Γιαχβέ». Τα σχόλια είναι περιττά.
33. "Γιατί να απορρίπτεις τους δικούς μας Ελληνικούς θεούς για χάρη του Εβραίου Γιαχβέ; Γιατί ένας θεός αντί πολλών;"
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Γιατί οι Ν/Π να είναι τόσο εθνικιστές, ώστε το τι θα πιστέψουν να εξαρτάται από την εθνικότητα και τη προέλευσή του; Όσο για το γιατί ένας θεός κι όχι πολλοί: «Το θείον είναι τέλειο και δεν έχει καμμιά έλλειψη στην αγαθότητα και στη σοφία και στη δύναμη, άναρχο, αϊδιο, απερίγραπτο, και για να μιλήσουμε απλά, τέλειο σε όλα. Αν λοιπόν παραδεχτούμε πολλούς θεούς, είναι ανάγκη να επισημάνουμε κάποιες διαφορές ανάμεσα στους πολλούς. Γιατί αν δεν υπάρχει καμμιά διαφορά σ' αυτούς, μάλλον θα είναι ένας κι όχι πολλοί. Αν πάλι υπάρχει διαφορά σ'αυτούς, πού είναι η τελειότητα; Γιατί αν κάποιος είτε κατά την αγαθότητα, είτε κατά τη δύναμη, είτε κατά τη σοφία είτε κατά τον χρόνο είτε κατά τον τόπο δεν φτάνει την τελειότητα, δε θα μπορούσε να είναι θεός. Έτσι η μιά ταυτότητα όλων αποδεικνύει μάλλον ένα κι όχι πολλούς θεούς. Έπειτα πώς, αν είναι πολλοί, θα διατηρηθεί το απερίγραπτο; Γιατί, όπου θα ήταν ο ένας, δε θα βρισκόταν ο άλλος. Πώς επίσης θα κυβερνηθεί ο κόσμος από πολλούς χωρίς να διαλυθεί και να καταστραφεί, αφού θα παρουσιαστούν αντιθέσεις στους κυβερνήτες; Γιατί η διαφορά δημιουργεί εναντιώσεις. Κι αν ισχυριστεί κανείς πως ο καθένας κυβερνά ένα μέρος, ποιό είναι αυτό που έβαλε τάξη και έκανε σ' αυτούς την διανομή; Εκείνο λοιπόν θα ήταν μάλλον ο Θεός. Κατά συνέπεια ένας είναι ο Θεός, τέλειος, απερίγραπτος, δημιουργός του σύμπαντος, αυτός που συνέχει τα πάντα και τα κυβερνά, πέρα από κάθε όριο δυνατότητας και πηγή της τελειότητας. Επιπλέον είναι φυσική ανάγκη η μονάδα να αποτελεί την αρχή της δυάδας» (Ιωάννη Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, 1, 5).
34. "Όλες οι διδασκαλίες του Χριστιανισμού και της Παλαιάς Διαθήκης είναι παρμένες από πανάρχαια ελληνικά κείμενα του Ορφέα και του Ερμή Τρισμέγιστου".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Φοβερό επιχείρημα αυτό. Ότι δηλαδή όλα τα είπαν οι Έλληνες, ότι οι Έλληνες προϋπήρξαν πριν από όλους, ότι πήγαν παντού, ότι όλοι οι αρχαίοι λαοί (π.χ. Μάγιας, Ίνκας, Φοίνικες, Αιγύπτιοι, Πέρσες, Πελασγοί, Ινδοί) του κόσμου είταν κατά βάθος Έλληνες, ή έκανε ο Δίας γκάλοπ (Είναι άξιο απορίας, πώς την «γλίτωσαν» οι Κινέζοι και δεν είταν Έλληνες κι αυτοί, μέσα σε τέτοια ελληνική κοσμοπλημμύρα. Αλλά πού θα πάνε, στο τέλος θα προκύψουν κι αυτοί ελληνικής καταγωγής. Δε θα μας τη γλιτώσουν τόσο εύκολα οι.. παλιοκινέζοι), ότι οι Ελληνες πριν τον Κατακλυσμό είχαν ρομπότ και διαστημόπλοια. Βέβαια, οι υμνητές της πανάρχαιας τεχνολογίας των Ελλήνων δεν μας έφεραν ώς τώρα κανένα απομεινάρι ρομπότ ή αρχαίου ψυγείου ή διαστημόπλοιου αρχαιοελληνικού. Γιατί; Από ζάχαρη ήταν όλα αυτά κι έλειωσαν κατά τον Κατακλυσμό ή τα κατέστρεψαν κι αυτά οι κακοί Χριστιανοί (διότι εκεί καταλήγει η ιστορία αυτή); Το μόνο που απομένει είναι να πει κανείς πως οι Ελληνες ήρθαν από τον αστερισμό της Ανδρομέδας! Και κάνοντας Έλληνα τον Ερμή τον Τρισμέγιστο (που ήταν ο αιγυπτιακός θεός Thaut, δηλαδή ακόμα ένα ανύπαρκτο προσωπο), αφού πρώτα τον ρώτησαν αν έχει ελληνική εθνική συνείδηση και DNA, ησυχάζουν. Όμως δεν έχουν καμμιά ιδέα για τη διαφορά μεταξύ Χριστιανισμού και όλων αυτών των γνωστικιστικών και πανθεϊστικών δοξασιών.
Ο Χριστιανισμός δεν αποδέχεται ότι ο θεός ανακαλύπτεται ή ότι ο άνθρωπος μπορεί δια της εξάσκησης να ανυψωθεί μόνος του ώς το θεό, αλλά ότι ο θεός αποκαλύπτεται. Δεν πιστεύει σε πανθεϊστικές δοξασίες ότι όλα είναι το ίδιο, ότι όλα είναι ένα, και ότι απλώς ο δρόμος προς την κορυφή διαφέρει. Δε περιφρονεί την ύλη, χάριν του πνεύματος, αφού και τα δύο είναι δημιουργήματα του ίδιου Θεού. Δεν πιστεύει σε μετεμψυχώσεις κι άλλες μορφές περιφρόνησης προς την μοναδικότητα του ανθρώπου, διότι ως «άνθρωπο» θεωρεί όχι την «συνείδηση» του ανθρώπου μόνη, αλλά την συνείδηση μαζί με το σώμα, και συνεπώς εάν θεωρούσε ως άνθρωπο την ψυχή μόνο, τότε θα έλεγε κι αυτός πως η ψυχή μπαίνει σε καλούπι-σώμα κάθε φορά. Ο Χριστιανισμός δεν πιστεύει ούτε ότι η ψυχή είναι φύσει αθάνατη ούτε ότι προϋπάρχει του σώματος, αλλά ούτε κι ότι με τον θάνατο εξαφανίζεται η ψυχή, διότι είναι ο Θεός που δεν το επιθυμεί αυτό. Δεν κάνει διάκριση μεταξύ ύλης και πνεύματος όπως κάνουν οι αρχαίοι φιλόσοφοι και οι αποκρυφιστές, αλλά μεταξύ κτιστού (υλικού και άυλου κόσμου και όντων) και Άκτιστου (Θεού). Τα περί ενανθρώπισης του Θεού, και Ανάστασης του Χριστού δεν τα θεωρεί μύθους ή αλληγορίες-σύμβολα αναγέννησης και θανάτου της Φύσης (όπως συμβαίνει με τους θεούς), αλλά ιστορικά γεγονότα, και πιστεύει πως στην εμπειρία αυτών των ιστορικών γεγονότων βασίζεται ώς τα τώρα η ύπαρξή του. Ο Χριστιανισμός δεν πιστεύει σε καμμιά κυκλικότητα της ιστορίας, όπως οι αρχαίες θρησκείες, αλλά στην γραμμική εξέλιξή της. Ο Χριστιανισμός δεν πιστεύει σε καμμία ειμαρμένη η οποία καθορίζεται από τις «Μοίρες» και η οποία εξουσιάζει και το Θεό ακόμη, αλλά δεχόμενος την παντοδυναμία του Θεού και την έλλειψη οποιασδήποτε Ανάγκης ή καταναγκασμού επ’ αυτού, δέχεται ταυτόχρονα την συνεργία. Ο Χριστιανισμός δεν έχει όμοιό του στην διδασκαλία περί διάκρισης ουσίας-υπόστασης, περί διάκρισης θείας ουσίας και θείων ενεργειών, περί του ακατάληπτου της θείας ουσίας, και κοινωνίας των θείων ενεργειών από τον άνθρωπο. Όλα αυτά σε κανέναν Ερμή δεν υπάρχουν. Ούτε ως σκοπό του ανθρώπου θέτει κάποια φιλοσοφική ενατένιση του «Αγαθού-Θεού» χάριν ατομικής ευδαιμονίας, ούτε και κάποια μυστικιστική ένωσή-απορρόφησή του με τη θεία ουσία, πράγμα βλάσφημο για τον Χριστιανισμό αφού η θεία ουσία μένει ακατάληπτη πάντα. Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται πως ο Χριστιανισμός ζητά τη «σωτηρία της ψυχής» αρνούμενος το σώμα ή τον κόσμο αυτόν. Για τον Χριστιανισμό όμως η σωτηρία της ψυχής δεν συνίσταται στην απαλλαγή της ψυχής από το σώμα και στην φυγή της από την ζωή. Η άποψη κατά την οποία πρέπει κατά την πορεία της σωτηρίας να φύγη η ψυχή από το σώμα, «τό έξω τον νουν του σώματος ποιείν... δαιμόνων εύρημα και παίδευμα» (άγιος Γρηγόριος Παλαμάς).
34a ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΡΜΗ ΤΡΙΣΜΕΓΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ
Οι διαφορές μεταξύ του Ερμή Τρισμέγιστου και του Χριστιανισμού είναι κάτι παραπάνω από τρισμέγιστες:
1) Ο Ερμής Τρισμέγιστος (εφεξής Ε.Τ.) λέει ότι ο θεός είναι «αρσενοθηλυκός» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 19). Ειδωλολατρική αντίληψη περί θεού, την οποία ο Χριστιανισμός κατακρίνει.
2) Ο Ε.Τ. λέει ότι ο άνθρωπος είναι «ουσιωδώς αθάνατος» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 20). Ο Χριστιανισμός πιστεύει ότι ο άνθρωπος γίνεται κατα χάρη θεός και δεν είναι εκ φύσεως αθάνατος.
3) Ο Ε.Τ. λέει ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «από ζωή και φως» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 20). Στην Π.Δ. δεν υπάρχει κάτι τέτοιο.
4) Ο Ε.Τ. λέει ότι όποιος είναι άτεκνος «καταδικάζεται να μην ενσαρκωθεί σε ανθρώπινο σώμα γυναίκας και άνδρα» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 30). Καμμία σχέση με το Χριστιανισμό, που ούτε τιμωρεί μεταθανάτια την ατεκνία ούτε πιστεύει στην μετενσάρκωση.
5) Ο Ε.Τ. λέει για τη Δημιουργία ότι «όλοι οι θεοί άρχισαν να επιμελούνται την ένσπορο φύση» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 31). Στον Χριστιανισμό δεν υπάρχουν άλλοι θεοί.
6) Ο Ε.Τ. διδάσκει ότι πρέπει να μισήσεις το σώμα σου (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 34). Ο Χριστιανισμός δε διδάσκει το μίσος προς το σώμα, αλλά προς το σαρκικό φρόνημα. Τεράστια διαφορά, αφού για τον Ε.Τ. το σώμα είναι κακό.
7) Ο Ε.Τ. θεωρεί τον ήλιο θεό (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 38). Ακόμη μια απόδειξη παιδαριώδους ειδωλολατρίας. Ο Χριστιανισμός και μάλιστα η Π.Δ. τον ήλιο τον θεωρεί.. δοχείο φωτός και λάμπα.
8) Ο Ε.Τ. θεωρεί τον Θεό «πολυσώματο και παντοσώματο» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 40). Ο Χριστιανισμός δεν δέχεται κάτι τέτοιο.
9) Ο Ε.Τ. λέει ότι «η ουσία του Θεού είναι το να θέλει να είναι πάντοτε» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 51). Ο Χριστιανισμός θεωρεί ύψιστη βλασφημία να λέει κάποιος ότι γνωρίζει την ουσία του Θεού.
10) Ο Ε.Τ. λέει ότι «όλες οι ψυχές του κόσμου προέρχονται από μία και μόνο ψυχή, από την ψυχή του σύμπαντος» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 52) και ότι οι ψυχές «ερπετώδεις στην αρχή μεταβάλλονται σε ένυδρες, οι ένυδρες σε χερσαίες κι οι χερσαίες σε πετεινές σε αέριες, σε ανθρώπους, οι δε ανθρώπινες σε δαίμονες» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 53). Πού είδαν κάτι αντίστοιχο στη διδασκαλία του Χριστιανισμού για τη ψυχή; Ούτε κοκοράκια ούτε πετεινούς θεωρεί τις ανθρώπινες ψυχές.
11) Ο Ε.Τ. λέει ότι «καταδίκη της κακής ψυχής είναι η αγνωσία» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 53). Ο Χριστιανισμός δεν δέχεται κάτι τέτοιο.
12) Ο Ε.Τ. λέει ότι η ασεβής ψυχή «ζητά μετά την έξοδό της από το σώμα να ενσαρκωθεί σε νέο ανθρώπινο σώμα κι όχι σε σώμα άλλου ζώου» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 56). Οι γνωστές αιγυπτιακές αστειότητες που δεν έχουν καμμία σχέση με τη διδασκαλία του Χριστιανισμού για την ψυχή.
13) Ο Ε.Τ. αποκαλεί «τον άνθρωπο επίγειο θνητό θεό, τον επουράνιο θεό αθάνατο άνθρωπο» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 58). Ο Χριστιανισμός τονίζει την αβυσσαλέα διαφορά μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Δεν είναι απλώς η θνητότητα, αλά και η διαφορά μεταξύ Κτιστού και Ακτίστου.
14) Ο Ε.Τ. λέει ότι «και ο Θεός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να δημιουργεί αγαθά έργα» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 62). Ο Χριστιανισμός τονίζει ότι ο Θεός δεν έχει ανάγκη κανενός πράγματος και φυσικά δεν είχε ανάγκη να δημιουργήσει τίποτε.
15) Ο Ε.Τ. λέει ότι ο άνθρωπος είναι της ίδιας ουσίας με το Θεό (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 70). Ο Χριστιανισμός δεν δέχεται κάτι τέτοιο.
16) Ο Ε.Τ. λέει ότι τα αγάλματα «είναι προικισμένα με ψυχή˙ και ζωική πνοή˙ και κάνουν θαύματα˙ και προλέγουν το μέλλον» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 92). Καμμία σχέση με το Χριστιανισμό.
17) Ο Ε.Τ. λέει ότι «ο κόσμος είναι αιώνιος» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 96). Φυσικά όσοι ισχυρίζονται ότι ο Χριστιανισμός αντέγραψε τον Ε.Τ. δεν έχουν ιδέα περί Χριστιανισμού και της διδασκαλίας του για μη αιωνιότητα του κόσμου.
18) Ο Ε.Τ. λέει ότι «όλα στον κόσμο είναι πλάνη και ψευτιά» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 106), ότι «κάθε αλλοιούμενο πράγμα είναι ψεύτικο» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 107). Αντίθετα, ο Χριστιανισμός την αλλοίωση δεν τη θεωρεί ένδειξη πλάνης. Ο κόσμος είναι τρεπτός (μεταβαλλόμενος-αλλοιούμενος), αλλά οπωσδήποτε υπαρκτός, σύμφωνα με το Χριστιανισμό.
19) Ο Ε.Τ. λέει ότι η «ψυχή είναι αθάνατη» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 110). Ο Χριστιανισμός δεν δέχεται κάτι τέτοιο.
20) Ο Ε.Τ. λέει ότι «ο πρώτος Θεός δημιούργησε από πρώτη ουσία, ο δε δεύτερος Θεός δημιούργησε εμάς από γενόμενη σωμάτωση» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 115). Ο Χριστιανισμός απλώς λέει ότι ο Θεός δημιούργησε εκ του μη όντος και φυσικά δεν δέχεται όλη αυτή την ειδωλολατρική... γκάμα θεών.
21) Ο Ε.Τ. λέει ότι «ο άνθρωπος πλάστηκε από κακή ύλη» και γι’ αυτό περιπίπτει σε πλάνες (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 120). Ο Χριστιανισμός θεωρεί βλασφημία κατά του Θεού την άποψη ότι η ύλη είναι κακή, διαβολική κ.λ.π. Για τους ειδωλολάτρες καλό είναι μόνο ο νους, ενώ για το Χριστιανισμό είναι καλό ό,τι έκανε ο Θεός, σωματικό και ασώματο.
Αυτές είναι οι «ελάχιστες λεπτομέρειες», που κάποιοι τις θεωρούν και ανύπαρκτες και ταυτίζουν τη διδασκαλία της Π.Δ. και της Κ.Δ. με τέτοιες ειδωλολατρικές, μισόκοσμες, πανθεϊστικές αντιλήψεις του Ε.Τ. Μόνο όσοι αγνοούν το Χριστιανισμό και τον Ε.Τ. θα έλεγαν ότι ταυτίζεται ο Χριστιανισμός με τα όσα λέει ο Ε.Τ.
