by inanm7 » Thu Oct 07, 2021 12:18 pm
Κεφάλαιον Ζ'
Ὅτι οἱ φιλόσοφοι ἄντλησαν τὸ ἑξῆς δόγμα τους ἐκ τῶν λόγων τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν Ἀβραάμ: Τὰ πάντα ἔχει ὁ σοφός, καὶ ἐδῶ ποιὰν ἰδιοκτησίαν ὑπεσχέθη ὁ Θεὸς στὸν Ἀβραάμ; Οἱ πέντε βασιλεῖς, δηλαδὴ οἱ αἰσθήσεις τοῦ σώματος, ὑπὸ τῶν τεσσάρων, δηλαδὴ τῶν θελγήτρων τῶν σωματικῶν, ἡττῶνται. Ἀλλ' ὁ ἴδιος πατριάρχης ἀνακαλεῖ τὸ ἱππικὸν τῶν Σοδόμων μαχόμενος ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ χαλιναγωγεῖ τὰ ἐλαττώματα καὶ τὶς πλάνες.
37. Ἀκολουθεῖ τὸ ἐδάφιον εἰς τὸ ὁποῖον σαφῶς διδασκόμεθα πόσον ὁ νοῦς ἀφοῦ ἐξαντληθοῦν τὰ περιττὰ τοῦ ἄλογου μέρους, προχωρεῖ καὶ πόσον προσφέρουν τὰ ἐλαττώματα προστιθέμενα στὰ ἐλαττώματα τῆς κακίας. Διότι ἡ Γραφὴ δὲν ἔθεσεν τυχαῖα τό: Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Ἀβραάμ, μετὰ ποὺ ἀποχώρησεν ἀπ' αὐτὸν ὁ Λώτ. Στρέψε τοὺς ὀφθαλμούς σου καὶ δὲς ἀπ' τὸν τόπον ποὺ βρίσκεσαι τώρα, πρὸς τὴν Ἀφρικὴν καὶ τὴ μεσημβρίαν καὶ τὴν Ἀνατολὴν καὶ τὴ θάλασσαν, διότι ὅλην τὴ γῆν ποὺ βλέπεις, θὰ τὴ δώσω σὲ σένα καὶ στοὺς ἀπογόνους σου ἕως αἰῶνος (Γεν. ιγ', 14 καὶ 15). Ἀπὸ δῶ σὰν ἀπὸ πηγὴν ἄντλησαν οἱ Στωϊκοὶ φλόσοφοι τὴν ἄποψη τῶν δογμάτων τους (Διογέν. Λαέρτ. βιβλ. ζ' ἐν Βίος Ζήνωνος). Διότι Ἀνατολὴ καὶ Δύση, Βοῤῥᾶς καὶ Νότος, εἶναι μέρη τοῦ σύμπαντος: διότι σ' αὐτὰ περιλαμβάνεται ὁλόκληρος ὁ κόσμος. Ἀφοῦ ὁ Θεὸς ὑποσχέθηκε νὰ τὰ δωρίση στὸν Ἀβραάμ, τὶ ἄλλο δηλώνει, παρὰ ὅτι ἐπειδὴ ὅλα εἶναι παρόντα στὸν σοφὸν καὶ δίκαιον, τίποτε δὲν τοῦ λείπει; Γι' αὐτὸ καὶ ὁ Σολομὼν εἰς τὰς Παροιμίας λέγει: Αὐτὸς ποὺ εἶναι πιστός, κατέχει ὅλον τὸν κόσμον τοῦ πλούτου (Παρ. κβ', 6). Πόσον προτύτερος ἦταν ὁ Σολομὼν τοῦ Ζήνωνος ἀρχιδιδασκάλου τῶν Στωϊκῶν, καὶ ἱδρυτοῦ τῆς ἴδιας φιλοσοφικῆς αἵρεσης! Πόσον προτύτερος τοῦ ἴδιου τοῦ Πλάτωνος πατρὸς τῆς φιλοσοφίας, εἴτε τοῦ ἐφευρέτη τοῦ ὀνόματός της, τοῦ Πυθαγόρα! ποιὸς δὲ πιστός, παρὰ μόνον ὁ σοφός; Διότι ὁ ἀνόητος μεταβάλλεται ὅπως ἡ σελήνη: ὁ σοφὸς ὅμως παραμένει ἀμετακίνητος στὴν πίστη.
38. Ἀλλ' ἴσως πῆς: Πῶς ὁ σοφὸς ἔχει δικόν του ὅλον τὸν κόσμον; Ἐπειδὴ ἡ ἴδια ἡ φύση δίνει σ' ἐκεῖνον τὸν κοινὸν κλῆρον, καὶ ἄν ἀκόμη ὁ ἴδιος δὲν κατέχῃ τίποτε. Διότι κυρία καὶ κάτοχος πάντων εἶναι ἡ σοφία, ἡ ὁποία τὰ δικά της τὰ θεωρεῖ δῶρα τῆς φύσης• διότι πρὸς χρήση τῶν ἀνθρώπων ἐδόθησαν, γιὰ νὰ μὴ στερῆται (αὐτὸς) τίποτε, ἀκόμη κι ἄν τοῦ λείπουν τὰ ἀπαραίτητα πρὸς τὸ ζῆν. Διότι ὅπως ὁ μουσικὸς τὰ ὄργανα ἢ ὅπως ὁ γιατρὸς τὰ φάρμακα, ἢ ὁ ναύκληρος ὅσα ἐργαλεῖα τοῦ πλοίου εἶναι ἀναγκαῖα, κι' ὅταν δὲν τὰ διαθέτῃ• ἔχει ὅμως τὸν ἑαυτόν του ὁ ὁποῖος ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ, κι' ἄν πρὸς καιρὸν δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ χρήση τους: πόσο μᾶλλον ὁ σοφὸς θεωρεῖ δικά του ὅ,τι ἀνήκει στὴ φύση καὶ ζεῖ κατὰ φύση! Διότι δὲν ἀπεμπολεῖ τὸ δίκαιόν του ὅποιος δὲν ξεχνάει ὅτι πλάσθηκεν κατ' εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καθὼς καὶ τὸ λεχθὲν στοὺς ἀνθρώπους ὑπὸ Κυρίου τοῦ Θεοῦ: Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ γεμίσατε τὴ γῆν καὶ κυριεύσατέ την καὶ νὰ διατάζητε τὰ ψάρια τῆς θάλασσας καὶ τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὅλα τὰ κτήνη καὶ ὅλα τὰ ἑρπετὰ ἐπὶ τῆς γῆς (Γεν. α', 28). Καὶ κατάλαβεν ὅτι ἡ σοφία εἶναι "μήτηρ πάντων"καὶ ὅτι ἡ ἴδια εἶναι κάτοχος τῆς σφαίρας τοῦ κόσμου. Τέλος ὁ Σολομὼν ποὺ ἀναζητεῖ τὴν σοφίαν καὶ τὴν λαμβάνει παρὰ Κυρίου τοῦ Θεοῦ μας, εἶπεν: Ὁ ἴδιος μοῦ ἔδωκεν τὴ γνώση τῶν ὄντων γιὰ νὰ γνωρίζω τὴ διάταξη τῆς ὑδρογείου καὶ τὴ δύναμη τῶν στοιχείων, τὴν ἀρχὴν τὸ τέλος καὶ τὸ μέσον πάντων τῶν πραγμάτων καὶ διαιρέσεις ἐποχῶν, καὶ διαδρομὲς τοῦ ἔτους, καὶ κινήσεις ἀστέρων, τὶς φύσεις τῶν ζώων καὶ τὴν ὀργὴν τῶν κτηνῶν, τὴ δύναμη τῶν ἀνέμων καὶ τοὺς διαλογισμοὺς τῶν ἀνθρώπων, τὶς ποικιλίες τῶν χόρτων, καὶ τὶς δυνάμεις τῶν ῥιζῶν καὶ ὅ,τιδήποτε τὸ κρυφὸν καὶ ἀπροσδόκητον (Σοφ. Σολ. ζ', 17, 21). Ἀλλὰ αὐτὰ σὲ κανένα ἄλλον παρὰ μόνον στὸν σοφὸν ὑπάρχουν.
39. Τέλος ὁ Ἀβραὰμ ὅσον ἦταν σ' αὐτὸν προσκολλημένος ὁ Λώτ, δηλαδὴ ἡ ἀπόκλιση ἀπὸ τὰ ἤθη, δὲν ἐδέχθη τὸν κλῆρον των. Ὅπου ἕνεκα ἀμφιβόλου τινός ἀποκλίσεως καὶ ἑλιγμοῦ κατέληγεν, ἄρχισε νὰ διανύῃ μὲ συνεχῆ βήματα τῆς ψυχῆς του τὶς ὀρθὲς ἀτραποὺς τῶν ἀρετῶν, καὶ ἀποστέλλεται ὡς κτήτορας πάσης τῆς γῆς, καὶ τοῦ λέγει ὁ Θεός: Ἐγείρου καὶ βάδιζε τὴ γῆν κατὰ μῆκος καὶ κατὰ πλάτος, διότι θὰ τὴν δωρίσω σ' ἐσένα, καὶ στὸ σπέρμα σου στὴν αἰωνιότητα (Γεν. ιγ', 17). Λοιπὸν αὐτὸς ποὺ ἦταν ἀντάξιος τῆς σοφίας καὶ δὲν ὑπῆρξε γυιὸς θεραπαινίδος, δὲν ὑπῆρξεν οὔτε δοῦλος τῆς ἁμαρτίας, οὔτε ὑπεύθυνος γιὰ τὴν σαρκικὴ διαδοχήν• ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἐλευθέρας δηλαδὴ τῆς Σάρας ἐκείνης ποὺ δὲν ἦταν δούλη, ἀλλὰ πριγκίπησσα, καλὴ ῥίζα, καλὴ φύση, ἀπέκτησεν τὴν κληρονομίαν τοῦ σύμπαντος μὲ τὸν τίτλον τῆς τέλειας ἀρετῆς. Λέγεται λοιπὸν στὸν Ἀβραάμ: Ἐγείρου. Δὲν σημαίνει τὴν σωματικὴν ἔγερση, ἀλλὰ τὴν πνευματικὴν, τοὐτέστιν, ἐγέρθητι ἐκ τοῦ ὕπνου (Ἐφ. ε', 14) ἐγέρθητι ἐκ τῶν γήϊνων, ἐγέρθητι ἐκ τῶν σωματικῶν, ἐγκατάλειψε τὰ γήϊνα, προσηλώσου στὸν οὐρανόν: καὶ ἐγέρθητι ἐκ τῶν νεκρῶν, τοὐτέστιν ἐκ τῶν ματαίων λογισμῶν καὶ συζητήσεων τῶν Χαλδαίων. Κύτταξε τὸν κόσμον, κύτταξε βαθειὰ καὶ Ἐκεῖνον ποὺ μπορεῖ νὰ δώσῃ ὅλον τὸν κόσμον. Στὴν κατοχὴν σου θὰ δώσω τὸν κόσμον, τὸν ὁποῖον προηγουμένως τὸν πίστευες γιὰ Θεόν.
40. Βάδιζε τὴν γῆ κατὰ μῆκος της καὶ κατὰ πλάτος. Ὡσαύτως πρὸς τὸ παρὸν αὐτὴν τὴ χώραν τῶν Περσῶν ἐγκλεισμένην εἰς αὐτοκρατορίαν, καὶ ἀπὸ τὶς ἀκτὲς τῶν Ἰνδιῶν μέχρι, ὅπως λέγουν, τῶν στηλῶν τοῦ Ἡρακλῆ, εἴτε μέχρι τὰ ἔσχατα σύνορα τῆς Βρεταννίας, δὲν μπόρεσε νὰ πορευθῆ. Καὶ ἦταν δυνατὸ νὰ θεωρηθῇ σὰν ἀνόσιος, αὐτὸς ποὺ δὲν εἶχεν ὑπακούσει στὸν οὐράνιο χρησμόν, ἐὰν εἶχε λάβῃ τὸ μήνυμα νὰ περιέλθῃ ὅλην τὴ γῆν: ἀλλ' ἐπειδὴ ἡ ἀφοσίωσή του ἦταν δοκιμασμένη• διότι πρὸς τὴ δρῦν Μαμβρῆ μόνο μετέφερεν τὴν σκηνὴν (Γεν. ιη', 1), σὰν στὴ γῆν, δηλαδὴ μποροῦμε νὰ νοήσωμεν τὴν τέλειαν ἀρετήν, ἡ ὁποία δίνει ἀγαθοὺς καρποὺς καὶ γόνιμες ἐπινοήσεις, καὶ τὶς ἀπαρχὲς τῶν σκέψεων, τὸν τρυγητὸν τῶν ἀξιοτήτων, καὶ μὲ στάρι, οἶνον καὶ ἔλαιον γεμίζει τὸν ἐσωτερικὸν οἶκον, τὴ γῆν τῆς ἀναστάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθη στοὺς πατέρας μας ρέουσαν γάλα καὶ μέλι (Ἐξ. γ', 17), τὴν εὐχαρίστηση τῆς ζωῆς, τὴ χάρη τῆς γλυκύτητος, τὴ λάμψη τῆς δόξας, τῆς ὁποίας πρῶτος κληρονόμος ὑπῆρξεν ὁ πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ γυιὸς τοῦ Θεοῦ. Καὶ γι' αὐτὸ δὲν εἶπεν "τοῖς σπέρμασιν", ἀλλὰ "τῷ σπέρματι" (Γαλ. γ', 16), γιὰ νὰ δηλώσῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπέκτησεν αὐτὴν τὴν κληρονομίαν.
41. Γνωρίσαμεν τὴν πρόοδον τοῦ ἀγαθοῦ νοῦ, ὁ ὁποῖος ἐγειρόμενος ἀπὸ τοῦ πάθους τῆς ὀλισθηρᾶς ἀπόκλισης ἐπιδίωξε ἀμέσως τὸ βραβεῖον τῆς σοφίας, τὴν κληρονομίαν τῆς δικαιοσύνης. Πόσον βλάπτουν δὲ τὰ πάθη προστιθέμενα στὴν ἐλαφρότητα, διδάσκει ἡ συνέχεια τῶν ἑπομένων ἀναγνώσεων. Διότι ἐκεῖνοι οἱ τέσσαρες βασιλεῖς οἱ ὁποῖοι θριάμβευσαν ἐπὶ τῶν πέντε βασιλέων, καὶ ὁδήγησαν ὁλόκληρον τὸ ἱππικὸν τῶν Σοδόμων, ἔλαβαν καὶ τὸ Λὼτ τὸ γυιὸν τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ἀνεχώρησαν (Γεν. ιδ', 1-12). Οἱ πέντε βασιλεῖς εἶναι οἱ πέντε αἰσθήσεις τοῦ σώματός μας, ἡ ὅραση, ἡ ὄσφρηση, ἡ γεύση, ἡ ἀφή, ἡ ἀκοή: οἱ τέσσερεις βασιλεῖς εἶναι τὰ σωματικὰ καὶ κοσμικὰ θέλγητρα, διότι καὶ ἡ σάρκα τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ κόσμος συνίσταται ἀπὸ τέσσερα στοιχεῖα. Ἐπάξια λέγονται βασιλεῖς, διότι ἡ ἐνοχὴ ἔχει τὴν κυριαρχίαν της, ἔχει τὸ μεγάλο βασίλειόν της. Ὅθεν ὁ Ἀπόστολος λέγει: Ἄς μὴ βασιλεύῃ ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θνητῷ σας σώματι (Ρωμ. στ', 12). Οἱ αἰσθήσεις μας λοιπὸν εὔκολα ὑποχωροῦν στὶς σωματικὲς καὶ κοσμικὲς ἡδονές, καὶ κυριεύονται ἀπὸ κάποιαν ἐξουσίαν αὐτῶν. Διότι τὶς σωματικὲς ἡδονὲς καὶ τὰ θέλγητρα αὐτοῦ τοῦ αἰῶνος δὲν τὰ νικάει• ἐκτὸς τοῦ νοῦ ποὺ ὑπῆρξεν πνευματικός, προσκολλώμενος στὸ Θεὸν καὶ ἀποχωριζόμενος ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὰ γήϊνα. Κάθε τέτοια ἀπόκλιση συλλαμβάνεται• Ὅθεν ὁ Ἰωάννης λέγει: Οὐαὶ εἰς τοὺς κατοικοῦντας τὴ γῆν! (Ἀπ. η', 13). Δὲν καταλαβαίνει ὅπως ὅλος ὁ κόσμος, ὅποιος προσφέρει ὅλην τὴν ἐνταῦθα πορείαν αὐτῆς τῆς ζωῆς (διότι βρίσκονται καὶ στὴ γῆν ὅσοι ἔχουν τὴν ἀναστροφὴν εἰς τὸν οὐρανόν), ἀλλ' αὐτὸς ποὺ ὁ ζῆλος τῆς ἐπίγειας ἀναστροφῆς καὶ ἡ ἀπόλαυση αὐτοῦ τοῦ αἰῶνος νίκησεν. Ἑπομένως δὲν εἴμαστε κάτοικοι ἀλλ' ἄποικοι αὐτῆς τῆς γῆς. Διότι ὁ ἄποικος καλλιεργεῖ τὴν ἐλπίδα τοῦ πρόσκαιρου• ὁ κάτοικος ὅμως φαίνεται νὰ ἐπενδύῃ καὶ ὅλην τὴν χρήση τῆς ἐκεῖ οὐσίας του, ὅπου ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ κατοικήσῃ. Ὅθεν ὅποιος εἶναι ἄποικος τῆς γῆς, εἶναι κάτοικος τοῦ οὐρανοῦ: ὅποιος εἶναι δὲ κάτοικος τῆς γῆς, εἶναι κάτοχος τοῦ θανάτου.
42. Ἀρίθμησεν ὁ Ἄβραμ τριακόσιους δέκα ὀκτὼ οἰκογενεῖς του καὶ ἔπληξεν αὐτοὺς (τοὺς ἐχθρούς) καὶ τοὺς κατεδίωξε μέχρι Χοβά, ἡ ὁποία βρίσκεται δεξιὰ τῆς Δαμασκοῦ (Γεν. ιστ', 14 καὶ 15). Καὶ ὁ ἀριθμὸς εἶναι ζωτικός. Διότι ἐν αὐτῷ ἡ ζωή, ἐὰν πιστεύωμεν εἰς τὸ πάθος ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Γιατὶ η ἑρμηνεία αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος εἶναι ἡ ἑξῆς: αὐτὸ ποὺ εἴπαμεν Χοβὰ δηλαδὴ ζωή (βιβλίον πρῶτον Περὶ Ἀβραάμ, κεφ. β'). Ὡραῖα λέγεται ὅτι βρίσκεται στὰ δεξιὰ τῆς Δαμασκοῦ. Διότι τὰ ἀρνία στὰ δεξιά, τὰ ἐρίφια στὰ ἀριστερά. Ὁ ἀσκημένος νοῦς γνωρίζει ποιοὺς νὰ διαλέγῃ γιὰ τὴ διεξαγωγὴν τῆς μάχης, ποιοὺς εἶχεν ἤδη ἐξασκήσει στὰ ὅπλα, ποιοῦ στρατεύματος νὰ ἡγηθῇ. Δὲν προτιμάει οὔτε τὶς σημαῖες μὲ τὰ σύμβολα τῶν ἀετῶν, οὔτε ἐκεῖνες μὲ τῶν δρακόντων: ἀλλ' ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ προχωρεῖ εἰς τὴ μάχην, μ' αὐτὸ τὸ σημεῖον τοῦ ἰσχυροῦ, μ' αὐτὸ τὸ σύμβολον τοῦ πιστοῦ. Ἐπάξια λοιπὸν ὁ ἀσκημένος νοῦς, ὁ ὁποῖος ἔλαβεν τὴν ἀληθινὴν σοφίαν τοῦ δικαίου ἀνδρός (προχωρεῖ). Ἡ δὲ δικαιοσύνη εἶναι πολυμήχανος τῶν ἐπιλαμβανομένων ἔργων, καὶ ἀνακαλεῖ τοὺς ἁμαρτάνοντες ἀνακατασκευάζοντάς τους, καὶ περισφίγγει τὶς ἐξόδους τῶν παθῶν.
43. Γι' αὐτὸ λέγει ἡ Γραφή, ὅτι ἀνεκάλεσεν ὅλον τὸ ἱππικὸν τῶν Σοδόμων, δηλαδή κράτησεν τὰ ἡνία τῆς ἐξουσίας, ἐπέβαλεν τοὺς χαλινοὺς τῆς λογικῆς, ἀνεκάλεσεν τὴν ἐνοχήν, καθῄρεσεν τὴν πλάνην. Διότι ὁ ἵππος ἀδυνατεῖ νὰ σταθῆ ἀκίνητος, ταχὺς πρὸς ἔφοδον, ὑψώνων τὸν τράχηλόν του, χλιμιντρίζοντας πρὸς τὴν ἡδονήν. Τὶ ἄλλο εἶναι τόσον ὅμοιον πρὸς τὸ ἁμάρτημα; Διότι φλογίζεται ἡ ἐνοχὴ ἀπὸ τὴν πρώτην ἔφοδον καὶ προφθαίνει κάθε σκέψη ὀρθήν, καὶ μὲ ἀνώριμη κίνηση σκιρτάει, ὥστε δύσκολα μπορεῖ νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ τὸ λογικόν. Ὁρμᾶ ἀπότομα, καὶ τὸν ἀναβάτην του τὸν ρίπτει εἰς αὐτὴν τὴν θάλασσαν τούτου τοῦ αἰῶνος, ἀρνούμενος τὸν ζυγὸν τῆς ὑποταγῆς τοῦ ἐπηρμένου τραχήλου. Ὑπάρχει κάποια εἰδικὴ μορφὴ ἡδονῆς, ἡ ὁποία μεταβάλλει τὴ φωνὴν τοῦ ἀνθρώπου, φθείρει τὰ λόγια τοῦ ἀγαπῶντος, καὶ παραδίδεται στὰ ἴδια της τὰ λόγια.
Τελικὰ λέγει Κύριος ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Ἱερεμίου πρὸς τὸν Ἰούδα: Τώρα θὰ φανῇ ἡ αἰσχύνη σου, καὶ ἡ μοιχεία σου καὶ οἱ χρεμετισμοί σου καὶ ἡ αἰσχρότητα τῆς πορνείας σου πάνω στοὺς λόφους (Ἱερ. ιγ', 26,27). Αὐτὸ τὸ ἱππικὸν ἀνεκάλεσεν ὁ δίκαιος: καὶ τὰ ἤθη τοῦ ἀποκλίνοντος μετέστρεψεν καὶ ἐκάλεσεν πρὸς τὸν ἑαυτόν της, γιὰ νὰ γίνουν μιμητές του ὅσοι ἀπεξέκλιναν: διότι οἱ αἰσθήσεις μας προστρέχουν πρὸς πειθαρχίαν τοῦ νοῦ.
44. Καὶ τὴν οὐσίαν ἀνέλαβεν. Ὄχι τὴν πατρικὴν περιουσίαν καθὼς σημαίνει ἡ λέξη, ἀλλὰ τὴν ζωτικὴν οὐσίαν τῆς ψυχῆς, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὑπάρχει πολύτιμη τίμηση, ὄχι κάλαμοι, ὄχι χόρτος. Ἐν αὐτῇ ὁ πιστὸς λάμπει ἀπὸ τὴν παρηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἡ τίμηση τῆς ἐλπίδας μας. Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινή μας οὐσία: αὐτὴ εἶναι ὁ ἄφθονος πλοῦτος τῆς σοφίας, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀθάνατη οὐσία. Ἡ χρήση δὲ τοῦ σώματος εἴτε τῶν συμβεβηκότων του εἶναι μᾶλλον μακροήμερη παρὰ μακροχρόνια. Ὅθεν κάποιοι δὲν θεωροῦν ὅτι ὀρθῶς λέγεται οὐσία τῆς πατρικῆς περιουσίας. Διότι δὲν ὑφιστάμεθα ἐν αὐτῷ, διότι καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ δὲν λείπουν τὰ χρήματα, δὲν ἀπουσιάζει ὅλως ἡ οὐσία τῆς ζωῆς.
Κεφάλαιον Η'
Μαθαίνει ὁ νοῦς μας μὲ τὸ Μελχισεδὲκ τὴν ἀφοσίωση πρὸς τὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸ βασιλιᾶ τῶν Σοδόμων τὸν πειρασμὸν ποὺ μέχρι τώρα πρέπει νὰ φοβώμεθα, ἀκόμη ὅτι πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν καὶ ἀφοῦ ἡττήθη ὁ νοῦς, ἐν τῷ Ἀβραὰμ τὴν μόλυνση ἐκ τῆς ἀσελγείας. Ὅθεν δίδεται σ' αὐτὸν ἡ ὑπόσχεση ἀνταμοιβῆς μόνο μετὰ τὴ νίκη: καὶ αὐτὸς προτιμᾶ τὴ φροντίδα γιὰ τοὺς ἀπογόνους; Στὸ τέλος, σ' αὐτὸν τὸν Ἀβραὰμ ποὺ τοῦ ἀπαγορεύθηκαν οἱ δεισιδαιμονίες τῆς ἱεροσκοπίας, ὑποβάλλεται πολλαπλῆ ἑρμηνεία τῆς θυσίας ποὺ προσφέρθηκεν ἀπὸ τὸν ἴδιον.
45. Ἄφθονα εἴπαμε γιὰ τὸ Μελχισεδὲκ στὴν ἠθικὴν διαπραγμάτευσή (μας) (βιβλίον πρῶτον. Περὶ τοῦ Ἀβραάμ, κεφ. γ'), εἰς τὸν ὁποῖον (Μελχισεδὲκ) ὑπάρχει μυστήριον ποὺ κάθε ἄλλο εἶναι λανθᾶνον καὶ ποὺ κάθε ἄλλο (ἐπιτρέπεται νὰ) τὸ παραλείπῃ κανείς. Σ' αὐτὸ ὅμως τὸ ἐδάφιον εἶναι ἀρκετὸ νὰ δώσωμεν αὐτὴ μόνον τὴ νουθεσίαν, ὅτι νοῦς γεμᾶτος σύνεση καὶ δικαιοσύνην εἶναι εὐσεβέστερος πρὸς τὴ λατρείαν τοῦ Θεοῦ καὶ δίδει σ' αὐτὸν ὡς δεκάτας τὰ γεννήματα τῆς γῆς, μὲ φροῦτα, σύμφωνα μὲ τὴν ἀνωτέραν σύνεση. Ἐπειδὴ ἀναφέρει στὸ Θεὸν τὴν τελειότητα ὅλων τῶν αἰσθήσεων καὶ ἔργων του, δὲν σφετερίζεται ὑπεροπτικὰ τίποτε, ἀπ' ὅ,τι δὲν μπορεῖ νὰ προσγραφῇ σ' αὐτόν, παρὰ τὸ ὅ,τι στηρίχθηκεν στὴ θείαν εὔνοιαν.
Τέλος ὅπου νομίζει ὅτι νικήθηκεν, πειράζεται καὶ ὀνειδίζεται. Αὐτὸ ἐκφράζει καὶ διδάσκει ἡ ἀνάγνωση (τοῦ ἐδαφίου), ὅτι πάντοτε ἐναντίον τῶν σωματικῶν παθῶν ὁ νοῦς μας σὰν πρὸς νυκτερινὴ φρουρὰν ὀφείλει νὰ ἐπινοῇ προφάσεις. Διότι τὶ, εἶναι ἐκεῖνος ὁ λόγος: Ὁ βασιλιᾶς, εἶπεν, τῶν Σοδόμων ἐξῆλθεν πρὸς συνάντηση τοῦ Ἄβραμ καὶ εἶπεν. Δῶσε μου ἄνδρες καὶ πάρε γιὰ πάρτι σου ἵππους (Γεν. ιδ', 11)• παρὰ ὅτι μετὰ ἀπ' αὐτὲς τὶς νίκες κατὰ τῆς χλιδῆς κάποια δύναμη ἡδονῆς δύναται νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ εἰς τὸ λογικὸν τοῦ νοῦ, γιὰ νὰ τοῦ ἐγχύσῃ ἄλογα πάθη;
46. Ἀλλὰ ἴδιον τοῦ τέλειου νοῦ εἶναι νὰ μὴ ἀναλαμβάνῃ τίποτε ἀπὸ τὰ γήϊνα, κανένα ἀπὸ τὰ σωματικὰ θέλγητρα, νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τὰ γήϊνα. Γι' αὐτὸ ὁ Ἀβραὰμ λέγει: Ἄς μὴ λάβω οὐδὲν ἐκ τῶν δικῶν σου (Αὐτόθι 23). Ἀποφεύγει σὰν μόλυσμα τὴν ἀσέλγειαν, σὰν ἀπὸ αἶσχος ἀπομακρύνεται ἀπ' τὶς σωματικὲς αἰσθήσεις, τὶς τέρψεις τοῦ κόσμου τὶς ἀποῤῥίπτει, ἐπιζητῶν τὰ ὑπὲρ τὸν κόσμον, δηλαδὴ νὰ ἐκτείνῃ τὰ χέρια του πρὸς τὸ Θεόν. Τὸ χέρι εἶναι δύναμη ὑπηρετικὴ τῆς ψυχῆς. Αὐτὸ τὸ χέρι τὸ ἐκτείνει, ὄχι πρὸς τὸ μῆλον τοῦ γήϊνου δένδρου, ἀλλὰ πρὸς τὸν Κύριον: ὁ ὁποῖος, εἶπεν, ἔκανεν τὸν οὐρανὸν καὶ τὴ γῆν• (Αὐτόθι 22), τοὐτέστιν, τὴ νοητὴν καὶ ὁρατὴν οὐσίαν. Διότι ἡ νοητὴ οὐσία εἶναι ὁ οὐρανὸς: ὁρατὴ ἢ αἰσθητὴ οὐσία εἶναι ἡ γῆ. Ἑπομένως σημαίνει ὅτι τὴν ἀρετὴν τῆς ψυχῆς του τὴν ἐκτείνει στὰ ἀνώτερα, γιὰ νὰ περιβληθῆ ἐξ ἐκείνης τῆς νοητῆς οὐσίας τῆς θεωρητικῆς ψυχῆς τὸ ὕψος, προσβλέπων ὄχι στὰ ὁρατά, ἀλλὰ στὰ ἀόρατα, δηλαδὴ στὰ μὴ γήϊνα, στὰ μὴ σωματικά, ὄχι στὰ παρόντα, ἀλλὰ στὰ ἀσώματα, στὰ αἰώνια, στὰ οὐράνια: ἀπ' αὐτὴ δὲ τὴν ὁρατὴν οὐσίαν τῆς ὑπηρετικῆς καὶ πολιτικῆς πειθαρχίας ἅδραξεν τὴ χάρη.
47. Προσέθεσεν σ' αὐτὰ τὸ χρησμὸν τοῦ Κυρίου λέγοντος: Μὴ φοβοῦ, Ἄβραμ, ἐγὼ θὰ σὲ προστατεύω, ὁ μισθὸς σου θὰ εἶναι πάρα πολὺ μεγάλος (Γεν. ιε', 1). Διερωτῶμαι γιατὶ μετὰ τὴν ἔκβαση τοῦ πολέμου; Τώρα ὑπῆρχεν ὁ τόπος γιὰ τὴν ἐπηγγελμένην ἀμοιβήν. Διότι θὰ τὴν ἔκανε λιγότερον ἀξιοθαύμαστην, ἐὰν ἀκολουθῶν τὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ ἐπιχειροῦσε νὰ καταδιώξῃ τὸν ἐχθρόν. Σίγουρος γιὰ τὴ νίκη βάδιζε κληθεὶς μᾶλλον πρὸς θρίαμβον, παρὰ πρόθυμος γιὰ δόξαν εἴτε προετοιμασθεὶς πρὸς τιμωρίαν γιὰ τὸ ἐπίπονον τῆς εὐσεβείας. Δὲν ἀπῄτησεν τὴν ἀνταμοιβὴν γιὰ τὸν εὐσεβῆ νοῦν του, ἀλλ' ὡς μισθὸν ἔχει τὴν συνείδηση τῆς καλῆς πράξης του καὶ τὸν ζῆλον γιὰ τὸ δίκαιον ἔργον.
Στενόχωροι νόες προσηλώνονται στὰ ὑπεσχημένα, διεγείρονται ἀπὸ τὶς ἐλπιζόμενες ἀμοιβές: ὁ ἀγαθὸς νοῦς ὁ ὁποῖος χωρὶς συμβόλαιον οὐράνιας ἀπάντησης ἁρπάζει τὴ μάχη, ἀποκτᾶ γιὰ τὸν ἑαυτόν του τὸν καρπὸν τοῦ διδύμου ἐπαίνου: γιὰ νὰ τοποθετῇ τὴ χάρη καὶ τῆς λίαν ἐμπιστευτικῆς ἐνδυνάμωσης καὶ τῆς ἄφθονης ἀφοσίωσης. Αὐτὸ περὶ τοῦ ἁγίου Ἀβραὰμ ἁρμόζει νὰ τύχῃ ἐκτίμησης: ὅτι δὲν ὁδήγησεν ἑαυτὸν νὰ περιφρονήση τὴ θεϊκὴ εὔνοιαν ἕνεκα τῶν δίκαιων πόνων, καὶ τὸν ἐχθρὸν κατέβαλεν διὰ τῆς καταφρονήσεως τοῦ κινδύνου, διότι ἔκρινεν ὅτι ἀντὶ τῆς δόξας τῆς δικῆς του καὶ ὑπὲρ τῆς ἐκδίκησης τῆς εὐσέβειας ἔπρεπε νὰ τὸν ὑποστῇ. Ἐν αὐτῷ κηρύττεται καὶ τοῦ Θεοῦ ἡ δικαιοσύνη, ὁ ὁποῖος ἐπιδαψιλεύει τὴν ἀμοιβὴν στοὺς εὐσεβεῖς νόες ὄχι ἐξ ἀναγκαιότητος τῆς ὑπόσχεσης, ἀλλ' ἐκ θεωρήσεως τῆς δικαιοσύνης του, κρίνοντας ὅτι θὰ εἶναι ἄξιον ἵνα γιὰ αὐτὸ ποὺ ἀγωνίζονται χωρὶς καμιὰν ἐπιβράβευση μὲ ἀνθρώπινο μισθὸν, ἔχωσιν κατατεθειμένο βραβεῖον ἐν τῇ ἀγαθότητί του εἰς τὸν ὁποῖον αὐτοὶ ἐκτιμοῦν ὅτι πρέπει νὰ ἀφιερώσουν τὶς ψυχές τους. Εὐθὺς σὰν πολεμικός ἆθλος ἐκ τῆς χρήσεως τῆς νίκης τοῦ ἰδίου, εἴτε σὰν χάρη ἐξ ἀνθρώπων, ἕτοιμον ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἀπονέμεται τὸ βραβεῖον τῆς εὐσεβείας, καὶ τῆς φειδοῦς, καὶ τῆς ἁγνότητος καὶ τῶν ἄλλων προσωπικῶν ἀρετῶν. Ὅσα εἶναι φανερὰ στοὺς ἀνθρώπους, καὶ ὑπὸ τοῦ ἰδίου ἐπιβραβεύονται. Ὅλα δὲ δὲν εἶναι φανερά, ἀλλὰ ἄλλα φανερά, ἄλλα ἀβέβαια, καὶ μάλιστα ἀπόκρυφα τῆς καρδίας. Ὅθεν καὶ ἐκεῖνος λέγει: Τὰ ἄδηλα καὶ κρύφια τῆς καρδίας μου μοῦ ἐφανέρωσας (Ψαλ. ν', 8), τῶν ὁποίων θεατὴς καὶ ἐρευνητὴς εἶναι ὁ Θεός. Δὲν θὰ εἶχε λοιπὸν ὑποσχεθῇ μέγα μισθὸν εἰς τὸν Ἀβραάμ, ἐὰν δὲν εἶχεν κρίνῃ τὴν ψυχήν του καθαρὰν ἀπὸ κάθε μολυσμὸν ἁμαρτίας.
48. Μείζων φροντίδα ὅμως τοῦ ἁγίου καὶ προφητικοῦ νοῦ ὑπάρχει γιὰ τοὺς συνεχεῖς ἀπογόνους. Διότι ὁ τοκετὸς τῆς σοφίας ἐπιθυμεῖ τὴν κληρονομίαν τῆς πίστεως. Γι' αὐτὸ λέγει: Τὶ θὰ μοῦ δώσῃς; Ἐγὼ δὲ ἀπέρχομαι τῆς ζωῆς ἄτεκνος (Γεν. ιε', 2). Αὐτὸ τὸ γένος τῆς Ἐκκλησίας ἐπιθυμοῦσεν, αὐτὴν τὴν διαδοχὴν ἐπεζήτει ἡ ὁποία δὲν ἦταν δουλικὴ ἀλλ' ἐλευθέρα: ὄχι κατὰ τὴν σάρκα, ἀλλὰ κατὰ τὴ χάρη. Καὶ γι' αὐτὸ τέτοιου εἴδους θεϊκὴ ἀπάντηση ἀντήχησεν, ἐκ τῆς ὁποίας διδαχθεὶς ἤκουσεν: Κύττα τὸν οὐρανὸν καὶ μέτρησε τ' ἀστέρια, ἄν μπορῆς νὰ τὰ μετρήσῃς. Καὶ εἶπεν. Ἔτσι θὰ εἶναι τὸ σπέρμα σου. Καὶ ἐπίστευσεν ὁ Ἀβραάμ στὸ Θεόν, καὶ τοῦ ὑπολογίστηκεν σὰν δικαιοσύνη (Γεν. ιε', 3). Τὶ πίστευσεν; Δηλαδὴ ὅτι πρέπει νὰ ἀναγγελθῆ ὄχι μόνον στὸ πλῆθος τῶν λαῶν τῶν πιστευόντων εἰς Χριστόν, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἡ λάμψη τῆς οὐράνιας χάρης καὶ ἡ ἀνάσταση αὐτοῦ τοῦ ἀθάνατου γένους τῆς Ἐκκλησίας. Τὶ εἶναι δὲ αὐτὸ ποὺ λέγει:
Καὶ ὁδήγησεν αὐτὸν ἔξωθεν τῆς θύρας (Αὐτόθι 5). Σὰν ἔξω ἀπὸ τὴ θύρα ὁδηγεῖται ὁ προφήτης, γιὰ νὰ βγῆ ἔξω ἀπὸ τὴν πύλην τοῦ σώματος καὶ τὶς στενότητες τῆς δρώσης σαρκὸς καὶ τὴν ἔκχυση τοῦ ἁγίου πνεύματος καὶ τὴ βλέπει σὰν μίαν κάποιαν ἀναχώρηση. Πρέπει καὶ ἐμεῖς νὰ βγοῦμεν ἀπὸ τὶς στενοχωρίες τοῦ ἀντιπάλου, νὰ καθαρίσωμεν τὸν τόπον τῆς ψυχῆς μας ἀπὸ κάθε σπίλον, νὰ ἀποβάλωμεν τὸν ῥύπον τῆς κακότητος, ἄν θέλωμεν νὰ λάβωμεν τὸ πνεῦμα τῆς σοφίας, διότι σὲ κακοήθη ψυχὴν δὲν θὰ εἰσέλθῃ ἡ σοφία. Πίστευσε δὲ ὁ Ἀβραὰμ δελεασθεὶς ὄχι ἀπὸ τὴ μαρτυρίαν τοῦ χρυσοῦ ἢ τοῦ ἀργύρου: ἀλλὰ διότι μὲ τὴν καρδίαν του πίστευσεν εἰς δικαιοσύνην πρᾶγμα ἐν τῷ ὁποίῳ ἐπιδοκιμάσθηκεν ἡ ἀξία του καί, ἐν τούτῳ τοῦ ἀπεδόθη τὸ βραβεῖον.
49. Τέλος εὐθὺς ἔδωσεν ὁ Κύριος μαρτυρίαν τῆς πίστεως αὐτοῦ λέγων: Ἐγὼ εἶμαι Κύριος ὁ Θεός σου ὅστις σὲ ἐξήγαγα ἐκ γῆς Χαλδαίων, γιὰ νὰ σοῦ δώσω αὐτὴν τὴ γῆν, γιὰ νὰ εἶσαι κληρονόμος της (Γεν. ιε', 7). Καὶ ἐπειδὴ ἀπέβαλεν ὁ Ἀβραὰμ τὸν ζῆλον τῶν Χαλδαίων, τώρα ἐρωτᾶ: Πῶς, εἶπεν, θὰ καταλάβω ὅτι εἶμαι κληρονόμος της; (Αὐτόθι 8) τοὐτέστιν. Ἤδη ἀποστράφηκα τὶς θεουργίες τῶν μάγων, μάθε μου πῶς θὰ ξέρω ὅτι ἐγὼ θὰ εἶμαι ὁ μέλλων κληρονόμος αὐτῆς τῆς γῆς. Ὅποιος ζητάει νὰ μάθῃ, τὸ πῶς, δὲν ἀμφιβάλλει, ὅτι ἐπειδὴ τοῦ φανερώνει ὁ Θεός, μπορεῖ νὰ γνωρίζῃ ἑαυτόν: ἀλλὰ θέλει νὰ δώσῃ πληροφορίες γιὰ τὴ μορφὴν τῆς ἀπόκτησης τῆς γνώσης. Διότι καὶ εἰς τὸ Εὐαγγέλιον ἡ Μαρία μόλις ἄκουσεν ἀπὸ τὸν ἄγγελον ὅτι ἄν καὶ παρθένος θὰ γεννήσῃ γυιόν, ἀπήντησεν: Πῶς θὰ γίνῃ τοῦτο, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζω ἄνδρα (Λουκ. α', 34); Καὶ δικαίως ἀπήντησε, δηλαδή:
Ἀφοῦ τὸ ἐκ φύσεως, δὲν ἀρκεῖ, ἐπειδὴ δὲν συνηθίζεται νὰ γεννᾶ ὅποια δὲν εἶναι σύζυγος ἀνδρός, ἐρωτῶ πῶς παρὰ τοὺς νόμους τῆς φύσης μπορῶ ἄν καὶ παρθένος νὰ γεννήσω;
50. Καὶ εἶπεν πρὸς ἐκεῖνον Κύριος ὁ Θεός, Λάβε γιὰ μένα δάμαλιν τριῶν ἐτῶν καὶ αἶγα τριῶν ἐτῶν καὶ κριὸν τριῶν ἐτῶν καὶ τρυγόνα καὶ περιστερὰν (Γεν. ιε', 9). Θὰ παρέλειπα τὴν ἑρμηνείαν τῆς τοιαύτης θυσίας ἐὰν δὲν παρατηροῦσα ὅτι γιὰ κάποιους γεννιέται στὸ σημεῖον αὐτὸ ἐμπόδιον ἐκ τοῦ ὅτι δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση γιὰ κάποιο, κατὰ τὰ ἱερὰ γράμματα, "νομιζόμενον" κάποιας μαντικῆς, ὅτι μετὰ τὸν σφαγιασμὀν τους διαιρέθηκαν τὰ ζῶα καὶ ὅτι τέθηκαν τὸ ἕνα ἀπέναντι τοῦ ἄλλου, καὶ συνεφώνησε μ' ἐκεῖνα ὁ Ἀβραάμ. Ἀλλ' ἐὰν θεωρήσωμεν τὴ δύναμη τῆς προηγηθείσης ἐρώτησης καὶ τῆς μέλλουσας ἀπάντησης, θὰ μπορούσαμε νὰ στρέψωμεν τὴν ἐλπίδα μας καὶ νὰ συμφωνήσωμε μὲ τὴν διδασκαλίαν γιὰ τὴν πίστη αὐτῆς τῆς θυσίας. Διότι ἡ δάμαλις εἶναι γεωργικὸν ζῶον, ἀφιερωμένον στὸ μόχθον τοῦ χωραφιοῦ. Ἡ αἶγα εἰκονίζεται διὰ τῶν αἰνιγμάτων καθ' ὁμοίωση τῶν ὑδάτων, διότι στὰ ἑλληνικὰ αἶξ πῆρε τὴν ὀνομασίαν "παρὰ τὸ αἴσσειν" ἐκ τοῦ ὅτι φέρεται μὲ ὁρμήν. Διότι τρέχει ἔτσι, ὅπως τὸ νερό. Μποροῦμε νὰ τὴν ἐκτιμήσωμε εἴτε ἀπὸ τὸν ἦχον τῶν ποταμῶν, τὸ ῥεῦμα των, εἴτε ἀπὸ τὰ κύματα τῆς ὁρμητικῆς θάλασσας. Ὁ κριὸς παραβάλλεται δὲ πρὸς τὸν ἀέρα, διότι ἀπ' ὅλα τὰ ζῶα σὰν χρησιμότερον αὐτὸ τὸ ξεχωρίζει τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἐπειδὴ καὶ τὴ χρήση ἐνδυμάτων μᾶς παρέχει, καὶ σὰν ἀέρας ἡ πνοή του ὑπηρετεῖ τὴν ζωτική μας οὐσίαν. Ὅθεν καὶ αὐτὴν τὴν σειρὰ νομίζω ὅτι ἔθεσεν, ἵνα προηγουμένως εἴπῃ• Λάβε γιὰ μένα δάμαλιν καὶ αἶγα καὶ τρίτον στὴν σειρὰ λέγει κριόν, ἐπειδὴ πρῶτα ἐκεῖνα δηλαδὴ ἡ δάμαλις, ἡ αἶξ παραβάλλονται πρὸς τὰ ὑλικὰ στοιχεῖα τῆς γῆς καὶ τῆς θαλάσσης καὶ ἐπειδὴ λέγονται θηλυκά: ὅμως ὁ κριὸς εἶναι ἀρσενικὸν ζῶον, ὁρμητικὴ φύση, καὶ μὲ βίαιη δύναμη στὰ κέρατα. Ὅμοια δὲ μὲ ἀέρα εἶναι ἡ ζωτική του πνοή, διότι τὸ ἀρσενικὸν εἶναι ὁ δράστης καὶ αἴτιος ὅσων γεννιοῦνται, προκαλῶντας τὴ γέννηση τῶν ἐπὶ γῆς καὶ ἑνούμενον μὲ κάποιο δεσμόν. Ἄλλο ζωτικὸ λοιπὸν πάνω στὴ γῆ, ἄλλο στὴ θάλασσα, ἄλλο στὸν ἀέρα, ἔτσι μυστικὰ εἰκονίζεται τὸ γένος αὐτῶν τῶν τριῶν ζώων.
51. Αὐτὴ ἡ παράδοση εἶναι φυσική: ἀλλὰ καὶ ἡ ἠθικὴ συντρέχει καὶ ὑποπίπτει (στὴν ἀντίληψή μας). Διότι εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὑπάρχει ἡ σάρκα, ἡ αἴσθηση καὶ ὁ λόγος. Ἡ σάρκα μας εἶναι ἡ δάμαλις: ἐργάζεται γιὰ τὴν σποράν: ἐργάζεται γιὰ τὴν συγκομιδήν: καταπονεῖται γιὰ νὰ γεννήσῃ• μὲ ἀναρίθμητους κόπους κοπιάζει. Ὅθεν καὶ οἱ Ἕλληνες εἶπαν τὴ δάμαλιν "δάμαν" "ἀπὸ τοῦ δαμάσθαι μὲ αὐτήν", ἐκ τοῦ ὅτι δαμάζεται μὲ κραυγές. Ἐκ τῶν ἀρσενικῶν τὸ βόδι ἐπιτελεῖ διὰ τοῦ κόπου, τοῦ ἀρότρου, τοῦ ζυγοῦ. Τοὺς θηλυκοὺς τοκετοὺς παριστᾷ νὰ γίνωνται μὲ πολλὴ γονιμότητα. Καὶ ἡ σάρκα μας ὑποτάσσεται στὶς ἀνάγκες αὐτῆς τῆς ζωῆς, κατατρύχεται ἀπὸ συνεχεῖς πόνους, καὶ γηράσκει κυριευμένη ἀπὸ κάποιον τοκετὸν ταλαιπωριῶν. Ποιὸς ἤδη ἀγνοεῖ ἐκεῖνο, ὅτι εἶναι ὁρμητικότερη ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς, στὴν ὁποίαν σὰν σὲ νύμφην προσκολλᾶται στὴ διαδρομὴν τῆς ζωῆς αὐτῆς ἡ σωματικὴ οὐσία; οἱ αἰσθήσεις μας δὲ σὰν αἶγες καὶ σὰν μὲ κάποιο πήδημα ἀναπηδοῦν καὶ βόσκουν στοὺς κρημνούς, διεγείρουσαι μὲ τὴν ὁρμὴν τὴ δικήν τους τὶς συγκινήσεις τῆς ψυχῆς, σείοντάς την. Εἶναι παροῦσες σὲ κάθε εὐκαιρίαν εἴτε μὲ τὴν συνδρομὴν τῆς γυναικείας ὀμορφιᾶς, εἴτε μὲ τὴν εὐχάριστην ὀσμὴν κάποιου προσώπου. Ἐκ τῆς ἀκοῆς ἐξ ἴσου καὶ ἐκ τῆς ἁφῆς κινοῦνται αὐτὲς ταχέως, μὲ τὶς ὁποῖες ἀλλάζουν τὴν σταθερότητα ἀκόμη καὶ τῆς ψυχῆς, καὶ σὰν ἀπὸ τὴ φύση τους τὴν ἀλλοτριώνουν. Ὅθεν καὶ πολλοὶ τὴ θεωροῦν ὀνομασθεῖσαν "ἀφορμήν", ἐπειδὴ “impetus” σημαίνει ὁρμήν, ἐκ τοῦ ὅτι ἀπὸ κάποιαν ὁρμὴν τῶν αἰσθήσεων, γεννᾶται ἡ αἰτία τῆς μεταστροφῆς καὶ τῆς ἀλλοτρίωσής μας. Εἶναι δὲ (γραμματικῶς) θηλυκοῦ γένους καθὼς καὶ οἱ "αἰσθήσεις" ὀνομάζονται στὰ ἑλληνικὰ μὲ λέξη θηλυκοῦ (γένους). Ἐξαντλοῦνται (οἱ αἰσθήσεις) ταχέως καθ' ὅν τρόπον κάθε ἀποτέλεσμα προερχόμενον ἀπὸ ζωντανά, ὅπου ἐκχέεται (ἐξαντλουμένη) ἡ γέννηση τῆς γενεᾶς των καὶ τῆς τέρψης καὶ ἐκ νέου (οἱ αἰσθήσεις) προκαλοῦν νέες ὁρμὲς διὰ τῶν διεγειρομένων ἐπιθυμιῶν.
52. Εἰς δὲ τὸν κριὸν θεωρεῖται ὁμοιότης πρὸς τὸ λόγον καὶ τὴν ὁμιλία μας, διότι ὁ κριὸς εἶναι ὁρμητικός, ὅπως καὶ ὁ λόγος μας ἔχει ἀποτελεσματικὴν ἐνέργειαν καὶ ἀποτελεῖ κάποιαν αἰτίαν τοῦ ὅλου διακόσμου μας καὶ τῆς ἐξωτερικῆς ἐμφάνισής μας. Ὁ κριὸς μὲ τὴν ἐπιβολὴν ἐκ τῆς ἐξωτερικῆς του ἐμφάνισης ὁδηγεῖ τὸ κοπάδι μὲ κάποιαν τάξη, ὅπως ἐξηγεῖται ἡ τάξη τῆς ζωῆς καὶ τῆς χρήσης τοῦ λόγου μας. Θεωρῶ δὲ ὅτι ὀφείλομεν νὰ καταλαβαίνωμεν περισσότερον ἐκεῖνον τὸ λόγον, δηλαδὴ τὸ λόγον τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ὁ αὐτὸς ὁ κριὸς δὲν φαίνεται νὰ ἔχη οὔτε τὴν ἐλαχίστη γνώση τούτου. Διότι ὁ Λόγος ἐμᾶς μᾶς ἐνεδύθη ἀληθῶς ὡς περιβολήν του καὶ (μᾶς) εἰσήγαγεν εἰς τὸν οἶκον τῆς αἰώνιας σωτηρίας. Αὐτὸς προσέφερεν ἑαυτὸν θυσίαν ὑπὲρ ἡμῶν, ὁ ὁποῖος ὡς πρόβατον ὁδηγήθηκεν στὴν σφαγὴν καὶ ὡς κριὸς ἄφωνος ἐνώπιον τοῦ κείροντος αὐτόν, ἔτσι ἀκριβῶς οὔτε ποὺ ἄνοιξεν τὸ στόμα του (Ἡσ. νγ',7). Ἐκ τούτου ἔχομεν τὸ ὅτι κατὰ κάποιαν τάξη τῆς οὐσίας καὶ ἱερᾶς ἀπολύτρωσης, διὰ τοῦ ἰδίου καὶ ἐκτίσθημεν καὶ ἀπελυτρώθημεν. Διπλῆ λοιπὸν κατὰ τὸ Λόγον εἶναι ἡ αἰτία καὶ φυσικὴ καὶ ἠθική: φυσικὴ διὰ τῆς ὁποίας ἔκτισεν, ἠθικὴ διὰ τῆς ὁποίας ἐλύτρωσεν. Καὶ ἡ φιλοσοφία δίδυμην τὴ μορφήν της συνιστᾶ ἐν λόγῳ, φυσικὴν καὶ ἠθικήν. Διότι λογικὴ εἶναι ἡ μερίδα ἀμφοτέρων. Τὴ φυσικήν, κατὰ τὴ δημιουργίαν τοῦ κόσμου, τὴν ὁποίαν δείχνει διὰ τοῦ λόγου: ἠθικὴν κατὰ τὴ δικαιοσύνην καὶ ἰσότητα τοῦ ζῆν, τῆς ὁποίας ἡ ζωὴ καὶ ἡ λογικὴ προέρχονται ἐκ τοῦ λόγου.
53. Ἕνεκα τούτου, ὅταν συνεπληροῦντο σαράντα ἡμέρες ἀπὸ τὸν τοκετὸν τῆς Παρθένου Μαρίας, ἔφεραν τὸν Κύριόν μας Ἰησοῦν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, γιὰ νὰ κάνωσιν προσφορὰν εἰς τὸν Κύριον σύμφωνα μὲ τὸ νόμον (τοῦ Μωϋσῆ), καὶ γιὰ νὰ δώσωσιν σὰν σφάγιον ζεῦγος τρυγόνων, ἢ δύο περιστεράκια (Λουκ. β', 22-24), ἐπειδὴ εἰς τὸ περιστέρι θεωρεῖται ὅτι βρίσκεται ἡ πνευματικὴ χάρη, εἰς τὴν τρυγόνα ἡ φύση τῆς ἀδιάφθορης γενιᾶς, εἴτε ἡ ἁγνότητα τοῦ ἄσπιλου σώματος. Ἐπάξια λοιπὸν προτρέπονται νὰ λάβουν πρὸς θυσίαν μετὰ τὸν κριὸν τὴν τρυγόνα καὶ τὸ περιστέρι γιὰ νὰ κατανοήσῃς ὅτι προσκολλῶσιν πρὸς τὸ Λόγον τὴν ἄφθαρτον ἁγνότητα καὶ τὴν πνευματικὴ χάρη. Καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἀκριβῶς βέβαια ἔθεσεν τὰ πτηνά, δυνάμεθα νὰ κατανοήσωμεν τὴν ταχύτητα τῶν οὐρανίων ἀξιῶν. Διότι ὑπάρχουν πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ ποὺ ἔρχονται καὶ κατοικοῦν στὰ κλαδιὰ αὐτοῦ τοῦ δένδρου, τὸ ὁποῖο φύτρωσεν ἀπὸ σπόρον σινάπεως, μὲ τὸν ὁποῖον παρομοιάζεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν (Ματ. ιγ', 32). Καὶ ὁ Ἰεζεκιὴλ λέγει ὅτι τοῦ εἶναι ἀνοιχτοί οἱ οὐρανοί, καὶ ὅτι μεταξὺ ἄλλων εἶδε μίαν ἅμαξαν πάνω ἀπὸ τὴ γῆν, ζευγμένη μὲ τέσσαρα ζῶα (Ἰεζ. α', 15). Καὶ κατωτέρω: Ἄκουγα, εἶπεν, τὸν ἦχον τῶν πτερύγων τους ὡς ἦχον ὑδάτων πολλῶν καὶ ὡς φωνὴν τοῦ Ὑψίστου: καὶ ὅταν πορεύονταν, ὡς φωνὴν τῆς λαλιᾶς, ὡς φωνὴν στρατοπέδου (Αὐτόθι 24).
54. Λοιπὸν κάποιοι σύμφωνα μὲ τὰ βιβλία τῆς φιλοσοφίας παρήγαγαν τὸ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ οὐρανὸς εἶναι ὅμοιος μὲ φτερωτόν. Ὅθεν ὁ Πλάτων εἶπεν ὅτι ὁ οὐρανὸς εἶναι ἅμαξα φτερωτή, ἐξ αὐτοῦ ποὺ εἶχεν εἴπει ὁ προφήτης: Ὅταν ἐβάδιζαν τὰ ζῶα προχωροῦσαν καὶ οἱ ἅμαξες οἱ ζευγμένες μ' ἐκεῖνα• κι' ὅταν τὰ ζῶα ἀνυψώνονταν ἀπὸ τὴ γῆν, ὑψώνονταν οἱ ἅμαξες. (Αὐτόθι 24). Ἀλλ' ὁ προφήτης δὲν ὀνόμασε πτηνὸν τὸν ἴδιον τὸν οὐρανὸν, ἀλλ' εἶπεν ὅτι ὑπάρχουν πτηνὰ στὸν οὐρανόν. Τέλος καὶ ὁ Δαβὶδ λέγει: Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξα Θεοῦ (Ψαλ. ιη', 2), δηλαδὴ οἱ οὐράνιες δυνάμεις, ὅπως ὅταν κυττάζωμεν ἕνα ὡραῖον στοιχεῖον, ἐγκωμιάζομεν τὸν ποιητήν του. Ὁ δὲ προφήτης περιγράφει τὴν ψυχήν, τῆς ὁποίας τέσσαρες εἶναι οἱ κινήσεις σὰν ἵπποι: τὸ λογιστικόν, τὸ θυμοειδές, τὸ ἐπιθυμητικόν, τὸ διορατικόν. Αὐτὰ εἶναι τὰ τέσσαρα ζῶα, δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος τὸ λογιστικόν, ὁ λέων τὸ θυμοειδές, ἡ δάμαλις τὸ ἐπιθυμητικόν, ὁ ἀετὸς τὸ διορατικόν. Γι' αὐτὸ μπαίνει μπροστὰ τὸ λογικόν, γιὰ νὰ ἀκολουθοῦν τὰ λοιπὰ τὸ λογικὸν. Γι' αὐτὸ ὅπως δεξιὰ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τὸ λιοντάρι, δηλαδὴ ἡ μετὰ λογικῆς συγκίνηση εἶναι στὰ δεξιά. Ὅταν αὐτὰ ἐδῶ τὰ ζῶα ὑψώνωνται, ὑψοῦνται καὶ οἱ ἅμαξες. Ἡ δὲ ἅμαξα εἶναι αὐτὴ ἡ ζωὴ πάνω στὴ γῆν, ποὺ τὴν ζῶμεν. Ἐὰν οἱ τέσσαρες κινήσεις τῆς ψυχῆς μας ἀνυψῶνται, ὑψώνεται καὶ ἡ ζωή μας. Καὶ γι' αὐτὸ πρόσθεσε: Διότι, εἶπεν: στὴν ἅμαξαν ἦταν πνεῦμα ζωῆς (Ἰεζ. α' 20). Ἡ ψυχὴ λοιπὸν εἶναι μᾶλλον ἅμαξα ἡ ὁποία λέγει εἰς τὸ Ἆσμα ἀσμάτων: Μὲ ἔκανες ἅμαξαν τοῦ Ἀμιναδὰβ (Ἆσμα Ἀσμάτων, στ', 11), δηλαδὴ τοῦ Κυρίου μας. Δὲν συνδράμει λοιπὸν ἡ προφητικὴ περιγραφὴ τὴν παράδοση τῆς φιλοσοφίας. Τέλος λέγει ὁ προφήτης ὅτι ἄκουσεν ἦχον πτερύγων.
Αὐτὲς ἐδῶ οἱ πτέρυγες εἶναι οἱ ἀρετές, οἱ ὁποῖες τὰ μέγιστα, καὶ σὰν μὲ διπλὸ χτύπον τὸν τερπνὸν διάκοσμον τῆς σύνεσης, τῆς ἐνδυνάμωσης, τῆς ἐγκράτειας, τῆς δικαιοσύνης, ἀντηχοῦν τὸ ἆσμα τῆς ζωῆς. Ὁ Πλάτων ὅμως παρέλαβεν τὴ διδασκαλίαν ὅτι κάποιοι γλυκοὶ ἦχοι γεννιῶνται ἐκ τῆς περιστροφῆς τῆς οὐράνιας σφαίρας, ἡ φήμη μᾶλλον καὶ ἡ πομπὴ, τὴν ὁποία διδασκαλίαν ὡς ἀλήθειαν ἠκολούθησεν. Διότι καὶ ὁ ἡμέτερος Ὠριγένης, δηλαδὴ ὁ ἄνδρας ποὺ ἀφιερώθηκεν στὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἐκκλησίας, διαβεβαιώνει ὅτι ἐκ τῆς κινήσεως τῶν ἀστέρων ὑπάρχει μία ἁρμονία ἀπερίγραπτη τοῦ γλυκυτάτου ἐκείνου ἤχου, ὅμως καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος πολλὴν ἐπιείκειαν δείχνει στὴν παράδοση τῶν φιλοσόφων καθὼς πολλὰ γραπτὰ του μαρτυροῦν• γι' αὐτὸ τὸ ἔγραψα γιὰ νὰ διαστείλω τὴν ἑρμηνείαν τῆς θυσίας περὶ τῆς ὁποίας κάνομεν λόγον ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς ἱεροσκοπίας καὶ τῆς φιλοσοφίας. Ἄς θέλουν κάποιοι ἄλλοι νὰ ἐπιδοκιμάζωσιν τὴ διδασκαλίαν του• ἐγὼ κατὰ τὸν Ἀπόστολον προτιμῶ νὰ φαίνωμαι ὅτι φοβοῦμαι παρὰ ὅτι εἶμαι πεπαιδευμένος, ὁ ὁποῖος Ἀπόστολος λέγει: Βλέπετε μήπως κανεὶς σᾶς ληστέψῃ διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς κενῆς ἀπάτης κατὰ τὴν παράδοση τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τούτου τοῦ κόσμου καὶ ὄχι κατὰ Χριστόν (Κολ. β', 8 ; ).
55. Αὐτὸ δὲ ποὺ λέγει: Διχοτόμησεν ὁ Ἀβραὰμ τὰ σώματα καὶ ἔθεσεν ἑκάτερον τεμάχιον ἀπέναντι τοῦ ὁμοίου του (Γεν. ιε', 10), γιὰ νὰ μὴ τὸ νομίσῃ κάποιος οἰωνοσκοπίαν, δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι τὰ λόγια μοιάζουν μὲ ἱεροσκοπίαν. Διότι ἔτσι τὰ ἀκούω: ἀλλὰ τὸν τεμαχισμὸν τῶν σωμάτων τῶν τετραπόδων ὅπως προσθέτει ἡ ἀνάγνωση (τοῦ κειμένου) ὅτι ἔγινε, σὰν νὰ ἔγινε ἐνδοσκόπηση αὐτῶν, καὶ τῶν πτηνῶν ἔγινεν ἀποκεφαλισμός, σὰν γιὰ νὰ γίνῃ ἐνδοσκόπηση. Τὶ συνέβη καὶ ἐὰν αὐτὸ συνάδῃ μὲ τὴν πίστη μας. Καὶ ἄς ἐξετάσωμεν μὲ τά λόγια μας τὶ γιὰ τὴν ἀνωτέρω "οἰωνοσκοπίαν" μᾶς παραδίδει ἡ παράδοση. Εἴπαμεν ἀνωτέρω ὅτι μὲ τὴ δάμαλιν ἐννοοῦμεν τὴ γῆν, μὲ τὴν αἶγα τὸ ὕδωρ, μὲ τὸν κριὸν τὸν ἀέρα, ὅτι στὸ ἴδιον ἐπίθετον συγκεφαλαιοῦται τὸ, ὅτι δίδεται ἡ διαταγὴ νὰ ληφθοῦν "τριετῆ" πρὸς θυσίαν, διότι ἡ ἴδια ἡ γῆ διαιρεῖται, στὶς τρεῖς μορφές της• εἴτε δηλαδὴ ἤπειρος, εἴτε νῆσος, εἴτε χερσόννησος: καὶ τὸ ἴδιον τὸ ὕδωρ σὲ τρία: διότι εἴτε εἶναι θάλασσα, εἴτε ποτάμι, εἴτε λίμνη• δηλαδὴ οἱ πηγές, εἴτε οἱ ἰδιαίτερες ἐνέργειες τῶν φρεάτων οὐδόλως ἀξίζει νὰ τύχωσιν γενικῆς ἢ κοινῆς διαίρεσης• τὰ φρέατα κρύβονται, οἱ πηγὲς σὲ ἄλλους ὀφείλουν τὴν προέλευσή τους. Καὶ ὁ ἀὴρ ἔχει τὶς διαιρέσεις τῶν ἐποχῶν τῆς ἄνοιξης, τοῦ θέρους, τοῦ φθινοπώρου καὶ χειμῶνα• καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ κοσμική τους διαίρεση. Σὲ τὶ ἀποσκοπεῖ αὐτό; Στὸ νὰ γνωρίζωμεν ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ὁ ποιητὴς αὐτῶν, καὶ ὁ ῥυθμιστὴς πάντων, ὁ ὁποῖος ἔδωσεν τὴν τάξη σὲ ὅλα τὰ πράγματα, καὶ διεχώρισεν αὐτὰ διὰ τῆς διαιρέσεως, ὥστε ἀπ' αὐτὰ νὰ συμπεράνῃς ὅτι ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ σοῦ προσφέρῃ ὅσα εὐσεβῶς ἐσὺ αἰτεῖς καὶ ὅσα αὐτὸς ὑπόσχεται νὰ ἐκπληρώσῃ.
56. Ὅθεν ὁ Ἀβραὰμ ἐπειδὴ ἀπήντησεν εἰς τὸν ὑποσχόμενον τὴν κληρονομίαν τῆς γῆς Κύριον: Πόθεν θὰ γνωρίζω ὅτι θὰ εἶμαι κληρονόμος αὐτῆς τῆς γῆς (Γεν. ιε', 8), μὲ ἐκεῖνα τὰ εἴδη τῶν σφαγίων πληροφορεῖται, ἵνα πιστεύσῃ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι πάνω ἀπὸ τὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος διήρεσεν μὲ χωρισμὸν ὅλα ὅσα ἐκ τοῦ κόσμου εἶναι ἀντικείμενον πρόνοιας: ἀλλὰ ὅσα διαιρέθηκαν τὰ ἀπέδωσα μετὰ ταῦτα, ὅσα δὲ δὲν διαιρέθηκαν (δηλαδὴ τὰ πτηνὰ ἤτοι τὴν τρυγόνα καὶ τὸ περιστέρι δὲν τὰ διῄρεσεν) οὐδέποτε παρέδωσα, διότι ἡ πίστη μένει ἀκέραιη, ἡ ὁποία κατὰ τὴν συνήθειαν τῆς περιστερᾶς ἀνυψοῦται στὰ ὑψηλότατα μέρη. Λάμπουσα στὰ ὕψη, καὶ μὲ πνευματικὲς πτήσεις τῶν φτερούγων της περιΐπταται κυκλόθεν στὸν οὐρανόν. Καὶ ὁ νοῦς παραβάλλεται μ' ἐκείνην τὴν τρυγόνα, ὁ ὁποῖος νοῦς ὅπως συνηθίζει αὐτὸ τὸ πτηνὸν τρέφεται μυστικὰ, ἀναζητῶν τὴν ὑπερνοητὴν ἐκείνην καὶ ἀδιαίρετον οὐσίαν τῆς Τριάδος, καταφεύγων σὲ κάποιον πλῆθος δημιουργημάτων καὶ ἀναμιγνυόμενος σὲ σωματικὴν συνάθροιση, καὶ χωριζόμενος ἀπὸ κάθε κηλῖδα τῶν παθῶν. Αὐτὴ ἡ θυσία ζητεῖται ἀπὸ σένα. Αὐτὸς ποὺ προσφέρει τέτοια σφάγια, τὴν πίστη καὶ τὴν ἁγνότητα τοῦ νοῦ, τὴ χάρη τῆς ἁπλότητος, τὸν ζῆλον τῆς ἀγάπης καὶ εἰρήνης, ὁ ἴδιος ἀναγνωρίζει ἑαυτὸν κληρονόμον ἐκείνης τῆς μακάριας γῆς: ὅπως καὶ ὁ Κύριος σαφέστερον ἐδήλωσεν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ λέγων: Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, διότι αὐτοὶ θὰ ἀποκτήσουν τὴ γῆν (Ματ. ε', 9).
57. Ἄκου ἄλλη διαίρεση. Καὶ ἡ σάρκα μας μὲ τὴν ἴδιαν τὴ διαταγὴν τοῦ Θεοῦ διχοτομηθεῖσα ἔχει ὅλα τὰ μέλη: Δύο εἶναι οἱ ὀφθαλμοί, διπλὰ τὰ αὐτιά, δύο οἱ παρειές, οἱ ῥώθωνες χωρισμένοι, ἡ δίδυμος σειρὰ τῶν ὀδόντων, οἱ μαστοί, οἱ ὠμοπλάτες, τὰ χέρια, τὰ πλευρά, οἱ μηροί, τὰ γόνατα, οἱ κνῆμες, τὰ πόδια, δὲν εἶναι ὅλα διπλᾶ, ἵνα στηριζόμενα στὰ ὑπολείμματα τοῦ διδύμου, φαίνωνται ὅτι ἐπιτελοῦν ὅλες τὶς (σωματικές) λειτουργίες μας;
Ἡ ψυχὴ ἐπίσης ὑφίσταται τὴ διαίρεση τῶν μερῶν της. Διότι τὸ "διορατικὸν", τοὐτέστιν τὰ ἀνώτερα εἶναι ὅπως κάποιοι ὀφθαλμοὶ ἀντίθετοι, δηλαδὴ τὸ λογικὸν καὶ τὸ ἄλογον. Τὸ ἴδιον τὸ λογικὸ διαιρεῖται στὸ νοῦν καὶ στὸ λόγον. Τὸ αἰσθητὸν αὐτοῦ εἰς τὴν ἀκοὴν καὶ τὴν ὅραση εἰς τὰ ὁποῖα συσσωρεύεται ἡ χάρη αὐτῆς τῆς ζωῆς. Διότι ἡ ὄσφρηση καὶ ἡ γεύση θεωροῦνται ὅτι παρέχουν τὴν ἀναγκαίαν ὑπηρεσίαν τῆς ζωτικῆς χρήσης τους. Τὸ ζεῦγος τῶν ῥωθώνων διὰ τῆς εἰσπνοῆς ἐξασφαλίζουν τὴν ζωτικὴν ἀναπνοήν, ἐφοδιάζουν σὰν μὲ κάποιαν συνεχῆ τροφὴν τὴν οὐσίαν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ γεύση γεννᾶται διὰ τῆς πόσης καὶ τῶν εὐωχιῶν. Ἡ πέμπτη δὲ αἴσθηση, δηλαδὴ ἡ ἁφή ἀποτελεῖ κάτι σὰν μῖγμα ἐκείνων τῶν τεσσάρων. Ἡ ὅραση δὲ καὶ ἡ ἀκοὴ βοηθοῦν τὸ νοῦν. Αὐτὲς εἶναι οἱ διαιρέσεις, ποὺ ἔγιναν κατὰ τὴν σάρκα μας καὶ τὴν ψυχὴν ὑπὸ τοῦ ὑψίστου ποιητοῦ.
58. Ὅθεν πρέπει νὰ συμπεράνωμεν ὅτι καὶ αὐτὸς ἐδῶ ὁ κόσμος εἶναι διατεταγμένος σὰν κατὰ κάποια δίδυμα μέλη καὶ σὰν τρόπον τινὰ "ἀντιπροσωπευτικά": ἡ γῆ μὲ τὰ ὄρη καὶ τὶς πεδιάδες, σὰν νὰ εἶναι μέρη τοῦ σώματός μας ἄλλα ὑψηλότερα, ἄλλα πιὸ ἐπίπεδα. Ἐξέχουν οἱ ὠμοπλάτες καὶ τὰ ὑψηλότερα μέρη τῶν ποδῶν, εἴτε τῶν χεριῶν: τὰ πλευρὰ δὲ καὶ τὰ κατώτερα τοῦ αὐχένος, σὰν πεδιάδες εἶναι ἐξησκημένα καὶ κοῖλα. Πρᾶγμα ποὺ καὶ γιὰ τὶς χοῦφτες τῶν χεριῶν ἐπιτρέπεται νὰ νοήσωμεν. Διότι στὴν ἴδιαν τὴν πτέρναν τοῦ ποδιοῦ ἄλλα μέρη ἐξέχουν, ὅτι δὲ τὸ μεσαῖον μέρος σχηματίζει κόλπον, ποιὸς τὸ ἀμφισβητεῖ; Τὸ νερὸν στὴ θάλασσαν εἶναι ἁλμυρόν, στὸ ποτάμι γλυκὺ εἴτε καὶ στὶς πηγές. Ὁ ἀέρας εἶναι τὸ χειμῶνα ψυχρός, κατὰ τοὺς μῆνες τῆς ἄνοιξης εὔκρατος, κατὰ τὸ θέρος θερμός. Ἑπομένως αὐτὰ ἐδῶ τὰ ἐρρύθμισεν ὁ δημιουργός. Τὸ νοῦ μας ὅμως, ὁ ὁποῖος δίκην πτηνῶν, φερόμενος ἐπὶ τῶν πτερύγων διαφόρων ἀρετῶν καὶ τῆς δικῆς του δύναμης, πετάει πάνω ἀπ' τὸν οὐρανό, δὲν τὸν διήρεσε, διότι τὸν συνῆψεν στὴν τὰ πάντα διαιροῦσα μόνην ἀδιαίρετον Τριάδα. Ὅθεν οἱ φιλόσοφοι τὴν ἀνωτέραν οὐσίαν αὐτοῦ τοῦ κόσμου, τὴν ὁποίαν ὀνομάζουν αἰθέρα, δὲν τὴ θέλουν νὰ συνίσταται ἀπὸ μῖξιν ἄλλων στοιχείων: ἀλλὰ λάμπουσαν, καὶ ἀκτινοβολοῦσαν πολὺ φῶς, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὴν ῥυπαρότητα τῆς γῆς, τὴν ὑγρασίαν τῶν ὑδάτων, τὸ νεφελῶδες τοῦ ἀέρος, οὔτε καὶ αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ πυρὸς τὸ οἱονδήποτε ἐρυθρὸ χρῶμα, ἔτσι τὴν ἐκλαμβάνουν καὶ διαβεβαιώνουν ὅτι εἶναι ἐκ πέμπτης τινὸς οὐσίας καὶ ὅτι ὁ νοῦς εἶναι σὰν πτηνὸν τοῦ κόσμου τούτου ὅμως ταχύτερος καὶ καθαρότερος τῶν λοιπῶν μερῶν. Διότι τὰ ἄλλα μέρη εἶναι μικτὰ καὶ συγκεκριμένα. Ἐμεῖς ὅμως πιστεύομεν ὅτι τίποτε ἀπαλλαγμένο καὶ ξένον ὑλικῆς συνθέσεως (δὲν ὑπάρχει), ἐκτὸς ἐκείνης μόνης τῆς οὐσίας τῆς λατρευτῆς Τριάδος, ἡ ὁποία καὶ εἶναι ἀληθῶς καθαρὴ καὶ ἁπλῆ, φύσεως εἰλικρινοῦς καὶ ἀσυνθέτου: ἄν καὶ κάποιοι φρονοῦν περὶ ἐκείνης τῆς πέμπτης οὐσίας ὅτι εἶναι τὸ λαμπρότερο φῶς, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπεν ὁ Δαβὶδ ὅτι ὁ Θεὸς περιβάλλεται τὸ φῶς ὡς ἱμάτιον (Ψαλ. ρβ', 2) καὶ ὁ Ἀπόστολος ἔγραψεν περὶ τοῦ ἰδίου τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ, ὅτι αὐτὸς μόνος ἔχει ἀθανασίαν καὶ ὅτι κατοικεῖ φῶς ἀπρόσιτον (Α' Τιμ. στ',16).
59. Γιὰ ποιὸ δὲ λόγον εἶπεν ὅτι τὰ πτηνὰ κατέβηκαν πάνω στὰ τεμαχισμένα σώματα τῆς δαμάλεως, τῆς αἴγας καὶ τοῦ κριοῦ (Γεν. ιε', 11), δὲν τὸ συμπεραίνω εὔκολα, παρὰ ἐπειδὴ ὅλα τὰ γήϊνα, τὰ θαλασσινὰ καὶ τὰ ἐναέρια εἶναι γεμάτα ἀπὸ παγίδες καὶ ταραχές.
Διότι φαίνονται αὐτὰ ἐδῶ τὰ πτηνὰ ὅτι χάριν τῆς τροφῆς τους κατέβηκαν πάνω στὰ σώματα. Ἐκ φύσεως δὲ τὰ ὁρμητικότερα καὶ ἰσχυρότερα σὲ δύναμη, ἐφορμοῦν ἐπὶ τῶν ἀσθενεστέρων, καὶ ἐνσκήπτουν σὰν σὲ νεκρὰ σώματα, συχνότερον ὁρμῶντα ἐξ ἀπροόπτου: εἴτε πάλιν, πρᾶγμα ποὺ θεωρῶ πλησιέστερον στὴν ἀλήθειαν, ἐπειδὴ ὁ πρίγκηπας αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ, δηλαδὴ οἱ ἀδυναμίες οἱ πνευματικὲς ποὺ ὑπάρχουν στὰ οὐράνια ὄντα, αὐτὰ ποὺ εἶναι διηρημένα ἕνεκα μερίμνης καὶ φροντίδος, μὲ ταχεῖαν κίνηση τὰ προσβάλλουν, καὶ σὰν πτώματα νεκρῶν τὰ σπαράσσουν μὲ κοφτερὸ δόντι. Διότι περὶ αὐτῶν ἐλέχθη: Ἄφησε τοὺς νεκροὺς νὰ θάψουν τοὺς δικούς τους νεκρούς (Λουκ. θ', 60) ἐπειδὴ αὐτοὶ εἶναι ἐκ τοῦ βασιλείου τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος διάβολος ἐν ἑαυτῷ διῃρέθη. Ὅσοι ὅμως εἶναι ἐκ τοῦ βασιλείου τοῦ Θεοῦ, στοὺς ὁποίους λέγει ὁ Ἰησοῦς: Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα σας (Λουκ. ιζ', 21), αὐτοὶ δὲν εἶναι διῃρημένοι, διότι προσκολλῶνται στὸ Θεόν, διότι ὁ κολλώμενος εἰς τὴν πόρνην, εἶναι ἕνα σῶμα (μ' αὐτήν). Διότι, εἶπεν, θὰ εἶναι οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν. Ὁ κολλώμενος δὲ στὸν Κύριον, ἀποτελεῖ ἕνα πνεῦμα (μαζί του)• (Α' Κορ. στ',16 καὶ 17). Αὐτοὶ λοιπὸν δὲν εἶναι νεκρὰ σώματα, γιὰ νὰ τοὺς καταφάγουν τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλ' εἶναι πνεύματα, καὶ κάνει ὁ Θεὸς τοὺς ἀγγέλους του πνεύματα. Τέλος πάνω στὸ περιστέρι καὶ στὴν τρυγόνα δὲν κατέβηκαν, γιατὶ αὐτὰ ἐδῶ τὰ πτηνὰ δὲν ἦσαν διῃρημένα. Διότι δὲν εἶναι διῃρημένοι οἱ δίκαιοι, γιὰ τοὺς ὁποίους λέγεται: νὰ εἶναι ἁπλοῖ σὰν τὶς περιστερές (Ματ. ι', 16). Καὶ γι' αὐτὸ λέγει ὁ Δαβὶδ ὅτι καὶ τὸ στρουθίον εὑρίσκει τὸν οἶκον του καὶ τρυγὼν τὴν φωλεάν της, ὅπου ἀποθέτει τὰ μικρά της (Ψαλ. 83, 4). Αὐτὰ πρόσεχεν ὁ Ἀβραάμ, αὐτὰ θεωροῦσε μὲ (θεϊκὴ) βοήθειαν καὶ πνευματικὴ διόραση.
60. Καὶ γι' αὐτὸ εἶναι γεγραμμένον: Ἔθεσεν ὁ Ἀβραὰμ τὸ ἕνα τεμάχιον ἀπέναντι στὸ ἄλλον (Γεν. ιε', 10), ὄχι σὰν σὲ ἱεροσκοπίαν, ἀλλὰ σὰν ἑρμηνευτὴς τῆς οὐράνιας ἀποκάλυψης, ἐρευνῶν τὰ σημάδια τῆς θεϊκῆς ἐνέργειας. Διότι ὁ εὐθὺς νοῦς ἔβλεπεν πρὸς τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ ὅτι αὐτὸς ὁ κόσμος εἶναι γεμᾶτος ἀδικίαν, ἡ ὁποία σὰν ἀπὸ τὸν ὕψιστον οὐρανὸν πέταγεν καὶ καταπίεζεν τοὺς ἀδύναμους τῆς γῆς: ἡ αἰδὼς δέ, ἡ πίστη, ἡ εἰλικρίνεια ὅτι δὲν εἶναι ὑπήκοοι στὰ πάθη: ὅτι δὲ ἡ φιλαργυρία, οἱ μέριμνες τοῦ αἰῶνος ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἄγχονται ὅσοι ἔχουν τὶς ἐπιθυμίες γιὰ πλούτη, σπαράττονται καὶ διαιροῦνται. Ὅθεν καὶ τὰ πλούτη ὀνομάστηκαν μέριμνες καὶ σκέψεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου (Ματ. ιγ', 22), διότι διαιροῦν τὸ νοῦν, καὶ σὲ διαφορετικὰ μέρη τὸν ἀποσχίζουν, καὶ τὸν σύρουν στὰ ἐπὶ μέρους οὔτε τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ εἶναι ἀδιάφθορος καὶ ἀκέραιος. Ὁ ἄνδρας λοιπὸν τοῦ εἰρηνικοῦ νοῦ ἔβαζεν τὰ τεμάχια τῶν ζώων τὸ ἕνα ἀπέναντι τοῦ ἄλλου καὶ συλλογιζόταν μέχρι πότε μὲ τὰ χέρια του μπορεῖ νὰ ἐμποδίζῃ αὐτὰ τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἐφορμοῦν στοὺς ἀνθρώπους.
Κεφάλαιον Θ'
Γιατὶ ἐπέπεσεν ἔκσταση καὶ φόβος ἐπὶ τὸν Ἀβραάμ• καὶ τὶ σημαίνει ἡ ἐπανάληψη σ' αὐτὸν τοῦ χρησμοῦ περὶ τῆς παρεπιδημίας καὶ δουλείας τῶν ἀπογόνων του στὴν Αἴγυπτον καὶ περὶ τοῦ δικοῦ του θανάτου καὶ περὶ τῆς ἀπελευθέρωσης τῶν ἀπογόνων τοῦ ἰδίου; Καὶ πρὸς τὶ τείνει ἡ ὅραση τῆς φλόγας καὶ τῆς καμίνου;
61. Τέλος αὐτὸν τὸν κόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθη ὁ Ἀβραὰμ μὲ τὸν πνευματικὸν καὶ προφητικὸν ζῆλον, διδάσκουν τὰ ἀκόλουθα. Δηλαδὴ κατὰ τὴ δύση τοῦ ἡλίου ἔκσταση ἐπέπεσεν πάνω του• καὶ ἰδοὺ φόβος μέγας καὶ σκοτεινὸς ἐνέσκηψεν ἐπ' αὐτὸν (Γεν. ιε', 12). Ἡ δὲ προφητικὴ ἔκσταση εἶναι συνήθης νὰ γίνηται, ὅπως καὶ ἔχεις τὸν Προφήτην ὅτι εἶπεν: Ἐγὼ εἶπα ἐν τῇ ἐκστάσει μου: Πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης (Ψαλ. ριε', 2). Διότι ἐξέστη ὁ νοῦς τοῦ προφήτου σὰν σὲ κάποια ὅρια τῆς ἀνθρώπινης σύνεσης, ὅταν αὐτὸς γεμίζει ἀπὸ Θεόν. Καὶ προηγουμένως ἀδειάζει τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὶς σκέψεις καὶ ἀμφιβολίες αὐτοῦ τοῦ αἰῶνα, γιὰ νὰ παράσχῃ ἑαυτὸν καθαρὸν καὶ κενὸν εἰς τὴν ἐρχομένην πνευματικὴν χάρη, ἐπὶ πλέον ἐπέρχεται, εἰς αὐτὸν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐγχέοντάς του μεγάλη δύναμη, τόσον ποὺ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ξαφνικὰ ταράσσεται ὑπερβολικά. Τέλος καὶ ὁ ἄγγελος ἦλθεν πρὸς τὴ Μαρίαν, καὶ μὲ σπουδὴν καὶ χάρη ἦλθεν, καὶ ὅμως ἡ Μαρία ταράχθηκε μὲ τὴν ἐμφάνισή του. Ὅθεν ὁ ἄγγελος τῆς λέγει: Μὴ φοβᾶσαι, Μαρία, διότι βρῆκες χάρη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ: καὶ ἰδοὺ θὰ συλλάβῃς στὴν γαστέρα σου καὶ θὰ γεννήσῃς γυιὸν (Λουκ. α', 30,31). Γνωρίζομε λοιπόν, ὅτι ὅταν ἔρχηται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πάνω σὲ προφητικὸ νοῦν, ξαφνικὰ εἰσορμᾷ, καὶ ἀναγινώσκομεν ὅτι ἐντεῦθεν ἐνσκήπτει καὶ ἐπιπίπτει ἐπὶ τὸν προφήτην τὸ ἅγιον Πνεῦμα, διότι ὑφίσταται τὴν ἔκσταση καὶ ταράσσεται καὶ φοβεῖται καὶ καλύπτεται ἀπὸ κάποια σκοτάδια ἄγνοιας καὶ ἔλλειψης σύνεσης• ὅπως διαβάζομεν καὶ στὶς Πράξεις ἀποστόλων (Πρ. θ', 3,4) ὅτι περιάστραψε φῶς ἀπ' τὸν οὐρανὸν πάνω στὸν Σαῦλον, καὶ ἔπεσεν αὐτὸς κάτω, καὶ ταράχθηκεν ἀπὸ τρόμον τῆς ψυχῆς, καὶ ἄκουσεν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ φωνὴ λέγουσαν: Σαούλ, Σαοὺλ γιατὶ μὲ καταδιώκεις (Αὐτόθι, 4); Διότι κατέληξε νὰ δῆ τὰ ἐγκόσμια, αὐτὸς ποὺ ἄρχισε νὰ ἀκούῃ τὰ θεϊκά. Ὅθεν οὔτε γιὰ τὸ φόβον τοῦ Ἀβραὰμ οὔτε γιὰ τὰ σκοτάδια ὀφείλεις νὰ ἀπορῇς, σὰν νὰ συνέβαιναν ἐκτὸς τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἀξίας του, ὅταν παρατηρῆς ὅτι ἁρμόζει στὴν συνήθειαν τῶν προφητῶν, ὅταν εἶναι συνημμένοι μ' αὐτές, νὰ γνωρίζουν τὰ μέλλοντα.
62. Ἔχεις δὲ συνεχῶς λεγόμενον πρὸς αὐτόν, τὸ: Γινώσκων γίνωσκε ὅτι τὸ σπέρμα σου θὰ εἶναι παρεπίδημον σὲ γῆν ὄχι ἰδικήν του, καὶ θὰ καταπιέζωνται ἀπὸ δουλείαν καὶ θὰ τοὺς βλάπτωσιν, καὶ θὰ τοὺς ταπεινώνωσιν ἐπὶ τετρακόσια ἔτη (Γεν. ιε', 13). Δίκαια ἐπέπεσεν ζοφώδης καὶ μέγας τρόμος, διότι ἐπρόκειτο γιὰ σπουδαίους χρησμοὺς, διότι ἐδίδετο ἐντολὴ αἰώνιος στὸ λαόν. Πῶς τόσον εὔκολα θὰ μποροῦσε νὰ χωρέσῃ ὁ νοῦς αὐτὸ ἐδῶ, μάλιστα ἕνας νοῦς ποὺ ἐνουθετεῖτο, ἵνα παρεπιδημῇ σ' αὐτὴν τὴ γῆν; Διότι δὲν ἐδηλώνονταν τόσον ὅσα ἦσαν μέλλοντα, ὅσα προεγράφοντο, ὅσα ἔπρεπε νὰ πραχθοῦν ἀπὸ ἐμᾶς. Παρεπίδημον, εἶπεν, θὰ εἶναι τὸ σπέρμα σου, εἴτε ἐπειδὴ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὀφείλομε νὰ εἴμεθα παρεπίδημοι σ' αὐτὴν τὴ γῆν, διότι πατέρας ὅλων εἶναι ὁ Ἀβραὰμ• εἴτε ἐπειδὴ τὸ ἀληθὲς σπέρμα τοῦ Ἀβραὰμ παρεπιδημεῖ σ' αὐτὸν τὸν κόσμο. Διότι ἐκεῖνον εἶναι τὸ ἀληθινὸν σπέρμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐλέχθη: Ἐν τῷ Ἰσαὰκ εἶναι τὸ σπέρμα σου (Γεν. κα', 12).
Τέλος λέγει αὐτὸς ποὺ ἀνεγνώριζεν τὸν ἑαυτόν του κληρονόμον τοῦ Ἀβραὰμ: Ἐγὼ εἶμαι σ' αὐτὴν τὴ γῆ ξένος καὶ παρεπίδημος, ὅπως ὅλοι οἱ πατέρες μου (Ψαλ. λη', 13). Διότι ὅποιος ὑπῆρξεν ἐδῶ παρεπίδημος, εἶναι στὸν οὐρανὸν πολίτης, ὅποιος ὅμως ἐνόμισεν ὅτι ὅλη ἡ οὐσία τῆς ψυχῆς του συνίσταται ἐν ταύτῃ τῇ γῇ καὶ ἐσκίρτησε γιὰ νὰ ἀποκτήση τὴν κληρονομίαν αὐτῆς τῆς γῆς, ἀποκλείεται ἀπὸ τὴ βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Ὅθεν ὁ Ἀπόστολος λέγει πρὸς τοὺς πιστοὺς ἄνδρες, καὶ πολῖτες τῆς Ἰερουσαλὴμ τῆς ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ πρὸς τοὺς γυιοὺς τῆς Ἐκκλησίας: Ἑπομένως δὲν εἶσθε πιὰ ξένοι καὶ παρεπίδημοι, ἀλλ' εἶσθε συμπολῖτες τῶν ἁγίων, καὶ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ (Ἐφεσ. β', 19). Λοιπὸν δὲν εἶναι δική σας αὐτὴ ἡ γῆ, περὶ τῆς ὁποίας ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου δείχνοντας ὅλα τὰ βασίλεια τῆς οἰκουμένης μπορεῖ νὰ πῇ: θὰ σοῦ δώσω αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν ἐὰν προσκυνήσας μὲ λατρεύσῃς (Ματ. δ', 8): Ὅλα θὰ εἶναι δικά σου, ὅσα οἱ ἀλλότριοι διεκδικοῦν, καὶ διὰ τῆς δουλείας καταπιέζουν τὸ λαὸν τοῦ Θεοῦ, διότι ἀποπειρῶνται νὰ βλάψωσιν τοὺς δούλους καὶ νὰ ταπεινώσωσιν τοὺς ἁγίους τοῦ Θεοῦ. Τέλος ὁ ἴδιος ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τίποτε ἀπ' αὐτὸν τὸν κόσμο δὲν ἐθεώρησεν ὅτι πρέπει νὰ διεκδικήσῃ ὅθεν λέγει: Ἔρχεται ὁ ἄρχων τούτου τοῦ κόσμου καὶ δὲν βρίσκει σ' ἐμένα τίποτε (Ἰω. ιδ', 30). Διάφορα λοιπὸν ἀφεντικὰ θέλουν νὰ μᾶς κρατοῦν σὲ δουλείαν, εἰσβάλλει ὁ διάβολος, ὑποδαυλίζουν οἱ ἄγγελοί του τὰ πάθη καὶ τὶς κινήσεις τοῦ σώματος σὰν νὰ ἐνσπείρωσιν τὴν ἀνησυχίαν ὡς οἰκειακοὶ καὶ κολλητοὶ φιλοξενούμενοι. Ἔξω μάχες, μέσα φόβοι: ἔξω μάχες, μέσα ἐπιθυμίες. Διότι εἶναι ἀλλότρια ἡ οὐσία τοῦ οἰκείου σώματος στὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, καὶ γι' αὐτὸ (ἡ τελευταία αὐτή) ἐναντιοῦται εἴτε βέβαια ἁμύνεται. Ὁ πόλεμος λοιπὸν εἶναι καθημερινός, καὶ μέσα ἀπὸ τὰ τείχη ἡ ἴδια σφοδρὴ μάχη, μέχρι ποὺ ὁ ἐλεήμων Θεὸς νὰ κρίνῃ τὸ διάβολον καὶ τοὺς διακόνους του, νὰ σβύσῃ τὰ πάθη καὶ νὰ τὰ ὑποτάξῃ στὸν ἐπιμελῆ νοῦν. Ἀφαρπάζει τὶς ψυχές μας ἀπὸ ὅλες τὶς προσβολὲς καὶ ἀπὸ τοὺς ὑπαιτίους τῶν κινδύνων μας, αὐτὸς ὁ ὁποῖος λέγει: Τὸ αἷμα τῶν ψυχῶν σας θὰ ἐκζητήσω ἐκ χειρῶν πάντων τῶν κτηνῶν (Γεν. θ', 5). Καὶ ὁ Ἰωάννης εἶδεν καὶ εἶπεν: Διότι ὁ θάνατος καὶ ὁ ᾅδης ἐῤῥίφθησαν εἰς τὴ λίμνην τοῦ πυρὸς (Ἀπ. κ', 14).
63. Ἄρα θὰ ἐξέλθουν (τῆς ζωῆς) οἱ δίκαιοι καὶ τίποτε ἀπὸ τὰ δικά τους δὲν θὰ ἀφήσουν σ' αὐτὴν τὴ γῆ: οὔτε τὰ λάφυρά τους θὰ βρίσκωνται στοὺς κατοίκους καὶ κτήτορες αὐτῆς ἐδῶ τῆς γῆς. Αὐτοὶ ἀκόμη θὰ φύγουν ἔτσι ἀπὸ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γῆν τῆς Αἰγύπτου, ὥστε νὰ κουβαλήσωσιν τὰ ἀγγεῖα ποὺ πῆραν ἀμοιβαῖα ἀπὸ τοὺς Αἰγύπτιους, εἴτε χρυσᾶ, εἶπεν, εἴτε ἀργυρᾶ τὰ ὁποῖα πρόσκαιρα χρησιμοποιοῦσαν, καὶ νὰ λεηλατήσωσιν τοὺς Αἰγύπτιους (Ἐξ. ιβ', 35,36). Τὰ πῆραν αὐτὰ τὰ ἀγγεῖα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ τὰ κουβάλησαν μαζί τους, ἐπειδὴ αὐτοὶ εἶναι γυιοὶ τῆς ἀνάστασης, γιὰ τοὺς ὁποίους λέγεται: Δὲν θὰ χαθῇ οὔτε τρίχα ἀπὸ τὸ κεφάλι σας (Λουκ. κα', 18). Αὐτὰ τὰ ἀγγεῖα τὰ ἔδωσαν οἱ Αἰγύπτιοι, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἐκ τῆς γῆς τῆς θλίψεως• καὶ ἄλλα εἶναι χρυσᾶ, ἄλλα ἀργυρᾶ, ἐπειδὴ ὅλη ἡ δημιουργία τοῦ Θεοῦ εἶναι καλὴ καὶ σπουδαιότατη μάλιστα στὴ γῆ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ὁποία δημιουργίαν ἐτίμησεν ὁ Θεός, ὥστε νὰ ἐμφυσήσῃ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀνθρώπου πνεῦμα ζωῆς, καὶ νὰ προΐσταται (ὁ ἄνθρωπος) πάντων τῶν ζώων. Αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ἀγγεῖα, γιὰ τὰ ὁποῖα λέγει ὁ Ἀπόστολος: Ἔχομεν τὸ θησαυρὸν σὲ ἀγγεῖα κεράμου (Β' Κορ. δ', 7). Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔνδυμα τῶν Αἰγυπτίων, μὲ τὸ ὁποῖον ἐνδύεται ἡ ψυχή μας, ἵνα εὐγλωττότερον ἐνταῦθα ἀποκρύπτῃ (ἡ Γραφὴ) καὶ ἵνα ἐλευθερώνηται, ὅ,τι ἐδῶ βαρειὰ ἐργαζόταν. Διότι ὄχι μόνον πᾶσα κτίση στενάζει καὶ ὠδίνει, ἀλλὰ προσέτι καὶ ἐμεῖς, μέχρι ποὺ νὰ ἔλθῃ ἡ ἀπολύτρωση τοῦ σώματός μας. Ἔχει ὁ Θεὸς τὴ φροντίδα γιὰ τὸ ποίημά του ἔχει τὴ φροντίδα τῆς φύσης πρόθυμης σὲ πολλά, πρὸς τὴ λογικὴν καὶ τὴν καλοκαγαθία. Διότι δὲν διατρέχομεν τὸν κίνδυνο νὰ καταστραφῶμεν καὶ νὰ ἐξαφανισθῶμεν ὅπως τὰ δένδρα, τῶν ὁποίων ἡ γονιμότης μᾶς προκύπτει κατὰ τὴν πρώτην καρποφορίαν, ἐὰν κατὰ τὴ μεταγενεστέραν ἡλικίαν τους εἴτε ὁ ἄνεμος τὰ ρίχνῃ κάτω, εἴτε ὁ ἥλιος τὰ ἀποξηραίνῃ, εἴτε ἀντὶ νὰ ὑποκαταστήσῃ καὶ καταστήσῃ ὑποτονικὴν τὴ δύναμή τους, ἡ οὐσία τους παρουσιάζει μειονεκτήματα ἐξ αἰτίας τῆς ἀνομβρίας: ἀλλὰ διαφέρομεν ὄχι ἀνεξετάστως καὶ ἀπὸ τὰ καλλίτερα χρυσαφικὰ. Καὶ γι' αὐτὸ Κύριος ὁ Θεός μας ὁ ἀνταποδότης τῆς ἀγαθῆς θέλησης, καὶ ἔχων τὴ θέαν τῆς φύσης, μπαίνει στὸ ἔργον τῆς συλλογῆς καὶ φύλαξης κάθε πατρικῆς περιουσίας τῆς ψυχῆς μας, μέλλων νὰ ἐπιδοκιμάσῃ ἐκείνην τὴν εὐκρασίαν τῆς μέλλουσας ἔλευσής του.
64. Ὡσαύτως μνήμων τοῦ δώρου του, τὸ ὁποῖον ἀθάνατο θέλησε νὰ τὸ ἔχουν οἱ πραεῖς, ἀλλὰ μόνον ἐὰν δὲν ὑπεισέρχετο τὸ πταῖσμα καὶ τὸ σοβαρὸν ποὺ ἔκανε νὰ μὴ ἀφίνῃ στοὺς ἀνθρώπους νὰ ζοῦν ἐπὶ πάρα πολύ, λέγει πρὸς τὸν Ἀβραάμ: Σὺ δὲ θὰ ὑπάγῃς πρὸς τοὺς πατέρας σου ἐν εἰρήνῃ, ἔχων καλὰ γεράματα (Γεν. ιε', 15). Ἀφίνει ἐμᾶς νὰ ἀποχωρισθῶμεν ἀπ' αὐτὸν τὸν αἰῶνα, καὶ μὲ τὸ χωρισμὸν τῆς ψυχῆς αὐτὸ τὸ σῶμα διαλύεται καὶ ὑπάγει εἰς τὴ γῆν του, καὶ γιὰ νὰ ἔλθῃ τὸ τέλος τῆς ἁμαρτίας: ἔπειτα διὰ τῆς ἀναστάσεως νὰ ἀναπλάθηται διὰ τῆς χάριτος τῆς θείας μεγαλοδωρίας. Καὶ γι' αὐτὸ λέγει πρὸς τὸν Ἀβραάμ: Σὺ θὰ ὑπάγῃς πρὸς τοὺς πατέρας σου. Κάποιοι νόμισαν ὅτι πατέρες εἶναι τὰ ὑλικὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὰ ὁποῖα συνίσταται ἡ σάρκα μας ὅσον ζῶμεν, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα διαλυόμεθα. Ἀλλ' ἐμεῖς ποὺ θυμόμαστε ὅτι μητέρα μας εἶναι ἡ ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἡ ἐλευθέρα, ἡ μητέρα ὅλων μας, καθὼς λέγει ὁ Ἀπόστολος (Γαλ. δ', 26), ἐκείνους θεωροῦμεν πατέρες οἱ ὁποῖοι προηγήθησαν ἡμῶν στὴν ζωὴν καὶ κατὰ τὴν ἀξίαν καὶ κατὰ τὴ χρονικὴν σειράν. Ἦταν ἐκεῖ ὁ Ἄβελ, τὸ εὐσεβὲς θῦμα, ἦταν ὁ εὐσεβὴς καὶ ἅγιος Ἐνώχ, ἦταν ὁ Νῶε, πρὸς αὐτοὺς δίδεται ἡ ὑπόσχεση τῆς ἐπιδημίας τοῦ Ἀβραάμ. Διότι ἐπιδημεῖ αὐτὸς ποὺ ἀπὸ τούτην τὴν ζωὴ μεταναστεύει στὴν ἄλλην, ὅπου ζεῖ ὁ νοῦς τοῦ σοφοῦ καὶ δίκαιου ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἀνετράφη ἐν εἰρήνη. Διότι ὁ ἄσοφος τρέφεται μὲ τὸν πόλεμον καὶ τὶς διχόνοιες: ὁ δίκαιος ζεῖ μὲ καλὰ γητατειά. Δὲν εἶπεν "μακρά", ἀλλὰ "κ α λ ά" γηρατειά (Γεν. ιε', 15), διότι ὁ δίκαιος γηράσκει καλά: κανένας ὅμως ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς ἀκόμη καὶ ἄν ἔζησε μακροχρονιότερην ζωὴν ἀπὸ τὶς μακρόβιες ἐλάφους. Διότι ἡ μακρὰ ζωὴ εἶναι κοινὸ γνώρισμα καὶ τῶν σοφῶν καὶ τῶν ἀσόφων: ὅμως τὸ καλῶς ζῆν εἶναι εἰδικὸν χαρακτηριστικὸν τοῦ σοφοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ γῆρας εἶναι ἀξιοσέβαστον, καὶ ἡ ἡλικία τῶν γηρατειῶν ὁ βίος ὁ ἀκηλίδωτος: ὄχι μακροχρόνια, εἶπεν, οὔτε μὲ ἀριθμὸν ἐτῶν μετρᾶται, οὔτε μὲ τὴν ἀναιδῆ κόμην εἰς τὴν κεφαλήν, ἀλλὰ μὲ τὴ φρόνηση (Σοφ. Σολ. δ', 8). Λοιπὸν ἐκεῖνος καλῶς γηράσκει, ὅποιος ἔχει καλὴ φρόνηση.
65. Στὴν τέταρτην ὅμως γενεὰ θὰ ἐπιστρέψωσιν (Γεν. ιε', 16). Ἡ ἱστορία βέβαια φαίνεται ὅτι συμφωνεῖ πὼς πρόκειται γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν στὴν Αἴγυπτον, καὶ ἐξῆλθαν τῆς Αἰγύπτου. Τὰ τετρακόσια τριάντα ἔτη (ποὺ ἔκαναν) αὐτοὶ ἐκεῖ εἶναι ἀκριβῆ. Ἀλλὰ ὅλοι, καὶ ὅσοι ἐξῆλθαν, δὲν ἔζησαν ἑκατὸν ἔτη, ὅπως ὁ Μωϋσῆς ἢ ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ, γιὰ νὰ συμφωνῆ ὁ χρόνος μὲ τὶς τέσσερες γενεές. Ὅθεν κάτι τὸ μυστικὸ μᾶλλον ἄς ἀναζητήσωμεν, τὸ ὅτι ἡ τετρὰς εἶναι κατάλληλη γιὰ ὅλους τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τρόπον τινὰ ῥίζα καὶ θεμέλιον τῆς δεκάδος καὶ ἐπίσης τὸ μέσον τῆς ἑβδομάδος. Τέλος ὁ ἐννενηκοστὸς τρίτος ψαλμὸς γράφεται τὴν τετάρτην τοῦ Σαββάτου, ἐκ τοῦ ὅτι αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς εἶναι μεσαῖος στοὺς προηγούμενους καὶ στοὺς ἑπόμενους. Διότι τρεῖς προηγοῦνται αὐτοῦ, ὁ πρῶτος, ὁ δεύτερος, ὁ τρίτος• καὶ τρεῖς ἀκολουθοῦν, ὁ πέμπτος, ὁ ἕκτος, ὁ ἕβδομος. Ὅποιος ψέλνει αὐτὸν τὸν ψαλμόν, σὰν μὲ κατάλληλους ἀριθμοὺς διεξέρχεται τὴν ζωὴν αὐτοῦ τοῦ κόσμου, σὰν νὰ ἦταν τετράγωνος, σταθερὸς καὶ τέλειος. Σὲ τέσσερα (ἐπίσης) βιβλία περιλαμβάνεται πλῆρες καὶ τέλειον τὸ Εὐαγγέλιον. Τέσσαρα μυστικὰ ζῶα ὑπάρχουν. Καὶ αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ κόσμου τὰ μέρη εἶναι τέσσαρα, ἐκ τῶν ὁποίων συναθροίστηκαν οἱ υἱοὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ διαδίδουν τὴν ἱερότατην βασιλείαν τοῦ Χριστοῦ, ἐρχόμενοι ἀπὸ Ἀνατολὴν καὶ Δύση καὶ Βοῤῥᾶν καὶ Νότον. Ἐκ τετραμεροῦς λοιπὸν πλευρᾶς ἀπέῤῥευσεν ἡ ἁγία Ἐκκλησία. Ἀλλὰ καὶ ἡ δεκάδα ἐξ αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ ἀριθμοῦ προῆλθεν. Διότι ἐὰν συνδυάσῃς ἀπὸ τὸ ἕνα μέχρι τὸ τέσσαρα, μ' αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ συναποτελέσῃς τὸ δέκα. Ὑπολόγισε ἕνα, πρόσθεσε σ' ἐκεῖνο δύο, κάνουν τρία: πρόσθεσε τρία στὰ τρία, κάνουν ἕξ: καὶ στὰ ἕξ πρόσθεσε τέσσαρα, κάνουν δέκα. Ἡ τετρὰς λοιπὸν γεμίζει τὴ δεκάδα, ἡ δὲ δεκὰς περιλαμβάνει πάντα ἀριθμόν. Ἐπίσης τέσσαρες εἶναι οἱ ἡλικίες τοῦ ἀνθρώπου, ἡ παιδικὴ, ἡ ἐφηβική, ἡ νεανική, ἡ ὡριμότης. Ἤρεμα ἐγείρεται καὶ θεμελιώνεται. Ὡσαύτως ἡ μεγίστη σοφία τῆς σύνεσης ἔρχεται κατὰ τὴν τετάρτην στὴ σειρὰν ἡλικίαν. Καὶ δικαίως, ἵνα ἐὰν κανεὶς προηγουμένως διετέλεσεν ὑπὸ τὸ βασιλιᾶ τῆς Αἰγύπτου ἐξέλθη τῆς ἐξουσίας του κατόπιν ὡριμότερης σκέψης καὶ ἀναγνωρίση ποιὸ νόμον πρέπει αὐτὸς νὰ ἀκολουθήσῃ. Τότε ὑπάρχει γι' αὐτὸν ἡ διαπλεύσιμη θάλασσα αὐτῆς ἐδῶ τῆς ζωῆς. Ὁ λόγος μοιάζει μ' ὅσα γεννιοῦνται ἀπὸ μόνα τους. Ὅπου ἐσπάρη σπέρμα, λύεται στὸ χῶμα: καὶ πρῶτον ῥίχνει ῥίζες ἔπειτα, βλαστάνει, σχηματίζεται ὁ καρπὸς καὶ ὡριμάζει. Καὶ τὰ ἴδια τὰ δένδρα φέρουν τὸν πρῶτον καρπόν, ἔπειτα ὁ καρπός ἀναπτύσσεται, μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἀλλάζει χρῶμα, κατὰ τὴν τέταρτη φάση τρώγεται, δηλαδὴ τὴν τελευταίαν περίοδον. Ἔτσι λοιπὸν κι' ἐμεῖς πάνω σ' αὐτὴν τὴ γῆ, τῆς θλίψης δηλαδὴ, ἄς ἀποφεύγωμεν νὰ γεμίζωμε βαλάντια: ἀλλὰ μὲ δάκρυα καὶ στεναγμούς, ἄς ἀποσπῶμεν τὴν εὐσπλαχνίαν τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ μᾶς στέλνῃ τὸ Μωϋσῆν καὶ τὸν Ἀαρών, δηλαδὴ τὸ νόμον καὶ τὴν ἱερωσύνην: ἀλλὰ ἐκεῖνον τὸν ἀληθῆ Ἱερέα καὶ ἀρχηγὸν τῶν ἱερέων, ὁ ὁποῖος νόμιμα συνανεστράφη μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἐλέγετο: Ἰδοὺ τὸ πνεῦμα πρὸ τοῦ προσώπου μας ὁ Κύριος Χριστός• καὶ νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ ἐκ τῆς Αἰγύπτου, γιὰ νὰ τελέσουμε τὸ Πάσχα Κυρίου. Ἄς κάνωμεν προσέτι τὸν καρπὸν τῆς πίστεως ἀπ' τὴν παιδικὴν κι' ὅλας ἡλικίαν, ἄς αὐξάνωμεν ἐν τῇ ἐφηβείᾳ, ἄς χρωματιζώμεθα ἐν τῇ νεότητι, ἄς τελειοποιώμεθα ἐν τῷ γήρατι. Διότι ἤδη ὁ πέλεκυς ἐπὶ τὴ ῥίζα τοῦ δένδρου ἐτέθη, ἵνα ὅ,τι κάνει κανείς, φέρῃ καρπόν. Καὶ τὴ νεανικὴν καὶ τὴν ὥριμον καλλιεργημένην γῆ μας τὴν ἀνακαλύπτει ὁ θεριστής, γιὰ νὰ συλλέξῃ στὶς ἀποθῆκες τοὺς ὥριμους καρπούς, γιὰ νὰ μὴ τυχὸν τοὺς ἀνώριμους τοὺς προλάβῃ ὁ χειμῶνας, τοὺς ῥίξη κάτω ὁ ἄνεμος τοὺς καταστρέψῃ ἡ βροχή.
66. Ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι δηλοῦται μᾶλλον τὸ μεταξὺ τῆς προηγούμενης ἔλευσης τοῦ Κυρίου, καὶ τῆς δεύτερης διάστημα ποὺ εἶναι ἡ μελλοντικὴ ἡμέρα τῆς κρίσεως, δηλαδὴ τὸ χρονικὸ μεσοδιάστημα. Διότι γι' αὐτὸ καὶ ἐφοβήθη αὐτοῦ τοῦ εἴδους ὁ ἄνδρας κατὰ τὴ δύση τοῦ ἡλίου, ἐπειδὴ διὰ τοῦ δύοντος ἤδη κόσμου ἐδηλοῦτο ἡ μελλοντικὴ θυσία, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ κόσμος θὰ ἀπελυτροῦτο, ἡ πίστη θὰ ἦταν τὸ σφάγιον, ποὺ δὲν θὰ διῃρεῖτο ὑπὸ τῶν υἱῶν τοῦ Ἀβραάμ. Διότι ὅσοι τὸ διαιροῦν δὲν εἶναι γυιοὶ τοῦ Ἀβραάμ. Ἡ πίστη παραβάλλεται μὲ τὴ βασιλείαν τῶν οὐρανῶν: Διότι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι ὁμοία μὲ κόκκον σινάπεως (Ματ. ιγ', 31)• καὶ ὁμοία εἶναι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν πρὸς ἐπιχειρηματίαν (Αὐτόθι 45), ὁ ὁποῖος ἀγοράζει ἀγρὸν καὶ βρίσκει σ' αὐτὸν ἕνα πολύτιμο μαργαριτάρι. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι ἀδιαίρετη ἐπειδὴ ἡ βασιλεία τῆς Τριάδος εἶναι μία. Γι' αὐτὸ εἶναι ἀΐδιος καὶ αἰωνία, ἐπειδὴ εἶναι ἀδιαίρετη• διότι κάθε βασιλεία διαιρούμενη εὔκολα καταλύεται. Προσέτι τὸ σφάγιο θὰ εἶναι ἡ αἰδὼς ἀφιερωμένη στὴν Τριάδα, μετὰ ἐκείνην τὴ θυσίαν καὶ τῆς δαμάλεως ὑπὲρ τῶν μόχθων, ἐπειδὴ ἱερατικὸν εἶναι τὸ θῦμα: τῆς αἰγὸς δέ, ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι σφάγιον ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν• τοῦ κριοῦ, ἐπειδὴ εἶναι (σφάγιον) ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου καὶ ὑπὲρ τῶν ἴδιων τῶν κριῶν, ἢ τῶν οὐρανίων, ὄχι μόνον ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, οὔτε μόνον ὑπὲρ τῶν ἀμνῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν ἐριφίων τὰ ὁποῖα ἐξέδυσεν τῆς μήτρας τῆς ἁμαρτωλῆς γενεᾶς. Μαρτυρεῖ ὁ χρησμὸς ὅτι οἱ μέλλοντες γυιοὶ τοῦ Ἀβραὰμ βρίσκονται μέχρι τώρα στὴ γῆν τῆς θλίψης ἵνα κατόπιν πολλῶν καὶ σφοδρῶν μαχῶν ἐπιδοκιμασθῶσιν καὶ ἔτσι μὲ πολλὰ σκεύη χρυσῶν καὶ ἀργυρῶν ἀγγείων, (ποὺ ἀποτελοῦν) πολύτιμα λάφυρα, ἐξέλθωσιν καὶ ἐπιστρέψωσιν αἱ ψυχαὶ καὶ ἐξέλθωσιν οἱ κάτοχοι πολύτιμων σωμάτων διαφόρων ἀρετῶν καὶ κυρίως πλήρεις τοῦ θησαυροῦ τῶν κατακτήσεων τῆς ἁγνότητος, ἡ ὁποία καὶ κατὰ τὴν κρίση τοῦ Χριστοῦ θὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ διάβολον καὶ τοὺς διακόνους του καὶ τοὺς λοιποὺς ὅσοι ἤθελαν νὰ τὴ βλάψουν, τὴν ἐκδίκηση. Τότε θὰ ἐπιπέσῃ μέγας φόβος ἀκόμη καὶ ἐπὶ τοὺς δικαίους. Διότι οὐδεὶς ὑπάρχει χωρὶς ἁμαρτίες. Ὅλοι ἔχουν τὶ νὰ φοβηθοῦν γιατὶ τὰ ἁμαρτήματα θὰ εἶναι πλήρη. Καὶ ὅπου εἶναι ἄφθονη ἡ ἁμαρτία, ἐκεῖ θὰ ὑπερπερισσεύσῃ ἡ χάρη.
67. Πάλιν ὅταν ἤδη ὁ ἥλιος ἔδυεν, ἄναψε μεγάλη φλόγα: καὶ ἰδοὺ κάμινος καπνίζουσα καὶ φλόγες πυρός, ποὺ διαπέρασαν διὰ μέσου ἐκείνων τῶν διχοτομημένων (Γεν. ιε', 17). Ἄν καὶ πιθανὸν νὰ ἐγερθῶσιν ἀμφιβολίες γιὰ τὰ ἀνωτέρω, ἐπιβεβαιώνουν τὰ ἀκόλουθα ὅταν διαβάζωμεν γιὰ ἀναμμένη φλόγα, ἡ ὁποία φώτιζεν τὶς ἑσπερινὲς στιγμὲς τοῦ κόσμου καὶ ἔλαμπεν στὰ σκοτάδια καὶ ἀπεκάλυπτεν τὰ κρυφά. Τέλος συνεχῶς ἐκείνη ἡ καπνίζουσα κάμινος, καθ' ὁμοιότητα τῆς ὁποίας φαίνεται ὅτι ἐκφράζεται ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀναμεμιγμένη στὶς ἀδικίες αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ αἰῶνα καὶ ἐμπεπλεγμένη, μὴ ἔχουσα τὴ διαύγειαν τῆς ἀληθινῆς λάμψης, καὶ τὴ λαμπρότητα τοῦ γνησίου φωτός. Ἐντὸς σὰν κάμινος θερμαίνεται μὲ διάφορες ἐπιθυμίες καὶ ἀποπνέει τὸ πῦρ οἱωνδήποτε ἐπιθυμιῶν. Ἔξω σὰν ἀπὸ κάποιον καπνὸν περιβάλλεται, γιὰ νὰ μὴ δῇ τὸ πρόσωπον τῆς ἀλήθειας. Ἀμαυρώνονται ὅθεν καὶ καλύπτονται ἀπὸ κάποιαν ἀχλὺν οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς ψυχῆς γιὰ νὰ ὑφίσταται σύγχυση ἡ ὄψη τοῦ νοῦ ἀπὸ κάποιαν σφαῖραν καπνίζοντος νέφους, γιὰ νὰ μὴ μπορῇ νὰ βλέπῃ καθαρὰ τὰ ἔργα, μέχρι ποὺ τὶς οὐράνιες λαμπάδες νὰ κατευθύνῃ ὁ Κύριος Ἰησοῦς δηλαδὴ τὴ λάμψη τῆς δόξης Του, ὅταν, εἶπεν, δὲν θὰ σβύνωνται αἱ λυχνίαι ἀπὸ φῶς, καὶ ἀπὸ φῶς ἡλίου: διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος θὰ εἶναι φῶς γιὰ ὅλους (Ἀπ. κβ', 5), καὶ ὁ ἴδιος θὰ φωτίσῃ τὰ πάντα τούτου ἐδῶ τοῦ κόσμου, τῶν ὁποίων ἀνωτέρω ἐγνώσθη ἡ διχοτόμηση, νῦν φανερωθεῖσα ἐν τῷ φωτὶ ὄχι σὲ ἔσοπτρον αἰνιγματικῶς οὔτε μερικῶς, ἀλλά νὰ μπορῇ νὰ φαίνεται πρόσωπον πρὸς πρόσωπον ἡ στερεότης τῆς ἀλήθειας καὶ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τέλειον.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘