ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

και όχι μόνο.......

Moderator: inanm7

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Thu Sep 30, 2021 2:01 pm

30. "Η αρχαία εποχή δεν είχε θρησκευτικούς πολέμους, σε αντίθεση με την χριστιανική. Αυτό δείχνει και την ανωτερότητα του πολυθεϊσμού."

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Μα πώς να γίνονταν θρησκευτικοί πόλεμοι στην αρχαία Ελλάδα, αφού όλοι πίστευαν στην ίδια θρησκεία, στο ίδιο πάνθεον; Όταν όμως οι Πέρσες ήρθαν στην Ελλάδα, έκαψαν τους ναούς των ξένων (για αυτούς) θεών. Το ίδιο έκαναν και σε άλλες χώρες κατακτημένες, όπου καταπίεζαν τη θρησκεία τους. Το ίδιο έκαναν και τα ελληνιστικά κράτη που προσπάθησαν να κάνουν τους Εβραίους να απαρνηθούν τη θρησκεία τους για χάρη του εθνισμού, με αποτέλεσμα αιματηρούς πολέμους. Εξάλλου, οι Αρχαίοι Έλληνες ήταν αυτοί που θέλησαν να κάνουν τους Ιουδαίους με το ζόρι Εθνικούς, απαγορεύοντας με βασιλικό διάταγμα (Αντίοχος Δ', 168 π.Χ.) επί ποινή θανάτου την ιουδαϊκή θρησκεία. Πιο πριν ο Πτολεμαίος Δ' έσφαξε 30 χιλιάδες Εβραίους μη φειδόμενος τα γυναικόπαιδα. Αυτό δεν είναι θρησκευτικός πόλεμος; Ούτε είναι γενικό χαρακτηριστικό του πολυθεϊσμού η ανεκτικότητα: στην Ινδία λόγου χάρη, όπου υπάρχουν ένα σωρό θεοί, κάθε τόσο σφάζονται οι αντίπαλοι πιστοί.
Και για να έρθουμε στα δικά μας, στους Νεοπαγανιστές και τους αρχαιο-εθνικιστές δε φαίνεται να λέει τίποτα ο όρος «Ιεροί Πόλεμοι»˙ ίσως λόγω έλλειψης ιστοριογνωσίας.
Ο Πρώτος Ιερός Πόλεμος έγινε μεταξύ 590-589 π.Χ. όταν οι Δελφοί βρήκαν πρόφαση ότι οι Κιρραίοι φορολογούσαν τους προσκηνυτές˙ το συμβούλιο των Αμφικτυόνων κήρυξε ιερό πόλεμο εναντίον των Κιρραίων ως ασεβών, και άρχισε φοβερός και καταστρεπτικός πόλεμος, με αποτέλεσμα αυτοί να καταστραφούν. Οι Κιρραίοι εξανδραποδίστηκαν, η χώρα τους πέρασε από φωτιά και σίδηρο, οι γαίες τους αφιερώθηκαν στον Απόλλωνα, στη Λητώ και στην Αθηνά Πρόνοια.
Ο Δεύτερος Ιερός Πόλεμος, το 447 π.Χ. κηρύχθηκε από τους Δελφούς κατά των Φωκέων, υπό την καθοδήγηση των Σπαρτιατών. Αυτόν το Δεύτερο Ιερό Πόλεμο τον προκάλεσαν οι Φωκείς που ήθελαν το ιερό του Απόλλωνα να ανήκει σε όλους τους Φωκείς κι όχι μόνο στην πόλη των Δελφών. Όταν οι Φωκείς κατέλαβαν το ιερό, οι Δελφοί ζήτησαν την επέμβαση των Σπαρτιατών. Οι Σπαρτιάτες έσπευσαν να αποκαταστήσουν τους Δελφούς στα κυριαρχικά τους δικαιώματα επί του ιερού. Αμέσως όμως μόλις ο σπαρτιατικός στρατός αποχώρησε απ’ τους Δελφούς, ο Περικλής εξεστράτευσε με Αθηναίους και παρέδωσε το ιερό πάλι στους Φωκείς.
Ο Τρίτος Ιερός Πόλεμος, το 356-346 π.Χ. Άρχισε όταν οι Φωκείς κατέλαβαν το μαντείο από την πόλη των Δελφών, οπότε οι Λοκροί, οι Θηβαίοι, οι Θεσσαλοί κήρυξαν Ιερό πόλεμο κατά των ιερόσυλων Φωκέων οι οποίοι νικήθηκαν, διαλύθηκαν, εξαναγκάστηκαν να ζούν σε χωριά και να πληρώνουν 60 τάλαντα ανά έτος. Ο αρχηγός των Φωκέων Ονόμαχος σταυρώθηκε ως ιερόσυλος (Διόδωρος, 16, 53) και οι αιχμάλωτοι φωκείς στρατιώτες καταποντίστηκαν στον Παγασητικό, επίσης ως ιερόσυλοι. Οι όροι της συνθήκης ήταν: Όλοι οι Φωκαείς αποκλείστηκαν από τους ιερούς χώρους των Δελφών, από θυσίες, τελετές κ.λ.π. Το φωκαϊκό «έθνος» έπαψε ν’ αποτελεί μέρος της αμφικτυονίας. Όλες οι φωκαϊκές πόλεις καταστράφηκαν. Κανένας οικισμός δεν επιτρεπόταν να είναι άνω των 50 οικογενειών ή να βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των 10 σταδίων από έναν άλλον. Τα όπλα των Φωκαέων καταστράφηκαν, τα άλογά τους εποιήθηκαν υπέρ του Ιερού, και οι Φωκαείς υποχρεώθηκαν να καταβάλουν 10 χιλιάδες τάλαντα στο Μαντείο, 30 τάλαντα ανά εξαμηνία, δηλαδή να εξοφλήσουν το ποσό σε 167 περίπου χρόνια. Ώς τότε, σύμφωνα με τη συνθήκη δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν όπλα κι άλογα.
Ο Τέταρτος Ιερός Πόλεμος, το 339 π.Χ. άρχισε όταν οι Λοκροί της Άμφισσας αυτή τη φορά καταπάτησαν τη γή του μαντείου. Εναντίον τους κηρύχθηκε Ιερός Πόλεμος, και η Άμφισσα καταστράφηκε.
Τέλος, ως αιτία της Πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών, ο Φίλιππος ανέφερε την τιμωρία των Περσών για τις καταστροφές ελληνικών ιερών από τον Ξέρξη (Διόδωρος, 16, 89, 2: καὶ λαβεῖν παρ’ αὐτῶν δίκας ὑπὲρ τῆς εἰς ἱερὰ γενομένης παρανομίας).
Προς αποφυγή παρεξηγήσεων να τονιστεί ότι ο όρος «Ιεροί» Πόλεμοι για τους προαναφερθέντες πολέμους δεν πρωτοχρησιμοποιήθηκε από χριστιανούς, αλλά από τους ίδιους τους αρχαίους Έλληνες, τόσο της κλασσικής εποχής, όσο και της ρωμαϊκής (π.χ. Καλλισθένη, Παυσανία). Δίχως άλλο, δεν υπήρξε Ιερός Πόλεμος στην Αρχαία Ελλάδα. Για να το λένε οι Νεοπαγανιστές, κάτι παραπάνω θα ξέρουν.
Ορισμένοι θα ισχυριστούν, ότι οι παραπάνω πόλεμοι δεν ήταν ούτε ιεροί ούτε θρησκευτικοί, διότι ήταν απλώς διαμάχες πόλεων-κρατών κι όχι θρησκευτικές σταυροφορίες, σε αντίθεση με τους χριστιανικούς πολέμους. Κατ’ αρχήν, όσον αφορά τον μόνο αληθινό Χριστιανισμό, την Ορθοδοξία, δεν υπήρξε κανείς θρησκευτικός πόλεμος.
Ο πατριάρχης επί βασιλείας Νικηφόρου Φωκά αρνήθηκε να ανακηρύξει αγίους όσους σκοτώνονταν στις μάχες που έδινε ο βυζαντινός στρατός λέγοντας πως «κανένας πόλεμος δεν είναι ιερός». Το ορθόδοξο Βυζάντιο – στο βαθμό που πραγμάτωνε την Ορθοδοξία – ποτέ δεν πολέμησε κατά των Αράβων ή των Περσών λόγω θρησκευτικών αιτιών. Οι Πέρσες κατέλαβαν την Αίγυπτο και την Μ. Ανατολή από το Βυζάντιο, με αποτέλεσμα αυτό να εκστρατεύσει με σκοπό την ανακατάληψη των χαμένων επαρχιών του. Φυσικά, οι Πέρσες είχαν πάρει τον Τίμιο Σταυρό, αλλά δεν ήταν αυτή η κλοπή αιτία των εκστρατειών του Ηρακλείου. Και με τους Άραβες, το Βυζάντιο δεν επεδίωξε θρησκευτικό πόλεμο. Υπήρξαν μεγάλες χρονικές περίοδοι ειρήνης μεταξύ Ορθοδόξων και Μουσουλμάνων. Ούτε οι εκστρατείες του Ιωάννη Τσιμισκή και Νικηφόρου Φωκά θεωρούνται «σταυροφορίες» και «ιεροί πόλεμοι», αφού ο σκοπός τους ήταν να απελευθερώσουν από την αραβική κατοχή την Μ. Ανατολή και την Ανατολική Μ. Ασία. Εάν το Βυζάντιο βρισκόταν σε «ιερό πόλεμο» κατά του Ισλάμ, τότε αυτή θα ήταν διαρκής κατάσταση, το Βυζάντιο δεν θα επέτρεπε ποτέ χτίσιμο τζαμιών στην Κωνσταντινούπολη τον 8ο και 10ο αιώνα, για χάρη των μουσουλμάνων επισκεπτών της. Το Βυζάντιο πολεμούσε τους Άραβες χαλίφηδες ως κράτος εναντίον κράτους, όχι ως Ορθοδοξία κατά Ισλάμ. Κατά τον ίδιο τρόπο, το Βυζάντιο πολεμούσε τους Βουλγάρους ως κράτος εναντίον κράτους κι όχι ως... Ορθοδοξία κατά Ορθοδοξίας.
Ακόμη κι οι αιρετικές Σταυροφορίες, σκοπό δεν είχαν να εκχριστιανίσουν τους μουσουλμάνους κατοίκους της Μ. Ανατολής, αλλά να εκδιώξουν τους Άραβες από την Παλαιστίνη. Δεν έγιναν αυτοί οι θρησκευτικοί πόλεμοι λόγω θεολογικών διαφορών μεταξύ Δυτικών και Αράβων, αλλά επειδή οι προσκυνητές στους Άγιους Τόπους καταπιέζονταν. Το ζήτημα βεβαίως δεν αφορά την Ορθοδοξία.
Οι διαμάχες μεταξύ Παπικών και Προτεσταντών δεν αφορούν την Ορθοδοξία. Στο Βυζάντιο δεν υπήρξε εμφύλιος πόλεμος λόγω της Εικονομαχίας. Αρνούνταν βεβαίως οι εικονολάτρες να αποδεχτούν τα διατάγματα των εικονομάχων Αυτοκρατόρων, αλλά δεν χωρίστηκε το κράτος σε δύο τμήματα. Αν συγκρίναμε τους αιρετικούς πολέμους και σταυροφορίες με τους αρχαιοελληνικούς ιερούς πολέμους, οι σταυροφορίες είναι εγγύτερα στους «Ιερούς Πολέμους», διότι έγιναν για την κατοχή του ιερού εδάφους των Δελφών.

31. "Η θεοποίηση ανθρώπων δεν ήταν αρχαιοελληνικό φαινόμενο. Την έφερε από την Ασία ο Αλέξανδρος. Δεν είναι κάτι, για το οποίο πρέπει να κατηγορηθεί η κοσμοαντίληψη των Εθνικών της αρχαίας Ελλάδας. Ειδικότερα, ο Αλέξανδρος είναι ηθικά υπόλογος, διότι ουσιαστικά εξασιάτισε την Ελλάδα (και δεν εξελληνίστηκε η Ασία), αφού με τη θεοποίησή του οδήγησε στο φαινόμενο οι μετέπειτα μονάρχες αλλά και ο λαός να θεωρούν φυσιολογικό ο μονάρχης να είναι ζώντας θεός".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι γεγονός ότι η αυτοθεοποίηση του Μέγα Αλέξανδρου είναι κάτι το αρνητικό και από αυτόν πρωτοάρχισαν να θεοποιούνται οι ελληνιστικοί βασιλείς και μετά οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες. Είναι το μόνο αρνητικό ίσως που μπορεί ν’ αποδοθεί στον Μεγαλέξανδρο, και είναι αυτός που «εγκαινίασε» το έθιμο αυτό. Όμως τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα, απ’ όσο πιστεύουν οι Νεοπαγανιστές:
Στην ειδωλολατρική αρχαιότητα ως γνωστόν η έννοια του «θεού» και του «θείου» δεν προσδιορίζονταν από το «απόλυτο» ή το «άπειρο», όπως στον Χριστιανισμό. Οι ειδωλολατρικοί μυθολογικοί θεοί δεν ήταν «τέλειοι» ούτε ήταν το Απόλυτο. Ήταν ατελείς, και αυτό που τους χαρακτήριζε, πέραν της αθανασίας, ήταν ότι το «θείο» σήμαινε απλώς το «πάνω από τον άνθρωπο» και τα ανθρώπινα μέτρα και δυνάμεις. Ο Δίας π.χ. δεν ήταν πάνσοφος, δηλαδή τέλειος, αλλά ήταν απλώς σοφότερος από τους ανθρώπους. Έτσι, ο «θεός» για τους Ειδωλολάτρες ήταν κάτι απλώς πέρα από τον άνθρωπο, κι όχι «το» τέλειο. Υπό αυτήν την αντίληψη για το θείον, η λατρεία κάποιων ανθρώπων ως θεών δεν φαντάζει παράξενη ή καταδικαστέα. Έτσι κι αλλιώς οι βασιλείς ήταν κατά κάποιον τρόπο «πάνω από τους (υπόλοιπους) ανθρώπους»˙ πιο δυνατοί. Μπορούσαν έτσι να θεοποιηθούν. Αθάνατοι δεν ήταν βέβαια, αλλά με λίγες ειδωλολατρικές θεωρίες περί μετενσάρκωσης, και με λίγη αρχαία φιλοσοφική σάλτσα, όλα λυνόταν. Δεν υπήρχε πρόβλημα για τον υπόλοιπο κόσμο. Απλώς έπρεπε να αποδεικνύουν (π.χ. στους πολέμους) ότι ήταν θεοί, δηλαδή ανίκητοι. Το αν ο «θεός» κατέχει την τελειότητα ή όχι, κάνει τη διαφορά που επιτρέπει ή απαγορεύει την θεοποίηση ανθρώπων. Βλέπουμε δηλαδή, πως η παγανιστική αντίληψη ότι ο «θεός» δεν είναι «τέλειος», οδηγεί σε θεοποίηση των πιο ισχυρών, των πιο δυνατών ανθρώπων.
Από το «θεός = ανώτερο από τους ανθρώπους ον (αλλά όχι τέλειο)» ώς το «θεός = ανώτερο από τους κοινούς ανθρώπους ον» η απόσταση είναι πολύ μικρή. Αυτό απεδείχθη στην πράξη, και αυτή η απόδειξη της Ιστορίας κάνει περιττή οποιανδήποτε άλλη.
Δεν διέπραξε ο Μεγαλέξανδρος κάτι εξωφρενικό, αν κρίνουμε τη θεοποίησή του από παγανιστική οπτική. Αλλά από Χριστιανική είναι παράλογο, αφού μόνο ο Θεός είναι Τέλειος και Απόλυτο και τού αποδίδεται ο χαρακτηρισμός θεός. Κάτι που πάντα ξεχνούν οι Νεοπαγανιστές που κατακρίνουν τον Μεγαλέξανδρο είναι πως μόνο οι Χριστιανοί τόλμησαν έμπρακτα (κι όχι με φιλοσοφικά υποννοούμενα και αστειάκια) να αρνηθούν στους αυτοκράτορες το «δικαίωμα» να λέγονται θεοί. Οι Ειδωλολάτρες, με την απαράδεκτη ιδέα ότι ο θεός/θεοί δεν είναι τέλειος, ούτε που σκέφτηκαν να πράξουν ό,τι οι Χριστιανοί.
Η σχετική κραυγή των φιλάθλων ή άλλων προς τα αθλητικά και όχι μόνο είδωλά τους «είσαι θεός» αποδεικνύει πόσο εύκολα κάποιος άνθρωπος που είναι ασυναγώνιστα ανώτερος από τους κοινούς θνητούς σε κάτι, μπορεί να λάβει το χαρακτηρισμό «θεός». Μόνο που σήμερα δεν κυριολεκτούν, διότι «θεός» σημαίνει το τέλειο ον˙ ενώ στην παγανιστική αρχαιότητα το εννοούσαν, επειδή το θεός σήμαινε απλώς το «παραπάνω από τους (κοινούς ή τους περισσότερους) ανθρώπους» ον – η παρένθεση υπονοείται. ΟΧΙ το "τέλειο".
«Ότι η ελληνιστική προσωπολατρία ήταν πάντοτε ανειλικρινής –ότι ήταν ένα πολιτικό κόλπο και τίποτε περισσότερο-, κανένας, νομίζω δεν θα το πιστέψει από αυτούς που παρατηρούν στην εποχή μας να αυξάνει συνεχώς η μαζική κολακεία προς τους δικτάτορες, τους βασιλιάδες, κι όταν αυτοί ελλείπουν, στους αθλητές» (E.R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 152).
Όπως και να ‘χει, είναι ανιστόρητο επιχείρημα, οι Νεοπαγανιστές να ισχυρίζονται πως η θεοποίηση του ηγεμόνα δεν είναι αρχαιοελληνικό και παγανιστικό έθιμο. Το τι είναι ή τι δεν είναι αρχαιοελληνικό, δε θα μάς το πουν δυο-τρεις «Νεοπαγανιστές», που εμφανίστηκαν ως Νεοπαγανιστές τη δεκαετία του 1990, αλλά η αρχαία ελληνική ιστορία. Θεοποιήσεις γινόταν στον αρχαίο ελληνικό κόσμο από τον 4ο π.Χ. αιώνα ώς τον 4ο μ.Χ. αιώνα, δηλαδή επί 700 περίπου χρόνια. «Μικρό διάστημα», βεβαίως! Ουδόλως αντιπροσωπευτικό του αρχαίου ήθους και πολιτισμού! «Λεπτομέρειες»! Τέτοια λεν οι Ν/Π για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα και τα προφανή. Ωστόσο, η θεοποίηση του ηγεμόνα είναι καθαρώς ειδωλολατρικό φαινόμενο και, εφόσον γινόταν επί 700 έτη περίπου στον αρχαιοελληνικό κόσμο, είναι αρχαιοελληνικότατο, ακόμη κι αν δεν έχει αρχαιοελληνική προέλευση. Δεν χρειάζεται μια παράδοση να έχει μυκηναϊκή ή αρχαϊκή προέλευση, για να είναι αρχαιοελληνική. Αφού οι Ειδωλολάτρες της Αρχαιότητας το δέχτηκαν και κανείς δεν αντέδρασε, είναι αντιφατικό να εμφανίζονται έπειτα από 20 αιώνες κάποιοι, που θέλουν να είναι συνεχιστές των αρχαίων Ειδωλολατρών και ταυτόχρονα να είναι ενάντιοι στην ειδωλολατρική παράδοση της αρχαιότητας. Άλλωστε και πριν τον Αλέξανδρο θεοποιούνταν (απλώς μεταθανάτια μόνο) οι ολυμπιονίκες και άλλοι. Από πού κι ώς πού πεθαμένοι ανακηρύσσονταν «φυσικές δυνάμεις»;
Όσο για τον Μέγα Αλέξανδρο, τον οποίο συκοφαντεί και βρίζουν ορισμένοι Νεοπαγανιστές, αναφορικά με τη θεοποίησή του, θα πούμε πως όταν αυτός είχε γίνει κοσμοκράτορας και τον κολάκευαν στην Ασία και τον έλεγαν θεό, έλεγε στους Έλληνες του περιβάλλοντός του με κάποια αστειότητα, ότι από δυό τεκμήρια είναι σίγουρος ότι δεν είναι θεός˙ από το ότι κοιμάται και το ότι συνουσιάζεται (Πλούταρχου Αλέξανδρος 22, 6). Έδειξε έτσι ο Αλέξανδρος πόσο περιφρονούσε τους θεούς (που συνουσιάζονταν και κοιμούνταν, όπως οι θνητοί) τους οποίους θέλουν να επαναφέρουν οι Νεοπαγανιστές, αλλά και την υψηλότατη (αν και προχριστιανική) θεολογία του (θα τον είχε διδάξει, ασφαλώς, αυτά ο Αριστοτέλης). Επίσης έδειξε πόσο σοβαρά πίστευε τα περί θεοποιήσεώς του.

32. "Η αρχαία Ελλάδα ήταν θρησκευτικώς ανεκτική, ενώ το Βυζάντιο και οι Χριστιανοί, ως μονοθεϊστές, ήταν μη ανεκτικοί".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:Αφού οι αρχαίοι Έλληνες ήταν θρησκευτικώς ανεκτικοί, γιατί οι δούλοι έπρεπε να έχουν την θρησκεία των κυρίων τους (αλλάζοντας υποχρεωτικά θεούς και λατρεία κάθε φορά που πωλούνταν σε άλλο κύριο); Αφού οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ανεκτικοί θρησκευτικώς, γιατί δεν μπορούσε μια θεότητα ξένη, δηλαδή όχι θεότητα της πόλης-κράτους, να έχει ναό κτισμένο, αλλά έπρεπε ειδική επιτροπή της πόλεως να συνεδριάσει πρώτα για να συζητήσει άν έπρεπε να επιτραπεί χτίσιμο ναού ξένης θεότητας; Αφού η αρχαία Ελλάδα ήταν θρησκευτικώς ανεκτική, γιατί τιμωρούνταν βαρύτατα όσοι πολίτες αμελούσαν τα λατρευτικά τους καθήκοντα προς τους θεσμοθετημένους θεούς της πόλης όπου ζούσαν; Γιατί υπήρχαν τόσο αυστηροί νόμοι λοιπών κατά ξένων λατρειών, αφού οι αρχαίοι ήταν πολυθεϊστές και (δήθεν) συνεπώς ανεκτικοί;
Σε κανέναν αρχαιολάτρη δεν θα άρεσε να τιμωρείται από το κράτος όποιος δεν πηγαίνει στην εκκλησία τις Κυριακές. Γιατί τότε δεν αναγνωρίζει πως η αρχαία εποχή που επέβαλε τιμωρίες σε όποιον δεν θυσιάζε στους Θεούς της πόλης του, ήταν θρησκευτικώς μη ανεκτική; «Η αθηναϊκή νομοθεσία προέβλεπε ποινές για όσους αρνιόυνταν να τιμήσουν θρησκευτικά μια εθνική εορτή (Πολυδεύκης, 8, 46 – Ουλπιανός, Σχολ. στο Δημοσθένη, Κατά Μειδίου)» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 349).
Και απ' αυτή την περίπτωση αποδεικνύεται πως οι Νεοπαγανιστές και πολλοί εκδυτικισμένοι αρχαιολάτρες συγχέουν την ύπαρξη πολλών θεών με το δικαίωμα να λατρεύει κάποιος τους μη θεσμοθετημένους από την πόλη του θεούς ή με το δικαίωμα να αρνείται να λατρέψει τους θεούς που όρισε η πόλη. Η ύπαρξη πολλών θεών δεν σχετίζονταν με το δικαίωμα να απορρίπτεις τον θεό της πόλης χάριν κάποιου άλλου θεού. Τέτοια δικαιώματα δεν δίνονταν από την αρχαία πόλη. Ουδέποτε είχε το δικαίωμα κανείς να αρνηθεί τον θεό της πόλης και να διαλέξει κάποιον άλλον από τους υπόλοιπους εφτακόσιους. Αμέσως καταδικαζόταν από τα δικαστήρια.
Ο κάθε πολίτης «έπρεπε να πιστεύει και να υποτάσσεται στη θρησκεία της πόλης. Μπορούσαν, ωστόσο, να περιφρονούν ή να μισούν τους θεούς της γειτονικής πόλης (...) δεν έχουν δικαίωμα όμως ούτε να σκεφτούν ακόμη την αμφισβήτηση της Πολιούχου Αθηνάς ή του Ερεχθέα ή του Κέκροπα. Η ελευθερία της σκέψης σχετικά με τη θρησκεία ήταν κάτι εντελώς άγνωστο στους Αρχαίους» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 349). Γι’ αυτό άλλωστε, ο Σωκράτης κατηγορήθηκε πως δεν λογάριαζε για θεούς, τους θεούς που δεχόταν η Αθήνα («Ἀδικεῖ Σωκράτης οὕς ἡ πόλις νομίζει θεοὺς οὐ νομίζων», Ξενοφώντα, Απομνημονεύματα, 1, 1). Τρομερό έγκλημα διέπραξε ο Σωκράτης! Αυτή ήταν η τεράστια θρησκευτική ελευθερία που έδινε ο πολυθεϊσμός σχετικά με τον μονοθεϊσμό (Δεν έχει σημασία, φυσικά, αν ο Σωκράτης πίστευε ή δεν πίστευε στους θεούς˙ σημασία έχει ότι ο αθηναϊκός νόμος θεωρούσε νομικό αδίκημα την απιστία στην επίσημη κρατική θρησκεία του πολυθεϊσμού.).
«Η ιδέα λοιπόν ότι κάθε επιμέρους όψη της πραγματικότητας πρέπει να εξουσιάζεται από ένα θείο ον προκαλεί την ισαριθμία τέτοιων όψεων και θεοτήτων και συνεπώς τον πολυθεϊσμό. Από τη βασική αυτή στον πολυθεϊσμό ιδέα, της ισαριθμίας, προέρχεται και η λεγόμενη ανοχή του πολυθεϊσμού: στο ήδη υπάρχον πάνθεο μπορούν να μπουν όσες θεότητες αντιστοιχούν σε νέες ή μη ακόμα εξουσιαζόμενες από κάποια θεότητα όψεις της πραγματικότητας. Όμως κάποια που ήδη εξουσιάζεται αλλάζει θεότητα μόνο με ανατροπή της παλιάς. Έτσι η ανοχή συνυπάρχει με αυτή την, ιδιάζουσα στον πολυθεϊσμό, αποκλειστικότητα. Κάτι επίσης που πρέπει να προστεθεί σχετικά με την ανοχή , είναι ότι αυτή αφορά μόνο θεότητες. Μ’ άλλα λόγια ένα πολυθεϊστικό σύστημα απορροφά από άλλες θρησκείες μόνο θεία όντα, τα οποία προσθέτει στα ήδη υπάρχοντα δικά του, και κατά κανόνα όχι την ίδια την άλλη θρησκεία, εφόσον αυτή υπηρετεί διαφορετικό σκοπό από την προαγωγή διάφορων εγκοσμίων πραγματικοτήτων, που είναι ο συνηθέστερος , κύριος σκοπός του πολυθεϊσμού. (....) Συνεπώς η ονομαζόμενη ανοχή του πολυθεϊσμού αποτελεί απλώς μια διαδικασία απορρόφησης και προσθήκης νέων θεοτήτων και όχι θρησκειών. Μ’ άλλα λόγια μια επέκταση της ήδη υπάρχουσας βασικής του ιδέας, των πολλών θείων όντων, και όχι μια πρόσληψη του πραγματικά διαφορετικού. Υπό το ίδιο φως πρέπει να θεωρηθεί και η αντιπαράθεση, στη σύγχρονη συζήτηση, του μονοθεϊσμού ως μερικής αλήθειας και του πολυθεϊσμού ως περιεκτικής» (Σ. Παπαλεξανδρόπουλου, «Πολυθεϊσμός και Μονοθεϊσμός: δύο τύποι θρησκείας», Σύναξη, τ. 84). Με άλλα λόγια η δήθεν «ανεκτικότητα» του πολυθεϊσμού δεν αφορά την ανοχή προς άλλες θρησκείες˙ απόδειξη είναι οι διωγμοί κατά του Χριστιανισμού. Η «ανεκτικότητα» αυτή αφορά την ταύτιση παλιών με νέες θεότητες, ή την τοποθέτησή τους «εκεί» που πιστεύεται ότι έχουν εξουσία. Διαφορετικά, υπάρχει αμείλικτος διωγμός.
Ακόμη και η αυθαίρετη εισαγωγή στην πόλη μιας ξένης θρησκείας από μερικούς πολίτες της, απαγορευόταν αυστηρά. Όχι τίποτε άλλο, αλλά το αναφέρουμε, για να πάψει η προπαγάνδα των Νεοπαγανιστών, ότι το κακό Ελληνικό κράτος δεν τους αναγνωρίζει, ενώ η Αρχαιότητα επέτρεπε στους πολίτες να θρησκεύονται όπως αυτοί ήθελαν. «Καταδικάστηκε σε θάνατο κάποια ιέρεια που ονομαζόταν Νίνος. Το κύριο αδίκημά της φαίνεται ότι υπήρξε μια απόπειρα να συγκροτήσει μια νέα θρησκευτική αίρεση ή μια τελετουργία προς τιμήν κάποιας νέας θεότητας (Δημ 19, 281)» (Douglas M. MacDowell, Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, εκδ. Παπαδήμα, σ. 304).
Επιπλέον ακόμη και η έννοια της ασέβειας ήταν τόσο ασαφής, που ο καθένας κινδύνευε για το παραμικρό να καταδικαστεί σε θάνατο ή πρόστιμο. «Ο Ανδοκίδης είχε επισύρει κάποια ποινή θέτοντας «ικετηρία» στο βωμό του Ελευσίνιου κατά τη διάρκεια των Μυστηρίων, χωρίς να γνωρίζει ότι υπήρχε νόμος που το απαγόρευε αυτό (Ανδ. 1, 113). (...) Ο Ανδοκίδης αποτελεί πιο αξιόπιστη πηγή απ’ ό,τι το σχετικό με τον Αισχύλο ανέκδοτο, και είναι προτιμότερο να δεχθούμε ότι στο αθηναϊκό δίκαιο μια πράξη μπορούσε να θεωρηθεί ως ασεβής, ακόμη κι αν ο δράστης δεν γνώριζε, όταν τη διέπραττε, ότι ήταν ασεβής. (...) Φαίνεται απίθανο να είχαν ασπαστεί οι Αθηναίοι την άποψη ότι μια πράξη δεν μπορούσε να είναι ασεβής, αν κανείς νομοθέτης δεν είχε σκεφθεί να την απαγορεύσει» (Douglas M. MacDowell, Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, εκδ. Παπαδήμα, σ. 306-307).
Αυτά ασφαλώς δεν ήταν μεμονωμένα φαινόμενα: ο Τιβέριος «απαγόρευσε τις ξένες λατρείες ιδιαίτερα τις αιγυπτιακές και εβραϊκές τελετουργίες, και εξανάγκασε εκείνους που είχαν σχέση με αυτές να κάψουν τα θρησκευτικά ενδύματα και εξαρτήματά τους» (Σουετώνιου, Τιβέριος, 36). Ο Κλαύδιος «εξαφάνισε εντελώς από τη Γαλατία τη σκληρή και απάνθρωπη θρησκεία των Δρυιδών, που στα χρόνια του Αυγούστου είχε απαγορευτεί για τους Ρωμαίους πολίτες» (Σουετώνιου, Κλαύδιος, 24). Γενικότερα, ήταν παράβαση νόμου η εισαγωγή ξένης θρησκείας που δεν εγκρίθηκε από τη ρωμαϊκή Γερουσία, όπως αναφέρει ο Κικέρωνας (De legibus, II, 8: nemo habesset deos sive novow dive advenas nissi publice adsvitos), και ο παραβάτης τιμωρούνταν με θάνατο. Παρατηρούμε ότι οι Νεοπαγανιστές ψεύδονται, όταν μιλάν για θρησκευτική ανοχή, διότι τόσο οι Έλληνες όσο και οι Λατίνοι δεν ήταν δεν ήταν ανεκτικοί. Για ποιο λόγο ο Πλάτωνας θα έγραφε «χρειάζεται ένας γενικός νόμος, που δε θα επιτρέπει παράνομες πράξεις λατρείας» (Νόμοι, 909d). Είναι προφανές πόσο υποκριτές είναι αυτοί που ωρύονται για τους νόμους του Θεοδόσιου, αλλά σιωπούν για την «ανεξίθρησκη» στοχοθεσία και νομοθεσία των Αρχαίων Ειδωλολατρών.
«Στη Ρώμη και στην Αθήνα δεν επιτρεπόταν στον ξένο να αποκτήσει ιδιοκτησία, δεν μπορούσε να παντρευτεί, και αν παντρευόταν ο γάμος δεν είχε ισχύ και τα παιδιά του θεωρούνταν νόθα. Δεν μπορούσε να υπογράψει συμβόλαιο με έναν πολίτη, διότι ο νόμος σε καμία περίπτωση δεν αναγνώριζε την εγκυρότητα του συμβολαίου. Αρχικά, δεν του επιτρεπόταν να συμμετέχει ούτε στο εμπόριο. Αν διέπραττε έγκλημα τον μεταχειρίζονταν ως σκλάβο και τον τιμωρούσαν χωρίς δικαστική απόφαση, εφόσον η πόλη δεν ήταν υποχρεωμένη να του παράσχει νομική προστασία. Ο Δημοσθένης μάς αποκαλύπτει τα πραγματικά κίνητρα και σκέψεις των Αθηναίων: «Έπρεπε να διατηρήσουν την αγνότητα των θυσιών» και με τον αποκλεισμό του ξένου «προστάτευαν την ιερή τελετή». Οι άνθρωποι της αρχαίας πόλης γνώριζαν ότι οι Θεοί της πόλης αποστρέφονταν τους ξένους και ότι η παρουσία των νεοφερμένων θα καθιστούσε πιθανότατα τη θυσία ανώφελη. Κανείς δεν μπορούσε να ασπάζεται συγχρόνως δύο θρησκείες». Τάδε έφη Γκυστάβ Ντε Φουλάνς στο «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΣ». Όμως η πανεπιστημιακός Μ. Τζανή υποστηρίζει (Δαυλός, τ. 226): «Δεν μπορούν οι Έλληνες να έχουν ως θεό τους το ρατσιστή Γιαχβέ». Τα σχόλια είναι περιττά.

33. "Γιατί να απορρίπτεις τους δικούς μας Ελληνικούς θεούς για χάρη του Εβραίου Γιαχβέ; Γιατί ένας θεός αντί πολλών;"

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Γιατί οι Ν/Π να είναι τόσο εθνικιστές, ώστε το τι θα πιστέψουν να εξαρτάται από την εθνικότητα και τη προέλευσή του; Όσο για το γιατί ένας θεός κι όχι πολλοί: «Το θείον είναι τέλειο και δεν έχει καμμιά έλλειψη στην αγαθότητα και στη σοφία και στη δύναμη, άναρχο, αϊδιο, απερίγραπτο, και για να μιλήσουμε απλά, τέλειο σε όλα. Αν λοιπόν παραδεχτούμε πολλούς θεούς, είναι ανάγκη να επισημάνουμε κάποιες διαφορές ανάμεσα στους πολλούς. Γιατί αν δεν υπάρχει καμμιά διαφορά σ' αυτούς, μάλλον θα είναι ένας κι όχι πολλοί. Αν πάλι υπάρχει διαφορά σ'αυτούς, πού είναι η τελειότητα; Γιατί αν κάποιος είτε κατά την αγαθότητα, είτε κατά τη δύναμη, είτε κατά τη σοφία είτε κατά τον χρόνο είτε κατά τον τόπο δεν φτάνει την τελειότητα, δε θα μπορούσε να είναι θεός. Έτσι η μιά ταυτότητα όλων αποδεικνύει μάλλον ένα κι όχι πολλούς θεούς. Έπειτα πώς, αν είναι πολλοί, θα διατηρηθεί το απερίγραπτο; Γιατί, όπου θα ήταν ο ένας, δε θα βρισκόταν ο άλλος. Πώς επίσης θα κυβερνηθεί ο κόσμος από πολλούς χωρίς να διαλυθεί και να καταστραφεί, αφού θα παρουσιαστούν αντιθέσεις στους κυβερνήτες; Γιατί η διαφορά δημιουργεί εναντιώσεις. Κι αν ισχυριστεί κανείς πως ο καθένας κυβερνά ένα μέρος, ποιό είναι αυτό που έβαλε τάξη και έκανε σ' αυτούς την διανομή; Εκείνο λοιπόν θα ήταν μάλλον ο Θεός. Κατά συνέπεια ένας είναι ο Θεός, τέλειος, απερίγραπτος, δημιουργός του σύμπαντος, αυτός που συνέχει τα πάντα και τα κυβερνά, πέρα από κάθε όριο δυνατότητας και πηγή της τελειότητας. Επιπλέον είναι φυσική ανάγκη η μονάδα να αποτελεί την αρχή της δυάδας» (Ιωάννη Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, 1, 5).

34. "Όλες οι διδασκαλίες του Χριστιανισμού και της Παλαιάς Διαθήκης είναι παρμένες από πανάρχαια ελληνικά κείμενα του Ορφέα και του Ερμή Τρισμέγιστου".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Φοβερό επιχείρημα αυτό. Ότι δηλαδή όλα τα είπαν οι Έλληνες, ότι οι Έλληνες προϋπήρξαν πριν από όλους, ότι πήγαν παντού, ότι όλοι οι αρχαίοι λαοί (π.χ. Μάγιας, Ίνκας, Φοίνικες, Αιγύπτιοι, Πέρσες, Πελασγοί, Ινδοί) του κόσμου είταν κατά βάθος Έλληνες, ή έκανε ο Δίας γκάλοπ (Είναι άξιο απορίας, πώς την «γλίτωσαν» οι Κινέζοι και δεν είταν Έλληνες κι αυτοί, μέσα σε τέτοια ελληνική κοσμοπλημμύρα. Αλλά πού θα πάνε, στο τέλος θα προκύψουν κι αυτοί ελληνικής καταγωγής. Δε θα μας τη γλιτώσουν τόσο εύκολα οι.. παλιοκινέζοι), ότι οι Ελληνες πριν τον Κατακλυσμό είχαν ρομπότ και διαστημόπλοια. Βέβαια, οι υμνητές της πανάρχαιας τεχνολογίας των Ελλήνων δεν μας έφεραν ώς τώρα κανένα απομεινάρι ρομπότ ή αρχαίου ψυγείου ή διαστημόπλοιου αρχαιοελληνικού. Γιατί; Από ζάχαρη ήταν όλα αυτά κι έλειωσαν κατά τον Κατακλυσμό ή τα κατέστρεψαν κι αυτά οι κακοί Χριστιανοί (διότι εκεί καταλήγει η ιστορία αυτή); Το μόνο που απομένει είναι να πει κανείς πως οι Ελληνες ήρθαν από τον αστερισμό της Ανδρομέδας! Και κάνοντας Έλληνα τον Ερμή τον Τρισμέγιστο (που ήταν ο αιγυπτιακός θεός Thaut, δηλαδή ακόμα ένα ανύπαρκτο προσωπο), αφού πρώτα τον ρώτησαν αν έχει ελληνική εθνική συνείδηση και DNA, ησυχάζουν. Όμως δεν έχουν καμμιά ιδέα για τη διαφορά μεταξύ Χριστιανισμού και όλων αυτών των γνωστικιστικών και πανθεϊστικών δοξασιών.
Ο Χριστιανισμός δεν αποδέχεται ότι ο θεός ανακαλύπτεται ή ότι ο άνθρωπος μπορεί δια της εξάσκησης να ανυψωθεί μόνος του ώς το θεό, αλλά ότι ο θεός αποκαλύπτεται. Δεν πιστεύει σε πανθεϊστικές δοξασίες ότι όλα είναι το ίδιο, ότι όλα είναι ένα, και ότι απλώς ο δρόμος προς την κορυφή διαφέρει. Δε περιφρονεί την ύλη, χάριν του πνεύματος, αφού και τα δύο είναι δημιουργήματα του ίδιου Θεού. Δεν πιστεύει σε μετεμψυχώσεις κι άλλες μορφές περιφρόνησης προς την μοναδικότητα του ανθρώπου, διότι ως «άνθρωπο» θεωρεί όχι την «συνείδηση» του ανθρώπου μόνη, αλλά την συνείδηση μαζί με το σώμα, και συνεπώς εάν θεωρούσε ως άνθρωπο την ψυχή μόνο, τότε θα έλεγε κι αυτός πως η ψυχή μπαίνει σε καλούπι-σώμα κάθε φορά. Ο Χριστιανισμός δεν πιστεύει ούτε ότι η ψυχή είναι φύσει αθάνατη ούτε ότι προϋπάρχει του σώματος, αλλά ούτε κι ότι με τον θάνατο εξαφανίζεται η ψυχή, διότι είναι ο Θεός που δεν το επιθυμεί αυτό. Δεν κάνει διάκριση μεταξύ ύλης και πνεύματος όπως κάνουν οι αρχαίοι φιλόσοφοι και οι αποκρυφιστές, αλλά μεταξύ κτιστού (υλικού και άυλου κόσμου και όντων) και Άκτιστου (Θεού). Τα περί ενανθρώπισης του Θεού, και Ανάστασης του Χριστού δεν τα θεωρεί μύθους ή αλληγορίες-σύμβολα αναγέννησης και θανάτου της Φύσης (όπως συμβαίνει με τους θεούς), αλλά ιστορικά γεγονότα, και πιστεύει πως στην εμπειρία αυτών των ιστορικών γεγονότων βασίζεται ώς τα τώρα η ύπαρξή του. Ο Χριστιανισμός δεν πιστεύει σε καμμιά κυκλικότητα της ιστορίας, όπως οι αρχαίες θρησκείες, αλλά στην γραμμική εξέλιξή της. Ο Χριστιανισμός δεν πιστεύει σε καμμία ειμαρμένη η οποία καθορίζεται από τις «Μοίρες» και η οποία εξουσιάζει και το Θεό ακόμη, αλλά δεχόμενος την παντοδυναμία του Θεού και την έλλειψη οποιασδήποτε Ανάγκης ή καταναγκασμού επ’ αυτού, δέχεται ταυτόχρονα την συνεργία. Ο Χριστιανισμός δεν έχει όμοιό του στην διδασκαλία περί διάκρισης ουσίας-υπόστασης, περί διάκρισης θείας ουσίας και θείων ενεργειών, περί του ακατάληπτου της θείας ουσίας, και κοινωνίας των θείων ενεργειών από τον άνθρωπο. Όλα αυτά σε κανέναν Ερμή δεν υπάρχουν. Ούτε ως σκοπό του ανθρώπου θέτει κάποια φιλοσοφική ενατένιση του «Αγαθού-Θεού» χάριν ατομικής ευδαιμονίας, ούτε και κάποια μυστικιστική ένωσή-απορρόφησή του με τη θεία ουσία, πράγμα βλάσφημο για τον Χριστιανισμό αφού η θεία ουσία μένει ακατάληπτη πάντα. Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται πως ο Χριστιανισμός ζητά τη «σωτηρία της ψυχής» αρνούμενος το σώμα ή τον κόσμο αυτόν. Για τον Χριστιανισμό όμως η σωτηρία της ψυχής δεν συνίσταται στην απαλλαγή της ψυχής από το σώμα και στην φυγή της από την ζωή. Η άποψη κατά την οποία πρέπει κατά την πορεία της σωτηρίας να φύγη η ψυχή από το σώμα, «τό έξω τον νουν του σώματος ποιείν... δαιμόνων εύρημα και παίδευμα» (άγιος Γρηγόριος Παλαμάς).

34a ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΡΜΗ ΤΡΙΣΜΕΓΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

Οι διαφορές μεταξύ του Ερμή Τρισμέγιστου και του Χριστιανισμού είναι κάτι παραπάνω από τρισμέγιστες:
1) Ο Ερμής Τρισμέγιστος (εφεξής Ε.Τ.) λέει ότι ο θεός είναι «αρσενοθηλυκός» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 19). Ειδωλολατρική αντίληψη περί θεού, την οποία ο Χριστιανισμός κατακρίνει.
2) Ο Ε.Τ. λέει ότι ο άνθρωπος είναι «ουσιωδώς αθάνατος» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 20). Ο Χριστιανισμός πιστεύει ότι ο άνθρωπος γίνεται κατα χάρη θεός και δεν είναι εκ φύσεως αθάνατος.
3) Ο Ε.Τ. λέει ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «από ζωή και φως» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 20). Στην Π.Δ. δεν υπάρχει κάτι τέτοιο.
4) Ο Ε.Τ. λέει ότι όποιος είναι άτεκνος «καταδικάζεται να μην ενσαρκωθεί σε ανθρώπινο σώμα γυναίκας και άνδρα» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 30). Καμμία σχέση με το Χριστιανισμό, που ούτε τιμωρεί μεταθανάτια την ατεκνία ούτε πιστεύει στην μετενσάρκωση.
5) Ο Ε.Τ. λέει για τη Δημιουργία ότι «όλοι οι θεοί άρχισαν να επιμελούνται την ένσπορο φύση» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 31). Στον Χριστιανισμό δεν υπάρχουν άλλοι θεοί.
6) Ο Ε.Τ. διδάσκει ότι πρέπει να μισήσεις το σώμα σου (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 34). Ο Χριστιανισμός δε διδάσκει το μίσος προς το σώμα, αλλά προς το σαρκικό φρόνημα. Τεράστια διαφορά, αφού για τον Ε.Τ. το σώμα είναι κακό.
7) Ο Ε.Τ. θεωρεί τον ήλιο θεό (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 38). Ακόμη μια απόδειξη παιδαριώδους ειδωλολατρίας. Ο Χριστιανισμός και μάλιστα η Π.Δ. τον ήλιο τον θεωρεί.. δοχείο φωτός και λάμπα.
8) Ο Ε.Τ. θεωρεί τον Θεό «πολυσώματο και παντοσώματο» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 40). Ο Χριστιανισμός δεν δέχεται κάτι τέτοιο.
9) Ο Ε.Τ. λέει ότι «η ουσία του Θεού είναι το να θέλει να είναι πάντοτε» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 51). Ο Χριστιανισμός θεωρεί ύψιστη βλασφημία να λέει κάποιος ότι γνωρίζει την ουσία του Θεού.
10) Ο Ε.Τ. λέει ότι «όλες οι ψυχές του κόσμου προέρχονται από μία και μόνο ψυχή, από την ψυχή του σύμπαντος» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 52) και ότι οι ψυχές «ερπετώδεις στην αρχή μεταβάλλονται σε ένυδρες, οι ένυδρες σε χερσαίες κι οι χερσαίες σε πετεινές σε αέριες, σε ανθρώπους, οι δε ανθρώπινες σε δαίμονες» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 53). Πού είδαν κάτι αντίστοιχο στη διδασκαλία του Χριστιανισμού για τη ψυχή; Ούτε κοκοράκια ούτε πετεινούς θεωρεί τις ανθρώπινες ψυχές.
11) Ο Ε.Τ. λέει ότι «καταδίκη της κακής ψυχής είναι η αγνωσία» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 53). Ο Χριστιανισμός δεν δέχεται κάτι τέτοιο.
12) Ο Ε.Τ. λέει ότι η ασεβής ψυχή «ζητά μετά την έξοδό της από το σώμα να ενσαρκωθεί σε νέο ανθρώπινο σώμα κι όχι σε σώμα άλλου ζώου» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 56). Οι γνωστές αιγυπτιακές αστειότητες που δεν έχουν καμμία σχέση με τη διδασκαλία του Χριστιανισμού για την ψυχή.
13) Ο Ε.Τ. αποκαλεί «τον άνθρωπο επίγειο θνητό θεό, τον επουράνιο θεό αθάνατο άνθρωπο» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 58). Ο Χριστιανισμός τονίζει την αβυσσαλέα διαφορά μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Δεν είναι απλώς η θνητότητα, αλά και η διαφορά μεταξύ Κτιστού και Ακτίστου.
14) Ο Ε.Τ. λέει ότι «και ο Θεός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να δημιουργεί αγαθά έργα» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 62). Ο Χριστιανισμός τονίζει ότι ο Θεός δεν έχει ανάγκη κανενός πράγματος και φυσικά δεν είχε ανάγκη να δημιουργήσει τίποτε.
15) Ο Ε.Τ. λέει ότι ο άνθρωπος είναι της ίδιας ουσίας με το Θεό (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 70). Ο Χριστιανισμός δεν δέχεται κάτι τέτοιο.
16) Ο Ε.Τ. λέει ότι τα αγάλματα «είναι προικισμένα με ψυχή˙ και ζωική πνοή˙ και κάνουν θαύματα˙ και προλέγουν το μέλλον» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 92). Καμμία σχέση με το Χριστιανισμό.
17) Ο Ε.Τ. λέει ότι «ο κόσμος είναι αιώνιος» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 96). Φυσικά όσοι ισχυρίζονται ότι ο Χριστιανισμός αντέγραψε τον Ε.Τ. δεν έχουν ιδέα περί Χριστιανισμού και της διδασκαλίας του για μη αιωνιότητα του κόσμου.
18) Ο Ε.Τ. λέει ότι «όλα στον κόσμο είναι πλάνη και ψευτιά» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 106), ότι «κάθε αλλοιούμενο πράγμα είναι ψεύτικο» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 107). Αντίθετα, ο Χριστιανισμός την αλλοίωση δεν τη θεωρεί ένδειξη πλάνης. Ο κόσμος είναι τρεπτός (μεταβαλλόμενος-αλλοιούμενος), αλλά οπωσδήποτε υπαρκτός, σύμφωνα με το Χριστιανισμό.
19) Ο Ε.Τ. λέει ότι η «ψυχή είναι αθάνατη» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 110). Ο Χριστιανισμός δεν δέχεται κάτι τέτοιο.
20) Ο Ε.Τ. λέει ότι «ο πρώτος Θεός δημιούργησε από πρώτη ουσία, ο δε δεύτερος Θεός δημιούργησε εμάς από γενόμενη σωμάτωση» (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 115). Ο Χριστιανισμός απλώς λέει ότι ο Θεός δημιούργησε εκ του μη όντος και φυσικά δεν δέχεται όλη αυτή την ειδωλολατρική... γκάμα θεών.
21) Ο Ε.Τ. λέει ότι «ο άνθρωπος πλάστηκε από κακή ύλη» και γι’ αυτό περιπίπτει σε πλάνες (Ερμής ο Τριγμέγιστος, εκδ. Δίον, σ. 120). Ο Χριστιανισμός θεωρεί βλασφημία κατά του Θεού την άποψη ότι η ύλη είναι κακή, διαβολική κ.λ.π. Για τους ειδωλολάτρες καλό είναι μόνο ο νους, ενώ για το Χριστιανισμό είναι καλό ό,τι έκανε ο Θεός, σωματικό και ασώματο.
Αυτές είναι οι «ελάχιστες λεπτομέρειες», που κάποιοι τις θεωρούν και ανύπαρκτες και ταυτίζουν τη διδασκαλία της Π.Δ. και της Κ.Δ. με τέτοιες ειδωλολατρικές, μισόκοσμες, πανθεϊστικές αντιλήψεις του Ε.Τ. Μόνο όσοι αγνοούν το Χριστιανισμό και τον Ε.Τ. θα έλεγαν ότι ταυτίζεται ο Χριστιανισμός με τα όσα λέει ο Ε.Τ.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Thu Sep 30, 2021 2:02 pm

34b ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΟΡΦΕΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

Ένα από τα πιο αγαπημένα παραδείγματα που φέρνουν οι αρχαιοκεντρικοί αυτοί είναι μια σκαλιστή πέτρα του 3ου μ.Χ. αιώνα, όπου ο Ορφέας παρουσιάζεται σταυρωμένως πάνω σε σταυρό στο κάτω μέρος του οποίου είναι μια άγκυρα. Και δείχνουν αντίστοιχα πρωτοχριστιανικά σύμβολα, με το σταυρό και την άγκυρα. Όμως η χριστιανική άγκυρα παραπέμπει στην «κιβωτό της σωτηρίας» Α’ Πέτρου 3, 20-21. Η άγκυρα στον Ορφισμό τί συμβολίζει; Αλλά αυτό είναι λιγότερο σημαντικό σχετικά με το παρακάτω. Το εύρημα με τον Ορφέα χρονολογείται 200 με 300 χρόνια μετά Χριστόν, είναι κλοπή δηλαδή του Χριστιανικού συμβολισμού.Πιθανότατα κάποιοι Ορφικοί θα είδαν στο πρόσωπο του Χριστού τον Ορφέα.
Και μερικά πράγματα για τα Ορφικά, τον Ορφισμό και τον λεγόμενο μονοθεϊσμό του Ορφέα: «Ο Αριστοτέλης στο Περί Ψυχής 410 b 31 κάνει λόγο για «τα λεγόμενα Ορφικά έπη». Διαφωτιστική είναι η μαρτυρία από ένα απόσπασμα (24 στην έκδοση του Blumenthal) του Ίωνος του Χίου (5ος π.Χ. αι.): ο Πυθαγόρας είχε συνθέσει ποιήματα που τα παρουσίαζε υπό το όνομα του Ορφέα. Και ο Επιγένης, Αλεξανδρινός φιλόλογος που είχε ειδικά ασχοληθεί με τα «Ορφικά», επαναλαμβάνει την μαρτυρία αυτή και για άλλους Πυθαγόρειους (Διογένης Λαέρτης, VII, 8)» (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λάρους Μπριτάννικα).
«Ο αγέραστος Χρόνος ήταν η αρχή που γέννησε το Χάος, τον Αιθέρα και το Έρεβος. Ο Χρόνος άφησε στον Αιθέρα ένα αβγό, από το οποίο βγήκε ο Φάνης (Έρωτας).Ο άνθρωπος κατά τους ορφικούς έχει καθήκον να απελευθερώσει τη ψυχή του από το σώμα, για να απαλλαγεί από τα τιτανικά του στοιχεία. Η ψυχή επανέρχεται στο σώμα με την μετενσάρκωση ή μετεμψύχωση, μετά τις βαριές κυρώσεις που υφίσταται στον Άδη, όπου και αποκαθαίρεται» (Εγκυκλοπαίδεια Υδρία).
«Πίστευαν ότι το σώμα ήταν φυλακή της ψυχής και ότι αναγκάστηκε να κλειστεί σε αυτό, γιατί είχε διαπράξει κάποιο αμάρτημα, για το οποίο έπρεπε να τιμωρηθεί» (Εγκυκλοπαίδεια Παιδεία).
Τί σχέση έχουν όλα αυτά με τον βιβλικό μονοθεϊσμό; Καμμία απολύτως. Ποιος Χρόνος και ποια Νύχτα; Ποια μετεμψύχωση; Καμμία σχέση με την Π.Δ. και την Κ.Δ. δεν έχουν αυτές οι αντιλήψεις. Ο χρόνος έχει αρχή σύμφωνα με το Χριστιανισμό.
Στους «ορφικούς ύμνους» η Νύχτα είναι η «γενέτειρα θεών και ανθρώπων», ο Ουρανός είναι «παγγενήτορας», ο Ήλιος είναι «πατέρας του χρόνου», ο Κρόνος είναι «πατέρας μακάριων θεών και ανθρώπων», η Ρέα είναι «μητέρα των θεών και των θνητών», ο Δίας είναι «αρχή των πάντων», η Γη είναι «των μακαρίων μητέρα και των θνητών», η Μήτηρ των Θεών είναι μητέρα επίσης «των αθανάτων θεών και του γένους των θνητών», και τέλος, η Δηώ-Δήμητρα είναι η «παμμητέρα θεά».
Πού τον είδαν τον μονοθεϊσμό; Και τι συμβαίνει επί τέλους; Ο Ουρανός ή η Γαία ή η Νύχτα ή η Ρέα, ή ο Δίας ή ο Κρόνος είναι ο «γενήτορας θεών και θνητών»; Θα μάς πεί κανείς τι συμβαίνει; Και, συγκρίνοντας με τα όσα οι εγκυκλοπαίδειες αναφέρουν για την ορφική θεογονία, πώς γίνεται ο Ήλιος να είναι πατέρας του Χρόνου, αφού ο Χρόνος είναι αιώνιος (αγέραστος) και αυτός δημιουργεί τα πάντα; Όταν τα ξεκαθαρίσουν αυτά, τότε να πουν ότι ο λεγόμενος Ορφέας ίδρυσε ...μονοθεϊστική θρησκεία, την οποία αντέγραψε ο Χριστιανισμός.

34c ΑΡΧΑΙΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΠΟΥ «ΣΠΟΥΔΑΣΑΝ» ΣΕ ΑΙΓΥΠΤΟ ΚΑΙ ΑΣΙΑ

Αντί οι εθνικιστές αρχαιολάτρες να χρησιμοποιούν κείμενα του β’ π.Χ. αιώνα – μερικοί ερευνητές ισχυρίζονται πως αυτά είναι του β’ μ.Χ. αιώνα («μια σειρά πραγματειών που είχαν συντεθεί στη διάρκεια του πρώτου μ.Χ. αιώνα από Έλληνες της Αιγύπτου με τη μορφή μιας αποκάλυψης του Αιγυπτίου θεού Θωθ» R.T. Wallis, Νεοπλατωνισμός, εκδ. Αρχέτυπο, σ. 59), οπότε ο Ε.Τ. αντέγραψε το Χριστιανισμό – προκειμένου να αποδειχθεί αντιγραφή ο Χριστιανισμός από διάφορα αιγυπτιακά κι ανατολίτικα συστήματα, αν διάβαζαν τον Διογένη Λαέρτιο, που αναφέρει – έχοντας άλλους παλαιότερους ως πηγή – ότι πολλοί αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι σπούδασαν στην Αίγυπτο και την Βαβυλώνα, προτού επανέλθουν στην Ελλάδα.
Ο Πύρρων: «(...) μετά συνδέθηκε με τον Ανάξαρχο, τον οποίο συνόδευσε στα ταξίδια του παντού, έτσι ώστε συνάντησε τους ινδούς Γυμνοσοφιστές και τους Πέρσες Μάγους» (Διογένης Λαέρτιος, IX, 61).
Ο Πλάτων: «(...) εν συνεχεία πήγε στην Αίγυπτο, στους προφήτες, (...). Προσέτι ακολουθώντας τον Όμηρο, είπε ότι οι Αιγύπτιοι υπερέχουν όλων στην ιατρική. Ο Πλάτων ήθελε να ανταμώσει και τους Μάγους» (Διογένης Λαέρτιος, III, 6-7). «Υπάρχει και άλλη παράδοση, που λέει πως πήγε και στη Φοινίκη, όπου από τους εκεί Πέρσες λόγιους διδάχτηκε τις γύρω στον Ζωροάστρη περσικές αντιλήψεις και διδασκαλίες. Την παράδοση αυτή την μνημονεύει κάποιος ανώνυμος βιογράφος του (βλ. Βίος Πλάτωνος, εκδ. Westermann, στο παράρτ. της έκδ. του Διογένη Λαέρτιου από τον Cobet στο Didot, σ. 7)» (Γιάνη Κορδάτου, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, εκδ. Μπουκουμάνη, σ. 290 (2)).
Ο Δημόκριτος: «ήταν μαθητής ορισμένων μάγων και Χαλδαίων» (Διογένης Λαέρτιος, IX, 34), «Ο Δημήτριος στους Ομωνύμους και ο Αντισθένης στις Διαδοχές λένε ότι ταξίδεψε στην Αίγυπτο για να μάθει γεωμετρία από τους ιερείς και επίσης πήγε στην Περσία να επισκεφθεί τους Χαλδαίους καθώς και στην Ερυθρά θάλασσα. Μερικοί λεν ότι συναναστράφηκε με τους γυμνοσοφιστές στην Ινδία και πήγε στην Αιθιοπία» (Διογένης Λαέρτιος, IX, 35).
Ο Θαλής: «Κατά την Παμφίλη, αφού έμαθε γεωμετρία από τους Αιγύπτιους, πρώτος ενέγραψε ορθογώνιο τρίγωνο σε κύκλο» (Διογένης Λαέρτιος, I, 24). «Κανένας δεν υπήρξε δάσκαλός του, εκτός ότι πήγε στην Αίγυπτο και έμεινε εκεί αρκετό καιρό με τους ιερείς» (Διογένης Λαέρτιος, I, 27). «Οἴονται δε καὶ Ὅμηρον ὥσπερ Θαλῆ μαθόντα παρ’ Αἰγυπτίων ἀρχὴν ἁπάντων» (Πλουτάρχου, Περί Ίσιδος και Οσίριδος, 34). Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Θαλής ήταν μισός Έλληνας, μισός Φοίνικας («Ἦν τοίνυν ὁ Θαλῆς, ὡς μὲν Ἡρόδοτος (i. 170, 3) καὶ Δοῦρις (FGrH 76 F 74) καὶ Δημόκριτός (DK 68 B 115a) φασι, πατρὸς μὲν Ἐξαμύου, μητρὸς δὲ Κλεοβουλίνης, ἐκ τῶν Θηλιδῶν, οἵ εἰσι Φοίνικες», Διογένης Λαέρτιος, I, 22). Άλλοι το αμφισβητούν αυτό, λέγοντας ότι ο Ηρόδοτος, επειδή η μητέρα του Θαλή ήταν από το γένος του Κάδμου, απλώς έκανε το λάθος να πει πως ο Θαλής ήταν Φοίνικας λόγω της μυθικής φοινικικής καταγωγής του Κάδμου. Ο Ηρόδοτος, όμως, λέει επιπλέον ότι οι Μιλήσιοι άποικοι δεν είχαν φέρει γυναίκες από την Ελλάδα, αλλά αναμίχτηκαν με ντόπιες Ασιάτισσες: «Και όσοι από αυτούς [τους Ίωνες άποικιστές] ξεκίνησαν απ’ το πρυτανείο της Αθήνας και θεωρούσαν τους εαυτούς τους τους πιο καθαρόαιμους Ίωνες, αυτοί δεν πήραν μαζί τους στις αποικίες συζύγους, αλλά παντρεύτηκαν γυναίκες από την Καρία, αφού τούς σκότωσαν πρώτα τους γονείς. (...) Αυτά γίνονταν στη Μίλητο» (1, 146). Άρα, όπως όλοι οι Μιλήσιοι, ο Θαλής δεν ήταν καθαρόαιμος Έλληνας.
Ο Πυθαγόρας: «ενώ ήταν νέος, τόσο φιλομαθής ήταν ώστε άφησε την πατρίδα του και μυήθηκε σε όλες τις ελληνικές και βαβαρικές τελετές. Ήταν στην Αίγυπτο, όταν ο Πολυκράτης του έστειλε συστατική επιστολή στον Άμαση. Έμαθε την αιγυπτιακή γλώσσα, έτσι μαθαίνουμε από τον Αντιφώντα, στο βιβλίο Περί των εν αρετή πρωτευσάντων, και επίσης ταξίδεψε στους Χαλδαίους και στους Μάγους (..) Εισήλθε στα Αιγυπτιακά ιερά και του είπαν τις μυστικές παραδόσεις περί θεών» (Διογένης Λαέρτιος VIII, 2-3). «Πυθαγόρας ὁ Σάμιος (...) ἀφικόμενος εἰς Αἴγυπτον καὶ μαθητὴς ἐκείνων γενόμενος τὴν τ΄ ἄλλην φιλοσοφίαν πρῶτος εἰς τοὺς Ἕλληνας ἐκόμισε καὶ τὰ περὶ τὰς θυςίας καὶ τὰς ἀγιστείας τὰς ἐν τοῖς ἱεροῖς ἐπιφανέστερον τῶν ἄλλων ἐσπούδασεν ἡγούμενος..» (Ισοκράτη, Βούσιρις, 28). «Κατόπιν, ο Πυθαγόρας ήρθε κοντά στους Αιγυπτίους, τους Άραβες, τους Χαλδαίους και Εβραίους από τους οποίους εξακρίβωσε τη γνώση τη σχετική με τα όνειρα (Πορφύριου Πυθαγόρου βίος, 11). Ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας μάς αναφέρει ότι ο Πυθαγόρας έκανε περιτομή, προκειμένου να παρακολουθήσει τα αιγυπτιακά μυστήρια: «Θαλῆς (..) τοῖς Αἰγυπτίων προφήταις συμβεβληκέναι εἴρηται, καθάπερ καὶ ὁ Πυθαγόρας αὐτοῖς γε τούτοις δι’ οὓς καὶ περιετέμνετο, ἵνα δὴ καὶ εἰς τὰ ἄδυτα κατελθὼν τὴν μυστικὴν παρὰ Αἰγυπτίων ἐκμάθοι φιλοσοφίαν» (Στρωματείς, 1, 66).
Ο Πρωταγόρας: «Ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα, ο σοφιστής, άκουσε στην πατρίδα του τον Δημόκριτο και μαθήτευσε και στους μάγους από την Περσία, τον καιρό που ο Ξέρξης έκανε την εκστρατεία στην Ελλάδα. Γιατί, ο πατέρας του, ο Μαιάνδριος, από τους πιο πλούσιους στην Θράκη, με τις περιποιήσεις στο σπίτι και με τα δώρα που έκανε στον Ξέρξη πέτυχε από αυτόν να πάει ο γιος του μαθητής στους μάγους. Οι Πέρσες μάγοι δε δέχονται ξένους για μαθητές τους, εκτός αν τους το έχει ζητήσει ο βασιλιάς» (Φιλόστρατου, Βίοι Σοφιστών, 1, 10, 1).
Ο Κλεόβουλος, «ήταν ο γιος του Ευαγόρα του Λίνδιου, ο Δούρις όμως (FGrH 76 F 77) λέει ότι ήταν από την Καρία (..) σπούδασε φιλοσοφία στην Αίγυπτο» (Διογένης Λαέρτιος, I, 89).
Ο Λυκούργος: «Οι Αιγύπτιοι νομίζουν, ότι ο Λυκούργος επεσκέφθη και την ιδικήν των χώραν και ότι θαυμάσας όλως ιδιαιτέρως τον διαχωρισμόν της τάξεως των πολεμιστών από τας άλλας τάξεις (ο οποίος επεκράτει εις την Αίγυπτον) τον εισήγαγεν εις την Σπάρτην και αποχωρίσας τους ασκούντας διαφόρους τέχνας και τους χειρώνακτας κατέστησε πράγματι το πολίτευμα της Σπάρτης αστικόν και καθαρόν. Αυτά τα υπό των Αιγυπτίων λεγόμενα περί του Λυκούργου τα επιβεβαιώνουν και μερικοί από τους Έλληνας συγγραφείς. Ότι όμως ο Λυκούργος περιήλθε και την Λυβικήν και την Ιβηρίαν και ότι περιοδεύσας εις την Ινδικήν ήλθεν εις επαφήν προς τους Γυμνοσοφιστάς, περί τούτων γνωρίζομεν, ότι ουδείς άλλος τα έγραψεν ειμή μόνον ο Σπαρτιάτης Αριστοκράτης, ο υιός του Ιππάρχου». (Πλούταρχου Λυκούργος, 4)
Ο Σόλων: «Μερικοί έγραψαν, ότι ο Σόλων ετράπη εις εμπορικάς επιχειρήσεις δια τον λόγον, ότι κατείχετο περισσότερον από την αγάπην, ταξιδεύων εις ξένας χώρας, να πλουτίση την πείραν του και από φιλομάθειαν παρά από την διάθεσιν να αποκτήση χρήματα. (...) η εμπορική δραστηριότης παρείχε και δόξαν, διότι επετυγχάνετο δι’ αυτής η καλλιέργεια εγκαρδίων σχέσεων προς τους ξένους λαούς και ανεπτύσσετο στενή φιλία προς τους βασιλείς άλλων χωρών, ακόμη δε εβοήθει η άσκησις του εμπορίου και εις την απόκτησιν πολλών γνώσεων περί διαφόρων πραγμάτων» (Πλουτάρχου, Σόλων, 2).
Ο Εύδοξος: «πήγε στην Αίγυπτο μαζί με τον Χρύσιππο τον ιατρό έχοντας συστατικά γράμματα από τον Αγησίλαο στον Νεκτάναβι, ο οποίος τον σύστησε στους ιερείς» (Διογένης Λαέρτιος, VIII, 87)
Ο Διόδωρος Σικελιώτης γράφει «Οι ιερείς των Αιγυπτίων ιστορούν από τις καταγραφές στα ιερά τους βιβλία ότι τους επισκέφτηκαν τα παλαιά χρόνια ο Ορφέας, ο Μουσαίος, ο Μελάμπους και ο Δαίδαλος, καθώς και ο ποιητής Όμηρος και ο Λυκούργος ο Σπαρτιάτης, ο Σόλων ο Αθηναίος, ο Σόλων ο Αθηναίος και ο φιλόσοφος Πλάτων, ήλθε επίσης ο Πυθαγόρας ο Σάμιος και ο μαθηματικός Εύδοξος, καθώς επίσης ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης και ο Οινοπίδης ο Χίος. Τεκμήρια της επίσκεψης όλων ετούτων δείχνουν για άλλους τα αγάλματά τους και για άλλους τοποθεσίες ή κτίρια που φέρουν τ’ όνομά τους. (...) Αλλά και για τον Λυκούργο και για τον Πλάτωνα καθώς και για τον Σόλωνα λένε πως ενσωμάτωσαν στη νομοθεσία τους πολλά από τα αιγυπτιακά έθιμα. Ο Πυθαγόρας έμαθε από τους Αιγυπτίους τις ιερές διδασκαλίες, τα θεωρήματα της γεωμετρίας και τη θεωρία των αριθμών, καθώς και για την μετάβαση της ψυχής σε κάθε ζωντανό πλάσμα. Επίσης βεβαιώνουν πως και ο Δημόκριτος έμεινε κοντά τους πέντε χρόνια και διδάχτηκε πολλά για την αστρολογία. Το ίδιο και ο Οινοπίδης, που έμεινε κοντά στους ιερείς και τους αστρολόγους κι έμαθε, μεταξύ άλλων, για τη λοξή τροχιά του ήλιου και για την κίνησή του που έχει αντίθετη φορά από τα άλλα άστρα. Από τους αρχαίους αγαλματοποιούς επίσης οι πιο ξακουστοί έμειναν ένα διάστημα κοντά τους, όπως ο Τηλεκλής και ο Θεόδωρος, οι γιοι του Ροίκου, που κατασκεύασαν για τους Σαμίους ένα ξόανο του Πύθιου Απόλλωνα. Γιατί το ένα ήμισυ του αγάλματος έγινε από τον Τηλεκλή στη Σάμο, ενώ το άλλο ήμισυ ολοκληρώθηκε στην Έφεσο από τον αδελφό του, Θεόδωρο (...) τούτο όμως το είδος της εργασίας δεν γίνεται πουθενά στην Ελλάδα, ενώ οι Αιγύπτιοι το κάνουν κατά κανόνα.(...) Το ξόανο, λοιπόν, της Σάμου, είναι κομμένο, σύμφωνα με τη μέθοδο των Αιγυπτίων, στα δύο» (Βιβλιοθήκης Ιστορικής Βίβλος Πρώτη, 96, 2-3 και 98, 1-7 και 9). Και επίσης γράφει «Μερικοί μάλιστα λένε πως και ο Δαίδαλος ήρθε στην Αίγυπτο, θαύμασε την τέχνη του κτίσματος και μετά κατασκεύσασε για τον βασιλιά της Κρήτης Μίνωα λαβύρινθο όμοιο με της Αιγύπτου, όπου βρισκόταν κατά τον μύθο ο λεγόμενος Μινώταυρος. Αλλά ο λαβύρινθος στην Κρήτη εξαφανίστηκε τελείως, είτε επειδή τον γκρέμισε κάποιος δυνάστης είτε από το καταστροφικό έργο του χρόνου, ενώ στην Αίγυπτο διατηρήθηκε στο ακέραιο η όλη κατασκευή μέχρι των ημερών μας» (Βιβλιοθήκης Ιστορικής Βίβλος Πρώτη 61, 3-4).
Ο Πλούταρχος γράφει (Περί Ίσιδος και Οσίριδος, 10 (354ef και 354f)): «Και ο μέν Εύδοξος λέγουν ότι έμαθε πολλά από τον Μεμφίτην Χόνουφιν, ο δε Σόλων από τον εκ της Σάϊος Σόγχιτον, ο δε Πυθαγόρας από τον εξ Ηλιουπόλεως Οίνουφιν. Προ πάντων δε ούτος, πλήρης θαυμασμού δια τους ιερείς αυτούς, εμιμήθη την συμβολικήν και αινιγματώδη γλώσσαν των και εκάλυψε τα δόγματά του με το πέπλον της αλληγορίας. (...) Νομίζω δε εγώ τουλάχιστον ότι οι Πυθαγόρειοι ονομάσαντες την μονάδα Απόλλωνα, την δυάδα Άρτεμιν, την εβδομάδα Αθηνάν, Ποσειδώνα δε τον πρώτον κύβον, ηθέλησαν να μιμηθούν εκείνα, τα οποία είναι παραστάσεις εις τους ναούς της Αιγύπτου».
Για να μην αναφερθούμε στον Καρχηδόνιο Κλειτόμαχο-Ασδρούβα, μαθητή του Καρνεάδη («Κλειτόμαχος Καρχηδόνιος. οὗτος ἐκαλεῖτο μὲν Ἀσδρούβας καὶ τῇ ἰδίᾳ φωνῇ κατὰ τὴν πατρίδα ἐφιλοσόφει. ἐλθὼν δ' εἰς Ἀθήνας ἤδη τετταράκοντ' ἔτη γεγονὼς ἤκουσε Καρνεάδου˙» Διογένης Λαέρτιος, IV, 67), τον Σκυθο-Έλληνα Ανάχαρσι («Ἀνάχαρσις ὁ Σκύθης Γνούρου μὲν ἦν υἱός, ἀδελφὸς δὲ Καδουίδα τοῦ Σκυθῶν βασιλέως, μητρὸς δὲ Ἑλληνίδος· διὸ καὶ δίγλωττος ἦν» Διογένης Λαέρτιος, I,101), τον Σύριο Φερεκύδη («Φερεκύδης Βάβυος Σύριος, καθά φησιν Ἀλέξανδρος ἐν Διαδοχαῖς (FGrH 273 F 85)» Διογένης Λαέρτιος, I, 116), τον Φοίνικα («Φοινικίδιον» τον έλεγαν) Ζήνωνα («Ζήνων Μνασέου [Manash] ἢ Δημέου, Κιτιεὺς ἀπὸ Κύπρου, πολίσματος Ἑλληνικοῦ Φοίνικας ἐποίκους ἐσχηκότος» Διογένης Λαέρτιος, VII, 1), τον Πυθαγόρα («άλλοι λένε ότι αυτός ήταν Σάμιος, ο Νεάνθης όμως στο πέμπτο βιβλίο των Μυθικών λέει ότι ήταν Σύρος από την Τύρο της Συρίας. (..) Μας αναφέρει δε ο Νεάνθης ότι υπήρξαν και άλλοι που πιστεύουν πως ο πατέρας του είναι τυρρηνός, από εκείνους που αποίκησαν τη Λήμνο» (Πορφύριου, Πυθαγόρου βίος 1, 2)), τον Φοίνικα κυνικό Μένιππο (Διογένης Λαέρτιος, VI, 99), τον Συρο-Εβραίο Μάλχο Πορφύριο, τον Σύριο Ιάμβλιχο, κ.ά. Όχι ότι πιστεύουμε στις φυλετικές θεωρίες, πως η καταγωγή παίζει ρόλο, αλλά είναι πραγματικά γελοίο οι Νεοπαγανιστές, ύστερα απ’ όλα αυτά να κάνουν νύξεις για τη μη ελληνική καταγωγή μερικών ελληνόφωνων ή ελληνομαθών Πατέρων της Εκκλησίας, λες και κατορθώνουν τίποτε, εκτός από το να αποδείξουν ότι είναι ρατσιστές.
Δίχως να εννοούμε ότι η αρχαιοελληνική φιλοσοφία είναι ολόκληρη ασιατική ή αιγυπτιακή, αφού μόνο – και είμαστε περήφανοι γι’ αυτό – οι αρχαίοι Έλληνες έκαναν όλα όσα έκαναν, και αποφεύγοντας κάθε γελοίο Αφροκεντρισμό που π.χ. κατηγορεί τον Αριστοτέλη ότι έκλεψε τις θεωρίες του από την ανύπαρκτη τότε Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (Είναι όμως άστοχο το επιχείρημα, πως επειδή δε διαθέτουμε ονόματα αιγυπτίων ή ασιατών σοφών, δεν ήταν αυτοί δάσκαλοι των πρώτων αρχαίων Ελλήνων σοφών. Αυτή ήταν η γενικότερη αντίληψη των Ασιατών, να μην αποδίδουν το επίτευγμα στο άτομο˙ γι’ αυτό δεν διέσωζαν τα ονόματα των σοφών ή των εφευρετών.) τα παραπάνω αποσπάσματα δείχνουν ότι δεν υπήρχαν τα πολιτισμικά στεγανά μεταξύ των λαών, μεταξύ αρχαίων Ελλήνων και «Βαρβάρων», όπως ισχυρίζονται οι ρατσιστές Νεοπαγανιστές, οι οποίοι – αντίθετα από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους – μισούν και περιφρονούν την Ασία, μιλώντας με απέχθεια για τους «Ασιάτες», τους «Σημίτες» και τους «ανατολίτες». Είναι φυσιολογικό, αφού οι Νεοπαγανιστές μισούν τον ασιατικό πολιτισμό, να μην μπορούν να έχουν την άποψη των αρχαίων Ελλήνων, δηλαδή αυτών, τους οποίους τάχα υπερασπίζονται από «την χριστιανική απειλή». Οι πρώτοι αρχαίοι Έλληνες σοφοί και νομοθέτες είχαν συνείδηση ότι η σοφία και η επιστήμη των Ασιατών και Αιγυπτίων εκείνης της εποχής ήταν ανώτερη της Ελληνικής, γι’ αυτό πρόθυμα πήγαν εκεί να μάθουν, να σπουδάσουν, δίχως καμμιά εθνικιστική προκατάληψη κατά των «ανατολιτών». Το ότι γρήγορα οι αρχαίοι Έλληνες τούς ξεπέρασαν, δεν αναιρεί τα παραπάνω. Γι’ αυτό κι ο Πλάτωνας, που πήγε στην Αίγυπτο και στη Φοινίκη, γράφει «ὅ,τιπερ ἂν Ἕλληνες Βαρβάρων παραλάβωσι, κάλλιον τοῦτο εἰς τέλος ἀπεργάζονται» (Επινομίς, 10, 987de). Έτσι, αποδεικνύεται ότι οι Νεοπαγανιστές διαστρεβλώνουν την αρχαιοελληνική αντίληψη, την οποία σκίζονται για να την... υπερασπιστούν.

35. "Η αρχαία θρησκεία των Ελλήνων δεν είχε θεό του Κακού για να τρομοκρατούνται οι άνθρωποι με το φόβο της Κόλασης, ούτε υπήρχε αμαρτία για να αυτο-βασανίζονται, σε αντίθεση με το Χριστιανισμό".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Οι ολύμπιοι θεοί στην ηθικοποιημένη τους μορφή έτειναν να καταστούν θρησκεία φόβου, τάση που αντικατοπτρίζεται στο θρησκευτικό λεξιλόγιο. Η αγάπη προς τον θεό, αντίθετα, λείπει από το αρχαιότερο ελληνικό λεξιλόγιο. Η λέξη φιλόθεος εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Αριστοτέλη. «Θα ήταν πολύ άτοπο» λέει ο Πλούταρχος στα Μεγάλα Ηθικά (1208b 30), «να πει κανείς πως αγαπά το Δία». Ο Αριστοτέλης είχε επίσης αποκλείσει την πιθανότητα φιλίας ανάμεσα στο θεό και στον άνθρωπο (Ηθικά Νικομάχεια 1159a, 5).
Ο Πορφύριος πίστευε πως οι «δαίμονες», κατώτερες οντότητες, θέλουν να γίνουν Θεοί, και «η προεστώσα αυτών δύναμις» να πάρει τη θέση του Θεού (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ’, σ. 512). Δηλαδή υπήρχε δυιαρχία.
Οι κακές ψυχές, σύμφωνα με τον Πορφύριο, γίνονται δαίμονες και υπηρετούν τον «προεστώτα» του κακού. Αυτές φέρνουν όλα τα κακά, εμπνέουν κακές σκέψεις και ολέθριες επιθυμίες (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ’, σ. 512). Ώστε υπάρχουν κακές υπερφυσικές οντότητες.
Ο Πλούταρχος υποστηρίζει ότι οι κακοί δαίμονες μας πλήττουν με επιδημίες, λιμούς, πολέμους, επαναστάσεις (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ’, σ. 514). Πώς είπαν οι αρχαιολάτρες εθνικιστές; Δεν πίστευαν οι ορθολογιστές ειδωλολάτρες, σαν τον Πλούταρχο στην ύπαρξη θεών του κακού;
«Ο Πλάτων σκιαγραφεί και τους αγρίους δούλους της κολάσεως που ως «πυρακτωμένοι τιμωροί και βασανιστές» ταλανίζουν τους αθέους» (παράθεμα από τον Πλούταρχο Περί του μη δειν δαν., 4) (J. Burckhardt, Οι Έλληνες και οι θεοί τους, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σ. 232).
Αντίθετα με όσα λένε οι Νεοπαγανιστές χλευάζοντας την χριστιανική πίστη, στην αρχαιοελληνική θρησκεία την οποία θαυμάζουν υπήρχε Κρίση (από τους Ραδάμανθυ και Μίνωα), αιώνια τιμωρία (Τάρταρα) και μακαριότητα (Ηλύσια Πεδία). Το τραγελαφικό με την ειδωλολατρική θρησκεία είναι ότι – αντίθετα από τις νεοεποχίτικες δοξασίες των Νεοπαγανιστών – έχει θεούς του κακού, δεν έχει όμως θεούς καλούς. Έχει αιμομίκτες, παιδεραστές, τσατσάδες, φονιάδες, ψεύτες, κλέφτες θεούς.
Η χριστιανική θρησκεία δεν έχει θεό του Κακού. Ο Διάβολος δεν είναι «ίσος» με το Θεό, δεν είναι θεός ο ίδιος ούτε υπάρχει αιωνίως, όπως ο Θεός. Δεν πρόκεται λοιπόν για εναν δεύτερο θεό, ούτε για δυισμό (όπως είναι στο Ζωροαστρισμό, όπου τόσο ο Αχούρα Μάσδα όσο και ο Αριμάν είναι θεοί, ανταγωνιζόμενοι μεταξύ τους). Και οι αρχαίοι πίστευαν σε ένα είδος μεταθανάτιας δικαιοσύνης, όπου οι κακοί βασανίζονταν (π.χ. στον Πυριφλεγέθοντα ποταμό), ενώ οι καλοί περνούσαν ευχάριστα. Κριτής των νεκρών ήταν ο Μίνως, ο βασιλιάς της Κρήτης. Η διαφορά έγκειται πως η χριστιανική Κόλαση δεν είναι τόπος σωματικών βασανιστηρίων – όπως στην αρχαία θρησκεία – και δεν είναι καν «τόπος». Είναι κατάσταση ψυχική-συνειδησιακή, την οποία διάλεξε ο κάθε ένας άνθρωπος, και είναι κατάσταση «απομάκρυνσης» από το Θεό, με την έννοια πως ένας τυφλός δε μπορεί να δει τον ήλιο, αν και λάμπει, και υποφέρει. «Οι κολασμένοι δεν θέλουν και δεν μπορούν να δουν το Θεό. Η κόλαση καθίσταται αμεθεξία και ακοινωνησία μεταξύ Θεού και κολασμένων, και μεταξύ αυτών των ίδιων που έχουν στερηθεί τη μέθεξη στη χάρη του Θεού. Επομένως παράδεισος και κόλαση εξαρτώνται από τη βουλητική στάση του ανθρώπου. Εδώ βρίσκεται επίσης ένας βαθύς ανθρωπιστικός χαρακτήρας στη βυζαντινή θεολογία και φιλοσοφία. Εφόσον θέλει και αγαπά το Θεό και τους συνανθρώπους του ο κάθε άνθρωπος μπορεί να θεραπεύσει τα τραύματα της ύπαρξής του με τη ζωοποιό θεία ενέργεια, και έτσι να επικοινωνήσει με το Θεό και τους αδελφούς του» (Ν. Α. Ματσούκα, Ιστορία της Φιλοσοφίας, Αρχαίας Ελληνικής-Βυζαντινής-Δυτικοευρωπαϊκής, εκδ. Πουρναρά, σ. 549).
Όταν οι αρχαιολάτρες αναμασάνε τα δυτικοευρωπαϊκά αιρετικά χριστιανικά ή αθεϊστικά κείμενα περί κόλασης και καζανιών, καλό είναι πότε πότε να διαβάζουν και κανένα βιβλίο Ορθόδοξο, έτσι για ποικιλία, για να δούνε τί είναι η κόλαση:
Άγιου Ιωάννου Δαμασκηνού, Κατά Μανιχαίων PG 94, 1545 D – 1548 A, και 1573 C. «Καὶ τοῦτο δὲ εἰδέναι δεῖ, ὅτι ὁ Θεὸς οὐ κολάζει τινὰ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλ’ ἕκαστος ἑαυτὸν δεκτικὸν ποιεῖ τῆς μετοχῆς τοῦ Θεοῦ. Ἔστι δὲ ἡ μὲν μετοχὴ τοῦ Θεοῦ τρυφή, ἡ δὲ ἀμεθεξία αὐτοῦ κόλασις». «...οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ ποθοῦντες; Τὴν ἁμαρτίαν καὶ μὴ ἔχοντες τὰς ὕλας τῆς ἁμαρτίας, ὡς ὑπὸ πυρὸς καὶ σκώληκος κατεσθιόμενοι, κολάζονται μηδεμίαν παρηγορίαν ἔχοντες. Τί γάρ ἐστι κόλασις εἰ μὴ τοῦ ποθουμένου στέρησις;»
Μάξιμου Ομολογητή, Κεφάλαια διάφορα θεολογικά τε και οικονομικά PG 90, 1264A. «Ὀργὴ Κυρίου ἐστὶν ἡ ἀνακωχὴ τῆς τῶν θείων χαρισμάτων χορηγίας».
Επειδή μερικοί συνεχώς χλευάζουν το Χριστιανισμό μιλώντας για «δούλους του Θεού» που κάνουν φοβισμένα ό,τι τους προστάζει, ώστε να μην καίγονται στα «καζάνια της κόλασης», φαίνεται ότι δεν έχουν διαβάσει τίποτα σχετικό με την άποψη της Εκκλησίας για τα κίνητρα της Χριστιανικής ζωής και μιλάνε για κάτι, για το οποίο δεν έχουν ιδέα. Υπάρχουν τρεις κατηγορίες Χριστιανών: οι δούλοι, οι μισθίοι και οι υιοί ή φίλοι του Θεού. Οι πρώτοι έχουν κίνητρο το φόβο, οι δεύτεροι την ιδιοτέλεια και οι τρίτοι την αγάπη. Φόβος, ιδιοτέλεια και αγάπη/φιλία είναι αυτά που διαμορφώνουν το ήθος και τη συμπεριφορά των τριών αυτών κατηγοριών.
Όπως γράφει ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, Περί του βίου Μωσέως PG 44, 429CD: «αυτή είναι η αληθινή τελειότητα, το να μήν αποφεύγουμε την κακία δουλοπρεπώς λόγω του φόβου της κόλασης, ούτε να κάνουμε το καλό έχοντας την ελπίδα του μισθού(..)» («Τοῦτο γάρ ἐστιν ὡς ἀληθῶς ἡ τελειότης, τὸ μὴ δουλοπρεπῶς φόβῳ κολάσεως τοῦ κατὰ κακίαν βίου χωρίζεσθαι˙ μηδὲ τῇ τῶν μισθῶν ἐλπίδι τὸ ἀγαθὸν ἐνεργεῖν, πραγματευτικῇ τινι καὶ συναλλαγματικῇ διαθέσει κατεμπορευομένους τῆς ἐναρέτου ζωῆς˙ (...) μόνον ἡγεῖσθαι φοβερὸν τὸ τῆς φιλίας τοῦ Θεοῦ ἐκπεσεῖν»), ενώ ο Άγιος Ισίδωρος Πηλουσιώτης γράφει (Επιστολή 4,5 PG 78, 1053A): «Μία ἐστὶ περιστερὰ τελεία, ἡ τὸ καλὸν δι’ αὐτὸ τὸ καλὸν πράττουσα, τῶν ἄκρων ἁγίων σύνοδος˙ ἡ οὔτε διὰ μισθὸν οὔτε διὰ τιμωρίαν οὔτε διὰ πρόφαςίν τινα βιοτικήν, ἀλλὰ διὰ τὸ τῷ Θεῷ φίλον, πράττουσα τὸ δέον».
«Η εικόνα του παραδείσου και της κόλασης στις αγιογραφίες μπορεί να παραμένει εξωτερικά με ειδωλολατρική μορφή, με σωματικές τιμωρίες κ.λ.π. (αφού οι πρώην εθνικοί και νυν Χριστιανοί με την ειδωλολατρία ήταν εξοικιωμένοι τόσες χιλιετίες), αλλά ταυτόχρονα η ερμηνεία του παραδείσου και της κόλασης είναι κατεξοχήν διαφορετική: δεν έχουν πια σχέση με αμοιβές και τιμωρίες. Παράδεισος και κόλαση δεν είναι ξεχωριστοί τόποι. Οι άνθρωποι απλώς έχουν αμεθεξία ή μέθεξη του Θεού» (Ν.Α. Ματσούκα, Ιστορία της Φιλοσοφίας, Αρχαίας Ελληνικης-Βυζαντινής-Δυτικοευρωπαϊκής, εκδ. Πουρναρά, σ. 548).
Μιλάμε ειδικότερα στο κεφ. 57 για τη φύση της αρχαίας θρησκείας. Είναι σημαντικό όμως ότι «αυτή η τόσο πολύπλοκη θρησκεία αποτελούσε πηγή τρόμου για τους Αρχαίους˙ εφόσον η πίστη και οι καλές προθέσεις μετρούσαν πολύ λίγο και ολόκληρη η θρησκεία βασιζόταν στη λεπτομερή εκτέλεση αμέτρητων κανόνων συμπεριφοράς, πρέπει να ζούσαν συνεχώς με το φόβο ότι είχαν κάνει κάποια παράλειψη, κάποια αμέλεια ή κάποιο λάθος, και δεν ήσαν ποτέ σίγουροι ότι δε θα προκαλέσουν το θυμό ή την έχθρα κάποιου θεού» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 248).
«Στους Ησίοδο, Σόλωνα, Θέογνη, Αισχύλο και Ηρόδοτο, και γενικά στην αρχαϊκή περίοδο η διδασκαλία περί ύπαρξης κακού, δικαιοσύνης και ερμηνείας της επίγειας ευτυχίας ενός εγκληματία εξηγούνταν έτσι: θα τιμωρηθούν αντ’ αυτού οι απόγονοί του μετά από ορισμένες γενιές. Δηλαδή πλήρης ανορθολογισμός, να πληρώνει το παιδί και ολόκληρη γενιά για τις αμαρτίες του κακού γονιού. Έτσι, η Πυθία λέει στον Κροίσο ότι έπρεπε να πληρώσει ό,τι είχε αρχίσει με το έγκλημα κάποιου δικού του προγόνου πέντε γενιές πριν. Ακόμα και αργότερα, ο Βίωνας ο Βορυσθενίτης, ή ο Πλούταρχος, υπερασπίζονται αυτή την άποψη. Οι Λοκροί, για να ξοφλήσουν το έγκλημα ενός μακρινού προγόνου, κάθε χρόνο έστελναν δύο θυγατέρες από τις ευγενείς οικογένειες να δολοφονούνται σε μακρινή χώρα» (E.R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 45). Αντίθετα με όλες αυτές τις ανορθολογικές ανοησίες, ο Θεός της Π.Δ. ρητά αναφέρει ότι η τιμωρία είναι αυστηρά προσωπική, και ότι δεν κληρονομείται στον απόγονο του εγκληματία. Τεράστια διαφορά. Για να μην μιλήσουμε και για τους Ορφικούς που προέβλεπαν μεταθανάτια τιμωρία των αμύητων στα ορφικά μυστήρια: «όποιος δεν είχε εξαγνιστεί σ' αυτή τη ζωή «θα κείτεται στη λάσπη» στην επόμενη» (M. Nilsson, Η Ελληνική λαϊκή θρησκεία, εκδ. «Η βιβλιοθήκη του φιλολόγου», σ. 113). Δηλαδή, το αν κάποιος θα τιμωρούνταν μετά θάνατο δεν εξαρτάται, σύμφωνα με τον ορφικό παραλογισμό, από τα εγκλήματα που διέπραξε ή τις αρετές του, αλλά από το εάν μυήθηκε ή όχι στα ορφικά μυστήρια. Τέτοιες ορφικές ανοησίες κατέκριναν οι σοβαροί Φιλόσοφοι και οι πατέρες της Εκκλησίας.
«Οι Αθηναίοι τού ζητούσαν να μυηθεί [στα μυστήρια] και του έλεγαν ότι οι μυημένοι κετέχουν στον Άδη θέση ξεχωριστή˙ τότε [ο Διογένης] τούς είπε: είναι γελοίο να βρίσκονται ο Αγησίλαος και ο Επαμεινώνδας στα Τάρταρα και κάποιοι τιποτένιοι, επειδή μυήθηκαν, να βρίσκονται στους νήσους των Μακάρων» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 39). Αυτά λέει ο αρχαίος Έλληνας, ο Διογένης. Κι αφού τα λένε αρχαίοι Έλληνες, δεν μπορούν οι Νεοπαγανιστές και οι αρχαιολάτρες να μας κατηγορούν ως «ανθέλληνες», επειδή θεωρούμε τα αρχαιοπαγανιστικά μυστήρια όπως τα θεωρούσε κι ο Διογένης.
«Στον «Φαίδρο», αιτία της μοιραίας πτώσης του ανθρώπου στη σωματική κατάσταση (ενσάρκωση) υπήρξε η αδυναμία και αδεξιότητα του ηνίοχου του δίφρου της ψυχής, δηλαδή του λογιστικού. Αντίθετα, ο «Τίμαιος αποδίδει τη σωματικότητα του ανθρώπου σε ένα νόμο της μοίρας. Στον «Τίμαιο» (41 e) θεωρεί την γήινη ύπαρξη της ψυχής αναγκαία συνέπεια ενός «νόμου ειμαρμένου»: ήταν εντολή της Ανάγκης να γεννηθούν τα σώματα και μέσα τους να φυτευτούν τα βιαία πάθη (42 e). Και στις δυο αυτές περιπτώσεις η θεότητα είναι σ’ αυτό εντελώς ανεύθυνη. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για ένα πέσιμο από υπαιτιότητα της ίδιας της ψυχής, στη δεύτερη για ένα «νόμον ειμαρμένον», που σε τελική ανάλυση πρέπει να εξηγηθεί από την κακή ουσία της ύλης, μόλο που ο δημιουργός κατά τη δημιουργία του κόσμου την έπλασε όσο καλλίτερα μπορούσε («κατά δύναμιν». Τίμαιος 30 e), χωρίς όμως να κατορθώσει να αλλάξει την εσωτερική κακή φύση της.
Από αυτό το δρόμο έφτασε ο Πλάτων στην πανάρχαια θρησκευτική δοξασία ότι δύο δυνάμεις, η αρχή του καλού και του κακού παλεύουν μεταξύ τους ποια θα εξουσιάσει τον κόσμο. Έτσι μιλά στους «Νόμους» (X 896 e) για μια αγαθή και για μια πονηρή «ψυχή του κόσμου», από τις οποίες έρχεται στον κόσμο το καλό και το κακό. Αυτή τη σκέψη την είχε και πρωτύτερα παρουσιάσει με μυθική μορφή (Πολιτεία 272 d): ο κόσμος διοικείται από το θεό όπως από ένα κυβερνήτη, αλλά η δική του «ειμαρμένη τε και σύμφυτος επιθυμία» (που αργότερα ο Πλάτων την παρέστησε ως πονηρή «ψυχή του κόσμου») τον φέρνει σε σύγχυση και αταξία, και έτσι συχνά διατρέχει τον κίνδυνο να διαλυθεί και να καταστραφεί˙ υπαίτια σε τούτο είναι η κακή του ποιότητα, η υλικότητά του (273 b)» (Ε.Π. Παπανούτσου, Το θρησκευτικό βίωμα στον Πλάτωνα, εκδ. Δωδώνη, σ. 143, 144).
Ο Πλάτωνας δηλαδή έχει το δυισμό, από τη μία ο αδύναμος θεός, που έκανε ό,τι μπορούσε για να δια-πλάσει (αφού δεν την δημιουργεί) την ύλη, αλλά δεν μπορεί – μη όντας ο δημιουργός της – να την φτιάξει καλή ουσιαστικώς, κι από την άλλη η ύλη, που είναι ισχυρότερη του θεού, ανεξάρτητη από αυτόν, και εμπεριέχει μια «αναγκαία» κακή «ειμαρμένη» και κακή ποιότητα. Ακριβώς επειδή ο πλατωνικός θεός δεν μπορεί να ελέγξει όσο χρειάζεται την ύλη και δεν είναι απολύτως ελεύθερος τόσο να δημιουργήσει την ύλη καλή κατά την ουσία της όσο και να την δια-πλάσει καλώς, εμφανίζεται ο παραλογισμός, με το όνομα «ειμαρμένη», «ανάγκη να ενσαρκωθούν οι ψυχές» κλπ. Δηλαδή, είναι αναπόφευκτος ο δυισμός μεταξύ νοητού και ύλης, θεού και ύλης, και αναγκαίο το κακό, αφού η καθαρή ύλη εμπεριέχει κακή ποιότητα, αν όχι θετική, τουλάχιστον αρνητική, ως απουσία πνεύματος. Το κακό είναι ουσιαστική συνιστώσα του σύμπαντος.
Αντίθετα, στον Χριστιανισμό το κακό είναι παράσιτο και κακή, μετέπειτα αλλοίωση της ύλης/κόσμου, η οποία αρχικώς δημιουργήθηκε καλή. Δεν είναι συνιστώσα του κόσμου, ορατού ή αοράτου, που έπλασε ο Θεός. Ούτε αδύναμος ο θεός είναι ούτε υπάρχει κάποιος ισοδύναμος αντίπαλός του ούτε η καθαρή ύλη δημιουργείται κακή.
Η διαφορά επιπλέον μεταξύ της πλατωνικής και της χριστιανικής ύλης έγκειται στο ότι αφενός η πλατωνική ύλη είναι εκ φύσεως κακής ποιότητας και αιωνίως υπάρχουσα, ενώ η χριστιανική ύλη είναι εκ φύσεως δημιουργημένη «πολύ καλή» και όχι αιωνίως υπάρχουσα, αφετέρου η τάση της πλατωνικής ύλης προς το κακό οφείλεται στην ίδια την φύση της, ενώ της χριστιανικής ύλης είναι ότι, ως κτιστή, δημιουργημένη ύλη, είναι ατελής, τρεπτή=μεταβαλλόμενη, αλλά όχι κακή εκ φύσεως, και κάθε κτιστό δημιούργημα επειδή είναι κτιστό, αν δεν προσκολλάται στο θεό, ρέπει προς το μηδέν – ακριβώς επειδή δεν είναι ούτε τέλειο ούτε αιώνια αυθύπαρκτο –, δηλαδή προς εκεί από όπου προήλθε.
Στο τέλος, ο Πλάτωνας αναγκάζεται να οδηγηθεί στον παραλογισμό: κάθε ψυχή πριν μπει στο γήινο σώμα της, διαλέγει με κλήρο τον τρόπο βίου της (Πολιτεία 617d, e)!
Το ότι η Κτίση πλάστηκε ατελής και τρεπτή (Η τρεπτότητα =μεταβλητότητα είναι συνέπεια της κτίσης εκ του μη όντος. Διότι, αφού ο Άκτιστος Θεός είναι τέλειος και άρα αμετάβλητος/άτρεπτος, συνεπάγεται πως η Κτιστή, εκ του μηδενός, δηλαδή όχι εκ της θείας ουσίας, Δημιουργία είναι μεταβλητή, δηλαδή τρεπτή.) δεν είναι κάτι εξ αρχής κακό καθεαυτό, διότι η τρεπτότητα των όντων μπορεί να οδηγήσει και στην καλή αλλοίωση, δηλαδή στην πρόοδο και τελειοποίηση των κτιστών όντων, ανάλογα με την αυτεξούσια έφεσή τους.
Γενικότερα, για την αρχαιοελληνική αντίληψη το κακό (η στέρηση του αγαθού) είναι πράγμα, είτε ως στόφα κατώτερη είτε ως άμορφη ύλη στερημένη της νόησης και κεχωρισμένη αυτής. Ενώ για το χριστιανισμό τα πάντα (Κτιστά νοητά και κτιστά υλικά. Κτιστό αποκαλείται και το νοητό, για το Χριστιανισμό) είναι δημιουργημένα καλά, αλλά εξαιτίας της κτιστότητας (δηλ. της δημιουργίας από το μηδέν) και συνεπώς της τρεπτότητας (δηλ. της μεταβολής) μπορούν είτε να τελειοποιηθούν είτε να εκμηδενιστούν. Το κακό είναι παράσιτο του κόσμου αυτού κι όχι θεμελιώδης συνιστώσα του, όπως πιστεύουν οι οπαδοί της Ειμαρμένης. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει για την Ορθοδοξία «αρχή του κακού», και οι Πατέρες της Εκκλησίας καταπολέμησαν λυσσαλέα την μανιχαϊστική και την γνωστική αντίληψη περί δύο αρχών, του καλού και του κακού.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Thu Sep 30, 2021 2:03 pm

36. "Εγώ προτιμώ την αρχαία Ελλάδα, παρά τον εβραιοχριστιανισμό που μας μόλυνε με τη διδασκαλία του. Εγώ είμαι απόγονος των Μαραθωνομάχων, των ηρώων, του Λεωνίδα, των φιλοσόφων, όχι των Εβραίων Αβραάμ, Αββακούμ, Μωυσή και δε συμμαζεύεται".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Οι Νεοπαγανιστές και εθνικιστές αρχαιολάτρες κάνουν λες και οι Χριστιανοί δεν θέλουν να κατάγονται βιολογικά από τους αρχαίους Έλληνες. Και Νεοπαγανιστές και Χριστιανοί, όντας Έλληνες κατάγονται (ώς ένα βαθμό) από τους αρχαίους Έλληνες. Ποτέ δεν έκαναν λόγο οι Χριστιανοί για βιολογική καταγωγή τους από τον Αβραάμ ή το Μωυσή. Τους Ορθόδοξους (Έλληνες) δεν τους ενδιαφέρει η βιολογική καταγωγή από τον Αβραάμ. Ενδιαφέρονται για τους Προφήτες, για τους Δίκαιους της Π.Δ. κι όχι για φυλετική συγγένεια με αυτούς ή για πνευματική συγγένεια με τους Εβραίους γενικά κι αόριστα. Άλλωστε, υπάρχουν Δίκαιοι της Π.Δ., που δεν είναι Εβραίοι. Οι εθνικιστές Νεοπαγανιστές δεν καταλαβαίνουν τίποτα από αυτά και συκοφαντούν.
Ο Ηρόδοτος γράφει για τους κατοίκους της Ελλάδας: «Ποια γλώσσα μιλούσαν οι Πελασγοί δεν μπορώ ακριβώς να πω. Αν όμως πρέπει, μπορούμε να βγάλουμε συμπέρασμα απ’ τους Πελασγούς, που ζουν ακόμη τώρα. Οι πρώτοι κατοικούν στην πόλη Κρηστώνα, πάνω από τους Τυρρήνους, κι ήταν κάποτε γείτονες μ’ αυτούς, που σήμερα λέγονται Δωριείς (τότε κατοικούσαν στην περιοχή, που τώρα λέγεται Θεσσαλιώτιδα [Προς Δ. Ολύμπου και Όσσης, εκαλείτο και Πελασγιώτις].) . Οι δεύτεροι έχτισαν στον Ελλήσποντο τις πόλεις Πλακία και Σκυλάκη μαζί με τους Αθηναίους. Τέλος μπορούμε να βγάλουμε συμπέρασμα απ’ όσες Πελασγικές πόλεις άλλαξαν όνομα. Αν λοιπόν πρέπει να μιλήσουμε σχετικά χρησιμοποιώντας για τεκμήρια τούτα – δω, οι Πελασγοί μιλούσαν βαρβαρική γλώσσα. Αν όλοι οι Πελασγοί ήταν τέτοιοι, οι Πελασγοί της Αττικής, μαζί με τη μεταβολή τους σε Έλληνες, άλλαξαν και τη γλώσσα τους. Ούτε οι Κρηστωνιάτες μιλούν γλώσσα ίδια με τους τωρινούς τους γείτονες, ούτε οι Πλακιανοί. (…) Η Ελληνική όμως φυλή χρησμοποιεί πάντα την ίδια γλώσσα, από τότε που υπάρχει, καθώς μου φαίνεται». (1, 58)
«Οι Αθηναίοι έδιωξαν από την Αττική τους Πελασγούς» (Ηρόδοτος, 6, 137). «Οι Φοίνικες ήρθαν με το Θάσο, γιο του Φοίνικα να εποικήσουν το νησί, το οποίο πήρε το όνομά του» (Ηρόδοτος, 6, 74). Επίσης «πρώτα τη Σαμοθράκη την κατοικούσαν οι Πελασγοί. Από τούτους τους Πελασγούς παρέλαβαν οι κάτοικοι της Σαμοθράκης τις τελετουργίες.» (Ηρόδοτος, 2, 51). Ο Ηρόδοτος επίσης λέει: «την Κρήτη ολόκληρη την είχαν παλιά οι βάρβαροι» (1, 173).
«Απομένει να μιλήσουμε για τα έθνη τα οποία ήρθαν σε επιμειξία με τους Κρήτες. Ότι οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού ήταν οι ονομαζόμενοι Ετεοκρήτες, που θεωρούνται αυτόχθονες, το είπαμε παραπάνω. Μετά απ'αυτούς και πολλές γενιές αργότερα, Πελασγοί, που περιπλανιόνταν ένεκα συνεχών εκστρατειών και μεταναστεύσεων, έφτασαν στην Κρήτη και εγκαταστάθηκαν σε ένα μέρος του νησιού. Τρίτο ήταν, λένε, το γένος των Δωριέων που έφτασε στο νησί με αρχηγό τον Τέκταμο, τον γιο του Δώρου [...]. Τέταρτο γένος που ανακατεύτηκε με τους κατοίκους της Κρήτης ήταν, λένε, ένα συνονθύλευμα βαρβάρων που με τα χρόνια εξομοιώθηκαν στη γλώσσα με τους Έλληνες κατοίκους. Μετά απ'αυτά, επικράτησαν ο Μίνωας και ο Ραδάμανθυς και συνένωσαν τα έθνη του νησιού σε ενιαίο σύνολο[...]» (Διόδωρος Σικελιώτης, 5, 80).
«ΤονπαλιόκαιρότομεγαλύτερομέροςτηςλεγόμενηςσήμεραΕλλάδαςτοκατοικούσανβάρβαροι»,ισχυρίζεταιοΠαυσανίας(Αττικά, 41, 8).Ενώ ο Θουκιδίδης γράφει «Φαίνεται δηλαδή πως ο χώρος που λέγεται σήμερα Ελλάδα δεν κατοικιόταν μόνιμα απ’ την παλιά εποχή, μα πως συμβαίνανε πρωτύτερα μετακινήσεις κι εύκολα οι πληθυσμοί εγκαταλείπανε τον τόπο τους, όποτε πιεζόταν απ’ άλλους» (1, 2).
Ο Θουκιδίδης επίσης γράφει «Ο Μίνως (..) διαφέντεψε τα νησιά των Κυκάδων και ίδρυσε μάλιστα πρώτος αποικίες στα περισσότερά τους, αφού έδιωξε απ’ αυτά τους Κάρες (...)» (1, 4) και «όταν σε τούτο τον [Πελοποννησιακό] πόλεμο γινόταν ο καθαρμός της Δήλου απ’ τους Αθηναίους και σηκώθηκαν να μετακομιστούν τα κιβούρια των νεκρών στο νησί, πάνω από μισοί νεκροί βρέθηκαν Κάρες, που αναγνωρίστηκαν απ’ το είδος των θαμμένων μαζί τους όπλων κι απ’ τον τρόπο της ταφής που ώς τώρα συνηθίζουν» (1,8). Δηλαδή, οι Κυκλάδες κατοικούνταν από τους Κάρες.
Οι κάτοικοι της νήσου Σκύρου ήταν μη Έλληνες, οι αποκαλούμενοι Δόλοπες: «έπειτα [οι Αθηναίοι], εξανδραπόδισαν το νησί του Αιγαίου Σκύρο, που το κατοικούσαν οι Δόλοπες, κι εγκατέστησαν εκεί δικούς τους κατοίκους» (Θουκιδίδης, 1, 98). Κατά τον Πλούταρχο, οι Δόλοπες ήταν βάρβαροι και ζούσαν από την πειρατεία.
Οι κάτοικοι του Αμφιλοχικού Άργους (στη σημερινή Αμφιλοχία) δεν μιλούσαν Ελληνικά. «Πολλές γενιές υστερότερα, κάτω από την πίεση των συμφορών που τους βρήκαν, οι κάτοικοι του νέου Άργους προσκάλεσαν τους γείτονες της αμφιλοχικής χώρας Αμβρακιώτες να συγκατοικήσουν μαζί τους, οπότε και πρωτόμαθαν την ελληνική γλώσσα που μιλούν σήμερα από τους συνοίκους τους Αμβρακιώτες, ενώ οι άλλοι Αμφιλόχιοι είναι βάρβαροι» (Θουκιδίδης, 2, 68, 5).
Πολλοί κάτοικοι της Ηπείρου (π.χ. οι Χάονες) αποκαλούνται «βάρβαροι» (Θουκιδίδης 2, 80, 5), αλλά και το κράτος του Θρακός βασιλιά Σιτάλκη, που περιελάμβανε την ανατολική Βαλκανική αποκαλείται «βαρβαρική χώρα» (Θουκιδίδης, 2, 97, 3).
Οι Ευρυτάνες, «που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των Αιτωλών, μιλούν γλώσσα ολότελα ακατάληπτη και τρώνε, κατά πως λένε, ωμό κρέας» (Θουκιδίδης, 3, 94, 5).
Στο σημείο όπου αρχίζει η χερσόνησος του Αγίου Όρους, υπήρχαν οι πόλεις «Θυσσός, οι Κλεωνές, το Ακρόθωο, ο Ολόφυξος και το Δίο, που κατοικούνται από ανάμικτα έθνη δίγλωσσων, που εκτός από τη δική τους μιλούσαν δηλαδή και την ελληνική, βαρβάρων. Υπάρχει, επίσης, ανάμεσα στον πληθυσμό τους και ολιγάριθμο χαλκιδικό στοιχείο, η πλειοψηφία τους όμως, είναι Πελασγοί, από τους Τυρρηνούς που εγκαταστάθηκαν κάποτε στη Λήμνο και την Αθήνα, Βισαλτοί και Κρηστωναίοι και Ηδώνες, σκόρπιοι όλοι τούτοι σε μικρές πόλεις» (Θουκιδίδης, 4, 109, 3-5). Φυσικά, ο Ηρόδοτος κι ο Θουκιδίδης, όταν γράφουν ότι οι Πελασγοί δεν είναι Έλληνες, αλλά βάρβαροι, δεν το ισχυρίζονται αυθαίρετα, δίχως στοιχεία για το παρελθόν, αλλά συγκρίνοντας τους Έλληνες με όσους Πελασγούς είχαν απομείνει στην εποχή τους και ζούσαν σε διάφορα μέρη του ελλαδικού χώρου.
«Και η περιοχή ολόκληρος, η οποία καλείται σήμερον Ιωνία, κατωκείτο υπό Κάρων και Λελέγων, εκδιώξαντες δε τούτους οι Ίωνες κατέλαβον την χώραν. (...) Ότι οι Λέλεγες υπήρξαν βάρβαροι το μόνον γεγονός της αναμίξεώς των με τους Κάρας θα ήτο αρκετόν να το αποδείξη ότι δε έζων βίον πλάνητα από παλαιά και με τον λαόν εκείνον και μόνοι των, τούτο αποδεικνύεται και εκ των πολιτειών του Αριστοτέλους. Ούτως εις μεν την πολιτείαν των Ακαρνών ο Αριστοτέλης λέγει ότι εν μεν μέρος ταύτην κατώκουν οι Κουρήτες, το δε άλλο μέρος, το δυτικόν, κατείχετο από τους Λέλεγας κατ’ αρχάς» (Στράβωνα, Γεωγραφικά, 7, 2 (c 321)).
«Ο Εκαταίος λοιπόν ο Μιλήσιος λέγει περί της Πελοποννήσου, ότι προτού καταλάβουν ταύτην οι Έλληνες, είχε καταληφθεί υπό των βαρβάρων. Σχεδόν δε ολόκληρος η Ελλάδα υπήρξε παλαιά κατοικία των βαρβάρων, αν κρίνωμεν από τας μαρτυρίας των ιδίων αυτής χρονικών. Ούτως ο μεν Πέλοψ έφερεν λαόν εκ της Φρυγίας και τον εγκατέστησεν εις την κληθείσαν απ’ αυτόν Πελοπόννησον, ο δε Δαναός εξ Αιγύπτου, οι δε Δρύοπες, οι Καύκωνες, οι Πελασγοί, οι Λέλεγες και άλλοι τοιούτοι λαοί κατέλαβον τα εντεύθεν και πέραν του Ισθμού μέρη˙ διότι την μεν Αττικήν κατέλαβον οι μετά τον Εύμολπον Θράκες, την δε Δαυλίδα της Φωκίδος ο Τηρεύς, την Καδμείαν οι μετά του Κάδμου Φοίνικες, την δε κυρίως καλουμένην Βοιωτίαν οι Άονες, Τέμμικες και Ύαντες˙ η βαρβαρική άλλως τε καταγωγή των λαών τούτων καταφαίνεται από μερικά ονόματα, ως Κέκροψ, Κόδρος, Αίκλος, Κόθος, Δρύμας, Κρίνακος. Και σήμερον η Ελλάδα έχει ακόμη τους Θράκας, τους Ιλλυρίους και Ηπειρώτας εις τα πλευρά της˙ αλλά πρέπει η γειτνίαση αυτή άλλοτε να ήτο πολύ πλησιεστέρα, αφού μέγα τμήμα της Ελλάδος αναντιλέκτως κατέχεται και σήμερον από βαρβάρους, ως μαρτυρούν οι Θράκες, τους οποίους συναντώμεν εις την Μακεδονίαν, και ωρισμένα μέρη της Θεσσαλίας, οι Θεσπρωτοί, οι Κασσωπαίοι, οι Αμφίλοχοι, οι Μολοττοί και οι Αθαμάνες, όλοι λαοί ηπειρωτικοί, οι οποίοι κατέχουν τα μέρη της Ακαρνανίας και της Αιτωλίας» (Στράβωνα, Γεωγραφικά, 7, c321).
Δεν έχει επίσης νόημα να μιλούμε για αυτόχθονες κατοίκους οποιουδήποτε τόπου. Έχουν γίνει τόσες χιλιάδες μετακινήσεις, βίαιες συνήθως, που σχεδόν κανείς δεν είναι «αυτόχθονας». Για παράδειγμα, οι αρχαίοι Μακεδόνες, που αρχικά ήταν ένα ηπειρωτικό φύλο και είχαν κατέβει στη Δ. Μακεδονία, ήδη ώς τα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου είχαν διώξει τους αρχαίους κατοίκους της σημερινής κεντρικής και ανατολικής Μακεδονίας: «τη σημερινή, όμως, παραθαλάσσια Μακεδονία κατέκτησαν κι έγιναν βασιλάδες της (...) αφού έδιωξαν από την Πιερία τους Πιέριους, που έχτισαν και κατοίκησαν, αργότερα, τη Φάγρητα κι άλλα μέρη στους πρόποδες του Πάγγαιου πέρα από το Στρυμόνα, κι απ’ τη χώρα που λέγεται Βοττία τους Βοττιαίους, (...) κι ύστερα, αφού έδιωξαν τους Ηδώνες, πήραν και νέμονται από τότε τη χώρα πέρα από τον Αξιό ώς το Στρυμόνα που λέγεται Μυγδονία. Έδιωξαν, ακόμα, κι από την Εορδία, τους Εορδούς, που οι περισσότεροί τους σκοτώθηκαν (...) καθώς κι απ’ την Αλμωπία τους Άλμωπες (...)» (Θουκιδίδης, 2, 99). Οι Μεσσήνιοι είχαν εγκαταστηθεί στην Ναύπακτο, μετά από την παράδοση της Ιθώμης (Θουκιδίδης, 1, 103). «Ανάγκασαν οι Αθηναίοι τους Αιγινήτες να σηκωθούν να φύγουν από την Αίγινα, κι αυτοί και οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους (..) έστειλαν ύστρα από λίγο τους νέους κατοίκους. (...) Όσο για τους πρόσφυγες Αιγινήτες, οι Λακεδαιμόνιοι τους έδωσαν τη Θυρέα να μένουν και να νέμονται (..) στη μεθόριο ανάμεσα Αργολίδα και Λακωνική φτάνοντας ώς κάτω στη θάλασσα. Άλλοι, από τους Αιγινήτες κατοίκησαν εκεί κι άλλοι σκόρπισαν στην υπόλοιπη Ελλάδα» (Θουκιδίδης 2, 27). Οι αρχαίοι Πλαταιείς σφάχτηκαν και οι γυναίκες με τα παιδιά τους πουλήθηκαν ως δούλοι κι η πόλη ισοπεδώθηκε (Θουκιδίδης, 3, 68, 2). Αμέσως μετά τη μάχη της Πύδνας, το 168 π.Χ., οι Ρωμαίοι κατέστρεψαν 70 ηπειρωτικές πόλεις και πούλησαν τους αυτόχθονες Ηπειρώτες κατοίκους ως δούλους. Τον 7ο αι. μ.Χ., σύμφωνα με τα «Θαύματα του Αγίου Δημητρίου», που αναφέρονται σε γεγονότα του 614-618, βρίσκουμε σλαβικά φύλα, τους Δραγουβίτες, το πιο πολυάριθμο φύλο που τοποθετείται στη ΒΔ Μακεδονία, στην περιοχή ανάμεσα στη Βέροια και το Μοναστήρι, τους Σαγουδάτους στα νότια των Δραγουβίτων, τους Βελεγεζήτες στη Θεσσαλία και τους Βαϊουνίτες ίσως στην Ήπειρο. Στα τέλη του 7ου (676-8) μνημονεύοντια δύο ακόμη σλαβικά φύλα: οι Ρηγχίνοι, πιθανότατα στη Χαλκιδική, και οι Στρυμονίτες, στην κοιλάδα του Στρυμόνα. Δύο αιώνες αργότερα μαρτυρούνται οι Σμολεάνοι κοντά στο Νέστο» (Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Βυζάντιο και Σλάβοι – Ελλάδα και Βαλκάνια (6ος-20ος αι.), εκδ. Βάνιας, σ. 83). Επίσης, υπάρχουν οι Εζερίτες και οι Μηλιγγοί στη Λακωνία, τον 9ο αι. Είπατε τίποτε για «απευθείας καταγωγή» όσων κατοικούν σε μια περιοχή από τους αρχέγονους κατοίκους της ίδιας περιοχής;
Οι Νεοπαγανιστές μιλούν για πραγματικούς Έλληνες. Πώς, όμως, γνωρίζουν ότι οι ίδιοι είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων; Έχουν κάνει εξέταση dna; Ακόμη και στην περίπτωση, όπου το μεγαλύτερο τμήμα των Νεοελλήνων είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, θα υπάρχει ένα ποσοστό, μεγαλύτερο ή μικρότερο, Νεοελλήνων που δεν είναι ελληνικής καταγωγής. Πώς γνωρίζουν οι Νεοπαγανιστές, ότι δεν είναι απόγονοι εκχριστιανισμένων/εξελληνισμένων Εβραίων του ελλαδικού χώρου; Πώς είναι τόσο σίγουροι ότι κατάγονται από το Λεωνίδα κι όχι από τους Είλωτες ή τους βάρβαρους Εζερίτες; Πώς είναι τόσο σίγουροι ότι δεν είναι μακρινοί απόγονοι Νορμανδών, Φράγκων, Τούρκων, Βουλγάρων, Αλβανών, Βησιγότθων; Μπορεί αυτό το δέκα τοις εκατό του «βαρβαρικού» αίματος διανεμημένο στον ελληνικό λαό, σε αυτούς να είναι είκοσι ή σαράντα τοις εκατό. Πού το ξέρουν; Έχουν αποδείξεις για το γενεαλογικό τους δέντρο; Αν ήταν σίγουροι, θα έπρεπε να έχουν κάνει εξετάσεις. Αφού δεν είναι σίγουροι, μη έχοντας κάνει «φυλετικές» εξετάσεις, ας μην βασίζουν τον νεοελληνικό πατριωτισμό τόσο πολύ στη φυλή.
Θα αναφερθούμε εδώ στη θεωρία του Άρη Πουλιανού και του γιου του Νικόλαου Πουλιανού, ότι ο άνθρωπος των Πετραλώνων είναι ηλικίας 800.000 ετών και ότι ο πρώτος άνθρωπος έζησε στην Ελλάδα πριν από 11.000.000 χρόνια (όπως το ισχυρίζεται στον Δαυλό τ. 230). Θα αρχίσουμε από το δεύτερο θέμα. «Η γενετική ανάλυση τοποθετεί την εμφάνιση των πρώτων ανθρωπιδών πριν από περίπου 6,5 εκατ. έτη. Την επιστημονική θεωρία επιβεβαίωσε η πλέον πρόσφατη ανακάλυψη, τον Ιούλιο του 2002, του προγόνου μας που έζησε στο Τσαντ πριν 6,5 ή 7 εκατομμύρια χρόνια, του Sahelanthropus Tchadensis (βλ. και R. Leaky, The origins of Mankind, Phoenix, Λονδινο 1999 και K. Wong, Meave Leaky et. al., in “New Look at Human Evolution”, Scientific American, Special Edition, τόμ. 13, αρ. 2, 25 Αυγούστου 2003). Απολιθώματα και ευρήματα που χρονολογούνται μέχρι πριν 2 εκ. χρόνια εντοπίζονται αποκλειστικά στην Αφρική και κυρίως στην Ανατολική. (...) [Ο Πουλιανός] πάει ακόμη πιο πίσω: «ο άνθρωπος πρωτοεμφανίζεται εδώ... πριν από 11 ή 12 εκατομμύρια χρόνια». Ο πρώτος μαθητής του γυμνασίου γνωρίζει ή τουλάχιστον είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει, πως πριν 11 ή 12 εκατομμύρια χρόνια όχι μόνο δεν έχει εμφανιστεί δείγμα ανθρωπιδών αλλά δεν είχαν καν δημιουργηθεί οι σύγχρονες κατηγορίες των πιθήκων, ενώ τα απολιθώματα των πρωτευόντων (primates) που διασώζονται ανήκουν σε είδη που δεν απαντώνται σήμερα.
Ο υποφαινόμενος έχει μια προσωπική εμπειρία για τον τρόπο που ο κ. Πουλιανός κατασκευάζει την ανθρωπολογική του θεωρία (!). Σε διάλεξή του στο «Πνευματικό Κέντρο» του Δήμου Αθηναίων, το 2001, ρωτήθηκε από τον συγγραφέα αυτού του κειμένου σε τι στηρίζει την άποψή του πως ο άνθρωπος εμφανίστηκε πριν 8 εκατ. χρόνια στην Ελλάδα, τη στιγμή που όλη η διεθνής βιβλιογραφία μιλούσε για 6 εκατ. το πολύ, και μάλιστα στην Αφρική και μόνο. Η απάντησή του στο ερώτημά μου ήταν απολύτως χαρακτηριστική: "Πριν από μερικές δεκάδες χρόνια, όταν είχε ανακαλυφθεί η "Λούσυ", μιλούσαν για 3,5 εκατ. χρόνια. Τώρα έφθασαν στα έξι. Άρα κάποτε θα φτάσουν και στα επτά-οκτώ που λέω εγώ". Στο μεταξύ, τα οκτώ τα έκανε έντεκα και ούτω καθεξής. Και όμως την ίδια ακριβώς στιγμή που δίνεται η συνέντευξη του Άρη Πουλιανού στον Δαυλό (τ. 230), σε άρθρο του έτερου ανθρωπολόγου, του Νίκου Πουλιανού, στην Ελληνική Αγωγή, αναφέρονται τα εξής: "Σήμερα η Μοριακή Βιολογία δίνει ηλικία διαχωρισμού του ανθρώπου από τον κλάδο των Πριμάτων (primates) περί τα 6 εκατ. χρόνια. Εμείς θα επιμείνουμε στα συν/πλην 1 εκατ. χρόνια" (Ελλ. Αγωγή τ. 48). Έτσι την ίδια ακριβώς στιγμή, το 2001, ο Άρης Πουλιανός υποστήριζε σε διάλεξη τη θεωρία των οκτώ εκατομμυρίων ετών, όπως ακριβώς αποκάλυπτε ο Νικόλαος Πουλιανός στην Ελληνική Αγωγή, και παράλληλα, στον Δαυλό, ο πρώτος «ανέβαινε» στα ένδεκα εκατ. χρόνια! Τι είναι όμως τρία ή τέσσερα εκατομμύρια χρόνια για τους Έλληνες «ανθρωπολόγους»;» (Γ. Καραμπελιά, «Το περιοδικό Δαυλός από την ελληνοκεντρικότητα στον αρχάνθρωπο», Άρδην, τ. 52-53, σ. 42, 43).
Αντίστοιχα, για το θέμα της χρονολόγησης του ανθρώπου των Πετραλώνων, το οποίο δείχνει τις μεθόδους του Πουλιανού και των ελληνοκεντρικών τύπου Δαυλού, ισχύουν τα εξής: «Προς στιγμή φάνηκε ότι οι χρονολογήσεις του Πουλιανού [σημ.: ότι ο άνθρωπος των Πετραλώνων ήταν 800 χλδ ετών, ο αρχαιότερος της Ευρώπης] αντανακλούσαν μια γεωφυσική πραγματικότητα. Οφείλουμε επιστημονική ευγνωμοσύνη στην ομάδα των Γερμανών ραδιοχρονολογητών του κ. Henning, η οποία αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι παραπλανήθηκε από τον κ. Πουλιανό χρονολογώντας δείγματα από βαθύτερα στρώματα, τα οποία τους τα εμφάνιζε ως επιφανειακά.
Η χρονολόγηση του σταλαγμιτικού υλικού που περιβάλλει το κρανίο των Πετραλώνων από την ίδια ομάδα και η δημοσίευση των αποτελεσμάτων στο περιοδικό Nature έλυσε οριστικά το πρόβλημα των απίθανα υψηλών χρονολογήσεων. Ο κ. Πουλιανός δεν μπόρεσε να απαντήσει πειστικά. Αλλά η ομάδα του κ. Henning προχώρησε και σε άλλες αποκαλύψεις, ότι π.χ. τα λεγόμενα ίχνη φωτιάς, ηλικίας 1.000.000 χρόνων, και άρα τα αρχαιότερα της Ευρώπης, δεν είναι τίποτε άλλο από μία συσσωμάτωση αλάτων μαγγανίου. Ο δε καθηγητής M. Day, με άρθρο του στο περιοδικό Nature, χαρακτηρίζει τα περί σκελετών που «εντοπίσθηκαν» στο σπήλαιο ως «Ελληνικά Πυροτεχνήματα» και αποδεικνύει ότι πρόκειται για οστά ζώων.
Ανάλογες καταστάσεις παρατηρήθηκαν και στο συνέδριο Παλαιοανθρωπολογίας στη Νίκαια, όπου παρουσιάσθηκαν και «λίθινα εργαλεία» από το σπήλαιο Πετραλώνων, τα οποία όμως είχαν ήδη δημοσιευθεί νωρίτερα ως προερχόμενα από την Εύβοια.
Η μεγαλύτερη όμως «παρανόηση» αφορά τα λεγόμενα οστά του Homo erectus trigliensis, ηλικίας 11-12.000.000 χρόνων. Είναι προφανές ότι η ονομασία είναι συνειδητά λανθασμένη και παραπειστική διότι, με τα σημερινά γνωστά δεδομένα, η εμφάνιση του Homo erectus χρονολογείται περίπου στα 2.000.000 χρόνια, η δε διαφοροποίηση του αρχικού κοινού προγόνου των εξελικτικών γραμμών πιθήκων και ανθρώπου δεν υπερβαίνει τα 6.000.000.
Ανάλογες επεμβάσεις στην εξελικτική ιστορία έγιναν και με τον εξωτικό Helladopithecus semierectus που, όπως αποδείχθηκε σε άρθρο μου στην εφημερίδα Καθημερινή, αποτελούσε τερατούργημα φαντασίας αλλά αποδείκνυε ότι ο κ. Πουλιανός αγνοούσε ή δεν κατείχε στοιχειώδεις ανατομικές γνώσεις» (Νίκου Ξυροτύρη, καθηγητή της Ανθρωπολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, «Η καταγωγή των Ελλήνων», Άρδην, τ. 52-53, σ. 54). Τα σχόλια είναι περιττά.
Όσο κι αν ένα τμήμα των Νεοπαγανιστών αρνείται οποιαδήποτε σχέση με τον φυλετισμό και τις θεωρίες της αμόλυντης ράτσας, εκεί καταλήγει αναπόφευκτα η ιδέα του νεοπαγανισμού περί «επιστροφής στο αμόλυντο ελληνικό παρελθόν». Διότι οι άνθρωποι αυτοί, οι εθνικιστές αρχαιολάτρες και παρελθοντολάγνοι, χρειάζονται μία «αντικειμενική», εκατό τοις εκατό σίγουρη απόδειξη πως ο καθένας τους προσωπικά είναι απευθείας απόγονος των Σαλαμινομάχων και του Αγαμέμνονα. Αυτή η απόδειξη είναι αναγκαστικά σε τελική ανάλυση τα κρανία, τα κόκκαλα και τα DNA. Έτσι άλλωστε (έχοντας δηλαδή μια τέτοια «απόδειξη») θα μπορούν αργότερα άνετα να υβρίζουν ως «ύποπτης εθνικής καταγωγής» κι ως «ανθέλληνα» όποιον συμπατριώτη τους διαφωνεί με τις ιδέες τους.
Όλοι από κάπου καταγόμαστε. Μας κάνει ανώτερους η δόξα του πατέρα μας; Κατουσίαν πρόκειται για μία νοοτροπία αγέλης («καταγώμαστε βιολογικά από τον Χ άρα πρέπει να είμαστε σαν κι αυτόν, το κοπάδι του») που δεν αφήνει χώρο για δημιουργία και πνευματική ελευθερία στους «απογόνους». Αν οι Έλληνες της κλασσικής εποχής διακατέχονταν από τέτοια προγονοπληξία, θα απομιμούνταν τους Μυκηναίους και τους Μινωίτες προγόνους τους και δεν θα αποτολμούσαν να δημιουργήσουν ανεξάρτητα και αυτόνομα.
Δεν έχει νόημα επίσης η προσπάθεια των απόψεων περί (εξίσου εθνικιστικού) «παγκόσμιου ελληνισμού». Μερικές φορές, οι καρποί αυτών των απόψεων είναι να ετυμολογούνται οι γλώσσες των Ιαπώνων, των Τούρκων, των Εβραίων, των Λατίνων, των Πολυνήσιων κ.ά. από αρχαίες ελληνικές, ώστε να αποδειχτεί ότι οι λαοί αυτοί έχουν μακρινή ελληνική καταγωγή. Αυτή η προσπάθεια – εκτός του ότι προκαλεί γέλια στους γλωσσολόγους – θυμίζει δύο παρόμοιες απόπειρες. Μια του έλληνα πατέρα της πρωταγωνίστριας της αμερικανικής ταινίας Γάμος αλά ελληνικά, ο οποίος ισχυριζόταν ότι η ιαπωνική λέξη κιμονό προέρχεται από την ελληνική χειμώνας, επειδή το κιμονό φοριέται το χειμώνα. Η άλλη απόπειρα – στα σοβαρά αυτή τη φορά – είναι του πρωην Τούρκου πρωθυπουργού Οζάλ, ο οποίος σε ένα βιβλίο του ισχυριζόταν ότι το όνομα Αγαμέμνων προέρχεται από την τουρκική λέξη Aga Memnun, αγάς Μεμνούν˙ κι ότι το Αιγαίο προέρχεται από την τουρκική λέξη Ege, που σημαίνει αφέντης.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Fri Oct 01, 2021 5:58 pm

Ι' ΜΕΡΟΣ

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑ


37. "Οι Χριστιανοί κατέστρεψαν την Αρχαία Ελλάδα και οδήγησαν τον πολιτισμό της και την δύναμή της στο τέλος του, παίρνοντας το μέρος των εχθρών του Ελληνισμού".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Το ότι οι Ειδωλολάτρες Ρόδιοι συμμαχούσαν με τους Ειδωλολάτρες Ρωμαίους, το ότι στη μάχη στις Κυνός Κεφαλές μεταξύ Ρωμαίων και Ελλήνων Μακεδόνων οι Ειδωλολάτρες Ρωμαίοι παρέταξαν στρατό 26.000, εκ των οποίων 6000 ήταν παγανιστές Αιτωλοί, 1200 παγανιστές Αθαμάνες (Θεσσαλοί) και 500 παγανιστές Κρήτες (σταλμένοι εκ μέρους της Σπάρτης) (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ε', σ. 44), μήπως όλα αυτά δείχνουν πως οι παγανιστές ήταν προδότες του Ελληνισμού μια και συμμαχούσαν με τον ξένο, ομόδοξο με αυτούς εισβολέα; Γιατί οι Νεοπαγανιστές δεν απολογούνται για τις προδοτικές εναντίον της Ελλάδας πράξεις των Παγανιστών προγόνων τους; Γιατί οι Νεοπαγανιστές δεν ζητάνε συγγνώμη που οι Παγανιστές Αθηναίοι, (όπως και οι Παγανιστές Σμυρναίοι και οι Παγανιστές της Μιλήτου) είχαν χτίσει ναό στη Θεά Ρώμη (πάνω στην Ακρόπολη) και λάτρευαν μια πόλη που ετοιμαζόταν να εισβάλει στην Ελλάδα; Η λατρεία της Ρώμης ασκούνταν από τους ίδιους Παγανιστές Έλληνες ιερείς που ασκούσαν την λατρεία των Ολύμπιων θεών. (Λέγεται πως οι εθνικοί ιερείς εκλέγονταν και δεν υπήρχε κάστα ιερέων κατά την παγανιστική εποχή. Τότε γιατί το πανάρχαιο γένος των Ευμολπίδων για 2 περίπου χιλιετίες διετήρησε το προνόμιο της πρωθιερουργίας στα Μυστήρια; Τότε γιατί το Αθηναϊκο γένος των Λυκομιδών διατηρούσε το κληρονομικό προνόμιο της διαδουχίας; Τα μυστήρια των Φλυών ανήκαν στην οικογένεια των Λυκομιδών˙ την ιέρεια της Αθηνάς Πολιάδας και τον ιερέα του Ποσειδώνα στο Ερέχθειο τους έπαιρναν από τους Ετεοβουτάδες (M. Nilsson, Η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, εκδ. Παπαδήμα, σ. 260). Το προνόμιο της αριστοκρατίας, η εξήγηση των άγραφων παραδόσεων, στην Αθήνα επέζησε. Οι εξηγητές των ιερών νόμων ήταν πάντα μέλη της αριστοκρατίας, είτε τους είχε εξελέξει ο λαός είτε τους είχαν υποδείξει οι Δελφοί (M. Nilsson, Η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, εκδ. Παπαδήμα, σ. 257). Στην Αθήνα συνέβαινε συχνά οι κάτοχοι του ιερατικού αξιώματος για μιαν ορισμένη λατρεία να περιορίζονται στα μέλη μιας ορισμένης οικογένειας.)
Σύμφωνα με ένα ψήφισμα της πόλης της Στρατονίκειας (2ος μ.Χ. αι) «υπέρ της των κυρίων Ρωμαίων αιωνίου αρχής μεριμνεί ο Δίας» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ. 566). Τόσο γραικύλοι ήταν οι Ειδωλολάτρες της Ελλάδας λοιπόν που δεν δίσταζαν να συμμαχήσουν με τους εισβολείς.
Γιατί οι Νεοειδωλολάτρες δε βγάζουν μιλιά που οι Παγανιστές Ρωμαίοι, οι κατακτητές της Ελλάδας, άρπαξαν 500 χάλκινους ανδριάντες ανθρώπων και θεών (Ελλάδος Περιήγησις, 10, 7,1) από τον ιερό για τους Νεοπαγανιστές τόπο των Δελφών, αλλά ωρύονται για ανάλογες πράξεις των χριστιανών Βυζαντινών που τα πήγαιναν στην Κωνσταντινούπολη; Μήπως επειδή οι πρώτοι είχαν την ίδια θρησκεία με αυτούς, και γι' αυτό τους τα συγχωρούν όλα;
Περιμένουμε λοιπόν από τους αυτοαποκαλούμενους «Έλληνες Εθνικούς», αφού ισχυρίζονται ότι μόνο αυτοί είναι «οι πραγματικοί Έλληνες», να ζητήσουν λόγο από τους Ιταλούς Νεοπαγανιστές, και μάλιστα να απαιτήσουν από αυτούς δημόσια συγγνώμη για τις αρπαγές καλλιτεχνημάτων, αγαλμάτων, και για τις λοιπές προσβολές των Αρχαίων Λατίνων Ειδωλολατρών προγόνων τους κατά των Ελλήνων προγόνων μας. Αλλά αυτό σα δύσκολο φαίνεται, μια που οι Νεοπαγανιστές έχουν κατά νου την πανευρωπαϊκή νεοειδωλολατρική επίθεση κατά των Χριστιανών.
Θα δικαιολογηθούν οι «Ελληνες Εθνικοί» λέγοντας ότι, για τις καταστροφές αυτές δεν έφταιγε ο λαός (των Ρωμαίων Εθνικών), αλλά η εξουσία (των Ρωμαίων Εθνικών). Παραδόξως, όταν οι Χριστιανοί ισχυρίζονται ότι, για τις διώξεις κατά των Παγανιστών δεν έφταιγε ο λαός (Χριστιανοί), αλλά τα διατάγματα της εξουσίας (των Χριστιανών ηγεμόνων), τότε χλευάζουν και αρνούνται τέτοιες «φθηνές δικαιολογίες». Πώς τα φέρνει η Τύχη, να δικαιολογούνται κι αυτοί έτσι!
Σε ψήφισμα των Ελλήνων Ειδωλολατρών του «Κοινού της Ασίας», με το οποίο αποφασίστηκε να ονομαστεί ο πρώτος μήνας του έτους «Καίσαρας» και να καθιερωθεί πρώτη μέρα του έτους η μέρα των γενεθλίων του αυτοκράτορα Αύγουστου (21 Σεπτεμβρίου), η παρουσία του Αύγουστου στον κόσμο προβάλλεται ως έργο της Θείας Πρόνοιας, ο ίδιος δε ο Αύγουστος ως ο μεγαλύτερος ευεργέτης της ανθρωπότητας (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε. τ. ΣΤ', σ.568). Ύστερα από τα παραπάνω, λόγο οι Νεοπαγανιστές για τον Ευσέβειο Καισάρειας; Θεία Πρόνοια η ρωμαϊκή κατάκτηση σύμφωνα με τους Έλληνες Εθνικούς.
Βέβαια, το μαύρο τους το χάλι είχαν οι ειδωλολάτρες Έλληνες, γι' αυτό και τους κατέκτησαν τόσο εύκολα οι Ρωμαίοι. Στις παγανιστικές εορτές των Ισθμίων του 196π.Χ. οι ειδωλολάτρες Έλληνες χειροκροτούσαν και δάκρυζαν από χαρά όταν ο Τίτος Κόιντος Φλαμινίνος ανακήρυξε την ελευθερία της Ελλάδας (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ε', σ. 51). Ο στόλος των Αθηναίων ειδωλολατρών είχε ενωθεί με τον ρωμαϊκό και πολεμούσαν κατά των Ελλήνων Μακεδόνων. Μήπως και γι' αυτήν την υποδούλωση φταίνε οι «ιουδαιοχριστιανοί»; Τι φταίει ο Χριστιανισμός αν οι ειδωλολάτρες Αθηναίοι είχαν φτάσει στο έσχατο σκαλί της παρακμής επιτρέποντας μονομαχίες στο θέατρο του Διόνυσου κάτω από την Ακρόπολη; Τι φταίνε οι Χριστιανοί που από το 170 π.Χ. οι ειδωλολάτρες Έλληνες διοργάνωναν αγώνες προς τιμή της πόλης της Ρώμης; Γιατί οι Ειδωλολάτρες Έλληνες μετά το 60 π.Χ. ώς το 330 μ.Χ., δηλαδή επί 400 χρόνια δεν κούνησαν το δακτυλάκι τους, δεν έκαναν καμμία εξέγερση αναντίον των παγανιστών Ρωμαίων, ενώ οι Χριστιανοί Έλληνες μετά το 1453 έκαναν πάνω από 70 εξεγέρσεις κατά των Τούρκων; Το μαύρο του το χάλι είχε ο παγανισμός που δε μπόρεσε να εμπνεύσει κινήματα εξέγερσης στον κατακτητή, κι έτσι οι ειδωλολάτρες Έλληνες θεοποιούσαν και λάτρευαν Ρωμαίους Αυτοκράτορες (τους κατακτητές της Ελλάδας!), Τιβέριο, Αύγουστο, Τραϊανό, Νέρωνα, Καλιγούλα (!), Καρακάλα και μια ντουζίνα άλλους, χτίζοντας ναούς τους και διοργάνωναν αγώνες προς τιμή τους (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ.569).
Οι Ελληνες ειδωλολάτρες αποκαλούσαν τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό μεταξύ άλλων «νέον Διόνυσον» και «Πανελλήνιον αρχηγέτην» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ’, σ. 568).
Σύμφωνα με τους Ειδωλολάτρες οι αυτοκράτορες της Ρώμης είναι «μέγιστοι και ανίκητοι», «θειότατοι και φιλανθρωπότατοι», «σωτήρες του κόσμου», «πατέρες σύμπαντος του ανθρώπων γένους», «κύριοι παντός του κόσμου» (ο Νέρωνας), «επόπται γης και θαλάσσης».
Χαρά και αγαλλίαση έφερε στους Πολυθεϊστές η ενηλικίωση του Καλιγούλα και γι’ αυτό η ημέρα αυτή καθιερώνεται ως γιορτή, που πρέπει να εορτάζεται κάθε χρόνο με ιδιαίτερη λαμπρότητα, με θυσίες και ευχές (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ’, σ. 569).
Τη θέσπιση λατρείας της θεάς Ρώμης αποφάσισαν οι Παγανιστές Μιλήσιοι από ευγνωμοσύνη προς τους Ρωμαίους. Ο αρμόδιος παγανιστής ιερέας οφείλει να τελεί θυσίες στη Θεά Ρώμη κάθε μήνα. Μια φορά το χρόνο οφείλει επίσης να θυσιάζει στη Θεά Ρώμη ο ανώτατος άρχων της πόλεως, και μια άλλη φορά όλοι οι άρχοντες (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ’, σ. 566).
Η Σμύρνη πρώτη θέσπισε τη λατρεία της Θεάς Ρώμης το 195 π.Χ. Το γεγονός αυτό επικαλέστηκαν οι Σμυρναίοι ειδωλολάτρες μάλιστα, δύο αιώνες αργότερα, το 26 μ.Χ. στην Σύγκλητο της Ρώμης, για να δοθεί σ’ αυτούς το «προνόμιο» να χτίσουν ναό στον αυτοκράτορα Τιβέριο (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε. τ. ΣΤ’ σ.566).
Η λατρεία του... απελευθερωτή της Ελλάδας, και σύμφωνα με τους Έλληνες Εθνικούς, Θεού Τίτου Κόιντου Φλαμινίνου, άρχισε αμέσως μετά το 196 π.Χ., και ακόμη και στους χρόνους του Πλούταρχου, αρχές 2ου αι. μ.Χ. λάμβανε χώρα (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ.566). Επί τριακόσια χρόνια οι Παγανιστές απέδιδαν θεϊκές τιμές λατρείας στον «θεό» που υποδούλωσε την Ελλάδα. Αυτό θα πει πατριωτισμός. Ρωμαϊκός. Όχι, δεν ήταν «Ρωμηοί», οι Ειδωλολάτρες, αλίμονο! Ήταν Γρακύλοι Ρωμαίοι με τους ομόθρησκούς τους Λατίνους Παγανιστές. Φυσικά, αφού η θρησκεία τους ήταν η ίδια, με ίδιους θεούς, πώς θα γινόταν να πολεμήσουν κατά των ομόθρησκων Λατίνων; Οι Ορθόδοξοι, όμως, πολεμούσαν κατά των αλλόθρησκων Μουσουλμάνων.
Φυσικά, είναι άτοπο να πει κανείς ότι όλα αυτά τα ζητούσαν οι ίδιοι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, γι' αυτό και δε μπορούσαν να κάνουν αλλιώς οι Ειδωλολάτρες της Ελλάδας. Είναι εξακριβωμένο πως δεν τα ζητούσαν (π.χ. ο Τιβέριος δυσφόρησε με τη θεοποίησή του από τους Έλληνες), κι όμως οι Ειδωλολάτρες τα προσέφεραν από πνεύμα δουλείας. Ακόμα όμως κι αν τα ζητούσαν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, αν οι Ελληνες ειδωλολάτρες είχαν τουλάχιστον κάποιο φιλότιμο, δε θα θεοποιούσαν από το 195 π.Χ., πριν ακόμα κατακτηθεί η Ελλάδα, οπότε δεν έχουν δικαιολογία ότι «τους εξανάγκασαν», την Ρώμη και τους αρχηγούς της (στρατηγούς και μετά αυτοκράτορες). Τουλάχιστον δε θα προσφωνούσαν οι Ειδωλολάτρες της Ελλάδας τους Ρωμαίους αυτοκράτορες ως «μέγιστος και ανίκητος» ή «σωτήρας του κόσμου» ή «πατέρας σύμπαντος του ανθρώπων γένους», ούτε θα γιόρταζαν τα γενέθλια και την ενηλικίωση του κατακτητή της πατρίδας τους (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ. 566 και 569).
Το μαύρο τους το χάλι είχαν οι Ειδωλολάτρες που κληροδοτούσαν τα ελληνικά κράτη τους στην Ρώμη (133 π.Χ. ο Ατταλος Γ' την Πέργαμο, το 75 π.Χ. ο Νικομήδης Γ' την Βιθυνία) (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ε', σ. 181) και λένε οι Ν/Π ότι για την παρακμή του αρχαιοελληνικού κόσμου, γι' αυτήν την δουλοπρέπεια των ειδωλολατρών Ελλήνων φταίει ο Χριστιανισμός;
Ας δείξουν αν μπορούν οι Νεοπαγανιστές ιερείς ειδωλολάτρες εθνομάρτυρες που σφάχτηκαν από Ρωμαίους Εθνικούς. Δεν μπορούν, γιατί όλοι ήταν Ρωμαιολάτρες – κι ύστερα κατηγορούν επί Ρωμαϊσμώ την Εκκλησία – κι όμως βγάζουν και γλώσσα για τους συνολικά 6.000 μοναχούς, παπάδες, επίσκοπους, πατριάρχες που έπεσαν θύματα του μίσους των Τούρκων. Που κατήντησαν, οι ρωμαιολάτρες Εθνικοί να κατηγορούν για ξενοδουλεία την Εκκλησία.
Αλλά και νωρίτερα, στους Περσικούς Πολέμους, οι Σπαρτιάτες ειδωλολάτρες έβαλαν την ειδωλολατρική θρησκεία τους πάνω από την ελευθερία της Ελλάδας, και όταν οι Αθηναίοι τους παρακάλεσαν να στείλουν στρατό στο Μαραθώνα, αυτοί αρνήθηκαν επειδή η θρησκεία τούς απαγόρευε να εκστρατεύουν πριν την πανσέληνο (Ηρόδοτος, 6, 106) Ποιοι έθεταν τη θρησκεία εναντίον των συμφερόντων του έθνους; Το 480 π.Χ. το μαντείο των Δελφών, προφανώς για να εμψυχώσει το έθνος πριν τη μάχη, έδωσε χρησμό με τον οποίο προέβλεπε συμφορά και αφανισμό των Ελλήνων (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Β', σ. 320). Οι ειδωλολάτρες Θάσιοι, Αιγινίτες, Θεσσαλοί, Λοκροί, Βοιωτοί και Θηβαίοι έδωσαν γη και ύδωρ στον ξένο εισβολέα. Οι Πολυθεϊστές Αργείοι δεν έλαβαν μέρος στους Μηδικούς πολέμους.
Με καμάρι γράφουν οι Νεοπαγανιστές «Οι Έλληνες κυριαρχούν στην «νικήτρια» Ρώμη». Κι επεξηγούν, έναν εκ των τρόπων που κυριάρχησαν: Ιδιαιτέρως από την εποχή του Κλαυδίου (41 - 54 μ.Χ.), οι Έλληνες, όχι μόνον αποκτούν τον τίτλο του Ρωμαίου πολίτου, αλλά, επιπλέον, πάρα πολλοί από αυτούς καταλαμβάνουν πολύ σημαντικές κοινωνικές και διοικητικές θέσεις μέσα στην Αυτοκρατορία:
Ύπατοι
Τιβέριος Ιούλιος Κέλσος Πολεμαιανός εξ Εφέσσου,
το έτος 91, Γαϊος Ιούλιος Αντίοχος Επιφανής Φιλόπαππος,
το 109, Τιβέριος Ιούλιος Ακύλας Πολεμαιανός,
το 110, Φλάβιος Αρριανός,
το 129, Ηρώδης Αττικός,
το 143, Αύλος Κλαύδιος Χάραξ εκ Περγάμου,
το 147, Μάρκος Αντώνιος Ζήνων,
το 148, Γαϊος Ιούλιος Σεβήρος,
το 155, Τιβέριος Κλαύδιος Ιουλιανός εξ Εφέσσου,
το 159, Μάρκος Πομπήϊος Μακρίνος,
το 160, Ατίλιος Λεύκιος Βιβούλλιος Ρήγιλλος,
το 185 και Τιβέριος Αριστοκλής
ανθύπατοι
Μάρκος Πομπήϊος Μακρίνος Νέος Θεοφάνης, ανθύπατος Ασίας το 170),

δήμαρχοι
Γάϊος Ιούλιος Ευρυκλής Ηρκλανός από την Σπάρτη,

διοικητές επαρχιών και αυτοκρατορικοί επίτροποι
Πομπήϊος Μάρκος του Θεοφάνους,
Γάϊος Ιούλιος Σεβήρος,
Φλάβιος Αρριανός,
Αύλος Κλαύδιος Χάραξ,
Μάρκος Κάσσιος Απρωνιανός,
Αππιανός εξ Αλεξανδρείας,

συγκλητικοί
Γάϊος Ιούλιος Ευρυκλής Ηρκλανός από την Σπάρτη,
Κλαύδιος Τιτιανός από τα Πάταρα,
Λεύκιος Φλάβιος Σουλπικιανός Δωρίων από την Κρήτη,
Τιβέριος Κλαύδιος Αγριππίνος από τα Πάταρα,
Ατίλιος Λεύκιος Βιβούλιος Ρήγιλλος,
Τιβέριος Κλαύδιος Αριστοκλής από την Πέργαμο,
Κάσσιος Δίων Κοκκηϊανός από τη Νίκαια της Βιθυνίας,

στρατηγοί (σημ. !!!)
Γάϊος Ιούλιος Ευρυκλής Ηρκλανός,

ιατροί ή σύμβουλοι αυτοκρατόρων
Γαϊος Στερτίνος Ξενοφών από την Κώ,
Καλλίστρατος,
Φιλόστρατος,
Νάρκισσος,
Πάλλας,
Κλέανδρος,

χιλίαρχοι (!)
Τιβέριος Κλαύδιος Κλεώνυμος από την Κώ,
Αύλος Κλαύδιος Χάραξ.

Αυτοί οι Φαναριώτες Παγανιστές αξιωματούχοι του κράτους που υπεδούλωσε την Ελλάδα είναι προφανώς λόγος υπερηφάνειας για τους Νεοπαγανιστές, ενώ, όταν οι ίδιοι Νεοπαγανιστές μιλούν για τους Οθωμανούς αξιωματούχους ελληνικής καταγωγής, τότε τους πιάνει η εθνική αξιοπρέπειά τους! Προφανώς, διότι οι Ελληναράδες Παγανιστές αξιωματούχοι της Ρώμης ήταν Εθνικοί, ενώ οι Φαναριώτες είχαν την ατυχία να είναι «Χατζηέλληνες». Αφού λοιπόν, χαίρονται οι Νεοπαγανιστές με τους φιλοΡωμαίους Παγανοφαναριώτες τους, να το καλοσκεφτούν την επόμενη φορά που θα αποκαλέσουν «προδότες» τους Έλληνες που ελάμβαναν αξιώματα επί τουρκοκρατίας.
Βέβαια, θλιβόμαστε που δεν μπορούν να λάβουν πια τέτοιους τιμητικούς τίτλους οι «Έλληνες Εθνικοί». Δυστυχώς παρενεβλήθη ο «ιουδαιοχριστιανισμός» και η καρριέρα των Παγανοφαναριωτών έληξε άδοξα. Όταν λοιπόν μερικοί Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι η Ειδωλολατρία έσωσε τον Ελληνισμό, η μόνη απάντηση είναι η παράθεση των ειδωλολατρικών προδοσιών. Τα παραπάνω δεν αναφέρθηκαν για να μειωθεί η προσφορά των αρχαίων προγόνων μας στην φιλοσοφία και την άμεση δημοκρατία. Αναφέρθηκαν για να πάψουν μερικοί να πιστεύουν στα σοβαρά πως η προδοσία κατά του έθνους ανακαλύφθηκε από τους Χριστιανούς. Προδότης μπορεί να γίνει ο καθένας, θρήσκος ή άθρησκος, πλούσιος ή φτωχός.
Γιατί λοιπόν οι Παγανιστές κατηγορούν το Χριστιανισμό, τους παπάδες, τον Πατριάρχη κλπ για «προδοσία», αφού οι Αρχαίοι Παγανιστές διέπραξαν όχι απλώς τα ίδια, αλλά χειρότερα; Μήπως θα πουν το φοβερό επιχείρημα πως τότε δεν είχαν «εθνική συνείδηση» οι Αρχαίοι Έλληνες; Ε τότε, παρομοίως, δεν είχαν ούτε και οι Έλληνες της Τουρκοκρατίας, οπότε ας μην τους αποκαλούν «προδότες» όταν συνεργαζόταν με Τούρκους, όπως οι Αρχαίοι Παγανιστές συνεργάζονταν με Παγανιστές Ρωμαίους κατακτητές. Αν δε το δεχτούν ούτε κι αυτό οι Νεοπαγανιστές, αποδεικνύονται διπρόσωποι υποκριτές, έχοντας δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Οι Νεοπαγανιστές, θα αντιπούν πως τις προδοσίες τις διέπραξαν οι «άρχοντες» και «οι ηγεσίες» των Αρχαίων κι όχι οι Εθνικοί δηλαδή ο απλός λαός των Αρχαίων. Όταν οι ηγεσίες των Χριστιανών διαπράττουν προδοσίες, τότε οι Νεοπαγανιστές αποκαλούν όλους τους Χριστιανούς «προδότες», ενώ όταν οι ηγεσίες των Εθνικών διαπράττουν προδοσίες, τότε οι Νεοπαγανιστές δεν αποκαλούν όλους τους Εθνικούς «προδότες». Περίεργους ορισμούς του «Εθνικού» και του «Χριστιανού» έχουν οι Παγανιστές, πράγματι! «Εθνικός» γι’ αυτούς σημαίνει μόνον τον λαό (ώστε να μην φταίνε οι «Εθνικοί» για τις προδοσίες τους), ενώ «Χριστιανός» σημαίνει και την ηγεσία και τον λαό (ώστε να φταίνε γενικά «οι Χριστιανοί» για τυχόν προδοσίες της ηγεσίας τους). Τέτοιους ακροβατισμούς στην Ιστορία κάνουν οι Νεοπαγανιστές, τέτοιες σοφιστείες χρησιμοποιούν, για να στηρίξουν την άποψή τους.
Γιατί οι φιλορωμαίοι & αντιρωμιοί Νεοπαγανιστές δεν κατηγορούν τους Παγανιστές Ρωμαίους που ερήμωσαν την Ήπειρο και την Κόρινθο; Λόγω ομοδοξίας; Γιατί δεν κατηγορούν τον Ρωμαίο Εθνικό Σύλλα που κατεδάφισε τα αθηναϊκά τείχη, κατέστρεψε τον Πειραιά και κατέσφαξε τους Αθηναίους; Μόνο για την «καταστροφή της αρχαίας Ελλάδας από τους Χριστιανούς & Βυζαντινούς» ξέρουν να μιλάνε;
Ας ασχοληθούν με τα χάλια των πολυθεϊστών τους, λοιπόν, οι αναβιωτές της Ειδωλολατρίας, ας εξηγήσουν γιατί επί 400 χρόνια οι ειδωλολάτρες δεν έκαναν ούτε μια εξέγερση, ενώ οι Ορθόδοξοι Έλληνες σε ίσο χρονικό διάστημα έκαναν πάνω από 70, και μετά ας κατηγορήσουν τον Χριστιανισμό.

38. «Το έθνος μας εδώ και 22 αιώνες βρίσκεται ουσιαστικά υπό ξένη κατοχή ... υπόδουλο στους τοποτηρητές ενός ξένου και εθνοκτόνου πολιτισμού».

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στα μέσα περίπου της δεκαετίας του '70 βρέθηκαν σε ένα νησάκι του Ειρηνικού δυο ξεχασμένοι γιαπωνέζοι στρατιώτες που δεν είχαν πληροφορηθεί ότι ο Β΄παγκόσμιος πόλεμος είχε τελειώσει. Χρειάστηκε ειδική διαταγή του αυτοκράτορα Χιροχίτο για να πεισθούν να παραδώσουν τα όπλα. Αυτό τρώγεται. Αλλά να συναντούμε ανθρώπους που λένε ότι οι Ρωμαίοι είναι ακόμα εδώ από το 146 π.Χ., και έχουμε ακόμη Ρωμαιοκρατία, τι να πούμε; Εξοχότατε Κύριε Πρόεδρε της Ελληνικής Δημοκρατίας, εκδώσατε παρακαλώ ένα διάταγμα που να επιβεβαιώνει ότι η χώρα μας δεν τελεί πλέον υπό ρωμαϊκή κατοχή, για να καθησυχαστούν οι συμπατριώτες μας αυτοί..
Είναι περίεργη η συλλογιστική κάποιων ανθρώπων, που δηλώνουν και «Εθνικοί». «Ξένου» πολιτισμού˙ ξένου έπειτα από 20 αιώνες; Τι είναι ξένο μετά από 20 αιώνες; «Τοποτηρητές»˙ αυτό δεν οδηγεί στη συνωμοσιολογία, αφού θα πρέπει να ανακαλύπτουμε εδώ κι εκεί «τοποτηρητές»; «Ουσιαστικά υπό ξένη κατοχή»˙ πάλι η συνωμοσιολογία, με την προσθήκη του «ουσιαστικά», δηλαδή εμείς οι υπόλοιποι δεν ξέραμε ώς τώρα ότι είμασταν υπο ρωμαϊκή κατοχή, και το βρήκαν αυτοί και μας το ανακοινώνουν. Ευτυχώς, λοιπόν, που υπάρχουν και αυτοί, που κατάλαβαν τι παίζεται...
...είναι, όμως, περίεργο: αφού εδώ και 22 αιώνες κάνουν κουμάντο οι τοποτηρητές ενός «εθνοκτόνου πολιτισμού», γιατί δεν πέθανε το έθνος; Αν είναι εθνοκτόνος ο πολιτισμός, γιατί αργεί τόσο πολύ, 22 αιώνες, ο θάνατος; Μήπως δεν είναι «εθνοκτόνος»; Τις πταίει;

39. "Οι Χριστιανοί της Ελλάδας δεν είναι Έλληνες, γιατί δεν προτιμούσαν το όνομα Έλληνας, το οποίο επανήλθε με τον Πλήθωνα Γεμιστό που ήταν παγανιστής".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Νεοπαγανιστικά Ψέμματα. Το όνομα Έλληνας με τη σημασία της εθνικής καταγωγής επανεμφανίζεται στα μέσα του 12ου αιώνα από τον Γεώργιο Τορνίκη, ήδη πρίν την Άλωση της Πόλης από τους Φράγκους στα 1204. Φυσικά ο Τορνίκης ήταν Χριστιανός, αυτό δεν τον κάνει καθόλου μη Έλληνα (A. Τoynbee, Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 213). Επίσης χρησιμοποιείται με την ίδια έννοια, μετά το 1204, από τον θεολόγο Καβασίλα, από τον Νικηφόρο Βλεμμύδη, από τον Θεόδωρο Μετοχίτη (που έχτισε τη μονή της Χώρας στην Πόλη) και από πολλούς άλλους Χριστιανούς διανοούμενους. «Η μόδα άρχισε στην Θεσσαλονίκη. Ο Νικόλαος Καβάσιλας [1290-1371], ο οποίος ήταν Θεσσαλονικιός, έγραψε για «την κοινότητά μας της Ελλάδας». Αρκετοί από τους σύγχρονούς του ακολούθησαν το παράδειγμά του» (St. Runciman, The Fall of Constantinople, Cambridge University Press, σ. 15). Ο Θεόδωρος Μετοχίτης γράφει «...σε μας, οι οποίοι έχουμε την ίδια καταγωγή και την ίδια γλώσσα με αυτούς [τους Έλληνες] και είμαστε διάδοχοί τους» (ἡμῖν οἳ καὶ τοῦ γένους ἐσμὲν καὶ τῆς γλώσσης αὐτοῖς [τοῖς Ἕλλησι] κοινωνοὶ καὶ διάδοχοι» (Β. Σπανδάγου-Ρ. Σπανδάγου-Δ. Τραυλού, Οι θετικοί επιστήμονες της βυζαντινής εποχής, εκδ. Αίθρα, σ. 117). Όλοι αυτοί οι Βυζαντινοί προσδιόριζαν τον εαυτό τους ως Έλληνα, δίχως να ταυτίζουν το όνομα με τον παγανισμό. Το Έλληνας για όλους τους παραπάνω αναφερόταν στην εθνικότητα, όχι στη θρησκεία. Δεν ισχύει λοιπόν η άποψη των Νεοπαγανιστών της εποχής μας ότι το όνομα Έλληνας επανέκτησε την εθνική του σημασία (ο ανήκων στο ελληνικό γένος) με τον παγανιστή Πλήθωνα. Έτσι, ακόμη και η ελάχιστη διεκδίκηση της αποκλειστικής χρήσης της εθνικής ονομασίας Έλληνας από τους Νεοπαγανιστές, αποδεικνύεται αυθαίρετη και όχι σπάνια δόλια.
«..πάλαι μὲν Ἑλλήνων, νῦν δὲ Γραικῶν καὶ Νέων Ρωμαίων διὰ τὴν Νέαν Ρώμην καλουμένων» γράφουν οι Ορθόδοξοι Πατριάρχες σε σύνοδο στα 1716, αναφέροντας τα εθνικά ονόματά μας. Ενώ ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος ο Πηγάς (1535-1602), δυο αιώνες πριν εμφανισθούν οι εκδυτικισμένοι αρχαιολάτρες κι αρχίσουν να αντιγράφουν την ψεύτικη αρχαιοπρέπεια της Δύσης, γράφει: «Εσείς είσθε το γένος εκείνο το περιφρονημένον των Ρωμαίων, το οποίον ποτέ εκυρίευσεν όλην την οικουμένην με την δύναμιν των αρμάτων. Η πρώτη μοναρχία των Περσών μετετέθη εις Αιγυπτίους, από τους Αιγυπτίους εις Μακεδόνας, οι οποίοι ήσαν Έλληνες το γνήσιον γένος σας. Από εκείνους δε εις τους Ρωμαίους, από τους οποίους εσείς και κρατάτε και λέγεσθε» (Ν.Β. Τωμαδάκη, «Μελέτιος ο Πηγάς και η εξάρτησις της Εκκλησίας Κρήτης εκ του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας», Tome commémoratif du Millénaire de la Bibliothèque d’ Alexandrie, Αλεξάνδρεια 1953, σ. 37-46, στο Ορθοδοξία και Αρχαίος Ελληνισμός του Ι.Μ. Χατζηφώτη, σ. 105.).

40. "Είναι προτιμότερη η αρχαία Ελλάδα με την δημοκρατία και τη φιλοσοφία της, από τον Μεσαίωνα που τίποτα δεν προσέφερε που να ξεπερνά τον Ελληνισμό".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Δικαίωμα του καθενός να προτιμά το ένα ή το άλλο. Δικαίωμά του να φαντάζεται τον εαυτό του βοσκό στην Αρκαδία να θυσιάζει κατσικάκια στους «Πατρώους θεούς». Καμμία αντίρρηση! Όμως, ας φανταστούν τον εαυτό τους να ζει στην κλασσική εποχή, στην Αθήνα. Οι ελεύθεροι πολίτες ήταν γύρω στους 30-40 χιλιάδες. Σε αυτούς αντιστοιχούν περίπου 350.000 δούλοι, που φυσικά δεν θεωρούνταν πλέον άνθρωποι, αλλά πράγματα ("ομιλούντα εργαλεία", όπως τα έλεγαν οι φιλόσοφοι). Θέλει λίγη τύχη να μην κατέληγαν στο γυναικωνίτη μια ζωή, ή στα λατομεία σαν δούλοι, ενώ λίγα χιλιόμετρα παραπέρα, στην Αγορά, οι φιλόσοφοι θα φιλοσοφούσαν για την ουσία των όντων....
Η Αθήνα της κλασσικής εποχής: «Οι δρόμοι της συχνά στένευαν πολύ, και φυσικά δεν είχαν παντού το ίδιο πλάτος. Τα σπίτια είχαν κακή διάταξη˙ άλλοτε ήταν αρκετά μέσα από το δρόμο κι άλλοτε εξείχαν. Τα νερά της βροχής και τα βρώμικα νερά τα άδειαζαν στο δρόμο, ή τα έχυναν από τα παράθυρα και τις πόρτες. Οι δρόμοι δεν ήταν πλακοστρωμένοι˙ κατεστραμμένοι από τα νερά που έτρεχαν επάνω τους και γεμάτοι λάσποι, γίνονται γρήγορα βόθροι, όταν ο καιρός είναι κακός. Φυσικά οι δρόμοι δε φωτίζονταν τη νύχτα. Φτωχότατες συνοικίες ήταν σκαλισμένες μέσα στο βράχο, λ.χ. στο προάστειο Κοίλη, στο μέρος όπου τα Μακρά Τείχη συναντούσαν τα οχυρώματα της πόλης. Άλλες κατοικίες στήριζαν μόνο τα νώτα τους στους τοίχους του βράχου κατάλληλα χαραγμένους.
Στις λαϊκές συνοικίες τα περισσότερα σπίτια ήταν πολύ μικρά. Τα αποτελούσε ένα ισόγειο μόνο, με δύο ή τρία πολύ μικρά δωμάτια. Οι τοίχοι αυτών των σπιτιών ήταν από ξύλο, από κεραμίδι άψητο ή από χαλίκια που τα συγκολλούσε πηλός καμωμένος από χώμα βρεμένο. Ήταν τόσο εύκολο να τους τρυπήσει κανείς που οι κλέφτες δεν έκαναν τον κόπο να παραβιάσουν τις πόρτες και τα παράθυρα˙ προτιμούσαν να κάνουν μια τρύπα σ’ αυτούς τους λεπτούς μεσότοιχους. Οι στέγες ήταν επίπεδες. Τα παράθυρα, όταν υπήρχαν, ήταν αναγκαστικά πολύ μικρά, είχαν το μέγεθος ενός απλού φεγγίτη, αφού οι αρχαίοι δεν ήξεραν να χρησιμοποιούν τζάμια διαφανή˙ εάν, όταν έκανε κακό καιρό, ήθελαν να κλείσουν τα παράθυρα, το πετύχαιναν με πανιά σκιερά» (Robert Flaceliére, Ο Δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων, εκδ. Παπαδήμα, σ. 25, 27).
Ας πάρουμε μια ιδέα για το τι γινόταν με τους δούλους στην «ανεκτική πολυθεϊστική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» με το «προχριστιανικό ήθος» της: Οι σκλάβοι που θεωρούνται επικίνδυνοι για να το σκάσουν, φοράνε στο λαιμό τους ένα μπρούτζινο κολλάρο, σαν εκείνο των σκυλιών. Κι όπως στους σκύλους, γράφουν πάνω στο κολλάρο το όνομα του αφέντη, τη διεύθυνση, το όνομα του σκλάβου και μια στερεότυπη φράση: «το ‘χω σκάσει˙ πιάσε με και πήγαινέ με πίσω». Δεκάδες τέτοια περιλαίμια βρέθηκαν στη Ρώμη και πάνω στο μέταλλο διαβάζουμε τις ίδιες συστάσεις:
«Με λένε Ιανουάριο, είμαι δούλος του Δεξιού, του γραφέα της Συγκλήτου, που μένει στο πέμπτο διαμέρισμα».
«Με λένε Πετρωνία. Πιάσε με γιατί τό ‘χω σκάσει. Πήγαινέ με πίσω στο σπίτι του Θεοδοτένη».
Στην Αφρική, στην πόλη Bulla Regia, ο σκελετός μιας γυναίκας περίπου σαράντα χρονώ φέρει ακόμα γύρω από το λαιμό το μπρούτζινο κολλάρο που μας δείχνει το επάγγελμά της:
«Είμαι η Μοιχαλίς, πόρνη. Πιάσε με γιατί το ‘χω σκάσει απ’ την Bulla Regia» (Catherine Salles, Η άλλη όψη της Αρχαιότητας. Ο υπόκοσμος, εκδ. Παπαδήμα, σ. 279).
Τι λέει ο Fustel De Coulanges στο κλασσικό βιβλίο του Η αρχαία πόλη (σ. 345-351): «Ο άνθρωπος δεν είχε κανενός είδους ανεξαρτησία. Ο άνθρωπος δεν ήταν ελεύθερος να πιστεύει ό,τι ήθελε. Η ελευθερία της σκέψης σχετικά με τη θρησκεία της πόλης ήταν κάτι εντελώς άγνωστο στους Αρχαίους. Ο άνθρωπος είχε πολύ μικρή αξία απέναντι στην ιερή και σχεδόν θεϊκή αξία που ονόμαζαν πατρίδα ή πόλη-κράτος. Το κράτος ... μπορούσε να καταδικάσει έστω και αθώους, όταν θεωρούσε ότι απειλείται το συμφέρον του. Το ολέθριο αξίωμα ότι η σωτηρία του κράτους αποτελεί τον υπέρτατο νόμο διατυπώθηκε κατά την Αρχαιότητα».
Θα ήθελε κανείς να ζει υπό τέτοιες συνθήκες; Θεωρεί κανείς συμβατά την ελευθερία και όλα τα παραπάνω αξιώματα; Αν ναι, τότε δικαίως θα προτιμούσε να ζούσε στην εποχή εκείνη. Και ο Coulanges (απο)τελειώνει τη θεωρία του μέσου νεοέλληνα Παγανιστή ότι στην Αρχαία Εποχή υπήρχε η Αρμονία και η Ευτυχία/Ελευθερία: «Μια ακόμη πλάνη ανάμεσα στις τόσες και τόσες της ανθρωπότητας είναι το να πιστεύει κανείς πως το αρχαίο κράτος παρείχε ελευθερίες στον άνθρωπο. Θα δούμε ότι το πολίτευμα άλλαξε πολλές φορές σχήμα˙ αλλά η φύση του κράτους και η παντοδυναμία του δε μετριάστηκε ποτέ» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 350). Ούτε λόγος λοιπόν για ανθρώπινα δικαιώματα στην Αρχαιότητα. Τα Ανθρώπινα Δικαιώματα είναι αδύνατο να δικαιολογηθούν θεωρητικώς, εάν πιστεύει κανείς στην οντολογική ιεραρχία και διάκριση πολίτη-ξένου, ελεύθερου-δούλου, άντρα-γυναίκας.
Η ιδιωτική ζωή δεν ξέφευγε από την παντοδυναμία του κράτους. Η Σπάρτη τιμωρούσε όχι μόνο αυτόν που παρέμενε άγαμος αλλά και αυτόν που αργούσε να παντρευτεί. Πολυδεύκης, 3, 48: «ἦσαν καὶ ἀγαμίου δίκαι πολλαχοῦ καὶ ὀψιγαμίου καὶ κακογαμίου ἐν Λακεδαίμοσι». Στη Ρώμη, με απόφαση του τιμητή επέβαλλαν πρόστιμο στους άγαμους (Βαλέριος Μάξιμος, 2, 9˙ Α.Γέλλιος, 1, 6 & 2, 15˙ Κικέρων, De legibus, 3, 3). Θα ήθελε κανείς, ξαφνικά οι νόμοι του κράτους ν’ αλλάξουν και με το ζόρι να παντρευόμαστε, στα γρήγορα, με μοναδικό σκοπό την δημιουργία «γνήσιων απογόνων»;
Στη Ρόδο ο νόμος απαγόρευε το ξύρισμα της γενιάδας˙ στο Βυζάντιο, τιμωρούσε με πρόστιμο όποιον κρατούσε στο σπίτι του ξυράφι˙ στη Σπάρτη, ο νόμος απαιτούσε να ξυρίζουν το μουστάκι. Δηλαδή μιλάμε για τέλεια παραφροσύνη, αν κάποιος Ν/Π ήθελε να ακολουθήσουμε τα πρότυπα της Αρχαιότητας. Ποιας πόλης νόμους θα ακολουθούσαμε; Μήπως η απαγόρευση του ξυρίσματος της γενιάδας είναι «η αυθεντική ελληνικότητα»; Ή συμβαίνει το αντίθετο; Και βρίσκει κανείς λογικό να λέει ο νόμος και το σύνταγμα τι θα κάνουμε με τη εμφάνισή μας;
Γιατί συνέβαιναν, όμως, όλα αυτά; Διότι οι αντιλήψεις που επικρατούσαν σε όλη την Αρχαιότητα ήταν σαν κι αυτή του Πλάτωνα: «Τι θα συμβεί αν [ο νομοθέτης] πιστεύει ότι δεν πρέπει να επέμβει στην ιδιωτική ζωή του πολίτη κι ότι μπορεί να περνά καθένας τη μέρα του όπως θέλει, αντί να ενεργεί σύμφωνα με τους κανονισμούς; Αν αφήσει την ιδιωτική ζωή χωρίς νόμους πιστεύοντας ότι οι πολίτες θα δεχτούν να είναι νομοταγείς στη δημόσια ζωή τους, κάνει μεγάλο λάθος» (Πλάτωνα, Νόμοι 780a). Ορίστε, λοιπόν, ο αρχαιοελληνικός αντιεξουσιασμός, που μερικοί τον έχουν και ως πρότυπο.
Ένα άλλο ζήτημα που κανείς ιδεαλιστής αρχαιολάτρης δε λαμβάνει καθόλου σοβαρά υπόψη του όταν συγκρίνει Χριστιανική και Αρχαία ιδεολογία είναι η παιδοκτονία αθώων βρεφών. Την παιδοκτονία οι Αρχαίοι Έλληνες την έβλεπαν ως μια πράξη άνευ σημασίας, αφού το παιδί δεν ανήκει ακόμη στη ζωή του κοινωνικού συνόλου. Οι Αρχαίοι Έλληνες «γονείς» μπορούσαν για οποιοδήποτε λόγο να εκθέσουν, δηλαδή να αφήσουν στις ερημιές οποιοδήποτε δικό τους νεογέννητο, συχνότερα τα νόθα βρέφη και τα κοριτσάκια. Εγκατελλειμένο εκτός πόλεως το βρέφος συχνά κατασπαράσσονταν από λύκους, σκύλους ή άλλα άγρια ζώα. Οι αρχαίοι κάτοικοι της Αττικής και των Αθηνών πετούσαν τόσο συχνά τα βρέφη τους ώστε πλήθος αυτών βρίσκονταν εις τους αγρούς ως βορά των όρνεων και των σκύλων, ενώ μέσα στην πόλη των Αρχαίων Αθηνών η «αστυνομία», με τους δημόσιους δούλους μάζευε τα κατασπαραγμένα βρέφη από τους δρόμους. Τα πιο «τυχερά», τα οποία δεν πέθαιναν από το κρύο ή από τα δόντια των ζώων τα έβρισκε και τα μάζευε κάποιος και τα ανέθρεφε, όχι φυσικά για τη ψυχή της «Ελληνίδας Εθνικής» μάνας του αλλά για να τα κάνει δούλους και να τα πουλήσει.
Στην Αρχαία Σπάρτη εκτός από τις παραπάνω ανώμαλες αντιλήψεις ότι ο πατέρας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει τα παιδιά του, υπήρχε κι ένας πρόσθετος λόγος για την έκθεση των βρεφών: η ευγονική. Εξέταζαν το νεογέννητο, κι άν μεν το έβρισκαν καλοσχηματισμένο και ρωμαλέο, επέτρεπαν στους γονείς του να το αναθρέψουν αν όμως ήταν ασθενικό και με κακή διάπλαση, τό έριχναν στους «Αποθέτες» (Ο πραγματικός «Καιάδας» ήταν βάραθρο όπου έριχναν τους δούλους τους οι παληκαράδες Σπαρτιάτες), σε ένα τόπο δηλαδή βαραθρώδη κοντά στον Ταΰγετο. Η βρεφοκτονία ήταν τόσο διαδεδομένη στην Αρχαία Ελλάδα, που ο Πολύβιος (205-118 π.Χ.) αποδίδει την ελάττωση του πληθυσμού της Ελλάδας σε αυτήν. Ο Κικέρων (106-43 π.Χ.) αποδέχεται την βρεφοκτονία, τουλάχιστον για τα ανάπηρα βρέφη, παραθέτοντας την Δωδεκάδελτο του νόμου των Ρωμαίων Εθνικών (De Legibus, 3, 8). Ακόμα και ο στωικός φιλόσοφος Σένεκας (4 π.Χ.-65 μ.Χ.) έλεγε: «πετάμε όσα παιδιά γεννιούνται αδύναμα» (De Ira, 1, 15, 2). Από την άλλη μεριά, υπό την επιρροή του χριστιανισμού οι Αυτοκράτορες Μέγας Κωνσταντίνος, Βαλεντιανός Α΄, Γρατιανός, Ωνώριος, Μέγας Ιουστινιανός νομοθέτησαν την ποινή του θανάτου στους γονείς που εξέθεταν τα μωρά τους.
Οι Νεοπαγανιστές που βρίζουν το χριστιανισμό ως εποχή οπισθοδρόμισης ως «μια σατανική αίρεση, αιμοσταγή και αιμοδιψή», έχοντας το θράσσος να την λέν Era Vulgaris, πώς δικαιολογούν τουλάχιστον στον εαυτό τους αυτή τη διαβολική σκληρότητα και αδιαφορία των «Ουμανιστών» αρχαίων για ανυπεράσπιστα όντα που έτυχε να έχουν κάποιο πρόβλημα υγείας ή που ο πατέρας τους τα καταδίκαζε ή σε θάνατο ή να είναι δούλοι;
Το ήθος της παγανιστικής Ρώμης την οποία διαδέχτηκε το Βυζάντιο φαίνεται από τα έργα των αυτοκρατόρων της. Ουδέποτε διέπραξαν – ακόμη και οι χειρότεροι – βυζαντινοί αυτοκράτορες πράγματα παρόμοια με τα εγκλήματα των διεστραμμένων ειδωλολατρών Ρωμαίων:
Ο Τιβέριος «εξαπατούσε τα θύματα και τους πότιζε πολύ κρασί, οπότε ξαφνικά έδενε τα γεννητικά τους όργανα και τους άφηνε να πρήζονται εξαιτίας του σχοινιού και της κατακράτησης των ούρων» (Σουητώνιος, Τιβέριος, 62). Ο Τιβέριος «εκπαίδευε μικρά παιδιά που τα αποκαλούσε ψαράκια, και τα οποία τριγύριζαν ανάμεσα στα σκέλη του, όταν κολυμπούσε και παίζαν γλείφοντάς του ή δαγκώνοντάς τον στα απόκρυφα. Επίσης λεγόταν ότι σε μικρά που δεν είχαν σταματήσει το θηλασμό τους έδινε το όργανό του σαν βυζί, νοιώθοντας ικανοποίηση» (Σουητώνιος, Τιβέριος, 44).
Ο Νέρων έκαψε τη Ρώμη (Σουητώνιος, Νέρων, 38), γιατί δεν του άρεσε ο τρόπος με τον οποίο ήταν χτισμένη. Ο Νέρωνας «ντυνόταν το δέρμα κάποιου άγριου ζώου, πεταγόταν έξω από ένα κλουβί και επετίθετο στα απόκρυφα ανδρών και γυναικών που ήταν δεμένοι σε στύλους» (Νέρων, 29). «Μόλις νύχτωνε φορούσε περούκα και σκούφο και γυρνούσε στις ταβέρνες ή στους δρόμους συνήθως χτυπούσε τους ανθρώπους που γυρνούσαν στο σπίτι τους από τα γεύματα και μαχαίρωνε όποιον του αντιστεκόταν» (Νέρων, 26).
Ο Καλιγούλας, «όταν διαπίστωσε ότι του στοίχιζε ακριβά το κρέας για τη σίτιση των θηρίων ενός θεάματος που ετοίμαζε, υπέδειξε εγκληματίες των φυλακών για βορά των θηρίων. Παίρνοντας με τη σειρά ςτις φυλακές, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις πινακίδες πάνω στις οποίες αναγραφόταν τα σχετικά της ποινής επέλεγε τυχαία τα θύματά του.(..) Τον υπεύθυνο της διοργάνωσης των μονομαχικών αγώνων και θηριομαχιών, αφού έβαλε να τον μαστιγώνουν παρουσία του και για πολλές ημέρες, τον αποτέλειωσε μόνον όταν προσβλήθηκε από την κακοσμία του εγκεφάλου του που είχε αρχίσει να σαπίζει. Έναν ποιητή της Ατελλανής κωμωδίας τον έκαψε μέσα στη μέση του αμφιθεάτρου εξαιτίας κάποιου διφορούμενου στίχου που απήγγειλε» (Σουητώνιου, Καλιγούλας, 27). «Όταν κάποτε είχαν προσαχθεί στο βωμό τα προοριζόμενα για τη θυσία σφαγία, ο ίδιος ντυμένος ως θύτης σήκωσε ψηλά τον πέλεκυ και αντί για το ζώο σκότωσε τον άνθρωπο που θα το τεμάχιζε» (Καλιγούλας, 32).
Ο Δομιτιανός «έκαιγε τα γεννητικά όργανα των συνενόχων του Αντωνίνου, για να ομολογήσουν συνενόχους. (...) Τον Ερμογένη από την Ταρσό, τον θανάτωσε επειδή έκανε κάποιους υπαινιγμούς στην ιστορία του, και σταύρωσε τους βιβλιοθηκάριους που την είχαν αντιγράψει» (Σουητώνιου, Δομιτιανός, 10).
Στις θεατρικές παραστάσεις στην παγανιστική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία «ο ηθοποιός που έπαιζε το ρόλο ώς τη στιγμή του θανάτου του ήρωα παραχωρούσε τη θέση του σ’ έναν «εγκληματία» ή απλούστατα σ’ ένα δούλο που κατασπαραζόταν από άγρια θηρία, καιγόταν ζωντανός ή σταυρωνόταν έπειτα από διάφορα μαρτύρια. Έτσι οι θεατές παρακολουθούσαν τη γνήσια επιθανάτια αγωνία ενός ανθρώπου. Αν π.χ. η παράσταση είχε για θέμα το μύθο του Ηρακλή, ο ήρωας καιγόταν τελικά μέσα στο ρούχο του Νέσσου. Αν έδειχναν τα πάθη του Άττι, έκοβαν μπροστά στα μάτια όλων το πέος ενός δυστυχισμένου και αργότερα τον σκότωναν. Αν παρουσίαζαν το μύθο του Προμηθέα, πασάλειβαν το κορμί κάποιου με αίμα και έπειτα άφηναν έναν πεινασμένο αετό να του ανοίξει την κοιλιά και να του φάει τα σπλάγχνα» (Ernst Borneman, Η Πατριαρχία, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, σ. 621). Έχουν κάποιοι το θράσσος, ύστερα απ’ αυτά, να κατηγορούν την Εκκλησία που καταφερόταν εναντίον του θεάτρου του 4ου αι. ή τους Βυζαντινούς που δεν... συνέχισαν τόσο επάξια το θέατρο της ειδωλολατρικής εποχής (ξεχνάνε οι αρχαιολάτρες πως κι ο Ιουλιανός σιχαινόταν το θέατρο του 4ου αι.). Αν βέβαια συνέχιζε αυτό το αίσχος που λεγόταν «θέατρο της ύστερης αρχαιότητας» το Βυζάντιο, οι αρχαιολάτρες αντιχριστιανοί θα άλλαζαν τακτική και θα το κατηγορούσαν ως απάνθρωπο.
Ορισμένοι Νεοδωδεκαθεϊστές υποστηρίζουν πως επί Βυζαντίου: «Για να επικρατήσει ο χριστιανισμος επέβαλλε την τέλεια αποβλάκωση. Το πλήρες σκότος. Απηγόρευσε τα μαθηματικά και την ιατρική ως δήθεν σατανικές ασχολίες.» Αυτοί είτε δεν ασχολήθηκαν με τους βυζαντινούς λογίους, μαθηματικούς και ιατρούς, είτε είναι ψεύδονται ασύστολα. Για χάρη τους αξίζει να παρουσιαστούν ελάχιστοι εκ των Ρωμηών χριστιανών μηχανικών και γιατρών του Βυζαντίου, ώστε να μη μιλάνε για πράγματα που δεν γνωρίζουν, όταν υποστηρίζουν πως ο Χριστιανισμός απαγόρευσε τα μαθηματικά και την ιατρική και πως οι επιστήμες αυτές δεν υπήρχαν ή δεν προόδευσαν στο Βυζάντιο.
Α': Μαθηματικοί και Μηχανικοί στο Χριστιανικό Βυζάντιο:
Καβασίλας Νικόλαος, λόγιος, μαθηματικός και αστρονόμος. Σε επιστολή του αποδίδει τις παλίρροιες στην έλξη που προκαλεί η δύναμη της σελήνης, η οποία διαδίδεται ευθύγραμμα μαζί με το φώς της.
Μοσχόπουλος Μανουήλ, λόγιος και μαθηματικός, συγγραφέας του «Παράδοσις εις την εύρεσιν των τετραγώνων αριθμών» που συνίσταται στην διάταξη ν^2 ακεραίων μέσα σε ένα τετράγωνο με ν γραμμές και ν στήλες έτσι ώστε οι αριθμοί που διατάσσονται σε κάθε γραμμή, σε κάθε στήλη, και σε κάθε διαγώνιο να έχουν το άθροισμα ν*(ν^2 +1)/2
Νικηφόρος Γρηγοράς, μαθηματικός και αστρονόμος. Στα 1325 κατάλαβε με δικές του μετρήσεις το σφάλμα του Ιουλιανού ημερολογίου το οποίο και διόρθωσε. Υπολόγισε όλες τις εκλείψεις του ηλίου της τελευταίας χιλιετίας. Βελτίωσε τον αστρολάβο έτσι ώστε ο αστρονόμος να βρίσκει με ορισμένη μέθοδο με κάθε δυνατή ακρίβεια σε δεδομένο χρόνο τις θέσεις των αστέρων.
Παχυμέρκης Γεώργιος, μαθηματικός και αστρονόμος. Λύνει προβλήματα β' βαθμού, γραμμικά συστήματα και προχωρεί στην λύση της εξίσωσης χ^3 - 4*χ^2 + χ -4 = 0.
Ισίδωρος ο Μιλήσιος, αρχιτέκτονας της Αγίας Σοφίας, ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη Σχολή Μηχανικών όπου διδάσκονταν έργα του Ευκλείδη (Στοιχεία) και του Αρχιμήδη. Του αποδίδεται η εφεύρεση ενός οργάνου για τη χάραξη υπερβολών.
Στην Ορθόδοξη Χριστιανική Ρωμανία η αρχιτεκτονική και μηχανική επιστήμη είχε προχωρήσει τόσο, που στις πηγές διαβάζουμε για
-τριόροφες και τετραόροφες οικοδομές (Ι. Χρυσόστομος, PG 58, 522, Αρμενόπουλος, Εξάβιβλος 2, 4, 28),
-πενταόροφες οικοδομές (Θεοφάνης 172, 9 και 265, 3. Τζέτζης Χιλιάδες, χιλ. 5, ιστορ. 17, στιχ. 518. Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς 2, 377, 16)
-διάταγμα του Αυτοκράτορα Λέοντα Α’ από το έτος 429 μ.Χ., που απαγορεύει να κτίζονται ιδιωτικά κτίρια ψηλότερα των 100 ποδιών – 24 μέτρων (Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. Πανεπιστημίου Καίμπριτζ, ελλ. εκδ. Μέλισσα, τ. 2, σ. 828).
Βέβαια, ισχυρίζονται κάποιοι πως οι Βυζαντινοί, που έχτιζαν κτίρια σαν την Αγία Σοφία, το Θεοδοσιανό Τείχος, που έκτιζαν εννιαόροφες, τετραόροφες και πενταόροφες οικοδομές τον 5ο, 12ο και 14ο αιώνα, που έκτιζαν ιδιωτικά κτίρια ύψους είκοσι τεσσάρων (24) μέτρων ήδη από τον πέμπτο μ.Χ. αιώνα, δεν ανέπτυξαν τα μαθηματικά και τη μηχανική.
Β': Ιατρικά συγγράμματα, ιατροί και νοσοκομεία στο Χριστιανικό Βυζάντιο
η δωδεκάτομη Παθολογία του εκ Τράλλεων Αλεξάνδρου όπου δίνονται λεπτομέρειες για 120 εγχειρήσεις, από τη μαστεκτομή ώς την αφαίρεση ουρόλιθων,
η Σύνοψη της Ιατρικής των Νικήτα και Λέοντα (9ος αι.) που αναφέρεται σε χειρουργικά θέματα και εργαλεία,
το Ιατρικά εκκαίδεκα του Αέτιου 16 τόμων, εκ των οποίων ο 7ος αφορά την οφθαλμολογία (φάρμακα και επεμβάσεις).
Ο γιατρός Ιωάννης Ακτουάριος τον 14ο αι. πρώτος ανακάλυψε το παράσιτο της ταινίας, τον τριχοκέφαλον άνισον.
Στο Βυζάντιο γίνονταν επιτυχείς εγχειρήσεις δύσκολες, όπως η εγχείρηση διαχωρισμού σιαμαίων τον 10ο αι., ενδοκυστικής λιθοτριψίας (8ος αι. «βίος αγ.Θεοφάνους» όπου αναφέρεται ότι ειδικά εργαλεία μπήκαν στην κύστη δια της φυσικής οδού και έτριψαν τους λίθους), ενδοκαυτηρίασης ουρήθρας (11ος αι. , στον Ισαάκ Α’ Κομνηνό) κ.ά (Βυζαντινός Δόμος, τ. 7).
Το νοσοκομείο του Παντοκράτορος είχε στην Κωνσταντινούπολη του 12ο αι. 5 θαλάμους, συνολικά 50 κρεββάτια και 5 επικουρικά ανά θάλαμο, 12 εκ των οποίων για τις άρρωστες γυναίκες, 8 για οφθαλμικές παθήσεις, 13 άντρες γιατροί, μία γυναίκα γιατρός, και 2 χειρούργοι, 11 υπηρέτες, 5 πλύντριες, 2 μάγειρους, 2 αρτοποιούς, 1 κλητήρα, 1 θερμαστή, 1 ιπποκόμο για τα άλογα των γιατρών, 1 θυρωρό, 4 σαβανωτές, 1 μυλωνά, 1 καθαριστή αποθηκών, κι έναν για να τροχίζει τα χειρουργικά εργαλεία (Βυζαντινός Δόμος, τ.4).
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Fri Oct 01, 2021 6:00 pm

41. "Η αρχαία Σπάρτη ήταν όχι μόνο πρότυπο πολιτείας, αλλά και ηρωικής άμυνας κατά των κάθε λογής βαρβαρικών εισβολέων, και διέσωσε, αντίθετα από τους Μακεδόνες του Αλέξανδρου που κατέλυσαν την πόλη-κράτος, τον πυρήνα της ελληνικότητας ή τους Αθηναίους, οι οποίοι με τον ιμπεριαλισμό τους οδήγησαν την αρχαία Ελλάδα στον Πελοποννησιακό πόλεμο και την παρακμή".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Μερικοί συγκρίνουν αρνητικά την προσφορά της αρχαίας Μακεδονίας ως προς την αρχαία Σπάρτη αναφορικά με την προάσπιση του αρχαίου Ελληνισμού. Σε αντίθεση με τη Μακεδονία που μήδισε περιστασιακά και κάτω από την περσική επίθεση, η Σπάρτη μήδισε, όχι για να σώσει το τομάρι της, όπως ο μακεδόνας βασιλιάς, αλλά για να υποδουλώσει τους υπόλοιπους Έλληνες (Ιωνία, το λίκνο της ελληνικής φιλοσοφίας, και Κύπρο) και να καταστρέψει την Αθήνα, σε μια στιγμή που δεν την απειλούσε ο Πέρσης. Επιπλέον, να θυμίσουμε ότι το βάρος της άμυνας κατά των αρχαίων Ρωμαίων το ανέλαβε σχεδόν εξ ολοκλήρου το βασίλειο της Μακεδονίας, ενώ η Σπάρτη προσκύνησε τους Ρωμαίους, πάλι για τιποτένια τοπικιστικά ανταλλάγματα.
Μερικοί Νεοπαγανιστές μιλάνε για την «θεοκρατία» που εισήγαγε ο Μέγας Αλέξανδρος στον ελληνισμό, αλλά δε βγάζουν μιλιά για την θεοκρατία της αρχαίας Σπάρτης. Γι’ αυτό, αποκαλείται υβριστικά ο Μέγας Αλέξανδρος «υπέρφρονας», ενώ αλλού, σε μία αποκαλυπτική, γεμάτη μίσος αποστροφή για τον ελληνιστικό/μακεδονικό ελληνισμό αποκαλείται «καταστροφικό» το έργο του Μεγάλου Αλεξάνδρου με την κατάληξη «κανείς πίσω από τον Αλέξανδρο».
Δεν είναι ο Αλέξανδρος ο καταλυτής της «ελευθερίας των Ελλήνων», όπως οι Νεοπαγανιστές τον βρίζουν. Ελευθερία, όπως την είχαν καταντήσει, δεν ήταν ελευθερία. Ήταν αυτοκτονία, μακροπρόθεσμα, του ελληνικού πολιτισμού. Ας φανταστούμε μόνο, αν δεν είχε εξαπλωθεί ο ελληνισμός τόσο πολύ, πόσο θα επιζούσε στην ρωμαϊκή οικουμένη. Ας αναλογιστούμε, πόσο θα άντεχε στην πίεση ο μικρός επαρχιώτικος νοτιοελλαδισμός, αν δεν είχε ήδη γίνει χάρη στον Μέγα Αλέξανδρο διεθνής ο ελληνισμός στην ανατολική Μεσόγειο, ώστε να τον σεβαστούν ως διεθνή οι Ρωμαίοι. Κατέλυσε ο Αλέξανδρος απλώς την «ελευθερία» να αλληλοσφάζεται ο Ελληνισμός, την ελευθερία να παρακμάζει ως λαός ολοένα και περισσότερο με τους εμφύλιους της κάθε αναρχοαυτόνομης πολίχνης-στρούγκας που δανειζότανε λεφτά από τον Πέρση (που παραμόνευε), για να καθυποτάξει τις γειτονικές στρούγκες ή να αρπάξει από αυτές κανένα χωράφι...κι αυτό το λένε «ελευθερία», την οποία κατέλυσε ο Αλέξανδρος. (Δεν υποστηρίζουμε, βεβαίως, ότι ο Αλέξανδρος ήταν «ο μέγιστος των Ελλήνων», όπως λεν οι εθνικιστές. Μέγιστοι ήταν οι φιλόσοφοι και οι αθηναίοι νομοθέτες. Αλλά, ότι ήταν Μέγας, ήταν.). Ο μόνος πραγματικός λόγος, για τον οποίο οι αρχαιόπληκτοι μισούν τον Μέγα Αλέξανδρο, είναι διότι αυτός είναι ο πρόδρομος της Ρωμηοσύνης.
Λέγουν, με περισσή ταπεινοφροσύνη, οι Νεοπαγανιστές του ΥΣΕΕ, ότι η Αρχαία Σπάρτη είχε ως πρότυπο την αμυντική πολεμική προετοιμασία και δεν ήταν καθόλου επιθετική, όπως ο Αλέξανδρος. Ψέμματα. Η Αρχαία Σπάρτη είχε ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις. Γι’ αυτό κήρυξε τον πόλεμο στην Αθήνα. Γι’ αυτό ηγήθηκε, μετά την νίκη της, της Σπαρτιατικής ηγεμονίας στην Ελλάδα. Γι’ αυτό δέχθηκε περσικό χρυσάφι, προκειμένου να υπογράψει την προδοτική Ανταλκίδειο Ειρήνη με τους Πέρσες. Η «μη ιμπεριαλιστική» Λακεδαιμονία, όπως γνωρίζουμε (Βλέπε τον χάρτη που δείχνει τις διαδοχικές επεκτάσεις της Λακεδαιμονίας, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών, τ. Β’, σ. 51), ενώ αρχικά, στον 10ο αι. π.Χ. ήταν ένα μικρό κράτος γύρω από την πόλη της Σπάρτης, κατακτά 1) την περιοχή της Πελλάνας-Σελλασίας, στα βόρεια, στο β’ μισό του 10ου αι., 2) την περιοχή της Αιγύτιδας, στα βόρεια, στο τέλος του 9ου αι., 3) την περιοχή των Αμυκλών, της Σελινούς, των Γερόνθρων, της Φάριδος, στα νότια, στην τρίτη δεκαετία του 8ου αι., 4) την περιοχή της Δενθελιάτιδας, στα δυτικά, κατά την τρίτη-τέταρτη δεκαετία του 8ου αι., 5) την κάτω κοιλάδα του Ευρώτα, το Ταίναρο και τον Ταΰγετο, στα νότια, στα μέσα του 8ου αι., 6) την πεδιάδα της Στενυκλάρου, στα δυτικά, κατά τον Α’ Μεσσηνιακό Πόλεμο, στο β’ μισό του 8ου αι., 7) την περιοχή των Φαρών (Καλαμάτας), την ίδια εποχή, 8) αργότερα ολόκληρη την Μεσσηνία και την νοτιοανατολική Πελοπόννησο ώς τον 5ο αι. π.Χ. Ένα αρχικώς μικρότατο δωρικό κρατίδιο κατέλαβε σταδιακά ολόκληρη την νότια Πελοπόννησο˙ προφανώς επειδή δεν είχε – σύμφωνα με ορισμένους Νεοπαγανιστές – ιμπεριαλιστικές βλέψεις. Αλλά και ίδια η φαινομενική διστακτικότητα της Αρχαίας Σπάρτης να κάνει επιθετικές εκστρατείες δεν οφειλόταν στο ανύπαρκτο φιλειρηνικό πνεύμα της, αλλά στην ύπαρξη πολυπληθών Ειλώτων (αυτοχθόνων κατοίκων που υποδούλωσαν οι Δωριείς), που, αν ο Σπαρτιατικός στρατός (οι Σπαρτιάτες ήταν ολιγάριθμοι) βρισκόταν μακριά από τη Λακεδαίμονα για πολύ καιρό, θα επαναστατούσαν. Ο φόβος κι όχι ο φιλειρηνισμός ήταν το αίτιο της αρχαίας σπαρτιατικής πολιτικής.
Τα επιχειρήματα των φιλολακεδαιμόνιων Νεοπαγανιστών κατά της «ιμπεριαλιστικής Αθήνας» που τάχα κατέστρεψε την Ελλάδα, είναι πέρα ώς πέρα παράλογα. Οι Αθηναίοι πρεσβευτές είπαν μπροστά στους Σπαρτιάτες: «Την ηγεμονία τούτη δεν την πήραμε με το ζόρι, μα όταν εσείς δε θελήσατε να συνεχίσετε τον αγώνα ενάντια στην υπόλοιπη δύναμη του βαρβάρου κι ήρθαν οι σύμμαχοι και μας παρακάλεσαν οι ίδιοι να μας κάνουν ηγεμόνες τους» (Θουκιδίδης, 1, 75), διότι η απολίτιστη συμπεριφορά των Λακεδαιμόνιων ηγετών οδήγησε τους Έλληνες να ζητήσουν απ’ τους Αθηναίους να αναλάβουν την ηγεσία. Και υπενθύμισαν πως «εσείς [οι Λακεδαιμόνιοι] βοηθήσατε τον αγώνα μ’ απείραχτες τις πόλεις σας και με σκοπό να τις χαίρεστε και μελλοντικά, όταν φοβηθήκατε για τον εαυτό σας το πιο πολύ παρά για εμάς (τότε τουλάχιστον που ήμαστε ακόμα σώοι, δε φανήκατε πουθενά)» (1, 74).
Επίσης να σημειώσουμε ότι παρά την γενική αντίληψη ότι η Αθήνα καταπίεζε τους Έλληνες και αυτοί επιζητούσαν την απελευθέρωσή τους με τη βοήθεια της Σπάρτης (αυτή την άποψη αφήνει να εννοηθεί ο Θουκιδίδης) η αλήθεια είναι – αν αφήσουμε κατά μέρους τις όποιες υπαρκτές αθηναϊκές ηγεμονικές τάσεις – ότι στις ελληνικές πόλεις, ακόμη και των μελών της Αθηναϊκής Συμμαχίας, οι πολλοί, ο λαός ήταν υπέρ της Αθήνας και υπέρ της Δημοκρατίας• αντίθετα κατά της Αθήνας και υπέρ της Σπάρτης ήταν οι «άριστοι» δηλαδή οι ολιγαρχικοί. Σκοπίμως αυτό αποσιωπάται, ώστε να δίνεται η εντύπωση ότι οι ελληνικές πόλεις στέναζαν κάτω από τον αθηναϊκό ζυγό. Στην πραγματικότητα ο λαός των συμμαχικών πόλεων δεν είχε κανένα πρόβλημα με τους Αθηναίους. Πλήρωναν βέβαια ορισμένο φόρο στην Αθήνα, αλλά αυτός καταβαλόταν έναντι της απαλλαγής των συμμαχικών αυτών πόλεων από το να συνεισφέρουν πολεμικά πλοία ή πληρώματα στις εκστρατείες της Συμμαχίας. Κι άλλωστε αυτά τα πλήρωναν οι ολιγαρχικοί• όχι ο λαός, ο οποίος απολάμβανε την δημοκρατία και στην πόλη του. Ώστε η δήθεν «τυραννία της Αθήνας» την οποία δήθεν «κατέλυσε η Σπάρτη» είναι μια παρεξήγηση, η οποία οφείλεται στην άγνοια του γεγονότος ότι ο λαός των ελληνικών πόλεων (συμμαχικών ή μη με την Αθήνα) ήταν φιλοαθηναϊκός και φυσικά φιλοδημοκρατικός, ενώ οι ολιγαρχικοί των ελληνικών πόλεων (συμμαχικών ή μη με την Αθήνα) ήταν αντιαθηναίοι, φοβόντουσαν την εξάπλωση της δημοκρατίας και προσέβλεπαν στη Σπάρτη. Αυτά, για να σωπάσουν οι φιλολακεδαιμόνιοι Νεοπαγανιστές του ΥΣΕΕ που έχουν το θράσσος να παριστάνουν και τους αμεσοδημοκράτες από πάνω.
Η Σπάρτη, βέβαια, εκτός από τους Ήρωες Θερμοπυλομάχους και τον Λεωνίδα, έχει να επιδείξει αλλεπάλληλες προδοσίες. Οι Λακεδαιμόνιοι είχαν συμμαχήσει με περηφάνεια με τον Κροίσσο, τον κατακτητή των Ιώνων (Ηρόδοτος, 1, 69). Οι Λακεδαιμόνιοι είχαν αρνηθεί να συνδράμουν τους Έλληνες της Ιωνίας που επαναστάτησαν κατά του περσικού ζυγού (Ηρόδοτος, 5, 50), σ’ αντίθεση με τους Αθηναίους (Ηρόδοτος, 5, 97). Οι Λακεδαιμόνιοι είχαν αρνηθεί να συνδράμουν τους Αθηναίους στη μάχη του Μαραθώνα (Ηρόδοτος, 6, 106, 2-3). Οι Λακεδαιμόνιοι, που μετά τη νίκη των Πανελλήνων στις Πλαταιές, ο Λακεδαιμόνιος αρχιστράτηγος διαπραγματευόταν κρυφά με τους ηττημένους Πέρσες να τους παραδώσει την Ελλάδα, για να γίνει μια περσική επαρχία, με την ελπίδα να γίνει ο ίδιος σατράπης της Ελλάδας, νυμφευόμενος την κόρη του Πέρση βασιλιά (Διόδωρος Σικελιώτης, 11, 44). Οι Λακεδαιμόνιοι, οι «ελευθερωτές της Ελλάδας», που ήδη από το δεύτερο έτος του Πελοποννησιακού Πολέμου έστειλαν πρέσβεις στον Πέρση βασιλιά, ώστε να τον πείσουν να τους δίνει χρήματα και να συμπολεμήσει μαζί τους (Θουκιδίδης, 2, 67, 1) κατέστρεψαν τις Πλαταιές (Θουκιδίδης, 3, 68, 2-3). Οι Λακεδαιμόνιοι, όπως είπαμε, σύναψαν την Ανταλκίδειο Ειρήνη με τους Πέρσες (Ξενοφώντα, Ελληνικά, 5, 1, 31) βάσει της οποίας επεστράφησαν στον περσικό ζυγό η Μικρά Ασία και η Κύπρος (Κάθε ομοιότητα με τους ολιγαρχικούς μικροελλαδιστές των εκλογών του 1920 και του «η Κύπρος είναι μακριά» του 1974 είναι συμπτωματική). Οι Λακεδαιμόνιοι αρνήθηκαν να εκδικηθούν τους Πέρσες συμμετέχοντας στην πανελλήνια εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Συνεχώς προκαλούσαν αναταραχή θέλοντας να αναλάβουν την πανελλήνια ηγεμονία˙ όσο ο Αλέξανδρος αποτέλειωνε τους Πέρσες, αυτοί ξεσηκώθηκαν πληρωμένοι από το Δαρείο με περσικό χρυσάφι (Αρριανού, Αλέξανδρου ανάβασις, 2, 14, 6), αλλά οι Μακεδόνες με τον Αντίπατρο κατέβηκαν ώς τον Ευρώτα και κατανίκησαν τον Σπαρτιατικό στρατό˙ κι από τότε οι Λακεδαιμόνιοι παραιτήθηκαν από την φαντασίωση της πανελλήνιας ηγεμονίας (Ο Μέγας Αλέξανδρος, φυσικά, θεωρώντας τους ως μία μειονότητα εγωπαθών, τους περιφρόνησε με το γνωστό ειρωνικότατο Οἱ Ἕλληνες πλὴν Λακεδαιμονίων). Τέλος, οι Λακεδαιμόνιοι συμμάχησαν με τους Ρωμαίους, ήταν φιλορωμαίοι και απολάμβαναν τιμές από αυτούς πριν και μετά την υποδούλωση της Ελλάδας.
Τι να κανείς για την «ένδοξη αιωνία Σπάρτη» διαβάζοντας το κείμενο της πρώτης συνθήκης (ακολούθησαν άλλες δύο) μεταξύ Λακεδαιμόνιων και Πέρση βασιλιά, στα 412 π.Χ., κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο (Θουκιδίδης, 8, 18): «Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους έκλεισαν με το βασιλιά και τον Τισσαφέρνη υπό τους εξής όρους συμμαχία. Όση χώρα και όσες πόλλεις έχει ο βασιλιάς ή είχαν οι πατεράδες του βασιλιά, να ‘ναι του βασιλιά. (..) Και τον πόλεμο, ενάντια στους Αθηναίους να τον διεξάγουν αντάμα ο βασιλιάς και οι Λακεδαιμόνιοι κι οι σύμμαχοί τους και να μην επιτρέπεται ο τερματισμός του πολέμου τούτου ενάντια στους Αθηναίους παρά μόνο αν συμφωνήσουν κι οι δύο πλευρές, ο βασιλιάς δηλαδή κι οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους. Όσοι, τέλος, αποστατούν από το βασιλιά, να ‘ναι εχθροί και των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους (...)». Με άλλα λόγια η Σπάρτη παραχωρούσε όλες τις απελευθερωμένες μετά τους Περσικούς Πολέμους ελληνικές χώρες ξανά στον Πέρση και δεχόταν ότι αυτός έχει λόγο στον τερματισμό των ενδοελληνικών συγκρούσεων.
Οι Νεοπαγανιστές υποστηριχτές της «Αιωνίας Σπάρτης» ισχυρίζονται ότι ο Ηρόδοτος σφάλλει, διότι ο Πλούταρχος λέει πως η μάχη έγινε στις 6 του μηνός ενώ ο αγγελιοφόρος των Αθηνών έφτασε στη Σπάρτη στις 9 του μηνός. Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους ωστόσο τους διαψεύδει (τ. Β’, σ. 295): «Ο Ηρόδοτος γράφει ότι οι Αθηναίοι στρατηγοί, ενώ βρίσκονταν ακόμη στην πόλη, έστειλαν τον Φειδιππίδη στη Σπάρτη, που έφτασε εκεί σε δύο ημέρες. Οι άρχοντες της Σπάρτης απεφάσισαν να βοηθήσουν τους Αθηναίους, αλλά δεν έστειλαν τη βοήθεια αμέσως, γιατί δεν ήθελαν να παραβούν τον νόμο: ήταν 9η του μηνός (δεν προσδιορίζεται ο μήνας) και δεν μπορούσαν να εκστρατεύσουν πριν από την πανσέληνο (= δεκαπέντε του σεληνιακού μηνός). Ο Πλούταρχος δίνει ως ημερομηνία μάχης την 6 Βοηδρομιώνος (Οκτώβριος), που συνέπιπτε με την εορτή της Αρτέμιδος Αγροτέρας, και προσθέτει ότι από τότε οι Αθηναίοι θυσίαζαν στην Άρτεμι κάθε χρόνο ως ευχαριστήρια θυσία 500 ερίφια. Ο Πλούταρχος με την ημερομηνία αυτή προσπαθεί να αποδείξει την ανακρίβεια της αφηγήσεως του Ηροδότου, γιατί, κατά τη γνώμη του, είναι αδύνατονα έφτασε ο αγγελιοφόρος στις 9 του ίδιου μηνός στη Σπάρτη, αφού η μάχη είχε διεξαχθή στις 6. Παράλληλα παρατηρούσε ότι οι Σπαρτιάτες είχαν πολλές φορές εκστρατεύσει πριν από την πανσέληνο. Η ημερομηνία αυτή του Πλούταρχου απορρίπτεται γενικά. Οι ιστορικοί δέχονται ότι ο Πλούταρχος τοποθέτησε κατά λάθος την μάχη στην εορτή της Αρτέμιδος εξαιτίας της ευχαριστήριας θυσίας, ενώ η 6 Βοηδρομιώνος πρέπει να θεωρηθή μόνο ως χρονικό όριο, πριν από το οποίο έγινε η μάχη. Αντίθετα δίνεται μεγαλύτερη πίστη στον Ηρόδοτο, που ιστορεί ότι οι Πέρσες αποβιβάστηκαν στον Μαραθώνα στις 6 ή 7 του μηνός, ο Αθηναίος αγγελιοφόρος έφθασε στη Σπάρτη στις 9, το εκστρατευτικό σώμα ξεκίνησε μετά την πανσέληνο στις 15 ή 16 του μηνός (η πανσέληνος συμπίπτει πάντοτε με την 15η του μηνός, γιατί οι μήνες είναι σεληνιακοί), και έφθασε σε 3 ημέρες, αλλά μετά τη μάχη, δηλαδή στις 18 ή 19 του μηνός. Το σχήμα αυτό του Ηροδότου πρέπει να γίνει δεκτό με επιφύλαξη (...). Δεν αποκλείεται να έγινε πριν από την πανσέληνο η μάχη». Ο Πλάτωνας γράφει (Νόμοι, 698e): «αυτοί [οι Σπαρτιάτες] δεν κατάφεραν να τους βοηθήσουν, γιατί βρίσκονταν σε πόλεμο με τους Μεσσήνιους ή για κάποιο άλλο λόγο που δεν ξέρω ακριβώς. Έτσι έφτασαν στο Μαραθώνα μια μέρα μετά τη μάχη που έγινε εκεί». Φυσικά, ο Πλάτωνας, ως Αθηναίος, ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν αυτός ο «άλλος λόγος που δεν ξέρει ακριβώς», αλλά ως φιλοσπαρτιάτης κάνει πως τον αγνοεί. Ο Ηρόδοτος είναι σύγχρονος των γεγονότων, ο Πλάτωνας όχι. Επιπλέον, ο Πλάτωνας δεν λέει ρητά ότι ο λόγος της άρνησης των Σπαρτιατών ήταν κάποιος πόλεμος με τους Μεσσήνιους – αν διεξαγόταν τότε τέτοιος πόλεμος, ο Ηρόδοτος σίγουρα θα τον ανέφερε ως αιτία – αλλά απλώς ότι αυτός είναι ένας πιθανός λόγος. Αυτή η δήθεν άγνοια του Πλάτωνα μαζί με το ότι δεν ήταν σύγχρονος της μάχης του Μαραθώνα, αρκούν για να δεχτούμε τον Ηρόδοτο κι όχι τον Πλάτωνα. Όσο για τα επιχειρήματα του Πλούταρχου (Περί της Ηροδότου κακοηθείας, 26 (861e- 862c)), η αλήθεια είναι πως αν ο μήνας της μάχης είναι ο σπαρτιατικός Κάρνειος (15 Αυγούστου- 15 Σεπτεμβρίου), τότε ο Ηρόδοτος έχει δίκαιο, διότι από τις 7 ώς τις 15 του Κάρνειου οι Λακεδαιμόνιοι γιόρταζαν τον Κάρνειο Απόλλωνα και όπως λέει ο Θουκιδίδης (5, 54, 75) όλοι οι Δωριείς απείχαν από πολεμικές πράξεις κατά το διάστημα του εορτασμού. Αν πάλι ο μήνας είναι, όπως ισχυρίζεται ο Πλούταρχος, ο Βοηδρομίωνας (15 Σεπτεμβρίου – 15 Οκτωβρίου), τότε ο Πλούταρχος φαίνεται να δέχεται ότι η μέρα τέλεσης της ευχαριστήριας τελετής (η 6η του μήνα) συνέπιπτε ακριβώς με την ημέρα διεξαγωγής της μάχης, πράγμα που δεν αληθεύει, διότι ο καθορισμός της ημερομηνίας της ευχαριστήριας τελετής προς την Αγροτέρα Αρτέμιδα (και για τη νίκη στο Μαραθώνα) έγινε εντελώς συμβατικά, διότι η έκτη μέρα κάθε μήνα ήταν ούτως ή άλλως αφιερωμένη στην Αρτέμιδα. Δεν είναι απαραίτητο, λοιπόν, να έγινε η μάχη στις 6 του Βοηδρομίωνα. Ο Πλούταρχος αντί να σκεφτεί σοβαρά, συκοφαντεί τον Ηρόδοτο. Αυτά, λοιπόν, για τις συνωμοσιολογίες των «σπαρτιατολόγων» Νεοπαγανιστών.
Αλλά κι αυτό το μοναδικό γεγονός, της μάχης των Θερμοπυλών, έχει διαστρεβλωθεί. Στις Θερμοπύλες πολέμησαν, 1.120 Αρκάδες, 1.000 Τεγεάτες και Μαντινείς, 700 Θεσπιείς, 400 Θηβαίοι, 400 Κορίνθιοι, 300 Σπαρτιάτες, 200 Φλειούντιοι, 80 Μυκηναίοι, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (7, 202-203). Την τελευταία ημέρα έμειναν οι 700 Θεσπιείς και οι 300 Σπαρτιάτες. Οι Σπαρτιάτες έστειλαν τη τρίτη πιο μικρή δύναμη, κι όμως, μόνο αυτοί επαινούνται˙ οι Θεσπιείς με το υπερδιπλάσιο του σπαρτιατικού σώμα στρατού, ελάχιστα αναφέρονται. Το κατόρθωμα 4.200 Ελλήνων αποδίδεται στο Λεωνίδα και στους 300, στο ένα δέκατο τέταρτο, δηλαδή, των αμυνομένων. Γιατί; Μα για να εξιδανικευτεί ο ηρωισμός των Λακεδαιμονίων˙ «αυτοί είχαν την ανώτερη πολεμική αρετή»˙ έτσι ώστε να επαινεθεί το δικτατορικό πολίτευμα της Σπάρτης, που τάχα μόνο αυτό έβγαζε τέτοιους θαρραλέους πολεμιστές, ενώ οι άλλοι τάχα ήταν άκαπνοι δειλοί.
Άλλωστε η λογική της Σπάρτης διόλου ηρωική δεν ήταν. Όταν οι υπόλοιπες πόλεις-κράτη καταστρέφονταν ή υποτάσσονταν από τις τεράστιες στρατιές του Ξέρξη και η Αθήνα οδηγούσε τους Έλληνες στην οργανωμένη επίθεση κατά των Περσών, οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν μόνο 300 στρατιώτες υπό τον Λεωνίδα, επειδή, όπως πάντα, φοβόντουσαν ότι οι σκλάβοι τους θα επαναστατούσαν. Η ολιγαρχική τάξη που κυβερνούσε τη Σπάρτη μάλλον θα σκέφτηκε ότι ήταν προτιμότερο να προστατέψουν την πόλη τους στα σύνορα της Λακωνίας, σε περίπτωση που οι Πέρσες κατάφερναν να φτάσουν έως εκεί, παρά να ρισκάρουν επανάσταση των σκλάβων στέλνοντας όλο (ή τον περισσότερο) τον στρατό τους στις Θερμοπύλες. Η λογική τους ήταν ότι αν οι 300 νικούσαν, η νίκη τους θα προσέδιδε ακόμα μεγαλύτερη δόξα στη Σπάρτη. Ενώ εάν νικούνταν, θα δοξάζονταν από όλους ως ήρωες, πράγμα που έγινε, χωρίς ωστόσο αυτό να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια της Λακεδαιμονίας. Σε όλες τις αναφορές στη μάχη τον Θερμοπυλών δίνεται έμφαση στην ανδρεία του Λεωνίδα και των 300, αλλά διόλου δεν εξηγούνται οι προδοτικοί και ανθελληνικοί λόγοι που οδήγησαν την (όπως ξιπάζονταν οι ίδιοι οι Λακεδαιμόνιοι) «καλύτερη στρατιωτική μηχανή της Ελλάδας» να στείλει μόνο τριακόσιους.
Όσο για το περίφημο «μολών λαβέ», αυτό είτε είναι προπαγάνδα του φιλολακεδαιμόνιου Πλούταρχου είτε, απλώς, προϊόν της άγνοιάς του. Εξηγούμαστε: πρώτος και μόνος ο Πλούταρχος, έπειτα από 500-600 χρόνια, γράφει, σε μια ηθικοδιδακτική συλλογή σπαρτιατικών ρητών και ανεκδότων, τα Αποφθέγματα Λακωνικά, Λεωνίδας, 11 (225c), πως ο Λεωνίδας είπε τέτοιο πράγμα στον Ξέρξη: «πάλιν δε όταν ο Ξέρξης έγραψε "στείλε τα όπλα σου", απήντησε [ο Λεωνίδας] "έλα και πάρε τα"». Ο Ηρόδοτος, που έζησε τον 5ο π.Χ. αι., δεν αναφέρει τίποτε˙ όπως και οι υπόλοιποι ιστοριογράφοι στο διάστημα των επόμενων 600 ετών από τους Περσικούς Πολέμους. Μάλιστα ο Ηρόδοτος περιγράφει λεπτομερώς τη συνάντηση των δύο στρατών στις Θερμοπύλες και πουθενά δεν λέει ότι ανταλλάχθηκαν μηνύματα μεταξύ των αντιπάλων πριν τη μάχη: «Άφησε λοιπόν [ο Ξέρξης] να περάσουν τέσσερις μέρες ελπίζων πάντοτε ότι θα αποσυρθούν [από τις Θερμοπύλες οι Έλληνες] με τρόπο˙ την πέμπτη όμως επειδή δεν έφευγαν, παρά επέμεναν ακλόνητοι, εθύμωσε, και στέλλει εναντίον τους τους Μήδους και τους Κισσίους με την διαταγή να τους πιάσουν ζωντανούς και να τους φέρουν ενώπιόν του» (Ηρόδοτος, 7, 210, 1). Καμμιά υπόνοια για διάλογο και αποστολή αγγελιοφόρων δεν υπάρχει. Άλλο πράγμα η παραμονή, ώς το τέλος, του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες κι άλλο πράγμα η απάντηση σε ανύπαρκτο Πέρση αγγελιοφόρο. Ακόμη κι ο Διόδωρος Σικελιώτης (περ. 90-30 π.Χ.) αναφέρει: «ο Ξέρξης έστειλε αγγελιοφόρους στις Θερμοπύλες, για να ανακαλύψουν μεταξύ άλλων, τι σκόπευαν να κάνουν οι Έλληνες σχετικά με τον πόλεμο μαζί του. Πρόσταξε επίσης τους αγγελιοφόρους να τους παραγγείλουν ότι ο βασιλιάς Ξέρξης προστάζει να αφήσουν όλοι τα όπλα τους, να επιστρέψουν χωρίς κανένα κίνδυνο στις πατρίδες τους και να συμμαχήσουν με τους Πέρσες˙ όταν θα τα έκαναν αυτά, τους υποσχέθηκε ότι θα έδινε στους Έλληνες μεγαλύτερη και καλύτερη χώρα από αυτή που κατείχαν τώρα. Ο Λεωνίδας, αφού άκουσε τους αγγελιοφόρους, αποκρίθηκε ότι, ακόμα κι αν συμμαχούσαν με το βασιλιά, θα του ήταν πιο χρήσιμοι με τα όπλα τους, αλλά και αν αναγκάζονταν να πολεμήσουν μαζί του, θα αγωνίζονταν με αυτά με μεγαλύτερη γενναιότητα υπέρ της ελευθερίας» (Διόδωρος Σικελιώτης, 11, 5, 4-5). Συμπέρασμα; Εκτός κι αν ο Πλούταρχος είχε την επιφοίτηση του Απόλλωνα, το «μολών λαβέ» δεν ελέχθη ποτέ. Δεν είναι δυνατόν, κάτι που ιστορικοί όπως ο Ηρόδοτος κι ο Διόδωρος Σικελιώτης δεν ανέφεραν, να θεωρείται λεχθέν από τον Λεωνίδα. Τα σχολικά βιβλία διδάσκουν τους μαθητές ένα ανύπαρκτο ρητό.
Ούτε η καλλίτερη θέση της γυναίκας στη Σπάρτη οφειλόταν σε διαφορετική αντίληψη γι’ αυτήν ως ισότιμου πλάσματος με τον άντρα. Εάν επιτρεπόταν στις αρχαίες Σπαρτιάτισσες να αθλούνται, να εκπαιδεύονται και να έχουν κάπως καλλίτερη μεταχείριση από την μεταχείριση ζώου που είχαν οι λοιπές τυχερές αρχαίες παγανίστριες, αυτό οφείλεται στο ότι έπρεπε να είναι υγιείς μηχανές παραγωγής Σπαρτιατών. Σε τίποτε άλλο, ούτε σε προσπάθεια εξίσωσης και ισότητας. Απόδειξη; «Γι’ αυτό, εξ αρχής, επέμενε [ο Λυκούργος] στην φυσική εξάσκηση των γυναικών όχι λιγότερο απ’ ό,τι για την εξάσκηση των ανδρών: επιπλέον, θεσμοθέτησε αγώνες και δοκιμασίες δύναμης για γυναίκες και για άντρες, πιστεύοντας, ότι, εάν αμφότεροι οι γονείς είναι δυνατοί, παράγουν πιο δυνατούς απογόνους» (Ξενοφώντα, Λακεδαιμονίων Πολιτεία, 1, 4.). Διαφορετικά, θα υπήρχαν γυναίκες έφοροι, γυναίκες γερουσιαστές, γυναίκες βασιλείς. Να υπενθυμίσουμε, ότι στους 16 αιώνες παγανισμού από τον τρωικό πόλεμο ώς τον 4ο μ.Χ. αιώνα δεν υπήρξε ούτε μία γυναίκα αρχηγός πολυθεϊστικού κράτους εν Ελλάδι.
Φυσικά ο μύθος της ανυπαρξίας μοιχίας και μοιχών στην Λακεδαιμονία αμφισβητείται από όλους τους αρχαίους συγγραφείς. Εξαίρεση μοναδική αποτελεί ο φιλολακεδαιμόνιος Πλούταρχος, που αρνείται ότι ο δανεισμός γυναικών οδηγούσε στη μοιχία. Οι υπόλοιποι περιγράφουν την ακολασία και τα κερατώματα που ήταν σύνηθες φαινόμενο, εξαιτίας της νομοθεσίας του Λυκούργου. Έτσι, η άποψη πως τάχα, η νεαρή γυναίκα ενός γέρου άνδρα μπορούσε να δοθεί, με τη συγκατάθεσή της, σε έναν νέο άντρα για συνουσία, προκειμένου να γεννηθούν απόγονοι, τους οποίους ο γηραλέος σύζυγος ύστερα θα αναγνώριζε ως δικά του παιδιά και πέρα από αυτά, δεν υπήρχε θέμα μοιχείας στην Λακεδαίμονα, είναι μυθοπλασία. Ο σπαρτιάτης βασιλιάς Δημάρατος εκθρονίστηκε, επειδή πιστευόταν ότι δεν ήταν ο γιος του προηγούμενου βασιλιά (Ηρόδοτος, 6, 61-67) και για τον ίδιο λόγο ο Λεωτυχίδης εμποδίστηκε να αναλάβει την εξουσία. (Ξενοφώντα, Ελληνικά 3, 3, 1-4). Άρα στη Σπάρτη δεν γίνεται ταυτόχρονα να μην είχαν πρόβλημα με τη μοιχεία και να εμπόδιζαν παιδιά που ήταν καρποί μοιχείας να λάβουν το θρόνο.
Η σεξουαλική ελευθερία ανδρών και γυναικών στη Λακεδαιμονία αποδεικνύεται ανύπαρκτη: «υπήρχε, όπως φαίνεται, στη Σπάρτη, ένα είδος δίκης γιατί δεν παντρεύτηκε κανείς και για το ότι παντρεύτηκε αργά και για το ότι δεν έκανε καλό γάμο» (Πλούταρχου, Λύσανδρος 30, 7). Ασφαλώς, οι Νεοπαγανιστές θεωρούν, ότι μπορούν να χλευάζουν τη χριστιανική αντίληψη περί έρωτα, ενώ ταυτόχρονα να θαυμάζουν την κυριολεκτικά «ασκητική» λακεδαιμονική διαβίωση: «Την αρπαζόμενη [νύφη] παρελάμβανε η λεγομένη νυμφέυτρια, της έκοβε σύρριζα τα μαλλιά, της έβαζε ανδρικό ιμάτιο και υποδήματα και την επλάγιαζε μόνην χωρίς φως εις στρώμα από καλάμια (...). Αφού [ο σύζυγος] έμενε μαζί της [με τη γυναίκα του] όχι πολύν καιρόν απήρχετο με κοσμιότητα, όπου συνήθιζε προηγουμένως, δια να κοιμηθή μαζί με τους άλλους νέους και του λοιπού χρόνου έτσι έκαμνε, περνών την ημέραν του και αναπαυόμενος το βράδυ μαζί με τους νέους, εις δε την νύμφην εσύχναζε κρυφά με ευλάβεια, διότι εντρέπετο καιε φοβείτο μήπως τον αντιληφθή κανείς από την οικείαν (...). Και έκαμνον τούτο επί πολύν καιρόν, ώστε μερικοί εγέννησαν και παιδιά, προτού ιδούν την γυναίκαν των την ημέραν» (Πλούταρχου, Λυκούργος, 15). Συνεπώς, οι Νεοπαγανιστές είναι υποκριτές εθνικιστές, αφού το ίδιο πράγμα το επιδοκιμάζουν και το αποδοκιμάζουν.
Βέβαια, όλα αυτά μόνο ισότητα δεν συνεπάγονταν για την αρχαία Σπαρτιάτισσα: της μάθαιναν να ζει αγορίστικα (υποχρεωτικά κοντό μαλλί)˙ ουσιαστικά την εμπόδιζαν να συναναστρέφεται με τον άντρα της και να αναπτύσσεται οικειότητα αναμεταξύ τους, «επειδή έτσι διέταξε ο Λυκούργος», μην τυχόν καταντήσουν.. φιλήδονοι από την πολλή οικειότητα˙ της άρπαζαν το παιδί από την αγκαλιά της, στα επτά του χρόνια, ώστε να μην αναπτυχθεί η σχέση μητέρας-παιδιού˙ την εξευτέλιζαν κουρεύοντάς την σύρριζα, σαν κατάδικο στο Άουσβιτς. «Ο Λυκούργος ήθελε» να γίνει μια ψυχρή μηχανή παραγωγής πολεμιστών, πάντα μακριά από τον άντρα και το παιδί της, δίχως τη φυσιολογική ψυχική επαφή που όλοι μας έχουμε με τις μητέρες/τις γυναίκες μας. Επειδή «έτσι διέταζε ο Λυκούργος».

Γίνεται λόγος για τον τάχα ανώτερο τρόπο διαβίωσης των Λακεδαιμονίων, χάρη στον οποίον κυριαρχούσαν. Ο Αριστοτέλης σχολιάζει αυτόν το μύθο: «Δεν ήταν ανώτεροι [οι Λακεδαιμόνιοι] επειδή γύμναζαν τους νέους έτσι, αλλά επειδή οι Σπαρτιάτες γυμνάζονται ενώ οι άλλοι όχι» (Πολιτικά, Θ’, 3 (1338b 27)) και «Οι Σπαρτιάτες ... εξαιτίας των επίπονων ασκήσεων έκαναν τα παιδιά θηριώδη, γιατί νομίζουν ότι τούτο βοηθά στην ανάπτυξη της ανδρείας» (Πολιτικά, Θ’ , 3 (1338b, 11)).
Ακόμη κι ο φιλοσπαρτιάτης Πλάτωνας, δεν αντέχει τη Σπαρτιατική παιδεία και λέει: «Μπορεί κανείς να διατάξει συγκεκριμένες ασκήσεις για κάποιο άτομο, οι οποίες θα αποδειχθούν βλαβερές από τη μια πλευρά και χρήσιμες από την άλλη. Η γυμναστική και τα συσσίτια ωφελούν τις πόλεις σημαντικά αλλά ευνοούν από το άλλο μέρος τις επαναστάσεις. (...). Ειδικότερα η εφαρμογή αυτού του νόμου από πολύ παλιά φαίνεται ότι προκάλεσε διαστροφή των φυσικών σεξουαλικών ηδονών τόσο στους ανθρώπους όσο και στα ζώα. Γι’ αυτές τις διαστροφές υπεύθυνες είναι οι δυο πόλεις σας [=Σπάρτη και Κρήτη] αλλά και αρκετές άλλες που έχουν ρίξει όλο το βάρος τους στις γυμναστικές ασκήσεις» (Νόμοι 636ab). Ο Πλάτωνας λέει επίσης (Νόμοι, 667a): «οργανώσατε [οι Σπαρτιάτες και οι Κρήτες] το πολίτευμά σας με στρατιωτικό τρόπο κι όχι ως κοινωνία ανθρώπων που ζουν σε πόλεις (...) Δεν προσπαθήσατε να του [=του κάθε νέου] δώσετε την κατάλληλη ανατροφή, ώστε όχι μόνο να γίνει καλός στρατιώτης, αλλά και να μπορεί να διοικεί μια ή περισσότερες πόλεις».
Αλλά κι ο θεσμός των συσσιτίων, με τον τρόπο που τον καθιέρωσε ο Λυκούργος στη νομοθεσία του, ήταν άδικος, βασισμένος στην ανισότητα του πλούτου και συνεπώς αναποτελεσματικότερος από αυτόν της Κρήτης – από την οποία αντέγραψε το σύστημα ο Λυκούργος – διότι στην Κρήτη σιτίζονταν όλοι δωρεάν, ενώ στη Σπάρτη όχι. «Τα συσσίτια είναι καλύτερα στην Κρήτη παρά στη Σπάρτη. Στη δεύτερη καθένας συνεισφέρει ένα προκαθορισμένο ποσό, κατά κεφαλήν, κι αν δεν το προσφέρει, ο νόμος τον εμποδίζει να ασκεί τα πολιτικά του δικαιώματα, όπως έχει ήδη ειπωθεί, στην Κρήτη όμως το σύστημα έχει περισσότερο λαϊκό χαρακτήρα. Από τους καρπούς της γης και τα κρατικά κοπάδια κι από τους φόρους των περίοικων, ένα μέρος έχει καθοριστεί για τη λατρεία των θεών, και τις δημόσιες ανάγκες, ενώ το άλλο πάει στα συσσίτια, έτσι ώστε όλοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά να συντηρούνται από το δημόσιο» (Αριστοτέλη, Πολιτικά, Β’, 10 (1272a 13-22)). Οι Δωριείς που είχαν δικαιώματα σε όλα τα πολιτικά αξιώματα λεγόταν Όμοιοι και επειδή είχαν κλήρο μετείχαν στα συσσίτια, σε αντίθεση με τους υπομείονες, που επειδή δεν είχαν κλήρο κι ήταν φτωχοί δεν μετείχαν στα συσσίτια και είχαν μεν αστικά αλλά δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα.
Υπάρχουν κι άλλοι μύθοι, πέραν αυτών. Ο μύθος των Λακεδαιμονίων που είναι υπεράνω χρημάτων. Ότι τάχα δεν ενδιαφέρονταν να πλουτίσουν. Ο Αριστοτέλης διαψεύδει ότι κάτι τέτοιο γινόταν, χωρίς να είναι ο πρώτος, αφού κι ο Ηρόδοτος λέει ότι στον καιρό του δεν υπήρχε Σπαρτιάτης που να αντέχει στη δωροδοκία. Γράφει ο Αριστοτέλης ότι η τάχα ανώτερη σπαρτιατική νομοθεσία είχε αποτέλεσμα η Σπάρτη να είναι αχρήματος και οι πολίτες φιλοχρήματοι «τὴν μὲν γὰρ πόλιν πεποίηκεν ἀχρήματον, τοὺς δ’ ἰδιῶτας φιλοχρημάτους» (Πολιτικά, Β’, 9 (1271b 15)). Ένα φυσιολογικό αποτέλεσμα.
Η αντίληψη περί ισότητας στην ιδιοκτησία, που τάχα η νομοθεσία του Λυκούργου καθιέρωσε κι επέβαλε, είναι ακόμη ένας μύθος. Εξαιτίας της ανεπάρκειας των σπαρτιατικών νόμων γρήγορα οι πολλοί κατέληξαν ακτήμονες και οι λίγοι κατέληξαν πλούσιοι: «άλλοι έτυχε να έχουν πολύ μεγάλη περιουσία, άλλοι πολύ μικρή και γι’ αυτό η χώρα [η Λακεδαίμονα] βρίσκεται στα χέρια των λίγων. Υπεύθυνοι γι’ αυτό είναι οι νόμοι. Σωστά απαγόρευε ο νόμος την αγοραπωλησία των υπαρχόντων περουσιακών στοιχείων, επέτρεψε όμως ελεύθερα τη δωρεά και την κληροδοσία τους. Ωστόσο, είτε με τον ένα τρόπο αλλάξει χέρια η περιουσία είτε με τον άλλο, στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγουμε αναγκαστικά» (Αριστοτέλους, Πολιτικά, Β’, 9 (1270a 16-23)).
«Στη Σπάρτη επιτρέπεται να δώσει ο πατέρας την κληρονόμο του σε όποιον θέλει˙ κι αν πεθάνει χωρίς διαθήκη, τότε ο επίτροπος της κληρονόμου την δίνει σε όποιον εκείνος θέλει. Έτσι η χώρα έχει λιγότερους από χίλιους πολεμιστές, αν και μπορεί να θρέψει χίλιους πεντακόσιους ιππείς και τριάντα χιλιάδες οπλίτες. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι οι σχετικοί νόμοι δεν ήταν σωστοί. Και γι’ αυτό δεν άντεξε το πλήγμα η πόλη και καταστράφηκε, έχοντας μόνο τόσους λίγους στρατιώτες. Λεν ότι την εποχή των προηγούμενω βασιλιάδων επέτρεπαν στους ξένους να πολιτογραφούνται, ώστε να μη γίνει η πόλη ολιγάνθρωπος εξαιτίας των μακρόχρονων πολέμων. Υπήρξε μάλιστα εποχή, όπως λεν, που οι πολίτες στη Σπάρτη ήταν δέκα χιλιάδες» (Αριστοτέλους, Πολιτικά, Β’, 10 (1270a 27-38)). Όπως είναι γνωστό κανείς ξένος παράγοντας δεν επέβαλε κανέναν νόμο ή αλλαγή των νόμων στην Σπάρτη. Οι ίδιοι οι Σπαρτιάτες είχαν τους νόμους που διάλεγαν.
Στην πραγματικότητα, η νομοθεσία του Λυκούργου ήταν τόσο καταστροφική, ώστε η Αρχαία Σπάρτη έγινε ένα κράτος – στρατόπεδο, με τους πολίτες της να μην ξέρουν τίποτε άλλο στη ζωή τους εκτός από να πολεμούν. Γι’ αυτό η Λακεδαιμονία δεν έχει να συνεισφέρει τίποτε στο θαύμα της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας του 5ου π.Χ. αιώνα. Γράφει ο Αριστοτέλης (Πολιτικά Β’, 9 (1271b, 3-6)): «Διατηρήθηκαν λοιπόν οι Σπαρτιάτες όσο διαρκούσαν οι πόλεμοι. Όταν νίκησαν τους εχθρούς, καταστράφηκαν, αφού δεν ήξεραν πώς να ζήσουν ειρηνική ζωή και δεν ασχολήθηκαν με καμμιά άλλη ασχολία πιο σημαντική από τον πόλεμο». Πράγματι με την «ανώτερη λυκούργεια νομοθεσία» οι Λακεδαιμόνιοι κατόρθωσαν να καταστρέψουν την πρώτη άμεση δημοκρατία του κόσμου, αλλά δεν μπορούσαν να διατηρήσουν την ίδια νομοθεσία ηγεμονεύοντας στην Ελλάδα. Είτε έπρεπε να την αλλάξουν (π.χ. εξισώνοντας τους Είλωτες με τους Όμοιους) είτε να καταστραφούν και να χάσουν την ηγεμονία τους, αφού τα μιλιταριστικά ιδεώδη τους δεν μπορούσαν να τα επιβάλλουν σε όλους τους Έλληνες. Με άλλα λόγια, η λυκούργεια νομοθεσία ήταν αδιέξοδη δίχως εναλλακτικές λύσεις.
Όχι μόνο η σπαρτιατική νομοθεσία, την οποία οι Νεοπαγανιστές επαινούν ως πρότυπο, κατέστησε τους Αρχαίους Σπαρτιάτες ανίκανους να αυτοσυντηρηθούν και να παράξουν κουλτούρα ισάξια της αθηναϊκής, αλλά τούς έμαθε να περιφρονούν τη δουλειά και να υπερασπίζονται την οκνηρία! Το λακεδαιμονιακό κηφηναριό πολεμούσε τους εξωτερικούς εχθρούς, ενώ όταν δεν είχε πόλεμο έσφαζε τους Είλωτες, που του έδιναν το φαΐ στο στόμα. Όταν ένας Αθηναίος καταδικάστηκε επί αργία (οκνηρία), ένας Σπαρτιάτης που έτυχε να είναι στην Αθήνα εκείνη την εποχή απόρησε και θεώρησε πως ο καταδικασθείς θέλησε απλώς να ζει αξιοπρεπώς και ελεύθερα (Πλουτάρχου, Λυκούργος, 24).
Να πώς συμπεριφέρονταν οι αρχαίοι Σπαρτιάτες στους Είλωτες (Φυσικά, κι οι Έιλωτες, Έλληνες ήταν. Αλλά αυτό το «ξεχνάν» οι αρχαιοκεντρικοί. Ανέχονται την εμφύλια καταπίεση, μη τυχόν και σπιλωθεί η «αιώνια Σπάρτη»): «Οι Σπαρτιάτες, επιθυμώντας να ξεφορτωθούν τους πιο ισχυρούς από τους Είλωτες, έστειλαν χίλιους από αυτούς, τους πιο περήφανους, πιστεύοντας ότι θα εξολοθρευτούν στις μάχες. Έκαναν όμως και κάτι άλλο βίαιο και σκληρό, με το οποίο υπέθεταν ότι θα ταπεινώσουν τους Είλωτες. Κήρυξαν την απογραφή των Ειλώτων που είχαν κάνει κάτι καλό για την Σπάρτη, υποσχόμενοι ότι θα τους απελευθερώσουν, μετά από εξέταση. Τους δύο χιλιάδες που απογράφηκαν, οι Σπαρτιάτες έδωσαν εντολή στους ισχυρότερους πολίτες να τους σκοτώσουν, τον καθένα στο σπίτι του» (Διόδωρου Σικελιώτη, Βιβλιοθήκης Ιστορικής Βίβλος Δωδέκατη, 67, 3-4). Αυτό θα πει αρχαία σπαρτιατική φρίκη. Η γενοκτονία των αυτοχθόνων Ειλώτων από τους κατακτητές Δωριείς. Έσφαζαν ακόμα και τους συμπολεμιστές τους. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Έχει και ακόμη φρικτότερα περιστατικά: «(...) Η ονομαζόμενη από αυτούς [Σπαρτιάτες] κρυπτεία (...) συνίσταται στο εξής: Οι άρχοντες από καιρού εις καιρό έστελναν έξω σε διάφορα μέρη της χώρας τους θεωρούμενους ως πλέον ευφυείς από τους νέους, οι οποίοι είχαν μαζί τους εγχειρίδια και τα αναγκαία τρόφιμα και τίποτε άλλο. Αυτοί κατά τη διάρκεια της ημέρας διασπειρόμενοι σε τόπους κρυφούς κρύβονταν και αναπαύονταν. Τη νύχτα κατέβαιναν στους δρόμους και όσους από τους Είλωτες συλλάμβαναν, τους έσφαζαν. Πολλές φορές, πετριτρέχοντας και τους αγρούς, έσφαζαν και τους ρωμαλεώτερους και ανδρεώτερους από εκείνους. Έτσι κι ο Θουκιδίδης στην ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου διηγείται (4, 80) ότι όσοι εξελέγησαν από τους Σπαρτιάτες για να ελευθερωθούν, λόγω ανδραγαθίας στεφανώθηκαν, γιατί έγιναν ελεύθεροι, και περιήλθαν τους ναούς των θεών, αλλά λίγο μετά όλοι εξαφανίστηκαν, περισσότεροι από δύο χιλιάδες, ώστε ούτε αμέσως τότε ούτε μετά μπορούσε κανείς να πει με πιο τρόπο δολοφονήθηκαν. Ο Αριστοτέλης μάλιστα λέει, ότι οι έφοροι ευθύς μόλις εκλέγονται, κηρύττουν τον πόλεμο κατά των Ειλώτων, ώστε να θεωρείται νόμιμο να τους σφάζουν» (Πλούταρχου, Λυκούργος, 28).
Τουλάχιστον οι Λακεδαιμόνιοι δεν χρησιμοποιούσαν φούρνους, όπως οι Ναζί, που θαύμαζαν τη σπαρτιατική ευγονική και το πολίτευμα της Λακεδαιμονίας. Θα αξίζει να θαυμάσουμε όμως την γενοκτονία των Ελλήνων αυτοχθόνων από μια δράκα Δωριέων. Μια γενοκτονία, για την οποία ποτέ δε θα μιλήσουν οι Νεοπαγανιστές. Να τι έκαναν στους άοπλους Είλωτες οι γενναίοι παλικαράδες Λακεδαιμόνιοι, για να διασκεδάζουν μαζί τους, όταν δεν τους κατέσφαζαν: «Τους ανάγκαζαν να πίνουν πολύ άκρατο οίνο και τους περιέφεραν μετά στα συσσίτια. (...) Τους διέταζαν να ψάλλουν τραγούδια και να χορεύουν χορούς απρεπείς και γελοίους και να μην κάνουν τίποτε από όσα αρμόζουν σε ελεύθερους» (Πλουτάρχου, Λυκούργος, 28). Είναι ίσως η πρώτη καταγεγραμμένη στην ιστορία επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου και συνεχούς εξευτελισμού του άμαχου πληθυσμού. Όπως οι Τούρκοι χλεύαζαν τους ραγιάδες Έλληνες με χίλιες δυο καθημερινές γελοιοποιήσεις και εξευτελισμούς, έτσι και οι Λακεδαιμόνιοι τους Είλωτες Έλληνες. Γι’ αυτό ισχύει ότι στη Σπάρτη «ο δούλος είναι υπερβολικά δούλος» (Πλούταρχου, Λυκούργος, 28).
«Στους Είλωτες επέβαλαν κάθε προσβλητική δουλειά που συντελούσε σε κάθε είδους ταπείνωση. Όρισαν ως υποχρεωτικό ότι ο καθένας θα έπρεπε να φορεί ένα σκούφο από δέρμα σκύλου και ένα δερμάτινο χιτώνιο, και ότι έπρπε να υφίσταται ένα ορισμένο αριθμό χτυπημάτων κάθε χρόνο, χωρίς να υποπέσει σε κανένα παράπτωμα, για να μην ξεχάσουν ποτέ ότι είναι δούλοι. Επιπλέον, αν κανείς ξεπερνούσε την εμφάνιση που ταίριαζε σ’ έναν δούλο, του επέβαλαν τη θανατική ποινή, με ένα πρόστιμο στους κυρίους αν αυτοί δεν προσπαθούσαν να σταματήσουν αυτούς που γίνονταν ισχυροί» (Μύρων (FgrHist 106 F2) = Αθήν. 657d). Αυτά μάς θυμίζουν τις απαγορεύσεις των Τούρκων στους Έλληνες να φοράνε πλούσια ρούχα και να χτίζουν πολυτελή σπίτια και εκκλησίες, γιατί έτσι ανατρεπόταν το καθεστώς δουλείας.
Όταν κάποιοι Είλωτες είχαν καθίσει ικέτες στο ναό του Ποσειδώνα στο Ταίναρο, οι Λακεδαιμόνιοι τους σήκωσαν με το ζόρι από εκεί κι αφού τους απομάκρυναν, τους έσφαξαν (Θουκιδίδης, 1, 128, 1). Ο Ισοκράτης διακηρύσσει: «οι Λακεδαιμόνιοι θανάτωσαν περισσότερους Έλληνες χωρίς δίκη από όσους δικάστηκαν στην Αθήνα από την ίδρυση της πόλης μας» (12, 66). Άλλωστε, κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, «οι Λακεδαιμόνιοι εφόνευον ως εχθρούς όλους, όσους συνελάμβανον εις την θάλασσαν, και τους συμπολεμούντας μετά των Αθηναίων και τους ουδετέρους» (Θουκιδίδης, 2, 67, 4). Ακόμη και τους ουδέτερους Έλληνες έσφαζαν. Τους Είλωτες δε θα ‘σφαζαν; Και βέβαια, το γεγονός ότι οι Δωριείς Σπαρτιάτες αρνήθηκαν πεισματικά επί δέκα αιώνες («Η ειλωτία διετηρήθη σχεδόν άνευ μεταβολής μέχρι της ρωμαϊκής κυριαρχίας», Στράβων, 8, 4 (c365)) να δώσουν το παραμικρό πολιτικό δικαίωμα και ισότητα στους αυτόχθονες (και Έλληνες βεβαίως!) κατοίκους της Λακεδαιμονίας, τους οποίους υποδούλωσαν, είναι ακόμη μια απόδειξη του στενοκέφαλου, αντιδημοκρατικού και ανθελληνικού φυλετισμού τους.
Είναι πέραν κάθε νοσηρής φαντασίας η Νεοπαγανιστική άποψη ότι οι Είλωτες καλοπερνούσαν στην Αρχαία Σπάρτη. Αν καλοπερνούσαν, δεν θα έκαναν τόσες επαναστάσεις. Ακόμη και οι Περίοικοι (ντόπιοι, μη Δωριείς, των οποίων η κοινωνική-πολιτική θέση ήταν μεταξύ της θέσης των Ειλώτων και της θέσης των Λακεδαιμονίων) της Λακεδαιμονίας επαναστατούσαν μαζί με τους Είλωτες κατά της κατοχής του τόπου τους. (Θουκιδίδης, 1, 101). Φυσικά, ο Αριστοτέλης κατακρίνει το πολεμικό ιδεώδες της Λακεδαιμονίας: «Δεν πρέπει να θεωρούμε ευτυχισμένη μια πόλη ούτε να εγκωμιάζουμε τον νομοθέτη της, επειδή προετοίμασε τους κατοίκους της να κυριαρχήσουν πάνω στις γειτονικές πόλεις» (Πολιτικά, Η’, 13 (1333b 39)).
Μια άλλη λανθασμένη αντίληψη (όχι μόνο νεοπαγανιστική) είναι ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν είχαν ιδιωτικούς δούλους, αλλά ότι οι μόνοι δούλοι ήταν οι Είλωτες, οι οποίοι ήταν κρατική περιουσία. Αυτή η αντίληψη οδήγησε και στην αφαίρεση από τα σχολικά βιβλία – προς μεγάλη χαρά των Νεοπαγανιστών – μιας φανταστικής διήγησης για την ζωή ενός δούλου στην Λακεδαιμονία, ο οποίος πουλήθηκε. Η αλήθεια, δυστυχώς, κι εδώ είναι εναντίον της νεοπαγανιστικής «ολιγαρχολατρίας». «Εκφράστηκε αμφιβολία κατά πόσο οι Σπαρτιάτες είχαν οποιουσδήποτε άλλους δούλους από τους Είλωτες. (...) Αλλά υπάρχει κάποια μαρτυρία ότι υπήρχαν επίσης κι άλλοι δούλοι. Ένα χωρίο αναφέρει την υπεροχή των Σπαρτιατών έναντι της Αθήνας «στην ιδιοκτησία των δούλων, και άλλων και των ειλώτων» (Πλάτωνα Αλκιβιάδης, 122d). Ένα άλλο χωρίο λέει ότι άφηναν την απόκτηση χρημάτων «στους δούλους και είλωτες» (Πλούταρχου Σύγκρ. Λυκ. Νουμ. 2, 7). (...) Υπάρχει επίσης η μαρτυρία πέντε επιγραφών από το ναό του Ποσειδώνα στο Ταίναρο που χρονολογούνται από το β’ μισό του 5ου αι. ή το α’ μισό του 4ου αι.» Η πρώτη επιγραφή λέει: (IG 5(1) 1228) «ἀνέθεκε τοῖ Παhοιδᾶ[νι] Θεάρες Κλεογένε. ἔφορος Δαίοχος. ἐπάκο Ἀρίο(ν), Λύον». Δηλαδή: «Ο Θεάρης αφιέρωσε τον Κλεογένη στον Ποσειδώνα. Έφορος Δαίοχος. Μάρτυρες: Αρίονας, Λύωνας». Αυτό ερμηνεύεται πάρα πολύ εύκολα ότι σημαίνει πως ο Θεάρης ελευθέρωσε το δούλο του Κλεογένη τη χρονιά που ο Δαίοχος ήταν ο κύριος έφορος στη Σπάρτη. Δεν μπορεί να είναι η απελευθέρωση ενός είλωτα, επειδή οι είλωτες μπορούσαν να ελευθερωθούν μόνο από την πολιτεία, όχι από ιδιώτη. Ο Θεάρης μπορούσε να είναι είτε ένας Σπαρτιάτης είτε ένας περίοικος, αλλά ο Gartledge Sparta 179, φαίνεται ότι δεν έχει ισχυρόν επιχείρημα όταν λέγει ότι οι επιγραφές αυτές «πρέπει να αποδοθούν στους Περιοίκους», και το ονομάτισμα του Σπαρτιάτη εφόρου κάνει πιο πιθανό το γεγονός ότι ο Θεάρης ήταν Σπαρτιάτης. Θα έπρεπε επομένως να δεχτούμε ότι οι Σπαρτιάτες είχαν προσωπικούς δούλους επιπλέον από τους είλωτες, αν και όχι αναγκαία σε μεγάλους αριθμούς. Μπορεί να συνελήφθησαν στον πόλεμο, να αγοράστηκαν από δουλεμπόρους, ή να ήταν απόγονοι δούλων που αποχτήθηκαν μ’ αυτούς τους τρόπους. Πρέπει να χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για οικιακές υπηρεσίες. Δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες για τη νομική θέση των δούλων αυτών, αλλά ίσως ήταν όπως εκείνη των δούλων αλλού» (Douglas M. MacDowell, Σπαρτιατικό δίκαιο, εκδ. Παπαδήμα, σ. 66-67). Άλλωστε, ο Θουκιδίδης, μιλώντας για μια αποτυχημένη επανάσταση Ειλωτών και μερικών Περιοίκων στα μέσα του 5ου αι, στην Ιθώμη της Μεσσηνίας (1, 101, 2), μας λέει ότι αυτοί παραδόθηκαν στους Σπαρτιάτες, υπό τον όρο ότι θα εγκατέλειπαν την Πελοπόννησο και δε θα επέστρεφαν ποτέ, αλλιώς «αν κανείς συλλαμβανόταν [από Λακεδαιμόνιο, προφανώς], θα γινόταν δούλος αυτού που θα τον συλλάμβανε» (Θουκ., 1, 103, 1). Θα περίμενε κανείς ότι η ποινή για έναν είλωτα που θα συλλαμβανόταν να είναι κάτι χειρότερο από το να γίνει απλώς είλωτας πάλι.
Η λογική της Λακεδαιμονίας όσον αφορά την τεκνογονία ήταν εξίσου απάνθρωπη. Θεωρούσε ο Λυκούργος τους νόμους των άλλων Ελλήνων ανόητους, διότι ενώ για τα θηλυκά ζώα έψαχναν να βρουν καλούς επιβήτορες, ώστε να προκύψουν καλοί απόγονοι ράτσας, δεν έκαναν το ίδιο και για τις γυναίκες. Φυσικά, ανόητη και μισάνθρωπη είναι μόνο η σκέψη ότι ο άνθρωπος είναι απλώς ένα ζώο σαν τα άλλα, πουλερικό ή σκύλος ή άλογο και πρέπει να τον διαμορφώνουμε όπως τα ζώα ή να τον κλείνουμε σε ανθρωποτροφείο, για λόγους ευγονικής. Το κάλλιστο δυνατό, για τους οπαδούς μιας τέτοιας αντιλήψεως περί ανθρώπου, είναι να κλωσσούνταν από μηχανές και να εκτρέφονταν σε εκτροφεία οι «καλοί πολεμιστές».
Μια ακόμη προσπάθεια ωραιοποίησης της Λακεδαιμονίας, είναι η προσπάθεια να αποδειχθεί ότι οι αρχαίοι Σπαρτάτες δεν είχαν μέρος όπου πετούσαν τα καχεκτικά παιδιά τους. Ο πολύς κόσμος κακώς πιστεύει ότι το μέρος αυτό λεγόταν Καιάδας. Κι οι Νεοπαγανιστές εθνικιστές βασιζόμενοι σε αυτή την ανακρίβεια ή μάλλον το μπέρδεμα, «αποδεικνύουν» ότι δεν είχαν οι αρχαίοι Σπαρτιάτες τέτοιο βάρβαρο θεσμό, κι άρα όλα είναι συνωμοσία κατά του σπαρτιατικού πνεύματος κ.λπ. κ.λπ. (οι γνωστές βλακώδεις θεωρίες περί συνωμοσίας). Όμως τόπος που έρριχναν τα παιδιά τους οι αρχαίοι Σπαρτιάτες υπήρχε και λεγόταν «Αποθέτες» (στον «Καιάδα» έρριχναν τους υπάνθρωπους Είλωτες). Συγκεκριμένα, γράφει ο Πλούταρχος (Λυκούργος, 16): «Το γεννημένο παιδί (...) αν όμως ήταν ασθενικό και κακόμορφο, το έστελλαν στις λεγόμενες Αποθέτες, βαραθρώδη τόπο πλησίον του Ταϋγέτου, διότι φρονούσαν, ότι παιδί που δεν είχε ευθύς εξαρχής γεννηθεί υγιές ούτε εύρωστο, ήταν συμφερότερο και για το ίδιο και για την πόλη να μη ζεί». Οι Νεοπαγανιστές εθνικιστές ισχυρίζονται ότι η απόθεση των καχεκτικών βρεφών δεν σήμαινε ρίξιμο από γκρεμό, αλλά απλώς ότι τα άφηναν σε έναν τόπο και από εκεί τα έπαιρναν οι Είλωτες. Το κείμενο, όμως, κάνει λόγο για «βαραθρώδη τόπο» κι όχι απλώς για «τόπο». Δηλαδή τα πέταγαν σε χαράδρα. Επιπλέον, το κείμενο λέει ότι «είναι συμφερότερο και για το ίδιο το παιδί να μη ζει». Δηλαδή, δεν το έδιωχναν απλώς από την κοινότητα˙ αλλά το εξόντωναν ακόμη και «για το δικό του το καλό». Εξ άλλου, θα ήταν απίθανο οι Λακεδαιμόνιοι να ενίσχυαν τον τεράστιο πληθυσμό των υπόδουλων Ειλώτων, δίνοντάς τους επιπλέον μικρά σπαρτιατόπουλα. Άλλωστε η πρακτική της απόθεσης-δολοφονίας βρεφών ήταν πανελλήνια˙ γιατί να μη την έχει και η Σπάρτη; Ευτυχώς για τους ίδιους τους Λάκωνες, αυτοί εκχριστιανίστηκαν γρήγορα και έπαψαν να μαστιγώνονται και να φονεύονται τα Σπαρτιατόπουλα στο βωμό της Ορθίας Άρτεμης και στα βάραθρα του Ταΰγετου αντίστοιχα, κι έτσι οι Σπαρτιάτες γλίτωσαν από το φόρο αίματος σε «θεούς» και Καιάδες, ενώ παράλληλα τα αδέρφια τους, οι Έλληνες Είλωτες, έπαψαν να είναι κρατική ιδιοκτησία και να σφάζονται άδικα.

Υπάρχει, όπως έχει διαπιστώσει ο άγγλος φιλόσοφος Ράσσελ, μια διαχρονική, ανα τους αιώνες «Εταιρία Φίλων της Λακεδαιμονίας». Όμως, επειδή της εταιρίας αυτής διαπρεπή μέλη υπήρξαν δικτάτορες, ναζί, φασίστες, οπαδοί του «φυσικού» (=ολιγαρχικού/αριστοκρατικού) τρόπου ζωής, και γνήσιοι αντιδημοκράτες, η σωστή ονομασία θα έπρεπε να είναι «Συμμορία Φίλων της Λακεδαιμονίας». Κι ο δικτάτορας Ιω. Μεταξάς, θαύμαζε το πολίτευμα της αρχαίας Σπάρτης˙ αυτός, υποστήριζε ως πρότυπο αρχαιοελληνικό, όχι την δημοκρατική Αθήνα, αλλά την ολιγαρχική Σπάρτη. Γράφει χαρακτηριστικά ο Μεταξάς: «οι νέοι παρασύρονται εις την πλάνην ότι αι Αρχαίαι Αθήναι ήσαν ο φορεύς των αρχαίων ιδανικών του πολιτισμού, της επιστήμης και της πολιτικής επικρατήσεως. Αι αρχαίαι Αθήναι, ασφαλώς δεν αποτέλεσαν το πολιτικόν ιδεώδες της αρχαίας Ελλάδος...θα έπρεπε λοιπόν να στραφώμεν όλοι μας όσον αφορά τα πολιτικά εθνικά ιδεώδη προς την αρχαίαν Σπάρτην» (Πηγή: Ιστορία Γ’ Λυκείου, ΟΕΔΒ 1992). Όταν ο Λυκούργος ρωτήθηκε από κάποιον ξένο, γιατί δεν έκανε δημοκρατία στη Σπάρτη, τού απάντησε «να κάνεις εσύ δημοκρατία στο σπίτι σου» (Πλούταρχου, Λυκούργος, 19). Δεν είναι σίγουρο αν ήταν ο Λυκούργος που έδωσε τέτοια απάντηση, πάντως, για να πίστευαν ότι την έδωσε ο Λυκούργος, θα ήταν σύνηθες επιχείρημα στη Λακεδαίμονα. Ωστόσο, δε θέλει πολλή σκέψη, για να εννοήσουμε ότι το επιχείρημα «κάνε εσύ πρώτα δημοκρατία στο σπίτι σου και μετά ζήτα δημοκρατικό πολίτευμα» είναι επιχείρημα χουντικού του καφενείου. Οι πολίτες δεν είναι ανήλικα παιδάκια που έχουν ανάγκη προστασίας του σοφού «πατερούλη» του έθνους/λαού. Όμως οι Ν/Π αυτό το πολίτευμα και αυτήν την νοοτροπία υπερασπίζονται υπερασπιζόμενοι το αρχαίο σπαρτιατικό πολίτευμα. Η εξιδανίκευση του Λυκούργειου πολιτεύματος από τους Έλληνες φασίστες δεν εκπλήσσει κανέναν˙ είναι πραγματικά εκπλητικό όμως ότι την ίδια ακριβώς εξιδανίκευση κάνουν – συμπαρατασσόμενοι με τους Ναζί – και Νεοπαγανιστές που παριστάνουν τους «αντιεξουσιαστές». Ίσως λόγω του αρρωστημένου τοπικισμού τους. Διότι, μόνο άρρωστο πνευματικά, τοπικιστή θα αποκαλούσαμε όποιον υπερασπίζεται ανεξαιρέτως όλες τις πράξεις και τα ήθη /νόμους των αρχαίων κατοίκων του τόπου όπου ζει, απλώς και μόνο επειδή κατοικεί στον ίδιο τόπο με αυτούς. Πώς θα αποκαλούσαμε π.χ. έναν Έλληνα που θα υποστήριζε ότι η Ελλάδα δεν διέπραξε καμμία αδικία ή έναν Τούρκο, που απλώς επειδή τυγχάνει Τούρκος, υποστηρίζει ότι οι κατηγορίες πως η Τουρκία διέπραξε γενοκτονία κατά των Αρμενίων, συνιστούν «αντιτουρκική συνωμοσία»; Φασίστα. Πόση ελευθερία είχε ο Λακεδαιμόνιος, που μάθαινε χαρούμενος να ζει σα ρομποτάκι, μας το περιγράφει σε ένα τρομερό απόσπασμα ο φιλολακεδαιμόνιος (γι’ αυτό και προτιμήσαμε την περιγραφή του της Αρχαίας Σπάρτης) Πλούταρχος: «Κανείς δεν είχε το δικαίωμα να ζει όπως ήθελε, αλλά ζούσε διαρκώς στην πόλη σαν σε στρατόπεδο» (Λυκούργος, 24). Αυτήν τη ζωή θέλουν για τους Νεοέλληνες οι Νεοπαγανιστές. Αυτόν τον τρόπο ζωής θέλουν οι Ν/Π να θαυμάζουμε.
«Οι Σπαρτιάτες δεν γνώριζαν τίποτα από τη νεότερη θεωρία ότι το δικαστικό σώμα πρέπει να είναι χωριστό από τους εκτελεστικούς αξιωματούχους. Οι κύριοι δικαστές ήταν ταυτόχρονα οι ίδιοι με τους κυριότερους αξιωματούχους της κυβέρνησης: οι δύο βασιλείς, οι είκοσι οκτώ γέροντες και οι πέντε έφοροι» (Douglas M. MacDowell, Σπαρτιατικό δίκαιο, εκδ. Παπαδήμα, σ. 179). Δηλαδή, η «άμεση δημοκρατία της Λακεδαιμονίας», όπως μας την περιγράφουν οι Νεοπαγανιστές, ήταν ένα καθεστώς, όπου όλες οι εξουσίες ήταν συγκεντρωμένες στην κυβέρνηση.
Έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενο κεφάλαιο για την ολιγαρχία της Λακεδαιμονίας, την οποία μερικοί Νεοπαγανιστές προσπαθούν να παραστήσουν ως άμεση δημοκρατία. Σε αντίθεση με την πραγματική άμεση δημοκρατία της Αθήνας, όπου όλοι είχαν δικαίωμα λόγου, στην ολιγαρχία της Λακεδαιμονίας ο λαός δεν είχε λόγο. Μόνο η γερουσία, οι βασιλείς και οι έφοροι μπορούσαν να μιλήσουν. Ο λαός αποφάσιζε απλώς με ένα «ναι» ή ένα «όχι» στις έτοιμες προτάσεις. Λες και ήταν ανώριμοι, δεν τους επιτρεπόταν να δίνουν τις δικές τους προτάσεις. Αν τυχόν ο λαός τολμούσε να αλλάξει, κατά τη γνώμη του, μια πρόταση νόμου των εφόρων, τότε η κυρίαρχη ολιγαρχία διέλυε την συνέλευση. Αλλά, για να περάσει μια πρόταση νόμου στην συνέλευση των πολιτών, έπρεπε πρώτα να γίνει αποδεκτή από τη Γερουσία, αφού είχε προταθεί από τους Εφόρους. Αν π.χ. η Γερουσία αρνείτο να εγκρίνει την πρόταση, οι πολίτες δεν είχαν το δικαίωμα να συζητήσουν ή να εγκρίνουν την απόφαση. Άμεση Δημοκρατία; «Μόνο ένας έφορος μπορούσε να προτείνει νόμο (...) Η σπαρτιατική Γερουγία είχε τη δύναμη να αποφασίζει κατά πόσον ένας νόμος που προτεινόταν θα περνούσε στη συνέλευση των πολιτών» (Douglas M. MacDowell, Σπαρτιατικό δίκαιο, εκδ. Παπαδήμα, σ. 24, 25). Δηλαδή, οι απλοί πολίτες, ακόμη κι αν ήταν άξιοι, δεν είχαν το δικαίωμα να προτείνουν έναν νόμο. Τόσο αμεσοδημοκρατική ήταν η Λακεδαιμονία. Ο Πλούταρχος (Άγης, 11, 1) γράφει για τη Γερουσία, ότι η δύναμή τους ήταν πως κατ’ ουσίαν προαποφάσιζαν: «τοὺς γέροντας, οἷς τὸ κράτος ἦν ἐν τῷ προβουλεύειν». Στην Αθήνα, όμως, ο καθένας μπορούσε να προτείνει νόμο κι ο λαός αποφάσιζε για όλα, δίχως «πατερούληδες».
Κυριολεκτικά στην αρχαιότητα κανείς δεν ήξερε ποιος κυβερνούσε στη Σπάρτη. Άλλοτε κυβερνούσε ένας από τους δύο βασιλιάδες˙ άλλοτε κάποιος ισχυρός στρατηγός˙ άλλοτε κάποιος από τους πέντε εφόρους. Τη μια χρονιά επικρατούσε ειρηνόφιλος έφορος, ο οποίος έκανε συνθήκη ειρήνης με την Αθήνα, και την επόμενη φιλοπόλεμος έφορος, ο οποίος ξανάρχιζε τον πόλεμο (έτσι τα λέει ο Θουκιδίδης). Γραπτοί νόμοι δεν υπήρχαν, ο Λυκούργος απαγόρευσε να γραφούν οι νόμοι (Πλούτ., Λυκούργος, 13), με αποτέλεσμα οι 28 της γερουσίας, οι 5 έφοροι, οι 2 βασιλιάδες, να παλεύουν συνεχώς για την εξουσία. Μια φορά τους κυβέρνησε κι ο φυγόδικος Αλκιβιάδης, που στέλνοντας τον βασιλιά σε εκστρατεία κοιμόταν με μια βασίλισσά τους, και τους έσπειρε κι ένα διάδοχο, για τον οποίο αυτή καυχιόταν δημόσια ότι είναι του Αλκιβιάδη (Πλούταρχου, Αγησίλαος, 3, 1-3).
Η γερουσία αναδεικνύονταν με το εξής πρωτότυπο σύστημα: μαζευόταν ο λαός σε συνέλευση, κλείνονταν πέντε άντρες σε ένα κτίριο δίπλα στο λαό, και περνούσαν χωριστά ένας-ένας μπροστά από το λαό οι υποψήφιοι γερουσιαστές, δίχως οι κλεισμένοι στο κτίριο άντρες να γνωρίζουν ποιος περνούσε πρώτος, ποιος δεύτερος κ.ο.κ. Ο λαός ζητοκραύγαζε τον κάθε υποψήφιο, άλλον περισσότερο κι άλλον λιγότερο. «Οι κλεισμένοι λοιπόν άνθρωποι εκράτουν πίνακες και εσημείωνον για τον καθένα χωριστά το μέγεθος της κραυγής, χωρίς να γνωρίζουν δια ποιον είναι. Δι’ όποιον εγίνετο περισσότερα και μεγαλυτέρα κραυγή, αυτόν ανηγόρευον γερουσιαστήν» (Πλούτ., Λυκούργος, 26). Είναι φανερό πόσο παιδαριώδες σύστημα εκλογής ήταν αυτό, αφού στην εκλογή έπαιζε ρόλο το αν οι πληρωμένοι υποστηρικτές του ενός ή του άλλου υποψήφιου ήταν πιο φωνακλάδες από τους υπόλοιπους (ίσως κραυγάζοντας και κάποιες λέξεις-συνθηματικά που θα τις άκουγαν οι πιθανόν πληρωμένοι κριτές), ή το αν συνωστίζονταν πιο κοντά στο οίκημα οι φωνακλάδες του ενός ή του άλλου υποψήφιου, και ένα σωρό άλλες παρόμοιες απάτες που μπορούσαν να γίνουν. Ο Αριστοτέλης γράφει για τον τρόπο ανάδειξης της γερουσίας (Πολιτικά, Β’, 9 (1271a 9-10)): «Παιδαριώδης είναι και ο τρόπος που κρίνουν την εκλογή της γερουσίας», ενώ για την εκλογή των εφόρων λέει (Πολιτικά, Β’, 9 (1270b 28-29)): «Ο τρόπος απονομής του αξιώματος είναι παιδαριώδης, έπρεπε να εκλέγονται απ’ όλο το λαό, και όχι όπως γίνεται τώρα».
Είναι μεγάλο το λάθος των Νεοπαγανιστών που συγκρίνουν Αρχαία Αθήνα και Λακεδαίμονα. Τα μόνα δείγματα ενός αρχαϊκού πολιτισμού, διόλου ανώτερα από τα αντίστοιχα άλλων πόλεων τα επέδειξε η Αρχαία Σπάρτη μόνο τον 7ο και τον 6ο π.Χ. αιώνα. Μετά, τίποτα. Σε μια εποχή, κατά την οποία στην Αθήνα ζούσαν και δίδασκαν Επίκουρος, Ζήνωνας, Αναξαγόρας, Πρωταγόρας, Πρόδικος, Σωκράτης, Αριστοτέλης, στην Αρχαία Σπάρτη πόσοι φιλόσοφοι υπήρχαν; Υπάρχει Σπαρτιάτης αρχιτέκτων ισάξιος του Φειδία; Υπάρχει Σπαρτιάτης τραγικός ισάξιος του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη; Υπάρχει Σπαρτιάτης αντάξιος του Αριστοφάνη; Υπάρχει Σπαρτιάτης ιστοριογράφος αντάξιος του Θουκιδίδη; Είναι από μόνες τους αστείες οι ερωτήσεις αυτές˙ διότι το σωστό ερώτημα είναι, αν υπάρχουν καν Σπαρτιάτες τραγικοί, Σπαρτιάτες φιλόσοφοι, Σπαρτιάτες ιστοριογράφοι, Σπαρτιάτες αρχιτέκτονες, ώστε να συγκριθούν με τους Αθηναίους. Δεν υπάρχουν. Σε τριάντα εννιά (39) γνωστούς Αθηναίους γλύπτες αντιστοιχούν μόλις δύο (2) Σπαρτιάτες. Για οκτώ γνωστούς Αθηναίους ζωγράφους δεν υπάρχει κανένας Σπαρτιάτης ζωγράφος. «Γνήσιες θεατρικές παραστάσεις ποτέ δεν ήταν σε υπόληψη στην Σπάρτη, όπως φαίνεται από την περιφρόνηση που εκδήλωσε ο Αγησίλαος προς φημισμένους υποκριτές (Πλουτ. Αγησ. 21)• επομένως το θέατρο που ναφέρεται και επί Αγησίλαου χρησίμευε κυρίως για δημόσιες συγκεντρώσεις και για πάνδημες γιορτές. Οι χοροί των γυμνοπαιδιών αναφέρεται πως γίνονταν στο θέατρο (Αγ. 29, Ηροδ., 6, 67) και το αγώνισμα της σφαίρας αναφέρεται πως γίνονταν στο θέατρο (Λουκ., Ανάχ., 38)». Η Αρχαία Αθήνα και το ανώτερο πολίτευμά της, ήταν η αιτία που μπόρεσε το ελληνικό ταλέντο να φανερώσει την πρωτοτυπία του στην αρχιτεκτονική, την ιστοριογραφία, την τραγωδία, την φιλοσοφία. Είναι, πράγματι, λάθος να παρουσιάζεται η ύπαρξη φιλολακώνων Αθηναίων και φιλολακώνων φιλοσόφων που εκθεσίασαν το πολίτευμα της Σπάρτης ως απόδειξη ότι το πολίτευμα της Αρχαίας Σπάρτης ήταν καλλίτερο. Το αντίθετο μάλλον αποδεικνύεται. Διότι, αυτοί οι φιλολάκωνες φιλόσοφοι είναι «προϊόν» της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Εάν ζούσαν στην Σπάρτη, δεν θα είχαν γίνει ποτέ αυτό που έγιναν. Θα ήταν άσημοι στρατιώτες ή, το πολύ πολύ, Έφοροι (τρομερή η προσφορά των Εφόρων στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Όλος ο Δυτικός κόσμος τούς Εφόρους θαυμάζει). Ούτε φιλόσοφοι ούτε τραγικοί ούτε ιστοριογράφοι ούτε αρχιτέκτονες. Μόνο στην Αθήνα υπήρχαν οι συνθήκες εκείνες που επέτρεπαν στον καθένα, ακόμη και σε φιλολάκωνες, να εκφραστεί και να αξιοποιήσει το ταλέντο του στις τέχνες και τον πολιτισμό. Είναι, πραγματικά, κρίμα που ο περσόδουλος Σπαρτιατισμός νίκησε στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Μπορούμε να φανταστούμε πώς θα ήταν η Ελλάδα, εάν τα ιδανικά της Δημοκρατίας, της Ισηγορίας, του Διαλόγου είχαν κυριαρχήσει παντού. Δεν εξιδανικεύουμε, φυσικά, την Αθηναϊκή Ηγεμονία˙ δια της βίας κατέληξε να κυριαρχεί η Αθήνα. Αλλά τουλάχιστον, αυτή άφησε έναν Παρθενώνα, τους φιλοσόφους και τους τραγικούς. Η Σπαρτιατική ηγεμονία, τι άφησε;
Φυσικά, δέσμιοι τέτοιων νομοθεσιών, οι Λακεδαιμόνιοι μάθαιναν να μην ανέχονται ούτε την κριτική για την απίστευτα οπισθοδρομική αντίληψή τους. Είναι προφανώς ένδειξη της δημοκρατίας και της «πειθαρχημένης ελευθερίας», που είχαν. Έτσι, πληροφορούμαστε ότι: «Τον Αρχίλοχο τον ποιητή, όταν πήγε στη Σπάρτη, τον έδιωξαν στη στιγμή, επειδή έμαθαν πως στο ποίημά του είχε γράψει πως είναι καλύτερο να πετάει κανείς τα όπλα παρά να πεθαίνει: ἀσπίδι μὲν Σαΐων τις ἀγάλλεται ἣν παρὰ θάμνωι, / ἔντος ἀμώμητον, κάλλιπον οὐκ ἐθέλων˙ αὐτὸν δ’ ἐξεςάωσα. τί μοι μέλει ἀσπίς ἐκείνη; / ἐρρέτω˙ ἐξαῦτις κτήσομαι οὐ κακίω. [Κάποιος Σάιος χαίρεται με την ασπίδα μου που σε θάμνο, / όπλο αψεγάδιαστο, την πέταξα, χωρίς να θέλω˙ / τον εαυτό μου έσωσα. Τι με νοιάζει για την ασπίδα εκείνη; / Να πάει στα κομμάτια. Και πάλι καλλίτερη θα αποκτήσω]» (Πλούταρχου, Ηθικά [Παλαιά Λακ. επιτηδ.], 239b).
Τι άλλο θα μπορούσε να είχε συμβεί, αφού απαγορευόταν από τους νόμους του Λυκούργου, στους Σπαρτιάτες να ταξιδεύουν και να έρχονται ξένοι στην Σπάρτη; «Ξέρω καλά ακόμη ότι στο παρελθόν έδιωχναν τους ξένους από την πόλη και δεν επέτρεπαν να ταξιδεύουν [οι Σπαρτιάτες] έξω από την πόλη τους» (Ξενοφώντα, Λακεδαιμονίων Πολιτεία, 14, 4). Το μέτρο αυτό θεσπίστηκε, τάχα για να μην φέρουν κακές συνήθειες στην Σπάρτη οι ξένοι που θα την επισκέπτονταν ή οι Σπαρτιάτες που θα επέστρεφαν από ταξίδια. Φαίνεται πόσο παράλογο είναι το μέτρο. Με την ίδια τη λογική της απαγόρευσης ταξιδιών, μπορεί να κατακριθεί ο Λυκούργος, ότι εισήγαγε στη Σπάρτη ό,τι πιο κακό από το εξωτερικό. Ο ίδιος ο Λυκούργος, προτού νομοθετήσει στους Σπαρτιάτες, είχε ταξιδέψει στην Αίγυπτο και σε άλλες χώρες έξω από την Λακεδαιμονία, στις οποίες είδε κι έμαθε πολλά, τα οποία μετέφερε στη Σπάρτη. Δηλαδή οι πολλοί Σπαρτιάτες δεν είχαν το δικαίωμα να δουν και να κρίνουν, όπως έκανε ο Λυκούργος, ταξιδεύοντας. Άρα δεν θεσπίστηκε το μέτρο αυτό, τάχα για να μην φέρουν κακές συνήθειες στη Σπάρτη, αλλά για να μην ανοίξουν τα μάτια των απλών Σπαρτιατών και αντιληφθούν πόσο οπισθοδρομικό ήταν το πολίτευμά τους. Διότι, τα ταξίδια, το εμπόριο και η ελεύθερη επικοινωνία με άλλους λαούς –όλα όσα απαγόρευσε ο Λυκούργος– οδηγούν τον καθένα να διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες˙ όχι απαραίτητα για κακό, όπως προπαγάνδιζαν οι φιλολακεδαιμόνιοι αρχαιόπληκτοι. Αλλά ο Λυκούργος, αφού ταξίδεψε, ήθελε οι Λακεδαιμόνιοι να μην έχουν την ευκαιρία να γίνουν ευρυμαθείς μέσω της συναναστροφής με τον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο. Δεν ήθελε, οι Σπαρτιάτες να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες μόρφωσης μ’ αυτόν. Ήθελε η άρχουσα τάξη της Λακεδαιμονίας να επιβάλει την δική της ερμηνεία και οπτική του κόσμου στα στρατιωτάκια της, γι’αυτό τους απαγόρευσε τα πάντα.
Γι’ αυτόν το λόγο «η αρετή δεν πρέπει να εφαρμόζεται όπως την εφαρμόζει η πόλη των Σπαρτιατών», λέει (Πολιτικά, Η’, 13 (1334a 40)) ο Αριστοτέλης. Φυσικά, αυτό το αποδεικνύει καλύτερα η ιστορία. Όσες φορές κάποιος Λακεδαιμόνιος έζησε για λίγο ελεύθερος έξω από την «ιδανική» Λακωνία, έπεφτε με τα μούτρα στο φαΐ, στο χρυσάφι, στα πολυτελή ενδύματα και κοσμήματα. Φαίνεται τι αποτέλεσμα είχε η διαπαιδαγώγηση του Λυκούργου˙ πόσο ψεύτικη ήταν στην πραγματικότητα, επικρατώντας στις ψυχές των Λακεδαιμονίων μόνο δια της πνευματικής και της σωματικής (οι μαστιγοφόροι που αναφέρει ο Ξενοφώντας, Λακεδαιμονίων Πολιτεία, 2, 2) τρομοκρατίας επί των εφήβων και των πολιτών.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Fri Oct 01, 2021 6:01 pm

Και ο Πλάτων κατακρίνει την Αρχαία Σπάρτη, όσο φιλολακεδαιμόνιος κι αν ήταν. ΣτοΠολιτεία Η’,544 cd αναφέρει --τα πολιτεύματα που αποτελούν εκφυλισμό της ιδανικής «Πολιτείας», και όσο πάει τόσο πιο εκφυλισμένα είναι. Το πρώτο από αυτά, το αμέσως μετά την ιδανική Πολιτεία, είναι το πολίτευμα που υπάρχει στην Κρήτη και τη Λακωνική. Ο Πλάτων περιγράφει επικριτικά τι συμβαίνει σ’αυτού του είδους το πολίτευμα, το τιμοκρατικό, όπως ο ίδιος το ονομάζει: «Συμβιβάστηκαν να μοιράσουν μεταξύ τους τη γη και τις κατοικίες, να υποδουλώσουν εκείνους που φρουρούσαν πριν και που ως ελεύθερους τους θεωρούσαν φίλους και τροφούς των,να τους κάνουν τώρα περιοίκους και δούλους των» (Πολιτεία 547 bc) και «Δικάτης χαρακτηριστικά [η τιμοκρατική πολιτεία] θα έχει το φόβο να υψώνη στα ανώτατα αξιώματα τους σόφους, επειδή δεν θα βρίσκει πια μέσα στην κοινωννία τέτοιους ανθρώπους μονομερείς και αποκλειστικούς, αλλά μεικτούς, την τάση να κλίνη προς ανθρώπους περισσότερο ορμητικούς, γεννημένους μάλλον για τον πόλεμο παρά για την ειρήνη» (Πολιτεία 547 e) και «Οι άνθρωποι αυτού του είδους [σημ:= του Σπαρτιατικού πολιτεύματος] θα είναι επομένως άπληστοι στα υλικά αγαθά, όπως συμβαίνει στις ολιγαρχίες, και με μανία θα λατρεύουν στα κρυφά το χρυσό και τον άργυρο, αφού θα έχουν δικά τους ταμεία και θησαυροφυλάκια» (Πολιτεία 548a) και «πρέπει να είναι πιο αυθάδης και κάπως πιο άμουσος, αν και θαγαπά τη μουσική• θαγαπά επίσης τους λόγους και τα ακροάματα, αλλά ο ίδιος δεν θα έχη καμιά ρητορική ιδιοφυΐα. Προς τους δούλους θα είναι σκληρός(...) προς τους άρχοντες πάρα πολύ υπάκουος (548e-549a).
Οι Λακεδαιμόνιοι ήταν σαφώς δέσμιοι θρησκευτικών προκαταλήψεων. Δύο φορές σε διάστημα ενός χρόνου εξεστράτευσαν κατά γειτονικής χώρας, αλλά επειδή οι θυσίες για τη διάβαση των συνόρων της Λακωνίας δεν ήταν ευνοϊκές, γύρισαν πίσω (Θουκιδίδης, 5, 54, 2˙ 5, 55,3).
Είναι λάθος να θεωρούμε την Λακεδαιμονία ως το κατεξοχήν κέντρο της «Δωρικότητας». Πιο καθαρόαιμες δωρικές περιοχές ήταν το Άργος και η Λοκρίδα. Ακόμη και η διάλεκτος των Λακεδαιμόνιων δεν είναι η καθαρή δωρική της Λοκρίδας ή του Άργους. Εκείνα τα σιόρ (=θεός) και σιώ και κάποιοι άλλο γλωσσικοί τύποι και η προφορά σ αντί θ κάθε άλλο παρά δωρικά στοιχεία δεν είναι. Η Αθήνα, με τους δωρικού ρυθμού ναούς του Παρθενώνα, του Θησείου και πολλών άλλων ναών, με τους πολίτες της που κυκλοφορούσαν συνεχώς οπλισμένοι μέχρι λίγα χρόνια πριν τον Θουκιδίδη (Θουκ., 1, 6, 3), ήταν πιο δωρική. Το όνομα Λακεδαιμόνιος οπωσδήποτε δείχνει προδωρική θρησκεία˙ σημαίνει «δαιμονισμένος κράχτης», πρόπολος οργιαστικού θεού σε κατάσταση μανίας, οργιαστού που κραυγάζει (λακεῖν) σαν μανιακός για το θεό του. Ο θεός αυτός είναι ο προδωρικός θεός Υάκινθος.
Οι σημερινοί κάτοικοι της Λακωνίας δεν είναι ασφαλώς όλοι απόγονοι των ελεύθερων Αρχαίων Σπαρτιατών (που ήταν μικρό ποσοστό των κατοίκων της Λακεδαιμονίας). Πόσοι και πόσοι σημερινοί Λάκωνες κατάγονται από τους Είλωτες. Ή από τους περίοικους, που δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα. Πού το ξέρει καθείς πόθεν κατάγεται; Μπορεί κι οι αρχαιολάτρες υπερασπιστές του Λυκούργειου πολιτεύματος να είναι απόγονοι Ειλώτων ή Περίοικων. Και να αγανακτούν που λέγεται η αλήθεια για τους Αρχαίους Σπαρτιάτες. Η υπεράσπιση της Αρχαίας Σπάρτης λοιπόν, από αρχαιολάτρες που μπορεί να είχαν προγόνους-θύματα της καταπίεσης της Αρχαίας Σπάρτης, είναι φαιδρός νεο-τοπικισμός και σοβινισμός.
Εννοείται, ότι διόλου δεν υποτιμάται ο ηρωισμός, η ανδρεία και η περιφρόνηση προς το θάνατο που είχε ο αρχαίος Σπαρτιάτης. Άλλο πράγμα αυτή κι άλλο ο θαυμάσμός για το πολίτευμα της Σπάρτης. Άλλο πράγμα να θαυμάζουμε τους 300 των Θερμοπυλών κι άλλο να επαινούμε άκριτα το πολίτευμα της Λακεδαιμονίας. Ανδρεία και ηρωισμό ειχαν και οι δημοκράτες αρχαίοι Αθηναίοι όμως. Άλλο πράγμα το γεγονός ότι οι Λακεδαιμόνιοι αρνήθηκαν να καταστρέψουν την Αθήνα, μετά τη λήξη του Πελοποννησιακού πολέμου, κι άλλο πράγμα να εκθεσιάζεται το πολίτευμα της Σπάρτης. Είναι πάντως κρίμα, που το τόσο άξιο ανθρώπινο σύνολο των Λακεδαιμόνιων, με την εξυπνάδα και ευστροφία που διέθετε, χαραμίστηκε και κατέληξε ένα αιώνιο στρατόπεδο. Θα μπορούσε να είχε γίνει ανώτερη κι από την Αθήνα πολιτισμικά, η Λακεδαιμονία – ωστόσο το πολίτευμά της φίμωσε τόσους έξυπνους και δραστήριους ανθρώπους. Άνθρωποι σαν τον σπαρτιάτη βασιλιά Άγι, τον σπαρτιάτη βασιλιά Κλεομένη, τον σπαρτιάτη βασιλιά Νάβι ξεπάστρεψαν (ο δεύτερος) τους εφόρους καταργώντας το αξίωμά τους (που ο Λυκούργος όρισε) και απελευθερώνοντας/εξισώνοντας πολιτικά τους είλωτες (ο τρίτος), είναι άξιοι αιώνιας τιμής, διότι τσάκισαν την αρρώστεια του ρατσισμού (δουλεία ειλώτων), της ολιγαρχίας (κυριαρχία εφόρων) και του μιλιταρισμού (ο Νάβις εγκαθιστούσε τη δημοκρατία σε όσες πόλεις επιβαλόταν), με μια λέξη το λυκούργειο πολίτευμα. Είναι κυριολεκτικά η πραγματικά ένδοξη περίοδος της ιστορίας της Λακεδαιμονίας – σε αντίθεση με ό,τι λεν οι Νεοπαγανιστές. Σε καμμία περίπτωση δεν είναι σωστό το κάψιμο των χλωρών με τα ξερά.
Ο κύριος λόγος που οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται πως η αρχαία Σπάρτη αδικείται είναι ο σοβινισμός. Αυτοί οι άνθρωποι θέλουν σώνει και καλά όλη την Αρχαιότητα να την παρουσιάζουν ως άψογη και τέλεια. Πράγμα που μόνο ανιστόρητοι το δέχονται. Να προσθέσουμε, ότι όλη αυτή η θεωρία περί συνωμοσίας πρώτον είναι αγαπητή σε ακραίους κύκλους και δεύτερον είναι σαφέστατα όχι μόνο ιστορικώς αβάσιμη αλλά και δείχνει παιδαριώδη κοσμοαντίληψη και σκέψη.

42. «Γνωρίζουμε ότι τους πραγματικούς Έλληνες, όσους δηλαδή απέμειναν μετά από εκείνη την μακραίωνη και τρομακτική εθνο/κτονία, ουσιαστικά δεν τους εκχριστιάνισαν ποτέ. Απλώς τους σκέπασαν κάτω από αλλεπάλληλες ορδές εκχριστιανισμένων βαρβάρων και μετά τους τσουβάλιασαν μαζί τους, στο άθλιο σακί που φέρει την ταμπέλλα «Ρωμιός», ελπίζοντας το πέρασμα του χρόνου να εκχριστιανιστούν. Δεν τους εκχριστιάνισαν στα ίσια ποτέ (...) διαφορετικά «είναι δύσκολο να εξηγήσουμε πώς ξαφνικά, προς τα τέλη του 14ου και αρχές του 15ου αιώνος, η ειδωλολατρεία, σηκώνει το κεφάλι της, απροκάλυπτα και χωρίς το επίχρισμα του πνευματικού παιγνιδιού και ετοιμάζεται να εξαπολύσει μεγάλη επίθεση εναντίον της συμβατικής βυζαντινής κοσμοθεωρίας. Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Πλήθων δεν είναι ο μόνος γνωστός εκφραστής της από εκείνη την περίοδο» (Beck). Μέσα από υπόγειες διαδρομές και σε καιρούς κατάμαυρους ο πραγματικός Ελληνισμός άντεξε σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας (....) ήταν το αρχέτυπο «Ελλην» -το οποίο επεκαλείτο ευθέως τον Ελληνα Θεό Δία με εκείνο το «Ζευ πάτερ ποίησον αίθρην, δος δ’ οφθαλμοίσιν ιδέσθαι» που διαβάζουμε σε έγγραφο του 1822 της Πελοποννησιακής Γερουσίας- και όχι ο κακορίζικος «χριστιανορθόδοξος Ρωμιός» εκείνος που ξανασηκώθηκε ψηλά από τους εξεγερμένους» (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, σ. 104-105).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Μιλάν οι «Έλληνες Εθνικοί» για «υπόγειες διαδρομές» του πραγματικού Ελληνισμού κατά την Τουρκοκρατία˙ το έργο του Κακριδή, που δείχνει ότι παντού κατά την Τουρκοκρατία, σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας, ακόμα και στις απομονωμένες – όπου δήθεν κρύβονταν οι Παγανιστές «Πραγματικοί Ελληνες», και δεν είχαμε την ευκαιρία να τους παρατηρήσουμε π.χ. στην επανάσταση του 1821 – οι «Έλληνες» θεωρούνταν από τον λαό ένας άλλος διαφορετικός από αυτόν λαός, με ειδωλολατρική θρησκεία, δεν το υπολογίζουν;
Μιλάν για τον Πλήθωνα˙ λες και δεν γνωρίζουν όλοι, ότι οι διανοούμενοι πάντοτε εφεύρισκαν δικές τους ιδέες και θεωρίες και πάντα υπήρχαν οι καταγοητευμένοι μαθητές τους. Και την ζωροαστρική θρησκεία του Πλήθωνα, που μόνο κατα τα ονόματα (των θεοτήτων) έμοιαζε με την αρχαιοελληνική, την αναφέρουν οι Παγανιστές ως απόδειξη αναζωπύρωσης του παγανιστικού ελληνισμού.
Άλλωστε, ο Πλήθων ήταν πολύ επηρεασμένος από τον περσικό Ζωροαστρισμό. Στην Τουρκική αυλή της Αδριανούπολης «έκανε τη γνωριμία ενός μυστηριώδους Εβραίου, του Ελισαίου, πράγμα που φαίνεται σωστό, όπως και το ότι ο Ελισαίος τον μύησε στη διδασκαλία του Ζωροάστρη. Ο Πλήθων συνέθεσε μια ερμηνεία στα μαγικά λόγια του Ζωροάστρη (πρωτοεκδόθηκαν στο Παρίσι το 1599 και στο Άμστερνταμ το 1689), ενώ στους Νόμους γράφει: «καὶ διαφόρων τοῦ θείου ἀνθρώποις τῶν δοξῶν (...) ἡμεῖς κρατίστῃ οὔσῃ τῇ κατὰ Ζωροάστρην ταύτῃ προστιθέμεθα»» (Β.Ν. Τατάκη, Η Βυζαντινή Φιλοσοφία, εκδ. Εταιρίας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1977, σ. 262, 266). Μέγας Έλλην ο Πλήθων. Θήτευσε σε έναν Εβραίο στην Τουρκική αυλή και θεωρούσε τον Πέρση Ζωροάστρη πνευματικό του πρόγονο! Και πίστευε ο Πλήθων ότι ο Πέρσης Ζωροάστρης είχε την καλύτερη διδασκαλία απ’ όλους. Αυτά όλα είναι ασφαλώς «ελληνικότητα» κι «επιστροφή στους ελληνικούς θεούς». Περισσότερη ελληνικότητα έχουν οι Πέρσες κι οι Τουρκο-Εβραίοι, ενώ οι Ορθόδοξοι καθόλου, σύμφωνα με τους «Έλληνες Εθνικούς».
Αναφέρουν οι «Έλληνες Εθνικοί» τυπικά παραδείγματα της θεατρικής αρχαιολατρίας των νεοελλήνων – χάρην βοήθειας από τους αρχαιολάτρες Δυτικούς και μόνον. Ψάχνουν ψύλλους στα άχυρα, τους βρίσκουν και ωρύονται ότι τα ευρήματά τους αποδεικνύουν την «αλήθεια», πως οι επαναστάτες του 1821 ήταν Παγανιστές˙ ωρύονται ότι το φυλλαράκι που ανακάλυψαν σκαλίζοντας σκιάζει το δάσος, το βουνό στοιχείων που αποδεικνύουν το αντίθετο απ’ αυτό που ισχυρίζονται. Δεν γνωρίζουν τους ορισμούς του «Έλληνα» από όλες τις Εθνοσυνελεύσεις του 1821; Έλληνας=Χριστιανός, λένε. Αυτές γιατί κάνουν πως δεν τις βλέπουν; Δε γνωρίζουν άραγε οι «Έλληνες Εθνικοί» πώς εισήχθη η αρχαιολατρία εν Ελλάδι; Προφανώς τούς είναι άγνωστο το κείμενο αυτό του Cyril Mango («Βυζαντινισμός και Ρομαντικός Ελληνισμός»): «Ένας νέος μύθος, αυτή τη φορά ένας μύθος κατασκευασμένος στη Δυτική Ευρώπη, ήταν έτοιμος να πάρει τη θέση του Βυζαντινισμού ως το ιδανικό του ελληνικού λαού. Ηταν ο μύθος του ρομαντικού ελληνισμού. Διαμορφωμένος κυρίως στο β' μισό του 18ου αιώνα, ο μύθος αυτός έχει και τη σοβαρή του όψη.(..) Πιο πρόσφορη όσον αφορά την απήχησή της στα ευρύτερα στρώματα του δυτικοευρωπαϊκού λαού ήταν η φυγή σε μια χρυσαφένια πολιτεία του ονείρου, σε μιαν απλή αγροτική ζωή , που φαινόταν να προσέφερε η Ελλάδα. Ο καθένας ήθελε να γίνει βοσκός στην Αρκαδία. Η μόδα για κάθε ελληνικό δεν είχε πια όρια: ελληνικές ωδές, ελληνικά θεατρικά έργα, ελληνικές περούκες, ελληνικές ζωγραφιές, ελληνικά έπιπλα. Και μέσα σ' αυτήν την υπερδιέγερση, το κοινό ανακάλυψε ξαφνικά ότι υπήρχαν και πραγματικοί Έλληνες, με σάρκα και οστά, γνήσιοι απόγονοι του Θεμιστοκλή που αγκομαχώντας περίμεναν να ανακτήσουν την ελευθερία τους με τη βοήθεια των εκ Δύσεως αδελφών τους» (Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά μελετήματα, εκδ. Νέα σύνορα-α.λιβάνης, σ. 228).
Δεν γνωρίζουν οι «Έλληνες Εθνικοί» τις διατάξεις των συνταγμάτων στα τέλη του 1821 που γράφουν «αείμνηστοι ημών χριστιανοί αυτοκράτορες της Ελλάδος»; Μόνο κοιτούν το κλαδί και όχι το δάσος των δεκάδων αναφορών του 1821 στην εξίσωση Ελληνισμού-Χριστιανισμού και στην ανάμνηση της βυζαντινής καταγωγής;
Βεβαίως, το όνομα Έλληνας επικράτησε ως νεώτερο εθνικό όνομα, κι όχι το Ρωμηός. Αλλά εξ αρχής, χωρίς καμμία καθυστέρηση, το «Ελληνας» είχε Ρωμαίικη σημασία, κι όχι Παγανιστική. Τα ονόματα έχουν τη σημασία που τους δίνεται κάθε φορά˙ και η σημασία που εδόθη από τους επαναστάτες ήταν Χριστιανική κι όχι άλλη. Αλλά ορισμένοι, επειδή οι ίδιοι εκλαμβάνουν το «Ελληνας» ως κάτι που πάντα είχε τάχα την ίδια σημασία, πιστεύουν ότι το επαναστατικό «Ελληνας» αποτελούσε δικαίωση του Παγανισμού και των «πραγματικών Ελλήνων» που «δεν εκχριστιανίστηκαν».
Ακόμη και ο Κολοκοτρώνης, που απέρριπτε το «Ρωμιός» και υπεστήριζε το «Ελληνας», είπε αυτά εδώ: «Όταν πιάσαμε τ' άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως και έπειτα υπέρ Πατρίδος» (στην εφημ. "Αιών" των Αθηνών, 13/11/1838). Υπέρ ποιας Πίστεως, πολέμησε ο Κολοκοτρώνης; Των Νεοπαγανιστών ή της Χριστιανικής; Του Δία ή του... «Τζεσουά»;
Μήπως θα φέρουν οι Παγανιστές, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ως παράδειγμα, που πέθανε τάχα ως «Αυτοκράτωρ Ελλήνων», κι όχι «Αυτοκράτωρ Ρωμαίων»; Να τονίσουμε ξανά, μήπως, αυτό που δεν αντέχουν και δεν θέλουν να αναλογιστούν; Ότι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος είπε αυτά εδώ: «Ξέρετε καλά, αδελφοί, πως για τέσσερα πράγματα έχουμε κοινή υποχρέωση όλοι να προτιμήσουμε να πεθάνουμε, παρά να ζούμε, πρώτο για την πίστη και την ευσέβειά μας, δεύτερον για την πατρίδα (...) Αν για τις δικές μου αμαρτίες ο Θεός παραχωρήσει τη νίκη στους ασεβείς, ριχνόμαστε στον κίνδυνο για την πίστη μας την αγία, την οποία ο Χριστός μάς χάρισε με το δικό του αίμα˙ κι αυτό είναι το κυριότερο απ’ όλα (...)» Χρονικό Αλώσεως, Γεωργίου Φραντζή, κεφ. 6. Αυτό το πράγμα, ο Κολοκοτρώνης κι ο Παλαιολόγος τον Έλληνα και την Ελληνικότητα να τα ορίζουν ενάντια στους καθυστερημένους χρονικά ορισμούς τους, δεν λέει στους «Έλληνες Εθνικούς» τίποτα; Ή θα το αποκρύψουν κι αυτό;
Άλλωστε, το όνομα Ελλάδα κατά την έναρξη της επανάστασης του 1821 ουδεμία σχέση είχε με όσα ισχυρίζονται οι "Ελληνες Εθνικοί" σήμερα. Ελλάδα σήμαινε τα Βαλκάνια. «Ο Μωρέας, η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Σερβία, η Βουλγαρία, τα νησιά του Αρχιπελάγους, εν ένι λόγω η Ελλάς άπασα έπιασε τα όπλα δια να αποτινάξει τον βαρύν ζυγόν των βαρβάρων», λέει στην προκήρυξή του στο Ιάσιο (24/2/1821) ο Αλέξανδρος Υψηλάντης. Οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι, λοιπόν, είναι Έλληνες˙ το ίδιο λέει κι ο Θ. Νέγρης στο «Ανάπτυξις του νόμου της Επιδαύρου» στα 1824. Όλα τα συντάγματα του αγώνα θεωρούν «Έλληνα» τον Χριστιανό. Ακόμη κι ο Ανώνυμος ο Έλλην στην Ελληνική Νομαρχία, θεωρεί ταυτόσημο το Ελληνας με το Χριστιανός: «εις την Ευρώπην .... οι δε Χριστιανοί ως προς τους οθωμανούς, είναι ως το 115 προς το 29. Τόσον πλήθος Ελλήνων, πώς άρα γε να ζεί;» (1, 18). Αυτόν τον Έλληνα είχαν κατα νού οι επαναστάτες του 1821, κι όχι τις ιδέες των Νεοπαγανιστών.
Κι αλήθεια, αυτοί οι ανύπαρκτοι Παγανιστές της Τουρκοκρατίας, αφού επιβίωσαν, τι πολιτισμό είχαν; Μάγια και δεισιδαιμονίες; Πόσα αρχαία κείμενα αντέγραψαν; Περισσότερα από τους Ορθόδοξους; Πού κρύβονταν, ενώ.. μεγαλουργούσαν με τον αρχαίο πολιτισμό τους επί Τουρκοκρατίας, κρυφά απ’ τα μάτια των γειτόνων τους, δίπλα ακριβώς από αυτούς (διότι κι οι Χριστιανοί είχαν ανέβει στα βουνά, για να ξεφύγουν απ’ τους Τούρκους); Πού ήταν το 1821 και γιατί δεν ύψωσαν τα ξόανα, όπως οι Ορθόδοξοι ύψωσαν το Σταυρό; Τα παραμύθια της Χαλιμάς, σε νέα έκδοση.
Δεν δικαιούνται οι «Έλληνες Εθνικοί» παντός τύπου να μιλάνε για πραγματικούς Έλληνες και για «μη Ελληνες Ρωμιούς». Ρωμαίος αυτοκράτορας, από την Μοισία (Βουλγαρία) δεν ήταν ο Ιουλιανός; Γιατί δεν επαναστατήσανε εναντίον του; Γιατί δεν του συστήσανε οι Ειδωλολάτρες να μετωνομάσει σ' ελληνική την αυτοκρατορία; Ο Λιβάνιος γιατί δεν αγωνίστηκε για την αποτίναξη του «Ρωμαϊκού» ζυγού; Γιατί δεν έγραψε κανέναν λόγο υπέρ της απελευθέρωσης της Ελλάδας, αφού μόνο οι Ειδωλολάτρες είναι πραγματικοί Ελληνες, και δήθεν πραγματικοί πατριώτες; Συρο-Εβραίος δεν είναι ο Μάλχος-Πορφύριος, που οι Νεοπαγανιστές τον κάνουν «πραγματικό Ελληνα», εναντίον του οποίου ήρθαν «οι ορδές των εκχριστιανισμένων βαρβάρων»; Τους Ρωμαίους δεν υπηρετούσε ο Ειδωλολάτρης ελληνικής καταγωγής Αμμιανός Μαρκελλίνος, πιστά και νομοταγώς; Βάρβαρος δεν είναι ο Σύριος ειδωλολάτρης Ιάμβλιχος, που τον παριστάνουν με τα χαλδαϊκά του λόγια ως υπόδειγμα ελληνικότητας; Για την υπεράσπιση της «μη ελληνικής» Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εν τέλει δεν αγωνίζεται ο Κέλσος στον Λόγο Αληθή;
Να σταματήσουν οι «Έλληνες Εθνικοί» να μιλάν για «πραγματικούς Ελληνες» που διατήρησαν τάχα τον παγανισμό τους, καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας και μάλιστα της Τουρκοκρατίας. Αυτοί οι ίδιοι οι πρωτεργάτες του Νεοπαγανισμού είναι λαμπρό παράδειγμα του πώς εμφανίστηκε ο ελληνικός Νεοπαγανισμός. Ειλικρινά, δεν πιστεύουμε ότι υπήρχαν Έλληνες, κατά την Τουρκοκρατία ή και μετά το 1821, οι οποίοι π.χ. κάθε βράδι έμπαιναν κρυφά – για να μην τους δουν οι Χριστιανοί γείτονες – στο κατώι των σπιτιών τους, στο χωριό, κρατώντας θυμίαμα, και θυμιάτιζαν κάποιο αρχαιοελληνικό αγαλματίδιο ελληνικής θεότητας, το οποίο ήταν σε μια γωνιά στημένο, προσευχόμενοι στους Δώδεκα θεούς, κι απόγονοι αυτών των «Κρυφοεθνικών» είναι οι σημερινοί «Έλληνες Εθνικοί», οι οποίοι αποκάλυψαν την ταυτότητά τους. Όχι βέβαια. Αλλά έγιναν «δωδεκαθεϊστές» με τον τρόπο που περιγράφουν οι ίδιοι στο περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 72, σ. 2 : «Και πώς άρχισες, ρε Βλάση, το δρόμο σου στην αρχαιοελληνική παράδοση, τον ρώτησα. –Να σου πώ. Πάντα έψαχνα το γνήσιο. Ήμουν λοιπόν κάποτε στην Αμερική και ένοιωσα ότι βρέθηκα μπροστά σε έναν σαμάνο αυθεντικό, όχι από αυτούς τους κάλπικους που περιοδεύουν τον κόσμο και διδάσκουν. Αφού τον άκουσα προσεκτικά και κέρδισε την εμπιστοσύνη μου, τον ρώτησα: «Ποιο δρόμο μου συστήνεις;» -«Ακολούθησε την παράδοση που μιλά με την γλώσσα στην οποία ονειρεύεσαι»!» Και, είναι να απορεί κανείς, η Ορθοδοξία στην Ελλάδα δεν μιλά ελληνικά, οι δεκάδες χιλιάδες σελίδων στην Πατρολογία δεν είναι στα ελληνικά, ώστε να την ονειρευτούν και την ορθόδοξη παράδοση; Ή τους είπε ο – αν είναι δυνατόν – «αυθεντικός» σαμάνος (Άραγε «αυθεντικός» σημαίνει και «σοφός»;), εκτός από το να ακολουθήσουν την παράδοση που μιλά στη γλώσσα τους, να πολεμήσουν κι όλες τις άλλες, που επίσης μιλούν στην ίδια γλώσσα;
Σεβαστό, βεβαίως, το δικαίωμα του καθενός να διαλέγει ό,τι επιθυμεί με τον τρόπο που το επιθυμεί, ανεξάρτητα από το ποια φιλοσοφική άποψη ακολουθούσε παλιότερα. Όμως, όταν κάποιοι, που πριν λίγα χρόνια ακολουθούσαν νεοεποχίτικες ή εξωελληνικές ή δυτικοευρωπαϊκές νεωτερικές θεωρίες γίνονται απευθείας «πραγματικοί Έλληνες», ενώ ταυτόχρονα αποκαλούν τους υπόλοιπους Έλληνες «εβραιόψυχους» και «Χατζηέλληνες» (μη πραγματικούς Έλληνες), τότε δεν πρόκειται για το δικαίωμα των Νεοπαγανιστών για ελεύθερη επιλογή θρησκείας ή κοσμοαντίληψης, αλλά για το απαράδεκτο «δικαίωμα» των «Ελλήνων Εθνικών» να αρνούνται με υβριστικό μάλιστα τρόπο (εκτός κι αν το «χατζηέλληνες» είναι ουδέτερος χαρακτηρισμός) τον αυτοπροσδιορισμό των μη Νεοδωδεκαθεϊστών Ελλήνων ως πραγματικών Ελλήνων. Και στο κάτω κάτω, η Γαλιλαία βρίσκεται πιο κοντά στην Ελλάδα απ’ ό,τι η Β. Αμερική ή η Χαλδαία ή η Θούλη των Ελλήνων ναζιστών.

43. "Ότι πολλά αρχαιοελληνικά έθιμα του λαού μας διατηρήθηκαν εις πείσμα των απαγορεύσεων δείχνει ότι οι Έλληνες είναι υποταγμένοι στους χριστιανούς κατακτητές. Αλλά και όσα ακόμη διατηρούνται – π.χ. Αναστενάρια – διώκονται από την Εκκλησία".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ
α') Ότι πολλά αρχαιοελληνικά έθιμα επιβιώνουν ή επιβίωναν μέχρι πρόσφατα δεν σημαίνει ό,τι οι Ν/Π νομίζουν, αλλά ότι κανείς δεν τα απαγόρευσε, τουλάχιστον τόσο ώστε να ατονήσουν ή να χαθούν. Αν ήθελε να χρησιμοποιήσει βία το βυζαντινό κράτος, θα είχαν εξαφανιστεί τα έθιμα. Αν το ίδιο ήθελε η Εκκλησία, θα πετύχαινε την εξαφάνισή τους. Διώκει τα αναστενάρια με τη βία η Εκκλησία; Κάλεσε την αστυνομία να διαλύσει τους εορτάζοντες; Απλώς τα καταδικάζει κι αφήνει καθέναν ελεύθερο να πράξει ό,τι θέλει.
β') Αυτό που δεν κατανοούν για το Χριστιανισμό οι Ν/Π, όντας πανάσχετοι, είναι ότι ο Χριστιανισμός έχει τη δύναμη και τη ζωτικότητα να αποδέχεται μια τελετή ή ένα έθιμο και να την μεταμορφώνει ως προς το περιεχόμενό της δίνοντάς της καινούργιο ή άλλο, έτσι ώστε η αποδοχή του να μην σημαίνει εκφυλισμό του Χριστιανισμού. Ο Χριστιανισμός δεν έφερε κάτι καινούργιο στις τελετουργικές πρακτικές, αλλά ακριβώς εδώ φαίνεται η δύναμή του, ότι δανείστηκε από τις υπάρχουσες χωρίς να πάθει τίποτε. Δεν πρόκειται φυσικά για «κλοπή», όπως θα ισχυριστούν τίποτε Νεοπαγανιστές αυτοδιορισμένοι Χωροφύλακες του Ελληνικού Πολιτισμού, αλλά για ελεύθερη επιλογή ενός πολιτιστικού αγαθού. Εάν π.χ. προσφέρονταν σταφύλια στη γιορτή ενός εθνικού θεού, ο Χριστιανισμός το αποδέχθηκε αλλάζοντας τον αποδέκτη. Ούτε αυτή η τακτική ήταν «ύπουλη» (για να μπερδευτούν οι Ειδωλολάτρες), όπως θα ισχυριστούν τίποτε Νεοπαγανιστές που θεωρούν τους εκχριστιανισμένους Εθνικούς του 5ου ή του 6ου μ.Χ. αι. τόσο ηλίθιους, ώστε να πιστεύουν ότι αυτοί (οι Εθνικοί του 5ου αι.) δεν είχαν συναίσθηση τού σε ποιον θεό έκαναν τις προσφορές! Ακόμη και πριν από λίγες δεκαετίες γίνονταν θυσίες βουβαλιών ή άλλων ζώων σε χριστιανικές γιορτές, δίχως να προκύψει σοβαρό ζήτημα, κι αυτό γιατί η θυσία αυτή είχε χάσει το ειδωλολατρικό της περιεχόμενο και νόημα και ήταν απλώς ένα τοπικό αβλαβές έθιμο. Ουδέποτε βλάφτηκε πρακτικά η Εκκλησία από αυτά τα έθιμα.
γ') Ασφαλώς αποτελεί μεγάλη νεοπαγανιστική απάτη ή ανοησία να θεωρούνται κρυπτοπαγανιστές ή Παγανιστές όλοι οι (νεο)Έλληνες που συμμετέχουν ή συμμετείχαν στα έθιμα αυτά τώρα ή τους προηγούμενους τελευταίους αιώνες. Όσοι συμμετείχαν ή συμμετέχουν σε τέτοια έθιμα και ακολουθούν τέτοιες πρακτικές ουδόλως έχουν/είχαν μεράκι να λατρέψουν το Δία. Αυτό που ήθελαν ήταν να συνεχίσουν ένα έθιμο, που φυσικά – πάνω από μια χιλιετία – είχε πάψει να λογαριάζεται (από τον κόσμο που το συνέχιζε) ως ειδωλολατρικό ή σχετιζόμενο με τους «θεούς». Έχουν παρατηρηθεί πολλά ειδωλολατρικά έθιμα, όπως οιωνοσκοπία με χρήση οστού αρνιού ή τοποθέτηση χρημάτων σε νεκρούς. Τα έθιμα σαφώς έχουν ειδωλολατρική προέλευση, σαφώς καταδικάζονται από την Εκκλησία, αλλά για τον τελούντα το έθιμο δεν έχουν καμμία σχέση με τους «θεούς», των οποίων ακόμη και την «ύπαρξη» ασφαλώς αγνοεί.
δ') «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι χριστιανικά λατρευτικά και άλλα λαϊκά έθιμα ανάγονται γενετικά σε προχριστιανικές παραδόσεις. Όπως επίσης δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάποια νήματα που διαπερνούν τα βάθη της ιστορίας και της λαϊκής ψυχής συνδέουν μεταξύ τους τις μορφές της αρχέγονης θηλυκής θεότητας, της Αθηνάς ή της Κυβέλης με τη θεομητορική μορφή της Παναγίας, όπως συνδέουν τη μορφή του Περσέα μ’ αυτές του Άη Γιώργη και του Διγενή, ακόμα και τις μορφές του Ορφέα και του Διονύσου με τη θεανδρική μορφή του Ιησού Χριστού. Με λίγα λόγια, πολλά από τα σχήματα της εκκλησιαστικής και της ελληνικής δημοτικής παράδοσης ανάγονται πράγματι σε θεμελιώδη ψυχικά-πολιτιστικά αρχέτυπα, που χάνονται στα βάθη της ανθρώπινης προϊστορίας. Αν περιοριστούμε όμως στα θρησκειολογικά, εθνολογικά, λαογραφικά κριτήρια, οι μορφολογικές ομοιότητες κινδυνεύουν να μάς παρασύρουν σε μια σύγχυση μεταξύ ψυχικού-πολιτιστικού και πνευματικού-οντολογικού επιπέδου. Επίσης, μια ανιστορική σύγκριση αφηρημένων τύπων και δομών μάς αποκρύβει τη σημασία της προσωπικής και ιστορικής συγκυρίας, την προσωπική υπαρξιακή ταλάντευση και τα πνευματικά διλήμματα των συγκεκριμένων υπαρκτών προσώπων μέσα στον συγκεκριμένο ιστορικό χώρο και χρόνο. Έτσι, μ’ όλα αυτά, δεν αντιλαμβανόμαστε ότι μεγάλες πνευματικές ρήξεις και επαναστάσεις της ιστορίας συντελούνται παρά τη φαινομενική συνέχεια των πολιτιστικών σχημάτων, και μόνο χάρη σε κάποιες – ανεπαίσθητες πολλές φορές – μετατοπίσεις στους συμβολισμούς των αρχετύπων. Χωρίς αυτόν τον μίτο, δεν μπορεί κανείς να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία πέτυχε σταδιακά τον εκχριστιανισμό των «Εθνών» και την πνευματική μετάπλαση των αρχαίων παραδόσεων. Χωρίς αυτήν την ερμηνευτική κατανόηση και διείσδυση στο πνευματικό-οντολογικό περιεχόμενο των δημοτικών μας παραδόσεων, δεν μένει παρά μια πνευματικώς «ουδέτερη» μορφολογία (ηθών, εθίμων και διαφόρων άλλων πολιτιστικών στοιχείων), που αφήνει περιθώριο για μια σειρά θρησκειολογίζουσες και κοινωνιολογίζουσες συγχύσεις. Αν κανείς ξεπεράσει όλους αυτούς τους σκοπέλους και εισέλθει στο πνευματικό βάθος της παράδοσης, τότε καταλαβαίνει πόσο φτωχές είναι από πνευματική άποψη και γιατι δεν τελεσφορούν οι διάφορες προσπάθειες φολκλορικής αναβίωσής της, ή μ’ άλλα λόγια, γιατί στερημένη απ’ τον πνευματικό δυναμισμό της, η παράδοση αυτή δεν εκφράζει παρά έναν επιφανειακό και άγονο συναισθηματισμό» (Βασίλη Ξυδιά, «Οι «Έλληνες» ξανάρχονται», Σύναξη, τ. 69). Δεν υπάρχει δηλαδή ταυτότητα εθίμου και του παγανιστικού ήθους, όπως ισχυρίζονται οι Ν/Π που νομίζουν ότι τα δημοτικά έθιμα είναι.. (μανία που έχουν με την ιδιοποίηση) δικά τους
ε') Το αστείο (Τραγικό μάλλον, αν σκεφτεί κανείς πως μερικοί αρχαιολάτρες ήθελαν και θέλουν τον «επανελληνισμό» των Νεοελλήνων, μέσω της «αποβυζαντινοποίησής» των) είναι πως για όσο καιρό (πριν ή μετά το 1821) οι Νεοέλληνες παρέμεναν βυζαντινοί και δεν είχαν εκδυτικιστεί, διατηρούσαν τα ελληνικά αρχαία έθιμα π.χ. πίστευαν στον ύπαρξη «κάτω κόσμου», τον Άδη, τον Χάρο, έκαναν ακόμα και προσφορές κεριών σε σχήμα φαλλού σε εκκλησίες (στη Μ.Ασία), σε αρκετές γιορτές τους τραγουδούσαν τραγούδια βωμόλοχα (στα χωριά), όπως ακριβώς οι αρχαίοι στις αρχαίες γιορτές, έβαζαν νόμισμα στο στόμα του νεκρού κ.ά., ενώ μόλις εκδυτικίστηκαν και έγιναν «απευθείας απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων» και «αρχαιολάτρες», ξέχασαν όλη αυτή την ποικιλία αρχαιοελληνικών εθίμων. Κανείς δε μιλάει πια για «Άδη», ούτε για «Κάτω Κόσμο». Μιλάει για «παράδεισο» με θηλυπρεπή αγγελάκια κτλ. Κανείς δεν θα αποδεχόταν πια – δεν θα του φαίνεται τόσο αυθόρμητο – ένα δημοτικό τραγούδι του τύπου: «Ο κάτω κόσμος είν κακός, γιατί δεν ξημερώνει / γιατί δεν κράζει ο πετεινός, δεν κελαδεί το αηδόνι εκεί νερό δεν έχουσι και ρούχα δε φορούσι, / μόνο καπνό μαειρεύουσι και σκοτεινά δειπνούσι,»
είτε αρχαιολάτρης είναι είτε «ελληνοχριστιανός» ή «Τίποτις δεν εσκιάχτηκα, μόνο το πρώτο βράδι / που ταν τα φίδια σταυρωτά, και οι οχιές πλεγμένες κι ένα φιδάκι κολοβό στα μάτια με κοιτάει. / -τι με κοιτάς φιδάκι μου άγρια και κακιωμένα; / -εγά θα φάω τα μάτια σου και τη γλυκιά σου γλώσσα / και στα ξανθά σου τα μαλλιά θα φτιάξω τη φωλιά σου».
Αντίθετα, θα λένε ανέκδοτα περί άγιου Πέτρου στην πύλη του παράδεισου. Δηλαδή, τα έθιμα αυτά, αν και παγανιστικά, ήταν πλέον συνδεδεμένα με την χριστιανική θρησκεία. Ουδόλως η ύπαρξή τους σήμαινε παγανιστική διάθεση. Αντιθέτως, μόλις οι πρόγονοί μας εκδυτικίστηκαν και το κράτος τους φόρεσε τον μανδύα της «Αρχαιοελληνικής συνείδησης», τα αρχαιοελληνικά έθιμα έσβησαν σταδιακά. Σε συνδυασμό με το γεγονός – όπως απέδειξε ο Κακριδής – ότι οι άμεσοι πρόγονοί μας (ο λαός) είχαν αρχαιοελληνικά έθιμα, χριστιανική πίστη και ρωμαίικη ελληνική συνείδηση, καταρρίπτεται το σαθρό επιχείρημα του Νεοπαγανισμού περί ταύτισης δημοτικών εθίμων και Παγανιστικής θρησκείας. Άλλο η απώτατη καταγωγή τους κι άλλο η εν συνεχεία αποσύνδεσή τους από αυτήν.
στ') Πάρα πολλά έθιμα εξαφανίστηκαν κατά τον 20ο αιώνα, λόγω του μοντέρνου τρόπου ζωής και της αστυφιλίας και όχι λόγω του Χριστιανισμού. Όπως είδαμε, πολλά αρχαία έθιμα, θρησκευτικά και μη, επιβίωσαν στον Χριστιανισμό. Ώς τα μέσα του 20ου αιώνα, όταν οι περισσότεροι Έλληνες ήταν αγρότες, τα έθιμα διατηρούνταν. Αρκεί να διαβάσει κανείς λαογραφικά βιβλία από κάθε περιοχή της Ελλάδας κι από κάθε απλό χωριό, για να διαπιστώσει ότι πανάρχαια έθιμα υπήρχαν ώς τη δεκαετία του 1940-1950. Οι δεκάδες μαρτυρίες μέσα στα βιβλία αυτά, πως «μέχρι πρόσφατα» τα έθιμα αυτά υπήρχαν καθιστούν αβάσιμες τις κραυγές των Νεοπαγανιστών ότι ο Χριστιανισμός εξαφάνισε δια πυρός και σιδήρου τα χιλιάδες αυτά έθιμα. Όταν ξενητεύτηκαν οι κάτοικοι της επαρχίας ή όταν ήρθαν στις πόλεις, ξέχασαν, όπως ήταν φυσιολογικό όλα τα έθιμα. Επιπλέον η τηλεόραση και ο εκδυτικισμός παρέσυραν τα πάντα. Τη στιγμή, λοιπόν, που παππούδες ή και γονείς ακόμη που γεννήθηκαν στα χωριά, θυμούνται τα έθιμα αυτά, είναι ανόητος ο ισχυρισμός ότι σήμερα δεν έχουμε έθιμα λόγω του Χριστιανισμού.

44. "Εξαιτίας του Χριστιανισμού οι Έλληνες έπαψαν να έχουν αποκλειστικά δικούς τους θεούς και αναγκάστηκαν να λατρεύουν μαζί με τα άλλα έθνη έναν θεό. Αυτό οδήγησε και στην παρακμή της Ελλάδας".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Διόλου δεν σταμάτησαν οι Έλληνες να είναι Έλληνες, όταν παράτησαν το Δία για χάρη του Μίθρα, του Όσιρι, της Κυβελης και άλλων θεών. Εάν η εγκατάλειψη της προπατορικής και αρχικής θρησκείας συνιστά εθνική αυτοκτονία και αφελληνισμό, τότε γιατί οι Ν/Π δεν αποκαλούν τους ήδη από τον 4ο αιώνα π.Χ. εν Ελλάδι πολλούς λάτρεις των μυριάδων ανατολικών θεοτήτων «προδότες», «αφελληνισμένους» ή «ηλίθιους»; Αφού η «Ελληνική Θρησκεία» είχε ξεφτίσει αντικαθιστάμενη ακόμα και στην κυρίως Ελλάδα από ξένες θεότητες κατά την Ελληνιστική εποχή, θα έπρεπε οι Νεοπαγανιστές να κηρύξουν το τέλος του ελληνικού έθνους τρεις και δύο αιώνες ήδη προ Χριστού.
Ας αποφασίσουν λοιπόν οι Νεοδωδεκαθεϊστές τι αποδέχονται: ότι η θρησκεία και το έθνος πάνε εις αεί μαζί ή ότι δεν πάνε; Αν νομίζουν πως δεν πάνε αναγκαστικά μαζί, τότε να πάψουν να νομίζουν πως η αποδοχή μιας νέας θρησκείας, του Χριστιανισμού, σήμανε το τέλος του ελληνικού έθνους και του ελληνικού πολιτισμού. Αν νομίζουν πως πάνε μαζί, τότε, εφόσον δεν θέλουν να βγάλουν «ανθέλληνες» ή «μη έλληνες» ή «εβραίους» ή «κρυπτοεβραίους» ή «μισοεβραίους» ή «εβραίους με ελληνική συνείδηση», ή «έλληνες με εβραϊκή συνείδηση», ή «παραπλανημένους» (Είναι τόσο φαντασμένοι και που πιστεύουν πως μόνο οι ίδιοι έχουν εκλέξει ελεύθερα τη θρησκεία τους ή ότι στην αρχαία εποχή ο όχλος εξέλεγε προσωπικά κι ελεύθερα τη θρησκεία του. Γι’ αυτό και έχουν αυτό το ύφος ψηλομύτηδων ελιτιστών: «εμείς τα ξέρουμε όλα, εσείς κοιμάστε, ζώα».) ή ό,τι άλλο φαντάζονται στα μυαλά τους για τα 10 εκατομμύρια πλην του εαυτού τους, τότε να δεχτούν την παρούσα ταύτιση.
Όντως η θρησκεία προσδίδει κάτι το ιερό στην ύπαρξη ενός λαού, αλλά τούτο δε σημαίνει ούτε πως η θρησκεία αναγκαστικά πρέπει να παραμένει η ίδια ανά τους αιώνες, ούτε πως αποκλείεται να υπάρξει έθνος δίχως ο παράγων θρησκεία να είναι το ενοποιητικό στοιχείο του. Για παράδειγμα, η αρχαία παγανιστική θρησκεία των Ελλήνων ήταν ενοποιητικός παράγοντας του ελληνικού έθνους. Όταν αυτή από τον 4ο αιώνα π.Χ και μετά άρχισε να παρακμάζει, επειδή οι Έλληνες δεν της έδίναν πια τόση σημασία κι επειδή λάτρευαν άλλους θεούς, αυτό καθόλου δεσημαίνει πως εξαφανίστηκε το ελληνικό έθνος ή ο πολιτισμός του: απλώς σημαίνει πως η συγκεκριμένη θρησκεία ήταν ανεπαρκής πλέον να εξασφαλίσει την συνοχή των Ελλήνων. Απλώς σημαίνει ότι οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες την βρήκαν μη ικανοποιητική για τις πνευματικές τους ανάγκες. Όταν, μετά από μια περίοδο κοσμοπολιτισμού και παρόλους τους διωγμούς ο χριστιανισμός άρχισε να εξαπλώνεται και να επικρατεί στην ελληνόφωνο τμήμα της αυτοκρατορίας, αυτό σήμαινε δύο πράγματα: πρώτον ότι το ενοποιό στοιχείο για τους Έλληνες θα ήταν αυτή η συγκεκριμένη θρησκεία και δεύτερο – και σημαντικότερο – ότι η θρησκεία αυτή ικανοποιούσε καλλίτερα τις πνευματικές τους ανάγκες απ’ ό,τι οι ανατολικές παγανιστικές θεότητες ή το δωδεκάθεο (το οποίο είχε κατ’ ουσίαν απορριφθεί χάριν των ανατολικών θεοτήτων, πολύ πριν εμφανιστεί και διαδοθεί ο Χριστιανισμός). Όμως, σήμερα, εφόσον η ιδέα του «έθνους» έχει αυτονομηθεί και εκκοσμικευθεί, το να γίνονται δεκτοί ως μέλη ενός έθνους άνθρωποι άθρησκοι ή άθεοι ή διάφορων θρησκειών καθόλου παράξενο δεν θεωρείται.
Το ότι η καινούργια θρησκεία (ο Χριστιανισμός) ήταν ταυτόχρονα και θρησκεία άλλων λαών καθόλου δεν σημαίνει έλλειψη «εθνικού χρώματος» στην πρόσληψη της θρησκείας αυτής από την κάθε λαότητα ή αποεθνικοποίηση. Άλλη εκκλησιαστική και δημοτική μουσική έχουν οι Ρώσσοι Ορθόδοξοι κι άλλη οι Έλληνες Ορθόδοξοι. Άλλη τεχνοτροπία έχουν στους ναούς τους ο κάθε λαός. Κατηγορούν οι νεοδωδεκαθεϊστές την Ορθοδοξία ότι απαγόρευσε τα ελληνικά έθιμα. Από πού συμπεραίνουν αυτό το πράγμα; Οι χιλιάδες χοροί και τα δεκάδες χιλιάδων δημοτικά τραγούδια γιατί παρέμειναν ζωντανά ώς τις μέρες μας, αφού υποτίθεται πως η θρησκεία τα απαγόρευσε απηνώς; Αλλά, από την ιστορία βλέπουμε ότι λ.χ. η τέλεση των Παναθηναίων μαρτυρείται ώς το 267 μ.Χ. (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ΄, σ. 175). Τι έγινε μετά; Φταίει κι εδώ ο Χριστιανισμός;
Κανονικά θα έπρεπε, σύμφωνα με όσα οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται, να μήν υπάρχουν ελληνικοί χοροί και τραγούδια. Όμως μόνο τα έθιμα σχετικά με τις θυσίες στους παγανιστικούς θεούς απαγορεύτηκαν. Ο παράγων θρησκεία αφενός προσαρμόστηκε στα διάφορα έθιμα των λαών, αφετέρου ήδη από την ελληνιστική εποχή έπαψε να υποτάσσεται στο δόγμα «κάθε λαός και θρησκεία». Ήδη από τότε λάτρεις ενός θεού μπορούσαν να είναι άνθρωποι διαφόρων εθνοτήτων, αυτό φυσικά δε σήμαινε πως έχαναν την εντοπιότητά τους. Οι Έλληνες δεν αφελληνίστηκαν λατρεύοντας μαζί με τους Αιγύπτιους τον Σέραπι ή την Ίσιδα, ή με τους πέρσες τον Μίθρα, ή μαζί με τους Σύριους την Κυβελη.
Συνεπώς είναι ψέμμα ο νεοπαγανιστικός ισχυρισμός ότι εξαιτίας του Χριστιανισμού οι Έλληνες έπαυσαν να έχουν δικούς τους αποκλειστικά εθνικούς θεούς. Τρεις αιώνες πρό Χριστού είχε ήδη συμβεί αυτό. Τι συνέβη; Τώρα, μετά από 23 αιώνες το συνειδητοποίησαν αυτό οι Νεοπαγανιστές; Πού ήταν τότε; Κοιμόντουσαν; Είχαν τρυπώσει σε καμμιά τρύπα της Ακρόπολης; Τώρα τους έπιασε το μεράκι να «μας διορθώσουν»;

45. «Έθνη που προσκυνούν ξένους θεούς είναι καταδικασμένα να υποδουλωθούν και μία μέρα να αφανισθούν. Το Ελληνικό έθνος δεν πρόκειται να ξεφύγει από αυτόν τόν κανόνα όσο προσκυνά τον ραββίνο Τζεσουά».

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: «Μια μέρα είναι καταδικασμένα να αφανιστούν». Τι θα πει, «μια μέρα»; Σήμερα; Αύριο; Σε δέκα χρόνια; Σε 30 αιώνες μήπως; Ζήσε μάη να φας τριφύλλι; Διότι οι Έλληνες προσκυνούν έναν «μη ελληνικής προέλευσης» θεό εδώ και 18 αιώνες, δηλαδή πολύ περισσότερο διάστημα απ’ όσο προσκυνούν τον ίδιο τον Δία και τους άλλους, και φαίνεται πως ακόμα δεν σκοπεύουν να αφανιστούν. Πώς δεν εξαφανίστηκαν; Με τέτοια ψευδολογήματα, θεοκρατικές αντιλήψεις και απειλές οι «Ελληνες Εθνικοί» προσπαθούν να τρομάξουν τους Έλληνες. Όμως ο Κολοκοτρώνης που μάς απελευθέρωσε έλεγε : «Ο Θεός έβαλε την υπογραφή του για την ελευθερία της Ελλάδας, και δεν την παίρνει πίσω». Μήπως τώρα θα αντιπούν τίποτε Ν/Π ότι ο Κολοκοτρώνης εννοεί το Δία ή κάποιον άλλον, μη χριστιανικό θεό, να σηκωθεί ο Κολοκοτρώνης να τους πάρει στο κυνήγι;
«Ηταν μια εκκλησιά εις τον δρόμο (η Παναγιά στο Χρυσοβίτσι) και το καθησιόν μου ήτο οπού έκλαιγα την Ελλάδα: Παναγιά μου βοήθησε και τούτη τη φορά τους Ελληνας δια να εμψυχωθούν!» (Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, εκδ. Αφών Τολίδη, σ. 152), λέει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Οι Νεοειδωλολάτρες γράφουν: «Θυμίσου Έλληνα την Μεγάλη Επανάσταση του 2597 μ.π.Ο. όπου ο Κολοκοτρώνης μαζί με τους Οπλαρχηγούς και τα παλληκάρια τους ορκίστηκαν στους Θεούς ότι θα τσακίσουν τους ναζωραίους κατακτητές», ενώ ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης (Λόγος προς τους νέους, στην Πνύκα) γράφει: «Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν. (....) Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε».
Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς το ήθος των Νεοπαγανιστών που υποστηρίζουν και διαδίδουν τέτοια αναίσχυντα ψέμματα περί Κολοκοτρώνη.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Fri Oct 01, 2021 6:03 pm

45a Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΘΕΩΝ

Ο Ηρόδοτος έγραψε ότι η θρησκεία των αρχαίων ελλήνων προήλθε από άλλους λαούς.
Ιστορίαι, 2, 4: «Έλεγαν ότι οι Αιγύπτιοι πρώτοι κατονόμασαν 12 θεούς κι ότι οι Έλληνες πήραν απ’ αυτούς τα ονόματα. Επίσης ότι πρώτοι αυτοί χάρισαν στους θεούς βωμούς, αγάλματα και ναούς, κι ότι χάραξαν πάνω σε πέτρες διάφορες μορφές».
Ιστορίαι, 2, 50: «Όλα σχεδόν των θεών τα πρόσωπα έχουν έρθει στην Ελλάδα από την Αίγυπτο. Ρωτώντας ανακάλυψα πως έτσι έγινε, πως δηλαδή έχουν έρθει από άλλους λαούς. Μου φαίνεται μάλιστα πως οι περισσότεροι έχουν έρθει από την Αίγυπτο. Στη χώρα τους, την Αίγυπτο, υπήρξαν πάντοτε τα πρόσωπα των άλλων θεών, εκτός από τον Ποσειδώνα και τους Διοσκούρους, όπως έχω και προηγουμένως πει, την Ήρα, την Εστία, τη Θέμιδα τις Χάριτες και τις Νηρηίδες. Λέω ό,τι λένε κι οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι. Τα πρόσωπα των θεών, που ισχυρίζονται πως δεν τα ξέρουν, νομίζω πως κατονομάστηκαν από τους Πελασγούς – εκτός από τον Ποσειδώνα. Τον θεό αυτόν οι Έλληνες τον έμαθαν από τους κατοίκους της Λιβύης. Κανένας λαός δεν λάτρευε απ’ την αρχή το πρόσωπο του Ποσειδώνα, παρά μόνον οι άνθρωποι απ΄ τη Λιβύη, που τιμούσαν πάντα αυτόν τον θεό. Οι Αιγύπτιοι λοιπόν δεν αφιερώνουν τελετές ούτε κάν στους ήρωες». Ο Ηρόδοτος δεν εννοεί βέβαια ότι τα ίδια τα ονόματα των θεών του Ελληνικού πανθέου ήρθαν από την Αίγυπτο (γνωρίζει τη διαφορά στις ονομασίες τους, π.χ. Άμμων και Ζεύς: 2, 42), αλλά ότι οι ελληνικοί θεοί προσδιορίστηκαν και η λατρεία τους εγκαθιδρύθηκε και καθορίστηκε με βάση τους Αιγυπτιακούς.
Ιστορίαι, 2, 52: «Οι Πελασγοί πρωτύτερα έκαναν πάντοτε θυσίες και προσφορές στους θεούς, καθώς άκουσα στη Δωδώνη, χωρίς να λένε το όνομα ή την επωνυμία κανενός θεϊκού προσώπου, γιατί δεν είχαν ακούσε τίποτα σχετικό ώς τότε. Τους έδωσαν την προσωνυμία «θεοί» από αυτό το πράγμα, επειδή δηλαδή «έθεσαν» – έβαλαν, όπως λέμε – τάξη παντού και χάρισαν στους ανθρώπους τα πάντα. Όταν όμως πέρασε πολύς καιρός έμαθαν των άλλων θεών τα ονόματα πούφτασαν από την Αίγυπτο. Το όνομα του Διόνυσου το πληροφορήθηκαν πολύ αργότερα. Μετά από καιρό ζήτησαν χρησμό στο μαντείο της Δωδώνης σχετικά με τα ονόματα. Γι’ αυτό το μαντείο τούτο θεωρείται το πιο αρχαίο από τα ελληνικά μαντεία. Εκείνον τον καιρό ήταν το μοναδικό, που υπήρχε. Όταν λοιπόν ζήτησαν χρησμό οι Πελασγοί στη Δωδώνη, αν πρέπει να παραλάβουν τα ονόματα των θεών, πούχαν έρθει από τους ξένους, το μαντείο απάντησε να τα παραλάβουν και να τα χρησιμοποιούν. Απ’ την αρχή λοιπόν αυτή πρόσφεραν θυσίες, χρησιμοποιώντας τα ονόματα των θεών. Κατόπιν, απ’ τους Πελασγούς τα πήραν οι υπόλοιποι Έλληνες».
Ιστορίαι, 2, 53: «Την προέλευση του καθενός θεού, αν υπήρχαν όλοι από πάντα και ποια ήταν η μορφή τους, αυτά δεν τάξεραν μέχρι τότε, μέχρι χθες, που λέει ο λόγος. Νομίζω πως ο Ησίοδος κι ο Όμηρος ήταν στην ηλικία 400 χρόνια γεροντότεροί μου κι όχι περισσότερο. Αυτοί μίλησαν στα ποιήματά τους για τη θεογονία στους Έλληνες, αυτοί ονομάτισαν τους θεούς, αυτοί τους μοίρασαν τιμές και δεξιοτεχνίες, αυτοί έμαθαν στον κόσμο της θεϊκές μορφές. Οι ποιητές που, καθώς λένε οι άνθρωποι, έζησαν νωρίτερα απ’ αυτούς τους δυο, νομίζω πως έζησαν αργότερα. Απ’ τις γνώμες αυτές τις πρώτες τις υποστηρίζουν οι ιέρειες της Δωδώνης, ενώ τις κατοπινές, τις σχετικές με τον Ησίοδο και τον Όμηρο, τις λέω εγώ».
Ιστορίαι, 2, 54: «Για τα μαντεία, γι’ αυτό που βρίσκεται στην Ελλάδα και για το άλλο, της Λιβύης, οι Αιγύπτιοι λένε αυτά τα λόγια. Οι ιερείς του Δία της αιγυπτιακής Θήβας ισχυρίζονται πως οι Φοίνικες πήραν απ’ το μέρος αυτό 2 ιέρειες. Έμαθαν πως τη μια απ’ αυτέ την πούλησαν στη Λιβύη κα την άλλη στην Ελλάδα. Οι γυναίκες αυτές είναι οι πρώτες που στέριωσαν τα μαντεία τούτα σ’ όσες χώρες ανάφερα. Όταν ρώτησα πώς το ξέρουν με τέτοια σιγουριά και το λένε, μου απάντησαν ότι εκείνοι οι ίδιοι έψαξαν πολύ για τις γυναίκες αυτές. Δεν μπόρεσαν τότε να τις βρουν, πληροφορήθηκαν όμως αργότερα γι’ αυτές όσα μούπαν».
Ιστορίαι, 2, 55: «αυτά άκουσα απ’ τους ιερείς της αιγυπτιακής Θήβας. Οι μάντισσες της Δωδώνης λένε τα λόγια τούτα: πως πέταξαν 2 μαύρα περιστέρια απ’ τη Θήβα της Αιγύπτου και πήγαν το ένα στη Λιβύη και τ’ άλλο στα δικά τους μέρη. Πως το δεύτερο κάθισε πάνω σε μια βελανιδιά κι είπε με ανθρώπινη φωνή ότι έπρπε να γίνει μαντείο του Δία στο μέρος αυτό. (...) Αυτά τάλεγαν οι ιέρειες της Δωδώνης, που ονομάζονται η μεγαλύτερη στα χρόνια Προμένεια, η επόμενη Τιμαρέτη κι η νεώτερη Νικάνδρη. Μαζί τους συμφωνούσαν κι οι άλλοι άνθρωποι της Δωδώνης, πούχαν κάποια σχέση με τον ναό».
Ιστορίαι, 2, 58: «Πανηγύρια και λιτανείες και θρησκευτικές συγκεντρώσεις πρώτοι απ’ όλους τους ανθρώπους έκαναν οι Αιγύπτιοι. Απ’ αυτούς τόμαθαν κι οι Έλληνες. Απόδειξη στα λόγια μου είναι τούτο το πράγμα: οι γιορτές τους φαίνεται ότι γίνονται από πολύν καιρό, ενώ των Ελλήνων καθιερώθηκαν τελευταία».
Ιστορίαι, 2, 123: «Πρώτοι απ’ όλους οι Αιγύπτιοι είπαν κι αυτά τα λόγια, ότι (...) ενώ το σώμα καταστρέφεται, η ψυχή μπαίνει μέσα σε κάποιαν άλλη ύπαρξη, που βλέπει το φως. Όταν τριγυρίσει σ’ όλα τα ζώα της στεριάς, της θάλασσας και του ουρανού, μπαίνει ξανά στο σώμα ενός ανθρώπου, που γεννιέται. Η περιπλάνηση αυτή γίνετια μέσα σε 3000 χρόνια. Την άποψη τούτη ακολούθησαν μερικοί Έλληνες, άλλοι στο μακρινό παρελθόν κι άλλοι κάπως αργότερα, σαν να ‘ταν δική τους. Μονολότι ξέρω τα ονόματα εκείνων, δεν τα αναφέρω». Δηλαδή: Η θεωρία της μετεμψύχωσης με την οποία παθιάζονται ορισμένοι νεοπαγανιστές ότι είναι ελληνικότατη, δεν είναι ελληνική.
Φυσικά, ο Ηρόδοτος, δεν είναι «ανθέλληνας» όπως τον κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές κι όπως τον κατακρίνει ο Πλούταρχος, διότι ο ίδιος άνθρωπος εξιστόρησε τη μεγαλειώδη νίκη των αρχαίων Ελλήνων κατά των «βαρβάρων» της Ασίας, δίνοντας τεράστιους αριθμούς για την περσική στρατειά (ένα εκατομμύριο στρατιώτες), ώστε η νίκη των λιγοστών Ελλήνων να είναι ακόμη πιο ένδοξη. Ο «ανθέλληνας και αναξιόπιστος» Ηρόδοτος, σύμφωνα με τους Νεοπαγανιστές, γράφει ότι «η Ελληνική φυλή ξεχώριζε ανέκαθεν απ’ τους βαρβάρους, γιατί και εξυπνότερη ήταν και δε διακρινόταν για ανόητη ελαφρομυαλιά» (1, 60). Άρα δεν γράφει ό,τι του κατέβει ο Ηρόδοτος, παρασυρμένος από κάποιον φιλοασιατισμό, αλλά μεταφέρει πράγματα, που ήταν κοινός τόπος στην εποχή του.
Παυσανίας, 10, 14, 7: «Της Ουρανίας [Αφροδίτης] η λατρεία καθιερώθηκε για πρώτη φορά στους Ασσυρίους. Μετά τους Ασσυρίους στους Παφίους της Κύπρου και στους Φοίνικες που κατοικούν στην Ασκαλώνα της Παλαιστίνης. Από τους Φοίνικες πήραν τη λατρεία της οι Κυθήριοι. Στους Αθηναίους την εισήγαγε ο Αιγέας».
«Αι μυστικαί αυταί τελευταί φαίνεται ότι ήσαν μέρος της λατρείας των Προελλήνων κατοίκων της Αιγαιίδας, των καλουμένων Πελασγών. (...) Αφ’ ότου ήρξατο η εις την Αιγαιίδα κάθοδος των ελληνικών φυλών, Αχαιών, Ιώνων κ.ά., άτινα τουναντίον ελάτρευον τους ουρανίους, οι Πελασγοί εζήτησαν να προστατεύσωσι τας θρησκευτικάς αυτών παραδόσεις και την λατρείαν από βεβηλώσεως και αφανισμού των αλλοδόξων κατακτητών και προς τούτο εχρησιμοποίησαν το σκότος της νυκτός. Τα μυστήρια λοιπόν είναι η θρησκεία των κατακτηθέντων Πελασγών (Ηρόδοτος, 2, 51 «τα μυστήρια των Καβείρων τα πήραν οι Σαμοθράκες από τους Πελασγούς»˙ η Δήμητρα ελατρεύετο εν Άργει ως Πελασγίς: Παυσανίας, 2, 21, 1), αγροτική λατρεία της Δήμητρος, χθονίων θεών, ήτις δια τον φόβον των επιδρομέων εγένετο θρησκεία μυστική, μυστήρια τελούμενα ίσως το πρώτων υπό γυναικων μόνον (...). Η θρησκεία των Πελασγών υποστάσα διωγμούς υπό των κατακτητών εξέλιπεν εκ της Αιγαιίδος, διασωθείσα μόνον εν τοις μυστηρίοις της Ελευσίνος, της Σαμοθράκης και εν Μικρά Ασία. Πάντως οι πλείστοι των κατακτηθέντων αφομοιώθησαν θρησκευτικώς προς τους κατακτητάς, αλλά και πολλά στοιχεία της θρησκείας των ακτακτηθέντων επεκράτησαν και επεβλήθησαν εις τους κατακτητάς, όπως συν τω χρόνω τα μυστήρια. Την μη ελληνικότητα ων μυστηρίων μαρτυρούσι και λέξεις μη ελληνικαί, χρησιμοποιούμεναι εν αυτοίς, αι voces mysticae, πάξ, κόγξ, βαυβώ (η μητρική κοιλία, το γυναικείον αιδοίον), εὐοῖ, σαβοῖ (επιφωνήσεις προς τον Διόνυσον), η χρήσις του ναρκίσσου (λ. μη ελληνική) εν τοις μυστηρίοις της Ελευσίνος, Ἀξιόκερσος, Ἀξιοκέρσα, Ἀξίερος» (Δημητρίου Ν. Γουδή, Τα μυστήρια της Ελευσίνας, Αθήναι 1935, επανέκδ. εκδ. Δημιουργία, σ. 21-22). Η ίδια η λέξη μυστήριο σημαίνει «το τελούμενον εν κλειστώ χώρω, το κρύφιον, το μυστηριώδες, το απόρρητον, το αποφεύγον το φως της ημέρας και τελούμενον εν νυκτί» (Δημητρίου Ν. Γουδή, Τα μυστήρια της Ελευσίνας, Αθήναι 1935, επανέκδ. εκδ. Δημιουργία, σ. 20). Με άλλα λόγια, τα αρχαιοελληνικά μυστήρια δεν ήταν αρχαιοελληνικά, αλλά πελασγικά (κατά τον Ηρόδοτο ήταν εν μέρει Αιγυπτιακά). Οι κατεκτημένοι Πελασγοί βλέποντας τους Κατακτητές Αχαιούς να απαγορεύουν τη θρησκεία τους και να επιβάλλουν τη θρησκεία των Ολύμπιων, τελούσαν τη λατρεία τους τη νύχτα, και μάλιστα τη λατρεία αυτή την περιέβαλαν με πέπλο μυστηρίου, ώστε οι Αχαιοί να τη σεβαστούν, θεωρώντας την μυστηριώδη και «ανώτερη». Στο τέλος, βέβαια, οι Αχαιοί, οι Ίωνες κ.ά. σφετερίστηκαν τα μυστήρια, δηλαδή την διωκώμενη πελασγική θρησκεία, προσαρμόζοντάς τα στην ολυμπιακή θρησκεία (μετά οι εθνικιστές αρχαιάτρες κάνουν λόγο για «αντιγραφή παγανιστικών παραδόσεων από τους Χριστιανούς»). Αυτό που συνέβη, είναι ότι τα μυστήρια ήταν ό,τι πρόλαβαν να περισώσουν από την απαγορευμένη θρησκεία τους οι Πελασγοί τελώντας το με απόρρητο τρόπο˙ γι’ αυτό και αποκλήθηκαν «μυστήρια». Ο Απόλλων οικειοποιήθηκε τη λατρεία του προελληνικού θεού Υάκινθου στις Αμύκλες (M. Nilsson, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, εκδ. Παπαδήμα σ. 127). Σήμερα, λέει ο Ρισπέν (Ελληνική Μυθολογία, τ. Α’, σ. 160), η επιστήμη γνωρίζει ότι ο Υάκινθος είναι πέρα από κάθε αμφιβολία προελληνικός θεός, μινωικής καταγωγής˙ σημαίνει συνάμα και ένα λουλούδι.
«Ο Ορφέας, πήρε από την Αίγυπτο τις περισσότερες από τις μυστικές τελετουργίες, τις οργιαστικές τελετές που συνοδεύουν τις περιπλανήσεις του και τη μυθική παράδοση για τις εμπειρίες του στον Άδη» (Διόδωρου Σικελιώτη Βιβλιοθήκης Ιστορικής Βίβλος πρώτη 96, 5).
«Ο Ηρακλής, για παράδειγμα, είναι Αιγυπτιακής καταγωγής και χάρη στην ανδρεία του τριγύρισε μεγάλο μέρος του κόσμου κι έστησε τη στήλη στη Λιβύη˙ τις αποδείξεις γι’ αυτό παίρνουν οι Αιγύπτιοι από τους ίδιους τους Έλληνες. Δεδομένου πως όλοι συμφωνούν ότι ο Ηρακλής πολέμησε τους Γίγαντες στο πλευρό των Ολύμπιων Θεών, ισχυρίζονται πως δεν συμβιβάζεται χρονικά η ύπαρξη των Γιγάντων με την εποχή που λένε ότι γεννήθηκε ο Ηρακλής, μια γενιά, δηλαδή, πριν τα Τρωικά, αλλά μάλλον, όπως λένε, με την εποχή της Γένεσης του ανθρωπίνου γένους, διότι οι Αιγύπτιοι μετρούν από εκείνη την εποχή μέχρι τις μέρες μας πάνω από δέκα χιλιάδες χρόνια, ενώ από τον Τρωικό πόλεμο λιγότερα από χίλια διακόσια χρόνια. Ομοίως, το ρόπαλο και η λεοντή αρμόζουν στον παλαιό Ηρακλή, επειδή εκείνο τον καιρό δεν είχαν ακόμη εφευρεθεί τα όπλα και οι άνθρωποι πολεμούσαν τους αντίπαλους τους με ξύλα και χρησιμοποιούσαν τα δέρματα των ζώων για αμυντικό οπλισμό. Από τη μια, λένε, τον θεωρούν γιο του Δία κι από την άλλη δεν έχουν να πούνε τίποτα για τη μητέρα του. Όσο για κείνον που γεννήθηκε από την Αλκμήνη, μετά από δέκα χιλιάδες χρόνια και περισσότερα, όταν γεννήθηκε, τον έλεγαν Αλκαίο και αργότερα μετονομάστηκε Ηρακλής, όχι γιατί οφείλει το «κλέος» του στην Ήρα, αλλά, επειδή είχε την ίδια αγαθή προαίρεση με τον παλαιό Ηρακλή, κληρονόμησε τη δόξα του μαζί με το όνομά του. Με τα λεγόμενά τους συμφωνεί και η από πολλά χρόνια δοξασία που κυκλοφορεί ανάμεσα στους Έλληνες, ότι ο Ηρακλής ξεκαθάρισε τη γη από τα άγρια θηρία˙ γεγονός που δεν ταιριάζει καθόλου με την εποχή κοντά στον Τρωικό πόλεμο, οπότε το μεγαλύτερο μέρος της γης είχε εξημερωθεί με τη γεωργία, τις πόλεις και το πλήθος των κατοίκων σ΄όλη την ύπαιθρο. Η εξημέρωση της χώρας ταιριάζει περισσότερο σε άνθρωπο που έζησε κατά τα πανάρχαια χρόνια, όταν οι άνθρωποι καταδυναστεύονταν ακόμη από το μεγάλο πλήθος των θηρίων, ειδικότερα στην Αίγυπτο» (Διόδωρου Σικελιώτη, Βιβλιοθήκης Ιστορικής Βίβλος πρώτη, 24).
Η λέξη Ωκεανός (που κατά τους Έλληνες μυθογράφους περιβάλλει, σαν κύκλος, τη γη) κατάγεται από την χεττιτική λέξη uginna που σημαίνει κύκλο. Η λέξη άρουρα = γη (Ιλιάδας Σ, 52) προέρχεται από το έπος του Γιλγαμές, στο οποίο υπάρχει η θεά της δημιουργίας Aruru.
Ο Πλάτωνας βασιζόμενος στην Βαβυλωνιακή θρησκεία, η οποία λέει ότι τα άστρα έχουν ψυχές, μία το καθένα (κι από αυτήν την αντίληψη προήλθε και η αστρολογία), γράφει (Τίμαιος 41a-d˙ Πολιτεία 611a) ότι ο αριθμός των ανθρώπινων ψυχών που δημιουργήθηκαν είναι αμετάβλητος και ίσος προς τον αριθμό των άστρων, επειδή σε κάθε άστρο εδόθη μια ψυχή. Ελληνικότατο δόγμα, αφού το είπε ο Πλάτωνας.
«Οι Έλληνες θεωρούσαν, χωρίς άλλο σωστά, ότι αυτές οι περίεργες τελετές [της λατρείας του Διόνυσου] δεν ήταν γεννημένες στην Ελλάδα: ο Ηρόδοτος τις ονομάζει νεωστί εσηγμένα (2, 49, όπου το νεωστί μοιάζει να αναφέρεται στον καιρό του Μελάμποδος, πριν από τον Τρωικό πόλεμο) και ο Ευριπίδης παριστάνει τη διονυσιακή λατρεία σαν είδος “παγκόσμιας θρησκείας”, που τη μετέφεραν “ιεραπόστολοι” (όπως δεν είχε γίνει ποτέ με καμιά ελληνική λατρεία) από τη μιά χώρα στην άλλη. Κατά τη γνώμη του, αρχική της έδρα ήταν τα βουνά της Λυδίας και της Φρυγίας (Βάκχες, 13, 55, 86 κτλ.), άποψη που ενισχύεται από τη σύγχρονη ανακάλυψη ότι Βάκχος είναι το λυδικό αντίστοιχο του Διονύσου» (Euripides Bacchae, edited with Introduction and Commentary by Ε. R. Dodds, Second edition, Oxford, At the Clarendon Press, 1960).
Παυσανίας, 4, 32, 4: «Εγώ ξέρω πως οι Χαλδαίοι και οι μάγοι των Ινδών πρώτοι είπαν πως η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη και πως πίστεψαν σ’ αυτούς κι άλλοι Έλληνες, ιδιαίτερα όμως ο γιος του Αρίστωνα, Πλάτων».
Παυσανία, Λακωνικά, 11, 7: «Το μέρος που ονομάζεται Λιμναίο είναι αφιερωμένο στην Ορθία Άρτεμη. Λένε ότι αυτό το ξόανο είναι εκείνο που έκλεψαν ο Ορέστης και η Ιφιγένεια από την Ταυρική». Ώστε οι Λακεδαιμόνιοι λάτρευαν το ξόανο μιας θένης θεότητας, η οποία υπέθεταν πως είναι η Άρτεμη.
Αυτά τα λιγοστά παραδείγματα είναι αρκετά για να αποδειχθεί πόσο αφελής είναι η θεωρία περί «ξένων και ημέτερων θεών». Θα περίμενε κανείς, οι λατρευόμενοι από τους Έλληνες μόνο «πατρώοι θεοί» να βοηθάν μόνο τους Έλληνες. Όμως στον Τρωικό πόλεμο – που δεν είναι εμφύλιος πόλεμος, αλλά πόλεμος μεταξύ Ασίας και Ελλάδας. Οι Τρώες έχουν συμμάχους τους Δαρδάνιους, τους Θράκες-Φρύγες, τους Παφλαγόνες, τους Κάρες, τους Λυκίους. Δεν υπάρχει κράτος της Ελλάδας που βοηθά την Τροία ή κράτος της Ασίας που βοηθά τους Αχαιούς. Κανείς αρχαίος Έλληνας συγγραφέας δεν αποκάλεσε Έλληνες τους Τρώες – αρκετοί θεοί βοηθάν τους Ασιάτες. Ο φιλέλληνας Απόλλων βοηθά τον Αίακο να χτίσει τα τείχη της Τροίας.

45b ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΙΣΕΛΛΗΝΕΣ ΘΕΟΙ

ΑΠΟΛΛΩΝ:
- Εννιά μέρες σαΐτευε τους Έλληνες (Ιλιάδας Α, 53).
- Εμψυχώνει τους Τρώες να πολεμήσουν, λέγοντάς τους ότι ο Αχιλλέας δεν παίρνει μέρος στις μάχες (Ιλιάδας Δ 507-513).
- Διασώζει τον Αινεία (Ιλιάδας Ε 344-346).
- Σώζει τον Έκτορα από σαϊτιά του Τεύκτρου, αλλάζοντάς της την πορεία (Ιλιάδας Θ 309-311).
- Χτυπά τον Πάτροκλο, ώστε να αυτός τα χάσει και να τον σαϊτέψει πρώτα ο Εύφορβος κι ύστερα να τον αποτελειώσει ο Έκτορας. (Ιλιάδας Π 788-792).
-Κάνει τα στραβά μάτια στην εισβολή των Περσών στην Ελλάδα, αφού ούτε το Μαντείο του στους Δελφούς δεν βγαίνει να υπερασπιστεί. Είναι εκπληκτικά απών.
-Παίρνει το μέρος της μιας πλευράς (Σπάρτη) στον αλληλοσπαραγμό των Ελλήνων, αντί, ως πανελλήνιος θεός, να κηρύξει την ενότητα και τη συμφιλίωση.

ΗΦΑΙΣΤΟΣ
- Σώζει από βέβαιο θάνατο τον Τρώα Ιδαίο (Ιλιάδας Ε 22-23).

ΘΕΜΙΔΑ
- Ζητά απ’ το Δία να αφανίζει τους Έλληνες, ώστε να δοξαστεί ο θυμωμένος μαζί τους γιός της (Ιλιάδας Α 508-510). Πατριωτισμός πάνω απ’ όλα.

ΔΙΑΣ
- Στέλνει τον Όνειρο στον Αγαμέμνονα, ώστε να εξαπατήσει τους Έλληνες, πείθοντάς τους να επιτεθούν, υποσχόμενος σ’ αυτούς ότι τάχα ήρθε η ώρα να νικήσουν˙ στην πραγματικότητα, ετοιμάζει τον χαμό τους (Ιλιάδας Β 4-15).
- Δηλώνει ότι καμμιά άλλη πόλη δεν αγάπησε όπως την Τροία και το λαό της (Ιλιάδας Δ 46-49).
- Ρίχνει φλογερό αστροπελέκι στα άλογα του Διομήδη, ώστε να γλιτώσουν οι Τρώες που ο πρώτος κυνηγούσε (Ιλιάδας Θ 130-137).
- Δίνει ορμή στου Τρώες, που ενισχυμένοι κυνηγάν τους Έλληνες ώς το βαθύ χαντάκι του ελληνικού στρατοπέδου (Ιλιάδας Θ 334-335).
- Προφυλάσει και συμβουλεύει τον Έκτορα, πώς να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα (Ιλιάδας Λ163-192).
-Φροντίζει για την αιώνια κυριαρχία των Ρωμαίων.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ
- Γλιτώνει τον Πάρη από το Μενέλαο, από σίγουρο θάνατο (Ιλιάδας Γ 373-374).
- Γλιτώνει τον Τρώα Αινεία από βέβαιο θάνατο (Ιλιάδας Ε 311-312).

ΑΡΗΣ
- Τρέχει να εμψυχώσει τους Τρώες κατά των Ελλήνων (Ιλιάδας Ε 461).
- Βοηθά τον Έκτορα στη μάχη (Ιλιάδας Ε 595).
Πέραν αυτών, η Λητώ και η Άρτεμη βοηθάν τους Τρώες (Ιλιάδας Υ 38-40).

Οι θεοί ρίχνουν σε φουρτούνα τα καράβια του Μενέλαου, που φτάνει στην Αίγυπτο με πέντε μόνο πλοία. Ο Ποσειδώνας σκοτώνει τον Αίαντα και καταδιώκει τον Οδυσσέα. Φιλελληνισμός, θεωρία και πράξη. Μιλάν ύστερα, οι εθνικιστές αρχαιολάτρες, για τα «ανθελληνικά αποσπάσματα» της Π.Διαθήκης.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ως γνωστόν, κάθε αρχαία πόλη-κράτος είχε τη δική της θρησκεία, τους δικούς της πολιούχους θεούς, το δικό της τελετουργικό και το δικό της ημερολόγιο. «Η θρησκεία, η οποία σε άλλα πεδία της παγκόσμιας ιστορίας, στον Καθολικισμό ή στο Ισλάμ, συνδέει λαούς που τους χωρίζουν τεράστιες αποστάσεις, κρατούσε απεναντίας τους Έλληνες χωρισμένους, όχι μόνο επειδή κάθε πόλη είχε τις δικές της τελετουργίες και εορτές καθώς και το, σαφές προς τις παραπάνω, ιδιαίτερό της ημερολόγιο, αλλά επειδή η ευλάβεια και η κατάνυξη είχαν τεθή στην υπηρεσία του κράτους» (J. Burckhardt, Οι Έλληνες και οι θεοί τους, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σ. 156).
«Μόνο οι Αργείοι είχαν δικαίωμα να εισέρχονται στο ναό της Ήρας του Άργους. Για να εισέλθει κάποιος μέσα στο ναό της Αθηνάς στην Αθήνα, έπρεπε να είναι Αθηναίος (Ηρόδοτος 5, 72˙ 7, 81) (...) Η Σπάρτη είχε Αθηνά και Ήρα, αλλά ο Σπαρτιάτης δεν μπορούσε να μπει στο ιερό της Αθηνάς πολιούχου των Αθηνών ή της Ήρας πολιούχου του Άργους» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 232). Αυτό συνέβαινε, διότι άλλη θεά ήταν η Αθηνά των Αθηναίων κι άλλη η Αθηνά των Σπαρτιατών. Δηλαδή, ούτε τους ίδιους θεούς δεν λάτρευαν.
«Κάθε πόλη-κράτος είχε δικός της σώμα ιερέων, που ήταν ανεξάρτητο από κάθε ξένη ανώτερη αρχή. Ανάμεσα στους ιερείς δύο πόλεων δεν υπήρχε κανένας σύνδεσμος, καμία επικοινωνία, καμία ανταλλαγή απόψεων ή τελετουργιών. Πηγαίνοντας από τη μία πόλη στην άλλη, έβρισκε κανείς άλλους θεούς, άλλα δόγματα, άλλες τελετές. Οι Αρχαίοι είχαν τελετουργικά βιβλία, αλλά τα βιβλία μιας πόλεως δεν έμοιαζαν καθόλου με τα βιβλία της άλλης» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 233). Ένας Έλληνας, το κράτος του οποίου λάτρευε τον ήρωα Αλάβανδο, είπε σε έναν άλλο Έλληνα που η πόλη του λάτρευε τον Ηρακλή: «Ο Αλάβανδος είναι θεός, ενώ ο Ηρακλής δεν είναι» (Κικέρωνα, De nat. Deorum, 3, 19). Ενώ η Ορθοδοξία όντας θρησκεία όλων των Ελλήνων, τους ενώνει, η αρχαία θρησκεία τους δίχαζε. Παρατηρούμε, επίσης, ότι οι Νεοπαγανιστές, έχοντας ενιαίες, πανελλήνιες τελετουργίες και θρησκευτικά τυπικά, αποδεικνύεται ότι συνιστούν μια νεοεποχίτικη θρησκεία κι όχι την αναβίωση της Αρχαίας Θρησκείας. Αν ήθελαν να αναβιώσουν την παλιά, σε κάθε πόλη και περιοχή θα είχαν κι από διαφορετικό τυπικό καθώς και διαφορετικά ημερολόγια. Ο σπαρτιάτης Νεοπαγανιστής δεν θα έπαιρνε το δικαίωμα από τον αθηναίο Νεοπαγανιστή να ανέβει στο ναό του Παρθενώνα.

46. «Τους προκαλούμε δημοσίως να μας πούν: Οι Ολυμπιακοί αγώνες όπως διεξήγοντο στην αρχαία Ελλάδα, ως θρησκευτική τελετή και συγχρόνως αθλητική εορτή, είναι μέρος του Ελληνικού πολιτισμού, ναί ή όχι; Τι θα μας πούν; Ότι το αθλητικό μέρος είναι, αλλά το θρησκευτικό μέρος των αγώνων δεν είναι, λόγω ειδωλολατρείας; Ότι το καλλιτεχνικό μέρος, είναι μέρος του Ελληνικού πολιτισμού, αλλά το θεολογικό-λατρευτικό δεν είναι;»

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: προκαλούμε εμείς τους εκ του μηδενός επανεφανισθέντες Νεοπαγανιστές να μας πούν: είναι η Μυκηναϊκή, Κυκλαδική και Μινωική θρησκεία μέρος του Ελληνικού πολιτισμού ναί ή όχι; Τι θα μάς πούνε, ότι είναι φολκλόρ; Εαν δεν μάς το πούνε, τότε γιατί παράτησαν τις πατρογονικές θρησκείες αυτές και προτίμησαν το Δία και την Αστάρτη-Αφροδίτη επικεφαλής του πάνθεου; Γιατί, ενώ στο αρχέγονο ελληνικό μινωικό πάνθεον δεν υπήρχαν αρσενικοί θεοί, ξαφνικά (Δια της βίας, φυσικά, των Αχαιών επί των Μινωιτών), 1500 χρόνια μετά, κυρίαρχος είναι ένας ανδρικός (και προφανώς μη ελληνικής προέλευσης, αφού αρχικά δεν υπήρχε στην αρχέγονη λατρεία) θεός; Γιατί οι θεές Πο.σι.δα.ε.jα, Α.σι.Fι.ja, Δα.που.ρι.το.jο πο.τι.νι.jα έπαψαν να λατρεύονται μετά το τέλος της μυκηναϊκής εποχής; Πού πήγαν οι θεές Γουία (Gwoia), Κομαουέντεια (Komawenteia) και Ιφιμέδεια (IPHIMEDEIA) και ο θεός Πέρσης (PERSE); Γιατί στην μυκηναϊκή εποχή δεν βρίσκεται καν το όνομα «Δήμητρα» στις μυκηναϊκές πινακίδες; Ανύπαρκτη ήταν; Γιατί δεν λάτρευαν στην κλασική ή την ελληνιστική εποχή τους «Πατρώους» αυτούς «θεούς»; Γιατί στη μυκηναϊκή εποχή ο Διόνυσος ήταν μια ασήμαντη θεότητα, ενώ στην κλασσική κατέληξε ο δεύτερος ή τρίτος πιο σημαντικός θεός; Γιατί, ενώ στην μυκηναϊκή εποχή, ο Ποσειδώνας είναι ο μεγαλύτερος θεός, όπως δείχνουν οι πινακίδες της Πύλου, στις επόμενες περιόδους ο Δίας τον υποσκελίζει; Τι συνέβη; Γιατί «εξαφανίστηκε» ο μυκηναϊκός θεός Πα.jα.Fο.νε; Γιατί οι Νεοπαγανιστές είναι υπέρ της καύσης των νεκρών κι όχι της ταφής, αφού στην Κρητομυκηναϊκή περίοδο οι νεκροί δεν καίγονταν, αλλά θάβονταν; Όταν οι νομάδες εισβολείς Δωριείς έφτασαν στην «Ελλάδα», έφεραν μαζί τους κι αυτό το ξενικό έθιμο, το οποίο οι Νεοπαγανιστές παρουσιάζουν ως προγονικό. Γιατί προτιμούν την μεταγενέστερη ελληνικότητα (καύση) αντί της αυθεντικής; (ταφή). Είναι μήπως προδότες της «αυθεντικής ελληνικής παραδόσεως»; Εάν αυτοί δεν πιστεύουνε στη Γαία και τον Ουρανό ή τον Κρόνο ως τους ανώτερους θεούς, χάριν της ξένης Αφροδίτης και του ξένου Διόνυσου, αλλά απλώς τούς έχουνε παράμερα, τότε κι εμείς οι υπόλοιποι και πιο πολλοί Έλληνες έχουμε δικαίωμα να θεωρούμε και το Δία και τη Γαία ως τμήματα του Ελληνικού Πολιτισμού μεν, αλλά όχι και να τους λατρεύουμε. Ομοίως όπως αυτοί πέταξαν ή αντικατέστησαν τα ειδώλια της κυκλαδικής εποχής και τις εικονιζόμενες θεότητες, έτσι έχουμε κι εμείς το δικαίωμα να μην ταυτιζόμαστε με τα άπαντα του «Ελληνικού Πολιτισμού», όπως κι αυτοί δεν συνδέονται με τον Κυκλαδίτικο Ελληνικό Πολιτισμό και τους θεούς του, και να βλέπουμε τα αγάλματά τους ως ωραία σκαλισμένες πέτρες.

47. "Ο Χριστιανισμός απαγόρευσε τα ελληνικά ονόματα, τόσο κατά την αρχή της επικράτησής του, όσο και κατά την Τουρκοκρατία. Ιεράρχες και Πατριαρχικές Εγκύκλιοι απαγόρευαν την ελληνική ονοματοδοσία. Η γελοιότητα και πονηριά των Χριστιανών έφτασε σε τέτοια όρια, ώστε εφηύραν ακόμη και «άγιους» που είχαν ονόματα των Θεών, ενώ είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι Έλληνες ποτέ δεν χρησιμοποίησαν τα ονόματα αυτά ως βαπτιστικά".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
α') Αφού απαγόρευσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας τα ελληνικά ονόματα, πώς υπάρχουν τόσοι Βασίλειοι, Νικόλαοι, Δημήτριοι κ.ο.κ.; Άρα δεν τα απαγόρευσαν στην πράξη. Στην αρχή της εξάπλωσης του Χριστιανισμού δεν υπήρχαν ακόμη αμιγώς χριστιανικά ονόματα. Η Εκκλησία τότε αποδεχόταν τα εθνικά ονόματα όσων εθνικών βαφτίζονταν Χριστιανοί και δεν έφερνε αντίρρηση. Σιγά-σιγά «συσσωρεύθηκε» ικανός αριθμός «αμιγώς» χριστιανικών ονομάτων (έστω κι αν αυτά είχαν προέλευση παγανιστική), οπότε υπήρχαν πλέον χριστιανικά ονόματα, από τα οποία μπορούσε να διαλέξει κανείς˙ δεν χρειαζόταν πλέον η προσφυγή σε μη χριστιανικά ονόματα. Γι’ αυτό οι Ιεράρχες προέτρεπαν τους (Χριστιανούς, άλλωστε) πιστούς να εκλέγουν ονόματα χριστιανικά, δηλαδή ονόματα αγίων, κι όχι ονόματα που δεν συνδέονταν με αγίους. Αν αυτά τα χριστιανικά ονόματα ήταν ελληνικής ή άλλης προέλευσης, αυτό ήταν δευτερεύον. Η Εκκλησία δηλαδή δεν είχε πρόβλημα με την ελληνική καταγωγή καθεαυτή ενός ονόματος. Αν το ελληνικό όνομα ήταν και όνομα αγίου, δεν υπήρχε πρόβλημα.
β') Κατηγορούν οι Ν/Π την Εκκλησία ότι με αυτόν τον τρόπο ξεχάστηκαν πολλά ελληνικά ονόματα και δεν χρησιμοποιούνται. Αλλά μια ματιά στα χριστιανικά ονόματα μάς αποδεικνύει ότι υπάρχουν εξίσου πάμπολλα χριστιανικά ονόματα, τα οποία δεν χρησιμοποιούνται πλέον και έχουν ξεχαστεί. Δεν ξέρουμε πολλούς με το όνομα Κύριλλος, ή Μεθόδιος, ή Ονούφριος, ή Μεθόδιος, ή Θεόδουλος, ή Αγάπιος, ή Πίστη, ή Ευτρόπιος ή Αγαπητός κ.λ.π. Τί έγινε με αυτά τα ονόματα; Όπως ξεχάστηκαν και έπαψαν να είναι της μόδας, από αιτίες πολλές και διάφορες – όχι θρησκευτικές όμως – με τον ίδιο τρόπο ξεχάστηκαν κι έπαψαν να είναι της μόδας πολλά αρχαία ελληνικά ονόματα.
γ') Μια πρόχειρη ματια σε ένα ημερολόγιο τσέπης δείχνει πόσα αρχαιοελληνικά και λατινικά ονόματα επιβίωσαν μέσα στην Εκκλησία (εξαιρούνται ονόματα ελληνικά που δημιουργήθηκαν μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού):
Απολλιναρία, Γόρδιος, Διονύσιος, Ελλάδιος, Ερμογένης, Ερμύλος, Ζώσιμος Θεαγένης, Θεωνάς, Στρατόνικος, Μέσιππος, Νεονύλλη, Θύρσος, Φιλιππικός, Απολλώς, Ξενοφών, Δημήτριος, Παλλάδιος, Ολύμπιος, Διόδωρος, Τρύφων, Θείων, Αγαθόδωρος, Λυκαρίων, Παγκράτιος, Βασίλειος, Ζήνων, Πλωτίνος, Σέλευκος, Πορφύριος, Ασκληπιοδότης, Φιλοθέη, Κόνων, Αγάθων, Ανδρόνικος, Ανθούσα, Γοργία, Αντίοχος, Νέστωρ, Ευθαλία, Κορδάτος, Αιθέριος, Δίων, Αριστόβουλος, Νίκανδρος, Δαρεία, Ιάσων, Μύρων, Σεραπίων, Καλλινίκη, Νίκων, Αρτέμων, Ατέρμων, Κήρυκος, Υπάτιος, Πλάτων, Καλλιόπιος, Νήφων, Αντύπας, Αρίσταρχος, Λεωνίδας, Νέαρχος, Αντίπατρος, Αφροδίσιος, Γορδιανός, Αχίλλιος, Μένανδρος, Αλύπιος, Ελικωνίς, Ερμείας, Χαρίτων, Ιέραξ, Άτταλος, Τύχων, Αριστοκλής, Διομήδης, Μένιγνος, Άρχιππος, Απολλώνιος, Παγκράτιος, Αλέξανδρος, Ερμογένης, Ολυμπία, Ερμόλαος Ερμοκράτης, Τίμων, Ιάμβλιχος, Ιππόλυτος, Ήρων, Αλκιβιάδης, Χαιρήμων, Φίλιππος, Στράτων, Ηλιόδωρος, Αγαθόνικος, Αριστίων, Φιλάδελφος, Ερμιόνη, Λουκιανός, Λεόντιος, Πηλεύς, Αρίσταρχος, Δορυμέδων, Δάμαρις, Ερωτηίς, Κυρμιδώλη, Κλεοπάτρα, Αρτέμιος, Σωκράτης, Απελλής, Ερμάς, Ιέρων, Αθηνόδωρος, Ολυμπάς, Ροδίων, Έραστος, Σωσίπατρος, Ωρίων, Αμφιλόχιος, Ηρακλαίμων, Νικόλαος, Σωσθένης, Απολλώς, Ορέστης, Αρριανός, Απολλώνιος, Θεμιστοκλής, Φιλέταιρος, Ολυμπιοδώρα, Βούσιρις, Κύρος, Μαρκιανός, Μάξιμος, Αρχίππας, Κλεόνικος, Αρχέλαος, Αρκάδιος, Φιλητός, Φιλίππας, Ιουλία, Λυδία, Ερμείος, Ιουστίνος, Καλλιόπη, Ιουλιανός, Αγριπίννα, Αριστοκλής, Πρόκλος, Βερονίκη, Φαύστος, Παρμενάς, Καλλίνικος, Παμφίλος, Αδριανός, Φοίβη, Αριστείδης, Ξανθίππη, Καλλίστρατος, Αγαθονίκη, Λουκιανός, Κλεωπάς, Αρτεμάς, Ζηνόβιος, Ζηνοβία, Ερμαίος, Ροδίωνας, Λεύκιος, Αχαϊκός.
Συνεπώς, ακόμη κι αν «απαγόρευαν τα ελληνικά ονόματα» οι Πατριάρχες και οι ιεράρχες, αυτά εδώ δεν τα απαγορεύουν. Και υπάρχουν τόσα ιστορικά ονόματα που προέρχονται από την ένδοξη εποχή της αρχαίας Ελλάδας. Όμως την Εκκλησία δεν την ενδιαφέρει να απαγορεύσει τα ονόματα βάσει της εθνικότητας˙ απλώς θέλει να χρησιμοποιούνται τα υπάρχοντα χριστιανικά ονόματα, πολλά από τα οποία είναι και ελληνικά. Και κατά την Τουρκοκρατία, παρόλο που προέτρεπε να μην δίνονται αρχαία ονόματα, ωστόσο στην πράξη δεν έκανε τίποτα κατά του φαινομένου. Διότι, όπως τα παραπάνω ονόματα καθαγιάστηκαν από τους άγιους που τα είχαν, παρόλο που αρχικώς ήταν παγανιστικά, έτσι και οποιοδήποτε όνομα ανεξαρτήτως προέλευσης, μπορεί να καθαγιαστεί κι αυτό. Κατά την Τουρκοκρατία η Εκκλησία ήταν αντίθετη στη μόδα των αρχαίων ονομάτων, γιατί αυτή η μόδα προερχόταν από την «αρχαιολατρία» της Δύσης, μια επίπλαστη και ψεύτικη αρχαιολατρία που καμμιά αυθεντική ελληνικότητα δεν περιείχε. Η αρχαιολατρία της Δύσης πήγαζε από πολιτικές επιδιώξεις και ήταν φιλτραρισμένη και αλλοιωμένη μέσω της σκέψης, της ερμηνείας και του πολιτισμού των βορειοδυτικών ευρωπαϊκών λαών, γι’αυτό και δεν ήταν η «επιστροφή στην αρχαία Ελλάδα». Γι’ αυτό και οι Νεοπαγανιστές αγανακτούν με τις προτροπές της Εκκλησίας: διότι, ως εκδυτικισμένοι θαυμάζουν ό,τι θαυμάζει η Δύση και δεν κατανοούν τα κίνητρα της Εκκλησίας. Άλλωστε και η δική τους δυτική ελληνολατρία ψεύτικη είναι, νεοεποχίτικη και προϊόν της μόδας της Δύσης.
δ') Λένε οι Ν/Π ότι δημιουργήθηκαν ανύπαρκτοι άγιοι με τα ονόματα των «θεών», για να ξεγελάσει τάχα η Εκκλησία τους πρώην εθνικούς και να τους πείσει ότι ο Χριστιανισμός είναι η συνέχεια της παλιάς θρησκείας τους. Και ίσως να έχει δίκαιο για την ανυπαρξία των αγίων αυτών, αλλά όχι απαραιτήτως και για τα κίνητρα της Εκκλησίας. Διότι, μπορεί λόγου χάρη να είναι πλέον ο Άγιος Νικόλαος προστάτης των ναυτικών κι όχι ο «θεός» Ποσειδώνας, αλλά δεν υπάρχει Άγιος Ποσειδώνας. Όπως κι ο Άγιος Τρύφων είναι προστάτης των γεωργών, αλλά όχι κάποια «αγία Δήμητρα», ενώ ο Άγιος Δημήτριος ουδεμία σχέση έχει με τη γεωργία. Υπάρχει δηλαδή «συνέχεια» (κάποιος είναι προστάτης των ναυτικών) αλλά δεν έγινε ο «θεός» άγιος.
ε') Στο θέμα των «ανύπαρκτων αγίων με ονόματα θεών», ας μην είναι οι επικριτές της Εκκλησίας τόσο σίγουροι ότι οι αρχαίοι δεν έπαιρναν τα ονόματα των θεών από σεβασμό. Υπάρχουν παγανιστικοί κατάδεσμοι όπως ο Νο 2 από το Defixionum tabellae του A. Audollent, στον οποίο διαβάζουμε για κάποια Άρτεμη που ζητά κάτι από τη Δήμητρα. Πώς γίνεται να έχει μια θνητή, γυναίκα, όνομα μιας θεάς, αφού αυτό «δεν γινόταν»; «Η Άρτεμις αφιερώνει στη Δήμητρα, στην Κόρη, και σε όλους τους θεούς που παραστέκονται στη Δήμητρα εκείνον που, ενώ του είχα αφήσει τα ρούχα μου, χιτώνα και ιμάτιο, και του τα ζητούσα πίσω, δεν μου τα επέστρεψε (..).» Αλλά επιπλέον, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι βασική αρχή του Χριστιανισμού είναι ο εξαγιασμός της κτίσης. Αυτό σημαίνει ότι κι αν ακόμη δεν έφεραν οι Αρχαίοι τα ονόματα θεών, μπορεί να τα έλαβαν οι Χριστιανοί, για να τα εξαγιάσουν.
Οι Ν/Π διαστρεβλώνουν φρικτά ένα ακόμη κείμενο του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου. Συγκεκριμένα, λένε ότι ο Χρυσόστομος προτρέπει τους γονείς να μην δίνουν ελληνικά ονόματα στα παιδιά τους. Ας δούμε όμως τί γράφει ο ίδιος ο Χρυσόστομος. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί κενοδοξίας και ανατροφής των τέκνων, 47 «Κανένας λοιπόν ας μη σπεύδει να δώσει στα παιδιά τα ονόματα των προγόνων, του πατέρα δηλαδή, της μητέρας, του πάππου και του προπάππου, αλλά να δίνονται τα ονόματα των δίκαιων, των μαρτύρων, των επισκόπων, των αποστόλων.»
Να πώς παραποιούν οι Ν/Π το κείμενο του Αγίου: «Κανείς δεν πρέπει στα παιδιά του, των (Ελλήνων) προγονών να καλεί τα ονόματα, του πατέρα, της μητέρας, του παππού και του προπάππου, αλλά αυτά των δικαίων, (της Παλαιάς Διαθήκης).» Οι Νεοπαγανιστές διαστρεβλώνουν το κείμενο και να βαφτίσουν των παιδιών τον «πατέρα», την «μητέρα», τον «παππού» και τον «προπάππου» ως καθαρόαιμους Παγανιστές "Έλληνες", ενώ όλοι αυτοί ήταν Χριστιανοί, μια και προς Χριστιανούς γονείς – κι όχι προς Ειδωλολάτρες – γράφει ο Χρυσόστομος το κείμενο αυτό! Και με δολιότητα κόβουν απότομα το κείμενο, ώστε να φανεί ότι ο Χρυσόστομος θέλει μόνο τα ονόματα των δικαίων (των Εβραίων της Παλαιάς Διαθήκης), ενώ ο Χρυσόστομος προσθέτει: «και τα ονόματα των μαρτύρων, των επισκόπων, των αποστόλων», πολλά από τα οποία φυσικά ήταν ελληνικά.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Sat Oct 02, 2021 8:32 pm

ΙΑ' ΜΕΡΟΣ

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΑ ΔΟΓΜΑΤΑ


48. «Σκοπός του Κόσμου είναι η εξέλιξη και η παραγωγή της Ανωτέρας Συνειδήσεως. Δια του θείου νόμου της εξελίξεως και με επανειλημμένες μετεμψυχώσεις οι ατομικότητες που γεννιούνται μέσα στον Κόσμο κατακτούν την Ανωτέρα Συνείδηση και γίνονται Θεοί αθάνατοι που φροντίζουν για την εύρυθμη λειτουργία της Φύσεως… Η ψυχή εξελίσσεται, δέχεται εγγραφές και αποκτά την συνείδηση δια επανειλημμένων μετεμψυχώσεων που αρχίζουν από το ορυκτό βασίλειο για να περάσουν στα φυτά, στα ζώα και τέλος στον άνθρωπο. Όταν ο κύκλος αυτός κλείσει επιτυχώς, τότε η ψυχή έχει αποκτήσει την Ανωτέρα Συνείδηση οπότε και εισέρχεται στους Ανωτέρους Κόσμους όπου και συνεχίζει διηνεκώς την εξέλιξή της καθισταμένη, ήρως, δαίμων, Θεός, Θεός Ολύμπιος, κ.ο.κ.».

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Τα ερωτήματα που τίθενται εδώ είναι δύο. Το ένα αφορά τον Λόγο/Σκοπό του Κόσμου και το άλλο αφορά την μετεμψύχωση των ψυχών.
Πόθεν γνωρίζουν οι Νεοπαγανιστές ότι σκοπός του κόσμου είναι «η παραγωγή της Ανωτέρας Συνειδήσεως»; Και για ποιο λόγο να μην έχει σκοπό την παραγωγή της Κατωτέρας Συνειδήσεως ή του σιδηρού γένους; Και γιατί να μην έχει κανένα σκοπό; Πώς το κατάλαβαν ότι Α') ο κόσμος έχει σκοπό κι ότι Β') ο σκοπός είναι αυτός που υποστηρίζουν; Μήπως τους το ..αποκάλυψαν οι θεοί;
Ο κόσμος είτε είναι τυχαίος και δίχως σκοπό είτε έχει ένα Σκοπό. Αλλά αυτός ο Σκοπός δεν μπορεί να είναι εκ του σύμπαντος. Αν ο Σκοπός βρίσκεται εντός του κόσμου, τότε υπόκειται στον χρόνο, δηλαδή μεταβάλλεται, δηλαδή δεν είναι πάντοτε ο ίδιος Σκοπός, αλλά μπορεί π.χ. σήμερα να είναι «η παραγωγή Ανωτέρας Συνειδήσεως» και μετά από ένα εκατομμύριο χρόνια να είναι η Καταστροφή του Κόσμου. Μόνο εάν ο Σκοπός βρίσκεται, δηλαδή έχει την αιτία του, εκτός του κόσμου, δηλαδή εκτός και υπεράνω του χρόνου και της αλλοιώσεως που προκαλεί ο χρόνος, μπορεί να παραμένει ο ίδιος και αναλλοίωτος και αιώνιος.
Ο Wittgenstein γράφει «το νόημα του κόσμου πρέπει να βρίσκεται έξω από τον κόσμο. Στον κόσμο όλα είναι όπως είναι, και όλα συμβαίνουν όπως συμβαίνουν˙ μέσα στον κόσμο δεν υπάρχει καμμιά αξία – και αν υπήρχε, δεν θα είχε καμμιά αξία. Αν υπάρχει μια αξία, που να έχει αξία, πρέπει να βρίσκεται έξω από όλα όσα συμβαίνουν και είναι έτσι. Γιατί όλα όσα συμβαίνουν και είναι έτσι, είναι συμπτωματικά. Αυτό που τα κάνει να μην είναι συμπτωματικά δεν μπορεί να βρίσκεται μέσα στον κόσμο, γιατί τότε θα ήταν κι αυτό συμπτωματικό» (Tractatus Logico-Philosophicus, εκδ. Παπαζήση, σ. 128).
Όσον αφορά την μετεμψύχωση: σε αντίθεση με την αντίληψη των Χριστιανών ότι η ψυχή δεν είναι κατά φύση αιώνια, αλλά έχει αρχή εντός του χρόνου και γίνεται αιώνια μόνον κατά χάριν (με τη θέληση, δηλαδή, του Θεού), οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται πως η «ψυχή» είναι εκ φύσεως, κατά φύση αιώνια. Αυτός όμως ο ισχυρισμός τους κάνει αδύνατη την άποψη περί μετενσάρκωσης.
Όπως ξέρουμε από το Β’ θερμοδυναμικό νόμο (βλ. παρακάτω), κάθε τι που βρίσκεται εντός ενός υλοενεργειακά πεπερασμένου σύμπαντος έχει χρονική αρχή (δεν υπήρχε πάντα), διότι το ίδιο το πεπερασμένο σύμπαν έχει αρχή και δεν υπήρχε από πάντα. Άρα, ό,τι περικλείεται εντός του έχει και αυτό αρχή μέσα στο χρόνο. Προκύπτουν τότε δύο πιθανότητες για την προέλευση της ψυχής, αν δηλαδή η «ψυχή» έχει την αιτία της ύπαρξής της εντός ή εκτός του σύμπαντος.
1) Αν η ψυχή δεν έχει αιτία ύπαρξης εντός του σύμπαντος, τότε η ψυχή δεν υπόκειται στον χρόνο/χώρο, δηλαδή είναι αμετάβλητη, άτρεπτη, οπότε δεν γίνεται να υπόκειται σε εξέλιξη/μετενσάρκωση, διότι η εξέλιξη προϋποθέτει χρόνο εντός του οποίου αυτή να συμβαίνει.
2) Εάν πάλι η ψυχή έχει αιτία ύπαρξης εντός του σύμπαντος, τότε αναγκαστικά η «ψυχή» έχει χρονική αρχή, αφού το (πεπερασμένο) σύμπαν έχει χρονική αρχή. Ό,τι περικλείεται εντός ενός σύμπαντος που είναι χρονικά πεπερασμένο, καθώς και ό,τι έχει ως αιτία γενέσεως ένα σύμπαν χρονικά πεπερασμένο, θα έχει και αυτό το ίδιο αναγκαστικώς χρονική αρχή. Άρα η ψυχή δεν υπήρχε απο πάντα, αλλά γεννήθηκε, εν χρόνω.
Δηλαδή, και στις δύο περιπτώσεις, η νεοπαγανιστική «ψυχή», είτε δεν μπορεί να εξελιχθεί, άρα και να μετεμψυχωθεί, είτε δεν είναι άπειρη χρονικά και φύσει αιώνια, όπως ισχυρίζονται οι Ν/Π, αλλά έχει χρονική αρχή, δηλαδή γεννιέται με το σώμα και δεν προϋπάρχει από αυτό.
Ακόμη κι αν υποθέταμε, ότι – κατά κάποιο μυστηριώδη και παράλογο τρόπο – κάθε ψυχή είναι χρονικώς άναρχη (άπειρη) εντός ενός μη αιώνιου σύμπαντος (σύμπαντος χρονικά πεπερασμένου), δηλαδή ότι μια άπειρη χρονικά ψυχή έχει αιτία ύπαρξης εντός ενός χρονικά πεπερασμένου κόσμου, τότε θα έπρεπε να είχε εξελιχθεί/μετεμψυχωθεί απείρως, έχοντας στη διάθεσή της άπειρο χρόνο. Οπότε, σε αυτήν την περίπτωση, έχοντας άπειρο χρόνο, όλες οι «ψυχές» θα έπρεπε να είχαν φτάσει στην Τέλεια, Ανώτερη Κατάσταση, πράγμα που διαφωνεί ακόμη και με την ίδια την εμπειρία των Νεοπαγανιστών, η οποία λέει ότι δεν έχουν γίνει/εξελιχθεί όλες οι ψυχές σε Ολύμπιους Θεούς (Εκτός κι αν οι Νεοπαγανιστές με τους οποίους διαφωνούμε έχουν φτάσει στην ύψιστη εξέλιξη και δεν το γνωρίζουν ούτε αυτοί ούτε εμείς). Άρα απορρίπτεται και η περίπτωση να υπάρχει χρονικώς άναρχη ψυχή εντός ενός (πεπερασμένου χωροχρονικά) σύμπαντος.
Η μόνη περίπτωση που απομένει είναι να υποστηρίξουν οι Νεοπαγανιστές ότι η ψυχή είναι αιώνια και ότι έχει την αιτία ύπαρξής της εκτός του κόσμου. Αλλά αυτό είναι αντιφατικό. Οι Νεοπαγανιστές, αρνούνται με λύσσα την ύπαρξη του «εξω-κοσμικού Θεού» (Ο όρος «εξωκοσμικός» είναι λανθασμένος και συνιστά αφελή νεοπαγανιστική κατανόηση του Ορθόδοξου δόγματος περί Άκτιστου Θεού). Πώς μπορούν να δεχτούν εξω-κοσμική ψυχή και εξωκοσμική αιτία ύπαρξής της; Κι αν υπήρχε κάτι τέτοιο, πώς δημιουργείται αυτή; Από εξωκοσμικό θεό μήπως; Μα εκτός χωρο-χρόνου, δηλαδή σύμπαντος, δεν υπάρχει δυνατότητα γέννησης ή εξέλιξης. Διότι, αν η ψυχή υπήρχε αιωνίως εκτός σύμπαντος – πράγμα αντιφατικό κι αντίθετο με την νεοπαγανιστική απόρριψη της ύπαρξης εξωκοσμικών όντων – τότε είναι αντιφατικό να υποστηρίζεται πως έχει κάποια αιτία ύπαρξης. Κι αν δεν έχει αιτία ύπαρξης, τότε είναι αιώνια υπαρκτή, ήδη τέλεια (διότι δεν θα ήταν λογικό να είναι αιωνίως ατελής), πάντοτε άτρεπτη/αμετάβλητη κι επομένως δεν έχει ανάγκη εξέλιξης ή μετενσάρκωσης. Διότι, κι αν – παρ’ όλο που είναι αιώνια – μεταβάλλεται, τότε θα έπρεπε ήδη να έχει φτάσει στην τελειότητα.
Η «ψυχή», λοιπόν, εάν είναι αιώνια, τότε είτε θα έπρεπε να έχει ήδη εξελιχθεί προ αιώνων (εάν κατά παράλογο τρόπο δεχτούμε ότι ήταν «αρχικά» ατελής) είτε δεν θα είχε ανάγκη να εξελιχθεί/μετενσαρκωμένη πλέον (εάν ήταν πάντα τέλεια) είτε δεν θα μπορούσε καν να εξελιχθεί, αφού εκτός χρόνου δεν υπάρχει εξέλιξη.
Εάν ο αριθμός των ψυχών είναι συγκεκριμένος και αμετάβλητος, και κάθε ψυχή έχει μετενσαρκωθεί σε πολλά ανθρώπινα σώματα, αυτό είναι παράλογο, διότι ο πληθυσμός της ανθρωπότητας, δηλαδή ο αριθμός των ανθρώπινων σωμάτων, ήταν πολύ μικρός στην αρχή της προϊστορίας συγκριτικά με τον σημερινό πληθυσμό. Δεν γίνεται ταυτόχρονα, να παραμένει σταθερός ο αριθμός των μετενσαρκωνόμενων ψυχών, και να αυξάνεται ο αριθμός των διαθέσιμων προς μετενσάρκωση κορμιών. Εάν, στην αρχή της ανθρωπότητας ο αριθμός των ψυχών ήταν ίσος με τον αριθμό των σωμάτων, σήμερα, δεδομένου της σταθερότητας του αριθμού των ψυχών, οι ψυχές είναι πολύ λιγότερες από τα σώματα. Θα περίσσευαν τα ζωντανά ανθρώπινα σώματα, αφού οι ψυχές είναι πολύ λίγες ως προς τα σώματα. Τι συμβαίνει με τα περισσευούμενα σώματα; Κοίτονται άψυχα; Οι 100.000 αρχικές ψυχές, πώς μοιράζονται σε 6 δις. σώματα; Αν, λοιπόν, οι ψυχές γεννώνται, ώστε να είναι ίσες προς τον αριθμό των σωμάτων, τότε δεν προϋπάρχουν του σώματος.
Αν πάλι, το σύμπαν είναι αιώνιο, αλλά οι ψυχές δημιουργούνται εκ του μηδενός εν χρόνω (αλλά να προϋπάρχουν του σώματος), τότε θα έπρεπε να υπάρχουν ήδη άπειρες ψυχές συγκριτικά με τα 7-8 δισεκατομμύρια ανθρώπινα σώματα. Σ’ αυτήν την περίπτωση, δηλαδή, οι ψυχές θα περίσσευαν ως προς τα σώματα. Τι συμβαίνει με όσες ψυχές περισσεύουν, χωρίς να έχουν ακόμη ενσαρκωθεί ποτέ; Άρα κάθε ψυχή έχει ένα σώμα μόνο, διότι αλλιώς είναι παράλογο, τόσο να περισσεύουν οι ψυχές ως προς τα σώματα, όσο και να περισσεύουν τα σώματα ως προς τις ψυχές.
Ο λόγος που οι Χριστιανοί διαφωνούν ριζικά με την ιδέα τόσο της μετεμψύχωσης όσο κυρίως της φύσει αθάνατης ψυχής (η οποία συνεπάγεται την μετεμψύχωση) δεν είναι επειδή δήθεν θέλουν να υποτιμήσουν και να υποβιβάσουν τον άνθρωπο μπροστά στον Τέλειο Θεό, αλλά επειδή κάθε σκέψη περί φύσει αιωνιότητας της ψυχής είναι εντελώς παράλογη και άτοπη.
Όμως ο Χριστιανισμός δεν αρνείται την εξέλιξη της ψυχής ούτε την αιωνιότητά της. Απλώς ισχυρίζεται πως η ψυχή (μαζί με το σώμα), παρόλο που είναι φύσει θνητή, γίνεται κατά χάρη αιώνια, και εάν ο άνθρωπος θέλει, μπορεί να είναι αιώνιος και άναρχος, ενώ αν δεν θέλει, ζει αιώνιο θάνατο. Είναι χαρακτηριστική η ιδέα και η αίσθηση της ελευθερίας που διέπει τον Χριστιανισμό. Το σώμα, όντας τμήμα του ανθρώπου – ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματική ενότητα κι όχι μόνο σώμα ή μόνο συνείδηση – συμμετέχει στην μετεξέλιξη του ανθρώπου. Ναι, είναι αιώνια η ψυχή του ανθρώπου, από τη στιγμή που γίνεται η σύλληψη και μετά, αλλά όχι φύσει αιώνια, παρά χάριτι. Διότι ο άνθρωπος δεν είναι παρά το ανώτερο ζώο. Αν ο Θεός δεν του έδινε αιώνια ζωή, η ψυχή του θα είχε τη μοίρα των «ψυχών» των ζώων.
Ο αρχαίος φιλόσοφος Ξενοφάνης ειρωνευόταν τη μετεμψύχωση και έγραψε το ακόλουθο κείμενο για τον Πυθαγόρα που ήταν οπαδός της μετεμψύχωσης: «Λένε πως ο Πυθαγόρας προσπερνώντας κάποτε κάποιον που χτυπούσε ένα σκυλί, συμπόνεσε και τέτοιο λόγο είπε: "Πάψε να το χτυπάς γιατι είναι η ψυχή ενός αγαπημένου ανθρώπου που την αναγνωρισα ακούοντας το γαύγισμά του"» (Απόσπ. 7).
Έχουμε λοιπόν το παράδοξο οι ίδιοι οι Αρχαίοι Έλληνες να είναι ενάντια στις απόψεις των αυτόκλητων υπερασπιστών τους, των δήθεν συνεχιστών της αρχαίας θρησκείας, των Νεοπαγανιστών. Εκτός, κι αν βγάλουν τον Ξενοφάνη ανθέλληνα και αμέτοχο του «ελληνίζειν». Σε τέτοια συμπεράσματα καταλήγει όποιος αρχαιολάτρης αγνοεί ότι η αρχαιοελληνικότητα δεν ήταν ούτε ενιαία ούτε συγκεκριμένη. Τι σχέση έχει, άραγε, η Ομηρική θρησκεία, όπου, όταν πεθάνει κάποιος, η ψυχή πηγαίνει στον Άδη, όπου μένει για πάντα εκεί, με τις θεωρίες περί μετενσάρκωσης, όπου η ψυχή συνεχώς μετενσαρκώνεται μέχρι να ενωθεί με το «όλον»;
«Η αποκορύφωσης της απληστίας είναι να ζητήσει κανείς να εξισωθεί με τον θεό του, το ιδεώδες δηλαδή της ευδαιμονίας και της δύναμης. Αυτό ζήτησε ο Τάνταλος. Το τόλμημα φυσικά ήταν πολύ μεγάλο, και μάλιστα κατά την αντίληψη των αρχαίων, οι οποίοι και την ανθρώπινη ευτυχία, όταν μεγάλωνε πολύ, θεωρούσαν επικίνδυνη διότι κατά αυτό τον τρόπο πλησίαζε κανείς τους θεούς και προκαλούσε το φθόνο τους. Στην ελληνική μυθολογία αναφέρεται πλήθος θνητών, που τιμωρήθηκαν ακριβώς διότι τόλμησαν να συγκριθούν προς ένα θεό: Νιόβη, Μαρσύας, Αγαμέμνων, αι Προιτίδες, Ακταίων, Μέδουσα, Θάμυρις, Κασσιέπεια, ο Σαλμονεύς, η Σίδη κ.α. Και οι δελφίνες πρώτα ήταν άνθρωποι και θέλησαν να γίνουν θεοποιηθούν και ο Ζευς τους μετέβαλε γι αυτό σε ιχθύες» (Πηγή: Αραι, Ι. Θ. Κακριδή, σελ. 51, Εκδόσεις Ραδάμανθυ Αναστασάκη Ιδεοθέατρον, Αθήνα 2000).
Αφού είναι η κορύφωση της απληστίας να θελήσεις να γίνεις θεός, τότε πώς οι Ν/Π δογματίζουν ότι οι άνθρωποι μέσω διαδοχικών μετενσαρκώσεων θεοποιούνται; Οι προηγούμενοι, ήδη θεοποιημένοι, άνθρωποι τούς τιμωρούν αυστηρώς, όπως τιμώρησαν όλα τα πρόσωπα που αναφέρει ο Κακριδής. Άρα, ενάντια στην αρχαία θρησκεία ο Νεοπαγανισμός.
«Επανερχόμαστε για να βαδίσουμε μέσα από αυτές τις συνεχείς παλιγγενεσίες στην αυτογνωσία και στην αποθέωσή μας, για τον απλό και μόνο λόγο ότι σκοπός του σύμπαντος είναι η δημιουργία συνειδήσεων, των δε συνειδήσεων η τελείωση και αποθέωσή τους μέσα από τη γνώση όλων των αληθινών αιτιών και των φαινομένων», γράφει ο Βλ. Ρασσιάς (Περί των Πατρώων Θεών, σ. 125). Αφού υπήρχε από πάντα το σύμπαν, πώς έχει σκοπό τη δημιουργία συνειδήσεων; Αν το σύμπαν είναι αιώνιο, τότε και οι εντός αυτού συνειδήσεις είναι συν-αιώνιες μαζί του, αιωνίως μετενσαρκωνόμενες και σε καμμία περίπτωση δημιουργημένες σε κάποια χρονική στιγμή. Ένα αιώνιο σύμπαν δεν γίνεται να έχει σκοπό τη δημιουργία συνειδήσεων, για τον απλό λόγο ότι αυτές ήδη υπάρχουν προαιωνίως και ισόχρονα μαζί του, αφού όλα έχουν προαιωνίως δημιουργηθεί. Άλλωστε, η ψυχή είναι αιώνια, σύμφωνα με τους ίδιους τους Νεοπαγανιστές. Πώς μπορεί, λοιπόν, να δημιουργούνται συνεχώς νέες συνειδήσεις; «Δημιουργία ψυχής» σημαίνει, πως η ψυχή υπάρχει μόνο από ένα χρονικό σημείο κι έπειτα. Αυτό είναι αδιανότητο, αν δεχτούμε ότι «η ψυχή προϋπάρχει του σώματος και υπάρχει από πάντα». Αλλά και πάλι, πώς γνωρίζει κανείς, ότι αυτός κι όχι άλλος είναι ο σκοπός του σύμπαντος; Πώς μπορεί να το αποδείξει; Αν δεν αποδεικνύεται και είναι απλώς ζήτημα πίστης, τότε να αφήσουν κατά μέρους την προπαγάνδα τους οι Νεοπαγανιστές, ότι η δική τους θρησκεία συμβαδίζει με την επιστήμη, ενώ ο Χριστιανισμός με την τυφλή πίστη.
Επιπλέον η ιδέα του σκοπού σε ένα αιώνιο σύμπαν παρουσιάζει τις εξής αντιφάσεις. Αν ο κόσμος υπάρχει (αιωνίως) με βάση κάποιο Πρότυπο ή κάποιον Σκοπό ή κάποια Λογική-Νόημα, τότε αυτό το πρότυπο ή Σκοπός ή Λογική-Νόημα προϋπήρχε του Κόσμου. Δεν γίνεται αλλιώς. Το σχέδιο ενός αυτοκινήτου προϋπάρχει του αυτοκινήτου. Το σχέδιο ενός σπιτιού προϋπάρχει του σπιτιού˙ αν υπήρχε πάντοτε το σπίτι, τότε δεν θα υπήρχε λόγος να υπάρχει σχέδιο δημιουργίας σπιτιού. Ο Σκοπός συνεπάγεται Σχέδιο και σ’ ένα αιώνιο σύμπαν, το μεν Σχέδιο, που λογικά θα έπρεπε να προϋπάρχει του σύμπαντος, δεν προϋπάρχει, ο δε Σκοπός, αφού πέρασαν άπειρα χρόνια, θα ‘πρεπε να έχει πραγματοποιηθεί, άρα να μην υπάρχει πλέον ως (ανεκπλήρωτος) Σκοπός. Πρόκειται για παραλογισμό να μιλάμε για Σκοπό-Σχέδιο σε αιώνιο σύμπαν. Ή το αιώνιο σύμπαν δεν έχει σκοπό (όπως το εξηγούμε παρακάτω) ή δεν είναι αιώνιο. Ο «Σκοπός» συνεπάγεται πως κάτι – το σύμπαν – δεν είναι αυτάρκες ούτε τέλειο, αλλά πρέπει να βελτιωθεί, τείνοντας προς τον Σκοπό του. Η Βελτίωση συνεπάγεται την απουσία Αιωνιότητας, διότι η Αιωνιότητα συνεπάγεται την απουσία ανάγκης Βελτίωσης. Δεν γίνεται να υπάρχει το σύμπαν αιωνίως το ίδιο, και ταυτόχρονα να λέμε πως το (αιωνίως ίδιο) σύμπαν έχει σκοπό. Άρα υπάρχει κάτι πέρα από τον κόσμο. Σε ένα αιώνιο σύμπαν, κάθε σκοπός έχει ήδη συντελεστεί προαιωνίως (άρα δεν υπάρχει πλέον στο σύμπαν Σκοπός – προς εκπλήρωση). Εάν αυτό δεν συμβαίνει ήδη τώρα, τότε δε θα συμβεί ποτέ, αφού μέχρι τώρα, σε χρονικά άπειρο διάστημα, δεν συνέβη.
Όμως κάθε αντίληψη ότι «σκοπός του σύμπαντος είναι η δημιουργία συνειδήσεων, των δε συνειδήσεων η τελείωση και αποθέωσή τους μέσα από τη γνώση όλων των αληθινών αιτιών και των φαινομένων», όπως την παραθέτει ο κ. Ρασσιάς, είναι ανθελληνική, διότι απλούστατα όχι μόνο 1) οι «Θεοί» αντιτίθενται στην ισοθεΐα και τη θεοποίηση των ανθρώπων (ή, έστω, όλων των ανθρώπων, ως είδους), πολεμώντας όσους θνητούς προσπάθησαν να την πετύχουν, όπως αποδείξαμε με μυθολογικά παραδείγματα, αλλά 2) αν υπάρχει κάποιος «Σκοπός» σύμφονα με την ελληνική μυθολογία, αυτός είναι η ασταμάτητη κατάπτωση και παρακμή, και όχι η άνοδος. Γι’ αυτό άλλωστε ο Ησίοδος μας περιγράφει πώς από το Χρυσό γένος των ανθρώπων περάσαμε στο Αργυρό, έπειτα στο Χάλκινο, έπειτα στο των Ηρώων και τέλος στο Σιδηρούν, το οποίο πρόκειται είτε να αφανιστεί είτε να παρακμάζει αθεράπευτα και ασταμάτητα. Κανέναν «αισιόδοξο» Σκοπό του Κόσμου δεν έχει η ελληνική μυθολογία, ούτε φυσικά την «τελείωση» και την «αποθέωση» των συνειδήσεων. Αυτό, ειδικά, θα ήταν βλασφημία προς τους «θεούς».
Αλλά η μετενσάρκωση, εκτός από παράλογη είναι και ανήθικη. Βλέποντας κάποιον να υποφέρει, θα μπορούσαμε, αντί να τον βοηθήσουμε, να σκεφτούμε «καλά παθαίνει και υποφέρει˙ πληρώνει τώρα τις αμαρτίες μιας προηγούμενης ζωής. Αν δεν εξαγνιστεί με τον πόνο – δηλαδή, αν εμείς τον βοηθήσουμε – τότε δεν θα ανέλθει σε ανώτερο επίπεδο». Επίσης, η μετενσάρκωση οδηγεί στην ηθική αναισθησία. Αν η ζωή αυτή δεν είναι μία και μοναδική, τότε ο κάθε εγκληματίας θα σκεφτεί: «αφού πρόκειται να έχω κι άλλες ζωές, άπειρες, στη συνέχεια, ώστε να εξαγνιστώ, ποιος ο λόγος να ζήσω από τώρα ηθική ζωή; Ας το αφήσω για την επόμενη» κι έτσι δικαιολογείται η εγκληματικότητα.
Στο κάτω κάτω, δεν ακούσαμε κανέναν οπαδό της μετενσάρκωσης να υποστηρίζει ότι σε προηγούμενες ζωές του ήταν δούλος ή πόρνη ή βάρβαρος ή άσημος γεωργός. Όλοι τους υποστηρίζουν ότι ήταν φιλόσοφοι (μικροί ή μεγάλοι), νομοθέτες, ηγέτες, στρατιωτικοί, πολιτικοί κ.ά. Και μόνο αυτή η λεπτομέρεια γελοιοποιεί τις απόψεις για ύπαρξη μετεμψύχωσης. Διότι δεν γίνεται όλοι τους να ήταν διάσημοι ή Έλληνες. Θα ήταν οπωσδήποτε και άσημοι και βάρβαροι, αλλά «παραδόξως» θυμούνται μόνο τις διάσημες προσωπικότητες.

49. «Ενας εσωκοσμικός Θεός -ή πολλοί εξ Ενός, το ίδιο κάνει..- που γεννήθηκε από τη Φύση, ζεί μέσα στη Φύση και συνεπώς υπόκειται στους Νόμους της, ταυτίζεται αναγκαστικά με αυτήν για να μην απορριφθεί, ΕΙΝΑΙ τελικά αυτή, τουλάχιστον με την έννοια που δίνει η Παν-Θεϊστική αντίληψη. Αντίθετα, ένας εξωκοσμικός Θεός -ή πολλοί εξ Ενός, το ίδιο κάνει..- που τάχα προϋπήρξε της Φύσης, δεν υπόκειται σε κανέναν από τους Νόμους της, οι οποίοι άλλωστε όπως και αυτή δεν είναι παρά θνητά «κτίσματά» του -και μπορεί να ασυδοτεί πάνω τους επιδεικνύοντας «θαύματα», ήτοι βίαιες εκτροπές της Φυσικής Τάξης-, στέκει αιωνίως έξω από αυτήν -υποτιμώντας την συνάμα ως χυδαία υλικοπνευματική διαδικασία- και την εξουσιάζει απόλυτα διατηρώντας πάνω της κάθε δικαίωμα για κάποιον ανα πάσα στιγμή αυθαίρετο «τερματισμό» της.»

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Πώς γίνεται να είναι κάποιος θεός και να υπόκειται στον καταναγκασμό της Φύσης; Ο θεός είναι τέλειος και πρέπει να είναι ανεξάρτητος από οποιανδήποτε εξωτερική ή εσωτερική δουλεία και εξάρτηση. Οι θεοί που αναφέρουν και πιστεύουν οι Ν/Π δεν είναι ελεύθεροι διότι δεν είναι ανεξάρτητοι από τον κόσμο. Τι δύναμη έχει κάποιος που εξαρτάται από άλλους; Επιπλέον, το «αντιεξουσιαστικό» επιχείρημα ότι είναι κακό ο Θεός να είναι παντοδύναμος, γιατί είναι ανεξέλεγκτος, μπερδεύει την πολιτική με τη μεταφυσική. Και είναι φυσικό να τις μπερδεύει διότι στην κοσμοαντίληψή του ο θεός είναι τμήμα του κτιστού κόσμου, ενώ στη χριστιανική κοσμοαντίληψη ο Θεός είναι Άκτιστος και συνεπώς καμμία ομοιότητα δεν υπάρχει μεταξύ Άκτιστου και Κτιστού. Όμως δεν είναι σωστό να εφαρμόζεται η πανθεϊστική κοσμοαντίληψη στα χριστιανικά δόγματα. Φυσικά και ο Θεός, όντας παντοδύναμος, δύναται ανά πάσα στιγμή να τερματίσει «αυθαίρετα» την φυσική τάξη ή την ύπαρξη του σύμπαντος. Ωστόσο, ισχύει ότι «ο Θεός μπορεί να κάνει ό,τιδήποτε θέλει, αλλά δεν θέλει να κάνει ό,τιδήποτε μπορεί». Επιπλέον, μέσω της αποκάλυψής του δεν φαίνεται ότι έχει τέτοιο σκοπό. Δεν δημιούργησε τον κόσμο για να παίζει μαζί του καταστρέφοντάς τον στο μέλλον κάποια στιγμή, διότι αν έπαιζε, θα ήταν ατελής θεός (όπως οι παγανιστικοί ψευτοθεοί) και θα πήγαινε ενάντια στη θέλησή του. Είναι περίεργο το πώς μπορούν οι στωικοί Νεοπαγανιστές, που δέχονται – όπως και οι αρχαίοι στωικοί – την ύπαρξη Ειμαρμένης, δηλαδή πεπρωμένου ή συμπαντικού σκοπού ή μοίρας, να μιλάν για τον χριστιανικό Θεό χρησιμοποιώντας αντιεξουσιαστικά επιχειρήματα. Τι σχέση έχει η Ειμαρμένη με τον αντιεξουσιασμό;
Τέλος, είναι τελείως αστήρικτη η σύνδεση της ιδέας του «εξωκοσμικού» Θεού από τη μιά με την περιφρόνηση της ύλης-κόσμου από την άλλη. Ο Χριστιανισμός ποτέ δεν απέρριψε τον κόσμο-ύλη, ούτε την υποτίμησε ως κάτι το κακό και χυδαίο επειδή πιστεύει σε «εξωκοσμικό»-υπερκοσμικό Θεό. Αντίθετα, τονίζει εξ αρχής (στη Γένεση) ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε «λίαν καλός». Αν υπάρχουν κάποιοι που τόνιζαν ότι η ύλη και το σώμα είναι η φυλακή της ψυχής και του πνεύματος, αυτοί ήταν οι Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι, οι οποίοι περιφρονούσαν την ύλη. Χυδαίος, λοιπόν, είναι ο κόσμος μόνο για όποιον δεν θεωρεί την ύλη ισότιμη με το πνεύμα˙ για όποιον θεωρεί κατώτερο το κορμί που μετά θάνατον σαπίζει σε σχέση με την ψυχή που τάχα μετεμψυχώνεται σε άλλο κορμί.
Όπως και νά ‘χει, το «ψυχολογικό-αντεξουσιαστικό» επιχείρημα κατά της ύπαρξης του Ενός «εξωκοσμικού Θεού», πως δηλαδή «επειδή ο ένας αυτός εξωκοσμικός Θεός θα είναι τύραννος, άρα δεν υπάρχει», δεν είναι σοβαρό φιλοσοφικό επιχείρημα. Είναι σαν να λέμε «Οι φονιάδες είναι τόσο κακοί, γι’ αυτό άλλωστε και δεν υπάρχουν», ή «η ύπαρξη σεισμών θα ήταν κάτι το ανυπόφορο ψυχικά, άρα οι σεισμοί δεν υπάρχουν». Ποιο είναι δηλαδή το βασικό και αρχικό ζήτημα επι τέλους; Το αν υπάρχει Θεός; Ή αν υπάρχει και είναι ένας μπαμπούλας; Θεός που δεν δημιούργησε αυτοβούλως, δίχως καταναγκασμό ή άλλον περιορισμό τον κόσμο, κατά την ελεύθερη θέλησή του, απλούστατα δεν είναι θεός: ο θεός είναι τέλειος και συνεπώς ένας θεός που αλυσσοδένεται από «ιδέες» ή την «ύλη», προκειμένου όχι να δημιουργήσει όπως θέλει, αλλά να εξαναγκαστεί να δημιουργήσει κατά έναν συγκεκριμένο τρόπο, είναι μαριονέτα, ψευδοθεός, ανάξιος λόγου και ύπαρξης, με άλλα λόγια ένα κατασκεύασμα ανθρώπων. Θεός που δεν δημιούργησε τον κόσμο (με την παραπάνω, απολύτως ελεύθερη και αυτεξούσια έννοια της δημιουργίας), δεν είναι θεός. Είναι ανύπαρκτος. Είναι θεός-δούλος. Οι Νεοπαγανιστές νομίζουν πως επειδή είναι τέλειος και παντοδύναμος ο Θεός, η σχέση ανθρώπου-Θεού είναι εξουσιαστική. Όμως ο Θεός, όντας α’)πρόσωπο και β’) ελεύθερος και γ') πλάθοντας κατ’ εικόνα τον άνθρωπο δηλαδή επίσης πρόσωπο και ελεύθερο, έχει προσωπική σχέση ελευθερίας με αυτόν, αφού μόνο αυτή είναι δυνατή μεταξύ δύο ελεύθερων προσώπων. Προσωπική σχέση σημαίνει ότι σέβομαι το δικαίωμα του άλλου να με απορρίψει, και σε αυτήν δεν παίζει ρόλο το «μέγεθος», δηλαδή η διαφορετική φύση.
Και βέβαια, οι παγανιστές έχουν μπερδέψει τα δόγματά τους, και άλλοι είναι πανθεϊστές ενώ άλλοι είναι πολυθεϊστές: ισχυρίζονται ότι οι θεοί είναι «είναι αντικειμενικά υπαρκτές οντότητες των οποίων η ύπαρξη δεν εξαρτάται από τις πεποιθήσεις ή τις πράξεις κατωτέρων όντων», ότι «είναι συνάμα και ανώτατες οντότητες που δεν δεσμεύονται από καμμία υλική μορφή», κι ότι (ΚΥΡΙΩΣ) «Δεν είναι φανταστικά σύμβολα των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων ή της ανθρωπίνης διανοίας. Ούτε είναι αλληγορικές αναπαραστάσεις φυσικών συμβάντων και διαδικασιών» (Διιπετές, τ.55, σ. 12). Πώς γίνεται,
- από τη μια να λέγεται ότι «οι θεοί ταυτίζονται με τη Φύση» και ότι «οι θεοί υπόκεινται στους νόμους της»,
- ενώ από την άλλη να λέγεται ότι «οι θεοί δεν είναι αλληγορικές αναπαραστάσεις φυσικών συμβάντων και διαδικασιών», και ότι «οι θεοί είναι αδέσμευτοι από υλική μορφή»;
ΔΗΛΑΔΗ: Αν οι νεοπαγανιστικοί θεοί ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ με τη Φύση, τότε είναι φανερό πως δεν αποτελούν παρά «προσωποποίησή» της, και δεν είναι καν πραγματικές οντότητες. Είναι αλληγορίες και σύμβολα. Αν πάλι οι θεοί ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΗΓΟΡΙΕΣ, ούτε αναπαραστάσεις ή προσωποποίηση της Φύσης, αλλά «αντικειμενικά υπαρκτές οντότητες», τότε ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ με αυτήν.
Επίσης, είναι ολοφάνερο ότι δεν γίνεται μια οντότητα που «υπόκειται στους φυσικούς νόμους», να είναι ταυτοχρόνως «αδέσμευτη από υλική μορφή». Είτε οι φυσικοί (άρα και υλικοί) νόμοι σε δεσμεύουν, είτε όχι. Δε μπορείς να υπόκεισαι στους φυσικούς νόμους, κάνοντας ταυτόχρονα ό,τι θέλεις, αλλάζοντας μορφές κ.λ.π. Φαίνεται, οι ιδεολόγοι των Νεοπαγανιστών τα έχουν λίγο μπερδέψει και δεν έχουν καταλήξει «ακόμη» αν οι θεοί τους είναι αλληγορικά σύμβολα της Φύσης (πανθεϊσμός), ή αν είναι αντικειμενικά υπαρκτές οντότητες (πολυθεϊσμός).
Η έλλειψη κοινής άποψης των Νεοπαγανιστών για τους «θεούς» τους οφείλεται 1) στο ότι συνολικά οι Νεοπαγανιστές είναι νεοεποχίτικο (New Age) κίνημα των τελευταίων ετών και συνεπώς ακολουθούν τον πανθεϊσμό της Νέας Εποχής, και 2) στο ότι οι Νεοπαγανιστές λανθασμένα ταυτίζουν την πανθεϊστική άποψη ορισμένων Αρχαίων φιλοσόφων με την κοινώς επικρατούσα πολυθεϊστική άποψη περί θεότητας στην αρχαία θρησκεία.
Οι Νεοπαγανιστές θα ισχυριστούν πως υπήρχαν φιλόσοφοι όπως ο Ξενοφάνης ή ο Ηράκλειτος που φαίνονται να πιστεύουν σε ένα είδους πανθεϊσμό, όπου «έν το πάν». Όμως αυτές ήταν απόψεις μερικών (κι όχι όλων) φιλοσόφων κι όχι της λαϊκής θρησκείας, και δεν επηρέαζαν παρά ένα στενό φιλοσοφικό κύκλο ανθρώπων. Αντίθετα, αν μπορούμε να έχουμε μια ιδέα για την κοινή περί θείου αντίληψη του μέσου Αρχαίου Ελληνα της εποχής κατά την οποία η αρχαία θρησκεία ήκμαζε, αυτή βρίσκεται στον Όμηρο και τον Ησίοδο. Σε αυτούς, οι θεοί είναι, δρουν, σκέπτονται, συνεδριάζουν, έχουν συναισθήματα, ως ενσυνείδητες οντότητες. Ούτε «ιδέες» ή αρχέτυπα είναι, ούτε «σύμβολα» της φύσης, ούτε «ενέργειες» και φυσικές δυνάμεις. Στον Όμηρο και τον Ησίοδο βρίσκει κανείς «τον Δία που ρίχνει τον κεραυνό του όπου θέλει αυτός» (οντότητα), κι όχι «το Δία που είναι κεραυνός και πέφτει όπου ορίζουν οι φυσικοί νόμοι» (φυσικός συμβολισμός) ή «το Δία που είναι κεραυνός και αυτορίχνεται όπου θέλει» (φυσική ενέργεια και οντότητα). Και οι Ιλιάδες, Οδύσσειες, και Θεογονίες ήταν βιβλία τα οποία – σε αντίθεση με τις ιδέες μερικών φιλοσόφων που ήταν πανθεϊστές – διαβάζονταν από όλους τους Έλληνες από μικρή ηλικία, ήταν τα διασημότερα «θεο-λογικά» κείμενά τους, και συνεπώς αν υπήρχαν κάποιες λαϊκές απόψεις περί θείου στην αρχαία κλασσική εποχή, αυτές ήταν οι απόψεις του Ομήρου και του Ησιόδου, κι όχι των φιλοσόφων. Προς επιβεβαίωση των παραπάνω ο Πλάτων παραθέτει την άποψη του πολύ κόσμου της αρχαιότηταςγια τους θεούς: «...Αν πάλι υπάρχουν οι θεοί και ενδιαφέρονται, δε γνωρίζουμε ούτε από αλλού έχουμε ακούσει για την ύπαρξή τους παρά από τους λόγους των ποιητών που μας έκαμαν και τη γενεαλογία τους˙ μα αυτοί οι ίδιοι οι ποιητές μάς διδάσκουν πως είναι τέτοιοι οι θεοί..» (Πολιτεία, 366e).
Όλοι οι φιλόσοφοι μίλησαν περί θρησκείας και αρκετοί προσπάθησαν να την αναμορφώσουν και να αλλάξουν την περί θείου αντίληψη, αλλά κανείς τους δεν το πέτυχε. Μόνο οι αγνωστικιστές και οι σοφιστές ουσιαστικά αναίρεσαν την πίστη στους θεούς. Κανενός όμως φιλοσόφου (Ξενοφάνη, Πλάτωνα, Επίκουρου κ.ά.) δεν επικράτησε η άποψη στις μάζες και καμμιά αναμόρφωση ή θεωρητικοποίηση (διότι η θρησκεία ήταν λαϊκή δίχως δόγματα και γι’ αυτό δεν επιδεχόταν τον δογματισμό των φιλοσόφων, πανθεϊστών ή μη, επικούρειων κ.ά.) της αρχαιοελληνικής θρησκείας δεν πέτυχε από τα άνω, ούτε κατά το τέλος της αρχαίας εποχής. Όσοι πίστευαν, πίστευαν στους θεούς της θεογονίας και του Ομήρου που ούτε σύμβολα ούτε ιδέες ήταν.
Είναι ξεκάθαρο λοιπόν πως η θρησκεία των Νεοπαγανιστών είναι νεοεποχίτικη και καμμία σχέση δεν έχει με την αρχαιοελληνική θρησκεία. Το κακό είναι ότι οι Νεοπαγανιστές δε βλέπουν ότι η ιδέα περί θεών εξελίσσεται ακόμη και στους αρχαίους Έλληνες. Πάντως, είναι διαφορετικό πράγμα να λες ότι ένα ποτάμι είναι θεός όντας μια αντικειμενικώς υπαρκτή ενσυνείδητη οντότητα (ή ότι ο θεός είναι μεταμορφωμένος σε ποτάμι ή ότι κατέχει τη δύναμη του ποταμού, αλλά είναι ο ίδιος κάτι το συνειδητό άρα και αυτόνομο εν σχέσει με το ποτάμι εν τέλει), κι άλλο πράγμα ότι υπάρχει κάτιτις «θεϊκό» (αλλά όχι συνειδητό) σε όλα τα πράγματα στον κόσμο, από τις μύγες και τις πέτρες ώς τους πλανήτες. Το πρώτο είναι αρχαιοελληνική θρησκεία. Το δεύτερο είναι αυτό που μερικοί Νεοεποχίτες νομίζουν πως έλεγε η αρχαιοελληνική θρησκεία. Δεν το έλεγε η θρησκεία. Το έλεγαν μερικοί φιλόσοφοι. Το κακό επίσης είναι πως οι Νεοπαγανιστές είναι Νεοεποχίτες και νομίζουν πως είναι αρχαίοι Έλληνες. Είναι πραγματικά παράξενο οι Νεοπαγανιστές να θεωρούν πως οι αρχαίοι Έλληνες έβλεπαν τους θεούς τους ως αλληγορίες και σύμβολα της Φύσης κι όχι ως οντότητες, παραβλέποντας (οι Νεοπαγανιστές) π.χ. τις τόσες και τόσες εμφανίσεις (στα όνειρα και στην πραγματικότητα π.χ. στον Πάρη) θεών σε ανθρώπους. Αλήθεια, πιστεύουν οι Νεοπαγανιστές πως η ίδια η Φύση εμφανιζόταν στα όνειρα του Πρόκλου αυτοπροσώπως «υπό την μορφή» (!!) της θεάς Αθηνάς; Ο φιλόσοφος Στίλπων ο Μεγαρεύς καταδικάστηκε σε εξορία όταν είπε πως το άγαλμα της Παλλάδας Αθηνάς του Φειδία δεν ήταν θεά.
Βέβαια οι «Εθνικοί Ελληνες» έχουν κι άλλα αντιφατικά στοιχεία. Παραδείγματος χάριν από την μια χαρακτηρίζουν τους νεοπαγανιστικούς θεούς τους «πάνσοφους» και «δίκαιους» και «παντοδύναμους», παρόλο που οι θεοί της αρχαίας ελλάδας ούτε πανσοφοι, ούτε παντοδύναμοι ήταν, ούτε ενάρετοι, αλλά ούτε και «τέλειοι» ήταν καθότι είχαν ένα σωρό ανθρώπινες αδυναμίες. Από την άλλη, μερικοι Νεοπαγανιστές δικαιολογούν τις ανθρώπινες αδυναμίες – μοιχεία, παιδοφιλία, βιασμοί, φόνοι, ψευδορκία, αρπαγές – ως χαρακτηριστικό των θεών λέγοντας πως έτσι είναι προσιτοί στον άνθρωπο. Πώς γίνεται να είναι μια οντότητα γεμάτη ανθρώπινα πάθη, κακίες και αδυναμίες, και ταυτόχρονα να είναι τέλεια;
Οι «Εθνικοί Ελληνες» ίσως πουν πως όταν λέγονται στα έπη και στα ποιήματα άσχημα πράγματα για την φύση και το χαρακτήρα των θεών, φταίει ο ποιητής και δεν είναι έτσι στην πραγματικότητα. Όμως, δεδομένου ότι στην αρχαία θρησκεία δεν υπήρχαν ιερά βιβλία και η μόνη πηγή για τις λαϊκές θρησκευτικές αντιλήψεις ήταν οι ποιητές και οι ραψωδοί, αν απορριφθεί η μαρτυρία των ποιητών τότε από πού κατάλαβαν οι Νεοπαγανιστές ότι οι αρχαίοι θεοί θεωρούνταν από τον τότε κόσμο αγαθοί; Από την «Λογική»; Μα δεν υπάρχει μία Λογική.
Αυτή η ασυνέπεια των Νεοπαγανιστών στο περί θεών τους δόγμα οφείλεται στο ότι είναι Νεοεποχίτες που θέλουν να συνδυάσουν τόσο Α’) την καθιερωμένη χριστιανική αντίληψη περί θεότητας=τέλειου, ενάρετου όντος, πηγής της αρετής, όσο και Β’) την αρχαιοελληνική αντίληψη περί θεότητας στην οποία η ηθική κανένα ρόλο δεν παίζει. Το σωστότερο είναι να ειπωθεί πως οι αρχαιοελληνικοί θεοί ήταν πέραν του καλού και του κακού, και δεν δρούσαν σύμφωνα με κάποιον απόλυτο ηθικό κανόνα, και το Καλό-Κακό δεν είχαν μεταφυσική χροιά ούτε ήταν η ύψιστη/απόλυτη αξία στην αρχαία θρησκεία. Αλλά αυτά δεν τα γνωρίζουν. Ας αποφασίσουν κάποτε οι «Εθνικοί Ελληνες», είναι ο Δίας ενάρετος και τέλειος ή βάζει τους ανθρώπους σε πόλεμο για να μη βαριέται;
Όπως άλλωστε επισημαίνει κι ο Ιωάννης Δαμασκηνός «Αν λοιπόν παραδεχτούμε πολλούς θεούς, είναι ανάγκη να επισημάνουμε κάποιες διαφορές ανάμεσα στους πολλούς. Γιατί αν δεν υπάρχει καμμιά διαφορά σ' αυτούς, μάλλον θα είναι ένας κι όχι πολλοί. Αν πάλι υπάρχει διαφορά σ'αυτούς, πού είναι η τελειότητα;»
Και φυσικά, μεσα σ' όλους αυτούς τους δεκάδες νεοπαγανιστικούς ορισμούς του «τί είναι οι θεοί» υπάρχει κι ο εξής εκπληκτικής σαφήνειας ορισμός: «πανταχού παρούσες και παντοδύναμες κοσμικές Ενέργειες και ζώσες Οντότητες και Ιδέες». Τα νεοεποχίτικα «παντοδύναμες» και «πανταχού παρούσες» σχολιάστηκαν ήδη, είναι κλοπή εκ του Χριστιανισμού. Αλλά με τις «Ενέργειες» οι οποίες είναι ταυτόχρονα και «Οντότητες» και μαζί «Ιδέες»; «Ζώσα Οντότητα» σημαίνει πρόσωπο, αυτοσυνείδηση. «Ενέργεια» σημαίνει κάτι το απρόσωπο κι ασυνείδητο, και ταυτιζόμενο με τη Φύση. «Ιδέα» είναι ένα αρχέτυπο, ούτε πρόσωπο, ούτε ταυτιζόμενο με τη Φύση. Πόσο λογικό είναι π.χ. ο κεραυνός (ένα φυσικό φαινόμενο) να έχει συνείδηση οντότητας; Και πώς γίνεται, στον 21ο αιώνα οι Νεοπαγανιστές να θεωρούν ποτάμια και ουράνια σώματα ως οντότητες με συνείδηση, δίχως να είναι δεισιδαίμονες; Και πώς γίνεται – να δίνεται λογική εξήγηση – ένα «σύμβολο» φυσικών φαινομένων να έχει συνείδηση; Είναι δυνατόν τα ηλεκτρόνια να έχουν προσωπικότητα και συνείδηση; Να προσεύχεται κανείς στα ηλεκτρόνια ή στην φυγόκεντρο δύναμη. Και καλά οι Αρχαίοι, οι οποίοι δεν είχαν ιδέα από τη σύγχρονη επιστήμη, να πιστεύουν κάτι τέτοιο, αλλά να τα πιστεύουν και στον 21ο αιώνα οι Νεοπαγανιστές! Αλλά τί να περιμένει κανείς από Νεοεποχίτες που όλες τις αντίθετες κι άσχετες λέξεις τις ρίχνουν στο καζάνι τους, και βγάζουν τον ορισμό των θεών. Αλλά όταν αποκαλούν τον Όλυμπο «θεοβάδιστο όρος» (κατ' αντιγραφή των ορθοδόξων που λεν κάτι τέτοιο για το Σινά), μήπως βλασφημούν ή είδαν τον Δία να περπατά εκεί; Κι αν τον είδαν, μήπως είναι λίγο δύσκολο μια «Ιδέα» ταυτιζόμενη με τη Φύση, η ίδια η Φύση, να περπατά;
«Οι θεοί των νεοπαγανιστών είναι είδωλα, δηλαδή ψευδοθεοί, διότι είτε ως ιδέες και έννοιες εκλαμβάνονται, είτε ως λατρευόμενες φυσικές δυνάμεις και ενέργειες, είτε ως οντότητες ή εξελιγμένοι και θεοποιηθέντες άνθρωποι, είτε ως σύμβολα και ηθικοπλαστικά μορφώματα χωρίς οντολογική ύπαρξη, είναι έργα χειρών ανθρώπων, κατασκευάσματα της ανθρώπινης διανοίας, θεοί καθ’ ομοίωσιν ανθρώπων πλασθέντες. Ακόμα και η αντίληψη ότι οι αρχαίοι θεοί είναι «αρχέτυπα» και «ιδέες» μπορεί να θεωρηθεί ένα είδος ήπιας ειδωλολατρίας, διότι και πάλι είναι αυθαίρετες υποκειμενικές νοηματικές συλλήψεις, ανύπαρκτα όντα, πλάσματα ευφάνταστων ανθρώπων, τα οποία δεν έχουν δώσει κανένα απτό σημείο της ύπαρξής τους» (Νεοπαγανισμός, η απειλή από το παρελθόν, εκδ. Αποστολικής διακονίας, σ. 34).
«Αν πάλι οι θεοί είναι «προϊόντα» της φύσης και όχι αιώνια αυθύπαρκτα όντα (βασική έννοια που καθορίζει το θείον), δημιουργημένα κι όχι δημιουργοί του κόσμου και αμέτοχα της κοσμικής διεργασίας, τότε ποια είναι η θέση τους στον κόσμο και ο λόγος υπάρξεώς τους; Η «θεά» Φύση, η οποία υποτίθεται ότι δημιούργησε τις φυσικές δυνάμεις, για ποιο λόγο να τις ταυτίσει με τους θεούς, τους οποίους επίσης αυτή δημιούργησε;» (Νεοπαγανισμός, η απειλή από το παρελθόν, εκδ. Αποστολικής διακονίας, σ. 35). Άλλωστε, η ιδέα πως η Φύση δημιούργησε τους θεούς κάποια στιγμή, προϋποθέτει ότι οι θεοί δεν είναι αιώνιοι. Αν ισχύει ότι «οι Έλληνες Θεοί δεν έφτιαξαν τον Σύμ-παντα Κόσμο, αντιθέτως εγεννήθησαν από αυτόν και μέσα σε αυτόν και σε κάποια δεδομένη στιγμή τον έβαλαν απλώς κάτω από τον έλεγχό τους», τότε έχουμε την περίπτωση, το τμήμα να εξουσιάζει το Όλον, πράγμα που είναι τόσο αδύνατο όσο και παράλογο. Πώς θα μπορούσε να θέσει μια οντότητα τον κόσμο υπό τον έλεγχό της, τη στιγμή που δεν κατέχει τις απαιτούμενες δυνάμεις για να τον δημιουργήσει; Θα χρειαζόταν τουλάχιστον ίση δύναμη με την δύναμη που απαιτείται για τη δημιουργία του Κόσμου, ώστε να τεθεί το σύμπαν υπό τον έλεγχο κάποιου.
Κι αφού οι θεοί ήταν κοσμικές, απρόσωπες δυνάμεις και λειτουργίες, σε ποιον απευθύνονταν οι επικλήσεις, οι ύμνοι, οι προσευχές; Δεν απευθύνεται ούτε προσεύχεται κανείς π.χ. σε μια καρέκλα˙ μόνο σε πρόσωπο. Αλλά είναι δύσκολο, ταυτόχρονα να ισχύει «ο κόσμος είναι το Παν» και «ο κόσμος προϋπάρχει του Παντός». Κι όμως αυτά τα δύο βρίσκονται δίπλα-δίπλα, μέσα στην ίδια φράση, του Βλ. Ρασσιά (Περιοδικό Ανιχνεύσεις, τ.22, σ. 26). Τόσο λογικά. Α=Β και Α>Β. Αντίφαση παρόμοια με εκείνη του αιωνίου σύμπαντος το οποίο έχει εξελικτικό σκοπό. Είτε θα υπάρχει το Παν μετά τον κόσμο είτε ο κόσμος θα είναι το Παν. Δεν μπορεί ο κόσμος να.. προϋπάρχει του εαυτού του.
Η έννοια «άνθρωπος» καθορίζει την έννοια «ανθρωπιά» και την έννοια «ανθρώπινο» κι όχι το αντίθετο (ανθρώπινο είναι ό,τι έκαναν και κάνουν οι άνθρωποι). Αντίστοιχα, δεν υπάρχει/προηγείται κάτι τι νεφελώδες «θείον», αυθύπαρκτο και απρόσωπο, όπως οι Νεοπαγανιστές πιστεύουν: υπάρχει η έννοια (και ύπαρξη!) «Θεός», η οποία καθορίζει και «παράγει» το «θείον» ή την «θεϊκότητα», κι όχι το αντίστροφο (το «θείον» να προσωποποιείται σε «θεό» για λόγους απλού ανθρωπομορφισμού ή κατανόησης). Διαφορετικά, είναι ωσάν να μιλάμε για «ανθρωπότητα» ή «ανθρωπιά» δίχως άνθρωπο/ανθρώπους.
Εν πάσει περιπτώσει, οι «φυσικές δυνάμεις κι ενέργειες» δεν είναι αριθμητικώς άπειρες, όσοι και οι «θεοί» των Νεοπαγανιστών (περίπου 700), ούτε καν δώδεκα, αλλά τέσσερις: η βαρυτική, η ηλεκτρομαγνητική, η ισχυρή πυρηνική και η ασθενής πυρηνική. Τις βασισμένες στα επιστημονικά δεδομένα τις εποχής του Πορφύριου αντιλήψεις καθώς και τις δικές τους νεοεποχίτικες ιδέες τους, οι Νεοπαγανιστές ας τις αφήσουν κατά μέρους.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Sat Oct 02, 2021 8:33 pm

50. «Οι Θεοί λοιπόν είναι μη προσωπικά όντα που κατέχουν την Αθανασία και τη Γνώση. (....)Δεν εμπλέκονται σε ζώνες δράσεως άλλων Θεών. Υπόκεινται στη νομοτέλεια του Φυσικού Κόσμου και υπηρετούν τους Νόμους του. (...)Οι Θεοί είναι ελεύθερες και ανεξάρτητες υπάρξεις. Είναι όλοι τους εξίσου θείοι και δεν εξουσιάζονται από καμμία άλλη οντότητα ή δύναμη. (…) Οι Θεοί, χαίρονται όταν κατώτερα όντα ΕΛΕΥΘΕΡΑ αναγνωρίζουν την ύπαρξή τους.»

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
1) Είναι δυνατόν να υπάρχει ένα μη προσωπικό ον; Το «Μη προσωπικό όν» είναι «πράγμα» κι όχι «ον». Οι πέτρες, το χώμα κλπ δεν έχουν συνείδηση. Συνείδηση, δηλαδή προσωπικότητα, έχουν μόνο τα όντα και οι υπάρξεις, όχι τα πράγματα. Θα μπορούσαν ας πούμε οι Νεοπαγανιστές να γράψουν, ότι οι Θεοί είναι ένα συλλογικό ον (τύπου Βουδισμού). Κάτι τέτοιο όμως χαλάει από το ότι μιλούν για «όντα» και «υπάρξεις» στον Πληθυντικό. Οπότε δεν έχει νόημα τίποτα από αυτά που λένε.
2) Μπορεί να υπάρξει ον, που να κατέχει τη Γνώση, αλλά να μην είναι προσωπικό; Γνώση σημαίνει επεξεργασία και κατανόηση πληροφοριών από ένα συνειδητό όν. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής π.χ., που είναι ένα «πράγμα» κι όχι «προσωπικό ον», δεν «κατέχει την Γνώση», αλλά την «αποθηκεύει», ή καλλίτερα, η Γνώση αποθηκεύεται – από κάποιο προσωπικό ον – σε αυτό.
3) Οι «θεοί», μας λένε οι Νεοπαγανιστές, δεν εμπλέκονται αναμεταξύ τους σε ζώνες δράσεως άλλων θεών. Επαναλαμβάνουμε το ερώτημα που έθεσε προς τους πολυθεϊστές ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός τον 8ο αι. : Αν ο καθένας θεός κυβερνά ένα μέρος του κόσμου και δεν εμπλέκεται σε ζώνες δράσης άλλων θεών, τότε Τί ή Ποιός είναι αυτός που έβαλε και όρισε αυτήν την τάξη και έκανε στους θεούς αυτή τη συγκεκριμένη διανομή κι όχι κάποια άλλη; Και γιατί αυτό το «κάτι» ή αυτός «ο κάποιος» όρισε αυτήν τάξη; Με ποιο σκοπό; Αν είναι η τύχη που τα έκανε όλα αυτά, τότε οι Ειδωλολάτρες παραδέχονται ότι όλα είναι τυχαία και κατ’ ουσία παραδέχονται ένα τυχαίο σύμπαν δίχως σκοπό (ή με «τυχαίο σκοπό»!) και με τυχαίους κυβερνήτες. Τότε είναι αξιολύπητοι. Αν όμως δεχτούν Σκοπό για την εκλογή αυτή, τότε αυτός ο σκοπός βρίσκεται Υπεράνω των θεών και του σύμπαντος και είναι σχέδιο. Λογικό Σχέδιο όμως δεν γίνεται από «μη όντα», αλλά από Προσωπικό όν.
4) Ούτε η ίδια η νεοπαγανιστική άποψη πως οι θεοί δεν επεμβαίνουν στον χώρο ή την αρμοδιότητα άλλων θεών ισχύει. Ο Τρωικός Πόλεμος, θα έπρεπε να είναι αποκλειστική αρμοδιότητα του Άρη, όμως σε αυτόν παίρνουν μέρος όλοι οι θεοί βοηθώντας όποια παράταξη επιθυμούν. Επίσης μια θεότητα μπορεί να κατέχει/συμβολίζει περισσότερες από μία ιδιότητες, πολλές απ’ τις οποίες είναι ταυτόχρονα ιδιότητες άλλων θεοτήτων. Για παράδειγμα, η Αφροδίτη δεν είναι μόνο η θεά του έρωτα, αλλά υπήρχε και η «πελάγια» ή «εύπλοια» Αφροδίτη, που είχε δικαιοδοσία στη θάλασσα, ανταγωνιζόμενη τον Ποσειδώνα˙ ακόμη, υπήρχε η χθόνια Αφροδίτη, των νεκρών, που έμπαινε στα χωράφια του Πλούτωνα (Ν. Παπαχατζή, Η θρησκεία στην Αρχαία Ελλάδα, Εκδοτικής Αθηνών A.E., σ. 138). Η Ήρα ξεκίνησε ως χθόνια θεότητα και κατέληξε γυναίκα του Δία. Η παρθένα Αθηνά λατρευόταν ως Αθηνά Μητέρα στην Ηλεία (Παυσανίας, 5, 3,3). Ο Δίας, η Ήρα, η Άρτεμη, η Αθηνά κ.ά. ήταν αρχικά υποχθόνιοι θεοί (π.χ. ο Δίας λεγόταν λαφύστιος, σκοτίτας, δηλαδή του σκότους, καταχθόνιος, σύζυγος της Περσεφονείας-Περσεφόνης, όπως λέει η Ιλιάδα Ι 456, ενώ η Αθηνά είχε το γοργόνειο και τα φίδια ως ανάμνηση της καταχθόνιας αρχικής θέσης της και στη Κορωνεία συλλατρευόταν με τον Άδη, όπως λέει ο Στράβων (9, 411)) προτού γίνουν Ολύμπιοι, δηλαδή ουράνιοι. Ενώ ο Ασκληπιός θεωρείται ο θεός της ιατρικής, ο Περικλής (Πλουτάρχου, Περικλής, 13) έστησε άγαλμα της «Αθηνάς Υγείας» στην Ακρόπολη. Ο Απόλλων υποκατέστησε τον μυκηναϊκό θεό Πα.jα.Fο.νε (Παιάνονα ή Παιήνονα) παίρνοντας την ιδιότητα του θεραπευτή θεού, αλλά όχι ακόμη στην Ιλιάδα, η οποία ξέρει τον Παινίονα ως γιατρό των θεών (Ιλιάδας Ε 401). Άρα ο Ασκληπιός έχει κι άλλους να μπλέκονται στα πόδια του. Σύμφωνα με μερικούς (Όμηρος, Ύμνων XIX) ο Προμηθέας κι ο Ήφαιστος ήταν κάποτε το ίδιο πρόσωπο. Άλλοι πιστεύουν ότι ο Προμηθέας κι ο Ασκληπιός ήταν το ίδιο πρόσωπο (Παυσανίας, 10, 4, 3). Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Εκ των περί εν Πλαταιοίς δαιδάλων) ο Απόλλων ήταν ο Άρης, η Λητώ η Ήρα, η Άρτεμη ήταν η Ειλείθυια. Ο Δίας κι ο Διόνυσος ήταν το ίδιο πρόσωπο (Αριστ. Ρήτωρ Or. IV, παρά Δινδορφίω, τ. 41) (J. Burckhardt, Οι Έλληνες και οι θεοί τους, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σ. 67). «Και τι να σκεφθή τέλος πάντων κανείς για εκείνον τον Ζηνο-ποσειδώνα, ιερό του οποίου υπήρχε, κατά τον Αθηναίο, στην Καρία» (J. Burckhardt, Οι Έλληνες και οι θεοί τους, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σ. 68) Έτσι, αντίθετα από όσα ισχυρίζονται οι νεοεποχίτες Νεοπαγανιστές, ένας χώρος δράσης ανήκει σε δύο ή περισσότερους «θεούς», οι οποίοι εις πείσμα των Νεοπαγανιστών, εμπλέκονται στις ζώνες δράσης των άλλων θεών. Εκτός κι αν υπάρχουν πολλές, διαφορετικές μεταξύ τους, Αφροδίτες, πολλές Ήρες, πολλοί Δίες κ.ο.κ.
5) Πώς παραδέχονται ότι οι «θεοί» τους είναι ελεύθεροι και ταυτόχρονα είναι μη προσωπικά όντα; Ελευθερία σημαίνει και συνεπάγεται δυνατότητα επιλογής, δυνατότητα σύγκρισης, σκέψης, απόφασης. Ελευθερία με άλλα λόγια προϋποθέτει προσωπικότητα. Δίχως προσωπικότητα, πώς έχουν «ελευθερία» και «ανεξαρτησία» οι θεοί τους; Άρα πρέπει να παραδεχτούν ότι οι θεοί τους είναι πρόσωπα κι όχι «απρόσωπα όντα».
6) «Οι Θεοί χαίρονται, όταν κατώτερα όντα αναγνωρίζουν την ύπαρξή τους», αλλά μόνο συνειδητά, προσωπικά όντα μπορούν να χαίρονται. Γι’ αυτό άλλωστε κι όλες οι αρχαίες επικλήσεις, ύμνοι, κ.λ.π. απευθύνονταν σε πρόσωπα κι όχι σε Ιδέες π.χ. ή σε αντικείμενα και Σύμβολα. Εκτός, κι αν οι Νεοπαγανιστές πιστεύουν ότι οι Αρχαίοι Έλληνες απηύθυναν ύμνους σε πράγματα.
7) «Οι Θεοί», λεν οι Νεοπαγανιστές, «κατέχουν τη Γνώση». Οι θεοί όμως, όπως ισχυρίζονται οι ίδιοι οι Νεοπαγανιστές, είναι ατελή όντα κι όχι «παντοδύναμοι» και «πάνσοφοι», όπως ο ιουδαιοχριστιανικός Θεός. Η «Γνώση» είτε είναι πλήρης και απόλυτη, είτε είναι μερική και ατελής, δηλαδή ημιμάθεια. Όταν, λοιπόν, κάνουμε λόγο για Γνώση, εξυπακούεται ότι μιλάμε για την τέλεια, απόλυτη γνώση, γιατί μόνο αυτή μπορεί να ονομάζεται Γνώση. Ατελή όντα λοιπόν, τα οποία δεν έχουν παρά μόνο μία ζώνη ευθύνης και κυριαρχίας στον κόσμο (κι αυτή τους έλαχε τυχαίως..), δεν δύνανται να κατέχουν τη Γνώση του παντός (είτε το παν αφορά την ζώνη ευθύνης τους είτε το σύμπαν όλο), ούτε και δύνανται να κατέχουν την απόλυτη Γνώση για ο,τιδήποτε: η (απόλυτη και πλήρης) Γνώση είναι κτήμα μόνον αυτού που δημιουργεί τους φυσικούς νόμους και την ύλη. (Παρομοίως, μόνο ο κατασκευαστής π.χ. ενός πλυντηρίου γνωρίζει απολύτως πώς κατασκευάζεται ένα πλυντήριο, δηλαδή μόνον αυτός κατέχει την πλήρη Γνώση κι όχι την ημιμάθεια της μερικής γνώσης.) Οι «θεοί» δεν δημιουργούν τίποτε - σύμφωνα με τους Νεοπαγανιστές - αλλά απλώς υπόκεινται υποχρεωτικά στη νομοτέλεια φυσικών νόμων, τους οποίους δεν δημιούργησαν - άρα και δεν τους γνωρίζουν πλήρως = δεν κατέχουν τη Γνώση των. Δηλαδή, οι «θεοί» ΔΕΝ κατέχουν τη Γνώση, διότι, ως μη κατασκευαστές φυσικών νόμων και ύλης, αρκούνται στην ημιμάθεια.
8) Πώς ισχυρίζονται οι νεοπαγανιστές ότι οι «θεοί» τους είναι «ελεύθεροι», αφού υπόκεινται στην νομοτέλεια του κόσμου; Βάσει του ερωτήματος 3), οι «ελεύθεροι» θεοί Α’) βρίσκονται ο καθένας σε ζώνες ευθύνης, τις οποίες δεν επέλεξαν (αφού είναι κάτι τυχαίο η μοιρασιά των ζωνών) από μόνοι τους, και Β’) είναι υποχρεωμένοι να υπακούν σε φυσικούς νόμους, τους οποίους φυσικά ούτε κι αυτούς επέλεξαν να είναι όπως είναι. Τι ελευθερία είναι αυτή τώρα, μόνο οι Ν/Π μπορούν να το εξηγήσουν. Φανταστείτε έναν άρχοντα που υποχρεώνεται να πάει σε έναν τόπο να τον εξουσιάσει, και εκεί να υπόκειται σε νόμους τους οποίους δεν όρισε ο ίδιος. Πόσο ελεύθερος είναι αυτός; Ένας φτωχός υπαλληλάκος αυτών που τον διόρισαν άρχοντα είναι. Και τί σημασία, αλήθεια, πρέπει να δίνουμε σε τέτοιους αδύναμους ψευτοθεούς, που ούτε ελεύθεροι είναι ούτε προσωπικά όντα είναι; Και τι ανάγκη έχουμε από αδύναμα «απρόσωπα όντα» που ούτε επέλεξαν τον χώρο ευθύνης τους ούτε καν τους νόμους που διέπουν αυτόν; Καμμία. Εξαρτάται η ζωή μας από την λατρεία τέτοιων ανίσχυρων «θεών», που δεν ελέγχουν/μεταβάλλουν ούτε δημιούργησαν τους φυσικούς νόμους; Απολύτως όχι. Συμπέρασμα: στο σύμπαν των Νεοπαγανιστών, στον κόσμο τους, δεν υπάρχει καμμιά όντοτητα, η οποία να είναι πραγματικά και πλήρως ελεύθερη. Γι’ αυτό και οι Ειδωλολάτρες πίστευαν στην Ειμαρμένη και τις Μοίρες.
Αντιφάσεις επί αντιφάσεων. Προφανώς ό,τι υποστηρίζουν το έχουν «ράψει» από διάφορες πηγές, κι έτσι τούς βγαίνει αντιφατικό. Μιλούν υποθετικά, και δεν μπαίνουν στον κόπο να αναλύσουν αυτά που λένε. Η θρησκεία τους είναι μυθεύματα. Οι θεοί είναι δικά τους δημιουργήματα. Οπότε δεν υπάρχει πρόβλημα αντιφάσεων. Προφανώς είναι θέμα οπτικής και σοβαρότητας. Σε θεούς που δεν είναι πραγματικοί αλλά φανταστικοί, δεν υπάρχει ανάγκη καμμίας θεολογικής συνέπειας. Τη μια λέμε πως είναι έτσι, την άλλη πως είναι αλλιώς, αδιαφορώντας για το συνολικό αποτέλεσμα: ανάλογα με το τι θέλουμε να δικαιολογήσουμε. Άλλωστε, κι ο Στωικός Επίκτητος τα ίδια έκανε. Γράφει «ο κόσμος είναι καλά οργανωμένος»˙ και «ο κόσμος έχει ατέλειες». «Ο κόσμος είναι έτσι όπως τον θέλησε ο θεός»˙ «ο θεός δεν είναι παντοδύναμος».
Όσο για την περίφημη λέξη, το «θείον», αυτή δεν συνεπάγεται διόλου ότι οι αρχαίοι «θεοί» ήταν «απρόσωπες οντότητες», αποπροσωποποιημένα όντα ή δυνάμεις, όπως ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές. Όταν π.χ. ο Ηρόδοτος λέει ότι «το θείον φθονερόν εστί» εννοεί ότι ο φθόνος (κατά των ανθρώπων) είναι μια γενική ιδιότητα όλων των «θεών». Όλοι οι θεοί είναι φθονεροί αναφορικά με την ευτυχία των ανθρώπων, εννοεί ο Ηρόδοτος. Αντί να πει «όλοι οι θεοί», λέει «το θείον». Το «θείον», λοιπόν, δεν σημαίνει απρόσωπη οντότητα ή το θεϊκό πνεύμα-δύναμη που διαχέεται στη φύση και είναι αυτή (πανθεϊσμός), αλλά το σύνολο των θεών. Ακόμη κι αν «το ελληνικό πάνθεο συγκροτήθηκε σε μιαν εποχή, όπου η σκέψη αγνοούσε την αντίθεση ανάμεσα σε ανθρώπινο υποκείμενο και σε φυσική δύναμη και δεν είχε ακόμη επεξεργαστεί την έννοια μιας μορφής ύπαρξης, καθαρά πνευματικής, μιας εσωτερικής διάστασης του ανθρώπου», αυτό δε συνιστά αντίρρηση ότι μετέπειτα, για τους ίδιους τους Αρχαίους, οι θεοί ήταν πρόσωπα κι όχι φυσικές δυνάμεις. Επιπλέον, αν δεχτούμε την υπόθεση, τότε δεχόμαστε ότι οι θεοί ήταν εξαρχής όμοιοι με τους ανθρώπους, ψυχικά. Όταν οι Έλληνες άνθρωποι έγιναν συνειδητά «πρόσωπα», τότε και οι θεοί απέβαλαν τα μη προσωπικά στοιχεία της προσωπικότητάς τους. Όταν οι Έλληνες απέκτησαν συνείδηση της ατομικότητάς τους, θεωρούσαν τους θεούς τους πρόσωπα, ανεξαρτήτως του αν οι θεοί αρχικώς, σε μια πολύ μακρινή εποχή, θεωρούνταν σύμβολα (η υπόθεση είναι αναπόδεικτη, βεβαίως). Αλλά, όπως και να ‘χει, η ίδια η ονοματοδοσία των θεών, η οποία έγινε από πολύ νωρίς αν όχι εξαρχής, δηλώνει προσωπικότητα. Ονόματα παίρνουν μόνο προσωπικές οντότητες. Η άποψη ότι «μια θεϊκή δύναμη δεν έχει στην πραγματικότητα αυτόνομη ύπαρξη. Υπάρχει μονάχα χάρη στο πλέγμα των σχέσεων που την ενώνουν με το θεϊκό σύστημα στο σύνολό του», δε συνεπάγεται ότι ο θεός δεν είναι πρόσωπο, διότι ακριβώς τα ίδια συμβαίνουν με μια ανθρώπινη προσωπικότητα, που «δεν έχει στην πραγματικότητα αυτόνομη ύπαρξη», με την έννοια ότι «υπάρχει μονάχα χάρη στο πλέγμα των σχέσεων που την ενώνουν με την κοινωνία στο σύνολό της», δηλαδή δεν υπάρχει αυτόνομος άνθρωπος απομονωμένος. Επίσης το ότι «η Αφροδίτη αυτή η συγκεκριμένη ομορφιά, είναι μία ομορφιά, αλλά είναι συνάμα και η ομορφιά – αυτό που θα ονομάζαμε η ουσία της ομορφιάς» δεν συνεπάγεται ότι η μία ομορφιά, η ανώτερη μορφή ομορφιάς και αιτία της ομορφιάς στον κόσμο, δεν έχει ετερότητα σε σχέση με τις υπόλοιπες ομορφιές. Είναι μία, ανώτερη ομορφιά, ξεχωριστή (άρα πρόσωπο) από τις υπόλοιπες ομορφιές, όσο κι αν αυτή τις δημιουργεί. Τέλος, το ανθρώπινο σώμα των θεών συνιστά την καλύτερη απόδειξη ότι αυτοί είναι ανθρωπόμορφα πρόσωπα, με «εγώ». Αν οι αρχαίοι θεοί ήταν δυνάμεις, αν δεν θεωρούνταν «πρόσωπα», τότε οι Έλληνες θα χρησιμοποιούσαν γι’ αυτούς όχι ανθρώπινα σώματα αλλά σώματα φανταστικών ή πραγματικών ζώων. Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι, ενώ οι Αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τους θεούς τους πρόσωπα, με εγώ, με επιθυμίες, με δυνατότητα παρέμβασης στην ιστορία και την καθημερινή ζωή (θαύματα), έρχονται οι Νεοπαγανιστές να ισχυριστούν το αντίθετο.
Το πιο κωμικό είναι ότι οι διαφορετικές αρχαιοκεντρικές ομάδες αλληλοσφάζονται για το τι είναι οι θεοί. Ο κ. Ρασσιάς αποκαλεί, με το γνωστό μισαλλόδοξο ύφος του, «γελοιότητα» τον Ευημερισμό. Ωστόσο ο Παν. Κουβαλάκης, εκπροσωπώντας ουσιαστικά το Δαυλό γράφει (Δαυλός, τ. 288, σ. 14522): «οι θεοί των Αρχαίων Ελλήνων δεν είναι απλή "προσωποποίηση των δυνάμεων της φύσης", όπως δηλώνεται συχνά. Αν ίσχυε μόνο αυτό, τότε η ελληνική θρησκεία θα βρισκόταν στο επίπεδο των δοξασιών των πρωτόγονων λαών, που σε διάφορες παραλλαγές "θεοποιούσαν" τις δυνάμεις της ζωής και της φύσης (...). Πολλοί από τους θεούς και προεξάρχοντος του Διός εμφανίζονται στην ελληνική παράδοση και ως σύμβολα φυσικών δυνάμεων αλλά και ως ιστορικά πρόσωπα, που άφησαν πίσω τους μεγάλα έργα, με τα οποία ευεργέτησαν την ανθρωπότητα. Ο Ζευς ως σύμβολο της Παγκόσμιας Τάξης είναι ταυτόχρονα και μέγας εκπολιτιστής της ανθρωπότητας και Έλλην παγκόσμιος βασιλέας "ἐπελθὼν τὴν οἰκουμένην ἅπασαν..." (Διόδωρος Σικελιώτης, Ζ, 71, 2)». Ο Δαυλός εδώ λέει ότι η περί θεών αντίληψη του κ. Ρασσιά και του ΥΣΕΕ είναι αντίληψη πρωτόγονων ανθρώπων. Ανταποδίδοντας, ο κ. Ρασσιάς ουσιαστικώς αποκαλεί «γελοίους» όσους πιστεύουν ότι ο Ευήμερος είχε δίκαιο πως οι θεοί ήταν θεοποιηθέντες θνητοί, βασιλείς. Εμείς χαιρόμαστε που συνειδητοποιούν τις διαφορές τους. Απλώς παρατηρούμε ότι είναι πραγματικά αξιοθρήνητη ειδωλολατρία η αντίληψη του Δαυλού, που δεν βρίσκει τίποτε κακό στη θεοποίηση θνητών και μάλιστα βασιλιάδων (ταξική τοποθέτηση, καθότι οι μη αριστοκρατικής/βασιλικής καταγωγής προϊστορικοί Έλληνες θνητοί δεν θεοποιήθηκαν ποτέ). Δυστυχώς όμως, οι Έλληνες της κλασσικής εποχής παραδέχονταν ως φυσιολογική τη μεταθανάτια θεοποίηση ανθρώπων από τις αρχαίες πόλεις. Δηλαδή μόλις πέθαινε κάποιος άρχοντας, γινόταν θεός, με «μεγάλες δυνάμεις», φυσικά, ικανός να προστατέψει τον κόσμο. Συνεπώς, ο Δαυλός έχει περισσότερο δίκαιο. Πάντως όλα αυτά συνιστούν εντυπωσιακή θεολογία. Τα πτώματα ανακηρύσσονται σε θεούς ισχυρούς.
Με τόσες, πάντως, διαφορές μεταξύ των αρχαιολατρών για το «τι είναι οι θεοί» (παρακάτω παρουσιάζουμε κι άλλες διαφορετικές απόψεις, άλλων αρχαιολατρών) προκύπτει το ερώτημα τι είδους θρησκεία είναι αυτή, της οποίας οι οπαδοί εδώ και 2500 χρόνια δεν κατέληξαν σε μια κοινή, πάνω-κάτω, αντίληψη περί θεών. Πάντως, επειδή υπάρχουν τόσες απόψεις περί των αρχαίων θεών, κι επειδή δεν μπορούμε να περιμένουμε άλλα 2500 χρόνια τους Ειδωλολάτρες να αποφασίσουν τι στο καλό είναι οι θεοί τους, μπαίνουμε στον πειρασμό να αναφέρουμε μία ακόμη˙ αυτήν που αναφέρεται σε ένα παλιό τραγούδι των Στρούμφ: «-Ποιοι ήταν οι Αρχαίοι Θεοί;/ -Το Σάββατο κι η Κυριακή!». Μπορεί αυτή να ‘ναι η σωστή.

51. "Με τον Μονοθεϊσμό δημιουργήθηκε ένας Θεός που δημιουργεί τον κόσμο, ενώ η αλήθεια είναι πως ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε ποτέ, από κανέναν, αλλά υπάρχει αιωνίως, όπως διδάσκουν τόσο οι Έλληνες Φιλόσοφοι (Ηράκλειτος, Πλάτων κ.ά.) όσο και η Ελληνική Θρησκεία".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Δηλαδή, επειδή διδάσκουν κάτι οι Φιλόσοφοι έτσι είναι; Όχι βέβαια! Τα τελευταία πορίσματα της Επιστήμης και της Φυσικής λένε ακριβώς το αντίθετο από ό,τι λέει η αρχαιοελληνική θρησκεία και οι φιλόσοφοι. Η Επιστήμη λέει πως ο κόσμος, δηλαδή ο χωροχρόνος, είχε αρχή, πως είναι πεπερασμένος, ότι διαστέλλεται συνεχώς και ότι δεν πρόκεται να συσταλεί ποτέ (οπότε απορρίφθηκε οριστικά η ιδέα πως το σύμπαν είναι περιοδικά συστελλόμενο και διαστελλόμενο άρα και αιώνιο, όπως λένε οι αρχαίες και ανατολικές θρησκείες), και δεν είναι άπειρος ούτε χρονικά ούτε χωρικά, κι ότι κάποτε θα επέλθει (λόγω μη αντιστρεπτής αύξησης της εντροπίας) ο θερμικός θάνατός του. Συγκεκριμένα:
Αν το σύμπαν υπήρχε αιώνια, θα έπρεπε και να είχε φτάσει στην τελική κατάσταση θερμοδυναμικής ισορροπίας πριν από άπειρο χρόνο. Όμως, το σύμπαν μας είναι πεπερασμένο χωρικά και υλοενεργειακά, έχει μετρηθεί κι η ίδια η μάζα του – είναι πεπερασμένη, δηλαδή και η ενέργειά του δεν είναι άπειρη αλλά πεπερασμένη κι αυτή – και συνεπώς είναι αδύνατο, αν το (χωρικά πεπερασμένο) σύμπαν ήταν απείρου ηλικίας, να μην έχει ήδη φτάσει σε θερμοδυναμική ισορροπία (θερμικό θάνατο). Ο ισχυρισμός λοιπόν, πως ένα πεπερασμένης υλοενέργειας σύμπαν (το δικό μας) είναι απείρου ηλικίας ή αιώνιο ή άφθαρτο, είναι ενάντιος στον Β΄ Θερμοδυναμικό νόμο και συνεπώς απορρίπτεται. Αποδεικνύεται επίσης βάσει του μη αντιστρεπτού γεγονότος της αύξησης της εντροπίας ότι ο χρόνος είναι γραμμικός κι όχι κυκλικός, όπως επιμένουν οι Νεοπαγανιστές.
«Ο δορυφόρος ΜΑΡ, που το 2002 εξερεύνησε τα βάθη του διαστήματος, βοήθησε τη NASA να ανακαλύψει ένα σχηματισμό «θερμών σημείων», που σύμφωνα με την αμερικανική υπηρεσία αποδεικνύει ότι το Σύμπαν επιταχύνεται. Αυτό σημαίνει ότι η «σκοτεινή ενέργεια» -η μοναδική δύναμη που θα μπορούσε να προκαλέσει αυτήν την επιτάχυνση- υπάρχει και ότι το Σύμπαν επεκτείνεται τόσο γρήγορα που δεν μπορεί να καταρρεύσει από τη δύναμη της βαρύτητας. Έτσι, αποκλείεται το ενδεχόμενο της «Μεγάλης Συντριβής».»
Από την ιστοσελίδα του Ινστιστούτου Αστρονομίας και Αστροφυσικής, του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών (www.astro.noa.gr/journal/Periodic/journal_03plionis.htm) διαβάζουμε:
«Τα κύρια στοιχεία που υποστηρίζουν την ορθότητα του γενικού πλαισίου της θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης είναι:
(α) Διαστολή Σύμπαντος
(β) Η ακτινοβολία μικροκυμάτων
(γ) Η γένεση και τα ποσοστά των ελαφρών χημικών στοιχείων.
Διαστολή Σύμπαντος
Μία από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις που βοήθησαν στην θεμελίωση της σύγχρονης κοσμολογίας είναι η διαστολή του Σύμπαντος. Πρώτος ο Hubble το 1929 με παρατηρήσεις δικές του αλλά και του Shlipher από το 1914, ανακάλυψε ότι το φάσμα του φωτός των γαλαξιών είναι μετατοπισμένο προς το ερυθρό, που σύμφωνα με το φαινόμενο Doppler σημαίνει ότι οι γαλαξίες απομακρύνονται από τον παρατηρητή και επιπλέον ότι η ταχύτητα απομάκρυνσης των γαλαξιών είναι τόσο μεγαλύτερη όσο πιο μακριά βρίσκονται οι γαλαξίες. Η διαπίστωση αυτή ονομάστηκε νόμος του Hubble, και η σταθερά της αναλογίας ονομάστηκε σταθερά του Hubble. Ο πρόσφατος υπολογισμός της σταθεράς του Hubble, με την χρήση παρατηρήσεων μακρινών υπερκαινοφανών αστέρων με το διαστημικό τηλεσκόπιο, έδωσε τιμή γύρω στα 14 δισεκατομμύρια χρόνια.
Η ακτινοβολία μικροκυμάτων
Μία από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις του δεύτερου μισού του αιώνα μας, ανακάλυψη που ουσιαστικά επιβεβαίωσε την Θεωρία της "Μεγάλης Έκρηξης" και έδωσε στους Penzias και Wilson το βραβείο Νόμπελ το 1965, είναι η ύπαρξη μιας διάχυτης ακτινοβολίας μικροκυμάτων που είναι αποτέλεσμα της υπέρπυκνης και υπέρθερμης κατάστασης του πρώιμου Σύμπαντος. Σε αυτήν την κατάσταση, η ακτινοβολία και η ύλη ήταν συζευγμένες λόγω των ελεύθερων ηλεκτρονίων που δρούσαν σαν ανακλαστήρες της ακτινοβολίας. Όταν η θερμοκρασία του Σύμπαντος έπεσε περίπου στους 3000 βαθμούς Kelvin (380.000 χρόνια μετά την "Μεγάλη Έκρηξη"), τα ηλεκτρόνια απορροφήθηκαν από τους πυρήνες και έτσι η ακτινοβολία ελεύθερα διεχύθη στο Σύμπαν. Αυτή η θεωρία προβλέπει ότι λόγω της διαστολής του Σύμπαντος η θερμοκρασία της ακτινοβολίας αυτής ελαττώνεται και πρέπει να είναι σήμερα 2.7 βαθμοί Kelvin καθώς και ότι το φάσμα της ακτινοβολίας πρέπει να έχει την μορφή φάσματος θερμικής προέλευσης. Και οι δύο προβλέψεις επιβεβαιώθηκαν περίτρανα και με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 από τα παρατηρησιακά δεδομένα του δορυφορικού παρατηρητηρίου COBE της ΝΑSΑ.
Η γένεση και τα ποσοστά των ελαφρών χημικών στοιχείων
Στην υπέρπυκνη και υπέρθερμη κατάσταση του πρώιμου Σύμπαντος τα πρωτόνια και νετρόνια, που είναι τα στοιχειώδη σωμάτια από τα οποία αποτελούνται οι πυρήνες των ατόμων όλων των στοιχείων της φύσης, όντας μη συζευγμένα σε άτομα, δημιουργούν τους πυρήνες των ελαφρύτερων στοιχείων της ύλης (Υδρογόνου, Ήλιου, Δευτέριου, Λίθιου). Οι συγκεκριμένες αρχικές αναλογίες αυτών των στοιχείων εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες μεταξύ των οποίων είναι ο ρυθμός διαστολής του Σύμπαντος δηλαδή ο ρυθμός ψύξης του, ο λόγος πρωτονίων νετρονίων κ.α. Η θεωρία του "Μεγάλης Έκρηξης" προβλέπει συγκεκριμένες αναλογίες των ελαφρών αυτών στοιχείων, πρόβλεψη που και αυτή έχει επιβεβαιωθεί από τις παρατηρήσεις (...).
Η σημαντικότερη άλλη Κοσμολογική θεωρία διατυπώθηκε το 1948 και είναι αυτή της Σταθεράς Κατάστασης των Hoyle, Bondi & Gold . Αυτή η θεωρία υποστηρίζει ότι το Σύμπαν είναι άπειρο, παντού και πάντοτε το ίδιο (στατιστικά), δηλαδή παραμένει αμετάβλητο στο χρόνο, με την μέση πυκνότητα της ύλης να είναι σταθερή. Η διαστολή και σε αυτό το μοντέλο είναι κατά κάποιο τρόπο επιβεβλημένη επειδή σε ένα άπειρο και στατικό Σύμπαν τα φυσικά συστήματα θα έφταναν πολύ σύντομα σε θερμοδυναμική ισορροπία (κάτι που δεν παρατηρείται φυσικά). Το σημαντικότερο πρόβλημα αυτής της θεωρίας είναι ότι υποχρεώνει το Σύμπαν να παράγει νέα ύλη από το μηδέν! Η θεωρία αυτή, πέραν της διαστολής του Σύμπαντος που την δέχεται, απέτυχε εκεί που η θεωρία της Μεγάλης έκρηξης πέτυχε. Δηλαδή, αυτή η θεωρία
- δεν μπορεί να εξηγήσει την ακτινοβολία μικροκυμάτων
- δεν μπορεί να εξηγήσει την δημιουργία αλλά και τα παρατηρούμενα στο Σύμπαν ποσά ελαφρών στοιχείων (αφού δεν υπήρξε σε αυτή τη θεωρία αρχική υπέρθερμη κατάσταση απαραίτητη προϋπόθεση για την πυρηνογένεση),
- και τέλος η γένεση ύλης εκ του μηδενός είναι μια αυθαίρετη παραδοχή που δεν βασίζεται σε κανένα παρατηρησιακό δεδομένο.
Συμπερασματικά από τις πιό πρόσφατες παρατηρήσεις του WMAP, τις μελέτες της κατανομής των γαλαξιών και των σμηνών γαλαξιών στο Σύμπαν και τον υπολογισμό της σταθεράς του Hubble, αποδεικνύεται ότι το Σύμπαν είναι Ευκλείδειο, και έχει ηλικία 13.7 δισεκατομμυρίων χρόνων (με περιθώριο σφάλματος μόλις 1%). Η σύσταση του είναι εντυπωσιακή: μόλις το 4% της μάζας του αποτελείται από βαρυόνια (δηλαδή την ύλη από την οποία είναι φτιαγμένη η Γη και εμείς οι ίδιοι). Το 23% αποτελείται από σκοτεινή ύλη (άγνωστα μέχρι στιγμής σωματίδια που αλληλεπιδρούν μόνο βαρυτικά με την γνωστή μας ύλη), ενώ το υπόλοιπο 73% σχετίζεται με την ενέργεια του κενού (την λεγόμενη Κοσμολογική Σταθερά). Τα παραπάνω αποτελέσματα σημαίνουν ότι το Σύμπαν θα συνεχίσει να διαστέλλεται για πάντα και μάλιστα με επιταχυνόμενο ρυθμό.»
Βλέπουμε πως η θεωρία περί αιώνιου και άπειρου σύμπαντος, όπως το δεχόταν η αρχαία θρησκεία, ή περί σύμπαντος που διαστέλλεται και συστέλεται αιωνίως, παραβιάζει μια ντουζίνα θεμελιώδεις φυσικούς νόμους και επιστημονικές παρατηρήσεις που έγιναν κατά τον 20ο αιώνα. Υπάρχει, βέβαια, και η θεωρία των πολλαπλών συμπάντων, την οποία χρησιμοποιούν οι Νεοπαγανιστές, προκειμένου να αρνηθούν ότι το σύμπαν είναι πεπερασμένο και ότι έχει αρχή. Φυσικά, αποδεχόμενοι αυτήν τη θεωρία έχουν ήδη κάνει ένα βήμα πίσω, και, αντί να δέχονται ένα ενιαίο άπειρο σύμπαν που πάντα υπήρχε, δηλαδή αντί να δέχονται άπειρο χώρο και άπειρο χρόνο, δέχονται πολλά πεπερασμένα σύμπαντα. Η θεωρία αυτή είναι, πρώτον αναπόδεικτη και δεύτερον δεν αλλάζει τίποτε.
Έστω ότι υπάρχουν πολλά πεπερασμένα σύμπαντα. Είτε αυτά θα επικοινωνούν μεταξύ τους είτε όχι (όπως τα δύο μέρη της κλεψύδρας επικοινωνούν μέσω της λεπτής σύραγγας, δια της οποίας μεταφέρεται το υλικό από τη μία στην άλλη). Αν δεν επικοινωνούν, τότε το καθένα είναι απομονωμένο και, σύμφωνα με τον Β’ νόμο της θερμοδυναμικής, δεν μπορεί να υπάρχει για πάντα. Εάν πάλι δύο διαφορετικά, μεμονωμένα σύμπαντα επικοινωνούν μεταξύ τους, τακτικώς ή συνέχεια, τότε στην πραγματικότητα είναι σαν να αποτελούν ένα σύμπαν με υλοενέργεια ίση με το άθροισμα των υλοενεργειών των δύο συμπάντων. Οπότε είναι η ίδια περίπτωση με το να έχουμε ένα απομονωμένο και πεπερασμένο σύμπαν. Όσα σύμπαντα και να υπάρχουν, το καθένα από αυτά είναι πεπερασμένο και έχει αναγκαστικά χρονική αρχή, σύμφωνα με το Β’ θερμοδυναμικό νόμο. Αν επικοινωνούν όλα, τότε πάλι έχουμε ένα σύμπαν.
Φυσικά, δεν μπορεί να αποδειχθεί αν υπάρχουν άλλα σύμπαντα, ώστε το σύμπαν μας να μπορεί να «δανείζεται» ενέργεια από αυτά και έτσι, η εντροπία του να μην αυξάνεται. Πρέπει να αποδείξουν πρώτον, ότι υπάρχουν άπειρα (κι όχι απλώς «πολλά», αν και αυτό είναι επίσης αδύνατον ν' αποδειχτεί) σύμπαντα, και δεύτερον, ότι αυτά επικοινωνούν μεταξύ τους. Πρέπει να αποδείξουν (με τι επιστημονικές μεθόδους, άραγε;) ότι υπάρχει κάτι έξω από τα όρια (!) του σύμπαντός μας. Εννοείται πως κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται, διότι, αν βρεθεί πως υπάρχει κάτι στην «άκρη», κάτι πέρα από την «άκρη» του γνωστού σε εμάς σύμπαντος, αυτό απλούστατα θα σημαίνει ότι το σύμπαν μας είναι μεγαλύτερο απ΄ ό,τι νομίζαμε και ότι τα όριά του είναι διαφορετικά (μεγαλύτερα) από αυτά που ώς τώρα γνωρίζαμε, κι όχι ότι υπάρχει ένα δεύτερο σύμπαν έξω από το δικό μας σύμπαν. Φυσικά, οι Νεοπαγανιστές είναι απολύτως ελεύθεροι να προτιμούν την άποψη περί αιωνίων συμπάντων αντί του Άκτιστου Θεού. Όμως, σ’αυτήν την περίπτωση η επιλογή τους είναι αποτέλεσμα πίστης κι όχι επιστημονικής παρατήρησης. Ας αφήσουν κατά μέρους, λοιπόν, την «Επιστήμη».
Τον 19ο αιώνα, εποχή κατά την οποία ο αθεϊσμός έκανε θραύση μεταξύ των διανοουμένων της Δύσης, οι επιστήμες δεν είχαν προοδεύσει πολύ και το σύμπαν θεωρείτο αιώνιο. Τώρα ας ψάξουν άλλες προφάσεις οι Νεοπαγανιστές. Το σύμπαν δεν είναι αιώνιο ούτε άπειρο. Φυσικά, οι εθνικιστές «αρχαιολάτρες», με την ψυχολογίστικη ερμηνεία κάθε φυσικομαθηματικής θεωρίας που έχουν, αποδίδουν «εξουσιαστικές σκοπιμότητες» στο Μπίγκ Μπάνγκ ή στο Νεύτωνα ή σε όποια ανακάλυψη δε συμφωνεί με τον αρχαίο Προκρούστη τους (το γουρούνι τα βλέπει όλα γουρουνίσια˙ ο εξουσιαστής βλέπει παντού εξουσιασμούς). Είναι προφανές: όταν κάποιος δεν μπορεί να αντικρούσει τα επιστημονικά επιχειρήματα, τότε ανακαλύπτει συνωμοσίες αιώνων, εξουσιασμούς, τερατολογίες και ο,τιδήποτε άλλο, που δήθεν «αποδεικνύει» λανθασμένους τους επιστημονικούς συλλογισμούς. Είναι δύσκολο βέβαια, κάποιος που πιστεύει ότι κάποιοι επί αιώνες κάνουν αστρονομικές και φυσικοχημικές ανακαλύψεις με σκοπό να τον εξαπατήσουν και να τον εξουσιάζουν, να αποδεχτεί την ανακάλυψη ότι το σύμπαν διαστέλλεται αιώνια και θα διαστέλλεται αιώνια, χωρίς να ισχύει η άποψη του Ηράκλειτου περί διαδοχικών διαστολών-συστολών.
Οι Νεοπαγανιστές από τη μία κατηγορούν την Εκκλησία ότι είναι κατά της Γνώσης, κατά της Επιστήμης κ.λ.π., και από την άλλη, όταν η Επιστήμη καταρρίπτει τα κοσμολογικά δόγματα (διότι δόγματα ήταν, άνευ πειραμάτων ή αποδείξεως επιστημονικής) της αρχαίας μυθολογίας, αυτοί να ανακαλύπτουν σκοτεινές συνωμοσίες και εξουσιασμούς και άλλες παρόμοιες αστειότητες. Όποτε τους αρέσει, είναι καλή η Επιστήμη λοιπόν. Όταν δεν τους αρέσει, τότε πρόκειται περί Συνωμοσίας. Είναι πραγματικά εκπληκτικό το πώς οι Νεοπαγανιστές απορρίπτουν τα πορίσματα της Φυσικής και των νεώτερων επιστημών για χάρη της κάθε αντιεπιστημονικής ιδέας που ισχυριζόταν η αρχαία θρησκεία, και ταυτόχρονα να παριστάνουν τους «ορθολογιστές».
Εννοείται πως δεν κατηγορούνται οι Αρχαίοι Έλληνες πρόγονοί μας, οι οποίοι είχαν αυτές τις εσφαλμένες απόψεις περί αιωνιότητας του σύμπαντος και κυκλικότητας του χρόνου. Οι Αρχαίοι Έλληνες ούτε πειράματα έκαναν ούτε και τους νόμους της φυσικής γνώριζαν, ώστε να υποστηρίζουν αυτά που λέει η επιστήμη σήμερα. Τέτοια ήταν η εξέλιξη της επιστήμης τότε˙ αναμενόμενο ήταν να υποστηρίζουν λανθασμένες ερμηνείες. Αλλά το ότι κατανοούμε τους λόγους για την έλλειψη σωστών επιστημονικών απόψεων, δεν σημαίνει πως αποδεχόμαστε ό,τι έλεγαν οι Αρχαίοι. Άλλο το ένα κι άλλο το άλλο. Οι Νεοπαγανιστές είναι που κατηγορούνται, διότι υποστηρίζουν αρχαιοελληνικές απόψεις οι οποίες έχουν αποδειχθεί οριστικά εσφαλμένες. Στον 21ο αιώνα οι Νεοπαγανιστές αναμασούν τις λαθεμένες απόψεις των Αρχαίων προγόνων μας. Βέβαια, για έναν εθνικιστή οι Αρχαίοι δεν είπαν τίποτε λανθασμένο, και με αυτή τη λογική υβρίζουν και συκοφαντούν οι Νεοπαγανιστές σήμερα ως «ανθέλληνα» όποιον τους υποδεικνύει τα λάθη της αρχαίας θρησκείας.
Είναι άξιο απορίας, πώς πιστεύουν οι «Εθνικοί Ελληνες» ότι το σύμπαν είναι Αιώνιο και Τέλειο (τού αποδίδουν δηλαδή ως σύνολο θεών-ανθρώπων-υλοενέργειας ιδιότητες Θεού, ήτοι τελειότητα, απειρότητα κ.λ.π.) αφού κάποτε, όπως λέει η Επιστήμη, θα καταλήξει σε κατάσταση θερμοδυναμικής ισορροπίας, η οποία είναι μη αναστρέψιμη διαδικασία, καθώς η ενέργεια δεν θα είναι διαθέσιμη. Θα υπάρχει ακριβώς η ίδια με πάντοτε συνολικά ενέργεια, αλλά δεν θα είναι χρησιμοποιήσιμη. Πού είναι λοιπόν η τελειότητα; Και πού η αιωνιότητα ενός συστήματος που τείνει προς το μηδέν; Το σύμπαν-φύση λοιπόν, το οποίο οι Νεοπαγανιστές δέχονται ως «θεό», όχι δεν είναι αγέννητο ή τέλειο ή άφθαρτο, ως Ολότητα.
Να διευκρινήσουμε πως δεν εννοούμε σε καμμιά περίπτωση ότι η Επιστήμη αποδεικνύει την ύπαρξη ενός Θεού. Η Επιστήμη εξηγεί το «πώς» και η Πίστη το «γιατί» και μεταξύ τους αλληλοσυμπληρώνονται. Αυτό που αποδεικνύει η Επιστήμη με τις ανακαλύψεις αυτές, είναι ότι η – ενάντια στην ιδέα του ενός Άκτιστου Θεού – παγανιστική μυθολογία περί «αιώνιου, άφθαρτου σύμπαντος» και «σύμπαντος-θεού» είναι εντελώς λανθασμένη.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Sat Oct 02, 2021 8:34 pm

52. «Αν η Πρώτη αιτία ήταν Ψυχή, τα πάντα θα ήταν Έμψυχα. Αν ήταν Νους, τα πάντα θα ήταν Νόηση. Αν ήταν Ύπαρξη, τα πάντα θα ήταν Ύπαρξη»

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Οι Παγανιστές (Ο Σαλλούστιος που τα έγραψε αυτά) νομίζουν πως ο Δημιουργός-Θεός δημιουργεί εκ της θεϊκής Ουσίας του με αποτέλεσμα να νομίζουν ότι και τα δημιουργήματα μετέχουν της θεϊκής Ουσίας. Γι’ αυτό λένε πως αν η Πρώτη Αιτία ήταν Ψυχή, όλα θα ήταν γεμάτα Ψυχή. Όμως αυτό δεν είναι απαραίτητο: ο Χριστιανισμός λέει πως ο Δημιουργός δημιουργεί τον κόσμο όχι εκ της θεϊκής ουσίας του (δεν δίνει κομμάτι του εαυτού του, ούτε αναπαραγάγει τμήμα του εαυτού του) αλλά με τη θεία ενέργεια. Η δημιουργία εκ του μη όντος (όντως «όν» είναι ο Θεός˙ δηλαδή έχουμε δημιουργία όχι από θεϊκό τμήμα) αποκλείει την παραγωγή του Κόσμου από την ουσία του Θεού. Αλλιώς, δεν θα ήταν δημιουργία εκ του μη όντως αλλά μια κίνηση της ίδιας της θείας ουσίας (μερισμός αυτής), πράγμα που θα σήμαινε ότι ο Θείος είναι ατελής, αφού το τέλειο δεν κινείται! Η δημιουργία του ανθρώπου και του κόσμου έγινε με τη θεία ενέργεια, δηλαδή ως θεία βούληση. Κι αυτή (η θεία ενέργεια) ήταν η Πρώτη Αιτία, όχι η θεία ουσία η οποία παρέμεινε ακίνητη και αναλλοίωτη. Ο Θεός στον Χριστιανισμό, ακριβώς επειδή είναι τέλειος, παντοδύναμος και ανεξάρτητος από κάθε τι, ακόμα και από την ίδια τη φύση του, βούλεται και δρα ελεύθερα από την φύση του, κι όχι αναγκαστικά σύμφωνα με αυτήν. Ετσι τα κτιστά πλάσματα και η κτιστή πραγματικότητα, πάντοτε κατά τη δεκτικότητα, μετέχει μόνο στην άκτιστη θεία ενέργεια κι όχι στην θεία ουσία. Και ο Θεός είναι πανταχού παρών στον κόσμο μόνο με την ενέργεια. Εξαίρεση αποτελεί η σάρκωση του Λόγου.
Όσο για την πανθεϊστική αντίληψη, η οποία θεωρεί ότι ο Κόσμος είναι Θεός, ο Μέγας Αθανάσιος γράφει (Κατά Ειδώλων, 28): «Πώς λοιόν αυτά [τα ουράνια σώματα και οι φυσικές δυνάμεις] θα ηδύναντο να είναι θεοί, αφού έχουν ανάγκην της βοηθείας άλλων; Και πώς αρμόζει να ζητούμεν κάτι από αυτά, αφού και αυτά ζητούν το ένα από το άλλο ό,τι τους χρειάζεται; Διότι, εφόσον λέγεται περί του Θεού, ότι δεν έχει ανάγκην κανενός, αλλ’ είναι αυτάρκης και ολοκληρωμένος και τα πάντα υπάρχουν εντός αυτού, και μάλλον αυτός βοηθεί τα πάντα, πώς αξίζει να ονομάζωνται θεοί ο ήλιος και η σελήνη και τα άλλα μέρη της κτίσεως, τα οποία είναι ελλιπή και έχουν ανάγκη της βοήθειας των άλλων;
Αλλ’ ίσως και αυτοί θα συμφωνήσουν ό,τι, όταν αυτά χωρίζονται και λαμβάνονται χωριστά, είνε ελλιπή, διότι η απόδειξις είναι ολοφάνερος˙ θα ισχυρισθούν όμως ότι Θεός είναι το σύνολον, όταν δηλαδή συνενωθούν όλα μαζί και αποτελέσουν ένα μέγα σώμα. Όταν σχηματισθεί το σύνολον, δεν χρειάζεται πλέον άλλον˙ αλλά το σύνολον από μόνον του είναι ικανόν και αυτάρκες δι’ όλα˙ αυτά θα μας πουν οι δοκησίσοφοι, δια να ελεγχθούν και από αυτά. Αυτό που θα ειπώ τώρα θα αποδείξη όχι ολιγώτερον από τα προηγούμενα, αλλά και πολύν περισσότερο ότι η ασέβειά των συνοδεύεται από μεγάλην αμάθειαν. Διότι εάν τα επί μέρους, συνενούμενα αναπληρούν το σύνολον, και το σύνολο συνίσταται εκ των επί μέρους, άρα το σύνολον έχει σχηματισθή από μέρη που το καθένα τυγχάνει μέρος του συνόλου. Αλλ’ αυτό ευρίσκεται πολύ μακράν των αντιλήψεων περί Θεού. Διότι ο Θεός είναι ενιαίος και όχι από κομμάτια και δεν έχει σχηματισθή από διάφορα πράγματα, αλλ’ αυτός εδημιούργησε τα πάντα. Πρόσεχε λοιπόν πόσην ασέβεια επισυνάπτουν εις τον Θεόν λέγοντας αυτά. Διότι εάν έχει σχηματισθή από μέρη θα φανή οπωσδήποτε ότι είναι ανόμοιος προς τον εαυτό του και ότι αποτελείται από ανόμοια. Διότι εάν είναι ήλιος, δεν είναι σελήνη˙ και εάν είναι σελήνη, δεν είναι γη˙ και εάν είναι γη, δεν θα είναι θάλασσα. Παίρνοντας έτσι κανείς ένα-ένα τα πάντα, θα εύρη τον παραλογισμόν αυτής της θεωρίας.
Θα ηδύνατο κανείς να τους καταδικάσει δι’ αυτό, από την εξέτασιν του ανθρωπίνου σώματος. Το μάτι δεν είναι αυτί, ούτε το αυτί είναι χέρι, ούτε η κοιλιά είναι στέρνον, ούτε ο λαιμός είναι πόδι, αλλά το καθένα έχει ιδιαίτεραν ενέργειαν˙ και ενώ αυτά είναι διαφορετικά, συνιστούν ένα σώμα, του οποίου τα μέρη είναι μεν ενωμένα όπως απαιτεί η λειτουργία των, διαλύονται όμως με την παρέλευσιν του χρόνου, όταν τα διαλύση η φύσις που τα συνένωσε, κατά το θέλημα του Θεού. Έτσι αν αυτοί συναρμολογούν τα μέρη της Κτίσεως εις ένα σώμα και τα αναγορεύουν Θεόν, κατ’ ανάγκη αυτός μεν καθεαυτόν θα είναι ανόμοιος προς τον εαυτό του, καθώς απεδείχθη, θα διαλύεται δε, διότι η φύσις των μερών έχει το χαρακτηριστικόν να μερίζεται». Το σύμπαν υποκείμενο στη φθορά, την αύξηση της εντροπίας, τείνει στη διάλυση. Τι είδους «θεός» είναι λοιπόν;

53. «Αυτός ο ίδιος κόσμος πρέπει κατανάγκη να είναι άφθαρτος και αγέννητος. Άφθαρτος επειδή, αν τυχόν καταστραφεί, πρέπει ή καλλίτερος, ή χειρότερος, ή ο ίδιος με αυτόν, ή χάος να δημιουργηθεί. Αν είναι καλλίτερος, ο δημιουργός που δεν έφτιαξε εξ αρχής το καλλίτερο πρέπει να είναι ατελής. Αν είναι ο ίδιος, μάταια δημιουργήθηκε. Αν είναι ο Χάος....είναι ασέβεια και να λέγονται τέτοια πράγματα. Οσα είπαμε για να αποδείξουμε ότι ο Κόσμος είναι αδημιούργητος. Διότι αν δεν καταστρέφεται, τότε δεν δημιουργείται. Διότι κάθε τι δημιουργούμενο καταστρέφεται».

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κατ’ αρχήν, εφόσον, σύμφωνα με το Β΄ θερμοδυναμικό αξίωμα, ο κόσμος είναι φθαρτός, έχει δημιουργηθεί, συνεπάγεται πως δεν είναι αιώνιος, και κάθε ισχυρισμός περί του αντιθέτου βασισμένος σε συλλογισμούς δίχως τη βοήθεια της Επιστήμης είναι αναπόδεικτος και δεν ευσταθεί.
Επιπλέον δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ κόσμου και δημιουργού. Ένας τέλειος Δημιουργός μπορεί να φτιάξει έναν τέλειο κόσμο, αλλά, αν θέλει, μπορεί να φτιάξει και έναν ατελή κόσμο, να μην τον φτιάξει τέλειο δηλαδή. Ο Δημιουργός όντας πλήρως ελεύθερος, μπορεί να διαλέξει τι είδους κόσμο θα δημιουργήσει. Αυτό, πρώτον είναι δυνατόν και δεύτερον δεν συνεπάγεται ατέλεια ή κακία του δημιουργού.
Είναι δυνατόν να συμβαίνει, διότι ο κόσμος και τα (έλλογα ή άλογα) όντα εντός του δεν μετέχουν της θεϊκής Ουσίας του Δημιουργού, αλλά έχουν –επειδή έτσι το θέλησε ο Δημιουργός – δική τους ουσία και βούληση, η οποία είναι ανεξάρτητη από τη βούληση και ουσία του Δημιουργού. Συνεπώς ο παραλληλισμός «ατελής Κόσμος, ατελής Δημιουργός», μόνο στην περίπτωση του Πανθεϊσμού, όταν κόσμος και Θεός έχουν την ίδια ουσία, είναι αληθής. Στην περίπτωση όμως ενός Άκτιστου Θεού, είναι όχι μόνο δυνατόν, αλλά και αιτιολογημένο να διαφέρει η ουσία του κόσμου από την ουσία του Θεού.
Δεν συνεπάγεται κακό ή ατελή Δημιουργό η δημιουργία ενός ατελούς κόσμου από έναν τέλειο Θεό, τόσο διότι όπως δείξαμε δεν υπάρχει αντιστοιχία στην ουσία Θεού και κόσμου, όσο και διότι ο Θεός είχε συγκεκριμένο σκοπό, για τον οποίο δημιούργησε τον κόσμο ατελή, «λίαν καλό», αλλά όχι τέλειο. Ο Δημιουργός δίνει την δυνατότητα στα έλλογα όντα του κόσμου που αυτός έπλασε, ελεύθερα να συν-διαμορφώσουν την πορεία του κόσμου: είτε προς το μηδέν και την καταστροφή είτε προς την τελείωση. Ο Δημιουργός δεν θα ήθελε να φτιάξει έλλογα όντα, τα οποία αναγκαστικά, δηλαδή εκ της φύσεώς τους – άρα δίχως δική τους ελεύθερη επιλογή και προσπάθεια – θα ήταν τέλεια, σε έναν εξ αρχής και εκ φύσεως τέλειο Κόσμο. Δίνοντάς τους ο Θεός το δικαίωμα να διαλέξουν, μεταξύ τελειότητας και εκμηδενισμού/φθοράς, τους δίνει και την ελευθερία. Την ελευθερία να γίνουν θεοί, αν το θέλουν, ώστε ο «πολύ καλός» κόσμος, τον οποίο εκπροσωπούν και του οποίου ηγούνται, να γίνει κι αυτός τέλειος. Γιατί μόνο με την ελευθερία έχει νόημα η αρετή και η τελειότητα. Φυσικά και θα μπορούσε να φτιάξει ο Θεός ένα τέλειο κόσμο εξ αρχής. Αλλά τότε δε θα έδινε στον άνθρωπο την δυνατότητα να απορρίψει το Δημιουργό του. Θα ήταν εκ φύσεως/κατ’ ανάγκη τέλειος (όπως οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως όμορφοι ή άσχημοι ή έξυπνοι ή κοντοί, δίχως να μπορούν να το αλλάξουν) κι όχι επειδή το θέλησε.

54. «Κάθε «πρόσωπο», είναι αξιωματικώς μικρότερο του όντως Όντος και υποχρεωτικώς «δρα», αντί απλώς να «είναι», εγγυώμενο λ.χ. στην περίπτωση των Θεών, την συνοχή και ευταξία ενός συστήματος που εδράζει στην ύπαρξή τους. Επιπροσθέτως, η ύπαρξη «ωπός» (όψεος) προϋποθέτει «όριο» (εξωτερικό δηλαδή «φλοιό» ασχέτως βαθμού υλικότητος) ενός υποχρεωτικός επιμέρους όντος, καθώς και αλλότριο εξωτερικό χώρο για τη στάση άλλων εξωτερικών του επιμέρους όντων και τη θέαση του ως «Όψη», πράγμα βεβαίως άτοπο, αφού καθιστά τον Θεό μη άπειρο και μη πανταχού παρόντα. Ενώ οι αντιφατικοί θεολόγοι των ιουδαιογενών Θρησκειών υποχρεώνονται να θέσουν παραλόγως τον τάχα προσωπικό «Θεό» τους εκτός του εκδηλωθέντος Κόσμου, σε εμάς τους Εθνικούς, εξαιτίας αυτού του σαφούς απροσώπου τους, οι Θεοί μπορούν και διαχέονται στο όλον του όντως Όντος» (Β. Ρασσιάς, Διιπετές τ. 55, σ. 11).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Έχουμε να παρατηρήσυμε τα εξής:
1) η εξεπίτηδες προσθήκη «αξιωματικώς» στο «κάθε «πρόσωπο» είναι μικρότερο του όντως Όντος», δεν προκαθορίζει τίποτε, εφόσον μιλάμε για το Θεό κι όχι για θνητούς. Οι Νεοδωδεκαθεϊστές, θεωρούν πως το «Όντως Ον» είναι ο κόσμος, το σύμπαν. Όμως το σύμπαν δεν μπορεί να είναι το «Όντως Ον», διότι είναι φθαρτό κι έχει χρονική αρχή, όπως έχει αποδειχθεί. Επιπλέον, ο προσωπικός Θεός του Χριστιανισμού, άφθαρτος, άχρονος και δημιουργός του σύμπαντος, είναι ο μόνος Όντως Ων. (Όντως Ων, με την έννοια ότι είναι αυθύπαρκτος, επειδή το θέλει – κι όχι λ.χ. ότι ο υλικός κόσμος δεν είναι πραγματικός, αλλά φανταστικός.)
2) Ο προσωπικός Θεός δεν δρα (όντας πρόσωπο) «υποχρεωτικώς», αλλά μόνον ηθελημένα κι ελεύθερα, για τον απλό λόγο, ότι όντας ο Όντως Ων, δεν υποχρεούται ούτε εξαρτάται από τίποτε – με άλλα λόγια δεν του είναι τίποτε υποχρεωτικό, ακριβώς επειδή είναι Θεός˙ ούτε να δρα ούτε να είναι. Θέλει και δρα˙ θέλει να είναι, και γι’ αυτό είναι. Αλλιώς, δε θα ήταν Όντως Ων, δηλαδή ανεξάρτητος. Άλλωστε, και οι «θεοί» δρουν, όπως δείχνει η μυθολογία, παρόλο που – σύμφωνα με τους Νεοδωδεκαθεϊστές – δεν είναι «πρόσωπα».
3) Για να μπορούν οι «θεοί» να εγγυώνται την συνοχή και την ευταξία του σύμπαντος, πρέπει να είναι ανώτεροι από αυτό – με άλλα λόγια, να μην εξαρτώνται από αυτό. Οι «θεοί», όμως, έχοντας γεννηθεί από το σύμπαν, είναι ολοφάνερο ότι εξαρτώνται από αυτό. Δεν μπορεί το κατώτερο δημιούργημα να συντηρεί το ανώτερο. Αφού για τους Νεοδωδεκαθεϊστές το «Όντως Ον» είναι το σύμπαν, τότε συνεπάγεται, ότι οι «θεοί» – επειδή είναι τμήμα του Σύμαντος, δηλαδή κατώτεροι του «όντως Όντος» Σύμπαντος, το οποίο «σε κάποια δεδομένη στιγμή το έβαλαν απλώς κάτω από τον έλεγχό τους» – εξαρτώνται από αυτό κι όχι αυτό από αυτούς.
4) Η φιλοσοφική ανεπάρκεια των Νεοδωδεκαθεϊστών δεν έχει όρια και τους οδηγεί σε λάθος εκτιμήσεις για την έννοια του «προσωπικού» Θεού του Χριστιανισμού. Τι κάνουν αυτοί, όταν μιλάνε για το «πρόσωπο» και την «όψη»; Παίρνουν μια λέξη, η οποία για τους Χριστιανούς σημαίνει πάνω-κάτω «προσωπικότητα», χρησιμοποιούν την αρχαιοελληνική σημασία της («πρόσωπο»=μάσκα), αυτά όλα τα μπερδεύουν έπειτα με την σημερινή σημασία της («μούρη») και ύστερα, αυτό το δικό τους μπέρδεμα, το ποιος ισχυρίζεται τι, το καταλογίζουν στον Χριστιανισμό και στην άποψή του περί «προσώπου». Είναι, προφανώς, γελοίο, να καθορίζαμε τις θεολογικές έννοιες από την αρχική ετυμολογία τους.
5) Η ύπαρξη περισσότερων προσώπων εκτός από αυτό του Θεού δεν καθιστά το χριστιανικό Θεό «ατελή», μη πανταχού παρόντα και μη «άπειρο». Η διαφορά μεταξύ Θεού και κόσμου συμπεριλαμβανομένων και των άλλων προσώπων (ανθρώπων, αγγέλων κλπ) είναι διαφορά ουσίας. Εκεί έγκειται η «απειρότητα» (κι όχι στην «ποσότητα» και το... «μέγεθος» του Θεού) και η τελειότητά του. Αλλιώς, θα καταλήγαμε στο παράλογο, ότι για να είναι τέλειος ο Θεός, δεν θα έπρεπε να υπάρχει κανένα άλλο πρόσωπο που να τον «περιορίζει», του μειώνει το «άπειρο μέγεθος» και την ιδιότητά του ως «πανταχού παρών». Ως (το μόνο πραγματικά) Πνεύμα, ως υπερούσιος του κόσμου, ο προσωπικός Άκτιστος Θεός είναι έτσι κι αλλιώς πανταχού παρών, ακόμη και αν υπάρχουν άλλες (πολλές ή άπειρες) προσωπικότητες (αναγκαστικά) κατώτερης (αφού είναι Κτιστά όντα) ουσίας από τον ίδιο. Οι Νεοπαγανιστές εκλαμβάνουν την «απειρία» ως ζήτημα «(υλικού) χώρου, τον οποίον καταλαμβάνουν τα υπόλοιπα όντα». Όμως, ο προσωπικός Θεός, ως παντοδύναμος και υπερούσιος δεν νοιώθει «στενάχωρα» που υπάρχουν κι άλλα όντα. Αυτό θα συνέβαινε, αν υποθέταμε ότι υπάρχουν δύο Θεοί, ολόιδιοι μεταξύ τους. Δεν τίθεται ζήτημα «μεγέθους προσωπικότητας» ή «υλικού/πνευματικού χώρου, στον οποίο υπάρχουν οι προσωπικότητες» (ώστε, μόλις υπάρξει δεύτερη προσωπικότητα έτερη του Θεού, αυτομάτως ο Θεός να χάσει την απειροσύνη του), όπως πιστεύουν οι Παγανιστές. Και να επαναλάβουμε, ότι το Υπερούσιο δεν έχει να κάνει με κάποια «εξωκοσμικότητα», ότι υπάρχει ένας χώρος εκτός Σύμπαντος, από τον οποίο το παρατηρεί ο Θεός – ο οποίος γι’ αυτόν τον λόγο αποκαλείται «εξωκοσμικός Θεός». Αυτά είναι υλιστικές, παχυλές πολυθεϊστικές αντιλήψεις, δημιουργήματα της ανθρώπινης διάνοιας, που αδυνατεί να συλλάβει την Ουσία του Θεού και θέτει το ζήτημα του υλικού τόπου ύπαρξής του. Ο Θεός ως υπερούσιος των κτιστών όντων είναι πανταχού παρών. Γνωρίζει τα πάντα για την προσωπικότητά τους, δίχως να συγχέεται μαζί τους, δίχως να ασφυκτιά ή να περιορίζεται εξαιτίας της.
6) Αντιθέτως, πρέπει να τονίσουμε ότι οι «θεοί» του πολυθεϊσμού κατά πρώτον δεν μπορούν να φροντίζουν για την συνοχή και ευταξία του Σύμπαντος, διότι ούτε είναι συναιώνιοι με αυτό ούτε δημιουργοί/γνώστες των νόμων που το διέπουν, και, κατά συνέπεια των δύο προηγουμένων, ούτε ισο-δύναμοι με αυτό, ώστε να το συντηρούν˙ κατά δεύτερον, αλλάζοντας μορφές μεταβάλλονται, πράγμα άτοπο για το Θείον, το οποίο είναι αμετάβλητο κι απαθές, όπως λέει ακόμη κι ο Πλάτωνας. Διότι, πηγαίνοντας από τη μία μορφή στην άλλη, οι θεοί είτε γίνονται καλύτεροι είτε χειρότεροι. Αλλά αν γίνονται χειρότεροι, τότε δεν είναι θεοί, ενώ αν γίνονται καλύτεροι, τότε δεν είναι αρκούντως καλοί ώστε να αποκαλούνται θεοί. Ο Πλάτων λέει, εις πείσμα των Νεοπαγανιστών: «κανείς λοιπόν ποιητής να μην τολμήση να μας λέγη, πως ξένη οι θεοί παίρνουν μορφή, σαν τάχα ξωμερίτες κι αλλιώτικοι, λογής κοπής, γυρνούν στις πολιτείες (Οδύσσειας ρ 485-486). Μήτε να μας ψευδολογά για τις μεταμορφώσεις του Πρωτέως και της Θέτιδος, μηδέ να μας παρουσιάζη στις τραγωδίες και σ’ άλλα ποιήματα την Ήρα μεταλλαγμένη σε ιέρεια να μαζεύη ελέη για τα μακάρια τα παιδιά του ποταμού του Ινάχου (Αισχύλου, Ξάντρειαι) και άλλα πολλά τέτοια ψευτολογήματα να μας αραδιάζουν. Κι ας προσέξουν ακόμα κι οι μητέρες να μην τρομάζουν με τέτοια κακά παραμύθια τα παιδιά των, πως τάχα οι θεοί παίρνουν διάφορες ξένες μορφές και τριγυρνούν τις νύχτες» (Πολιτεία, 381 d-e). Με ειρωνία ο Πλάτων ρωτά τους πολυθεϊστές της εποχής του – τα ίδια θα ρώταγε και τους Νεοπαγανιστές που υποστηρίζουν ότι οι θεοί αλλάζουν μορφή και «διαχέονται» – : «πιστεύεις τάχα πως ο θεός είναι κανένας μάγος, ώστε όπως του καταβαίνη στη φαντασία να παρουσιάζεται σε πολλές και διάφορες μορφές και άλλοτε να γίνεται άλλο και να μεταβάλλη το είδος του σε διάφορα σχήματα, άλλοτε πάλι ν’ απατά τις αισθήσεις μας και να μας φαίνεται τέτοιος ή τέτοιος;» (Πολιτεία, 380d). Άλλα λένε οι Παγανιστές, άλλα ο Πλάτων (ότι οι θεοί δεν «διαχέονται» ούτε αλλάζουν μορφή). (Νεοπαγανιστικό) συμπέρασμα: ο Πλάτωνας είναι ανθέλληνας, αφού απορρίπτει την (ΜΙΑ και ΜΟΝΑΔΙΚΗ!) αρχαιοελληνική θεολογία της ΜΙΑΣ, ενιαίας παντοτινά, αρχαίας θρησκείας.
7) Τέλος, να σημειώσουμε ότι, εφόσον κι οι ίδιοι οι κακώς αυτοαποκαλούμενοι «Εθνικοί» παραδέχονται ως ιδιότητα του Θεού την απειροσύνη και το «πανταχού είναι» (να είναι πανταχού παρών), οι πολυθεϊστικοί «θεοί» δεν είναι θεοί, αφού ούτε πανταχού παρόντες ούτε άπειροι είναι ο καθένας.
8) Η όλη αντίληψη περί «απρόσωπων θεών» αντιτίθεται στην επιμονή, με την οποία οι «Εθνικοί» θεωρούν τη λατρεία προς αυτούς (με θυσίες κ.λπ) ως τρόπο «επικοινωνίας» μαζί τους. Εφόσον ο άνθρωπος είναι πρόσωπο, επικοινωνία νοείται μόνο με ένα άλλο πρόσωπο, άνθρωπο ή άλλο όν. Δεν λέμε π.χ. ότι «ο άνθρωπος επικοινωνεί με την καρέκλα». Αφού είναι απρόσωπες οι θεότητες, τι είδους επικοινωνία μαζί τους νοείται; Αφού είναι απρόσωποι οι θεοί, πώς αντιλαμβάνονται τη λατρεία των ανθρώπων προς αυτούς; Με ποιο τρόπο μυρίζουν το λιβάνι οι απρόσωποι θεοί; Και πώς ξέρουν ποιος το προσφέρει και ποιος δεν το προσφέρει ώστε να τιμήσουν ή να τιμωρήσουν αναλόγως; Και πώς μπορούν να τιμωρήσουν ή να ευεργετήσουν κάποιον – απλώς επειδή προσέφερε λιβάνι ή θυσία σ’ αυτές – αφού υπόκεινται στους φυσικούς νόμους, οι οποίοι δεν αλλάζουν ούτε (σύμφωνα με τους «Εθνικούς») επηρεάζονται από προσευχές και λιβάνια; Είναι αδιανόητο μια απρόσωπη δύναμη να αντιλαμβάνεται πότε κάποιος προσεύχεται σ’ αυτήν, πότε θυσιάζει σ’ αυτήν. Εξάλλου, τι θα χάσει ο άνθρωπος, αν δεν λατρέψει τέτοιες φυσικές, απρόσωπες δυνάμεις, αφού αυτές δεν μπορούν να τον ακούσουν, να τον αντιληφθούν εάν δεν τις λατρεύει, εφόσον είναι απρόσωπες; Τίποτα, απλούστατα. Οι δυνάμεις της φύσης είναι απρόσωπες, άψυχες, αδιάφορες για τον άνθρωπο, είτε αυτός προσφέρει θυσία σε αυτές είτε όχι. Γι’ αυτό και συμβαίνουν τα φυσικά καταστρεπτικά φαινόμενα: όσες προσευχές και να γίνουν προς αυτά, η καταστρεπτική μανία τους δεν θα κοπάσει. Και γιατί να λατρέψει κανείς στο πρόσωπο του Δία τον κεραυνό; Λατρεύει κανείς ένα τούβλο και του προσφέρει λιβάνι λέγοντας «σε λατρεύω τούβλο, γιατί εσύ κτίζεις τα σπίτια»; Αφού οι φυσικές δυνάμεις είναι απρόσωπες και δεν αισθάνονται τίποτα, ό,τι έκαναν το έκαναν ασυνείδητα δίχως καλή προαίρεση να βοηθήσουν π.χ τον άνθρωπο. Γιατί, αν είχαν «καλή προαίρεση», ΑΠΛΟΥΣΤΑΤΑ δεν θα ήταν «απρόσωπες»! Όμως, αποτελεί ύψιστη ανοησία να τιμάς, να λατρεύεις κάποιον για μία πράξη του, την οποία αυτός έκανε αναγκαστικά (οι φυσικές δυνάμεις υπακούν αναγκαστικά στους φυσικούς νόμους) κι όχι ηθελημένα. Είναι σαν να έπραξαν ό,τι έπραξαν οι «φυσικές απρόσωπες δυνάμεις» αδιαφορώντας αν το πράττουν για χάρη ημών των ανθρώπων. Επειδή, όμως, αυτό συνεπάγεται ότι δεκάρα δεν δίνουν οι «απρόσωπες οντότητες», αν εμείς υπάρχουμε (διότι, αν έδιναν δεκάρα, δεν θα ήταν «απρόσωπες» οντότητες) ή δεν υπάρχουμε, και αυτές απλώς λειτουργούν αναγκαζόμενες (δλδ «δούλοι θεοί»), είναι ανόητο οι Νεοπαγανιστές να τις ευγνωμονούν. Όχι μόνο διότι αυτές δεν πράττουν ό,τι πράττουν με σκοπό να μας ευεργετήσουν, αλλά διότι δεν γνωρίζουν ούτε αντιλαμβάνονται, αν, πότε και ποιος τις «λατρεύει». Δεν τους αξίζει η ευγνωμοσύνη μας κι ούτε την αντιλαμβάνονται. Για να τελειώνουμε με τα πρόχειρα συρραμένα ιδεολογήματα των Νεοπαγανιστών, για δείξουμε πόσο ανόητη είναι η λατρεία άψυχων και ασυνείδητων μη όντων, στοιχειων της φύσης, φέρνουμε ως παράδειγμα τη φωτιά: αυτή θα κάψει ό,τι βρεί μπροστά της είτε θυσιάσουμε σ’ αυτήν (τη θεά Εστία ή τον θεό Ήφαιστό) είτε όχι, γιατί απλούστατα η φωτιά είναι άψυχη «δύναμη» και όχι πρόσωπο, ώστε να λατρεύεται, να επηρεάζεται από προσφορές ή θυσίες, και αναλόγως να καίει ή να μην καίει ό,τι βρίσκει μπροστά της. Αντίθετα, η επικοινωνία με έναν προσωπικό Θεό έχει νόημα, γιατί δεν πρόκειται για στοιχεία της φύσης, αλλά για δημιουργό της φύσης, έλλογο και συνειδητό όν.
Οδηγώντας τη θρησκευτική αντίληψη και τη θεολογία σε τόσο χαμηλά επίπεδα, οι Νεοπαγανιστές, αγνοώντας τη διαφορά ανάμεσα σε έμψυχα «όντα» και σε άψυχα «πράγματα», μας πάνε πίσω στους ανθρώπους των σπηλαίων. Ίσως αυτοί ανήκουν εκεί.

55. «Βασικά το πρόβλημα του χριστιανισμού σε σχέση με την Ελληνική Θρησκεία, φαίνεται να είναι στις διαστάσεις του ειδώλου. Εμείς απεικονίζουμε τούς Θεούς μας σε 3 διαστάσεις στα αγάλματα(ύψος, βάθος, πλάτος) ενώ οι χριστιανοί σε 2 διαστάσεις στις εικόνες τους (πλάτος, ύψος). Περιττό να προσθέσουμε ότι εμείς δεν πιστεύουμε ότι τα αγάλματα είναι θεοί, όπως μας κατηγορεί ο χριστιανισμός, αλλά θέλουμε τα αγάλματα για να έχουμε μία απεικόνιση των Θεών μας όπως έχουν οι χριστιανοί την εικόνα του ραββίνου Τζεσουά. Δεν πιστεύουν ότι η εικόνα είναι ο θεός και φυσικά ούτε οι πρόγονοί μας επίστευαν ότι τα αγάλματα είναι θεοί.»

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Αφού οι Παγανιστές του 5ου αι. π.Χ. δεν πίστευαν πως τα αγάλματα είναι θεοί, τότε γιατί ο Στίλπων ο Μεγαρεύς προσήχθη σε δίκη τον 5ο π.Χ. αιώνα με την κατηγορία περί «ασέβειας» επειδή είπε ότι «το άγαλμα της Αθηνάς Παλλάδας του Φειδία δεν είναι θεός»; Αυτή η κατηγορία είναι τόσο ξεκάθαρη που είναι αδύνατο να συμπεράνεις ότι οι Αρχαίοι Παγανιστές δεν πίστευαν ότι τα αγάλματα είναι θεοί.
«Η τιμή της εικόνας περνά προς το πρωτότυπο». Ποιο είναι όμως το «πρωτότυπο»; Για την ειδωλολατρία δεν υπάρχει ανθρωπόμορφο πρωτότυπο, αφού οι θεοί είναι «ιδέες» και «ενέργειες» όπως οι ίδιοι οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται. Για το Χριστιανισμό όμως υπάρχει η όντως-ενανθρώπιση του Θεού (δηλαδή ο Χριστιανισμός πιστεύει πως ο Θεός δεν πήρε απλώς «μορφή» ανθρώπινη – δηλαδή φαινομενικά και ψεύτικα, όπως οι αρχαίοι θεοί – , αλλά κατ’ ουσία και αληθινά ένανθρωπίστηκε ) στην Καινή Διαθήκη. Γι’ αυτό και κατά τη διάρκεια της Π.Δ. όταν δεν είχε ακόμα ενανθρωπιστεί ο Θεός απαγορευόταν η απεικόνισή του, ενώ μετά το Χριστό η ενανθρωπισμένη θεότητα απεικονίζεται, όπως απεικονίζονται οι χριστιανικοί άγιοι, η Παναγία κλπ, διότι ήταν άνθρωποι. Ο Χριστιανισμός δεν απεικονίζει ό,τι δεν είναι δυνατόν να δούμε, δηλαδή τη θεϊκή φύση του Χριστού ή την ουσία του Θεού, αλλά ό,τι έχει εμφανιστεί στη γη. Υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ του
Α΄) να απεικονίζεις κάτι το αφανέρωτο επειδή απλώς δεν αντέχεις να φαντάζεσαι το άυλο ή επειδή θες να έχεις μια κάποια ιδέα για το θείον – όπως έκαναν οι παγανιστές στην αρχαιότητα – και του
Β΄) να εικονίζεις κάτι που έχει φανερωθεί με μορφή, επειδή αυτό έχει φανερωθεί με υλική, ανθρώπινη μορφή. Στην πρώτη περίπτωση είσαι απλώς φαντασιόπληκτος που «ειδωλοποιείς» δηλαδή μορφοποιείς τον θεό για να τον βλέπεις, φτιάχνεις ένα ανύπαρκτο «είδωλο θεού». Στη δεύτερη περίπτωση τον παριστάνεις διότι ενανθρωπίστηκε αληθινά και πραγματικά, κι όχι επειδή «έχεις ψυχολογική ανάγκη» να ανθρωποποιήσεις το θείο.
Τι θα μας αντιπούν τώρα οι Νεοπαγανιστές; Ότι και οι θεοί τους εμφανίστηκαν στους ανθρώπους και κατέβηκαν στον κόσμο ως άνθρωποι, άρα κι αυτοί, για τον ίδιο λόγο με τους Χριστιανούς, έφτιαχναν ομοιωματα των θεών τους; Αφού αυτά είναι μύθοι, συμβολικά πράγματα και δεν έλαβαν ποτέ χώρα. Αφού οι Νεοπαγανιστές δικαιολογούν τους μύθους ως συμβολικούς κι όχι ως ιστορικά γεγονότα. Όποτε τους συμφέρει, ισχυρίζονται (π.χ. ο Ιουλιανός) ότι οι μύθοι είναι συμβολικοί, ενώ τώρα θα ισχυριστούν ότι οι μύθοι είναι πραγματικά γεγονότα; Οι Χριστιανοί δεν θεωρούν την ενσάρκωση του Θεού «μύθο» ή συμβολική, αλλά ιστορικά πραγματωμένη. Δεν γίνεται οι μύθοι να είναι εξιστόρηση γεγονότων, όπως είναι η – σύμφωνα με τους Χριστιανούς – πραγματική και ουσιαστική και ιστορική ενανθρώπιση του Θεού. Εκτός κι αν όντως υπάρχει κάποιος Άτλαντας, ο οποίος σηκώνει το βάρος της Γης, και οι αστροφυσικοί μάς το αποκρύβουν! Μη ιστορικό γεγονός η «ενανθρώπιση» των θεών και οι όταν εμφανίστηκαν – αν έγινε αυτό αληθινά – δεν ενανθρωπίστηκαν «κατ' ουσία», αλλά μόνο φαινομενικά, ιστορικό γεγονός και «ουσιαστική» η ενανθρώπιση του Λόγου, άρα δεν ισχύει το επιχείρημα «κι οι δικοί μας θεοί ενανθρωπίστηκαν, άρα τους δείχνουμε μ' ανθρώπινη μορφή».
Για να επιστρέψουμε στις εικόνες, απαιτείται προσοχή, ώστε να μην παρερμηνευτούν οι απόψεις της Εκκλησίας. Η εικόνα αγιάζεται, αλλά αυτό δεν συνιστά ειδωλολατρία, λατρεία της ύλης. Διότι, κάθε τι υλικό (οι εικόνες, το δέντρο της Ζωής στον Παράδεισο, τα λείψανα των αγίων) δεν αντλεί την αγιότητα/την δύναμή του από τον εαυτό του, αλλά από το Θεό. Αυτή είναι η διαφορά. Η εικόνα αγιάζεται, γίνεται θαυματουργή κ.λπ., αλλά αυτό οφείλεται αποκλειστικά στο Θεό. Όχι σε κάποια υλική ιδιότητά της. Δεν είναι κάτι το μαγικό, που μετατρέπει ένα κομμάτι ξύλο σε θαυματουργό. Είναι η επενέργεια της άκτιστης Χάρης του Θεού. Μόνο αυτή. Αλλιώς θα είχαμε ειδωλολατρία, πίστη ότι με διάφορα ξόρκια μπορούμε να μετατρέψουμε αυτομάτως ένα υλικό αντικείμενο σε πηγή υπερφυσικής δύναμης, αυτό δηλαδή που χαρακτηρίζει τον πολυθεϊσμό, όπου προφέροντας ασυνάρτητες-ακατανότητες φράσεις έκαναν μάγια. Αυτή η ειδωλολατρία είναι το αντίθετο της άποψης των Χριστιανών πως ο Θεός είναι Άκτιστος. Από την άγνοια/απόρριψη της χριστιανικής αυτής θέσης πηγάζει.
Θα ισχυριστούν οι Νεοπαγανιστές και οι εθνικιστές «Αρχαιολάτρες» ότι και στον Χριστιανισμό υπάρχει ειδωλολατρία, ότι οι άνθρωποι έξυναν τη μπογιά των εικόνων και την έπιναν κ.λ.π. Η απάντηση είναι σαφής: αυτά τα φαινόμενα δεν τα προστάζουν τα δόγματα της Εκκλησίας, αλλά είναι παγανιστικό κατάλοιπο, όπως είναι παγανιστικά κατάλοιπα οι αστρολογικές προλήψεις, οι δεισιδαιμονίες περί στοιχειών κλπ. Το αν κάποιοι (ευσεβείς) Χριστιανοί ασυνείδητα συνεχίζουν ειδωλολατρικές πρακτικές, αυτό δεν είναι αιτία να κατηγορηθεί ο Χριστιανισμός και το χριστιανικό δόγμα: ο Χριστιανισμός απαγορεύει τέτοιες ανοησίες. Με άλλα λόγια, επειδή στον Χριστιανισμό υπάρχει δόγμα, ξέρει κανείς τι απαγορεύεται και τί θεωρείται σωστό. Στον Παγανισμό όμως όλες αυτές οι δεισιδαιμονίες και προλήψεις, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει δόγμα και συνεπώς θρησκεία=ό,τι πιστεύει ο λαός, είναι τμήμα του.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

PreviousNext

Return to ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ...

Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 1 guest