ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

και όχι μόνο.......

Moderator: inanm7

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 8:32 pm

Η κριτική των Νεοπαγανιστών προς τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο το μόνο που αποδεικνύει είναι την άγνοια για τις αντίστοιχες απόψεις των Αρχαίων Ελλήνων:
α') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο που υπερασπίζεται την παρθενία (Περί παρθενίας, PG 45, 533), ότι «δεν σκέφτεται καθόλου πως αν όλοι δέχονταν τις απόψεις του, η κοινωνία θα εξαφανιζόταν». Τότε να κατηγορήσουν και την παρθένα εθνική Υπατία, και τον Δημόκριτο που δεν επιθυμούσε παιδιά, και τον Επίκουρο που πίστευε ότι η συνουσία ποτέ δεν ωφέλησε σε κάτι.
β') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο που καταφέρεται κατά του Πυθαγόρα. Τότε να κατηγορήσουν και τον Ηράκλειτο που καταφέρεται επίσης κατά του Πυθαγόρα λέγοντας: «Ο Πυθαγόρας έκανε μια δική του σοφία: πολυμάθεια, κακοτεχία» και «Η πολυμάθεια δε διδάσκει να έχεις νου. Αν ήταν έτσι, θα είχε διδάξει και τον Πυθαγόρα».
γ') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο που καταφέρεται κατά του Πλάτωνα. Τότε να κατηγορήσουν και τον Διογένη τον Κυνικό που καθημερινώς διέσυρε τον Πλάτωνα: «όταν ο Πλάτων διετύπωσε τον ορισμό ότι ο άνθρωπος είναι ζώο δίποδο και άπτερο και είχε κάνει μεγάλη εντύπωση με αυτά τα λόγια του, ο Διογένης μάδησε έναν κόκορα, τον πήγε στην Ακαδημία και του είπε: αυτός είναι ο άνθρωπος του Πλάτωνα» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 40).
δ') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο ότι ειρωνεύεται και βρίζει τους Έλληνες φιλόσοφους συνολικά ως «δειλούς, αλαζόνες φιλόδοξους που ποτέ δεν έκαναν το σωστό». Τότε να κατηγορήσουν και τον Εθνικό Ιάμβλιχο που χαρακτηρίζει τους Έλληνες ανώριμους από την ίδια τη φύση τους, χωρίς εσωτερικότητα, ανίκανους να ανακαλύψουν μόνοι τους την αλήθεια˙ τους κατηγορεί ότι αλλοιώνουν με τη λεπτολογία τους όσα μαθαίνουν από τους άλλους λαούς.
ε') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο που θεωρεί τον Σωκράτη ως έναν εκ των αισχρότερων φιλοσόφων. Τότε να κατηγορήσουν και το Λουκιανό που αποκαλεί «σοφιστή» και «ψευτογενναίο» τον Σωκράτη, «τον πιο αχρείο από όλους τους κόλακες» τον Αριστοτέλη και «αλαζόνα και κουτό» τον Εμπεδοκλή. Επίσης τον Επίκουρο που έλεγε «αχθοφόρο» και «δασκαλάκο» τον Αριστοτέλη και τον Πρωταγόρα.
στ') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο που γράφει ότι ο θάνατος είναι προτιμότερος από τη ζωή. Τότε, αν είναι συνεπείς, ας κατηγορήσουν και τον Πλάτωνα που υποστηρίζει ότι τίποτα δεν υπάρχει καλύτερο, και γι’ αυτό ακόμη το σώμα, από τη νέκρωσή του: «σώματι διαλύσεως οὐκ ἔστιν ἢ κρεῖττον» (Νόμοι, 828d).
ζ’) Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο που με σκληρή γλώσσα καταδικάζει μαντεία και μαντική και τα μαγικά ξόρκια και φυλακτά. Τότε να κατηγορήσουν και τον Ξενοφάνη που απέρριπτε την μαντική και τον Πλάτωνα που νομοθετεί εναντίον της νόμους.
η’) Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο που είναι πικρόχολος για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Τότε να κατακρίνουν τον Ευριπίδη, τον Ξενοφάνη, τον Διογένη τον Κυνικό, τον Παυσανία, τον Επίκτητο, το Φιλόστρατο και τον Γαληνό που είναι αντίθετοι με το αθλητικό ιδεώδες και πρακτική της εποχής τους.
θ’) Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο ότι ήταν μισογύνης ώς το κόκκαλο. Αυτό είναι αναληθές βέβαια, αλλά αν ισχύει, τότε οι Νεοπαγανιστές να κατηγορήσουν και τον Ευριπίδη, γιατί κι αυτός ήταν μισογύνης ώς εκεί που δεν πήγαινε άλλο. Και τον Αντιφάνη και τον Ησίοδο, τουλάχιστον.
ι') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο επειδή καταδικάζει την ειμαρμένη. Και καλά κάνουν που τον κατηγορούν, διότι όποιος πιστεύει σε μοίρα είναι απλώς... μοιρολάτρης.
ια') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο επειδή καυτηριάζει όσους πηγαίνουν στον Ιππόδρομο και στο θέατρο. Τότε να καταδικάσουν και τον Ιουλιανό που δεν πατούσε στα θέατρα και μάλιστα αποκαλεί τις θεατρικές παραστάσεις των ημερών του «ξεδιάντροπες θεατρικές παραστάσεις» (Επιστολή στον Αρσάκειο, παγανιστή ιερέα της Γαλατίας). Γράφει ο Ιουλιανός στον Μισοπώγωνα: «Περιορίζω τον εαυτό μου, τον κρατάω μακριά από τα θέατρα. (…) Αποστρέφομαι τις ιπποδρομίες.» Να κατηγορήσουν και τον Πλάτωνα που τόσο πολύ μισούσε το θέατρο, ώστε αποκαλούσε θεατροκρατία τις παραστάσεις (Γιάνη Κορδάτου, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, εκδ. Μπουκουμάνη, σ. 310). Οι θεατρικές παραστάσεις της εποχής εκείνης ήταν εντελώς αισχρές για την εποχή εκείνη, συμμετείχαν ακόμη και σε γυμνά σόου επί σκηνής γυναίκες ηθοποιοί με θεατρίνους και δεν είχαν καμμία σχέση με τις κλασσικές παραστάσεις του 4ου π.Χ. αι.
ιβ’) Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο επειδή θεωρεί ντροπή να οδύρεται κανείς, όπως οι «Έλληνες», για το θάνατο οικείου του. Τότε να κατακρίνουν και τη Σπάρτη, που απαγόρευε στις μανάδες των φονευθέντων στρατιωτών το θρήνο (Fustel De Coulanges, Η Αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 347). Να κατηγορήσουν και το Λυκούργο: «Ο Λυκούργος κατάργησε επίσης (..) τα πένθη και τα μοιρολόγια» (Πλούταρχου, Τα παλαιά των Λακεδαιμονίων επιτηδεύματα, 18 (238d)).
ιγ') Κατακρίνουν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο, επειδή καυτηριάζει το γυναικειο καλλωπισμό. Τότε να κατακρίνουν και το Σόλωνα που απαγόρευε στις γυναίκες να έχουν μαζί τους έξω πάνω από τρία φορέματα.
ιδ') Κατακρίνουν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο επειδή κατακρίνει τα πολλά γέλια. Τότε να κατακρίνουν και τον Πλάτωνα που τα απαγορεύει για τους νέους και δεν θέλει να παρουσιάζονται οι θεοί γελαστοί.
ιε') Κατηγορούν τον Χρυσόστομο επειδή απορρίπτει την Πολιτεία του Πλάτωνα υβρίζοντας την νοητική σύλληψή της. Καλά κάνουν, διότι επρόκειτο για μια πολιτεία όπου κανένας δεν ήξερε τον πατέρα και τη μητέρα του˙ ή μάλλον, μια πολιτεία όπου οι μανάδες όλων ήταν κοινές. Ο ίδιος ο Πλάτωνας σε ωριμότερη ηλικία γράφοντας τους Νόμους, πολλά από αυτά που πρότεινε στην Πολιτεία δεν τα επαναλαμβάνει. Κι ο Αριστοτέλης απέρριπτε την Πολιτεία.
ιστ') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, επειδή θέλει τις κοπέλες να μη βγαίνουν έξω από τα σπίτια τους. Τότε να κατηγορήσουν και τους Πολυθεϊστές Αρχαίους Αθηναίους για το ίδιο πράγμα καθώς και τον Ξενοφώντα που γράφει «Για τη γυναίκα είναι περισσότερο πρέπον να μένει στο σπίτι παρά να τριγυρνάει έξω» (Οικονομικός 7,3).
Κατακρίνοντας λοιπόν, τον Χρυσόστομο οι Νεοπαγανιστές καταλήγουν να κατακρίνουν τμήμα της ελληνικης αρχαιότητας. Ίσως το μίσος των Νεοπαγανιστών ειδικώς με τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο οφείλεται στο ότι τους είχε τσακίσει με το συγγραφικό του έργο, γι’ αυτό έχουν τόση λύσσα εναντίον του, ειδικά επειδή ο Εθνικός ρήτωρ Λιβάνιος είχε πει, πως θα έχριζε διάδοχό του τον Ιωάννη Χρυσόστομο «αν δεν τον είχαν πάρει οι Χριστιανοί» (Σωζομενός, 8, 2). Ο Χρυσόστομος, σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόλογο του 19ου αι. Βιλάμοβιτς, δεν ήταν ένας τυχαίος ρήτορας˙ ήταν τόσο δεινός ρήτορας που οι υπόλοιποι ρήτορες της εποχής του φάνταζαν βάρβαροι μπροστά του. Δεν είναι δα και ελάχιστα οδυνηρό να συντρίβονται από κάποιον που θα μπορούσε να ήταν δικός τους. Ο κ. Γ. Σιέττος, που κατηγορεί ως ανθέλληνες τους πατέρες της Εκκλησίας, σ’ ένα βιβλίο του αφιερώνει 62 ολόκληρες σελίδες στον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο (ενώ για άλλους 61 εκκλησιαστικούς συγγραφείς αφιερώνει μόνο από μία έως τέσσερις σελίδες στον καθένα!) κατηγορώντας τον για πράγματα παρόμοια με τις προαναφερθείσες κατηγορίες.
Οι Ν/Π καταφέρονται ενάντια στην Ομιλία ΞΣΤ’ 3 (Εις τον Αγιον Ιωάννην Ευαγγελιστήν). Τι λέει όμως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και γιατί; Λέει: «Διότι αυτοί οι άνθρωποι [οι Εθνικοί] δε μπόρεσαν να ανακαλύψουν τίποτε λογικό, ούτε σε ό,τι αφορά το θεό ούτε την δημιουργία, και πράγματα που μια χήρα Χριστιανή είναι εξοικειωμένη, ο Πυθαγόρας δεν τα ήξερε, αλλά είπε ότι η ψυχή μετατρέπεται σε θάμνο, ή σε ψάρι ή σε σκύλο. Σ’ αυτά, πείτε μου, πρέπει να δώσετε προσοχή; (...) Για παράδειγμα, ο πρώτος ανάμεσά τους είπε ότι το νερό ήταν θεός, ο διάδοχός του την φωτιά, ένας άλλος τον αέρα και όλοι κατέληγαν σε πράγματα σωματικά. Θα ΄πρεπε εμείς, πείτε μου, να θαυμάζουμε αυτούς που ποτέ δεν είχαν την ιδέα ενός ασώματου θεού;» Δεν λέει κάτι παράλογο ο Χρυσόστομος, κι όλες αυτές τις ιδέες περί υλικού Θεού τις ονομάζει πύον και ακαθαρσίες και σκουλίκια.
Ορισμένοι απορούν για το ύφος του Χρυσοστόμου. Η αλήθεια είναι ότι ο Χρυσόστομος απλώς εκινείτο στο πλαίσιο των ανεκτών ρητορικών υπερβολών της εποχής του. Η γλώσσα του «φέρει τα γνωρίσματα της ρητορείας της εποχής και δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από αυτήν. Έτσι, η φράση «μιαροὶ καὶ παμμίαροι» δεν ακουόταν τότε, όπως τα σημερινά «βρωμεροί και πανάθλιοι», που είναι μετάφραση του συγγραφέα. Το ίδιο ισχύει και για την φράση «κἂν πάνυ ἀναισχυντοῖεν» και τη σημερινή απόδοσή της «τελείως ανδιάντροποι»!» (π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;, εκδ. Αρμός, σ. 87). Ο Χρυσόστομος δεν μισεί τους Εθνικούς, διότι κατηγορεί τους Χριστιανούς ότι «ἡμεῖς γὰρ ἐσμὲν αἴτιοι, ἡμεῖς, τοῦ μένειν αὐτοὺς ἐπὶ τῆς πλάνης» (Ομιλία ΟΒ’, «Περί της αγάπης και βίου ορθού..»). Ερμηνεύοντας, μάλιστα, το δ’ κεφάλαιο των Πράξεων (PG 60,96 ε.) ασκεί αυστηρή κριτική στους Χριστιανούς, διότι, αν ακολουθούσαν την κοινοκτημοσύνη των Χριστιανών των Ιεροσολύμων, «τίς ἂν Ἕλλην ἔμενεν λοιπόν;» Το αντιφατικό με τους κατήγορους του Χρυσοστόμου είναι, ότι οι μεν Εβραίοι τον κατηγορούν ως αντιιουδαίο, ενώ οι Νεοπαγανιστές ως εβραιόψυχο ανθέλληνα. Κι αυτό, γιατί δεν καταλαβαίνουν τα κίνητρα του Χρυσοστόμου.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούμε στον υποτιθέμενο αντισημιτισμό του Χρυσόστομου. Αρχικά, αναφορικά με τους τίτλους Κατά Ιουδαίων ορισμένων λόγων του πρέπει να γνωρίζουμε ότι «οι τίτλοι δεν ανήκουν στους ίδιους τους Πατέρες, αλλά στους αντιγραφείς ή πρώτους εκδότες» (π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;, εκδ. Αρμός, σ. 79). Επιπλέον πρέπει να γνωρίζουμε την αιτία για τη συγγραφή των ομιλιών αυτών: «Στην Αντιόχεια...μεγάλες ομάδες [των Χριστιανών] δεν διέκριναν μεταξύ χριστιανισμού και ιουδαϊσμού και γι’ αυτό μετείχαν στις θρησκευτικές εορτές, στις τελετές και στις νηστείες των ιουδαίων. Χριστιανοί ζητούσαν θαυματουργίες από τους ραββίνους με τα φυλακτά και τις τελετές που αυτοί ενεργούσαν. Το γεγονός αυτό είχε τεράστια σωτηριολογική και θεολογική σημασία για τον Χρυσόστομο, που το έβλεπε ως επικίνδυνη πληγη, αφού η σωτηρία προϋποθέτει απαραίτητα ενσυνείδητη ορθή πίστη και γνήσια λατρεία. Έτσι αποφασίζει να ομιλήσει για τους ιουδαίους διακόπτοντας μάλιστα τις Ομιλίες του Περί ακαταλήπτου του Θεού και Κατά Ανομοίων, όχι από ιδεολογική εναντίον τους τοποθέτηση, αλλά για να θεραπεύσει την πληγή, το "νόσημα" των χριστιανών και να τους προστατεύσει από θρησκευτικές πράξεις που θέτουν σε κίνδυνο την σωτηρία τους (...) Πρέπει να λεχθεί ότι ο Χρυσόστομος δεν μιλούσε αυστηρά μόνο κατά των ιουδαίων. Με τον ίδιο και πιο αυστηρό τρόπο μιλούσε και κατά των Ανομοίων, των αιρετικών γενικά και των Γνωστικών ή των εθνικών. Αυτό συνέβαινε, διότι ο λόγος των αντιαιρετικών και των αντιιουδαϊκών Ομιλιών του υπήρξε ο ίδιος, η προστασία των πιστών από τις ετεροδιδασκαλίες» (Στ. Π. Παπαδόπουλος, στο π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;, εκδ. Αρμός, σ. 81, 84). Ο Χρυσόστομος ούτε φυλετιστής ήταν βέβαια, προτρέπει μάλιστα – όπως παραθέσαμε το σχετικό εδάφιο – να μην ανταποδίδουν το κακό στους Ιουδαίους οι Χριστιανοί.
Τον Χρυσόστομο τον επαίνεσαν ακόμη και άνθρωποι σαν τον Κορδάτο. Γράφει ο Κορδάτος για την εποχή του Χρυσοστόμου: «Μόνο ένας στάθηκε τίμιος και υποστηριχτής του λαού. Αυτός ήταν ο Πατριάρχης Ιωάννης, που ο λαός τον ονόμασε Χρυσόστομο. Μέρα νύχτα διαμαρτύρονταν για τις αισχρότητες που γίνονταν στο παλάκι και για την εκμετάλλευση του κοσμάκη (...). Αγωνίστηκε όσο μπορούσε να συγκινήση τους παλατιανούς, τους παραλήδες και τους ευγενείς να πάρουν τα μέτρα που έπρεπε, μα δεν κατάφερε τίποτα. (...) Επειδή όμως δεν χάριζε κάστανα σε κανένα και ξεσκέπαζε τις βρωμιές του παλατιού και της αριστοκρατίας κι ακόμα μαστίγωνε και πολλούς κληρικούς, βρήκε τον μπελά του. Η βασίλισσα,που μισούσε τον Χρυσόστομο και οι φίλοι της οι παλατιανοί, τα κατάφεραν να καλέσουν Σύνοδο, να τον καθαιρέσουν και να τον εξορίσουν. Μα επειδή έγιναν ταραχές και οι λαϊκές μάζες ξεσηκώθηκαν, αναγκάστηκαν να τον φέρουν από την εξορία και να του ξαναδώσουν τον πατριαρχικό θρόνο.
Ο Χρυσόστομος, φυσικά, δεν άλλαξε μυαλά. Μαχητικός και αγωνιστής άρχισε τα ίδια. Οι ρητορικοί του λόγοι ήταν καφτό σίδερο για τους παλατιανούς και τους εκμεταλλευτές του λαού. Βλέποντας σε ποια αθλιότητα και δυστυχία είχαν καταντήσει οι παραγωγικές μάζες, ύψωσε τη φωνή του και συνιστούσε να παρθούν μέτρα για να σταματήση το κακό. Σ’ ένα λόγο του (Ομιλία 61 εις Ματθαίον, PG 58, 591) μαζί με άλλα στιγμάτιζε τους μεγαλοχτηματίες και γενικά τους εκμεταλλευτές των καλλιεργητών της γης.
Ένας τέτοιος όμως ιεράρχης που στέκονταν δίπλα στον πάσχοντα λαό, δεν ήταν ανεχτός στην κυρίαρχη τάξη και στους παλατιανούς, που τους ξεσκέπαζε τα αίσχη τους. Γι’ αυτό τον ξανάστειλαν στην εξορία, όπου και πέθανε» (Γιάνη Κορδάτου, Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου, εκδότης Πέτρος Δ. Καραβάκος, Αθήνα 1953, σ. 57-58). Αυτός ήταν ο Χρυσόστομος, που κάτι υβριστές τον αποκαλούν ανθέλληνα.

15h ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές ακόμη κι αυτόν τον Μέγα Βασίλειο ως ανθέλληνα!
-αποκαλούν ανθέλληνα τον Μ. Βασίλειο που, στον λόγο του «Εν Λιμώ και Αυχμώ» επαινεί την Αρχαία Σπάρτη και τους Έλληνες γράφοντας «..Σε μερικούς από τους Έλληνες η φιλανθρωπία ήταν νόμος, με την καθιέρωση κοινών συσσιτίων, με τη δημιουργία σχεδόν κοινής εστίας για το λαό»! ( «Αἰδεσθῶμεν Ἑλλήνων φιλάνθρωπα διηγήματα. Παρά τισιν ἐκείνων νόμος φιλάνθρωπος μίαν τράπεζαν, καὶ κοινὰ τὰ σιτία, μίαν ἑστίαν σχεδὸν τὸν πολυάνθρωπον δῆμον ἀπεργάζεται») (PG 31, 324C).
-αποκαλούν ανθέλληνα αυτόν που εκαυχάτο πως το γένος της μητέρας του, της Εμμέλειας, κατάγεται από τους Μολιονίδες-Ηρακλείδες, δηλαδή είναι γνήσιο ελληνικό.
-αποκαλούν τον Μέγα Βασίλειο όχι απλώς «ανθέλληνα», αλλά και «φονιά και εγκληματία» που «έφερε σφαγές» (εννοείται δίχως αποδείξεις). Τον Μ. Βασίλειο, ο οποίος τόσο πολύ φρόντιζε, ανεξαρτήτως θρησκείας, για το λαό της Καππαδοκίας, ώστε την κηδεία του παρακολούθησαν εκτός από τους Ορθοδόξους ακόμη και οι Ειδωλολάτρες και οι Ιουδαίοι θρηνώντας για το θάνατό του, γιατί υπήρξε και δικός τους ευεργέτης σώζοντάς τους από βέβαιο θάνατο (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Κ. Παπαρηγόπουλου, 1885, επανέκδ. εκδ. Κάκτος, 1992, τ. 8, 3). «Ο Θεός δεν αγαπά αυτό που γίνεται αναγκαστικά, αλλά αυτό που κατορθώνεται με την αρετή. Η δε αρετή επιτυγχάνεται με την ελεύθερη προαίρεση», γράφει ο Μέγας Βασίλειος (Ότι ουκ έστιν αίτιος των κακών ο Θεός, 7 (PG 31, 345B)). Αυτόν κατηγορεί ο Βλ. Ρασσιάς (στο Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Α’, σ. 240) ότι «προτρέπει ευθέως σε εξόντωση όλων των "αιρετικών"».
-αποκαλούν ανθέλληνα τον Μέγα Βασίλειο, αυτόν που αποκαλεί τον Όμηρο «δάσκαλο όλων των αρετών» και προτρέπει την ανάγνωσή του, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα που αποτρέπει από αυτήν.
-αποκαλούν ανθέλληνα τον Μ. Βασίλειο, ο οποίος γράφει ότι η μελέτη των Ελληνικών κειμένων είναι πολύ ωφέλιμη, είτε αυτά συμφωνούν με το Χριστιανισμό είτε όχι. Αυτόν αποκαλούν ανθέλληνα οι «Έλληνες Εθνικοί».
-Οι Νεοπαγανιστές υποστηρίζουν ότι ο Μέγας Βασίλειος στο έργο του Προς τους νέους δεν προσπαθεί να υπερασπίσει την αρχαία γνώση, αλλά απλώς να υποδείξει στους νέους με ποιον τρόπο μελετώντας τα αρχαία κείμενα θα έπαιρναν τα καθεαυτά καλά. Η κατηγορία των Νεοπαγανιστών προϋποθέτει έναν κρυφοεθνικισμό: ότι όλα όσα είπαν οι αρχαίοι είναι καλά. Πράγμα που δεν ευσταθεί φυσικά. Υπήρξαν πολλοί φιλόσοφοι με αντίθετες απόψεις. Λογικά, τουλάχιστον σ’ αυτήν την περίπτωση, δεν γίνεται να είναι ταυτόχρονα καλές οι απόψεις δύο συγκρουόμενων φιλοσόφων! Πολύ καλά και λογικά λοιπόν, ο Μέγας Βασίλειος κατανοεί ότι, δεν είναι καλά όλα όσα είπαν οι αρχαίοι, και θέλει να διδάξει τον τρόπο να αποφεύγονται τα άσχημα και να επιλέγονται τα καλά. Οι Νεοπαγανιστές κάνουν το αντίθετο, προφανώς. Αλλά, σ’αυτήν την περίπτωση, ας μας πουν, γιατί ο Ιουλιανός απαγόρευε σε ειδωλολάτρες την ανάγνωση των έργων του Επίκουρου, του Αρχίλοχου, του Πύρρωνα κ.ά.; Μήπως επειδή εννούσε, όπως κι ο Μ. Βασίλειος, ότι δεν είναι όλα καλά; Αλλά, αφού θεωρούν ότι είναι «ανθελληνικό» να συνιστάς επιλεκτική ανάγνωση των αρχαίων κειμένων, τότε να κατηγορήσουν και τον Πλούταρχο, ο οποίος έγραψε το Πώς δει τον νέον ποιημάτων ακούειν, στο οποίο προτείνει επιλεκτική προσέγγιση των αρχαίων ποιητών. Ανθέλληνας, λοιπόν, κι ο Πλούταρχος, αφού απορρίπτει τμήμα των «ελληνικών λόγων».

Στο έργο του Προς τους νέους, ο Μέγας Βασίλειος επαινεί (κεφ. 3) τον Ησίοδο για τους στίχους 285-290 του Έργα και Ημέραι, που γράφτηκαν για να προτρέπονται οι νέοι στην αρετή. Γράφει (κεφ. 4) «πᾶσα μὲν ἡ ποίησις τῷ Ὁμήρω ἀρετῆς ἐστὶν ἔπαινος». Επαινεί τον Θέογνι (Ελεγεία, 157) και τον Σόλωνα (Πλούταρχου, Σόλων, 3) για την άποψή τους περί πλούτου. Γράφει για τον φιλόσοφο Πρόδικο ότι «πρέπει να προσέξουμε και αυτόν, διότι ο άνδρας δεν είναι αξιοκαταφρόνητος» και συνεχίζει «σχεδόν όλοι αυτοί [οι μη Χριστιανοί] που φημίζονται για τη σοφία τους, ο καθένας, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, ανάλογα με τη δύναμή τους, εξύμνησαν την αρετή στα συγγράμματά τους. Σ’ αυτούς πρέπει να δώσουμε εμπιστοσύνη και να προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε τους λόγους τους στη ζωή μας». Επίσης επαινεί τον Περικλή και τον Ευκλείδη από τα Μέγαρα, για την απάθειά τους προς τους υβριστές, την οποία παρομοιάζει με την προτροπή του Κατά Ματθαίον 5, 44. Επαινεί (κεφ. 5) τον Σωκράτη για την αταραξία του γράφοντας «επειδή αυτά τα παραδείγματα οδηγούν σχεδόν στον ίδιο σκοπό με τα δικά μας, των Γραφών, λέω ότι αξίζει πολύ να τα μιμηθείτε κι εσείς» και παρομοιάζοντας τη συμπεριφορά τους με την προτροπή του κατά Ματθαίον 5, 39. Επαινεί ο Μέγας Βασίλειος την ηθικότητα του Αλέξανδρου προς τις αιχμάλωτες γυναίκες του Δαρείου (Αρριανού, Ανάβασις, 4, 19, 7) λέγοντας πως μοιάζει σαν εφαρμογή του Κατά Ματθαίον 5, 28. Επαινεί τον Κλεινία, μαθητή του Πυθαγόρα, που δεν έδινε όρκο (Ιάμβλιχου, Βίος Πυθαγόρα, 28), όπως ακριβώς προστάζει η Έξοδος, 20, 7. Θαυμάζει (κεφ. 7) την ολιγάρκεια του Διογένη για τα ρούχα (Διογένης Λαέρτιος, 6, 2, 54), επαινεί τη σωστή χρήση της μουσικής από τον Πυθαγόρα, την αντίληψη του Πυθαγόρα για τη λαιμαργία. Βρίσκει κοινή την άποψη του απ. Παύλου (Προς Ρωμ. 13, 14) και του Πλάτωνα (Πολ., 411a) ότι το σώμα πρέπει να το φροντίζουμε όσο πρέπει κι όχι υπερβολικά. Θαυμάζει (κεφ. 8) τον Διογένη για την περιφρόνησή του προς τα περιττά αγαθά, γεγονός που τον έκανε «πλουσιότερο από τον μεγάλο βασιλιά». Βρίσκει σωστό το ρητό του Σωκράτη (Δίωνα Χρυσόστομου, Περί βασιλείας, 3, 102) ότι ο τρόπος χρήσης του πλούτου κι όχι ο πλούτος καθεαυτός είναι η αιτία για θαυμασμό. Κρίνει σωστή τη συμβουλή του φιλόσοφου Βίαντα στο γιό του (Διογένης Λαέρτιος, 1, 5, 88). Προτρέπει να θυμόμαστε τη συμβουλή του Πυθαγόρα, ότι καθένας μόνος του πρέπει να διαλέγει τον άριστο βίο (Πλούταρχου, Περί εξορίας, 8).

15i ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει (Επιστολή λβ’, Φιλαγρίω): «Επαινώ των στωικών τη μεγαλοφροσύνη και τη γενναιότητα, που διδάσκουν ότι καθόλου τα εξωτερικά πράγματα δεν εμποδίζουν στην ευδαιμονία. (...) Θαυμάζω επίσης και τους ομοίους [όσων υπέμειναν με γενναιότητα τη δυστυχία] των από τους εθνικούς λ.χ. τον Ανάξαρχο, τον Επίκτητο, το Σωκράτη, για να μην αναφέρω πολλούς». Επιδοκιμάζει την άποψη των τραγικών (Επιστολή πη’, Νεκταρίω) «να μην απολαμβάνεις μόνς την ευτυχία, όπως λένε οι τραγικοί, αλλά να συμμερίζεσαι κατά ένα μέρος και τα δεινά των φίλων σου». Επίσης (Λόγος κη’, 4) «Πρέπει να θέσωμεν ως αρχή το εξής που είπε κάποιος, επιτυχώς κατά τ γνώμη μου, από τους Έλληνες θεολόγους φιλοσοφώντας περί Θεού [Πλάτων, Τίμαιος, 28c]» και (Λόγος λα’, 5): «οι θεολογικότεροι εκ των Ελλήνων εικά και μάλιστα αυτοί που μας πλησιάζουν περισσότερον, το εφαντάσθησαν [το Άγιο Πνεύμα] μεν, όπως εγώ νομίζω, αλλά διεφώνησαν εις την ονομασίαν, και το ωνόμασαν "νουν του παντός" ή "θύραθεν νουν" και τα παρόμοια» και (Εις Ήρωνα τον φιλόσοφον, 6): «Από την Κυνικήν φιλοσοφίαν περιεφρόνησε την αθεΐαν, επήνεσε την απλότητα αυτής». Επίσης αποκαλεί εραστές της σωφροσύνης ο άγιος Γρηγόριος τον Επίκουρο, τον Πολέμωνα, τον Δίωνα, τον Μέγα Αλέξανδρο (λόγος Περί αρετής, PG 37, 736): «Ποιος δεν έχει ακούσει για τον κυνικό από τη Σινώπη; Τι άλλο πρέπει να σας πώ παρά ότι ήταν τόσο ολιγαρκής και λιτοδίαιτος;» (στ. 218)• «Ο Επίκουρος αγωνιζόταν η ηδονή να είναι το έπαθλο των δικών μου αγώνων, στην οποία καταλήγουν όλα τα καλά των ανθρώπων» (στ. 787)• «κόσμια και φρόνιμα ζούσε βοηθώντας με τη ζωή του τη διδαχή του» (στ. 791)• «ποιος πάλι δεν επιδοκιμάζει τούτο που έκανε ο Αλέξανδρος;» (στ. 818).
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον «Κατά Ιουλιανού» λόγο του, ο οποίος γράφτηκε αμέσως μετά τον θάνατο του Ιουλιανού, την αποτυχία του διωγμού των Χριστιανών από τους Παγανιστές και την οριστική επικράτηση του Χριστιανισμού και που μερικοί τον κρίνουν ως «δείγμα δειλίας» γράφει (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός δεύτερος, 36-37) τα εξής πράγματα: «Συνηθίζει ο άνθρωπος, όταν έρθει στην εξουσία, να αντιδρά κακώς, όταν μάλιστα συμβεί να είναι δίκαια οργισμένος για όσα υπέφερε, ελάχιστα πείθεται σε λόγο που ανακόπτει το θυμό. Είναι άξιο όμως να ακουστεί και να γίνει ευπρόσδεκτο. Ας μη χρησιμοποιήσουμε την ευκαιρία με απληστία, ας μην απολαύσουμε με ηδονή την εξουσία, ας μη κάνουμε αυτά που καταδικάσαμε. Αλλά αφού απολαύσαμε την μεταβολή, όσο για να αποφύγουμε τα δεινά, ας μισήσουμε ό,τι έχει σχέση με αντεκδίκηση. Είναι αρκετή τιμωρία στους μέτριους ο φόβος αυτών που τους είχαν λυπήσει και η προσδοκία ότι θα πάθουν αυτά που τους αξίζουν.
Ας μη θελήσουμε να συναγωνιστούμε στην οργή, ούτε να φανούμε υποδεέστεροι τιμωροί από όσο αξίζουν. Αλλά επειδή δεν μπορούμε να εισπράξουμε το παν, ας συγχωρήσουμε το παν. Ας γίνουμε κατά τούτο ανώτεροι και υψηλότεροι από εκείνους που μας αδίκησαν. Ας δείξουμε τι διδάσκουν οι δαίμονες σ’ αυτούς και με τι μας εκπαιδεύει ο Χριστός. Ας αυξήσουμε το μυστήριο με αγαθότητα.
Ας νικήσουμε με επιείκια αυτούς που μας τυράννησαν. Αν κανείς έχει βασανιστεί πολύ σκληρά, ας αφήσουμε στο Θεό τους βασανιστές και στο μετά θάνατο δικαστήριο. Ας μη διανοηθούμε δήμευση της περιουσίας, ας μη τους οδηγήσουμε ενώπιον δικαστηρίων, ας μη τους απελάσουμε από την πατρίδα, ας μη τους βασανίσουμε με μαστίγια και, για να μιλήσω με συντομία, ας μη τους κάνουμε τίποτε από όσα πάθαμε. Ας τους κάνουμε κι αυτούς επιεικέστερους, ει δυνατόν, με το δικό μας παράδειγμα.
Αν κανενός ο γιος, ο πατέρας, η γυναίκα, κάποιος συγγενής, φίλος ή κανείς άλλος από τα προσφιλή του πρόσωπα έχει βασανιστεί, ας καταστήσουμε σε όλους τα πάθη τους άξια μισθαποδοσίας με το να τους πείσουμε να υποφέρουν με καρτερία όσα υπέστησαν. Ας τους χαρίσουμε αυτό ως το μεγαλύτερο από κάθε άλλο δώρο».
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ρωτά έναν φανταστικό Ειδωλολάτρη (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 98): «Σκέψου αυτό: κατά τον καιρό που εμείς είχαμε τη δύναμη, πότε έγινε κάτι τέτοιο από τους Χριστιανούς εις βάρος των δικών σας, από αυτά που συνέβησαν πολλές φορές εις βάρος των Χριστιανών; Ποια ελευθερία ενέργειας σας στερήσαμε; Εναντίων τίνων εξεγείραμε εμπαθείς όχλους; Επί τίνων τοποθετήσαμε άρχοντες, που ενεργούσαν περισσότερα από όσα διατάζονταν; Σε ποιους επισείσαμε τον κίνδυνο της ζωής; Ποιους διώξαμε από την εξουσία και άλλες τιμητικές θέσεις, που ανήκουν στους άριστους; Και, για να πω με συντομία, σε ποιον κάναμε κάτι τέτοιο, από αυτά που άλλα μεν κάνατε, με άλλα [από αυτά] εσείς απειλήσατε; Αλλά δεν μπορείτε να μιλάτε ούτε εσείς, οι οποίοι μας κατηγορείτε για την πραότητα και την φιλανθρωπία». Αυτά τα λόγια δείχνουν το ανεξίκακο του Γρηγόριου αλλά και επιβεβαιώνουν ότι προ Ιουλιανού δεν υπήρξαν διώξεις και συνεπώς ο εκχριστιανισμός της πλειοψηφίας των κατοίκων της Αυτοκρατορίας είχε γίνει ειρηνικά.
Ο Γ. Σιέττος (Ο ανθελληνισμός στα πατερικά και εκκλησιαστικά κείμενα, σ. 315) ισχυρίζεται ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (μαζί με άλλους Πατέρες) αποκαλούσε «μισοχριστότατον» τον αυτοκράτορα Ουάλη, επειδή ο τελευταίος ακολουθούσε «πολιτική υποστήριξης της ανεξιθρησκίας». Οι αρχαιολάτρες συνήθως διαστρέφουν είτε τα γεγονότα είτε (εδώ) τις αιτίες. Ο Ουάλης ήταν αιρετικός Αρειανιστής αυτοκράτορας και δίωξε σκληρά τους Ορθόδοξους. Γι’ αυτό τον μέμφεται ο άγιος Γρηγόριος˙ όχι για την «ανεξιθρησκία» του, η οποία ως γνωστόν εφαρμοζόταν για όλους πλην των Ορθοδόξων.

15j ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΙ ΚΑΤΑ «ΕΛΛΗΝΩΝ»

Μιλάνε για τα δήθεν αναθέματα της Εκκλησίας κατά της ελληνικής παιδείας οι νεοπαγανιστές. Όμως τα εκκλησιαστικά κείμενα δεν καταδικάζουν την ελληνική παιδεία καθεαυτή. Χαρακτηριστικό είναι τα Κεφάλαια κατά Ιωάννου του Ιταλού, (11ος αι.) όπου διαβάζουμε τα εξής
«(..) ε΄) Τοῖς τὰ Ἑλληνικὰ δεξιοῦσι μαθήματα, καὶ μὴ διὰ παίδευσιν μόνον ταῦτα παιδευομένοις, ἀλλὰ καὶ ταῖς δόξαις αὐτῶν καὶ ταῖς ματαίαις ἑπομένοις, καὶ ὡς ἀληθέσι πιστεύουσι, καὶ οὕτως αὐταῖς, ὡς βέβαιον ἔχουσαις (...) ἀνάθεμα». Δηλαδή: «Για όσους μαθαίνουν τα «Ελληνικά» όχι μόνο για να μορφωθούν, αλλά και για να πιστεύουν στις «ελληνικές» γνώμες ως σωστές (...) ανάθεμα».
Είναι προφανές ότι αναθεματίζεται όποιος Χριστιανός πιστεύει στις προχριστιανικές μεταφυσικές γνώμες κι όχι όποιος Χριστιανός απλώς διδάσκεται και ερευνά τις προχριστιανικές γνώμες. Το ανάθεμα απευθύνεται προς μέλη της Εκκλησίας με σκοπό τη διασαφήνιση της χριστιανικής πίστης και την προφύλαξή της από ετεροδοξίες, και δεν απευθύνεται «προς άπαντες» – όπως εξεπίτηδες υποστηρίζουν οι Νεοπαγανιστές – , ώστε να απαγορεύει η Εκκλησία σε αλλόδοξους να μαθαίνουν και να πιστεύουν σε παγανιστικές δοξασίες.
Δηλαδή, πού βρίσκουν το παράξενο οι αρχαιολάτρες; Στο ότι ένας Χριστιανός δεν μπορεί να είναι Χριστιανός και ταυτόχρονα να πιστεύει στις αρχαίες μεταφυσικές γνώμες (Και σε ποιες από τις δεκάδες διαφορετικές γνώμες θα πρεπε να πιστεύει, ώστε να θεωρείται Έλληνας; Μήπως υπήρχε μία μόνο αρχαία μεταφυσική γνώμη;); Δεν θα έπρεπε η Εκκλησία να ορίσει με σαφήνεια τα όρια μεταξύ της ιδιότητας του Χριστιανού που μελετά τα αρχαιοελληνικά δόγματα, και του μη Χριστιανού, ο οποίος (όχι απλώς μελετά τα αρχαία κείμενα, αλλά επιπλέον) πιστεύει στα αρχαιοελληνικά δόγματα; Λογικό δεν είναι ότι όσοι Χριστιανοί πιστεύσουν σε δόγματα διαφορετικά από αυτά του Χριστιανισμού παύουν αυτονόητα να είναι Χριστιανοί; Ε, αυτό το προφανές πράγμα εκφράζει ο αναθεματισμός. Αναθεματισμός που γίνεται, ας το ξανατονίσουμε, όχι κατά Ελλήνων το γένος, όχι κατά μη Χριστιανών, αλλά προς Χριστιανούς. Στο κάτω κάτω, το «ανάθεμα» της Εκκλησίας δεν είναι κάτι το τρομερό, ούτε είναι ρίξιμο στην πυρά. Είναι απλώς η «πιστοποίηση» ότι ο αναθεματισμένος έχει παύσει να είναι μέλος της Εκκλησίας.
Δεν πρόκειται για καταδίκη καθεαυτής της αρχαιοελληνικής δοξασίας˙ καθένας μη Χριστιανός μπορεί να την αποδέχεται ως αληθή κι ως βέβαιη. Πρόκειται για καταδίκη της άποψης ότι αυτές οι δοξασίες, που έχουν σχέση με τον πολυθεϊσμό, την μετεμψύχωση κ.ά., είναι χριστιανικές. Άρα η Εκκλησία δεν καταδικάζει ούτε λ.χ. τους Πλατωνικούς ή τον Πλατωνισμό˙ καταδικάζει τους Χριστιανούς που στα δογματικά ζητήματα πλατωνίζουν. Αν κάποιος δεν είναι Χριστιανός, ούτε θα δικαιούτο η Εκκλησία να τον αναθεματίσει, αλλά ούτε και έπραξε ποτέ κάτι τέτοιο.
Αλλά, πώς να περιμένει κανείς από ανίδεους πολυθεϊστές και ειδωλολάτρες να κρίνουν ή να καταλάβουν καν τι σημαίνει «αναθεματισμός», σε ποιους απευθύνονται οι αναθεματισμοί και τι λέει ο συγκεκριμένος αφορισμός, τη στιγμή που κι ο γνωστός αρθρογράφος κ. Μ. Πλωρίτης (Βήμα, 11/6/2000) γράφει «...Και το 797 η Σύνοδος της Νικαίας, αναθεμάτιζε όσους μελετούσαν διεξοδικώς τα ελληνικά μαθήματα» όχι απλώς αγνοώντας ότι το κείμενο αυτό εγράφη τον ένατο και τον ενδέκατο αιώνα κι όχι το 797 – καμμία σύνοδος δεν διεξήχθη το 797 – αλλά επιπλέον διαστρεβλώνοντας το κείμενο του αναθεματισμού, ισχυριζόμενος ότι η Σύνοδος απαγόρευσε ακόμη και την ίδια την μελέτη; Εκτός κι αν ο κ. Πλωρίτης με το «διεξοδική μελέτη» εννοεί «την αποδοχή όλων όσα λεν τα ελληνικά κείμενα», δηλαδή ότι μόνο άμα πιστεύεις και συμφωνείς με ό,τι γράφει ένας συγγραφέας, τον μελετάς διεξοδικά. Π.χ. για να κατανοήσεις το Mein Kampf του Χίτλερ, πρέπει να είσαι ναζιστής ώς το κόκκαλο.
Παρόμοια περίπτωση, με θύτη αυτή τη φορά την Λ. Ζωγράφου, που, όπως όλοι οι ομόφρονές της, αντιγράφοντας ως τυφλοσούρτη την ξένη βιβλιογραφία, χωρίς να ρίξει έστω μια ματιά στις πηγές, έγραψε για κάποιον εκκλησιαστικό συγγραφέα ονόματι Didache, μη (Αντιγνώση, εκδ. Αλεξάνδρεια, σ. 273) γνωρίζοντας ότι δεν πρόκειται περί προσώπου, αλλά για το αρχαίο (1ος μ.Χ. αι.) κείμενο με τίτλο «Διδαχαί των Αγίων Αποστόλων». Πώς μετά οι Νεοπαγανιστές να κάνουν κάτι καλύτερο;
Αλλά ακόμη και οι ειδωλολατρικές γιορτές, στις οποίες αναφέρονται ονομαστικώς οι Σύνοδοι της Εκκλησίας (Πένθεκτη) είναι μόνο λατινικής προέλευσης: απαγορεύονται στους Χριστιανούς τα «Βοτά», γιορτή των αρχαίων Λατίνων ειδωλολατρών, τα «Βρουμάλια», επίσης των αρχαίων Λατίνων, και οι «Καλένδες», επίσης γιορτή του ρωμαϊκού ειδωλολατρικού ημερολογίου (κανόνας ξβ’).

15k ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΛΕΞΗ ΕΛΛΗΝΑΣ

Εδώ και πολύν καιρό, οι εθνικιστές αρχαιολάτρες παίζουν ένα ύπουλο παιχνίδι, προκειμένου να πείσουν τον κόσμο ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν ανθέλληνες και μισούσαν το ελληνικό έθνος της εποχής εκείνης. Πρόκειται για μια από τις πιο γνωστές απόψεις των Νεοπαγανιστών.
Καταρχήν, πρέπει να τονιστεί ότι, μετά το 212 μ.Χ. με διάταγμα όλοι οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας απέκτησαν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη και ήταν πλέον Ρωμαίοι. Οι περισσότεροι αυτοκράτορες προέρχονταν από περιοχές εκτός της Ιταλίας. Η σημερινή Ελλάδα χωριζόταν σε δύο επαρχίες που ονομαζόταν Μακεδονία και Αχαΐα.
Στην Καινή Διαθήκη και στα κείμενα των Πατέρων συναντά κανείς χιλιάδες φορές τη λέξη «Έλληνας». Όμως οι Πατέρες και οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, όταν γράφουν «Έλληνας» δεν εννοούν κάποιον που ανήκει στο ελληνικό έθνος, αλλά τον ειδωλολάτρη, τον παγανιστή. Για τους Πατέρες της Εκκλησίας, ένας π.χ. ειδωλολάτρης κάτοικος Ισπανίας, με καταγωγή από την Ισπανία αναφέρεται ως «Έλληνας», διότι είναι ειδωλολάτρης. Δεν είχε καμμία σχέση ο «Έλληνας» που συναντούμε στα πατερικά κείμενα με τον «Έλληνα» όπως τον κατανοούμε σήμερα, δηλαδή τον ανήκοντα στο ελληνικό έθνος. Παραδείγματα άπειρα. Δύο μόνο:
Κατά Μάρκον 7, 26, όπου γράφει «...ἡ δὲ γυνὴ ἦν Ἑλληνίς, Συροφοινίκισσα τῷ γένει», που μεταφράζεται «η γυναίκα ήταν ειδωλολάτρις, Συροφοινίκισσα στην εθνικότητα». Αν το «Ἑλληνίς» σήμαινε «Ελληνίδα στην εθνικότητα», τότε το Κατά Μάρκον θα έγραφε «Ἑλληνὶς τῷ γένει» κι όχι «Συροφοινίκισσα τῷ γένει».
Ο Διγενής Ακρίτας, τον 10ο αιώνα, έχει μητέρα Χριστιανή και πατέρα «Έλληνα», σύμφωνα με το έπος. Ο πατέρας του, όμως, δεν είναι ελληνικής εθνικότητας ούτε ελληνόφωνος ούτε ελληνικής καταγωγής, αλλά αραβόφωνος Μουσουλμάνος Άραβας εμίρης. Εάν υποθέταμε ότι η λέξη «Έλληνας» είχε τη σημερινή σημασία, τότε ο πατέρας του Διγενή θα ήταν ελληνικής καταγωγής και εθνικότητας. Όμως είναι ξεκάθαρο πως ο «Έλληνας» είναι ο μη Χριστιανός Μουσουλμάνος αραβικής καταγωγής. Ο Φιλοστόργιος (στο Ζώσιμο) στα 425 μ.Χ. γράφει για κάποιον Άτταλο, τον οποίο επέβαλε ως βασιλιά στους κατοίκους της Ρώμης ο πολιορκητής της Αλάριχος: Οὗτος δὲ Ἴων μὲν ἦν τὸ γένος, Ἕλλην δὲ τὴν δόξαν. «Δόξα» είναι η θρησκεία. Μας αναφέρει τον τόπο προέλευσής του και τη θρησκεία του – όχι την εθνότητά του με το «Έλλην».
Το όνομα «Έλληνας» έχασε την έννοια τού «Έλληνας το γένος», και σταδιακά, από τον 11ο – 12ο αιώνα άρχισε να σημαίνει ξανά τον ελληνικής καταγωγής. Ώς τα τέλη του 15ου αιώνα, η διαδικασία αυτή είχε ολοκληρωθεί. Στο μεσοδιάστημα μεταξύ 11ου και 15ου αιώνα συνυπήρχαν οι δύο σημασίες, στην αρχή κυριαρχούσε η θρησκευτική σημασία του «Έλληνας», ενώ στο τέλος κυριαρχούσε η εθνική σημασία.
Πέρα από αυτά τα παραδείγματα, η άποψη ότι το «Έλληνας» των κειμένων της Εκκλησίας σημαίνει τον ελληνικής εθνικόητας είναι παράλογη. Οι Πατέρες της Εκκλησίας συχνά αντιδιαστέλλουν «Χριστιανούς» και «Έλληνες». Η αντιδιαστολλή συνεπάγεται ή υποννοεί σύγκριση. Σύγκριση όμως είναι δυνατή μόνο μεταξύ ομοειδών «πραγμάτων» που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και στο ίδιο ευρύτερο σύνολο. Για παράδειγμα, η λέξη «Βουδδιστής» αναφέρεται στην θρησκευτική κατηγοριοποίηση, ενώ η λέξη «Αμερικάνος» στην εθνική κατηγοριοποίηση. Δε θα μπορούσαμε λοιπόν, να πούμε πως κάποιος «δεν είναι Αμερικανός, επειδή είναι Βουδδιστής». Η μια λέξη αναφέρεται στη θρησκεία, η άλλη στο έθνος. Μόνο εάν η λέξη «Αμερικανός» σήμαινε τον οπαδό μιας θρησκείας ή μόνον εάν η λέξη Βουδδιστής σήμαινε τον ανήκοντα σε ένα έθνος, θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν μπορεί κάποιος να ονομάζεται και «Αμερικανός» και «Βουδδιστής». Επίσης, δεν μπορούμε να προσθέσουμε ένα μήλο σε δύο σβήστρες και να βγάλουμε άθροισμα «τρία», διότι ανόμοιας κατηγορίας πράγματα ούτε συγκρίνονται ούτε προστίθενται. Το ίδιο συμβαίνει και με τον «Έλληνα» και τον «Χριστιανό» των πατερικών κειμένων. Όταν οι Πατέρες συγκρίνουν τον «Έλληνα» με τον Χριστιανό, το μόνο λογικό που μπορεί κανείς να υποθέσει είναι ότι ο «Έλληνας» και ο «Χριστιανός» ανήκουν στην ίδια κατηγορία, είναι ομοειδείς έννοιες. Επειδή όμως το «Χριστιανός» είναι θρησκευτική έννοια, είναι αναγκαίο και λογικό το «Έλληνας» για τους Πατέρες της Εκκλησίας να έχει επίσης θρησκευτική σημασία. Οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Αποδεικνύεται λοιπόν, τόσο λογικά όσο και από τα κείμενα, ότι το «Έλληνας» των εκκλησιαστικών συγγραφέων δεν σημαίνει τον Έλληνα στην καταγωγή, αλλά τον πολυθεϊστή. Κατά συνέπεια, οι αφορισμοί κατά «Ελληνικών απόψεων», οι λόγοι κατά «Ελλήνων» δεν έχουν στόχο το ελληνικό έθνος, αλλά τον πολυθεϊσμό και τις πολυθεϊστικές απόψεις.
Δυσανασχετεί ειρωνικά ένα αρχαιολατρικό περιοδικό, με την έκδοση σειράς πατερικών κειμένων, επειδή αυτή τιτλοφορείται «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας», διότι αυτή, από τη μια μεταφράζει εντός των πατερικών κειμένων όλα τα «Έλληνας» ως «ειδωλολάτρης», αλλά αποκαλεί «Έλληνες» τους Πατέρες κάνοντας τάχα εξαίρεση στην μετάφραση της λέξης. Φυσικά, όταν κανείς θέλει να παίζει, σα μωρό παιδί, με τις λέξεις, μπορεί να διαμαρτύρεται, κάνοντας πως δεν καταλαβαίνει ότι πράγματι το «Έλληνας» των εκκλησιαστικών συγγραφέων σημαίνει τον Παγανιστή, κι ότι πράγματι οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι (οι περισσότεροι) Έλληνες στο γένος: με άλλα λόγια, η μετάφραση (όπως και κάθε μετάφραση) γίνεται με βάση τη σημερινή σημασία της λέξης «Έλληνας». Δεν είναι λογικό, τη στιγμή που μια λέξη έχει διαφορετική σημασία, να χρησιμοποιείται η παλαιότερη σημασία της, ειδικά όταν πρόκειται για μετάφραση κειμένου.
Ίσως μερικοί πουν ότι, λόγω της εξάπλωσης του ελληνικού πολιτισμού, ακόμη και οι μη Έλληνες στο γένος Παγανιστές είχαν γίνει Έλληνες, και συνεπώς, οι έννοιες Έλληνας (εθνικά) και μη ελληνικής καταγωγής Παγανιστής σήμαιναν το ίδιο πράγμα, οπότε γράφοντας «κατά Ελλήνων» οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς έγραφαν κατά Ελλήνων το γένος. Αυτό είναι λάθος. Η αλήθεια είναι ότι οι Έλληνες το γένος ήταν που εγκατέλειψαν τους θεούς τους και το δωδεκάθεο για χάρη των ασιατικών παγανιστικών θεών, κι όχι το αντίθετο, δηλαδή οι Ασιάτες να εγκαταλείψουν τους θεούς τους για χάρη του δωδεκάθεου. Συνεπώς, αν ήταν να χαρακτηρίσουμε ένα έθνος βάσει της θρησκείας του, τότε τους Έλληνες το γένος της ρωμαϊκής εποχής θα έπρεπε να τους χαρακτηρίσουμε «Αιγύπτιους», διότι λάτρευαν την Ίσιδα, «Σύριους», διότι λάτρευαν την Κυβέλη, «Πέρσες», διότι λάτρευαν το Μίθρα, κι όχι «Έλληνες».
Δεν θα πρέπει να κατηγορήσουμε την Εκκλησία για την επικράτηση του «Ρωμαίος» και τον παραμερισμό του «Έλληνας». Η τύχη των δύο λέξεων ήταν προϊόν των πολιτικών εξελίξεων. Το όνομα «Ελλάς» χάθηκε, αφού δεν υπήρχε καν επαρχία της παγανιστικής Αυτοκρατορίας με το όνομα «Ελλάδα» (Αντιθέτως, επί ορθόδοξης ελληνικής Ρωμαίικης αυτοκρατορίας υπήρξε επαρχία Ελλάς, η οποία και ταυτιζόταν με την αρχαϊκή Ελλάδα). Το «Ρωμαίος» επικράτησε επειδή οι Ρωμαίοι δημιούργησαν την Αυτοκρατορία. Η ιδιότητα του ρωμαίου πολίτη εδόθη το 212 μ.Χ., 170 χρόνια προτού η Ορθοδοξία γίνει η επίσημη θρησκεία της Αυτοκρατορίας. Με άλλα λόγια, το «Ρωμαίος» θα επικρατούσε, είτε επικρατούσε ο Χριστιανισμός είτε όχι.
«Αξίζει βέβαια να σημειωθή και η προς την αντίθετη κατεύθυνσι απόπειρα αλλαγής της έννοίας του ονόματος των Ελλήνων στη λατινική μορφή του Γραίκοι. Ενώ το όνομα Έλλην στο στόμα των Χριστιανών κατέληξε να σημαίνει ειδωλολάτρης, το όνομα Γραικός στο στόμα των Ρωμαίων έτεινε να σημαίνη Χριστιανός. Οι πρώτοι Χριστιανοί της Ρώμης και των άλλων δυτικών πόλεων ήσαν κατά το πλείστο ελληνικής καταγωγής κι’ είχαν ως γλώσσα λατρείας και διδαχής την ελληνική (οι δεκατρείς από τους δεκάξι πρώτους πάπες ήσαν Έλληνες), κι’ έτσι οι Λατίνοι δεν έκαμαν διάκριση μεταξύ Ελλήνων και Χριστιανών. Ο Τερτυλιανός τονίζει σ’ ένα από τα έργα του, «αν ο ρωμαϊσμός είναι σωτηρία για όλους, τότε γιατί δεν συμπεριφέρεσθε με εντίμους τρόπους προς τους Γραικούς;» (Quid nunc, si est Romanitas omnisalus, nec honestis tamen modis ad Graios estis? De Pallio 3, PL 2, 1094). Και ο Ιερώνυμος βεβαιώνει ότι κατά την παλαιότερη εποχή, όταν εμφανιζόταν στο δρόμο κάποιος Χριστιανός οι Ρωμαίοι εκραύγαζαν «οι γραικός, ο επιθέτης», δηλαδή ο Έλλην, ο απατεών. (Graecus impostor, Epist. 54 ad Furiam, PL 22, 552). Αυτή η προσωνυμία δείχνει φυσικά το φυλετικό μίσος των Ρωμαίων κατά των Ελλήνων, και συνεπώς επίσης κατά των Χριστιανών» (Π.Κ. Χρήστου, Οι περιπέτειες των εθνικών ονομάτων των Ελλήνων, εκδ. οίκος Κυρομάνος, σ. 83).

Συνοψίζοντας:
1) Με τη λέξη «Έλληνες» εκείνη την εποχή δεν εννοείτο το ελληνικό έθνος, αλλά οι Παγανιστές ανεξαρτήτως εθνικότητας, γλώσσας ή καταγωγής˙ Ισπανοί και Σύριοι, Βρεττανοί και Αιγύπτιοι, Καρχηδώνιοι και Γαλάτες.
2) Είναι προφανές, ότι ανάμεσα στους ελληνικούς πληθυσμούς δεν υπήρχαν μόνον Παγανιστές, αλλά και πλήθος Χριστιανών˙ δεν υπήρχαν μόνο Έλληνες το γένος, λάτρεις του Δία, αλλά και Έλληνες το γένος, λάτρεις του Χριστού, καθώς και Έλληνες το γένος, λάτρεις του Μίθρα.
3) Η Εκκλησία δεν έκανε καμμιά διάκριση με βάση την καταγωγή ή τη γλώσσα. Οι Πατέρες της Εκκλησίας γράφοντας «κατά Ελλήνων» δεν έγραφαν κατά του ελληνικού έθνους, αλλά κατά των ειδωλολατρών, είτε αυτοί ανήκαν στο ελληνικό έθνος είτε στα υπόλοιπα έθνη της Αυτοκρατορίας.
4) Δεν υπήρχε καμμιά διαμάχη μεταξύ Ελλήνων το γένος (που ήταν ταυτόχρονα Παγανιστές) και Ρωμαίων το γένος (που ήταν Χριστιανοί), διότι όλοι οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας λέγονταν Ρωμαίοι και ήταν ρωμαίοι πολίτες.
Να πάψει λοιπόν το κουτοπόνηρο παιχνίδι των Νεοπαγανιστών-εθνικιστών αρχαιολατρών με τις δύο διαφορετικές σημασίες της λέξης «Ελληνας». Ποιον νομίζουν πως κοροϊδεύουν; Δεν μπορούν να κάνουν μια σωστή μετάφραση αρχαίων κειμένων; Όσοι, λοιπόν, αρχαιολάτρες εθνικιστές και Νεοπαγανιστές παρουσιάζουν πατερικά κείμενα αναφερόμενα σε «Έλληνες», ως απόδειξη του «ανθελληνισμού», δίχως να ερευνούν προσεκτικά, εάν αναφέρεται σε ελληνικής καταγωγής πληθυσμούς ή σε ειδωλολάτρες αδιακρίτως καταγωγής, λογικό είναι να υποθέσουμε, ότι αυτό που κάνουν οι αρχαιολάτρες εθνικιστές και Νεοπαγανιστές είτε έχει σκοπό την εξαπάτηση άλλων είτε είναι απόδειξη της αμάθειάς τους.
Οι Νεοπαγανιστές διαμαρτύρονται για τον χαρακτηρισμό «παγανιστές» (“pagani”= χωρικοί), που τους εδώθη από τον Μεγάλο Θεοδόσιο. Αλλά ξεχνούν δύο πράγματα, ή μάλλον αποφεύγουν να τα σκεφτούν: Πρώτον, κι ο Ιουλιανός – 20 χρόνια πριν τον Θεοδόσιο Α’ – αποκαλούσε «Γαλιλαίους» τους Χριστιανούς και ήθελε έτσι να αποκαλούνται, νομοθετώντας να αποκαλούνται έτσι (Γρηγόριου Θεολογου, Κατά Ιουλιανού), με σκοπό να τους ειρωνευτεί. Δεύτερον, ότι η ονομασία «Χριστιανοί» είναι εκ των ειδωλολατρών, και μάλιστα αυτοί την πρωτοέδωσαν στους Χριστιανούς της Αντιόχειας, για λόγους πάλι ειρωνικούς. Τι φωνάζουν για το «παγανιστές» οι νεοπαγανιστές; Ο χαρακτηρισμός αυτός άλλωστε δόθηκε διότι οι μόνοι λάτρεις των αρχαίων θεών ζούσαν κυρίως σε κώμες.
«Κατά Ιουλιανού» του Αγίου Γρηγόριου του Θεολόγου:
76. Εκείνο μεν λοιπόν και πολύ παιδαριώδες ήταν και κενό και δεν άρμοζε όχι μόνο σε άνδρα βασιλέα, αλλά ούτε και σε κανένα από εκείνους που διαθέτουν μετρίως ισχυρό νού, το ότι επειδή με την αλλαγή του ονόματος νόμισε ότι θα αλλάξει και η διάθεσή μας, ή ότι θα μας κάνει να ντρεπώμαστε, σα να κατηγορούμασταν για κάτι το πολύ αισχρό, καινοτόμησε αμέσως, όσον αφορά στην ονομασία μας, μάς ονόμασε και νομοθέτησε να καλούμαστε Γαλιλαίοι αντί Χριστιανοί, δηλώνοντας εμπράκτως ότι η προσωνυμία του Χριστού είναι πάρα πολύ ένδοξο και πολύτιμο πράγμα, (...) εκτός αν φοβόνταν τη δύναμη της ονομασίας, όπως οι δαίμονες, και γι' αυτό καθιέρωσε άλλο όνομα.
77. Εμείς όμως δε θα μπορούσαμε να γελοιοποιήσουμε τα ονόματά τους. Γιατι δεν υπάρχει τίποτε γελοιότερο το οποίο θα μπορούσαμε να διανοηθούμε από τους φαλλούς και τους ιθυφάλλους και τους μελαμπύγους και τους απύγους και τον τραγόποδα και τον αλαζόνα Πάνα.(...) Γιατί, τί θα μας εμπόδιζε κι εμάς, περιπαίζοντας κατά τον ίδιο τρόπο τον βασιλιά των Ρωμαίων, όπως νόμιζε απατηθείς από τους δαίμονες και ολόκληρης της Οικουμένης, να τον αποκαλούμε Ειδωλιανό και Πισαίο και Αδωναίο και Καυσίταυρο;
Όσο για τον τίτλο «Κατά Ελλήνων» ενός έργου του Μεγάλου Αθανασίου, τον οποίο οι εθνικιστές αρχαιολάτρες έχουν ανακηρύξει «φανατικό μισέλληνα», είναι γνωστό πως αυτός δεν ήταν ο αρχικός τίτλος του έργου. Όπως γράφει ο καθηγητής Πανεπιστημίου Π. Χρήστου, «ο τίτλος αυτός απαντά μάλλον μεταγενεστέρως, όπως π.χ. εις το ψευδοφωτιανόν Εγκώμιον εις Αθανάσιον (PG 102, 576). Εις τον μεγαλύτερον αριθμόν χειρογράφων και εις μίαν σειράν αρχαίων μαρτυριών ο τίτλος φέρεται ως «Κατά Ειδώλων»˙ ήτοι εις τον Λεόντιον Βυζάντιον (Κατά Νεστοριανών και μονοφυσιτών, Gallandi Bibliotheca Veterum Patrum, Βενετία 1778, 12, σ. 683), εις την Διδασκαλίαν Πατέρων (Diekamp, Doctrina Patrum, Münster i.W. 1907 (86, 88, 104, 327, δια τα δύο βιβλία)), εις τον Γερμανόν Κωνσταντινουπόλεως (Επιστολή 4, PG 98, 169). Ότι δε αυτός ήτο ο αρχικός τίτλος – «Κατά Ειδώλων» – φαίνεται από τους λόγους του ιδίου συγγραφέως εις το προοίμιον της δευτέρας πραγματείας που εσημειώσαμεν και προηγουμένως˙ «ὀλίγα διαλαβόντες περὶ τῆς τῶν ἐθνῶν περὶ τὰ εἴδωλα πλάνης». Είναι σαφές ότι ο συγγραφεύς δεν πολεμεί τους ειδωλολάτρας, τους Εθνικούς, «τους Έλληνας», αλλά την πλάνην των περί τα είδωλα. Αργότερα εθεωρήθη το «Κατά Ελλήνων» ως καταλληλότερος τίτλος και αυτός αντικατέστησε τον πρώτον».
Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ο Μέγας Αθανάσιος στο σύγγραμά του αυτό, παραφράζοντας φράση του Ηροδότου, αναφέρεται στους Αρχαίους Έλληνες με το όνομα «Πελασγοί», ενώ τους Παγανιστές τους αποκαλεί «Έλληνες». Μ. Αθανασίου, Κατά Ειδώλων, Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, τόμ. 1, Πατερικαί Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1973, §23, σ. 152: «Και το αξιοθαύμαστον , καθώς λέγουν αυτοί που ιστορούν , είνε το εξής· ότι ενώ οι Πελασγοί έμαθαν τα ονόματα των Θεών από τους Αιγυπτίους , δεν γνωρίζουν αυτοί τους θεούς που λατρεύονται εις την Αίγυπτον, και λατρεύουν άλλους θεούς διαφορετικούς από τους θεούς εκείνων . Και είνε τελείως διαφορετική η θεωρία και η θρησκεία των εθνών τα οποία κατελήφθησαν από την μανίαν των ειδώλων , και δεν συναντώνται τα αυτά εις τους αυτούς» («καὶ τόγε θαυμαστόν, ὅτι, ὡς οἱ ἱστορήσαντες ἐξηγοῦνται , παρ’ Αἰγυπτίων οἱ Πελασγοὶ μαθόντες τὰ ὀνόματα τῶν Θεῶν, οὐκ ἴσασιν οὗτοι τοὺς παρ’ Αἰγυπτίοις θεούς, ἀλλὰ ἄλλους παρ΄ ἐκείνους θρησκεύουσι. Καὶ ὅλως πάντων τῶν ἐν εἰδώλοις μανέντων ἐθνῶν διάφορός ἐστιν ἡ δόξα καὶ ἡ θρησκεία, καὶ οὐ τὰ αὐτὰ παρὰ τοῖς αὐτοῖς εὑρίσκεται»).
Υπό την λέξιν «οι ιστορήσαντες» ο Μ. Αθανάσιος εννοεί τον Ηρόδοτο του οποίου την πληροφορία αναφέρει εδώ. Ο Ηρόδοτος λέγει· «Δώδεκά τε θεῶν ἐπωνυμίας ἔλεγον πρώτους Αἰγυπτίους νομίσαι, καὶ Ἕλληνας παρὰ σφέων ἀναλαβεῖν, βωμούς τε καὶ ἀγάλματα καὶ νηοὺς θεοῖσι ἀπονεῖμαι σφέας…», (Ιστορίαι 2, 4, 2). Αλλ’ ο Αθανάσιος αντί του «Έλληνες» λέγει «Πελασγοί». Πελασγοί αρχικώς ελέγοντο αυτοί που κατώκουν εις την Ελλλάδα , προτού να έλθουν οι Έλληνες. Όταν ήλθον οι Έλληνες ανεμίχθησαν με αυτούς· εις ωρισμένα δε μέρη έμειναν άμικτοι. Οι Όμηρος, Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, και ‘Εφορος αναφέρουν ότι υπήρχον Πελασγοί εις την Δωδώνην της Ηπείρου, την Θεσσαλίαν, την Λήμνον, την Πελοπόννησον, την Κρήτην. Κατά τα ελληνιστικά όμως και μάλιστα τα μεταχριστιανικά χρόνια, επειδή το «Έλληνες» έλαβεν άλλην σημασίαν , οι Έλληνες ήρχισαν να λέγωνται με τας παλαιάς τοπικάς ονομασίας, ήτοι Πελασγοί, Αχαιοί, Μακεδόνες, κλπ. Αν ο Ηρόδοτος έλεγε «Πελασγοί», θα έλεγε κανείς ότι ο Αθανάσιος λαμβάνει το χωρίον, χωρίς να εξετάση ποίοι ήσαν οι Πελασγοί. Εφ’ όσον όμως μεταβάλλει το «Έλληνες» του Ηροδότου εις «Πελασγοί», άρα εν γνώσει λέγει Πελασγούς τους προ Χριστού και τους νύν λεγομένους Έλληνας».
Βέβαια, άνθρωποι σαν τους εθνικιστές αρχαιολάτρες, οι οποίοι ζήτημα είναι αν διάβασαν ακόμη και το ίδιο το Κατά Ελλήνων ή άλλα έργα, ώστε να αντιληφθούν όχι μόνο ότι ο Μ. Αθανάσιος ήταν ο κύριος στόχος των Αρειανών ή να κατανοήσουν το βάθος της σκέψης του Στύλου της Ορθοδοξίας (Ο οποίος εξορίστηκε 16 χρόνια, πέντε φορές: 6/335-11/337, 3/340-10/346, 2/356-2/362, 10/362-9/363, 10/365-1/366), εύκολο το ‘χουν – τέτοιοι άνθρωποι – να μιλούν για όσα αγνοούν.
16. "Ο ...Όσιος Νίκων, ο εξολοθρευτής των προγόνων μας, έσφαξε τους Εθνικούς Κρήτες και τους Μανιάτες Εθνικούς. «945 – 988 Ο σκληρός Αρμένιος προσηλυτιστής Νίκων, ο επιλεγόμενος «Μετανοείτε», εκτός από την κατασφαγή των εν «Λακεδαιμονία» Ιουδαίων και των ανεπιδέκτων εκχριστιανισμού παγανιστών Σλάβων της Λακωνικής (των Μελιγγών και Εζεριτών, ή τσουβαληδόν των «Τελχίνων» όπως τους έλεγαν σε προσπάθεια δαιμονοποιήσεως οι Βυζαντινοί) εφρόντισε επίσης και για την εξολόθρευση των τελευταίων ιχνών της «αρχαίας ειδωλολατρίας» που, προστατευομένη υπό του δυσπροσίτου Ταϋγέτου, λειτουργούσε ελευθέρα και ανενόχλητος υπό την ηγεσία του Έλληνος «Εφόρου των Εθνικών γαιών» και «Δουκός των Εθνικών», Αντιόχου («...ός την δουκικήν μεν αρχήν διείπε της των εθνικών χώρας...», «Βίος Νίκωνος» 156 β) . Ο Αρμένιος προσηλυτιστής εξόντωσε με τα ίδια του τα χέρια τον κατά τον βιογράφο του «φιλοδαίμονα» και «αλαζόνα» Αντίοχο (τη δολοφονία αυτή, ο βιογράφος του Νίκωνος την παρουσιάζει βεβαίως ως... μεταθανάτιο θαύμα του «Οσίου» !), εθανάτωσε τους ιερείς και όλους τους «τολμητίες και θρασυκαρδίους» αμεταπείστους, αφού προηγουμένως, όπως φαίνεται από την λεγομένη «Διαθήκη» του, με αφορμή μια από τις πολλές επιδημίες («θανατικά») της εποχής, παρεκίνησε από τις Αμύκλες τους επήλυδες χριστιανούς της περιοχής (ο ίδιος ο βιογράφος του ομολογεί στον «Βίο» του ότι επρόκειτο περί «των της Λακεδαίμονος εποίκων», 130 α 25) να κυνηγήσουν τους Ιουδαίους της περιοχής και να καταστρέψουν τους τελευταίους Εθνικούς και τα επί του Ταϋγέτου πτωχικά Ιερά τους: «Εις τους οποίους εγώ απικρίθηκα ότι επειδή και η οργή είναι θεϊκή, εσείς δεν έχετε πού να φύγετε, διατί ο Θεός όπου κατοικά εις τους ουρανούς κυριεύει και την Ανατολήν και την Δύσιν, και εις οποίον τόπον εσείς θέλετε υπάγηι, ευρίσκει σας. Όμως εσείς κάμετέ μου μίαν ομολογίαν ιδιόχειρον, ότι να μου υπακούσετε εις εκείνα οπού μέλλω να κάμω. Το οποίον είναι τούτο: να ευγάλω τους Εβραίους από μέσα από την χώραν, να υπάγουν έξω. Και τα μακελιά οπού είναι προς τον άγιον Επιφάνειον να τα χαλάσουν...» («Διαθήκη Νίκωνος», όπως δημοσιεύθηκε στο «Νέο Ελληνομνήμονα», τεύχος 3.1906, με πολύ ενδιαφέρον το εντελώς άσχετο τρίτο πληθυντικό πρόσωπο που χρησιμοποιείται στο «να τα χαλάσουν»). Στην ίδια στην πάλαι ποτέ «κατείδωλον» Σπάρτη, έκτισε αμέσως μετά από όλα αυτά εκκλησία του «Σωτήρος Χριστού» πάνω στο ιερό λόφο του ιστορικού Ναού της Θεάς Χαλκιοίκου Αθηνάς, αφού προηγουμένως πέθανε («συνέβη και απέθανε») μυστηριωδώς ένας ακόμη Εθνικός που τον εμπόδιζε να κτίσει την εκκλησία του στον ιερό τόπο, καθώς και αναρίθμητες άλλες εκκλησίες επάνω σε άλλα Ιερά (ή χρησιμοποιώντας τα συντρίμμια τους ως δομικά υλικά, όπως λ.χ. στις εκκλησίες των Γερονθών), ενώ οι Βυζαντινοί ολοένα έφερναν και εγκαθιστούσαν στη Λακωνική κατά ομάδες επήλυδες χριστιανούς, για να αλλοιώσουν την εθνική σύνθεση των εντοπίων» (Βλ. Ρασσιά, Επίτομος Ιστορία των Σπαρτιατών, έτη 945-988). Ώς τότε οι Μανιάτες και οι Λάκωνες ήταν εθνικοί".

16a α) ΚΡΗΤΗ

Καμμιά πληροφορία από τον βίο του δεν μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Όσιος Νίκων «κατέσφαξε τους Κρήτες Εθνικούς», όπως ισχυρίζονται οι Ν/Π. Να τονίσουμε, πως δεν αναφέρονται καν «Κρήτες Εθνικοί», αλλά μόνο Κρήτες εξισλαμισμένοι. Τα ψέμματά τους οι Ν/Π να τα πουν σε όσους δεν έχουν διαβάσει τον βίο του Οσίου Νίκωνα. Να τι λέει το κείμενο (121α κ.ε.):
«Αφού μετέβη σε πολλές ανατολικές περιοχές και τρανώς εκήρυξε την μετάνοια (..) αποφάσισε να πλεύση στην νήσο της Κρήτης. (...) Παρέπλευσε δε την νήσο, η οποία προ πολλού είχε αποσπασθή από τα χέρια των Αγαρηνών και επανενωθή στη Ρωμαϊκή επικράτεια από τον Νικηφόρον, τον αοίδιμο βασιλέα (...). Έφερε δε ακόμη η νήσος λείψανα της μιαράς, των Αγαρηνών, κακοπιστίας, επειδή οι κάτοικοι αυτής, από τον χρόνο και την μακρά με τους Σαρακηνούς συμβίωση, είχαν παρασυρθή στα ήθη εκείνων και στις βδελυρές και ανίερες τελετές. Όταν, λοιπόν, άρχισε να βοά ο Μέγας το Μετανοείτε, κατά την συνήθειά του, εκείνοι, επειδή φοβήθηκαν από το παράξενο και αλλόκοτο αυτό κήρυγμα και πυρπολήθηκαν από θυμό, επιτέθηκαν σφοδρώς κατά του δικαίου, θέλοντες να τον φονεύσουν. Διότι τους άναβε μεγάλη μανία το καινούργιο και ασυνήθιστο πράγμα, επειδή, όπως ειπώθηκε, είχαν παρασυρθή στην δεισιδαίμονα πλάνη των Σαρακηνών. Όταν, λοιπόν, είδε, ο μακάριος, το σκληρό και ατίθασο του χαρακτήρα τους, και κατενόησε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να νικήση την αντίδρασί τους χωρίς κάποιο σοφό σχέδιο (...). Αφού, λοιπόν, εγκατέλειψε τον τρόπο αυτόν του κηρύγματος της μετανοίας, έλαβε ιδιαιτέρως μερικούς εξ αυτών, τους οποίους εγνώριζε ότι διέφεραν από τους άλλους κατά την γνώσι και την αποδοχή του καλού, και, κατ’ αρχάς μεν, με μειλιχίους λόγους κατεπράυνε, όσο το δυνατόν, την σκληρή και άκαμπτη γνώμη τους, έπειτα δε, με κάποια ηρεμία προσήγγιζε την καρδιά τους και ήλεγχε τις κρυφές τους πράξεις (..). Και αυτοί, όταν εγνώρισαν την πολλήν αρετή που ενοικούσε σ’ αυτόν, αμέσως, ο μεν θυμός τους κατέπαυσε κα η ραγδαία οργή τους σταματούσε, και η αρετή του ανδρός τούς καταπληγομένους [από την αμαρτία] φιλοτιμούσε προς οικοδομή˙ και οδηγούντο στην απλανή πίστι, μετατρέποντες το μέγεθος της απεχθείας σε μέγεθος ευνοίας και επιδόσεως στο καλό˙ διότι η συνήθεια γίνεται οδός για τα μεγαλύτερα και τελειότερα, σύμφωνα με το λεχθέν. (...) Από τότε, λοιπόν, οι Κρήτες, επειδή τον επίστευσαν ως απόστολον σταλέντα από τον Θεόν, διεφήμισαν σε όλη την νήσο τα αναφερόμενα σ’ αυτόν, και από τότε όλοι του εφέροντο επιεικώς (..) και ό,τι αυτός έλεγε και όριζε, ήταν για εκείνους νόμος.
Αφού, λοιπόν, μετά εξασφάλισε άνεσι ο μακάριος, εκήρυξε τα συνήθη και πρέποντα, και εφώτισε και εδίδαξε όλους, και προς την αληθινή πίστι εχειραγώγησε και παραμέρισε κάθε εμπόδιο από το μέσον, και πολλές εκκλησίες έκτισε σε όλη την νήσο, και ιερείς και διακόνους και νεωκόρους και όλη την άλλη τάξι εγκατέστησε και ερρύθμισε, και καθώς πρέπει να ζουν παρήγγειλε. Επί πέντε δε ολόκληρα χρόνια αφού εκανόνισε καλώς τα πάντα, όσα ήσαν στην σκέψι και την πρόθεσί του, ώστε «μηδένα τῶν Κρητῶν καταλεῖψαι ἀσυντελῆ τοῦ καλοῦ» (...).
Παρατηρούμε ότι:
1) Ο βιογράφος συνεχώς μιλά για Κρήτες που είχαν εξισλαμιστεί κι όχι για Παγανιστές Κρήτες. Η γνώμη των αρχαιολατρών είναι αισχρότατο ψέμμα.
2) Ο όσιος Νίκωνας δεν χρησιμοποίησε κανενός είδους βία για να τους μεταστρέψει στο Χριστιανισμό. Το αντίθετο μάλιστα, τους έπεισε με τα λόγια και τα θαύματά του, με ήπιο τρόπο.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 8:35 pm

16b β) ΣΠΑΡΤΗ

Καταρχήν, να πούμε λίγα λόγια για τον εκχριστιανισμό της Λακωνίας. Είναι γνωστό το κείμενο του Κων/νου Πορφυρογέννητου, ότι επί Βασιλείου Α’ Μακεδόνος εκχριστιανίστηκαν οι τελευταίοι Παγανιστές της Λακωνίας. Όμως αυτό δε σημαίνει πως η Μάνη και η Λακωνία δεν είχαν ήδη κατά πλειοψηφία γίνει χριστιανικές, αιώνες πριν τον Βασίλειο τον Α’. Οι μαρτυρίες και τα αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν το αντίθετο. Η Λακωνία είχε αξιόλογο χριστιανικό πολιτισμό, αιώνες πριν το Νίκωνα ή τον Βασίλειο Α’:
-551 μ.Χ. Επί Ιουστινιανού κτίζεται στα ερείπια της Ομηρικής ακρόπολης το κάστρο της Μάϊνας και ιδρύεται η επισκοπή Μαϊνης.
-886 - 911. Στην έκθεση του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού μνημονεύεται για πρώτη φορά η επισκοπή Μαϊνης, ότι ήταν από τις αρχαιότερες του Μοριά και ανήκε στην Μητρόπολη Κορίνθου.
«-Στα Άλυκα έχουμε την τρίκλιτη βασιλική του Αγίου Ανδρέα. Διασωθέντα τμήματα του γλυπτού διακόσμου ανήκουν στον έβδομο αιώνα.
-Στο Μοναστήρι στην Κυπάρισσο η εκκλησούλα της Παναγίας είναι κτισμένη με υλικά που προέρχονται από παλαιοχριστιανική βασιλική. Παρετήρησαν οι αρχαιολόγοι ότι σε φυσικό βράχο είχε σκαλιστεί επισκοπικός θρόνος. Δηλαδή σε παλαιοχριστιανικούς χρόνους στην Κυπάρισσο - παλαιά Καινήπολη - υπάρχει έδρα Επισκόπου.
-Στην Κυπάρισσο υπάρχει και δεύτερη παλαιοχριστιανική βασιλική.
-Ο Δ. Παλλάς, αρχαιολόγος διεθνούς προβολής και κύρους, μικρό τμήμα του γλυπτού διακόσμου το χαρακτήρισε ως προερχόμενο από καλλιτεχνικό κέντρο ευρισκόμενο εκτός της Μάνης. Παρετήρησε αττικό ύφος. Αυτό βέβαια σήμαινε ότι οι καλλιτέχνες της Μάνης είχαν επαφή με τα εκτός της Μάνης καλλιτεχνικά κέντρα. Σημασία την οποία δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε έχει και η διαπίστωση ότι η βασιλική του Μοναστηρίου πρέπει να εκτίσθην τον 6ο ή τον 5ο αιώνα.
-Αποφασιστικής σημασίας στοιχεία γενικά για την ιστορία της Μάνης και ειδικά για τη Χριστιανική ζωή και δράση των Μανιατών έφεραν οι ανασκαφές στη χερσονίδα Τηγάνι. Γλυπτά του έκτου αιώνος που εχρησιμοποιήθησαν στην τοιχοδομία της βασιλικής δείχνουν ότι στο Τηγάνι υπήρχε παλαιοχριστιανικό κτίσμα. Άλλωστε χριστιανικό κτίσμα σε χερσονησίδα είναι ασφαλώς παλαιότερο της Αραβοκρατίας.
-Πολλά και σημαντικά ευρήματα έδειξαν ότι η χριστιανική ζωή στο Τηγάνι άρχισε από τους πρώτους αιώνες της διάδοσης του Χριστιανισμού και διετηρήθη επί σειρά αιώνων.
-Γλυπτός διάκοσμος παλαιοχριστιανικής βασιλικής βρέθηκε και στο Οίτυλο.
-Στην αυλή των δικαστηρίων του Γυθείου απόκεινται τμήματα γλυπτού διάκοσμου παλαιοχριστιανικής βασιλικής που βρίσκονται στην ακρόπολη του αρχαίου Γυθείου. Φαίνεται πιθανό ότι στο Γύθειο υπήρχε και δεύτερη παλαιοχριστιανική βασιλική.
Οι έρευνες των ειδικών επιστημόνων της χριστιανικής αρχαιολογίας (TRANQAIR και MEGAU) πείθουν απολύτως, ότι στη Μάνη εκαλλιεργήθη ο ονομασθείς θαυμαστός πολιτισμός της παλαιοχριστιανικής βασιλικής και σημαντικά δημιουργήματα της χριστιανικής τέχνης. Οι εκκλησίες του Μυστρά, δεν θεωρούνται πλέον άσχετες προς την καλλιτεχνική παράδοση που εδημιουργήθη στη Μάνη. Τα αποτελέσματα των αρχαιολογικών ερευνών απέδειξαν ότι ο χριστιανισμός έφτασε στη Μάνη από τους πρώτους αιώνες της διαδόσεώς του. Είναι βέβαιο ότι οι χριστιανικές κοινότητες εδημιούργησαν στη Μάνη πολλούς αιώνες προ της εποχής του Βασιλείου του Μακεδόνος. Ο αραβικός κίνδυνος υπεχρέωνε τους κατοίκους του Γυθείου, της Λας, της Τευθρώνης, της Καινήπολης, της Μέσσας κ.λ.π. να δημιουργήσουν τις εκατοντάδες των οικισμών και χωριών που βρίσκουμε στα υψώματα του Ταϋγέτου, από το Ακρωτήριο Ταίναρο μέχρι το Μαλεύρι και τη Μελτίνη. Αυτοί που άφησαν τα παράλια ζητώντας ασφάλεια στον Ταΰγετο δεν ήταν ειδωλολάτρες αλλά χριστιανοί» (Τα στοιχεία αυτά για τις παλαιοχριστιανικές εκκλησίες στη Λακωνία και τον εκχριστιανισμό της περιοχής προέρχονται από τη μελέτη «Πότε οι Μανιάτες έγιναν Χριστιανοί», του Ανάργυρου Κουτσιλιέρη, Διδάκτορος φιλοσοφίας).
«Η αντίληψη ότι οι Μανιάτες έγιναν χριστιανοί τον 9ο αιώνα, αποδείχθηκε εσφαλμένη. (...) Η βασιλική στον Άγιο Ανδρέα των Αλύκων (...) ο καθηγητής Ν. Δρανδάκης γράφει: "ίσως πρέπει να θεωρήση τις το κιανόκρανον του Αγίου Ανδρέου ως ανήκον εις τον 7ον ή τον 8ον αιώνα". (...) Κοντά στη θέση Μοναστήρι στην Κυπάρισσο μικρή εκκλησία της Κοιμήσεως της Παναγίας φαίνεται κτισμένη με υλικά που στο μεγαλύτερο μέρος τους προέρχονται από αρχαία κτίσματα. Η έρευνα έδειξε πως το αρχαίο κτίσμα ήταν παλαιοχριστιανική βασιλική. Βασιλική στον Άγιο Πέτρο. Διάφορα ευρήματα έδειξαν ότι και στον Άγιο Πέτρο υπήρχε παλαιοχριστιανική βασιλική. (...) Ο Δρανδάκης σχημάτισε τη γνώμη ότι "η επιπεδόγλυφος τεχνική του αναγλύφου της Μάνης δεν εμποδίζει την απόδοσιν αυτού εις τον 6ον ή και εις προγενέστερον αιώνα". (...) Η βασιλική του Μοναστηρίου δύναται να υποληφθή ως έργον του 6ου αιώνος, ίσως δ’ από του τέλους της 5ης εκατονταετηρίδος χρονολογείται η κείμενη εν τη τοποθεσία Άγιος Πέτρος. (...) Τηγάνι: για τον χρόνο οικοδομής του αρχικού ναού ο Δρανδάκης θεωρεί σημαντική την παρατήρηση του καθηγητού Δ. Πάλλα, κατά τον οποίο η θέση του μνημείου "σε χερσονησίδα προϋποθέτει χρόνους πριν από την αραβική θαλασσοκρατία" (...) Βρέθηκε τμήμα θωράκιου, του οποίου τα χαρακτηριστικά δείχνουν δημιούργημα του 5ου ή 6ου αιώνα. Στην ίδια εποχή πρέπει να ανήκει και τμήμα κιονόκρανου που βρέθηκε εκεί. (...) Οι έρευνες του 1979 φέρανε σε φως στοιχεία, τα οποία οδήγησαν τους ερευνητές στη γνώμη ότι η βασιλική που μελετούσαν στο Τηγάνι ανήκει στον 7ον αιώνα. Με αυτήν την άποψη συμφωνούν παρατηρήσεις του καθηγητού Π. Βοσκόπουλου. (...) Στο μεσαίο κλίτος της βασιλικής ανασκάφηκαν 29 τάφοι, στους οποίους βρέθηκαν νομίσματα του Τιβέριου Β’ και του Μαυρίκιου, και αυτό οδήγησε τους ερευνητές στην άποψη ότι οι τάφοι ανήκουν στο τέλος του 6ου αιώνος μέχρι τις αρχές του 7ου. (...) Τα πορίσματα των αρχαιολόγων, έχουν έτσι (ΠΑΕ (1980), σ. 257): "(...) Ο σεισμός του 551 που ακολούθησε ίσως κατέστρεψε την παλιά εκκλησία μέσα στην οποία θα βρίσκονταν οι τάφοι. Το κάστρο θα (...) παρέμεινε ακατοίκητο μέχρι (...) την ίδρυση του θέματος Ελλάδας προς το τέλος του 7ου αι. Τότε φαίνεται εγκαταστάθηκε ξανά η φρουρά στο Τηγάνι και κτίστηκε η βασιλική που ανασκάφηκε μέχρι τώρα". (...) Η έκθεση των ανασκαφών του 1981 (ΠΑΕ (1981), σ. 252): "(...) το αρχικό κτίριο μέσα στο οποίο βρίσκονταν οι τάφοι καταστράφηκε στα μέσα του 6ου αι. με το μεγάλο σεισμό του 550/51. Επομένως τα κτερίσματα που βρέθηκαν στους τάφους μπορούν να χρονολογηθούν στον 5ο – με α’ μισό του 6ου αι.". Στο ναό του Αγίου Νικολάου στον Κοτρώνα οι σχετικές έρευνες δείξανε ότι το ανατολικό τμήμα αποτελεί αρχαιότερο πυρήνα κτίσματος βυζαντινών ίσως χρόνων. Στο νότιο τοίχο του ναού αυτού είναι εντοιχισμένες δύο πλάκες, η μια είναι παλαιοχριστιανική από εγχώριο ερυθρό μάρμαρο με ανάγλυφο σταυρό και τα αποκαλυπτικά Α και Ω. από τις πληροφορίες αυτές συνάγεται πως έχουμε και εδώ παλαιοχριστιανική εκκλησία. Στο Μουσείο του Γύθειου βρίσκονται κιονόκρανα προερχόμενα από παλαιοχριστιανικό ναό. Επίσης τμήματα γλυπτού διακόσμου παλαιοχριστιανικής βασιλικής που ήταν χτισμένη στην Ακρόπολη. Από τα υπάρχοντα στοιχεία μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι μια τουλάχιστον παλαιοχριστιανική βασιλική υπήρχε στο Γύθειο και φαίνεται ότι μάλλον ήσαν και περισσότερες. (...) "Εις την περιοχήν της Μέσα Μάνης ο ναός του Αγίου Προκόπιου, τον οποίον εθεώρησα ως εικονομαχικόν κτίσμα του 9ου αιώνος". (...) "Εν Μάνη διεσώθηκαν τοιχογραφίαι και της εικονοκλαστικής, ως νομίζω, περιόδου, σπανιόταται εν Ελλάδι" (Ν.Β. Δρανδάκη, Βυζαντιναί τοιχογραφίαι της Μέσα Μάνης, σ. 113-5). (...) Οι ειδικοί μελετητές παρατήρησαν έργα εικονομαχικής περιόδου, γλυπτά του 7ου και 8ου αιώνος, και αυτό σημαίνει ότι και στην περίοδο που παρατηρείται κάποια ύφεση δραστηριοτήτων στην Πελοπόννησο, στη Μάνη συνεχίζεται η δημιουργία έργων τέχνης. (...) Στη Χερσόνησο του Ταινάρου από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες αρχίζει η κατασκευή χριστιανικών κτισμάτων και δημιουργείται τοπική καλλιτεχνική παράδοση. Η δημιουργία των έργων αυτών αρχίζει, καθώς είδαμε, τον τέταρτον και πέμπτον αι. και διατηρείται σε μια αδιάσπαστη συνέχεια μέχρι τα νεώτερα χρόνια. (...) Την ανατολική πλευρά της Μάνης ο Νίκων δεν την γνώρισε. Έναν τουλάχιστον αιώνα προ της εμφανίσεως του Νίκωνος υπάρχει επισκοπή στην περιοχή αυτή και οι χριστιανικές κοινότητες είχαν δημιουργηθεί από τους χρόνους που χτίστηκαν οι παλαιοχριστιανικές βασιλικές τις οποίες αναφέρουμε» (Ανάργυρου Ι. Κουτσιλιέρη, Ιστορία της Μάνης, εκδ. Παπαδήμα, σ. 138-154 και 179).
Βεβαίως, όχι μόνο ο Μωριάς και ειδικότερα η Λακωνία ήταν χριστιανικότατα (πλην των Σλάβων Παγανιστών εποίκων της) αλλά στα χώματά αυτά έδρασαν ο αγιος Αθανάσιος (818-885), επίσκοπος Μεθώνης, ο άγιος Θεόκλητος (+870), επίσκοπος Λακεδαιμονίας, ο άγιος Πέτρος (852-922), επίσκοπος Άργους, καταγώμενος από την Πόλη, ο όσιος Θεοδόσιος ο νέος (862-921), ασκητής στην Αργολίδα, ο άγιος Θεόδωρος (+922), που ασκήτευσε στη Μονεμβασιά και τα Κύθηρα, ενώ ο όσιος Νίκωνας έζησε από το 925-30 ώς 1005. Διασώζονται επίσης τα θαύματα που επιτέλεσαν οι άγιοι Ανάργυροι, Κύρος και Ιωάννης, κατά τη διάρκεια της αραβικής επίθεσης στην Μονεμβασιά. Διαπιστώνουμε ότι κάθε άλλο παρά ειδωλολάτρες ήταν οι Πελοποννήσιοι ώς τον ερχομό του όσιου Νίκωνα, αφού υπάρχουν τόσοι άγιοι έναν αιώνα πριν τον όσιο Νίκωνα. Ειδικότερα ο άγιος Θεόκλητος όντας επίσκοπος Σπάρτης συνιστά απόδειξη της χριστιανικότητας της πόλης αυτής, ενάντια σε όσα λένε οι Νεοπαγανιστές. Εδώ να προσθέσουμε ακόμη μια αντίφαση των τελευταίων. Ενώ ο Ρασσιάς γράφει για τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ Πορφυρογέννητο ότι «αγνοούσε παντελώς την ελλαδική πραγματικότητα» (Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Γ’, σ. 10), ωστόσο παρακάτω (ό.π., σ. 64), σύμφωνα με τη γνωστή πλέον νεοπαγανιστική τακτική, παραθέτει ως αξιόπιστη την – λανθασμένη, όπως πλέον έχει αποδειχθεί – πληροφορία του Πορφυρογέννητου περί ύπαρξης Εθνικών Ελλήνων στους χρόνους του Βασίλειου Α’ (867-886 μ.Χ.). Προφανώς οποιοσδήποτε «παντελώς αναξιόπιστος» (ή και «μικρόνους») άνθρωπος μεταμορφώνεται σε «αξιόπιστο», αρκεί να λέει ο,τιδήποτε συμφέρει τους Νεοπαγανιστές.

Για τις κατηγορίες εναντίον του Όσιου Νίκωνα:

i) Ψευδής κατηγορία εναντίον του Οσίου Νίκωνα, ότι δολοφόνησε τον δούκα Αντίοχο, ο οποίος είχε «την δουκικήν αρχήν της των εθνικών χώρας» κι ο οποίος τάχα ήταν Παγανιστής ο ίδιος.
Ας δούμε πρώτα ποιος ήταν ο Αντίοχος αυτός. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος γράφει ρητά στο Προς ιδίον υιόν Ρωμανόν (κεφ. 50, σ. 232, στ. 31) ότι στους Μιληγγούς και Εζερίτες στέλνονταν άρχοντες διορισμένοι από την Κωνσταντινούπολη, εκπρόσωποι της βυζαντινής εξουσίας.
Ο γερμανός ιστορικός Hopf γράφει: «πλην αυτών [Αράβων επιδρομέων] φθείρουσι την χώραν [Λακωνία] και άγριοι γείτονες, οι Σλάβοι Μιληγγοί, οίτινες, καίπερ τασσόμενοι υπό δούκα διοριζόμενου υπό του αυτοκράτορος, οίος ο υπό τον βιογράφον του Νίκωνος αναφερόμενος Αντίοχος, διατηρώσι την τε ειδωλολατρείαν και ποιαν τινα ανεξαρτησία, επιχειρούντεα αυθαίρετας ληστρικάς επιδρομάς εναντίον των ποιμνίων των Λακεδαιμονίων, ληστεύουσι ειρηνικούς οδοιπόρους και προάγουσι ως μαχαιροβγάλται τους πλεονεκτικούς σκοπούς των επιχωρίων αρχόντων».
Συμπέρασμα: ο δούκας Αντίοχος δεν ήταν Ειδωλολάτρης, όπως κακώς ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές, αφού ήταν διορισμένος από τον ίδιο τον Βυζαντινό Ορθόδοξο Αυτοκράτορα. Μόνο Ορθόδοξοι γίνονταν άρχοντες στο Βυζάντιο. Απλώς διοικούσε την χώρα των Σλάβων Παγανιστών. Οι Νεοπαγανιστές ωστόσο, αποκαλούν (Δελτίο τύπου ΥΣΕΕ #28) τον Αντίοχο παγανιστή "αρχιερέα"! Από πού κι ώς πού αυτό; Από την πολυθεϊστική φαντασιοπληξία;
Τι λέει ο βίος του Οσίου (156β):
[Στην διαθήκη του Οσίου, πληροφορούμαστε, ότι το μοναστήρι του είχε και δυο μετόχια, ένα στο Σκλαβοχώριο, και άλλο στο Παρώριο, τα οποία υπάγονταν στην κυρίαρχη μονή και τα οποία είχαν αποκτήσει περιουχία μεγάλη, από δωρεές ευσεβών Χριστιανών.] ««Ας συνεχίση και πάλι ο λόγος τη διήγηση των θαυμάτων και άς αναφέρει δι’ ολίγον και τα σχετικά με τον αλαζόνα εκείνον Αντίοχον, ο οποίος διακυβερνούσε ως δούκας την χώρα των εθνικών. Επειδή έφτασε σε εσχάτη εξαχρείωσι, ήταν ευχάριστο σ’ αυτόν να θεωρεί ασήμαντα και όσα ο Μέγας [=ο όσιος] διέταξε με την έγγραφη διαθήκη του. Λοιπόν, αφού επήγε με πολύ θράσος στο μετόχιο της μονής που συνώρευε με την τοποθεσία των εθνικών, διέτασσε να γίνη ο τόπος κατάλυμά του. Όταν δε, οι παρόντες εκεί μοναχοί, τον ικέτευαν να αποφύγη να πραγματοποιήση τέτοια βουλή, προβάλλοντες και την έγγραφη διαθήκη του μάκαρος, εκείνος ήταν σαν όνος, κατά την παροιμία, που ήκουε άσματα. (...) Μετά τούτο, λοιπόν, εκπληρώνοντας την επιθυμία του, ο φιλοδαίμονας εκείνος και αθεράπευτος κατά την κατία, ετοποθέτησε εκεί την αυλαία και την σκηνή του, και περιέφραξε τον τόπο κυκλικώς επιδιώκοντας να τον βεβηλώση. (...) Εκείνος μεν, ζώντας τον τρυφηλό και χαλαρό βίο του δουλεύοντας στις αισχρές και κτηνώδεις πράξεις των ακάθαρτων ηδονών, και με γυναίκες ασελγείς και μανιακές μέσα στην σκηνή συναναστρεφόταν. Επιπλέον δε, και σε ακατανόμαστες πράξεις και σε άλλα μυσαρά έργα και εναγή, η αναίσχυντος εκείνη ψυχή ήταν παραδομένη, μη απαρνούμενος καθόλου τα κρυπτά της αισχύνης. (..) αφού εφανερώθη ο Μέγας την νύκτα, πρώτα μεν με μεγάλα φόβητρα εφαίνετο ότι εκφοβίζει τον τολμητία, έπειτα δε, αφού τον έπληξε στο πλευρό και με την σταυροφόρο ράβδο, του προκάλεσε καίρια οδύνη. Όταν δε αυτός εξύπνησε από τον σφοδρό πόνο, γεμάτος από φρίκη και φόβο, έβλεπε αισθτώς αυτόν που τον έπληξε να εξέρχεται από την σκηνή˙ τον οποίον, με θρηνώδη φωνή, διέτασσε τους υπηρέτες του να συλλάβουν. Επειδή δε, δεν ήτο σ’ αυτούς θεατός ο Όσιος, τότε κατάλαβε, ο δείλαιος, από πού του ήλθε το δεινό αυτό, και ότι, αμέτρως παρανόμησε, ήτο αυτός ο Όσιος, που εφάνη και τον έπληξε, αποδιώκοντάς τον, ως ανόσιον, από τα δικά του. Αμέσως, λοιπόν, αφού επιβιβάστηκε στο όχημά του, έφυγε για τη Σπάρτη. Επειδή δε ήτο αφόρητος ο πόνος, δεν διήνυσε περισσότερον από τριάντα στάδια, κραυγάζοντας και θρηνώντας και μη δυνάμενος να προχωρήσει περαιτέρω. Και αφού κατέβη από τον ίππο, στην μέση της λεωφόρου, αθλίως τελείωσε την ζωή του, ξεψυχώντας στα χέρια των υπηρετών του. (...) Το δε ελεεινόν εκείνου σώμα, όταν την επομένη νύκτα μετεφέρθη στην Σπάρτη, όπως πολύς περί τούτου γίνεται λόγος, φωτιά, δεν γνωρίζω από πού προερχόμενη, κατέκαυσε το φέρετρο, μαζί με το σώμα του αθλίου, και το έκαμε στάχτη».
Η «διένεξη» μεταξύ Αντίοχου και Νίκωνα δεν ήταν λοιπόν για θρησκευτικούς λόγους (Χριστιανοί κατά Εθνικών), διότι:
1) ο Αντίοχος ήταν, όπως είπαμε Βυζαντινός άρχοντας διορισμένος από τον Αυτοκράτορα κι όχι Εθνικός.
2) η διαμάχη αφορά γαίες, κτήματα, κι όχι προσπάθεια εκχριστιανισμού των Σλάβων ή άλλων Παγανιστών.
3) Μετά θάνατον δεν υπάρχει φόνος, δυστυχώς για τοους Νεοπαγανιστές, που θέλουν να μάς πείσουν ότι ο Νίκων δολοφόνησε (...εν ζωή φυσικά) τον Αντίοχο. Υπάρχει μόνο θαύμα. Το ότι ο Αντίοχος διέπραξε αυτά τα έργα και πέθανε, αφού είχε ήδη προ πολλού πεθάνει ο όσιος Νίκωνας, αποδεικνύεται στο συγκεκριμένο κεφάλαιο του βίου. Σε αυτό διαβάζουμε για τη διαθήκη του όσιου Νίκωνα, η οποία ασφαλώς ανοίχτηκε και εφαρμόστηκε μετά θάνατον. Επιπλέον, οι υπηρέτες δεν έβλεπαν στη σκηνή του Αντίοχου τον Όσιο. Συνεπώς, είτε οι Παγανιστές θα δεχτούν ότι ο Νίκωνας ήταν όσιος και έκανε μεταθανάτια θαύματα είτε θα πάψουν να ψεύδονται αισχρά και ξεδιάντροπα ισχυριζόμενοι ότι ο όσιος Νίκων εν ζωή σκότωσε τον Αντίοχο. (εάν ήταν «σκεπτικιστές ορθολογιστές», τότε θα έπρεπε να ισχυριστούν είτε ότι το συγκεκριμένο θαυματουργό συμβάν δεν συνέβη είτε ότι ο θάνατος του Αντίοχου, που βεβαίως συνέβη μετά την κοίμηση του οσίου Νίκωνα, εσφαλμένα αποδόθηκε από τον βιογράφο σε θαύμα του τελευταίου). Βέβαια, τι άλλο να περιμένει κανείς, από ψεύτες που δέχονται μόνο ό,τι τους συμφέρει από τα γραφόμενα του βίου; Δέχονται αυτό που ο βίος λέει, ότι ο Αντίοχος τιμωρήθηκε από τον Νίκωνα, αλλά αρνούνται δίχως καμμία απόδειξη περί του αντιθέτου τα γραφόμενα ότι επρόκειτο για μεταθανάτιο θαύμα. Ώς πότε θα πιστεύουν σε συνωμοσίες και πράσινα ανθρωπάκια, οι Νεοπαγανιστές; Γιατί δέχονται ό,τι τους συμφέρει διαστρεβλώνοντας τα πατερικά κείμενα;

ii) Ψευδής κατηγορία εναντίον του Οσίου Νίκωνα, ότι έσφαξε τους Σλάβους Παγανιστές του Ταϋγέτου.
Τι γράφει ο βίος (162α): «Κάποιοι πονηροί και βάσκανοι δαίμονες παρεκίνησαν κάποτε μερικούς που κατοικούσαν στη χώρα των εθνικών, και τους οποίους συνήθιζαν οι εγχώριοι να ονομάζουν Μηλιγγούς («Τελχῖνές τινες καὶ βάσκανοι δαίμονες ἐξώρμηςάν ποτε ἐνίους τῶν τὴν χώραν λαχόντων τῶν ἐθνικῶν, οὓς δὴ καὶ Μιλιγγοὺς καλεῖν εἰώιασιν οἱ ἐγχώριοι»), άνδρες αιμοχαρείς και με φονικές διαθέσεις, και οι οποίοι είχαν πόδια που έτρεχαν στην κακία και τίποτε άλλο δεν εγνώριζαν, παρά μόνον να ληστεύουν πάντοτε και άπληστα να αρπάζουν τα ξένα πράγματα. Γι’ αυτόν τον λόγο ήθελαν να κατέλθουν στο μνημονευθέν μετόχιο της μονής, και να διαρπάσουν τα εκεί υπάρχοντα θρέμματα της μόνης. (..) Και ήταν πλήθορς ανάμικτο, και νέου και ακάθεκτοι στην ορμή, οι οποίοι αφού ήλθαν οπλισμένοι με λόγχες στις στάνες και τα κοπάδια, όσο μπορούσαν έφεραν εις πέρας την πονηρή τους σκέψι και, αφού άρπαξαν ληστρικώς τα θρέμματα, τα επήγαν στη χώρα τους σαν άγρια θηρία. (...) όταν εκείνοι έφθασαν στην χώρα τους μαζί με τα θρέμματα, εφανέρωσε τα συνηθισμένα του σημεία και εδώ ο μέγας. Διότι, αφού εμφανίσθηκε γρήγορα στον ύπνο τους, ενώ εκείνοι οι κακόσχολοι εκοιμώντο, φάνηκε σαν να οδηγή εμπρός τους δύο σκύλους ισχυρούς ισχυρούς και στην δύναμη ακαταμάχητους (...). Και πρώτα μεν, πληγές κατά των παρειών επιφέρει στους μιαρούς. Έπειτα, φάνηκε να εξορμούν εναντίον τους και οι σκύλοι, από τα δαγκώματα των οποίων αφού φοβερά εμωλωπίσθησαν και ξύπνησαν σύντρομοι και καταφοβισμένοι, άλλοι μεν είχαν τα πρόσωπα και τα μάτια παραμορφωμένα, άλλων δε τα μελανιάσματα και τα οιδήματα ήταν ολοφάνερα στο σώμα (...). Και έτσι, όσα συνέβησαν στον ύπνο τους δεν ήσαν ανύπαρκτο θέαμα, αλλά και στην πραγματικότητα εφαίνοντο και εθαυμάζοντο (...). Αφού, λοιπόν, έγιναν αμέσως θερμοί στην μετάνοια και επλήγησαν ισχυρώς στην καρδία, ομολογούσαν την αμαρτία. Έπειτα, και τους εαυτούς των ταλανίζοντες, «Ελεεινοί είμεθα», έλεγαν, «για την κακοβουλία μας, και άθλιοι για την τόλμη και την πολλή μοχθηρία μας». Επί πλέον δε, παρακαλούσαν θερμώς και αυτούς τους συγγενείς των να μεταβούν γρήγορα στο ιερό μοναστήριον, και να προσφέρουν θερμή ικεσία υπέρ αυτών στον Όσιο, και να συμφωνήσουν καθαρά ότι θα επαναφέρουν στις στάνες και τα μαντριά τους όσα ληστρικώς αφήρεσαν, και ότι καθόλου δεν θα τολμούν πλέον να ιδιοποιούνται τίποτε απ’ αυτά. Αφού, λοιπόν, έγινε αυτό, και τις δοθείσες υποσχέσεις ακολούθησε η επιστροφή των θρεμμάτων, αμέσως επανήλθαν στην πρώτη υγεία και εκείνοι που υπεβλήθησαν σε τόσα δεινά. (...) Δέος, λοιπόν, έκτοτε μεγάλο κατέλαβε από το παράδειγμα αυτό, όλα τα μέλη της φυλής και τους συμπατριώτες. Και από τον φόβο αυτόν, η βάρβαρη και ατίθαση εκείνη φύσι, αφού ελησμόνησε την οικεία και φυσική αγριότητα, έθεσε όρους και ορκίσθηκε να μην επεμβαίνει στα ζητήματα της μονής».
Στο αρχαίο κείμενο, του ενός (Κουτλουμουσίου) από τους δυο κώδικες του βίου του Νίκωνος, γράφει: «...Τελχίνες τινε και βάσκανοι δαίμονες εξώρμησαν ποτε ενίους των την χώραν λαχόντων των Αθρικών, ούς δη και Μιληγγούς καλείν ειώθασιν....», ενώ στο δεύτερο κώδικα αντί για «Αθρικών» γράφει: «Εθνικών»: «...των Εθνικών ην δη και και Μιληγγούς καλείν..». Όπως και να έχει, ο βίος αναφέρεται σε Σλάβους Παγανιστές, «Εθνικούς που τους καλούσαν Μιληγγούς». Όχι σε «Εθνικούς Μανιάτες». Δηλαδή είναι οι Μιληγγοί, που εν τέλει εκχριστιανιστηκαν έπειτα από μεταθανάτιο θαύμα του οσίου, κι όχι ζώντος αυτού ούτε με την απειλή χρήσης βίας από τον αυτοκρατορικό στρατό. Λάκωνες Εθνικοί σε κανένα μέρος του βίου τού οσίυ Νίκωνα δεν αναφέρονται, ούτε έμμεσα ούτε άμεσα.
Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι ο Όσιος Νίκων έσφαξε τους Μιληγγούς. Αυτό είναι ψέμμα, όπως αποδεικνύεται από το βίο του Οσίου. Μετά θάνατον θαύμα δεν λογαριάζεται ως «φόνος». Κανείς δεν έσφαξε κανέναν, το αντίθετο μάλιστα έγινε. Όταν οι Μιληγγοί συμφώνησαν να επιστρέψουν τα κλαπέντα ζώα, ο Όσιος προκάλεσε και δεύτερο θαύμα θεραπεύοντάς τους από τις πληγές. Απλώς, λοιπόν, οι Νεοπαγανιστές διαστρεβλώνουν τον βίο του Οσίου Νίκωνος, και κάθε θαύμα του μεταθανάτιο το παρουσιάζουν ως εν ζωή φόνο. Δίχως αποδείξεις. Δίχως στοιχεία. Δίχως, έστω, κάποιες ενδείξεις.
Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν τους Σλάβους Παγανιστές «Τελχινούς», δηλαδή δαίμονες, «σε μια προσπάθεια δαιμονοποιήσεώς τους». Δηλαδή, για να τους παρουσιάσουν ως κακούς και επικίνδυνους, εξ αιτίας του Παγανισμού τους. Αποκρύπτουν (ή αγνοούν) οι Νεοπαγανιστές ότι οι Παγανιστές αυτοί Σλάβοι ήταν βάρβαροι ληστές˙ όπως γράφει κι ο Γερμανός ιστορικός Hopf (το κείμενο είναι παραπάνω), αυτοί οι σύμφωνα με τους Νεοπαγανιστές «φιλήσυχοι αγαθοί Σλάβοι Παγανιστές» επιχειρούσαν τακτικά ληστρικές επιδρομές κατά των κοπαδιών των Λακώνων, λήστευαν και σκότωναν ειρηνικούς οδοιπόρους και, τέλος, αυτά τα παγανιστικά αγγελούδια χρησίμευαν ως έμμισθοι μαχαιροβγάλτες στην υπηρεσία τοπικών «αρχόντων». Δεν υπήρξε προσπάθεια δαιμονοποίησής τους: μόνοι τους, με τα έργα τους οι Ειδωλολάτρες Σλάβοι κέρδιζαν επάξια τέτοιους χαρακτηρισμούς όπως «βάρβαροι».
Πολύ σωστά οι Νεοπαγανιστές αποκαλούν τους Μιληγγούς «ανεπίδεκτους εκχριστιανισμού». Όσο πιο βαρβαρικός και αιμοχαρής ήταν κάποιος λαός, τόσο πιο ανεπίδεκτος εκχριστιανισμού ήταν, τόσο πιο πολύ αργούσε να εκχριστιανιστεί. Βέβαια, οι Νεοπαγανιστές είναι τόσο πορωμένοι κατά του Χριστιανισμού, ώστε φτάνουν να συμπαθούν τους βάρβαρους Σλάβους Παγανιστές και τους βάρβαρους Σαρακηνούς κατακτητές της Κρήτης, που έκαναν επιδρομές στη Λακωνία και το Αιγαίο αντίστοιχα.
Βέβαια, με μια καλή ανάγνωση του κειμένου καταλαβαίνει κανείς ότι δεν αποκαλεί ο βιογράφος «Τελχίνες» τους Μηλιγγούς, αλλά τους δαίμονες οι οποίοι παρακίνησαν τους Μηλιγγούς να αρπάξουν ζώα από τη Μονή. Όταν, βέβαια, οι Παγανιστές «ερευνητές» δεν ξέρουν τι διαβάζουν, αν διάβασαν ποτέ τον βίο του Οσίου, επόμενο είναι να διαστρεβλώσουν τη βιογραφία και να ισχυρίζονται πως οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν «Τελχίνες» (δαίμονες) τούς βάρβαρους Σλάβους Παγανιστές, αντί του σωστού ότι οι δαίμονες («Τελχίνες») παρακίνησαν τους Μιληγγούς να κλέψουν την Μονή.
Να ολοκληρώσουμε παρατηρώντας ότι οι ίδιοι οι κλέφτες Μιληγγοί έστειλαν τους Μιληγγούς συγγενείς τους να μεταβούν στη Μονή και να ικετεύσουν τον Όσιο.

iii) Ψευδείς κατηγορίες κατά του Οσίου Νίκωνα ότι έσφαξε τους Ιουδαίους της Σπάρτης.
Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται πως ο Όσιος Νίκων κατέσφαξε τους Ιουδαίους της Λακεδαιμονίας. Αυτό είναι αναληθές. Να τι γράφει ο βίος (130α κ.ε.): «..ακολουθούσε το δρόμο που φέρει προς το Αμύκλιον. Όταν δε άκουσαν οι κάτοικοι της Λακεδαιμονίας την άφιξί του στις Αμύκλες, με όλη την προθυμία και τον ζήλο, και οι άρχοντες και ο υπόλοιπος λαός, έτρεχαν απνευστί εκεί (..) και ολόθερμα τον ικέτευαν να έλθη μέχρι τη Σπάρτη. Και ακόμη διότι, επιδημική νόσος, και δεινώς εμάστιζε τους κατοίκους της (...). Εξαιτίας αυτού, ικέτευαν τον Άγιον να μεταβή στην πατρίδα τους για να τους σώση από τον κίνδυνο (...) Και ευχαρίστως απεδέχθη την παράκλησι και συμφωνούσε, υποσχόμενος και την απαλλαγή από τον κίνδυνο, εάν βεβαίως, και αυτοί έδιωχναν έξω από την πόλι τους τους διαμένοντες εκεί Ιουδαίους, για να μην την καταμολύνουν με τα βδελυρά τους ήθη και μιάσματα της δικής τους θρησκείας («εἴ γε καὶ αὐτοὶ τὸ προσοικοῦν αὐτοῖς ἰουδαϊκὸν φῦλον ἔξω τῆς αὐτῶν πόλεως ἀπελάσαιεν, ἵνα μὴ καταχραῖνον εἴη αὐτοὺς τοῖς βδελυροῖς ἤθεσι καὶ μιάσμασι τῆς ἰδίας θρησκείας»). Αυτοί δε (...) υπεσχέθησαν ενόρκως να εκπληρώσουν όλα όσα τους εζήτησε (...). Με την παρουσία δε αυτού, και η νόσος απομακρύνθηκε και οι Ιουδαίοι έξω της πόλεως αποικίσθησαν («καὶ οἱ Ἰουδαῖοι ἔξω τῆς πόλεως ἀπῳκίζοντο»).
Πού είδαν οι Νεοπαγανιστές ότι ο Νίκων έσφαξε τους Ιουδαίους; Στον ύπνο τους; Δεν γνωρίζουν ελληνικά; «Απωκίζοντο» γράφει ο βίος. Όχι «εφονεύοντο». Δεν έχουν καθόλου ντροπή; Τους Νεοπαγανιστές δεν τους ενδιαφέρει όμως τι γράφει ο βίος. Τους ενδιαφέρει να ψεύδονται ασύστολα.

iv) Ψευδείς κατηγορίες εναντίον του Οσίου Νίκωνος, ότι προέτρεψε τους κατοίκους των Αμυκλών να καταστρέψουν Παγανιστικά ιερά και να κυνηγήσουν τους τελευταίους Εθνικούς.
Ψέμμα επίσης είναι ότι ο Όσιος Νίκων τάχα παρεκίνησε τους κατοίκους των Αμυκλών να καταστρέψουν τα τελευταία παγανιστικά ιερά και να κυνηγήσουν τους τελευταίους Εθνικούς. Χρησιμοποιούν οι Νεοπαγανιστές προς ψευτο-«απόδειξη» τα λόγια του Οσίου: «(Τότε δε εσυμμαζώχθησαν οι άρχοντες της Λακεδαιμονίας, εις την Εκκλησίαν της αγίας Βαρβάρας, και είπόν μου, πώς εις την Λακεδαιμονίαν έπεσε τόσον θανατικόν, ώς τε οπού εμείς δεν ημπορούμεν να θάπτωμεν τους νεκρούς. Το λοιπόν κάμε να έλθης και ατός σου μετ’ εμάς, αλλέως τρόπου μισεύομεν και ημείς απ’ εκεί.) Εις τους οποίους εγώ απεκρίθηκα ότι επειδή και η οργή είναι θεϊκή, εσείς δεν έχετε πού να φύγετε, διατί ο Θεός όπου κατοικά εις τους ουρανούς κυριεύει και την Ανατολήν και την Δύσιν, και εις οποίον τόπον εσείς θέλετε υπάγη, ευρίσκει σας. Όμως εσείς κάμετέ μου μίαν ομολογίαν ιδιόχειρον, ότι να μου υπακούσετε εις εκείνα οπού μέλλω να κάμω. Το οποίον είναι τούτο: να ευγάλω τους Εβραίους από μέσα από την χώραν, να υπάγουν έξω. Και τα μακελιά οπού είναι προς τον άγιον Επιφάνειον να τα χαλάσουν...».
Τα «μακελιά οπού είναι προς τον άγιον Επιφάνειον», τα οποία προέτρεψε ο Όσιος Νίκων να τα χαλάσουν, δεν είναι τα «πτωχικά ιερά» των «τελευταίων Εθνικών», όπως ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές, αλλά σφαγεία και αγορές που έκαναν οι Ιουδαίοι μπροστά στην εκκλησία του αγίου Επιφάνειου (Βίος, Πολιτεία, Εικονογραφία, θαύματα και ασματική Ακολουθία του Οσίου και θεοφόρου πατέρος ημών Νίκωνος του «Μετανοείτε», εν Αθήναις 1933, τύποις Ιωάνν. & Αριστ. Γ. Παπανικολάου, σελ. 22 και 210). Οι Νεοπαγανιστές «ξεχνάν» να αναφέρουν τι λέει παρακάτω η φράση «Και τα μακελιά οπού είναι προς τον άγιον Επιφάνειον να τα χαλάσουν...». Λέει: «και να σφάζουν το Σάββατον και να εορτάζουν την Κυριακήν». Οι Ιουδαίοι γιόρταζαν τα Σάββατα, και τις Κυριακές έκαναν αγορά προσβάλοντας έτσι την ιερή χριστιανική μέρα, αφού συμπαρέσυραν έμμεσα και τους Χριστιανούς ζωέμπορες ή αγοραστές να σφάζουν ή να πηγαίνουν, αντίστοιχα, στην αγορά τις Κυριακές, και δη μπροστά από την εκκλησία, παραμελώντας τον εκκλησιασμό τους. Έτσι ο όσιος Νίκωνας αναγκάστηκε να προτρέψει τους άρχοντες να εμποδίσουν την εμπορία σφαγίων από τους Ιουδαίους κατά τις Κυριακές και να την μεταθέσουν τα Σάββατα, μεταφέροντας αλλού – όχι μπροστά στην εκκλησία – την κρεαταγορά (τα «μακελιά»). Καμμία σχέση με «παγανιστικά ιερά» των «τελευταίων Εθνικών». Μόνο στη φαντασία των Νεοπαγανιστών υπάρχουν τέτοια ιερά στον άγιο Επιφάνειο, σύμφωνα με τον βίο του Οσίου Νίκωνα. Όσο για τον «το εντελώς άσχετο τρίτο πληθυντικό πρόσωπο που χρησιμοποιείται στο «να τα χαλάσουν», αυτό δεν είναι καμμία αναφορά σε Εθνικούς που πρέπει να χαλάσουν τους ναούς τους, όπως οι ευφάνταστοι Νεοπαγανιστές διατείνονται. Ο Όσιος απευθύνεται στους Χριστιανούς, είτε άρχοντες (διότι και παραπάνω διαβάζουμε «Εις τους οποίους [=τους άρχοντες] εγώ απεκρίθηκα», δηλαδή μας μεταφέρει τα λόγια που είπε προς τους Λάκωνες άρχοντες) είτε απλούς Χριστιανούς που πήγαιναν στην αγορά της Κυριακής.
Όσο για την αναφορά του κειμένου του Βίου σε «εποίκους» (130α), η οποία σύμφωνα με τον Ρασσιά (βλ. αρχή κεφαλαίου) συνεπάγεται ότι οι Βυζαντινοί είχαν εγκαταστήσει αλλοεθνείς Χριστιανούς στη Σπάρτη, προκειμένου να εκχριστιανιστούν οι Έλληνες Εθνικοί της Λακωνίας, στο Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους γραμματείας (Θεσσαλονίκη 1978) του Εμ. Κριαρά διαβάζουμε ότι «έποικος» σημαίνει τον «κάτοικο», όχι τον έποικο. Δυο παραδείγματα που φέρνει ο Κριαράς: 1ο «οφειλόντων και των εποίκων πάντων του τοιούτου κάστρου έχεις προς αυτόν την οφειλομένην υπακοήν και τιμήν...» και 2ο «...και ουδέν ευρίσκωσι δι ενόχλησιν... μήτε παρά των εποίκων του κάστρου Ρεντίνης μήτε παρ’ άλλου τινός», όπου φαίνεται η ορθότητα της μετάφρασης του «έποικος»=«κάτοικος» (και όχι έποικος). Τα ίδια λένε για τη λ. «έποικος» και οι Ι.Ν. Καζάζης και Τ.Α. Καραναστάσης στην Επιτομή του λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (Θεσσαλονίκη 2001). Άρα ορθώς μεταφράζεται σε (αυτόχθονες) κατοίκους της Σπάρτης και όχι σε «φερμένους εποίκους στη Σπάρτη» το «έποικοι» του κειμένου του Βίου.

v) Ψευδείς κατηγορίες εναντίον του Οσίου Νίκωνα, ότι δολοφόνησε κάποιον που δήθεν ήταν Εθνικός, επειδή αντιστέκονταν στην κατασκευή ναού.
Οι Νεοπαγανιστές ή δεν ξέρουν τι λένε ή δεν έχουν διαβάσει τον βίο του Οσίου Νίκωνα. Σε κανένα τμήμα του βίου δεν αναφέρεται πως ο άνθρωπος που εμπόδιζε τον Νίκωνα να κτίσει την εκκλησία ήταν Παγανιστής. Το αντίθετο μάλιστα. Ο άνθρωπος αυτός ονομαζόταν Ιωάννης Άρατος, και ήταν ευπατρίδης Λακεδαιμόνιος.
Ο βίος του οσίου γράφει (132β κ.ε.): «... ενώ όλοι οι άνθρωποι τον βοηθούσαν, πλην ενός. Εκείνος ήτο ο Ιωάννης, που είχε το επώνυμο Άρατος («πάντων ὑπακουόντων αὐτῷ τῶν τῆς πόλεως συναιρομένων, πλὴν ἑνός. Ἰωάννης ἦν ἐκεῖνος ὧ Ἄρατος τὸ ἐπώνυμον»). Διότι μόνος αυτός, αφού πληγώθηκε από το κεντρί του φθόνου και κυριεύθηκε ολοσχερώς από το πάθος της βασκανίας (...) λυσσούσε κατά του Οσίου, λογαριάζοντας σαν δική του ζημιά την κατασκευή του θείου έργου». Δεν είναι γνωστός κανένας Εθνικός της εποχής εκείνης που να είχε εβραϊκό όνομα. Εθνικός και να έχει εβραϊκό όνομα, είναι πρωτάκουστο. Συνεπώς, ο Ιωάννης Άρατος, που όντως παρεμπόδιζε τον Όσιο Νίκωνα, δεν ήταν Εθνικός, αλλά Ορθόδοξος.
Οι Νεοπαγανιστές υπαινίσσονται («μυστηριωδώς») ότι κι αυτόν τον έσφαξε ο Όσιος Νίκων. Χωρίς στοιχεία. Χωρίς αποδείξεις. Χωρίς ενδείξεις. Με την παγα-νηστική εξαγωγή συμπερασμάτων. Το κείμενο μιλά για θαυματουργικό θάνατο-τιμωρία εκ Θεού. Ο Ιωάννης Άρατος έβριζε, διέβαλε και απειλούσε τον Όσιο Νίκωνα. Την επόμενη νύχτα είδε στον ύπνο του ότι δυο άντρες τον επιτημούσαν που έβρισε και απείλησε τον Όσιο. Την άλλη μέρα ξύπνησε με σφοδρό πυρετό και άρρωστος. Αντιλαμβανόμενος ότι έφταιξε, ζήτησε να του φέρουν τον Όσιο Νίκωνα, από τον οποίο ζήτησε συγγνώμη. Ο Όσιος τού είπε: «τα όσα έπραξες σε μένα, αδελφέ, όσον εξαρτάται από εμέ, ας είναι συγχωρεμένα˙ επειδή, όμως, το τέλος του βίου έχει ορισθή άνωθεν, οὐδεὶς ἔσται τοῦ λοιποῦ, καθώς λέγει ο προφήτης, ὁ δυνάμενος βουλὴν Θεοῦ διασκεδᾶσαι («Ὁ δὲ μακάριος˙ "τὰ ἐπ’ ἐμοί", εἶπε, "πραχθέντα σοι, ἀδελφέ, ὅσον τὸ εἰς ἐμὲ ἧκον, συγχωρετέα σοι".»). Ο Άρατος πέθανε μετά από τρεις μέρες από την αρρώστεια.
Παρατηρούμε ότι ο χριστιανός Νίκων αποκαλεί «αδελφέ» τον Ιωάννη Άρατο. Ένας χριστιανός δεν αποκαλεί αδελφό έναν Εθνικό, ειδικά εκείνα τα χρόνια. Αφού τον αποκαλεί «αδελφέ» κι αφού ο Άρατος έχει χριστιανικό όνομα, συμπεραίνουμε λογικώς ότι δεν ήταν Εθνικός, όπως πασχίζουν οι Νεοπαγανιστές να τον βγάλουν.
Φυσικά, ο βίος του οσίου δίνει τον ακριβή λόγο που ο Ιωάννης Άρατος διέβαλε τον όσιο Νίκωνα. Ο λόγος δεν ήταν, βέβαια, η... ειδωλολατρική πίστη του Άρατου, αφού πουθενά στο κείμενο δεν μας δίνεται αφορμή για να δεχτούμε τον ισχυρισμό αυτό, αλλά τα οικονομικά συμφέροντα. Να τι γράφει ο βίος (133α): «Διότι καθόλου δεν συμφωνούσε με τους άλλους Λάκωνες, αλλά συμπεριφερόταν αντιθέτως προς τα θελήματα αυτών. Γι’ αυτό και, για την μετοίκησι των Ιουδαίων έξω της πόλεως, ισχυρίζετο ότι δεν έγινε ούτε ορθά, ούτε δικαιολογημένα και δεν κοκκίνιζε να κατηγορεί τους Λάκωνες γι’ αυτήν την αιτία. (...) με πρόφασι κάποιας εργασίας με την οποία συνήθιζε να καθαρίζει τα υφάσματα, έβαλε μέσα στην πόλι, ο τολμητίας και θρασυκάρδιος εκείνος, έναν απ’ αυτούς τους Ιουδαίους (...)». Ώστε ο Άρατος είχε εργαστήριο επεξεργασίας υφασμάτων, χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες του εργαστηρίου του Ιουδαίους τεχνίτες και αντιπαθούσε τον όσιο Νίκωνα, απλώς επειδή ο τελευταίος τού στέρησε το εβραϊκό εργατικό δυναμικό διώχνοντας τους Ιουδαίους. Τα υπόλοιπα, είναι οι συνήθεις ψευτιές και ανακρίβειες.
vi) Κατηγορίες κατά Βυζαντινών «οι Βυζαντινοί ολοένα έφερναν και εγκαθιστούσαν στη Λακωνική κατά ομάδες επήλυδες χριστιανούς, για να αλλοιώσουν την εθνική σύνθεση των εντοπίων».
Οι Νεοπαγανιστές δεν γνωρίζουν ότι ύστερα από τις επιδρομές των Αβάρων και των Σλάβων, μεταξύ 6ου και 8ου αιώνα ο πληθυσμός της Ελλάδας είχε αραιώσει, και χρειαζόταν εποικισμοί, για να αφομοιωθούν όχι οι ντόπιοι Έλληνες, αλλά οι εγκατεστημένοι Σλάβοι. Οι έποικοι αυτοί ήταν Μικρασιάτες, δηλαδή Έλληνες. Όσο Έλληνες ήταν οι πρόσφυγες Μικρασιάτες του 1922, άλλο τόσο ήταν και οι Έλληνες έποικοι που αφομοίωσαν τους Σλάβους της ηπειρωτικής Ελλάδας.
«Με τη μετακίνηση σλαβικού πληθυσμού στη Μ. Ασία η βυζαντινή εξουσία επιτύγχανε δύο πράγματα: από τη μια αποδυνάμωνε αριθμητικά το σλαβικό στοιχείο του ελλαδικού χώρου και από την άλλη διευκόλυνε το έργο της αφομοίωσής τους, καθώς οι Σλάβοι που μεταφέρθηκαν στη Μικρά Ασία βρέθηκαν ανάμεσα σε έναν ισχυρό ελληνικό πληθυσμό και υπό τον άμεσο έλεγχο του κράτους. Αλλά το δημογραφικό αυτό μέτρο εφαρμόστηκε και ανίστροφα, δηλαδή μεταφέρθηκαν ελληνικοί πληθυσμοί της Μ. Ασίας «επί τας Σκλαβηνίας», για να ενισχύσουν το ελληνικό στοιχείο σ’ αυτές τις περιοχές. Έτσι γνωρίζουμε ότι ο Νικηφόρος μετά την αποκατάσταση της βυζαντινής εξουσίας στην Πελοπόννησο προχώρησε συστηματικά στην ενίσχυση του ελληνικού και χριστιανικού πληθυσμού, διευκολύνοντας την επιστροφή των παλαιών κατοίκων και μεταφέροντας πληθυσμό από την Μ. Ασία. Ο Νικηφόρος πριν από την εκστρατεία εναντίον των Βουλγάρων το 809-810, εφάρμοσε το ίδιο μέτρο και στις Σκλαβηνίες του βορειοελλαδικού χώρου, όπου εγκατέστησε πληθυσμούς που μετέφερε «εκ παντός θέματος της Μ.Ασίας» (Θεοφάνης, Α’, σ.486, 10-12 κ.ε.)» (Μαρίας Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Βυζάντιο και Σλάβοι – Ελλάδα και Βαλκάνια (6ος-20ος αι.), εκδ. Βάνιας, σ. 91).
Δηλαδή, οι Ρωμηοί Αυτοκράτορες, «αποκαθάριζαν» την νότια Ελλάδα από τους Σλάβους επιδρομείς, μεταφέροντάς τους στην Μικρασία, ώστε να εξελληνιστούν ανάμεσα στους ελληνικούς πληθυσμούς της, ενώ ταυτόχρονα, για να πυκνώσει ο ελληνικός πληθυσμός της Ν. Ελλάδας, έφερναν Έλληνες Μικρασιάτες στην Πελοπόννησο. Τόσο ανθέλληνες ήταν. Το πιο παράξενο είναι, ότι εν τέλει οι Νεοπαγανιστές αποδέχονται τους (αποδεδειγμένα ξένους και βάρβαρους) Σλάβους της Λακωνίας, αλλά απορρίπτουν τους (κατά μεγάλη πιθανότητα) Έλληνες Ορθόδοξους εκ Μικρασίας.
Οι Νεοπαγανιστές γράφοντας για την Λακωνία της βυζαντινής περιόδου διαπράττουν πλήθος λαθών, τα οποία οφείλονται τόσο στην εμπάθειά τους όσο και στην άγνοιά τους. Ισχυρίζονται πως οι βυζαντινοί ιστοριογράφοι είναι «παντελώς αναξιόπιστοι». Ταυτόχρονα, όμως, αντλούν από αυτούς πλήθος στοιχείων. Για την ακρίβεια, αντλούν από αυτούς ΟΛΑ τα στοιχεία τους. Άξιο απορίας είναι, αφού οι Βυζαντινοί ιστοριογράφοι είναι οι μόνοι που έγραψαν για τη Λακωνία της εποχής εκείνης και είναι ταυτόχρονα παντελώς αναξιόπιστοι, από ποιες πηγές βρίσκουν οι Νεοπαγανιστές τα στοιχεία που παραθέτουν; «Οι Χριστιανοί επήλυδες χτίζουν τις παλαιοχριστιανικές βασιλικές», λεν οι Νεοπαγανιστές. Δίχως, φυσικά, καμμία απόδειξη. Γιατί απορρίπτουν την πιθανότητα οι ντόπιοι Λάκωνες να έκτισαν (κάποιους, έστω, από) τους ναούς αυτούς; Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι η ανυπαρξία βυζαντινών νομισμάτων για ένα διάστημα συνιστά.. εγκατάλειψη της Λακωνίας από τους Χριστιανούς κατοίκους της. Προφανώς ήταν εκεί οι ίδιοι, ώστε να γνωρίζουν ότι μόνο οι Χριστιανοί (!) την εγκατέλειψαν, ενώ η απουσία νομισμάτων απλώς υποδηλώνει την προσωρινή κατάλυση της εξουσίας και την αποδιοργάνωση της οικονομικής ζωής της Λακωνίας από Σλάβους επιδρομείς. Φαίνεται ότι οι Σλάβοι επιδράμοντας έσφαζαν μόνο Χριστιανούς και δη «επήλυδες», αφού μόνο (!) οι έποικοι ήταν Χριστιανοί.
Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται: 1) Οι Βυζαντινοί στέλνουν εποίκους στη Λακωνία 2) Εξαιτίας επιδημίας στην Πόλη και μείωσης του πληθυσμού της, οι Βυζαντινοί «αποσύρουν» τους «Βυζαντινούς εποίκους», για να τους μεταφέρουν στην Πόλη, και στη Λακωνία μένουν μόνο οι Σλάβοι Παγανιστές, οι Ιουδαίοι και οι Λάκωνες Εθνικοί. Δηλαδή, οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι οι αυτόχθονες Λάκωνες ήταν μόνο Εθνικοί, ενώ όλοι οι Χριστιανοί ήταν «επήλυδες» Πώς το γνωρίζουν αυτό; Μήπως το λένε οι «παντελώς αναξιόπιστοι» βυζαντινοί ιστοριογράφοι; Δεν το λένε ούτε αυτοί, να η αλήθεια. Το ότι ο Χριστιανός βιογράφος του οσίου Νίκωνα ρητά αναφέρει ότι στην πόλη της Σπάρτης, επί όσιου Νίκωνος, υπήρχαν (προφανώς Έλληνες) Χριστιανοί και Ιουδαίοι, αλλά όχι (ούτε εκεί ούτε πουθενά αλλού στα βουνά) Έλληνες που ήταν «Εθνικοί», αυτό φυσικά είναι «ασήμαντη λεπτομέρεια» για τους Νεοπαγανιστές που ισχυρίζονται όλα αυτά. Επίσης η παρουσία τόσον αγίων στην Πελοπόννησο μόνο τους ισχυρισμούς των Νεοπαγανιστών δεν αποδεικνύει. Η ύπαρξη εποίκων δεν σημαίνει σε καμμία περίπτωση ότι μόνο αυτοί ήταν Χριστιανοί. Ο βίος του Οσίου αναφέρει π.χ. ότι στην κατασκευή μιας εκκλησίας της Σπάρτης όλοι συμμετείχαν πρόθυμα στην ανέγερσή της.
Μήπως, επειδή οι Έλληνες Νεοπαγανιστές – που αρνούνται ό,τι τους συμφέρει – πιστεύουν στην μετεμψύχωση, συνεπάγεται πως ήταν τότε εκεί αυτόπτες μάρτυρες, οπότε οφείλουμε να τους πιστέψουμε αυτούς και όχι τους Βυζαντινούς βιογράφους; Τέτοιες γελοίες ασυναρτησίες, όπως π.χ. ότι κάθε λογής κατάπνιξη επαναστάσεων των Σλάβων της Πελοποννήσου συνιστά.. διωγμό κατά επαναστατημένων Ελλήνων (ανύπαρκτων Εθνικών) δείχνουν το επίπεδο του Νεοπαγανιστικού κινήματος: να ισχυρίζεται ό,τι θέλει κι ό,τι του καπνίσει δίχως απολύτως καμμία απόδειξη, διαστρεβλώνοντας τις πηγές.

vii) Και άλλοι νεοπαγανιστικοί ισχυρισμοί.
1) Ισχυρίζονται πως οι Βυζαντινοί ιστοριογράφοι είναι «παντελώς αναξιόπιστοι». Ταυτόχρονα, όμως, αντλούν από αυτούς πλήθος στοιχείων. Για την ακρίβεια, αντλούν από αυτούς όλα τα στοιχεία τους. Άξιο απορίας είναι, αφού οι Βυζαντινοί ιστοριογράφοι είναι οι μόνοι που έγραψαν για τη Λακωνία της εποχής εκείνης και είναι ταυτόχρονα παντελώς αναξιόπιστοι, από ποιες πηγές βρίσκουν οι Νεοπαγανιστές τα στοιχεία που παραθέτουν; Απάντηση: από τους Βυζαντινούς ιστοριογράφους• μόνο που διαστρέφουν τα λεγόμενά τους.
2) «Οι Χριστιανοί επήλυδες χτίζουν τις παλαιοχριστιανικές βασιλικές», λεν οι Νεοπαγανιστές. Δίχως, φυσικά, καμμία απόδειξη. Γιατί απορρίπτουν την πιθανότητα οι ντόπιοι Λάκωνες να έκτισαν (κάποιους, έστω, από) τους ναούς αυτούς – ειδικά εφόσον γνωρίζουμε ότι παντού στην Ελλάδα χτίστηκαν παλαιοχριστιανικές βασιλικές, και μάλιστα ήδη από τον τέταρτο και πέμπτο αιώνα (θα ‘πρεπε οι Νεοπαγανιστές να ισχυριστούν ότι παντού στην Ελλάδα τις παλαιοχριστιανικές βασιλικές τις έκτισαν.. επήλυδες!); Και πόσο μπορεί να στέκει ο ισχυρισμός ότι έγιναν την εποχή εκείνη (4ος-5ος αι.) εποικισμοί στην Μάνη (και τη Λακωνία) τη στιγμή που α’) σαφέστατα οι εποικισμοί ως μέθοδος ελέγχου περιοχών αρχίζουν πολύ αργότερα και β’) η Μάνη όντας i) μικρής έκτασης, ii) άγονη και iii) πετρώδης περιοχή θα ήταν ο τελευταίος τόπος όπου θα έστελναν οι Αυτοκράτορες (και μάλιστα «από τον 5ο αιώνα») εποίκους για να την κατοικήσουν, και μάλιστα για προσηλυτιστικούς λόγους. Άρα οι παλαιοχριστιανικές βασιλικές κτίζονται από τους Έλληνες κατοίκους της Λακωνίας, και μ’ αυτές επιβεβαιώνεται ο εκχριστιανισμός των Ελλήνων ήδη από εκείνη την εποχή. Η αλήθεια είναι ότι η Σπάρτη ήταν έδρα επισκόπου από τα μέσα του 5ου μ.Χ. αι. (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, λ. Λακεδαιμονία), και φυσικά δε γινόταν να υπάρχει επισκοπή δίχως Χριστιανούς. Επιπλέον, ήδη πριν τον άγιο Κωνσταντίνο μαθαίνουμε ότι κοινότητες Χριστιανών στη Ν. Ελλάδα υπήρχαν, εκτός από την Κόρινθο, την Αθήνα, τα Μέγαρα, την Πάτρα, τη Λάρισα, τη Γορτύνη, τη Μήλο, την Τήνο, την Πάρο, την Θήρα, την Αστυπάλαια, την Κάλυμνο, την Τένεδο, τη Λέρο, την Χίο, και στην Σπάρτη.
3) «Οι Χριστιανοί εγκαταλείπουν γύρω στα 600 τη Λακωνία, στην οποία επανεμφανίζοναι οι Εθνικοί»! Εδώ μιλάμε για σενάριο επιστημονικής φαντασίας, όπου καθώς φαίνεται οι Νεοπαγανιστές καταλήγουν (μελετώντας, φυσικά, τους «πλήρως αναξιόπιστους Βυζαντινούς ιστοριογράφους»!) ότι για «αδιευκρίνιστους» λόγους μόνο(!) οι Χριστιανοί φεύγουν, οι εκκλησίες ερημώνουν και (πάλι για «αδιευκρίνιστους» λόγους) μένουν οι Εθνικοί. Βέβαια, αν η αρχαιολογία κατέληξε ότι την εποχή που δήθεν εγκαταλείπουν τη Λακωνία οι Χριστιανοί έχουμε επιγραφές ή παγανιστικούς ναούς νεόκτιστους, θα είχαν δίκαιο – αλλά δεν συμβαίνει τίποτε τέτοιο! Ίσως λοιπόν οι Εθνικοί αρρώσταιναν λιγότερο από τις επιδημίες απ’ ό,τι οι Χριστιανοί συμπατριώτες τους (πράγμα προφανές, αφού τους γιάτρευε.. ο Δίας). Όσο για τις εκκλησίες, είναι λογικό να ερημώσουν, έπειτα από τις επιδρομές Σλάβων. Εάν οι Χριστιανοί είχαν φύγει στα 600, τότε ο επίσκοπος Λακεδαιμονίας (Σπάρτης) δεν θα συμμετείχε, μαζί με τους επισκόπους Κορίνθου, Αθηνών και Άργους στις Συνόδους του 680 (ΣΤ’ Οικουμενική) και 690/92 ούτε σε Σύνοδο του 878 θα συμμετείχαν οι επίσκοποι Μεσσηνίας και Μονεμβασιάς. Μόνο στη Μάνη έχουν διασωθεί 25 εκκλησίες της μεσοβυζαντινής εποχής. Τον 9ο αιώνα ασκήτευσε στη Λακεδαιμονία ο μετέπειτα επίσκοπος της πόλης Θεόκλητος – σε μια εποχή όπου υποτίθεται, κατά τους Νεοπαγανιστές, ότι δεν υπήρχαν Χριστιανοί στην Σπάρτη.
4) Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι η ανυπαρξία βυζαντινών νομισμάτων για ένα διάστημα συνιστά.. εγκατάλειψη της Λακωνίας από τους Χριστιανούς κατοίκους της. Βεβαίως τα βυζαντινά νομίσματα τα χρησιμοποιούσαν όλοι οι κάτοικοι της Λακωνίας, όχι μόνο οι Χριστιανοί αλλά και οι Εθνικοί (εάν υπήρχαν τέτοιοι). Επομένως η ανυπαρξία νομισμάτων εκείνη την εποχή (μετά το 600) δεν υποδηλώνει «φυγή των Χριστιανών», όπως θέλουν να μας πουν οι Νεοπαγανιστές εμπαίζοντας την κοινή λογική, αλλά ότι οι επιδρομές των «υπέροχων, πτωχικών, φιλήσυχων Σλάβων Παγανιστών» δεν ήταν «ειρηνικές εγκαταστάσεις» (όπως θέλουν να μας πουν οι Νεοπαγανιστές), αλλά καταστροφική εισβολή που κλόνισε την οικονομία του τόπου. «Κατά τον 9ον αιώνα στασιάζουν [οι Σλάβοι της Λακωνίας] και χτυπημένοι από τη βυζαντινή εξουσία ανεβαίνουν στον Ταΰγετο» (Ανάργυρου Ι. Κουτσιλιέρη, Ιστορία της Μάνης, εκδ. Παπαδήμα, σ. 191). Άλλωστε για την συγκεκριμένη περίοδο έχουμε (συγκριτικά με άλλες περιόδους) πολύ λίγα στοιχεία για όλη τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και ειδικά για την νότια Ελλάδα. Αυτό προφανώς δεν σημαίνει ότι συνέβη κάποια... Κάθοδος Εθνικών «από τα βουνά όπου κρύβονταν». «Εις τινας εποχάς η νομισματική κυκλοφορία, ως διακριβούται μάλιστα εκ των ανασκαφών της Αγοράς των Αθηνών και της Κορίνθου, είναι ανύπαρκτος. Ουδέν ή σχεδόν ουδέν μνημείον της χριστιανικής λατρείας, ιδρυθέν κατά το χρονικόν τούτο διάστημα, περιήλθεν εις ημάς ή απεκαλύφθη δι’ ανασκαφών» (Ζακυθηνού Δ., Η βυζαντινή Ελλάς 392-1453, Αθήναι 1965, σ. 37). Τι συνεπάγεται η ανυπαρξία νομιμάτων στην Αθήνα; Ότι οι Χριστιανοί εγκατέλειψαν την Αθήνα μεταξύ 700-800; Όχι βέβαια! Αυτό λεν οι Νεοπαγανιστές όμως ότι έγινε με τους Χριστιανούς Σπαρτιάτες! Δυστυχώς για τους Νεοπαγανιστές ο Βίος δεν αναφέρει κανέναν Έλληνα Εθνικό («Λάκωνες Εθνικοί»), αλλά μόνο για Σλάβους (Μηλιγγούς κι Εζερίτες) Εθνικούς. Η προσπάθεια δημιουργίας «Ελλήνων Εθνικών» δια του βίου του Οσίου είναι διασκεδαστική πλην αποτυχημένη απόπειρα.
5) Σύμφωνα με τους Νεοπαγανιστές,, στα 746-7, ένας διετής μεγάλος λιμός που έκανε θραύση στα Βαλκάνια και στη Λακωνική είχε χαρακτηριστικό του τα «περισσότερα θύματα ωστόσο στους επήλυδες Βυζαντινούς». Όπου... αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά βεβαίως ότι οι «θεοί» προστατεύουν τους Εθνικούς. Αλλιώς δεν εξηγείται το «γεγονός». Ίσως «με τελετουργικούς χορούς και ταμ ταμ» τούς βοήθησαν. Πώς λέμε «Νεοπαγανισμός και Ορθολογισμός»;
6) Το 755 «Για να πυκνώσει τον αποδεκατισθέντα υπό του μεγάλου λοιμού, πληθυσμό της Νέας Ρώμης (Κωνσταντινουπόλεως), ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος, επανέφερε μεγάλα πλήθη Βυζαντινών εποίκων και έτσι αδυνάτισε επί πολλές δεκαετίες η Βυζαντινή παρουσία στους τόπους των Ελλήνων, ιδιαιτέρως δε στην Πελοπόννησο και την Λακωνική». Δυστυχώς όμως για τους Νεοπαγανιστές δεν υπήρξε ποτέ «Βυζαντινό έθνος», αλλά μόνο Έλληνες• επιπλέον οι Έλληνες είχαν εκχριστιανιστεί προ πολλού• κατά τρίτον, οι μεταφερθέντες στην Κωνσταντινούπολη ήταν απλώς κάτοικοι των περιοχών που μας ενδιαφέρουν και όχι «Βυζαντινοί χριστιανοί έποικοι» των περιοχών αυτών, και συνεπώς η μετεγκατάσταση στην Πόλη δεν έγινε με το κριτήριο που οι Νεοπαγανιστές αξιώνουν ότι έγινε (θα ήταν άλλωστε παράλογο από την πλευρά του Αυτοκράτορα και της εξουσίας, αν υποθέσουμε ότι στέλνονται έποικοι σε έναν τόπο με συγκεκριμένο σκοπό, για να ξαναμεταφερθούν αργότερα πάλι οι ίδιοι). Οι Λάκωνες και δη οι Μανιάτες όχι απλώς ήταν Χριστιανοί αλλά και έδρασαν ως Ακρίτες (οι Τσάκωνες και οι Μανιάτες) υπερασπιζόμενοι τα σύνορα της Αυτοκρατορίας τους, συμμετέχοντας στα ακριτικά σώματα, μαζί με Πόντιους, Μακεδόνες και Καππαδόκες.
7) Ξέροντας ότι δεν τους παίρνει να μιλούν (λ.χ. από τον 8ο αιώνα κ.ε.) για «επαναστάσεις Εθνικών της Πελοποννήσου» (εννοείται ότι ούτε και για τους προηγούμενους αιώνες μπορούν να ανακαλύψουν «επαναστάσεις Εθνικών») οι Νεοπαγανιστές κάνουν λόγο για «εξεγέρσεις μη χριστιανών». Μόνο που «ξεχνούν» ότι οι μόνοι μη Χριστιανοί ήταν οι «φιλειρηνικοί και πτωχικοί» Σλάβοι Παγανιστές, σύμφωνα βεβαίως με τα «εντελώς αναξιόπιστα χρονικά των Βυζαντινών». Αλλά τι ανάγκη έχουν οι Νεοπαγανιστές ερευνητές από ψευδείς πληροφορίες αναξιόπιστων συγγραφέων; Η αλήθεια είναι ολοφάνερη. Όλα αυτά δείχνουν το πνευματικό επίπεδο του Νεοπαγανιστικού κινήματος: ισχυρίζεται ό,τι θέλει κι ό,τι «νομίζει», δίχως απολύτως καμμία απόδειξη, διαστρεβλώνοντας τις πηγές.
8) Ο Ρασσιάς ισχυρίζεται ότι οι Χριστιανοί άλλαξαν ακόμη και το όνομα της Σπάρτης ώστε να προσπαθήσουν να σβήσουν την αρχαία δόξα της: «...μέσα στην πόλη της "Λακεδαιμονίας" (όπως έχουν μετονομάσει την ένδοξη Σπάρτη οι χριστιανοί)» (Ρασσιά, Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Γ’, σ. 9). Εδώ εμείς απαντάμε ότι ο Ρασσιάς αγνοεί σε μεγάλο βαθμό τόσο τον Βίο του όσιου Νίκωνα όσο και τον Όμηρο. Ας αρχίσουμε απ’ τον δεύτερο. Ο Ρασσιάς θα έπρεπε να γνωρίζει ότι η Σπάρτη ονομάζεται και «Λακεδαίμων» ήδη στον Όμηρο, όπως φαίνεται από τον τυπικό στίχο της Οδύσσειας ε 20 «Πύλος ἠγαθέην, ἠδ’ ἐς Λακεδαίμονα δῖαν». Αλλά κι ο Παυσανίας γράφει (Λακωνικά, 11, 1): «Προχωρώντας κανείς, μετά τον Θόρνακα έχει την πόλη που ονομαζόταν στην αρχή Σπάρτη, με τον καιρό όμως πήρε η ίδια και το όνομα Λακεδαίμων που πριν ήταν το όνομα της χώρας». Ώστε ήδη από την αρχαία εποχή η Σπάρτη λεγόταν και «Λακεδαίμων», πολύ πριν τάχα οι Χριστιανοί την μετονομάσουν εξεπίτηδες σε «Λακεδαιμονία». Ο Ρασσιάς δε θα πρόσεξε επίσης ότι στον Βίο του όσιου Νίκωνα αναφέρεται τόσο η ονομασία «Λακεδαίμων/Λακεδαιμόνιοι» (π.χ. στα 130α, 131α, 131β, 140β, 142α, 146β κ.ο.κ.) όσο και η ονομασία «Σπάρτη» (π.χ. 130α, 130β, 134β, 141α κ.ο.κ.), δηλαδή καμμία χριστιανική συνωμοσία κατά της Σπάρτης δεν υφίσταται. Έτσι, οι Βυζαντινοί συναξαριστές απλώς συνέχισαν να χρησιμοποιούν, παράλληλα με το «Σπάρτη», το αρχαιοελληνικό «Λακεδαίμονα (Λακεδαίμων)» – ούτε καν το «Λακεδαιμονία», όπως γράφει ο Ρασσιάς – και ουδόλως επιχείρησαν να αλλάξουν το όνομα της πόλης. Συμπέρασμα: ο Ρασσιάς δεν έχει διαβάσει ούτε Όμηρο ούτε Παυσανία, για να ξέρει τι γράφει. Τρομερή ιστοριογνωσία. Τι ανυπέρβλητο εύρος γνώσεων, κύριε Ρασσιά! Και οι θεοί το ζηλεύουν!
Και κάτι τελευταίο:
Η καταγωγή του Οσίου Νίκωνα ήταν, σύμφωνα με τον βίο του (107α), «ἡ παρὰ τὸ θέμα τὸ Ἀρμενιακὸν κείμενη Πολεμωνιακὴ χώρα», η οποία αντιστοιχεί προς την αρχαία Παφλαγονία και ταυτίζεται με τον Πολεμωνιακό Πόντο. Περιλαμβάνει αυτή η χώρα τις προς ανατολάς χώρες του Αρμενικού Θέματος του αρχαίου βασιλείου του Πόντου: Από τον Θερμώδοντα ποταμό μέχρι την Τραπεζούντα. Κατά τη λατινική έκδοση της Πατρολογίας του Migne, πατρίδα του Όσιου Νίκωνα είναι ο Πολεμωνιακός Πόντος.
Ο Πολεμωνιακός Πόντος, όπως φαίνεται στο χάρτη στον τόμο Ζ’, σελ. 440 της «Ιστορίας του Ελλ. Εθνους» της Εκδοτικής Αθηνών, περιελάμβανε τη παραθαλάσσια λωρίδα γης μεταξύ Αμισού και Τραπεζούντας. Περιελάμβανε την Τραπεζούντα, όχι την Αμισό,την Κερασούντα και την Νεοκαισάρεια. Πρόκειται δηλαδή για το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής που σήμερα όλοι έχουμε κατά νου ως «Πόντο». Ειδικά κατά τον 10ο αι., κατά τον οποίο έζησε ο όσιος Νίκων, το «θέμα Αρμενιακών» περιλαμβάνει την περιοχή μεταξύ Σινώπης, Αμισού, Αμάσειας και Νεοκαισάρειας (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Η', σ. 171-172 ). Δηλαδή είναι ο δυτικός Πόντος. Από τον Πόντο λοιπόν κι όχι από την Αρμενία κατάγονταν ο Όσιος Νίκων.
Άρα ο Όσιος Νίκων ήταν Πόντιος Έλληνας (εξάλλου, ακόμη κι αν δεχτούμε ότι υπήρχε τότε ανάμιξη αρμενικών πληθυσμών στον Πόντο, το βέβαιο είναι ότι η σιγουριά με την οποία αποκαλείται ο Όσιος «Αρμένιος» είναι πέρα για πέρα αβάσιμη). Άλλο Αρμενία, άλλο Αρμενιακό Θέμα. Τα γραφόμενα από τον Νικόδημο τον Αγιορείτη ότι «οὔτος ἐκ τῆς τῶν Ἀρμενίων ὥρμητο χώρας» (Μηναίον έκδοσις Ανδρέως Σπινέλου εν Ενετία, 1551) ή ότι «κατήγετο ἐξ Ἀρμενίας» (Μέγα ωρολόγιον, έκδοσις εις Βενετία, 1870) είναι λανθασμένα. Συνεπώς, προκαλείται η εξής απορία στον καθένα: αφού οι Νεοπαγανιστές που εξαπέλυσαν όλες αυτές τις κατηγορίες κατά του οσίου Νίκωνα, υποτίθεται ότι διάβασαν το βίο του Οσίου Νίκωνος, πώς μπορούν να ισχυρίζονται γι’ αυτόν ότι ήταν Αρμένιος;
1) Δεν διάβασαν στον βίο του αυτό το «Πολεμωνιακή»; Διάβασαν το βίο;
2) Μήπως δεν το πρόσεξαν;
3) Ή το πρόσεξαν, αλλά δεν έψαξαν να βρουν πού βρίσκεται αυτή η Πολεμωνιακή χώρα;
4) Μήπως το πρόσεξαν και το έψαξαν, αλλά τότε μοχθηρά σκέφτηκαν «ας πούμε επίτηδες ότι ήταν Αρμένιος, για να κινήσουμε εναντίον του Όσιου Νίκωνα τους εθνικιστές», οι οποίοι κρίνουν τους ανθρώπους βάσει της εθνικότητάς τους κι όχι των πράξεών τους; Τι απ’ όλα αυτά ισχύει; Μήπως δεν διάβασαν το βίο και εμπιστεύτηκαν ως τυφλοσούρτη ξένα κείμενα;
Και τέλος πάντων, οι Νεοπαγανιστές αυτοαναιρούνται, αποκαλώντας τον Όσιο Νίκωνα «Αρμένιο»: Αφού τους ελληνικής καταγωγής Χριστιανούς δεν τους αποκαλούν ποτέ «Έλληνες», αλλά πάντα «Χριστιανούς», τότε, εάν ο όσιος Νίκωνας ήταν αρμενικής καταγωγής Χριστιανός, κατ’ αντιστοιχία με τους Έλληνες Χριστιανούς, δεν θα έπρεπε να τον ονομάζουν «Αρμένιο», αλλά μόνο «Χριστιανό», γιατί προφανώς «Αρμένιοι» είναι μόνο οι Παγανιστές Αρμένιοι˙ οι Χριστιανοί Αρμένιοι είναι σκέτο «Χριστιανοί» (όπως οι Έλληνες Χριστιανοί είναι σκέτα «Χριστιανοί» κι όχι «Έλληνες»). Αλλά οι Παγανιστές, δεν τον ονομάζουν «Χριστιανό», όπως θα ήταν σύμφωνα με την νεοπαγανιστική ορολογία, αλλά «Αρμένιο». Για να επηρεάσουν τους εθνικιστές Παγανιστές και τους αρχαιοκεντρικούς εθνικιστές τα κάνουν αυτά όλα; Μολαταύτα, δεν τους βγήκε ούτε αυτό σε καλό. Ο όσιος Νίκων είναι Πόντιος Έλληνας κι όχι «σκληρός Αρμένιος προσηλυτιστής».
Βεβαίως, δεν έχει σημασία τι εθνικότητας ήταν ο Όσιος Νίκων. Οι πράξεις του εξετάστηκαν και αποδείχτηκε ότι οι κατηγορίες είναι ψευδείς. Οι Νεοπαγανιστές, που από τη μιά εξοργίζονται με τους Αρμένιους και από την άλλη συμπαθούν τους Σλάβους Παγανιστές ληστές, το μόνο που καταφέρνουν είναι να φανερώσουν την άγνοιά τους.

17. "Οι Χριστιανοί δολοφόνησαν τον μεγάλο αυτοκράτορα Ιουλιανό."

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Από τους διάφορους συγγραφείς που αναφέρουν τον δράστη της δολοφονίας του Ιουλιανού επιλέγουμε τον Λιβάνιο και τον Αμμιανό Μαρκελλίνο, διότι αυτοί είναι όχι μόνο Παγανιστές αλλά και σύγχρονοί του.
17aΗ κατηγορία ότι Χριστιανοί δολοφόνησαν τον Ιουλιανό προέρχεται ΜΟΝΟ από τον Λιβάνιο. Ο Λιβάνιος στο σύγγραμμά του Επιτάφ. Ιουλιανού 274-5 αναφέρει ότι τον δολοφόνησαν Χριστιανοί, ενώ στο σύγγραμμά του Περί της τιμωρίας Ιουλιανού, 17-21, αναφέρει απλώς ότι οι δολοφόνοι ήταν Ρωμαίοι και όχι Πέρσες. Δηλαδή, ο Λιβάνιος δεν είναι σίγουρος, εάν οι δράστες ήταν Ρωμαίοι Χριστιανοί ή απλώς Ρωμαίοι άγνωστων λοιπών στοιχείων. Στο Μονωδία επί Ιουλιανώ όμως, που γράφτηκε το 364 μ.Χ., ο Λιβάνιος μάς λέει ότι «χτυπήθηκε από έναν τυχαίο Πέρση» (κεφ. 32). Τι έγινε μετά κι άλλαξε γνώμη; Δεν βρήκε «αποδείξεις»• απλώς πείστηκε ότι οι φήμες ήταν αληθινές. Άλλωστε στα κατοπινά επιχειρήματά του υπέρ της άποψης ότι ο φονιάς ήταν Χριστιανός, δεν αναφέρει συγκεκριμένες μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, παρά μόνο κάνει σοφιστικά, δήθεν λογικά, τεχνάσματα, που τα αναλύουμε παρακάτω.
Η περιγραφή των στιγμών αυτών είναι η εξής: «Μέσα στον πυρετό όμως της μάχης ο αυτοκράτωρ αποκόπτεται από την προσωπική του φρουρά και, ειδικότερα, τον ιπποκόμο του που κρατούσε την πανοπλία και την ασπίδα του, και με αμείωτη τη μέθη εκείνη, εξακολουθούσε να καταδιώκει τον εχθρό, ώσπου... «εν μέσοις τοις πολεμίοις γενόμενος, δόρατι βάλλεται κατά της πλευράς» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ’, σ. 66). Είναι ξεκάθαρο από τη διήγηση ότι τη στιγμή του φόνου του, ο Ιουλιανός βρισκόταν «ανάμεσα στους εχθρούς», δηλαδή σχεδόν περικυκλωμένος... κυνηγώντας τους. Επιπλέον, ο Ιουλιανός είχε αποκοπεί από τους υπόλοιπους Ρωμαίους. Τι πιο λογικό, το χτύπημα να το δεχτεί από κάποιον από τους Πέρσες που τον περιτριγύριζαν, τρέχοντας να φύγουν, ενώ αυτός τους κυνηγούσε, αντί να υποθέσουμε ότι το δέχτηκε από στρατιώτη του;
Αν, λοιπόν, δεχτούμε πως τη στιγμή της καταδίωξης ο Ιουλιανός συνοδευόταν από λίγους δικούς του άνδρες, εάν ήταν κάποιος από αυτούς τον χτύπησε – διότι μόνο αυτοί ήταν δικοί του στρατιώτες δίπλα του: είχε, όπως είπαμε, ξεκόψει από το στρατό – τότε αμέσως οι υπόλοιποι άνδρες του θα είχαν αντιληφθεί τον δολοφόνο συστρατιώτη τους και θα τον είχαν συλλάβει. Αλλά αφού αυτό δεν συνέβη, είναι αδύνατο να δολοφόνησε τον Ιουλιανό κάποιος από τους δικούς του, τη στιγμή που κυνηγούσαν τους Πέρσες. Η άλλη περίπτωση, όλοι αυτοί οι λίγοι στρατιώτες, που πήρε μαζί του ο Ιουλιανός για να κυνηγήσει τους Πέρσες, να ήταν 1) Χριστιανοί και 2) όλοι μπασμένοι στο κόλπο, είναι φυσικά εντελώς αναπόδεικτη, απίθανη και παράλογη, αφού ο Ιουλιανός δεν θα είχε Χριστιανούς στρατιώτες ως επίλεκτους δικούς του. Οπωσδηποτε, όλο και κάποιος ειδωλολάτρης στρατιώτης θα βρισκόταν εκεί˙ και στο κάτω-κάτω, αν υπήρχαν τέτοιες φήμες ή αν είχαν δει οι ειδωλολάτρες Ρωμαίοι στρατιώτες κάποιον άλλον Ρωμαίο (χριστιανό ή μη) να υψώνει το δορύ του, τότε οι ειδωλολάτρες στρατιώτες θα διαμαρτύρονταν, αλλά και οι ειδωλολάτρες στρατηγοί του Ιουλιανού θα έψαχναν να βρουν τους προδότες δολοφόνους. Αλλά οι φήμες διαδόθηκαν από Πέρσες αυτόμολους κι όχι από Ρωμαίους Εθνικούς στρατιώτες.
Εν πάσει περιπτώσει, ο Λιβάνιος δεν καθίσταται αναξιόπιστος, μόνο επειδή εμπιστεύεται φήμες αυτόμολων, αλλά κυρίως επειδή δεν ακολούθησε τον Ιουλιανό στην εκστρατεία του. Δεν ήταν εκεί ο Λιβάνιος, ώστε να ξέρει καλά τα πράγματα. Αντίθετα, ο Αμμιανός Μαρκελλίνος ήταν στο στρατόπεδο, ακολούθησε τον Ιουλιανό στην εκστρατεία, ήταν τη στιγμή του θανάτου του δίπλα του, και θα γνώριζε περισσότερες λεπτομέρειες από πρώτο χέρι. Ωστόσο, το συμπέρασμα του Αμμιανού είναι ότι δεν γνωρίζουμε ποιος τον χτύπησε: «Ἄγνωστον πόθεν», διαπιστώνει ο αμερόληπτος αυτόπτης μάρτυρας Αμμιανός» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ’, σ. 66).
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 8:37 pm

Να πώς περιγράφει ο Αμμιανός (XXV, 3, 3-6) τις στιγμές εκείνες πριν το φόνο του Ιουλιανού:
«3. Αναστατωμένος [ο Ιουλιανός] από την ατυχία, ξέχασε τον θώρακα της πανοπλίας του και απλώς άρπαξε μια ασπίδα μέσα στην σύγχυση (...).
4. Ενώ αγωνιζόταν να αποκαταστήσει την τάξη εκεί αδιαφορώντας για τον κίνδυνο, μια ομάδα Πάρθων ένοπλων ιππέων επιτέθηκε στους λόχους του κέντρου και γρήγορα πλημμύρισε την αριστερή πλευρά, η οποία υποχώρησε, διότι οι άντρες μας δεν μπορούσαν να αντέξουν την οσμή και τις φωνές των ελεφάντων.
5. Αλλά ενώ ο αυτοκράτορας ορμούσε εδώ κι εκεί εν μέσω της πρώτης γραμμής των πολεμιστών, οι ελαφρά οπλισμένες δυνάμεις μας όρμησαν κατά πάνω τους, και καθώς οι Πέρσες το βαλαν στα πόδια, αυτοί πετσόκοβαν τα πόδια τους καθώς και αυτά των ελεφάντων.
6. Ο Ιουλιανός, αδιαφορώντας για την ασφάλειά του, φωνάζοντας και υψώνοντας τα χέρια του, προσπάθησε να δείξει στους άντρες του ότι ο εχθρός είχε φύγει άτακτα, και για να τους ξεσηκώσει σε μια ακόμη πιο μανιώδη καταδίωξη, όρμησε θαρραλέα στη μάχη. Η φρουρά του, που είχαν σκορπίσει τρομαγμένοι, του φώναζαν απ’ όλες τις πλευρές να απομακρυνθεί από το πλήθος των οπισθοχωρούντων Περσών, που ήταν τόσο επικίνδυνο όσο η πτώση μιας κακοχτισμένης οροφής, όταν ξαφνικά, κανείς δεν ξέρει από πού, ένα ακόντιο ιππέα έγδαρε το δέρμα του βραχίωνά του, τρύπησε τα πλευρά του και σφηνώθηκε στον κάτω λοβό του ήπατός του».
Εφόσον οι άντρες του τον έβλεπαν και βρίσκονταν σε όλες τις πλευρές τριγύρω του, θα ήταν πολύ εύκολο να δουν αν το δόρατο είχε ριχτεί από Ρωμαίο στρατιώτη ή όχι. Ο Αμμιανός τονίζει ότι ο Ιουλιανός βρισκόταν μέσα ή δίπλα στους Πέρσες που έφευγαν, μακριά από το στρατό του, μακριά κι από την ίδια του τη φρουρά˙ γεγονός που κάνει λογικότερη την εκδοχή πως αυτοί τον χτύπησαν.
Αλλά ούτε ο Ιουλιανός σκέφτηκε το ενδεχόμενο να χτυπήθηκε από δικό του. Είναι λίγο δύσκολο να πιστέψουμε ότι, αμέσως μόλις χτυπήθηκε, ο Ιουλιανός δεν έστρεψε ενστικτωδώς το βλέμμα του προς την κατεύθυνση από την οποία ήρθε το ακόντιο. Αν λοιπόν κοίταξε προς την κατεύθυνση εκείνη, και είχε διαπιστώσει ότι ο δολοφόνος ήταν Ρωμαίος στρατιώτης, δεν θα είχε παραλείψει να αποκαλύψει αργότερα, στη σκηνή, την συνωμοσία. Αλλά τίποτα τέτοιο δεν έκανε ο Ιουλιανός, διότι (αφού θα κοίταξε στην κατεύθυνση απ’ την οποία ήρθε το βέλος) μιλούσε για ένα σωρό άλλα θέματα. Προφανώς δεν αντελήφθη ούτε αυτός (ούτε οι φρουροί του, που τον έβλεπαν από τριγύρω) ότι τον δολοφόνησε Ρωμαίος στρατιώτης.
Έχουμε το φαινόμενο, ο Λιβάνιος, που δεν ήταν στην εκστρατεία να θεωρείται από τους Νεοπαγανιστές περισσότερο αξιόπιστος από τον Αμμιανό Μαρκελλίνο, ο οποίος πήρε μέρος στην εκστρατεία. Και γιατί να θεωρείται έτσι; Αφού και οι δυο ήταν Ειδωλολάτρες. Ποιος ο λόγος; Δεν υπάρχει λόγος. Όπου βασιλεύει ο Νεοπαγανισμός, εκεί επικρατεί το παράλογο, του να εμπιστεύεσαι έναν μη αυτόπτη μάρτυρα και να απορρίπτεις την μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα. Τόσο απλό.
Η αλήθεια είναι ότι και ο Αμμιανός Μαρκελλίνος αναφέρει την εκδοχή ότι ο Ιουλιανός επλήγη από Ρωμαίους. Να τι λέει (XXV, 6, 6): «Βλέποντας αυτό, ο εχθρός από τα δασωμένα ύψη μας επετίθετο με κάθε είδους όπλα και με υβριστική γλώσσα, ως προδότες και φονιάδες ενός υπέροχου ηγεμόνα. Διότι κι αυτοί επίσης είχαν ακούσει από το στόμα φυγάδων, ως αποτέλεσμα μιας αβάσιμης φήμης, ότι ο Ιουλιανός είχε σκοτωθεί από ρωμαϊκό όπλο». Παρατηρούμε ότι ο Αμμιανός απορρίπτει την εκδοχή του Ρωμαίου (κι όχι απαραίτητα Χριστιανού Ρωμαίου) στρατιώτη φονιά ως αβάσιμη. Έχοντας υπόψη ότι ο Αμμιανός ολοκλήρωσε τη συγγραφή της ιστορίας του περί το 395 (Arnaldo Momigliano, Pagan and Christian historiography in the fourth century AD, Clarendon Press, Oxford 1963, p. 81), δηλαδή αρκετά χρόνια μετά τη δημοσιοποίηση των έργων του Λιβάνιου, στα οποία κατηγορούνταν οι Χριστιανοί για το φόνο, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Αμμιανός απέρριψε έπειτα από λεπτομερή έρευνα, κι όχι αβίαστα, την εκδοχή του Λιβάνιου. Δεν υπάρχει λόγος να πιστέψουμε πως ο παγανιστής Αμμιανός δεν επιβεβαίωσε την εκδοχή τού Λιβάνιου τάχα επειδή φοβόταν˙ ο Λιβάνιος (που είχε τέτοια ελευθερία ώστε να αποκαλεί π.χ. στο Μονωδία επί Ιουλιανώ, 8, 2 «Μελητίδη»= ηλίθιο τον Κωνστάντιο Β’) καθώς και τόσοι άλλοι Παγανιστές (π.χ. Ζώσιμος, Ευνάπος) που κατηγορούσαν τους Χριστιανούς ώς και τα μέσα του 5ου αι. για ένα σωρό πράγματα, διόλου δεν φοβόντουσαν˙ γιατί να φοβηθεί μόνο ο Αμμιανός; Άλλωστε, ο Αμμιανός δύο φορές απορρίπτει την εκδοχή του Λιβάνιου (XXV, 6, 6 και XXV, 3, 6).
Αλλά από πού έμαθαν οι αυτόμολοι αυτοί, μέσα στην ανακατωσούρα της μάχης, ότι τον χτύπησαν Ρωμαίοι και μάλιστα (!) Χριστιανοί; Μήπως είχαν και ταμπελάκια που ανέγραφαν τη θρησκεία τους στα στήθη τους οι Ρωμαίοι στρατιώτες, κι έτσι οι Πέρσες αυτόμολοι μπόρεσαν να δουν – αν υποθέσουμε ότι όντως τον σκότωσαν Ρωμαίοι στρατιώτες – πως φονεύτηκε από Χριστιανούς; Οι Πέρσες αυτόμολοι υποτίθεται πως είδαν ότι ο Ιουλιανός δολοφονήθηκε από στρατιώτες του, ενώ οι υπόλοιποι στρατιώτες του Ιουλιανού δεν αντελήφθησαν τίποτε; Περίεργο δεν ακούγεται, ειδικά αφού ο Ιουλιανός είχε ξεκόψει από τον στρατό;
Ο Λιβάνιος μάλιστα, προκειμένου να στηρίξει ακόμη περισσότερο τον ισχυρισμό ότι ο φονιάς ήταν Χριστιανός Ρωμαίος στρατιώτης, ισχυρίζεται ότι ο Ιουλιανός επλήγη ευρισκόμενος εν μέσω του ρωμαϊκού στρατεύματος («εἰς μέσην τὴν στρατιάν») και προσθέτει ότι κανείς Πέρσης δεν θα τολμούσε να εισέλθει μόνος του στην καρδιά του ρωμαϊκού στρατού, φοβούμενος τον θάνατο, και ότι αν τυχόν η διείσδυση (που σκόπευε στο φόνο του Ιουλιανού) δεν είχε γίνει από ένα μεμονωμένο Πέρση αλλά από περισσότερους, τότε θα είχαν φονευτεί πολλοί Ρωμαίοι στρατιώτες και όχι μόνο ο αυτοκράτορας (Λιβάνιου, Περί της τιμωρίας Ιουλιανού 17, 1-9). Φαίνεται αμέσως ότι ο Λιβάνιος διαστρεβλώνει την αλήθεια, διότι ο αυτόπτης μάρτυρας Αμμιανός ισχυρίζεται – αντίθετα από το Λιβάνιο – πως ο Ιουλιανός επλήγη εν μέσω των εχθρών, μακριά από την ίδια τη φρουρά του κι όχι εν μέσω των δικών του στρατιωτών.
Ο Λιβάνιος (Περί της τιμωρίας Ιουλιανού 20, 1-13) γράφει ότι σε κάποια από τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συνθήκης ο Πέρσης βασιλιάς Σαπώρ Β’ εξέφρασε στους απεσταλμένους των Ρωμαίων την απορία του, για το ότι δεν είχε επιβληθεί καμμία τιμωρία για το θάνατο του Ιουλιανού, λέγοντας ότι ο ίδιος, όταν κάποτε ένας αξιωματικός του είχε φονευτεί στη μάχη, είχε τιμωρήσει τους άντρες της φρουράς του νεκρού αποκεφαλίζοντάς τους. Αυτό δεν υπονοεί – όπως θέλει να πείσει ο Λιβάνιος – ότι ο Σαπώρ πίστευε πως Ρωμαίοι Χριστιανοί στρατιώτες σκότωσαν τον Ιουλιανό. Απλώς ο Σαπώρ πίστευε ότι θα έπρεπε – όπως και με τη φρουρά του Πέρση αξιωματούχου – να τιμωρηθούν οι άντρες της προσωπικής φρουράς του Ιουλιανού, γιατί δεν είχαν προστατέψει αποτελεσματικά τον αυτοκράτορά τους. Ο Σαπώρ «προτείνει» στους Ρωμαίους το «περσικό έθιμο» της τιμωρίας της φρουράς του νεκρού Ιουλιανού˙ δεν υπαινίσσεται ότι ο φονιάς ήταν Ρωμαίος ούτε βέβαια ότι κάποιος από τη φρουρά ήταν ο φονιάς. Και αυτό το επιχείρημα του Λιβάνιου είναι σοφιστικό και τόσο σαθρό, που καταρρίπτεται αμέσως.
Αντίθετα απ’ ό,τι λένε οι αρχαιόπληκτοι, οι Χριστιανοί ιστοριογράφοι δεν παραδέχονται ότι ο Ιουλιανός δολοφονήθηκε από κάποιο Χριστιανό στρατιώτη του. Απλώς αναφέρουν ως μία από τις πολλές πιθανές εκδοχές και την εκδοχή ότι ο φονιάς ήταν Χριστιανός. Ο Σωκράτης (Εκκλ. Ιστ. 3, 21) γράφει ότι το ακόντιο ήρθε «ἐξ ἀφανοῦς» κι ότι ο φωνιάς έμεινε άγνωστος. Επίσης γράφει ότι «οἱ μὲν γὰρ ὑπό τινος Πέρσου αὐτομόλου βληθῆναι φαςίν˙ οἱ δὲ ὑπὸ οἰκείου στρατιώτου». Κρατά ίσες αποστάσεις. Ο Θεοδώρητος Κύρου γράφει (Εκκλ. Ιστ., 3, 25) ότι «ώς τα σήμερα κανείς δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο φονιάς»: τὸν μέντοι, τὴν δικαίαν ἐκείνην ἐπενεγκόντα πληγήν, οὐδεὶς ἔγνω μέχρι καὶ σήμερον. Ο Σωζομενός (Εκκλ. Ιστ., 6, 1) δεν παραδέχεται ότι ο φονιάς ήταν Χριστιανός, αλλά απλώς αναφέρει ότι δεν αποκλείεται η εκδοχή αυτή να είναι η σωστή: «μερικοί λεν ότι ήταν Πέρσης. Άλλοι ότι ήταν Σαρακηνός. Υπάρχουν άλλοι που επιμένουν ότι ο φονιάς ήταν Ρωμαίος στρατιώτης που ήταν αγανακτισμένος με την απερισκεψία και την αποκοτιά που επέδειξε ο αυτοκράτορας εκθέτοντας το στράτευμά του σε τέτοιο κίνδυνο». Ο Θεοδώρητος Κύρου αναφέρει (3, 20) πως «μερικοί λεν ότι πληγώθηκε από τους νομάδες που λέγονται Ισμαηλίτες, άλλοι από έναν στρατιώτη που δεν μπορούσε να αντέξει την πείνα στην ερημιά». Όμως, ο Σωζόμενος ούτε παρών στην εκστρατεία ήταν, όπως ο Αμμιανός, ούτε είναι σύγχρονος του Ιουλιανού, πράγμα που αμέσως τον καθιστά αναξιόπιστο. Ο Σωζομενός λέει ότι «αν τον σκότωνε Χριστιανός, δε θα ήταν παράξενο, όπως οι Αθηναίοι σκότωσαν τους τυράννους τους». Δεν σημαίνει όμως ότι θεωρεί δεδομένο πως Χριστιανοί τον σκότωσαν, όπως ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές. Έτσι η άποψη ότι «ο Σωζομενός εμφανέστατα σύμφωνος με την εκδοχή της προδοτικής δολοφονίας, επαινεί τον δολοφόνο "που, για την αγάπη του Θεού και της θρησκείας, εξετέλεσε μια τόσο γενναία πράξη"» (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, τ. 3, σ. 26) είναι εσφαλμένη, όχι μόνο γιατί ο Σωζομενός εκθέτει όλες τις πιθανές εκδοχές, όπως είδαμε, αλλά και γιατί γράφει, πριν από το απόσπασμα που παραθέτει ο Ρασσιάς, και «δεν είναι απίθανο ότι κάποιοι Ρωμαίοι [Χριστιανοί] στρατιώτες να συνέλαβαν την ιδέα» (δηλαδή απλώς εκλογικεύει την υπόθεση αυτήν, προσπαθεί να δείξει ότι δε θα ήταν απίθανο αν συνέβη έτσι, δίχως όμως να ισχυρίζεται πως έχει αποδείξεις) και, μετά το απόσπασμα που παραθέτει ο Ρασσιάς, «πέραν αυτών δεν γνωρίζω τίποτα για τους άνδρες που έκαναν το φόνο». Ο Σωζομενός παραθέτει την άποψη του Λιβάνιου ότι ο φονιάς ήταν Χριστιανός, και σχολιάζει: «ίσως να είναι έτσι»: «Καὶ ὁ μὲν Λιβάνιος ὧδέ πη γράφων, Χριστιανῶν ἔσεσθαι ὑποδηλοῖ Ἰουλιανοῦ τὸν σφαγέα• ἴσως δὲ καὶ ἀληθές» (Σωζωμενός, 6, 2). Φαίνεται ότι για μερικούς το «ίσως» σημαίνει «ο Λιβάνιος έχει σίγουρα δίκαιο». Ο Σωζομενός λέει ότι αν ο δολοφόνος ήταν Χριστιανός, θα δολοφονούσε για την αγάπη του Θεού κ.λπ. («ψυχολογεί» τον δολοφόνο, υποθέτει τα κίνητρά του στην περίπτωση που ήταν Χριστιανός), αλλά δεν λέει ότι ο Λιβάνιος έχει δίκαιο. Κι εννοείται ότι κανείς Χριστιανός δε θα ντρεπόταν να αναφέρει τον δολοφόνο-σωτήρα των Χριστιανών, έστω και δίχως να τον δακτυλοδείξει.
Οι Νεοπαγανιστές αναφέρουν κάτι μυθοπλασίες του 5ου και 6ου αιώνα περί κάποιου Μερκούριου, του Χριστιανού που δολοφόνησε τον Ιουλιανό. Αυτά είναι μυθοπλασίες Χριστιανών βιογράφων του Μ. Βασιλείου και δεν αναφέρονται σε κάποιον Μερκούριο, αλλά σε άγιο Μερκούριο, νεκρό 90 χρόνια πριν το φόνο του Ιουλιανού, ο οποίος κατεβαίνει (!) από τον ουρανό και σκοτώνει τον Ιουλιανό. Αυτό ξεχνάνε να μας το πουν οι Νεοπαγανιστές.
«Οι χριστιανοί συγγραφείς βίων και αγίων κατά τους δύο επόμενους αιώνες διέδιδαν διάφορους θρύλους. Κατά τον δημοφιλέστερο από αυτούς, ο θάνατος του αυτοκράτορα αποδιδόταν στον στρατιωτικό άγιο Μερκούριο, ο οποίος λέγεται ότι είχε μαρτυρήσει με ανείπωτα βασανιστήρια επί του αυτοκράτορος Δεκίου (249-251). Το όνομα του Μερκούριου συνδέθηκε με τον Ιουλιανό μόλις στα τέλη του 5ου ή στις αρχές του 6ου αι. Το εύρημα των αγιογράφων που επινοήθηκε πιθανότατα στην Καισάρεια της Καππαδοκίας περί τα τέλη του 5ου αι. αφορά ένα υποτιθέμενο όνειρο του Μ. Βασιλείου. Στο όνειρο αυτό ο Βασίλειος είδε το Χριστό (ή, σύμφωνα με άλλες εκδοχές, την Παναγία), καθισμένο στον ουράνιο θρόνο του, να καλεί τον Μερκούριο και να τον διατάζει να επιστρέψει στη γη για να δολοφονήσει τον Ιουλιανό.
Μια άλλη μορφή του θρύλου που, ανάγεται στις αρχές του 6ου αι., κάνει λόγο για ένα όνειρο του Ιοβιανού, που έγινε αυτοκράτορας (363-364) μετά το θάνατο του Ιουλιανού. Εδώ παρουσιάζεται ο Μερκούριος να εμφανίζεται στον Ιοβιανό και να του αναγγέλλει ότι σε τρεις εβδομάδες θα κτυπούσε τον Ιουλιανό με ένα βέλος. Στην πραγματικότητα τέτοιος Μερκούριος δεν υπήρξε ποτέ˙ ακόμη και το όνομα του αγίου αυτού προήλθε από παρανόηση κάποιου συριακού μύθου για τον Μαρ (= «κύριος») Κούριος (Κύριος). Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο ο Μερκούριος δεν υπήρξε ποτέ δημοφιλής άγιος, παρά τη σημαντική θέση που κατέχει στην βυζαντινή αγιογραφία» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ’, σ. 344).
Μιλάμε, δηλαδή, για παραμύθια της Χαλιμάς. Οι Νεοπαγανιστές, ωστόσο, φτάνουν στο σημείο, χωρίς αποδείξεις πάντα, έναν άγιο στα μέσα του 3ου αιώνα που δεν ξέρουμε αν υπήρξε καν (Όποτε τους συμφέρει, οι άγιοι είναι ανύπαρκτοι και τα συναξάρια τους είναι πλαστά, ενώ εδώ ο Μερκούριος όχι απλώς υπήρξε, αλλά έζησε και 150 χρόνια) και να τον «μεταφέρουν» στα μέσα του 4ου αιώνα, ώστε να τον βάλουν να σκοτώνει τον Ιουλιανό, ενάμισυ αιώνα μετά τη δολοφονία του Ιουλιανού. Ισχυρίζονται πλήθος ανοησιών οι Νεοπαγανιστές: ότι τάχα ο Μ. Βασίλειος ή άλλος κληρικός διέταξε έναν στρατιώτη Μερκούριο να δολοφονήσει τον Ιουλιανό, δίχως να μας δείξουν κάποιο κείμενο του Μ. Βασιλείου που να λέει κάτι τέτοιο ή να μας πουν την πηγή. Ισχυρίζονται ότι «το θεοκρατικό κατεστημένο εξέλεξε τον Ιοβιανό» ως αυτοκράτορα, αμέσως μετά το θάνατο το Ιουλιανού Ισχυρίζονται οι αρχαιολάτρες ότι «το θεοκρατικό κατεστημένο ανακήρυξε τον Ιοβιανό» αυτοκράτορα, αμέσως μετά το θάνατο το Ιουλιανού (Αλέξανδρος Χ. Μήτσιος, Άβατον, τ. 44, σ. 74), ενώ όπως περιγράφει την διαδικασία εκλογής Αυτοκράτορα ο αυτόπτης μάρτυρας Αμμιανός Μαρκελλίνος, ο οποίος βρισκόταν στο στρατιωτικό συμβούλιο, οι στρατηγοί του Ιουλιανού εξέλεξαν τον Ιοβιανό. Μάλιστα ο Αμμιανός λέει ότι πρώτα ζήτησαν απ’ τον Σαλλούστιο να αποδεχτεί το στέμμα (XXV, 5, 3), αλλά αυτός αρνήθηκε. Ακόμη και ο Ζώσιμος γράφει: ψήφῳ κοινῇ βασιλεὺς Ἰοβιανὸς ἀναδείκνυται (Νέα Ιστορία, Γ’, xxx, 1). Αλλά τι να περιμένει κανείς από Νεοπαγανιστές; Να λεν την αλήθεια;
Οι Νεοπαγανιστές επιμένουν και συνεχώς λένε ότι, αφού ο Πέρσης βασιλιάς είχε τάξει αμοιβή σε όποιον στρατιώτη του σκότωνε Ιουλιανό, και όμως δεν παρουσιάστηκε κανείς μετά τη μάχη να ζητήσει την αμοιβή, άρα (!) Χριστιανοί του ρωμαϊκού στρατού τον σκότωσαν. Μπορεί να συνέβη αυτό, μπορεί όμως κι όχι. Μπορεί λ.χ. ο Πέρσης που τον σκότωσε να σκοτώθηκε κι αυτός λίγο αργότερα˙ μπορεί να μην κατάλαβε ποιον στόχευσε, διότι ο Ιουλιανός, όπως είπαμε στην αρχή, δεν φορούσε ούτε την αυτοκρατορική πανοπλία του ούτε την αυτοκρατορική ασπίδα του τη στιγμή του φόνου του, πράγμα που μειώνει την πιθανότητα ο φονιάς να γνώριζε ποιος ήταν αυτός τον οποίον χτυπούσε˙ μπορεί να στόχευε άλλον και να πέτυχε αυτόν, αλλά να μην είδε, μέσα στην ανακατωσούρα της μάχης, αν πέτυχε η βολή του, και ποιόν πέτυχε. Ακόμη και την γνώμη του ο Λιβάνιος δεν την πήρε από Ρωμαίους στρατιώτες της φρουράς του, αλλά από Πέρσες! Ότι οι μετέπειτα Χριστιανοί συγγραφείς χαίρονται με το θάνατό του, ή ότι κατασκεύασαν ιστορίες στις οποίες κάποιος άγιος Μερκούριος – που είχε φονευτεί αιώνες πριν τον Ιουλιανό – κατεβαίνει απ’ τον ουρανό και σκοτώνει τον Ιουλιανό, όλα αυτά είναι γεγονότα, αλλα δεν συνεπάγονται απαραίτητα ότι αυτοί τον σκότωσαν. Με τη γνωστή προχειρότητά τους οι Νεοπαγανιστές βγάζουν συμπεράσματα που τους βολεύουν.
Η, αναπόδεικτη άλλωστε, εκδοχή του Χριστιανού φονιά του Ιουλιανού δεν είναι η μόνη που οι Χριστιανοί συγγραφείς παραθέτουν – όπως έχουμε δείξει. Ο Σωζόμενος (Εκκλ. Ιστ. 6, 1, 14), ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (PG 35, 680), ο Θεοδώρητος Κύρρου, ο Φιλοστόργιος (7, 15), ο Ιωάννης Λυδός (Περί μηνών 4, 118, 28-32), λένε ότι ο Ιουλιανός φονεύτηκε από κάποιον Σαρακηνό ιππέα. Ο Φιλοστόργιος λέει ότι αμέσως μόλις ένας από τους Σαρακηνούς φόνευσε τον Ιουλιανό, ένας από τους υπασπιστές του Ιουλιανού επιτέθηκε εναντίον του και του έκοψε το κεφάλι. Η εκδοχή αυτή υιοθετείται ακόμη κι από τον Λιβάνιο (Περί τιμωρίας Ιουλιανού 6, 4-6), που λέει ότι κάποιος Ταϊηνός ήταν ο φονιάς. Η λέξη Ταϊηνός είναι η συριακή λέξη για τους νομάδες της ερήμου, αυτούς που αλλού αναφέρονται ως Σαρακηνοί. Ωστόσο, εκείνη την εποχή οι Σαρακηνοί πολεμούσαν, ως μισθοφόρου, και στο πλευρό των Περσών (Αμμιανός, XXV, 6, 8) και στο πλευρό των Ρωμαίων. Συνεπώς, ακόμη κι αυτός ο ισχυρισμός του Λιβάνιου δεν αποδεικνύει πως ο φονιάς ήταν Χριστιανός. Ο Εθνικός Ευτρόπιος, ιστοριογράφος του 4ου αι. γράφει (Ευτρόπιου, Παιανίου μετάφρασις εις την του Ευτροπίου Ρωμαϊκήν ιστορίαν 10, 16, 7-11) ότι ο Ιουλιανός επλήγη από κάποιον εχθρό («βληθεὶς ὑπό τινος τῶν πολεμίων, τὸν βίον ἀπέλιπεν»)– δεν γράφει ότι επλήγη από στρατιώτη του. Ο Παγανιστής ιστορικός Ζώσιμος γράφει (Νέα Ιστορία, Γ’, xxix, 1) ότι ο Ιουλιανός επλήγη στην ακμή της μάχης και, αφού ψυχορράγησε τη νύχτα, πέθανε, δίχως να γράφει (ο Ζώσιμος) για Χριστιανό φονιά. Η σιωπή αυτή του φανατικού αντιχριστιανού Ζώσιμου, που έβριζε τον Μ. Κωνσταντίνο και την αγία Ελένη, δεν μπορεί ασφαλώς να είναι η σιωπή ενός δειλού που δεν τολμά να συκοφαντήσει και να βρίσει τους αντιπάλους του. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (Κατά Ιουλιανού βασιλέως στηλιτευτικός δεύτερος, 13) εκτός από την εκδοχή του Σαρακηνού μάς λέει πως άλλοι λέν ότι φονεύθηκε από Πέρσες, άλλοι ότι φονιάς ήταν κάποιος από τους βάρβαρους γελωτοποιούς που ακολουθούσαν τους στρατιώτες δίνοντας παραστάσεις στα συμπόσιά τους, δίχως να αναφέρει ποια είναι η σωστή. Επίσης, (Κατά Ιουλιανού, 2, 13) αναφέρει την εκδοχή ότι κάποιος Ρωμαίος στρατιώτης αγανακτισμένος από τον Ιουλιανό τον δολοφόνησε, επειδή (2, 12) «ο σίτος δεν υπήρχε, η σφαγή ήτο σχεδόν βέβαιη, τριγύρω οι εχθροί˙ η προς τα εμπρός πορεία δεν ήτο εύκολος και αι τροφαί ολιγοσταί, ο στρατός είχε καταληφθή από δυσφορίαν και οργή προς τον βασιλέα˙ δεν υπήρχε καμμία αισία ελπίς˙ μία εις την παρούσαν κατάστασιν εφαίνετο η μόνη καλλιτέρα, να απαλλαγούν από την πονηράν βασιλείαν και ηγεσίαν». Με άλλα λόγια, όταν ο Ιουλιανός αποφάσισε, μέσα στην καρδιά της Περσίας, υποχώρηση, επειδή αντιλήφθηκε ότι η εκστρατεία είχε καταλήξει σε ένα φιάσκο, η αγανάκτηση του στρατού έφτασε στο αποκορύφωμά της.
Πράγματι, ο Ιουλιανός διέταξε πράγματα που εξόργισαν όλο το στρατό, και συνεπώς η δολοφονία του από έναν Ρωμαίο στρατιώτη, όχι απαραίτητα Χριστιανό, δεν φαντάζει τόσο παράδοξη όσο ακούγεται αρχικά. Όπως λέει ο Σωζόμενος (Εκκλ. Ιστ., 6, 1, 7) ο Ιουλιανός διέταξε τους αρχηγούς του στόλου να ρίξουν τις προμήθειες σε τρόφιμα στο ποτάμι, ώστε οι στρατιώτες του μη έχοντας άλλη επιλογή να πολεμήσουν για την σωτηρία τους με όλες τους τις δυνάμεις για την κατάληψη της Κτησιφώντος. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός λόγος δεύτερος, 11) γράφει ότι ήταν ένας Πέρσης ευγενής που προσποιείτο ότι είχε αυτομολήσει, από μίσος για τον βασιλιά των Περσών, στους Ρωμαίους, ο οποίος τον συμβούλευσε να διατάξει αυτό. Έπειτα, ενώ είχε αποφασιστεί η υποχώρηση, ο Ιουλιανός διέταξε την πυρπόληση όλου του στόλου, όπως αναφέρει ο Ιωάννης Ζωναράς (Επιτομή ιστοριών, 66, 9-10), πράγμα που επίσης αναφέρουν ο Λιβάνιος (Επιτάφιος επί Ιουλιανώ, 262,1 κ.ε.) και ο Θεοδώρητος Κύρου, ο οποίος παρατηρεί ότι η πράξη αυτή του Ιουλιανού αποθάρρυνε ακόμη περισσότερο τους στρατιώτες. Επιπλέον ο Ιουλιανός διέπραξε το λάθος να εμπιστευτεί ακόμη έναν Πέρση, που είχε αφεθή να αιχμαλωτιστεί από τους Ρωμαίους, και είχε υποσχεθεί να τους οδηγήσει σώους στη Ρωμαϊκή επικράτεια οδηγώντας τους από λάθος διαδρομή, αλλά ομολόγησε ότι το έκανε αυτό εξεπίτηδες (Σωζόμενου, Εκκλ. Ιστ., 6, 1, 12˙ Φιλοστόργιος, 6, 15). Ο Ιουλιανός, βλέποντας ότι το στράτευμα είχε αγανακτίσει, σε λόγο του υποσχέθηκε στον κάθε στρατιώτη το ασήμαντο ποσό των εκατό δηναρίων, πράγμα που φάνηκε κοροϊδία στο στράτευμα, αφού τους έταζε το ποσό αυτό ως ανταμοιβή, αν κατόρθωναν να σώσουν το τομάρι τους από τους Πέρσες (Ammianus Marcellinus, XXIV, 3 , 3). Ο Αμμιανός (XXV, 2, 1) παραδέχεται ότι είχε αποκοπεί πλήρως από τις οδούς του ανεφοδιασμού του, υπέφερε από κάθε λογής ελλείψεις και (XXIV, 8, 3) ότι σ’ όλα αυτά προστίθονταν οι μύγες και τα κουνούπια που, όπως λέει ο Αμμιανός, «έκρυβαν τον ουρανό». Εννοείται πως κατά την πορεία της υποχώρησής τους, πέρα από τις κακουχίες και την έλλειψη τροφών, οι στρατιώτες δέχονταν φονικές επιθέσεις από τον κλεφτοπόλεμο των Περσών. Ο Θεοδώρητος Κύρου (3, 20) αναφέρει ότι «ο Ιουλιανός δεν είχε διατάξει ούτε να φέρουν προμήθειες από τη Ρώμη ούτε να τροφοδοτηθεί με προμήθειες λεηλατώντας την Περσία. Επέμενε να προχωρεί ο στρατός μέσα από ερημιές. Οι στρατιώτες του δεν είχαν ούτε να φαν ούτε να πιούν, δεν είχαν κανέναν να τους οδηγήσει, και περιπλανώμενοι σε έρημη χώρα, αντιλήφθηκαν την αβουλία του σοφού βασιλιά τους». Έπειτα από τα παραπάνω, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ένας στρατός που οδηγήθηκε σε ξένη χώρα από τον Ιουλιανό, δίχως σοβαρή προετοιμασία, θα παρέμενε για πάντα στο πλευρό του βασιλιά του. Το πιο λογικό ήταν να αγανακτίσει με την προχειρότητα και την ματαιοδοξία του Ιουλιανού (που αρνήθηκε πρόταση ειρήνης του Πέρση βασιλιά) ο οποίος πραγματοποίησε την εκστρατεία μόνο και μόνο για να αποκτήση δόξα εφάμιλλη του Αλέξανδρου, παίζοντας με τις ζωές των στρατιωτών του. Καθόλου παράλογη (χωρίς να είναι βεβαιότητα) δεν είναι η πιθανότητα, κάποιος, Εθνικός ή Χριστιανός στρατιώτης του, να τον δολοφόνησε, όχι από ιδεολογικούς λόγους, αλλά από αγανάκτιση για τις άνευ λόγου κακουχίες.

17b Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

Τι να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που ίδρυσε αντρικά και γυναικεία (!!) μοναστήρια (Ιουλιανού, Επ. 81. I. 2.90. κ. ε. – 84. I.2.144.6 κ.ε. –86.I.2.147.15 κ.ε. –88.I.2.149.19 κ.ε. – 89α.I.2.151.19 κ.ε. – 89b.I.2.155.11. κ.ε., Αμμ. Μαρκ. XXII, 7,6, Σωζόμενος, 5). Κακό πράγμα ο μοναχισμός, τζιζ!
Τι να πει κανείς για τον καημένο τον Ιουλιανό, που όντας πρώην Χριστιανός και νεοφώτιστος Ειδωλολάτρης, πίστεψε πως μπορούσε να εμφυσήσει στους συγχρόνους του Ειδωλολάτρες την Χριστιανική αγάπη για τον πλησίον γράφοντας (Επιστολή 89β Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 290d-291a) «θα έλεγα επίσης, αν και είναι παραδοξολογία, ότι θα ήταν άγιο να δίναμε και στους εχθρούς ρούχα και τροφή, επειδή η ελεημοσύνη δίνεται στον άνθρωπο και όχι στο χαρακτήρα». Σωστά αποκαλεί «παραδοξολογία» τη βοήθεια προς τους εχθρούς ο Ιουλιανός˙ διότι έτσι ακριβώς ακουγόταν στους Ειδωλολάτρες η προτροπή αυτή ενός πρώην Χριστιανού προς αυτούς. Ως παράλογη. Δεν το λέει πουθενά η θρησκεία τους. Φυσικά, δεν τον άκουσαν και τον χλεύαζαν για το «νέο σύστημα εθνικής εκκλησίας» του. Νέο κρασί σε παλιούς ασκούς δεν έμπαινε.
Τι να πει κανείς για τον Ιουλιανό που απαγόρευε την ελεύθερη άσκηση επαγγελμάτων στους χριστιανούς, οι οποίοι, ακόμη και όταν ήθελαν να κινήσουν δίκη, έπρεπε να προσφέρουν θυσία στους θεούς, ρίχνοντας θυμίαμα στους εθνικούς θεούς; Αναφέρει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός λόγος πρώτος, 96) πως ο Ιουλιανός είχε θεσπίσει: «να στερηθούν οι Χριστιανοί κάθε ελευθερία έκφρασης, να αποκλείονται από όλα, συλλόγους, αγορές, πανήγυρεις, ακόμη και τα δικαστήρια να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει όποιος δεν θυσίαζε στους βωμούς που βρίσκονταν μπροστά». Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συνιστά πολύ αξιόπιστη πηγή, διότι ήταν σύγχρονος του Ιουλιανού και δεν μπορούσε να λέει ό,τι του κατέβαινε ενόσω βρίσκονταν εν ζωή ο Λιβάνιος, ο Αμμιανός κ.ά. Εθνικοί υπερασπιστές της μνήμης του Ιουλιανού (δες και Ιωάνννη Χρυστοστόμου, PG 50, 573).
Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που απομάκρυνε τους χριστιανούς αξιωματικούς από το στρατό (Σωκράτης, 3,13˙ Γρηγόριος Θεολ., PG 35 585C-D). «Εξέδοσε έδικτο ο Ιουλιανός διατάζοντας τους Χριστιανούς να εκδιωχθούν από το στρατό», γράφει ο Θεοδώρητος Κύρου (Εκκλησιαστική Ιστορία, 3, 4). «Όσοι αρνούνταν να θυσιάσουν στους θεούς, τους στερούσε τα πολιτικά δικαιώματα και το προνόμιο να συμμετέχουν σε συγκεντρώσεις και στο φόρουμ˙ επίσης δεν τους επέτρεπε να είναι δικαστές ή κατώτεροι δικαστές ή να κατέχουν στρατιωτικά αξιώματα» (Σωζόμενου, Εκκλησιαστική Ιστορία, 5, 18).
Τι να πεί κανείς για τον ανεξίθρησκο Ιουλιανό, που με ειδικό νόμο επέβαλε την ονομασία «Γαλιλαίοι» στους χριστιανούς (Γρηγ. Θεολ., Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 76: «Γαλιλαίους ἀντὶ Χριστιανῶν ὀνομάσας τε καὶ καλεῖσθαι νομοθετήσας»˙ Ιουλ., Κατά Γαλιλαίων, 39α, 43α);
Τι να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που εξ αιτίας του η αυτοκρατορία γέμισε πληροφοριοδότες που είχαν αρχηγό τους τον Magister officiorum, ο οποίος ηγείτο των αυτοκρατορικών ταγμάτων scholae palatinae, των διαδόχων των πραιτωριανών. Οποιαδήποτε αντίδραση καταπνιγόταν στη γένεσει της. Τόση ανεξιθρησκεία.
Τι να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που παραμελούσε τις Χριστιανικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας (του) στο έλεος των εχθρών φροντίζοντας μόνο για τις ειδωλολατρικές. Όπως γράφει ο Σωζόμενος (5, 3, 4-6) «έγραφε συχνά στα συμβούλια των πόλεων. Αν οι πόλεις είχαν στραφεί προς την ειδωλολατρία, τους ικανοποιούσε όλα τους τα αιτήματα. Αν ήταν Χριστιανικές, δήλωνε την απαίχθειά του με το να μην τις επισκέπτεται και με το να μην δέχεται τις αντιπροσωπίες που του έστελναν με τα παράπονά τους». Ο Σωζόμενος αναφέρει ως παράδειγμα την Νισίβη. Οι πολίτες της Νισίβης ζήτησαν (!) από τον αυτοκράτορά τους – που ήταν πολυγραφότατος και δεν είχε χρόνο, ο καημένος – να τους βοηθήσει εναντίον των Περσών. Αυτός τους απάντησε ότι εφόσον δεν άνοιγαν τους ναούς και δεν συμμετείχαν στις θυσίες, δεν άξιζαν καμμία προσοχή. Και ότι «η πόλη τους ήταν μιασμένη και δεν θα πατούσε εκεί πριν μάθει ότι στράφηκε προς τον Ελληνισμό. Παρόμοιες απαντήσεις έδωσε και στους κατοίκους της Κωνσταντίας στην Παλαιστίνη και προσάρτησε την πόλη τους στην πόλη της Γάζας». Δηλαδή, ο Ιουλιανός συμπεριφερόταν όχι ως ηγεμόνας που προστατεύει το κράτος του, αλλά σαν ένας κοινός μαφιόζος, που εκβίαζε τους υπηκόους του, προκειμένου... να τους προστατεύσει από τους ξένους εισβολείς. Τέτοια φροντίδα για τους αλλόθρησκους υπηκόους του. Μπράβο ισοπολιτεία!
Τι να πει κανείς για τον «μετριοπαθή»... φιλόσοφο Ιουλιανό που σχεδόν... συνεχάρη τους κατοίκους της πόλεως της Έμεσας, για τους εμπρησμούς των χριστιανικών ναών (Μισοπώγων, 28 (357b)); Αυτοί έκαψαν όλες τις εκκλησίες της πόλης τους, αλλά ο Ιουλιανός, όπως γράφει ο ίδιος, δεν κούνησε το δαχτυλάκι του˙ απλά αναφέρει αδιάφορα, σχεδόν επαινετικά την πολιτισμένη πράξη τους. Μάλιστα, λέει ότι κάτοικοι της Έμεσας κατέστρεψαν τους ναούς και τους τάφους των Χριστιανών έπειτα από δικό του (!) σύνθημα. Ομολογεί, δηλαδή, ο Ιουλιανός, ότι είναι ο ηθικός αυτουργός των διώξεων κατά των Χριστιανών. Αυτή ήταν η ισονομία και η ανεξιθρησκεία του Ιουλιανού. Επιπλέον αθωώνοντας –με την επιστολή που τους έστειλε– τους Παγανιστές της Αλεξάνδρειας για το φόνο του Γεώργιου, ουσιαστικά ο Ιουλιανός έλεγε στους Εθνικούς της αυτοκρατορίας: «σφάξτε, κάψτε, γκρεμίστε, κάντε ό,τι θέλετε κατά των Χριστιανών˙ εγώ δε θα σας τιμωρήσω. Απλώς δεν θα κηρύξω επισήμως διωγμό». Πράγματι, όπως γράφει ο Σωκράτης (3, 11) «Άν και αρχικά ο Ιουλιανός συμπεριφερόταν ήπια προς όλους, όσο πέρναγε ο καιρός δεν έδειχνε πια την ίδια αταραξία». Και (3, 12) «απέχοντας από την υπερβολική σκληρότητα που ο Διοκλητιανός εφάρμοζε, δεν απείχε ωστόσο από τους διωγμούς». Επιπλέον (3, 13) «Σε όσους αρνούνταν να θυσιάσουν επέβαλε βαρύ πρόστιμο».
Τι να πει κανείς για τον διώκτη του Χριστιανισμού Ιουλιανό, που (Επιστολή Προς Εκδίκιον, Bizez 107, 377d-378abc) ήθελε να αφανίσει όλα τα χριστιανικά βιβλία: «Κάνε μου τη χάρη να βρεις όλα τα βιβλία του Γεώργιου [του Αρειανού επισκόπου Αλεξανδρείας που δολοφονήθηκε]. Είχε πολλά βιβλία φιλοσοφικά και πολλά ρητορικά, είχε όμως και πολλά της διδαχής των δυσσεβών Γαλιλαίων˙ αυτά τα τελευταία θα ήθελα βέβαια να τα εξαφανίσω ολοσχερώς» («ἃ βουλοίμην μὲν ἠφανίσθαι πάντῃ»).
Τι να πει κανείς για τον... «εστεμμένο φιλόσοφο» Ιουλιανό, τον θρησκόληπτο διώκτη ακόμη και των μη Χριστιανικών βιβλίων, των φιλοσοφικών βιβλίων που έγραφαν πράγματα αντίθετα με την ιρανική/μιθραϊκή θρησκεία του: (Επιστολή 89β Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 301c) «ας μη φτάνει στην ακοή επικούρειος ή πυρρώνειος λόγος. Τώρα αλήθεια, οι θεοί κάνοντας καλά κατέστρεψαν τα έργα τους, έτσι ώστε τα περισσότερα από τα βιβλία τους χάθηκαν».
Δηλαδή ο Ιουλιανός όχι μόνο ήθελε να κάψει τα χριστιανικά βιβλία – απλώς δεν μπορούσε – αλλά και χαιρόταν με την απώλεια φιλοσοφικών βιβλίων! Φοβερός ο «εστεμμένος φιλόσοφος» που γράφει «Μόνο η φιλοσοφία μάς ταιριάζει» (Επ. 89β, 300d). Βέβαια! Μόνο η φιλοσοφία που μας συμφέρει, μας ταιριάζει, εννοείται. Ό,τι δεν μας συμφέρει, το έχουν κάψει ευτυχώς οι θεοί. Οι θεοί, λοιπόν, δεν προάγουν την φιλοσοφία, σύμφωνα με τον Ιουλιανό, αλλά καταστρέφουν ό,τι δεν τους αρέσει. Βλέπουμε πως ο Ιουλιανός επικροτεί εμμέσως τις διώξεις κατά των «άθεων» φιλοσόφων και των έργων τους. Αλλά το κυριότερο είναι ότι ο Ιουλιανός – αποστομώνοντας τους εθνικιστές αρχαιολάτρες – τονίζει πως τα έργα του Επίκουρου και του Πύρρωνα δεν τα κατέστρεψαν οι Χριστιανοί, αλλά οι Ειδωλολάτρες – με την βοήθεια των «θεών». Συγκλονιστική ομολογία για την Ειδωλολατρική Ιερά Εξέταση. Αξίζει μια σύγκριση μεταξύ του Ιουλιανού, που αδιαφορούσε για όποιο σύγγραμμα δεν συμφωνούσε με τις δοξασίες του, και των «αμαθών» μοναχών που αντέγραφαν τα έργα του Ιουλιανού καθώς και των κλασσικών συγγραφέων επί 1000 χρόνια. Επίσης αξίζει να σκεφτούμε τι θα έπραττε ο Ιουλιανός, πόσα συγγράμματα, αρχαία ή χριστιανικά, θα έκαιγε, αν επέστρεφε νικητής από την Περσία.
Τι να πει κανείς για τον Ιουλιανό, ο οποίος συνιστούσε παράλειψη όσων τμημάτων της αρχαιοελληνικής ιστορίας δεν συμφωνούσαν με τα κριτήριά του; Γράφει: «Πρέπει να μελετάμε την ιστορία που γράφτηκε με βάση τα πραγματικά γεγονότα. Ας παραλείψουμε όλα εκείνα που μοιάζουν με ιστορία που εφεύραν οι αρχαίοι, δηλαδή ερωτικές υποθέσεις και τα παρόμοια» (Επιστολή 89β, 301b).
Τι να πει κανείς για τον «Έλληνα» Ιουλιανό, όπως οι Νεοπαγανιστές μάς τον παρουσιάζουν, που οι θυσίες του ανάγονται στους Χαλδαίους, η μαγεία κι ο Μίθρας απ την Περσία, η μαντική από την Καρία. Όπως λέει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος «η Ασία ήταν το διδασκαλείο της ασέβειάς του» (PG 35, 557). Τρομερή ελληνικότητα. Τόση, που ο «’Ελλην» μας πίστευε πως μέσα του ξαναζούσε η ψυχή του Μ. Αλέξανδρου (Σωκράτη, Εκκλ. Ιστ., 3, 21).
Τι να πει κανείς για τον Ιουλιανό, τον «εστεμμένο φιλόσοφο» που δήλωνε λάτρης της αγυρτείας, της θεουργίας δηλαδή. Αυτό ήταν το ένδοξο ελληνικό μέλλον του Ορθολογισμού που θα επικρατούσε με τον Ιουλιανό: χαρτορίχτρες, θεουργοί, μέντιουμ, πύρινες άυλες οπτασίες κ.λπ. Ο Ιουλιανός, λέγοντας «φιλοσοφία» εννοούσε όλα αυτά τα ανορθολογικά πράγματα και το να αποκαλείται «εστεμμένος φιλόσοφος» κάποιος που χαιρόταν με την καταστροφή των Επικούρειων βιβλίων και θαύμαζε τη θεουργία και τα μάγια, είναι τόσο παράλογο όσο να αποκαλούσαμε φιλόσοφους τα τηλεμέντιουμ, τις χαρτορίχτρες, τους αστρολόγους κ.λπ.
Τι να πει κανείς για τον φανταγμένο πολεμοκάπηλο Ιουλιανό που απέρριπτε τις προτάσεις ειρήνης του Πέρση βασιλιά, γιατί, πεπεισμένος από έναν ανόητο παγανιστή μάντη, τον αγύρτη Μάξιμο (τον οποίο οι Νεοπαγανιστές παρουσιάζουν ως ιερό τέρας της Φιλοσοφίας), νόμιζε ότι οι κατακτήσεις του θα ήταν μεγαλύτερες κι από αυτές του Αλέξανδρου. Ο Ιουλιανός, ο οποίος αρχικά θεωρούσε τον Αλέξανδρο αλαζόνα και υπερόπτη (Ιουλιανού, Θεμιστίω φιλοσόφω, 10, 49), στο τέλος όχι μόνο ταυτίστηκε μαζί του θεωρώντας τον εαυτό του μετεμψύχωσή του, αλλά και ήθελε να ξεπεράσει τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου. Μιλάμε, δηλαδή, για μεγάλη τρέλα: «Δίνοντας πίστη στις προφητείες του φιλόσοφου Μάξιμου ξεγελιόταν ότι τα κατορθώματά του όχι μόνο θα ήταν ίσα, αλλά θα ξεπερνούσαν αυτά του Αλέξανδρου του Μακεδόνα˙ έτσι, που απέρριπτε περιφρονητικά τις παρακλήσεις του Πέρση μονάρχη. Υπέθετε ακόμη, σύμφωνα με τα διδάγματα του Πυθαγόρα και του Πλάτωνα για την μετεμψύχωση της ψυχής, ότι κατεχόταν από την ψυχή του Αλέξανδρου ή μάλλον ότι ο ίδιος ήταν ο Αλέξανδρος μέσα σε άλλο σώμα. Αυτές οι γελοίες φαντασιώσεις τον ξεγέλασαν και τον έκαναν να απορρίψει τις διαπραγματεύσεις για ειρήνη που προτάθηκαν από το βασιλιά των Περσών» (Σωκράτης, 3, 21). Οι αρχαιολάτρες που απορρίπτουν την μαρτυρία του Σωκράτη ως συκοφαντική, ξεχνάν ότι και ο Λιβάνιος την ίδια γνώμη είχε: «Και φτάνει στην μεγάλη πόλη του Αντίοχου ή, αν θέλετε, του αγαπητού του Αλέξανδρου που – όπως συνέβη στο παρελθόν, ανάμεσα σε δυο Αθηναίους στρατηγούς – η δόξα του "δεν τον άφηνε να κοιμηθεί"» (Λιβάνιου, Μονωδία επί Ιουλιανώ, 17). Άρα όντως ο Ιουλιανός άλλαξε γνώμη.
«Ο Ιουλιανός ευχαριστιόταν στο χειροκρότημα του όχλου και επιθυμούσε έπαινο για τα μικρότερα πράγματα πέραν του μέτρου, κι ο πόθος για δημοτικότητα συχνά τον οδηγούσε να συναναστρέφεται ανάξιους ανθρώπους» (Αμμιανός Μαρκελλίνος, XXV, 4, 18).
Τι να πει κανείς για τον φιλοϊουδαίο Ιουλιανό – τον «Έλληνα»! – , ο οποίος γράφει (Κατά Γαλιλαίων, 45) να μιμηθούμε τον Αβραάμ (!), κι ότι «ο Γιαχβέ στάθηκε ευμενής σε μένα» (!!) και γι’ αυτό τον σέβεται. Ούτε Ραββί Τζούλιανους να λεγόταν.
Τι να πει κανείς για τον εβραιόψυχο Ιουλιανό που γράφει για τους Ιουδαίους και τον θεό τους (Επιστολή 89α Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 454a) ότι «..ο θεός που τιμούν είναι αληθινά παντοδύναμος και αγαθότατος και κυβερνά τον αισθητό κόσμο». Παντοδύναμος και αγαθότατος ο Γιαχβέ, σύμφωνα με τον Ιουλιανό, ο οποίος δεν έστειλε αυτή την επιστολή προς τους Ιουδαίους, ώστε να υποθέταμε πως θέλει να τους κολακέψει επαινώντας τη θρησκεία τους, αλλά προς ειδωλολάτρη αρχιερέα. Παντοδύναμος και αγαθότατος – να τα ακούν αυτά οι κατήγοροι της Π.Δ.
Ο δυστυχής Ιουλιανός, θέλοντας να γελοιοποιήσει τον Χριστό, που έλεγε ότι δε θα χτιζόταν ο ιουδαϊκός ναός, αποφάσισε να χρηματοδοτήσει το χτίσιμο, έπειτα από παράκληση των Ιουδαίων. Ωστόσο, όπως περιγράφει ο Χρυσόστομος (Λόγος Κατά Ιουδαίων, Ε’, 11), «μόλις οι Ιουδαίοι άρχισαν να καταγίνωνται με τις παράνομες αυτές εργασίες τους και άρχισαν να ανοίγουν τα θεμέλια και είχαν αδειάσει πολύ χώμα και επρόκειτο ν’ αρχίσουν να κτίζουν τον ναό, ξεπηδώντας φωτιά από τα θεμέλια, κατέκαυσε αμέσως και πολλούς ανθρώπους αλλά και τις πέτρες του τόπου εκείνου, και σταμάτησε από την παράνομη αυτή προσπάθεια όχι μόνο εκείνους που επεχείρησαν το έργο, αλλά και Ιουδαίοι πολλοί βλέποντας αυτό έμειναν κατάπληκτοι και καταντροπιάσθησαν. Όταν ο βασιλεύς Ιουλιανός τα πληροφορήθηκε όλα αυτά, αν και είχε τόση μανία για το έργο εκείνο, φοβούμενος μη τυχόν, προχωρώντας στο έργο, επισύρη στο κεφάλι του τη φωτιά εκείνη, σταμάτησε την προσπάθεια, υφιστάμενος την ήττα με όλον τον λαόν του. Και τώρα αν επισκεφθής τα Ιεροσόλυμα, θα δης γυμνά τα θεμέλια. Και αν ζητήσης να μάθης την αιτία, δεν θα ακούσης καμμία άλλη παρά αυτήν. Και αυτού του πράγματος μάρτυρες είματε εμείς όλοι˙ γιατί αυτό δεν συνέβη σε χρόνια ευσεβών βασιλέων, για να μην ισχυρίζονται μερικοί ότι "επενέβηκαν οι Χριστιανοί και εμπόδισαν όλα αυτά", αλλά τότε, όταν κατεδιωκόταν η πίστη μας, η ειδωλολατρία βρισκόταν σε άνθιση». Ο Ιουλιανός και οι ραββίνοι του έσπασαν τα μούτρα τους, και οι θεοί του αποδείχτηκαν σκουπίδια μπροστά στον «Ναζωραίο μαραγκό»˙ ο Ιουλιανός λούφαξε φοβισμένος και άφησε κατά μέρους τα νταϊλίκια κατά του Χριστού και των προφητειών του. Στο παράδειγμα αυτό φαίνεται σε τι κατήφορο έχουν κυλήσει όσοι ισχυρίζονται ότι τα αναφερόμενα θαύματα απ’ τους Χριστιανούς ιστοριογράφους είναι συγκεκαλυμμένοι φόνοι και ψέμματα.
Τι να πει κανείς για τον Ιουλιανό, τον άνθρωπο που οι «ανώτεροι» αρχαιολάτρες τον έχουν ανακηρύξει «υπερασπιστή του ελληνικού τρόπου ζωής», που μισούσε το Θέατρο, τον Ιππόδρομο, (ό,τι δηλαδή κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τους Πατέρες πως εναντιώθηκαν σε αυτό) και γαλουχήθηκε από τον παιδαγωγό του με αυτές εδώ τις συμβουλές (Μισοπώγων, 21 (351b-c)): «Μην επιτρέψεις ποτέ στους συνομήλικούς σου που μαζεύονται στα θέατρα, να σε παρασύρουν στο λάθος να επιθυμείς κι εσύ τέτοια θεάματα. Σ’ αρέσουν οι ιπποδρομίες; Υπάρχει μια στον Όμηρο που περιγράφεται θαυμάσια. Πάρε το βιβλίο και διάβασε. Τους ακούς να μιλάνε για χορευτές; Άσ’ τους να χαίρονται! Στην Οδύσσεια, οι έφηβοι Φαίακες χορεύουν πιο αντρίκεια. Στον Όμηρο επίσης υπάρχουν και δέντρα των οποίων η περιγραφή είναι πολύ πιο ευχάριστη στ’ αυτί απ’ ό,τι η εικόνα που βλέπουμε». Αντίθετα, όταν οι Χριστιανοί πατέρες της Εκκλησίας γράφουν κατά του θεάτρου και του ιπποδρόμου, είναι ανθέλληνες. Δίκαια πράματα. Και λάτρης της εικονικής πραγματικότητας, ο Ιουλιανός. Πρωτοπόρος. Προτιμά την περιγραφή ενός βιβλίου από το περιγραφόμενο γεγονός.
Τι να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που αγαπούσε παράφορα το θέατρο και τις ιπποδρομίες: (Μισοπώγων, 4 (339b)) «Απαγορεύω στον εαυτό μου να πηγαίνει στα θέατρα (..) κι αν μπω στο θέατρο μοιάζω σαν να πληρώνω τις αμαρτίες μου», (Μισοπώγων, 5 (339d)) «Μιςῶ τὰς ἱπποδρομίας, όπως εκείνοι που χρωστούν χρήματα στις αγορές», (Μισοπώγων, 31 (359d)) «το θέατρο φαινόταν εντελώς γελοίο στους ανθρώπους εκείνης της χώρας [της βάρβαρης Σκυθίας] όπως φαίνεται και σ’ εμένα». Πολιτισμός βαρβαρικός.
Τι να πει κανείς για τον λάτρη του θεάτρου Ιουλιανό, που γράφει (Επιστρολή 89β, 304bc) «Κι αν μπορούσα να απομακρύνω τις ασχημοσύνες από τα θέατρα [Να κάνει λογοκρισία, δηλαδή, στα σενάρια], έτσι ώστε να τα αποδώσω στον Διόνυσο καθαρά, με μεγάλη προθυμία θα αναλάμβανα τούτο το έργο. Επειδή, όμως, πιστεύω ότι τώρα δεν είναι δυνατόν κάτι τέτοιο, αλλά και αν ήταν, δε θα συνέφερε να γίνει, γι’ αυτό εγκατέλειψα τελείως τούτη τη φιλοδοξία». Την μωροφιλοδοξία, θα προσθέταμε εμείς.
Τι να πει κανείς για τον «υπερασπιστή του ελληνικού τρόπου ζωής» Ιουλιανό, που ζητούσε (Επιστολή 89β Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 300d) «ο ιερέας [των ειδώλων] δεν πρέπει να διαβάζει ούτε Αρχίλοχο ούτε Ιππώνακτα ούτε κανέναν απ’ αυτούς που γράφουν τέτοια πράγματα. Ας αποφεύγει επίσης από την παλιά κωμωδία όσα ειναι τέτοιου είδους, και καλύτερα, είναι να τα αποφεύγει όλα». Πνεύμα και ηθική! Αυτή η επιστολή αποτελεί το πρώτο στην Ιστορία Index απαγορευμένων βιβλίων προς πιστούς, 900 χρόνια πριν από τους αιρετικούς Παπικούς Είναι φυσιολογικό πράγμα, αφού ο Ιουλιανός, όπως είδαμε παραπάνω, χαιρόταν με την εξαφάνιση του έργου του Επίκουρου και του Πύρρωνα – και ποιος ξέρει ποιων άλλων – από τους ειδωλολάτρες ιεροεξεταστές. Έπειτα απ’ όλα αυτά, οι Νεοπαγανιστές, τη στιγμή που ο Ιουλιανός όριζε τι θα διαβάζουν και τι δε θα διαβάζουν οι ιερείς του, ψεύδονται ασύστολα, όπως αποδείξαμε, ότι η σύνοδος της Καρχηδώνας δήθεν απαγόρευε σε επισκόπους την ανάγνωση εθνικών βιβλίων.
Τι να πει κανείς για τον «υπερασπιστή του ελληνικού ήθους», Ιουλιανό, που απαιτεί (Επιστολή 89β, 304b) «Οι [ειδωλολάτρες] ιερείς να μην πηγαίνουν ποτέ σε άσεμνα θεάματα ούτε να βάζουν θεατρίνους στα σπίτια τους». Όταν αυτά τα λένε οι Σύνοδοι της Εκκλησίας, οι Νεοπαγανιστές αφρίζουν από το κακό τους για τον «τερατώδη ανθελληνισμό των πατέρων».
Τι να πει κανείς για τον «υπερασπιστή της φυσικής ελληνικής ζωής» Ιουλιανό, που γράφει (Επιστολή 89β, 304c) «αξιώνω από τους ιερείς να μην εμφανιστεί κανείς στο θέατρο ούτε να έχει φίλο ηθοποιό ή αρματοδρόμο. Επίσης να μην πλησιάζει στην πόρτα του ούτε χορευτής ούτε μίμος». Τύφλα νά ‘χει το Ορθόδοξο Πηδάλιο μπρος σ’ αυτά που ζητά ο Ιουλιανός.
Τι να πει κανείς για τον λάτρη της ισότητας των δύο φύλων, Ιουλιανό, ο οποίος γράφει (Επιστολή 89β, 304d) «απαγορεύεται στις γυναίκες τόσο η συμμετοχή στους [αθλητικούς] αγώνες όσο και η θέα». Η γυναίκα του Ιουλιανού, ως γνωστόν, πέθανε κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες.
Οι Νεοπαγανιστές παρουσιάζουν τον Ιουλιανό ως «ήπιο» και «εστεμμένο φιλόσοφο», ωστόσο δεν μιλούν για τους διωγμούς και φόνους εναντίον των Χριστιανών που έγιναν κατά την διάρκεια της βασιλείας του, τις οποίες ο Ιουλιανός ανέχθηκε και κάποτε ενθάρρυνε .
Τι να πει κανείς για τον «ήπιο» Ιουλιανό που απεκάλεσε «εχθρό των θεών» των Μέγα Αθανάσιο εξορίζοντάς τον, επειδή αυτός διέπραξε το τρομερό έγκλημα να βαφτίσει αρχόντισσες της Αλεξάνδρειας; (Επιστολή 6, προς Εκδίκιο, έπαρχο Αιγύπτου: «ὄμνυμι τὸν μέγαν Σάραπιν, ὡς εἰ μὴ πρὸ τῶν Δεκεμβρείων Καλενδῶν, ὁ θεοῖς ἐχθρὸς Ἀθανάσιος ἐξέλθῃ ἐκείνης [Αλεξάνδρειας] μᾶλλο δὲ καὶ πάσης τῆς Αἰγύπτου˙ τὸν μιαρόν, ὃς ἐτόλμησεν Ἑλληνίδας γυναῖκας ἐπ’ ἐμοῦ βαπτίσαι˙ διωκέσθω». Ο ψύχραιμος Ιουλιανός απεκάλεσε «ανθρωπίσκο» τον μικρόσωμο Αθανάσιο, όταν πρωτοέμαθε την πράξη του. Και αργότερα, σε νέα επιστολή του, ζήτησε το θάνατό του˙ αλλά ο Αθανάσιος είχε ήδη φύγει.
Τι να πει κανείς για τον Ιουλιανό που γκρέμισε την μεγαλύτερη εκκλησία της Αντιοχείας σε αντίποινα για την πυρκαγιά που κατέστρεψε το ναό του Απόλλωνα στη Δάφνη, την οποία προκάλεσαν όχι οι Χριστιανοί, αλλά οι ειδωλολάτρες πιστοί, όπως αποδείχτηκε στο κεφάλαιο περί διώξεων. Ο Ιουλιανός ο ίδιος πίστευε ότι ο ναός της Δάφνης «καταστράφηκε από τη θρασύτητα μερικών άθεων» (Αντιοχικός, 15 (346a) και 33 (361a)). Εμείς εδώ θα παρατηρήσουμε τη σκληρότητα του Ιουλιανού, η οποία τον οδήγησε να βασανίσει τους ιερείς και τους νεωκόρους του ναού του Απόλλωνα, ώστε να ομολογήσουν πως οι Χριστιανοί έκαψαν το ναό. Οι νεωκόροι όμως, λέει ο Θεοδώρητος «όσο κι αν κακομεταχειρίστηκαν, δεν μπορούσαν να πουν ψέμματα [ότι δηλαδή οι εμπρηστές ήταν Χριστιανοί] και επέμεναν ότι η φωτιά άρχισε από πάνω όχι από κάτω. Επιπλέον ήρθαν χωρικοί από τα γειτονικά χωριά και είπαν ότι είχαν δει τον κεραυνό να κατεβαίνει από τον ουρανό» (Εκκλ. Ιστ., 3, 7). Ο Σωζομενός αναφέρει ότι «ο ιερέας του Απόλλωνα προσήχθη σε δικαστήριο, να κατωνομάσει τους τολμηρούς εμπρηστές [να πει ότι ήταν Χριστιανοί], αλλά αν και δέθηκε και υπέφερε πολλά βασανιστήρια, δεν ανέφερε κανέναν [ως εμπρηστή]» (Εκκλ. Ιστ., 5, 20).
Ο Ιουλιανός ισχυρίζεται ότι «αν ο λαός της Αντιόχειας (...) με απεχθάνεται είναι (...) λόγω των χορευτών και των θεάτρων, όχι επειδή τους τα στέρησα, αλλά γιατί ενδιαφέρομαι λιγότερο για τέτοια πράγματα» (Αντιοχικός, 29 (357bc)), ενώ στην πραγματικότητα παραδέχεται ότι «Αν ο λαός, που στη μεγάλη πλειοψηφία του αν όχι στο σύνολό του προτίμησε την αθεΐα, με απεχθάνεται, είναι γιατί επιμένω στους ιερούς θεσμούς που ακολουθούσαν οι πατέρες μας» (Αντιοχικός, 28 (357b)). Με άλλα λόγια ο Ιουλιανός δοκίμασε να σπιλώσει – και το κάνει και σε άλλα μέρη του Αντιοχικού – τους Αντιοχείς ως θηλυπρεπή λαό που ενδιαφερόταν μόνο για τα θεάματα. Του ξέφυγε όμως κάπου και ομολόγησε την πραγματική αιτία, όσο κι αν θέλησε να δυσφημήσει την ξακουστή Αντιόχεια. Άλλωστε, η Αντιόχεια ήταν μια κοσμοπολίτικη πόλη 800 χιλιάδων κατοίκων και ήταν λογικό να έχει τις διασκεδάσεις, τα θέατρα και τα θεάματά της. Άρα δεν ήταν η αποχή του Ιουλιανού απ’ τα θεάματα η αιτία της προστριβής ούτε η δήθεν τρυφηλότητα των Αντιοχέων, αλλά η θρησκευτική διαφορά. Ο Ιουλιανός, ο οποίος αναγνώριζε ότι οι Αντιοχείς είναι ελληνικής καταγωγής (Αντιοχικός, 40 (367ab)), είχε διαπιστώσει ότι οι Έλληνες απέρριπταν την καινοφανή ειδωλολατρία του. Η μεγαλύτερη ελληνική πόλη της Αυτοκρατορίας απέρριπτε την επαναφορά της ειδωλολατρίας.
Το ενδιαφέρον είναι ο τρόπος με τον οποίο ο «ήπιος» Ιουλιανός αντιμετώπισε τους Αντιοχείς Έλληνες. Συνήθως οι αρχαιολάτρες λένε πως τάχα τους φέρθηκε με ευγένεια και δεν τους ανταπέδοσε και απλώς έφυγε απ’ την πόλη τους γράφοντας τον Αντιοχικό. Στην πραγματικότητα, στο τέλος του Αντιοχικού διαβάζει κανείς πολύ σκοτεινές απειλές του Ιουλιανού: «Αφήνω το όλο θέμα στα χέρια της Αδράστειας [=Νέμεσης, θεάς της εκδίκησης]» (Αντιοχικός, 42 (370a)). «Όσο για εσάς είθε οι θεοί, για την εύνοια και την τιμή που μου δείξατε, να σας ανταποδώσουν τα ίσα» (Αντιοχικός, 44 (371a)). Και πραγματοποίησε τις απειλές του. Φεύγοντας διόρισε ως κυβερνήτη της Αντιόχειας τον Αλέξανδρο από την Ηλιόπολη, έναν άνθρωπο υπερβολικά σκληρό (Ammianus, XXIII, 2, 3), ο οποίος, όπως γράφει ο Λιβάνιος στάθηκε προς τους Αντιοχείς «χειμάρρου σφοδρότερος» (Πρεσβευτικός προς Ιουλιανόν, 74).
Ο Θεοδώρητος Κύρου (Εκκλ. Ιστ., 3, 3) και ο Σωζομενός (Εκκλ. Ιστ., 5, 10) περιγράφουν το αηδιαστικό γεγονός του ξεκοιλιάσματος από τους Εθνικούς χριστιανών νεανίδων στην Ασκαλώνα, στην Γάζα και στην Ηλιούπολη του Λιβάνου. Κι αν αυτοί οι δύο είναι «φανατικοί» και μεταγενέστεροι, συνεπώς και αναξιόπιστοι (όταν όμως οι ίδιοι συγγραφείς αναφέρουν χριστιανικούς βανδαλισμούς, τότε είναι πολύ αξιόπιστοι, κατά τους Νεοειδωλολάτρες!), ο σύγχρονος Γρηγόριος γράφει (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός λόγος πρώτος, 87): «άλλοι από αυτούς οδήγησαν στη μέση παρθένες αγνές και ουράνιες, άθικτες σχεδόν κι από τα μάτια των αντρών, κι αφού τις ξεγύμνωσαν από την εσθήτα τους, για να τις ξεφτυλισουν με τη θέα, έπειτα τις έσκισαν και τις χώρισαν στα δύο, άλλοι μεν με τα ίδια τους τα δόντια έφαγαν και χόρτασαν με τα ωμά σπλάγχνα κατά τρόπο αντάξιο προς τη μανία τους, και μετά από αυτή την τρομερή τροφή, πρόσθεσαν κι άλλη˙ άλλοι Ειδωλολάτρες, ενώ τα σπλάγχνα ακόμη σπαρταρούσαν, αφού τα ανέμιξαν με τροφή για γουρούνια, εξαπέλυσαν γουρούνια, για να βλέπουν σάρκες να τρώγονται με κριθάς και να σπαράσσονται, τροφή ανάμικτη». «Τότε, οι ειδωλολάτρες καθιέρωσαν ορισμένα απαίσια μυστήρια. Θυσιάζοντας μικρά αγόρια και κορίτσια, εξέταζαν τα εντόσθιά τους και ακόμη γεύονταν τις σάρκες τους», γράφει ο Σωκράτης (Εκκλ. Ιστ., 3, 14).
«Στη Σεβάστεια, άνοιξαν το φέρετρο του Ιωάννη του Βαπτιστή, έκαψαν τα οστά του και οι στάχτες σκορπίστηκαν έξω» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 3). Στην Γάζα οι Ευσέβιος, Νεκτάβως και Ζήνων χτυπήθηκαν άγρια από τον παγανιστικό όχλο και, παρόλο που είχαν φυλακιστεί, χωρίς καμμία δίκη σύρθηκαν από αυτούς στο έδαφος ώσπου τα μέλη τους διασκορπίστηκαν. «Οι ειδωλολάτρισσες χτυπούσαν τα θύματα με βελόνες, οι ειδωλολάτρισσες τους έρριχναν καυτό νερό. Όταν ξεσχίστηκαν οι σάρκες των μαρτύρων, οι παγανιστές συνέτριψαν τα κρανία και τα μυαλά τους χύθηκαν έξω. Έπειτα τα σώματα των Χριστιανών πετάχτηκαν σε έναν τόπο εκτός πόλης όπου πέταγαν πτώματα ζώων και ρίχτηκαν στη φωτιά. Όσα οστά δεν κάηκαν αναμίχτηκαν με στάχτες και οστά καμηλών, ώστε να μη βρεθούν» (Σωζόμενος, 5, 9).
«Στο Δορύστολο, φημισμένη πόλη της Θράκης, ο νικηφόρος αθλητής Αιμιλιανός ρίχτηκε στην πυρά από τον Καπιτωλίνο, κυβερνήτη της Θράκης» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 3). «Ο Αρτέμιος, διοικούσε τα στρατεύματα της Αιγύπτου. Είχε αποκτήσει το αξίωμα αυτό επί Κωνσταντίνου και είχε καταστρέψει πολλά είδωλα. Γι’ αυτό το λόγο ο Ιουλιανός όχι μόνο δήμευσε την περιουσία του, αλλά διέταξε και τον αποκεφαλισμό του. Αυτή και άλλες παρόμοιες ήταν οι πράξεις του ανδρός που οι Παγανιστές περιγράφουν ως τον ηπιότερο και λιγότερο εμπαθή άνθρωπο» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 14).
«Όταν ο αυτοκράτορας πέρασε ξανά από εκεί η Πούμπλια είπε στις άλλες να ψάλλουν το «αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού». Θυμωμένος ο Ιουλιανός διέταξε να φέρουν την Πούμπλια μπροστά του˙ και, δίχως να λυπηθεί για τα γκρίζα μαλλιά της είπε κάποιον από τους συνοδούς του να γρονθοκοπήσει τα αυτιά της» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 14).
Τι να πει κανείς για τον Ιουλιανό, ο οποίος διέταξε να θανατωθεί με βασανιστήρια ο ιερέας Θεοδώρητος, επειδή αντιστάθηκε στη δήμευση της περιουσίας της εκκλησίας της Αντιόχειας και το κλείσιμο των ναών (Σωζόμενος, 5, 8);
Τι να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που διέταξε να ταφεί ζωντανός ο Δομέτιος στο σπήλαιο – χτίζοντας την είσοδό του – όπου μόναζε, επειδή ο τελευταίος δεν υπάκουσε στην εντολή του πρώτου να μην δέχεται τα πλήθη των χριστιανών προσκυνητών που συνέρρεαν στη σπηλιά του (Ιωάννη Νικίου Χρονικόν, 80, 4);
«Τον ίδιο καιρό ο αυτοκράτορας διέγραψε την Καισάρεια την μεγάλη και πλούσια μητρόπολη της Καππαδοκίας από τον κατάλογο των πόλεων και της στέρησε ακόμη και το όνομα της Καισάρειας. Επί καιρό έβλεπε τους κατοίκους της πόλης με πολλή απαίχθεια, διότι ήταν με ζήλο προσκολλημένοι στο χριστιανισμό. Διέταξε επίσης όλοι οι ιερείς να καταταγούν στο στρατό υπό το διοικητή της επαρχίας. Διέταξε το χριστιανικό πληθυσμό να αριθμηθεί, γυναίκες και παιδιά ξεχωριστά. Απείλησε ότι η οργή του δε θα πάψει, αλλά θα επιπέσει στην πόλη μέχρι κανείς Γαλιλαίος να μην υπάρχει» (Σωζόμενος, 5, 4). Ο.. πολιτισμένος Ιουλιανός δήμευσε όλη την περιουσία της Εκκλησίας της Καισάρειας, όπως λέει ο Σωζόμενος στο ίδιο κεφάλαιο.
Επί Ιουλιανού καθημερινά παρατηρούσε κανείς «την αρπαγή αφιερωμάτων και χρημάτων, την αρπαγή ιερών σκευών, τα οποία ατιμάζονταν από βέβηλους, τους ιερείς και λαϊκούς που σέρνονταν και βασανίζονταν υπερασπιζόμενοι τους ναούς, τους πλήρεις αιμάτων κίονες. (..) [στην Αλεξάνδρεια] γέμισαν με αίμα τον ιερό μας οίκο και το ιερό βήμα και τον κυρίως ναό, και το έκαναν αυτό υπό την καθοδήγηση ενός από τους βασιλικούς φιλοσόφους», γράφει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 86).
Όταν ένας Εθνικός δικαστής, για να διερευνήσει την υπόθεση του φόνου πολλών Χριστιανών από τον ειδωλολατρικό όχλο, συνέλαβε πολλούς Χριστιανούς αλλά και μερικούς Εθνικούς, προσήχθη βίαια στον Ιουλιανό και γλίτωσε τον θάνατο εξοριζόμενος (Γρηγόριου Θεολόγου, Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 93).
Ο Ιουλιανός, επειδή οι αιρετικοί οπαδοί του Άρειου είχαν κάνει από φιλαργυρία διάφορα πράγματα στην πόλη της Έδεσσας, ο Ιουλιανός (Επιστολή 115) διέταξε την δήμευση των περουσιακών στοιχείων της Εκκλησίας της Έδεσσας (όχι απλώς των αιρετικών Αρειανών, αλλά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία δεν είχε σχέση με τις παράνομες πράξεις των Αρειανών) απειλώντας με θάνατο, εξορία και εμπρησμούς όσους τυχόν αντιδράσουν στο ναζιστικής αντίληψης αυτό διάταγμά του.
Επειδή οι Χριστιανοί διαμαρτύρονταν στον Ιουλιανό για την έλλειψη ισονομίας, όταν οι ειδωλολάτρες άρχοντες επέβαλαν βαρύτερα χρηματικά πρόστιμα και σωματικές ποινές, αυτός όχι απλώς ανεχόταν την ανισότητα, αλλά απαντούσε ειρωνικά στους Χριστιανούς ότι πρέπει να υπομένουν τις κρατικές αδικίες (Σωκράτης, 3, 14). Μεγάλος οπαδός της θρησκευτικής ανοχής ο Ιουλιανός. Από τους άτυπους-ανεπίσημους διωγμούς οι Χριστιανοί, άρχισαν να εγκαταλείπουν τις πόλεις μαζικά, λέει ο Σωζόμενος (5, 16), αν και επίσημα δεν είχε κηρυχτεί διωγμός.
«Περνώντας από τις Κάρρες πήγε σε ένα ναό τιμώμενο από τους ασεβείς και αφού εκτέλεσε διάφορες τελετές με τους συντρόφους του, κλείδωσε και σφράγισε τις πόρτες, τοποθετώντας φρουρούς με διαταγές να μην μπει κανείς εντός του ναού προτού επιστρέψει. Όταν τα νέα του θανάτου του έφτασαν και η βασιλεία της ασέβειας αντικαταστάθηκε από αυτήν της ευσέβειας, ο ναός ανοίχθηκε, και εντός του βρέθηκε μια απόδειξη της ανθρωπιάς, της σοφίας και της ευσέβειας του τελευταίου αυτοκράτορα. Διότι βρήκαν μια γυναίκα κρεμασμένη ψηλά από τα μαλλιά της και με τα χέρια της τεντωμένα. Ο απαίσιος είχε ανοίξει τα σπλάγχα της, και υποθέτω ότι έμαθε από το συκώτι της την νίκη του επί των Περσών» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 21). Μαρτύρησαν επί Ιουλιανού, εκτός άλλων, οι στρατιώτες Ιουβεντίνος και Μαξιμιανός Μακεδόνιος, Τατιανός και Θεόδουλος στη Φρυγία, Βασίλειος, ιερέας στην Άγκυρα. Ο ίδιος ο Ιουλιανός διέταξε να βασανιστούν και να θανατωθούν οι αξιωματικοί Ιουβεντίνος και Μαξίμινος επειδή σε ένα συμπόσιο εξέφρασαν τη διαφωνία τους με τις τακτικές του (Θεοδώρητου Εκκλησιαστική Ιστορία, 3, 11˙ Ιωάννης Χρυσόστομος στο P.G. 50, 571-77).
Μετά την αναχώρηση του Ιουλιανού από την Αντιόχεια για να συγκρουστεί με τους Πέρσες, βρέθηκαν στον ποταμό Ορόντη πτώματα από ανθρωποθυσίες (Γρηγ. Θεολ., Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 92). Λείψανα ανθρωποθυσιών ανακαλύφθηκαν και στα ανάκτορά του μετά το θάνατό του και ανήκουν σε παιδιά και παρθένες (Ιωάν. Χρυσ., PG 50, 555˙ Γρηγόρ. Θεολ., Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 92).
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 8:39 pm

Μετά την ενθρόνισή του ο Ιουλιανός εξόρισε χωρίς σημαντική αιτία τους αυλικούς Παλλάδιο, Ταυρό, Φλωρένιτο, Ευάγριο, Σατουρνίνο, Κυρίνο, οι οποίοι δεν είχαν διαπράξει κανένα έγκλημα, και θανάτωσε τον επίσης – όπως κι αυτός παραδέχτηκε – αθώο Ούρσουλο (Αμμιανός, XXII, 3, 3-7), καθώς και τους Ρωμανό και Βικέντιο στην Αλεξάνδρεια, επειδή ήταν φίλοι του Μεγάλου Αθανάσιου (XXII, 11, 2).
«Αυτά τα λένε οι Χριστιανοί» απαντούν οι Νεοπαγανιστές. Α, έτσι ε; Δηλαδή, ό,τι λένε ο Λιβάνιος κι ο Ευνάπιος και οι Εθνικοί της εποχής εκείνης είναι αληθινό και δεν υπάρχει λόγος να το αμφισβητούμε˙ ενώ όταν μιλάνε οι Χριστιανοί, αυτοί είναι αναξιόπιστοι. Όταν ο Θεοδώρητος γράφει για τον Ιουλιανό, του οποίου τα αίσχη παραθέτουν κι άλλοι συγγραφείς, οπωσδήποτε «λέει ψέμματα»˙ ενώ όταν γράφει για τον Χρυσόστομο, του οποίου τις αποδιδόμενες από τον Θεοδώρητο πράξεις κανείς άλλος συγγραφέας δεν αναφέρει, τότε είναι «αυτόπτης μάρτυρας»! Αυτό λέγεται νεοπαγανιστική ερμηνεία των πηγών. Κατ’ αρχήν όλα αυτά τα αίσχη που ο – ανίκανος να κυβερνήσει – Ιουλιανός ανέχτηκε, τα παραθέτουν όλοι οι Χριστιανοί˙ όχι μόνο ο Θεοδώρητος Κύρου, αλλά και άλλοι, σύγχρονοί του. Κατά δεύτερον, και τα μισά απ’ όσα λένε να είναι αλήθεια, αρκεί για να καταδειχθεί το ποιον του. Επιπλέον, και μόνη η εμπάθεια και μισαλλοδοξία του, όπως φαίνεται στις δικές του επιστολές, είναι αρκετή για να πάψουν οι νεοπαγανιστικές κραυγές περί «μεγάλου» και «εστεμμένου φιλόσοφου» Ιουλιανού. Όπως και να ‘χει, είναι άλλο πράγμα το ότι ο Ιουλιανός ουσιαστικά ανέχτηκε τις υπαρκτές διώξεις κατά των Χριστιανών, κι άλλο πράγμα να ξεκίνησε διωγμό τύπου Διοκλητιανού. Ήταν αρκετά έξυπνος, ώστε να αφήσει τη βρώμικη δουλειά στους απλούς Εθνικούς, μη καταδικάζοντας κανέναν ομόδοξό του. Κι ενώ πρακτικά αδιαφορούσε για τους διωγμούς που διέπρατταν οι ομόθρησκοί του, στο πολιτικό επίπεδο επέβαλε περιορισμούς στους Χριστιανούς. Πολύ έξυπνη – πολύ ύπουλη τακτική.
Ο Ιουλιανός ειρωνευόταν το ότι οι Χριστιανοί βασίζονταν στην πίστη και δήθεν στην αμάθεια, σε αντίθετη με τη δική του θρησκεία και φιλοσοφία. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος κονιορτοποιεί τα επιχειρήματά του: «Δικοί μας, λέει ο Ιουλιανός, είναι οι λόγοι και το δικαίωμα του ελληνίζειν ανήκει σε εμάς, που σεβόμαστε τους θεούς. Σε σας ανήκει η απερισκεψία και η αμάθεια˙ και τίποτε περισσότερο από το "πίστεψε" δεν είναι η σοφία σας. Δε νομίζω ότι θα μας περιγελάσουν γι’ αυτό όσοι από τους δικούς σας ακολουθούν την πυθαγόρεια φιλοσοφία, για τους οποίους το "αυτός έφα" αποτελεί το πρώτο και μεγαλύτερο δόγμα. Διότι μετά την πρώτη και πολυθρύλητη φιλοσοφία της σιωπής, σ’ όσους μυούνταν στα δόγματα του Πυθαγόρα, ήταν επιτρεπτό, ερωτώμενοι επί οποιουδήποτε δόγματος να μην απαντούν τίποτε άλλο παρά μόνο ό,τι είχε δογματιστεί από τον Πυθαγόρα˙ και ο λόγος του δόγματος ήταν ό,τι ανεύθυνο και αβασάνιστο διατύπωσε αυτός. Οπότε καταλήγει στην ίδια σημασία το "αυτός έφα" προς το δικό μας "πίστεψε", με άλλες συλλαβές και ρήματα, έστω κι αν δεν πάυετε να το διακωμωδείτε και να το διασύρετε. Διότι ο λόγος σε μας θέλει να μη δυσπιστούμε σε όσα ειπώθηκαν από τους θεοφόρους άντρες, αλλά η αξιοπιστία εκείνων ν’ αποτελεί απόδειξη» (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 102).
«Απαγόρευσε στα παιδιά των Χριστιανών να παίρνουν μέρος στη μελέτη της ποίησης, της ρητορικής και της φιλοσοφίας» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 4). «Απαγόρευσε στα παιδιά των Χριστιανών να παρακολουθούν τα δημόσια σχολεία και να διδάσκονται τα γραπτά των Ελλήνων ποιητών και συγγραφέων» (Σωζόμενος, 5, 18). «Ὁ μέντοι τοῦ βασιλέως νόμος, ὃς τοὺς Χριστιανοὺς ἑλληνικῆς παιδείας ἐκώλυε...» (Σωκράτης, 3, 16). Ακόμη κι αν παραδεχτούμε ότι και οι τρεις ιστοριογράφοι είχαν άδικο ή ότι και οι τρεις ήταν ψεύτες και ότι «απλώς» ο Ιουλιανός ήθελε να διδάσκονται μόνο από παγανιστές δασκάλους τα κείμενα των φιλοσόφων, εύκολα διαβλέπει κανείς τον πανικό του ειδωλολατρικού κόσμου μπροστά στην επικείμενη κατάρρευσή του. Ότι ο Ιουλιανός εξέδοσε νόμο που να απαγορεύει τη διδασκαλία από Χριστιανούς, αυτό αποδεικνύεται κι από τα ίδια του τα λόγια. Ίσως να μην εκδόθηκε διάταγμα που να απαγόρευε την ελληνική παιδεία στους Χριστιανούς, αλλά αυτό δεν έχει πολλή σημασία, διότι το διάταγμα του Ιουλιανού εμμέσως εμπόδισε στους Χριστιανούς και να τη μελετούν, αφού οι Χριστιανοί γονείς, ειδικά οι μορφωμένοι, έπρεπε ή να αφήσουν αμόρφωτα τα παιδιά τους ή να εμπιστευτούν τη μόρφωσή τους σε ειδωλολάτρες – με προφανείς συνέπειες: αποχριστιανισμό των νέων Χριστιανών. Έτσι, αφού κανείς Χριστιανός δεν ήθελε το παιδί του να γίνει ειδωλολάτρης, ο νόμος που απαγόρευε τη διδασκαλία από Χριστιανούς εμμέσως απαγόρευε και την διδασκαλία από τους Χριστιανούς. Άρα οι Χριστιανοί ιστοριογράφοι είχαν δίκαιο και δεν υπερέβαλαν λέγοντας ότι ο Ιουλιανός απαγόρευε την ελληνική παιδεία. «Έπρεπε όμως να ταφεί στην αιώνια σιωπή εκείνο, ότι δηλαδή απαγόρευσε στους ρητοροδιδάσκαλους και στους γραμματικούς να διδάσκουν, αν αυτοί ήταν Χριστιανοί», παραδέχεται ο Αμμιανός Μαρκελλίνος (XXII, 10, 7).
Τι να πει κανείς για το διάταγμα του – τρομοκρατημένου κατά βάθος – Ιουλιανού που απαγόρευε σε Χριστιανούς να διδάσκουν αρχαία συγγράμματα: σα να λέμε ότι απαγορεύεται σε μή Βουδιστές να διδάσκουν βουδιστικά κείμενα, ή σε μη Κινέζους να διδάσκουν κινεζική ιστορία, γιατί πρέπει να συμφωνούν με όλα από αυτά που διδάσκουν. Μα είναι ολοφάνερο πως π.χ. κανείς εκτός του ίδιου του Πλάτωνα δεν γίνεται να συμφωνήσει με όλα τα πλατωνικά συγγράματα. Δεν είναι αληθές ότι, εάν δεν πιστεύεις σε κάτι, τότε δεν το έχεις κατανοήσει σωστά, ώστε να μην μπορείς να το διδάξεις. Είναι παραπάνω από προφανές ότι σήμερα πάρα πολλοί φιλόσοφοι, Δυτικοί και Ασιάτες, διδάσκονται από καθηγητές οι οποίοι δεν αποδέχονται το σύνολο της φιλοσοφίας τους˙ ωστόσο κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε ότι οι διδάσκοντες διαστρεβλώνουν τις απόψεις των φιλοσόφων. Το «ελληνίζειν», λοιπόν, δεν είναι ζήτημα πίστης στα ξόανα, όπως νόμιζε ο Ιουλιανός. Διότι, αν ίσχυε αυτό, τότε όλοι οι Έλληνες φιλόσοφοι που μισούσε ο Ιουλιανός και καταδίωξαν οι Ειδωλολάτρες της κλασσικής εποχής, θα έπρεπε να μην είχαν το «ελληνίζειν». Θα έπρεπε π.χ. μόνο Επικούρειοι (κι όχι γενικά οι Εθνικοί) να διδάσκουν Επίκουρο.
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος καταδεικνύει την αμάθεια του Ιουλιανού, που ταύτιζε την μυθολογική δεισιδαιμονία με την φιλοσοφία. «Συνομιλεί» ο Γρηγόριος με τον Ιουλιανό (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 103-109): «Σε ποιον ανήκει το δικαίωμα να διδάσκει ελληνικά; Ή θα ισχυριστείς ότι αυτό είναι αποκλειστικότητα της θρησκείας ή του έθνους και εκείνων που πρώτοι εφηύραν την διάλεκτο. Εάν [το προνόμιο να διδάσκουν τους ελληνικούς φιλοσοφικούς λόγους] είναι της ειδωλολατρικής θρησκείας, δείξε μου πού και σε ποιους από τους ιερείς ανήκει το προνόμιο να διδάσκουν ελληνικά, όπως ανήκει [το προνόμιο] να θυσιάζουν σε ορισμένους δαίμονες. Διότι δεν θυσιάζουν σε όλους τα ίδια, ούτε σε έναν όλα ούτε κατά τον ίδιο τρόπο. (...) Πού λοιπόν η διδασκαλία των ελληνικών αποτελεί προνόμιο κάποιου από τους θεούς ή τους δαίμονες; Αν και, και να συνέβαινε αυτό, δε θα ήταν απόδειξη ότι είναι ελληνικό, παρά μόνο κάποιου από τους θεούς σας. (...) Ακόμη κι αν συνέβη να είναι ίδιοι αυτοί που ομιλούν την ελληνική γλώσσα και αυτοί που ακολουθούν την ειδωλολατρική θρησκεία, οι λόγοι δεν είναι της θρησκείας, ώστε φυσιολογικά εμείς να εκβληθούμε έξω από την ελληνική γλώσσα. Και αν ακόμη αμφότερα αναφέρονται στο ίδιο πράγμα, δεν είναι και μεταξύ τους ίδια, όπως ούτε αν υποθέταμε ότι ένας χρυσοχόος είναι και ζωγράφος, δεν περιλαμβάνεται η χρυσοχοΐα στη ζωγραφική ούτε η ζωγραφική στη χρυσοχοΐα. (...) Ούτε η γλώσσα ανήκει μόνο σε εκείνους που την βρήκαν, αλλά σε όλους οι οποίοι συμμετέχουν σ’ αυτήν, ούτε καμμία τέχνη ή ενασχόληση άλλη. (...) Δεν είναι εφεύρεση των Φοινίκων τα γράμματα ή όπως λεν μερικοί των Αιγυπτίων; (..) Αν οι Αιγύπτιοι και οι Φοίνικες, απ’ τους οποίους εμείς επωφελούμαστε για τη μόρφωσή μας, τα οικειοποιούνται όλα αυτά με τη δικαιολογία ότι τους ενδιαφέρουν, τι θα κάνουμε; Ποια δικαιολογία θα προβάλουμε προς αυτούς, παγιδευόμενοι με τους δικούς μας νόμους; (...) Εάν καυχάσαι για τα όπλα, από ποιον έλαβες τα όπλα; Δεν είναι των Κυκλώπων; (...) Οι θυσίες δεν προέρχονται από τους Χαλδαίους; Δεν είναι η μαγεία περσική εφεύρεση; Η μαντική τέχνη των ονείρων δεν άκουσες ότι είναι των Κάρων; Η οιωνική τίνων; Όχι άλλων παρά των Φρυγών. Από που διδάχτηκες το καθένα; Δεν διδάχτηκες ένα από τον καθένα από αυτούς. Τι λοιπόν; Θα δεχτούμε, αφού όλα περιοριστούν στους πρώτους διδάξαντες και εφευρέτες, ότι δεν έχουμε τίποτε το δικό μας;» Κυριολεκτικά εκμηδενίζονται τα απίστευτης γελοιότητας επιχειρήματα του Ιουλιανού ότι μόνο οι εφευρέτες έχουν δικαίωμα στη χρήση μιας εφεύρεσης. Σύμφωνα με την αντίληψη του Ιουλιανού, μόνο απόγονοι μαθηματικών και μόνο το έθνος που εφηύρε τα μαθηματικά δικαιούται και να τα διδάσκει, διότι οι άλλοι «τα διαστρεβλώνουν»! Δίκαιο είχε ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, λοιπόν, κι όχι ο Ιουλιανός.
Αυτός ήταν ο Ιουλιανός ο «Μέγας». Αναρωτάται κανείς, με τι κριτήρια δίνεται η προσωνυμία «Μέγας» σε έναν άνθρωπο που βασίλευσε μόλις 17 μήνες; Τι πρόλαβε να κάνει, που ήταν τόσο μεγάλο και σπουδαίο; Ένας άνθρωπος που, όντας ηγέτης, δεν κατάφερε καν να θέσει υπό τον έλεγχό του τους μαινόμενους Εθνικούς υπηκόους του και να αποτρέψει τις βιαιοπραγίες τους, προφανώς διότι αντί να κυβερνά προτιμούσε να συγγράφει. Ένας άνθρωπος που δεν κατάφερε καμμιά στρατιωτική νίκη ως βασιλέας; Φυσικά δεν ήταν «Μέγας» ο Ιουλιανός˙ έτσι τον αποκαλούν ο φανατικός παγανιστής Ζώσιμος και οι Νεοπαγανιστές. Είναι λογικό, άνθρωποι που αποκαλούν φιλέλληνα τον Νέρωνα, αυτό το τέρας που έκαιγε για πλάκα τους Χριστιανούς και άρπαζε αρχαία αγάλματα, να αποκαλέσουν και τον, λόγω των οικογενειακών του ατυχιών, εμπαθή νεαρό βασιλά «Μέγα», που ήθελε τον αφανισμό αρχαίων και χριστιανικών βιβλίων. «Εφόσον κάποιος διώκει Χριστιανούς, είναι μέγας και φιλέλλην», λεν από μέσα τους. Όμως, θα ‘πρεπε να αποκαλέσουν και τους χριστιανομάχους Σουλτάνους «Μεγάλους» και φιλέλληνες.
Δε λέμε ότι δεν είχε και θετικά στοιχεία ο Ιουλιανός. Αλλά ήταν σαν τους εικονομάχους αυτοκράτορες. Ήθελε με το στανιό να επιβάλλει – έστω και με έμμεσο τρόπο – τη θρησκεία του. Αυτό δε γινόταν. Δεν άλλαζε ο ρους της ιστορίας. Οι καλές του προσπάθειες σ’ άλλα ζητήματα δεν είναι αρκετές, για να φύγουν οι κηλίδες του ύπουλου έμμεσου (από φόβο περισσότερο, όχι από ουμανισμό) διωγμού που διέπραττε.
«Άνθρωπος που σε παλαϊκώτερους χρόνους μπορούσε να φανή σταλήθεια φιλόσοφος, από φυσικό του σπουδαίως καθώς είταν ο νούς του. Μα με τους δασκάλους που έμπλεξε, με τα περιστατικά της ζωής του και με το δρόμο που πήρε πια τώρα ο κόσμος, φαίνεται παράκαιρος και παράλογος και ολότελα αταίριαστος με τα συστήματα που εγκαινίασε ο μεγαλοπίχερος θείος του» (Α. Εφταλιώτη, Ιστορία της Ρωμιοσύνης, τυπογραφείο της Εστίας, Αθήνα 1901, σ. 121).
Ο Καβάφης, όμως, τον οποίο μερικοί χαρακτηρίζουν Ειδωλολάτρη (Δεν έχουν διαβάσει την ρητή και ξεκάθαρη ομολογία χριστιανικής πίστης του, το Μετέπειτα;), είχε άλλη άποψη. Δε χαμπάριαζε τίποτα από κάτι τέτοιες «ιουλιανολατρίες» και έκρινε αυστηρότατα τον Αποστάτη αποστομώνοντας τους σημερινούς υποστηρικτές του: τον χλευάζει, επειδή έπαιζε με «σύστημα καινούριας εκκλησίας, αστείον και στη σύλληψι και στην εφαρμογή» («Ο Ιουλιανός, ορών ολιγωρίαν»)˙ ουσιαστικά τον αποκαλεί δειλό, επειδή υποκρινόταν τον Χριστιανό («Ο Ιουλιανός εν Νικομηδεία»)˙ τον αποκαλεί «μιαρότατο», «αποτρόπαιο» («Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών»)˙ ειρωνεύεται «τες περί των ψευδών θεών αερολογίες του, τες ανιαρές περιαυτολογίες˙ την παιδαριώδη του θεατροφοβία˙ την άχαρι σεμνοτυφία του˙ τα γελοία το γένια» («Ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς»)˙ ειρωνεύεται την τάχα βαθυστόχαστη υψηλοφροσύνη-ψηλομυτοσύνη του («Ουκ Έγνως») και τον παρουσιάζει ως ένα υστερικό νευρόσπαστο («Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας») και έναν ανόητο, επειδή πείστηκε από τις σοφιστείες των θεουργών («Ο Ιουλιανός εν τοις μυστηρίοις»). Βλέπουμε, πως ο Καβάφης καταδικάζει απερίφραστα τον Ιουλιανό, υιοθετώντας πλήρως τις χριστιανικές απόψεις γι’ αυτόν, και η γνώμη του έχει μεγάλη σημασία, γιατί, αφού ο ίδιος ήταν τόσο ελληνολάτρης όσο και ομοφυλόφιλος, εύκολα θα μπορούσε, λόγω αντίδρασης, να υιοθετήσει αντιχριστιανικές απόψεις˙ ωστόσο δεν έκανε κάτι τέτοιο.
Ο Ιουλιανός κατουσία γκρέμισε το οικοδόμημα που έχτιζε, αφού δεν υπέδειξε διάδοχο, αλλά αντίθετα άρχισε να συζητά περί ανέμων και υδάτων με τους φίλους του. Γιατί δεν όρισε έναν παγανιστή διάδοχο του θρόνου, ώστε να συνεχιστεί η επικράτηση του Παγανισμού; Τόσο ο Λιβάνιος όσο και ο Αμμιανός σιωπούν αμήχανα. Είναι λάθος, πάντως, να νομίζουμε ότι ο Ιουλιανός αρνήθηκε να ορίσει (παγανιστή) διάδοχο στο θρόνο, δήθεν επειδή εκείνες τις στιγμές δεν είχε τις δυνάμεις για να σκεφτεί. Ο Ιουλιανός θεωρητικολογούσε και αμπελοφιλοσοφούσε με μεγάλη ευκολία ώς την ώρα του θανάτου του: άρα είχε τις απαραίτητες δυνάμεις για να σκεφτεί, και μπορούσε να εκλέξει έναν εκ των συνεργατών του για διάδοχο. Η μη υπόδειξη διαδόχου, λοιπόν, δεν ήταν ζήτημα αδυναμίας ή μετριοπάθειας του Ιουλιανού. Η αλήθεια είναι ότι ο Ιουλιανός, που τόσο φανατικά πίστευε ότι οι θεοί τον οδηγούσαν να επανορθώσει την αρχαία λατρεία και να καταστρέψει το Χριστιανισμό, δεν υπέδειξε διάδοχο διότι απλώς εκείνη τη στιγμή δεν πίστευε πια στην αλήθεια της υπεροχής του Παγανισμού και των αρχαίων θεών. Οι θεοί του τον είχαν εξαπατήσει˙ δεν τον οδήγησαν στη νίκη, δεν τον προστάτεψαν, αλλά τον άφησαν κι αυτόν και την προσπάθειά του να χαθεί. Ο,τι πίστεψε ο Ιουλιανός, πλέον ήταν φανερό ότι αποτύγχανε. Τι νόημα είχαν πλέον όλα; Γι’ αυτό προτιμούσε να συζητά για την ψυχή του «που σε λίγο θα ενωθεί με τα άστρα». Η άρνηση-αδιαφορία του Ιουλιανού να υποδείξει διάδοχο (ούτε καν «τον καλύτερο» δεν υπέδειξε στους στρατηγούς του, έστω από ενδιαφέρον για την επιβίωση της Αυτοκρατορίας και του στρατού του) αποτελεί την σιωπηρή ομολογία της ήττας του και της νίκης του Χριστιανισμού˙ το αν φώναξε «νενίκηκας Γαλιλαῖε», όπως λέει ο Θεοδώρητος Κύρρου, ή όχι, ελάχιστη σημασία έχει. Ο Ιουλιανός, βουβός, αρνούμενος να ορίσει διάδοχο, πεθαίνοντας παραδεχόταν ότι οι θεοί, ο Παγανισμός, ήταν ένα νικημένο ψεύδος.
Ίσως ο καλύτερος χαρακτηρισμός για τον Ιουλιανό τον Αποστάτη να ήταν αυτός του Μεγάλου Αθανασίου, όταν αυτός έφευγε για την εξορία, μετά το διάταγμα του Ιουλιανού. «Ένα νεφύδριο είναι», είπε στους πιστούς. Ένα συννεφάκι, που γρήγορα θα περάσει, κι ύστερα ξανά γαλανός ο ουρανός. Μια μετριότητα εξιδανικευμένη για ιδεολογικούς λόγους. Πολύ κακό για το τίποτα.

Η' ΜΕΡΟΣ

ΔΙΩΞΕΙΣ IV


18. "Οι χριστιανοί κατέσφαξαν την φιλόσοφο Υπατία, όπως το περιγράφει ένας χριστιανός, ο Σωκράτης, με υπαιτιότητα του ...«Αγίου» Κυρίλλου, επισκόπου Αλεξάνδρειας".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Πέντε πηγές είναι βασικές.
α') Ο ιστοριογράφος της εποχής Σωκράτης (Εκκλησιαστική Ιστορία) έχει αυτή την εκδοχή:
7, 13 «Ο λαός της Αλεξάνδρειας ευχαριστείται με την αναταραχή περισσότερο από ό,τι οποιοσδήποτε άλλος λαός: και εάν σε οποιαδήποτε στιγμή βρει μια πρόφαση, ξεσπά στις πιο ανυπόφορες υπερβολές. Διότι δεν παύει ποτέ από την αναταραχή του χωρίς αιματοχυσία».
7, 15 «Ακόμη και αυτή έπεσε θύμα της πολιτικής αντιζηλίας, που εκείνη την περίοδο επικρατούσε. Διότι, δεδομένου ότι συναντούσε συχνά τον Ορέστη, αναφέρθηκε συκοφαντικά μεταξύ του Χριστιανικού λαού, ότι αυτή ήταν που απέτρεπε τον Ορέστη από τη συμφιλίωση με τον επίσκοπο [Κύριλλο]. Μερικοί από αυτούς, επομένως, έσπευσαν με άγριο και φανατικό ζήλο, του οποίου υποκινητής ήταν ένας αναγνώστης ονόματι Πέτρος, της έστησαν καρτέρι, όταν επέστρεφε σπίτι της, και σύροντάς την από την άμαξά της, την πήγαν στην εκκλησία που λέγεται Καισάρειο, όπου την έγδυσαν εντελώς και τη δολοφόνησαν έπειτα με όστρακα».
5, 22 «Στην ίδια πόλη της Αλεξάνδρειας, οι αναγνώστες και οι ψάλτες επιλέγονται αδιάφορα από τους κατηχούμενους και τους πιστούς. Ενώ σε άλλες εκκλησίες, ο πιστός μόνον προάγεται σε αυτά τα αξιώματα».
β') Ο Μαλάλας (6ος αι.) γράφει (Χρονογραφία): «Τον καιρό εκείνο [επί βασιλείας Θεοδόσιου Β'] οι Αλεξανδρινοί, αφού αφέθηκαν εντελώς ελεύθεροι, συνέλαβαν και έκαψαν σε πυρά την φιλόσοφο Υπατία, που είχε μεγάλη φήμη και ήταν μεγάλης ηλικίας» («Κατ' ἐκεῖνον δὲ τὸν καιρὸν παρρηςίαν λαβόντες οἱ Ἀλεξανδρεῖς φρυγάνοις ἔκαυσαν Ὑπατίαν τὴν περιβόητον φιλόσοφον»).
γ') Ο παγανιστής Δαμάσκιος (6ος αι.) αναφέρει για την Υπατία τα εξής, στο έργο του Ισιδώρου βίος, που αποσπάσματά του σώζονται στο Λεξικό του Σουίδα ως εξής: «Καθώς ο Κύριλλος, επίσκοπος της αντίπαλης παράταξης, περνούσε από το σπίτι της Υπατίας συνάντησε ένα μεγάλο πλήθος στην πόρτα της, έναν κυκεώνα αλόγων και ανθρώπων. Ορισμένοι έρχονταν και ορισμένοι έφευγαν, ενώ άλλοι παρέμεναν εκεί. Ρώτησε ποιος ήταν ο σκοπός της συγκέντρωσης και γιατί γινόταν η φασαρία. Οι ακόλουθοί του απάντησαν ότι ήταν η κατοικία της φιλοσόφου Υπατίας και ότι το πλήθος είχε συγκεντρωθεί για να τη χαιρετίσει. Η πληροφορία τον πλήγωσε τόσο πολύ ώστε οργάνωσε εναντίον της μια δολοφονική επίθεση του χειρότερου είδους. Όταν η Υπατία βγήκε από το σπίτι της, μερικοί βάρβαροι που δεν φοβόντουσαν ούτε τη θεία δίκη ούτε την ανθρώπινη τιμωρία, όρμησαν ξαφνικά πάνω της και τη σκότωσαν, φέρνοντας στη χώρα τους απέραντο όνειδος και το κρίμα του αίματος ενός αθώου. Πραγματικά, η αυτοκρατορία τραυματίστηκε βαρύτατα από αυτό το γεγονός και οι δολοφόνοι θα είχαν ασφαλώς τιμωρηθεί αν ο Αιδέσιος δεν εξαγόραζε τους φίλους του αυτοκράτορα. Ο τελευταίος δεν επέβαλε ποινές (...)».
δ') Στο λήμμα Υπατία του Λεξικού του Σουίδα επίσης, που προέρχεται από τον Ονοματολόγο του Ησύχιου (6ος αι.), σε άλλη παράγραφο, αναφέρεται ως αιτία του φόνου της τα εξής: «αυτό το έπαθε λόγω του φθόνου για την υπερβολική σοφία της και μάλιστα για τα σχετικά με την αστρολογία˙ άλλοι αποδίδουν τον φόνο στον Κύριλο κι άλλοι στο έμφυτο των Αλεξανδρινών για την οχλαγωγία και την απερισκεψία».
ε') Στο Χρονικό, 84 του Ιωάννη Νικίου (7ος αι.) δίνεται μια ακόμη περιγραφή του θανάτου της: «Και μετά ένα πλήθος πιστών υπό την καθοδήγηση του Πέτρου του μάγιστου – αυτός ήταν τέλειος πιστός από κάθε άποψη στον Ιησού Χριστό – άρχισαν να ψάχνουν την ειδωλολάτρισσα (...). Και όταν έμαθαν το μέρος όπου ήταν, προχώρησαν προς αυτήν και την είδαν να κάθεται σε μια υπερυψωμένη καρέκλα. Αφού την κατέβασαν, την τράβηκαν μέχρι την μεγάλη εκκλησία που λέγεται Καισάρειον. Αυτό ήταν σε μέρες εορτής. Και της έσκισαν τα ρούχα και την έσυραν στους δρόμους ώσπου πέθανε».
στ') «Ο Δαμάσκιος αναφέρει περιληπτικά αλλά κατηγορηματικά ότι ολόκληρη η πόλη την αγαπούσε και την εκτιμούσε. Είχε επίσης δεχθεί σωρία δημοτικών διακρίσεων (βλ. Dam. frag. 102, σελ. 79.13-14 Zintzen). Ο Κύριλλος δεν μπορούσε ούτε να ονειρευτεί μια τέτοια αφοσίωση» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 169).
ζ') «Δεν υπάρχουν λόγοι για τους οποίους θα μπορούσαν να θεωρήσουν την Υπατία σύμμαχό τους οι ειδωλολατρικές ομάδες της πόλης˙ θυμόνταν την έλλειψη του ενδιαφέροντός της στην παραδοσιακή πίστη κατά τη διάρκεια των πρόσφατων αγώνων τους για τη διατήρηση της ελληνικής θρησκείας» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 170).
η') «Το γεγονός ότι οι σύμμαχοι του Ορέστη και της Υπατίας ήταν κατά βάσιν χριστιανοί περιέπλεξε την κατάσταση για τον Κύριλλο και τους κληρικούς του. Άλλωστε ο ίδιος ο Ορέστης ήταν χριστιανός και εκπρόσωπος ενός χριστιανικούς κράτους, υποστηριζόταν από μέλη της χριστιανικής διανόησης της πόλης καθώς και από ένα τμήμα του χριστιανικού πληθυσμού που τον είχε υπερασπιστεί στην επίθεση των μοναχών» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 167-168).
θ') «Οι άνθρωποι του Κυρίλλου βρήκαν έναν τρόπο να απομακρύνουν την Υπατία από τον απλό κόσμο: ο Ιωάννης Νικίου αναφέρει ότι την παρουσίαζαν σαν μάγισσα και την κατηγορούσαν για το χειρότερο είδος μαγείας, τη λεγόμενη μαύρη μαγεία (..). Οι φήμες για την άσκηση μαύρης μαγείας προκάλεσαν απέραντο φόβο μεταξύ των απλών ανθρώπων, οι οποίοι συνεπώς ήταν έτοιμοι να αναλάβουν βίαιη και ανελέητη δράση εναντίον των μάγων (...).Οι εκκλησιαστικοί προπαγανδιστές κατάφεραν με αυτόν τον τρόπο να συνδέσουν μια ιστορία μαγείας με πληροφορίες για τις μαθηματικές και αστρονομικές έρευνες της Υπατίας, τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά ενδιαφέροντά της, και τις διαδόσεις που κυκλοφορούσαν γι’ αυτήν στην πόλη. Για να επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες σχετικά με τις απαγορευμένες πρακτικές της Υπατίας, ήταν αρκετή η αναφορά στην απασχόληση του πατέρα της με την αστρολογία και τη μαγεία, τα γραπτά του για την ερμηνεία των ονείρων και τις επισκέψεις των Αλεξανδρινών αστρολόγων στο σπίτι του (...). ”Το πρώτο της θύμα ήταν ο κυβερνήτης της πόλης, ο Ορέστης”. Σαν αποτέλεσμα των μαγικών της επικλήσεων, σταμάτησε να πηγαίνει στην εκκλησία και άρχισε μια δραστήρια προσπάθεια «αθεοποίησης» των χριστιανών πιστών» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 171).
ι') «Όπως σωστά υποστηρίζει ο Ρουζέ και ορισμένοι άλλοι, ο Κύριλλος δεν μπορεί να θεωρηθεί νομικά υπεύθυνος για τον σχεδιασμό του εγκλήματος. Από το άλλο μέρος, η συμβολή του σε αυτό υπήρξε μεγάλη, ακόμα κι αν δεχτούμε ότι ο φόνος σχεδιάστηκε και πραγματοποιήθηκε από τους παραβολάνους εν αγνοία του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν ο βασικός υποκινητής της εκστρατείας εναντίον της Υπατίας, υποδαυλίζοντας την προκατάληψη και την εχθρότητα εναντίον της φιλοσόφου και προκαλώντας φόβους για τις συνέπειες των υποτιθέμενων μαγικών ενεργειών της επί του επάρχου» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 182).
ια') «Τα αίτια του φόνου της Υπατίας ήταν περισσότερο πολιτικά παρά θρησκευτικά. Η Υπατία αντίθετα με άλλους παγανιστές συναδέλφους της, δεν ήταν αφοσιωμένη παγανίστρια: δεν καλλιεργούσε την νεοπλατωνική μαγεία, δεν πήγαινε στα παγανιστικά ιερά, δεν αντιδρούσε στην μετατροπή τους σε χριστιανικές εκκλησίες, δεν συμπαραστάθηκε λόγω ή έργω στους αμυνόμενους μέσα στο Σαράπειο Παγανιστές και είχε πολλούς χριστιανούς ως μαθητές. Δύο από αυτούς έγιναν επίσκοποι. Ο Κύριλλος την έβλεπε ως έναν ισχυρό υποστηρικτή του έπαρχου Ορέστη (Ο Ορέστης ήταν Χριστιανός μεν, αλλά δεν του άρεσε η ανάμειξη του Κύριλλου στα πολιτικά ζητήματα· μάλιστα προστάτεψε τους Εβραίους Αλεξανδρινούς όταν ο Κύριλλος τους επιτέθηκε), στη διαμάχη Πολιτείας και εκκλησίας της Αλεξάνδρειας. Ο Ορέστης συνδεόταν φιλικά με την Υπατία. Μετά τη δολοφονία της Υπατίας χάθηκε ένας ισχυρός υποστηρικτής του Ορέστη. Ο φόνος της Υπατίας, ο οποίος διεπράχθη από άτομα στην υπηρεσία του Κυρίλλου, δεν έχει καμμία σχέση με την αντιπαγανιστική πολιτική που ακολούθησε ο Κύριλλος αρκετά χρόνια μετά το θάνατό της· αυτή άρχισε μετά το 420» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 194). «Η Υπατία δεν δολοφονήθηκε εξαιτίας κάποιου παγανιστικού αγώνα. Το γεγονός ότι ήταν Εθνική απλώς την έκανε πιο ευάλωτη σε μια σύγκρουση που στην πραγματικότητα είχε να κάνει με την πολιτική ζωή της Αλεξάνδρειας» (Pierre Chuvin, Οι τελευταίοι Εθνικοί, εκδ. Θύραθεν, σ. 112). Καταλαβαίνει κανείς πολύ καλά, τι φθηνή (σε εύπιστους ή ημιμαθείς) προπαγάνδα κάνουν οι Νεοπαγανιστές όταν αποκαλούν την Υπατία «μάρτυρα του Εθνισμού» (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, τ. 3, σ. 156) και (πάλι ο κ. Ρασσιάς) «ιερομάρτυρα»(!!).
ιβ') «Μετά την εγκληματική ενέργεια, ο Ορέστης πρέπει να ανακλήθηκε ή να υπέβαλε την παραίτησή του. Όπως και νάχει, δεν ξανακούστηκε τίποτα γι’ αυτόν. Υπάρχουν λόγοι να υποθέσουμε ότι ένοιωσε αηδία για την πόλη και φοβήθηκε ότι θα είχε κι αυτός την τύχη της Υπατίας» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 176).
ιγ') «Οι μόνοι που προσπάθησαν να στρέψουν τον αυτοκράτορα εναντίον του πατριάρχη ήταν οι δημοτικοί σύμβουλοι της Αλεξάνδρειας. Ο Κύριλλος παρουσίασε το θέμα σαν πάλι εναντίον του παγανισμού, όπως τουλάχιστον ισχυρίστηκε η επίσημη εκκλησιαστική προπαγάνδα. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αυτό ακριβώς έκανε μπροστά στις ανώτατες αρχές, βασιζόμενοι στα γραπτά του Ιωάννη Νικίου ο οποίος στο τέλος της περιγραφής του αναφέρει ότι μετά το θάνατο της Υπατίας “όλοι υποτάχθηκαν στον πατριάρχη Κύριλλο, τον οποίο αποκαλούσαν «νέο Θεόφιλο» επειδή κατέστρεψε τα τελευταία απομεινάρια της ειδωλολατρίας στην πόλη”» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 177).
ιδ') «Μετά από επανειλημμένες αιτήσεις στην αυλή της Κωνσταντινούπολης, το δημοτικό συμβούλιο της Αλεξάνδρειας έλαβε ορισμένα μέτρα για την τιμωρία του Κυρίλλου. Στις 5 Οκτωβρίου 416 ο πραιτωριανός έπαρχος Μονάξιος, διάδοχος του Αυρηλιανού, εξέδωσε διάταγμα το οποίο αφαιρούσε από τον Κύριλλο την εξουσία του επί των ονομαζόμενων «παραβολάνων» (βλ. Θεοδοσιανό Κώδικα 16.2, 42). Το αυτοκρατορικό διάταγμα του 416 απαγόρευσε στους παραβολάνους να εμφανίζονται σε δημόσιους χώρους ή να εισέρχονται στα κτίρια των δημοτικών συμβουλίων και δικαστηρίων˙ ο αριθμός τους μειώθηκε από 800 σε 500 και η στρατολογία νέων μελών ανατέθηκε στον έπαρχο» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος σ. 179).
ιε') Αντίθετα από ό,τι υποστηρίζουν οι Νεο-Δωδεκαθεϊστές, ο θάνατος της Υπατίας δεν επέφερε την παρακμή της αλεξανδρινής επιστήμης και φιλοσοφίας, η διδασκαλία των Αριστοτέλη και Πλάτωνα γνώρισε άνθιση στον 5ο και 6ο αιώνα, όπως και τα μαθηματικά κι η αστρονομία, ώς την αραβική εισβολή. Παγανιστές φιλόσοφοι της Αλεξάνδρειας από την εποχή της Υπατίας ώς την αραβική εισβολή: Αμμώνιος, Δαμάσκιος, Σιμπλίκιος, Ιωάννης Φιλόπονος, Σαραπίων, Ωραπόλλων ο Νεότερος, Αραίσκος, Ασκληπιός, Ωραπόλλωνας ο Πρεσβύτερος, Ασκληπιάδης, Ασκληπιόδοτος κ.ά. (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 194-195).

Συμπεράσματα:
1) Η ηθική αυτουργία του Κυρίλλου δεν μπορεί να αποδειχθεί, χωρίς, από την άλλη, να είμαστε εκατό τοις εκατό σίγουροι για την μη-ανάμιξή του. Διότι, από τη μια δεν έχουμε μαρτυρίες από συγχρόνους του, ότι συνήργησε ή ότι προκάλεσε ή ότι ήθελε τη δολοφονία της˙ αλλά από την άλλη δεν μπορούμε να ξέρουμε τι έγινε στα παρασκήνια. Ότι ο αναγνώστης Πέτρος και οι παραβολάνοι ήταν στην υπηρεσία του Κύριλλου δεν συνεπάγεται απαραίτητα πως ενήργησαν έπειτα από εντολές ή έμμεσες παραινέσεις του προς αυτούς, διότι είναι γνωστό πως το σώμα των παραβολάνων αποτελείτο από θερμόαιμους άνδρες, έτοιμους δηλαδή να οδηγηθούν στη σύγκρουση και σε ακραίες πράξεις. Δεν είναι απαραίτητο, λοιπόν, ότι ο Κύριλλος τους έβαλε τη σκέψη να βγει από τη μέση η Υπατία: από την ίδια τους την παρορμητικότητα πολύ εύκολα θα οδηγούνταν μόνοι τους στην σκέψη να τη δολοφονήσουν. Από την άλλη πλευρά βέβαια, δεν μπορούμε να είμαστε εντελώς βέβαιοι για τον ρόλο του Κυρίλλου, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ξέρουμε τι οδηγίες έδωσε (ή δεν έδωσε) ή τί σκέψεις είχε για την τελική επίλυση του προβλήματος.
2) Οι ιστοριογράφοι διχάζονται ως προς τα αίτια. Άλλοι μιλούν για πολιτικά αίτια, άλλοι για προσωπική διαμάχη, άλλοι για τον χαρακτήρα των Αλεξανδρινών, άλλοι στις συκοφαντίες του Κύριλλου περί μαγείας-αστρολογίας.
3) Ο Σωκράτης που ήταν σύγχρονος τής Υπατίας δεν τον κατηγορεί ως σχεδιαστή του φόνου. Μπορεί αυτό να οφείλεται στο φόβο του μην τον βλάψουν οι άνθρωποι του Κυρίλλου, αν μιλούσε, αλλά μπορεί και απλώς να οφείλεται στο ότι δεν υπήρξαν αποδεικτικά στοιχεία υπέρ της ενοχής του Κυρίλλου. Όταν αποκαλεί «ντροπή για τον Κύριλλο και την Αλεξανδρινή Εκκλησία» όλα αυτά, δεν είναι αυτονόητο ότι υποννοεί πως ο Κύριλλος θέλησε ή αποδέχθηκε ή σχεδίασε το φόνο˙ μπορεί να υποννοεί ότι η όλη κατάσταση είναι κάθε άλλο παρά χριστιανική, διότι ο Κύριλλος θα έπρεπε, σύμφωνα με το Σωκράτη, να τιμωρήσει τους υπευθύνους.
4) Οι άλλοι τέσσερεις, μεταγενέστεροι, ιστοριοριογράφοι είτε δεν γνωρίζουν (Ησύχιος) τα αίτια είτε γενικόλογα μιλάνε ότι οι Αλεξανδρινοί αφέθηκαν ελεύθεροι να κάνουν ό,τι θέλουν – αυτό δε σημαίνει ό,τι ο Κύριλλος τους άφησε να κάνουν ό,τι θέλουν˙ ή πάλι, εάν αυτός τους άφησε ελεύθερους να κάνουν ό,τι θέλουν, δεν συνεπάγεται ότι γνώριζε τί θα κάνουν˙ μπορεί απλά να τους είπε «κάντε ό,τι θέλετε», δίχως να γνώριζε τί θα έκαναν – είτε τον κατηγορούν ευθέως ως σχεδιαστή του φόνου (ο παγανιστής Δαμάσκιος). Ο Ιωάννης Νικίου είναι ο μόνος που χαίρεται, αλλά δεν αποδίδει ευθύνη στον Κύριλλο, τουλάχιστον άμεση. Έχουμε, δηλαδή, τρεις διαφορετικές απόψεις. Επομένως, δεν υπήρξε πλήρης διαλεύκανση.
5) Είναι ωστόσο βέβαιο, ότι ο Κύριλλος είτε επειδή είχε τάσεις φθόνου για την δόξα της Υπατίας (βλ. παρ. δ΄) είτε επειδή έβλεπε την Υπατία ως κύριο σύμμαχο του έπαρχου Ορέστη στον αγώνα για πολιτική επικράτηση (βλ. παρ. α’), διέδοσε ή δέχθηκε ή ανέχθηκε να διαδοθούν από τους βοηθούς του εναντίον της αναληθείς και αναίσχυντες φήμες περί μαύρης μαγείας (βλ. παρ. ε’, θ’).
6) Αλλά πάλι, ούτε τώρα μπορεί να αποδειχθεί ότι ο Κύριλλος διέδοσε αυτά τα πράγματα – εφόσον υποτεθεί ότι αυτός τα διέδοσε – με σκοπό να δολοφονηθεί η Υπατία. Πιθανότερο είναι ότι, άν τα διέδοσε, το έκανε με σκοπό να «αμαυρωθεί η φήμη» της Υπατίας και να πάψει αυτή να επηρεάζει τον κόσμο υπέρ του Ορέστη δια μέσου της φήμης της. Όχι για να την σκοτώσουν. Του αρκούσε να αμαυρωθεί η φήμη της. Κι έτσι πετύχαινε το στόχο του. Δηλαδή, σ’ αυτήν την περίπτωση δεν ήξερε για το σχέδιο δολοφονίας της.
7) Ο παγανιστής Δαμάσκιος δεν θεωρεί ως αιτία της δολοφονίας την θρησκεία τής Υπατίας, αλλά το φθόνο του Κυρίλλου (βλ. παρ. ε’). Είναι ατεκμηρίωτο λοιπόν, οι Νεοπαγανιστές να παρουσιάζουν την Υπατία ως μάρτυρα του Εθνισμού, δηλαδή να θεωρούν ότι η Υπατία δολοφονήθηκε απλώς επειδή ήταν Παγανίστρια. Την καπηλεύονται.
8) Η Υπατία άλλωστε δεν καλλιεργούσε την παγανιστική θεουργία, δεν πήγαινε στα ιερά, είχε χριστιανούς μαθητές, δεν ήταν αντιχριστιανή, δεν αντέδρασε στην καταστροφή του Σεράπειου, και οι Παγανιστές της Αλεξάνδρειας που τα θυμόντουσαν όλα αυτά, ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν για την μοίρα της, όπως κι αυτή δεν συμμετείχε στους αγώνες τους (βλ. παρ. ζ’, ια’).
9) Το πιθανότερο αίτιο είναι μάλλον η πολιτική συμμαχία Υπατίας και Ορέστη. Αυτή έφερνε σε δύσκολη θέση τον Κύριλλο, διότι ο Ορέστης ήταν χριστιανός και γι’ αυτό δεν μπορούσε ο Κύριλλος να διαδίδει ότι ο Παγανισμός επιτίθεται στον Χριστιανισμό. Τα ίδια ισχύουν και για τους «Έλληνες Εθνικούς», που δεν έχουν καμμία βάση, όταν ισχυρίζονται ότι η όλη διαμάχη ήταν μεταξύ Παγανισμού και Χριστιανισμού: η διαμάχη ήταν μεταξύ πολιτικής χριστιανικής εξουσίας από την μία, και εκκλησιαστικής χριστιανικής εξουσίας από την άλλη. Η Υπατία είχε την ατυχία να είναι το θύμα της διαμάχης αυτής˙ η παγανιστική της θρησκεία αναμφίβολα την έκανε ευάλωτη στις επιθέσεις του Κυρίλλου. Αλλά η ίδια ήταν σύμμαχος του χριστιανού Ορέστη. Δεν τίθεται λοιπόν θέμα θρησκευτικής αντιπαράθεσης.
10) Η «μαγεία» και η παγανιστική θρησκεία, λοιπόν, χρησιμοποιήθηκαν ως πρόσχημα, ως αφορμή. Δεν ήταν η αιτία του φόνου της.
11) Ακόμη λοιπόν κι αν δεχθούμε ότι ο Κύριλλος, όχι μόνο συκοφαντούσε την Υπατία, αλλά και ότι πρότεινε ή αποδέχθηκε ή οργάνωσε τη δολοφονία της, οι λόγοι ήταν καθαρώς προσωπικοί και πολιτικοί και ουδόλως έχουν να κάνουν με την αντιπαράθεση Χριστιανισμού-Παγανισμού. Η Υπατία, άλλωστε έζησε υποδειγματική ηθική ζωή, σύμφωνα με τα πιο σκληροπυρηνικά χριστιανικά πρότυπα˙ έμεινε παρθένα σε όλη της τη ζωή (Δαμάσκιου, Βίος Ισιδώρου). Πιθανότατα, αν η Υπατία δεν ήταν Παγανίστρια, αλλα Χριστιανή και είχε φονευτεί, οι Νεοπαγανιστές θα την ειρωνεύονταν και αυτήν για την παρθενικότητά της.
12) Δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι η συγκάλυψη των ενόχων αποδεικνύει την ηθική ενοχή του Κυρίλλου, διότι μπορεί απλώς ο Κύριλλος να μην ήθελε να καταδικαστούν άνδρες της ασφάλειάς του. Όχι να φοβόταν μήπως αποκαλυφθεί η δική του ενοχή. Αυτό συμβαίνει και στις καθημερινές διαπροσωπικές σχέσεις: συνήθως κάποιος καλύπτει και υπερασπίζεται τους φίλους του, τους δικούς του ανθρώπους, παίρνει το μέρος τους, ακόμη κι όταν αυτοί παρεκτραπούν.
13) Όταν ο Ιω. Νικίου γράφει ότι «όλοι υποτάχθηκαν στον Κύριλλο» εννοεί ότι η πολιτική εξουσία της Αλεξάνδρειας έπαψε να αντιδρά στις αυθαιρεσίες του˙ με το «όλοι» εννοεί την πολιτική εξουσία. Κι όταν γράφει, πάλι ο Νικίου, ότι τον αποκαλούσαν «Νέο Θεόφιλο», επειδή «κατέστρεψε τα απομεινάρια της ειδωλολατρίας στην πόλη», απλώς τον κολακεύουν και τον δοξάζουν, που κατάφερε και επιβλήθηκε στην πολιτική εξουσία. Άλλωστε ο Θεόφιλος ήταν συγγενής (θείος) του Κυρίλλου και είχε καταστρέφει το Σαράπειο. Ο Ιω. Νικίου είναι τόσο φανατισμένος κατά της Υπατίας, ώστε αν ήξερε ότι ο Κύριλλος είχε παρασκηνιακά δώσει εντολή να την δολοφονήσουν, θα το έλεγε ξεκάθαρα και μάλιστα με μεγάλη χαρά ή, έστω, πιο κομψά κι εμμέσως, ότι «ο αναγνώστης Πέτρος εκτελούσε διαταγές ανωτέρου του» ή ότι ήταν «έμπιστος του Κυρίλλου».
14) Ο φόνος της Υπατίας δεν είχε επίπτωση στην (παγανιστική και μη) φιλοσοφική παιδεία στην Αλεξάνδρεια˙ αυτή συνεχίστηκε ώς την αραβική κατάκτηση.
15) Πάντως, για την ιστορία ο χριστιανός ιστορικός της εποχής Σωκράτης, αφού περιγράψει τα γεγονότα, προσθέτει, δίνοντας τη γνώμη των άλλων Χριστιανών: «Το γεγονός αυτό αποτελεί ντροπή και για τον Κύριλλο και για την εκκλησία της Αλεξάνδρειας. Τελείως ξένα πράγματα για όσους πιστεύουν στα λόγια του Χριστού είναι οι φόνοι οι μάχες και τα παρόμοια» (7, 15). Όταν ο Σωκράτης αποκαλεί το γεγονός «ντροπή για τον Κύριλλο» δεν υπάρχει λόγος να δεχτούμε απαραίτητα πως εννοεί ότι η ντροπή έγκειται στο ότι αυτός ήταν ο ηθικός αυτουργός και ο σχεδιαστής του εγκλήματος. Μπορεί να εννοεί ότι η «ντροπή» έγκειται στο γεγονός ότι δεν προσπάθησε να τιμωρήσει τους δράστες. Όταν επίσης αποκαλεί το γεγονός «ντροπή» για την Εκκλησία της Αλεξάνδρειας (πρέπει να έχουμε υπόψη ότι «εκκλησία» σημαίνει το σύνολο των πιστών κι όχι την διοίκηση της Εκκλησίας μόνο) απλώς έχει κατά νου τον όχλο που δολοφόνησε την Υπατία˙ όχι τον (υποτιθέμενο υπαίτιο) Κύριλλο. Η δήλωση αυτή του Σωκράτη δεν αποτελεί απαραίτητα έμμεση κατηγορία πως ο Κύριλλος ήταν ο ηθικός αυτουργός του φόνου.
16) Γενικότερα, δεν μπορούμε να στηριζόμαστε τόσο εύκολα σε ιστοριογράφους που γράφουν 200 χρόνια (Ιωάννης Νικίου) ή 150 χρόνια (ο εξ Αντιοχείας Μαλάλας) μετά τα γεγονότα, τη στιγμή που έχουμε τη μαρτυρία του Σωκράτη ο οποίος έζησε την εποχή εκείνη και γνώριζε από πρώτο χέρι τα γεγονότα και την κατάσταση στην Αλεξάνδρεια.
Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, ότι τα γραφόμενα του κ. Ρασσιά, «Λίγο πριν το Πάσχα του 415, ο φανατικός αυτός ανθέλληνας, μετά από ένα γεμάτο λύσσα κήρυγμα κατά της γυναικείας φύσεως, κατά των Ελλήνων και κατά της Υπατίας ειδικότερα –η οποία είχε διαπράξει το τρομερό.. έγκλημα του να διδάσκει άνδρες και μάλιστα, μαθηματικά, τα οποία για τους εβραιοχριστιανούς ήσαν η επιστήμη των.. μάγων (!) – κατόρθωσε να εξαπολύσει το μανιασμένο εκκλησίασμα σε αναζήτηση αυτού του "αντιχριστιανικού τέρατος". Ο όχλος, καθοδηγούμενος από κάποιον διάκονο Πέτρο, βρήκε την ατυχή φιλόσοφο μοναχή της στον δρόμο με έναν μόνο –κατά τραγική ειρωνία της τύχης χριστιανό- μαθητή της.(...), ενώ ο Κύριλλος θα αγιοποιηθεί και αυτός (!) από της Εκκλησία για τα "κατορθώματά του" (...)» (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ της των Ελλήνων νόσου, εκδ. Ανοιχτή Πόλη, σ. 59) είναι, απλώς, ψέμματα. Αυτή την χολυγουντιανή εκδοχή, όπου ο κακός Κύριλλος, μετά από ένα κήρυγμα μίσους, εξαπολύει το εκκλησίασμα στο.. κυνήγι της Υπατίας, αλήθεια, πού την βρήκε ο κ. Ρασσιάς; Γιατί οι πηγές που υπάρχουν, μόνο κάτι τέτοιες μυθοπλασίες δεν δικαιολογούν. Λέει καμμιά πηγή ότι την ημέρα της δολοφονίας ο Κύριλλος έκανε κήρυγμα κατά Ελλήνων, κατά της γυναικείας φύσης και ειδικότερα κατά της Υπατίας εντός της εκκλησίας; Λέει καμμιά πηγή ότι ο Κύριλλος είπε την ημέρα του φόνου στο εκκλησίασμα «πάτε, βρείτε (και σφάξτε) την Υπατία»; Και βέβαια, είναι χαρακτηριστικό των «Ελλήνων Εθνικών», να ισχυρίζονται πως η Εκκλησία.. ανταμοίβει διαφόρους για τις υπηρεσίες τους προς αυτήν. Ο Κύριλλος έχει σπουδαίο θεολογικό έργο και γι’ αυτό αγιοποιήθηκε. Μπορεί ο κ. Ρασσιάς να φέρει ως απόδειξη των ισχυρισμών του την απόφαση της αγιοποιήσεως – ή κάποιο αντίστοιχο συνοδικό κείμενο – η οποία να λέει ρητά, ότι ο Κύριλλος αγιοποιήθηκε, επειδή (μεταξύ άλλων) «διέταξε να εξοντωθεί η Υπατία»; Τέλος, φυσικά και δεν περιμέναμε να γνωρίζουν οι «Έλληνες Εθνικοί» για τη διάκριση που έκαναν.. οι «εβραιοχριστιανοί» (!) μεταξύ «γεωμετρικής τέχνης», δηλ. μαθηματικών και «μαθηματικής τέχνης», δηλαδή απόκρυφης, μαγικής αριθμητικής. Βέβαια ο κ. Ρασσιάς έβαλε νερό στο κρασί (ή στη χολή) του: «Για την άμεση ηθική αυτουργία ή όχι του Κυρίλλου στο τρομερό αυτό έγκλημα έχει βεβαίως γίνει συζήτηση μεγάλη, με διάφορα επιχειρήματα από τις δύο πλευρές, που δεν είναι του παρόντος να αναπτυχθούν, ώστε το ζήτημα να μένει (όπως και σε άλλες περιπτώσεις) εισαεί μετέωρο προ όφελος των απατεώνων και των εγκληματιών» (Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Β’, σ. 54), δίχως βέβαια να... αποφύγει να βρίσει όσους διαφωνούν μαζί του. «Εισαεί μετέωρο», πα να πει (αν συνυπολογίσουμε ότι η Υπατία αποδεδειγμένα δεν ήταν "μάρτυρας του Εθνισμού") «ουδέν εποιήσατε».
Και κάτι τελευταίο για το θλιβερό αυτό γεγονός: «έχουμε εξακριβώσει ότι η φιλόσοφος γεννήθηκε γύρω στο 335 μ.Χ. και όχι γύρω στο 370. Όταν πέθανε το 415 είχε αρκετά προχωρημένη ηλικία – ήταν περίπου 60 χρονώ . Ετσι φαίνεται ότι δεν υπάρχει λογική βάση για την εικόνα της Υπατίας, την ώρα του φρικτού θανάτου της, σαν μιας νέας κοπέλλας με κορμί αντάξιο της Αφροδίτης, που θα μπορούσε να κεντρίσει το σαδισμό και τον πόθο των δολοφόνων της» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 189). Αυτό το τελευταίο αναφέρθηκε ως απάντηση σ' εκείνους, οι οποίοι, προφανώς κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια, πιστεύουν ότι οι δολοφόνοι της την έσφαξαν... λόγω σεξουαλικής πείνας.

19. "Ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουστινιανός-Γιουτπράνδα έκλεισε την Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών το 529, ρίχνοντας στο σκοτάδι την ανθρωπότητα, και οδηγώντας την στην αμάθεια του Μεσαίωνα".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Καταρχήν, να αναφέρουμε κάτι σχετικό με την δήθεν σλαβική ονομασία και καταγωγή του Ιουστινιανού, την οποία συνεχώς, με μεγάλη χαρά διαφημίζουν και διαδίδουν οι Νεοπαγανιστές «ερευνητές»:
Φλάβιος Πέτρος Σαββάτιος ονομαζόταν ο Ιουστινιανός προτού λάβει το όνομα «Ιουστινιανός», κι όχι «Γιουτπράνδα». Το δήθεν όνομα του Ιουστινιανού «Γιουτπράνδα» και η εξ αυτού φερόμενη σλαβική καταγωγή στηριζόταν σε βίο του Ιουστινιανού γραφέντα από κάποιον Θεόφιλο που δήθεν υπήρξε διδάσκαλος του αυτοκράτορα. Αλλά ο Άγγλος Bryce στο The life of Justinian by Theophilus στο English Historical Review του 1887, σ. 657, απέδειξε ότι ο βίος αυτός είναι κατασκεύασμα Δαλματού ιερέα του 17ου αιώνα, του Ιωάννη Μάρναβιτς. Τα ίδια λεν και ο Bury στο A history of the later Roman empire, Λονδίνο 1889 τ. Α’ σ. 334, καθώς και ο Diehl στο Justinien, Παρίσι 1901.
Οι Ν/Π, επειδή ο Παπαρηγόπουλος – που έγραψε την ιστορία του προτού οι παραπάνω ξένοι ιστορικοί ανακαλύψουν την απάτη – τον αναφέρει ως Σλάβο Γιουτπράνδα, συνεχώς φέρνουν τον Παπαρηγόπουλο ως «απόδειξη». Προφανώς το πιο σύγχρονο βιβλίο ιστορίας που διάβασαν οι Νεοπαγανιστές «ερευνητές» είναι η ιστορία του Παπαρηγόπουλου. Έτσι, ο κ. Ρασσιάς αποκαλεί «Γιουτπράδα» τον Ιουστινιανό (Υπέρ της των Ελλήνων Νόσου, εκδ. Ανοιχτή Πόλη, β’ έκδοση, τ. 3, σ. 83), αν και (Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Β’, σ. 127) σχολιάζοντας την επιστημονική απόδειξη της πλαστότητας του βίου, αναρωτιέται θριαμβευτικά (!) επί λέξει «λες και έχει μεγάλη σημασία» [=«αν αποδείχτηκε η πλαστότητα»]. «Λες και έχει σημασία», ωστόσο παρακάτω συνεχίζει να αποκαλεί «Γιουτπράδα» τον Ιουστιανιανό. Απ’ την πλευρά μας, βέβαια, θεωρούμε πάρα πολύ φυσιολογικό οι Νεοπαγανιστές να είναι... και περήφανοι για την διαστρέβλωση της αλήθειας (θα τους θυμίσουμε ότι ήταν οι ξένοι (Άγγλοι και Γάλλοι), κι όχι Νεοέλληνες – οι οποίοι ίσως να κατηγορούνταν για εθνικιστική ιδιοτέλεια – ιστορικοί που κατέδειξαν την πλαστότητα του βίου του Θεόφιλου). Πρώτα ο κ. Ρασσιάς προσπαθεί με κυριολεκτικά άσχετες ασυναρτησίες (του τύπου «εναγωνίως την παρουσιάζουν σαν τάχα πλαστή (...) εκείνοι που εθελότυφλα καταπίνουν (...) τα μυθεύματα που στηρίζουν την όλη Θρησκεία τους», λες και θα δεχόταν κανείς σοβαρός άνθρωπος ότι έχει σχέση ή είναι του ίδιου βαθμού πολυπλοκότητας το ένα θέμα με το άλλο, ή λες και η αξιοπιστία των επιστημονικών πορισμάτων άλλων «ερευνητών» για την αυθεντικότητα των Ευαγγελίων έχει σχέση με την αξιοπιστία των πορισμάτων των.. διόλου αγωνιούντων (!) συγκεκριμένων επιστημόνων – οι οποίοι απέδειξαν την πλαστότητα – για τον βίο του «Θεόφιλου», και συνεπώς ό,τι πιστεύει κανείς για το ένα, απείρου πολυπλοκότητας, ζήτημα (των Ευαγγελίων), να τον υποχρεώνει να πιστεύει το ένα ή το άλλο πράγμα για το πολύ απλούστερο θέμα που εξετάζουμε), που μόνο εύπιστοι θα αποδέχονταν (σκόπιμα ο κ. Ρασσιάς αναφέρεται συγκεχυμένα σε «εκείνους [που αγωνιούν να αποδείξουν πλαστό το βίο]», μη τολμώντας να πει ότι φυσικά την πλαστότητα δεν την αποδείξαμε.. εμείς, τώρα – ούτε βέβαια εγείραμε εμείς πρώτοι το θέμα –, αλλά οι επιστήμονες, πριν 2 αιώνες, κι αυτό το κάνει, ώστε να παραπληροφορήσει τους αναγνώστες του, για να πειστούν ότι τάχα «απλώς κάποιοι φανατικοί Χριστιανοί»(!) αμφισβητούν την αυθεντικότητα του βίου. Αλλά ατύχησε ο κύριος Ρασσιάς, χρησιμοποιώντας τα κόλπα αυτά), να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της επιστημονικής απόδειξης της πλαστότητας του βίου (και την επιστημοσύνη των ιστορικών που την απέδειξαν), έπειτα υποστηρίζει ότι δεν έχει σημασία αν είναι πλαστός (και ψεύδεται, φυσικά, διότι διαφορετικά ουδέποτε θα έπρεπε να τον ενδιαφέρει η καταγωγή του Ιουστινιανού, αλλά αναφέρει την δήθεν σλαβική καταγωγή του, ώστε να τον παρουσιάσει ως ξένο• ολοφάνερος εθνικισμός, παρόμοιος με την περίπτωση του εβραϊκής καταγωγής άγ. Επιφάνειου), και τέλος, εντελώς σαν να μην συμβαίνει τίποτε, σαν να μην έχει αποδειχτεί ότι σφάλλει, συνεχίζει απτόητος να αποκαλεί τον Ιουστιανιανό «Γιουτπράδα». Αυτό λέγεται «νεοπαγανιστική μέθοδος αντίκρουσης της αλήθειας». Επι της ουσίας τώρα:
Για το λεγόμενο κλείσιμο της Σχολής των Αθηνών υπό του Ιουστινιανού, μύρια ψέμματα έχουν λεχθεί υπό των Νεοπαγανιστών. Ο Ιουστινιανός δεν απαγόρευσε την διδασκαλία της νομικής και της φιλοσοφίας στην Αθήνα, όπως αναφέρει ο Μαλάλας (Χρονογραφία, λόγος ιη’, 187 (PG 97 661)), διότι ο ίδιος ιστορικός αντιφάσκει, λέγοντας πως αργότερα, το 530, ο αυτοκράτορας έστειλε τον νομικό του κώδικα σε Αθήνα και Βηρυτό (Χρονογραφία, ιη’, 183 (PG 97 657)) αναφέροντας αμέσως πριν «ότι έπεμψε τον κώδικά του σε όλες τις πόλεις». Στην Βηρυτό και την Αθήνα, λοιπόν, λειτουργούσαν νομικές σχολές (δε θα ανέφερε μόνο αυτές τις πόλεις ο Μαλάλας, αν εννοούσε απλώς ότι ο Ιουστινιανός έστειλε στα δικαστήρια των Αθηνών και της Βηρυτού τον κώδικά του, αφού πριν αναφέρει τις Αθήνα-Βηρυτό, αναφέρεται στην αποστολή των νόμων σε όλες τις πόλεις) κι εφόσον αντιφάσκει για τη διδασκαλία της νομικής, η πιθανότητα να λέει την αλήθεια για τη φιλοσοφία επίσης είναι μικρή. Ο Προκόπιος δεν αναφέρει καμμία τέτοια απαγόρευση (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, τ.1, σ. 122).
«Μόνον ἐκ τῆς μαρτυρίας αὐτοῦ (Του Προκόπιου, στην Απόκρυφη Ιστορία), καθ’ ἣν ὁ Ἰουστινιανὸς ἐστέρησε τοὺς δημοςίᾳ διδάσκοντας τοὺς μισθοὺς αὐτῶν καὶ ἐδήμευσε τὰ ἰδιωτικὰ ὑπὲρ ἐπιστημονικῶν σκοπῶν καθιδρύματα, ἐξήχθη τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἀνεφέρετο κυρίως εἰς τὴν Ἀκαδημίαν τῶν Ἀθηνῶν» (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, τ.1, σ. 122). Όμως, είναι άλλο πράγμα η δήμευση της περιουσίας κι άλλο η απαγόρευση της διδασκαλίας της φιλοσοφίας ή το κλείσιμο της Ακαδημίας. Εξάλλου, ο Προκόπιος πουθενά δεν αναφέρεται ονομαστικά στην Αθήνα ούτε όταν γράφει πως ο Ιουστινιανός στέρησε τους μισθούς.
Πέρα απ’ το ότι η Απόκρυφη Ιστορία είναι, ως γνωστόν, ένας αναξιόπιστος λίβελλος, δεν διαθέτουμε απολύτως κανένα στοιχείο, έδικτο ή αναφορά συγγραφέων, που να λέει με σαφήνεια ή ρητά, ότι ο Ιουστινιανός διέταξε την απαγόρευση της διδασκαλίας της φιλοσοφίας στην Αθήνα ή το κλείσιμο της Ακαδημίας. «Στις ειδικές διατάξεις του κώδικα της Πανδέκτης που συνέταξε ο Ιουστινιανός απαγορεύεται η διδασκαλία κάθε μαθήματος από εθνικούς διδάσκαλους (Ό,τι έκανε νωρίτερα ο Ιουλιανός για τους Χριστιανούς διδασκάλους. Η εκδίκηση της Ιστορίας, αν και κάπως αργά, όταν ο Παγανισμός είχε σβήσει.), αλλά πουθενά δεν αναφέρεται ρητή διάταξη περί κατάργησης των σχολών της Αθήνας. Ο Αγαθίας, που εξιστορεί λεπτομερώς την αποδημία των επτά φιλοσόφων της Ακαδημίας στην αυλή του Χοσρόη, δε λέει ότι έφυγαν επειδή καταργήθηκε η σχολή της Αθήνας, όπως ήταν φυσικό να πει, αν πράγματι έγινε αυτή η κατάργηση, αλλά βεβαιώνει ότι αυτοί μετανάστευσαν «ἐπειδή αὐτούς ἡ παρά Ρωμαίοις κρατοῦσα ἐπί τῷ κρείττονι δόξα οὐκ ἤρεσκεν», επειδή δηλαδή δεν ασπάζονταν τη θρησκεία που επικρατούσε εδώ» (Κ. Παπαρηγόπουλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 1885, επανέκδ. εκδ. Κάκτος, 1992, τ. 9, 3). «Ἡ ὑπὸ τοῦ Ἰουστινιανοῦ κατάργησις τῶν ἐν Ἀθήναις σχολῶν δὲν δύναται νἀποδειχθῇ γενόμενη ὡς ἐπίσημος πρᾶξις τῆς πολιτείας (...) ἐξακολούθησαν ὑφιστάμεναι ἐν Ἀθήναις ἰδιωτικαὶ (Και η Ακαδημία, όμως, ιδιωτική σχολή του Πλάτωνα ήταν) τῆς ῥητορικῆς καὶ γραμματικῆς» (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, τ.1, σ. 122, 123).
Η Ακαδημία, ως γνωστό, χάρη στην τεράστια περιουσία της μπορούσε να δέχεται όλους τους σπουδαστές χωρίς δίδακτρα, ενώ οι υπόλοιπες σχολές ζητούσαν δίδακτρα σπουδών. Συνεπώς η δήμευση της περιουσίας της, αν αυτή έγινε, δεν θα συνεπαγόταν απαραιτήτως κλείσιμο της Ακαδημίας, αλλά απλώς ότι οι φοιτητές από δώ και στο εξής θα πλήρωναν για τη φοίτησή τους καθώς και ότι οι καθηγητές θα ήταν μόνο Χριστιανοί. Άλλο πράγμα η δήμευση της περιουσίας, άλλο το κλείσιμο της Ακαδημίας.
Ο Blumental (“529 and its Sequell: What happened to the Academy?” Revue Internationale des Etudes Byzantines t. XLVIII [1978], Bruxelles 1979, 370-385) εισάγει και ένα άλλο πρόβλημα που αφορά την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε ο νόμος. Έτσι θεωρείται ως πιθανή ημερομηνία για την εφαρμογή του νόμου το έτος 534 μ.Χ. Συνεπώς δεν υπάρχει βεβαιότητα για το αν κάποια από τις σχετικές προβλέψεις του νόμου υφίσταται ήδη από το 529 μ.Χ.
«Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι τριάντα ένα χρόνια μετά, το 560, η επίταξη της περιουσίας της εξαιρετικά ανθηρής Ακαδημίας δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί» (Πάολο Τσεζαρέτι, Θεοδώρα˙ η άνοδος μιας αυτοκράτειρας, εκδ. Ωκεανίδα, σ. 240).
«Αναφέρεται συχνά το ότι ο αυτοκράτορας έκλεισε την Ακαδημία στην Αθήνα το 529. Παρ’ όλα αυτά η Ακαδημία εκείνη συνέχισε να λειτουργεί για μερικές δεκαετίες ακόμα. Και στην Αλεξάνδρεια, ο ειδωλολάτρης Ολυμπιόδωρος δίδασκε ακόμα φιλοσοφία και μετά το 565, που πέθανε ο Ιουστινιανός» (Sture Linnιr, Ιστορία του Βυζαντινού Πολιτισμού, εκδ. Γκοβοστή, σ. 93).
Ο A. Cameron (“The Last Days of the Academy of Athens”, Proceedings of the Cambridge Philological Society 195 [1969], 8, 25) θεωρεί ότι η διδασκαλία της φιλοσοφίας συνεχίστηκε στην Αθήνα από το 532 μ.Χ. μέχρι που οι Σλάβοι λεηλάτησαν την πόλη, δηλαδή σχεδόν πενήντα χρόνια αργότερα. Την παραπάνω θέση του στηρίζει ο A. Cameron σ’ ένα απόσπασμα του Ολυμπιοδώρου σε σχόλιο που έκανε στον Αλκιβιάδη του Πλάτωνα. Στο σχόλιο αυτό γίνετια λογος για παραχώρηση της Σχολής από τον Πλάτωνα σε διαδόχους του για λόγους καθαρά πρακτικούς, εφόσον ο ίδιος ήταν ευκατάστατος. Ο Ολυμπιόδωρος επισημαίνει ότι η παρουσία της Σχολής υπήρξε διαδοχική μέχρι τώρα, παρά τη μορφή μερικής κατάσχεσης την οποία υπέστη. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Cameron στα 529 μ.Χ. η πλατωνική Ακαδημία δεν είχε χρηματικές παροχές, με αποτέλεσμα να περιοριστούν οι δραστηριότητές της, έστω και αν αυτές δεν διακόπηκαν εντελώς. Βλέπουμε, δηλαδή, τον Παγανιστή φιλόσοφο Ολυμπιόδωρο να κάνει λόγο για την ύπαρξη της Ακαδημίας στην εποχή που αυτός (γράφει: «μέχρι τώρα») ζούσε (άκμασε περί το 565 μ.Χ.), αναφέροντας ταυτόχρονα – πράγμα που καθιστά το σχόλιό του αξιόπιστη μαρτυρία – την «μερική (αλλά όχι πλήρη!) κατάσχεση» της περιουσίας.
Βλέπουμε, ότι η άποψη περί κλεισίματος της Ακαδημίας σιγά-σιγά δεν γίνεται πλέον αποδεκτή, αλλά κι ότι ο ίδιος ο Ιουστινιανός, αν και έβγαλε ένα νόμο απαγορεύοντας τη διδασκαλία της φιλοσοφίας από Παγανιστές, ούτε ο ίδιος ούτε οι επόμενοι αυτοκράτορες τον εφάρμοσαν, τουλάχιστον στο βαθμό στον οποίο θέλουν οι Νεοπαγανιστές να δεχτούμε:. Διαφορετικά, πώς εξηγείται ότι ο Ολυμπιόδωρος δίδασκε φιλοσοφία στην Αλεξάνδρεια, έδρα του δεύτερου μεγαλύτερου Πατριαρχείου και δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Αυτοκρατορίας; Οι νόμοι δεν εφαρμόζονταν. Προκύπτει, λοιπόν, το ερώτημα, γιατί να φύγουν οι επτά φιλόσοφοι από την Αθήνα, αφού ούτε η περιουσία της Ακαδημίας είχε κατασχεθεί ούτε απαγορευόταν στην πράξη η διδασκαλία από Εθνικούς; Είναι αληθινή η εξιστόρηση του Αγαθία; Ή ο λόγος που έφυγαν ήταν αυτός που αναφέρει ο Αγαθίας και κανένας άλλος;
Ο Ιουστινιανός λοιπόν δεν απαγόρευσε τη διδασκαλία της φιλοσοφίας στην πόλη. Απόδειξη γι αυτό είναι ότι στην Αθήνα σπούδασε φιλοσοφία, μαθηματικά και αστρονομία στις αρχές του 7ου αιώνα ο Θεόδωρος (602-690), μετέπειτα πρώτος αρχιεπίσκοπος Cantebury της Αγγλίας (Β. Σπανδάγου-Ρ.Σπανδάγου-Δ. Τραυλού, Οι θετικοί επιστήμονες της βυζαντινής εποχής, εκδ. Αίθρα, σ. 56), και επίσης στην ίδια εποχή ο φιλόσοφος Τυχικός ο Βυζάντιος σπούδασε εκεί φιλοσοφία (Στήβεν Ράνσιμαν, Βυζαντινός πολιτισμός, εκδ. Γαλαξίας, σ. 253). Συνεπώς ψέμμα μέγιστο είναι ότι «έσβησαν τα φώτα της παιδείας» στα 529 μ.Χ. στην Αθήνα. Εκείνη την εποχή, η πλειονότητα των σπουδαστών ήταν χριστιανοί και σίγουρα θα υπήρχαν χριστιανοί καθηγητές. Τίποτε δεν αποκλείει ότι οι χριστιανοί καθηγητές, συνέχισαν να διδάσκουν φιλοσοφία και ρητορική μετά την απόλυση των ειδωλολατρών.
Φυσικά η άποψη ότι όλες οι φιλοσοφικές σχολές ευημερούσαν το 529 (Φέρνουν και πορίσματα των αμερικανικών ανασκαφών στην αθηναϊκή Αγορά ως απόδειξη) είναι αβάσιμη. Αφού οι σχολές ευημερούσαν, γιατί δεν έχουμε, όπως για παλιότερους αιώνες, ονόματα Επικούρειων ή Στωικών ή Αριστοτελικών που να διεύθυναν τις αντίστοιχες ευημερούσες σχολές; Γιατί δεν υπάρχει καμμία γραπτή μαρτυρία για τις σχολές αυτές, τις οποίες οι Νεοδωδεκαθεϊστές αγωνίζονται να αποδείξουν ότι ευημερούσαν; Οι Πλατωνικοί σίγουρα ευημερούσαν, αλλά αυτοί μόνο. Άλλο πράγμα η ευημερία της πόλης των Αθηνών και η καλή κατάσταση της Αγοράς γενικά, κι άλλο πράγμα η ύπαρξη σχολών – τίποτα δεν αναφέρεται γι’ αυτές – στην Αγορά της Αθήνας το 529. Από το ένα δεν συνεπάγεται το άλλο.
Ο A. Cameron (“The Last Days of the Academy of Athens”, Proceedings of the Cambridge Philological Society 195 [1969], 8, 25) επισημαίνει ότι το σχολικό κτίριο, που ερημώθηκε στα τέλη του 6ου αιώνα δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο για την παραπάνω θέση (ότι είναι απόδειξη πως έκλεισε με διάταγμα η Ακαδημία), εφόσον δεν θεωρείται ως συνέπεια του νόμου του Ιουστινιανού στα 529 μ.Χ., αλλά απλώς ως τμήμα μίας γενικής παρακμής της αθηναϊκής ζωής αυτήν την περίοδο. Βλέπουμε ότι το σχολικό κτίριο που βρισκόταν στην Αγορά της Αθήνας ερημώθηκε στα τέλη του 6ου αιώνα, όχι στις αρχές ή τα μέσα. Το τελευταίο θα συνέβαινε μόνο αν έκλεινε η Ακαδημία στα 529 μ.Χ.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 8:41 pm

Ο τελευταίος σχολάρχης της Ακαδημίας των Αθηνών, ο Δαμάσκιος, έγραψε ένα ογκώδες έργο περί μαγείας και θαυμάτων σε τέσσερα βιβλία, το οποίο μεταξύ άλλων περιελάμβανε και 63 κεφάλαια «περί των μετά θάνατον εμφαινομένων ψυχών παράδοξα διηγήματα» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ', σ.336). Αυτά τα ισχυρίζεται ο Φώτιος, ο πιο μορφωμένος άνθρωπος του Μεσαίωνα. Αλλά κι ο Βίος Πρόκλου, γραμμένος από τον μαθητή του, μάς λέει, ότι ο Πρόκλος, σχολάρχης της Ακαδημίας (430-482) «έκανε θαύματα χάρη στις μαγικές του γνώσεις, τερμάτισε μια περίοδο ξηρασίας και απομάκρυνε σεισμούς με τα φυλακτά του. Ο Ασκληπιός πραγματοποίησε για χάρη του θαυματουργικές ιάσεις, θεραπεύοντας την κόρη του δασκάλου του και απαλλάσσοντας τον ίδιο από μια αρθρίτιδα στο γόνατο» (Pierre Chuvin, Οι τελευταίοι Εθνικοί, εκδ. Θύραθεν, σ. 128). Αφού μάγια έκανε ο Πρόκλος, πολύ πιθανόν να έκανε τα ίδια κι ο Δαμάσκιος. Τρομερός ο ορθολογισμός της Ακαδημίας: είχε πάει (στον) περίπατο. Τι θρηνούν λοιπόν για την κατάργηση της Ακαδημίας; Για την «θεουργία» οδύρονται οι ορθολογιστές; Το κατάντημα της φιλοσοφίας σε μαγεία δεν τους ενδιαφέρει;
Στην Αθήνα το 316 π.Χ. (κατά C. Krόger) ή μεταξύ 307 και 302 π.Χ. (κατά το Ρένο Αποστολίδη και τους περισσότερους, που είναι και το πιθανότερο: μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας) προτάθηκε και ψηφίσθηκε νόμος, να μην μπορεί κανείς να έχει φιλοσοφική σχολή χωρίς άδεια της βουλής και του δήμου, και η παράβαση να τιμωρείται με θάνατο (Διογένης Λαέρτιος, V, 38, «νόμον εἰσενεγκόντος μηδένα τῶν φιλοσόφων σχολῆς ἀφηγεῖσθαι ἂν μὴ τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ δόξῃ· εἰ δὲ μή, θάνατον εἶναι τὴν ζημίαν»˙ Αθηναίος, 13, 610f ˙ Πολυδεύκης, 9, 42). Μάλιστα «Η Αθήνα θέσπισε νόμο που απαγόρευε την εκπαίδευση των νέων χωρίς προηγούμενη άδεια των αρχών (Ξενοφώντα, Απομνημονεύματα, 1, 2, 31)» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 348). Γιατί ψήφισαν τέτοιους νόμους οι Αρχαίοι; Δεν υπήρχε ελευθερία διδασκαλίας;
Σχετικά με τον παραπάνω παγανιστικό νόμο, αλλά και τις διώξεις κατά φιλοσόφων οι οποίες έλαβαν χώρα στον «Χρυσό Αιώνα» λόγω νόμου που ψήφισαν οι Παγανιστές του 5ου αι., είναι γεγονός ότι, αυτός ψηφίστηκε από ένα δημοκρατικό καθεστώς και συνεπώς υπεύθυνος είναι ο λαός των Παγανιστών, ο οποίος τον ψήφισε, ενώ ο βυζαντινός νόμος, που απαγόρευε σε παγανιστές να διδάσκουν, εξεδόθη από μη δημοκρατικό καθεστώς, και συνεπώς δεν μπορεί να κατηγορεί κανείς τους Χριστιανούς. Διαφορετικά, θα έπρεπε να κατηγορούνται και οι Έλληνες για τους νόμους της δικτατορίας. Πάντως, δεν έκαναν τίποτε διαφορετικό οι Αυτοκράτορες από τον αθηναϊκό δήμο: ό,τι δεν τους άρεσε, το απαγόρευαν.
Όπως και να ‘χει, ο Ιουστινιανός δεν ήταν εναντίον της διδασκαλίας της φιλοσοφίας αυτής καθεαυτής, αλλά εναντίον της διδασκαλίας από Εθνικούς. Ο λόγος; Όπως έχουμε πει στο κεφάλαιο περί διώξεων, υπήρξαν ουκ ολίγες περιπτώσεις, στις οποίες κάποιοι μωροφιλόδοξοι (Ακόμη κι ο Εθνικός Παλλαδάς τούς ειρωνεύεται) παγανιστές «φιλόσοφοι» (θεουργοί) αποπειράθηκαν να εκθρονίσουν τον νόμιμο αυτοκράτορα. Γι’ αυτό, ο Ιουστινιανός δεν ήταν δυνατόν να δεχτεί (σε θεωρητικό επίπεδο, αφού πρακτικά δεν συνέβη τίποτε) την διατήρηση πιθανών εστιών συνωμοσίας από τέτοιους μωρούς φιλοσόφους με πολιτικές φιλοδοξίες. Εάν ο Ιουστινιανός ήταν εναντίον της φιλοσοφίας γενικά, κι όχι απλώς εναντίον της διδασκαλίας της από Εθνικούς, τότε θα έκλεινε κάθε Πανεπιστήμιο, συμπεριλαμβανομένου κι αυτού της Κωνσταντινούπολης! Μετά την απελευθέρωση της Ιταλίας από του Γότθους ο Ιουστινιανός «απέδωσεν επίσης τας αννώνας εις τους γραμματικούς, ρήτορας, ιατρούς και νομικούς "δια να πληθυνθούν οι νέοι οι ασχολουμένοι εις την πολιτείαν μας με τας ελευθερίους σπουδάς" (Appendix constitutionum dispersarum, NJ, VII, 22)» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τ. Α’, σ. 590). Όμως ο αιώνας του Ιουστινιανού είναι μια πολιτιστικά πολύ γόνιμη εποχή που έχει να επιδείξει σπουδαίους αρχιτέκτονες και μαθηματικούς (Ισίδωρος, Ανθέμιος), σπουδαίους ιστορικούς (Προκόπιος), σπουδαίους ποιητές και υμνογράφους (Αγαθίας, Ρωμανός Μελωδός) καθώς και ανεπανάληπτες δημιουργίες (Αγία Σοφία, ψηφιδωτά Ραβένας). Πού την βλέπουν την πολιτιστική οπισθοδρόμηση;
Πρέπει να δούμε κατά πόσο ζημιώθηκε η διδασκαλία από τον Ιουστινιανό (527-565). Είναι πιθανό ότι ορισμένα επιδόματα έπαψαν να δίνονται στους καθηγητές. Αλλά πέραν αυτού, τι έγινε μετά τον Ιουστινιανό, ώστε να λέμε ότι αυτός ζημίωσε την παιδεία; Έτσι ο Lemerle αναφέρει για την εποχή του Μαυρίκιου (582-602): «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην αρχή της περιόδου που μας απασχολεί εξακολουθούσε να παρέχεται στην Κωνσταντινούπολη ανώτερη εκπαίδευση σύμφωνη με το παραδοσιακό πρόγραμμα και ότι ο Μαυρίκιος, για παράδειγμα, έδινε μεγάλη σημασία στην παιδεία. Ο Μένανδρος διηγείται στον πρόλογό του ότι (..) ο αδερφός του Ηρόδοτος, αφού δοκίμασε τα νομικά, τα εγκατέλειψε. Ο ίδιος έκανε νομικές σπουδές» (Lemerle P., Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, σ. 74). «Η φροντίδα του κράτους για την ποιότητα της ανώτερης εκπαίδευσης στους χρόνους του Ηρακλείου και του πατριάρχη Σέργιου φτάνει σε τέτοιο σημείο ώστε, μια και δε στάθηκε δυνατό να προσελκυστεί ο Τυχικός στην Κωνσταντινούπολη, στέλνονται μαθητές να παρακολουθήσουν τα μαθήματά του στην Τραπεζούντα, ίσως με έξοδα του κράτους» (Lemerle P., Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, σ. 80). «Τίποτα δεν δείχνει ότι στη στοιχειώδη εκπαίδευση, στη "μέση" εκπαίδευση, στη γενική μόρφωση που λέγεται εγκύκλιος παιδεία, υπήρξε κάποια διακοπή, αλλά ούτε καν αξιόλογη αλλαγή στη δομή και στο πρόγραμμα, σε όλη την περίοδο που μας απασχολεί, από τα τέλη του 6ου ώς τις αρχές του 9ου αιώνα. Συνέχεια υπήρξε και στην "ανώτερη" εκπαίδευση, στο "πανεπιστήμιο", καθώς και στις ιδιωτικές σπουδές, των οποίων η περίπτωση του Τυχικού αποτελεί λαμπρό παράδειγμα, τουλάχιστον ώς τα μέσα περίπου ή το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα: έδρες, καθηγητές και μαθητές μάς είναι γνωστά» (Lemerle P., Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, σ. 98). Το μόνο που συνέβη συνεπώς ήταν η απαγόρευση διδασκαλίας – ανεφάρμοστη, όπως είδαμε – στους Εθνικούς. Εκ του αποτελέσματος λοιπόν φαίνεται ότι ο Ιουστιανιανός δεν έβλαψε την παιδεία στο Βυζάντιο.
Ο Ιουστιανιανός προσπάθησε να περιορίσει την αυθαιρεσία των δυνατών: «Εις σειράν Νεαρών του διακηρύσσει το κακόν που οι ασυνείδητοι μεγαλογαιοκτήμονες προξενούν εις τους συμπολίτας των και το κράτος και τα άτιμα μέσα που χρησιμοποιούν (NJ. 30. 5 του 536). (...) Δια να καταπολεμήση το κακόν ο Ιουστιανιανός διατάσσει τους κυβερνήτας των επαρχιών να πατάσσουν και με τα σκληρότεα ακόμη μέτρα οιανδήποτε αυθαιρεσίαν των δυνατών χρησιμοποιούντες εν ανάγκη και στρατιωτικάς εναντίον των δυνάμεις (NJ. 30, 7 του 536)» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τ. Α’, σ. 491).
«Εις την φορολογικήν του πολιτικήν ο Ιουστινιανός, παρά τας αντιθέτους κατηγορίας του Προκοπίου, δεν φαίνεται να ωρμάτο από τυφλής ταμιευτικής προθέσεως. Απεναντίας εις πολλάς περιπτώσεις έδωκε δείγματα όλως διαφορετικών τάσεων. Κατήργησε το 531 τον φόρον τον γνωστόν ως "γοτθικόν ξυλέλαιον", (...) απηγόρευσε την δήμευσιν περιουσιών των καταδικαζομένων (NJ. 134, c. 13 του 556) και δύο τουλάχιστον φοράς κατά την διάρκειαν της βασιλείας του, το 522 και 553, επέτρεψεν απαλλαγήν από καθυστερημένων φόρων (NJ 147 του 553). Επίσης, κατά την ομολογίαν αυτού τούτου του Προκοπίου, έδιδε φορολογικήν απαλλαγήν εις πάσαν πόλιν πληττομένην υπό εχθρικής επιδρομής (Προκ. Ανέκδ. 21, 1 κε.). Τελείως νέους φόρους δεν φαίνεται να επέβαλεν ο Ιουστινιανός. Τόσον οι υπό του Λυδού αναφερόμενοι φόροι, όσον και το αερικόν του Προκοπίου ήσαν παλαιοί φόροι συστηματοποιηθέντες μάλλον ή φόροι το πρώτον υπό του Ιουστινιανού εισαχθέντες» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τ. Α’, σ. 524). «Δια ν’ αποτρέψη ανωμαλίας εις την αγοράν και την πολιτικήν των τιμών ο Ιουστινιανός εισήγαγε το 544 ανώτατον όριον αμοιβών δια τεχνίτας, εργάτας και ναυτικούς ίσον προς τα προ της χρονολογίας ταύτης ισχύοντα (NJ 122)» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τ. Α’, σ. 525).
Θα σταθούμε τώρα σε ένα συμβάν άσχετο με την Ακαδημία των Αθηνών, αλλά σχετικό με την Αθήνα. Ο κ. Ρασσιάς ισχυρίζεται ότι ο Μιχαήλ Χωνιάτης, μητροπολίτης Αθηνών, (12ος αι.) χαιρόταν με την παρακμή των Αθηνών λέγοντας «όλωλε σύμπαν των Αθηνών το κλέος!». «Έπρεπε λοιπόν –για να μπορέσει να καυχηθεί πολλούς αιώνες αργότερα ο αρχιεπίσκοπος Μιχαήλ Χωνιάτης ότι "όλωλε σύμπαν των Αθηνών το κλέος ! "- να ταπεινωθούν τα δύο κυρίαρχα σύμβολα αυτής της "ειδωλολατρικής" πόλεως(...)» (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ της των Ελλήνων Νόσου, εκδ. Ανοιχτή Πόλη, β’ έκδοση, σ. 84). Η αλήθεια είναι, ότι ο κ. Ρασσιάς δεν λέει την αλήθεια για τον Μιχαήλ Χωνιάτη. Γιατί αλλιώς, θα γνώριζε (ή μήπως το γνωρίζει;) ότι η – τάχα προσβλητική προς την Αθήνα – φράση, την οποία παραθέτει, είναι στίχος από τον αποκαλούμενο «θρήνο των Αθηνών» του Μ. Χωνιάτη, αυτού που υποτίθεται ότι «καυχάται» και χαίρεται που χάθηκε το κλέος των Αθηνών. Παραθέτουμε όλο το ποίημα του μητροπολίτη (κι όχι.. αρχιεπίσκοπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος) Αθηνών Μιχαήλ Χωνιάτη.
Ἔρως Ἀθηνῶν τῶν πάλαι θρυλουμένων ἔγραψε ταῦτα ταῖς σκιαῖς προσαθύρων καὶ τοῦ πόθου τὸ θάλπον ὑπαναψύχων. Ἐπεὶ δ’ ἔτ’ οὐκ ἦν οὐδαμοῦ φεῦ! προσβλέπειν αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἀοίδημον πόλιν τὴν, δυσαρίθμου καὶ μακραίωνος χρόνου λήθης βυθοῖς κρύψαντος, ἠφαντωμένην, ἐρωτολήπτων ἀτεχνῶς πάσχω πάθος˙ οἳ τὰς ἀληθεῖς τῶν ποθουμένων θέας ἀμηχανοῦντες ὡς παρόντων προσβλέπειν, τὰς εἰκόνας ὁρῶντες αὐτῶν, ὡς λόγος, παραμυθοῦντας, τῶν ἐρώτων τὴν φλόγα. Ὡς δυστυχὴς ἔγωγε, καινὸς Ἰξίων, ἐρῶν Ἀθηνῶν, ὡς ἐκεῖνος τῆς Ἥρας. εἶτα λαθὼν εἴδωλον ἠγκαλισμένος. Φεῦ! οἷα πάσχω καὶ λέγω τε καὶ γράφω. Οἰκῶν Ἀθήνας οὐκ Ἀθήνας που βλέπω, κόνιν δὲ λυπρὰν καὶ κενὴν μακαρίαν. Ποῦ νῦν τὰ σεμνὰ, τλημονεστάτη πόλις; Ὡς φροῦδα πάντα καὶ κατάλληλα μύθοις, δίκαι, δικασταὶ, βήματα, ψῆφοι, νόμοι, δημηγορίαι ( τε ) πειθανάγκη ῥητόρων, βουλαὶ, πανηγύρεις τε καὶ στρατηγίαι τῶν πεζομάχων ἅμα καὶ τῶν ναυμάχων, ἡ παντοδαπὴ Μοῦσα, τῶν λόγων κράτος. Ὄλωλε σύμπαν τῶν Ἀθηνῶν τὸ κλέος˙ γνώρισμα δ’ αὐτῶν οὐδ’ ἀμυδρόν τις ἴδῃ. Συγγνωστὸς οὐκοῦν, εἴπερ οὐκ ἔχων βλέπειν τῶν Ἀθηναἰων τὴν ἀοίδημον πόλιν, ἴνδαλμα ταύτης γράφειν.
-Η αγάπη για την Αθήνα, την άλλοτε ένδοξη έγραψε αυτούς τους στίχους, ακόμα λατρεύοντας τις σκιές και φέρνοντας δροσιά στης νοσταλγίας μου τη θέρμη˙ γιατί πουθενά, αχ πουθενά, δε βλέπεις πια την χιλιοτραγουδισμένη πόλη, όπως ήταν κάποτε. Πολύς ο καιρός, ασύλληπτος για τις αισθήσεις μας, που κρύβεται θαμμένη βαθειά μες στη λήθη. Γι’ αυτό κι εγώ πικρά υποφέρω, σαν τον ερωτευμένο που δεν μπορεί να αντικρίσει το πρόσωπο της αγαπημένης του, που δεν μπορεί να τη δει μπροστά του ολοζώντανη, και μόνο την εικόνα της θυμάται, σαν να μιλάει μαζί της, παρηγοριέται και σβήνει τη φλόγα του έρωτά του. Κακότυχος λοιπόν είμαι κι εγώ, σαν τον Ιξίονα: Αγαπάω την Αθήνα όπως αυτός κάποτε αγάπησε την Ήρα, ανύποπτος αγκαλιάζοντας το απατηλό της είδωλο. Πώς πονάω αλί, τί λέω, τί γράφω; Ζω στην Αθήνα, μα πουθενά δεν βλέπω την Αθήνα, μόνο σκόνη θλιβερή, πουθενά γνήσια ευτυχία. Τί έγιναν οι ναοί σου, δύσμοιρη πόλη; Χάθηκαν όλα, σαν παραμύθι: Το δικαστήριο κι οι δικαστές, το βήμα των ρητόρων, οι ψήφοι, οι νόμοι, οι δημηγορίες των ρητόρων, οι συνεδριάσεις της βουλής, οι λαμπρές γιορτές, οι πολέμαρχοι στη στεριά και στην θάλασσα, η πληθωρική Μούσα, η δύναμη του λόγου. Χάθηκε χωρίς ίχνη το μεγαλείο της Αθήνας, ούτε ένα σημάδι δεν έμεινε, έστω και θαμπό. Γι’ αυτό συγχωρέστε με, εμένα, που δεν μού έδωσε η Μοίρα να δω με τα μάτια μου την πολυθρύλητη πόλη της Αθηνάς, αν η πένα μου χάραξε εδώ την εικόνα της
Ο κ. Ρασσιάς, στον επίλογο του Επίτομος ιστορία των Σπαρτιατών, σ. 207 (και στο Διιπετές τ. 52, σ. 10-11), καταφέρεται εναντίον του π. Γ. Μεταλληνού, επειδή ο τελευταίος στο Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία; έκανε λάθος στον τίτλο ενός βιβλίου τού πρώτου (και μερικά παρόμοιου μεγέθους λάθη που δεν οφείλονται στον ίδιο αλλά ενδεχομένως στο συγκεκριμένο φυλλάδιο που του δόθηκε, βλ. σ. 129). Αυτά βρήκε, όλα κι όλα, να πει ως αντίκρουση των όσων γράφει ο π. Μεταλληνός. Γράφει μεταξύ άλλων ο κ. Ρασσιάς: «Η κάθε πλευρά άλλωστε μάχεται αποκλειστικώς με ό,τι οι εκπρόσωποί της έχουν μέσα στην ψυχή τους. Εμείς με το φως, την αλήθεια και την ανωτερότητα, αυτοί με το σκοτάδι, το ψεύδος και την κοπριά» (δική μας η έμφαση). Κανείς βέβαια δεν είναι αλάθητος και ασυγχώρητος, αλλά θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να μάθουμε αν ο κ. Ρασσιάς – αφού κρίνει τον π. Γ. Μεταλληνό για τα λάθη του και αποκαλεί κοπρόψυχους τους «εκπροσώπους» της δική μας πλευράς – ασκεί την ίδια κριτική στον εαυτό του για τα δικά του λάθη. Σύμφωνα με τον κ. Ρασσιά, «τον [Συνέσιο] βρίσκουμε να καταφέρεται με μεγάλη απέχθεια κατά των Αθηνών, στην προ εικοσαετίας εκεί επίσκεψή του, περιγράφοντας περιφρονητικά την πόλη σαν.. δέρμα ψόφιου ζώου» (Βλ. Ρασσιά, Υπέρ της των Ελλήνων νόσου, εκδ. Ανοιχτή Πόλη, σ. 156). Ο Συνέσιος, μαθητής της Υπατίας, γράφει ωστόσο: «δεν υπάρχει πια τίποτα αξιοθαύμαστο στην Αθήνα, εκτός από ένδοξα τοπωνύμια. Όπως από το σφάγιο, μετά τη θυσία, δεν έχει απομείνει παρά το δέρμα από το οποίο αναγνωρίζουμε το ζώο που υπήρξε κάποτε» (PG 66, 1524C). Η περιγράφει αυτή δεν έχει τίποτε το αναληθές ή το περιφρονητικό, διότι η Αθήνα της εποχής εκείνης δεν ήταν η Αθήνα του 1ου μ.Χ. ή του 5ου π.Χ. αιώνα. Αλλά φαίνεται πως κάθε κρίση για την ακμή ή παρακμή των Αθηνών, συνεπάγεται περιφρόνηση προς τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό! Εξάλλου, ο Συνέσιος ήταν Αλεξανδρινός, και, όπως λέει ο Pierre Chuvin, «συγκρίνει την Αθήνα με την ευμερούσα Αλεξάνδρεια της Υπατίας: «νῦν μὲν οὖν ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις Αἴγυπτος τρέφει τὰς Ὑπατίας δεξαμένη γονάς, αἱ δὲ Ἀθῆναι, πάλαι μὲν ἦν ἡ πόλις ἑστία σοφῶν, τὸ δὲ νῦν ἔχον σεμνύνουσιν αὐτὰς οἱ μελιττουργοί». Από πού κι ώς πού μια φυσιολογική αντιζηλία ενός Αλεξανδρινού συνεπάγεται ανθελληνισμό;

20. "Οι Χριστιανοί έκαψαν τη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, στερώντας έτσι την ανθρωπότητα από την πολύτιμη Ελληνική γνώση που είχε συσσωρευθεί εκεί επί αιώνες".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: το μέγα παραμύθι που πουλάνε οι Νεοπαγανιστές, και που δεν είναι άλλο από την δήθεν καταστροφή της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας από τους Χριστιανούς κατά τη διάρκεια της καταστροφής του Σεράπειου, είναι μια απάτη.
1) Καταρχήν υπήρχαν περισσότερες της μιας βιβλιοθήκες στην Αλεξάνδρεια. Οι κυριώτερες ήταν η λεγόμενη «Βασιλική Βιβλιοθήκη» καθώς και το λεγόμενο «Μουσείο» (400 χιλιάδες τόμοι) που ήταν στην περιοχή του Βρουχείου . Στις βιβλιοθήκες αυτές υπήρχαν συγγράματα από όλους τους λαούς και θρησκείες, όχι μόνον αρχαιοελληνικά. Υπήρχαν περσικά, αιγυπτιακά, εβραϊκά (γιατί, λοιπόν, να κάψουν οι Χριστιανοί βιβλιοθήκες που περιείχαν την Π.Δ.;), ακόμα και βουδιστικά. Η βιβλιοθήκη του Σεράπειου είχε γύρω στους 42 χλδ τόμους.
2) Η Βασιλική Βιβλιοθήκη καταστράφηκε επί Ιούλιου Καίσαρα το 48π.Χ.., κατά τις επιχειρήσεις του στην Αλεξάνδρεια.
3) Ο ίδιος ο Καίσαρας, στην ιστορία του, τηρεί σιγή ιχθύος για τις επιπτώσεις και τις διαστάσεις της πυρπόλησης πάνω στην ίδια την Αλεξάνδρεια, και αυτή η στάση του δεν απηχεί το συνηθισμένο συγγραφικό του ύφος, αφού γενικά οι περιγραφές του είναι πλήρεις, διαυγείς και επεκτείνονται στα δρώμενα σ’ ολόκληρο τον περίγυρο.
4) Ο υπαρχηγός του Καίσαρα, ο οποίος έγραψε το χρονικό Αλεξανδρινός Πόλεμος (Bellum Alexandrinum), αναφέρεται στην πυρπόληση με ύφος περισσότερο απολογητικό, αφού αναφέρει ότι τα κτήρια της πόλης «σχεδόν καθόλου δεν κινδύνευσαν να καταστραφούν από τη φωτιά, επειδή ήταν λιθόκτιστα και, μάλιστα, οι στέγες τους όχι μόνο δεν υποστηρίζονταν από ξύλινες δοκούς, αλλά ήταν κι αυτές λιθόκτιστες.» (Κεφάλαιο. 1). Ωστόσο, ο ίδιος ο υπαρχηγός, λίγο παρακάτω, ξεκάθαρα αναφέρει ότι τα δημόσια κτίρια είχαν ξύλινες στέγες, όταν γράφει ότι οι κάτοικοι της πόλης, στην προσπάθειά τους να ναυπηγήσουν νέο στόλο, χρειάστηκαν ξύλα για να φτιάξουν κουπιά και αναγκάστηκαν να αφαιρέσουν τις στέγες των στοών, των γυμναστηρίων και άλλων δημοσίων κτηρίων για να χρησιμοποιήσουν τις δοκούς που υποστήριζαν. (Κεφάλαιο.3)
5) Η ύπαρξη ξύλου στις στέγες επιβεβαιώνεται και από τη φράση του Ρωμαίου συγκλητικού Λουκανού (εκτελέστηκε το 65 μ.Χ.), ο οποίος είχε συνθέσει το επικό ποίημα Εμφύλιος Πόλεμος (Pharsalia, X, στίχοι 440 κ.ε. και 486-505):«Εκτός από τα πλοία, η φωτιά εξαπλώθηκε και σ’ άλλες περιοχές της πόλης και τις κατέκαψε κι αυτές.... Τα παραθαλάσσια κτήρια παραδόθηκαν στις φλόγες˙ ο άνεμος ευνόησε τις δυνάμεις της καταστροφής˙ οι φλόγες... έτρεχαν επάνω στις στέγες με ταχύτητα μετεωρίτη». Αφού οι φλόγες έτρεχαν πάνω στις στέγες με ταχύτητα μετεωρίτη, είναι βέβαιο ότι τουλάχιστον για τις στέγες των δημοσίων κτηρίων είχε χρησιμοποιηθεί ξύλο, όπως λένε ο Λουκανός κι ο υπαρχηγός του Καίσαρα.
6) Ο στωικός φιλόσοφος Σένεκας, που επίσης εκτελέστηκε το 65μ .Χ., προσδιορίζει σε 400.000 τον αριθμό των τόμων που καταστράφηκαν στην Αλεξάνδρεια κατά τις επιχειρήσεις του Καίσαρα. (De Animi Tranquillitate, IX.5)
7) Ο Πλούταρχος γράφει (Καίσαρ, 49): «Ο Καίσαρας διέταξε να πυρποληθούν τα νεώρια, αλλά η φωτιά, που εξαπλώθηκε πολύ περισσότερο, κατέκαψε τις Μεγάλες Βιβλιοθήκες.»
8) Ο Αύλος Γέλλιος, συγγραφέας του 2ου μ.Χ. αι. αναφέρει ότι περισσότερα από 700.000 βιβλία κατακάηκαν κατά τη λεηλασία της πόλης. (Αττικές Νύκτες, 7, 17.3)
9) Ο ιστορικός Δίων ο Κάσσιος (αρχές 3ου μ.Χ. αι.) εξιστορώντας τα γεγονότα του Αλεξανδρινού Πολέμου, γράφει (Δίωνα Κάσσιου, Ιστορία, 42.38) : «Μεγάλο μέρος της πόλης έγινε παρανάλωμα του πυρός και, εκτός των άλλων, αποτεφρώθηκαν οι αποθήκαι όπου φυλάσσονταν τα βιβλία, για τα οποία λέγεται ότι ήταν αμέτρητα και ανεκτίμητα».
10) Η άποψη πως η λέξη «αποθήκαι» αναφέρεται σε τόπο φύλαξης εμπορευμάτων και σιτηρών και, συνεπώς, δέν έχει σχέση με τη Βασιλική Βιβλιοθήκη είναι λανθασμένη, διότι δύο αιώνες νωρίτερα, ο Αλεξανδρινός ιατρός Γαληνός χρησιμοποιεί αυτήν ακριβώς τη λέξη, «αποθήκαι» για να αναφερθεί στους «χώρους αποθήκευσης βιβλίων της Βασιλικής Βιβλιοθήκης» (Comm. in. Hipp. Epidem., 3, 17 a 606-7). Το κείμενο του Γαληνού διευκρινίζει σαφώς ότι «αποθήκαι» χαρακτηρίζονταν οι χώροι αποθήκευσης βιβλίων που ανήκαν στις Βιβλιοθήκες.
11) Ο παγανιστής ιστοριογράφος Αμμιανός Μαρκελλίνος γράφει (XXII, 16,13) για τον «δια πυρός αφανισμό μιας ανεκτίμητης βιβλιοθήκης 700.000 τόμων, όταν ολόκληρη η πόλη καταστράφηκε κατά τη διάρκεια του Αλεξανδρινού Πολέμου, που έλαβε χώρα επί δικτατορίας Ιουλίου Καίσαρος»
12) Ο γεωγράφος Στράβων, που έζησε στην Αλεξάνδρεια τέσσερα έτη (24-20 π.Χ.) και ήταν από τους πρώτους που την επισκέφθηκαν μετά τον πόλεμο, κάνει την καλύτερη λεπτομερή περιγραφή της αρχαίας πόλης που διαθέτουμε σήμερα: μιλάει για το λιμάνι, τους ναούς, το θέατρο, το Μουσείο, αλλά για τη Βιβλιοθήκη δεν λέει τίποτα, δεν αναφέρει καν το όνομά της. Γιατί; Προφανώς, διότι αυτή είχε καεί και ο Στράβωνας δεν ανέφερε τίποτα γι’ αυτήν και τον αφανισμό της το 48 π.Χ.
13) Το 215 μ.Χ. ο παγανιστής αυτοκράτορας Καρακάλλας περιέκοψε το ποσό της επιχορήγησης του Μουσείου, κατήργησε το κονδύλιο που διετίθετο για τη στέγαση και τη σίτιση των μελών του και διέταξε την απέλαση όλων των αλλοδαπών μελών του (Ηρωδιανός, 4, 8, 9 και Δίων Κάσσιος, 77, 22-23).
14) Το 265 μ.Χ., ο παγανιστής αυτοκράτορας Γαλληινός εκστράτευσε εναντίον του έπαρχου της Αιγύπτου, ο οποίος είχε αυτοανακηρυχτεί αυτοκράτορας (Ευσέβιου, Εκκλ. Ιστ., 7, 21-32).
15) Το 272 μ.Χ., ο παγανιστής αυτοκράτορας Αυρηλιανός επιτέθηκε ακόμη μια φορά στην Αλεξάνδρεια˙ στον τομέα του Βρουχείου, όπου βρισκόταν το Μουσείο, η αντίσταση κατά των Ρωμαίων ήταν τόσο ισχυρή, ώστε προκλήθηκαν μεγάλες καταστροφές, εξ αιτίας των οποίων πολλά μέλη του Μουσείου εγκατέλειψαν τη χώρα. (Scriptores Historiae Augustae, Αυρηλιανός, 32˙ και Firmus 3˙ και Αμμιανός Μαρκελλίνος, XXII, 16,15)
16) Μεταξύ του 297 και 298 μ.Χ. ο παγανιστής αυτοκράτορας Διοκλητιανός κατέφθασε στην πόλη και διέταξε το σφαγιασμό πολλών μελών της πνευματικής κοινότητας. Πολλά βιβλία, κυρίως όσα είχαν σχέση με αλχημεία, συγκεντρώθηκαν σε κεντρικά σημεία της πόλης και κάηκαν.(Ιωάννη Μαλάλα, Χρονογραφία 308-9˙ Σουίδας, λήμμα Διοκλητιανός˙ Ιωάννης Αντιοχείας, Excert. Valesian, σ. 834 (Migne, Patrologia Graeca, τ. 77 = Muller, Frag. Hist. Graec., IV, 601)
17) Κατά τον 4ο μ.Χ. αι., μεγάλο μέρος του Βρουχείου είχε ήδη καταστραφεί. Όπως λέει ο Αμμιανός Μαρκελλίνος (XX, 16,15) «η πόλη απώλεσε το μεγαλύτερο μέρος του Βρουχείου».
18) Η αρχαιότερη περιγραφή της καταστροφής του Σαράπειου είναι από έναν Χριστιανό λόγιο, τον Σωφρόνιο, τιτλοφορούμενη Επί της κατάληψης του Σεράπειου (Ιερώνυμου, Viris illustribus, 134), αλλά έχει χαθεί. Μετά είναι του Ρουφίνου Τυράννιου, ενός λατίνου Χριστιανού που έζησε πολλά χρόνια στην Αλεξάνδρεια. Έφτασε εκεί το 372 μ.Χ. Δεν είναι σίγουρο αν ήταν παρών στην καταστροφή του Σαράπειου, αλλά ήταν σίγουρα στην πόλη εκείνο τον καιρό. Αργότερα μετέφρασε στα λατινικά την Εκκλησιαστική Ιστορία του Ευσέβιου, προσθέτοντας σε αυτήν δύο δικά του βιβλία, το 10ο και το 11ο. Στο 11ο περιγράφει τα γεγονότα της κατάληψης του Σαράπειου λεπτομερώς (11, 2, 22). Φαίνεται να λυπάται για την καταστροφή του Σαράπειου, αλλά θεωρεί σαφώς τους παγανιστές υπεύθυνους που υποδαύλισαν τον χριστιανικό όχλο. Ο Σωκράτης Σχολαστικός, τον 5ο αιώνα, στην Εκκλησιαστική Ιστορία του περιγράφει με περισσότερες λεπτομέρειες το γεγονός, αναγνωρίζει ότι η καταστροφή διετάχθη από τον Αυτοκράτορα, ότι το κτήριο κατεστράφη και αργότερα μετετράπη σε εκκλησία (5, 16). Οι περιγραφές του Σωζόμενου (7, 15) και του Θεοδώρητου (5, 22) αναφέρουν την καταστροφή του κτηρίου και ο Θεοδώρητος γράφει ότι το ξύλινα αγάλματα του Σαράπη κάηκαν. Πέραν αυτών, υπάρχουν και οι περιγραφές από Παγανιστές, όπως ο Ευνάπιος της Αντιόχειας, ο οποίος περιέγραψε το γεγονός στον Βίοι Φιλοσόφων, Αντώνιος, ο οποίος, προτού πεθάνει το 390 μ.Χ., είχε προφητεύσει – έτσι λέει ο Ευνάπιος – ότι όλοι οι εθνικοί ναοί της Αλεξάνδρειας θα καταστρέφονταν. Η διήγηση του Ευνάπιου είναι γεμάτη ειρωνία και σαρκασμό για τον πατριάρχη Θεόφιλο και τους οπαδούς του, καθώς περιγράφει την κατάληψη του ναού ως μάχη χωρίς αντίπαλο. Το παράξενο με όλες τις περιγραφές είναι ότι κανένας συγγραφέας δεν κάνει την παραμικρή αναφορά για βιβλιοθήκη ή για βιβλία. Ακόμη κι ο Ευνάπιος, που ήταν λόγιος, με τα αιχμηρά αντιχριστιανικά του αισθήματα, παραμένει σιωπηλός σ’ αυτό το ζήτημα. Αν είχε αντιληφθεί κάποια μεγάλη απώλεια βιβλίων εξ αιτίας της καταστροφής του Σαράπειου, είναι πιθανόν ότι δε θα σιωπούσε, αλλά θα το ανέφερε, για να κατηγορήσει τους Χριστιανούς. Εννοείται ότι δεν υπάρχει η περίπτωση ο Ευνάπιος να έγραψε για κάψιμο βιβλίων, αλλά οι μεταγενέστεροι Χριστιανοί αντιγραφείς να παρέλειψαν το σημείο αυτό από ντροπή. Οι άνθρωποι εκείνων των εποχών δεν ντρέπονταν για τέτοια γεγονότα. Άλλωστε οι Χριστιανοί ιστοριογράφοι συνεχώς αναφέρουν χριστιανικές βιαιότητες (και συχνά τις μεγαλοποιούν, πιστεύοντας πως έτσι δοξάζουν τους ήρωες των ιστοριών τους). Δεν θα δίσταζαν να αναφέρουν μία ακόμα. Τον 6ο αιώνα έχουμε την μαρτυρία του παγανιστή Αμμωνίου, ο οποίος όχι μόνο αναφέρει την «μεγάλη βιβλιοθήκη» της Αλεξάνδρειας, αλλά ότι επί των ημερών του υπήρχαν 40 αντίγραφα των Αναλυτικών του Αριστοτέλη και 2 αντίγραφα των Κατηγοριών του.
19) Ο Βίκτωρ Nourisson επιμελητής της Δημαρχιακής βιβλιοθήκης Αλεξανδρείας σε διάλεξή του στις 3 Μαρτίου του 1893 είπε ότι «μετά την άλωση του Σαραπείου από τον Θεόφιλο, η βιβλιοθήκη λεηλατήθηκε μεθοδικά και τα βιβλία στάλθηκαν στην Ρώμη και στην Κωνσταντινούπολη , όπου ο Θεοδόσιος ο Β’ καταγίνονταν να καταρτίσει μεγάλη συλλογή βιβλίων» (bull. Ste Khed Geogr. VII serie Νο 10 p. 562).
20) Αυτό φαίνεται να συμφωνεί με την περιγραφή του Ευνάπιου, ο οποίος γράφει ότι ο Θεόφιλος και οι οπαδοί του «κατέστρεψαν ολοσχερώς το ναό και μάχονταν μεταξύ τους για τα λάφυρα που αποκόμισαν από τη λεηλασία της περιουσίας του» (Μουσταφά Ελ Αμπαντί, Η αρχαία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, εκδ. Σμίλη, σ. 184). Εφόσον ο ναός ήταν πέτρινος, θα ήταν δύσκολο ταυτόχρονα να καίγεται και οι οπαδοί του Θεόφιλοι να τον λεηλατούν. Επομένως, αν συνέβησαν και τα δύο πράγματα, πρώτα τον λεηλάτησαν και ύστερα τον έκαψαν. Άλλωστε, ο ναός καταστράφηκε ολοσχερώς μέχρι τα θεμέλια, πράγμα που δεν γίνεται με εμπρησμό αλλά με γκρέμισμα. Οι Χριστιανοί λοιπόν, είτε κατέστρεψαν δια φωτιάς είτε δια γκρεμίσματος το Σαράπειο, πριν τον καταστρέψουν, λεηλάτησαν τους θησαυρούς του. Ο Ευνάπιος γράφει επί λέξει: «Μόνο το πάτωμα του ναού δεν πήραν». Άλλωστε, ο ναός καταστράφηκε ολοσχερώς μέχρι τα θεμέλια, πράγμα που δεν γίνεται με εμπρησμό αλλά με γκρέμισμα. Ο Ευνάπιος όμως ξεκαθαρίζει τα πράγματα και γράφει επί λέξει (Βίοι φιλοσόφων και σοφιστών, 472): «κατεδάφισαν (κατελυμήναντο) το ναό του Σαράπειου», και δεν αναφέρει πουθενά εμπρησμό του ναού. Άρα δεν υπήρξε πυρκαγιά στο Σαράπειο, η οποία να κάψει τα βιβλία της βιβλιοθήκης. Άρα τα βιβλία δεν κάηκαν (αφού δεν υπήρξε πυρκαγιά), αλλά συλήθηκαν. Οι Χριστιανοί λοιπόν, είτε κατέστρεψαν δια φωτιάς (πράγμα απίθανο) είτε δια κατεδάφισης (το πιθανότερο) το Σαράπειο, πριν τον καταστρέψουν, λεηλάτησαν τους θησαυρούς του. Δηλαδή πήραν τα βιβλία που υπήρχαν στις βιβλιοθήκες του, ενώ αντίθετα, τα ξύλινα αγάλματα κάηκαν και τα πέτρινα αγάλματα συνετρίβησαν.
21) Το ερώτημα που τίθεται εν τέλει είναι: ακόμη κι αν όντως έκαψαν τη βιβλιοθήκη του Σαράπειου, είχαν σκοπό οι Χριστιανοί που κατέλαβαν και κατεδάφισαν το Σαράπειο να κάψουν τα βιβλία; Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι πράγματι είχαν;
22) Πριν την ολοκληρωτική καταστροφή του Σαράπειου το κτίριο είχε δηωθεί για πρώτη φορά από τον Αρτέμιο, έπαρχο Αιγύπτου, με προτροπή του Αρειανού επισκόπου Αλεξάνδρειας Γεώργιου, περί το 360 μ.Χ. (Σωκράτη, Εκκλ. Ιστ., 3, 3). Μετά το φόνο του Γεώργιου από τους εθνικούς επί βασιλείας Ιουλιανού, ο Ιουλιανός γράφει στον Εκδίκιο, νέο έπαρχο της Αιγύπτου και ζητά να μεταφερθεί η μεγάλη ιδιωτική βιβλιοθήκη του Γεωργίου στην Κωνσταντινούπολη. Δεν αποκλείεται κατά την πρώτη δήωση του Σαράπειου, εφόσον αυτή έγινε με προτροπή του Γεώργιου, ο αρειανός επίσκοπος να πήρε τα βιβλία που υπήρχαν στο ναό για την ιδιωτική του βιβλιοθήκη. Ο Ιουλιανός ήξερε ότι ο Γεώργιος είχε ιδιωτική βιβλιοθήκη, καθότι γνωρίζονταν από παλιά μεταξύ τους και στην νεότητά του είχε διαβάσει τα βιβλία της βιβλιοθήκης αυτής. Δεν αποκλείεται δηλαδή ο Ιουλιανός να αναφέρεται απλώς στην βιβλιοθήκη που μελέτησε νέος, χωρίς να πρόσθεσε σε αυτήν τίποτε ο Γεώργιος. Ωστόσο, ο Ιουλιανός γράφει 6 μήνες αργότερα σε κάποιον Πορφύριο πως η συλλογή του Γεώργιου ήταν «πολύ μεγάλη και πλήρης και περιείχε φιλοσόφους κάθε σχολής και πολλούς ιστορικούς». Δηλαδή τα βιβλία της βιβλιοθήκης του Γεώργιου ήταν περισσότερα από αυτά που ο Ιουλιανός περίμενε ή που θυμόταν πως είχε. Πράγμα που ενισχύει την πιθανότητα να πήρε από το Σαράπειο τα βιβλία ο Γεώργιος.
23) Ακόμη και η μαρτυρία του Χριστιανού ιστορικού Ορόσιου (Historiae adversus paganus 6, 15, 32), ο οποίος επισκέφτηκε την Αλεξάνδρεια το 415 μ.Χ. δε συνιστά απόδειξη ότι η βιβλιοθήκη του Σαράπειου καταστράφηκε ή κάηκε. Να τι λέει ο Ορόσιος: «στις μέρες μας, μπορούμε βέβαια να δούμε ναούς που διέθεταν κάποτε βιβλιοθήκες, αλλά όχι και τις ίδιες τις βιβλιοθήκες, αφού αυτές τις έχουν εκκενώσει κάποιοι από εμάς. Και επ’ αυτού δε χωρεί αμφιβολία». Πρόκειται για μία ακόμη χαρακτηριστική διαστρέβλωση κειμένων των χριστιανών ιστορικών του 4ου-5ου αι. Ο Ορόσιος δεν λέει ότι «κάποιοι από τους Χριστιανούς» έκαψαν ή κατέστρεψαν τα βιβλία της βιβλιοθήκης του Σαράπειου. Αντίθετα, λέει ότι οι Χριστιανοί «εκκένωσαν τις βιβλιοθήκες». Εκκενώνω σημαίνει αδειάζω. Αδειάζω δεν σημαίνει καίγω. Μπορεί να σημαίνει απλώς ότι οι Χριστιανοί πήραν τα βιβλία που υπήρχαν στο Σαράπειο και τα οικειοποιήθηκαν. Αυτό ταιριάζει πολύ περισσότερο με τη μαρτυρία του παγανιστή Ευνάπιου, ότι οι Χριστιανοί λεηλάτησαν το Σαράπειο. Σε υποψίες πρέπει να μας βάλει το γεγονός ότι ενώ ο Ορόσιος, το 417, γράφει ότι είδε ναούς με βιβλιο-θήκες δίχως βιβλία, δηλαδή μη γκρεμισμένους ναούς, ο Ευνάπιος, που πέθανε το 414, γράφει ότι το Σαράπειο κατεδαφίστηκε. Δηλαδή ο ένας μιλά για μη γκρεμισμένο ναό, ενώ ο άλλος για γκρεμισμένο, κι αυτό – αφού δε γίνεται να καταστράφηκε και να μην καταστράφηκε το Σαράπειο – μας κάνει ν’ αναρωτιώμαστε αν και οι δυο ιστοριογράφοι αναφέρονται στο Σαράπειο και στη βιβλιοθήκη που υποτίθεται ότι υπήρχε εκεί ή αν αναφέρονται σε διαφορετικούς ναούς. Όπως και να ‘χει, η εκκένωση των βιβλίων δεν σημαίνει κάψιμό τους˙ κι εφόσον κανένας ιστορικός, Χριστιανός ή Εθνικός, δεν αναφέρει ούτε υπονοεί κάψιμο βιβλιοθήκης, εφόσον ταυτόχρονα τόσοι πολλοί ανέφεραν στις ιστορίες τους την καταστροφή του ναού του Σαράπειου δίχως να κάνουν λόγο για εμπρησμό, είναι άξιο απορίας, για ποιο λόγο θα έπρεπε η μαρτυρία του Ορόσιου να συνιστά μία (και μοναδική) απόδειξη περί εμπρησμού των βιβλίων.
24) Επίσης, υπάρχει και η εκδοχή της καταστροφής της βιβλιοθήκης υπό τους Άραβες όπως αναφέρει ο άραβας ιατρός Αμπντέλ Λατίφ που επισκέφτηκε την Αίγυπτο τον 12ο αιώνα.

Συμπέρασμα:
Ακόμη κι αν οι Χριστιανοί έκαψαν, εσκεμμένα ή όχι, την βιβλιοθήκη του Σαράπειου, όγκου 42.000 τόμων, οι Εθνικοί έκαψαν ή κατέστρεψαν – άλλοτε εσκεμμένα κι άλλοτε άθελα – τη Βασιλική Βιβλιοθήκη και τη βιβλιοθήκη του Μουσείου, καίγοντας 700.000 + 400.000, 1,1 εκατομμύρια τόμους βιβλίων, αν οι αριθμοί που δίνουν οι Εθνικοί ιστοριογράφοι είναι αληθείς. Πρόκειται δηλαδή για 26πλάσιο ποσό αφανισμένων βιβλίων εν σχέσει προς τα βιβλία που υποτίθεται πως αφάνισαν οι Χριστιανοί. Κανείς ιστορικός, Παγανιστής ή Χριστιανός, δεν αναφέρει ότι για την απώλεια 1.100.000 τόμων του Μουσείου και της Βασιλικής Βιβλιοθήκης ευθύνονται οι Χριστιανοί, πράγμα απολύτως σωστό, αφού οι καταστροφές αυτές συνέβησαν αιώνες προτού επικρατήσουν οι Χριστιανοί. Σύμφωνα με τους.. ορθολογιστές αρχαιολάτρες, βέβαια, οι 42.000 αφανισμένοι τόμοι αποτελούν την «τρομερότερη καταστροφή της αρχαιότητας», ενώ οι εικοσαπλάσιοι αφανισμένοι από τους Εθνικούς τόμοι ήταν «τυχαία γεγονότα, λυπηρά μεν, αλλά δίχως σημαντική επίπτωση στον πολιτισμό και το πνεύμα»! Ιδού το αρχαιολατρικό χάλι.
Εν πάσει περιπτώσει, οι Νεοπαγανιστές και οι Αρχαιολάτρες σκόπιμα ταυτίζουν την «θυγατρική» βιβλιοθηκη του Σεράπειου με τις μεγάλες βιβλιοθήκες του Μουσείου και της Βασιλικής, ώστε να επιρρίπτουν στο Χριστιανισμό την καταστροφή της «Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας».
Αλλά γιατί, τέλος πάντων, έχουν οι περισσότεροι τόση σιγουριά επαναλαμβάνοντας συνεχώς ότι «η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας κάηκε από τον πατριάρχη Θεόφιλο»; Η ιστορία αυτή πρωτοειπώθηκε από τον Γκίμπον τον 18ο αιώνα και έκτοτε επαναλαμβάνεται είτε από τους αφελείς είτε από τους αντιχριστιανούς, δίχως την παραμικρή διάθεση να εξετάσουν περισσότερο το ζήτημα αυτό. Αλλά στο κάτω-κάτω, ο Γίββων δεν είπε ότι τα βιβλία καταστράφηκαν. Είπε «the valuable library of Alexandria was pillaged or destroyed» (The decline and fall of the Roman Empire, Collier Books, N.Y., N.Y., vol II, p. 119). Άλλο λεηλασία και άλλο καταστροφή. Λάθος είναι και η λεηλασία, αλλά τουλάχιστον είναι ψευδές ότι χάθηκε η γνώση εξαιτίας της καταστροφής του Σαράπειου.

21. "Οι Χριστιανοί αφάνισαν σχεδόν όλη την αρχαιοελληνική γραμματεία. Το 99% αυτής κάηκε στις φλόγες των Χριστιανών. Ό,τι απέμεινε διεσώθη κυρίως μέσω των Αράβων".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Λένε πως έχουμε τόσα λίγα αρχαία έργα λόγω των καταστροφών που υπέστησαν από τους καλόγερους και τους Αυτοκράτορες. Ξεχνούν όμως πως
21a
1) οι κύριοι αντιγραφείς αρχαίων έργων ήταν οι χριστιανοί καλόγεροι οι οποίοι δεν αντέγραφαν μόνο ό,τι αρχαίο είχε ομοιότητες με την χριστιανική διδασκαλία, αλλά και άλλα έργα, όπως των Κυνικών, του Ιουλιανού, της Σαπφούς, του Πινδάρου, του Ομήρου, του Κάτουλου, του Ιάμβλιχου, του Πλωτίνου, του Πορφύριου, την Θεογονία ή την Παλατινή ανθολογία με τα τόσα και τόσα ερωτικά ή ακόμη και ομοφυλοφιλικά επιγράμματα, ή τον Αριστοφάνη. Αν έκαναν λογοκρισία κατά των μη χριστιανικών έργων, τότε πώς έχουμε ακόμη διαθέσιμα τα συγγράμματα των παραπάνω προσώπων;
«Άφησαν να χαθεί ό,τι δεν τους εξυπηρετούσε (...). Εξαφάνισαν κάθε ίχνος βέβηλης γι’ αυτούς διδασκαλίας φιλοσόφων με απόψεις άκρως αντίθετες ή ασυμβίβαστες με τις δικές τους», γράφει ο Δαυλός (τ. 37). Αν οι Χριστιανοί έκαιγαν ό,τι ήταν αντίθετο ή ασυμβίβαστο με το Χριστιανισμό, τότε τα βιβλία π.χ. του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη που μιλούν για αιώνιο σύμπαν θα έπρεπε να τα είχαν κάψει και αυτά. Αλλά τα άφησαν, ποιος ξέρει γιατί.
«Από τα Χ έργα του δείνα τραγωδού έχουμε μόνο τα Υ», λεν οι Νεοπαγανιστές. «Άρα φταίν οι Χριστιανοί». Δηλαδή οι Χριστιανοί έκαψαν Χ τραγωδίες του Αισχύλου, αλλά τις υπόλοιπες τις λυπήθηκαν και τις άφησαν! Αν αντιπαθούσαν τον Αισχύλο (Ειδικά τον Αισχύλο, που είναι ευλαβέστατος προς τους «θεούς»), το λογικό είναι ότι θα έκαιγαν όλα τα έργα του. Άρα δεν φταίν αυτοί που χάθηκαν τα υπόλοιπα. Αλλά, όσον αφορά τη συμβολή των καλόγερων στην διάσωση των αρχαίων συγγραμμάτων, οι αντιχριστιανοί Παγανιστές είτε θα δεχτούν ότι οι καλόγεροι διέσωσαν τα αρχαία έργα είτε θα δεχτούν ότι υπήρχαν αντιγραφείς επί πληρωμή στη Χριστιανοσύνη, οι οποίοι αντέγραψαν τα έργα που διαθέτουμε σήμερα. Είτε η διάσωση αποδοθεί στους καλόγερους και τα μοναστήρια είτε αποδοθεί στους πλούσιους Χριστιανούς και Αυτοκράτορες, οι οποίοι πλήρωναν τους επαγγελματίες αντιγραφείς, οι Παγανιστές είναι υποχρεωμένοι να ομολογήσουν πως αυτά τα αρχαία έργα, που οι ίδιοι σήμερα διαβάζουν, διασώθηκαν χάρη σε Χριστιανούς.
2) το Βυζάντιο δέχθηκε πολλές εισβολές και υπέστη πολλές καταστροφές, μεταξύ άλλων και την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 ή τις δυο αλώσεις τη Θεσσαλονίκης, κατά τις οποίες χάθηκαν πολλά χειρόγραφα. Παραδείγματος χάρη ο Μέγας Φώτιος (9ος αι.) στην Μυριόβιβλο αναφέρει πλήθος έργων που υπήρχαν στην εποχή του, αλλά καταστράφηκαν κατά τις συμφορές που έπληξαν το Βυζάντιο, και σήμερα έχουμε μόνο τους τίτλους από αυτά. Ή πάλι, ο καθολικός καρδινάλιος Ισίδωρος τον Ιούλιο του 1453 ανέφερε στον Πάπα ότι στην Κωνσταντινούπολη ακριβώς πριν την Άλωση, υπήρχαν 120.000 τόμοι, οι οποίοι καταστράφηκαν (Κ. Παπαρηγόπουλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 1885, επανέκδ. εκδ. Κάκτος, 1992, τ. 15,1). Φαντάζεται κανείς πόσοι τόμοι υπήρχαν την εποχή της ακμή του Βυζαντίου. Είναι συνεπώς για γέλια οι νεοπαγανιστικοί ισχυρισμοί πως κατά τον Μεσαίωνα δεν υπήρχαν πάνω από 600 τόμοι σε όλη την Ευρώπη. Ποιον νομίζουν ότι κοροϊδεύουν;
Ο Δαυλός (τ. 37) γράφει: «ο πολύς Φώτιος ... έγραφε ένα βιβλίο με το όνομα «Μυριόβιβλος». Σ’ αυτό κατέγραψε τα έργα 280 αρχαίων συγγραφέων (..) Τα πρωτότυπα έργα των συγγραφέων αυτών υπήρχαν ακόμη στην εποχή του. Σήμερα δεν υπάρχουν πια. Κατεστράφησαν, θα λέγαμε, από ανθρώπους που όφειλαν να ξέρουν την αξία τους και ίσως να τους είχε ανατεθεί και η διαφύλαξή τους», υπονοώντας τους καλόγηρους. Καθόλου δε σκέφτεται ο αρθογράφος του Δαυλού τις καταστροφές του 1204 και του 1453 της Κωνσταντινούπολης ή τις δύο αλώσεις της Θεσσαλονίκης από Άραβες και Νορμανδούς τον 10ο και 12ο αιώνα αντίστοιχα, ή άλλες παρόμοιες επιδρομές. Σαν να μην συνέβησαν ποτέ γι’ αυτόν, και συνεπώς την ευθύνη για την απώλεια κάποιων έργων την ρίχνει στους μοναχούς, χωρίς καμμιά δεύτερη σκέψη! Επιστημονική η έρευνά τους! Όπως λέει ο Λατίνος Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος στη διήγησή του, η Κωνσταντινούπολη είχε καεί τρεις φορές από τότε που έφτασαν εκεί οι Φράγκοι και «υπήρχαν περισσότερα καμμένα σπίτια από όσα υπήρχαν στις τρεις πιο μεγάλες πόλεις του βασιλείου της Γαλλίας» (§247). Εξαιτίας της τρίτης στη σειρά πυρκαγιάς «η πόλη καιγόταν όλη εκείνη τη νύχτα και την άλλη μέρα μέχρι το απόγευμα». «Οι καταστροφές που προκλήθηκαν ήταν μεγάλες και χωρίς αμφιβολία, οι ζημιές των βιβλιοθηκών σοβαρότατες. Για τον ιστορικό της λογοτεχνίας, η πρώτη αυτή άλωση της Κωνσταντινούπολης αποτελεί καταστροφή μεγαλύτερη απ’ ό,τι η γνωστότερη άλωση του 1453. Το 1204 τα σπάνια κείμενα που αναφέραμε στην προηγούμενη παράγραφο αφανίστηκαν, αφού δε συναντούμε πια το παραμικρό ίχνος τους από την εποχή που η έδρα της Αυτοκρατορίας μεταφέρθηκε και πάλι στην Κωνσταντινούπολη (1261). Αν δεν είχαν συμβεί τα γεγονότα του 1204, τα κείμενα εκείνα είναι πολύ πιθανό να είχαν βρει το δρόμο τους προς τη Δύση» (L.D. Reynolds και N.G. Wilson, Αντιγραφείς και φιλόλογοι, εκδ. Μορφωτικού ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, σ. 92).
3) στο Βυζάντιο, ήδη από τον 4ο αιώνα επί Αυτοκράτορα Θεοδόσιου Β', στη σχολή που ίδρυσε αυτός, χρηματοδοτημένη και ελεγχόμενη από το κράτος, από τις 31 έδρες διδασκαλίας 10 προωρίζονταν για την ελληνική φιλολογία, ισάριθμες για την λατινική, 5 για την ελληνική ρητορική και 3 για την λατινική. Επίσης ιδρύθηκε και μία έδρα φιλοσοφίας. Ο Βλ. Ρασσιάς (Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Β’, σ. 69) βρίσκει αστεία την άποψη ότι ελληνοποιείται η Αυτοκρατορία με την επικράτηση των ελληνικών εδρών επί των λατινικών. Φυσικά, μόνο αστείο δεν είναι, όταν χρησιμοποιούνται τα ελληνικά στην κρατική εκπαίδευση και στη διοίκηση. Για παράδειγμα, αν τα Σκόπια ή η Αλβανία νομοθετούσε ότι στο εξής τα κρατικά πανεπιστήμια θα ήταν κατά το ήμισυ ελληνόφωνα και κατά το ήμιση σλαβόφωνα ή αλβανόφωνα, ότι θα διδάσκονταν η νεοελληνική φιλολογία περισσότερο από την σλαβική ή την αλβανική, και ότι οι νόμοι θα δημοσιεύονταν όχι μόνο στα σλαβικά ή τα αλβανικά αλλά και στα ελληνικά, τότε η άποψη ότι «η Αλβανία ή τα Σκόπια εξελληνίζονται» μόνο αστεία δε θα ήταν. Επίσης από την ίδια εποχή ο Ισίδωρος, χριστιανός μηχανικός συνέταξε την πρώτη συλλογή έργων του Αρχιμήδη, ενώ ο ίδιος ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη Σχολή Μηχανικών, στην οποία χρησιμοποιούσε ως εγχειρίδια τα έργα του Αρχιμήδη και τα Στοιχεία του Ευκλείδη (Β. Σπανδάγου-Ρ. Σπανδάγου-Δ. Τραυλού, Οι θετικοί επιστήμονες της βυζαντινής εποχής, εκδ. Αίθρα, σ. 40). Συνεπώς από την απαρχή ήδη οι Βυζαντινοί ενδιαφέρθηκαν να συλλέξουν την φιλολογία των προηγούμενων αιώνων, και δεν ισχύει ότι ενδιαφέρον άρχισαν να δείχνουν αργότερα.
Αλλά, αξίζει να πάμε εξήντα χρόνια πίσω, επί της βασιλείας του «ανθέλληνα» Κωνστάντιου Β’, στον οποίο ξεδιάντροπα οι Παγανιστές φορτώνουν κατηγορίες για «γενοκτονία κατά των Ελλήνων». Με δυο λέξεις, δίχως το ζήλο του Κωνστάντιου Β’, σήμερα δε θα είχε μείνει τίποτε από την αρχαία ελληνική λογοτεχνία. Είκοσι χρόνια μόνο μετά το θάνατο του Μ. Κωνσταντίνου, το 357, «σε ένα μεγάλο αυτοκρατορικό κέντρο αντιγραφής, οργανωμένο και επιχορηγούμενο από το κράτος [σημ.: από τον «Ανθέλληνα Κωνστάντιο»!], μια ομάδα καλλιγράφων μετέγραφε τα έργα των Ελλήνων ποιητών, φιλοσόφων, ρητόρων, ιστορικών, όχι μόνο των πιο μεγάλων, αλλά όλων εκείνων που ήταν ακόμα δυνατό να βρεθούν χειρόγραφά τους. Γιατί είναι βέβαιο ότι έγινε ευρύτατη έρευνα για να συγκεντρωθούν τα παλαιά αυτά χειρόγραφα, για τα οποία ο Θεμίστιος λέει καθαρά ότι ήταν σχεδόν καταστραμμένα. Ήταν ακόμα, σχεδόν πάντοτε, ειλητάρια, τα περισσότερα από πάπυρο: τα μετέγραψαν, το καθένα ίσως σε πολλά αντίγραφα, σε κώδικες, συνήθως από περγαμηνή. Έτσι, στην πόλη που η παιδεία και ο πολιτισμός της θα ακτινοβολούσαν στον μεσαιωνικό κόσμο, σχηματίστηκε μια τεράστια συλλογή βιβλίων, όπου περισυλλέχτηκαν η λογοτεχνία και η σκέψη της αρχαίας Ελλάδας, ενώ πήγαιναν να εξαφανιστούν [σημ.: δηλαδή, ώς τότε οι Παγανιστές δεν ενδιαφέρθηκαν να αντιγράψουν τα αρχαία έργα, κι αν δεν το έκανε αυτό ο «μισέλληνας» Κωνστάντιος, αυτά θα χάνονταν οριστικά!]. (...) Η ελληνική κληρονομιά σώθηκε για πρώτη φορά, ας το επαναλάβουμε, στο αυτοκρατορικό κέντρο αντιγραφής που ιδρύθηκε στα μέσα του 4ου αιώνα: εκεί οι καλλιγράφοι μετέγραψαν σε περγαμηνούς κώδικες όλα τα αρχαία έργα που μπόρεσαν να συγκεντρώσουν και να διαβάσουν με δυσκολία καθώς τις περισσότερες φορές ήταν γραμμένα πάνω σε παλαιά ειλητάρια από πάπυρο» (P. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, σ. 57-59). Ο, σύμφωνα με τους Νεοπαγανιστές, τρομερός.. μισέλληνας (!) Κωνστάντιος Β’ εξέδοσε στις 24 Φεβρουαρίου 357 νόμο (Θεοδ. Κώδ. XIV, 1,1), ο οποίος πρόσταζε: «(...) Στην διακεκριμένη τάξη των δεκουριών με κανένα τρόπο να μην καταλαμβάνει κάποιος θέση πρώτης τάξεως αν δεν είναι πιστοποιημένο ότι διαπρέπει στη χρήση και στην άσκηση των ελευθερίων σπουδών [σημ.: φιλοσοφία, γραμματική κ.λπ.] και ότι είναι καλλιεργημένος στα γράμματα. (...) Και για να μην αρνηθούμε στη λογοτεχνία – που είναι η επιφανέστερη από όλες τις αρετές – τις ανταμοιβές που της ταιριάζουν, η πρόνοιά μας θα τιμήσει προάγοντας σε επιφανέστερον εκείνον που χάρη στις σπουδές και στη δεινότητα του λόγου του θα φανεί άξιος της πρώτης θέσεως». Αυτά διέταζε ο Κωνστάντιος Β’, που «άρχισε διωγμούς κατά Ελλήνων».
4) Οι Νεοπαγανιστές δεν ξέρουν τι λένε και συνεχώς φάσκουν κι αντιφάσκουν, ώστε να πείσουν ότι από τη μια κάηκαν όλα τα βιβλία κι από την άλλη έχουμε τόσες χιλιάδες αρχαία έργα. Έτσι, διαβάζουμε «(..) επυρπολήθη, το 724, η Οικουμενική Σχολή όπου στεγαζόταν η μοναδική αξιόλογη βιβλιοθήκη της Νέας Ρώμης, στην οποία πρέπει να βρίσκονταν όλα τα έως τότε σωζόμενα Ελληνικά βιβλία» (Βλάση Ρασσιά, Υπερ της των Ελλήνων νόσου, εκδ. Ανοιχτή Πόλη, σ. 167). Εκτός του ότι η νεώτερη ιστορική έρευνα απορρίπτει την ιστορία του εμπρησμού από τον εικονομάχο Λέοντα Γ’ ως προσπάθεια σπίλωσής του από τους εικονολάτρες (Πολύ σημαντικό αυτό: δείχνει ότι οι εμπρησμοί βιβλιοθηκών ήταν μεμπτή πράξη στα μάτια των Ορθοδόξων εικονολατρών, κι όχι.. θεάρεστη πράξη, όπως αγωνιούν οι Νεοπαγανιστές να μας πείσουν, και γι’ αυτό το λόγο οι Ορθόδοξοι ιστοριογράφοι διέδοσαν τη φήμη), η έμφαση που εξ επίτηδες δίνεται, «όλα τα έως τότε σωζόμενα βιβλία», είναι ψέμμα, αφού είναι πασίγνωστο ότι π.χ. ο Φώτιος, Πατριάρχης και... φυσικά κάτοικος Κωνσταντινούπολης, αναφέρει στη Μυριόβιβλο ένα ελάχιστο τμήμα των βιβλίων.. τα οποία, αφού όπως ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές, βρίσκονταν όλα στην πυρποληθείσα.. «Οικουμενική Σχολή» (Τέτοια σχολή δεν υπήρχε επί Λέοντος Γ’. Υπήρξε «Οικουμενικόν Διδασκαλείον» επί Ιουστινιανού, και «Πανδιδακτήριον» επί Λέοντα Γ’.), είχαν καεί έναν αιώνα πριν. Θα έγινε «ανάσταση βιβλίων», αφού «όλα τα έως τότε σωζόμενα Ελληνικά βιβλία» βρίσκονταν στην καμμένη βιβλιοθήκη. Το γνωστό ελεεινό παραμύθι περί «τελευταίων βιβλίων», που συνοψίζει όλον τον παραλογισμό της Νεοειδωλολατρικής σκέψης, για ακόμη μια φορά επανεκδιδόμενο.
5) Η τυπογραφία ανακαλύφθηκε το 1454 και ώς τότε η αντιγραφή έργων ήταν επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία, με αποτέλεσμα να γίνεται κάποτε «επιλογή» των έργων προς αντιγραφή, ανάλογα με τη σπουδαιότητά τους. Και στην ελληνιστική εποχή υπήρχε ανάλογο πρόβλημα, και ήδη από τότε έργα διάφορων π.χ. του Δημόκριτου σπάνιζαν ακριβώς επειδή οι περισσότεροι αντιγραφείς επικεντρώνονταν στα σημαντικότερα συγγράματα, όχι κατανάγκη λόγω λογοκρισίας, αλλά λόγω έλλειψης χρόνου για την αντιγραφή και διάδοση τόσων πολλών έργων. Το έργο του Ηράκλειτου είχε χαθεί πριν την ελληνιστική εποχή. Αλλά ακόμη και γραπτά Χριστιανών π.χ. του Προαιρέσιου (επί Ιουλιανού έζησε) έχουν χαθεί. Αναφέρει ο Παυσανίας: «το ποίημα αυτό του Ηγησίνου δεν το διάβασα, γιατί είχε εκλείψει προ της εποχής μου» (9, 29, 2). Κι αλλού, για το έργο του ορχομενίου ποιητή Χερσία (περ. 600 π.Χ.): «είχε ξεχαστεί επί των ημερών μου» (9, 38, 9).
6) Η βυζαντινή εποχή καλύπτει 11,5 αιώνες και δε μπορεί κανείς να γενικεύει με αφορμή κάποια περιστατικά των πρώτων 2 αιώνων, και να λέει ότι οι Βυζαντινοί κατέστρεψαν τα αρχαία συγγράματα. Αν οι Βυζαντινοί είχαν εξ αρχής σκοπό να καταστρέψουν τα αρχαία συγγράματα, ας είναι όλοι σίγουροι, μέσα στους 11,5 αιώνες σίγουρα θα το πετύχαιναν. Είχαν όλο τον καιρό!
7) Όπως υπάρχουν παντού ακραίοι και μετριοπαθείς, έτσι και στο Χριστιανισμό, μπορεί να υπήρχαν κάποιοι που δεν ήθελαν την ελληνική παιδεία, αλλά οι περισσότεροι ήταν μετριοπαθείς και την ήθελαν, και γι' αυτό επέζησαν τα αρχαιοελληνικά κείμενα. Δε μπορεί για τις πράξεις ενός μικρού τμήματος να κατηγορείται το σύνολο.
8) Πολλά αρχαία συγγράμματα αντιγράφονταν πάνω σε πάπυρο, ο οποίος είναι εξαιρετικά ευαίσθητο υλικό. Επιπλέον, όταν οι Μουσουλμάνοι κατέλαβαν την Αίγυπτο, την κύρια προμηθεύτρια σε πάπυρο χώρα, η έλλειψη παπύρου οδήγησε αναπόφευκτα σε μείωση της παραγωγής αντιγραφών. Αντί παπύρου χρησιμοποιήθηκαν επεξεργασμένα δέρματα ζώων, που ήταν ανθεκτικότερα από τον πάπυρο, αλλά πιο ακριβά και δύσκολα στην επεξεργασία. Έτσι λοιπόν, ενώ η παγανιστική Ρώμη είχε την ευχέρεια να διαθέτει φθηνά και πολλά μέσα αντιγραφής, αυτό έγινε δύσκολο μετά τον 6ο αιώνα.
9) Η μεγάλη έλλειψη (λόγω της κατάκτησης της Αιγύπτου και των διαρκών εισβολών σε κάθε τμήμα της Ρωμανίας) παπύρων οδήγησε πολλές φορές στο φαινόμενο των λεγόμενων παλίμψηστων παπύρων: με ειδικό τρόπο ξυνόταν η μελάνη του κειμένου σε έναν πάπυρο και γραφόταν κάτι άλλο. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις, επειδή το ξύσιμο δεν ήταν τέλειο, μπορούν να διαβαστούν τα αρχικά κείμενα. Πάντως, δεν μπορούν να κατηγορηθούν οι καλόγεροι ούτε για την έλλειψη αντιγραφικών μέσων ούτε πως εσκεμμένα έσβηναν αρχαία συγγράμματα. Πολλές φορές σβήνονταν και χριστιανικά συγγράμματα, π.χ. συγγράμματα του Άγιου Γρηγόριου του Θεολόγου σβήνονταν χάρην άλλων χριστιανών συγγραφέων (H. Hunger, Ο κόσμος του βυζαντινού βιβλίου, εκδ. Καρδαμίτσας, σ. 27). Αφού, λοιπόν, αυτό γινόταν και για χριστιανικά συγγράμματα, συνεπάγεται ότι οι Χριστιανοί δεν έσβηναν τα αρχαία κείμενα επειδή τα μισούσαν, αλλά επειδή δεν είχαν αρκετή γραφική ύλη. Εξάλλου, με τη νέα τεχνολογία μπορούμε να διαβάζουμε τους παλίμψηστους πάπυρους, οπότε ουδέν πρόβλημα.
10) Ωστόσο δεν μπορούμε να πούμε ότι οι χριστιανοί αντιγραφείς αδιαφορούσαν για τα αρχαία αντίγραφα. Τα παλαιότερα σωζόμενα αντίγραφα αρχαίων συγγραμμάτων χρονολογούνται στον 9ο αιώνα. Πράγμα που αποδεικνύει ότι – παρ’ όλες τις καταστροφές, την έλλειψη χαρτικής ύλης – υπήρχε ενδιαφέρον για τη συντήρησή τους. Δηλαδή ένα αρχαίο αντίγραφο του 9ου αιώνα διατηρήθηκε από τους Ρωμηούς επί 6 αιώνες, ώς το 1453. Βιβλία διατηρημένα επί 600 χρόνια! Η περίοδος του 7ου και 8ου αι. ήταν γεμάτη εισβολές και η Ρωμανία είχε περιοριστεί εδαφικά πολύ. Αντίγραφα από εκείνη την εποχή, ακόμη και χριστιανικά, βρίσκουμε ελάχιστα. «Πρέπει να προφυλαχτούμε από δύο λάθη. Το πρώτο θα ήταν να κατηγορήσουμε για σκοταδισμό μια εποχή που ίσως φάνηκε να αδιαφορεί για το «διαφωτισμό» μόνο και μόνο γιατί είχε να επιλύσει πιο επείγοντα προβλήματα˙ και κατόρθωσε να τα επιλύσει. (...) Για την περίοδο που εξετάζουμε δεν έχουμε, θα λέγαμε, κανένα κοσμικό χειρόγραφο. Συγχρόνως όμως δεν έχουμε παρά έναν εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό θρησκευτικών χειρογράφων. Το δεύτερο αμβλύνει το πρώτο και μας κάνει επιφυλακτικότερους απένατι στην προκατάληψη ότι τα έργα της κοσμικής φιλολογίας, ιδιαίτερα εκείνα της αρχαίας Ελλάδας, ήταν τα μόνα που έπαψαν να αντιγράφονται. Μπορεί πραγματικά να παραμελήθηκαν, αλλά πάντως η στατιστική των χειρογράφων δεν αποδεικνύει κάτι τέτοιο: γιατί είναι απίθανο την ίδια εποχή να μην αντέγραψαν καθόλου θρησκευτικά έργα, απίθανο επίσης να μην αντέγραψαν ούτε νομικά, ιατρικά ή επιστημονικά έργα – και ωστόσο ούτε από αυτά σώζονται περισσότερο» (P. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, σ. 72, 74).
11) Όσον αφορά τα επιστημονικά βιβλία, όπως συγγράμματα ιστορίας ή γεωγραφίας, πολλά κείμενα χάθηκαν, γιατί ήταν πεπαλαιωμένα. Η αντιγραφή της Γεωγραφίας του Ερατοσθένη θεωρούνταν – δεδομένων και των πολιτικών/οικονομικών δυσχεριών – χάσιμο χρόνου, τη στιγμή που το αντίστοιχο έργο του Στράβωνα ήταν καλλίτερο. Πράγματι, το τελευταίο διασώζεται αυτούσιο. Παρομοίως, αρχαιότερα ρωμαίικα ιστορικά χρονικά δεν σώθηκαν διότι – εκτός των άλλων – δεν νοιάστηκαν να τα αντιγράψουν, επειδή θεωρούσαν πως οι χρονικά επόμενοι ιστοριογράφοι ήταν καλλίτεροι.
Αντίστοιχα, για έργα φιλοσόφων τρίτης ή τέταρτης διαλογής, δεν γινόταν να ενδιαφερθούν οι αντιγραφείς των Μέσων Χρόνων. Τη στιγμή που συγγράμματα φιλοσόφων όπως ο Ηράκλειτος, ο Δημόκριτος, ο Πύρρωνας, είχαν χαθεί αιώνες πριν, λόγω αδιαφορίας των εθνικών αντιγραφέων (ή λόγω σκοπιμότητας των φιλοσοφοφάγων Ειδωλολατρών ιεροφαντών και μάντεων αλλά και αντίζηλων φιλοσοφικών σχολών), τη στιγμή που τα βιβλία των λιγότερο διάσημων φιλόσοφων δεν είχαν καλύτερη μεταχείριση από τους Εθνικούς, δε θα περίμενε κανείς από τους χριστιανούς αντιγραφείς τίποτα άλλο, παρά να επικεντρωθεί η αντιγραφή στους σημαντικότερους φιλοσόφους. Ό,τι γινόταν στην αρχαιότητα, το ίδιο έγινε και στην χριστιανική εποχή.
12) Ακόμη και για την κατά το Μεσαίωνα βάρβαρη κι αιρετική Δύση, εν πολλοίς δεν ισχύει εικόνα που έχουμε όσον αφορά την συμπεριφορά προς τα προχριστιανικά βιβλία. Ελάχιστες φορές κάηκαν συγγράματα. Αυτά που καιγόταν ήταν συνήθως αραβικά και ιουδαϊκά βιβλία (Ταλμούδ) και όχι τα αρχαία ελληνικά και λατινικά. Για παράδειγμα, ο Λουδοβίκος IX έκαψε ιουδαϊκά βιβλία, αφού πρώτα ο πάπας αναθεμάτισε το Ταλμούδ, επειδή αυτό περιέγραφε τον Ιησού ως κοινό εγκληματία. Ωστόσο τέτοιες πράξεις παρέμειναν η εξαίρεση (Henri-Jean Martin, The History and Power of Writing, Univ. of Chicago: 1994., p. 173). Η Ιερά Εξέταση της Ισπανίας τον 16ο αιώνα έκαψε πλήθος ιουδαϊκών κι αραβικών βιβλίων (Henri-Jean Martin, The History and Power of Writing, Univ. of Chicago: 1994., p. 270), αλλά όχι αρχαία ελληνικά – αυτά διατηρήθηκαν, και άλλωστε οι αραβικές μεταφράσεις ελληνικών έργων είχαν μεταφερθεί στα λατινικά πολύ πιο πριν (τον 13ο –14ο αι.). Αξιοσημείωτο είναι ότι η γνωστή λίστα των απαγορευμένων βιβλίων της Παπικής Εκκλησίας, το περίφημο Index, που πρωτοεξεδόθη στις 24/3/1524, δεν απαγορεύει την ανάγνωση αρχαίων κειμένων, αλλά μόνο «αιρετικών», και μάλιστα λέει – το κείμενο του Index – πως η ανάγνωση των Ελληνικών και Λατίνων συγγραφέων γίνεται ανεκτή εξαιτίας της κομψότητας και καθαρότητας της γλώσσας τους (Henri-Jean Martin, The History and Power of Writing, Univ. of Chicago: 1994., p. 269).
13) Στη Δύση, η γνώση των αρχαίων συγγραφέων χάθηκε λόγω των αλλεπάλληλων επιδρομών των βαρβάρων˙ των Βανδάλων στη ΒΔ Αφρική, όπου ίδρυσαν βασίλειο το 429 – ο Ιουστινιανός απελευθέρωσε έναν αιώνα αργότερα την περιοχή – των Βίκινγκ στην Αγγλία (787) και την Γαλλία (840-911), των Ούγγρων στη Γαλλία (τέλη 9ου αι.), των Νορμανδών τον 9ο και 10ο αι. στην Β.Δ. Ευρώπη. Το 390 περίπου, οι Γαλάτες έκαψαν τα αρχεία των ρωμαϊκών νόμων.Το 867, για παράδειγμα, οι Δανοί επέδραμαν την βόρεια Αγγλία και η Υόρκη καταστράφηκε μαζί με τα βιβλία ενώ οι λόγιοι και οι ιερείς σφάχτηκαν ή έφυγαν. Κάθε παρόμοια επιδρομή βαρβάρων σε πρώην τμήματα της δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας επέφερε πολιτιστική οπισθοδρόμιση. Ως αποτέλεσμα των επιδρομών, οι πόλεις μίκραιναν σε μέγεθος, η οικονομία κατέρρευσε, και συνακόλουθα το εκπαιδευτικό σύστημα της Δυτικής Ευρώπης, που βασιζόταν στην ευμάρεια και τη σταθερότητα, κατέρρευσε.
14) Αντίστοιχα για τη Ρωμανία, τις ελάχιστες φορές που κάηκαν συγγράμματα, αυτά ήταν συγγράμματα αιρετικών. Μερικά συγγράμματα του Άρειου και τα συγγράμματα των Εικονομάχων. Ωστόσο, η κυριότερη αιτία της εξαφάνισης των έργων του Άρειου ή των Εικονομάχων ήταν ότι κανείς δεν τα αντέγραφε (Υπήρχαν επαγγελματίες, επί πληρωμή αντιγραφείς.) κι έτσι αυτά χάνονταν με την φθορά που προκαλούσε ο χρόνος. Κάνοντας μια σύγκριση βλέπουμε, πως ενώ τα παγανιστικά αντιχριστιανικά έργα του Ιουλιανού διασώθηκαν – ακόμη και επιστολές του υπάρχουν σήμερα – χάθηκαν τα αιρετικά βιβλία μόνο. Οι Βυζαντινοί, δηλαδή, είχαν επίγνωση της διάκρισης μεταξύ παγανιστικών και αιρετικών ή μαγικών συγγραμάτων. Τα πρώτα τα διέσωζαν, τα δεύτερα τα άφηναν να χαθούν. Εξάλλου, ενώ υπάρχουν αυτοκρατορικά έδικτα που απαγορεύουν τις θυσίες, δεν υπάρχει κάποιο έδικτο που να προστάζει την καταστροφή της αρχαίας λογοτεχνίας. Ούτε κι το κάψιμο ορισμένων αρειανικών συγγραμμάτων αποτελεί κάποια «ορθόδοξη ιερά εξέταση»: είναι απλώς στο πνεύμα της εποχής, με το κάψιμο Γραφών από τον Διοκλητιανό, τις εξορίες των Ορθοδόξων από αρειανούς αυτοκράτορες και την χαρά του Ιουλιανού που τα συγγράμματα του Επίκουρου τα κατέστρεψαν οι θεοί.
15) Δεν υπήρχε πάντα – εξαιρουμένων των διασημότερων αρχαίων συγγραφέων – η συναίσθηση ότι κάθε τι είναι οπωσδήποτε πολύτιμο. Και στην εποχή μας, πολλές τηλεοπτικές σειρές, κυρίως των πρώτων χρόνων της ελληνικής τηλεόρασης χάθηκαν, διότι απλούστατα κανείς δε σκέφτηκε να τις βιντεοσκοπήσει˙ κανείς δε σκέφτηκε πως ο,τιδήποτε αντιγραφόταν και σωζόταν – ακόμη κι αν στις μέρες του ήταν μικρής αξίας – ήταν καλό για τον πολιτισμό. Πολλά ρεμπέτικα και σμυρνέικα τραγούδια ηχογραφήθηκαν στις αρχές του εικοστού αιώνα με τη μέθοδο του κεριού, και οι αρχικές ηχογραφήσεις αφέθηκαν να καταστραφούν, απλώς διότι δεν σκέφτηκε κανείς ότι μετά από 80 ή 100 χρόνια θα ήταν πολύτιμες. Δεν μπορούμε να πούμε ότι ήταν εσκεμμένη η απώλεια. Το ίδιο συνέβη με αρχαία συγγράμματα τρίτης ή τέταρτης διαλογής.
16) Αναρωτάται κανείς πώς γίνεται οι Βυζαντινοί να κατεδίωκαν την ελληνική παιδεία, και ταυτόχρονα στα σχολικά μαθήματά τους (φιλολογικά μαθήματα του Γυμνασίου-Λυκείου) να περιλαμβάνονταν η μελέτη αρχαίων τραγωδιών (π.χ. Πέρσες, Προμηθέας Δεσμώτης και Επτά επί Θήβας του Αισχύλου, Αίας, Ηλέκτρα και Οιδίπους Τύραννος, του Σοφοκλή, Εκάβη, Ορέστης και Φοίνισσες του Ευριπίδη) καθώς επίσης και κωμωδίες του Αριστοφάνη (Πλούτος, Νεφέλες, Βάτραχοι), αποσπάσματα από τον Ησίοδο, τον Πίνδαρο, τον Θεόκριτο, διάλογοι του Λουκιανού, λόγοι του Δημοσθένη και του Ισοκράτη, ορισμένοι διάλογοι του Πλάτωνα, κείμενα του Ξενοφώντα και άλλων (Θ.Μαρκόπουλου, Στο σχολείο με χαρτί και καλαμάρι, εκδ. Καλειδοσκόπιο, σ. 25-26); «Δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστεύουμε ότι η εκπαίδευση ενός νεαρού Έλληνα του 5ου αιώνα διέφερε ριζικά από την εκπαίδευση ενός νέου του 2ου αιώνα» (P. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, σ. 50). Το νεοπαγανιστικό επιχείρημα, ότι τάχα οι Βυζαντινοί φταίνε για τα τόσα λίγα τραγικών ποιητών που έχουμε σήμερα δεν εξηγεί πώς γίνεται οι Βυζαντινοί να κατέστρεφαν τις τραγωδίες αφού τις δίδασκαν στα σχολεία τους; Πώς γίνεται ο Όμηρος να αποκαλείται «ο Ποιητής»;
17) «Στην πραγματικότητα, ένας από τους κυριότερους λόγους που προκάλεσαν την απώλεια κλασικών κειμένων ήταν χωρίς αμφιβολία ότι περισσότεροι Χριστιανοί δεν έδειχναν ενδιαφέρον να τα διαβάσουν, και έτσι τα κείμενα αυτά δεν πολλαπλασιάζονταν με νέα αντίγραφα αρκετά για να εξασφαλιστεί η επιβίωσή τους σε μια εποχή πολέμων και καταστροφών» (L.D. Reynolds και N.G. Wilson, Αντιγραφείς και φιλόλογοι, εκδ. Μορφωτικού ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, σ. 66). Ούτε όμως τα γραπτά μικρότερων φιλοσόφων είχαν διαφορετική μεταχείριση από τους πολυθεϊστές ούτε είναι λογικό να δεχτούμε ότι ο Πλάτων αντέγραφε ή προέτρεπε να αντιγράφουν τον Δημόκριτο ή ότι ο Ιουλιανός προέτρεπε να αντιγράφουν τον Επίκουρο. Μόνο όσοι φιλόσοφοι είχαν οπαδούς, δηλαδή μόνο οι γνωστότεροι από τις μεγάλες σχολές, είχαν τη βεβαιότητα ότι τα έργα τους θα αντιγράφονται. Έστω, όμως: το συμπέρασμα είναι ότι, κανείς δεν μπορεί να κατηγορεί τους Χριστιανούς, ότι έκαψαν τα αρχαία βιβλία. Άλλο πράγμα η αδιαφορία – για την οποία έχουμε σοβαρούς λόγους να αμφιβάλλουμε – κι άλλο η απόπειρα καταστροφής. Όποιος συγχέει το πρώτο με το δεύτερο, δεν ξέρει τι λέει.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 8:43 pm

Υπάρχει μια άλλη εξήγηση που δίνεται για τον αντιγραφικό ζήλο των Χριστιανών: επειδή ήθελαν να προσελκύσουν τους μορφωμένους Ειδωλολάτρες, οι Χριστιανοί ήταν αναγκασμένοι να έρθουν σε επαφή με την προχριστιανική λογοτεχνία, ώστε να μπορούν να συζητάν σε φιλοσοφικό επίπεδο, χρησιμοποιώντας φιλοσοφικούς όρους, με τους μορφωμένους Εθνικούς. Γι’ αυτό έπρεπε να μελετούν και άρα να αντιγράφουν την προχριστιανική ελληνική λογοτεχνία και φιλοσοφία. Η εξήγηση αυτή προσπαθεί να αποδείξει ότι «οι Χριστιανοί δεν αντέγραφαν τα αρχαία ελληνικά κείμενα από δικό τους ενδιαφέρον γι’ αυτά, αλλά για λόγους προσηλυτισμού». Προκύπτει όμως το εξής ερώτημα: Έστω ότι έγινε έτσι, σύμφωνα με την εξήγηση αυτή. Γιατί τότε, όταν είχαν εκχριστιανιστεί πλέον όλοι οι μορφωμένοι Ειδωλολάτρες, λ.χ. τον 9ο, τον 10ο, τον 11ο, τον 12ο, τον 13ο, τον 14ο αι., όταν όλοι οι μορφωμένοι ήταν Χριστιανοί, οι Χριστιανοί συνέχιζαν να αντιγράφουν τα αρχαία ελληνικά κείμενα; Θα ήταν γελοίο να ισχυριστεί κανείς «από συνήθεια». Συνεπώς δεν ήταν μόνο λόγω της προσέλκυσης μη Χριστιανών, αλλά και λόγω της έμφυτης αγάπης των Ορθόδοξων Ρωμηών για τα έργα των αρχαίων Ελλήνων προγόνων τους, που τα αρχαία συγγράμματα αντιγράφονταν από τους Χριστιανούς.
18) «Δεν υπάρχει καμία βάσιμη μαρτυρία ότι γινόταν λογοκρισία. Η περίφημη δήλωση του ουμανιστή Πέτρου Αλκυονίου (Petrus Alcyonius, 1468-1527), ότι οι εκκλησιαστικές αρχές προκάλεσαν την πυρπόληση των κειμένων των ειδωλολατρικών ποιητών, δεν επιβεβαιώνεται από καμιά πηγή. Τα έργα των πολυάριθμων συγγραφέων που αναφέρει μιλώντας για το θέμα αυτό είχαν πιθανότατα χαθεί από άλλες αιτίες ήδη στα τέλη των Σκοτεινών Αιώνων. (...) Από την άλλη, δεν έχει ώς τώρα επισημανθεί ούτε μία περίπτωση η Εκκλησία να έχει πάρει παρόμοια μέτρα εναντίον κάποιου κλασσικού κειμένου» (L.D. Reynolds και N.G. Wilson, Αντιγραφείς και φιλόλογοι, εκδ. Μορφωτικού ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, σ. 68, 69). Πολλοί κατηγόρησαν το Χριστιανισμό, ότι αφάνισε τα προχριστιανικά βιβλία, «δίχως να λάβουν υπόψη τους ότι οι χριστιανοί δεν ήταν οι μόνοι ούτε καν οι πραγματικοί υπεύθυνοι γι’ αυτή την καταστροφή και ότι πολλοί από αυτούς διατηρούσαν την αγάπη για την ειδωλολατρική παιδεία που τους είχε διαποτίσει στα σχολικά τους χρόνια» (P. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, σ. 46).
19) Τέλος να σημειώσουμε ότι, όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας των Ο ταξικός αγώνας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο και Τα αίτια του πελοποννησιακού πολέμου, «Στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα ο αναλφαβητισμός ήταν, τις περισσότερες εποχές και στις περισσότερες περιοχές, τόσο διαδεδομένος όσο σε πολλές χώρες του Τρίτου Κόσμου σήμερα. Νομίζω ότι δεν θα υπερέβαλλα αν έλεγα ότι μόνο μια μικρή μειονότητα του πληθυσμού θα είχε διαβάσει κάποιο από τα έργα που τώρα πια αποτελούν τη βασική ύλη της διδασκαλία των κλασικών σπουδών στην Αγγλία» (De Ste. Croix G.E.M., Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη, ΜΙΕΤ, σ. 369), και, αν αυτό αληθεύει, θα πρέπει να σταματήσουν οι κατηγορίες περί «αμάθειας» που δήθεν την προκάλεσε ο Χριστιανισμός.
Οι Νεοπαγανιστές και οι Αρχαιολάτρες (εθνικιστες και διεθνιστές) ισχυρίζονται πως οι Χριστιανοί αδιαφόρησαν και παραμέλησαν για την αντιγραφή και διάδοση των κλασσικών κειμένων. Αφού σύμφωνα με αυτούς «οι Χριστιανοί απέρριπταν με μίσος την ελληνική φιλοσοφία», γιατί έπραξαν όλα αυτά τα παρακάτω;
-Στον 3ο αι. υπήρχε μια χριστιανική βιβλιοθήκη στην Καισάρεια, που βασίστηκε στις βιβλιοθήκες του Ωριγένη και του Πάμφυλου, οι οποίες περιείχαν πολλά ειδωλολατρικά φιλοσοφικά και κλασσικά κείμενα, και που χρησιμοποιήθηκε εκτενώς από τον Ευσέβιο (Harry Y. Gamble, Books and Readers in the Early Church, Yale: 1995, p. 155).
-Μεταξύ 212 και 250, ο πάπας Αλέξανδρος ίδρυσε μια παρόμοια βιβλιοθήκη στην Ιερουσαλήμ, η οποία περιείχε και κλασσικά έργα (π.χ. την Οδύσσεια) (Harry Y. Gamble, Books and Readers in the Early Church, Yale: 1995, p.15).
-Ο Κλήμης της Αλεξάνδρειας είχε αναφέρει 248 διαφορετικούς συγγραφείς, πολλοί από τους οποίους ήταν κλασσικοί (Michael H. Harris, History of Libraries in the Western World, Scarecrow:1995., p. 61).
-Μεταξύ 320 και 325, ο Παχώμιος ίδρυσε το πρώτο κοινοβιακό μοναστήρι στην άνω Αίγυπτο. Το μοναστήρι αυτό ήταν γνωστό για τη χρηση και αντιγραφή κλασσικών συγγραμμάτων. Μερικά από τα αρχαιολογικά υπολείμματα αυτών των μοναστηριών έχουν αποκαλύψει έργα όπως τις Προτάσεις του Σέξτου και την Πολιτεία του Πλάτωνα.
-Στα 361, ο Γρηγόριος, επίσκοπος της Αλεξάνδρειας, δολοφονήθηκε από τον όχλο. Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός πήρε τη βιβλιοθήκη του, η οποία ήταν γεμάτη με κλασσικά κείμενα. Ο επίσκοπος κατείχε και χρησιμοποιούσε πολλά παγανιστικά έργα (Michael H. Harris, History of Libraries in the Western World, Scarecrow:1995. p. 61, Harry Y. Gamble, Books and Readers in the Early Church, Yale: 1995, p. 175˙ Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ', σ. 341).
-Μεταξύ 461-468, ο Ιλάριος της Ρώμης έχτισε μια βιβλιοθήκη στη Ρώμη, με εργα ελλήνων και λατίνων. Το ίδιο το κτήριο αποτελείτο από δύο μέρη, ένα για τα ελληνικά και ένα για τα λατινικά βιβλία, ακριβώς όπως οι κλασσικές παγανιστικές βιβλιοθήκες (Harry Y. Gamble, Books and Readers in the Early Church, Yale: 1995, p. 164).
-Ο Ιωάννης Στοβαίος, τον 5ο αιώνα συνέγραψε σύγγραμμα που περιελάμβανε ηθικά και γνωμικά συμπεράσματα ακόμη και για την πολιτική επιστήμη, τα οποία σταχυολόγησε από 500 περίπου αρχαίους συγγραφείς και ποιητές.
-Αρχές του 6ου αιώνα, ο Βοήθιος (†524) έγραψε τα σχόλια στους ελληνικούς και λατινικούς φιλοσόφους, μετέφρασε δύο από τις πραγματείες Αριστοτέλη στη λογική στα λατινικά, και ήταν ο εδρεύων μελετητής στο βασίλειο των Οστρογότθων (F.B. Artz, The Mind of the Middle Ages, Univ. of Chicago: 1980, p. 181-188).
-Το πρώτο Βενεδικτινό μοναστήρι ιδρύθηκε από τον Άγιο Βενέδικτο (549) στο Monte Casino στην Β. Ιταλία. Εκεί πολλά σημαντικά γραπτά λατίνων, όπως του Τάκιτου, του Σένεκα και του Varro αντεγράφησαν και διασώθηκαν (Michael H. Harris, History of Libraries in the Western World, Scarecrow:1995, p. 97).
-Το 533 επιτροπή νομομαθών διορισμένη από τον χριστιανό αυτοκράτορα Ιουστινιανό, αφού διάβασε και αποδελτίωσε περί τις 2000 βιβλία κλασσικών νομικών (που συμποσούνται σε 3 εκατομμύρια στίχους), ολοκλήρωσε τη σύνταξη του Πανδέκτη (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ', σ. 326). Δυο χιλιάδες βιβλία ειδωλολατρών νομικών. Δεν θα ‘πρεπε, σύμφωνα με τους Νεοπαγανιστές, οι Χριστιανοί αυτοκράτορες να κάψουν τα νομικά βιβλία των ειδωλολατρών και να δημιουργήσουν έναν ολοκαίνουργιο κώδικα;
-Το 537, ο Κασσιόδωρος ίδρυσε ένα μοναστικό τάγμα, από τους μοναχούς του οποίου απαιτούσε να μελετούν τους θύραθεν (ειδωλολάτρες) συγγραφείς και να αντιγράφουν τα έργα τους. Ο ίδιος είχε μεταφέρει συγγράμματα από την Αφρική (Henri-Jean Martin, The History and Power of Writing, Univ. of Chicago: 1994., p. 122).
-Το 664 ο Ρωμηός Έλληνας, Θεόδωρος της Ταρσού πήγε στην Αγγλία ιδρύοντας την αρχιεπισκοπή του Cantebury φέρνοντας μαζί του πολλά ελληνικά βιβλία. Αφού τα είχαν κάψει, σύμφωνα με τους Νεοπαγανιστές; Πού τα βρήκε ο Θεόδωρος;
-O Bede (απεβ. 735), είδε μοναστήρια στην Αγγλία, τα οποία δίδασκαν Ελληνικά από ελληνικά βιβλία (F.B. Artz, The Mind of the Middle Ages, Univ. of Chicago: 1980., p. 194). Μα, για να υπάρχουν ελληνικά βιβλία, εκείνη την εποχή στην Αγγλία, φαντάζεται κανείς πόσα ελληνικά βιβλία υπήρχαν στην Ελλάδα.
-Ο Θεόδωρος Στουδίτης (9ος αι.), από τους κύριους υπερασπιστές της Ορθοδοξίας, υπήρξε ο πρώτος που οργάνωσε τη βιβλιοθήκη της μονής Στουδίου (Κωνσταντινούπολη), συγκεντρώνοντας μεγάλο αριθμό χειρογράφων χριστιανών και εθνικών συγγραφέων, των οποίων την ανάγνωση διευκόλυνε έτσι με τη διάδοση των χειρογράφων.
-Ο Μέγας Φώτιος (820-891) συντάσσει τη Μυριόβιβλο, μια συλλογή του, όπου παραθέτει 280 από τα κατά τη γνώμη του καλλίτερα συγγράμματά από εθνικούς συγγραφείς (πράγμα που σημαίνει πως υπήρχαν τον 9ο αι. πάρα πολλά άλλα συγγράμματα εθνικών, λιγότερο σημαντικά, αφού η Μυριόβιβλος περιελάμβανε μόνο τα καλλίτερα). Στην «Βιβλιοθήκη» του έκρινε χρήσιμο να διασώσει μια ουσιαστική περίληψη των «Πυρρωνείων λόγων» του Αινεσιδήμου, περίληψη που αποτελεί τη μοναδική πηγή για το έργο αυτού του φιλοσόφου (Να η απόδειξη πως τα έργα αυτά υπήρχαν ακόμη στην εποχή του Φώτιου, και δεν «κάηκαν από τους Βυζαντινούς» όπως λέν οι Νεοπαγανιστές, αλλά καταστράφηκαν αργότερα, το 1204 και το 1453, αλλά και από τους «θεούς» των Ειδωλολατρών, όπως χαρούμενα γράφει ο Ιουλιανός. Οι Χριστιανοί διέσωζαν τα έργα του Σκεπτικού (!) Πύρρωνα, οι Ειδωλολάτρες τα έκαιγαν). Ο Φώτιος βρίσκει τους λόγους του Αινεσιδήμου χρήσιμους, με ορισμένες βέβαια επιφυλάξεις, για όσους επιδίδονται σε διαλεκτικές σπουδές (Β.Ν. Τατάκη, Η Βυζαντινή Φιλοσοφία, εκδ. Εταιρίας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1977, σ. 133). «Στον Μέγα Φώτιο οφείλουμε ότι έχουμε σήμερα γνώση για τον Κτησία, Κόνωνα, Μέμνονα και των χαμένων βιβλίων του Διόδωρου. Τα απανθίσματα του Φώτιου από κάθε έργο ποικίλουν σε εύρος, από μερικές σειρές ώς και 75 σελίδες» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Η', σ. 240).
-«Η συμβολή του Λέοντα Μαθηματικού στη διάσωση της χειρόγραφης παράδοσης των έργων του Ευκλείδη τεκμηριώνεται αδιαμφισβήτητα από το αρχαιότερο χειρόγραφο των Στοιχείων του Ευκλείδη που σώζεται σήμερα. Πρόκειται για το χειρόγραφο που έγινε το Σεπτέμβριο του έτους 888 στο αντιγραφικό εργαστήριο του λογίου επισκόπου Καισαρείας Αρεθά (που ήταν μαθητής του Λέοντα στη σχολή της Μαγναύρας). Το χειρόγραφο αυτό περιλαμβάνει (στο φύλλο 120) ένα σχόλιο του Λέοντα στο έκτο βιβλίο των Στοιχείων του Ευκλείδη που αναφέρεται στηνπρόσθεση και την αφαίρεση των κλασμάτων. Το σχόλιο αυτό αποτελεί (όπως διαπιστώνει ο Ρώσος ιστορικός της μαθηματικής επιστήμης Jushkevich) ένα σημαντικό βήμα προόδου στην εξέλιξη του αλγεβρικού τομέα των μαθηματικών, καθιστώντας την περίπλοκη διδασκαλία των Αλεξανδρινών μαθηματικών του 3ου μ.Χ. αιώνα (ιδιαίτερα του Διόφαντου) πιο εύληπτη. Όπως τεκμηριώνουν οι πηγές, η συμβολή στην εξέλιξη της άλγεβρας και οι καρποί της μελέτης του Λέοντα του Μαθηματικού θα γίνουν κτήμα, στις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 9ου αιώνα, των Αράβων μαθηματικών στο χαλιφάτο της Βαγδάτης και θα αποτελέσουν τις απαρχές της σύγχρονης μαθηματικής επιστήμης κατά τα τέλη του 16ου-αρχές του 17ου αιώνα» (Φαίδων Μαλιγκούδη, καθ. Ιστορίας ΑΠΘ, Ε-Ιστορικά, τ.122). Ο Λέοντας φρόντισε και για την συλλογή και έκδοση έργων του Αρχιμήδη, του Απολλώνιου του Περγαίου, του Διόφαντου και του Πτολεμαίου.
- «Ο αρχιεπίσκοπος Καισαρείας Αρέθας (γεννήθηκε στα 850-860), εκτος από την έκδοση των περισσότερων πλατωνικών διαλόγων, εμπλουτισμένων με σχόλια και εισαγωγές για την πλατωνική φιλοσοφία, εξέδωσε επίσης τις Κατηγορίες και μερικά άλλα έργα του Αριστοτέλη. Επί πλέον, αντέγραψε μεταξύ των άλλων, έργα του Ευκλείδη, του Λουκιανού, του Δίωνος Χρυσοστόμου, του Αιλίου Αριστείδη, του Παυσανία, το Εις Εαυτόν του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, το Λεξικόν του Πολυδεύκη και τον Βίον Απολλωνίου του Φιλοστράτου» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Η', σ. 241). «Ο Αρέθας είναι οπωσδήποτε άξιος της ευγνωμοσύνης μας.(...) Στον Αρέθα οφείλουμε το ότι μπορούμε ακόμη να διαβάζουμε» (Paul Lemerle, Le premier humanisme byzantine, Paris 1971, σ. 231 και 238) Ο Αρέθας, σ’ επιστολή του λέει «Ἐγὼ πολλάκις ἐθαύμαζον τὸν Ὅμηρον ἐπερχόμενος, καὶ κατ’ ἐμαυτὸν τὴν διάνοιαν ἔστρεφον... Ἐραστὴς γὰρ τέως διάπυρος Ἀριστοτέλους ὢν καὶ τῶν ἐκείνου λόγων θερμός τις ἀκριβαστής,..».
- Ο Ιρλανδός Εριγένης Ιωάννης ο Σκότος (απεβ. 877), μετέφρασε έργα που στάλθηκαν από τους Ρωμηούς Αυτοκράτορες στους Φράγκους βασιλείς (F.B. Artz, The Mind of the Middle Ages, Univ. of Chicago: 1980., p.196-197). Οι Ρωμηοί Αυτοκράτορες επίσης έστειλαν στον Καρλομάγνο αντίγραφα βιβλίων για να εμπλουτίσει την βιβλιοθήκη του στο Άαχεν.
-τον 10ο αι. ο Ρωμηός Βυζαντινός λόγιος Κωνσταντίνος Κεφαλάς συνέταξε 17 αιώνων επιγραμματική ελληνική ποίηση, τρεις χιλιάδες εφτακόσια (3.700) ποιήματα, γύρω στους είκοσι τρεις χιλιάδες (23.000) στίχους από τον 7ο π.Χ. ώς τον 10ο μ.Χ. αι. (την εποχή του), επιτύμβια, ερωτικά, αναθεματικά, σατυρικά, βακχικά, επιδεικτικά, σκωπτικά, εγκωμιαστικά, χριστιανικά (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Η', σ. 239). Η Ανθολογία αυτή, που εμπλουτίστηκε από τον Ρωμηό βυζαντινό λόγιο Πλανούδη τον 13ο αι., είναι σήμερα γνωστή ως Παλατινή Ανθολογία.
-Τον 10ο αιώνα γράφεται και το εγκυκλοπαιδικό λεξικό της Σούδας ή Σουΐδας, που περιλαμβάνει πλούσιο υλικό ιστορικών γνώσεων, κυρίως για Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς, καθώς και αποσπάσματα από τα έργα πολλών Ελλήνων συγγραφέων˙ το λεξικό αυτό ακόμα και σήμερα έχει μεγάλη αξία καθώς αναφέρεται και έχει πηγές από χαμένα σήμερα έργα της αρχαιότητας, τα οποία σώζονταν κατά την βυζαντινή εποχή (10ος αι.).
-«Με το έργο Τετράβιβλος ή Σύνταγμα των τεσσάρων μαθημάτων ο Ρωμηός λόγιος Γεώργιος Παχυμέρης (14ος αι.) διέσωσε την αρχαία παράδοση των φυσικομαθηματικών επιστημών και συνετέλεσε στην ανανέωση του ενδιαφέροντος για τις θετικές επιστήμες. Είναι δημοσιευμένο από τον P. Tannery, Quatrivium de Georges Pachymere, Citta del Vaticano, 1940» (Στέλιου Λαμπάκη, ερευνητή Ινστιτούτου Βυζαντινών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Ε-Ιστορικά, τ. 187).
-«Από τα τέλη του 4ου αι. έχουμε μαρτυρία του Θεοδοσιανού Κώδικα (διορισμός 7 αντιγραφέων στην αυτοκρατορική βιβλιοθήκη) για ύπαρξη αυτοκρατορικής βιβλιοθήκης, η οποία ήταν ένα βιβλιογραφικό εργαστήριο. Ακόμα και πριν την Άλωση (μαρτυρία του 1437) η βιβλιοθήκη αυτή λειτουργούσε» (Herbert Hunger, Ο κόσμος του βυζαντινού βιβλίου, εκδ. Καρδαμίτσας, σ. 176).
Όπως βλέπουμε, τουλάχιστον από τον 2ο αι. και μετά οι Χριστιανοί αδιάλλειπτα ανά τους αιώνες συγκέντρωναν, αντέγραφαν, και διέδιδαν κλασσικά κείμενα, αντίθετα από αυτά που ισχυρίζονται Νεοπαγανιστές και «αρχαιολάτρες» βάσει μεμονωμένων γεγονότων.

21b ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΘΕΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΡΑΒΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΡΩΜΗΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Jacques Bompaire, καθηγητής του Πανεπιστημίου Paris IV-Sorbonne: «Τα έργα της αρχαίας Ελλάδας, η παράδοση των αρχαίων Ελλήνων διασώθηκαν και έφτασαν ώς τη νεώτερη Ευρώπη, την Ευρώπη της Αναγέννησης, βασικά μέσω του Βυζαντίου. Αυτό οφείλεται κατά πολύ στη γλωσσική συνέχεια, αλλά και στην αδιάλλειπτη δράση των αντιγραφέων, βιβλοθηκαρίων, φιλολόγων και συγγραφέων του Βυζαντίου. Χωρίς αυτούς δε θα μας είχαν απομείνει παρά ίχνη ελάχιστα μιας απέραντης κληρονομιάς. Χάρη σ’ αυτούς μάς έμειναν πολλά. Δεν ξεχνώ πως υπήρξαν κι άλλοι ενδιάμεσοι, κυρίως οι μωαμεθανοί λόγιοι που μετέφρασαν Αριστοτέλη, Γαληνό, ή Πτολεμαίο, κι έκαναν έτσι να φτάσουν ώς τη Δύση κάποια σημαντικά κείμενα, που μόνο απ΄τις μεταφράσεις τους είναι γνωστά. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τους Σύριους, τους Ιρανούς, όπως και για τους Αρμένιους και τους Γεωργιανούς λογίους. Αλλά ο ρόλος όλων αυτών δεν συγκρίνεται κατά κανένα τρόπο με το ρόλο των Ελλήνων του Βυζαντίου» (Βυζάντιο και Ευρώπη, Συμπόσιο, Παρίσι, Maison de l' Europe, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σ. 27).
Όπως και να έχει, το πράγμα είναι φυσιολογικά αυτό: Οι Άραβες κατακτούν την Ανατολική Μεσόγειο στα μέσα του 7ου αι.. Ώς τότε, από τον 4ο αιώνα, κυριαρχούσαν οι Χριστιανοί Ρωμηοί. Οι Χριστιανοί προηγήθηκαν κατά τρεις ολόκληρους αιώνες των Αράβων˙ συνεπώς, ό,τι αντέγραψαν οι Άραβες, καθώς και όλα όσα οι Άραβες βρήκαν και ανέγνωσαν ήταν από αντίγραφα που οι Χριστιανοί είτε αντέγραψαν και συντήρησαν πιο πριν είτε απλώς τα άφησαν να υπάρχουν. Αν π.χ. στο διάστημα μεταξύ τέταρτου και εβδόμου αιώνα οι Χριστιανοί καίγανε όλα τα βιβλία που υπήρχαν στην ανατολική Μεσόγειο, οι Άραβες δεν θα είχαν τίποτε να αντιγράψουν, διότι απλούστατα δεν θα έβρισκαν τίποτε στις χώρες που κατέκτησαν! Ό,τι αρχαίο κείμενο είχαν οι Άραβες, προέρχεται από Χριστιανό αντεγραφέα και συλλέκτη.
Αλλά και οι λίγες περιπτώσεις, όπου έχουμε μόνο αραβικά αντίγραφα των αρχαίων συγγραμμάτων, κι όχι ελληνικά ορθόδοξα, εξηγούνται εύκολα. Τα συγκεκριμένα χειρόγραφα, βρίσκονταν τον 7ο αιώνα μόνο στις περιοχές, τις οποίες κατέκτησαν οι Άραβες. Εφόσον δεν υπήρχαν αντίγραφα αυτών των αρχαίων έργων στην ελεύθερη περιοχή της Ρωμανίας, είναι φυσικό, ότι οι Άραβες ήταν οι μόνοι που τα κατείχαν: έτσι, τα μετέφρασαν στα αραβικά – αφού σταδιακά απαγόρευσαν την ελληνική και δεν εξελληνίστηκαν οι ίδιοι – οπότε σήμερα υπάρχει μόνο το αραβικό αντίγραφο. Έτυχε απλώς τα συγγράμματα αυτά να υπάρχουν τη στιγμή της αραβικής κατάκτησης, μόνο σε περιοχές που κατέλαβαν οι Άραβες. Ή πάλι, μπορεί μεν κάποια συγγράμματα να ήταν στα χέρια τόσο των Αράβων όσω και των Ρωμηών, αλλά λόγω των καταστροφών της Ρωμανίας, να καταστράφικαν τα ελληνικά συγράμματα και να διεσώθη μόνο η αραβική μετάφραση. Δεν οφείλεται, δηλαδή, η ύπαρξη αποκλειστικά αραβικών αντίγραφων ορισμένων αρχαίων έργων, σε ενδιαφέρον των Αράβων και αδιαφορία των Ρωμηών.
Ο P. Lemerle γράφει για την περίπτωση οι Βυζαντινοί να πήραν ελληνικά βιβλία από τους Άραβες (ναι, έχει ειπωθεί κι αυτό!): «με τις σημερινές γνώσεις μας μας, νομίζω ότι πρέπει να απορρίψουμε χωρίς δισταγμό την υπόθεση – a priori ήδη ελάχιστα αληθοφανή – ότι η διατήρηση στο γειτονικό Ισλάμ κάποιας ελληνικής παράδοσης και ελληνικών χειρογράφων προκάλεσε στο Βυζάντιο ένα είδος αναγέννησης. (...) Η Βαγδάτη μπορεί να προμηθεύτηκε μερικά κείμενα από το Βυζάντιο, (...) δεν έχουμε όμως παραδείγματα χειρογράφων που πήγαν στη βυζαντινή αυτοκρατορία από το χαλιφάτο. Με άλλα λόγια, αυτή την εποχή διαπιστώνεται μια φανερή επίδραση του αρχαίου ελληνισμού στον ισλαμισμό, αλλά δεν έχουμε κανένα σημάδι έμμεσης μετάδοσης του αρχαίου ελληνισμού στον μεσαιωνικό, βυζαντινό ελληνισμό με τη μεσολάβηση του Ισλαμ. (...) Είναι λοιπόν βέβαιο, και αυτό ακριβώς έχει σημασία για μας, ότι ο Φώτιος προμηθεύτηκε σε βυζαντινό έδαφος και διάβασε στην Κωνσταντινούπολη τα ελληνικά βιβλία που αναλύει στη Βιβλιοθήκη του. Μήπως επίσης στην Κωνσταντινούπολη ενημέρωσε, με τη βοήθεια κάποιου γραμματέα, και τη συλλογή του; Είναι πιθανό» (P. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, σ. 29, 34, 45).
Όπως και να ‘χει, το να ισχυρίζονται οι Παγανιστές εθνικιστές, ότι οι μη ελληνόφωνοι Άραβες διέσωσαν τα ελληνικά γραπτά καλύτερα από τους ελληνόφωνους είναι τόσο αφελές, όσο να πιστεύαμε ότι τα αγγλικά κείμενα διασώζονται και διατηρούνται καλύτερα από έναν τουρκόφωνο ή σλαβόφωνο λαό παρά από έναν αγγλόφωνο λαό.
«Χωρίς το Βυζάντιο, λέει ο Gelzer (Byz. Kulturgeschichte 17), οι Άραβες θα έμεναν σχεδόν βάρβαροι, όπως ήταν στην εποχή του Μωάμεθ. Βρήκαν όμως στην Αντιόχεια, την Αλεξάνδρεια και την Εδεσσα τα ελληνικά βιβλία» (Β.Ν. Τατάκη, Η Βυζαντινή Φιλοσοφία, εκδ. Εταιρίας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1977, σ. 103).
«Τουλάχιστον το 75% των γνωστών σήμερα Αρχαίων Έλληνων κλασσικών μάς έγιναν γνωστοί μέσω Βυζαντινών χειρογράφων» (Michael H. Harris, History of Libraries in the Western World, Scarecrow:1995., p. 77).
«Ενώ η αναγέννηση του ελληνισμού στο Βυζάντιο αγκαλιάζει, προοδευτικά και λίγο πολύ γρήγορα, όλους τους τομείς των αρχαίων γραμμάτω – στους οποίους περιλαμβάνονται και η ποίηση, το θέατρο, η ρητορική, η ιστορία κτλ. – , το Ισλάμ ενδιαφέρθηκε μόνο για τις θετικές επιστήμες και για τη φιλοσοφία, και μάλιστα όχι για όλη τη φιλοσοφία, παρά μόνο για την αριστοτελική λογική και για μερικές πλευρές λίγο πολύ παραμορφωμένες του νεοπλατωνισμού. Το Ισλάμ έμεινε έτσι έξω από τον πνευματικό και τον καλλιτεχνικό κόσμο των Ελλήνων» (P. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, σ. 35).
Συνεπώς, αστείες και αντεπιστημονικές απόψεις του τύπου «Οι Χριστιανοί εξαφάνισαν το 99% των αρχαίων βιβλίων» ή ότι «οι Άραβες κι όχι οι Βυζαντινοί διέσωσαν κατά κύριο λόγο τα αρχαία ελληνικά κείμενα» υποστηρίζονται μόνο από αυτούς που είναι 99 φορές προκατειλλημένοι και μια φορά αντικειμενικοί.

22. "Οι Χριστιανοί απαγόρευσαν τους Ολυμπιακούς αγώνες. Έφεραν το σκοταδισμό, με το να δαιμονοποιήσουν τον αθλητισμό και το ολυμπιακό πνεύμα".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κάποιοι μας λένε για το Ολυμπιακό ιδεώδες, που διέκοψαν οι κακοί Χριστιανοί. Όμως η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. Το λεγόμενο αρχαίο ολυμπιακό πνεύμα της άμιλλας και του ευγενούς συναγωνισμού ίσως να υπήρχε τους πρώτους δύο-τρείς αιώνες, αλλά στη συνέχεια οι Ολυμπιακοί εκφυλίστηκαν τόσο, ώστε η αναφορά σε μια αρχαία κλασσική εποχή, όπου ο αθλητισμός ήταν τάχα απαλλαγμένος από τα άσχημα του σημερινού επαγγελματικοποιημένου αθλητισμού, είναι τόσο αναληθής, ώστε καταντάει γκαιμπελική προπαγάνδα. Έτσι λοιπόν, χωρίς να είμαστε αντίθετοι με το αρχαϊκό (8ος – 6ος π.Χ. αι.) πνεύμα και χωρίς να καίμε «τα χλωρά με τα ξηρά», παραθέτουμε στοιχεία για την πραγματική εικόνα του αρχαίου ελληνικού αθλητισμού, η οποία φυσικά ήταν η κυρίαρχη για το μεγαλύτερο διάστημα της αρχαιότητας, μετά τον 5ο π.Χ. αι. και όσο περνούσε ο χρόνος χειροτέρευε:

22a ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΚΑΙ ΛΟΓΙΟΙ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

Οι Φιλόσοφοι, κατέκριναν πολλά πράγματα σχετικά με τον αθλητισμό, την δόξα των αθλητών και την σημασία της σωματικής δύναμης.
6ος π.Χ. αι. Ο φιλόσοφος Ξενοφάνης (στα 525 π.Χ.), στο 2ο διασωθέν απόσπασμα γράφει: «Όταν κάποιος κερδίζει τη νίκη στην Ολυμπία, στο ιερό του Δία, εκεί όπου κυλάει ο ποταμός Πίσος, στο τρέξιμο ή στο πένταθλο ή στην πάλη ή στην πυγμαχία ή στο φοβερό άθλημα που λέγεται παγκράτιο, τότε όλοι στην πόλη του προσβλέπουν σ’ αυτόν με θαυμασμό˙ αποκτά θέση τιμητική στους αγώνες, σιτίζεται με δημόσια δαπάνη και παίρνει ένα πολύτιμο δώρο. (...) Το έθιμο να θεωρείται η δύναμη ανώτερη από τη σοφία, δεν είναι σωστό ούτε δίκαιο. Διότι η πόλη δεν γίνεται ούτε στο ελάχιστο πιο καλοκυβερνημένη, αν έχει ανάμεσα στις τάξεις της έναν καλό πυγμάχο ή έναν πενταθλητή ή έναν παλαιστή ή ένα γρήγορο δρομέα, έστω κι αν το τρέξιμο είναι το πιο ένδοξο άθλημα στους αγώνες. Μικρή είναι η χαρά και το κέρδος για την πόλη, αν κάποιος αθλητής της πάρει τη νίκη δίπλα στις όχθες του Πίσου˙ γιατί τέτοια πράγματα δεν γεμίζουν τις αποθήκες της».
6ος – 5ος π.Χ. αι. Ο Σόλων περιόρισε τις τιμές που δίνονταν στους αθλητές (Διογένης Λαέρτιος, I, 55) και δεν έδωσε σ’ αυτούς μεγάλη σημασία, διότι όταν προπονούνται είναι πολυδάπανοι κι όταν νικάν είναι επιζήμιοι (Διογένης Λαέρτιος, I, 56). Ο Διόδωρος Σικελιώτης λέει ότι ο Σόλων πίστευε πως οι πυγμάχοι, οι δρομείς κι οι άλλοι αθλητές τίποτε αξιόλογο δεν προσφέρουν για τη σωτηρία της πόλης (Βίβλος Ένατη 25).
5ος π.Χ. αι. Ο Ευριπίδης στο έργο του Αυτόλυκος, 284, περί το 420 π.Χ. λέει: «Από τα χίλια μύρια κακά που υπάρχουν στην Ελλάδα, δεν υπάρχει χειρότερο από τη φάρα των αθλητών. Πρώτα πρώτα, αυτοί είναι ανίκανοι να ζουν ή να μάθουν να ζουν ορθά. (..) Επιπλέον, οι αθλητές δεν μπορούν να αντέξουν τη φτώχεια ούτε να κουμαντάρουν τις τύχες τους.(..) Γι’ αυτό το πράγμα κατηγορώ τη συνήθεια των Ελλήνων, που μαζεύονται για να βλέπουν τους αθλητές και έτσι τιμούν ανώφελες απολαύσεις μόνο και μόνο για να εξασφαλίσουν το φαΐ. Ποιος άνδρας υπερασπίστηκε ποτέ την πόλη των γονέων του, κερδίζοντας ένα στεφάνι επειδή πάλαιψε καλά ή επειδή έτρεξε γρήγορα ή επειδή πέταξε ένα δίσκο μακριά ή επειδή έδωσε μια καλή γροθιά στο στομάχι του αντιπάλου του; Μήπως οι άνθρωποι πολεμούν τους εχθρούς και τους διώχνουν από την πατρώα γη κρατώντας δίσκους στα χέρια ή δίνοντας γροθιές ανάμεσα απ’ τις ασπίδες; Κανένας δεν είναι τόσο κουτός, ώστε να κάνει κάτι τέτοιο όταν βρίσκεται απέναντι στο σίδερο του εχθρού. Πρέπει να στεφανώνουμε τους καλούς και μυαλωμένους ανθρώπους και τους σώφρονες που καθοδηγούν καλά την πόλη, και τους δίκαιους, και εκείνους που μας κάνουν με τα λόγια να αποφεύγουμε κακές πράξεις και μάχες και εμφύλιες έριδες».
4ος π.Χ. αι. Ο Διογένης ο Κυνικός, σύμφωνα με τον Δίωνα τον Χρυσόστομο (Διογένης ή Περί αρετής και Διογένης ή Ισθμικός), κάποτε πήγε στα Ίσμια και φόρεσε μόνος του στεφάνι «πίτυος», πεύκου δηλαδή από κείνο με το οποίο στεφανώνονταν οι νικητές των Ισθμίων. Οι Κορίνθιοι έστειλαν υπηρέτες διατάσσοντάς τον να το αποθέσει και να μην κάνει τίποτε παράνομο. Γιατί είναι παράνομο, τους ρώτησε, να στεφανώνεται αυτός και δεν είναι να στεφανώνονται άλλοι; Επειδή δεν νίκησες, Διογένη, του απαντούν. Μα εγώ, είπε, νίκησα πολλούς ανταγωνιστές και μεγάλους, όχι τέτοιους σαν τα ανδράποδα που παλεύουν τώρα εδώ και δισκοβολούν και τρέχουν, αλλά πολύ χαλεπότερους: την πενία και την αδοξία, την οργή και τη λύπη, την επιθυμία και τον φόβο και «το πάντων αμαχώτατον θηρίον», την ηδονή. Είναι άτοπο, λοιπόν, να πάρουν το στεφάνι και να το δώσουν στον γεμάτο με περισσότερο κρέας (εννοεί από τους σωματώδεις αθλητές τής παλαίστρας), ενώ φέροντάς το ο ίδιος καθιστά ενδοξότερα τα Ίσθμια.
Είδε στη συνέχεια κάποιον να βγαίνει από το στάδιο υψωμένος στα χέρια του πλήθους και να τον ακολουθούν άλλοι που βοούσαν, πηδούσαν από χαρά και ύψωναν τα χέρια στον ουρανό, ενώ άλλοι του έβαζαν στεφάνια και ταινίες. Κατόρθωσε να πλησιάσει και τον ρώτησε τι είναι ο θόρυβος και τι συνέβη. Νίκησα στο στάδιο, Διογένη, απάντησε εκείνος. Και τι μ’ αυτό; ήταν η αντίδραση του φιλοσόφου. Ούτε φρονιμότερος έγινες, ούτε σωφρονέστερος τώρα από όσο πριν, ούτε λιγότερο δειλός, ούτε λιγότερων πραγμάτων θα έχεις ανάγκη του λοιπού, ούτε με λιγότερη λύπη θα ζήσεις στο μέλλον. Σύμφωνοι, απάντησε ο αθλητής, αλλά είμαι ο ταχύτερος όλων των Ελλήνων. Και δεν ξέρεις, του λέει, ότι η ταχύτητα είναι σημείο δειλίας; Ο Ηρακλής ήταν βραδύτερος από πολλούς, είχε όμως τόξα εναντίον όσων έφευγαν. Η συζήτηση τράβηξε σε μάκρος κι έκανε πολλούς από τους παρόντες να προβληματιστούν για την αξία τής νίκης και τον αθλητή να φύγει λυπημένος και πιο ταπεινός.
Στο μεταξύ, είδε δύο άλογα δεμένα κοντά να αντιμάχονται αλληλολακτιζόμενα και πολύν όχλο συγκεντρωμένο να βλέπει το θέαμα, ωσότου το ένα από αυτά απέκαμε, έσπασε το σκοινί και έφυγε. Πλησίασε τότε και στεφάνωσε αυτό που έμεινε, ανακηρύσσοντάς το Ισθμιονίκη, οπότε ξέσπασαν σε γέλιο και θορυβούσαν οι πάντες εντυπωσιασμένοι από τον φιλόσοφο, ενώ πολλοί εκδήλωναν κάποια καταφρόνηση προς τους αθλητές.
Ο Ισοκράτης (Πανηγυρικός 2) λέει «(...) γιατί οι αθλητές, επιτέλους, και διπλάσια δύναμη αν αποκτήσουν, είναι για τον κόσμο ανώφελοι. Απεναντίας, ένας και μόνο άνθρωπος με φωτισμένο πνεύμα μπορεί ν’ αποβεί χρήσιμος σε όλους».
Ο Πλάτωνας κατακρίνει την δίαιτα των αθλητών του 5ου – 4ου αι., η οποία του φαίνεται υπαίτια για την καχεκτικότητά τους: «-Θα τους ταίριαζε λοιπόν τάχα η δίαιτα αυτών των συνηθισμένων αθλητών; -Ίσως.
-Ναι, μα είναι κάπως υπνιάρικη αυτή, και δεν τους εξασφαλίζει αρκετά σταθερή υγεία. Ή δεν βλέπεις πως κοιμούνται όλη τους τη ζωή κι αν βγούνε λιγάκι έξω από την ωρισμένη τους δίαιτα, προσβάλλονται από μεγάλες και σοβαρές αρρώστειες οι αθληταί;» (Πολιτεία 404a)
Ο Αριστοτέλης επίσης ισχυρίζεται ότι αρκεί η απλή άσκηση κι όχι βίαιος αθλητισμός (Ηθικά Νικομάχεια, 1220b).
1ος μ.Χ. αι. «Για να δείτε αθλητές να σκοτώνονται ή να χτυπιούνται κάνετε τόσο δρόμο ώς την Ολυμπία;» (Επίκτητος, Διατριβαί, 3, 22, 58).
«Σκέφτομαι το πλήθος εκείνων που γυμνάζουν το σώμα τους, και πόσοι λίγοι είναι εκείνοι που εξασκούν το πνεύμα τους. Πόσοι άνθρωποι που μετέχουν σε μια γελοία εκδήλωση θεάματος και σε γελοίους αγώνες, ενώ στις τέχνες και στις επιστήμες επικρατεί ερημιά. Και πόσοι είναι οι ηλίθιοι που θαυμάζονται για τους μύες και τις φαρδιές πλάτες» (Σένεκας Epistulae 86,2).
2ος μ.Χ. αι. «Γιατί και στο δόλιχο θα νικήσει το άλογο και στον αγώνα δρόμου ενός σταδίου ο λαγός θα κερδίσει και στον δίαυλο το ζαρκάδι θα έρθει πρώτο. Από τους ανθρώπους κανείς δεν είναι αξιόλογος στο τρέξιμο, άθλιοι άνθρωποι που ασχολείστε με μάταια. Αλλά ούτε και κανένα απ’ τα παιδιά του Ηρακλή δε θα φαινόταν πιο δυνατό από έναν ελέφαντα ή ένα λιοντάρι. Πιστεύω ότι και ο ταύρος θα πάρει το στεφάνι της νίκης. Αλλά κι αν κανείς θέλει να συναγωνιστεί στο λάκτισμα, ο γάιδαρος θα κερδίσει το στεφάνι της νίκης. Αλλά στην ιστορία του παλαιού αγώνα θα γραφτεί ότι στο παγκράτιο κάποτε ο Ογκιστής [=Γκαριστής] νίκησε κάποιον άνδρα. Και νίκησε κατά την εικοστή πρώτη Ολυμπιάδα» (Γαληνός, Προτρεπτικός εις τέχνας, 13).
Κατά τον Γαληνό (Προτρεπτικός επί τας τέχνας 9-14), ο αθλητισμός καλλιεργούσε την απάτη. Η σκληρή άσκηση τού σώματος δεν καθιστούσε τους ανθρώπους ισχυρότερους από τα πλάσματα τού ζωϊκού κόσμου, ενώ θα έπρεπε να τιμώνται για τις επιτυχίες τους στον πολιτισμό τών τεχνών. «Των ανθρώπων γαρ αρίστους θεία αξιωθήναι τιμή, ουχ ότι καλώς έδρασαν εν τοις αγώσιν, αλλά δια την από τών τεχνών ευεργεσίαν». Όλα τα φυσικά αγαθά είναι ή πνευματικά ή σωματικά. Δεν υπάρχει άλλη κατηγορία αγαθών. Τέτοια αγαθά δεν ονειρεύονται ποτέ οι αθλητές. Δεν έχουν λογική. Συσσωρεύουν διαρκώς σάρκες και αίμα και κρατούν το πνεύμα νεκρό όπως τα ζώα. «Σαρκών γαρ αεί και αίματος αθροίζοντες πλήθος, ως εν βορβόρω πολλώ την ψυχήν εαυτών έχουσιν κατασβεσμένην, ουδέν ακριβώς νοήσαι δυναμένην, αλλ' άνουν, ομοίως τοις αλόγοις ζώοις». Ο Γαληνός θυμίζει τα λόγια τού Ιπποκράτη, ότι «Υγεία σημαίνει ελεγχόμενη τροφή και εργασία. Χρειάζεται παντού μέτρο", και λέει ότι αντιθέτως, δεν υπάρχει πιο ανασφαλής κατάσταση από την υγεία τών αθλητών. «πᾶν γάρ, φηςί, τὸ πολὺ τῇ φύσει πολέμιον». Ο Γαληνός παρομοιάζει το βίο τών αθλητών αυτών με γουρουνιών, με τη διαφορά ότι τα γουρούνια, δεν κοπιάζουν, ούτε τρώνε με το ζόρι. «ώστε εοικέναι τον βίον αυτών υών διαγωγή». Ο Γαληνός καταλήγει να θεωρεί ότι οι λέξεις «αθλητής» και «άθλος» έχουν κοινή ρίζα το «άθλιος» (Προτρεπτικός επί τας τέχνας, 11)!
Ο Πλούταρχος υποστηρίζει πως ως αιτία της υποδούλωσης των Ελλήνων οι Ρωμαίοι θεωρούν «τὰ γυμνάσια καὶ τὰς παλαίστρας, [...] ὑφ’ ὧν ἔλαθον ἐκρυέντες τῶν ὅπλων (εξαιτίας των οποίων παράτησαν τα όπλα) καὶ ἀγαπήσαντες ἀνθ’ ὁπλιτῶν καὶ ἱππέων ἀγαθῶν εὐτράπελοι καὶ παλαστρῖται καλοὶ λέγεσθαι» (Ηθικά, 274d).
3ος μ.Χ. αι. Για να εξασφαλίσουν τρυφηλό βίο οι επαγγελματίες αθλητές δεν δίσταζαν μπροστά σε κάθε λογής παρανομίες και ατιμωτικές πράξεις. Πουλούσαν και αγόραζαν τις νίκες στην Ολυμπία. «πωλείν τε και ωνείσθαι τα νίκας». Άλλοι για να εισπράξουν χρήματα και άλλοι για να αποφύγουν τις επικίνδυνες συγκρούσεις. Στις συναλαγές αυτές πρωτοστατούσαν οι γυμναστές που ενδιαφέρονταν για το προσωπικό τους κέρδος «προνοούντες τού εαυτών κέρδους» (Φιλόστρατου, Γυμναστικός, 43).
4ος μ.Χ. αι. Ο Λιβάνιος καταδικάζει την πάλη και το παγκράτιον που προκαλούσαν συχνά συντριβή οστών και εξόρυξη οφθαλμών, και γενικά τους αθλητές, την αγριότητα που καλλιεργούσαν και την τάση προς τη βία που ενθουσίαζε τους θεατές των αγωνισμάτων (Ομιλία 64, 119). Μεγάλο ψέμμα λοιπόν η άποψη ότι τον 4ο αιώνα υπήρχαν απ’ τη μια οι κακοί Χριστιανοί εχθροί του αθλητισμού και απ’ την άλλη οι καλοί «ελληνίζοντες» φίλοι του αθλητισμού! Οι αρχαιολάτρες που διαδίδουν αυτούς τους ισχυρισμούς θα έπρεπε να ντρέπονται.
Βλέπουμε πως οι Αρχαίοι φιλόσοφοι δυσπιστούσαν στην αξία του αθλητικού ιδεώδους, όχι μόνο όταν ο αθλητισμός είχε εκφυλιστεί κατά την Ρωμαιοκρατία, αλλά ήδη από τον έκτο και τον πέμπτο αιώνα. Για τους Νεοπαγανιστές, είναι «οι Μεγάλοι Πολυθεϊστές ΜΑΣ Έλληνες Φιλόσοφοι». Αν τις απόψεις αυτές των φιλοσόφων τις επανελάμβαναν οι Πατέρες τις Εκκλλησίας, τότε θα έδιναν ακόμη μια απόδειξη του ανθελληνισμού τους!

22b ΑΡΧΑΙΟ ΝΤΟΠΙΝΓΚ ΑΘΑΝΑΤΟ

(οι παρακάτω πληροφορίες είναι από το βιβλίο «Οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αρχαία Ελλάδα / Οι αθέατες πλευρές», Ελένης Νικολαΐδου και κ. Χρ. Κάτσικα, εκδόσεις Σαββάλας.)
- Οι γνωστοί «παιδοτρίβαι» και οι «διαιτητικές συνταγές» τους θεωρούνταν απαραίτητα βοηθήματα των αθλητών. Ειδικές δίαιτες είχαν προταθεί για τους ασκούμενους, όπως π.χ. η κατανάλωση πολλών σύκων, φρούτων με μεγάλη συγκέντρωση σακχάρου που παρέχει ενέργεια.
- Τον 6ο π.Χ. αιώνα οι αθλητές προσπαθούσαν να βελτιώσουν την απόδοσή τους τρώγοντας διάφορα είδη κρέατος. Αναφέρεται ότι οι άλτες χρησιμοποιούσαν κρέας κατσίκας, οι παλαιστές, οι σφαιροβόλοι και οι ακοντιστές κρέας ταύρου αναμεμειγμένο με χοιρινό λίπος κτλ. (δηλαδή, πλημμύρα ζωικών πρωτεϊνών).
- Οι αθλητές έτρωγαν επίσης ολόκληρα τα κοκόρια που νικούσαν σε αγώνες σε μια προσπάθεια λήψης της άφθονης τεστοστερόνης του νικητή κόκορα.
- Ο Αριστοτέλης περιγράφει την παραμόρφωση του προσώπου των αθλητών, οι οποίοι μοιάζουν πλέον με ζώα, λόγω της ειδικής δίαιτας στην οποία υποβάλλονταν για αύξηση της μυϊκής τους μάζας.
- Ο Φιλόστρατος (2ος π.Χ. αι.) στο έργο του Περί γυμναστικής, αφού παραδέχεται ότι οι γιατροί βοηθούσαν σημαντικά την προετοιμασία των αθλητών, μας πληροφορεί ότι οι μάγειροι παρασκευάζουν για τους αθλητές ψωμί καρυκευμένο με χυμό μήκωνος της υπνοφόρου (φυτό από το οποίο παράγεται το όπιο).
Τι σχέση έχουν αυτά με το υποτιθέμενο ερασιτεχνικό πνεύμα της άμιλλας;

22c ΜΕΓΑΛΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΑΖΑΡΙ

Οι ύμνοι τού Πινδάρου προς τους νικητές των Ολυμπιακών αγώνων αποτελούσαν όλοι προϊόν εξαγοράς. Όσοι ατυχούσαν στους Ολυμπιακούς και άλλους αγώνες, γύριζαν στην πατρίδα τους εξευτελισμένοι και περιφρονημένοι. Κρύβονταν σε στενά δρομάκια για να αποφύγουν τους εχθρούς τους χάριν τής αποτυχίας τους. «κατά λαύρας δ' εχθρών απάοροι πτώσσοντι, συμφορά δεδαγμένοι» (Πυθιονίκες 8). Ο Πίνδαρος, χάριν αδρής χρηματικής αμοιβής, δοξολογεί ακόμα και τυράνους όπως τον Ιέρωνα τών Συρακουσών και τον Θήρωνα τού Ακράγαντος, που νίκησαν με εξαγορά τών αγώνων πληρώνοντας τους αντιπάλους τους αλλά και τους ελλανοδίκες. Το 488 π.Χ. ο Ιέρων «νίκησε» στους ιππικούς αγώνες τών Δελφών και το 476 στην Ολυμπία χωρίς προσωπική ανάμιξη στις αναμετρήσεις, και ο Πίνδαρος τον υμνεί ότι «κορφολογάει τις αρετές» (Ολυμπιονίκες 1, στ. 17-20).
Το 372 π.Χ. (102η Ολυμπιάς), ένας ελλανοδίκης, ο Τρωίλος, έλαβε μέρος σε αρματοδρομία, ενώ απαγορευόταν η συμμετοχή κριτών στους αγώνες (Παυσανία, Ελλάδος Περιήγησις, 6, 1, 51). Φυσικά ανακηρύχθηκε Ολυμπιονίκης, και στήθηκε ανδριάντας του στο Άλτι τής Ολυμπίας. Δύο ελλανοδίκες, μετά από μυστικές συναλαγές, ανακήρυξαν ολυμπιονίκη τον Ευπόλεμο. Όμως έγινε γνωστό, και καταδικάστηκαν σε πρόστιμο από τη Βουλή τών αγώνων σε πρόστιμο (Παυσανία, Ελλάδος περιήγησις, 6, 3, 7). Κατά τον Πλούταρχο (Περί δυσωπίας, 17, 535c) οι ελλανοδίκες χάριζαν στεφάνους νίκης, ύστερα από δωροδοκίες και άλλες ανήθικες συναλλαγές, σε πρόσωπα άσχετα με τις αναμετρήσεις.
Πολλοί αθλητές δωροδοκούσαν τους αντιπάλους τους για να αναδειχθούν ολυμπιονίκες. Το 388 (98η Ολυμπιάς), ο Θεσσαλός πυγμάχος Εύπωλος δωροδόκησε τους τρεις αντιπάλους του (Παυσανία, Ελλάδος Περιηγήσις, 5, 21, 5). Ανάμεσα σε αυτούς «που τα πιάσανε», ήταν και ο νικητής τών προηγουμένων αγώνων.
Τον στέφανο τής νίκης, γράφει ο Φιλόστρατος, μπορεί κανείς ελεύθερα να τον πουλάει και εξίσου ελεύθερα να τον αγοράζει. «στέφος δε Απόλλωνος ή Ποσειδώνος άδεια μεν αποδίδοσθαι, άδεια δε ωνείσθαι» (Φιλόστρατου, Γυμναστικός, 45).
Μπορούμε να αναφέρουμε πολλά ακόμα δείγματα δωροδοκίας μεταξύ αθλητών που έγιναν αντιληπτά ή διασώθηκαν ώς σήμερα. Ας δούμε και μερικά άλλα στοιχεία.
Ας μιλήσουμε τώρα λίγο για αγοραπωλησίες αθλητών:
Ο τύρανος Ιέρων τών Συρακουσών, τέσσερα χρόνια μετά τη νίκη τού Κροτωνιάτη Άστυλου στην Ολυμπία, το 488, τον εξαγόρασε να εμφανισθεί στους επόμενους αγώνες ως Συρακούσιος. Έτσι το 484 νίκησε για τις Συρακούσες. (Παυσανίας, 6, 13, 1). O Κρητικός Σωτάδης νίκησε στον δόλιχο κατά την 99η Ολυπιάδα. Στους επόμενους αγώνες, εξαγοράσθηκε από την Έφεσο με πολλά χρήματα και εμφανίσθηκε στην Ολυμπία ως δικός της αθλητής (Παυσανίας, 6, 18, 6).
Κατά τον Φιλόστρατο οι αθλητές τής εποχής του (3ος αιώνας μ.Χ.) κολυμπούσαν στην πολυτέλεια και την εξουσία. Δέχονταν δωροδοκίες επειδή χρειάζονταν χρήματα για το σπάταλο βίο τους και άλλοι δωροδοκούσαν συναθλητές τους, επειδή δεν είχαν δυνατότητες να διεκδικήσουν τη νίκη: «οι μεν γαρκαι αποδίδονται την εαυτών εύκλειαν, δι' οίμαι, το πολλών δείσθαι, οι δε ωνούνται το μη ξυν πόνω νικάν δια το αβρώς δαιτάσθαι» (Φιλόστρατου, Γυμναστικός, 45).

22d Η ΘΕΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΩΝ

Στον Ακράγαντα η είσοδος του νικητή Εξαίνετου στην πόλη ήταν ιδιαίτερα θεαματική, πάνω σε τέθριππο που το ακολουθούσαν τριακόσιοι από τους πιο επιφανείς πολίτες, ανεβασμένοι σε άρματα τα οποία οδηγούσαν λευκά άλογα.
Οι γενναίες παροχές, η απαλλαγή από τις φορολογικές υποχρεώσεις, η προεδρία στους αγώνες, η δωρεάν ισόβια σίτηση στο Πρυτανείο, το μερίδιο που δικαιούνταν οι Ολυμπιονίκες από τα πολεμικά λάφυρα της πόλης τους, οι τιμητικές διακρίσεις σε καιρό ειρήνης, ήταν αυτά που έπαιρναν ως ανταμοιβή για την «ανιδιοτελή, για έναν κλάδο ελιάς» νίκη τους, προκαλούσαν τη δίκαιη αγανάκτηση των σοφών Ελλήνων.
Στους ανδριάντες των αθλητών απέδιδαν θεϊκές ιδιότητες και ιαματικές ικανότητες, όπως έκαναν οι Θάσιοι στο άγαλμα του Θεαγένους, στο οποίο θυσίαζαν σα σε θεό: «ἤδη καὶ ὁ Πολυδάμαντος τοῦ ἀθλητοῦ ἀνδρειὰς ἰᾶται τοὺς πυρέττοντας ἐν Ὀλυμπίᾳ καὶ ὁ Θεαγένους ἐν Θάσῳ» (Λουκιανού, Θεών εκκληςία, 12).
Ο Ηρόδοτος (5, 47) αναφέρει ότι του Κροτωνιάτη Φιλίππου του Βουτακίδη του έκαναν οι συμπολίτες του ηρώο μετά το θάνατό του και του προσέφεραν θυσίες.
Ο Παυσανίας (3, 15, 7) αναφέρει ότι οι Σπαρτιάτες θεοποίησαν τον Ολυμπιονίκη Ιπποσθένη, κτίζοντάς του ναό και λατρεύοντάς τον ως θεό. Τον 5ο και 6ο αιώνα αναφέρονται πολλές τέτοιες περιπτώσεις – δείγμα της κατάντιας του «αρχαίου ολυμπιακού ιδεώδους», ήδη τρεις-τέσσερις αιώνες πριν τους Λατίνους, πράγμα που καταρρίπτει το γνωστό αρχαιολατρικό παραμύθι περί ακμής και παρακμής.
Το 412 π.Χ., μετά τη νίκη του Εξαίνετου στον αγώνα δρόμου κατά την είσοδό του στον Ακράγαντα, πάνω σε άρμα, τον ακολουθούσαν τριακόσια άρματα, όλα με λευκά άλογα.
Οι τύραννοι, όπως ο Διονύσιος των Συρακουσών ή ο Ιέρωνας, της ίδιας πόλης εξυμνούνταν από ποιητές-κόλακες, όπως ο Πίνδαρος και ο Βακχυλίδης, οι οποίοι έτσι συνέβαλαν στην διατήρηση της εξουσίας τους και στο θαυμασμό τους από τους άλλους Έλληνες. «Μετά τη νίκη του κραύγαζαν οι θεατές, μακάριος αυτός ο άνδρας. Από τον Δία τούλαχε τρανή εξουσία πάνω στους Έλληνες», γράφει ο Βακχυλίδης για μια νίκη του Ιέρωνα το 468 π.Χ. Ο Πίνδαρος (Ολυμπιονίκες, 3) για τον Ιέρωνα γράφει εκτός άλλων «Βασιλιά λαοπρόβλητο σε βλέπει, περισσότερο από κάθε άλλον, η μοίρα η μεγάλη». Για τον τύραννο Θήρωνα του Ακράγαντα γράφει «Εδώ και εκατό χρόνια αυτή η χώρα δεν γέννησε πιο καλοθέλητο και πιο γενναιόδωρο αρχηγό». Όπως ακριβώς οι σημερινοί τριτοκοσμικοί δικτάτορες επιδιώκουν την υποταγή των υπηκόων τους μέσω εθνικών νικών σε αθλητικούς αγώνες, το ίδιο ακριβώς έπρατταν και οι αρχαίοι τύραννοι της κλασσικής Ελλάδας.

22e ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ:

«Ποίηση, τέχνη και παράδοση συνεργάζονται στον αφηρωισμό και στην αποθέωση των αθλητών και ανοίγουν τον δρόμο της εκτροπής από το γνήσιο αθλητικό πνεύμα. Ο απέραντος θαυμασμός προς το πρόσωπο του ολυμπιονίκη και η αίγλη που τον περιβάλλει, οι τιμές, οι διακρίσεις και τα οικονομικά οφέλη που αποκτά, δημιουργούν γρήγορα κρίση στο αθλητικό ήθος. Ο αθέμιτος συναγωνισμός, η δωροδοκία των αντιπάλων κατά τον Δ' αιώνα π.Χ. και η εξαγορά ανήθικων αθλητών, που καταπατώντας τον όρκο τους δέχονται να εμφανισθούν ως εκπρόσωποι άλλης πόλεως, είναι οι βαριές ηθικές επιπτώσεις του επαγγελματισμού στον αθλητισμό και συμπτώματα της γενικής κρίσεως ηθών και αξιών, που ακολούθησε τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Τότε εμφανίζεται, για πρώτη φορά, μια νέα τάξη αθλητών, που θέτει ως αποκλειστικό σκοπό την επιτυχία. Ο σκληρός συναγωνισμός δημιουργεί την ειδίκευση σε ωρισμένο αγώνισμα, που προϋποθέτει ριζική αλλαγή των συντελεστών της σωματικής αγωγής και συστηματοποίηση της προετοιμασίας, της δίαιτας και του τρόπου ζωής. Με το ήθος του αθλητή αλλάζει και ο σωματικός του τύπος, όπως δείχνουν και τα έργα τέχνης, και η παλαιά εκείνη αρμονική ισορροπία του σώματος και του πνεύματος παραχωρεί τη θέση της σε μια δυσανάλογη μυική έμφαση των μελών. Η μεγάλη δημοτικότητα που αποκτούν τα βαρέα αγωνίσματα (πάλη, παγκράτιο, πυγμή) δημιουργεί τον πιο δημοφιλή τύπο αθλητή, τον παλαιστή, παγκρατιστή και πυγμάχο, που με την κρεατοφαγία και τον συστηματικό υπερσιτισμό (αναγκοφαγία) αποκτά υπερφυσική δύναμη και δύσμορφη εμφάνιση. Έτσι εμφανίζονται οι επαγγελματίες αθληταί, που κυριαρχούν στους πανελλήνιους και τοπικούς αγώνες και στις πανηγύρεις. Η εμφάνισή τους απεθάρρυνε τους ερασιτέχνες αθλητάς και κατέστρεψε τις ευγενικές φιλοδοξίες και τις αγνές χαρές τους. Η αναμέτρηση μαζί τους ήταν μάταιη πιά. Οι ερασιτέχνες αθληταί άρχισαν σιγά - σιγά να απέχουν από τους τόπους ασκήσεως και στους αγώνες να προτιμούν τον ρόλο του θεατή από τον ρόλο του ανταγωνιστή. Την ώρα εκείνη το μοιραίο τέλος της ευγενικής άμιλλας και του γνήσιου αθλητισμού είχε πιά σημάνει» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Β', σ. 496).
Το χάλι λοιπόν, είχε ξεκινήσει πολύ πριν τους κακούς Ρωμαίους που τάχα αυτοί κατέστρεψαν το αρχαίο Ολυμπιακό Πνεύμα. Φυσιολογικά χάθηκε το πνεύμα της ευγενούς άμιλλας ήδη από τον 4ο αιώνα, διότι είναι φυσιολογικότατο, εκεί που μπορεί να αποκτηθεί δόξα και φήμη, εκεί να εμφανίζονται και τα αθέμιτα μέσα. Δυο -τρεις αιώνες κράτησε το «Αρχαίο Πνεύμα Αθάνατο»˙ τους υπόλοιπους επτά αιώνες ήταν το γνωστό χάλι.
Σε νόμισμα τής Βέρροιας εικονίζεται άνδρας με μαστίγιο, βοηθός αγωνοθετών. Νομίσματα τής Περγάμου και τής Λυδίας είχαν παραστάσεις μαστιγοφόρων, που μαστίγωναν τους κακοήθεις αθλητές. Τον 5ο αιώνα π.Χ. (456 και 452) στους αγώνες πάλης, ο Λεοντίσκος από τη Μεσσήνη, αδυνατώντας να καταρρίψει τον αντίπαλό του, άρπαξε τα δάχτυλά του και τα συνέθλιψε, με συνέπεια εκείνος, ύστερα από τα πολλά κατάγματα, να εγκαταλείψει τον αγώνα. Με αυτό τον τρόπο, ανακηρύχθηκε δύο φορές Ολυμπιονίκης, και του έστησαν και ανδριάντα στο Ρήγιον. Δεδομένου ότι στην Ολυμπία ανακαλύφθηκε επιγραφή που απαγόρευε να συντρίβουν τα δάχτυλα τών αντιπάλων (Παυσανία, Ελλάδος Περιήγησις, 6, 4, 30).
Στους αγώνες οι δρομοίς επιχειρούσαν, κατά την εκκίνης, να ορμήσουν πρώτοι. Φροντίζουν, γράφει ο Πλούταρχος (Αποφθέγγματα Λακωνικά) περισσότερο για αναγνώριση της γρηγοράδας τους παρά για έπαινο σχετικά με το ήθος δικαιοσύνης. Πολλοί δρομοίς εξορμούσαν πριν δοθεί το σύνθημα. Ο ποιητής Statius γράφει (Θηβαΐς, 6, 550-645) ότι στα Νέμεα, κατά τον αγώα δρόμου πέντε αθλητών, προηγείτο ο Παρθενοπαίος με δεύτερο τον Ίδα. Ο πρώτος είχε μακριά μαλλιά και ο Ίδας, λίγο πριν το τέρμα άδραξε τους βοστρύχους που ανέμιζαν, τον τράνταξε, τον συγκράτησε, τον αναχαίτισε και τερμάτισε πρώτος.
Το 510 π.Χ. ο παλαιστής Μίλωνας ο Κροτωνιάτης μπαίνοντας στο στάδιο δεν βρήκε κανέναν αντίπαλο, επειδή το ογκώδες και τεράστιο σώμα του προκαλούσε τρόμο. Αμέσως τιμήθηκε με το στέφανο... της νίκης (!), όσο κι αν δεν αγωνίστηκε (Λουκίλος, επίγραμμα 316).
Ο φιλόσοφος Πτολεμαίος ο Χέννος (1ος π.Χ. αι.) γράφει (Καινή Ιστορία, 190) ότι στην Ολυμπία ο πυγμάχος Διόγνητος, ενώ νίκησε και θανάτωσε τον αντίπαλό του, δε βραβεύτηκε με στέφανο από τους ελλαδονίκες, επειδή ο ανταγωνιστής του ονομαζόταν Ηρακλής!
Η εικόνα του ηττημένου: Ο νικημένος όσο και να ήθελε να κρύψει την αποτυχία του αυτή ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. Είχε να αντιμετωπίσει τους θεατές και τους γνωστούς του, που ανάλογα με την τοποθέτηση τον αποδοκίμαζαν φιλικά ή εχθρικά. Σε κάθε νικημένο η ψυχική απογοήτευση ήταν καταφανής. Η μελαγχολία, τα νεύρα, οι εκρήξεις, ο εγωκεντρισμός τον κατελάμβαναν. Οι φίλοι, οι θεατές αλλά και οι εχθροί του τον πείραζαν ανάλογα… Ο Πλάτων μας σκιαγραφεί το νικημένο: «οι δρομείς… τελευτώντες δε καταγέλαστοι γίγνονται, τα ώτα επί των ώμων έχοντες (=με πεσμένα τα αυτιά τους) και αστεφάνωτοι αποτρέχωντες» (Πολιτ. 10, 12).
Ο νικημένος προσπαθούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του με κάθε μέσο, ακόμη και πεζός, αρκεί να μην γινόταν αντιληπτός από τους γνωστούς, ου τον βρίζανε, τον πειράζανε ή τον κοροϊδεύανε. Ο Πίνδαρος στους Ολυμπιονίκες του μας δίνει πλήρη εικόνα «υποδοχής» του νικημένου: «Νόστον ἔχθιστον καὶ ἀτιμοτέραν γλῶσσαν καὶ ἐπίκρυφον οἶμον» (εχθρική πατρίδα, βρισίδι, κρυφό δρόμο). Σχολιάζοντας το σημείο αυτό παλαιός σχολιαστής παρατηρεί ότι: «οι γαρ ηττημένοι σιωπώσι και λάθρα αναχωρούσι ου φανεράς οδούς απιάσιν, αλλά εκτρεπόμενοι…» (Ολυμπ. 8, 90). Ποιητές φίλοι των ηττημένων με ποιήματα σατύριζαν εύστοχα την αποτυχία τους. Είναι, προφανώς,.. η «ευγενής άμιλλα των αρχαίων», και το.. στεφάνι ελιάς, τα οποία μας διδάσκουν στο σχολείο χρόνια ολόκληρα.
Οι θεατές: Ο Δίων ο Χρυσόστομος μας πληροφορεί ότι οι θεατές στους αγώνες ήταν μοιρασμένοι σε δύο στρατόπεδα «εκάτερον» και εξεδήλωναν «επιβοήσεις, ευφημίαν και λοιδορίαν»: «αι δε επιβοήσεις εκατέρου του πλήθους εν τοις σταδίοις και τοις θεάτροις πόσον διαφέρουσι μετά επαίνου γιγνόμεναι και πολλής ευφημίας των μετά μίσους και λοιδορίας» (από το Ιστορία Φυσικής Αγωγής του Θωμά Βασ. Γιαννάκη, Δρ. Ιστορίας Φυσικής Αγωγής).
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 8:44 pm

22f ΓΥΝΑΙΚΕΣ-ΘΕΑΤΕΣ

«Στο δρόμο για την Ολυμπία, πριν περάσει κανείς τον Αλφειό, υπάρχει ένα βουνό με ψηλούς βράχους, κακοτράχαλο, που ονομάζεται Τυπαίον. Υπάρχει νόμος να γκρεμίζουν απ’ αυτό το βουνό οι Ηλείοι τις γυναίκες, αν συλληφθούν να παρευρίσκονται στους Ολυμπιακούς αγώνες ή αν έχουν απλώς περάσει τον Αλφειό κατά τις απαγορευμένες γι’ αυτές μέρες» (Παυσανία, Ελλάδος περιήγησις 5, 6, 7-8).
Φυσικά, είναι αναληθής ο ισχυρισμός ότι τάχα μπορούσαν να παρακολουθούν και οι γυναίκες τους Ολυμπιακούς. Μόνο η ιέρεια της Δήμητρας μπορούσε. Λέει ο Παυσανίας ότι οι Ηλείοι δίνουν το αξίωμα αυτό «σε διάφορες γυναίκες με τη σειρά». Αυτό που γινόταν λοιπόν, είναι ότι κάθε φορά παρακολουθούσε μία γυναίκα και όχι όλες. Υπήρχε μια ιέρεια στο στάδιο, και όλοι οι άλλοι θεατές ήταν άντρες. Και το δικαίωμα να παρακολουθεί τους αγώνες δεν το έδιναν σε όλες τις γυναίκες, αλλά σε διάφορες, δηλαδή όχι σε όλες. Δεν γίνονταν ασφαλώς όλες οι γυναίκες ιέρειες της Δήμητρας, ώστε όλες να έχουν το δικαίωμα να παρακολουθήσουν τους Ο.Α. Θα έγραφε ο Παυσανίας «..σε όλες τις γυναίκες με τη σειρά».
Πρακτικά, βέβαια, δεδομένου του πλήθους των γυναικών, είναι αδύνατον κάθε γυναίκα της Ηλίδας – ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι οι Ηλείοι έδιναν το ιερατικό αξίωμα σε όλες τις Ηλείες ανά έτος – μία φορά στη ζωή της να είχε παρακολουθήσει τους Ολυμπιακούς, αφού αυτοί διεξάγονταν ανά τετραετία.
Και βέβαια, αυτή η διάταξη ίσχυε μόνο για τις Ηλείες. Για ένα ελάχιστο τμήμα του αρχαίου γυναικείου ελληνικού πληθυσμού. Δε γίνεται λοιπόν να εξάγονται συμπεράσματα για τις γυναίκες τις αρχαίας Ελλάδας, από ένα μικρό δείγμα 300 γυναικών-ιέρειων ώς το 393 μ.Χ.. Αντίθετα, όλοι οι άντρες, από κάθε μέρος της Ελλάδας είχαν δικαίωμα να είναι θεατές.

22g Η ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΜΑΤΩΝ

Δυστυχώς, τα αρχαία αγωνίσματα, ειδικά τα πλέον δημοφιλή, η πυγμαχία, η πάλη και το παγκράτειο ήταν τόσο φρικιαστικά, ώστε και σήμερα οι αρχαίες περιγραφές να παριστάνουν πόσο διαφορετικός απ’ όσο νομίζουμε ήταν ο αρχαίος αθλητισμός συγκρινόμενος με τον σύγχρονο.
Γράφει ο Λουκιανός στο αποκαλυπτικό έργο του Ανάχαρσις ή περί γυμνασίων: «Πες μου Σόλων, γιατί η νεολαία τής Αθήνας συνιθίζει αυτές τις αχρειότητες; Συμπλέκονται, βάζουν τρικλοποδιές, προσπαθούν να πνίξουν ο ένας τον άλλον σφίγγοντας τον λαιμό του, στριφογυρίζουν το σώμα, βυθίζονται στη λάσπη, κυλιούνται εκεί σαν τα γουρούνια. Σπρώχνονται, χαμηλώνουν τα κεφάλια και χτυπούν ο ένας τον άλλον σαν κριάρια. Κυτάξτε! Αυτός εκεί άρπαξε τον άλλο από τα πόδια και τον τίναξε στο χώμα, πέφτει απάνω του και τον βυθίζει στη λάσπου. Και τώρα, τύλιξε τη μέση τού άλλου με τα πόδια περνάει τον βραχίονά του κάτω από τον λαιμό του και σφίγγει τον άμοιρο και ο άλλος τον χτυπάει στον ώμο, ικετεύοντας φαντάζομαι, να μη τον πνίξει τελείως» (Λουκιανού, Ανάχαρσις ή περί γυμνασίων, 1).
Ας μιλήσουμε για Πυγμαχία
Ο μυθιστοριογράφος Απολλόδωρος αναφέρεται στον Ηρακλή που τσάκιζε τα πλευρά τών αντιπάλων του, υπόδειγμα «ηρωικό» για τους αθλητές τών Ολυμπιάδων.
Ο Αρτεμίδωρος γράφει για την πυγμαχία: «Οι αγώνες με γρονθοκοπήματα είναι βλαβεροί για όλο τον κόσμο. Δεν αποτελούν μόνο καταισχύνη, προκαλούν και συμφορές. Το πρόσωπο παραμορφώνεται και τρέχουν αίματα» (Περί ονείρων αποβάσεων).
Από τον 4ο αιώνα π.Χ., αντί για γυμνά χέρια που υπήρχαν πριν, η πυγμαχία γινόταν με δέσιμο τών δακτύλων, δήθεν για προστασία τών δακτύλων. Ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι τύλιγαν τα τέσσερα δάχτυλα με μικρή παχειά δερμάτινη λωρίδα. Μετά όμως κάλυπταν ολόκληρη τη γροθιά με ιμάντες από βόδια, για να καταφέρουν ισχυρά πλήγματα στους αντιπάλους τους (Φιλόστρατου, Γυμναστικός, 10).
Στη Ρωμαιοκρατία οι πυγμάχοι χρησιμοποιούσαν χειρόκτια ενισχυμένα με κόμβους από σίδηρο και μολύβι. Ήταν ο λεγόμενος caestus (Παυσανία, Ελλάδος Περιήγησις, 8, 48).
Ο Πλάτων, αναφέρει τις «σφαίρες» τών πυγμαχικών χειροκτίων, που αντικατέστησαν τους ιμάντες. (Πλάτωνα, Νόμοι, 830b˙ Παυσανία, Ελλάδος Περιήγησις, 6, 23). Χρησιμοποιούσαν επίσης από τον 3ο π.Χ. αιώνα «ιμάντες οξείς», που είχαν μεταλλικές ακίδες στα δερμάτινα καλύματα τών χεριών. Ονομάζονταν «μύρμηγκες», επειδή προκαλούσαν πληγές μυρμιγκικού σχήματος, όπως και τα Ρωμαϊκά, και ακολουθούσε σφαγή. «Ιμάς οξύς επί τω καρπώ τής χειρός εκατέρας». «Πυγμαχίης δ' ώνδινε φόνος διψώσαν απειλήν ιγνιστόρους μύρμηκας εμαίνετο χερσίν ελίσσων. Πυγμάχου δ' ώδινε φόνου διψώσαν απειλήν». Σκληροί ιμάντες με μεταλλικά επιθέματα, τύλιγαν τα χέρια ως τον αγκώνα, μετατρέποντας τα σε συντριπτικό ρόπαλο. Στον 6ο αιώνα π.Χ. γράφει ο Παυσανίας, δεν χρησιμοποιούσαν τους οξείς ιμάντες, αλλά τις «μειλίχες» που τραυμάτιζαν και προκαλούσαν κατάγματα (Παυσανία, Ελλάδος Περιήγησις, 8, 40,3).
Ο Ευρυδάμας από την Κυρήνη νίκησε στην πυγμαχία, όμως ο αντίπαλός του του τσάκισε τα δόντια, και για να μη φανεί, τα κατάπιε όλα (Αιλιανού, Ποικίλη Ιστορία, 10,19). Το 496 π.Χ., ο πυγμάχος Κλεομήδης από την Αστυπάλαια, σκότωσε τον Επιδεύριο Ίκκο. Τον χτύπησε στο πλευρό, του προκάλεσε άνοιγμα, βύθισε το χέρι του μέσα, και του ξερίζωσε τον πνεύμονα. Επειδή δεν αναγνωρίσθηκε η νίκη του, γύρισε στο νησί, μπήκε σε σχολείο που διδάδκονταν 60 παιδιά, γκρέμισε το στύλο που στερέωνε την οροφή, με αποτέλεσμα να γκρεμιστεί το σχολείο και να πεθάνουν όλοι οι μαθητές. Οι Αστυπαλαιείς πήγαν στο Μαντείο τών Δελφών, που πήραν την εξής απάντηση: «Ο Κλεομήδης είναι ο τελευταίος ήρωας. Να τον τιμάτε με θυσίες γιατί δεν είναι θνητός» (Παυσανία, Ελλάδος Περιήγησις, 5, 2, 6-8˙ Ευσέβιου, Ευαγγελική Προπαρασκευή, 5, 32).
Σε μια πυγμαχία ολυμπιακών αγώνων ο αντίπαλος αθλητής, αφότου έγινε επαγγελματίας πυγμάχος, έχασε μύτη, σαγόνι, φρύδια, αφτιά και βλέφαρα (Λουκίλλος, Παλατινή Ανθολογία, XI, 75).
Στην πυγμαχία, έπειτα από πάλη τεσσάρων ωρών, τόσο πολύ παραμορφώθηκε το πρόσωπο του Στρατοφώντα, που ο πύκτης έγινε αγνώριστος όχι μόνο στους σκύλους, αλλά σε ολόκληρη την πόλη. Κι αν έβλεπε το πρόσωπό του στον καθρέφτη, ούτε ο ίδιος δε θα αναγνώριζε τον εαυτό του (Λουκίλλος, Π.Α. XI, 77).
Προστάτης «θεός» τής Πυγμαχίας ήταν ο Απόλλων, και για το λόγο αυτό ονομαζόταν και «Πύκτης» (Ιλιάς Ψ, στ. 660).
Μόνο παραλογισμός θα φαινόταν, έπειτα από όλα αυτά, αν τα παιδιά ωθούνταν στην βαρβαρότητα αυτή. Κι όμως, το 632 π.Χ. καθιερώθηκαν στην 37η Ολυμπιάδα αγώνες πυγμαχίας και πάλης για παιδιά.

Ας μιλήσουμε για το Παγκράτιο
Στην Ολυμπία θεωρούσαν το Παγκράτιο ως το «ωραιότερο άθλημα», και στους αθλητές, έφτιαχναν ανδριάντες προς τιμήν τής κτηνωδίας τους (Φιλόστρατος).
Ο Αθηναίος κυνικός φιλόσοφος Δηνώναξ συγκλονίσθηκε αντικρύζοντας έναν Παγκρατιστή να δαγκώνει σαν λιοντάρι (Λουκιανού, Δημώναξ, 49).
Σε δύο αγγεία παριστάνονται δύο Παγκρατιστές, να βγάζουν με το δάχτυλο τα μάτια τών αντιπάλων (Κ. Σιμόπουλου, Μύθος απάτη και βαρβαρότητα οι Ολυμπιάδες, σελ. 97).
Στην πάλη όπως και στο Παγκράτιο, επιτρεπόταν ακόμα και ο στραγγαλισμός τού αντιπάλου. Οποιαδήποτε αγριότητα ήταν θεμιτή: κατάγματα, συντριβή χεριών, ποδιών, πλευρών, ακόμη και σπονδύλων. Αυτό λεγόταν «αθλητική παιδεία» και «αθλητικό ιδεώδες».
Ο παγκρατιστής Σώστρατος κατά τις αναμετρήσεις άρπαζε τους καρπούς των χεριών του αντιπάλου και τους στρέβλωνε αναγκάζοντάς τον να παραδοθεί. Γι’ αυτό καλείτο «ακροχερσίτης» (Παυσανίας, 6, 4, 1). Ένας παγκρατιστής κατέφυγε στο μαντείο των Δελφών ρωτώντας πώς θα νικήσει τους αντιπάλους του. Η απάντηση ήταν «ποδοπατώντας τους»! Ο Πίνδαρος υιοθετεί τις βαρβαρότητες του παγκράτιου: «Καθένας μπορεί να εξοντώσει τον αντίπαλό του με οποιοδήποτε μέσο» (Ισθμιονίκες, 4, 48). Αυτές ήταν οι «ολυμπιακές αξίες».
Οι αγώνες τού Παγκρατίου πρωτοφαρμόσθηκαν το 648 π.Χ. (33η Ολυμπιάς), και το 200 π.Χ. (145η Ολυμπιάς) επεκτάθηκαν και στα παιδιά. Τα πάντα επιτρέπονταν. Να εξαρθρώνεις, να τσακίζεις κόκκαλα, να στραγγαλίζεις, να θανατώνεις με όλα τα μέσα. Συνηθίζονταν κλωτσιές στο γόνατο ή στα γεννητικά όργανα όπως προκύπτει από παραστάσεις αγγείων τής εποχής. Από τον 6ο π.Χ. αιώνα, μπορούσε ο ένας να πιέσει το πρόσωπο τού άλλου στην άμμο, ώστε να τον αναγκάσει να την καταπιεί ή να την αναπνεύσει (Λουκιανού, Ανάχαρσις ή περί γυμνασίων, 3).
Η πρώτη συνέπεια τού Παγκρατίου κατά τον Φιλόστρατο, ήταν η στρέβλωση τών χεριών και τών ποδιών. Τα τελικά αποτελέσματα ήταν ο στραγγαλισμός τού αντιπάλου, που ενθουσίαζε τους θεατές. Οι Ηλείοι, γράφει ο Φιλόστρατος, επαινούν το πνίξιμο στο Παγκράτιο.
Γράφει ο Λουκιανός: «Στέκονται όρθιοι, ρίχνονται ο ένας πάνω στον άλλο και χτυπούν με χέρια και με πόδια. Ο ένας φτύνει ο δύστυχος τα τσακισμένα δόντια του καθώς γέμισετο στόμα του από αίμα και άμμο ύστερα από γροθιά στο σαγόνι. Βλέπει τις συμφορές ο άρχοντας αλλά δεν δίνει εντολή να σταματήσει και να καταργηθεί ο αγώνας. Αντίθετα ενθαρρύνει τους παγκρατιστές και επαινεί εκείνος που κατάφερε το τρομακτικό χτύπημα» (Λουκιανού, Ανάχαρσις ή περί γυμνασίων, 3).
Οι Λακεδαιμόνιοι παγκρατιστές, κατασπάρασσαν τον αντίπαλο με δόντια και με νύχια, τον τύφλωναν βγάζοντας τους βολβούς τών ματιών του (Φιλόστρατος). Ο σοφιστής Ιούλιος Πολυδεύκης (2ος μ.Χ αι.) γράφει ότι παγκράτιο και παγκρατιστής σημαίνουν «στραγγαλισμό, πνίξιμο, κλωτσιές και γροθιές» (Πολυδεύκη, Ονομαστικόν, 3, 150).
Ο Αρραχίων, τού οποίου άγαλμα είχε στηθεί στην αγορά τής Φιγαλείας, κατά την αναμέτρησή του με αντίπαλο παγκρατιστή, ακινητοποιήθηκε αιχμάλωτος ανάμεσα στα πόδια τού άλλου, ενώ εκείνος προσπαθούσε να τον πνίξει σφίγγοντας με τα χέρια το λαιμό του. Κατόρθωσε ο Αρριχίων να συντρίψει ένα δάχτυλο τού ποδιού τού αντιπάλου, και αμέσως ξεψύχησε (Παυσανία, Ελλάδος Περιήγησις, 8, 40, 2).
Σε άλλη περίπτωση, οι δύο αντίπαλοι παγκρατιστές Κρεύγας ο Επιδάμνιος, και ο Συρακούσιος Δαμόξενος, συμφώνησαν μετά από πολύωρη πάλη χωρίς νικητή, να χτυπήσει ο ένας τον άλλο, που θα παρέμενε όρθιος και ακίνητος. Ο Κρεύγας χτύπησε τον Δαμόξενο στο κεφάλι, χωρίς επικίνδυνες συνέπειες. Ο Δαμόξενος, χτύπησε τον Κρεύγα στο πλευρό με τεντωμένα δάχτυλα, διαπέρασε τα σπλάχνα, και τα ξερρίζωσε με τα χέρια του. Ο Κρεύγας ξεψύχησε αμέσως (Παυσανία, Ελλάδος Περιήγησις, 8, 40).
Οι ποινές που επιβλήθηκαν σε αθλητή για αντικανονική λαβή ή θανατηφόρο χτύπημα του αντιπάλου είναι ελάχιστες. Ο Δημοσθένης καταγγέλλει πως η νομοθεσία κήρυττε αθώο εκείνον που στους αθλητικούς αγώνες θανάτωνε τον αντίπαλό του (Κατ’ Αριστοκράτους, 53). Η αιτιολογία της αθώωσης ήταν ότι δεν υπήρχε πρόθεση φόνου, αλλά προσπάθεια του αθλητή να νικήσει τον αντίπαλο ζωντανό, επομένως ο ασθενέστερος στην πάλη είναι υπαίτιος του φόνου του και δεν τιμωρείται ο φονιάς (Κατ’ Αριστοκράτους 54). Θα ‘πρεπε, για χάρη των αρχαιολατρών, να θεσπιστούν οι ίδιοι, «αμόλυντοι», κτηνώδεις αρχαίοι αθλητικοί κανονισμοί στην Ολυμπιάδα της Αθήνας (αντί για τις γελοίες ψευδοαναβιώσεις στην Αρχαία Ολυμπία), για να δούμε τι γνώμη θα είχε ο κόσμος για το αρχαίο ολυμπιακό «ήθος».
Ο Πίνδαρος αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι «πλεῖστοι τῶν ἀγωνιζομένων ἀπέθανον ἐν τῷ σταδίῶ», δηλαδή ότι πολλοί από τους αγωνιζόμενους πέθαναν – προφανώς κατά τη διάρκεια του αγώνα ή λίγο μετά – στο στάδιο! Ο Γαληνός γράφει ότι η υπερκόπωση στους αγώνες δρόμου προκαλεί σημαντικές βλάβες. Αναφέρει περιπτώσεις θανάτου δρομέων εξαιτίας ρήξεων στο κυκλοφορικό (De parvae pilae exercicione, 5). Ο Παυσανίας γράφει ότι ο αθλητής Λάδας νίκησε στο δόλιχο – αγώνα δρόμου – αλλά πέθανε (3, 21, 1).

22h ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ

Πέραν όλων των παραπάνω στοιχείων, που παραδόξως παραμένουν άγνωστα στον πολύ κόσμο, αξίζει να εξετάσουμε μερικά ακόμη σύμβολα – μύθους των Ολυμπιακών Αγώνων.
Το πρώτο αφορά την αφή της ολυμπιακής φλόγας και την λαμπαδηδρομία. Στις σύγχρονες Ολυμπιάδες, όπως γνωρίζουμε, γίνεται αφή του ολυμπιακού φωτός και στη συνέχεια αυτό ταξιδεύει σε διάφορες χώρες ανά τον κόσμο. Το όλο γεγονός υποτίθεται ότι γίνεται σύμφωνα με τις αρχαίες Ολυμπιάδες. Η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική. Κατά την αρχαιότητα ούτε αφή του ολυμπιακού φωτός γινόταν στην Αρχαία Ολυμπία ούτε ταξίδευε αυτό έπειτα ανά την Αρχαία Ελλάδα. Κανείς ιστορικός ή περιηγητής της αρχαίας Ελλάδας δεν αναφέρει τέτοια τελετή. Ο Παυσανίας, που μας έδωσε τόσες πληροφορίες, δεν λέει πουθενά κάτι για αφή φωτός. Προκύπτει λοιπόν, το ερώτημα, γιατί γίνεται αφή στις σύγχρονες Ολυμπιάδες, αφού δεν γινόταν στις αρχαίες;
Παραμονές της τέλεσης των Ολυμπιακών στην πρωτεύουσα του Γ’ Ράιχ, στο Βερολίνο, ένα μέλος της Ολυμπιακής Επιτροπής, ο Carl Diem, θα ισχυριστεί ότι εντόπισε σε αρχαίους αμφορείς παραστάσεις λαμπαδηδρόμων με τη φλόγα από την Ολυμπία. Ένας ισχυρισμός που θα αποτελέσει την αφορμή για τον υπουργό Προπαγάνδας Joseph Gφbbels να σκηνοθετήσει, για πρώτη φορά, το θέρος του 1936 την πανηγυρική μεταφορά της φλόγας από την Αρχαία Ολυμπία μέχρι την καρδιά του Γ’ Ράιχ.
Διαβάζουμε στην επίσημη ιστοσελίδα της ΕΟΕ (Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή), «η αφή της ολυμπιακής φλόγας και η λαμπαδηδρομία τελέστηκαν για πρώτη φορά το 1936 στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου (...)» (Από τον Ιό της Ελευθεροτυπίας). Και βέβαια ήταν η ΔΟΕ της εποχής που συνολικά αποφάσισε την λαμπαδηφορία• αλλά η αρχική πρόταση ήταν του Γερμανού μέλους της ΔΟΕ, ο οποίος φυσικά ήταν διορισμένος από τους Ναζί και εξέφραζε τις απόψεις του ναζιστικού καθεστώτος. Οι λαμπαδηδρομίες ήταν σύνηθες γεγονός στις παγανιστικής προέλευσης τελετές (ισημερίας κ.ά.) του Γ’ Ράιχ.
Δηλαδή, η αφή και η λαμπαδηδρομία είναι μια ναζιστική φάρσα, που ουδεμία σχέση δεν έχει με την αρχαιότητα. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, αποτελεί απλώς ακόμη μια λανθασμένη δυτικοευρωπαϊκή ερμηνεία της ελληνικής αρχαιότητας. Κι όμως, η φάρσα έχει γίνει τόσο πιστευτή, που σήμερα κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει την αλήθεια από την μεταγενέστερη προσθήκη. Δηλαδή, η φάρσα έχει αποκτήσει πλέον κύρος Παράδοσης. Δεν ενοχλούνται, «φυσικά», οι αρχαιολάτρες μας με αυτό. Διότι κι αυτοί τόσο κατανοούν και γνωρίζουν για την Αρχαιότητα, ώστε να αποδέχονται ως αληθή την δυτικοευρωπαϊκή ερμηνεία της του 1930.
Ακόμη και η κλασσική ρήση «νους υγιής εν σώματι υγιεί», που τόσο διαφημίζεται και υποτίθεται πως εκφράζει την αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων για τον αθλητισμό, δεν είναι παρά η – κατά τον 19ο αιώνα – «καθαρευουσιάνικη» μετάφραση ενός τμήματος από μια φράση του λατίνου ποιητή Δέκιμου Ιούνιου Ιουβενάλη (60-127 μ.Χ.). Στο έργο του Σάτιρες (Sature), στην δέκατη σάτιρα, ο Ιουβενάλης στηλιτεύει την αδυναμία των ανθρώπων να ξεχωρίσουν το καλό από το κακό και ότι πολλές φορές ζητούν υλικά αγαθά που δεν τους οδηγούν στην ευτυχία, και καταλήγει ότι οι άνθρωποι δεν θα πρέπει να ζητούν με προσευχές από τους θεούς τίποτε άλλο παρά να τους χαρίζουν ένα υγιές μυαλό και ένα υγιές σώμα (orandum est ut sit mens sana in corpore sano).
Όπως βλέπουμε, η σάτιρα αυτή και το περιεχόμενό της δεν έχουν καμμία σχέση με τον αρχαίο ελληνικο ή το ρωμαϊκό αθλητισμό. Η φράση mens sana in corpore sano ήταν γνωστή στην λατινική Δύση και τον 19ο αιώνα μεταφράστηκε «αρχαιοπρεπώς» σε «Νους υγιής εν σώματι υγιεί». Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ιουβενάλης δεν αντιγράφει την φράση αυτήν από κάποιον αρχαίο Έλληνα συγγραφέα. Η φράση «Νους υγιής εν σώματι υγιεί» δεν βρίσκεται σε κανένα μα κανένα έργο της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Δεν αναφέρεται από κανέναν αρχαίο συγγραφέα, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα (Βλ. Φ. Μαλιγκούδη, «Εν-Στάσεις», Ελευθεροτυπία, 26/8/2004).Συνεπώς, η ρήση «νους υγιής εν σώματι υγιεί» είναι τελείως άσχετη με τον αρχαίο αθλητισμό˙ παρόλα αυτά έγινε το ρητό, το οποίο δήθεν έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, ως συνόψιση της άποψής τους για τον αθλητισμό!
Ένα άλλο παραμύθι είναι αυτό της αρχαίας ολυμπιακής εκεχειρίας. Η εκεχειρία μεταξύ των εμπόλεμων υπήρχε μόνο στα όρια της αρχαίας Ολυμπίας. Παραέξω ο πόλεμος συνεχιζόταν με την ίδια ένταση και λύσσα. Για παράδειγμα, ο Ξενοφώντας (Ελληνικά, 7, 28-32) αναφέρει ότι ενώ διεξάγονταν οι Ο.Α. της 104ης Ολυμπιάδας (365 π.Χ.), εκτός της Ολυμπίας οι Ηλείοι και οι Αρκάδες πολεμούσαν σκληρά ο ένας τον άλλον˙ μάλιστα, έφτασαν να μάχονται ακόμη και μέσα στον χώρο της αρχαίας Ολυμπίας! Άλλο παράδειγμα (από τα πάμπολα): το 420 π.Χ. οι Σπαρτιάτες εισέβαλαν στην Ηλίδα κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας με χίλιους οπλίτες και κατέλαβαν το Λέπραιον. Αυτή είναι η περίφημη «ολυμπιακή εκεχειρία». Ωστόσοι, διαδίδεται πως τάχα σταματούσαν όλοι οι πόλεμοι σε όλον τον αρχαίο ελληνικό κόσμο! Και μια λεπτομέρεια: ο τελευταίος Ολυμπιονίκης ήταν Αρμένιος.
Άλλος ένας μύθος είναι αυτός του αγώνα για ένα στεφάνι ελιάς. Οι νικητές στους ολυμπιακούς απολάμβαναν πάμπολλα προνόμια. Ανακηρύσσονταν επίτιμα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της κοινότητας. Τρέφονταν εφ’ όρου ζωής στο πρυτανείο. Ύστερα από τον 5ο αι. π.Χ. οι ολυμπιονίκες απολάμβαναν και φορολογική ατέλεια. Ένας πρωταθλητής του 1ου αι. ο.Χ. εισέπραξε πέντε τάλαντα, δηλαδή 131 κιλά ασήμι, για να παρευρεθεί σε μια τελετή, να εντυπωσιαάσει το κοινό και να .. τιμήσει την πόλη, σύμφωνα με τον Δίωνα Χρυσόστομο. Οι πυθιονίκες βραβεύονταν με χρηματικά ποσά, οι νικητές των Παναθηναίων με 60 αμφορείς ελαίου, που μπορούσαν να πουλήσουν σε άλλες πόλεις χωρίς δασμούς. Ο Σόλωνας καθόρισε αμοιβή 500 δραχμών για τους ολυμπιονίκες, με τις οποίες κανείς μπορούσε να αγοράσει 500 πρόβατα ή 100 βόδια.
Αν τέτοιες ήταν οι αμοιβές, είναι φυσιολογικό οι αθλητές να πουλούν και να αγοράζουν τους αγώνες. Δεκάδες αγάλματα του Δία είχαν στηθεί στην Ολυμπία – ο κάθε αθλητής που πιανόταν να δωροδοκεί υποχρεωνόταν να στήνει από έναν Δία. Κι αν αυτοί που συνελήφθησαν και αποκαλύφθηκαν ότι παρανομούν ήταν ουκ ολίγοι, φαντάζεται κανείς πόσες παρανομίες δεν ξεσκεπάστηκαν ποτέ.
Αναληθείς είναι και οι ισχυρισμοί ότι με τις Ολυμπιάδες οι Έλληνες λησμονούσαν τις εχθρότητες και ότι εμφανίζονταν να έχουν ομόνοια και ενότητα. Η αντιπαλότητά τους συνεχιζόταν και κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ακριβώς όπως συμβαινει με τα σημερινά κράτη που επιδιώκουν νίκη επί του «εχθρικού» κράτους και περισσότερα μετάλλεια, ώστε να δοξαστεί η σημαία και να ακουστεί ο εθνικός ύμνος τους. Γι’ αυτό υπήρξαν οι περιπτώσεις αγοροπωλησίας αθλητών από μια πόλη σε άλλη, όπως προαναφέραμε.
22i ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΕΠΙ «ΦΙΛΕΛΛΗΝΑ» ΝΕΡΩΝΑ
Ναι, υπάρχουν αρχαιόπληκτοι που θεωρούν το Νέρωνα Φιλέλληνα. Ο πραγματικός λόγος, φυσικά, είναι ότι ήταν ο πρώτος που έσφαξε Χριστιανούς. Ας δούμε τι έκανε αυτός ο φιλέλληνας: Ο Νέρων θέλοντας να μιμηθεί τους άθλους του Ηρακλή, είχε εκπαιδεύσει, λεν, ένα λιοντάρι που θα το σκότωνε γυμνός στην αρένα του αμφιθεάτρου, ενώπιον των θεατών, είτε με ρόπαλο είτε σφίγγοντάς το μέσα στα μπράτσα του (Σουετώνιου, Nero, 53). Για να σβήσει την ανάμνηση αλλά και κάθε ίχνος όλων των άλλων νικητών των αγώνων διέταξε να γκρεμίσουν τα αγάλματα και τις προτομές τους, να τα σύρουν με γάτζους και να τα πετάξουν στους υπονόμους (Nero, 24). Σε πολλά μέρη εμφανίστηκε και ως ηνίοχος, στην Ολυμπία μάλιστα το άρμα του το έσερναν δέκα άλογα και παρά το ότι τον έριξαν απ’ το άρμα κι εγκατέλειψε, πάλι αυτός κέρδισε το βραβείο (Nero, 24˙ Δίων Κάσσιος, 64,14).

22j ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΜΕΤΑ ΤΟ 390 μ.Χ.;

Οι περισσότεροι πιστεύουν πως ο Θεοδόσιος κατάργησε του Ολυμπιακούς αγώνες της Ολυμπίας το 390 μ.Χ. Στην πραγματικότητα, οι ιστοριογράφοι αναφέρουν ότι τους Ο.Α. τους κατήργησε «ο Θεοδόσιος ο μ». Άλλοι ιστορικοί αυτό το «μ» το εκλαμβάνουν ως «Μεγάλος», οπότε πρόκειται για τον Θεοδόσιο Α’ τον Μεγάλο, ενώ άλλοι το εκλαμβάνουν ως «μικρός», οπότε πρόκειται για τον Θεοδόσιο Β’ τον Μικρό, οπότε οι Ο.Α. της Ολυμπίας καταργήθηκαν το 420 μ.Χ. Η αλήθεια είναι ότι οι Ο.Α. διατηρήθηκαν ώς τα μέσα του 6ου αι. στην Αντιόχεια. Αυτό αποδεικνύει ότι οι Χριστιανοί Αυτοκράτορες σεβάστηκαν το θεσμό – μέχρι τη στιγμή που δεν υπήρχαν πλέον τόσοι ειδωλολάτρες, ώστε να συνεχίσουν να διεξάγονται οι Ο.Α. της Αντιόχειας.
Ορισμένοι αρχαιολάτρες ισχυρίζονται ότι οι Ο.Α. συνεχίστηκαν στην Ολυμπία τουλάχιστον ώς το 741 μ.Χ. (Δαυλός, τ. 231, σ. 14768) και μάλιστα κρυφά από τους Βυζαντινούς. Έτσι, κάποιος αρχαιολάτρης, ο κ. Νικ. Ασπιώτης, ισχυρίζεται (Δαυλός, τ. 320, σ. 14705) ότι «Οι απαγορεύσεις και τα διατάγματα του Θεοδόσιου Α’ δεν υπήρξαν αποτελεσματικά. Οι Έλληνες επέδειξαν αδιαφορία» κι ότι ο Θεοδόσιος Β’, με «πιο σκληρά μέτρα» δεν επέτυχε διακοπή των αγώνων. Κι αυτό διότι «οι αγώνες συνεχίσθησαν "εκτός νόμου"» (Ν. Ασπιώτης, Δαυλός, τ. 229, σ. 14626) και οι «Έλληνες δεν εσταμάτησαν τους αγώνες και αδιαφόρησαν για τα διατάγματα και τα μέτρα βίαιης καταστολής των χριστιανών αυτοκρατόρων, όσο σκληρά και να ήσαν». Το ενδεχόμενο να συνεχίστηκαν κρυφά είναι, βέβαια, απίθανο, δεδομένων των περιστάσεων. Εκείνη την εποχή, είτε η περιοχή ήταν υπό Ελληνικό έλεγχο, οπότε αν διεξάγονταν Ο.Α., αυτό θα γινόταν με την ανοχή των Αυτοκρατόρων, είτε η Ολυμπία ήταν υπό σλαβικό έλεγχο, οπότε θα συνέβαιναν επιδρομές, λεηλασίες κ.λπ. εκ μέρους των νεοεγκατεστημένων βαρβάρων, οπότε δεν μπορεί να υπήρχε η πολυτέλεια διοργάνωσης Ο.Α. Συνεπώς, αν τυχόν συνεχίστηκαν οι Ο.Α., αυτό συνεπάγεται πως οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες ήταν ανεκτικοί και δεν ενδιαφέρθηκαν να εφαρμόσουν τους νόμους τους. Άλλωστε, οι ίδιοι οι αρχαιολάτρες που αναφέρουν όλα αυτά αδυνατούν να εξηγήσουν πώς συνεχίστηκαν οι Ο.Α., ενώ οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες κυνηγούσαν όποιον παραβίαζε τους νόμους τους. Το μόνο που ψελλίζουν (διότι αν συνεχίστηκαν οι Ο.Α., μόνο με ανοχή των Αυτοκρατόρων έγινε αυτό, άρα οι αρχαιολάτρες επιβεβαιώνουν τις δικές μας και όχι τις δικές τους απόψεις περί ανεκτικότητας των Αυτοκρατόρων) είναι ότι «παρά το πείσμα του Θεοδόσιου, οι Έλληνες αντιστάθηκαν και συνέχισαν τους αγώνες». Φαίνεται αμέσως πόσο γελοίος είναι ο ισχυρισμός ότι οι άοπλοι εναπομείναντες Παγανιστές της Ν. Ελλάδας, ενώ οι «ανθέλληνες Βυζαντινοί αυτοκράτορες» έστελναν καταπάνω τους το στρατό τους, αυτοί έστεκαν «υπεράνω» όλων και γαλήνια «αδιαφόρησαν»˙ λες και μπορούσαν να διοργανώσουν κρυφά, μέσα στα δάση ή τις σπηλιές ή στα ρυάκια της Ηλείας... αρματοδρομίες (!), αγώνες πάλης (!), κ.ά αθλήματα. Φυσικά, τίποτα από την αρχαία λατρεία δεν ήταν δυνατό να συνεχιστεί εάν δεν επιτρεπόταν από την εξουσία. Διότι αν ο Θεοδόσιος είχει «πείσμα» και τα «μέτρα βίαιης καταστολής των Χριστιανών αυτοκρατόρων» ήταν «σκληρά», τότε θα έσφαζε τον κόσμο που θα αμφισβητούσε τις εντολές του˙ εκτός κι αν θέλουν οι Ν/Π να μας πείσουν ότι ο πανίσχυρος αυτοκράτορας θα φοβόταν άοπλους θρησκευτές. Είτε έτσι είτε αλλιώς, το συμπέρασμα για την (πιθανή) ανεκτικότητα των Αυτοκρατόρων (σε περίπτωση συνέχισης των Ο.Α,) είναι πλήρως λογικό. Άλλωστε ο Λέων ΣΤ’ ορίζει στα Βασιλικά του «επιτελσθήτωσαν οἱ [αθλητικοί] ἀγῶνες τοῦ λοιποῦ ἀκωλύτως».
Όσο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αντιόχειας, αυτούς δεν τους κατάργησε ο Ιουστινιανώς, όπως ισχυρίζεται ο Βλ. Ρασσιάς (Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Β’, σ. 132• Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, τ. 3, σ. 85), αλλά ο προηγούμενος Αυτοκράτορας, Ιουστίνος Α’, το 521, εξαιτίας βιαιοτήτων μεταξύ των Βένετων και των Πρασίνων. «Ὁ δὲ αὐτὸς βασιλεὺς [=ο Ιουστίνος Α’] ἐκώλυσε τὸν ἀγώνα τῶν Ὀλυμπίων πρὸς τὸ μὴ ἐπιτελεῖσθαι ἐν Ἀντιοχείᾳ ἀπὸ ἰνδικτιῶνος ιδ’. Ἀλυτάρχησαν δὲ ἀπὸ Ἀφρανίου ἕως ὀγδόου ἑξηκοστοῦ πεντακοσιοστοῦ, ἀφ’ οὗ ἐκωλύθη τὰ Ὀλύμπια, ἀλύταρχοι οζ’» (Μαλάλα, Χρονογραφία, λόγος ιζ’, 140 (PG 97, 616D)). Καμμία σχέση δεν είχε η απαγόρευσή τους με την απαγόρευση της Ειδωλολατρίας. Διαφορετικά θα είχαν καταργηθεί προ πολλού, μαζί με τους αγώνες της Ολυμπίας.

22k ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Αυτά όλα, και μάλιστα στη χειρότερη, λατινική πλέον εκδοχή τους κατήργησαν οι μεγάλοι Ρωμηοί αυτοκράτορες. Μετά από όλα αυτά που περιγράψαμε, διαπιστώνουμε ότι καλά έκαναν. Βεβαίως! Όχι θα άφηναν αυτά τα πράγματα που περιγράψαμε, για να χαίρονται «οι θεοί»!
Βλέπουμε πως οι σοφοί Έλληνες πρόγονοί μας, οι φιλόσοφοι, εξ αρχής είχαν καταδικάσει το δήθεν αθλητικό πνεύμα. Άλλο πράγμα η άσκηση για χάρη της υγείας (αυτό όλοι το αποδεχόμαστε) κι άλλο ο συναγωνισμός για δόξα και δωρεάν σίτιση στο Πρυτανείο. Απορρίπτουν ακόμη και την ανόητη αντίληψη, που οι αρχαιολάτρες κατήγοροι του Χριστιανισμού φέρνουν ως δικαιολογία για την απίστευτη αισχρότητα και βαρβαρότητα των αγωνισμάτων, πως οι αθλητικοί αγώνες διεξάγονταν με τόσο βάρβαρο τρόπο, ώστε οι πολίτες τάχα να είναι προετοιμασμένοι για τον πόλεμο. Το χάλι, οι δωροδοκίες, η βαρβαρότητα των αγώνων, οι απολίτιστοι θεατές-χούλιγκαν, η αποθέωση ανθρώπων που το μόνο που είχαν ήταν γερό σώμα, όπως λέει ο Ξενοφάνης, αυτά όλα υπήρχαν και ήταν δεδομένα αιώνες πριν οι «κακοί Ρωμαίοι» νοθέψουν το υποτιθέμενο «αρχαίο πνεύμα αθάνατο».
Αξίζει να σημειωθεί, ότι αρκετοί Πατέρες της Εκκλησίας συμφωνούν με την άθληση του σώματος για χάρη της υγείας. Αφού το σώμα είναι δημιούργημα του Θεού, είναι καλό, άρα είναι καλός και ο αγώνας για την υγεία και καλή διατήρησή του, κι ένας τρόπος είναι η γυμναστική. Αυτό, λοιπόν, που κατέκριναν οι Χριστιανοί ήταν η ειδωλολατρική νοηματοδότηση των αγώνων. Ο Μ. Βασίλειος ένοιωθε βαθειά θλίψη, όταν, μετά το χωρισμό της πόλης σε δύο επαρχίες, τα γυμναστήρια ήταν κλειστά, διότι τα εγκατέλειψαν οι κάτοικοι, για να εγκατασταθούν σε νέα περιοχή: «Γυμνάσια κεκλεισμένα καὶ νύκτας ἀλαμπεῖς οὐς ἑᾷ ἡμᾶς οὐδὲν λογίζεσθαι ἡ περὶ τοῦ ζῆν ἀγωνία» (Επιστολή οδ’ Μαρτινιανώ (PG 32, 444)). Οι αθλητικοί αγώνες, κατά τον Γρηγόριο Νύσσης καλλιεργούν «τὴν ἀθλητῶν ἀνδρείαν» (Θεωρία εις τον Μωϋσέου βίον (PG 44, 338)). Κατά τον Γρηγόριο Θεολόγο πρέπει οι αγώνες να διεξάγωνται τίμια και όχι «ἔξω τῶν νενομισμένων», αλλά «τοὺς κειμένους ὅρους τῆς ἀγωνίας», δηλαδή σύμφωνα με τους κανόνες (Λόγος β’ απολογητικός της εις Πόντον φυγής (PG 35, 489)). Ο Γρηγόριος ο Νύσσης απαιτούσε ο δάσκαλος να μην διαμορφώνει μόνο την ψυχή του μαθητή, αλλά και να προκαλεί και την ευσχημοσύνη του σώματός του (PG, 44, 928). Ο Μ. Βασίλειος συνιστά να γυμνάζονται με σωφροσύνη τα παιδιά (PG, 32, 448) εννοώντας προφανώς να μην γυμνάζονται γυμνά (καθότι αυτό συνδυαζόταν με την ανάπτυξη της παιδοφιλίας). Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς στον Παιδαγωγό του συνιστά μαζί με την ωραιότητα της ψυχής να καλλιεργείται και η ωραιότητα του σώματος (PG, 8, 640).
Είναι τραγελαφικός ο εσωτερικός διχασμός πολλών δυτικοθρεμμένων «ουμανιστών» Νεοελλήνων, που τους κάνει να μη μπορούν να κρίνουν αντικειμενικά τους αρχαίους Ο.Α. Έτσι, δέσμιοι, από τη μια της διαφωτιστικής αντιχριστιανικής ρητορείας και της δυτικοευρωπαϊκής φανταστικής «αρχαιοελληνικότητας» και από την άλλη του αντιεθνικισμού και της φιλαληθείας τους, δεν μπορούν να ξεχωρίσουν την αλήθεια από το ψέμμα. Ενώ λ.χ. ο Κ. Σιμόπουλος γράφει ολόκληρο βιβλίο που ξεσκεπάζει το χάλι και την ξεφτίλα των αρχαίων Ο.Α., σε άλλο του βιβλίο – λές και πρόκειται για διαφορετικό συγγραφέα – κατηγορεί τον Μέγα Θεοδόσιο ότι «καταργεί τους Ο.Α. καταφέροντας ένα ακόμα ολέθριο πλήγμα εναντίον των ανθρωπιστικών παραδόσεων του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, εναντίον της ιδεολογίας της ειρηνικής επικοινωνίας και της ευγενικής άμιλλας» (Κ. Σιμόπουλου, Ο Μύθος των μεγάλων της ιστορίας, Αθήνα 1995, σ. 354).
Βεβαίως, αυτό το χάλι των συγχρόνων Ολυμπιακών Αγώνων (με την εμπορευματοποίηση, τα φάρμακα των αθλητών κ.λπ.) είναι ελαχιστότατο συγκριτικά με τη βαρβαρότητα του ήθους, τις αναπηρίες, τα βγαλσίματα ματιών, το χάσιμο σαγωνιών, δοντιών, τους φόνους κ.ά. των αγώνων των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων. Αν όμως κάποιοι αγώνες αξίζει να διοργανώνονται, αυτοί είναι οι λεγόμενοι Παρολυμπιακοί. Στην αρχαία Ελλάδα όμως αυτοί δε θα διεξάγονταν ποτέ, γιατί εκεί υπήρχε ο Καιάδας και οι Αποθέτες για τα ασθενικά παιδιά. Αυτή η βλακώδης αντίληψη του πρωταθλητισμού είναι προϊόν του «Ολυμπιακού πνεύματος» και των «αξιών του ολυμπισμού». Η αντίληψη δηλαδή ότι υπάρχει ένας winner και οι υπόλοιποι που είναι ελεεινοί losers και άξιοι χλευασμού (και πράγματι χλευάζονταν από τους συμπολίτες τους οι ηττημένοι αρχαίοι αθλητές). Δεν είναι τυχαίο ότι από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του Ολυμπισμού ήταν οι Ναζί (που θεοποιούσαν την νίκη, τη δόξα και τον μυώδη αθλητή-νικητή) και οι καπιταλιστές της Δύσης (που θεοποιούν τα λεφτά). Αυτές οι σιχαμερές αξίες, το να εξυμνείται ένας νικητής και όλοι οι άλλοι συναγωνιστές να θεωρούνται άχρηστα κορμιά ή να πέφτουν στην αφάνεια, είναι προϊόν των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων. Αντίθετα, υπήρξαν Αρχαίοι Έλληνες σοφοί, όπως ο Αριστοτέλης και ο Διογένης ο Κυνικός, που τόνιζαν ότι η με μέτρο γυμναστική είναι απλώς απαραίτητη για την υγεία του σώματος. Δεν απαιτείται ο συναγωνισμός με τρίτους, για να διαπιστώσουμε αν είμαστε σωματικά υγιείς. Πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που είναι φύσει ανώτεροι σωματικά από εμάς˙ δεν απαιτείται να «τους νικήσουμε» σε κανέναν αθλητικό αγώνα, ώστε να αποδείξουμε ότι κάτι αξίζουμε. Ο μόνος συναγωνισμός που είναι απαραίτητος και λογικός είναι ο συναγωνισμός του καθενός με τον εαυτό του. Τόσο στις αθλητικές επιδόσεις αλλά κυρίως στις πνευματικές. Ο πρωταθλητισμός/ανταγωνισμός, αντιθέτως, αποπροσανατολίζει από τον σωστό στόχο (την υγεία) και οδηγεί σε σωματικά και ψυχικά ερείπια. Αλλά οι Αρχαίοι Ολυμπιακοί αγώνες αυτό ακριβώς το πνεύμα καλλιεργούσαν. Όχι το «αγωνιστικό», ούτε βέβαια της «άμιλλας» (με τόσες αγοροπωλησίες αθλητών και νικών;), αλλά του διαβολικού πρωταθλητισμού «ο θάνατός σου η ζωή μου», αντί της υγιούς, δίχως υπερβολές σωματικής άσκησης. Ούτε η ελεεινή «δόξα» (δόξα για ποιο πράγμα; Για αθάνατα πνευματικά επιτεύγματα μήπως; Ή για πρόσκαιρη και με τη βοήθεια αναβολικών, υπερκόπωσης, σωματική δύναμη;) που συμβάδιζε με τον ψυχικό εξευτελισμό όσων απλώς ήρθαν δεύτεροι, τρίτοι κ.λπ. είναι κάτι άξιο λόγου.
Εν πάσει περιπτώσει, με την κατάργησή τους από τον Μ. Θεοδόσιο οι Ολυμπιακοί γλίτωσαν από την παρακμή και εξιδανικεύτηκαν ανά τους αιώνες. Ουσιαστικά κέρδισαν τη φήμη τους – αποκαθαρώμενοι από κάθε τι κακό – εξαιτίας της κατάργησης αυτής. Αν τυχόν διατηρούνταν στην μεσαιωνική εποχή, ακριβώς με τον τρόπο που οι παγανιστές της ύστερης Αρχαιότητας τους διεξήγαγαν, κανείς σήμερα δεν θα πίστευε στο απίστευτο ψέμμα της εξιδανίκευσής τους. Η ειρωνία είναι ότι αυτοί που με τις πράξεις τους ουσιαστικά έδωσαν αυτή την υστεροφημία σε κάτι τόσο βάρβαρο, κατηγορούνται σήμερα ως οι καταστροφείς του.. «αρχαίου ολυμπιακού πνεύματος». Κι αν κανείς έλεγε πως δεν ήταν αυτός ο σκοπός του Θεοδόσιου – η απάντηση είναι πως δίχως το Θεοδόσιο και τα παράδοξα της ιστορίας, αυτοί οι ίδιοι δε θα θέλαν καν ν’ ακούσουν για «αρχαίο πνεύμα αθάνατο».
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 8:46 pm

23. "Ο Θεοδόσιος που οι χριστιανοί τον λένε και Μέγα έσφαξε 7 χιλιάδες Έλληνες της Θεσσαλονίκης επειδή ήθελε να τους κάνει χριστιανούς, ενώ αυτοί επέμεναν στον παγανισμό. Οι Εθνικοί επαναστάτησαν κατά του Βυζαντίου. Όταν κατέλαβε την Κρήτη ο Νικηφόρος Φωκάς, έσφαξε τους Κρητικούς Εθνικούς, που αντιστάθηκαν γενναία".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:

23a ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΦΑΓΗ ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΘΕΣ/ΚΗΣ

Αυτό το ψεύδος υπάρχει σε διάφορες εκδοχές. Άλλοι Νεοπαγανιστές λεν ότι ο Θεοδόσιος ήθελε να επιβάλει ...τον νηπιοβαπτισμό. Ας ανοίξουν κανένα βιβλίο ιστορίας όσοι το πιστεύουν αυτό, για να μάθουν ότι η σφαγή έγινε επειδή οι Θεσσαλονικείς είχαν σκοτώσει τον διοικητή της φρουράς της πόλης επειδή αυτός με την σειρά του είχε κλείσει στη φυλακή έναν αγαπημένο τους ηνίοχο λόγω ενός νόμου που απαγόρευε την ομοφυλοφιλία. Καμμία σχέση με.. νηπιοβαπτισμούς ή διωγμό των Παγανιστών. Και, βέβαια, στον Ιππόδρομο πήγαιναν πολλοί Χριστιανοί. Ας ανοίξουν κανένα κείμενο του Χρυσόστομου οι έχοντες αντίρρηση σ'αυτό. Άλλωστε, ο Θεοδόσιος, οργανώνοντας τη σφαγή, κάλεσε όλους τους Θεσσαλονικείς να συμμετάσχουν στις γιορτές του Ιπποδρόμου. Δεν κάλεσε μόνο τους Εθνικούς, αλλά όλους τους κατοίκους.
Αυτή η κατηγορία πρωτοειπώθηκε από τους Παγανιστές, που αναφέρουν πως η σφαγή των Θεσσαλονικέων από τον Θεοδόσιο έγινε επειδή «ο ΓότΘος στρατηγός Βοθέριχος, αρχηγός της Βυζαντινής φρουράς της Θεσ/νίκης προσπαΘεί να επιβάλλει τον εκχριστιανισμό των Ελλήνων κατοίκων της πόλεως. Αποτέλεσμα η εξέγερσις του λαού που προσπαΘούσε απεγνωσμένα να κρατήσει την εΘνική και Θρησκευτική του ταυτότητα», ενώ στην Ιστορία του Ελληνικού έθνους της Εκδοτικής Αθηνών ρητά αναφέρεται: «Την άνοιξη του 390 ο Θεοδόσιος δημοσίευσε ένα νόμο που τιμωρούσε με θάνατο την ομοφυλοφιλία. Βασιζόμενος στο κείμενο αυτό ο Βουθέριχος ....φυλάκισε έναν δημοφιλή ηνίοχο. Οργισμένος ο όχλος....κατακρεούργησε τον στρατηγό. Ο θυμός που κατέλαβε τον Θεοδόσιο ...ήταν τρομερός....και διέταξε να περικυκλώσει ο στρατός τον ιππόδρομο..και να σφάξει όλους τους θεατές. Για την διαταγή μετανόησε,αλλά η ανάκλησή της έφτασε στη Θεσσαλονίκη αφού είχαν σφαγεί 7.000 πολίτες».
Πηγές για όσα λέει η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» είναι ο Σωζομένος (Εκκλ. Ιστ., 7, 25) και ο Θεοδώρητος Κύρου (Εκκλ. Ιστ., 5, 17). «Ο ηνίοχος συνελήφθη και οδηγήθηκε στη φυλακή. Αργότερα, γίνονταν αγώνες στον ιππόδρομο και ο λαός της Θεσσαλονίκης απαίτησε την απελευθέρωση του ηνίοχου, θεωρώντας τον απαραίτητο για τον εορτασμό των αγώνων. Επειδή το αίτημά τους απορρίφθηκε, εξεγέρθηκαν και έσφαξαν το Βουθέριχο. Ακούγοντας γι’ αυτή την πράξη ο αυτοκράτορας οργίστηκε πολύ και διέταξε ότι ένας αριθμός πολιτών θα εκτελούνταν. Η πόλη γέμισε με το αίμα πολλών αδίκως σφαγμένων. Και οι ξένοι που είχαν μόλις έρθει εκεί, θυσιάστηκαν μαζί με τους άλλους», γράφει ο Σωζόμενος.
Σύμφωνα με τον Μαλάλα (Χρονογραφία, λόγος ιγ’, 42-43 (PG 97 517BC)), που έζησε 2 αιώνες μετά τα γεγονότα (οι Θεοδώρητος και Σωζόμενος ήταν σύγχρονοι των γεγονότων) η στρατιωτική διεύθυνση είχε επιτάξει πολλές κατοικίες των Θεσσαλονικέων για να τις χρησιμοποιήσουν ως κατάλυμμα των στρατευμάτων που παρεπηδημούσαν στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας, κατ’ εφαρμογή του μέτρου του μετάτου (metatum) και το μέτρο αυτό προκάλεσε τη δυσφορία και αγανάκτηση των πολιτών. «Τοῦ στρατιωτικοῦ πλήθους διὰ μιτάτα ταράξαντα τὴν πόλιν, ἐσταςίασαν καὶ ὕβρισαν τὸν βασιλέα οἱ Θεσσαλονικεῖς. Καὶ θεωρήσας ἱππικὸν ἐν τῇ αὐτῇ πόλει γέμοντος τοῦ Ἱππικοῦ ἐκέλευσε τοξευθῆναι καὶ ἀπώλετο πλῆθος χιλιάδων δεκαπέντε. Καὶ διὰ τοῦτο ἀγανακτῆσας κατ’ αὐτοῦ Ἀμβρόσιος ὁ ἐπίσκοπος ἐποίησεν αὐτὸν ὑπὸ κώλυμα», γράφει επί λέξει. Αυτή είναι μια δεύτερη πιθανή αιτία. Ο Θεοφάνης συνδυάζει τις δυο εκδοχές θεωρώντας τα μιτάτα αιτία και την φυλάκιση του ηνίοχου αφορμή: ἐταράχθη ἡ πόλις διὰ τὰ μιτάτα τοῦ στρατοῦ, καὶ διὰ πρόφασιν ἡνιόχου καὶ τοῦ παιδὸς τοῦ ὑπάρχου (Χρονογραφία, P.339C). Άρα η αιτία της εξέγερσης είχε «υλικές» αιτίες και διόλου θρησκευτικές διαφορές.
Καμμία απολύτως πηγή δεν αναφέρει απόπειρα βίαιου εκχριστιανισμού των (ήδη Χριστιανών άλλωστε) Θεσσαλονικέων από τα στρατεύματα ως τον λόγο της εξέγερσής τους. Οι Ν/Π λένε ψέμματα και σε αυτήν την περίπτωση. Και ισχυρίζονται δίχως πηγές, δίχως καμμιά απόδειξη τέτοιες τρομερές κατηγορίες. Η Θεσσαλονίκη ήταν χριστιανικότατη πόλη και δεν ισχύουν οι νεοπαγανιστικοί ισχυρισμοί πως η σφαγή έγινε επειδή οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες μισούσαν μια πόλη, η οποία αρνείτο να εκχριστιανιστεί. Προς Θεσσαλονικείς έγραψε δύο επιστολές ο Παύλος επαινώντας τους για τον χριστιανικότατο βίο τους. Η Θεσσαλονίκη είχε να παρουσιάσει έναν άγιο Δημήτριο. Ήταν από τα μεγαλύτερα χριστιανικά κέντρα, δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Αυτοκρατορίας. Αν υπάρχει κάποια εξήγηση για τη συμπεριφορά του Θεοδόσιου αυτή είναι ότι ο Θεοδόσιος ήταν εξαρτημένος από τους Γότθους μισθοφόρους οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι (και) στην Θεσσαλονίκη, διότι ο στρατός ήταν μισθοφορικός και ο αυτοκράτορας είχε να αντιμετωπίσει πολέμους και διαμάχες. Δεν μπορούσε παρά να υποκύψει στον εκβιασμό τους να τιμωρηθούν αυτοί που έσφαξαν τους συστρατιώτες τους και τον διοικητή τους. Μη ξεχνάμε ότι η γυναίκα του Θεοδόσιου ήταν Θεσσαλονικιά, ότι ο Θεοδόσιος βαπτίστηκε (σε μεγάλη ηλικία) στη Θεσσαλονίκη κι ότι επί της βασιλείας του χτίστηκαν τα περίφημα τείχη της Θεσσαλονίκης. Κανένα εξ αρχής μίσος, λοιπόν, δεν προκύπτει από τα παραπάνω.
Ο Θεοδόσιος επιτιμήθηκε αυστηρά από την Εκκλησία με στέρηση της θείας κοινωνίας και απαγόρευση εισόδου στην εκκλησία – πράγμα φοβερό για έναν Χριστιανό, ειδικά στην εποχή εκείνη και ειδικότερα για έναν νεοβάπτιστο, όπως ο Θεοδόσιος – προτού ζητήσει δημόσια συγγνώμη. Πέρασαν οκτώ μήνες ώστε να του επιτραπούν αυτά, αφού πρώτα ζήτησε ο Θεοδόσιος δημόσια συγγνώμη. Είναι αφελές να θεωρήσουμε πως αυτό ήταν στημένο, να εξευτελίσει ο Αυτοκράτορας τον εαυτό του μπροστά σε όλους τους υπηκόους του, μόνο και μόνο για να.. εκδικηθεί τους (δήθεν μη Χριστιανούς) Θεσσαλονικείς. Επομένως, η τιμωρία του Θεοδόσιου από την Εκκλησία δείχνει πως το κίνητρο για τη σφαγή δεν ήταν θρησκευτικό. Άλλωστε, ο Αμβρόσιος επέβαλε στον Θεοδόσιο να υπογράψει νόμο (C. Th., IX, 40, 13), ο οποίος διέταζε την καθυστέρηση της εκτέλεσης των νόμων για ένα μήνα από την έκδοσή τους.
Όταν τέτοια ψέμματα λέγονται για τόσο ξεκάθαρα ζητήματα (λ.χ. ο Βλ. Ρασσιάς ξεδιάντροπα γράφει για «λουτρό αίματος, όπως εκείνο της σφαγής της Θεσσαλονίκης, όπου είχαν κατασφαγεί δεκαπέντε χιλιάδες Έλληνες Εθνικοί» (Υπερ της των Ελλήνων νόσου, εκδ. Ανοιχτή Πόλη, τ. 3, σ.40)!), φαντάζεται κανείς τι ψέμματα λέγονται για πιο περίπλοκα. Τις ίδιες ανακρίβειες λεν μερικοί για την αιτία που ο Βασίλειος Β’ ο Μακεδόνας τύφλωσε 14 χιλιάδες Βούλγαρους αιχμαλώτους, αρχές του 11ου αι., δηλαδή δήθεν το έπραξε για να εκχριστιανίσει το βουλγαρικό έθνος. Η πραγματικότητα είναι ότι οι Βούλγαροι είχαν ήδη εκχριστιανιστεί προ αιώνων, αφετέρου ότι η ποινή της τύφλωσης εφαρμοζόταν σε στασιαστές κατά της Αυτοκρατορίας˙ ως τέτοιοι θεωρήθηκαν οι αιχμάλωτοι αυτοί από τον Βασίλειο Βουλγαροκτόνο (η Βουλγαρία ήταν επαρχία της Αυτοκρατορίας, και στασίασε), όπως άλλωστε έχουν επισημάνει διάφοροι ιστορικοί (Ζακυνθηνός κ.ά.), κι όχι ως αιχμάλωτοι πολέμου με άλλο κράτος (π.χ. με Άραβες).

23b ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΑΔΙΚΩΝ

Ένα ακόμη ψέμμα που διαδίδουν οι Ν/Π είναι ότι επί Λέοντα Γ’ (727 μ.Χ.) οι τάχα «Εθνικοί» της (νότιας) Ελλάδας και νησιών του Αιγαίου επαναστάτησαν κατά των τάχα «αλλοεθνών Βυζαντινών». Οι Ν/Π δε διστάζουν να παραποιούν τα ιστορικά στοιχεία. Οι ιστορικοί όμως λένε άλλα:
Νικηφόρου, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Ιστορία σύντομος, εκδ. Κανάκη.
§ 60. «Από εκεί λοιπόν (ο βασιλιάς) στράφηκε κατά της ευσέβειας και μελετούσε την καθαίρεση των ιερών εικονισμάτων, κακώς πιστεύοντας ότι, τάχα, από την ύπαρξη και την προσκύνησή τους έγινε το παράδοξο γεγονός. Επιχειρούσε λοιπόν να διδάξει στο λαό το δικό του δόγμα και πολλοί θρηνούσαν για την ύβρη κατά της εκκλησίας. Γι’ αυτό και οι κάτοικοι της Ελλάδας και των Κυκλάδων νήσων, διαφωνώντας με την ασέβεια, στασιάζουν κατά του αυτοκράτορα και, αφού συγκέντρωσαν πολύν στόλο, αναγορεύουν αυτοκράτορά τους κάποιον ονομαζόμενο Κοσμά. Και ήλθαν στη βασιλεύουσα και συγκρούστηκαν μ' αυτόν και τους πολέμησαν οι κάτοικοι τς πόλεως, οι οποίοι πυρπόλησαν πολλά από τα πλοία του Κοσμά. Αυτοί μόλις είδαν την ήττα, προσέφυγαν στον αυτοκράτορα (..)».Ο δε ιστοριογράφος Θεοφάνης προσθέτει ότι οι επαναστάτες αυτοί ενεφορούντο από θείο ζήλο, δηλαδή από την λατρεία προς τις εικόνες (ἐν τούτοις οὖν θείῳ κινούμενοι ζήλῳ στασιάζουσι κατ’ αὐτοῦ μεγάλῃ ναυμαχίᾳ συμφωνήσαντες Ἑλλαδικοί τε καὶ οἱ τῶν Κυκλάδων νήσων. Χρονογραφία, P.62B). Αυτή είναι η αλήθεια. Οι εικονολάτρες (=Ορθοδοξότατοι) Χριστιανοί Έλληνες επαναστάτησαν κατά του εικονομάχου Έλληνα αυτοκράτορα, κι όχι τίποτε ανύπαρκτοι Ειδωλολάτρες, όπως ψεύδονται οι Νεοπαγανιστές.
Τι γράφει όμως ο κ. Ρασσιάς; «Ελλαδικοί και νησιώτες Έλληνες, εστασίασαν στο πλευρό του «τουρμάχου» Αγαλλιανού κατά του εικονομάχου αρμενικής καταγωγής αυτοκράτορος Λέοντος και εξεστράτευσαν κατά της Κωνσταντινουπόλεως με μεγάλο στόλο, ο οποίος όμως κατεστράφη σε ναυμαχία υπό του «Υγρού Πυρός» των Βυζαντινών» (Επίτομος Ιστορία των Σπαρτιατών, για το έτος 727). Δεν θα ξανασχολιάσουμε τον αβάσιμη διάκριση μεταξύ «Ελλήνων» και «Βυζαντινών» εδώ. «Ξεχνάει» να πει ο κ. Ρασσιάς, φυσικά απλώς επειδή δεν βρήκε καμμία πηγή (είναι άλλωστε όλες τόσο αναξιόπιστες) η οποία ν’ αναφέρει τα φρονήματα των επαναστατών, ότι οι Ελλαδικοί και Έλληνες επαναστάτες ήταν Ορθόδοξοι, δηλαδή εικονολάτρες, δηλαδή ουδόλως «μη Βυζαντινοί» ή «αντιβυζαντινοί». Την υπόθεση ότι μέσα στα καράβια των επαναστατών κρύβονταν και κάποιοι «Εθνικοί» κωπηλάτες, οι οποίοι συνεννοούνταν μεταξύ τους συνθηματικά, θα την αφήσουμε σε άλλους, πιο ειδήμονες, να την ελέγξουν και να την υποστηρίξουν. Φυσικά ο κ. Ρασσιάς έχοντας ξεπεράσει κάθε όριο, κυριολεκτικά δεν ξέρει τι αντιγράφει, αφού αλλού (Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Β’, σ. 241-2) αναφέρει ότι οι Ελλαδικοί στασιάζουν «παρακινημένοι από τον παπα Ρώμης που τους παρουσιάζει μία έκρηξη του ηφαιστίου της Θήρας σαν τάχα... "οργή Θεού" για τα μέτρα του Λέοντος κατά των εικόνων», ενώ ο Νικηφόρος, στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο (59-60) της ιστορίας του, αναφέρει ότι ήταν ο Αυτοκράτορας Λέοντας που έγινε εικονομάχος θεωρώντας πως η έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης οφείλεται στην οργή του Θεού. Όχι ότι ο Πάπας της Ρώμης παρουσίασε στους Έλληνες την έκρηξη ως οργή Θεού κατά του εικονομάχου Λέοντα.

23c ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ Ν. ΦΩΚΑ

Ψέματα διαδίδουν οι Παγανιστές για την κατοχή της Κρήτης από τους Άραβες και την απελευθέρωσή της από τον Νικηφόρο Φωκά. Λεν ότι ο Νικηφόρος Φωκάς έσφαξε τους αυτόχθονες Εθνικούς Κρήτες, όταν την ανακατέλαβε. Φτάνουν στο σημείο να παρουσιάζουν ως μάρτυρα των γεγονότων ένα μυθικό πρόσωπο που, αν έζησε ποτέ, έζησε πριν το 1000 π.Χ. Το 824 οι Αραβες είχαν καταλάβει την Κρήτη που έγινε κέντρο Πειρατείας των Αράβων που λυμαίνονταν τις Κυκλάδες, την Πελοπόννησο κ.λ.π.. Μέχρι την Θεσσαλανονίκη έφτασαν, σημειώνει ο Ιωάννης Καμενιάτης. Αυτή είναι η αλήθεια. Κι αυτούς τους Άραβες εξόντωσε ο Νικηφόρος Φωκάς.
Βέβαια, οι Άραβες δεν μπόρεσαν να καταλάβουν όλη τη νήσο. Σύμφωνα με αραβικές πηγές, μόνο τα Σφακιά και η περιοχή τους δεν υποδουλώθηκαν (Βασ. Ι. Καλαϊτζάκη, Η Κρήτη και οι Σαρακηνοί, εκδ. ΡΩΝΤΑ, σ. 156). Μια πόλη έμεινε ανάλωτη, κατά τον Ι. Γενέσιο (Bonn, σ. 47, 16-20) και κατά τον Γ. Φραντζή δύο, η Γορτύνη και η Κυδωνία (Lipsiae, σ. 104, 12-16). Από τα αδούλωτα Σφακιά και τις άλλες περιοχές οι γενναίοι Κρήτες συνέχισαν να αμύνονται. «Η άμυνα και η αντίσταση του πληθυσμού της Κρήτης κατά του κατακτητού ούδ’ επί στιγμήν εσταμάτησε» (Βασ. Ι. Καλαϊτζάκη, Η Κρήτη και οι Σαρακηνοί, εκδ. ΡΩΝΤΑ, σ. 160).
Ο Παπαρηγόπουλος βέβαια γράφει πως (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 1885, επανέκδ. εκδ. Κάκτος, 1992, τ. 10, 6): «Ο Αβού-Χαφί-Ομάρ Α’ (κατά τους Βυζαντινούς ιστορικούς «Απόχαψις») πίεσε τόσο πολύ τους κατοίκους [της Κρήτης] να δεχθούν το δικό του δόγμα, ώστε, όταν μετά από 138 χρόνια επανακτήθηκε το νησί, είχαν μείνει μόνο αμυδρά ίχνη χριστιανισμού. (...) και ο Ομάρ, αφού κάλεσε αποίκους από την Ισπανία, την Αίγυπτο και τη Συρία, ίδρυσε νέα πρωτεύουσα». Ωστόσο, μόνο οι εποικισμοί της Κρήτης με Άραβες είναι γεγονός. Τα περί εξάλειψης του Χριστιανισμού σήμερα δεν θεωρούνται ακριβή. «Αδιάκοπη υπήρξε, όπως αυτοί [=οι Άραβες ιστορικοί Ibn Istakhri, Ibn Hawkal, Abu Mas’ udi] διαβεβαιώνουν και η τέλεση των εκκλησιαστικών και θρησκευτικών τους καθηκότνων σε όλη τη διάρκεια των 134 ετών της αραβικής κυριαρχίας» ((310) Ν.Ε. Οικονομάκη, Ειδήσεις Αράβων γεωγράφων-περιηγητών περί της Εν Κρήτη Αραβοκρατίας, ΠΒΔΚΣ, τ. Γ’, εν Αθήναις 1968, σ. 187-194) Βασ. Ι. Καλαϊτζάκη, Η Κρήτη και οι Σαρακηνοί, εκδ. ΡΩΝΤΑ, σ. 182).
Οι Νεοπαγανιστές φτάνουν στο σημείο να ισχυρίζονται ότι στην αραβοκρατούμενη Κρήτη – το Κοράνι ως γνωστόν επιτρέπει την ανοχή στους «λαούς της Βίβλου», δηλ. στους Χριστιανούς και τους Ιουδαίους, αλλά όχι στους Ειδωλολάτρες – ενώ σφαγιάστηκαν οι Χριστιανοί, οι Άραβες θα ανέχονταν, σε μια κτίση του Ισλάμ, να υπάρχουν (ακόμη κι αν υπήρχαν τέτοιοι το 824 μ.Χ.) Ειδωλολάτρες, ώστε να τους βρει και να τους «σφάξει ο Φωκάς» αργότερα. Ακόμη οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι οι ανύπαρκτοι, όπως δείξαμε, ειδωλολάτρες Κρήτες συνεργάζονταν με τους Μουσουλμάνους κατακτητές. Περιττό να αναφέρουμε ότι καμμία πηγή, αραβική ή ελληνική, δεν αναφέρει ειδωλολάτρες τον 9ο και τον 10ο αιώνα ή νωρίτερα στην Κρήτη. Να πώς διαστρεβλώνεται η αλήθεια. Ο Ρασσιάς γράφει (Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Γ’, σ. 94): «το ίδιο έτος ο Βυζαντινός στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς εκστρατεύει κατά των Σαρακηνών και Ελλήνων αβάπτιστων και Εθνικών ("λέγεται γαρ κατόχους είναι Κρήτας μαντείαις και βωμολοχίαις και πλάναις" ομολογεί ο Λέων Διάκονος, στο 2ο βιβλίο της "Ιστορίας" του)». Κι ενώ ο Ρασσιάς στην αμέσως επόμενη σελίδα παραθέτει σχεδόν ολόκληρη την σχετική παράγραφο του Λέοντα Διάκονου, για να μας πει (ό.π., σ. 95) ότι «ο πολιορκούμενος πληθυσμός δεν ήταν τελικά, στο σύνολό του ή στο μεγαλύτερο τμήμα του, μωαμεθανικός» (έκανε και στατιστική εκτίμηση προφανώς), «ξέχασε» να παραθέσει επακριβώς τι λέει ο Λέων Διάκονος για τις «μαντείες» και «πλάνες» του παραπάνω αποσπάσματος (Λέοντα Διάκονου, Ιστορία, 2, 6): «Φημολογείται ότι οι Κρητικοί είναι γνώστες χρησμών και απόκρυφων τελετών και άλλων τέτοιων αγυρτιών, πράγματα που έχουν παραλάβει παλαιόθεν από τους Μανιχαίους και τον Μωάμεθ» («λέγεται γὰρ κατόχους εἶναι Κρῆτας μαντείαις καὶ βωμολοχίαις καὶ πλάναις, πρὸς τῶν Μανιχαίων καὶ τοῦ Μωάμεθ παρειληφότας ἀνέκαθεν.»). Άρα οι συγκεκριμένες «μαντείες» δεν είναι ένδειξη ύπαρξης Παγανιστών Κρητών, αλλά είναι επιρροή του Μανιχαϊσμού και του λαϊκού Ισλάμ. Στο κάτω-κάτω θα μπορούσαν να συνεπάγονται απλώς διατήρηση παγανιστικών εθίμων και λαϊκών παραδόσεων στους εξισλαμισμένους Κρήτες και Άραβες Μουσουλμάνους (όπως και η ασυναίσθητη διατήρηση παγανιστικών εθίμων από Έλληνες Ορθόδοξους διόλου δεν συνεπάγεται ότι αυτοί είναι Παγανιστές και όχι Ορθόδοξοι). Μάλιστα ο Ρασσιάς παραλείπει ακριβώς αυτήν την φράση του Λέοντα, «πράγματα που έχουν παραλάβει παλαιόθεν από τους Μανιχαίους και τον Μωάμεθ», λες και νόμισε ότι η Ιστορία του Λέοντα είναι τόσο δυσεύρετο κείμενο, ώστε αυτός να μπορεί να διαστρεβλώνει το νόημά της και να ισχυρίζεται ότι ο χριστιανός Λέοντας παραδέχεται, εμμέσως πλην σαφώς, ύπαρξη Παγανιστών Κρητών. Αυτοσχεδιάζει λοιπόν ο Ρασσιάς θεωρώντας την εύκολη κατάκτηση, το 824, της Κρήτης, ως απόδειξη ότι οι τοτινοί Κρήτες «άλλοι είναι μόνο τύποις χριστιανοί, άλλοι άθρησκοι και άλλοι Εθνικοί» (Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Γ’, σ. 27). Δηλαδή δίχως καμμία απολύτως πληροφορία κανενός Άραβα ή Βυζαντινού συγγραφέα, η εύκολη υποδούλωση της Κρήτης για τον Ρασσιά συνεπάγεται ότι υπήρχαν τότε Παγανιστές Κρητικοί, ενώ απλούστατα συνεπάγεται ελλειπή αμυντική ικανότητα. Κατά πρώτον η Εικονομαχία (726-843 μ.Χ.) και η επανάσταση του Θωμά (821-823 μ.Χ.) είχαν εξασθενίσει τη Ρωμέηκη Αυτοκρατορία. Η επανάσταση είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή του στόλου του νησιωτικού θέματος των Κιβυρραιωτών: έτσι οι Άραβες μπορούσαν να καταπλεύσουν ανενόχλητοι στην Κρήτη. «Σύμφωνα με τις αραβικές πηγές ((67) Ν.Ε. Οικονομάκη, Η επιδρομή και η κατάκτηση της Κρήτης υπό των Αράβων κατά των Μπαλαδούρι, Κρητ. Χρον., τ. ΙΖ’, τχ. Α’, 1963, σ. 303-310) οι Σαρακηνοί συνάντησαν αντίσταση και για να το κατακτήσουν πολέμησαν αρκετό χρονικό διάστημα» (Βασ. Ι. Καλαϊτζάκη, Η Κρήτη και οι Σαρακηνοί, εκδ. ΡΩΝΤΑ, σ. 45). Πράγματι οι Άραβες αγωνίστηκαν επί έναν χρόνο (μέσα 823-μέσα 824 ή, κατ’ άλλους, μέσα 827-μέσα 828) για να καταλάβουν την Κρήτη: απόδειξη της λυσσαλέας αντίστασης των Ελλήνων Κρητών. Μάλιστα, σύμφωνα με τους ίδιους τους Άραβες ιστοριογράφους της εποχής εκείνης, «Κατείχαν οι Μουσουλμάνοι... την Κύπρον και την Κρήτην... αλλά εγένετο κυρίαρχος εις αυτάς ο εχθρός [= οι Ρωμιοί] ... οι δε κάτοικοί της [=της Κρήτης] διετέλουν εις κατάστασιν πολέμου και άλλοτε εις κατάστασιν εκεχειρίας... Και εκείνο το οποίον προεκάλεσεν την απώλειαν των δύο νήσων μετά την απόφασιν του εχθρού [= του Βυζαντίου] να επιτεθή εναντίον των, είναι η αδικία και ο φθόνος και η δυστροπία που έδειξαν οι κάτοικοί των κατά την εισβολή του [=του Νικηφόρου Φωκά]» (Ν. Ε. Οικονομάκη, Ειδήσεις Αράβων γεωγράφων-περιηγητών περί της εν Κρήτη αραβοκρατίας, ΠΒΔΚΣ, τ. Γ’, 1968, σ. 187-194, στο Βασ. Ι. Καλαϊτζάκη, Η Κρήτη και οι Σαρακηνοί, εκδ. ΡΩΝΤΑ, σ. 160). Δηλαδή οι Κρήτες, εκτός από τους συνήθεις λίγους εξωμότες, έδειχναν πολεμική και εχθρική διάθεση προς τους Μουσουλμάνους, και γι’ αυτό ο Νικηφόρος Φωκάς απελευθέρωσε την Κρήτη, σύμφωνα με την άποψη των Αράβων. Ακόμη και γι’ αυτούς τους λίγους που εξισλαμίστηκαν, μπορούμε να υποθέσουμε, σύμφωνα με τον Λόγο εις άγιον Βάρβαρον του Κωνσταντίνου Ακροπολίτη ότι παρέμειναν κρυπτοχριστιανοί: «και πρώτα μεν τας περιφήμους των νήσων Κρήτην τε και Σικελία... και το γε βαρύτατον συχνούς των ζωγρηθέντων, τούτο μεν τη εκ της σφετέρας αυτών ευτυχίας απάτη, τούτο δε τη εκ της αιχμαλωσίας ανάγκη, προς την ιδίαν φευ θρησκείαν μεταστήσαι».Ο Ακροπολίτης μιλά για εξισλαμισμό λόγω ανάγκης• επίσης μιλά για συχνούς εξισλαμισμούς, αλλά όχι για πλήρη εξισλαμισμό.
Επιπλέον ο Ρασσιάς (Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Γ’, σ. 28) καταφεύγει στην γενική και αόριστη πληροφορία ότι οι Βυζαντινοί ιστοριογράφοι με το όνομα «Σαρακηνοί» εννοούσαν όχι μόνο τους Μουσουλμάνους αλλά ενίοτε και τους μη χριστιανικούς λαούς της Γης, «άρα» – συμπεραίνει ο Ρασσιάς – οι Σαρακηνοί της Κρήτης είναι (και) Παγανιστές ελληνικής καταγωγής. Τώρα, πώς στέκει το συμπέρασμα αυτό, ενώ δεν υπάρχει καμμία αντίστοιχη ένδειξη ειδικά για την αραβοκρατούμενη Κρήτη, είναι προφανώς περιττό να το εξηγήσει ο Ρασσιάς. Λογικά, εάν το «Σαρακηνοί» σημαίνει ενίοτε απλώς τους μη Χριστιανούς (κι όχι μόνον τους Μουσουλμάνους), αυτό δε συνεπάγεται ότι σημαίνει πάντοτε – ειδικά όταν δεν έχουμε κάποια ένδειξη – συμπαρουσία μη Μουσουλμάνων, ήτοι Παγανιστών ή Ιουδαίων. Ο Λέων Διάκονος αναφέρεται εξαρχής στη δυναστεία των «Αραβιτών Κρητών» (Ιστορία, 1, 2) οι οποίοι κατέκτησαν την Κρήτη, δηλώνοντας έτσι ότι αναφέρεται σε Μουσουλμάνους, έπειτα αναφέρει ξανά την αραβομουσουλμανική προέλευση (όπου μιλά για «παιδιά της Αγάρ»• και, αντίθετα με τον όρο «Σαρακηνοί» ο οποίος πράγματι ενίοτε χρησιμοποιούταν και για τους μη Χριστιανούς απλώς, ο όρος «Αγαρηνοί» χρησιμοποιούνταν από τους Χριστιανούς για να δηλώσει αποκλειστικά τους Αραβομουσουλμάνους κι εξισλαμισθέντες και όχι τους «μη Χριστιανούς» γενικά) των υπερασπιστών του Χάνδακα (Ιστορία, 1, 6) και συνεχώς αποκαλεί τους εχθρούς που κατείχαν το Χάνδακα «βαρβάρους». Περιττό να προσθέσουμε, έπειτα από όλα αυτά, πως ο ισχυρισμός ότι «Όσοι από τους Σαρακηνούς και τους μη χριστιανούς Κρήτες έχουν επιζήσει και δεν έχουν προλάβει ν’ αποσυρθούν στα βουνά υποβιβάζονται σε καθεστώς δουλοπαροικίας» (Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Γ’, σ. 96) είναι απλώς αποκύημα της τεράστιας φαντασίας του Ρασσιά, γιατί απλούστατα – το ξανατονίζουμε και θα το τονίζουμε – κανείς ιστοριογράφος, Άραβας ή Βυζαντινός δεν αναφέρει τίποτε από όλα αυτά. Ενδεικτικό της αγωνιώδους προσπάθειας του Ρασσιά για απόκρυψη της αντίστασης των Ελλήνων Κρητικών στην αραβική κατάκτηση της Κρήτης (αντίστοιχη με την παράλειψη παράθεσης της φράσης σχετικά με την προέλευση των «μαντειών»), είναι ότι αναφέρει ότι τα Σφακιά «θα αφεθούν σε καθεστώς πλήρους αυτονομίας» (Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Γ’, σ. 28) από τους Κατακτητές, ενώ οι ίδιες οι αραβικές πηγές αναφέρουν ότι τα Σφακιά δεν υποδουλώθηκαν, προφανώς λόγω της ισχυρής αντίστασης των Κρητών. Και βέβαια αλλού αναφέρει αδιάφορα και σχεδόν ως ουδέτερος (παρουσιάζει την πράξη ως.. αντίποινα!) την τρομερή καταστροφή της Θεσσαλονίκης και της Βέροιας, το 904 από τους Σαρακηνούς της Κρήτης (με τον συνεπακόλουθο σφαγιασμό και εξανδραποδισμό των κατοίκων τους), πόλεις των οποίων τους κατοίκους ο Ρασσιάς αποκαλεί απλώς «χριστιανούς» (Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Γ’, σ. 76) και όχι ελληνικής καταγωγής, ώστε να απαλύνει τις εντυπώσεις για τη δράση των ελληνομάχων Μουσουλμάνων, τους οποίους παρουσιάζει ως εκδικητές Εθνικούς.
Η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίθετη από την άποψη ότι όλοι οι Κρήτες εξισλαμίστηκαν. Αν και εξισλαμίστηκαν οι κάτοικοι των πεδινών περιοχών και διαδόθηκε δια της βίας το Ισλάμ από τους Άραβες, μεγάλο μέρος των Κρητικών παρέμεινε πιστό στη θρησκεία των προγόνων του: «Οι άραβες ιστορικοί Ibn Istakhri, Ibn Hawkal και Abu Mas’udi αναγνωρίζουν και τονίζουν πως ο λαός της Κρήτης σε όλη της διάρκεια της αραβοκρατίας όχι μόνο δεν εξαραβίστηκε και δεν αφομοιώθηκε από τους Σαρακηνούς, αλλά αντίθετα ούτε μια στιγμή δεν έπαυσε να αμύνεται κατά του εισβολέα σθεναρά και να προβάλλει συνεχώς αποφασιστική κατά των κατακτητών αντίσταση˙ αδιάκοπη υπήρξε, όπως αυτοί διαβεβαιώνουν, και η τέλεση των εκκλησιαστικών και θρησκευτικών τους καθηκόντων σ’ όλη τη διάρκεια των 134 ετών της αραβικής κυριαρχίας» (Βασ. Ι. Καλαϊτζάκη, Η Κρήτη και οι Σαρακηνοί, εκδ. ΡΩΝΤΑ, σ. 182) – βλ. και Ν. Ε. Οικονομάκη, Ειδήσεις Αράβων γεωγράφων – περιηγητών περί της εν Κρήτηι αραβοκρατίας, ΠΒΔΚΣ, τ. Γ’, Αθήνα 1968, σ. 187-194 και 189-190. Δηλαδή η αλήθεια είναι πως ορισμένοι εξωμότες, γενίτσαροι και δοσίλογοι συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, κάνοντας ληστείες και επιτιθέμενοι στους ομοεθνείς τους Έλληνες των παραλίων του Αιγαίου, ενώ οι περισσότεροι Κρήτες παρέμειναν Χριστιανοί – έστω και με χαλαρώτερη την θρησκευτική συνείδηση – και αντιστέκονταν στους Άραβες, κι έρχονται οι Νεοπαγανιστές να ντροπιάσουν τους Κρητικούς, λέγοντας πως οι τελευταίοι συνεργάστηκαν με χαρά μαζί με τους Άραβες.
Κρητικοί αυτόμολοι είχαν προειδοποιήσει έγκαιρα την κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης για την επικείμενη τρομερή επιδρομή του 904 στη Θεσσαλονίκη (Ι. Καμενιάτης στη Συνέχεια Θεοφάνους, Bonn, σ. 508, 5-14). Αλλά και κατά την απελευθέρωση της Κρήτης, «καθημερινώς αυτομολούσαν στο στρατόπεδο του Νικηφόρου Φωκά και του έδιναν βοήθεια και πολυτιμες πληροφορίες» (Βασ. Ι. Καλαϊτζάκη, Η Κρήτη και οι Σαρακηνοί, εκδ. ΡΩΝΤΑ, σ. 162): «Ἔκτοτε δὲ πολλοὶ καθ’ ἑκάστη ηὐτομόλουν πρὸς τὸν μάγιστρον» Συνέχεια Θεοφάνους, Bonn, σ. 476, 10-11. «Κρητικοί πήραν μέρος και συμπολεμήσανε μαζί με τους άνδρες του Νικηφόρου Φωκά κατά την πολιορκία του Χάνδακα» (Βασ. Ι. Καλαϊτζάκη, Η Κρήτη και οι Σαρακηνοί, εκδ. ΡΩΝΤΑ, σ. 162) (Συνέχεια Θεοφάνους, Bonn, σ. 476, 10-11). Μάλιστα, Κρητικοί ειδοποίησαν και οδήγησαν τον Νικηφόρο Φωκά κατά την πολιορκία του Χάνδακα κατά των Σαρακηνών της ενδοχώρας που κατείχαν το γήλοφο και είχαν συνεννοηθεί με τους πολιορκούμενους Σαρακηνούς να ενεργήσουν αιφνιδιαστική επίθεση κατά του Νικηφόρου Φωκά απ’ έξω και από μέσα από την πόλη, για να τον εξαναγκάσουν να λύσει την πολιορκία (Λέοντα Διάκονου, Ιστορία, 1, 7, όπου γράφει «ἰθαγενεῖς ἄνδρας»). Οι σφαγιασθέντες αναφέρονται και από Βυζαντινούς χρονογράφους (π.χ. Λέων Διάκονος). Μόνο που δεν είναι Κρήτες, αλλά άνδρες εκστρατευτικού σώματος Αράβων που στάλθηκαν από τη Β. Αφρική για να ενισχύσουν τους πολιορκημένους Άραβες του Χάνδακα (Λέοντα Διάκονου, Ιστορία, 1, 7: «σε κάποιο μικρό λόφο άρχιζε να συγκεντρώνεται βαρβαρικό στράτευμα σαράντα περίπου χιλιάδων, με σκοπό να επιτεθούν αιφνιδιαστικά και απροειδοποίητα εναντίον των Ρωμαίων, να τους εκδιώξουν από το νησί και να απεγκλωβίσουν τους ομοφύλους τους που είχαν αποκλειστεί στην πόλη»). Το εκστρατευτικό αυτό σώμα, χάρη σε πληροφορίες χριστιανών Κρητών προς τον Φωκά, έπεσε σε ενέδρα και εξοντώθηκε. Αυτή είναι η ιστορία, την οποία διαστρεβλώνουν οι Νεοπαγανιστές.
Οι Νεοπαγανιστές αποκαλούν «σφαγή Παγανιστών Κρητικών από τους Βυζαντινούς» την άλωση του Χάνδακα και την σφαγή των Μουσουλμάνων Αράβων υπερασπιστών της. «Τον 10ο αιώνα, με την άλωση του Χάνδακα από τον Νικηφόρο Φωκά, κατασφάζονται πολλές χιλιάδες Κρήτες που ζούσαν στα παραθαλάσσια πεδινά (...) ενώ οι Έλληνες υποχρεώνονται να αποσυρθούν στο εσωτερικό και εξ αυτών οι Εθνικοί στα βουνά» (Βλ. Ρασσιά, Υπέρ της των Ελλήνων νόσου, εκδ. Ανοιχτή Πόλη, τ. 3, σ. 100). Έτσι, οι ανύπαρκτοι Εθνικοί επανέρχονται... στη ζωή. Ποιο εσωτερικό και ποια βουνά, αφού ο απελευθερωτής Νικηφόρος Φωκάς απελευθέρωσε όλη την Κρήτη; Όπως έχουμε πει, ο Χάνδακας ιδρύθηκε από τους Άραβες κατακτητές του νησιού και εποικίστηκε με Μουσουλμάνους από την Ισπανία, την Συρία και την Αίγυπτο. Η σφαγή των κατοίκων ήταν όντως τρομακτική, αλλά αυτό συνέβη λόγω της πεισματικής αντίστασής τους, κι επιπλέον, αυτοί που σφάχτηκαν, οι κάτοικοι του Χάνδακα, δεν ήταν Κρητικοί, αλλά ξενόφερτοι Μουσουλμάνοι έποικοι. Άλλωστε ο Νικηφόρος Φωκάς, βλέποντας τη σφαγή «μπήκε ανάμεσά τους και προσπαθούσε να κατευνάσει την ορμή των στρατιωτών, επιχειρώντας να τους μεταπείσει να μην σκοτώνουν όσους παρέδιδαν τα όπλα (...) Με τέτοια λόγια ο στρατηγός μόλις που κατόρθωσε να ανακόψει την ανελέητη ορμή των στρατιωτών» (Λέοντα Διάκονου, Ιστορία, 2, 7). Οι δε Μουσουλμάνοι της υπόλοιπης Κρήτης, έπειτα από την απελευθέρωση του Χάνδακα, έστελναν πρεσβείες υποταγής και, όπως έχουμε δει στο κεφάλαιο περί οσίου Νίκωνα, εξελληνίστηκαν και εκχριστιανίστηκαν ειρηνικά. Μαθαίνουμε ότι μετά την πτώση του Χάνδακα ο Νικηφόρος «οδήγησε τους στρατιώτες του στην ύπαιθρο. Αφού λοιπόν την υποδούλωσε και την λαφυραγώγησε και υπέταξε όλους τους αντιπάλους χωρίς σταγόνα αίμα..» (Λέοντα Διάκονου, Ιστορία, 2, 8). Δεν υπήρξαν άλλες εστίες αντίστασης λοιπόν. Όταν οι Νεοπαγανιστές αποκαλούν «Εθνικούς» τους Άραβες κατακτητές και τους δοσίλογους Αραβοκρητικούς εξωμότες (Όπως ήταν εξωμότες και αγριότεροι των Τούρκων οι Τουρκοκρητικοί), οι οποίοι άλωσαν το 904 την Θεσσαλονίκη κατασφάζοντας τους Θεσσαλονικείς, και αλώνιζαν στο Αιγαίο με την πειρατεία, τρομοκρατώντας τους Έλληνες, ψεύδονται.
Ένας άλλος Νεοπαγανιστής συγγραφέας, μάλλον επιστημονικής φαντασίας γράφει: «Οι Κρητικοί ήταν ακατάβλητοι κυρίως για δύο λόγους, γράφει ο Συνεχιστής του Θεοφάνους: Πρώτον διότι είχαν διατηρήσει αλώβητο το Ελληνικό Ιερατείο τους, το οποίο προΐστατο στους Απελευθερωτικούς Αγώνες». Φαντάζεται κανείς πώς θα ακουγόταν, να έγραφε ο Χριστιανός Συνεχιστής του Θεοφάνη τέτοια πράγματα, ότι υπάρχουν ειδωλολάτρες Κρητικοί που είναι και ακατάβλητοι, και μάλιστα ότι αυτό οφείλεται στον Παγανισμό! Τόσο χοντρά παραμύθια πουλάνε οι Παγανιστές (εννοείται, ότι για να παραθέσουν οι Νεοπαγανιστές, ποιο έιναι το συγκεκριμένο εδάφιο που λέει κάτι τέτοια, ούτε λόγος). Και το κείμενο που έχουν οι Νεοπαγανιστές έχει ως πηγή τάχα κάποιον Πρίσκο και την χρονογραφία του τα «Κρητικά» του από τη συλλογή του 19ου αι. «Jus Graeco-Romanum». Δύο Πρίσκοι υπάρχουν στην βυζαντινή εποχή: Ο ένας ήταν βυζαντινός στρατηγός του 6ου-7ου αι. μ.Χ.. Ο δεύτερος ήταν βυζαντινός ιστορικός του 5ου αι. μ.Χ. Η απελευθέρωση της Κρήτης έγινε τον 10ο αιώνα. Ποιος «Πρίσκος» έγραψε την χρονογραφία, απ’ την οποία ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές ότι πήραν τα στοιχεία; Μήπως ο Πρίσκος του 4ου αι.; Αυτός δεν πρόλαβε να δει την απελευθέρωση της Κρήτης. Μήπως ο στρατηγός του 7ου αι.; Αυτός δεν συνέγραψε καμμιά χρονογραφία και δεν ήταν σύγχρονος του Νικηφόρου Φωκά. Αλλά το μεγαλύτερο ψέμα αφορά το Jus Graeco-Romanum. Αυτό είναι συλλογή νόμων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων. Καμμία σχέση με Κρήτη και Κρήτες ανύπαρκτους Εθνικούς. Τέλος να αναφέρουμε ότι ο Ρασσιάς χρησιμοποιεί το «αποστασία» που ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός γράφει σε μια επιστολή του προς τους Κρήτες ως αιτία για να υπονοήσει έμμεσα ότι πρόκειται για αναφορά του Αλέξιου στους Παγανιστές Κρήτες, συγκεκριμένα (Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Γ’, σ. 96) τους απειλεί με σφαγή λόγω του υποτιθέμενου παγανισμού τους. Ωστόσο ο Αλέξιος αναφέρεται στην αποστασία του βυζαντινού διοικητή της Κρήτης, Καρύκη, το 1091/92, ο οποίος επαναστάτησε με δική του πρωτοβουλία. Οι Κρητικοί, όταν έμαθαν ότι φτάνει βυζαντινός στόλος, επιτέθηκαν οι ίδιοι στον Καρύκη. Η λέξη «αποστασία» βέβαια χρησιμοποιείται με την έννοια της επανάστασης και όχι της ειδωλολατρίας. Ήδη ο Λέων Διάκονος (π.χ. κεφ. 7, 1), ένα αιώνα πριν, χρησιμοποιεί την λέξη αποστασία εννοώντας την στάση κάποιου αξιωματούχου που ήθελε να ανέβει στο θρόνο.
Οι ισχυρισμοί αυτοί των Νεοπαγανιστών προσβάλλουν την προσφορά των Κρητικών στους αγώνες της Ρωμανίας κατά των Αράβων και των άλλων κατακτητών, ειδικότερα διότι οι Κρήτες ήταν οι τελευταίοι υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης το 1453, συνεχίζοντας να αμύνονται από τους πύργους τους ακόμη κι όταν είχε αλωθεί η Πόλη, κερδίζοντας έτσι το θαυμασμό του Μωάμεθ Β’, που τους επέτρεψε να φύγουν με τα όπλα τους στην Κρήτη. Αν οι σημερινοί Κρητικοί εξακολουθήσουν αμέριμνοι να αδιαφορούν για τα εναντίον τους ψέμματα, τότε να είναι σίγουροι ότι σε λίγο οι Νεοπαγανιστές θα ισχυριστούν πως οι Κρητικοί συμπολέμησαν μαζί με τους Μουσουλμάνους Τουρκοκρητικούς και Τούρκους, κατά την Επανάσταση του Δασκαλογιάννη, κατά το 1821, το 1866 στο Αρκάδι και το 1897, προκειμένου να μην.. υποδουλωθεί στο ελληνικό κράτος η Κρήτη.
Όπως βλέπουμε, ξεδιάντροπα οι Νεοπαγανιστές, κάθε εσωτερική, εμφύλια εξέγερση των Βυζαντινών κατά των αρχόντων τους την ερμηνεύουν ψευδόμενοι ως «επανάσταση των Ελλήνων κατά των Βυζάντινών». Μια πιο λεπτομερής ανάλυση όλων των ισχυρισμών των Νεοπαγανιστών θα αποδείκνυε πλήρως αυτό που διαφαίνεται από τα παραπάνω: ότι η προσπάθεια των Νεοπαγανιστών να εμφανιστούν ως θύματα συνιστά μια από τις μεγαλύτερες και αισχρότερες απάτες των τελευταίων δεκαετιών.

23d ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΤΩΝ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΩΝ

Στο σημείο αυτό προτείνουμε στους αναγνώστες μας έναν Οδηγό Προστασίας κατά της Προπαγάνδας των αρχαιόπληκτων. Κατ’ αρχήν, καθένας μας πρέπει να γνωρίζει ότι οι αρχαιόπληκτοι προπαγανδιστές μυθοπλασιών ούτε ιστορικοί είναι ούτε σοβαροί άνθρωποι˙ π.χ. είναι άνθρωποι, οι οποίοι στη δεκαετία του 1980 ήταν αναρχικοί και έπειτα έγιναν «εθνολάτρες», ή άνθρωποι οι οποίοι πριν ήταν θεοσοφιστές, new agers και τέκτονες και στη δεκαετία του 1990 έγιναν ξαφνικά «συνεχιστές» της αρχαίας λατρείας του 5ου π.Χ. αιώνα. Όταν λοιπόν ακούμε κάποιον αρχαιολάτρη, σε παρέες ή σε διαδικτυακά fora, να αρχίζει το κατεβατό του από ισχυρισμούς κατά του Χριστιανισμού και της χριστιανικής ιστορίας υποστηρίζοντας ότι έτσι έχουν τα πράγματα, πρέπει να προσέξουμε:
1) Μας δίνει πειστικά στοιχεία ή ομιλεί δίχως να παραπέμπει σε κάποιον συγγραφέα; Του ζητάμε πηγές ή βιβλιογραφία. Αν μιλά με υποθέσεις, τότε τον αποστομώνουμε δείχνοντας την αμάθειά του.
2) Αν παραπέμπει σε συγγραφέα, αυτός είναι σύγχρονος ή αρχαίος, της εποχής των γεγονότων στα οποία αναφέρεται ο αρχαιολάτρης (π.χ. του 4ου ή 5ου μ.Χ. αι.);
3) Αν ο αρχαιολάτρης προπαγανδιστής μάς παραπέμπει σε σύγχρονο συγγραφέα, παραθέτοντας ένα τυχαίο βιβλίο του, θα του ζητήσουμε να μας αναφέρει τον αρχαίο συγγραφέα, το σύγγραμμα του αρχαίου συγγραφέα και την ακριβή αρχαία παραπομπή, διότι συνήθως οι σύγχρονοι συγγραφείς τους οποίους οι αρχαιόπληκτοι χρησιμοποιούν (αν τους διάβασαν κι αυτούς) είναι αντιχριστιανοί και διαστρεβλωτές των απόψεων των αρχαίων ή χριστιανών συγγραφέων (π.χ. Λ. Ζωγράφου). Π.χ. οι αντιχριστιανοί σύγχρονοι συγγραφείς κάνουν λόγο για τον Ιωάννη Χρυσόστομο δίχως να έχουν διαβάσει παρά ένα μηδαμινό τμήμα του τεράστιου έργου του, διότι απλούστατα μόνο στην Ελλάδα βρίσκονται τόσο εύκολα σε βιβλιοθήκες/βιβλιοπωλεία οι Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
4) Αν ο αρχαιολάτρης μάς παραθέτει μια παραπομπή κάποιου αρχαίου συγγραφέα, θα του ζητήσουμε να μας παραθέσει αυτούσιο το αρχαίο κείμενο, καθώς και την έκδοση του αρχαίου κειμένου, απ’ την οποία έλαβε το απόσπασμα. Αυτό το συνιστούμε, διότι συνήθως οι αρχαιολάτρες δεν έχουν διαβάσει το αρχαίο κείμενο του οποίου την παραπομπή παραθέτουν, αλλά απλώς «αντιγράφουν» «σκέτες» αρχαίες παραπομπές (δίχως το αρχαίο κείμενο) από τους σύγχρονους αντιχριστιανούς συγγραφείς, οι οποίοι επίσης δεν διάβασαν το αρχαίο κείμενο («σπαστό τηλέφωνο»)˙ και έτσι οι αρχαιόπληκτοι ισχυρίζονται πορίσματα τα οποία με κανένα λόγο δεν προκύπτουν από τα αρχαία κείμενα, στα οποία βασίζουν τους ισχυρισμούς τους.
5) Αν μας παραθέσει το αρχαίο κείμενο, πρέπει να προσέξουμε τον τρόπο με τον οποίο ο αρχαιολάτρης το μεταφράζει και βγάζει τα συμπεράσματά του. Π.χ. όταν πρόκειται για την Παλαιά Διαθήκη, έχουμε δείξει την φρικιαστική διαστρέβλωση ενός εδαφίου της, όπου, σύμφωνα με τους αρχαιόπληκτους, ο Θεός δήθεν προστάζει κάποιον προφήτη να φάει περιττώματα (!), ενώ η σωστή μετάφραση τίποτε τέτοιο δεν δείχνει. Απλώς οι αρχαιόπληκτοι παραποίησαν – ίσως λόγω άγνοιας των αρχαίων ελληνικών – το κείμενο της Π.Δ. «φτιάχνοντας» μία ψευδή μετάφραση. Συμπέρασμα: ποτέ δεν εμπιστευόμαστε μετάφραση αρχαίων κειμένων από αρχαιόπληκτους προπαγανδιστές.
6) Επίσης, όταν παραθέτει – ακόμη και με τη σωστή μετάφραση – αρχαία κείμενα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί για τα απατεωνίστικα συμπεράσματα του κάθε αρχαιολάτρη. Π.χ. έχουμε δει ότι τα γεγονότα της Σκυθόπολης τα παραποιεί ο Ρασσιάς, παραθέτοντας μόνο μία από τις δεκαεφτά παραγράφους του επίμαχου κεφαλαίου του Αμμιανού Μαρκελλίνου, που κι αυτήν την διαστρεβλώνει προσθέτοντας αισχρά ένα "..ως ειδωλολάτρης". Ο σκοπός του ήταν να βγάλει το συμπέρασμα ότι τάχα στη Σκυθόπολη οργανώθηκε και διεπράχθη «γενοκτονία» κατά Εθνικών. Περιττό να πούμε ότι στα βιβλία του ο Ρασσιάς παραθέτει, στο τέλος, ως βιβλιογραφία, τον Αμμιανό Μαρκελλίνο, προσπαθώντας να πείσει τους αναγνώστες του ότι τον διάβασε. Φυσικά οι «βιβλιογραφίες», που παραθέτουν οι αρχαιολάτρες στα βιβλία τους, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους ουδέποτε διαβάστηκαν από τους ίδιους. Απλώς π.χ. συμβαίνει ό,τι αναφέραμε στο 4) και οι αρχαιολάτρες βάζουν και το αρχαίο σύγγραμμα ως πηγή τους, την οποία δήθεν διάβασαν.
7) Πάντοτε και σε κάθε κείμενο προσέχουμε μήπως οι αρχαιολάτρες παραθέτουν τη μισή αλήθεια (αυτό ισχύει και στα κείμενα της Καινής Διαθήκης) ή αν «ξεχνάν» κάποια γεγονότα. Π.χ. έχουμε δει παραπάνω ότι οι αρχαιολάτρες αναφέρονται σε δολοφονίες Εθνικών αρχόντων ή εξέχοντων προσώπων, ως απόδειξη ότι «οι Εθνικοί διώκονταν», ενώ στην πραγματικότητα ούτε η θρησκεία των δολοφονημένων Εθνικών ήταν η αιτία της δολοφονίας τους ούτε οι δολοφονίες ή εκτελέσεις έγιναν δίχως αιτία, αλλά οι συγκεκριμένοι εκείνοι Εθνικοί είχαν εμπλακεί σε συνωμοσία κατά του αυτοκράτορα. Συμπέρασμα: τα πορίσματα των αρχαιολατρών πρέπει να ελέγχονται μέσα στα πλαίσια του ευρύτερου ιστορικού πλαίσιου.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Thu Sep 30, 2021 1:59 pm

Θ' ΜΕΡΟΣ

ΚΟΙΝΟΤΟΠΑ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ


24. «Ελληνισμός=Ελληνική Θρησκεία. Ο Ελληνικός πολιτισμός όχι απλώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την Εθνική μας Θρησκεία αλλά γεννήθηκε από αυτήν. Η Εθνική μας Θρησκεία είναι η γενεσιουργός αιτία του πολιτισμού μας, δεν είναι απλώς μέρος του Ελληνικού πολιτισμού».

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Τι πάει να πει «Ελληνισμός=Ελληνική Θρησκεία»; Από πού κι ώς πού το έθνος ταυτίζεται για πάντα με θρησκεία; Οι άθεοι Εβραίοι τι εθνικότητας είναι άραγε; Τα ίδια βέβαια ισχύουν και για εκατομμύρια ανθρώπων οι οποίοι σύμφωνα με τις θεωρίες μερικών Νεοεθνικών έχουν χάσει την εθνικότητά τους απλώς επειδή είναι άθρησκοι.
Από πού το έβγαλαν το συμπέρασμα αυτό οι Νεοπαγανιστές, ότι είναι η θρησκεία που έφτιαξε το έθνος κι όχι το έθνος που έφτιαξε τη θρησκεία; Δηλαδή, στην αρχή δεν υπήρχαν άνθρωποι, ούτε έθνη, αλλά μόνο η θρησκεία από μόνη της, και αυτή έφτιαξε τους ανθρώπους σε έθνη; Το αληθές είναι ακριβώς το αντίθετο: οι άνθρωποι, οι φυλές, τα έθνη φτιάχνουν την θρησκεία, την παρατούν, την δέχονται, την βελτιώνουν. Δεν περίμεναν οι Έλληνες να λατρεύσουν το Δία για να είναι Έλληνες.
Αλήθεια, η Παγανιστική θρησκεία ήταν αυτή που διαμόρφωσε τον ελληνικό πολιτισμό;
-Ο Διογένης ο Κυνικός έλεγε για τις αναθηματικές επιγραφές πιστών που σώθηκαν χάρη σε μια θεότητα˙ «θα ήταν πολύ περισσότερες, αν και εκείνοι που δεν είχαν σωθεί, είχαν κάνει αφιερώσεις» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 59). Ο Διογένης επίσης «όταν είδε κάποτε τους υπεύθυνους της περιουσίας ενός ιερού να τραβολογάν κάποιον που είχε κλέψει μια φιάλη είπε: οι μεγάλοι κλέφτες σέρνουν τον μικρό» (Διογένης Λαέρτης, VI, 45). Μεγάλοι κλέφτες, λοιπόν, οι ειδωλολάτρες που φρόντιζαν για τα ιερά.
-Όταν ο Επίκουρος έγραφε πως δεν συμπαθεί την λατρεία και τις αντιλήψεις των Ελλήνων περί θεών, είναι η φιλοσοφία του ελληνικός πολιτισμός ή όχι; Ο Επίκουρος γράφει: «εγώ όσα πράγματα γνωρίζω, το πλήθος τα αποδοκιμάζει, κι όσα το πλήθος επιδοκιμάζει, εγώ δεν τα γνωρίζω καθόλου» (Σένεκας, Epist., 29,10).
-Ο Ηράκλειτος περιφρονεί τη μυθολογία και τους ποιητές λέγοντας (Απ. 104): «Γιατί ποιος είναι ο νους τους ή η φρόνησή τους; Πείθονται απ’ τους τραγουδιστές του λαού και παίρνουν τον όχλο για δάσκαλό τους..» (Τίς γάρ αὐτῶν νόος ἤ φρήν; δήμων ἀοιδοῖσι πείθονται καἰ διδασκάλῳ χρείωνται ὁμίλῳ..»). Μα, αυτοί οι ποιητές είναι οι δημιουργοί των μύθων της αρχαίας θρησκείας. Αυτό είναι απόρροια της ειδωλολατρικής θρησκείας; Όταν επίσης ο Ο Ηράκλειτος χλευάζει την θυσία ζώων που έκαναν οι ειδωλολάτρες και ειρωνεύεται τις προσευχές τους προς τα είδωλα (Απ. 5): «Καθαρίζονται μαιανόμενοι μ’ άλλο αίμα, όπως κάποιος που, χωμένος μέσα στη λάσπη, θα ήθελε να ξεπλυθεί με λάσπη. Αν κάποιος τον έβλεπε να κάνει κάτι τέτοιο θα τον έπαιρνε για μανιακό. Και σε τέτοια αγάλματα προσεύχονται, όμοιοι μ’ εκείνον που θα φλυαρούσε μέσα στο σπίτι του, χωρίς να γνωρίζει ποιοι είναι θεοί και ποιοι ήρωες» («Καθαίρονται δ’ ἄλλῳ αἵματι μιαινόμενοι οἷον εἴ τις εἰς πηλόν ἐμβάς πηλῷ ἀπονίζαιτο˙ μαίνεσθαι δ’ ἄν δοκοίη, εἴ τις αὐτόν ἀνθρώπων ἐπιφράσαιτο οὕτω ποιέοντα˙ καί τοῖς ἀγάλμασι δέ τουτέοισιν εὔχονται, ὁκοῖον εἴ τις δόμοισι λεσχηνεύοιτο, οὔ τι γινώσκων θεούς οὐδ’ ἥρωας οἵτινές εἰσι»), αυτό το γράφει υπέρ της αρχαίας θρησκείας και των θυσιών που γίνονταν;
-Ο Ηράκλειτος διακηρύσσει επίσης ότι ο Όμηρος είναι άξιος «ἐκβάλλεσθαι ἐκ τῶν ἀγώνων καὶ ῥαπίζεσθαι», δηλ. να εκβάλλεται από τους αγώνες και να ραπίζεται. Τα λέει αυτά ένας Έλληνας φιλόσοφος για τον συγγραφέα των κυριώτερων έργων της κλασσικής αρχαίας θρησκείας.
-Ο Ηράκλειτος απειλεί τους ιεροφάντες, μάγους και μυσταγωγούς με μεταθανάτια τιμωρία (Απ. 14): «Σε ποιους προφητεύει ο Ηράκλειτος; Σε πλανώμενους τη νύχτα αλήτες, μάγους, βάκχους, μαινάδες και μύστες˙ αυτούς απειλεί με μεταθανάτια τιμωρία, σ’ αυτούς προφητεύει τη φωτιά...» (Τίσι δή μαντεύεται Ἡράκλειτος ὁ Ἐφέσιος; νυκτιπόλοις, μάγοις, βάκχοις, λήναις, μύσταις˙ τούτοις ἀπειλεῖ τά μετά θάνατον, τούτοις μαντεύεται τό πῦρ..»). Όταν τα λέει αυτά ο Ηράκλειτος, είναι απόρροια της αρχαίας θρησκείας, όπως αυτή υπήρχε με τα απαράλλαχτα, έθιμα και τελετουργικά της;
-Ο Δημόκριτος δίδασκε ότι η θρησκεία είναι δημιούργημα του φόβου, της δεισιδαιμονίας και της αμάθειας. Οι άνθρωποι μη μπορώντας να εξηγήσουν τα φυσικά φαινόμενα θεωρούσαν τους «θεούς» αίτιούς των (Σέξτος Εμπειρικός, IX, 2).
-Ο Ίππων ο Σάμιος δίδασκε ότι οι θεοί ήταν κάποτε ήρωες ή μεγάλες προσωπικότητες που αποθανατίστηκαν. Έτσι όμως αρνούνταν τη θεϊκή φύση τους.
-Όταν ο Αριστοτέλης ξεκάθαρα λέει ότι «επειδή έτσι τα είπαν οι παλιότεροι δε σημαίνει πως είναι κι έτσι», και στα «Μετά τα Φυσικά» ( Β΄ 1000a 18-19) γράφει: « ἀλλὰ περὶ μὲν τῶν μυθικῶν σοφιζομένων οὐκ ἄξιον μετὰ σπουδῆς σκοπεῖν» («όσους όμως σοφίστηκαν μυθολογικές εξηγήσεις, δεν αξίζει να τους μελετάμε σοβαρά»), μήπως οφείλεται η σκέψη του στην αρχαία θρησκεία; Ο Αριστοτέλης λέει (Μετά τα Φυσικά, Λ’, 6, 1071b, 24-28) για την Πολυθεϊστική Μυθολογία, ότι «αν σκεπτόμασταν όπως οι θεολόγοι που γεννούν τον κόσμο από τη νύχτα, θα καταλήγαμε ότι κανένα από τα όντα δεν υπάρχει» κι ότι οι μυθολογικές περιγραφές προστέθηκαν για να εξασφαλίζεται η ευπείθεια του πολύ κόσμου (Μετά τα Φυσικά, Λ’, 8 (1074b 5))! «Ο λόγιος Αριστοτέλης, αν και θεωρεί εύλογο το ότι οι άνθρωποι πιστεύουν στα θεόσταλτα όνειρα, τα απορρίπτει• διαφορετικά οι θεοί θα επικοινωνούσαν με τους ανθρώπους και την ημέρα – πάντως όχι με τους ανόητους, όπως συμβαίνει – ενώ θα έστελναν όνειρα ακόμη και στα ζώα (Περί της καθ’ ύπνον μαντικής 462b. 18 κ.ε.). Ο σκεπτικιστής φιλόσοφος, συγκλίνοντας με αντιλήψεις που εμφανίζονται στο ιπποκρατικό σύγγραμμα Περί διαίτης, θεωρεί ότι τα ενύπνια είναι αίτια, σημεία των όσων συμβαίνουν, ή και συμπτώματα, που σχετίζονται με τη σωματική και ψυχική κατάσταση του ονειρευόμενου (ό.π. 462b. 27)» (Λ. Πόλκα, Ε-Ιστορικά, τ. 304, σ. 36). Τέλος ο Αριστοτέλης υποστηρίζει την ύπαρξη Μίας Αρχής του κόσμου, κατακρίνοντας (Μετά τα Φυσικά, Λ’, 10 (1075b 14-18)) όσους «βγάζουν το ον από το μη ον» (τον Ησίοδο και το πρωταρχικό χάος του), όσους «καθιστούν όλα τα πράγματα Ένα» κι όσους έχουν δύο αρχές (π.χ. τον Εμπεδοκλή), διακηρύσσοντας «η πολυαρχία δεν είναι καλό˙ ένας ας είναι ο αρχηγός» (Μετά τα Φυσικά, Λ’, 10 (1076a, 4-5)).
-Όταν ο Πλάτωνας γράφει (Πολιτεία, 379a) «Δεν πρέπει να δώσουμε πίστη στον Όμηρο, ούτε σε κανένα άλλο ποιητή όταν ανόητα ξεστομίζει αυτή τη βλαστημιά για τους θεούς, πως τάχα υπάρχουν δύο πιθάρια στου Δία το κατώφλι γεμάτα το ένα με καλές, και το άλλο με κακές μοίρες (Ιλιάδα Ω 527)», και (Πολιτεία 380c) «Να μή δώσουμε άδεια ποτέ σε κανέναν ούτε σε νέους ούτε σε γέρους, ούτε να λέγουν ούτε να ακούν τέτοιους λόγους είτε με στίχους είτε χωρίς στίχους», και (Πολιτεία 383c) «όταν κανείς ποιητής μας λέει τέτοια για τους θεούς, θα του γυρίσουμε τις πλάτες και δε θα του δώσουμε τα ψαλτικά του, ούτε και στους δασκάλους θα επιτρέψουμε να τα μεταχειρίζονται για την ανατροφή των παιδιών», και (Πολιτεία 607b) «από παλαιά χρόνια υπάρχει μια διένεξη ανάμεσα στην ποίηση και στη φιλοσοφία», μήπως τα έργα του δεν είναι προϊόν του ελληνικού πνεύματος και πολιτισμού; («Πάσα μεν η ποίησις του Ομήρου αρετής εστιν έπαινος και πάντα αυτώ προς τούτο φέρει»: Μέγας Βασίλειος).
-Στον Κρατύλο 400d ο Πλάτων βάζει τον Σωκράτη να λέει πως δεν ξέρουμε τίποτε για τους θεούς, ούτε καν τα αληθινά τους ονόματα («τίποτα δε γνωρίζουμε για τους θεούς, ούτε για τους ίδιους ούτε για τα ονόματά τους που κάποτε οι ίδιοι έδωσαν στον εαυτό τους• γιατί είναι φανερό ότι εκείνοι χρησιμοποιούν τα αληθινά ονόματα»). Στον Φαίδρο 246c γράφει πως φανταζόμαστε ένα θεό δίχως ποτέ να τον έχουμε δει ή να έχουμε σχηματίσει κάποια ικανοποιητική ιδέα της μορφής του. Και στα δυο χωρία αναφέρεται στους μυθολογικούς θεούς.
-Από νωρίς οι Σοφιστές (που οι παγανιστές τους δίκαζαν με τις περίφημες «δίκες αθεΐας» του 5ου αιώνα π.Χ.) έλεγαν ότι «άνθρωπος μέτρο πάντων πραγμάτων».
-Οι διωχθέντες από τους Παγανιστές φιλόσοφοι: Αναξαγόρας, Πρωταγόρας, Διογένης, Πρόδικος, Στίλπων ο Μεγαρεύς, Θεόδωρος ο άθεος, κι ο μέγας Σωκράτης, αποτελούν απόδειξη της ταύτισης «ελληνικής φιλοσοφίας» και αρχαίου παγανισμού;
-Όταν ένας εκπρόσωπος της επίσημης αρχαίας θρησκείας στην εκκλησία του Δήμου του 5ου π.Χ. πέτυχε να ψηφιστεί νόμος εναντίον «εκείνων που δεν πίστευαν στα θεία και διέδιδαν θεωρίες για τα μετάρσια (=ουράνια) φαινόμενα», δηλαδή κατά των φιλοσόφων (M. Nilsson, Η Ελληνική λαϊκή θρησκεία, εκδ. «Η βιβλιοθήκη του φιλολόγου», σ. 131), μήπως αυτό είναι απόδειξη της ταύτισης του «ελληνικού πολιτισμού» και της «ελληνικής φιλοσοφίας» με την παγανιστική θρησκεία;
-Ο Πρωταγόρας που έλεγε ότι δεν ξέρει αν υπάρχουν θεοί, και γι’ αυτό οι Παγανιστές τον εξόρισαν, βάσιζε τον ελληνικό πολιτισμό του στην παγανιστική θρησκεία, ναι ή όχι;
-Ο Ξενοφάνης απορρίπτει την ιδέα ότι οι θεοί γεννιούνται, κεντρική ιδέα της Θεογονίας και του Ομήρου, δηλαδή της λαϊκής παγανιστικής θρησκείας. Ο Ξενοφάνης είναι επίσης ο φιλόσοφος που αρνήθηκε κάθε εγκυρότητα της μαντικής (Ξενοφάνης, Α 52˙ Αέτιος 5, 1, 1). Το ίδιο έπραξε κι ο Επίκουρος όπως γράφει στην Μικρά επιτομή, όπου λέει: «Η μαντική δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Κι αν ακόμη υπάρχει, πρέπει να σκεφτούμε ότι τα γεγονότα [που προλέγει], δεν εξαρτώνται από μας» (Διογένης Λαέρτιος, X, 135).
- Ο Ξενοφάνης δεν πίστευε ότι οι τεχνικές κατακτήσεις του ανθρώπου ήταν δώρα των θεών. Η φωτιά, η γεωργία, η αμπελουργία και γενικά η ανάπτυξη της τεχνικής, δεν είναι δώρα των θεών, μα δημιουργήματα του ίδιου του ανθρώπου:
«οὔ τοι ἀπ’ ἀρχῆς πάντα θεοὶ θνητοῖσ’ ὑπέδειξαν, ἀλλὰ χρόνῳ ζητοῦντες ἐφευρίσκουσιν ἄμεινον» (Απ. 18).

Να και οι φιλόσοφοι που δε θεωρούν «δώρο των θεών» τον πολιτισμό. «Ανθέλληνες», βεβαίως.
-Ο Σωκράτης κατηγορήθηκε από τους Παγανιστές ότι ερευνούσε πράγματα κάτω από τη γή και πάνω από τον ουρανό (ἦν τά τε μετέωρα φροντιστὴς καὶ τὰ ὑπὸ τῆς γῆς ἅπαντα ἀναζητηκώς). Η περίπτωσή του συνδέθηκε και με τη σοφιστική, γιατί κατηγορήθηκε και ότι τὸν ἥττω λόγον κρείττω ἐποίει (M. Nilsson, Η Ελληνική λαϊκή θρησκεία, εκδ. «Η βιβλιοθήκη του φιλολόγου», σ. 135). Αποτελεί ο Σωκράτης απόδειξη ότι ο Παγανισμός ήταν η αιτία της φιλοσοφίας του, ναι ή όχι;
-Ο Κριτίας διατύπωσε τη γνώμη πως οι θεοί είχαν επινοηθεί κρυφά από κάποιον σοφό άνθρωπο, για να αποτρέπουν τους ανθρώπους να κάνουν κακό κρυφά (Σίσυφος, F.T.G. σ. 771 Ν.)
-Ο Έλληνας φιλόσοφος Εμπεδοκλής (494-434 π.Χ.) ισχυρίζεται πως δεν είναι θνητός, αλλά θεός, όπως προείπαμε. Αλήθεια, οι Ν/Π οι οποίοι κατηγορούν τον Αλέξανδρο για τις «θεοποιήσεις» οι οποίες σύμφωνα μ’ αυτόν είναι ενάντια στην αρχαία θρησκεία, και ταυτόχρονα επαινούν τον Εμπεδοκλή για την φιλοσοφία του, τι έχουν να πουν για τούτη την «αυτοθεοποίηση» που έγινε ενάμισυ αιώνα πρίν τον Μεγαλέξανδρο; Είναι μήπως προϊόν της αρχαίας θρησκείας;
-Ο Εκαταίος βρίσκει την μυθολογία «αστεία» (απόσπασμα 1). Μάλιστα είχε προτρέψει τους συμπολίτες του να διαθέσουν τους θησαυρούς του μαντείου του Απόλλωνα στους Βραγχίδες για μη θρησκευτικές χρήσεις (Ηρόδοτος, 5, 36, 3).
-«Ήταν άθεος ο Πρόδικος; Είναι βέβαιο ότι όλοι στην Αρχαιότητα αυτό πίστευαν» (W.K.C. Guthrie, Οι σοφιστές, ΜΙΕΤ, σ. 294).
-Σε ένα απόσπασμα από τη χαμένη τραγωδία του Ευριπίδη «Βελλερεφόντης», κάποιος λέει: «λένε πως υπάρχουν στον ουρανό θεοί. Δεν υπάρχουν, όχι, δεν υπάρχουν». Ο Ευριπίδης, που δικάστηκε από τους Παγανιστές για «ασέβεια», σε άλλο του έργο (Ελένη, στ. 745 κ.ε.) υποστηρίζει: «Ανόητες βλέπω οι μαντείες είναι,/ ψευτιές γεμάτες. Και καμμιά δε βγαίνει/ αλήθεια από τος φλόγες της θυσίας/ κι από το λάλημα πουλιώνε ούτε˙/ πολύ ανόητο είναι να πιστεύεις/ πως τα πουλιά βοηθούνε τους ανθρώπους» και αναρωτιέται (Ελένη, στ. 1137): «τι είναι θεός, τι μη θεός και τι το ανάμεσό του,/ ποιος θα το πει ποτέ θνητός». Επίσης ο Ευριπίδης υποστηρίζει (Ηρακλής μαινόμενος, στ. 1346): «των ποιητών οι μύθοι/ πανάθλιες ψευτιές εξιστορούνε». Είναι ο Ευριπίδης και η ποίησή του τμήμα του «ελληνικού πολιτισμού», ναί, ή όχι; Είναι το έργο του προϊόν της παγανιστικής σκέψης, ναι ή όχι;
-Ο Πυθαγόρας, όπως γράφει ο Αριστοτέλης στο Περί των Πυθαγορείων, 192 συνιστούσε να αποφεύγουμε «τα σκαλιστά ξύλα», δηλαδή τα ξόανα των ειδωλατρικών θεών.
-Ο Θαλής εθεωρείτο άθεος. «Θαλῆς, ὃς δοκεῖ καὶ ἄθεος γεγονέναι», γράφει ο Σιμπλίκιος (Simpl. Phys. 23,21. Theophr. Phys. Opin. fr. 1, Dox. 475, 1).
-«Ο Ζήνωνας διεκήρυττε ότι οι ναοί είναι περιττοί, ότι ο αληθινός ναός του θεού είναι το ανθρώπινο πνεύμα» (E.R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 151). Έλεγε ότι δεν πρέπει να χτίζονται στις πόλεις ούτε ναοί ούτε δικαστήρια ούτε γυμνάσια («κατὰ τοὺς διακοσίους <στίχους> μήθ' ἱερὰ μήτε δικαστήρια μήτε γυμνάσια ἐν ταῖς πόλεσιν οἰκοδομεῖσθαι» Διογένης Λαέρτιος, VII, 33). Περιττοί οι ναοί. Άχρηστοι. Αυτό είναι προϊόν της αρχαίας θρησκείας;
-«Ούτε ο Χρύσιππος δίστασε να διατυπώσει τη γνώμη, πως η παράσταση των θεών με ανθρώπινη μορφή είναι πράγμα παιδαριώδες» (E.R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 151). Είναι αυτό προϊόν της αντίληψης των πολλών ειδωλολατρών ή προϊόν του στοχασμού ενός ορθολογιστή;
-Ο Αντισθένης, όταν πήγε να μυηθεί στα ορφικά μυστήρια κι ο ιερέας τού είπε ότι οι μυημένοι θα μετέχουν σε πολλά αγαθά στον Άδη, εκείνος του απάντησε ειρωνικά: «Δηλαδή, τι; Δεν πεθαίνουν;» («Μυούμενός ποτε τὰ Ὀρφικά, τοῦ ἱερέως εἰπόντος ὅτι οἱ ταῦτα μυούμενοι πολλῶν ἐν ᾅδου ἀγαθῶν μετίσχουσι, "τί οὖν," ἔφη,"οὐκ ἀποθνήσκεις;"» Διογένης Λαέρτιος VI,4).
-Ο Στίλπων, «όταν ο Κράτης τον ρώτησε αν οι θεοί ευχαριστούνται από τα προσκυνήματα και τις λατρείες, λένε πως απάντησε : "γι’ αυτά τα πράγματα, ανόητε, να μη με ρωτάς στο δρόμο, αλλά όταν είμαι μόνος μου"», δηλαδή υπονοώντας πως μακριά από τον όχλο των Πολυθεϊστών θα απαντούσε «όχι». Το ίδιο απάντησε και ο Βίωνας στην ερώτηση, αν υπάρχουν θεοί: «δεν θα απομακρύνεις, πρώτα τον όχλο από μένα;» (Διογένης Λαέρτιος, II, 117).
-Ο Θουκιδίδης, ήταν μαθητής του Αναξαγόρα, και άθεος (Ἤκουσε δὲ διδακάλων Ἀναξαγόρου μὲν ἐν φιλοςόφοις, ὅθεν, φηςὶν ὁ Ἄντυλλος, καὶ ἄθεος ἠρέμα ἐνομίσθη, τῆς ἐκεῖθεν θεωρίας ἐμφορηθείς»).

-Ο Περικλής, αδιαφορεί τόσο για τη θρησκεία, ώστε τις τελετές και τις θυσίες της τις βλέπει απλώς και μόνο ως μια ευκαιρία που έχουν οι Αθηναίοι για διασκέδαση και διακοπές (Θουκιδίδης, 2, 38).
-ο Λουκιανός γράφει (Περί θυσιών, 1): «Βλέποντας τι πράττουν οι βλάκες στις θυσίες τους και στις γιορτές τους και στις πομπές τους, προς τιμή των θεών, για τι πράγματα προσεύχονται και ορκίζονται, καθώς και τις απόψεις που έχουν για τους θεούς, αμφιβάλλω αν υπάρχει κανείς τόσο θλιμμένος και λυπημένος, ώστε να μην γελάσει βλέποντας την ηλιθιότητα των πράξεών τους».
Αυτοί λοιπόν καθόλου δεν στηρίχθηκαν στην παγανιστική θρησκεία όταν δημιουργούσαν τον ελληνικό πολιτισμό τους. Επίσης, στην αθηναϊκή δημοκρατία του 5ου αι., το μεγαλύτερο δημιούργημα του ελληνικού πολιτισμού, καμμία θέση δεν είχε η θρησκεία. Ούτε ζητούσαν από τα μαντεία να εγκρίνουν τους νόμους τους, ούτε έλεγαν «έδοξε τω Δία». Έλεγαν «έδοξε τω δήμω». Οι Νεοπαγανιστές έχουν φτάσει να ισχυρίζονται ότι η ίδια η παγανιστική θρησκεία ήθελε να μπει στην άκρη με το «έδοξε τω Δήμω», ότι είναι και επίτευγμά της δηλαδή ο ξεπεσμός της. Τέτοια παραμύθια πουλάνε.
Ο ελληνικός πολιτισμός και ορθολογισμός παράτησε τα παραμύθια του Δωδεκάθεου, και γι’ αυτό ακριβώς τον θαυμάζει ο κόσμος, δηλαδή να βάλει την παιδαριώδη πολυθεϊστική θρησκεία στην άκρη, και έρχονται να πουν τα ψέμματά τους οι Νεοπαγανιστές λέγοντας το αντίθετο.
Θα πουν αμέσως οι Νεπαγανιστές ότι η αρχαιοελληνική Κλασσική τέχνη είναι άμεσα εξαρτώμενη κι επηρεαζόμενη από τους μύθους της αρχαίας θρησκείας. Αριστουργηματικά αγάλματα θεών, η μουσική και η ποίηση ως δώρο/έμπνευση των Μουσών κ.λ.π. Όμως ξεχνάνε πως αυτά καθεαυτά δεν έχουν να κάνουν με την θεολογία της αρχαίας θρησκείας: η αρχαία θρησκεία είναι απλώς αφορμή για την αρχαία τέχνη. Η τέχνη χρειάζεται αφορμές, αλλά αυτό δε σημαίνει πως αν δεν υπήρχε η αρχαία θρησκεία δεν θα βρισκόταν άλλη αφορμή. Διότι, όταν έπαυσε να έχει τόση απήχηση η κλασσική αρχαία θρησκεία, κατά την ελληνιστική και υστερρορωμαϊκή εποχή (αντικαθιστώμενη από άλλους θεούς), διόλου δεν έπαυσαν η τέχνη, η μουσική, η ποίηση να ανθούν. Αλλά και στην σημερινή εποχή μας, την λίγο-πολύ άθρησκη ή μάλλον εκκοσμικευμένη, διόλου δεν έχει παύσει να υπάρχει τέχνη: Απλώς δεν επηρεάζεται πλέον τόσο από τη θρησκεία. Αλλο πράγμα λοιπόν να λέγεται ότι η αρχαία θρησκεία ήταν μια αφορμή για την εκδήλωση του καλλιτεχνικού ταλέντου των αρχαίων Ελλήνων, κι άλλο να λέγεται ότι δίχως την αρχαία θρησκεία δεν θα υπήρχε αρχαία ελληνική τέχνη (ή τέχνη γενικότερα), όπως άλλο το να πεις ότι η αρχαία τέχνη διακηρύσσει.. την αιωνιότητα του κόσμου ή την κυκλικότητα του χρόνου κι άλλα παρόμοια (αντιεπιστημονικά εξάλλου) δόγματα της αρχαίας θρησκείας.
Έτσι, βλέπουμε ότι η αρχαία θρησκεία δεν είναι η αιτία γένεσης του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, αλλά απλώς ένα τμήμα του. Το αίτιο είναι απλούστατα το έμφυτο ταλέντο των Ελλήνων. Οι αρχαίοι συνέχισαν να παράγουν πολιτισμό ακόμη κι όταν έπαψαν να λατρεύουν τους αρχαιοελληνικούς θεούς χάριν των ασιατικών˙ στην ελληνιστική εποχή έφτασε στο αποκορύφωμά της η ελληνική επιστήμη. Αν υπήρξε ο «Χρυσός αιώνας», αυτό οφείλεται στην αυτοπεποίθηση που έδωσαν στους αρχαίους οι νίκες τους κατά των Περσών, με αποτέλεσμα η δημιουργικότητα να αποδώσει τους καρπούς της και το «ελληνικό δαιμόνιο» να λάμψει. Όπως συμβαίνει για κάθε έθνος που θριαμβεύει, έτσι κι ο θρίαμβος κατά των Περσών ήταν η αιτία για την πλήρη αποκάλυψη και χρήση του έμφυτου ταλέντου. Δεν ήταν η παγανιστική αρχαία θρησκεία, ούτε η αιτία του αρχαίου πολιτισμού ούτε του έμφυτου αρχαιοελληνικού ταλέντου ούτε η αφορμή της εκδήλωσης αυτού του ταλέντου. Ήταν ένα τμήμα του αρχαίου πολιτισμού.

25. "Η Δύση κι ο Ευρωπαϊκός της πολιτισμός είναι βασικά προϊόν του Ελληνικού Πολιτισμού κι όχι της Ορθοξοξίας και του Βυζαντίου".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: πέρα απ’ το ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός πως η ελληνικότητα συνδέεται μόνο με την αρχαιοελληνική εποχή, πρέπει κάποτε οι εθνικιστές αρχαιολάτρες να μην δέχονται ό,τι παραμύθι τους σερβίρουν στα θρανία χάριν εθνικιστικής προπαγάνδας. Ο Δυτικός πολιτισμός δεν έχει ούτε βασικό αλλά ούτε αποκλειστικό στοιχείο του την Αρχαία Ελλάδα. Ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός βασίζεται στην φιλοσοφία (κι όχι την θρησκεία) της Αρχαίας Ελλάδας, το δίκαιο της Ρώμης, και τον Χριστιανισμο. Αυτά τα τρία συστατικά πολιτισμικά στοιχεία είναι στη βάση τόσο του ανατολικού ευρωπαϊκού όσο και του δυτικού ευρωπαϊκού πολιτισμού, και καθένα από αυτά ερμηνεύτηκε με διαφορετικό τρόπο από τα διάφορα έθνη κι ομάδες εθνών της Ευρώπης.
Επειδή οι εθνικιστές Νεοδωδεκαθεϊστές θεωρούν δεδομένη την ταύτιση Δυτικού κι αρχαιοελληνικού πολιτισμού (ή την προέλευση του πρώτου από τον δεύτερο), να ορισμένα βασικά στοιχεία στα οποία διαφέρουν:
-η απουσία της έννοιας των «ατομικών δικαιωμάτων» στην Αρχαία Ελλάδα, όπου η Πόλη-Κράτος είχε δικαίωμα ζωής και θανάτου στους πολίτες της.
-η αποϊεροποίηση της φύσης στην (χριστιανική) Δύση, με συνέπεια την τεράστια και γοργή τεχνολογική πρόοδο.
-η διαφορετική αντίληψη του «λόγου» σε Δύση και Αρχαία Ελλάδα. Στη Δύση ο λόγος έχει εργαλειακή σημασία. Στην Αρχαία Ελλάδα εκφράζει κάτι το συμπαντικό, κάτι που είναι κοινό σε όλο το σύμπαν («ξοινός λόγος»).
-η διαφορετική αντίληψη του χρόνου και της ιστορίας σε Δύση και σε Αρχαία Ελλάδα. Στη Δύση ο χρόνος είναι γραμμικός, ενώ στην αρχαιότητα όχι. Το σύμπαν σύμφωνα με την δυτική επιστήμη έχει αποδεδειγμένα αρχή, ενώ για την Αρχαία Ελλάδα το σύμπαν είναι άναρχο.
Όλες αυτές οι διαφορές κι άλλες πολλές είναι ασφαλώς προϊόντα της χριστιανικής κοσμοαντίληψης, μια και δεν υπήρχαν στην αρχαιότητα. Ας μην είναι τόσο εθνικιστές οι Νεοπαγανιστές.
Και εν πάσει περιπτώσει, οι Νεοπαγανιστές δεν δικαιούνται να καπηλεύονται την ελληνική φιλοσοφία και την ελληνική δημοκρατία. Άλλο πράγμα η αρχαία φιλοσοφία, άλλο η ειδωλολατρική θρησκεία. Γιατί; Διότι οι Πολυθεϊστές της αρχαιότητας με νόμους δικούς τους εδίωξαν, εξόρισαν, θανάτωσαν Έλληνες φιλοσόφους, και διότι πλείστοι εκ των Ειδωλολατρών είχαν ολιγαρχικά ή βασιλικά καθεστώτα.
Να το επαναλάβουμε για μία ακόμα φορά, μήπως και το χωνέψουν οι Νεοπαγανιστές και αρχαιόπληκτοι, που ίσως συνειδητά, ίσως όχι, νομίζουν ότι η Δύση προόδεψε επειδή δήθεν στράφηκε στον αρχαίο παγανισμό: η σχέση Δύσης-Αρχαιότητας αφορά την φιλοσοφία κι όχι την αρχαία θρησκεία˙ την αρχαία θρησκεία η Δύση την είδε ως μυθολογία και ως πηγή καλλιτεχνικής έμπνευσης, όπως και την Καινή Διαθήκη, κι ασφαλώς όχι ως υποψήφια θρησκεία της ή πηγή μεταφυσικής έμπνευσης. Μόνο την αρχαία φιλοσοφία πήρε «στα σοβαρά». Δεν προόδεψε λοιπόν η Δύση επειδή «στράφηκε στην μυθολογία». Προόδεψε, συν τοις άλλοις, γιατί στράφηκε στην φιλοσοφία και την επιστήμη. Κι όπως είπαμε, άλλο η Φιλοσοφία, κι άλλο ο Πολυθεϊσμός.
Ισχυρίζονται οι Παγανιστές εθνικιστές πως οι αρχαίοι Ελληνες ήταν καλλίτεροι από τους Δυτικούς στην επιστήμη, κι ότι οι Δυτικοί καλλιεργούν την τεχνογνωσία με σκοπό την χρησιμοθηρία, ενώ οι Αρχαίοι αναζητούσαν την Γνώση και τη σοφία. Και περιφρονούν την στάση αυτή των Δυτικών. Θα έπρεπε αυτοί να ζήσουν δίχως ηλεκτρισμό, δίχως τηλέφωνο κ.λ.π. Δίχως τις δυτικές ανακαλύψεις δηλαδή, οι οποίες βασίζονται ακριβώς στην τεχνογνωσία και την χρησιμοθηρία. Αν έπρατταν αλλιώς οι Δυτικοί, ο κόσμος θα έμενε στο αρχαίο «ήλεκτρο» κι όχι στο δυτικό «ηλεκτρισμό». Και εθνικά υπερήφανοι, θα κρατούσανε τις νύχτες φαναράκια, αρκεί που δεν θα υποτάσσανε τη Γνώση στην κακή τεχνογνωσία.

26. "Η θεοκρατία είναι χαρακτηριστικό του ιουδαιοχριστιανισμού, ενώ η Ελλάδα ήταν η κοιτίδα της δημοκρατίας και της αυτονομίας. Οι νόμοι της Π.Δ. είναι δοσμένοι από τον υπερβατικό θεό των Εβραίων, ενώ οι Έλληνες δεν περίμεναν από το θεό να τους δώσει νόμους".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Επειδή λοιπόν οι αρχαιολάτρες δεν παύουν να χλευάζουν τους Χριστιανούς λέγοντας ότι οι νόμοι της Π.Δ. είναι δοσμένοι από το θεό της, αναφέροντας συνεχώς τις λέξεις «θεοκρατία» και «ετερονομία», ας δούμε τι σόι «αυτονομία» είχαν οι Αρχαίοι Σπαρτιάτες.
Πλάτωνα, Νόμοι Α΄ 624
ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Πείτε μου φίλοι, σε ποιον αποδίδετε τη δημιουργία των νόμων σας; Σε θεό ή σε κάποιον άνθρωπο;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ: Σ’ ένα θεό – κι αυτή είναι η πραγματικότητα. Για εμάς τους Κρητικούς είναι ο Δίας˙ στη Σπάρτη, απ’ όπου κατάγεται ο φίλος μας από δώ, νομίζω πως λένε ότι είναι ο Απόλλωνας. Έτσι δεν είναι;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ: Ακριβώς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Εννοείς ότι, όπως αναφέρει ο Όμηρος, ο Μίνωας πήγαινε κάθε εννιά χρόνια και συμβουλευόταν τον πατέρα του, τον Δία, και στη συνέχεια έδινε νόμους στις πόλεις σας σύμφωνα με τις παραίνεσεις του θεού.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ: Ναι, αυτή είναι η κρητική άποψη.
Τα ίδια λέει κι ο Παυσανίας (Λακωνικά 2,4): «επέβαλε στους Λακεδαιμονίους ο Λυκούργος τους νόμους του, τους οποίους άλλοι λένε πως τους είχε διδαχθεί από την Πυθία, κι άλλοι πως ήταν κρητικοί. Οι κρήτες λεν πως τους νόμους τους έθεσε σ’ αυτούς ο Μίνωας, ο οποίος τους είχε επινοήσει, όχι χωρίς θεϊκή συνεργία».
Αφού λοιπόν οι Νεοπαγανιστές κατηγορούν την «θεοκρατία» της Π.Δ. και εξυμνούν την «ελευθερόφρονα, αυτόνομη Ελλάδα», ας διαλέξουν: Την αθηναϊκή Δημοκρατία, όπου κανένας νόμος δεν ήταν «θεϊκής καταγωγής» και δεν λέγανε «έδοξε τω θεώ», αλλά «έδοξε τω δήμω»; Ή την σπαρτιατική θεοκρατική ολιγαρχία, όπου οι νόμοι προέρχονταν και ήταν εκγκεκριμένοι από το θεό;
Το σίγουρο είναι, ότι οι αρχαιολάτρες δεν έχουν κανένα δικαίωμα να τσουβαλιάζουν ανόμοιες περιπτώσεις. Και στις δυο περιπτώσεις οι Νεοπαγανιστές και οι «αρχαιολάτρες» θα πρέπει να παραδεχθούν είτε ότι οι νόμοι δεν είναι προϊόν της θρησκείας τους (Αθήνα) είτε ότι υπήρχε θεοκρατία (Σπάρτη, Κρήτη).
Οι Σπαρτιάτες όταν ρώτησαν τον Απόλλωνα στους Δελφούς για τον Πελοποννησιακό πόλεμο, έλαβαν την απάντηση πως θα νικήσουν και πως ο θεός θα τους βοηθήσει, είτε του το ζητήσουν είτε όχι (Θουκιδίδης 1,118 «πέμψαντες δὲ ἐς Δελφοὺς ἐπηρώτων τὸν θεὸν εἰ πολεμοῦσιν ἄμεινον ἔσται˙ ὁ δὲ ἀνεῖλεν αὐτοῖς, ὡς λέγεται, κατὰ κράτος πολεμοῦσι νίκην ἔσεσθαι, καὶ αὐτὸς ἔφη ξυλλήψεσθαι καὶ παρακαλούμενος καὶ ἄκλητος»). Εδώ έχουμε κι ένα παράδειγμα ανάμειξης των θεών στα πολιτικά.
«Όρισε ο Λυκούργος, ότι θα είναι όχι μόνο άνομο, αλλά και ανόσιο να μην υπακούει κάποιος σε νόμο που επικυρώθηκε από το θεό» (Ξενοφώντα, Λακεδαιμονίων Πολιτεία, 8, 5).
«Ζήτησε και καλούς νόμους και η Πυθία τού είπε ότι ο θεός συγκατένευσε και θα του έδινε νόμους, δια των οποίων η δική του νομοθεσία θα γινόταν ανώτερη όλων» (Πλούταρχου, Λυκούργος, 5).
Κι ο Ιουλιανός σχολιάζει, 7,5 αιώνες έπειτα από τον Πλάτωνα, 1,5 μετά τον Παυσανία, τα αστεία των Νεοπαγανιστών περί «μη θεοκρατίας» και «μη επέμβασης των αρχαίων θεών στα ανθρώπινα»:«Ο Απόλλων εκπολίτισε με τις ελληνικές αποικίες το μεγαλύτερο μέρος της οικουμένης και μ’ αυτόν τον τρόπο διευκόλυνε τον κόσμο να κυβερνηθεί από τους Ρωμαίους» (Ιουλιανού, Εις τον βασιλέαν Ήλιον προς Σαλλούστιον, 39 (152d)). Μπράβο στον Ελληνικό θεό Απόλλωνα: έστρωσε το δρόμο τους Ρωμαίους για την κατάκτηση της Ελλάδας, δίχως θεοκρατία. Τις απόψεις, λοιπόν, οι Νεοπαγανιστές περί χριστιανικής θεοκρατίας, ότι δηλαδή «την θεοκρατία την εφηύρε ο ιουδαιοχριστιανισμός» να τις κρατήσουν για τον εαυτό τους.
Και μια που μιλήσαμε για έμπρακτη αρχαιοελληνική θεοκρατία, ας μιλήσουμε και για τη «θεωρητική θεοκρατία» της Αρχαίας Ελλάδας: οι αρχαιολάτρες πασών αποχρώσεων δεν έχουν προφανώς διαβάσει τους Νόμους του Πλάτωνα, για να δουν τι είδους θεοκρατία και αρχαία θρησκευτική τρομοκρατία οραματιζόταν ο μεγαλύτερος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος. «Ο Wilamowitz (“Platon”, Berlin 1920, I, s. 401) χαρακτηρίζει την πολιτεία “civitas dei” και τη συγκρίνει με το «θαυμαστό οικοδόμημα της Καθολικής εκκλησίας». Ο νομοθέτης της πολιτείας έχει επίσης την αξίωση όλες οι λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής των πολιτών και οι πιο ποικίλες εκδηλώσεις του συλλογικού βίου να διέπονται από τους αυστηρά τηρούμενος ορισμούς της κρατικής λατρείας (Νόμοι V 741c-d, VI753 b-c, 755 e, 757e, 706 b, 767 c, 778 d, κ.ά.). Στον ακριβή και διεξοδικό καθορισμό της θρησκείας του κράτους και των θρησκευτικών καθηκόντων των πολιτών αφιερώνεται το X βιβλίο των «Νόμων», που χαράζει τις μεγάλες γραμμές της δογματικής και του κανονικού δικαίου. Η ρύθμιση του θέματος της θρησκείας αναγνωρίζεται ότι είναι το σπουδαιότερο έργο του κράτους. Ο νομοθέτης οφείλει προπάντων να φροντίσει ώστε οι πολίτες να πιστεύουν στην ύπαρξη, στην πρόνοια και στην απόλυτη δικαιοσύνη των θεών. Οι άθεοι και οι αιρετικοί πρέπει να συνετισθούν με ένα προσεκτικά φιλοτεχνημένο «προοίμιον», ή με ποινικά μέσα να καταστούν ακίνδυνοι για την ευημερία του κράτους.
Παράξενες φαίνονται οι ποινές που οφείλουν να υποστούν οι αρνητές του θεού και οι αιρετικοί˙ ακόμη και η ποινή του θανάτου επιβάλλεται σ’ εκείνους που ύστερα από μακρόχρονη διαμονή στο «σωφρονιστήριον» (908a) ή στις φυλακές και με όλα τα μαθήματα που τους έγιναν από τους ηγέτες του κράτους, δεν μπορούν να μεταπεισθούν και δίνουν την εντύπωση ότι είναι αδιόρθωτοι (909a). Μπορούν να τιμωρηθούν και με ισόβια κάθειρξη, και άμα πεθάνουν δεν επιτρέπεται σε καμιά περίπτωση να ταφούν στην πατρίδα τους (909c)» (Ε.Π. Παπανούτσου, Το θρησκευτικό βίωμα στον Πλάτωνα, εκδ. Δωδώνη, σ. 150, 152).
Ο Πλάτων μάς λέει ότι μόνο με θεοκρατία ζούσε ευτυχισμένα ο άνθρωπος˙ «Μια παράδοση που έφτασε μέχρι τις μέρες μας αναφέρει πόσο ευτυχισμένοι ήταν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής, όταν η γη τους πρόσφερε τα πάντα δίχως κόπο. Ο λόγος πιστεύεται, ότι ήταν ο εξής: ο Κρόνος γνώριζε, όπως είπαμε, ότι ο άνθρωπος δεν θα μπορέσει ποτέ να διοικήσει όλα τα ανθρώπινα πράγματα χωρίς να γίνει αλαζονικός και άδικος. Με τη σκέψη αυτή, όρισε για βασιλιάδες και κυβερνήτες στις πολιτείες μας όχι ανθρώπους, αλλά πλάσματα από ανώτερο και πιο θεϊκό γένος, τους δαίμονες» (Νόμοι 713cd).
Τι σημαίνει αρχαία παγανιστική θεοκρατία μάς το εξηγεί ο Στράβωνας (Γεωγραφικά, 12,2,3): «Σε αυτόν τον Αντίταυρο υπάρχουν βαθιές και στενές κοιλάδες, όπου είναι τα Κόμανα και ο ναός της Ενυούς, η οποία αποκαλείται εκεί "Μα". Είναι αξιόλογη πόλη, αλλά οι κάτοικοί της αποτελούνται κυρίως από τους θεόπνευστους ανθρώπους και από τους ιερόδουλους που μένουν εκεί. Οι κάτοικοι είναι Κατάονες που, παρ' όλο που είναι υποτελείς του βασιλιά, είναι περισσότερο υποτελείς του ιερέα. Ο ιερέας είναι αφέντης του ναού και των ιερόδουλων (κύριός ἐστι καὶ τῶν ἱεροδούλων), οι οποίοι ήταν έξι χιλιάδες, όταν πήγα, άνδρες και γυναίκες». Συμπέρασμα: η θεοκρατία (το να δίνει ο θεός τους νόμους του κράτους στους ανθρώπους) δεν είναι αποκλειστικά «ιουδαϊκό φαινόμενο», αλλά συναντάται και στην πατρίδα μας. Οι αρχαιολάτρες κάποτε πρέπει να βγάλουν τις παρωπίδες της δυτικοευρωπαϊκής αρχαιολατρίας και να δουν ότι κάποια πράγματα για την Αρχαία Ελλάδα δεν ήταν ακριβώς όπως τους τα είπαν.
Ο Χριστιανισμός δεν προάγει τη θεοκρατία, αλλά διαχωρίζει τις εξουσίες. Άλλο ο Καίσαρας κι άλλο ο Θεός. Επιπλέον, οι Πατέρες και οι σύνοδοι της Εκκλησίας απαγορεύουν σε κληρικό να κατέχει πολιτικά (κοσμικά) αξιώματα, με ποινή την καθαίρεση.
Δ’ Οικουμενική Σύνοδος, Χαλκηδώνα, 451 μ.Χ.
7ος κανόνας: «Αποφασίσαμε ότι όσοι έγιναν κληρικοί ή μοναχοί, δεν θα δεχθούν ούτε στρατιωτικό αξίωμα ούτε κοσμικό αξίωμα. Κι αν πράξουν κάτι τέτοιο (....) ας είναι αναθεματισμένοι».
Όσιος Επίσκοπος Κορδούης, (†357) PG 25, 745D «(...) Οὔτε τοίνυν ἡμῖν [της Εκκλησίας] ἄρχειν ἐπὶ τῆς γῆς ἔξεστιν, οὔτε σὺ τοῦ θυμιᾶν ἐξουςίαν ἔχεις, βασιλεῦ».
Αποστολικοί Κανόνες, 81 (PG 137, 204B) «Εἴπομεν, ὅτι οὐ χρὴ ἐπίσκοπον, ὴ πρεσβύτερον καθιέναι ἑαυτὸν εἰς δημοςίας διοικήσεις, ἀλλὰ προσευκαιρεῖν ταῖς ἐκκλησιαστικαῖς χρείας. Ἢ πειθέσθω οὖν τοῦτο ποιεῖν, ἢ καθαιρείσθω».
Αποστολικοί Κανόνες, 83 (PG 137, 208A) «Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, βουλόμενος ἀμφοτέρα κατέχειν, ῥωμαϊκὴν ἀρχὴν καὶ ἱερατικὴν διοίκησιν, καθαιρείσθω. «Τὰ» γὰρ «Καίσαρος, Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ»».
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Thu Sep 30, 2021 2:00 pm

27. "Η ιερά εξέταση πρωτοάρχισε όχι στη Δύση, όπως νομίζουν οι περισσότεροι, αλλά στο Βυζάντιο, με τον Ιουστινιανό, όπως λέει ο ιστορικός Προκόπιος. «Ο Ιουστινιανός ίδρυσε τη θέση του εξεταστού (=κοιαισίτορος) για να ελέγχει «αυτούς που δεν τελούσαν κατά τον ορθόδοξο τρόπο τη θρησκευτική λατρεία» (Ανέκδοτα 20, 7-10). Ο κοιαισίτωρ, όπως αναφέρει ο Προκόπιος, όταν τελείωνε το θεάρεστο» έργο του στέλνοντας τους αντιφρονούντες στην πυρά, παρέδιδε όσα ήθελε εκ των κατασχεθεισών περιουσιών στον αυτοκράτορα, ενώ ο ίδιος πλούτιζε εξ ίσου με τον ίδιο άνομο τρόπο. Τις περισσότερες φορές μάλιστα, οι κατηγορηθέντες στον κοιαισίτωρα, ως μη ορθόδοξοι ή ελληνίζοντες, στην πραγματικότητα ήσαν θύματα φθόνου και συκοφαντίας. Ο Προκόπιος γράφει, ότι «οι υφιστάμενοι των αξιωματούχων αυτών ούτε κατηγόρους παρουσίαζαν ούτε μάρτυρες καλούσαν να καταθέσουν για όσα είχαν συμβεί, αλλά συνεχώς σ’ όλο αυτό το διάστημα, οι άνθρωποι που είχαν την ατυχία να τους συναντήσουν στο δρόμο τους, χωρίς να κατηγορηθούν ή να δικαστούν, θανατώνονταν με τη μεγαλύτερη μυστικότητα και τα χρήματα ληστεύονταν»(Ανέκδοτα, 20, 10-16)".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:

27a ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΕΞΕΤΑΣΗ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

α')Αυτά είναι η συνήθης παραχάραξη των γεγονότων από τον Προκόπιο. Και λέμε «συνήθης», διότι ο Προκόπιος, ενόσω ζούσε ο Ιουστινιανός, ήταν κόλακάς του και υμνητής του˙ όταν πέθανε, του καταμαρτύρησε χίλια δυο κακά. Τέτοια συμπεριφορά και τόσο τεράστια μεταβολή απόψεων για ένα πρόσωπο ασφαλώς δεν είναι λογική. Ο Προκόπιος λ.χ. στα Ανέκδοτα γράφει ότι η Θεοδώρα στα όργια που έκανε πήγαινε με δέκα νεαρούς ταυτόχρονα! Ή, πάλι, γράφει ότι εξαιτίας του Ιουστινιανού σκοτώθηκαν «μύριες μυριάδες μυριάδων», δηλαδή χίλια δισεκατομμύρια άνθρωποι (!!), τη στιγμή που είναι αμφίβολο αν στην Αυτοκρατορία κατοικούσαν πάνω από 80-90 εκατομμύρια. Με άλλα λόγια, το έργο του αυτό είναι ένας λίβελλος, το περιεχόμενο του οποίου δεν μπορεί κανείς να το παίρνει στα σοβαρά ή τοις μετρητοίς. Ο Προκόπιος δε μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός λοιπόν, και οι Νεοπαγανιστές που, επειδή βλέπουν το Quaestor (Εξεταστής), νομίζουν ότι είναι Εξεταστής Ιεράς Εξέτασης, εφαρμόζουν τη συνήθη τακτική της διαστρέβλωσης των ιστορικών στοιχείων.
Έχουν υποτεθεί διάφορα για την αλλαγή αυτή του Προκόπιου. «Μια εξήγηση για τη μεταστροφή αυτή», λέει ο ιστορικός Π. Ροδάκης στον πρόλογο της Ιστορίας των Πολέμων, «μπορεί να είναι η αντίδραση στον «παροπλισμό» του, που γίνεται μετά την ανάκληση του ίδιου και του Βελισάριου από την Ιταλία. Μια άλλη ερμηνεία, περισσότερο πολιτικού χαρακτήρα αυτή, μπορεί να είναι το γεγονός ότι ο Προκόπιος, μέλος της αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων και των σσυγκλητικών, δεν συγχώρεσε ποτέ στον Ιουστινιανό τα μέτρα περιορισμού των δικαιωμάτων τους και τις απόπειρες του αυτοκράτορα να τους θέσει υπό τον απόλυτο έλεγχό του». Επίσης: «Ο Προκόπιος, που σύμφωνα με όλες τις πηγές, ποτέ δεν κέρδισε καμμιά προαγωγή, παρόλη την πιστή και μακροχρόνια θητεία του, ζήλευε τη θεαματική πορεία της Θεοδώρας. (..) Τα γραπτά του Προκόπιου για τους πολέμους του αυτοκράτορα δεν κέρδισαν την ιδιαίτερη εκτίμηση του ίδιου του αυτοκράτορα» (Sture Linnér, Ιστορία του Βυζαντινού Πολιτισμού, εκδ. Γκοβοστή, σ. 87-88).
β') Ακόμη μια απόδειξη ότι τα περί κοιαίστορα είναι αναληθή, είναι ότι το αξίωμα αυτό (quaestor) δεν το «ίδρυσε» ο Ιουστινιανός, όπως ισχυρίζεται ο Προκόπιος και οι Νεο-Παγανιστές, αλλά υπήρχε τουλάχιστον από τον καιρό του Καίσαρα, ο οποίος εξελέγη σε αυτό το 65 π.Χ. (πηγή: MSN Encarta, λήμμα Caesar, Gaius Julius). Το αξίωμα αυτό συνέχισε να υπάρχει καθ' όλη την Ρωμαϊκή και Ανατολική Ρωμαϊκή ιστορία.
γ’) Τι γράφει ένας καθηγητής βυζαντινής ιστορίας για το αξίωμα του Κοιαίστωρα:
«Ο κοιαίστωρ του ιερού παλατιού ήταν ανώτατος δικαστικός λειτουργός του κράτους, είδος υπουργού δικαιοσύνης συγχρόνως. Έργο του ήταν η σύνταξη των αυτοκρατορικών απαντήσεων σε κάθε είδους προσφυγή προς τον αυτοκράτορα.
(...)Με τον όρο «αυτοκρατορική γραμματεία» εννοούμε την αυτοκρατορική υπηρεσία, που αποστολή είχε τη διατύπωση της αυτοκρατορικής βουλήσεως με το κατάλληλο για κάθε περίπτωση έγγραφο και τη διεκεραίωση του τελευταίου. Κατά την Πρωτοβυζαντινή εποχή η εργασία της αυτοκρατορικής γραμματείας ήταν κατανεμημένη μεταξύ του κοιαίστωρος του ιερού παλατιού, των αντεγραφέων και του τμήματος των υπογραφέων.
Έργο του κοιαίστωρος ήταν η επεξεργασία των νομικής φύσης ζητημάτων. Επεξεργαζόταν αιτήσεις ιδιωτών ή αρχών, των οποίων η ικανοποίηση απαιτούσε νομοθετική ρύθμιση. Φρόντιζε επίσης για την καλή τήρηση της επετηρίδας (leterculum minus) ορισμένων υπαλληλικών θέσεων, των οποίων η πλήρωση γινόταν με πρότασή του και, ανέλαβε, από το 6ο αι. την ανθυπογραφή των αυτοκρατορικών διαταγμάτων» (Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Ι. Καραγιαννόπουλου, εκδ. Βάνιας, σ. 396, 320, 320).
Ενώ ο Σπύρος Ν. Τρωϊανός, καθηγητής Βυζαντινού δικαίου, γράφει στα Ε-Ιστορικά, τ. 41, σελ. 18, για το αξίωμα αυτό: «Οι επιτροπές, από τις οποίες συντάχθηκαν τα τρία μέρη της κωδικοποίησης, λειτούργησαν υπό την προεδρία του Quaestor sacri palatti (αντίστοιχου ως προς τις αρμοδιότητες με σημερινό υπουργό Δικαιοσύνης) Τριβωνιανού, μιας μεγάλης νομικής μορφής του 6ου αιώνα, που υπήρξε η ψυχή του καθόλου νομοθετικού έργου».
Όπως βλέπουμε, ο Quaestor ήταν Υπουργός Δικαιοσύνης και δεν είχε θρησκευτικές αρμοδιότητες. Αλλά η πιο κραυγαλέα απόδειξη ότι ο Προκόπιος ψεύδεται είναι το γεγονός, ότι Quaestor του Ιουστινιανού ήταν ο Τριβωνιανός, που ήταν Παγανιστής. Πώς μπορεί να δεχθεί κανείς ως λογικό, ένας Παγανιστής να διορίζεται Ιεροεξεταστής και να κυνηγάει τους αιρετικούς και τους ομόθρησκούς του, τους Εθνικούς; Είναι πέρα ώς πέρα παράλογο. Αυτό που συμβαίνει, λοιπόν, είναι ότι ο Quaestor Τριβωνιανός, όντας στενός συνεργάτης του Ιουστινιανού, έπεσε κι αυτός θύμα της δολοπλοκίας του Προκόπιου.
Ο Ιουστινιανός δημιούργησε και νέο αξίωμα: «Το 539 ο Ιουστινιανός εδημιούργησε μίαν νέαν αρχήν, την του quaesitor ή, ως ο ίδιος τον ονομάζει, του ερευνάδος. Αποστολή του άρχοντος τούτου ήτο η ανάκρισις των πολυπληθών επαρχιωτών των ερχομένων εις την Κωνσταντινούπολιν και η απόλασις εκ ταύτης των μη εχόντων εργασίαν, περαιτέρω δε η συντόμευσις της διαμονής των λοιπών και η παραπομπή εις εργασίας των ανέργων κατοίκων της πόλεως. Εκτός τούτου όμως ο quaesitor ώφειλε να ερευνά μήπως οι διάφοροι υπάλληλοι καταπίεζον τους προσερχομένους προς αυτούς και να τιμωρή τους πράττοντας τούτο. Τέλος εις την αρμοδιότητα του quaesitor περιελαμβάνοντο τα αδικήματα πλαστογραφίας (Κατά τον M. Kaser, Zivilprozessrecht 431 σημ 73 ο quaesitor ήτο διάδοχος του praetor plebis)» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, εκδ. Βάνιας, ανατύπωση Ε’, 1995, τ. Α’, σ. 652).
δ') κανείς άλλος ιστοριογράφος της εποχής (Μαλάλας, Αγαθίας) δεν αναφέρει τέτοια πράγματα που καταμαρτυρά ο Προκόπιος. Συνεπώς, ούτε από την διασταύρωση των στοιχείων προκύπτει η αλήθεια όσων λέει ο Προκόπιος.
Στη Ρωμανία, λοιπόν, δεν υπήρξε «Ιερά Εξέταση». Άν όμως οι αρχαιόπληκτοι θέλουν να βρουν τον ιδεολογικό πρόδρομο της Ιεράς Εξέτασης και της «Civitas Dei» – τα οποία αφορούν άλλωστε την δυτική παπική εκκλησία – ας τον ψάξουν στους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. Σε αυτούς, και συγκεκριμένα στον Πλάτωνα βρίσκεται η απαρχή της «Ιεράς Εξέτασης».

27b ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΕΡΑ ΕΞΕΤΑΣΗ

Να η απόδειξη (Πλάτωνος, Νόμοι, 10, 907e – 910c): «Άν όμως κάποιος ασεβής θα δείξει ανυπακοή στους νόμους, θα εφαρμόζεται ο εξής νόμος σχετικά με την ασέβεια: όποιος αντιληφθεί λόγια ή πράξεις ασεβείς, πρέπει να αντιδράσει αμέσως καταγγέλλοντας στους άρχοντες τον ένοχο, οι οποίοι θα τον οδηγήσουν στο αρμόδιο για τέτοιες υποθέσεις δικαστήριο. Αν ο άρχοντας που θα πληροφορηθεί το γεγονός δεν εκτελέσει το καθήκον του, θα διώκεται ο ίδιος για ασέβεια από οποιονδήποτε πολίτη, που θέλει να υπερασπιστεί τους νόμους. Αν κάποιος καταδικαστεί, το δικαστήριο θα ορίσει διαφορετική ποινή για κάθε αδίκημα, επιβάλλοντας φυλάκιση για όλες τις περιπτώσεις. Από τις τρεις φυλακές της πόλης (...) η δεύτερη [θα βρίσκεται] στο μέρος όπου συγκεντρώνεται το Νυκτερινό Συμβούλιο, θα ονομάζεται Σωφρονιστήριο. Η τρίτη, (..) σε μέρος όσο το δυνατό πιο μοναχικό και άγριο, θα έχει όνομα που θα δείχνει ότι σκοπός της είναι η τιμωρία. Όπως περιγράψαμε ήδη, υπάρχουν τρεις περιπτώσεις ασέβειας από τις οποίες η καθεμιά δικαιρείται σε δύο. Κατά συνέπεια έχουμε έξι κατηγορίες αδικημάτων κατά των θεών, των οποίων η τιμωρία πρέπει να ποικίλλει σε είδος και βαθμό. (...) Αυτό το είδος αθέων διαιρείται σε πολλές κατηγορίες αλλά η νομοθεσία αξίζει να ασχοληθεί μόνο με τις δύο που αναφέραμε. Η μια πρέπει να τιμωρείται με θάνατο όχι μόνο μια ή δυο φορές, αλλά πολύ περισσότερες, ενώ στην άλλη χρειάζονται συμβουλές και φυλάκιση. (...) Ο δικαστής πρέπει να κλείσει στο Σωφρονιστήριο για πέντε χρόνια τουλάχιστον, σύμφωνα με το νόμο, όσους έπεσαν θύματα της ανοησίας τους χωρίς να έχουν κακό χαρακτήρα ή διάθεση. Στο διάστημα αυτό δεν πρέπει να έρχεται σε επαφή μαζί τους κανένας πολίτης εκτός απ’ τα μέλη του Νυκτερινού Συμβουλίου, που θα τους επισκέπτονται και θα τους συμβουλεύουν πώς θα μπορέσουν να σώσουν την ψυχή τους. Όταν τελειώσει ο χρόνος της ποινής τους θα βγαίνουν απ’ τη φυλακή και όποιοι δείχνουν ότι συνετίστηκαν θα ζουν μαζί με τους άλλους πολίτες. Αν όμως εξακολουθούν να είναι αμετανόητοι, η ποινή θα είναι θάνατος για όσους καταδικαστούν ξανά για το ίδιο αδίκημα. (....) Ο νόμος , ίδιος για όλους, θα είναι ο εξής: κανείς δεν επιτρέπεται να έχει ιδιωτικά ιερά στο σπίτι του. (...) αν αποδειχθεί ότι κάποιος, άνδρας ή γυναίκα, εκτελεί λατρεία σε άλλα ιερά εκτός απ’ τα δημόσια, έστω κι αν δεν έχει διαπράξει κανένα μεγάλο ανόσιο έργο, αυτός που θα τον αντιληφθεί πρέπει να τον καταγγείλει στους νομοφύλακες, οι οποίοι θα τον διατάξουν να μεταφέρει τα ιδιωτικά ιερά στους δημόσιους ναούς. (...) Αν όμως αποδειχτεί ένοχος όχι για κάποια παιδιάστικη ιδιοτροπία αλλά για σοβαρή παρεκτροπή ενηλίκου ατόμου, που ιδρύει ιδιωτικά ιερά ή θυσιάζει μέσα σε δημόσιους ναούς σε θεούς, που δεν ανήκουν στους αναγνωρισμένους από την πόλη, θα τιμωρείται με θάνατο για ασέβεια (...)».
Χαφιεδισμός...σωτηρία της ψυχής...Νυχτερινό Συμβούλιο...όλα τα καλά της ελληνικότητας! «Ελληνικό είναι το αρχαιοελληνικό», όπως λένε οι αρχαιολάτρες, ή «ελληνικό είναι το αληθινό», όπως λέει ο Σολωμός; Διαλέγετε και παίρνετε. Όπως βλέπουμε, η καταγωγή της Ιεράς Εξέτασης, της μεθοδικής, επιστημονικής εξέτασης, είναι η Αρχαία Ελλάδα.
«Μα δεν εφαρμόστηκε ο Πλατωνισμός στην αρχαιότητα», θα αντιπούν. Τους ρωτάμε: αυτοί δεν είναι θαυμαστές του Πλατωνισμού; Αν είναι, ας αιτιολογήσουν τέτοια κείμενα. Κι ακόμη κι αν δεν εφαρμόστηκε ο Πλατωνισμός, εφαρμόστηκαν ωστόσο έμπρακτα διώξεις από αρχαιοελληνικές πόλεις κατά των φιλοσόφων λόγω της θρησκευτικής τους άποψης, τόσο πριν όσο και μετά τον Πλάτωνα. Κι αν δεν εφαρμόστηκε ο Πλατωνισμός (Λόγω ατυχίας του Πλάτωνα, που νόμιζε ότι στο πρόσωπο του τυράννου Διόνυσου των Συρακουσών βρήκε τον ιδανικό βασιλιά-φιλόσοφο να υλοποιήσει την Πολιτεία του. Όχι μόνο προσπάθησε δύο φορές να την υλοποιήσει, αλλά απέτυχε παταγωδώς και διώχτηκε από τη Σικελία), οι Αθηναίοι, με νόμο του μάντη Διοπείθη, ήδη από τον 5ο π.Χ. αιώνα είχαν κάνει νόμο του κράτους την δίωξη όσων αμφισβητούσαν την επίσημη κρατική θρησκεία. Με βάση αυτόν τον νόμο και όχι μόνο αυτόν, διώχθηκαν οι φιλόσοφοι. Αυτό δεν συνιστά την απαρχή της θεσμοθετημένης από το Κράτος Ιεράς Εξέτασης;
Άλλωστε, ο Πλάτωνας είχε δοκιμάσει να κάψει τα βιβλία του Δημόκριτου, αλλά δεν προχώρησε πολύ, όχι διότι άλλαξε μυαλά και παράτησε τη νοοτροπία του αρχαιοέλληνα Ιεροεξεταστή, αλλά επειδή τον έπεισαν ότι όσα και να κάψει, ήδη τα κατείχαν ήδη πάρα πολλοί (Διογένης Λαέρτιος, IX, 40: «Πλάτωνα θελῆσαι συμφλέξαι τὰ Δημοκρίτου συγγράμματα, ὁπόσα ἐδυνήθη συναγαγεῖν, Ἀμύκλαν δὲ καὶ Κλεινίαντοὺς Πυθαγορικοὺς κωλῦσαι αὐτόν, ὡς οὐδὲν ὄφελος· παρὰ πολλοῖς γὰρ εἶναι ἤδη τὰ βιβλία»). «Ο σκοπός του ναζιστικού κόμματος της Γερμανίας, όπως περιγραφόταν στο επίσημο πρόγραμμά του, ήταν να δημιουργήσει "φύλακες, όπως ακριβώς τους είχε οραματιστεί ο Πλάτων"» (W.K.C. Guthrie, Οι σοφιστές, ΜΙΕΤ, σ. 24).
Άλλοι θα ισχυριστούν ότι οι αρχαίοι Έλληνες «δεν απήγγειλαν κατηγορία κατά της αρνησιθεΐας, αλλά για διατάραξη θείας λατρείας ή θρησκευτική παρενόχληση» (Fritz Mauthner, Ο αθεϊσμός στην αρχαιότητα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σ. 84). Μεγάλο λάθος. Ο Αναξαγόρας δεν κατηγορήθηκε ούτε εξορίστηκε, επειδή παρενόχλησε κανέναν θρησκευτή ή επειδή διετάραξε την θεία λατρεία, αλλά επειδή αρνήθηκε την θεϊκότητα του «θεού Ήλιου». Ο Πρωταγόρας δεν κατηγορήθηκε ούτε εξορίστηκε, επειδή με τις πράξεις ή τα γραπτά του χλεύαζε τη λατρεία, αλλά επειδή αμφέβαλλε για την ύπαρξη των «θεών». Οι Επικούρειοι δεν βασανίστηκαν, επειδή παρενοχλούσαν τις τελετές, αλλά επειδή δεν πίστευαν και επειδή είχαν το «θράσσος» να αμφισβητήσουν τη θεία φύση και τις ιδιότητες των «θεών». Ο Αριστοτέλης, επειδή αμφέβαλλε για την αποτελεσματικότητα της προσευχής στους «θεούς». Μεγάλο ψέμμα, λοιπόν, αποτελεί ο ισχυρισμός ότι οι αρχαίοι δεν δίωκαν την απιστία, αλλά απλώς την διατάραξη της λατρείας. Εκτός κι αν ισχυριστεί κανείς ότι η αμφιβολία των φιλοσόφων συνιστούσε διατάραξη θείας λατρείας ή θρησκευτική παρενόχληση!
Πρέπει να τονίσουμε ότι διόλου δεν ισχυριζόμαστε πως ολόκληρη η Αρχαιότητα ήταν έτσι, δηλαδή θεοκρατική και με Ιερά Εξέταση˙ αυτό που ισχυριζόμαστε είναι ότι, αντίθετα απ’ ό,τι ισχυρίζονται οι αρχαιόπληκτοι εθνικιστές μισόχριστοι, τέτοια φαινόμενα ουδόλως ήταν άγνωστα ή μεμονωμένα στην Αρχαία Ελλάδα.

28. "Ο Χριστιανισμός με το αντιφυσικό του πνεύμα στράφηκε κατά του Διόνυσου και ό,τι αυτός εκπροσωπεί, δηλαδή το θέατρο, την τέχνη, τη μουσική, την απόλαυση και χαρά της ζωής και του κόσμου. Ακόμη και το γέλιο θεώρησαν «αμαρτία»!"

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η μομφή των νεοπαγανιστών κατά του Χριστιανισμού ότι αυτός κατέστρεψε το Διονυσιακό πνεύμα και ό,τι αυτό εκπροσωπεί (τήν τέχνη, το θέατρο, το γέλιο, τον έρωτα, την απελευθέρωση του ενστίκτου, και γενικά την απόλαυση άνευ ορίων της χαράς της παρούσας ζωής) είναι ακόμα μια απόδειξη της άγνοιάς τους. Πρώτος ο Πλάτων και ο Πλατωνισμός επιτέθηκε στο «Διονυσιακό πνεύμα» και τις εκδηλώσεις του, προηγούμενος κατά τέσσερις ολόκληρους αιώνες του Χριστιανισμού. Ο Πλάτωνας ούτε λίγο ούτε πολύ προτείνει την απαγόρευση όλων των μουσικών κλιμάκων («αρμονιών») εκτός της Δωρικής-Φρυγικής, και την κατάργηση όλων των μουσικών οργάνων, εκτός της λύρας και του αυλού, καθώς και την κατάργηση των «ανήθικων» ρυθμών. Ιδού τί λέει ο Πλάτων για την αρχαιοελληνική μουσική:
«Είπαμε πως στις διηγήσεις δεν μάς χρειάζονται καθόλου ούτε θρήνοι ούτε μοιρολόγια.
Όχι βέβαια.
Ποιες λοιπόν είναι οι θρηνητικές μελωδίες; Πές μου, αφού εσύ είσαι μουσικός.
Η μειξολυδιστί και η συντολυδιστί και κάτι άλλες τέτοιες.
Αυτές λοιπόν πρέπει να βγαίνουν από τη μέση˙ γιατί είναι άχρηστες, όχι μόνο για τους άνδρες, αλλά και για τις γυναίκες, για εκείνες τουλάχιστο που εννοούν να φυλάγουν την αξιοπρέπειά τους.
Έτσι είναι βέβαια.
Όμως και τη μέθη και τη μαλθακότητα και την οκνηρία τα θεωρώ πράγματα που δέν ταιριάζουν καθόλου στους φρουρούς μας.
Και πώς όχι;
Ποιες λοιπόν αρμονίες είναι μαλθακές, οι οποίες και συνηθίζονται στα συμπόσια;
Η ιωνική και η λυδική, που τις λένε και χαλαρές.
(...)
Δε θα χρειαστούμε λοιπόν στα άσματα και στις μελωδίες μας όργανα πολύχορδα και με πολλές αρμονίες.
Όχι, καθώς φαίνεται.
Η λύρα λοιπόν και η κιθάρα μένουν, τα μόνα χρήσιμα για την πόλη μας, και το πολύ κανένα σουραύλι για τους βοσκούς στην εξοχή» (Πολιτεία 398e και 399).
Είναι γνωστός ο παγανιστικός ισχυρισμός ότι οι αρχαίοι ήταν οι εύθυμοι κλπ και μετά ήρθε ο Χριστιανισμός και απαγόρευσε το γέλιο. Και φέρνουν ως παράδειγμα τις «αυστηρές» εικόνες και τα αρχαία αγάλματα. Ο Πλάτωνας (Πολιτεία Γ', 388e) γράφει: «(οι νέοι) ούτε και να αγαπούν τα γέλια δεν πρέπει. Γιατί όταν κανείς παραδίνεται σε δυνατό γέλιο, αυτό απαιτεί και μια δυνατή μεταβολή στην ψυχή. Χωρίς αμφιβολία. Ούτε λοιπόν αν παρισταίνη κανείς ανθρώπους σπουδαίους να τους πιάνουν ακράτητα γέλια, πρέπει να το παραδεχόμαστε, μα πολύ περισσότερο τους θεούς».
Αφού οι αρχαίοι Έλληνες γελούσαν και απολάμβαναν τη ζωή, μπορούμε να αμφισβητήσουμε την ελληνικότητα όσων από αυτούς δεν γελούσαν; Τι έφταιγε κι αυτοί δεν γελούσαν; «Λένε ότι δεν είδαν ποτέ τον Αναξαγόρα τον Κλαζομένιο να γελά ή να χαμογελά. Λένε και ότι ο Αριστόξενος ήταν εχθρικός προς το γέλιο. Και για τον Ηράκλειτο, ότι σε όλη του τη ζωή έκλαιγε» (Αιλιανού, Ποικίλη Ιστορία, 8, 13: «Ἀναξαγόραν τὸν Κλαζομνένιόν φασι μήτε γελῶντά ποτε ὀφθῆναι μήτε μειδιῶντα τὴν ἀρχήν. λέγουσι δὲ καὶ Ἀριστόξενον τῷ γέλωτι ἀνὰ κράτος πολέμιον γενέσθαι˙ Ἡράκλειτόν τε, ὅτι πάντα τὰ ἐν τῷ βίῳ ἔκλαεν»). Όσο για τον Εμπεδοκλή, αυτός «ήταν πάντα σκυθρωπός και κρατούσε αυτή την σοβαρότητα στη συμπεριφορά» (Διογένης Λαέρτης, VIII, 73).
Ο Θέογνις ισχυρίζεται (Α’ Ελεγεία, στ. 425-428): «Πάντων μὲν μὴ φῦναι ἐπιχθονίοισιν ἄριστον,/ μηδ’ ἐσιδεῖν αὐγὰς ὀξέος ἡέλιου,/ φύντα δ’ ὅπως ὤκιστα πύλας Ἀΐδαο περῆσαι/ καὶ κεῖσθαι πολλὴν γῆν ἐπαμηςάμενον», δηλαδή «Το καλύτερο απ’ όλα είναι για τους θνητούς να μη γεννηθούν / μήτε ν’ αντικρίσουν τις διαπεραστικές αχτίνες του ήλιου˙ / μα σαν κανείς γεννηθεί, το καλύτερο είναι να περάσει όσο γίνεται πιο γρήγορα τις πύλες του Άδη / και να κείτεται έχοντας στοιβάξει από πάνω του χώμα πολύ». Ο Θέογνις έζησε τον 6ο π.Χ. αι. πολύ πριν την υποτιθέμενη (αλλά ανύπαρκτη) μετακλασσική «ελληνική παρακμή».
Ο Όμηρος βάζει τον Δία να λέει (Ιλιάδας Ρ, 445-446) «Θλιβερότερο του ανθρώπου δεν υπάρχει, / κανένα από όσα στη γη κινούνται και αναπνέουν».
Ο Πίνδαρος χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη ως σκιᾶς ὄναρ, όνειρο σκιάς δηλαδή (Πυθιόνικοι, 8, 36).
Ο Σοφοκλής εξισώνει την ανθρώπινη ύπαρξη με το μηδέν (Οιδίπους Τύραννος, στ. 1186-1195): «Αλίμονο, γενιές των ανθρώπων, / τη ζωή σας λογιάζω παρόμια / με το τίποτα. / Ποιος θνητός, τάχα ποιος / περισσότερη νιώθει ευτυχία / παρ’ όση νομίζουν πως έχει, / που κι αυτή σβήνει αμέσως; / Τη δική σου παράδειγμα παίρνω, / δύστυχε Οιδίπου, τη μοίρα, / και δε μακαρίζω κανένα».
Αλλά πολύ πιο πίσω, στα Έργα και Ημέραι του Ησίοδου παρατηρούμε το μαύρο σκοτάδι της απαισιοδοξίας για το μέλλον του ανθρώπου να κυριαρχεί στη σκέψη του Ησίοδου (στ.174-178 και 200-201):
Μηκέτ’ ἔπειτ’ ὤφελλον ἐγὼ πέμπτοισι μετεῖναι ἀνδράσιν, ἀλλ’ ἢ πρόσθε θανεῖν ἢ ἔπειτα γενέσθαι. Νῦν γὰρ δὴ γένος ἐστὶ σιδήρεον˙ οὐδέ ποτ’ ἦμαρ παύσονται καμάτου καὶ ὀιζύος, οὐδέ τινι νύκτωρ φθειρόμενοι, χαλεπὰς δὲ θεοὶ δώσουσι μερίμνας. ..................... τὰ δὲ λείψεται ἄλγεα λυγρὰ θνητοῖς ἀνθρώπισοι˙ κακοῦ δ’ οὐκ ἔσσεται ἀλκή.
Δηλαδή: «Ω! Νάθε μη γεννιώμουνα τώρα στο πέμπτο γένος εγώ, μα ή πριν να πέθαινα ή ύστερα να ερχόμουν. Τώρα το σιδερένιο πια το γένος είναι. Ούτε πια μέρα ο κάματος για τους ανθρώπους θα σταθή κι ο αγώνας, μήτε νύχτα θα πάψουνε να τους σαρακοτρώνε οι έγνοιες – οι φοβερές που δίνουνε οι αθάνατοι έγνοιες. (...) Τα θλιβερά τα βάσανα μόνο θα μείνουν για τους ανθρώπους. Και για τις συμφορές αυτές καμμιά γιατρειά δεν είναι».
Το τελευταίο γένος, αυτό στο οποίο ανήκει ο Ησίοδος και όλοι μας, έχει κακό τέλος. Είτε θα το αφανίσει ο Δίας (στ. 180) είτε δεν πρόκειται να υπάρξει ποτέ θεραπεία για τη δυστυχία του. Πράγματι, αυτό κι αν δεν είναι η χαρά της ζωής των αρχαίων Ελλήνων, την οποία απαγόρευσε ο Χριστιανισμός!
Αναρωτάται κανείς τι απομένει από τον «διονυσιασμό» έπειτα από την αναμόρφωσηπου ο Πλατωνισμός προτείνει˙ αναρωτάται επίσης κανείς, πόσο υποκριτής πρέπει να είναι κανείς, για να κατηγορεί τον Χριστιανισμό για κάτι που ο Πλατωνισμός διακηρύσσει 4 αιώνες πριν, την επιδίωξη καταστροφής του Διονυσιασμού. Αλλά οι Νεοπαγανιστές δεν τολμάνε να τα βάλουν με τον Πλάτωνα κατηγορώντας τον ως «ανθέλληνα», ως «φονιά της γενεσιουργού αιτίας της αρχαιοελληνικής τέχνης», ως «καταστροφέα του Διονυσιακού πνεύματος» και άλλες παρόμοιες αστειότητες. Θα ήταν γελοιότητα να αρνηθούν την ελληνικότητα στον κατεξοχήν Έλληνα, μόνο και μόνο επειδή αυτός δεν συμφωνούσε με τα βίτσια τους. Μόνο με τον Χριστιανισμό ξέρουν να τα λένε αυτά, μόνο τον Χριστιανισμό ξέρουν να κατηγορούν.
Ο Πλάτων απαγορεύει σε ελεύθερους πολίτες να ασχολούνται με την κωμωδία: «Τέτοιες μιμήσεις δεν πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά αλλά να γίνονται μόνο από δούλους ή μισθωτούς ξένους. Οι ελεύθεροι πολίτες, δεν πρέπει ν’ ασχολούνται καθόλου μ’ αυτά τα πράγματα. Μ’ αυτόν το νόμο και τη λογική θα ρυθμιστούν οι αστείες καταστάσεις που τις ονομάσαμε κωμωδία» (Νόμοι 816e).
Ο Ευ. Παπανούτσος αναφέρει για την ιδεολογία του Πλάτωνα τα εξής: «Μόνο με το θάνατο του σώματος – διδάσκει και ο «Φαίδων» – η ψυχή κατορθώνει να ζήσει τη δική της ζωή˙ (..) Γιατί, τι είναι κυρίως ο θάνατος; Ολοφάνερα το λύσιμο της ψυχής από το σώμα, η απελευθέρωσή της από τα δεσμά του, η περισυλλογή στον εαυτό της (64c, 67d). Μια τέτοια αποδέσμευση της ψυχής από το σώμα επιδιώκει ακριβώς ο φιλόσοφος απαρνούμενος τις αισθησιακές ηδονές, νεκρώνοντας τις επιθυμίες, αποφεύγοντας την απάτη των οργάνων του σώματος, των αισθήσεων. Γι’ αυτόν λοιπόν ο θάνατος όχι μόνο κακό δεν είναι, όπως νομίζει ο μωρός όχλος (68d), αλλά ίσα-ίσα, ο επιθυμητός στόχος. (..) Γιατί σ’ αυτό τον κόσμο ο φιλόσοφος είναι σα ξένος που δε ξέρει πώς να βολευτεί˙ το σώμα του διαμένει βέβαια στη γή, το πνεύμα του όμως πετάει στον ουρανό, επειδή δεν μπορεί να βρει κανένα νόημα στα γήινα πράγματα και τις απασχολήσεις της μάζας τις θεωρεί ανάξιές του. (Θεαίτ. 173e.) (..) Και υποστηρίζει ότι τίποτα δεν υπάρχει καλύτερο, και γι’ αυτό ακόμη το σώμα, από τη νέκρωσή του: «σώματι διαλύσεως οὐκ ἔστιν ἢ κρεῖττον» (Νόμοι 828d)» (Ε.Π. Παπανούτσου, Το θρησκευτικό βίωμα στον Πλάτωνα, εκδ. Δωδώνη, σ. 82, 84). Επιπλέον, όπως έχουμε δει, ο Ιουλιανός απαιχθανόταν το Θέατρο και τον Ιππόδρομο. Κυριολεκτικά το σιχαινόταν, όπως γράφει στον Αντιοχικό (δες κεφάλαιο περί Ιουλιανού). Αυτόν, γιατί δεν τον κατηγορούν, ότι επιτέθηκε στον Διόνυσο επιτιθέμενος στο Θέατρο;

29. "Το ελληνικό πνεύμα είναι ενιαίο και αδιαίρετο, παρά όλες τις επιφανειακές του διαφοροποιήσεις. Οι φιλόσοφοι που το εξέφραζαν ήταν της ίδιας κοσμοαντίληψης όλοι. Η ελληνική θρησκεία είναι μια και αδιαίρετη σε όλες τις φάσεις της αρχαιοελληνικής ιστορίας".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Οι εθνικιστές «αρχαιολάτρες» και «Έλληνες Εθνικοί» τα λένε αυτά διαστρεβλώνοντας την ιστορική αλήθεια κι έχοντας σκοπό να συκοφαντήσουν τον Χριστιανισμό. Σκέφτονται, πως εάν πείσουν ότι υπήρξε ένα και αδιαίρετο ελληνικό πνεύμα και σκέψη, θα είναι πολύ πιο εύκολο να το στρέψουν κατά του Χριστιανισμού. Η αλήθεια είναι διαφορετική.
-Ο Πλάτων έλεγε «πας μη Έλλην βάρβαρος», ο Αριστοτέλης ότι οι Έλληνες είναι ανώτεροι από τους Ασιάτες, ο Αντισθένης κι ο Διογένης ήταν κοσμοπολίτες και έλεγαν πως δεν έχουν πατρίδα. Τώρα πού την βλέπουν την ταυτότητα απόψεων, είναι άλλο ζήτημα.
-Οι Στωικοί παραδέχονται την ύπαρξη Θείας Πρόνοιας. Οι Επικούρειοι την απορρίπτουν απόλυτα.
-Οι Σκεπτικοί «επέχουν» από την εκφορά γνώμης και αμφιβάλλουν για την δυνατότητα γνώσης. Αντίθετα οι δογματικοί φιλόσοφοι (Πλάτων, Αριστοτέλης, Επίκουρος κ.ά. πολλοί) πιστεύουν στη δυνατότητα γνώσης.
-Ο Επίκουρος ισχυρίζεται πως οι θεοί κατοικούν στα "Μετακόσμια", δηλαδή εκτός των πολλών κόσμων, ενώ σύμφωνα με άλλους οι θεοί κατοικούν στη φύση, εντός του κόσμου. Γιατί αυτή η διαφορά;
-Οι Κυνικοί απορρίπτουν θεούς και πατρίδες. Αντίθετα οι συντηρητικοί φιλόσοφοι τονίζουν τις ιδέες αυτές.
-Οι Σοφιστές και οι Ορθολογιστές δεν παραδέχονται «μυστήρια» και παγανιστικά μάγια. Αντίθετα, οι Εμπεδοκλής, Πρόκλος, Πυθαγόρας δίδασκαν και εφάρμοζαν τον μυστικισμό και τη «θεουργία»-μαγεία, νεκρομαντεία και τη θαυματοποιία.
-Ο Πρωταγόρας έλεγε πως δεν ξέρει αν υπάρχουν θεοί. Οι Εθνικοί του 5ου αι. πίστευαν, και τον εξόρισαν, ακριβώς επειδή προσέβαλε έτσι την θρησκεία τους.
-Ο Πρωταγόρας έλεγε ότι ο άνθρωπος είναι μέτρο των πραγμάτων, ενώ ο Πλάτωνας ότι ο θεός είναι το μέτρο των πραγμάτων. «Κατά την άποψή μας ο θεός ειναι το βασικό μέτρο των πραγμάτων, πολύ περισσότερο από τον άνθρωπο, όπως υποστηρίζουν μερικοί» (Νόμοι, 716c).
-Ο Πλάτωνας πίστευε το άκρως αντίθετο από αυτό που πίστευαν οι σοφιστές και προσωκρατικοί, και μάλιστα τους χρεώνει όλα τα κακά της νεολαίας. Αυτοί, ότι το δίκαιο είναι μια σύμβαση, εκείνος ότι το δίκαιο είναι ένα: «Ισχυρίζονται μάλιστα ότι τα καλά της φύσης και τα καλά του νόμου είναι δύο διαφορετικά πράγματα, ενώ το δίκαιο δεν προέρχεται από τη φύση, αλλά, αντίθετα, αποτελεί αντικείμενο ατελείωτων συζητήσεων και μεταβολών, αφού και απόλυτα τεχνητή και δε βασίζεται στη φύση. Όλα αυτά, φίλοι μου, είναι λόγια σοφών ανθρώπων που με τα γραπτά και τα ποιήματά τους απευθύνονται στους νέους και υποστηρίζουν ότι το δίκαιο βρίσκεται εκεί που επικρατεί η βία. Αυτός είναι ο λόγος που οι νέοι γίνονται ασεβείς» (Νόμοι, 889e-890a)
-Ο Πλάτωνας θεωρεί ότι οι τραγικοί ποιητές (Αισχύλος, Ευριπίδης, Σοφοκλής) «εξυμνούν τους τυράννους» και «προσελκύουν τα πλήθη υπέρ των τυραννίδων» (Πολιτεία 568b-c) και γι’ αυτό απαγορεύει στους τραγωδούς να έρχονται στην ιδανική πολιτεία του, αν δεν δέχονται να λογοκρίνονται τα ποιήματά τους από τις κρατικές αρχές (Νόμοι, 817ab-d).
-Ο Αριστοτέλης εκθέτει τις πολυπληθείς διαφορές των φιλοσόφων περί ψυχής. «Διαφωνούν όμως [οι φιλόσοφοι] περί των αρχών [της ψυχής]˙ ποιες και πόσες είναι αυτές. Μάλιστα αυτοί που θεωρούν τις αρχές αυτές σωματικές, διαφωνούν με όσους τις θεωρούν ασώματες. Προς αυτούς διαφωνούν εκείνοι, οι οποίοι συνδύασαν αυτά και είπαν ότι οι αρχές είναι εξ αμφοτέρων, σωματικές και ασώματες. Διαφορά όμως τους χωρίζει και ως προς το πλήθος [των αρχών]. Γιατί άλλοι θέτουν μία αρχή και άλλοι περισσότερες και αναλόγως προς αυτά εξηγούν την ψυχή» (Αριστοτέλη, Περί Ψυχής, 404b 31 - 405a 3).
-Ο Αριστοτέλης διαφωνεί με τους Στωικούς, οι οποίοι δέχονται την αυτοκτονία: «το να προτιμά κανείς το θάνατο για να αποφύγει τη φτώχεια ή κάτι άλλο λυπηρό δεν είναι ίδιον του ανδρείου αλλά μάλλον του δειλού» (Ηθικά Νικομάχεια, Γ’ 8, 1116a 12-14).
-Ο Αριστοτέλης διαφωνεί με τον Πλάτωνα, ότι η κακία είναι κάτι ακούσιο ή αποτέλεσμα ελλειπούς γνώσης: «το λεγόμενο ότι κανείς δεν είναι με τη θέλησή του κακός είναι ψευδές» (Ηθικά Νικομάχεια, Γ’ 5, 1113b, 16-17).
-Ο Αριστοτέλης διαφωνεί με τον Πλάτωνα σχετικά με τη δυνατότητα των πολλών να κρίνουν σωστά. Ο Αριστοτέλης αποδέχεται την αντίληψη της δημοκρατικής Αθήνας: «οι πολλοί κρίνουν καλύτερα τα μουσικά έργα και τα έργα των ποιητών, γιατί ο ένας κρίνει ένα μέρος, ο άλλος άλλο και όλοι μαζί κρίνουν ολόκληρο το έργο» (Πολιτικά, Β’, 1281b, 7-9). Αντίθετα ο Πλάτων είναι ελιτιστής στο ζήτημα αυτό, απορρίπτοντας τα κριτήρια της πατρίδας του: «οι θεατές, που ήταν μέχρι τότε σιωπηλοί, έγιναν φωνακλάδες, νομίζοντας ότι έμαθαν τι είναι καλό στις συνθέσεις και τι όχι. Τη μουσική αριστοκρατία διαδέχτηκε ένα είδος ελεεινής θεατροκρατίας» (Νόμοι, 701a).
-Ο Όμηρος διδάσκει ότι το «σώμα» είναι ο καθεαυτό άνθρωπος και η ψυχή είναι μια ωχρή σκιά χωρίς αξία. Αντίθετα, οι Ορφικοί θεωρούσαν την ψυχή αθάνατη, και το σώμα φυλακή της (Πλάτων, Κρατύλος, 400).
-Διαφορετική αντίληψη περί ψυχής είχαν οι Έλληνες στην αρχαϊκή εποχή, όπου σώμα και πνεύμα θεωρούνταν ταυτόσημα, με την μετέπειτα αντίληψη ότι η ψυχή είναι άυλη και μετά το θάνατο πάει στον Άδη ή στους ουρανούς: «Όταν ο αρχαϊκός Έλληνας έχυνε υγρά μ’ ένα σωλήνα στις πελιδνές σιαγόνες ενός αποσυνθέμενου πτώματος, το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι (..) πως αγνοούσε τη διάκριση ανάμεσα στο πτώμα και στο φάντασμα, τα μεταχειριζόταν ως "ομοούσια"» (E.R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 96).
-Ενώ στην αρχαϊκή και κλασσική εποχή οι Ειδωλολάτρες πίστευαν ότι η ψυχή του πεθαμένου πάει στον Άδη, στα βάθη της γης, στην ύστερη Αρχαιότητα πίστευαν ότι ενώνεται με τα άστρα, ανεβαίνει δηλαδή στον ουρανό.
-Μεταξύ Ορφικών και οπαδών του Διόνυσου υπήρχε μεγάλη έχθρα κατά την αρχαιότητα, καθότι οι διδασκαλίες τους είταν εντελώς αντίθετες, η μια κήρυττε την ηθική κάθαρση για την μεταθανάτια ψυχή, ενώ οι του Διόνυσου ήταν γλεντζέδες.
-Ο Σαλούστιος δέχεται τις θυσίες ζώων. Ο Πορφύριος τις απορρίπτει. Πώς γίνεται να διαφωνούν άνθρωποι που πιστεύουν στην ίδια ακριβώς θρησκεία; Μήπως ο καθένας είχε κατά νου και διαφορετική θρησκεία και συνεπώς η άποψη ότι οι Αρχαίοι είχαν «κοινή κοσμοαντίληψη» είναι παραμύθι; Και πώς νοείται «κοινή θρησκεία», όταν κατά τον Ηρόδοτο οι θυσίες πρέπει να είναι κοινές, αυτό είναι άλλο ζήτημα.
-Ο Ηράκλειτος αποδοκιμάζει την λατρεία και χρήση των αγαλμάτων, ενώ ο Πορφύριος την επιδοκιμάζει και την δικαιολογεί.
- Ο Πλούταρχος πιστεύει στην μαντεία, ο Ξενοφάνης όχι.
-την παρατήρηση του Πορφυρίου ότι η μαντεία είναιν καθαρά ψυχολογικό φαινόμενο, ο Ιάμβλιχος τη θεωρεί παραπλανητική και ισχυρίζεται ότι για την πρόγνωση είναι απαραίτητη πρώτα η θεία χάρη, ενώ η ψυχολογική διάθεση είναι περισσότερο βοηθητική αιτία (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ. 458).
-Ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Ιάμβλιχος πιστεύει ότι η μετενσωμάτωση είναι δυνατή μόνο από ανθρώπινο σε ανθρώπινο σώμα, όχι από σώμα ανθρώπου σε σώμα ζώου ή φυτού (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ. 458). Αντίθετα, ο Ξενοφάνης ειρωνευόταν τους οπαδούς της μετενσάρκωσης. Πώς δικαιολογείται αυτή η αντίθεση; Επειδή ήταν «σκεπτόμενοι, ανεξάρτητοι και ελεύθεροι άνθρωποι οι Παγανιστές;» Ναι, αλλά τότε καταρρίπτεται η άποψη περί «ενιαίας ελληνικής σκέψης» στην οποία αντιτίθεται ο Χριστιανισμός.
-Ο Πλάτων μιλούσε για Ιδέες. Ο Αριστοτέλης διαφωνούσε.
-Στους Προσωκρατικούς, άλλος έλεγε ότι πρώτη αιτία είναι ο αέρας, άλλος το νερό, άλλος η φωτιά, άλλος η γη, άλλος το άπειρο.
-Αλλοι φιλόσοφοι θεωρούσαν σκοπό της ζωής τη Γνώση, άλλοι την Αρετή, άλλη την Ηδονή, άλλοι την απουσία πόνου, άλλοι την απαλλαγή από το σώμα.
-Ο Αρίστων δε δεχόταν πως υπάρχουν πολλές αρετές, όπως ο Ζήνων, ούτε πως είναι μία, που της αποδίδονται πολλά ονόματα, όπως οι Μεγαρικοί, αλλά πως η αρετή έχει να κάνει με το σχετικό (Διογένης Λαέρτιος, VII, 161).
-Οι Στωικοί θεωρούσαν ότι δεν υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ αρετής και κακίας, ενώ οι Αριστοτελικοί ότι υπάρχει κι αυτό είναι η πρόοδος. («Ἀρέσκει δ' αὐτοῖς μηδὲν μεταξὺ εἶναι ἀρετῆς καὶ κακίας, τῶν Περιπατητικῶν μεταξὺ ἀρετῆς καὶ κακίας εἶναι λεγόντων τὴν προκοπήν·» Διογένης Λαέρτιος, VII, 127).
-Ο Διογένης δεν ασχολήθηκε με την γεωμετρία, τη μουσική, την αστρονομία και τα παρόμοια, διότι θεωρούσε πως όλα αυτά είναι άχρηστα και μη αναγκαία (Διογένης Λαέρτιος, VI, 73). Αντίθετα, ο Επίκουρος θεωρούσε χρήσιμη την αστρονομία, ώστε να απαλλαγούν οι άνθρωποι από το φόβο της αστρολογίας και των προλήψεων: «Αν δεν μας παίδευαν οι ανησυχίες για τα ουράνια φαινόμενα και για το θάνατο, μήπως τυχόν έχουν κάποια σχέση με μας, τότε δε θα χρειαζόμασταν τη μελέτη της φύσης» (Κύριαι Δόξαι, 142 XI).
-Μερικοί, όπως ο Πλάτων, έλεγαν ότι η Δικαιοσύνη και οι νόμοι πηγάζουν από τα αιώνια πρότυπα, τις Ιδέες, ενώ άλλοι, όπως οι σοφιστές ή ο Επίκουρος, ότι η δικαιοσύνη δεν είναι παρά μια σύμβαση ανάμεσα στος ανθρώπους κι επομένως δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική.
- «Ο Πλάτων κοροϊδεύει τους μαθητές του Ορφέα, που λεν ότι όσους έζησαν καλά τους περιμένει στον Άδη, ως βραβείο, η αιώνια μέθη» (Πλούταρχου, Σύγκρ. Κίμ. -Λευκ., 1). «Γιατί ο Πλάτων παντού παρωδεί τις θεωρίες του Ορφέα. Γι’ αυτό και στη συνέχεια αναφέρει έναν στίχο του: "πολλοί οι ναρθηκοφόροι και σπάνιοι οι βάκχοι"» (Ολυμπιόδωρου, Εις Πλάτωνος Φαίδωνα, 7, 10).
- Ο Ησίοδος (Θεογονία, στ. 120) λέει ότι ο Έρωτας κατάγεται από το Χάος, ενώ ο Ορφέας ότι «τον Έρωτα και όλα τα πνεύματα ο Χρόνος εγέννησε» (Σχόλια εις Απολλόδωρου Ρόδιου Αργοναυτικά, 3, 26).
-Ο ποιητής Αλκαίος λέει ότι ο Έρωτας γεννήθηκε από την Ίριδα όταν αυτή έσμιξε με τον Ζέφυρο, αντίθετα από όσα λεν ο Ησίοδος κι ο Ορφέας. Όμως «οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν τον Έρωτα γιο της Αφροδίτης. Ο λύκιος Ώλην, ο οποίος έκανε τους πιο αρχαίους ύμνους για τους Έλληνες, λέει πως μητέρα του Έρωτα ήταν η Ειλείθυια» λέει ο Παυσανίας (Ελλάδος Περιήγησις, 9, 26, 5).
-«Ο μακεδόνας Πιέριος εισήγαγε εννιά μούσες μεταβάλλοντας και τα ονόματά τους στα τωρινά» (Παυσανίας, 9, 29, 3). Άρα αρχικά δεν ήταν εννιά ούτε είχαν τα γνωστά ονόματα. Δηλαδή όποιος ήθελε έγραφε ένα ποίημα και άλλαζε τα πάντα. Αυτό είναι η «αμετάβλητη θρησκεία» και οι αρχαίοι «θεοί» που υπάρχουν ανεξάρτητα των ποιητών.
-«Ξέρουν [οι Βοιωτοί] πως [ο Ετεοκλής] είχε ορίσει τον αριθμό των χαρίτων σε τρεις, δεν διατηρούν όμως την ανάμνηση των ονομάτων που είχε δώσει σ’ αυτές• οι Λακεδαιμόνιοι έχουν την παράδοση πως οι χάριτες είναι δύο και πως τις είχε ορίσει ο Λακεδαίμων (...) δίνοντάς τες και τα ονόματα Κλητά και Φαέννα. Γιατί και οι Αθηναίοι τιμούν από παλιά τις Χάριτες Αυξώ και Ηγεμόνη» (Παυσανίας, 9, 35, 1-2). Δηλαδή ο καθένας όριζε ό,τι ήθελε. Πού είναι η «κοινή θρησκεία»; «Είναι γνωστό πως ο Πάμφως πρώτος έκανε άσμα για τις χάριτες ούτε όμως τον αριθμό τους ούτε τα ονόματά τους ανέφερε στο ποίημά του» (Παυσανίας, 9, 35, 4). Ενώ ο Ησίοδος (Θεογονία, 907-909) λέει πως οι χάριτες είναι κόρες του Δία και της Ευρυνόμης, «ο Αντίμαχος [περ. 400 π.Χ.] λέει πως είανι κόρες της Αίγλης και του Ήλιου» (Παυσανίας, 9, 35, 5).
-Ο Διογένης, όταν τον κατηγόρησαν ότι ψευδοφιλοσοφεί, απάντησε ότι ακόμη και παριστάνοντας τον φιλόσοφο, φιλοσοφεί. Ο Επίκουρος, όμως, έλεγε ότι «δεν πρέπει να προσποιούμαστε ότι φιλοσοφούμε, αλλά να φιλοσοφούμε πραγματικά» (Επίκουρου προσφώνησις, 54).
-Ορισμένοι, όπως ο Επίκoυρος θεωρούσαν ως ηδονή την απουσία πόνου, ενώ άλλοι, όπως ο Αρίστιππος, θεωρούσαν ως «ηδονή» όχι την απουσία πόνου, αλλά τις ηδονές καθεαυτές, όπως τις εννοούμε: «[Ο Επίκουρος] διαφωνεί με τους Κυρηναϊκούς για την ηδονή. Αυτοί δεν αποδέχονται την καταστηματική ηδονή παρά μόνο την κινητική. Ενώ ο Επίκουρος δέχεται και τις δύο» (Διογένης Λαέρτιος, X, 136-137).
-Ο Ηρόδοτος υποστηρίζει στις αρχές του 5ο π.Χ. αι. ότι οι «θεοί» είναι φθονεροί εναντίον των ανθρώπων και τους αρέσει να αναποδογυρίζουν τις ζωές των τελευταίων (Ηρόδοτος, 1, 32 τὸ θεῖον πᾶν ἐὸν φθονερόν τε καὶ ταραχῶδες), ενώ στα μέσα του 4ου π.Χ. αι.ο Αριστοτέλης (Μεταφυσικά, I, 2) διαφωνεί και γράφει: «ούτε το θείον είναι φθονερό, αλλά κατά την παροιμία οι αοιδοί ψεύδονται πολλά». Φυσικά ο Ηρόδοτος εκφράζει την γνήσια, αρχική πολυθεϊστική άποψη, ενώ ο Αριστοτέλης ήταν ένας αποστασιοποιημένος από τον πολυθεϊστικό όχλο διανοούμενος μεταγενέστερης εποχής.
Οχτακόσιες απόψεις είχανε για το ποια ήταν η πρωταρχική ουσία του κόσμου. Και καμμιά δεκαριά ακόμη για το αν αυτή ήταν το κενό ή το άπειρο ή το άτομο ή άλλο. Ίδια η ελληνική σκέψη που έλεγε πως ο κόσμος είναι αιώνιος με την ελληνική σκέψη που έλεγε ότι φτιάχτηκε κατά τύχη ή αυτήν που έλεγε ότι ο θεός ή οι ιδέες έφτιαξαν τον κόσμο όπως τον βλέπουμε; Ίδια ήταν η ελληνική σκέψη που έλεγε ότι οι μύθοι είναι απάτη με την ελληνική σκέψη που έλεγε ότι οι μύθοι είναι συμβολικοί ή προϊστορία;
Ακόμα και για την ύπαρξη του κόσμου και τη γένεση του ανθρώπου υπήρχε διχογνωμία. «Οι μεν, που θεωρούν αγέννητο και άφθαρτο τον κόσμο, υποστηρίζουν ότι και το ανθρώπινο γένος υπάρχει από πάντοτε και πως ποτέ δεν υπήρξε εποχή κατά την οποία να γεννήθηκε ο πρώτος άνθρωπος. Ενώ οι άλλοι, που θεωρούν ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε και είναι φθαρτός, υποστηρίζουν πως και οι άνθρωποι δημιουργήθηκαν, όπως αυτός, κάποτε σε συγκεκριμένο χρόνο» (Διόδωρου Σικελιώτη, Βιβλιοθήκης Ιστορικής Βίβλος πρώτη, 6,3).
Πλούτο τεράστιο και ποικιλία απόψεων είχε η αρχαιοελληνική φιλοσοφία. Πολύ όμορφο αυτό. Αλλά όχι και ενιαίο το αρχαιοελληνικό πνεύμα˙ όχι «ασήμαντες λεπτομέρειες» οι διαφορές αυτές. Δημοκρατικότατα οι Νεοπαγανιστές, επιλέγουν ό,τι τους αρέσει και ό,τι τους συμφέρει από τις χιλιάδες αρχαιοελληνικές απόψεις. Έπειτα, αυτό που επέλεξαν το ονομάζουν – δημοκρατικότητα επίσης – «ελληνική σκέψη». Κόψε – ράψε δηλαδή. Ό,τι γουστάρουμε από τις ελληνικές σκέψεις, αυτό είναι η «μία ενιαία ελληνική σκέψη». Τα υπόλοιπα; Κόψε-ράψε-ξήλωνε.
Συνεπώς, όταν οι Νεοπαγανιστές, χρησιμοποιώντας το αγαπημένο τους σοφιστικό επιχείρημα, ρωτάνε «μα είναι δυνατόν, οι Έλληνες που ήταν το υπόδειγμα στη φιλοσοφία, στην τέχνη, να έχουν τόσο άδικο στην θρησκεία τους;», πρέπει πρώτα να μας απαντήσουν στο ερώτημα: «ποια από όλες τις θρησκείες εννοείτε με το όνομα Αρχαία Θρησκεία; Διότι καθένας είχε και διαφορετική αντίληψη περί θρησκείας και συνεπώς κοινότητα αντιλήψεων, δηλαδή μία Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, δέν υπάρχει». Αν λοιπόν εννοούν κάποια απ’ τις θρησκείες: των σοφιστών, του καθενός εκ των φιλοσόφων, των μάντεων, του λαού, των νεοπλατωνικών, των θεουργών, να μάς το πούνε. Αν τις εννοούν όλες μαζί, είναι απόδειξη πως είναι δε ξέρουν τι λένε. Ρωτάν, προς απάντηση των παραπάνω, μερικοί Ν/Π, αν μπορεί κανείς να αποδείξει καμμιά αλλαγή στο τελετουργικό των θυσιών και της λατρείας της «Ελληνικής Θρησκείας» από την κλασσική εποχή ώς τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Η απάντηση είναι απλή: μπορεί το τελετουργικό να μεταβλήθηκε, μπορεί και όχι˙ δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι από τον 3ο π.Χ. αιώνα και μετά, οι αρχαίοι Έλληνες, πλην των παλιών λάτρευαν και πλήθος ξένων θεών, όχι μόνο στα ελληνιστικά κράτη, αλλά στην νότια Ελλάδα. Αυτό δεν είναι «αλλαγή της θρησκείας»; Δεν είναι μεταβολή του θρησκεύεσθαι και της «Θρησκείας των Ελλήνων»; Είναι, αλλά αποσιωπάται. Θα πουν οι Νεοπαγανιστές πως όλες αυτές οι θρησκείες από την μινωική Κρήτη ώς τον Ιουλιανό είναι στην πραγματικότητα όψεις της ίδιας «πατρώας θρησκείας»˙ πράγμα παράλογο, δεδομένων των τόσων διαφορών, που μόλις αναφέραμε. Αλλά ακόμη κι αν ήταν έτσι, δηλαδή η κάθε φάση να είναι ταυτόχρονα η ίδια θρησκεία, τότε θα έπρεπε να επιστρέψουν οι Νεοπαγανιστές όχι στην ομηρική-κλασσική θρησκεία του 6ου π.Χ. αι., η οποία ξεπεράστηκε και απορρίφθηκε από τους ίδιους τους Ελληνες, αλλά στην νεοπλατωνική του 3ου-4ου μ.Χ. με μάγια, τσαρλατανισμό κ.λ.π., η οποία άλλωστε ήταν η τελευταία χρονικά. Γιατί, το λογικό θα ήταν να επιστρέψουν στο τελευταίο στάδιο, εκεί όπου σταμάτησαν οι ίδιοι οι αρχαίοι, κι όχι σε κάποιο ενδιάμεσο στάδιο, το οποίο απορρίφθηκε από τους ίδιους τους Αρχαίους, αιώνες προ του χριστιανισμού. Είναι παράλογο να θέλουν οι Ν/Π να επιστρέψουν σε κάτι, που απέρριψαν οι κλασσικοί Έλληνες, των οποίων οι Ν/Π ισχυρίζονται ότι αποτελούν συνεχιστή. Αλλά, επιπλέον πριν το Χριστιανισμό, οι φιλόσοφοι Έλληνες μίλησαν κατά της λαϊκής (της μόνης, δηλαδή, υπαρκτής) αρχαιοελληνικής θρησκείας, εκφράζοντας την περιφρόνησή τους. Δεν είναι, λοιπόν, ο Χριστιανισμός μόνο, που εκφράζει το τάχα παράδοξο επιχείρημα, ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν πολύ καλές επιδόσεις στις τέχνες και τον πολιτισμό, αλλά είχαν κακή θρησκεία. Είναι κι οι ίδιοι οι προ Χριστού Έλληνες, οι οποίοι συμφωνούν μαζί του. Ας αφήσουν κατά μέρους τέτοιες σοφιστείες, οι Νεοπαγανιστές. Καλή επίδοση σε ένα ή σε πολλούς τομείς δε συνεπάγεται απαραίτητα την καλή επίδοση σε όλους τους υπόλοιπους τομείς.
Αφού λοιπόν εκλέγουν μέρη της ελληνικής αρχαίας παράδοσης, θρησκευτικής και φιλοσοφικής, απορρίπτοντας τα υπόλοιπα, τότε να μιλούν μόνο εξ ονόματος του μέρους εκείνου που επέλεξαν, κι όχι εξ ονόματος ολόκληρου του «ελληνικού πνεύματος». Και το κυριώτερο, να μην λένε ότι μόνο το τμήμα που διάλεξαν αυτοί είναι το αυθεντικά ελληνικό, ενώ όλα τα υπόλοιπα (τμήματα της αρχαιότητας, ούτε καν της μετα-παγανιστικής εποχής ούτε καν χριστιανικά!) είναι μη ελληνικά. Η «ελληνικότητα» που οι Νεοπαγανιστές αντιπαραθέτουν στον Χριστιανισμό είναι ένα ελάχιστο, μηδαμινό τμήμα του ελληνικού πνεύματος. Διότι, αν π.χ. είναι Στωικοί, δεν θα έπρεπε να αντιπαρατεθούν μόνο στους Χριστιανούς (Τώρα, για τα κοινά μεταξύ Χριστιανισμού-Στωικισμού ή Χριστιανισμού και άλλων σχολών, έχουν μιλήσει άλλοι, αλλά αυτά είναι άγνωστα στους Νεοπαγανιστές, οπότε δεν πειράζει), αλλά και σε κάθε άλλη αρχαιοελληνική φιλοσοφία με την οποία οι αρχαίοι Στωικοί είχαν διαφορές και έχθρα. Επομένως, αν δεν το κάνουν αυτό, παραποιούν την έννοια της ελληνικότητας. Γιατί, εκτός κι αν υποτεθεί ότι είναι παράλογοι, οι Νεοπαγανιστές δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα και Πλατωνικοί και Αριστοτελικοί, και Επικούρειοι και Σκεπτικοί, και Κυνικοί και Νεοπλατωνικοί! Αφού διαλέγουν το ένα, πρέπει να απορρίψουν τα άλλα ως λανθασμένα. Να δεις και ποιοι άλλοι το έκαναν αυτό.... ποιοι άραγε..εδώ τό ‘χουμε.
Ένα χαρακτηριστικό της Νέας Εποχής ότι προσπαθεί να δείξει ότι όλες οι θρησκείες και όλες οι φιλοσοφίες λεν κατά βάθος το ίδιο πράγμα και ότι στο τέλος φτάνεις στον ίδιο στόχο, όποια φιλοσοφία ή θρησκεία κι αν διαλέξεις. Οι Νεοπαγανιστές αντιστοίχως έχουν βάλει σκοπό να αποδείξουν πως όλοι οι αρχαίοι φιλόσοφοι έλεγαν το ίδιο πράγμα, δηλαδή αυτό που λένε σήμερα οι Ν/Π, για να το αντιπαραθέσουν στον Χριστιανισμό . Αυτό που θα αποδειχθεί θα είναι η επιπολαιότητά τους.
Οι Νεοπαγανιστές λένε ότι το αρχαιοελληνικό πνεύμα είναι Ένα και διαφορετικό από το χριστιανικό. Και, όταν βλέπουν τις τόσες αντιφάσεις των φιλοσόφων και τις διενέξεις τους με άλλους φιλόσοφους, τότε βρίσκουν άλλο τέχνασμα κι αρχίζουν να μιλούν για ενιαία κοσμοθέαση, για τη Δημοκρατία, για το Διάλογο, για κριτική σκέψη και τα γνωστά. Ούτε κι αυτά όμως αποτελούν κοινό τόπο για όλη την αρχαία Ελλάδα. Η Δημοκρατία, η Ισηγορία, ο ελεύθερος διάλογος είναι κατακτήσεις και επιτεύγματα της αρχαίας Αθήνας, την οποία και γι’αυτό εκτιμούμε. Δεν ήταν όμως πανελλήνια επιτεύγματα. Ειδικότερα δε, για παράδειγμα, στην αρχαία Σπάρτη, για την οποία τόσο φωνάζουν οι Νεοπαγανιστές, ότι αδικείται από τους ιστορικούς, ο διάλογος και η δημοκρατία δεν υπήρχαν. Τι συμβαίνει δηλαδή; Δεν είναι η Σπάρτη κι ο πολιτισμός της τμήμα του (δήθεν ενιαίου) αρχαιοελληνικού πνεύματος; Φυσικά και είναι. Συνεπώς, φυσικά και υπάρχουν αντιφάσεις στην μη ενιαία αρχαιοελληνική κοσμοαντίληψη. Δεν υπάρχει ενιαία κοσμοαντίληψη (π.χ. περί διαλόγου και ισηγορίας στην αρχαία Πόλη) και συνεπώς, εμείς δεχόμαστε μόνο τα καλά τού αρχαίου πνεύματος. Καταρρίπτεται έτσι η νεοπαγανιστική θεωρία ότι υπάρχει ενιαία αρχαιοελληνική κοσμοθέαση.
«...όταν το πλήθος συναθροιζόταν, σε κανένα εκ των άλλων δεν επέτρεπε να εκφράσει γνώμη, αλλά ο λαός είχε την εξουσία να αποφασίζει επί της γνώμης, την οποία πρότειναν οι γέροντες και οι βασιλείς. Βραδύτερον όμως, επειδή ο λαός με προσθήκες και αφαιρέσεις διέστρεφε και παραβίαζε τις προτάσεις, οι βασιλείς Πολύδωρος και Θεόπομπος (βασίλευσαν το 742 π.Χ.) πρόσθεσαν τα εξής στην ρήτρα: «Αν ο λαός εκλέξει κακή γνώμη, οι γερουσιαστές και οι βασιλείς να ανθίστανται», τουτέστι, να μην την επικυρώνουν, αλλά να την αποσύρουν εντελώς και να διαλύουν την εκκλησία, διότι ο λαός παραμορφώνει
και μεταβάλλει την πρόταση παρά το συμφέρον. Επεισαν αυτοί την πόλη, ότι δήθεν ο θεός διέτασσε αυτά, καθώς αναφέρει κάπου ο Τυρταίος (Ευνομία) λέγων τα εξής:
Ακούγοντας τον Φοίβο έφεραν στην πατρίδα εκ του Πύθωνα Μαντεύματα του θεού και βέβαιες προρρήσεις˙ Πρώτοι να εκφέρουν γνώμη οι θεοτίμητοι βασιλείς Οι οποίοι φροντίζουν για την αγαπητή πόλη της Σπάρτης, Κατόπιν οι πρεσβύται γερουσιαστές, και έπειτα Οι άνδρες της Σπάρτης» (Πλούταρχου, Λυκούργος, 6).
Δηλαδή, τι θέλουν να κάνουν οι εθνικιστές Νεοπαγανιστές; Το άσπρο μαύρο; Να πουν ότι υπήρχε διάλογος και ισηγορία στην Σπάρτη;! Αντίθετα λοιπόν από ό,τι έντεχνα ισχυρίζονται, στην Σπάρτη δεν υπήρχε ισηγορία μεταξύ των ελευθέρων πολιτών, όπως στην Αθήνα. Ας μην κάνουν λόγο οι αρχαιολάτρες για την «ισηγορία» των ελεύθερων «Ομοίων» – που ήταν «ελεύθεροι» ως προς τους είλωτες, αλλά ποτέ «ελεύθεροι» όπως εννοούμε την ελευθερία για τους αρχαίους Αθηναίους – διότι δικαίωμα τέτοιο δεν είχαν. Υπάκουαν στις αποφάσεις των εφόρων. Ενιαίο και αδιαίρετο αρχαίο πνεύμα υπάρχει μόνο στη φαντασία των αρχαιόπληκτων, οι οποίοι, αφού πρώτα επιλέξουν ένα μόνο κομμάτι της αρχαιότητας, το οποίο τους ελκύει τρομερά, το απολυτοποιούν, ώστε να ταυτίσουν το μέρος με το σύνολο και να βρουν «το αρχαίο πνεύμα».
Φυσικά, άμεση συνέπεια των παραπάνω είναι, ότι δεν έχει νόημα να κατηγορούνται οι χριστιανικές απόψεις ως μη ελληνικές (ή να επαινούνται ως αποκλειστικά ελληνικές). Τη στιγμή που οι Έλληνες εξέφεραν τόσο την μια άποψη όσο και την εντελώς αντίθετή της, είτε θα οδηγηθούμε στον παραλογισμό ότι μόνο οι μισοί από τους Έλληνες είχαν ελληνικές απόψεις είτε θα πάψουμε να ορίζουμε ανύπαρκτες, δήθεν ενιαίες «ελληνικότητες».
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

PreviousNext

Return to ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ...

Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 0 guests