68. "Οι Έλληνες δεινοπάθησαν από τους Βυζαντινούς."
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Εξ ονόματος ποίων Ελλήνων μιλούν οι Νεοπαγανιστές; Αυτή η γενίκευση που κάνουν οι Νεοπαγανιστές – επειδή το επίκεντρο της Αυτοκρατορίας ήταν η Θράκη, η Μακεδονία, η Μικρά Ασία, δηλαδή η βόρεια κι όχι η νότια Ελλάδα, λέν ότι οι Έλληνες παραμελήθηκαν από το Βυζάντιο – είναι παράλογη. Η αντίληψη αυτή παραγνωρίζει τον ελληνιστικό μετασχηματισμό. «Ελλάδα» πλέον δεν ήταν η Σπάρτη κι η Αθήνα μόνο. Ήταν η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, η Θεσσαλονίκη, η Κωνσταντινούπολη, η Μικρά Ασία. Όσοι σκέφτονται την εποχή εκείνη με τα σημερινά δεδομένα και τα σημερινά όρια της Ελλάδας, είναι φυσικό να υποθέσουν ότι ο Ελληνισμός παραμελήθηκε.
Την Άλωση της Πόλης, το τέλος της Ρωμαίικης αυτοκρατορίας Το θρήνησαν όλοι οι πρόγονοί μας, Κύπριοι και Μωραϊτες, Κρήτες και Πόντιοι, Βόρειοι και Νότιοι. Kι ο Κωνσταντίνος ΙΑ' στο Μωριά στέφθηκε αυτοκράτορας όλων, νότιων και βόρειων και ανατολικών και δυτικών. Κι ο νότιος Έλληνας Κολοκοτρώνης «βασιλιά μας» τον ονομάζει τον Ρωμιό αυτοκράτορα, το Σούλι και την Μάνη ως κάστρα του βασιλιά (Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, εκδ. Αφών Τολίδη, σ. 68), και στην (μισητή για τους Νεοπαγανανιστές) Κωνσταντινούπολη στόχευε να φτάσουν οι Έλληνε και θεωρούσε δεδομένο ότι θα έφταναν οι Έλληνες αν δεν υπήρχε ο διχασμός (Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, εκδ. Αφών Τολίδη, σ. 104). Και σε όλες, εξαρχής, τις εθνοσυνελεύσεις της Επανάστασης του '21 οι νότιοι Έλληνες ήταν αυτοί που αποκαλούσαν τους Ρωμιούς Αυτοκράτορες «αειμνήστους ημών Χριστιανούς αυτοκράτορες της Ελλάδος».
68a ΡΩΜΗΟΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ
Ας δούμε πόσο έβλαψαν οι κακοί Βυζαντινοί τους Έλληνες της σημερινής Ελλάδας.
«Ο Μ. Κωνσταντίνος όχι μόνο, όπως είδαμε, ήθελε να ονομάζεται στρατηγός των Αθηνών, αλλά αύξησε και τα προνόμια των επικεφαλής των σχολών και των δασκάλων τους και τους δασκάλους αυτούς τούς απάλλαξε από πολλούς φόρους. (...) Έστελνε επίσης, για να μοιραστεί, στο δήμο των Αθηναίων αξιόλογη ποσότητα σιταριού κάθε χρόνο» (Κ. Παπαρηγόπουλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 1885, επανέκδ. εκδ. Κάκτος, 1992, τ. 8, 3). Στον Αθηναίο Νεοπλατωνικό, τον Νικάνορα, ο οποίος είχε την αρχή του δαδούχου στην Ελευσίνα, έδωσε τους αναγκαίους πόρους, ώστε να κάνει ο Νικάνορας ταξίδι στην Αίγυπτο για μελέτες (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, σ. 92). Και φυσικά, θα ήταν εντελώς απίθανο, από τη μια ο Κωνσταντίνος να βοηθά τον Νικάνορα κι από την άλλη να σκοτώνει τον Σώπατρο για θρησκευτικούς λόγους. Επίσης, ο Κωνσταντίνος, στη μάχη κατά του Λικίνιου χρησιμοποίησε τον ελληνικό στόλο, που ελλιμενιζόταν στον Πειραιά. Ο Κωνσταντίνος έφτιαξε τειχισμένο τεχνητό λιμάνι για τη Θεσσαλονίκη, στα Ν.Δ. της πόλης.
«Ἀλλὰ καὶ οἱ υἱοὶ τοῦ Κωνσταντίνου ἐπέδειξαν πολλαχῶς τὴν πρὸς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸ ἐν αὐταῖς πανεπιστήμιον, εὔνοιαν αὑτῶν. Τὸν περιώνυμον σοφιστὴν Προαιρέσιον, οὗ καὶ αὐτοὶ οἱ Ρωμαῖοι ἔστησαν δημοςίᾳ ἀνδριάντα, ἐτίμα ὁ αὐτοκράτωρ Κώνστας τοσοῦτον, ὥστ’ ἐξ ἀγάπης πρὸς αὐτὸν ἐδώρησε εἰς τοὺς Ἀθηναίους τοὺς ἔκ τινων νήσων πόρους» (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, σ. 93).
Ο «ανθέλληνας» Θεοδόσιος Α’ έχτισε τα τείχη της Θεσσαλονίκης. Αυτά την κατέστησαν την δεύτερη πιο καλά οχυρωμένη πόλη μετά την Κωνσταντινούπολη, απρόσβλητη από τις επιθέσεις Βουλγάρων και Σλάβων.
Ο «ανθέλληνας» Θεοδόσιος Β’ με την προτροπή της Αθηναίας γυναίκας του, Αθηναΐδας, ελάττωσε τους φόρους των Αθηναίων και στο πανεπιστήμιο που ίδρυσε οι ελληνικές έδρες ήταν ισάριθμες των λατινικών. Ένας γάμος, δηλαδή, επιτάχυνε την επικράτηση της ελληνικής, εμποδίζοντας τον εκλατινισμό της Ανατολής.
Περνάμε στον μισέλληνα Ιουστινιανό. Αυτός τείχισε την πόλη Εύροια στην Ήπειρο (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, α’, 40). Έχτισε διπλές επάλξεις στα οχυρά φρούρια των Θερμοπυλών, οχύρωσε και τείχισε τις εκεί διαβάσεις εγκαθιστώντας φρουρές (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, β’, 4˙ 7˙ 14). Έχτισε ισχυρά τείχη για τις πόλεις Σάκκο, Υπάρη, Κοράκιο, Ούνο, Βαλέες, Λεοντάρι, στην Στερεά Ελλάδα (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, β’ 16). Ανακαίνισε οχυρά στην Ηρακλειάδα, κοντά στο Σπερχειό (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, β’, 22). Τείχισε τον Ισθμό, εγκατέστησε εκεί φρουρές και έκτισε φρούρια (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, β’, 27-28). Έχτισε μια οχυρωμένη πόλη στη θέση της σημερινής Καστοριάς (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, γ’, 4). Ανακαίνισε τους περιβόλους των τειχών Εχινού, Θηβών, Φαρσάλων, και όλων των πόλεων της Θεσσαλίας, όπως της Δημητριάδας, της Τρίκης (Τρικάλων) (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, γ’, 5). Έχτισε ισχυρότατα τείχη στη Λάρισα και στην Καισάρεια, στην Δ. Μακεδονία επί του Αλιάκμονα (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, γ’, 10). Στις εκβολές του Αξιού έκτισε φρούριο (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, γ’, 30). Στην Ήπειρο, ο Ιουστινιανός έχτισε 13 νέα φρούρια κι ανακαίνισε 23 παλιά. Στην Μακεδονία ανακαινίστηκαν 46 φρούρια, ενώ στη Θεσσαλία 7 (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, δ’, 2). Σύνολο, 89 φρούρια που έκτισε στην Ελλάδα για την προστασία της, ο ανθέλληνας Ιουστινιανός. Επίσης, ο Ιουστινιανός ανέκτισε τα τείχη της Κορίνθου, των Πλαταιών και της Αθήνας, τα οποία είχαν ερειπωθεί από τον καιρό των γοτθικών επιδρομών του 3ου αιώνα, και κατέστησε οχυρώτερα τα τείχη της Ακρόπολης (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, σ. 140). «Για όλα αυτά τα μέρη [της Ελλάδας] ο βασιλιάς έχει δείξει μεγάλο ενδιαφέρον. (..) ο βασιλιάς Ιουστινιανός βοήθησε όλες τις ελληνικές πόλεις που βρίσκονταν μέσα στα τείχη των Θερμοπυλών να νοιώθουν ασφαλείς, αφού ανακαίνισε όλους τους περιβόλους» (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, δ’, 1, 23). Φυσικά, όλα αυτά που λέει ο Προκόπιος είναι αρχαιολογικώς επαληθευμένα και δεν αποτελούν – όπως αποτελούν οι λοιδωρίες κατά της Θεοδώρας – φαντασία και κολακεία.
Η Θήβα στη βυζαντινή εποχή ήταν κέντρο επεξεργασίας μεταξιού, πράγμα που της έδινε πολύ πλούτο. Τόσο παρηκμασμένη ήταν. Στην Κόρινθο μαρτυρούνται χαρτοποιοί (επεξεργαστές περγαμηνής), δηλαδή κατασκευαστές του υλικού, στο οποίο αντιγράφονταν τα αρχαία κλασσικά έργα (Κων/νος Πορφυρογέννητος, Προς ιδίον υιόν Ρωμανόν, κεφ 52, 11, σ. 256). Γίνεται, στον τόπο εκείνο να υπήρχαν περγαμηνές αλλά όχι αρχαία αντίγραφα; Επίσης στην Κόρινθο έχουμε μαρτυρίες (A. Bon, Le Péloponnèse byzantin Jusqu’en, σ. 131) για εργαστήρια υαλουργίας. Επί Βυζαντίου ιδρύονται πόλεις όπως η Άρτα, ο Μυστράς, η Μονεμβασιά.
Ο Ρωμαίικος στρατός επί Ρωμανού Β' πέταξε έξω από την Κρήτη τους Άραβες κατακτητές της, απελευθερώνοντάς την και επανελληνίζοντάς την με νέους κατοίκους, απόγονοι των οποίων είναι οι σημερινοί Κρητικοί. Επί αιώνες οι Αυτοκράτορες πολεμούσαν τους Βούλγαρους ώστε αυτοί να μην υποδουλώσουν τη Μακεδονία και τη Θράκη (π.χ. αρκεί να θυμίσουμε την εκστρατεία του αυτοκάτορα Σταυράκιου κατά των Σλάβων της Πελοποννήσου το 783, τον Νικηφόρο Α’ στα 805-6 να καταστέλλει εξέγερση Σλάβων ή τη μάχη του Νικηφόρου Ουρανού το 997 στον Σπερχειό κατά των Βουλγάρων, όπου ο Ρωμηός στρατηγός κόντεψε να φονεύσει τον Σαμουήλ). Τό ίδιο έκαναν και με τους Σλάβους που είχαν κατέβει στη νότια Ελλάδα, έκαναν εκστρατείες και τους καθυπέταξαν κι όποτε αυτοί επαναστατούσαν, έστελναν στρατό. Επιπλέον, μετέφεραν Έλληνες Μικρασιάτες στην Ελλάδα μεταφέροντας τους Σλάβους στην Μικρά Ασία, ώστε να εξελληνιστούν οι Σλάβοι και να ελαττωθεί η παρουσία τους στην Ελλάδα. Ο Λέων στα Τακτικά του γράφει για τη μέθοδο των αυτοκρατόρων: «Ταῦτα [τα σλαβικά φύλα] ὁ ἡμέτερος ἐν θείᾳ τῇ λήξει γενόμενος πατὴρ καὶ αὐτοκράτωρ Ρωμαίων Βαςίλειος τῶν ἀρχαίων ἠθῶν ἔπεισαι μεταστῆναι καὶ γραικώσας καὶ ἄρχουσι κατὰ τὸν ρωμαϊκὸν τύπον ὑποτάξας καὶ βαπτίσματι τιμῆσαι». Δηλαδή, τους υπέτασσαν στην ρωμαϊκή εξουσία, τους βάφτιζαν και τους εξελλήνιζαν γλωσσικά. Είναι άξιο παρατήρησης, ότι η πολιτική ανεκτικότητας των Ρωμηών Ελλήνων αυτοκρατόρων προς τους Σλάβους και τη γλώσσα τους δεν αφορούσε παρά μόνο τη βόρεια χερσόνησο του Αίμου. Οι αυτοκράτορες δεν επέτρεψαν τη σλαβική γλώσσα από τη Μακεδονία και κάτω, αλλά με γλωσσικό εξελληνισμό και με μετακινήσεις πληθυσμών απέτρεψαν οι ελληνικές χώρες να γίνουν όπως οι βόρειες βαλκανικές. Την περιοχή της Ελλάδας, την ήθελαν ελληνική. Εάν οι Αυτοκράτορες δε θεωρούσαν ομοεθνείς, δικούς τους, τους Έλληνες, θα αδιαφορούσαν για την εθνολογική σύσταση της Ελλάδας. Με νύχια και με δόντια κρατούσαν οι Ρωμηοί Πρόγονοί μας την Κάτω Ιταλία, και όσο την κατείχαν τα ελληνικά εκεί επικρατούσαν, ενώ όταν υποδουλώθηκε στους Νορμανδούς εν τέλει εκλατινίστηκαν οι κάτοικοί της.
Πάντως, δύο Αθηναίες αυτοκράτειρες, η Ευδοξία-Αθηναΐδα και η Ειρήνη (που βασίλευσε μόνη της, άρα ούτε το επιχείρημα πως δεν υπήρξε αυτοκράτορας από την σημερινή Ελλάδα, ισχύει), η πρώτη προωθώντας τα ελληνικά εις βάρος των λατινικών και η δεύτερη προωθώντας την εικονολατρία εις βάρος της ασιατικής εικονομαχίας, έπαιξαν τεράστιο ρόλο στην υπόθεση της ελληνικότητας της Ρωμανίας ως κράτους (Άλλες Ελληνίδες σύζυγοι Αυτοκρατόρων ήταν η Θεοφανώ, σύζυγος του Σταυράκιου, η Θέκλα, θυγατέρα του Θεόφιλου, η Θεοδώρα, χήρα του Θεόφιλου, η Ευσεβία, Θεσσαλονικιά, σύζυγος του Κωνστάντιου Β’, η Κύπρια Θεοδώρα).
Η πλήρης άγνοια της διττής σημασίας των ονομάτων οδηγεί τους Ν/Π στη διάπραξη ξεκαρδιστικών λαθών, που παύουν να είναι ξεκαρδιστικά όταν αυτοί αρχίζουν τις ύβρεις. Το όνομα «Βυζάντιο» ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε από τους «Βυζαντινούς» ως δηλωτικό του κράτους τους. Οι συγγραφείς όλοι της «βυζαντινής» εποχής όταν γράφουν «Βυζάντιο» εννοούν την Κωνσταντινούπολη. Ηταν τόσο ανθέλληνες μάλλον, που χρησιμοποιούν το αρχαιοελληνικό αντί του ρωμαϊκού ονόματος. Γράφει λοιπόν ο αρχαιολάτρης Στέφανος Μυτιληναίος στο Δαυλό (τ. 243): «Για τους επαναστάτες Έλληνες η Οθωμανική Αυτοκρατορία ταυτιζόταν με το Βυζάντιο.» Ως απόδειξη γι’ αυτό φέρνει τη φράση της Β’ Εθνοσυνέλευσης (1823) «ο κρότος των ημετέρων όπλων, αντηχήσας, διετάραξε το Βυζάντιον». Πού να γνωρίζει ο αρχαιολάτρης ότι οι επαναστατημένοι Έλληνες και οι λόγιοί τους εξακολουθούσαν την συνήθεια των «Βυζαντινών» προγόνων τους και των λογίων του «Βυζαντίου» να επιμένουν να δίνουν σε πόλεις και λαούς τις αρχαιοελληνικές ονομασίες («Πέρσες»=Τούρκοι, «Κέλτες»=Φράγκοι, «Σκύθες»=Ρώς. Η Άννα Κομνηνή π.χ. γράφει «Η Επίδαμνος, που έχει επικρατήσει να την ονομάζουν Δυρράχειο»). Συνεπώς «Βυζάντιο», προτού καθιερωθεί να σημαίνει τη Ρωμανία, σήμαινε την Κωνσταντινούπολη, και «βυζαντινός στόλος» τον εκ Κωνσταντινούπολης, πρωτεύουσας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στόλο. Αλήθεια, πώς γίνεται να ταύτιζαν οι επαναστάτες Έλληνες του 1821 το κράτος «Βυζάντιο» με την Οθωμανική αυτοκρατορία, και ταυτόχρονα (δες Κεφ. 67), σε όλες τις Εθνοσυνελεύσεις εξ αρχής ώς τέλους, και στη δεύτερη να αποδέχονται τους νόμους των «ημετέρων αειμνήστων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων»; Το όνομα «Βυζαντινός» είχε λοιπόν διττή σημασία, εκτός κι αν ισχυριστούν οι αρχαιολάτρες που έγραψαν τέτοια απίστευτα πράγματα, ότι οι Επαναστάτες του 1821 αυθύς εξαρχής από την Α’ Εθνοσυνέλευση όρισαν ως ελληνικούς νόμους τους νόμους των Τούρκων κατακτητών τους!
68b ΕΙΝΑΙ Η ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ;
Υπάρχει μια αντίληψη, ότι οι Τούρκοι είναι οι κληρονόμοι του Βυζαντίου, τόσο από πλευράς διοικητικών μεθόδων, όσο και από πλευράς νοοτροπίας. Πιστεύουμε ότι αυτό δεν είναι σωστό.
1. Αν οι Τούρκοι παρέλαβαν κάποια στοιχεία από το βυζαντινό διοικητικό σύστημα, όταν κατέλαβαν την Πόλη, αυτό οφείλεται στην απουσία αντίστοιχου τουρκικού διοικητικού συστήματος. Όσον καιρό οι Τούρκοι ήταν νομάδες, δεν χρειαζόντουσαν διοικητικό σύστημα απαραίτητο για τη διοίκηση μιας αυτοκρατορίας. Όταν έγιναν αυτοκρατορία, χρειαζόντουσαν ένα σοβαρό διοικητικό σύστημα. Το πιο κοντινό σ’ αυτούς παράδειγμα, αφού οι περισσότεροι Τούρκοι ήταν εξισλαμισμένοι Μικρασιάτες, ήταν το βυζαντινό. Δεν σημαίνει, όμως, αυτό, ότι οι Τούρκοι είναι οι κληρονόμοι του Βυζαντίου.
2. Το νομικό σύστημα της Ρωμανίας ήταν το εξελληνισμένο ρωμαϊκό δίκαιο, η συνέχεια του ρωμαϊκού δικαίου. Αντιθέτως, η νομοθεσία των Οθωμανών δεν ήταν καμμία άλλη από την Σαρία, τον ισλαμικό νόμο.
3. Η Ρωμανία ήταν ένα κοσμικό κράτος, δίχως καμμία θεοκρατία, όπως δείξαμε. Αντίθετα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ο κληρονόμος του Χαλιφάτου (οι Τούρκοι εγκατέλειψαν την κυριότητα του Χαλιφάτου μόλις το 1924) και είχαν θεοκρατία. Ο Σουλτάνος ήταν και Χαλίφης, σύμφωνα με την ισλαμική θεοκρατία. Οι νόμοι έπρεπε να είναι σύμφωνοι με το Ισλάμ και να εγκρίνονται από τους ειδικούς μουσουλμάνους κληρικούς.
4. Πέραν αυτών, οι Τούρκοι ποτέ δεν μίλησαν ούτε έμαθαν ελληνικά. Το όνομα Τούρκοι ποτέ δεν σήμαινε κάποιον λαό που είχε ως μητρική γλώσσα τα ελληνικά. Οι Οθωμανοί δίωξαν την ελληνική και κατάφεραν να εκτουρκίσουν γλωσσικά την Μ. Ασία, σε αντίθεση με τους «Ρωμαίους» που σεβάστηκαν την ελληνική, εξελληνίστηκαν, και επέβαλαν τα ελληνικά. Ήταν η Μ. Ασία που εκτουρκίστηκε κι όχι οι Τούρκοι που εξελληνίστηκαν.
5. Το ιερό βιβλίο της θρησκείας τους δεν γράφτηκε στα ελληνικά ούτε μεταφράστηκε – παρά μόνο στις μέρες μας – σε αυτά.
6. Οι Τούρκοι δεν διδάσκονταν ποτέ στα σχολεία και τα πανεπιστήμιά τους, κατά την Οθωμανική περίοδο, τις αρχαίες τραγωδίες, τους αρχαίους φιλόσοφους, τους αρχαίους ποιητές.
7. Οι Τούρκοι δεν είχαν αρχαία αγάλματα να κοσμούν τα παλάτια τους, τον Ιππόδρομο, τις πλατείες και τις οδούς της Κωνσταντινούπολης, ενώ οι Βυζαντινοί είχαν. Με άλλα λόγια, δεν είχαν καμμία σχέση με το αρχαιοελληνικό πνεύμα και πολιτισμό.
8. Κατά τη αλλαγή της θρησκείας από παγανιστική σε χριστιανική δεν άλλαξε ούτε το έθνος (δεν ήρθε κάποιο νέο έθνος να επιβάλλει την αλλαγή αυτή) ούτε το κράτος (δεν δημιουργήθηκε νέο κράτος, το οποίο να κατέκτησε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία), ενώ αντίθετα, η περίοδος της αλλαγής από χριστιανική σε ισλαμική θρησκεία συνοδεύτηκε από αλλαγή τόσο του έθνους (ήρθε ένα νέο έθνος, οι Τούρκοι, που επέβαλε το Ισλάμ), όσο και του κράτους (το κράτος των Οσμανών κατέλαβε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εισβάλλοντας σε αυτήν˙ ούτε ενώθηκε μαζί της ούτε την διαδέχτηκε μέσω συνθήκης)
9. Αντίθετα από τους Ρωμηούς διανοούμενους του Βυζαντίου, οι οποίοι στους τελευταίους αιώνες της Αυτοκρατορίας είχαν επαναφέρει το όνομα «Έλληνας» ως δηλωτικό της καταγωγής των ίδιων και των κατοίκων της, οι Τούρκοι διανοούμενοι ποτέ δεν επανέφεραν το όνομα «χριστιανός» ή το «Ρωμηός» (ούτε, φυσικά, το «Έλληνας») ως δηλωτικό της θρησκευτικής και εθνικής καταγωγής των ίδιων και των κατοίκων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατά τις τελευταίες δεκαετίες της ύπαρξής της. Οι Οθωμανοί κατέλυσαν την ελληνορωμαϊκή Οικουμένη – δεν την συνέχισαν. Δεν έχουν (όπως και οι επηρεασμένοι από τη Δύση και τους Τάταρους, Ρώσσοι, οι δίχως καμμία επαφή με την ελληνορωμαϊκότητα του Βυζαντίου, τους οποίους κάποιοι ταυτίζουν με το Βυζάντιο, ώστε να αποδόσουν στο τελευταίο τα κουσούρια της Τσαρικής Ρωσίας) καμμία «ελληνορωμαϊκότητα» δεν είχαν σε καμμία περίοδο. Πώς θα μπορούσαν να τη συνεχίσουν τη στιγμή που οι ασυγκρίτως ανώτεροι πνευματικά Άραβες Μουσουλμάνοι εξαράβισαν και αφελλήνισαν γλωσσικώς την Μ.Ανατολή;
10. Όπως και να ‘χει, η Ρωμανία ήταν Ορθόδοξη, ελληνική και (τυπικά) ρωμαϊκή. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ούτε Ορθόδοξη ούτε ελληνική ούτε ρωμαϊκή ήταν˙ οι Οθωμανοί αγνοούσαν την «ελληνορωμαϊκότητα», μισούσαν την Ορθοδοξία, αφελλήνισαν και εκτούρκισαν την ελληνίδα Μικρά Ασία. Ρωμανία και Οθωμανικό κράτος είναι τα άκρως αντίθετα.
11. Κάνουν λόγο για τον... φιλελληνισμό του Μωάμεθ του Πορθητή. Αυτός είχε μητέρα Ελληνίδα και ήταν κάπως μορφωμένος. Ήξερε ότι έχει υπηκόους (και) Έλληνες. Αλλά σε καμμία περίπτωση δε σκέφτηκε να ανακηρύξει το κράτος του ελληνικό και χριστιανικό, δηλαδή να συνεχίζει την Ρωμανία όπως αυτή υπήρχε επί 1000 χρόνια (ελληνική-ορθόδοξη-ρωμαϊκή). Ούτε ελληνικό-ισλαμικό, ούτε τουρκικό-χριστιανικό, ούτε φυσικά ελληνικό-χριστιανικό, σκέφτηκε ο Πορθητής να φτιάξει το κράτος του. Το έθνος και τη θρησκεία του πατέρα του ακολούθησε, όχι της μητέρας του. Οι υπόλοιποι Σουλτάνοι δεν είχαν καμμία ιδέα.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η συνήθης άποψη, ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι το Βυζάντιο εξισλαμισμένο, είτε αυτό έγινε ενσυνείδητα είτε συνειδητά για τους Οθωμανούς, είναι αφελής, αντιεπιστημονική, και συχνά κακοήθης και αρχαιολατρική μπαγαποντιά. Οι Τούρκοι και οι Οθωμανοί ακούν Ρωμανία, Βυζαντινή Αυτοκρατορία και φρίττουν˙ διότι ξέρουν ότι είναι οι κατακτητές της, οι εχθροί αυτής και των απογόνων της. Αλλιώς θα μας θεωρούσαν «αδέρφια» κι όχι «αγνώμονες ραγιάδες» που «είχαμε το θράσσος να πάμε να πάρουμε πίσω την Πόλη».
69. "Ενώ ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος μαχόταν στα τείχη της Κωνσταντινούπολης, 500 χιλιάδες καλόγεροι τραγουδούσαν χαρούμενοι στα μοναστήρια τους και δεν συνεισέφεραν στην άμυνα. Οι Χριστιανοί προτιμούσαν τους Τούρκους".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Αφού οι Νεοδωδεκαθεϊστές εθνικιστές δεν θεωρούνε ελληνικό το Βυζάντιο και τους πιάνει αηδία μόνο με την σκέψη περί Βυζαντίου, τι τους νοιάζει αυτό κι ο ξένος βασιλιάς του και το τέλος του;
Από πού βρήκαν το νούμερο αυτό; Γιατί εντός της Πόλης όλοι κι όλοι ήταν 80 χιλιάδες, και πάνω από τα 5/6 ήταν γέροι και γυναικόπαιδα. Πού ήταν αυτοί οι 500 χιλιάδες μεσα στα μοναστήρια στην Πόλη, κρυμμένοι στα έγκατα της γής μήπως; Ή μήπως εννοούν πως έπρεπε να μαζευτούν μέσα στην Κωνσταντινούπολη όλο το ελληνικό έθνος (αφού οι Νεοπαγανιστές δεν τους λογαριάζουν για Έλληνες όλους αυτούς εκεί μέσα); Και πώς θα περνούσαν μέσω των τουρκικών στρατευμάτων που πολιορκούσαν την Κωνσταντινούπολη, οι 500 αυτές χιλιάδες; Θα τους έλεγαν «συγγνώμη, μπορούμε να περάσουμε μέσα;» Ή μήπως ξεχνούν οι Νεοπαγανιστές ότι όλες οι περιοχές – όλη η Μικρασία και σχεδόν όλα τα Βαλκάνια – ήταν υπό τουρκική κατοχή και συνεπώς δεν θα άφηναν κανέναν οι Τούρκοι να πλησιάσει, πόσω μάλλον 500 χιλιάδες;
Οι Χριστιανοί δεν συμπαθούσαν τους Τούρκους. Απλώς θυμόντουσαν τα μύρια δεινά που ο λαός (αφού όλοι Χριστιανοί ήταν τότε, και συνεπώς λαός=χριστιανοί, είτε αρέσει σε μερικούς είτε όχι) υπέφερε από τους Φράγκους οι οποίοι ήθελαν να τους εκλατινίσουν γλωσσικώς και θρησκευτικώς.
Ο φιλολατίνος Βαρλαάμ ο Καλαβρός, λίγα χρόνια πριν την Άλωση του 1453 γράφει χαρακτηριστικά στον καθολικό Πάπα: «Δεν είναι οι δογματικές διαφορές που χωρίζουν τις ελληνικές καρδιές από τη δικιά σου, όσο το μίσος που κυριεύει το πνεύμα τους για τους Λατίνους, σαν αποτέλεσμα των πολλών και μεγάλων δεινών που κατά καιρούς υπέφεραν από αυτούς και εξακολουθούν να υποφέρουν οι Έλληνες κάθε μέρα». Στα 1400 ο Κρητικός Ιωσήφ Βρυεννός λέει: «Ας μην απογοητευτεί κανείς από φρούδες ελπίδες ότι τα ενωμένα στρατεύματα των Ιταλών θα έρθουν να μας σώσουν. Αν αυτοί ισχυρίζονται ότι θα ξεσηκωθούν για να μας υπερασπιστούν, θα πάρουν τα όπλα μόνο για να καταστρέψουν την Πόλη μας, τη φυλή μας και το όνομά μας».
Γιατί όμως τα έλεγαν αυτά; Λόγω θρησκοληψίας; Λόγω παραφροσύνης; Τους έπιασε ξαφνικά τουρκολατρεία τους ανθρώπους της εποχής εκείνης, ή θυμόντουσαν τα όσα δεινά τράβηξαν και τραβούσαν ακόμα και στα 1453 από τους Δυτικούς; Ασφαλώς, για να αντιπαθούν τους Δυτικούς τόσο πολύ, θα είχαν ισχυρότατους λόγους. Δε μπορεί να μην είχαν. Να τι επακολούθησε την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, και έμεινε ανεξίτηλο μαζί με τα υπόλοιπα γεγονότα της Φραγκοκρατίας στη μνήμη των Ελλήνων της εποχής του 1453:
Μετά την επίσημη αναγνώριση των Ευρωπαίων ως κατακτητών του Βυζαντίου, άρχισε η χωρίς οίκτο λεηλασία και απογύμνωση της Κωνσταντινουπόλεως από όλα της τα πλούτη. Οσοι τολμούσαν να αντισταθούν εσφάζοντο επί τόπου. Δεν έμεινε παλάτι, αρχοντικό εκκλησία μεγάλη ή μικρή, μοναστήρι, χαμοκέλα, που να μην υποστεί φρικώδη λεηλασία. Ιδίως τους προσέλκυσε ο μυθικός πλούτος της Αγίας Σοφίας. Μπήκαν μέσα στον Ιερό Ναό με άλογα και μουλάρια που λέρωναν με τις κορπιές τους το μαρμάρινο δάπεδο. Και άρχισαν με φρενιτιώδη ταχύτητα να ξηλώνουν και να παίρνουν τα πάντα: από άγια δισκοπότηρα, ευαγγέλια, ιερά άμφια, άγιες εικόνες, την Αγία Τράπεζα, και το ασημένιο εικονοστάσιο του Τέμπλου, αφού προηγουμένος το έκαναν κομμάτια, μανουάλια, πολυκάνδηλα, μέχρι και κουρτίνες. Μάλιστα κατά τη διάρκεια της λεηλασίας μια Γαλλίδα πόρνη ανεβασμένη στον πατριαρχικό θρόνο χόρευε ασεμνα μισόγυμνη και τραγουδούσε. Ούτε οι τάφοι των Αυτοκρατόρων γλύτωσαν: συλήθηκαν όλοι, ενώ τα λείψανα πετάχτηκαν εδώ κι εκεί.[π.χ. το πτώμα του Βασίλειου Β’ Μακεδόνα πετάχθηκε έξω και στα χέρια του τοποθέτησαν οι Ευρωπαίοι μια φλογέρα – ειρωνικά. Με αφορμή αυτό το γεγονός ο Παλαμάς έγραψε το ποίημα «η φλογέρα του βασιλιά».]
Κυρίως όμως καταστράφηκαν αναρίθμητα έργα τέχνης: τόσο της κλασσικής αρχαιότητας π.χ. αγάλματα του Δια, του Απόλλωνα, των Διοσκούρων, το χάλκινο άγαλμα του Ηρακλή από τον Λύσσιπο τον Σικυώνιο, της Άρτεμης, της Ηρας, της Ελένης του Μενελάου κ.ά. που κοσμούσαν δρόμους, πλατείες και παλάτια της Βασιλεύουσάς μας, όσο και της βυζαντινής περιόδου, τα οποία κομμάτιαζαν για να αφαιρέσουν το χρυσό, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους, ενώ τα κατασκευασμένα από χαλκό τα έλυωναν στα καμίνια για να κόψουν νομίσματα. Μονο οι Βενετοί μπόρεσαν να σώσουν ορισμένα από αυτά, όπως τα περίφημα τέσσερα χάλκινα άλογα του Ιπποδρόμου που τα μετέφεραν στη Βενετία και τα τοποθέτησαν στο ναό του Αγίου Μάρκου. Οι πιο φρικτοί από όλους ήταν οι Γάλλοι και οι Φλαμανδοί, ενώ αντιθέτως οι Βενετοί που ήταν εξοικειωμένοι με το βυζαντινό πολιτισμό του οποίου ήταν θαυμαστές και αντιγραφείς, αλλά και λόγω των γνωριμιών τους με τους Έλληνες ήταν οι πλέον φιλέυσπλαχνοι έναντι των ηττημένων. Ηταν τέτοια η έκταση της καταστροφής που στο τέλος το άλλοτε περικαλλές άστυ, η βασιλίδα των πόλεων της οικουμένης, που επί 9 αιώνες είχε συσσωρεύσει αμύθητα πλούτη, κατάντησε σκέτο κουφάρι.
Μεθυσμένοι από τη νίκη τους οι Δυτικοί περιγελούσαν τους νικημένους, φορούσαν με γελοίο τρόπο τα ρούχα που τούς είχαν αρπάξει, τοποθετούσαν στα κεφάλια των αλόγων τους τις καλύπτρες και τα κοσμήματα των Ρωμηών. Άλλοι κρατούσαν αντί για σπαθί χαρτιά, μελανοδοχεία, και βιβλία, και περιφέρονταν στους δρόμους της Πόλης, παριστάνοντας τους λογίους. Το πιο τραγικό από όλα ήταν όμως ότι ολόκληρος ο γυναικείος πληθυσμός της Κωνσταντινουπόλεως, αδιακρίτως ηλικίας ή ιδιότητας (μοναχές) υποβλήθηκε στην τρομερή διαδικασία του βιασμού. Τότε ακριβώς εσφάγησαν οι περισσότεροι από τους άρρενες κατοίκους: διότι στην προσπάθειά τους οι πατεράδες και οι σύζυγοι να διαφυλάξουν την τιμή των θυγατέρων και των συζύγων έπεσαν θύματα των αποχαλινωμένων Δυτικών. Βόγκηξε η Κωνσταντινούπολη από τον ατελείωτο βιασμό. Δεν περιγράφονται τα μαρτύρια που υπέστησαν οι κάτοικοι επί τρεις συνεχείς ημέρες, διότι τους βασάνιζαν απάνθρωπα για να τους αποκαλύψουν τα μέρη όπου είχαν κρύψει χρυσά και αργυρά νομίσματα και κυρίως τιμαλφή. Μόνο όταν κορέστηκε η δίψα τους για αρπαγή, αίμα και γενετήσιες απολαύσεις, ησύχασαν. Κατόπιν συγκέντρωσαν όλη τη λεία και την έθεσαν υπό την φύλαξη των ευγενών (Ν. Τσάγγα, Μάτζικερτ, η αρχή του τέλους του μεσαιωνικού Ελληνισμού, εκδ. Γκοβοστή, σ. 323).
Γράφει κι ο Νικήτας Χωνιάτης που ήταν επίσης παρών στην Άλωση της Πόλης: «Κι έτσι, καθένας είχε πόνο, στα στενά θρήνος και κλάματα, στα τρίστρατα οδυρμοί, στους ναούς ολοφυρμοί, φωνές των ανδρών, κραυγές των γυναικών, απαγωγές, υποδουλώσεις, τραυματισμοί και βιασμοί σωμάτων. (..) Το ίδιο και στις πλατείες, και δεν υπήρχε μέρος ανεξερεύνητο που να δώσει άσυλο σε αυτούς. Χριστέ μου, τι θλίψη και φόβος υπήρχαν τότε στους ανθρώπους (...)».
Αυτή ήταν η απαρχή της Φραγκοκρατίας, και αναρωτάται κανείς γιατί αντιπαθούσαν τόσο πολύ οι Έλληνες του 1453 τους Λατίνους; Στην Κρήτη είχαν αρχίσει να γράφουν τα ελληνικά με λατινικό αλφάβητο λόγω λατινικής επιρροής. Οι Τούρκοι δεν τους απαγόρευαν τη θρησκεία ή τη γλώσσα και τέλος πάντων, οι Ελληνες της Κάτω Ιταλίας που ήταν ορθόδοξοι και ελληνόφωνοι ώς τον 11ο αι. εκλατινίστηκαν όταν οι Νορμανδοί κατέλαβαν την Ιταλία και σήμερα ελάχιστοι μιλούν ελληνικά, ενώ ώς τον 20ό αι. υπήρχαν στη Μικρα Ασία εκατομμύρια ελληνικών πληθυσμών που διατήρησαν την ελληνοφωνία και την ορθοδοξία και επέστρεψαν στην Ελλάδα. Οι Τούρκοι εξισλάμισαν και τουρκοποίησαν πολλούς ελληνόφωνους πληθυσμούς, αλλά όχι όλους. Έμειναν 3 εκατομμύρια το 1922. Οι Λατίνοι τους εκλατίνισαν όλους τους κατοίκους της Νότιας Ιταλίας. Τι ήταν λοιπόν το λιγότερο δυσάρεστο, ο χαμός όλων ή ο χαμός πάρα πολλών αλλά όχι όλων; Γιατί, ας μη ξεχνάται, μόνο η Πόλη είχε απομείνει και δεν υπήρχε ελπίδα επανάκτησης των εδαφών Βαλκανίων-Μικρασίας, ούτε και η Δύση ενδιαφέρθηκε να κάνει πόλεμο στους Τούρκους για χάρη των Ελλήνων. Δύο πλοία και 700 στρατιώτες έστειλε η Δύση το 1453, ενώ είχε ήδη υπογραφεί η Ένωση των Εκκλησιών. Τόσα πολλά. Τόσο πολύ νοιαζόταν.
Ασφαλώς πρέπει να πάψει το παραμύθι της συνωμοσίας ότι η Εκκλησία «παρέσυρε» το λαό κάνοντάς τον αντιδυτικό και φανατίζοντάς τον, ή ότι μόνο η εκκλησία ήταν αντιδυτική ενώ ο λαός παρασύρθηκε από τους παπάδες. Ο λαός ήταν αυτός που υπέφερε περισσότερο στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, και γι' αυτό και ήταν αντιδυτικός. Είναι ντροπή αυτοί που κατά τα άλλα μιλούν εξ ονόματος του λαού να ισχυρίζονται πως ο λαός δεν ήξερε το συμφέρον του ή πως ήταν μικρό παιδί που το παρέσυρε η Εκκλησία, και δεν έβλεπε τα όσα του προκαλούσαν οι Λατίνοι από το 1204 και μετά. Όλοι αυτοί που ισχυρίζονται ότι «εξαπατήθηκε ο λαός» με παιδαριώδεις συνωμοσίες αναλύουν την ιστορία.
Ο ανθελληνισμός των Δυτικών της εποχής εκείνης (Άλλοι, φυσικά, οι Δυτικοί εκείνοι κι άλλοι οι σημερινοί.) δεν είναι πλάσμα της φαντασίας τίποτε σημερινών φανατικών, που θέλουν κατηγορώντας τη Δύση να δικαιολογήσουν τη σημερινή ανικανότητα των Ελλήνων να αυτοκυβερνηθούν˙ ούτε είναι μυστικές συνωμοσίες, που καταγράφηκαν σε τίποτε δυτικά κρυμμένα έγγραφα. Αιώνες πριν το 1204, ο ιταλός πρέσβης του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα, ο Λιουπράνδος της Κρεμώνας παραθέτει μια συζήτηση που ο ίδιος είχε με τον Νικηφόρο Φωκά: «Ετοιμαζόμουν να τού απαντήσω σε έντονο ύφος, αλλά ο Νικηφόρος δεν με άφησε, γιατί μου φώναξε για να με προσβάλει: «Εσείς δεν είστε Ρωμαίοι [=Ρωμηοί] αλλά Λογγοβάρδοι!» Τότε θύμωσα και εξερράγην. Εκείνος ήθελε ακόμη να μιλήσει και με το δάχτυλό του μου έκανε νεύμα να σιωπήσω, αλλά εγώ αδιαφόρησα και του είπα: «Ο αδελφοκτόνος Ρωμύλος, που έδωσε το όνομά του στους Ρωμαίους (...) προσέφερε άσυλο στη Ρώμη σε κάθε χρεοκοπημένο και δραπέτη σκλάβο και φονιά και αξιοθάνατο. Αυτή τη συμμορία τη βάφτισε Ρωμαίους. Από αυτή την αριστοκρατία κατάγονται εκείνοι που εσείς ονομάζετε κοσμοκράτορες. Γι’ αυτό εμείς οι Λογγοβάρδοι, οι Σάξωνες, οι Φράγκοι, οι Λοθαρίγγιοι, οι Βαυαροί, οι Σουηβοί και οι Βουργούνδιοι, τους περιφρονούμε τόσο πολύ που όταν θυμώνουμε και θέλουμε να βρίσουμε βαριά κάποιους εχθρούς τους αποκαλούμε Ρωμαίους [=Ρωμηούς]. Και με αυτή τη λέξη εννοούμε ο,τιδήποτε το αχρείο, τη δειλία, την τσιγκουνιά, την ακολασία και το ψέμα. Με άλλα λόγια, όλες τις αμαρτίες» (κεφ. 12).
Ας εξετάσουμε τώρα καθεαυτό το επιχείρημα της «προδοσίας της Εκκλησίας» όσο και της φήμης του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ως υπερασπιστή. Σύμφωνα με τον Κορδάτο, υπήρξε αρχικά συμφωνία για την παράδοση της Πόλης, μεταξύ Μωάμεθ Β’ και Παλαιολόγου. Την άποψη αυτή, ο Κορδάτος, την βασίζει στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του Ρώσου (κατ’ άλλους Πολωνού ή Τάταρου ή Έλληνα) Δημήτρη Καντεμίρ ή Καντεμίρη (1663 Μολδαβία –1727 Ρωσσία), η οποία γράφτηκε στα τέλη του 17ο αιώνα με αρχές του 18ου και πράγματι περιγράφει ότι η Πόλη δεν πάρθηκε δια της βίας, αλλά με συνθήκη. Ο Κορδάτος προσθέτει, ότι ενώ είχε συμφωνηθεί η παράδοση, ο σουλτάνος έθεσε και νέους όρους, οπότε ο Παλαιολόγος ακύρωσε τη συνθήκη και έπεσε μαχόμενος, αλλά ο Μωάμεθ δεν έσφαξε όλους τους κατοίκους ούτε λεηλάτησε τις εκκλησίες και τις περιουσίες τους, παρά μόνο των φιλοενωτικών. Τους ανθενωτικούς τούς άφησε ήσυχους. Με αυτόν τον τρόπο, υποστηρίζει, αιτιολογείται η ύπαρξη σώων χριστιανικών εκκλησιών μετά την Άλωση, αφού ο ισλαμικός νόμος προστάζει τη σφαγή και λεηλασία κάθε πόλης που καταλαμβάνεται δια της βίας. Ωστόσο, προκύπτουν τα εξής ζητήματα:
1) Ενώ ο Κορδάτος λέει ότι οι Τούρκοι «όσα [εκκλησίες, περιουσίες κ.ά.] ανήκαν στους ανθενωτικούς τα σεβάστηκαν» (Γιάνη Κορδάτου, Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου, εκδότης Πέτρος Δ. Καραβάκος, Αθήνα 1953, σ. 373), αυτό δεν αληθεύει: «Ουδεμία διάκρισις των διασωθέντων ναών κατά συνοικίας είναι δυνατή. Ο ναός των Αγίων Αποστόλων, ο οποίος διετηρήθη άθικτος εις ουδεμίαν από τας δήθεν συνθηκολογήσας συνοικίας ανήκει. Ωσαύτως η Μονή της Χώρας, ο ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, η Αγία Θεοδώρα, η Περίβλεπτος, εκκλησίαι, αι οποίαι διετηρήθησαν χριστιανικαί και μετά την Άλωσιν, μεταβληθείσαι αργότερον εις τζαμιά, ευρίσκονται εις διαφόρους συνοικίας. Την λεηλασίαν εξάλου, όπως παραδίδουν πάντες οι ιστορικοί της Αλώσεως, ουδείς των ναών της Κωνσταντινουπόλεως διέφυγεν» (Μαρία Κ. Χαιρέτη, Μνημοσύνη I, (1967) σ. 336, στο Ι.Μ. Χατζηφώτη, Βυζάντιο και Εκκλησία, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, σ. 42). Χαρακτηριστικά γράφει ο Νικόλο Μπαρμπάρο, υπερασπιστής της Πόλης: «όσους έβρισκαν στους δρόμους τούς περνούσαν από τη λεπίδα της χατζάρας τους, γυναίκες και άντρες και γέρους και παιδιά, αδιακρίτως». Ο Φραντζής πάλι, λέει, απορρίπτοντας την άποψη του Κορδάτου: «κανένα μέρος ή καταφύγιο δε γλίτωσε από την έρευνα [των Τούρκων] ή τη βεβήλωση» και «παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών» (κεφάλαιο 8). Κι ο ανθενωτικός Κριτόβουλος το ίδιο ισχυρίζεται. Συνεπώς, οι Τούρκοι έσφαζαν αδιακρίτως ανθενωτικούς και φιλενωτικούς. Εάν υπήρχε συμφωνία ανθενωτικών και Τούρκων, τότε οπωσδήποτε ο Μωάμεθ θα είχε δώσει εντολή να μη σφάζουν οι στρατιώτες όποιον έβρισκαν μπροστά τους και να μην λεηλατούν όλα τα σπίτια, άρα κι αυτά των ανθενωτικών.
2) Κανείς από τους ιστορικούς της Άλωσης, ούτε ο Δούκας ούτε ο Σφραντζής ούτε ο Χαλκοκονδύλης ούτε ο Κριτόβουλος, δεν αναφέρει πουθενά για μερική παράδοση της Κωνσταντινούπολης ή για συνθηκολόγηση του Παλαιολόγου. Αυτοί οι τέσσερις ιστοριογράφοι, μαζί με άλλους δύο, έναν Ρώσο κι έναν Βενετό, πουθενά δεν κάνουν λόγο για συνθηκολόγηση του Παλαιολόγου ή μερική παράδοση εκ μέρους των κατοίκων. Ούτε οι τουρκικές πηγές αναφέρουν κάτι τέτοιο. Ο Κορδάτος βασίζεται αποκλειστικά στον Καντεμίρη, ο οποίος έγραψε 200 με 250 χρόνια μετά την Άλωση. Είναι λογικότερο να πιστέψουμε τον αυτόπτη μάρτυρα Φραντζή, τον αυτόπτη μάρτυρα, Βενετό Νικόλο Μπαρμπάρο, τον αυτόπτη μάρτυρα Ρώσο Νέστορα Ισκεντέρη καθώς και τους Δούκα, Κριτόβουλο και Χαλκοκονδύλη, οι οποίοι ήταν σύγχρονοι της Άλωσης, αλλά δεν αναφέρουν τίποτε περί παράδοσης ή συνθηλολόγησης, παρά να πιστέψουμε σε αβάσιμες μυθοπλασίες του Καντεμίρη, δύο αιώνες μετά την Άλωση, τις οποίες κανείς άλλος πριν από αυτόν δεν είχε ισχυριστεί. Ο Υψηλάντης, αντιγράφει απλώς τον Καντεμίρη, ένα αιώνα μετά.
3) Ο ίδιος ο Κορδάτος, παραθέτει την άποψη κάποιου τουρκολόγου Χότζη, ότι η σμφωνία έγινε μεταξύ Ανθενωτικών- Σουλτάνου. Ωστόσο, αρνείται την πιθανότητα οι ανθενωτικοί (π.χ. ο Νοταράς) να έκαναν μυστική συνθηκολόγηση, κρυφά από τον Παλαιολόγο: « Η γνώμη του Χότζη, ότι, τάχα, η συμφωνία της παράδοσης δεν υπογράφηκε από τον αυτοκράτορα Παλαιολόγο, αλλά από τους άρχοντες (Νοταρά και λοιπούς) μού φαίνεται, πως δεν είναι σωστή. Ο σουλτάνος θα δυσκολευόντανε να κάνη αυτές τις υποχωρήσεις, ούτε μπορούσαν οι διάφοροι Νοταράδες να ενεργήσουν από κεφαλιού τους, να ανοίξουν το κάστρο και να πάνε στη σκηνή του σουλτάνου, να διαπραγματευτούν τους όρους της παράδοσης και να ξαναγυρίσουν. Όπως ξέρουμε, και όταν ακόμα οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη, πολλοί, από τους ενωτικούς, αντιστάθηκαν και πολέμησαν ώρες. Ήταν, λοιπόν, δυνατόν ο Νοταράς και οι οπαδοί του να ανοίξουν την πόρτα του κάστρου και να πάνε στο Μωάμεθ χωρίς να το θέλει ο βασιλιάς Κωνσταντίνος; Δε θέλει ρώτημα, πως μια τέτοια ενέργεια θα είχε πολύ σοβαρές συνέπειες για το Νοταρά και τους φίλους του. Θα τους κάνανε κομμάτια οι ενωτικοί, που ήταν οπλισμένοι και μανιασμένοι» (Γιάνη Κορδάτου, Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου, εκδότης Πέτρος Δ. Καραβάκος, Αθήνα 1953, σ. 378). Ο Κορδάτος, πολύ σωστά, αναφέρει ότι οι φιλενωτικοί (π.χ. ο Φραντζής κ.ά.) μισούσαν και περιφρονούσαν τους ανθενωτικούς. Επομένως είναι λογικό, ότι εάν υπήρξε τέτοια συμφωνία μεταξύ Τούρκων και ανθενωτικών, οι φιλενωτικοί θα το κατήγγειλαν και θα το φώναζαν, μέσα από τα γραπτά τους. Θα γινόταν, εξάλλου, αμέσως γνωστό, από τον Μωάμεθ, ότι οι ανθενωτικοί τον βοήθησαν και γι’ αυτό το λόγο αυτός τους έδωσε προνόμια. Ωστόσο, κανείς φιλενωτικός ιστοριογράφος της Άλωσης δεν κατηγόρησε τους ανθενωτικούς για μυστική συμφωνία παράδοσης της Πόλης. Ο Φραντζής εκφράζεται περιφρονητικά για τον Νοταρά, αλλά δεν λέει ότι συμφώνησε πριν την Άλωση μυστικά μαζί του για να πέσει εύκολα η Πόλη. Άρα, το επιχείρημα της «προδοσίας της (ανθενωτικής πλευράς της) Εκκλησίας» είναι απαράδεκτο ελλείψει στοιχείων.
4) Ο Κορδάτος ισχυρίζεται ότι ο λόγος που ο ανθενωτικός Κριτόβουλος (που έγραψε τη διήγησή του 14 χρόνια μετά την Άλωση, στην Πόλη), δεν αναφέρει την συνθηκολόγηση του Παλαιολόγου είναι, για να εμφανίσει τον σουλτάνο ως «μεγάλο στρατηλάτη, δηλαδή θέλει να τονίσει πως ο τίτλος του Πορθητή του αξίζει» (Γιάνη Κορδάτου, Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου, εκδότης Πέτρος Δ. Καραβάκος, Αθήνα 1953, σ. 379). Αυτά βέβαια δεν είναι ιστορία, αλλά μυθοπλασίες της Χαλιμάς. Εάν έστω κι ένας από τους υπόλοιπους ιστοριογράφους έκανε λόγο για συνθηκολόγηση, τότε η απόκρυψή της από τον Κριτόβουλο θα ήταν πιθανόν να δικαιολογηθεί, κατά τον τρόπο που ο Κορδάτος λέει. Αφού όμως κανείς δεν κάνει λόγο για συνθηκολόγηση, ποιος ο λόγος να υποθέσουμε ότι αυτή έλαβε χώρα; Ο Κορδάτος ισχυρίζεται ότι ο Φραντζής την αποκρύπτει, διότι ο ίδιος είναι φιλενωτικός, άρα έλαβε μέρος στην απόφαση για συνθηκολόγηση κι επομένως θα κατηγορούνταν ως προδότης. Όμως: ούτε οι ανθενωτικοί κατηγορούν τους φιλενωτικούς ότι οι τελευταίοι ζήτησαν συνθηκολόγηση ούτε οι φιλενωτικοί κατηγορούν τους ανθενωτικούς ότι προσπάθησαν να παραδόσουν προδοτικά την Πόλη. Τι συνέβη; Παρασιωπούν οι μέν τα κακά των δε, παρασιωπούν και οι δε τα κακά των μεν; Πάλι συνωμοσία; Πολύ πιο εύκολο θα ήταν, γράφοντας τις διηγήσεις τους – και αλληλομισούμενοι – οι ενωτικοί κι οι ανθενωτικοί να επέρριπταν ο ένας στον άλλο τέτοιες κατηγορίες, αντί να συμφωνήσουν μυστικά, ώστε κανείς να μη μάθει την αλήθεια. Απλώς πρόκειται για μυθοπλασίες, με σκοπό να κατηγορηθεί είτε ο Παλαιολόγος είτε η Εκκλησία.
5) Ο Κορδάτος υποστηρίζειότι ο θρύλος του Μαρμαρωμένου βασιλιά γεννήθηκε σε περιοχές με έντονη επιρροή των δυτικών, τα Νησιά και τον Μωριά, όπως λέει (Γιάνη Κορδάτου, Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου, εκδότης Πέτρος Δ. Καραβάκος, Αθήνα 1953, σ. 379), ενώ στις υπόλοιπες περιοχές υπήρχε η αντίληψη ότι ο Παλαιολόγος πέθανε για τις αμαρτίες του, δηλαδή τον φιλενωτισμό του. Ωστόσο, ο Μωριάς δεν ήταν δυτικός εκείνη την εποχή˙ ήταν βυζαντινή επικράτεια. Επιπλέον, ακόμη κι ο φιλενωτικός Φραντζής, στο λόγο που αποδίδει στον Παλαιολόγο μια μέρα πριν την Άλωση, βάζει τον Δραγάση να λέει ότι «αν τυχόν για τις δικές μου αμαρτίες ο Θεός παραχωρήσει τη νίκη στους ασεβείς...». Συνεπώς, η αντίληψη περί αμαρτίας-τιμωρίας δεν είναι μόνο ανθενωτική, αλλά και φιλενωτική και επομένως η «αμαρτία» δεν αφορά την φιλενωτική πολιτική του Κωνσταντίνου ΙΑ’. Άλλωστε, ο Παλαιολόγος δεν πίεζε κανέναν να αποδεχτεί την ένωση και ήταν πολύ ήπιος.
6) Τα προνόμια που έδωσε ο Πορθητής στην Εκκλησία οφείλονται αποκλειστκά σε δικές του σκοπιμότητες. Οι Τούρκοι δεν ήθελαν να προκαλέσουν τους Ορθόδοξους της Βαλκανικής, την οποία μόλις είχαν κατακτήσει. Πρέπει λοιπόν να υποθέσουμε, ότι πριν την Άλωση, ο Μωάμεθ είχε σκεφτεί να δώσει τα προνόμια στην Εκκλησία, με σκοπό να μην ερεθίσει τους πολυπληθείς ορθόδοξους των νεοκατακτημένων περιοχών. Γι’ αυτό εξηγούνται και οι ναοί που παρέμειναν χριστιανικοί μετά την Άλωση. Παρέμειναν χριστιανικοί μεν, βεβηλώθηκαν και λεηλατήθηκαν δε.
7) Όπως μάς είναι γνωστό, ο Μωάμεθ τιμώρησε έναν στρατιώτη του που κατέστρεφε την Αγία Σοφία, λέγοντάς του ότι τα δημόσια κτίρια είναι δικά του. Όντας δικά του, μπορούσε να τα επιστρέψει στους χριστιανούς κτήτορές τους ή να τα κάνει ό,τι θέλει.
8) Προβάλλεται από μερικούς, ως πειστήριο της δήθεν προδοτικής στάσης της Εκκλησίας κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης ο στίχος «είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει» που βρίσκει κανείς σε θρήνους για την Άλωση. Ξεχνούν όμως πως στους ίδιους θρήνους βρίσκει κανείς το στίχο «πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας είναι». Πώς γίνεται να επιδιώκεται προδοτικά από την Εκκλησία η πτώση της Πόλης κι από την άλλη να δίνεται ελπίδα πως κάποτε θα την ξαναπάρουμε; Αν η Εκκλησία ήταν φιλότουρκη και είχε προδοτικό ρόλο κατά την Άλωση, τότε σκοπός της θα ήταν όχι να σπείρει ελπίδες ότι «πάλι με χρόνια με καιρούς» θα ξαναγίνουν δικά μας τα χαμένα, αλλά το αντίθετο: να λέει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να απελευθερωθούμε. Επίσης ξεχνάται ότι σε άλλους θρήνους (π.χ. τον ποντιακό «Πάρθεν η Ρωμανία») στο άκουσμα της είδησης της Αλωσης «μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια». Αν η Εκκλησία και τα μοναστήρια είχαν προδοτικό ρόλο και αν είταν φιλότουρκα, τότε καθόλου δε θα θρηνούσαν για την Άλωση, και η λαϊκή μούσα δεν θα ανέφερε τέτοια αντίδραση.
9) Ας μην παπαγαλίζουν οι «αρχαιολάτρες» εθνικιστές το ρητό του Νοταρά «καλύτερα να δει κανείς στην Πόλη Τούρκους παρά Λατίνους». Ο Νοταράς δεν συνεργάστηκε με τους Τούρκους, και δε πρόδωσε ούτε την πίστη του ούτε την αξιοπρέπειά του έχασε, και αποκεφαλίστηκε. Οι ανθενωτικοί δεν έλεγαν «θέλουμε να υποδουλωθούμε στους Τούρκους», αλλά «αν τυχόν υποδουλωθούμε, είναι προτιμότερο από τους Τούρκους παρά από τους Λατίνους». Αυτά τα δύο πράγματα δεν σημαίνουν καθόλου το ίδιο πράγμα. Το πρώτο («θέλουμε να υποδουλωθούμε στους Τούρκους») σημαίνει προδοσία, αλλά ουδέποτε το είπαν οι ανθενωτικοί. Το δεύτερο, αυτό που είπαν οι ανθενωτικοί («αν τελικά κάποιοι μας υποδουλώσουν, καλλίτερα να είναι οι Τούρκοι παρά οι Λατίνοι») συνιστά απάντηση σε ένα δίλλημα υποθετικό, κι όχι εθελοδουλεία.
10) Και φυσικά, διαφεύγει από πολλούς η λεπτομέρεια πως η διοίκηση της Εκκλησίας είχε υπογράψει την Ένωση των Εκκλησιών. Ποιους εννοούν με τον όρο «Εκκλησία», όταν ισχυρίζονται πως «η Εκκλησία βοήθησε τους Τούρκους να πάρουν την Πόλη»; Αν εννοούν την διοίκηση της Εκκλησίας αυτή ήταν φιλενωτική. Μήπως εννοούν τον λαό, δηλαδή το πλήρωμα της Εκκλησίας; Σ' αυτήν την περίπτωση, θα έπρεπε να σιωπήσουν και να μη κατηγορούν την Εκκλησία. Το γνωστο σοφιστικό επιχείρημα εφαρμόζουν και πάλι: όποτε τους συμφέρει, «Εκκλησία» είναι η ιεραρχία, ενώ αλλιώς «Εκκλησία» είναι ο λαός.
70. "Οι μοναχοί με τα μοναστήρια τους αποτέλεσαν μάστιγα. Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι Έλληνες κλείνονταν σε αυτά κατά τη βυζαντινή εποχή, με αποτέλεσμα την καταστροφή της οικονομίας και την ελάττωση του πληθυσμού, πράγμα που επέφερε την παρακμή του Βυζαντίου. Υπολογίζεται ότι την εποχή της άλωσης υπήρχαν 500 χιλιάδες καλόγεροι που δεν έπραξαν τίποτα για να σωθεί το κράτος τους. Τα μοναστήρια άρπαζαν τα χωράφια των φτωχών αποκτώντας περιουσίες αμύθητες. Στο τέλος οι καλόγεροι δε δίσταζαν να συνεργαστούν με τους Τούρκους, για να διαφυλάξουν αυτήν την περιουσία".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ο Γερμανός Βυζαντινολόγος H.-G. Beck, που διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, πρόεδρος του Γερμανικού Κέντρου Μελετών της Βενετίας, αντιπρόεδρος της Γερμανικής Εταιρείας Σπουδών, μέλος της Ακαδημίας Επιστημών του Μονάχου, της Βιέννης, του Λονδίνου, των Βρυξελλών και την Αθηνών, δίνει κάποια ικανοποιητικά στοιχεία για τον βυζαντινό μοναχισμό και την επίδρασή του στη Ρωμανία στο βιβλίο του Η Βυζαντινή Χιλιετία:
«Κάθε φορά που κάποιος αναλαμβάνει να παρουσιάσει στον σημερινό θεατή τη βυζαντινή ζωή, ο μοναχισμός αποτελεί ένα από τα πιο γραφικά στοιχεία του σκηνικού. Ο «σκηνοθέτης» ξεκινά από πολύ παλιά και θεωρεί τη γενίκευση βασική υφολογική αρχή. Σύμφωνα με μερικούς, ο «εκκλησιαστικός μηχανισμός» περιέρχεται ήδη τον 6ο αιώνα στα χέρια των μοναχών, το μοναστικό κίνημα εκπορθεί και τα «πανεπιστήμια», το Βυζάντιο «καλογεροκρατείται» από τον 6ο κιόλας αιώνα. Για αποδείξεις ούτε κουβέντα. Άλλοι καταφεύγουν στη στατιστική, συγκεντρώνουν τους πάντες που φόρεσαν κάποτε, έστω και για λίγες μέρες, το ράσο και καταλήγουν έτσι σε εντυπωσιακούς αριθμούς και σε μια εξίσου εντυπωσιακή «δημογραφική κρίση» (σ. 285).
«Αλλά, όταν διαβάζουμε τους βίους των μοναχών, μάς δημιουργείται η εντύπωση ότι πολλοί διάλεξαν τη ζωή του καλόγερου σχετικά, αργά, αφού παντρεύτηκαν και άσκησαν κάποιο δημόσιο αξίωμα, ότι μάλιστα υπήρχε ένα σημαντικό στρώμα που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε με την έκφραση «συνταξιούχοι που έγιναν καλόγεροι». Παράδειγμα της τελευταίας κατηγορίας είναι ο Αθανάσιος, ο ιδρυτής της Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος, που προηγουμένως είχε αποκτήσει φήμη στην Κωνσταντινούπολη ως σχολάρχης, και ο Θεοφάνης ο Ομολογητής, που πριν μπει σε μοναστήρι ήταν παντρεμένος και είχε διατελέσει κρατικός λειτουργός».
«Αριθμητικά σημαντική πρέπει να ήταν επίσης η κατηγορία των Βυζαντινών που καλογέρεψαν λίγο πριν πεθάνουν, για να εξασφαλίσουν την τελευταία στιγμή τη σωτηρία της ψυχής τους.
Υπήρχε μια μεγάλη ομάδα μοναχών, για τους οποίους το μοναστήρι ήταν καταφύγιο και πρόσφερε ασφάλεια από εξωτερικές, ολότελα υλικές σκοτούρες, όπως η φορολογία, η στρατιωτική θητεία κτλ. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την ομάδα Βυζαντινών που ζητούσαν άσυλο στα μοναστήρια έπαιζαν οι αυτοκράτορες, οι ανώτεροι αξιωματούχοι και τα μέλη της αριστοκρατίας. Όχι λίγοι από αυτούς είχαν εκθρονιστεί και ανατραπεί. Αποσύρονταν λοιπόν σε ένα μοναστήρι, εκούσια ή αναγκαστικά, για να αποφύγουν μια χειρότερη τύχη»(σ. 287).
«Τα συμπεράσματα προκύπτουν από μόνα τους: δεν έχει νόημα να συμπεριλάβουμε σε μια στατιστική των βυζαντινών μοναχών και της δύναμής τους τούς λαϊκούς που «προσηλυτίστηκαν» την τελευταία στιγμή» (σ. 288).
Για τους τεράστιους αριθμούς μοναχών: «Ας μην ασχοληθούμε ιδιαίτερα με τους μεγάλους αριθμούς μοναχών, που υπολόγισαν μερικοί μελετητές. Κατά βάθος, οι αριθμοί αυτοί είναι το ίδιο επισφαλείς όσο και τα άλλα δημογραφικά στοιχεία που αφορούν το βυζαντινό πληθυσμό και τα διάφορα στρώματά του. Αν όμως κάνουμε μια σύγκριση με τη μεσαιωνική Δύση, δεν μπορούμε να αποφύγουμε την εντύπωση ότι στην τελευταία ο τρόπος ζωής, η παιδεία, η αρχιτεκτονική, η τέχνη και η βιοτεχνία επηρεάζονται από τους μοναχούς περισσότερο από όσο στην Ανατολή. Στην Ανατολή η μορφωτική και πολιτισμική παράδοση δεν είχε διακοπεί ποτέ και με κανένα τρόπο δεν αποτελούσε αποκλειστικό προνόμιο του Κλήρου, πολύ λιγότερο των μοναχών. Δεν υπήρξε κανένα καινούργιο πολιτισμικό ξεκίνημα.(σ. 291) Η Βυζαντινή κοινωνία θεωρούσε ότι η κοινωνική υπηρεσία που πρόσφερε ο μοναχισμός ήταν να λειτουργεί σαν ένας πνευματικός φάρος, που έδειχνε στον κοσμικό Βυζαντινό έναν υποτίθεται ιδανικό τρόπο ζωής. Αυτό της αρκούσε, σε γενικές γραμμές» (σ. 298).
Για την «αρπαχτικότητα» των μοναστηριών: «Δεν ήταν περισσότερο αδίσταχτα από τους μεγαλόσχημους κοσμικούς, δηλαδή έχουμε να κάνουμε μάλλον με ένα γενικό πρόβλημα της αγροτικής ιστορίας του Βυζαντίου και λιγότερο με το ερώτημα κατά πόσο δέχονταν κριτική τα θεωρητικά ιδεώδη του μοναχισμού» (σ. 300).
Για τις παρεκτροπές κάποιων μοναχών: «Αν όμως πλάι σ’ εκείνους που με το ράσο και τη μακριά γενειάδα τους καταγίνονταν με ευτελείς εγκόσμιες ασχολίες, χιλιάδες άλλοι έμειναν ανώνυμοι και πέρασαν από την ιστορία χωρίς να αφήσουν τα αποτυπώματά τους, τότε ίσως σε πολλές περιπτώσεις ο λόγος είναι ότι πήραν στα σοβαρά το ιδανικό της απάρνησης του κόσμου, όπως και αν το κρίνουμε εμείς εκ των υστέρων, δηλαδή έμειναν πιστοί στον εαυτό τους. Παρ’ όλη την κριτική, ο ιστορικός πρέπει κι εδώ να τηρήσει την παλιά αρχή ότι «η αμφιβολία είναι υπέρ του κατηγορουμένου» (σ. 304).
Για τα αποτελέσματα του ασπασμού από πολλούς του μοναχικού βίου στην αύξηση του πληθυσμού: «Πολλοί έχουν ισχυριστεί ότι η ραγδαία αύξηση των μοναστικών κοινοτήτων προξένησε δημογραφική κρίση στο Βυζάντιο, γιατί οι Βυζαντινοί που γίνονταν καλόγεροι δεν άφησαν απογόνους. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι στρατιές των μοναχών ξεκλήρισαν ολόκληρες οικογένειες και έφεραν μεγάλη ελάττωση του παραγωγικού πληθυσμού. Δεν είναι εύκολο να τοποθετηθούμε κριτικά απέναντι σε τέτοιους ισχυρισμούς. Είναι γνωστό ότι οι Βυζαντινοί δεν τα πήγαιναν και πολύ καλά με την αριθμητική ακρίβεια: οι πενηνταπέντε γίνονται εύκολα εκατό και οι εκατό εξίσου εύκολα χίλιοι. Δεν πρέπει επίσης να παραβλέψουμε ότι οι μεγάλοι αριθμοί μοναχών που αναφέρονται κάθε τόσο προέρχονται συνήθως από το στόμα εγκωμιαστών του μοναχισμού, που θέλουν έτσι να εξυμνήσουν την τεράστια επιτυχία του μοναστικού κινήματος. Δημογραφική κρίση; Ξέρουμε ότι υπήρξαν πράγματι τέτοιες κρίσεις, π.χ. στην Κωνσταντινούπολη του 6ου και του 8ου αιώνα. Αλλά οι πηγές, από όσο γνωρίζω, αποδίδουν αυτές τις κρίσεις στην πανώλη και όχι στο μοναχισμό (σ. 312). Επιπρόσθετα, είναι πολύ πιθανό ότι πολλοί Βυζαντινοί κλείνονταν σε μοναστήρι μόνο όταν είχαν πια εκπληρώσει το «χρέος» τους απέναντι στις απαιτήσεις της δημογραφικής πολιτικής του κράτους.» (σ. 313).
Για τις περιουσίες των μοναστηριών: «Μου είναι ακατανόητο πώς ξέρουν μερικοί συγγραφείς ότι ήδη τον 7ο και τον 8ο αιώνα το ένα τρίτο του συνόλου της γης ήταν ιδιοκτησία της Εκκλησίας και των μοναστηριών. Οι πρώτες πληροφορίες, που προκύπτουν από επίσημα έγγραφα, για την ύπαρξη σημαντικής έγγειας ιδιοκτησίας των μοναστηριών τοποθετούνται μόλις στα τέλη του 9ου και στις αρχές του 10ου αιώνα. Αλλά και εδώ λείπουν οποιαδήποτε αριθμητικά δεδομένα, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οικονομετρικά. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο γεγονός ότι σε ολόκληρη την ιστορία τους προβάλλουν μικρότερη αντίσταση στα έκτακτα κρατικά μέτρα για τον προσπορισμό χρημάτων από όσο η ιδιωτική οικονομία» (σ. 313). Συνιστά, βέβαια, νεοπαγανιστική μπαγαμποντιά ο ισχυρισμός ότι η περιουσία της Εκκλησίας προέρχεται από τη καταλήστευση των περιουσιών των Εθνικών. Ο Μ. Κωνσταντίνος και οι επόμενοι Αυτοκράτορες, όταν έκαναν δωρεές στην Εκκλησία, απλώς ουσιαστικά τής επέστρεφαν την περιουσία που οι Παγανιστές αυτοκράτορες άρπαζαν και δήμευαν κατά τους Διωγμούς ώς το 324. Η εκκλησιαστική περιουσία, όπως λέει κι ο Μπεκ, μόνο μετά τον 9ο αι. – όταν δεν υπήρχαν σαφώς Εθνικοί, για να τους ληστέψει – έχει καταμετρηθεί και συνεπώς καμμία τέτοια κατηγορία δεν ευσταθεί. Οι αρχαίοι ναοί ανήκαν στο κράτος. Δεν ήταν περιουσίες ιδιόκτητες.
Για την οικονομική ζημιά που προκάλεσε η αύξηση της μοναστηριακής περιουσίας: «Μπορεί πράγματι να πιστοποιηθεί ότι στο πέρασμα των αιώνων η μοναστηριακή περιουσία στο Βυζάντιο γινόταν όλο και μεγαλύτερη. (...) Αλλά σε ό,τι αφορά την οικονομική ζημιά, διαπιστώνω μια αντίφαση. Από τη μια μεριά οι μελετητές τονίζουν, πιθανότατα με το δίκιο τους, την απληστία των μοναστηριών, που πολλαπλασίαζαν την έγγεια ιδιοκτησία τους με κάθε μέσο, και από την άλλη δηλώνουν ότι τα μοναστήρια παραμελούσαν τη γη τόσο πολύ ώστε άλλοτε εύφορα εδάφη μετατρέπονταν σε ερημότοπους. Έτσι, σύμφωνα με τους παραπάνω μελετητές, τα μοναστήρια οδήγησαν τη γεωργία στην καταστροφή. Θεωρητικά, βέβαια, μπορούμε να φανταστούμε ότι μαζεύει κανείς οικόπεδα και κτήματα μόνο για να τα μαζέψει, για να τα κατέχει, χωρίς να ενδιαφέρεται να τα καλλιεργήσει. Αν όμως κοιτάξουμε τα επίσημα έγγραφα, θα δούμε καθαρά ότι μαζί με τη γή το μοναστήρι αποκτούσε και τους ανθρώπους που την καλλιεργούσαν ώς εκείνη τη στιγμή, ως ιδιοκτήτες της ή, ακόμη συχνότερα, ως πάροικοι ενός άλλου κυρίου. Η απόκτηση μιας τέτοιας έκτασης γης έφερνε στο μοναστήρι, αυτόματα,και την εργατική δύναμη των πάροικων, επομένως το προϊόν της γής. Και από τα έγγραφα που προαναφέραμε προκύπτει σαφέστατα ότι τα μοναστήρια δεν ήταν διατεθειμένα να αδιαφορήσουν γι’ αυτό το προϊόν ή, ακόμη περισσότερο, να παραιτηθούν από αυτό το όφελος των παροίκων. Τα μοναστήρια ήξεραν τη δουλειά τους, και το πλεόνασμα του προϊόντος κατέληγε σίγουρα στην αγορά, δηλαδή έμπαινε στο οικονομικό κύκλωμα της Αυτοκρατορίας. Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι η αποδοτικότητα των μοναστηριακών γαιών ήταν μικρότερη ή ότι ωφελούσε λιγότερο τη γενική κυκλοφορία των αγαθών από όσο η αποδοτικότητα των γαιών που ανήκαν σε προνοιαρίους και άλλους μεγαλοκτήμονες. Οπωσδήποτε, δεν πιστεύω ότι η οικτρή οικονομική κατάσταση το Βυζαντίου στα ύστερα χρόνια οφείλεται αποκλειστικά, ή έστω κατά κύριο λόγο, στα μοναστήρια. Από τον 12ο αιώνα, αλλά προπαντός τον 13ο, η Βενετία και άλλες εμπορικές πόλεις της Ιταλίας, αποσπούσαν από τους αυτοκράτορες τόσα προνόμια, ώστε ακόμα και η απαλλοτρίωση ολόκληρης της μοναστηριακής περιουσίας δεν θα μπορούσε να καλλιτερέψει πολύ την κατάσταση» (σ. 315).
Κατηγορούν τα μοναστήρια ότι συνθηκολόγησαν με τους Τούρκους, την εποχή της οθωμανικής εξάπλωσης, για να γλιτώσουν την περιουσία τους. Αλλά αυτό το έπρατταν και πόλεις π.χ. τα Ιωάννινα, όταν έβλεπαν ότι η αντίσταση ήταν μάταιη και οδηγούσε σε σφαγή και εξανδραποδισμό (περίπτωση άλωσης της Θεσσαλονίκης). Δεν είναι συμπεριφορά αποκλειστικά ή κύρια των μοναστηριών. Επιπλέον, στα μοναστήρια αυτά υπήρχαν και υπάρχουν χιλιάδες θησαυροί και αρχαία χειρόγραφα. Αν τα μοναστήρια και οι άοπλοι μοναχοί έκαναν πως αντιστέκονταν σε έναν στρατό που ούτε ο ρωμαίικος στρατός μπόρεσε να αντιμετωπίσει, το πιθανότερο είναι ότι θα σφάζονταν και τα μοναστήρια θα καίγονταν, μαζί με τους ανεκτίμητους θησαυρούς τους και τα αρχαιοελληνικά έγγραφα.
Κατηγορούνται επίσης τα μοναστήρια για την μεγάλη περιουσία που απέκτησαν κατά την Τουρκοκρατία. Αυτές οι κατηγορίες είναι αβάσιμες. Οι Τούρκοι είχαν συνήθειο να αρπάζουν όλα τα χωράφια των Ελλήνων, εκτός από αυτά της Εκκλησίας, διότι σέβονταν τον ιερό τους χαρακτήρα («βακούφια»). Οι Έλληνες, λοιπόν, προκειμένου να αποφύγουν την διαρπαγή των κτημάτων τους από τους μπέηδες και τους πασάδες, έκαναν συμφωνία με την Εκκλησία να χαρίζουν σ’αυτήν τα κτήματά τους, με τον όρο να τα εκμεταλλεύονται αυτοί και τα παιδιά τους. Εάν δεν το έπρατταν αυτό οι χωρικοί ή εάν οι Τούρκοι άρπαζαν ακόμη και τα εκκλησιαστικά κτήματα, τότε δε θα απέμενε κανένας Έλληνας με δική του κτηματική περιουσία, με ανυπολόγιστες συνέπειες, όπως για παράδειγμα την αύξηση του μεταναστευτικού ρεύματος στη Δ. Ευρώπη και την ολοκληρωτική ερήμωση της Ελλάδας. Όσο για τη σημερινή εκκλησιαστική περιουσία, η αλήθεια είναι ότι τους δύο τελευταίους αιώνες το κράτος έχει αρπάξει δια της βίας μέγιστο τμήμα της. Γι’ αυτό και έχει συμφωνήσει με την Εκκλησία να μισθοδοτεί επ’ άπειρον τους κληρικούς, αντί να πληρώσει για την αξία της διαρπαγείσας περιουσίας. Αυτό είναι ανεξάρτητο του χωρισμού ή μη Εκκλησίας-Κράτους και αποστομώνει όσους επιτήδειους ισχυρίζονται ότι.. υπάρχει «παπαδόσημο» ή ότι οι κληρικοί είναι δημόσιοι υπάλληλοι και ότι οι Έλληνες φορολογούμενοι υποχρεώνονται να πληρώνουν τους λειτουργούς μιας θρησκείας στην οποία ίσως δεν πιστεύουν (Περισσότερα για το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας: http://www.oodegr.com/oode/koinwnia/perius1.htm ).
Αλλά και κατά την επανάσταση του 1821 ο ρόλος των μοναστηριών ήταν ευεργετικός. Γράφει ο Μακρυγιάννης: «Εκεί [στα μοναστήρια] ήταν και οι τζεμπιχανέδες [πυρομαχικά] μας και όλα τ’ αναγκαία του πολέμου˙ ότ’ ήταν παράμερον και μυστήριον από τους Τούρκους. Και θυσίασαν οι καϊμένοι οι καλόγεροι˙ και σκοτώθηκαν οι περισσότεροι εις τον αγώνα. Και οι Μπαυαρέζοι παντήχαιναν [νόμιζαν] ότ’ είναι οι Καπουτζίνοι της Ευρώπης, δεν ήξεραν ότ’ είναι σεμνοί κι’ αγαθοί άνθρωποι» (Απομνημονεύματα, Μακρυγιάννη, εκδ. Πέλλα, σ. 368). Σε ανταμοιβή της εθνικής προσφοράς των μοναστηριών το 1821, το βαυαρικό Ελληνικό κράτος έκλεισε τα 412 από τα 546 μοναστήρια της ελληνικής επικράτειας. Ύστερα απ’ αυτό, περιμένουμε από τους Νεοπαγανιστές να τιμήσουν το μεγάλο βασιλιά Όθωνα και την Αντιβασιλεία.
