λζ') «Αν πάλι είναι γνωστό πως οι φίλοι και οι μπράβοι της ιουδαϊκής αριστοκρατίας και του ιουδαϊκού ιερατείου φώναζαν σε οχλοκρατικές εκδηλώσεις «σταύρωσον, σταύρωσον» τον Ιησού, αυτό σημαίνει ότι ο Ναζωραίος ήταν αρχηγός στάσης, γιατί με τη σταύρωση συνηθίζονταν εκείνο τον καιρό να τιμωρούν όλους εκείνους που οργάνωναν αναρσίες και σήκωναν το λαό ενάντια στην άρχουσα τάξη. (...) Ο Πιλάτος ήταν όχι μόνο πεισματάρης μα και δε χώνευε καθόλου τους Ιουδαίους και αφορμή γύρευε να τους ταπεινώσει. (...) Έπειτα με όσα ιστορούν τα Ευαγγέλια βγαίνει πως ο Ιησούς δε δικάστηκε ούτε σύμφωνα με το ιουδαϊκό δίκαιο ούτε με το ρωμαϊκό, μα σύμφωνα με το δίκαιο του όχλου! (...) αφού τον Ιησού τον καταδίκασαν οι Ιουδαίοι, που σύμφωνα με όσα λένε οι Ευαγγελιστές πριν από μια μέρα τον υποδέχτηκαν σα βασιλέα, γιατί ο Πιλάτος τον διαπόμπευσε και οι ρωμαίοι στρατιώτες τον έδειραν και τον κακομεταχειρίστηκαν χλευάζοντάς τον και θυμίζοντάς του πως ήταν ο "βασιλεύς των Ιουδαίων"; Αν πραγματικά ο Πιλάτος έβρισκε πως ο Ιησούς ήταν θύμα του ιουδαϊκού όχλου, πώς επέτρεψε να μπει η τρίγλωσση φράση "Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων"; Μια απάντηση χωράει: ο Ιησούς κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε σαν ένοχος εσχάτης προδοσίας γιαυτό και οι Ρωμαίοι τον έδειραν, τον χλεύσασαν, τον διαπόμπευσαν, τον σταύρωσαν. (...) Η μεγάλη τρομοκρατία που άρχισε ενάντια στους Ιουδαίους ύστερα από την αποτυχία της εθνικής τους επανάστασης ανάγκασε τους χριστιανούς να λένε και να διαδίδουν πως ο Ιησούς δεν ήταν στασιαστής μα εχτρός των Φαρισαίων και Γραμματέων, και πως αυτοί με την οχλοκρατία τους και τις ψευδομαρτυρίες τους εκβιάσανε τον Πιλάτο να τον καταδικάσει σε θάνατο» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 358-361).
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: η σταύρωση ήταν ατιμωτικός θάνατος. Δεν διάλεξαν ούτε οι μπράβοι ούτε το ιουδαϊκό ιερατείο τον τρόπο αυτό εκτέλεσης. Ήταν ρωμαϊκή τιμωρία. Απ’ τη στιγμή που ήταν ο Πιλάτος αυτός που θα αποφάσιζε να αθωώσει ή να εκτελέσει τον Ιησού, απ’ τη στιγμή που ήταν ο Πιλάτος αυτός που έθεσε το δίλημμα Βαραββάς ή Ιησούς, οι του ιουδαϊκού ιερατείου απλώς δέχτηκαν να εκτελεστεί, όπως-όπως, ο Ιησούς.
Το ότι ο Πιλάτος γύρευε αφορμή να ταπεινώσει τους Ιουδαίους δε σήμαινε ότι μπορούσε να πάει πέρα απ’ τα όρια. Κι αυτά τα όρια τα είχε ξεπεράσει με την αλλοπρόσαλλη γενικά πολιτική του, όσο διάστημα ήταν κυβερνήτης της Ιουδαίας, εξοργίζοντας (π.χ. είχε δοκιμάσει να τοποθετήσει αγάλματα στο Ναό και οι Ιουδαίοι απείλησαν με επανάσταση, οπότε αυτός έκανε πίσω). Θα σκέφτηκε ότι (μη κάνοντας το χατήρι στους Ιουδαίους κι έτσι προσθέτοντας ένα ακόμη σημείο αγανάκτησής τους) μια επανάσταση των Ιουδαίων δε θα τον συνέφερε, αφού ίσως να έχανε τη θέση του ή τη ζωή του. Άλλωστε οι Ιουδαίοι τον απείλησαν εμμέσως ότι θα τον καταδόσουν στον Αυτοκράτορα: «Εάν απολύσης αυτόν, δεν είσαι φίλος του Καίσαρος. Όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλέα αντιτίθεται προς τον Καίσαρα» (Κατά Ιωάννην 19, 12). Άρα δεν πείστηκε ο Πιλάτος ότι ήταν στασιαστής ο Ιησούς ούτε ότι εμπόδιζε κανέναν να πληρώνει φόρους στον Καίσαρα (Κατά Λουκάν 23, 2-5). Οι προσωπικές του απόψεις ήταν ότι ο Ιησούς είναι αθώος˙ κι επιπλέον, ως πολυθεϊστής ίσως σκέφτηκε ότι έχει να κάνει με κανένα μάγο ή επικίνδυνο θαυματουργό (γι’ αυτό όλο ήθελε να τον αθωώσει). Απλώς δεν ήθελε άλλες σκοτούρες με τους Εβραίους κι επιπλέον φοβόταν την απειλή τους. Διόλου δεν συνεπάγονται αυτά πως ο Πιλάτος ήταν νερόβραστος και λιπόψυχος, όπως θεωρεί ο Κορδάτος την «φιλική προς τον Ιησού» στάση του στα Ευαγγέλια. Δεν ήταν ανίδεος της κατάστασης και της περιοχής που κυβερνούσε ο Πιλάτος, γι’ αυτό άλλοτε δεχόταν τις απόψεις των Ιουδαίων κι άλλοτε συγκρούονταν μαζί τους. Κι αυτό το έκανε ανάλογα με τον κίνδυνο που ένοιωθε. Αλλά αυτή η τελική στάση του (να ενδώσει στο αίτημα για θανάτωση του Ιησού) σημαίνει ότι υπερκεράστηκε η προσωπική άποψη περί αθωότητας του Ιησού από το γνώμονα της πολιτικής επιβίωσης.
Αυτά βέβαια δεν πλάστηκαν αργότερα, μετά το 70, για να εκδικηθούν οι Χριστιανοί τους Ιουδαίους ή για να αποστασιοποιηθούν από αυτούς ώστε να μην συντιμωρηθούν. Καμμία «φιλορωμαϊκότητα» δεν δείχνει το πορτραίτο του Πιλάτου. Ο Ιησούς στο Κατά Ιωάννη 19, 11 λέει στον Πιλάτο: «εκείνος που με παρέδωκε σ’ εσέ έχει μεγαλύτερην αμαρτίαν». Δεν του είπε «δεν έχεις αμαρτία, είσαι αθώος», αλλά «έχεις μικρότερη αμαρτία». Το 70 άλλωστε ο Παύλος είχε ήδη θανατωθεί, είχε ήδη διαδόσει το Χριστιανισμό στους εθνικούς, είχαν ήδη αποστασιοποιηθεί οι Χριστιανοί από τους Ιουδαίους˙ απ’ τον καιρό που έπαψε ο Παύλος, διωγμένος απ’ τους Ιουδαίους, να κηρύσσει στις συναγωγές. Τα Ευαγγέλια δεν λεν ότι ο Ιησούς καταδικάστηκε σύμφωνα με το δίκαιο του όχλου, αλλά ότι αιτία ήταν η πίεση του ιουδαϊκού ιερατειου στον Πιλάτο. Απλώς ο όχλος ήταν ο μοχλός πίεσης των ιερέων.
Ο Πιλάτος διαπόμπευσε μέσω των στρατιωτών τον Ιησού ως μελλοθάνατο. Αποδέχτηκε (για τους λόγους που είπαμε) δίχως να πιστέψει την κατηγορία των Ιουδαίων, ότι ο Ιησούς ήταν στασιαστής και ταραχοποιός. Ο τρόπος εκτέλεσης που συνηθίζονταν ήταν η σταύρωση. Το ότι έβαλε την φράση ΙΝΒΙ δεν σημαίνει ότι ο Πιλάτος πίστευε στην ενοχή – ότι ήταν στασιαστής – του Ιησού. Απλώς, επειδή οι Ιουδαίοι το είχαν κάνει ζήτημα μεγάλο, ότι έχουν βασιλιά τον Καίσαρα κι όχι τον Ιησού (ή το Θεό) (βλ. Κατά Ιωάννην 19, 15-16), αυτός για να τους ειρωνευτεί, έκανε πως εκτελεί τον βασιλιά τους. Οι Ιουδαίοι έπιασαν το στόχο του «αστείου» και πήγαν και του είπαν να αλλάξει την πινακίδα πάνω στο σταυρό, αλλά αυτός αρνήθηκε. (Κατά Ιωάννην 19, 21-22). Όχι φυσικά επειδή πίστευε ότι οι Ιουδαίοι είχαν δεχτεί ως βασιλιά τους τον Ιησού, αλλά επειδή ήθελε να τους χλευάσει ότι έχουν βασιλιά σταυρωμένο.
λη') «Εκείνο που έχει μεγάλη σημασία είναι ότι οι ρωμαίοι δήμιοι δεν τσάκισαν τα σκέλη του Ιησού – δεν του έδωσαν τη χαριστική βολή, όπως θα λέγαμε – σήμερα – αλλά τον άφησαν έτσι. Αφού δεν έγινε αυτό, τίποτα δε μας δυσκολεύει να υποθέσουμε πως δεν είχε πεθάνει ο Ιησούς πάνω στο σταυρό. Αν έγειρε το κεφάλι του και φαίνονταν αναίσθητος δεν αποκλείεται να βρίσκονταν σε λήθαργο. (...) Και μια που δεν του τσάκισαν τα σκέλη, όταν τον ξεκρέμασαν ήταν λιποθυμισμένος» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 364-5).
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Εννοείται πως ο Κορδάτος και αυτοί τους οποίους αντιγράφει διενεργούν τέτοια στρέβλωση της ιστορίας και αγνοούν τόσο πολύ τα ιστορικά δεδομένα, όπως π.χ. την νύξη της πλευράς του εσταυρωμένου με λόγχη, από την οποία έρευσε νερό, ή το ότι είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο κι αποδεκτό πως ευκολώτερα αποσπώνται οι σάρκες του νεκρού από τα οστά του παρά τα σπάργανα με την κολλώδη ουσία από το σώμα ενός σαβανωμένου ή ότι εντός ενός του τάφου γεμάτου με μυρωδικά και βαριά αρώματα οποιοσδήποτε θα πέθαινε – σε δύο μέρες, δίχως φαΐ – από ασφυξία, όχι μόνο ένας «απλώς» ημιθανής, πόσω μάλλον ένας ημιθανής λογχισμένος στα πλευρά. Το τελευταίο γεγονός το προσπερνά τόσο αφελώς και ελαφρά τη καρδία ο Κορδάτος, που είναι ανάξια η αντίρρηση στους ισχυρισμούς του. Είναι σα να μάς λέει ο Κορδάτος ότι ο Ιησούς, αν και λογχίστηκε, δεν πέθανε (!). Ότι τον τσίμπησε απλώς (!) στα πλευρά η λόγχη κι έτσι δεν κατέστρεψε τους πνεύμονες. Είναι ιατρικώς γνωστό ότι άτομο με ανοικτό το θώρακα δεν μπορεί να επιζήσει, πόσω μάλλον κάποιος μαστιγωμένος και σταυρωμένος.
Εν πάσει περιπτώσει, οι ρωμαίοι δήμιοι δεν θα άφηναν κανέναν να ξεφύγει ζωντανός από τον σταυρό. Τους δύο ληστές τους θανάτωσαν σπάζοντας τα οστά τους. Τον Ιησού τον θανάτωσαν λογχίζοντάς τον. Βλέπουμε, ότι αν και είχαν δει ότι πέθανε, δεν αρκέστηκαν σε αυτό, αλλά, για να είναι 100% σίγουροι, λόγχισαν τα πλευρά του (όπως έσπασαν τα οστά των άλλων δύο), για παν ενδεχόμενο.
Βρίσκουμε στο Ταλμουδ τον τρόπο ταφής των νεκρών. Για να αποτραπεί η ταφή ζωντανού, έβαζαν επί 15 λεπτά ένα φτερό μπροστά στα ρουθούνια του νεκρού, για να βεβαιωθούν ότι αυτό δεν κινείται απ’ την αναπνοή του. Ύστερα τον κάλυπταν με τα σεντόνια και από πάνω από αυτά έρριχναν 100 λίτρες (32 κιλά) από μίγμα αλόης και σμύρνας, δυο αρωματικών ουσιών, που καθώς ανακατεύνται γίνονται ένα παχύρευστο κολλώδες μείγμα, από όλες τις πλευρές του νεκρού. Ώστε αν υποτεθεί ότι ένα υγιέστατο άτομο είχε περιτυλιχθεί με το σεντόνι από παντού και είχε ριχτεί στο σεντόνι το μείγμα αυτό, το άτομο θα πέθαινε από ασφυξία.
Αυτά τα λέμε γιατί ορισμένοι είχαν ισχυριστεί ότι χάρη στο άρωμα σμύρνας και αλόης ο Ιησούς αναζωογονοποιήθηκε στον τάφο. Φυσικά αυτά είναι παραμύθια. Αυτές οι δύο ουσίες και το μείγμα τους ήταν ακόμη μια αιτία θανάτου˙ όχι μια αιτία για επαναφορά στη ζωή.
λθ') «Δεν μπορούμε όμως να παραδεχτούμε πως ο Ιωσήφ, πήγε στον Πιλάτο και τον παρακάλεσε να του δώσει την άδεια να θάψει τον Ιησού (...) Τέτοιο κουράγιο δεν το είχε κανένας Ιουδαίος την ημέρα εκείνη γιατί θα θεωρούντανε και ο ίδιος συνωμότης. (...) Μπορούμε να υποθέσουμε πως οι ρωμαίοι δήμιοι πληρώθηκαν για να μην τσακίσουν με ρόπαλα ή με σίδερα τα σκέλη του Ιησού. (...) Ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία και ο Νικόδημος είχαν χρήματα κι έβαλαν δικούς τους ανθρώπους να δωροδοκήσουν τους ρωμαίους δήμιους και φύλακες κι έτσι πήραν το σώμα του Ιησού πριν ακόμα πεθάνει. Και φυσικά δεν τον έθαψαν» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 365).
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ο Κορδάτος αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να πλήρωσε ο Ιωσήφ τους ρωμαίους δήμιους. Ωστόσο και πάλι αγνοεί τα Ευαγγέλια ή κάνει πως τα αγνοεί. Η αλήθεια είναι διαφορετική:
Στο Κατά Μάρκον 15, 43-45 διαβάζουμε ότι ο Ιωσήφ «τόλμησε και ήλθε στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού». Ο Πιλάτος εξεπλάγη στα νέα του θανάτου του Ιησού – διότι, όπως είπαμε ήταν θρησκόληπτος και όταν είχε ακούσει ότι είναι ο Υιός του Θεού, φοβήθηκε μην καταδικάσει έναν θεό σε θάνατο – και μόνον όταν ο εκατόνταρχος, τον οποίον ο Πιλάτος ρώτησε αν ο Ιησούς πέθανε, απάντησε καταφατικά δώρισε το σώμα στον Ιωσήφ. Δεν θα ήταν παράδοξο να πάει ο Ιωσήφ να ζητήσει το σώμα του Ιησού. Θα μπορούσε να παρουσιαστεί στον Πιλάτο εκ μέρου της οικογένειας του Ιησού (οι οποίοι, όντας άσημοι, δεν θα τολμούσαν να ζητήσουν τον νεκρό συγγενή τους) με το κύρος του βουλευτή και προστάτη της οικογένειας. Επίσης το ρήμα «τόλμησε» είναι χαρακτηριστικό. Ο Ιωσήφ ρίσκαρε ίσως, όταν πήγε και ζήτησε τέτοιο πράγμα απ’ τον Πιλάτο. Όμως ο Κορδάτος κάνει λάθος όταν λέει ότι τέτοια πράξη θα ήταν σαν να παραδεχόταν ο Ιωσήφ πως ήταν συνωμότης. Οι Φαρισαίοι και το ιερατείο είχαν δει τον Ιησού να πεθαίνει, το είχαν ευχαριστηθεί, και μετά δεν τους ένοιαζε για το σώμα του – μετά θυμήθηκαν την προφητεία και ζήτησαν φρουρά – κι απλώς δεν ήθελαν αυτό να κρέμεται το Σάββατο στο σταυρό. Η υπόθεση γι’ αυτούς είχε λήξει με το θάνατο του ηγέτη. Άρα το συμπέρασμα είναι ότι δεν ρίσκαρε και τόσο πολυ ο Ιωσήφ να ζητήσει το σώμα του Ιησού εκ μέρους των συγγενών του.
Ο Κορδάτος, με το «πήραν το σώμα του Ιησού πριν ακόμα πεθάνει. Και φυσικά δεν τον έθαψαν» αφήνει να εννοηθεί ότι ο Ιωσήφ και οι φίλοι-συγγενείς του Ιησού, μόνοι αυτοί, ήξεραν (πώς άραγε;) ότι ο Ιησούς δεν είχε ακόμη πεθάνει και γι’ αυτό, όταν πήραν το σώμα του Ιησού κι αντί να το θάψουν το πήγαν να το περιθάλψουν. Πρόκειται για παραλήρημα της αρνητικής κριτικής. Δηλαδή, αυτό που ισχυρίζεται είναι ότι, ενώ όλοι οι άλλοι (δήμιοι, εκατόνταρχος, Ιουδαίοι) πείστηκαν ότι ο Ιησούς πέθανε, οι Ιωσήφ και φίλοι του Ιησού κατάλαβαν, μέσω της όρασης ότι ακόμη ζούσε. Και πώς πείστηκαν; Ήταν οι τελευταίοι, μετά τους Ιουδαίους, τους δήμιους και τον εκατόνταρχο, που είχαν την δυνατότητα να εξετάσουν αν ζούσε. Και επιπλέον μέχρι να τον μεταφέρουν, μέχρι να λάβουν την άδεια να πάρουν το σώμα, πάλι θα είχε πεθάνει απ’ την εξάντληση. Αλλά το ερώτημα είναι, πώς γίνεται να ξεγελάστηκαν τόσο έμπειροι σε εκτελέσεις άνθρωποι (οι δήμιοι κι ο εκατόνταρχος) από κοντά, ενώ οι άπειροι (Ιωσήφ και οι φίλοι) από μακριά (βλέποντάς τον απ’ τον σταυρό) να κατάλαβαν ότι ζούσε ο Ιησούς και γι’ αυτό να ζητήσουν να πάρουν το σώμα; Σα να λέμε ότι οι γιατροί αποφαίνονται ότι ο ασθενής πέθανε, αλλά οι συγγενείς να συμπεραίνουν ότι ζει, και να έχουν δίκαιο οι συγγενείς.
μ') «Πού ήταν όμως ο τάφος; Κανένας δεν τον ήξερε ώς το 326 και τότε μόνο χάρη στην επέμβαση και φώτιση του Αγίου Πνεύματος, "ανακαλύφθηκε". Εννοείται ότι οι αρχαιολόγοι και σήμερα δεν ξέρουν σε ποιο μέρος ακριβώς ήταν ο τάφος του γιατί οι χριστιανικές μαρτυρίες ήταν αόριστες» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 365-366).
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ο Γολγοθάς δεν ήταν βουνό αλλά ούτε και λόφος. Ήταν ένα βραχώδες μέρος, ελαφρά υπερυψωμένο, έξω από τα τείχη των αρχών του 1ου αιώνα, που χρησιμοποιούνταν είτε ως λατομείο είτε ως νεκροταφείο. Το 135 μ.Χ. ο Αδριανός νικά τους επαναστατημένους Ιουδαίους και διατάσσει να απομακρυνθούν από την Ιερουσαλήμ, την οποία, αφού κατέστρεψε, ξαναέχτισε ως εθνική πόλη με το όνομα Αιλία. Οι Εβραίοι διώχθηκαν αλλά ήρθαν οι εξ εθνών Χριστιανοί ή παρέμειναν οι εξ εθνών Χριστιανοί που ζούσαν προ του 135 στην Ιερουσαλήμ. Ο Ευσέβιος γράφει «Φυσικά παρομοίως η εκεί Εκκλησία απετελέσθη από μέλη εξ Εθνικών» (Εκκλ. Ιστ., 4, 7, 1, 4).
Από την άλλη μεριά ο Ισπανός αρχαιολόγος F. Diez εξετάζοντας τα ευρήματα στο Γολγοθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η λατρεία των Χριστιανών της Ιερουσαλήμ στον τόπο εκείνο αρχίζει ήδη από τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Οι Χριστιανοί της Ιερουσαλήμ ήξεραν, βέβαια, εξαρχής πού είχε σταυρωθεί και ταφεί ο Χριστός. Και άρχισαν να θεωρούν τον τόπο αυτό ιερό. Όταν διώχτηκαν όλοι οι Εβραίοι, και μαζί τους οι εξ Εβραίων Χριστιανοί, έμειναν οι εξ εθνών Χριστιανοί, οπότε δεν ξεχάστηκε η ανάμνηση της τοποθεσίας του Πανάγιου Τάφου. Δεν ήταν κάτι το απρόσμενο η εύρεσή του το 326.
Ο Αδριανός όμως, μετά το 135, ξαναχτίζοντας την Ιερουσαλήμ ως Αιλία, μπάζωσε για διάφορους λόγους την περιοχή κι έχτισε εκεί ναό της Αφροδίτης. Ο Ευσέβιος αφηγείται: «μετέφεραν χώμα από τον έξω χώρο και εκάλυψαν όλον τον τόπον, έπειτα δε ανυψώσαντες την επιφάνειαν και στρώσαντες αυτήν με λίθους κατέκρυψαν το θείον σπήλαιον κάτω από άφθονο χώμα (...) οικοδομήσαντες σκοτεινόν κρυψώνα δια τον ακόλαστον δαίμονα της Αφροδίτης και κατόπιν προσφέροντες εκεί μιαράς θυσίας εις βεβήλους και ανοσίους βωμούς» (Εις τον βίον Κωνσταντίνου, 3, 26, 2-3). Οι εξ εθνών Χριστιανοί της Ιερουσαλήμ συνέχισαν να γνωρίζουν, βέβαια, πού βρισκόταν ο Πανάγιος Τάφος, αλλά δεν μπορούσαν (αφού ήταν από πάνω του χτισμένος ο ναός της Αφροδίτης) να πηγαίνουν εκεί, εφόσον είχε σκεπαστεί με χώματα και είχε ανυψωθεί το επίπεδο του εδάφους. Δεν είναι όμως αποδεκτό ότι έπαψαν να υπάρχουν Χριστιανοί οι οποίοι θα γνώριζαν και θα μεταβίβαζαν από γενιά σε γενιά τη γνώση για την (ακριβή ή στο περίπου) τοποθεσία.
Κατά το 325 ο επίσκοπος Ιεροσολύμων πρότεινε στον Μεγάλο Κωνσταντίνο να χτιστεί ναός της Ανάστασης στο Γολγοθά, στη θέση του ναού της Αφροδίτης. Ο Κωνσταντίνος «έκρινεν ότι πρέπει να καταστήση μεγαλοπρεπήν και σεβαστόν εις όλους τον μακαριστότατον τόπον της σωτηρίου αναστάσεως εις Ιεροσόλυμα. Αμέσως λοιπόν παρήγγειλε να κατασκευασθή ευκτήριος οίκος» (Εις τον βίον Κωνσταντίνου, 3, 25). Απ’ ό,τι φαίνεται, ο Κωνσταντίνος δεν έσκαβε για να βρει τον Πανάγιο Τάφο, αν και θα είχε πληροφορηθεί ότι κάτω απ’ το «ναό» της Αφροδίτης υπήρχε αυτός. Άρχισαν να απομακρύνουν τα χώματα και: «Μόλις δε μετά την σειράν των επιχώσεων εφάνη εις το βάθος το αρχικόν έδαφος, τότε παρά πάσαν ελπίδα παρουσιάσθη το σεπτόν και πανάγιον μαρτύριον της σωτηρίου αναστάσεως» (Εις τον βίον Κωνσταντίνου, 3, 28). Δεν είναι λοιπόν καθόλου απίθανο το ότι βρέθηκε ο Πανάγιος Τάφος.
μα') «Ο Ματθαίος λέει ότι ο τάφος ήταν νεόχτιστος και είχε φρουρά. Ο Μάρκος και ο Λουκάς δεν ξέρουν τίποτα και ο Ιωάννης αφήνει να καταλάβουμε ότι τον τάφο τον ήξερε μόνο η Μαγδαληνή. Θαρρώ πως όλη αυτή η ιστορία είναι πλάσμα της φαντασίας. Ούτε νεόχτιστος ήταν ο τάφος, ούτε φρουρά υπήρχε γύρω του, ούτε υπήρξε καν τάφος. Μια που χαρακτηρίστηκε πεθαμένος ο Ιησούς και παραδόθηκε στους ανθρώπους του Ιωσήφ και του Νικόδημου, οι Ρωμαίοι δεν είχαν κανένα λόγο να βάλουν φρουρά στον τάφο του. Όλα λοιπόν τ’ άλλα είναι μυθοπλαστίες» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 366).
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Καμμία αντίφαση δεν υπάρχει από τις διαφορετικές εκδοχές περί τάφου. Απλώς ο καθένας Ευαγγελιστής διηγείται αυτά που του είπαν οι πηγές του.
Έτσι ο Ματθαίος (Μθ. 27, 60) διηγείται ότι ο τάφος ήταν ιδιοκτησία του Ιωσήφ, «καινούργιο μνήμα», που είχε λαξευτεί σε βράχο. Ο Μάρκος (Μρ. 15, 46) διηγείται ότι ο τάφος ήταν λαξευμένος σε βράχο. Ό,τι λέει ο Μάρκος λοιπόν δεν αντιφάσκει με τον Ματθαίο. Ο Λουκάς (Λκ. 23, 53) ότι ο Ιησούς ετάφη σε λαξευμένο (άρα σε βράχο) τάφο, στον οποίο κανείς ποτέ δεν είχε ενταφιασθεί. Ούτε κι ο Λουκάς αντιφάσκει με τον Ματθαίο και τον Μάρκο. Ο Ιωάννης (Ιω. 19, 41) ότι ο Ιησούς ενταφιάστηκε σε «καινούργιο μνήμα» στο οποίο κανείς δεν είχε ενταφιαστεί. Μα ούτε κι αυτή η πληροφορία αντιβαίνει προς τις άλλες. Οι Ευαγγελιστές αλληλοσυμπληρώνονται και δεν αλληλοαντιφάσκουν. Ερώτηση του τύπου «γιατί δεν λένε όλοι ότι ο τάφος ήταν λαξευμένος σε βράχο» έχει απαντηθεί κι εδώ αλλά και στο ζήτημα της θεοπνευστίας. Ο καθένας έλεγε ό,τι είδε ή ό,τι του είπαν οι αυτόπτες μάρτυρες. Αυτό που ενδιαφέρει είναι εάν υπάρχει αντίφαση, δηλαδή εάν ο ένας λέει π.χ. ότι ο τάφος ήταν λαξευμένος σε βράχο κι ο άλλος λέει ρητά ότι δεν ήταν. Αντιφάσεις δεν υπάρχουν.
Όσο για το αν είχαν λόγο οι Ρωμαίοι να βάλουν φρουρά, πάλι ο Κορδάτος κάνει σα να μην διάβασε τα Ευαγγέλια. Στο Κατά Ματθαίον 27, 62-66 διαβάζουμε: «Την επόμενην ημέραν, μετά την Παρασκευήν, οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι ήλθαν όλοι μαζί εις τον Πιλάτον και του είπαν, "Κύριε εθυμηθήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος είπε, όταν ακόμη ζούσε, "Ύστερα από τρεις ημέρες θα αναστηθώ", δώσε λοιπόν διαταγή ν’ ασφαλισθή ο τάφος έως την τρίτην ημέραν, μήπως έλθουν την νύχτα οι μαθηταί του και τον κλέοψυν και πουν εις τον λαόν "Αναστήθηκε από τους νεκρούς", και η τελευταία αυτή απάτη θα είναι χειρότερη από την πρώτην". Ο Πιλάτος τους είπε, "Πάρετε φρουράν, πηγαίνετε και ασφαλίσατέ τον, όπως ξέρετε", Αυτοί δε επήγαν και ασφάλισαν τον τάφον, σφραγίσαντες τον λίθον και τοποθετήσαντες φρουράν». Τα σχόλια είναι περιττά για το πώς ο Κορδάτος και η αρνητική κριτική αντιλαμβανόντουσαν την «έρευνα».
Η άλλη υπόθεση, για το ότι τάχα η Μαγδαληνή μόνο ήξερε τον τάφο ελέγχεται λανθασμένη. Τα γεγονότα έχουν ως εξής. 1) Μερικές γυναίκες αγόρασαν αρώματα και μύρα την Παρασκευή πριν το τέλος της μέρας, πριν την δύση του ηλίου (Λουκάς), ενώ άλλες όπως και η Μαρία η Μαγδαληνή αγόρασαν στο τέλος του Σαββάτου μετά την έκτη ώρα (Μάρκος). 2) Η Μαρία η Μαγδαληνή αφήνει τις λοιπές και πηγαίνει μόνη στον τάφο νύκτα πριν ξημερώσει η Κυριακή. Εκεί δεν βρίσκει το σώμα του Κυρίου (Ιωάννης). 3) Η Μαγδαληνή τρέχει και αναγγέλλει στον Πέτρο και στον Ιωάννη (Λουκάς, Ιωάννης) και μετά στέκεται μόνη έξω από τον τάφο θρηνώντας, όταν ένας άγγελος εμφανίζεται σε αυτήν, και μετά ο Ιησούς, τον οποίο δεν αναγνωρίζει. Όταν τον αναγνωρίζει ορμά προς αυτόν, αλλά δεν της επιτρέπεται να τον αγγίξει. 4) Υπακούοντας την εντολή του Κυρίου, πηγαίνει και ανακοινώνει τα νέα στους αποστόλους (Ιωάννης, Μάρκος). 5) Χωρίς να γνωρίζουν την επίσκεψη της Μαγδαληνής άλλες ομάδες μυροφόρων επισκέπτονται τον τάφο αργότερα και συναντούν αγγέλους (Μάρκος, Λουκάς) και επιστρέφουν πολύ φοβισμένες στην αρχή για να το ανακοινώσουν (Μάρκος), αλλά αργότερα διαδίδουν τα νέα σε όλους (Λουκάς). 6) Η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, γνωρίζοντας πλέον το νέο της Αναστάσεως πηγαίνουν για να δουν τον τάφο και τα οθόνια, τα οποία ο Πέτρος και ο Ιωάννης είχαν ήδη δει (Λουκάς, Ιωάννης), αλλά όχι η ίδια η Μαγδαληνή. Έρχονται στον τάφο και εισέρχονται όπως τις προτρέπει ο άγγελος (Ματθαίος). 7) Ο άγγελος παραγγέλλει σε αυτές να επιβεβαιώσουν το νέο της Αναστάσεως στους μαθητές και να ανακοινώσουν την επικείμενη συνάντηση μαζί του στην Γαλιλαία. 8) Τώρα έχοντας καταλάβει πλήρως τα γεγονότα οι δύο Μαρίες σπεύδουν να αναγγείλουν στους μαθητές πάλι, αλλά συναντούν τον Κύριο και αυτή την φορά τις επιτρέπει να τον αγγίσουν κρατώντας τα πόδια του (Ματθαίος). 9) Μέχρι το τέλος της μέρας, όχι μόνο όλο το σύνολο των μαθητών, αλλά ακόμα και οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς έχουν ακούσει τα νέα. Οι τελευταίοι προσπαθούν να σκεπάσουν τα γεγονότα.
μβ') «Οι μαθητές του Ιησού είτε είχαν ψευδαισθήσεις όταν τον έβλεπαν είτε πρόκειται για απατεώνες. Το σώμα μπορεί να εκλάπη από τους μαθητές».
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: θα εξετάσουμε πρώτα το ενδεχόμενο της ψευδαίσθησης.
Αυτοί που είδαν τον Χριστό αναστημένο είχαν την προδιάθεση να τον δουν; Φυσικά όχι. Ήταν όλοι τους λυπημένοι, φοβισμένοι από τους Ιουδαίους. Οι μαθητές ήταν άπιστοι στις γυναίκες που τους είπαν για τον άγγελο που στεκόταν στον τάφο. Άνθρωποι σαν τον Ματθαίο, που ήταν τελώνης, δηλαδή φοροεισπράκτορας δηλαδή άνθρωπος δίχως φαντασία, που ασχολείτο με το χρήμα, μπορούσαν να ανήκουν στο είδος του ανθρώπου που είναι επιρρεπής στις ψευδαισθήσεις; Όχι.
Επιπλέον ο Χριστός εμφανίστηκε σε πολλά άτομα, περίπου 500. Είναι δυνατόν 500 άτομα να ανήκουν στον τύπο του ανθρώπου που έχει ψευδαισθήσεις; Αυτά τα 500 άτομα δεν είχαν ασφαλώς τον ίδιο χαρακτήρα και την ίδια ψυχοσύνθεση. Ένας που παρατηρεί ψυχολογικά τους μαθητές και τα λόγια και τις πράξεις τους προ της Ανάστασης, βλέπει διαφορές στο χαρακτήρα του Ιωάννη, του Πέτρου, και των άλλων, πέρα από τους δώδεκα μαθητές, μαθητών του Χριστού. Ωστόσο όλοι αυτοί παραδέχτηκαν το ίδιο πράγμα, ότι ο Χριστός εμφανίστηκε σε αυτούς.
Ο Χριστός δεν εμφανίστηκε μόνο σε έναν τόπο, που ίσως θα ήταν επιβλητική τοποθεσία, ώστε να πούμε ότι ο τόπος ή η στιγμή (π.χ. ηλιοβασίλεμα) οδήγησαν ανθρώπους, κατά τα άλλα λογικούς, να έχουν ψευδαισθήσεις. Για παράδειγμα, ο Χριστός εμφανίστηκε την ημέρα, το απόγευμα, στην λίμνη της Τιβεριάδας, σε ένα δωμάτιο, στους αγρούς, σε έναν δρόμο, στο όρος των Ελαίων και αλλού.
Οι ψευδαισθήσεις, όταν επαναλαμβάνονται, είτε τείνουν να αραιώσουν, οπότε λίγο-λίγο, σιγά σιγά εξαφανίζονται, είτε να γίνουν συχνότερες, οπότε καταλήγουν σε μία κρίση. Αυτά λέει η ψυχιατρική. Εδώ δεν έχουμε τίποτα παρόμοιο. Οι εμφανίσεις του Χριστού γίνονται με τον ίδιο ρυθμό και μετά από 40 μέρες διακόπτονται δίχως να έχουν φτάσε ούτε σε μια αραίωση ούτε σε ένα αποκόρυφο.
Αλλά δεν είναι μόνο η οπτική εμφάνιση του Χριστού στους μαθητές του. Αφήνει απτά ίχνη της παρουσίας του. Π.χ. ο Θωμάς αντιλαμβάνεται όχι μόνο με την όραση αλλά και την αφή τον Χριστό. Αλλού ο Χριστός τρώει μαζί με τους μαθητές ψάρι και κερύθρα από μέλισσα. Οπότε μετά την αποχώρησή του είχαν την διαβεβαίωση ότι πραγματικά παρουσιάστηκε με σώμα αληθινό, από το γεγονός ότι ο Χριστός άφησε υπολείμματα. Το κόκκαλο από το ψάρι, για παράδειγμα. Όταν λοιπόν έμεναν μόνοι τους, έβλεπαν τα απτά σημάδια ότι ήταν προ ολίγου ο Χριστός μαζί τους, έτρωγε μαζί τους και απέκλειαν τη σκέψη ότι είχαν σαλέψει κι ονειρεύονταν. Το ίδιο και στη λίμνη της Τιβεριάδας.
Ας εξετάσουμε το θέμα της απάτης, ότι οι μαθητές είπαν συνειδητά ψέμματα. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι να αμφιβάλλουμε ότι έγινε κάτι τέτοιο.
Πρώτον, εφόσον τον είδαν πάρα πολλά πρόσωπα αναστημένο, τον Χριστό, είναι λογικά αδύνατο, τόσα πολλά πρόσωπα, επί τόσα πολλά έτη αργότερα, να διέπραξαν μια τόσο χοντρή απάτη και να μη βρέθηκε ούτε ένα πρόσωπο, το οποίο να μην μαρτυρήσει ότι το ίδιο συμμετείχε στην εξαπάτηση.
Δεύτερον, η συμπεριφορά των μαθητών πριν και μετά την Ανάσταση. Είχαν πειστεί τόσο, αμέσως μόλις θάφτηκε ο Ιησούς, ότι η υπόθεση είχε λήξει, που δεν το σκέφτονταν καν. Πώς γίνεται να άλλαξαν αμέσως γνώμη για το γεγονός αυτό; Εάν ήταν απατεώνες, θα απέφευγαν να φανερώσουν γραπτώς τους αρχικούς ενδοιασμούς τους, πριν δουν τον Χριστό αναστημένο.
Τρίτον το ψέμμα το χρησιμοποιεί ο καθένας για να αποφύγει το διωγμό κι όχι για να τον υποστεί. Βλέπουμε τους αποστόλους να θανατώνονται, να λιθοβολούνται, να δικάζονται, να διασύρονται εξαιτίας της γνώμης τους ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός. Κανείς απατεώνας δε θα ρίσκαρε τη ζωή του για να επιμένει σε ένα ψέμμα. Αργά ή γρήγορα θα τα μπάλωνε και θα παραδεχόταν ότι «αυτοεξαπατήθηκε» ή ότι είπε ψέμματα, για να σώσει το τομάρι του.
Για το θέμα της κλοπής του σώματος, προκύπτει το εξής ζήτημα. Οι ιουδαίοι αρχιερείς έδωσαν λεφτά στους φρουρούς, για να πουν ότι οι μαθητές έκλεψαν το σώμα, όταν αυτοί κοιμόντουσαν. Τότε πρέπει να ρωτήσουμε: αν κοιμόνταν οι φρουροί, πώς είδαν τι έγινε; Πώς είδαν αν ήρθαν οι μαθητές και έκλεψαν το σώμα; Αν πάλι οι φρουροί δεν κοιμόνταν, τότε πώς τούς άφησαν να κλέψουν το σώμα του Ιησού; Αυτά είναι αρκετά βέβαια. Και αξίζει να σημειωθεί ότι ούτε οι αρχιερείς ούτε οι φρουροί είπαν «ήρθαν ένοπλοι και μας ανάγκασαν να τους αφήσουμε να κλέψουν το σώμα». Εάν το έλεγαν αυτό οι φρουροί, κανείς δε θα τους τιμωρούσε. Απλώς οι μαθητές θα είχαν επιβληθεί δια της βίας και παρόλη την αντίστασή τους, οι φρουροί υπέκυψαν, και κανείς δε θα κατηγορούσε τους φρουρούς. Αλλά αυτό δεν το είπαν οι φρουροί. Άρα δεν έγινε έτσι. Κι εξάλλου, αν γινόταν μάχη μεταξύ οπλισμένων μαθητών και φρουρών, τότε κάποιοι φρουροί και/ή κάποιοι μαθητές θα σκοτώνονταν (ή απλώς θα τραυματίζονταν ορισμένοι φρουροί) και θα απέμεναν επί τόπου τα νεκρά κορμιά τους, κι αυτό θα ήταν απόδειξη της ύπαρξης μάχης άρα και του δόλου των μαθητών, άρα και της κλοπής του σώματος, άρα και της ανυπαρξίας Ανάστασης. Τίποτε όμως δεν έγινε παρόμοιο. Ούτε οι αρχιερείς σοφίστηκαν τίποτε τέτοιο. Φυσικά δεν ήταν χαζοί να μην το έλεγαν, αν μπορούσαν.
Ίσως κανείς πει ότι οι ίδιοι οι αρχιερείς απομάκρυναν το σώμα ώστε να μη γίνει ο τάφος σημείο προσκυνήματος των οπαδών του Ιησού. Αλλά κι αυτό λογικά χωλαίνει. Λίγες μέρες αργότερα οι αρχιερείς δέχτηκαν μπροστά σε χιλιάδες κόσμο την κατηγορία του Πέτρου ότι «απέκτειναν τον αρχηγό της ζωής, τον οποίο ο Θεός ανέστησε εκ νεκρών». Κι έτσι ο Πέτρος δημιούργησε πιστούς στο Χριστό. Θα ήταν πολύ απλό και λογικό, αν οι αρχιερείς είχαν κλέψει το σώμα του Χριστού, εκείνη τη στιγμή να παρουσίαζαν σε όλον τον κόσμο και στον Πέτρο το σώμα του Χριστού, βγάζοντάς το απ’ τον τόπο που το είχαν κρύψει. Αμέσως αυτή η πράξη τους θα έπαυε για πάντα στο ξεκίνημά της την κίνηση του Χριστιανισμού. Θα σταματούσαν οι απόστολοι να οχλαγωγούν. Οι αρχιερείς δείχνοντας το σώμα του Ιησού θα έθεταν τέρμα στην διένεξη και στις περί Ανάστασης φλυαρίες. Δεν έγινε κάτι τέτοιο, όμως.
μγ') «Ύστερα από πολλές περιποιήσεις ο Ιησούς αναστήθηκε. Εκεί έμεινε κάμποσες μέρες ώσπου να γιάνουν οι πληγές του και να μπορεί να σταθεί στα πόδια του. (...) Δε βγήκε όμως στην Ιερουσαλήμ (...) θα καταλάβαινε όλος ο κόσμος ότι δεν πέθανε πάνω στο σταυρό κι έτσι θα τα είχαν άσκημα ο Ιωσήφ κι όσοι συνεργάστηκαν για να τον ξεκρεμάσουν μια ώρα αρχύτερα από το σταυρό χωρίς να του τσακίσουν τα σκέλη. Άμα όμως ο Ιησούς μπόρεσε και περπάτησε, έφυγε από την Ιερουσαλήμ (..) Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη όμως διαβάζουμε πως ένα βράδι ο Ιησούς φανερώθηκε στους μαθητές του στο μέρος όπου ήταν κρυμμένοι. Η παράδοση αυτή είναι πλαστή. Πιο καλά για το ζήτημα αυτό μάς πληροφορεί το Κατά Πέτρον απόκρυφο Ευαγγέλιο. Σ’ ένα του απόσπασμα που σώθηκε, διαβάζουμε ότι οι μαθητές του ήταν αναστατωμένοι άμα έπιασαν και σταύρωσαν τον Ιησού» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 366-7).
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Με κατεστραμμένα πόδια και χέρια δεν θα μπορούσε να αντέξει ο Ιησούς να περπατήσει ώς τη Γαλιλαία από την Ιερουσαλήμ. Επιπλέον ο Κορδάτος βάζει τον Ιησού να πεθαίνει, 40-50 μέρες μετά απ’ την ανάσταση. Προφανώς αυτό είναι παράλογο. Απ’ τη στιγμή που γλίτωσε από έναν σταυρικό θάνατο, θα έπρεπε να ζήσει. Αλλά αυτά είναι μύθοι επί μύθων. Ένας που γλίτωσε παρά τρίχα το θάνατο, δε γινόταν να διασχίζει όλην την Παλαιστίνη.
Όσο για το πιο έγκυρο απόκρυφο Κατά Πέτρον, εδώ όλοι γελάνε. Αρκεί να θυμίσουμε ό,τι είπαμε σε άλλη παράγραφο του παρόντος κεφαλαίου, ότι το Απόκρυφο κατά Πέτρον χρονολογείται μεταξύ του α’ μισού και του β’ μισού του 2ου αιώνα. Καμμία σχέση με αυθεντική περιγραφή των γεγονότων. Το μόνο που αξίζει να πει κανείς σε κάτι τέτοιες απόψεις – πέραν ότι δεν λέει τίποτε το απόσπασμα που παραθέτει ο Κορδάτος – είναι ότι το απόκρυφο αυτό τελειώνει στο σημείο αυτό δίχως να λέει τίποτα. Για τα περί δήθεν διαφορετικών εκδοχών των εμφανίσεων του Χριστού μετά την Ανάσταση έχουμε πει στο θέμα της αξιοπιστίας των Ευαγγελίων.
Και φυσικά είναι ψέμμα ότι ξεκρέμασαν τον Ιησού (είτε επί πληρωμή είτε όχι) μια ώρα αρχύτερα από τον σταυρό (ώστε να τον προλάβουν ζωνταντό). Δεν κατέβασαν αμέσως ή γρηγορότερα απ’ τους άλλους δύο τον Ιησού. Τα γεγονότα απ’ τη στιγμή του θανάτου του Ιησού ώς την παραλαβή του σώματός του απ’ τον Ιωσήφ έχουν ως εξής (Μρ. 15, 43-47): πρώτα κατεβαίνει ο Ιωσήφ ο βουλευτής απ’ τον Γολγοθά στο πραιτόριο. Πάει να δει τον Πιλάτο και του ζητά το σώμα του Ιησού. Ο Πιλάτος εκπλήσσεται ότι πέθανε ο Ιησούς. Καλεί τον εκατόνταχρο και τον ρωτά αν πέθανε όντως ο Ιησούς. Ο εκατόνταρχος τον βεβαιώνει και τότε δίνει την άδεια ο Πιλάτος στον Ιωσήφ. Τότε ο Ιωσήφ ξαναανεβαίνει στον Γολγοθά και παίρνει το σώμα. Επομένως έχουμε τις εξής διαδρομές και συνομιλίες που απαιτούν επιπλέον χρόνο: Γολγοθάς-πραιτόριο (Ιωσήφ), συνομιλία Ιωσήφ-Πιλάτου, πραιτόριο-εκατόνταρχος (ο αγγελιοφόρος του Πιλάτου προς τον εκατόνταρχο), εκατόνταρχος-πραιτόριο (επιστροφή του αγγελιοφόρου στον Πιλάτο), άδεια του Πιλάτου στον Ιωσήφ να πάρει το σώμα, πραιτόριο-Γολγοθάς (Ιωσήφ), και ξανά κατέβασμα. Δηλαδή έχουμε επιπλέον χρόνο ώσπου να παραδοθεί το σώμα του Ιησού και όχι «μια ώρα αρχύτερα». Άρα αυτή η επιβράδυνση ήταν επιπλέον καταστρεπτική, αν υποθέταμε ότι δεν είχε πεθάνει ώς τότε ο Χριστός.
Ο Κορδάτος καταλήγει θριαμβευτικά «σήμερα η επιστήμη περνάει απ’ το κόσκινο της κριτικής τις ευαγγελικές παραδόσεις και βγάζει ολότελα αντίθετα συμπεράσματα από κείνα που βγάζουν μερικοί μωρόπιστοι». Έχοντας δει την άγνοια των πηγών, τα χίλια μύρια λάθη που κάνουν με τα εδάφια, και την μεταγενέστερη (π.χ. για το θέμα των τάχα ανύπαρκτων προ του 350 παπύρων) διάψευση των ιδεοληψιών των οπαδών της αρνητικής κριτικής μόνο να χαμογελάμε μπορούμε διαβάζοντας το παραπάνω. Η ίδια η επιστήμη (π.χ. για το θέμα της Ναζαρέτ, ή της επιβίωσης μετά τη σταύρωση), την οποία είχαν ιδιοποιηθεί, σα λάβαρό τους, απέδειξε πως κάνουν λάθος.
Ο καθηγητής Στ. Σάκκος σημειώνει: «Η ανατρεπτική ερμηνεία ενεφανίσθη κατ’ αρχήν με λοιδορίας ως ιερόσυλος και βέβηλος λίβελλος. Και εύρισκε μεν ένα πλήθος ανθρώπων που την ανέμενον και εχειροκρότουν, ηδονιζόμενοι με το να βλέπουν πώς κατακρημνίζονται τα υψηλά και τα όσια˙ προσέκρουεν όμως και εις την σώφρονα αντίρρησιν ολιγωτέρων τινών που ήσαν δι’ αυτήν περισσότερον υπολογίσιμοι. Έτσι έπειτα υπό την αποδοκιμασίαν των σωφρονεστέρων, αφήκε κατά μέρους τας λοιδορίας και ηρκέσθη εις την κυνικήν άρνησιν. Μετά τούτο πάλι αποδοκιμαζομένη αφήκε και την κυνικήν άρνησιν και περιωρίσθη εις το να δημιουργή μόνον φανταστικάς προϋποθέσεις της αρνήσεως. Και ήδη σήμερον αναζητεί ασφαλέστερον καταφύγιον από τα πυρά της αποδοκιμασίας μέσα εις την ασάφειαν και τον υπαινιγμόν» (Στ. Ν. Σάκκου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 231).
