
Θαύματα του Αγίου Νικολάου κατά τον εικοστό αιώνα!1) Θαύμα σε αγιορείτικο μοναστήρι«Τι κάνετε»; ρώτησε ο άγνωστος ιερέας. Μόνο αυτό το αλεύρι σας έμεινε;
Οι πατέρες του αθωνικού μοναστηριού απάντησαν ότι μόνο αυτό το αλεύρι τους είχε μείνει και δεν μπορούσαν να αγοράσουν άλλο εξαιτίας της γερμανικής κατοχής.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι η μονή για να επιβιώσει χρειαζόνταν δέκα χλιάδες οκάδες τον χρόνο και εκείνοι δεν μπορούσαν να αγοράσουν ούτε μία οκά.
Ο άγνωστος ιερές πήρε λίγο αλεύρι το ευλόγησε και το έριξε πάνω στο υπόλοιπο αλεύρι.
Ευλόγησε τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα,το μοναστήρι, την θάλασσα και ετοιμάστηκε να φύγει...
-«Από πού έρχεσαι»;τον ρώτησαν οι πατέρες.«Κάθησε μαζί μας να φας λίγο ψωμί με ελιές»
-«Έρχομαι από πολύ μακριά,από τα Μύρα της Λυκίας»απάντησε και απομακρύνθηκε. Τελικά οι 150 οκάδες που είχε ευλογήσει ο άγιος έφτασαν για μισό χρόνο,από τον Δεκέμβριο
όταν ο Άγιος Νικόλαος εμφανίστηκε στο μοναστήρι μέχρι τον Ιουλιο όταν βγήκε η νέα σοδειά.
2) Ο Άγ.Νικόλαος σώζει θαυματουργικά έναν Κινέζο Στην Κίνα ,υπήρχε στον σιδηροδρομικό σταθμό του Χάρπιν μία εικόνα του Αγίου Νικολάου
την οποία είχαν τοποθετήσει Ρώσοι μετανάστες. Την σέβονταν ακόμη και οι μη-ορθόδοξοι Κινέζοι.
Μία ημέρα ήρθε στον σταθμό ένας βρεγμένος Κινέζος ο οποίος είχε πέσει στα γόνατα ευχαριστώντας τον Άγιο Νικόλαο στα κινέζικα.
Αυτός μία ημέρα κατά την διάρκεια του χειμώνα προσπάθησε να διασχίσει τον Σάνγκαρι ποταμό.
Αυτός ο ποταμός περνάει μέσα από το Χάρπιν και τον χειμώνα παγώνει.
Όπως προχωρούσε βιαστικός.ο πάγος έσπασε και βρέθηκε κάτω από τον πάγο.
Όπως βυθιζόνταν θυμήθηκε την εικόνα του σιδηροδρομικού σταθμού και φώναξε:
«Γέρε άνθρωπε από τον σιδηροδρομικό σταθμό,βοήθησε με»!Μετά έχασε τις αισθήσεις και γλίστρησε κάτω από τον πάγο.Ο θάνατος φαινόνταν βέβαιος.
Το επόμενο πράγμαα που θυμάται είναι ότι βρέθηκε στην όχθη του ποταμού!
Το δέρμα του ήταν παγωμένο. Όσο πιο γρήγορα μπορούσε έτρεξε προς τον σιδηροδρομικό σταθμό
και έπεσε μπροστά στην εικόνα ευχαριστώντας τον Άγιο ιεράρχη Νικόλαο για την θαυματουργική του επέμβαση
3) Θαύμα αιχμαλώτου πολέμου της τουρκικής εισβολής(Απόσπασμα από την εφημερίδα"ΣΗΜΕΡΙΝΗ"
ημερομηνίας 19/7/1998)Ο αστυφύλακας Πολύδωρος Γεωργιάδης δεν είναι από τους ανθρώπους, που λυγίζουν εύκολα.
Αντιμετωπίζει με ψυχραιμία και μοναδική νηφαλιότητα, τη ζωή.
Όταν θυμάται όμως, τις 100 μέρες της αιχμαλωσίας του, σταν μπουντρούμια των Αδάνων και της Αμάσιας, είναι
αδύνατο, όσο κι αν προσπαθεί, να κρύψει τα δάκρυά του κι ακόμα περισσότερα δάκρυα έτρεχαν από
τα μάτια του, όταν εξιστορούσε την εμφάνιση του Αγίου Νικολάου, μέσα στο κελλί του, στις 5 Σεπτεμρίου.
Ας τον αφήσουμε να μας αφηγηθεί τι είδε:
"Ενώ κοιμόμουν, στις 10 το βράδυ εμφανίστηκε ο Άγιος Νικόλαος, κρατώντας στο ένα χέρι τη γυναίκα μου,
η οποία φορούσε τα ίδια ρούχα με την τελευταία μέρα, που την είδα, όταν πιάστηκα αιχμάλωτος, και στο άλλο
χέρι ένα μωρό.
"Να η γυναίκα σου και το αρσενικό μωρό που σου γέννησε", μου είπε.
"Ναι, αλλά το τάξαμε στον Απόστολο Ανδρέα", του απάντησα.
"Το ξέρω, αλλά να το βαφτίσετε στην εκκλησία μου", μου είπε ο Άγιος Νικόλαος και εξαφανίστηκε.
"Την ίδια στιγμή", πρόσθεσε ο Πολύδωρος Γεωργιάδης,είδα την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, στο χωριό μου,
τη Νατά της Πάφου.
Μετά από λίγες μέρες, ήρθε στις φυλακές ο Ερυθρός Σταυρός και εγώ έγραψα αυτά που είδα τη νύκτα της 5ης
Σεπτεμβρίου, όταν εμφανίστηκε ο Άγιος Νικόλαος.
Οι Σημειώσεις μου έφθασαν, μέσω του Ερυθρού Σταυρού, στα χέρια της γυναίκας μου, η οποία αργότερα μου
είπε ότι συγκλονήστηκε και ενημέρωσε όλους τους συγχωριανούς μου για την εμφάνιση του Αγίου Νικολάου.
Στις 28 Οκτωμβρίου, όταν απελευθερώθηκα, πήγαμε κατευθείαν στη Νατά.
Ήταν 1.30 το πρωί και όλοι οι συγχωριανοί μου, που ήταν ειδοποιημένοι, βρίσκονταν στο πόδι,
ενώ η καμπάνα της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου κτυπούσε χαρμόσυνα".
4) Ο Αγιος Νικόλαος φανερώνεται στον νεωκόρο.Το παρόν θαύμα καθώς και το επόμενο τα αφηγήθηκε η κα Σύλβια Λεωνίδου - Ονησιφόρου από την Λεμεσό
και τα κατάγραψε ο κος Κυριάκος Νικολαίδης στο βιβλίο "Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΙΑ ΤΟΥ
ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ" (Έκδοση Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Λεμεσού).
Αρχίζει η αφήγηση... Ο παππούς μου δηλαδή ο πατέρας της μητέρας μου, ονομαζόταν Ιωάννης Κυριακίδης.
Υπηρέτησε στην μικρή εκκλησία του Αγίου Νικολάου σαν νεωκόρος περισσότερο από τριάντα χρόνια.
Ήταν ένας τίμιος, ειλικρινής, ταπεινός και καλός άνθρωπος και αγαπούσε πάρα πολύ την Εκκλησία και είχε
μεγάλη αδυναμία στον Αγιο Νικόλαο. Τον είχε πάντοτε προστάτη και βοηθό του.
Η Ιερά Μητρόπολη Κιτίου (η Λεμεσός υπαγόταν στην Μητρόπολη Κιτίου) είχε παραχωρήσει στον παππού μου
το ένα από τα δυο σπίτια που υπήρχαν κοντά στη Εκκλησία, ακριβώς εκεί που στεγάζεται σήμερα το
Ενοριακό Κέντρο, και ζούσε μαζί με τη γυναίκα του Ελένη. Στο άλλο σπίτι έμενε ο ιερέας με την οικογένειά του.
Ένα βράδυ του χειμώνα, που βροχές έρχονταν και βροχές έφευγαν, είχε μιά μεγάλη καταιγίδα.
Ήταν χαλασμός κόσμου. Βροντές ακούγονταν από μακρυά και μεγάλες αστραπές έσχιζαν τον ουρανό από ανατολή
σε δύση.
Μεγάλη ερημιά και βαθύ σκοτάδι επικρατούσε παντού. Ούτε φώτα υπήρχαν, ούτε φεγγάρι, ούτε άστρα,
γιατί ο ουρανός ήταν σκεπασμένος από μαύρα πυκνά σύννεφα.
Ο παππούς μου είχε πλαγιάσει νωρίς. Περασμένα τα μεσάνυκτα. Η γιαγιά ξαφνικά άκουσε να σηκώνεται από το
κρεββάτι του ο παππούς και τον βλέπει να ρίχνει βιαστικά πάνω στους ώμους του το φτωχικό του σακκάκι,
έτοιμος να βγεί έξω από το σπίτι.
Αμέσως η γιαγιά μου του έβαλε τις φωνές.
"Που πας Γιαννή, τέτοια ώρα;" Ο δε παππούς ήρεμος και με σιγανή φωνή
απαντά. "Μη φοβάσαι,Ελένη. Ήρθε ο Άγιος Νικόλαος και μου είπε ότι έπεσε η ασημένια εικόνα του κάτω στο πάτωμα
της εκκλησίας και θα πάω να την σηκώσω".Παρόλες τις προτροπές της γιαγιά να μην πάει μέσα σε τέτοια φοβισμένη και βροχερή νύκτα, εντούτοις ο παππούς
πήγε γρήγορα στον ναό χωρίς να χάσει λεπτό.
Μετά από λίγη ώρα επέστρεψε μούσκεμα σαν παπί, αλλά πολύ ικανοποιημένος και ευχαριστημένος.
Είχε πράγματι δίκαιο. Η ασημένια εικόνα του Αγίου Νικολάου ήταν πεσμένη στο πάτωμα της εκκλησίας,
όπως του είχε πεί προηγουμένως ο Άγιος.
Ο παππούς σήκωσε την εικόνα του αγίου με μεγάλο σεβασμό και με πολλή ευλάβεια και την τοποθέτησε ξανά
στην παντοτινή της θέση.
Κάνοντας το σταυρό του τρείς φορές προσκύνησε τον Άγιο Νικόλαο και αφού κλείδωσε την πόρτα της εκκλησίας,
γύρισε μέσα στις βροχές στο φτωχικό του κρεββατάκι, για να συνεχίσει τον ύπνο του,ευχαριστημένος και
ικανοποιημένος πλέον, γιατί είχε πράξει στο ακέραιον το καθήκον του.
hellas-orthodoxy
yiorgosthalassis