ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

και όχι μόνο.......

Moderator: inanm7

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Sat Oct 02, 2021 8:35 pm

56. «1) κάθε θεότητα έχει συγκεκριμένο ρόλο στον Κόσμο και εφορεύει ένα μέρος του Κόσμου ώστε να υπάρχει αρμονία και πολλαπλότητα. 2) Οι Θεοί είναι άπειροι, καταλαμβάνουν όλο τον χώρο και εμπεριέχουν όλο τον χώρο, ποτέ το αντίστροφο. 3) Οι Θεοί δεν κείτονται έξω, αλλά ούτε μέσα στο Σύμπαν και στους Κόσμους. Οι Θεοί πληρούν το Σύμπαν και τους Κόσμους. Οι Θεοί δεν είναι δυνατόν να κείτωνται έξω του Σύμπαντος και των Κόσμων διότι απλούστατα δεν υπάρχει τίποτε έξω από το Σύμπαν. Το Σύμπαν είναι χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Το Σύμπαν δεν πρέπει να θεωρείται ως μία σφαίρα έξω από την οποία μπορεί να σταθεί κάτι. Ούτε οι Θεοί κείτονται μέσα στο Σύμπαν, διότι δεν είναι μικρότεροι από το Δημιούργημά Τους. Εφάπτεται χωρίς να ταυτίζεται ο Δημιουργός με την Δημιουργία. 4) Η ουσία-ύλη από την οποία αποτελούνται οι Θεοί δεν είναι δυνατόν να είναι γνωστή σε ανθρώπους. (...) δεν πρόκειται για άϋλα Όντα με την έννοια της ανυπαρξίας ή του απολύτου κενού.» ενώ αλλού λέnε «Οι Θεοί δεν αποτελούνται από υλικά στοιχεία». 5) Το Κακό υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει, και μάλιστα ως θεοποιημένη οντότητα κατωτέρα βεβαίως από τους Αθανάτους Θεούς. Αυτό αναγνωρίζεται από την δογματική της Ελληνικής Θρησκείας παρά τις ανοησίες που διαδίδουν ωρισμένοι σύγχρονοι αιρετικοί. 6) Οι Θεοί είναι Παντοδύναμοι. Οι Θεοί μπορούν να κάνουν τα πάντα. Δεν υπάρχει τίποτε πάνω από Αυτούς, ή κάτι που να μπορεί να τους εμποδίσει. Οι Θεοί μπορούν να φέρουν τον χρόνο πίσω ή μπροστά. 7) Οι Θεοί δεν έχουν αρσενική ή θηλυκή μορφή. Οι αρσενικές και οι θηλυκές μορφές των Θεών υπάρχουν μόνον για να αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος ευκολώτερα τις πλευρές του θείου. 8) Το Θαύμα δεν αντίκειται ούτε ταυτίζεται με τους φυσικούς νόμους. Τα Θαύματα είναι αποκαλύψεις της Δύναμης των Θεών και δεν αμφισβητούν την Φύση, όπως και η Φύση δεν αμφισβητεί τους Θεούς. 9) Οι Θεοί είναι Αιώνιοι. Οι Θεοί δεν γεννήθηκαν ούτε θα πεθάνουν ποτέ. Η Ιερά Παράδοση όταν αναφέρει γεννήσεις Θεών, καταγράφει τις Επιφάνειες και τις Ενσαρκώσεις Των και όχι την αρχή ή το τέλος Των. 10) Η ανυπαρξία των Θεών είναι αδύνατον να αποδειχθεί. Οι Θεοί είναι ανεξάρτητοι από τους ανθρώπους, από τον χώρο, από τον χρόνο και από τον Κόσμο. Οι Θεοί δεν έχουν την αιτία υπάρξεώς Των έξω εαυτών ούτε υπέρ εαυτών, αλλά απολύτως και μόνον εν εαυτοίς. Υπάρχουν διότι υπάρχουν και είναι αδύνατον να μην υπάρχουν. 11) Δεν υπάρχουν άλλοι Θεοί από τους Πατρώους.»

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: 1) Αφού οι θεοί είναι τέλειοι, πώς έχουν διαφορές μεταξύ τους; Κι αν δεν έχουν διαφορές, ως τέλειοι, γιατί είναι πολλοί; Κι αν είναι τέλειοι ο καθένας στην περιοχή που του μοιράστηκε, πώς καθορίστηκε η μοιρασιά του Κόσμου; Με ζαριές μήπως, όπως αναφέρει η θρησκεία τους;
2) Καταλαμβάνουν όλο το χώρο, δηλαδή στριμώχνονται μεταξύ τους, σαν τις σαρδέλες σε κονσέρβα; Και για να κινηθεί ο ένας, κινούνται κι όλοι οι άλλοι; Ή γλιστρά ανάμεσά τους και πάει εκεί που θέλει; Είναι σαν τα ρευστά φυσικά σώματα (αέρια, υγρά), που καταλαμβάνουν όλο το χώρο που βρίσκουν κενό;
3) Κακοδιάβασαν τη χριστιανική θεολογία οι Νεοπαγανιστές, και πάνε να την επαναλάβουνε, και κηρύττουν ότι οι «θεοί» τους εφάπτονται με τα χωρικά όρια του κόσμου. Θα 'πρεπε να ξαναδιαβάσουν την Πατρολογία. Εκεί θα διαπιστώσουν ότι ο Θεός δεν απέχει «τόπω» – άρα ούτε και «χρόνω» – από τον κόσμο, αλλά «φύσει» (Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως 1, 13 PG 94, 853C: πάντα ἀπέχει Θεοῦ, οὐ τόπῳ, ἀλλὰ φύσει). Δεν τίθεται δηλαδή θέμα υλικής απόστασης μεταξύ Θεού και κόσμου: Η διαφορά έγκειται στην φύση του άκτιστου Θεού και του κτιστού κόσμου, όχι σε υλική ή ποσοτική απόσταση.
«Δεν υπάρχει τίποτα έξω από το Σύμπαν», συμπεριλαμβανομένων και των «θεών», λένε. Επειδή οι Νεοπαγανιστές είναι νεοεποχίτες, κατανοούν το «πνεύμα» ως κάτι παρόμοιο της ενέργειας, δηλαδή υλικό, και γι' αυτό φοβούνται μήπως μερικοί ανόητοι πιστοί τους πιστεύσουν ότι ο θεός είναι κανένα φάντασμα που μπαινοβγαίνει από το «κενό» στο Σύμπαν.
Πράγματι, ο όρος «εξωκοσμικός Θεός» ή «εξωσυμπαντικός Θεός» είναι νεοεποχίτικος, αφού ο Ένας Χριστιανικός Θεός δεν υπάρχει «μέσα» ή «έξω» από τα όρια του υλικού σύμπαντος. Και η ανόητη αντίληψη των Νεοπαγανιστών, ότι ο Χριστιανικός Θεός ίσταται σε κάποιον «τόπο» έξω από τα όρια του σύμπαντος κοιτώντας το ή μπαινοβγαίνοντας (σα να ήταν υλικός) σε αυτό, δείχνει την άγνοιά τους και την χοντροκομμένη πολυθεϊστική αντίληψη τους περί θεού. Επειδή νομίζουν, ότι ο Χριστιανισμός πιστεύει σε Θεό που βρίσκεται «κάπου», «σε τόπο εκτός του υλικού κόσμου», «πέρα από τα όρια του υλικού κόσμου», θεωρούν ανόητη την χριστιανική αντίληψη. Ανόητη είναι, φυσικά, η δική τους κατανόηση κι ερμηνεία της χριστιανικής αντίληψης, κι όχι καθεαυτή η χριστιανική αντίληψη περί Άκτιστου Θεού που δεν ταυτίζεται με τη φύση. Ούτε και το «αφύσικος» είναι σωστός νεοπαγανιστικός όρος, αφού ούτε οι αρχαίοι θεοί ταυτίζονταν με τη φύση, ούτε θεοί της φύσης ήταν, απλώς κατοικούσαν στη φύση δίχως να την έχουν δημιουργήσει.
Κι, αλήθεια, πώς γίνεται να αποκαλούν το Σύμπαν «Δημιουργία» των «θεών»-«Δημιουργών», αφού το Σύμπαν είναι αιώνιο στην αρχαιοελληνική σκέψη; Δεν αντιτίθονται στην αρχαιοελληνική μυθολογία, αλλά και στον Ηράκλειτο, ο οποίος δίδασκε ότι το Σύμπαν δεν το έφτιαξε κανένας θεός; Ή μήπως θα υβρίσουν, όπως τους επικούρειους, τον Ηράκλειτο ως ηλίθιο, επειδή διαφωνεί μαζί τους; Αν τόσο οι «θεοί» όσο και το «Σύμπαν» είναι αιώνια, και οι Ν/Π αποκαλούν τους «θεούς» και το σύμπαν «Δημιουργό» και «Δημιουργία» αντίστοιχα, τότε εξισώνουν τη δημιουργία και τον δημιουργό, και παύει να έχει νόημα η διάκριση και η ονομασία «δημιουργός» ή «δημιουργία», αφού και τα δύο είναι ίσα και συνυπάρχουν. Διότι, ως γνωστόν, «δημιουργία» νοείται μόνο όταν κάποιος – ο δημιουγός – προηγείται του πράγματος που δημιουργεί
4) Εδώ μάλλον μπερδεύουν την ύλη με την ουσία. Άλλο η ύλη, άλλο η ουσία, εως έννοιες. Και το «άυλο» δεν είναι έννοια ταυτόσημη με το «ανύπαρκτο» ή το «απόλυτο κενό». Τελικά, θα μας πούνε οι «ιερείς» της Παγανιστικής Θρησκείας της «Ελληνικής Θρησκείας», τι από τα δύο που ισχυρίζονται ισχύει; Αποτελούνται οι θεοί τους απο ύλη ή δεν αποτελούνται;
5) Ευτυχώς που υπάρχει ως οντότητα το κακό. Παραλίγο να πιστέψουμε τις κατηγορίες όλων των εθνικιστών αρχαιολατρών ότι ο Σατανάς είναι χριστιανική και ιουδαϊκή κι όχι ελληνική εφεύρεση. Να που οι Νεοπαγανιστές έρχονται στα λόγια των Χριστιανών.
Αλλού βέβαια (είναι χαρακτηριστικό της ρηχής, «στο πόδι» θεολογίας τους) οι ίδιοι Νεοπαγανιστές γράφουν για την ύπαρξη του Σατανά: «οι χριστιανοί προπαγανδιστές κατασκεύασαν ένα σύμβολο ... Φόρτωσαν πάνω σε αυτό το σύμβολο όλα τα κακά του κόσμου. ... δημιούργησαν μία ψύχωση στην μάζα. Κατάφεραν να την πείσουν ότι αυτό το φανταστικό κατασκεύασμα υπάρχει». Δεν πρέπει να εκπλήσσεται κανείς με τις αντιφάσεις των Νεοπαγανιστών. Άνθρωποι νεοεποχίτες, που δημιούργησαν με ξένες επιρροές εδώ και 10 χρονάκια μια συρραφή δοξασιών, φυσικό είναι να μην θυμούνται.. τι πιστεύουν, και αλλού να γράφουν ότι το Κακό έχει υπόσταση, ενώ αλλού ότι δεν έχει.
6) Οι «θεοί» της αρχαιοελληνικής θρησκείας δεν είναι παντοδύναμοι, αυτό το ξέρει κι ένας πρωτοετής φοιτητής αρχαίας ελληνικής φιλολογίας: οι «θεοί» υπακούν στις Μοίρες και την Ειμαρμένη και δεν μπορούν να κάνουν τίποτα που δεν το έχουν ορίσει αυτές (είναι προφανές ότι οι Μοίρες κι η Ειμαρμένη δεν είναι θεότητες). Ο Δίας π.χ. ο ύπατος των «θεών» είναι αδύναμος μπροστά στις Μοίρες, όπως λέει ο Όμηρος, ομολογεί ότι δεν μπορεί να σώσει ούτε τον Αχιλλέα ούτε τον γιο του Σαρπηδώνα.
Οντότητες που δεν δημιούργησαν τον Κόσμο δεν είναι ούτε θεοί, ούτε Παντοδύναμοι. Υπόκεινται στο Νόμο του Κόσμου, τον οποίον δεν δημιούργησαν. Είναι οντότητες που κοροϊδεύουν όσους ανόητους αποδίδουν σ’αυτές το όνομα «Θεός».
7) Η θεά Σελήνη τότε πώς συνευρισκόταν με τον άνθρωπο Ενδυμίωνα; Ο Δίας με τις θνητές; Ο Γανυμίδης τι ήταν, ώστε να τον θέλει ο Δίας; Γιατί υπάρχουν θεοί σύζυγοι θεών; Μήπως είναι... συμβολικά; Μα αφού πριν, στο ζήτημα των εικόνων, αναγκάζονται να πουν ότι είναι πραγματικά. Ό,τι θέλουν, λένε.
8) Αφού δεν ταυτίζεται, δηλαδή δεν συμφωνεί με τους φυσικούς νόμους, είναι ενάντια σε αυτούς, αντίκειται. Αφού ταυτίζεται με τους φυσικούς νόμους, δεν αντίκειται σ’ αυτούς. Ούτε τη στοιχειώδη λογική των προγόνων μας δεν έχουν.
Οι «θεοί» της αρχαιοελληνικής μυθολογίας, όπως προείπαμε, δεν είναι παντοδύναμοι, όπως είναι ο χριστιανικός Θεός, δεν έχουν δηλαδή εξουσία επί του Κόσμου και των Κοσμικών νόμων, ώστε να μπορούν να τους υπερβούν ή να τους βελτιώσουν (θαύμα).
9) Αυτά τα λένε όσοι δε γνωρίζουν τίποτα από αρχαία μυθολογία. Δηλαδή η Αθηνά υπήρχε προτού ξεπηδήσει απ’ το κεφάλι του Δία; (Και βέβαια δεν τίθεται θέμα επιφάνειας πόσο μάλλον ενσάρκωσης). Ο Δίας υπήρχε πριν τον Κρόνο ή γεννήθηκε (και βέβαια δεν τίθεται θέμα μήπως η γέννησή του αυτή ήταν ενσάρκωση);
10) Με την άποψή τους αυτοί οι Νεοπαγανιστές αφήνουν τους πάντες άφωνους. Δηλαδή, δεν είναι αυτοί που υποχρεούνται να πείσουν ότι οι θεοί τους υπάρχουν, αλλά οι υπόλοιποι άνθρωποι, που πρέπει ν’ αποδείξουν την ανυπαρξία τους. Ελληνική λογική το λένε αυτό.
11) Δηλαδή οι θεοί των άλλων λαών είναι ανύπαρκτοι; Η δικαιοδοσία της ξένης ελληνοποιημένης Αστάρτης και του ξένου εξελληνισμένου Βάκχου είναι σ’ όλη τη γή; Και οι θεοί των ιθαγενών του Αμαζονίου είναι οι Πατρώοι, απλώς με άλλο όνομα; Και των Ζουλού παρομοίως; Αν είναι έτσι, ας φτιάξουν αμέσως τον κατάλογο αντιστοίχισης μεταξύ των αρχαιοελληνικών θεών και πασών των θεών του υπολοίπου κόσμου, ώστε να αποτύχουν, να ντροπιαστούν και να αποδειχθεί πόσο επηρμένοι είναι. Εδώ δεν ξέρουν καλά-καλά τον αριθμό των θεών τους, θα κάνουν και την αυθαίρετη αντιστοίχιση;

57. «Θεοί που έχουν πλασθεί από ανοήτους επικουρείους και ευημεριστές, είναι πεπλασμένοι κατά το μέτρο της δικής τους ανθρώπινης μικρότητος. (..) Το μόνο που καταφέρνουν να αμφισβητούν οι σκεπτικιστές είναι η ίδια η ύπαρξή τους.»

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Μα καλά, αφού οι Νεοπαγανιστές λένε ότι ο Ελληνικός Πολιτισμός και η Φιλοσοφία είναι αποτέλεσμα της Ελληνικής Θρησκείας, γιατί τώρα βρίζουν τους επικούρειους και τους σκεπτικούς και τους κυνικούς και τις γνώμες των; Δεν είναι αυτοί και οι φιλοσοφία τους προϊόν της θρησκείας των Νεοπαγανιστών; Αντιφάσκουν για μια ακόμη φορά: από τη μια τους θεωρούν δικούς τους, από την άλλη τους θεωρούν «ανόητους»; Είναι πραγματικά γελοίο.
Γι’ αυτό, οι Νεοπαγανιστές «Μύστες» και «Ιεροφάντες», ας μην καπηλεύονται τους Κυνικούς, τους Επικούρειους, τους Σκεπτικούς, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, διότι όλοι αυτοί είπαν διάφορα πράγματα που αντιτίθενται στις θρησκευτικές απόψεις τους και στην αβάσιμη άποψή τους ότι οι αρχαίοι φιλόσοφοι και η ελληνική σκέψη είναι προϊόν της θρησκείας τους.
Οι Χριστιανοί ευθύς εξαρχής τόνισαν ότι δεν εγκρίνουν παρά μόνο ό,τι καλό έχουν πει οι φιλόσοφοι και με τα υπόλοιπα δόγματά τους δεν σχετίζονται. Οι Νεοπαγανιστές τούς καπηλεύονται, παρουσιάζοντάς τους ως δικούς τους, ενώ ταυτόχρονα τους βρίζουν, όταν δεν συμφωνούν μαζί τους. Αυτή η στάση τους είναι παράλογη κι εν τέλει ανθελληνική, αφού, ενώ παριστάνουν τους ultra αυθεντικούς Έλληνες, βρίζουν όποιους Έλληνες φιλοσόφους δεν έχουν τις απόψεις τους.
Αντί όλων αυτών των άπειρων ανόητων δογμάτων που οι νεοεμφανιζόμενοι το 1991 Νεοπαγανιστές σερβίρουν ως αυθεντικά αρχαία ελληνικά θρησκευτικά δόγματα, είμαστε υποχρεωμένοι να δείξουμε ότι οι αρχαίοι Ειδωλολάτρες της Κλασσικής Αρχαιότητας ούτε είχαν θεολογικά δόγματα και γνώμες ούτε έψαχναν στα έργα των αρχαϊκών ποιητών ή στους μύθους για μεταφυσικές δοξασίες, οι οποίες ουδέποτε έγιναν σύστημα αρχών ή πεποίθηση συνειδητή και θεολογική, αλλά η θρησκεία τους ήταν ένα ασυνάρτητο σύνολο από μαγικές τελετές, τελούμενες με απόλυτη ακρίβεια, επειδή – όντας ειδωλολάτρες – πίστευαν ότι ο θεός είναι κάποιο αδύναμο όν που μπορεί να εξουσιάζεται, αν η θυσία και η τελετή γίνει με συγκεκριμένο τρόπο. Ούτε καν η θέρμη της καρδιάς είχε σημασία˙ σημασία περισσότερη είχε το τυπικό. Η αρχαία θρησκεία ήταν κενή μεταφυσικού νοήματος. Όσο κι αν κλέβουν τις ιδέες των φιλοσόφων, προκειμένου να τις παρουσιάσουν ως «αρχαία αυθεντικά παγανιστικά δόγματα» (δείγμα πως είναι νεοεποχίτες), οι Ν/Π δεν αποδεικνύουν τίποτε. Οι φιλόσοφοι διατύπωναν μεταφυσικές δοξασίες. Η αρχαία θρησκεία, κάθε πόλεως και ξεχωριστά, ουδέποτε νοιάστηκε για μεταφυσικές ή θεολογικές γνώμες.
Ο F. De Coulanges γράφει για τη σημασία της θρησκείας στην Κλασσική Αρχαιότητα, τι εννοούσαν με τη θρησκεία: «Ο χαρακτήρας της θρησκείας των Αρχαίων δεν είχε το χάρισμα να εξυψωνει την ανθρώπινη νοημοσύνη ώς τη σύλληψη του απολύτου, να ανοίξει λαμπρό δρόμο στο άπληστο πνεύμα και να το οδηγήσει στην αντίληψη του θείου. Αυτή η θρησκεία ήταν ένα κακοσυναρμολογημένο σύνολο από μικροδοξασίες, από μικροσυνήθειες, από λεπτομερή προσήλωση στις τελετουργίες. Δε χρειαζόταν να αναζητήσει κανείς την έννοια˙ δε χρειαζόταν να σκεφθεί, να εννοήσει. Η λέξη θρησκεία δε σήμαινε αυτό που σημαίνει για εμάς˙ με αυτήν τη λέξη εμείς εννοούμε ένα σύνολο δογμάτων, μια θεωρία για το θεό, ένα σύμβολο πίστης πάνω στα μυστήρια που βρίσκονται μέσα μας και ολόγυρά μας˙ αυτή η ίδια λέξη, στους Αρχαίους, σήμαινε τελετουργίες, τελετές, πράξεις μιας εξωτερικής λατρείας. Η θεωρία δε σήμαινε πολλά˙ αυτό που είχε σημασία ήταν οι πράξεις˙ αυτές ήταν υποχρεωτικές και επιβεβλημένες. Η θρησκεία ήταν ένας υλικός δεσμός, μια αλυσίδα που κρατούσε σκλάβο τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος την είχε επινοήσει και εκείνη τον κυβερνούσε. Τη φοβόταν και δεν τολμούσε ούτε να λογικευτεί ούτε να συζητήσει ούτε να την κοιτάξει κατά πρόσωπο. Οι θεοί, οι ήρωες, οι νεκροί, ζητούσαν από αυτόν μια υλική λατρεία˙ και τους πλήρωνε την οφειλή του, για να γίνουν φίλοι του, και πιο πολύ, για να μη γίνουν εχθροί του (....)» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 259). «Είναι εύκολο να επαναλάβει κανείς τις στερεότυπες (και απολύτως σωστές) απόψεις που βρίσκει σε σύγχρονα βιβλία: ο παγανισμός ήταν ουσιαστικά θέμα λατρευτικών πράξεων και όχι πεποιθήσεων• ελάχιστα συνεδόταν με την ηθική και διέθετε μηδαμινές δυνατότητες πνευματικές εξέλιξης• ήταν, κατά βάση (ιδίως στη ρωμαϊκή του μορφή), ένα συμβόλαιο, σύμφωνα με το οποίο οι θεοί σε προσέχουν, μάλλον σε περιορισμένο βαθμό, με την προϋπόθεση ότι εσύ τους φροντίζεις, αποδίδοντάς τους την οφειλόμενη λατρεία» (De Ste. Croix G.E.M., Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη, ΜΙΕΤ, σ. 1). Φαίνεται λοιπόν πόσο λάθος κάνουν όσοι Νεοπαγανιστές ψάχνουν σε συγγράμματα λογίων Παγανιστών της Ύστερης Αρχαιότητας, για να βρούν στοιχεία παγανιστικής θεολογίας ανώτερου επιπέδου: οι απόψεις αυτών των λόγιων της εποχής εκείνης ήταν προσωπικές, δεν ήταν κοινές.
«Η πιο μεγάλη του έννοια ήταν μήπως προκαλέσει το θυμό αυτών των αόρατων όντων. Πώς όμως να τους ευχαριστήσει; Και ειδικά, πώς να βεβαιωθεί ότι τους ευχαριστούσε και ότι τους είχε κερδίσει; Πίστεψαν ότι το βρήκαν, χρησιμοποιώντας ορισμένες συνταγές. Μια ορισμένη προσευχή, αποτελούμενη από ορισμένα λόγια, είχε φέρει το ποθούμενο αποτέλεσμα˙ χωρίς λοιπόν αμφιβολία είχε εισακουστεί από το θεό, τον είχε επηρεάσει, είχε αποδειχθεί ισχυρή, πιο ισχυρή από το θεό, εφόσον δεν είχε μπορέσει να της αντισταθεί. Διατήρησαν λοιπόν τα μυστηριώδη και ιερά λόγια αυτής της προσευχής. Πέρασαν από πατέρα σε γιο. Μόλις έμαθαν τη γραφή, τα έγραψαν. Κάθε οικογένεια απέκτησε βιβλίο, όπου ήταν γραμμένες οι συνταγές που είχαν χρησιμοποιήσει οι πρόγονοι και στις οποίες είχαν υποχωρήσει οι θεοί. Δεν έπρεπε να αλλάξουν ούτε μια λέξη ούτε μια συλλαβή ούτε προπαντός το ρυθμό, σύμφωνα με τον οποίο έπρεπε να απαγγελθεί. Γιατί τότε η προσευχή θα έχανε τη δύναμή της και οι θεοί θα έμεναν ελεύθεροι» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 260).
Ομοίως: «Αλλά η συνταγή της προσευχής δεν αρκούσε. Υπήρχαν ακόμη οι εξωτερικές πράξεις, των οποίων οι λεπτομέρειες ήταν καθορισμένες με ακρίβεια και αμετάβλητες. Και η παραμικρή κίνηση του θύτη και η παραμικρή λεπτομέρεια της αμφίεσής του ήταν προκαθορισμένες. Απευθυνόμενοι σ’ έναν θεό έπρεπε να έχουν καλυμμένο το κεφάλι˙ σε άλλον, ακάλυπτο το κεφάλι˙ σε έναν τρίτο, την άκρη της τηβέννου, ριγμένη στον ώμο. Σε ορισμένες τελετές έπρεπε να είναι ξυπόλητοι. Υπήρχαν προσευχές που, για να έχουν αποτέλεσμα, ο άνθρωπος που τις έλεγε, έπρεπε ευθύς αμέσως να στριφογυρίσει από τα αριστερά προς τα δεξιά. Η πιο θερμή προσευχή, η πιο ευλαβική επίκληση της πιο θερμής καρδιάς δεν είχε καμμιά αξία, αν είχε παραλειφθεί έστω και μια από τις αναρίθμητες τελετουργίες της θυσίας˙ η θυσία τότε πήγαινε χαμένη. Η παραμικρή παράλειψη μετέτρεπε μια ιερή πράξη σε πράξη ασέβειας» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 260-261).
Οι Νεοπαγανιστές που θα αναφέρουν τα λόγια του Ιάμβλιχου, ότι ο θεός δεν δεσμεύεται αλλά ελεύθερα συγκαταβαίνει να δώσει τη χάρη του, αφενός αντιγράφουν τα χριστιανικά πρότυπα που κι οι ίδιοι οι Νεοπλατωνικοί αντέγραφαν, αφετέρου επαναλαμβάνουν το εσκεμμένο λάθος να ταυτίζουν την προσωπική άποψη ενός ή μερικών φιλοσόφων με την μόνη πραγματική αρχαιοελληνική θρησκεία, τη λαϊκή. Εξάλλου, όπως είπαμε, οι χριστιανικές ευχές προς τον Υπερούσιο, Άκτιστο Θεό, είναι δοσμένες από το Θεό και δεν συνιστούν μαγεία – διότι τίποτε δεν μπορεί, άνευ της συγκατάβασης του ιδίου, να αναγκάσει έναν Άκτιστο, Υπερούσιο, Παντοδύναμο Θεό˙ αντίθετα, τα πολυθεϊστικά μάγια είναι: α’) ασυνάρτητες-ακατανόητες φράσεις β’) βασίζονται ακριβώς στο ότι ο θεός/θεοί δεν είναι Παντοδύναμοι, οπότε μια μυστική ευχή τούς εξαναγκάζει να πράξουν ό,τι ζητά ο άνθρωπος.
Φυσιολογικά όλα αυτά˙ γιατί οι Παγανιστές είναι τυπολάτρεις: η θερμή προσευχή και η θερμή καρδιά δεν ενδιαφέρουν το θεό. Όλα είναι μαγικά και τελούνται έτσι, ώστε τάχα ο "θεός" να νικηθεί από τα μαγικά λόγια. Ο ΦΟΒΟΣ ήταν το κυριότερο χαρακτηριστικό της αρχαίας ειδωλολατρίας και οι ειδωλολάτρες προσπαθούσαν να εξευμενίσουν με μαγικά λόγια – λες και είναι κανένα αυτόματο μηχάνημα – τους «θεούς». Ο De Coulanges λέει το αυτονόητο: η αρχαία θρησκεία δεν είχε θεολογικά δόγματα, σαν κι αυτά που αναλύθηκαν στις παραπάνω παραγράφους. Ήταν ένα σκέτο τελετουργικό, προκειμένου να εξευμενιστεί με μαγικά λόγια και φράσεις ειπωμένες με συγκεκριμένο ρυθμό, η θεότητα. Οι απόψεις, τις οποίες οι Παγανιστές παρουσιάζουν ως θεολογία της «αρχαίας ελληνικής θρησκείας» είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από απόψεις της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Είναι απλώς απόψεις διάφορων φιλοσόφων, οι οποίοι δογμάτιζαν (αυθαίρετα, βάσει, ο καθένας, του δικού του «αυτονόητου»), όταν η αρχαία ελληνική θρησκεία άρχισε να μην επαρκεί για τις πνευματικές ανάγκες των Ελλήνων. Αυτό κι αν δεν είναι παράδοξο. Οι Νεοπαγανιστές αποκαλούν κλοπή τη χρήση απ’ τους Χριστιανούς των φιλοσοφικών εννοιών, ενώ οι ίδιοι – για να παρουσιάσουν ως θρησκεία με πνευματικό βάθος τον παγανισμό – κατακλέβουν όχι απλώς τις φιλοσοφικές έννοιες, αλλά τις φιλοσοφικές απόψεις των δύστυχων φιλοσόφων, οι οποίοι σίγουρα δε φαντάζονταν πως θα κατέληγαν στα κάτεργα του Δωδεκάθεου. Η ανεπάρκεια τέτοιας θρησκείας φαίνεται όχι απλώς από την απουσία θεολογικών δογμάτων/απόψεων και σε μια ξερή τυπολατρεία, αλλά στην ειδωλολατρική πεποίθηση ότι ο θεός είναι αδύναμος και συνεπώς μπορεί να υποχωρήσει στο άκουσμα συγκεκριμένων φράσεων και τύπων. Είναι σκέτη ειδωλολατρία. Αντίθετα ο Χριστιανισμός δεν έχει ιδέα περί ατελούς θεού που υποχωρεί αδυνατώντας να αντισταθεί στην τελετουργία και στα λόγια των ιερέων˙ ο χριστιανικός θεός συγκαταβαίνει.
Είναι κοινότοπο στις μέρες μας να εξυμνείται, ακόμη κι από μη Νεοπαγανιστές, η ελευθεριότητα του πολυθεϊσμού, η «απουσία οποιουδήποτε αισθήματος ενοχής ή τύψης», «η ανυπαρξία αμαρτίας» κ.ο.κ., σε αντίθεση με τα διδάγματα του μονοθεϊσμού. Έτσι, αυτοί οι άνθρωποι πλάθουν μια φανταστική αρχαία θρησκευτικότητα, σύμφωνα με τα μέτρα της εποχής μας και σύμφωνα με τα προσωπικά τους γούστα και καπρίτσια, κι έπειτα με ένα κωμικό ύφος κατήγορου του Χριστιανισμού, του αποδίδουν τη δημιουργία κάθε είδους θρησκευτικού κόμπλεξ.
Ο Πλάτων, όμως, μας δίνει μια εντελώς διαφορετική και διόλου ειδυλλιακή εικόνα της θρησκευτικότητας των Αρχαίων, αναφορικά με την ύπαρξη αμαρτίας, ενοχών, τύψεων και φόβου. Να τι αναφέρει ο Πλάτων, για το πώς οι σύγχρονοί του Πολυθεϊστές σκεπτόντουσαν: «Γνώριζε, Σωκράτη, πως όταν κανείς βρίσκεται κοντά στο τέλος της ζωής του, τον πιάνει ένας φόβος και μια συλλογή για τα πράγματα, που ούτε τάβαζε πριν στο νου του˙ γιατί όλα εκείνα που διηγούνται για τον Άδη και για τις τιμωρίες που περιμένουν εκεί κάτω όσους έκαμαν αδικίες σ’ αυτόν τον κόσμο, ενώ ώς τώρα τα περιέπαιζε, τότε δα αρχίζουν και ανησυχούν την ψυχή του, μήπως τάχα είναι αληθινά (..). Ανησυχία και τρόμος γεμίζουν την ψυχή του και αρχίζει να εξετάζη και ν’ αναθεωρή τις πράξεις του μήπως έκαμε καμιά αδικία˙ και κείνος που βρίσκει στη ζωή του πολλά αδικήματα, ο ΦΟΒΟΣ [δική μας η έμφαση] τον κάνει και μέσα στον ύπνο του να πηδά επάνω, σαν τα παιδιά, και να ζη πάντα σε απελπισία» (Πολιτεία 330d-e).
Για να γλιτώσουν από τη φρίκη των βασανιστηρίων του Άδη οι Αρχαίοι Πολυθεϊστές, που σύμφωνα με τους μεταμοντέρνους ελευθερόφρονες ζούσαν σε μια Αρχαιότητα δίχως τύψεις και φόβο, έκαναν τα πάντα: «Αγύρτες και μάντεις μπαινοβγαίνουν από τα σπίτια των πλουσίων και τους πείθουν, πως έχουν από θεία παραχώρηση τη δύναμη, αν έπεσαν σε κανένα αμάρτημα, ή οι ίδιοι ή κανείς από τους προγόνους των, να το εξιλεώνουν με χαρές και πανηγύρια» (Πολιτεία 364b). Κι όχι μόνο αυτά, αλλά κι αυτά: «Κ’ ένα σωρό ακόμη βιβλία παρουσιάζουν του Μουσαίου και του Ορφέως, που κατάγονται, λέγουν, από τη Σελήνη και τις Μούσες, και που περιέχουν τις ιεροτελεστίες αυτών των θυσιών, και πείθουν όχι μόνο τους ιδιώτες, αλλά και ολόκληρες πόλεις ακόμη, πως με τις θυσίες των και με κάτι τέτοια ξεφαντώματα μπορούν να επιτύχουν και για ζωντανούς και για πεθαμένους τον εξαγνισμό και την άφεση των αμαρτιών τους˙ και ονομάζουν τελετές όλα αυτά τα μέσα, που μας λυτρώνουν από τα βασανιστήρια του κάτω κόσμου, που δε θα ξεφύγουν όσοι τις παραμελούν» (Πολιτεία 364e). Βασανιστήρια, τύψεις, αμαρτία, άφεση αμαρτιών.... «Για όλα φταίει ο Χριστιανισμός».
Φυσικά, έναν τέτοιον Άδη τον τρέμαν ακόμη κι οι θεοί – τρομερή αίσθηση «ελευθερίας από κάθε εξουσία»: Και φανή του Άδη η κατοικία σε θνητούς κι αθανάτους, η μουχλιασμένη κι άραχλη που ώς κι οι θεοί την τρέμουν (Ιλιάδας Υ 64-65)˙ ενώ τις ανθρώπινες ψυχές τις περιμένει μια πολύ καλή πολυθεϊστική μοίρα: «[οι ψυχές ακολουθούν τον Ερμή] σαν νυχτερίδες, που πετούν μες στης σπηλιάς τα βάθη τρίζοντας, αν απ’ το σωρό καμμιά τους ξεκολλήση και πέση καταγής, κι η μια κρατιέται από την άλλη, έτσι και κείνες τρίζοντας όλες μαζί πετούσαν» (Οδύσσειας ω 6-9).
Τέλος, να πούμε ότι οι Νεοδωδεκαθεϊστές πιστεύουν, ότι «όπως δεν μπορούμε να λάβουμε στα σοβαρά έναν μωαμεθανό που μιλάει για τον Χριστιανισμό, έτσι και δεν μπορούμε να λάβουμε στα σοβαρά έναν μη Εθνικό που μιλάει για την Εθνική Ελληνική Θρησκεία και την ερμηνεύει αναλόγως». Βέβαια, ούτε εμείς μπορούμε να πάρουμε στα σοβαρά αξιώσεις ανθρώπων που ξαφνικά έγιναν Εθνικοί και αναβιώνουν κατά το γούστο τους, δηλαδή εντελώς αυθαίρετα, κάτι από αιώνες νεκρό, βασισμένοι σε αγγεία και αποσπάσματα κειμένων. Μόνο εάν μας κρύβουν οι «Εθνικοί» κάποιο μυστικό, θα μπορούσαν να ισχυριστούν κάτι τέτοιο. Όμως, ό,τι ανα-μασάνε είναι ορισμένα αρχαία κείμενα προσβάσιμα σε όλους (εκτός κι αν μπήκαν στο κεφάλι του Ησίοδου, του Ομήρου, του Πλάτωνα κ.ά., οπότε τους ερμηνεύουν σωστά) καθώς και νεοεποχίτικες ιδέες. Εάν αληθεύει η αξίωσή τους, είναι αντιστοίχως γελοίο, οι ίδιοι να (παρ)ερμηνεύουν τη Χριστιανική Ορθόδοξη πίστη της Εκκλησίας, για τον απλό λόγο ότι, αφού δεν είναι Χριστιανοί, δεν πρέπει να μιλούν για Χριστιανισμό.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Sat Oct 02, 2021 8:37 pm

ΙΒ' ΜΕΡΟΣ

ΑΡΧΑΙΟΙ ΘΕΟΙ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ


58. "Οι αρχαίοι παγανιστές δεν ήταν ειδωλολάτρες, όπως τους κατηγορούν οι Χριστιανοί. Δεν ήταν «δούλοι» του θεού. Δεν λάτρευαν την ύλη, αλλά το πρόσωπο που εικονίζει. Αυτή ήταν μια από τις μεγάλες απατεωνιές των Χριστιανών, ώστε να συκοφαντήσουν τον αρχαίο κόσμο. Ειδωλολατρία δεν γνώρισε ποτέ η αρχαιότητα. Η πολυμορφία του θείου δεν συνεπάγεται ειδωλολατρία".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ
1) Ο εγκλωβισμός της θεότητας στο άγαλμα γίνεται με ειδική τελετή, την «Καθιέρωσιν» (Διιπετές, 4/1993, τ. 21).
2) Ο Ιάμβλιχος γράφει ότι οι θεοί βάζουν ψυχή σε ορισμένα αγάλματά τους κατασκευασμένα από ανθρώπους, αλλά και οι ίδιοι ρίχνουν από τον ουρανό απεικονήσεις τους που περικλείουν θεία δύναμη (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ’, σ. 513).
3) Κατά την πτώση του Σαράπειου, όταν όλα έδειχναν στους εθνικούς υπερασπιστές του ότι η μάχη είχε χαθεί και οι Χριστιανοί είχαν καταστρέψει τα αγάλματα, ο αρχηγός τους, ο Ολύμπιος τούς διαβεβαίωσε ότι το πνεύμα που βρισκόταν μέσα στα αγάλματα έφυγε για τον ουρανό και μόνο η ανθρώπινη απεικόνισή τους καταστράφηκε (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 154).
4) Ο Νέρωνας είχε ένα αγαλματάκι το οποίο τον πληροφορούσε για τις συνωμοσίες (Σουετώνιου Nero 56).
5) Ο θεουργός Μάξιμος, ο φίλος του Ιουλιανού, κάνει ένα άγαλμα της Εκάτης να γελά και ενεργεί ώστε να ανάβουν αυτόματα οι πυρσοί που κρατούσε στα χέρια της (Ευνάπιου, Βίοι Σοφιστών, 475).
6) Ο Ηραΐσκος είχε μια τόσο οξεία διαίσθηση ώστε μπορούσε να διακρίνει στη στιγμή ένα «έμψυχο» από ένα «άψυχο» άγαλμα από τα αισθήματα που προκαλούσε (Σουΐδα, λ. Ηραΐσκος).
7) ο Στίλπων ο Μεγαρεύς καταδικάστηκε, όταν είπε ότι το άγαλμα της Αθηνάς Παλλάδας δεν είναι θεός˙ προσπάθησε να ξεφύγει λέγοντας πως «δεν είναι θεός, αλλά θεά», αλλά δεν γλίτωσε την εξορία («"ἆρά γε ἡ τοῦ Διὸς Ἀθηνᾶ θεός ἐστι;" φήσαντος [του Στίλπωνα] δέ, "ναί," "αὕτη δέ γε," εἶπεν, "οὐκ ἔστι Διός, ἀλλὰ Φειδίου·" συγχωρουμένου δέ, "οὐκ ἄρα," εἶπε, "θεός ἐστιν." ἐν ᾧ καὶ εἰς Ἄρειον πάγον προσκληθέντα (...) καὶ μέντοι τοὺς Ἀρεοπαγίτας εὐθέως αὐτὸν κελεῦσαι τῆς πόλεως ἐξελθεῖν»).
8) Παυσανία, Κορινθιακά, 2, 7
«Έπειτα, όπως λεν οι Κορίνθιοι, η Πυθία τούς έδωσε χρησμό να βρούν εκείνο το δέντρο [απ’ όπου ο Πενθέας κατασκόπευε τις Μαινάδες] και να το λατρεύουν ισάξια με τον θεό. Από αυτό το δέντρο και γι’ αυτό το λόγο έφτιαξαν τα ξόανα αυτά».
9) Ο Διογένης έβλεπε τους ανθρώπους να προσκυνάν τα αγάλματα: «θεασάμενός ποτε γυναῖκα ἀσχημονέστερον τοῖς θεοῖς προσπίπτουσαν,(...)» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 37). Επίσης, κορόϊδευε όσους στέκονταν μπροστά στα αγάλματα και ζητούσαν από αυτά: «ᾔτει ποτὲ ἀνδριάντα· ἐρωτηθεὶς δὲ διὰ τί τοῦτο ποιεῖ, "μελετῶ," εἶπεν, "ἀποτυγχάνειν."» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 49). Ο Διογένης επίσης είχε αφιερώσει στον Ασκληπιό κάποιον που κυνηγούσε και χτυπούσε όσους έκαναν βαθιές μετάνοιες («τῷ Ἀσκληπιῷ ἀνέθηκε πλήκτην, ὃς τοὺς ἐπὶ στόμα πίπτοντας ἐπιτρέχων συνέτριβεν» Διογένης Λαέρτιος, VI, 38), πράγμα που σημαίνει ότι οι πιστοί προσκυνούσαν τα αγάλματα σκύβοντας μέχρι το χώμα.
10) Οι Αρχαίοι ταύτιζαν την παρουσία του αγάλματος ενός θεού στην πόλη τους με την παρουσία του ίδιου του θεού στην πόλη. «Σε καιρό πολέμου οι πολιορκημένοι έκαναν κάθε προσπάθεια να τους [= τους πολιούχους θεούς] συγκρατήσουν. Μερικές φορές έδεναν με αλυσίδες το άγαλμα του θεού, για να τον εμποδίσουν να ξεπορτίσει. Άλλες πάλι τον έκρυβαν από κάθε βλέμμα, για να μην μπορέσει ο εχθρός να τον βρει» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 239). Είναι αυτονόητο, ότι το άψυχο άγαλμα από μόνο του δεν θα μπορούσε να.. ξεπορτίσει, εκτός κι αν το άγαλμα ήταν έμψυχο, είχε δηλαδή το θεό εντός του. Δηλαδή, θεωρούσαν ότι η θεότητα έφευγε από την πόλη, όταν έφευγε το άγαλμά της. Πράγμα που σημαίνει ότι αυτά ταυτίζονταν μεταξύ τους: το άγαλμα δεν ήταν απλώς η απεικόνιση του θεού˙ ήταν ο θεός εντός του. Οι Αιγινήτες θέλοντας να κηρύξουν τον πόλεμο στην Επίδαυρο, άρχισαν κλέβοντας δύο αγάλματα πολιούχων θεών αυτής της πόλεως, τα οποία και μετέφεραν στο νησί τους (Ηρόδοτος, 5, 83).
11) Ο ιερέας απαντά στον Οιδίποδα, στην τραγωδία Οιδίπους τύραννος, του Σοφοκλή (στ. 411): «δεν είμαι δούλος δικός σου, αλλά του Λοξία» (οὐ γάρ τι σοὶ ζῶ δοῦλος, ἀλλὰ Λοξίᾳ). Δεν πρόκειται περί ιερόδουλου, αλλά περί ιερέα, που αποκαλεί τον εαυτό του «δούλο του θεού».
12) Παυσανία, Βοιωτικά (9), 24, 3: «Στην Ύηττο υπάρχει ναός του Ηρακλή, από τον οποίο άρρωστοι είναι δυνατόν να βρουν γιατρειά˙ η λατρευτική του εικόνα δεν είναι άγαλμα καλλιτεχνικό, αλλά λίθος αργός, όπως συνηθίζονταν τον παλιό καιρό».
Παυσανία, Βοιωτικά (9), 27, 1: «Οι Θεσπιείς τιμούν ανέκαθεν πιο πολύ απ’ όλους τους θεούς τον Έρωτα και έχουν άγαλμά του παλαιότατο, ένα αλάξευτο λίθο».
Παυσανία, Βοιωτικά (9), 38, 1-2: «Τιμούν [οι κάτοικοι του Ορχομενοί] ιδιαίτερα τους λίθους, οι οποίοι, κατά την παράδοση, είχαν πέσει από τον ουρανό».
Παυσανία, Αττικά (1), 44, 2: «Μέσα στο παλαιό γυμνάσιο, κοντά στις πύλες που λέγονται Νυμφάδες, υπάρχει λίθος σε σχήμα πυραμίδας, όχι μεγάλης. Τον λίθο αυτόν τον ονομάζουν Απόλλωνα καρινόν».
Παυσανία, Αχαϊκά (7), 22, 4: «[στις Φαρές] πολύ κοντά στο άγαλμα είναι στημένοι λίθοι τετράγωνοι, περί τους τριάντα, που οι Φαρείς τούς λατρεύουν δίνοντας σε καθένα το όνομα κάποιου θεού˙ στα παλιότερα χρόνια όλοι οι Έλληνες απέδιδαν θεϊκές τιμές σε αλάξευτους λίθους, οι οποίοι είχαν τη θέση των αγαλμάτων».
Παυσανία, Λακωνικά (3), 22, 1: «Από το Γύθειο απέχει τρία περίπου στάδια ένας άμορφος λίθος, πάνω στον οποίο λένε πως κάθισε ο Ορέστης και θεραπεύτηκε από τη μανία˙ γι’ αυτό ο λίθος ονομάστηκε Ζεύς καππώτας στη δωρική διάλεκτο».
Παυσανία, Λακωνικά, 22, 12: «(...) όταν ο λαγός τρύπωσε σε μια μυρτιά, (...) τη μυρτιά εκείνη τη λατρεύουν ακόμη και την ονομάζουν Άρτεμιν σωτείρα».
Παυσανία, Βοιωτικά, 12, 4: «μαζί με τον κεραυνό που ρίχτηκε στον θάλαμο της Σεμέλης έπεσε από τον ουρανό κι ένα κομμάτι ξύλο που ο Πολύδωρος το διακόσμησε με χαλκό και το ονόμασε Διόνυσο κάδμο». Θεοί-κούτσουρα.
Παυσανία, Βοιωτικά, 40, 11-12: «από τους θεούς οι Χαιρωνείς τιμούν ιδιαίτερα το σκήπτρο που κατά τον Όμηρο έκανε ο Ήφαιστος για το Δία (...) αυτό το σκήπτρο το λατρεύουν ονομάζοντάς το δόρυ. (...) Λένε πως βρέθηκε στα σύνορα της Χαιρώνειας (...). Ναό δεν έχει χτίσει η πόλη για το σκήπτρο, αλλά κάθε χρόνο ο ιερέας το κρατά μέσα σε κάποιο κτίσμα. Θυσίες γίνονται κάθε μέρα». Όχι μόνο θεοποιούσαν φυσικά αντικείμενα αλλά και ανθρώπινα κατασκευάσματα. Πού είναι αυτοί οι Νεοειδωλολάτρες, που θα μας πούν πως οι αρχαίοι Ειδωλολάτρες θεωρούσαν συμβολικούς και όχι πραγματικούς τους μύθους; Αν οι μύθοι θεωρούνταν συμβολικοί, δεν θα πίστευαν ποτέ ότι ένα (μυκηναϊκό ίσως) σκήπτρο φτιάχτηκε από τον... «συμβολικό θεό» Ήφαιστο.
Με άλλα λόγια, οι Ειδωλολάτρες λάτρευαν λιθάρια πεσμένα απ’ τον ουρανό (μετεωρίτες), κοτρώνες και πέτρες, τις οποίες ονόμασαν θεούς. Πολλοί θα θυμούνται την ξένη ταινία «Και οι θεοί τρελλάθηκαν», στην οποία ένας Αφρικανός ιθαγενής πολυθεϊστής εκλαμβάνει ως «θεϊκό δώρο» ένα κουτί Coca-Cola που είχε ρίξει ένας Δυτικός πιλότος απ’ το αεροπλάνο του. Ακριβώς τα ίδια πίστευαν και οι εν Ελλάδι Ειδωλολάτρες: θεοποιούσαν ό,τι έπεφτε απ’ τον ουρανό, μόνο που τότε δεν υπήρχαν πιλότοι να ρίχνουν κοκα-κόλες, αλλά απλώς έπεφταν από μόνοι τους οι μετεωρίτες. Όπου τελικά φαίνεται ότι αυτή η κατά τα άλλα χιουμοριστική ξένη ταινία ανέλυσε σε βάθος την αποβλάκωση που προκαλεί ο Πολυθεϊσμός. Κι όμως ο Αριστοτέλης γράφει: «Από τους αρχαίους, τώρα, και τους πολύ παλαιότερους έχει κληροδοτηθεί στους μεταγενέστερους υπό μορφή μύθου η παράδοση ότι αυτά [=τα ουράνια σώματα] είναι θεοί (...) Τα λοιπά προστέθηκαν αργότερα ως μυθολογικές περιγραφές, για να εξασφαλίζεται η ευπείθεια του πολύ κόσμου και να γίνεται χρήση τους στους νόμους και προς το κοινό συμφέρον• διότι λένε ότι οι θεοί έχουν ανθρώπινη μορφή ή είναι όμοιοι με μερικά από τα άλλα ζώα» (Μετά τα φυσικά, Λ’, 8 (1074b)).
Παυσανία, Αρκαδικά (8), 42, 4: «Το άγαλμα [της Δήμητρας] λένε πως είχε την εξής μορφή: η θεά παριστάνονταν σα μια γυναίκα καθισμένη σε βράχο, η οποία όμως είχε κεφάλι και κόμη αλόγου».
Παυσανία, Αττικά (10), 26, 6: «Για το άγαλμα αυτό [=της Αθηνάς στην Ακρόπολη] υπάρχει η φήμη πως έπεσε από τον ουρανό»(!!). Κατά τα άλλα οι «ορθολογιστές Νεοπαγανιστές» κοροϊδεύουν την άποψη για αχειροποίητες εικόνες.
13) Ο Πλούταρχος στο Περί Ίσιδος και Οσίριδος, 71 αναφέρει ότι παρά τις απόψεις των φιλοσόφων, οι λάτρεις των «θεών» πιστεύουν ότι τα αγάλματα είναι οι θεοί, και όχι η απεικόνισή τους. «Οι παλαιοί εκείνοι άνθρωποι αφελώς ωνόμαζον με τα ονόματα των θεών τα δώρα των θεών, και τα ετιμούσαν ένεκα της ανάγκης των και τα εσέβοντο» (Περί Ίσιδος και Οσίριδος, 70 (379b)). «Δια τούτο ορθότατα οι φιλόσοφοι λέγουν ότι όσοι δεν μανθάνουν ορθώς την σημασίαν των λέξεων, αυτοί σφάλλονται και εις τα πράγματα, όπως σφάλλονται εκείνοι εκ των Ελλήνων, οι οποίοι, επειδή έμαθον και συνήθισαν να δίδουν το όνομα των θεών εις τα από χαλκόν και μάρμαρον αγάλματα αυτών και εις τας ζωγραφισμένας εικόνας των και όχι να τα ονομάζουν απλώς αγάλματα και αφιερώματα των θεών, κατήντησαν έπειτα να λέγουν ασεβώς όχι ο Λάχαρης εξέδωσε την Αθηνάν, ότι ο Διονύσιος εκούρευσε τους χρυσούς βοστρύχους του Απόλλωνος, ο δε Ζευς του Καπιτωλίου εκάη και κατεστράφη εις μίαν πυρκαϊάν κατά τον εμφύλιον πόλεμον. Τοιουτοτρόπως η εσφαλμένη χρήσις των λέξεων τους παρέσυρε και παραδέχονται δοξασίας διεστραμμένας συμφώνως προς τας λέξεις (70 (379cd)).
14) Ο Ηράκλειος «βλέποντας τους Έλληνες να προσφέρουν δώρα στους θεούς είπε "Προσεύχονται στα αγάλματα των θεών σαν να μπορούσαν να τους ακούσουν, ενώ δεν τους ακούνε, δεν δίνουν, όπως και δεν μπορούν να ζητήσουν» (απ. 132)
Αυτά είναι αρκετά παραδείγματα ότι όχι λίγοι Ειδωλολάτρες της αρχαιοτητας θεωρούσαν πως το άγαλμα έχει μέσα στην ύλη του το θεό, ότι μέσα στο άγαλμα κατοικεί ο θεός, κι επομένως δεν λάτρευαν απλώς «τον θεό που απεικόνιζε το άγαλμα», όπως ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές, αλλά το άγαλμα-θεό. Παρατηρούμε ότι ο Στίλπων, παρ’ όλο που αποδέχτηκε πως η Αθηνά είναι θεός, εξορίστηκε επειδή είπε πως το άγαλμα της Αθηνάς δεν είναι θεός! Δηλαδή, ο αθηναϊκός δήμος, οι πολλοί Ειδωλολάτρες που τον εξόρισαν, πίστευαν πως το άγαλμα το ίδιο είναι η θεά Αθηνά. Επίσης, τόσο ο Στίλπων, όσο κι ο Διογένης ο Κυνικός αναφέρουν ότι οι λάτρεις των θεών προσκυνούσαν τα αγάλματα. Ο Διογένης μάλιστα ειρωνευόταν μια γυναίκα που έσκυβε πολύ στο άγαλμα ενός θεού, ενώ ο Στίλπων απέφυγε ν’ απαντήσει, αν οι θεοί ευχαριστούνται με τις προσευχές και τις προσκυνήσεις. Αντίθετα από τους ισχυρισμούς των Νεοπαγανιστών, τα αρχαία αγάλματα ήταν αντικείμενο προσκύνησης, θεωρούνταν θεοί, και ήταν θαυματουργικά. Αυτά τα πράγματα τα ήξεραν και τα έβλεπαν οι Χριστιανοί, και εξαιτίας αυτών αποκαλούσαν Ειδωλολάτρες τους πολυθεϊστές.
Φυσικά οι αρχαίοι δεν ήταν ανόητοι, ώστε να πιστεύουν ότι η πέτρα ήταν θεός, και άλλωστε οι πιο έξυπνοι (π.χ. Ηράκλειτος ή ο Στίλπων που αρνήθηκε πως το άγαλμα είναι θεός) είχαν καταδικάσει την πρακτική της λατρείας των αγαλμάτων. Ποιοι «αρχαίοι», όμως; Όλοι; Φυσικά όχι. Ορισμένοι από τους φιλοσόφους. Οι υπόλοιποι αρχαίοι, όμως; Απ’ όσο τα παραπάνω παραδείγματα δείχνουν, δεν ήταν αρκετά έξυπνοι, ώστε να αποκλείσουν κάτι τέτοιο, και δεν πρέπει να ξεχνάται ότι παγανισμός ήταν η λαϊκή πρακτική κι όχι οι γνώμες των λίγων φιλοσόφων. Στην περίπτωση του Στίλπωνα βλέπουμε πόσο ανιστόρητος είναι ο ισχυρισμός των Νεοπαγανιστών ότι οι γνώμες μεμονωμένων φιλοσόφων συνιστούν απόψεις της «αυθεντικής αρχαιοελληνικής θρησκείας», δηλαδή ότι αρχαία θρησκεία και Φιλοσοφία ταυτίζονται. Ο φιλόσοφος Στίλπων έχει αντίθετη άποψη για το άγαλμα/θεό από αυτήν των Ειδωλολατρών της αρχαιοελληνικής θρησκείας.
Παραθέτουμε και την άποψη του ίδιου του νεοπαγανιστικού Διιπετούς (τ. 4, σ. 22-23): «Από ότι εμείς ξέρουμε, υπάρχουν κάποιες καίριες διαφοροποιήσεις πάνω στην αντιμετώπιση των αγαλμάτων, δηλαδή για παράδειγμα, υπήρξαν κι αγάλματα που θεωρούνταν επί γής θεότητες, το ίδιο άγαλμα δηλαδή πλέον και όχι αυτό που απεικόνιζε, πιστευόταν πως είχε πάρει μέσα του αυτή την ενέργεια». Τα σχόλια είναι περιττά.
Δεν είναι τόσο ριζικά αντίθετη με τον εθνισμό η ειδωλολατρία, όπως διαμαρτύρονται οι Νεοπαγανιστές: οι θεοί είναι ενδοκοσμικοί, δηλαδή είναι ή ελέγχουν ή συμβολίζουν τμήματα της φύσης ή πάλι θεοποιούνται ορισμένα τμήματα της φύσεως, είτε ως σύμβολα της υπόλοιπης φύσης είτε όχι. Το άγαλμα ως ύλη είναι τμήμα της φύσης/κόσμου. Έτσι μπορεί να θεοποιηθεί το άγαλμα-πέτρα, ως τμήμα του κόσμου που συγκεντρώνει ή συμβολίζει το θεϊκό στοιχείο της φύσης. Άλλωστε η άποψη των Νεοπαγανιστών, ότι οι θεοί μπορούν να παίρνουν (και παίρνουν) οποιαδήποτε υλική μορφή (δηλαδή, ακόμη και μορφή αγαλμάτος) ενισχύει το χριστιανικό επιχείρημα ότι η λατρεία αγαλμάτων δεν σήμαινε τη λατρεία του προσώπου το οποίο αυτά απεικονίζουν (όπως ισχυρίζονται/δικαιολογουνται οι Ν/Π), αλλά αντίθετα, συνιστούσε λατρεία της ύλης-θεού, αφού ο θεός έχει πάρει τη μορφή του αγάλματος. Πάντως, ειδωλολατρία δεν είναι απλώς η λατρεία αγαλμάτων ως θεών. Οποιαδήποτε θεοποίηση τμήματος της κτίσης είναι ειδωλολατρία. Η πολυμορφία του θείου συνεπάγεται ειδωλολατρία, διότι το θείο ως όλον και απόλυτο δεν μπορεί να διασπάται. Αν διασπαστεί, τότε είναι πολύ εύκολο να θεωρηθεί θεός κάτι, που, ενώ δεν είναι θεός, θεωρείται «ένα τμήμα» του θεού. Τότε οι πέτρες, τα ζώα, τα ποτάμια, ο αέρας, η φωτιά κ.λπ. γίνονται «θεοί». Η «πολυμορφία» συνεπάγεται μη προχωρημένη σκέψη, δηλαδή αδυναμία να γίνει κατανοητό ότι οι πολλές λειτουργίες του Θείου δεν συνεπάγονται διάσπαση της οντολογικής ενότητας και μοναδικότητάς του, έτσι ώστε αυτό να πρέπει να διασπασθεί σε επιμέρους «θεούς».
Όσο για τον αυτοπροσδιορισμό «Έλληνες Εθνικοί», οι Νεοπαγανιστές δεν μπορούν να φέρουν ούτε ένα κείμενο της ελληνικής αρχαιότητας ή του 4ου μ.Χ. αιώνα, στο οποίο να αποκαλούνται οι αρχαίοι Έλληνες θρησκευτές «Έλληνες Εθνικοί». Για τον 4ο μ.Χ. αιώνα υπάρχουν οι χαρακτηρισμοί «Έλληνες» ή «εθνικοί» ή «Παγανιστές». «Έλληνες Εθνικοί» δεν υπάρχουν˙ ούτε φυσικά στην κλασσική αρχαιότητα, όπου ούτε το όνομα Έλληνας ούτε το επίθετο εθνικός είχε θρησκευτική σημασία. Ακόμη και το «Εθνικός» οφείλεται στο χριστιανικό «έθνη». Η ονομασία που δίνουν στον εαυτό τους οι Νεοπαγανιστές είναι καθαρά χριστιανικής επινόησης. Εύγε. Εκτός κι αν διαλέξουν το ρωμαϊκό «Δωδεκαθεϊστής», αφού ο όρος «δωδεκάθεο» ανάγεται στην ρωμαιοκρατία κι όχι στην (σύμφωνα με τους ίδιους) «αυθεντική ελληνική εποχή». Ο προσδιορισμός «Πολυθεϊστής», εκτός του ότι δεν υποδηλώνει την ελληνικότητα της θρησκείας τους, είναι σκέτη αερολογία, αφού σύμφωνα με τους ίδιους τους Νεοπαγανιστές (βλέπε κεφάλαιο 49) ο αριθμός των θεών – πολλοί ή ένας – δεν έχει καμμία σημασία. Νεοεποχίτικης και σύγχρονης έμπνευσης, λοιπόν ο αυτοπροσδιορισμός. Δεν υποδηλώνει την ουσία της λατρείας και θρησκείας των ατόμων αυτών, αφού ούτε το/τους θεούς αναφέρει, και δηλώνει απλώς μια (παγκόσμια; Άρα μη ελληνική) θρησκεία που έχει θρησκευτές και στην Ελλάδα (οι εθνικοί της Ελλάδας, κι όχι οι εθνικοί της Αλβανίας) ή κυριολεκτικά σημαίνει Έλληνες το έθνος, χωρίς να υποδηλώνει θρησκεία. Φυσικά δικαίωμα του καθενός να αυτοαποκαλείται όπως θέλει. Αλλά για να έχει κανείς το δικαίωμα αυτό πρέπει να σέβεται το αντίστοιχο δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των Ορθοδόξων. Οι Νεοπαγανιστές δεν το σέβονται, αφού αποκαλούν τους Χριστιανούς υβριστικά «ναζωραίους», «Γαλιλαίους» και «ιουδαιοχριστιανούς (κατακτητές)». Επομένως αντίστοιχο δικό μας δικαίωμα είναι να τους χαρακτηρίζουμε «(νεο)ειδωλολάτρες», «νεοπαγανιστές», «νεοεποχίτες». Ας διαλέξουν πώς θα φέρονται.

§ 59. "Οι αρχαίοι ελληνικοί θεοί των προγόνων μας ήταν ανώτεροι, γεμάτοι χάρη και ευγένεια, σε αντίθεση με το μοχθηρό , σκοτεινό Γιαχωβά".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Οι ίδιοι οι αρχαίοι έλεγαν για τους θεούς τους «τὸ θεῖον πὰν ἐστὶ φθονερὸν καὶ ταραχῶδες» (Ηρόδοτος, 1, 32). Η Πηνελόπη στο ψ 210 της Οδύσσειας λέει «Οι θεοί τις δυστυχίες μάς έστειλαν». Ο Τρωικός πόλεμος προκλήθηκε από το Δία, επειδή αυτός βαριόταν και ήθελε να περάσει την ώρα του ευχάριστα. Χαρακτηριστικά ομιλεί ο Ευριπίδης που είναι Αρχαίος Έλληνας και γι' αυτό δε μπορούν να τον κατηγορήσουν οι Αρχαιολάτρες Παγανιστές για ανθελληνισμό, αναφερόμενος στις πράξεις του αρχαιοελληνικού πάνθεου: «αν οι θεοί κάνουν αισχρές πράξεις, τότε δεν είναι θεοί». Ποιες είναι οι πράξεις που έχει κατά νου ο Ευριπίδης; Είναι οι κάτωθι, παρμένες από το έργο Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη. Είναι πράξεις που, αν τις έκαναν άνθρωποι, θα τους χαρακτηρίζαμε κατακάθια της κοινωνίας, οποιασδήποτε κοινωνίας, ακόμη και αρχαίας:
ΖΕΥΣ 1. Θανάτωσε την Κάμπη. 2. Μοιχός, πλαγιάζει εκτός από την Ήρα με τις: Θέμιδα, Διώνη, Ευρυνόμη, Στύγα, Μνημοσύνη, Μήτι, Λητώ, Ελάρη, Νιόβη, Ιώ, Δανάη μεταμορφωμένος σε χρυσαφένια οροφή, Αλκμήνη παίρνοντας τη μορφή του ανδρός της Αμφιτρύωνος, την Ευρώπη με μορφή ταύρου, Σεμέλη, Αντιόπη, Καλλιρόη, 7 θυγατέρες του Άτλαντα, Λήδα μεταμορφωμένος σε κύκνο, Αίγινα. 3. Κυνήγησε να βιάσει την Αστερία, που πνίγεται στη θάλασσα. 4. Βασάνισε τον Ιξίονα που θέλησε να πλαγιάσει με την Ήρα. 5. Κρέμασε ανάποδα τη γυναίκα του Ήρα. 6. Εκσφεντόνισε το παιδί του, Ήφαιστο, σακατεύοντάς τον. 7. Κατάπιε το έμβρυο, το παιδί του, της Μήτιδας. 8. Διέταξε να καρφωθεί ζωντανός ο ευεργέτης των ανθρώπων, Προμηθέας, και να τού τρώει το συκώτι ένας αετός. 9. Θανατώνει τους ανθρώπους, χωρίς αιτία, με κατακλυσμό. 10.Κατακεραύνωσε ολόκληρη πόλη, που έκτισε ο Σαλμωνεύς. 11. Σκότωσε τους Κούρητες που τον ανέθρεψαν ως βρέφος. 12. Κατακεραύνωσε τον Καπανέα. 13. Κατακεραύνωσε τη Σεμέλη. 14. Βιάζει την παρθένα ιέρεια της Άρτεμης, Καλλιστώ. 15. Βιάζει την Ηλέκτρα. 16. Κατακεραυνώνει τον Ασκληπιό που βοηθούσε τους ανθρώπους. 17. Κατακεραύνωσε τον Ίδα. 18. Παιδεραστής του Γανυμήδη. 19. Δεχόταν από τον Βούσιρι ανθρωποθυσίες.
Μια γενοκτονία εναντίον ολόκληρης πόλης / Έγκλημα κατά της ανθρωπότητας/ Παιδεραστία / Δύο βιασμοί, μια απόπειρα βιασμού / Εφτά φόνοι (ενός αγέννητου) / κακοποίηση συζύγου/ κακοποίηση τέκνου/ Κατά συρροήν εξαπάτηση συζύγου /Πρόκληση σωματικής βλάβης.
ΗΡΑ 1. Σκότωσε την Σίδη, γυναίκα του Ωρίωνα. 2. Ρίχνει τρέλλα στον Αθαμά και σκοτώνει τα παιδιά του. 3. Ρίχνει τρέλλα στον Ηρακλή. 4. Ρίχνει τρέλλα στους Ινώ και Αθάμαντα. 5. Ρίχνει μανία στο Διόνυσο. 6. Έστειλε άνευ αιτίας τη Σφίγγα που έτρωγε τους Θηβαίους.
Τουλάχιστον δύο φόνοι άμεσοι, πρόκληση ψυχικής βλάβης, ηθική αυτουργία για τις δεκάδες ανθρωποφαγίες της Σφίγγας.
ΑΠΟΛΛΩΝ Πάμε τώρα στον θεό του Φωτός. Πώς λέμε «Μαύρο Φως»;
1. Σκότωσε τον ομοφυλόφιλο εραστή του, Υάκινθο. 2. Σκότωσε τον δράκο των Δελφών. 3. Σκότωσε τον Τιτυό, γιό του Δία και Ελάρης. 4. Σκότωσε το Μαρσύα, γδέρνοντάς τον ζωντανό. 5. Έστειλε λοιμική στο Λαομέδοντα. 6. Σκότωσε τους γιους της Νιόβης. 7. Σκότωσε την Κορωνίδα. 8. Σκοτώνει τους Κύκλωπες.
Μόνο 6 φόνοι για το θεό του φωτός. Και φυσικά, συμβολική παιδεραστία. Μήπως να τον κάνατε «θεό των εκδορέων»; Έχει ταλέντο, ο θεός.
ΕΡΜΗΣ 1. Σκότωσε τον Ιππόλυτο. 2. Σκότωσε τον Άργο. 3. Βίασε την Απημοσύνη. 4. Κλέβει τις αγελάδες του αδερφού του Απόλλωνα.
Κλέφτης, δυο φορές φονιάς, βιαστής.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ 1. Τιμωρεί τις Λήμνιες να βρωμάνε. 2. Έκανε τη Σμύρνα να ερωτευτεί τον πατέρα της.
Συμβολικά βρωμύλες οι Λήμνιες.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ 1. Μοιχός, πλάγιασε με την Ιφιμέδεια, την Αμυμώνη. 2. Ομοφυλόφιλος, εραστής του Πέλοπα. 3. Τύφλωσε το Φινέα. 4. Έστειλε θαλασσινό τέρας που έτρωγε ανθρώπους. 5. Σκότωσε τον Ερεχθέα.
Κερατάς, παιδέρας, φονιάς, βασανιστής.
ΑΡΤΕΜΗ 1. Σκότωσε των Ωρίωνα. 2. Σκότωσε τον Γρατίωνα. 3. Σκότωσε τον Ώτο και τον Εφιάλτη. 4. Σκότωσε τις κόρες της Νιόβης 5. Σκότωσε τον Άδωνι με κάπρο.
Έξι φόνοι τουλάχιστον.
ΑΘΗΝΑ 1. Έγδαρε ζωντανό τον Πάλλαντα. 2. Τύφλωσε τον Τειρεσία.
Μήπως ήταν εκδορείς οι Ολύμπιοι;
ΗΡΑΚΛΗΣ Το αστέρι της οικογενείας. Ο Ηρακλής, που διάλεξε το δρόμο της Αρετής (για να τη βιάσει καθ’ οδόν)
1. Σκότωσε τον Αλκυονέα. 2. Σκότωσε τον Πορφυρίωνα. 3. Κάρφωσε με βέλος στο μάτι τον Εφιάλτη. 4. Σκότωσε τα παιδιά του Νηλέα. 5. Ομοφυλόφιλος, εραστής του Ύλα. 6. Ομοφυλόφιλος, εραστής του Άβδηρου, γιου του Ερμή. 7. Σκότωσε το Λίνο. 8. Έκοψε των απεσταλμένων του Εργίνου τα αυτιά και τις μύτες. 9. Σκότωσε τον Εργίνο. 10. Έριξε τα παιδιά του στη φωτιά. 11. Έριξε στη φωτιά τα παιδιά του Ιφικλή. 12. Σκότωσε τον Ευρυτίωνα. 13. Σκότωσε τους γιους του Μίνωα. 14. Σκοτώνει την Ιππολύτη. 15. Σκότωσε τον Σαρπηδώνα, γιο του Ποσειδώνα. 16. Σκότωσε τους Πολύγονο και Τηλέγονο. 17. Σκότωσε τον Ευρυτίωνα. 18. Σκότωσε τον Ιαλεβίωνα και τον Δέρκυνο, γιους του Ποσειδώνα. 19. Σκότωσε τον Έρυκο. 20. Σκότωσε τον Ανταίο. 21. Σκότωσε το Βούσιρι. 22. Σκότωσε τον Αμφιδάμαντα. 23. Σκότωσε τον Ημαθίωνα. 24. Σκότωσε τον Ίφιτο. 25. Λήστεψε τον τρίποδα των Δελφών. 26. Σκότωσε τον Συλέα. 27. Σκότωσε την Ξενοδίκη. 28. Σκότωσε τον Λαομέδοντα και τα παιδιά του. 29. Σκότωσε τον Ευρύπυλο, γιο του Ποσειδώνα. 30. Σκότωσε τους Μολιονίδες που ήθελαν να πάρουν μέρος σε θυσίες.31. Σκότωσε τον Αυγεία και τα παιδιά του. 32. Σκότωσε τον Νηλέα. 33. Σκότωσε τον Ιπποκόωντα. 34. Μοιχός, πλάγιασε με την Αυγή, Αστυόχη, τις 50 θυγατέρες του Θέσπιου. 35. Σκότωσε τον Εύνομο, την ώρα που του έχυνε νερό στα χέρια του. 36. Σκότωσε τον Κόρωνο. 37. Σκότωσε τον Λαογόρα μαζί και τα παιδιά του. 38. Σκότωσε τον Κύκνο, γιο του Άρη. 39. Σκότωσε τον Αμύντορα. 40. Σκότωσε τον Εύρυτο και τα παιδιά του. 41. Εκσφεντόνισε το Λίχα.
Σαράντα ένας (!!) φόνοι (συμβολικοί, βεβαίως..), μια ληστεία, παιδεραστία, βασανισμοί.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ 1. Σκότωσε τον Εύρυτο με θυρσό. 2. Ρίχνει μανία στο Λυκούργο. 3. Ανάγκασε τις Θηβαίες να αφήσουν τα σπίτια τους. 4. Έκανε τις Αργείες τρώνε τις σάρκες των βρεφών τους.
Φόνος, πρόκληση ψυχικής βλάβης, ηθική αυτουργία στη δολοφονία εκατοντάδων μικρών παιδιών.
ΚΡΟΝΟΣ Είναι παράδειγμα αυτού που λέμε «κάνε παιδιά να δεις καλό».
1. Κόβει τα γεννητικά όργανα του πατέρα του. 2. Φυλακίζει τα αδέρφια του στον Άδη 3. Αιμομίκτης, παντρεύεται την αδερφή του, Ρέα. 4. Καταπίνει τα παιδιά του.
Πρόκληση σωματικής βλάβης, αιμομιξία, παιδοκτονία.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ 1. Σκότωσε τον Μίμαντα με πυρωμένο σίδερο. 2. Επιχείρησε να βιάσει την Αθηνά.
ΟΥΡΑΝΟΣ 1. Έδεσε και πέταξε τα παιδιά του στα Τάρταρα.
ΓΑΙΑ 1. πείθει τα παιδιά της να επιτεθούν στον πατέρα τους.
Είναι κυριολεκτικά τυχεροί οι Νεοπαγανιστές, διότι οι αλεξανδρινοί φιλόλογοι αφαίρεσαν εκατοντάδες άλλες αισχρές πράξεις των θεών, για να ωραιοποιήσουν τους μύθους. Αλλά κι αυτά αρκούν. Πράγματι, καταντά αστεία αυτή η αναφορά εκ μέρους των Νεο-Δωδεκαθεϊστών σε αποτρόπαιες πράξεις που περιγράφονται της Π.Δ. με σκοπό να αποδειχθεί «ανίερο βιβλίο». Οι Χριστιανοί είναι ολοφάνερο ότι πιστεύουν στην αλήθεια των περιγραφόμενων γεγονότων, αλλά δεν πιστεύουν τα ίδια τα γεγονότα ως εντολές για τους ίδιους και τη ζωή τους. Πιστεύουν στο Θεό της Π.Δ. και στις ηθικές εντολές του, κι όχι στο τί κάνει ο Α ή ο Β, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Έτσι κι αλλιώς, οι κατήγοροι αυτοί αντιφάσκουν: από τη μία κατηγορούν την Π.Δ. ως «εθνικιστική», δηλαδή ότι δήθεν ωραιοποιεί τις πράξεις των Εβραίων, κι από την άλλη διαμαρτύρονται για την εκ μέρους της Π.Δ. ειλικρινή παράθεση όλων των πράξεων και γεγονότων, καλών και άδικων, που διαπράττουν οι Εβραίοι. Δε γίνεται να υποστηρίζεις και τα δυό! Αν ήταν εθνικιστικό βιβλίο, θα αποκρύβονταν οι κακές πράξεις των Εβραίων και δεν θα υπήρχαν αντιεβραϊκά κατηγορητήρια. Από πού κι ώς πού ένα «ιερό βιβλίο» πρέπει να αποσιωπά γεγονότα ανθρώπων (δηλαδή ατελών όντων) ώστε να είναι «ιερό»; Η μισή αλήθεια, λοιπόν, συνιστά «ιερότητα»; Μάλλον ψευτιά συνιστά. Αντί να κάνουν συγκρίσεις μεταξύ ενός Τέλειου Θεού και φονιάδων, κλεφτών, μοίχων «θεών», θα πρεπε να εξηγήσουν οι λάτρεις των «θεών», γιατί υπάρχουν τόσες αρχαίες αναφορές για ανθρωποθυσίες προς τιμή των Ελλήνων Θεών στην αρχαία Ελλάδα;
Στην αρχαία Ελλάδα από ότι καταλαβαίνουμε από την αρχαία ιστορία και από την μυθολογία, γίνονταν ανθρωποθυσία κάθε φορά πριν από κάθε εκστρατεία. Στο φρούριο της Ιθώμης θυσιάστηκαν από τον Αριστομένη του Μεσσηνίου εις τον Δία 300 άνδρες, στην Πέλλα της Θεσσαλίας θυσίαζαν ανθρώπους στον Κένταυρο Χείρωνα και στον Πηλέα. Κατά τον Παυσανία ο Λυκαίος Ζεύς εν Αρκαδία δέχονταν ανθρώπινα θύματα και στην εποχή του. Στα χρόνια του Κικέρωνα όπως αυτός βεβαιώνει, οι Παγανιστές πιστοί απέθεταν τάματα μπροστά σε εντόσθια αγοριών σφαγμένων προς τιμή των θεών. Επί Ιούλιου Καίσαρα οι Εθνικοί ιερείς του Άρεως θυσίαζαν 2 άνδρες κάθε έτος στο πεδίο του Άρεως. Κατά την εορτή των εφεστίων (lares) παγανιστικών θεοτήτων οι Ρωμαίοι Εθνικοί θυσίαζαν παιδιά και αργότερα ανδρείκελα. Ο Ερεχθώς θυσίασε τις κόρες του στους υποχθόνιους θεούς για να δώσει νίκη στους Αθηναίους. Ο Θεμιστοκλής θυσίασε 3 Πέρσες αιχμαλώτους. Ο Σουΐδας αναφέρει ότι την λέξη «κάθαρμα» την είχαν στην Αθήνα για τους εγκληματίες που τους έστεφαν σαν βόδια και πρόβατα και που στεφανωμένους τους οδηγούσαν σε βράχια όπου τους κατακρήμνιζαν σε τόπο θυσίας. Στην Σπάρτη τελούνταν ανθρωποθυσίες προς την Ταυροπόλο Αρτέμιδα μέχρι που τις κατάργησε ο Λυκούργος. Στην Τένεδο και στην Χίο , κατακρήμνιζαν ανθρώπους προς τιμή του Διονύσου. Οι Φωκαιείς έριχναν ανθρώπους εις την φωτιά της Ταυροπόλου Αρτέμιδας. Οι Λέσβιοι θυσίαζαν ανθρώπους στον Διόνυσο και οι Κρήτες στον Δία. Στην Κρήτη, κοντά στην κωμόπολη Αχαρνές, στη θέση Ανεμοσπηλιά βρέθηκε μινωικός ναός που μέχρι σήμερα είναι ο μοναδικός γνωστός. Καταστράφηκε το 1700 π.Χ από σεισμό ενώ οι αρχαιολόγοι από τις ανασκαφές διαπίστωσαν οτι ήταν λατρευτικός βωμός όπου γινότουσαν ανθρωποθυσίες. Στην Άλο της Μαγνησίας (Θεσσαλία) γινόντουσαν ανθρωποθυσίες στο ιερό της Άλου, τα ναό του Λαφυστίου Διός. Ο Απόλλωνας της Λευκάδας χαιρόταν με τις ανθρωποθυσίες που τελούνταν με ρίψη στα βράχια. Προς τιμήν του Αγρωνίου Διονυσίου τελούνταν θυσίες στον Ορχομενό της Βοιωτίας. Από τους αρχαίους τελούνταν θυσίες και κατά τις κηδείες και σκοπό είχαν την εξιλέωση της παροργισμένης σκιάς του εν πολέμω πεθαμένου και την ικανοποίηση και εκδίκηση των επιζώντων οικείων αυτού. Ένα τέτοιο παράδειγμα ανθρωποθυσίας μας δίνει ο Όμηρος για την κηδεία του Πάτροκλου εις την οποία θυσιάστηκαν αιχμάλωτοι πολέμου. Εις την μυθολογία πάλι έχουμε πάλι την ίδια μεθοδολογία για τον εξευγενισμό των θεών. Ο Τερεσίας έδωσε εντολή εις τον Κρέοντα να θυσιάσει τον υιό του Μενοικέα. Τέλος, κατά την «ημέρα του Αίματος» οι πιστοί της θεάς Κυβέλης, που με τη μουσική και το χορό περιέρχονταν σε κατάσταση θρησκευτικής μανίας, ξέσκιζαν τις σάρκες τους με μαχαίρια και τέλος αυτοευνουχίζονταν μ’ένα πυρόλιθο.
Τα περισσότερα από τα παραπάνω στοιχεία είναι από την 30 τόμων «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» του Π. Δρανδράκη. Επίσης η 12 τόμων «Σύγχρονος Εγκυκλοπαίδεια» του Ελευθερουδάκη γράφει τα εξής: «(...). Εν τη ιστορία των μετέπειτα χρόνων απαντώνται ενιαχού εν τη λατρεία ωρισμένων θεοτήτων ανθρωποθυσίαι, ως εν τη λατρεία του Λυκαίου Διός, της Αρτέμιδος Ορθίας και Ταυροπόλου, του Απόλλωνος εν Λευκάδι, εκ δε πολλών ιεροτελεστιών των μεταγενεστέρων χρόνων μετ’ ασφαλείας εικάζεται ότι το πάλαι συνεδέοντο μετ’ ανθρωποθυσιών. Ανθρωποθυσίαι ετελούντο επίσης (..) και υπό των Ρωμαίων. Ο Οκταβιανός διέταξε να θυσιάσωσιν επί του Βωμού του Καίσαρος 300 ανθρώπους, ο δε Πομπήϊος να ρίψωσιν εις την θάλασσαν ανθρώπους εις θυσίαν τω Ποσειδώνι. Κατά τον Πορφύριον, αι θυσίαι ανθρώπων έπαυσαν μόνον επί αυτοκράτορος Αδριανού (αλλ’ εν τούτοις γνωρίζομεν ότι ακόμη επί των ημερών αυτού τούτου του συγγραφέως, τω 280, ετελέσθησαν τοιαύται θυσίαι)˙ κατά δε τον Λακτάντιον, εν τοις χρόνοις του αυτοκράτορος τούτου εθυσιάζετο κατ’ έτος άνθρωπος τω Λατίω Διΐ».
Το «Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν του Ήλιου» αναφέρει τα εξής: «(...). Απαντώμεν ανθρωποθυσίας επίσης εις την Μεσσηνίαν, εις την Πέλλην της Θεσσαλίας, εις την Αρκαδίαν, εις την οποίαν ο Ζευς εδέχετο ανθρώπινα θύματα και μετά την εμφάνισιν του Χριστιανισμού. Αλλά και εις την Σπάρτην θα απαντήσωμεν το έθιμον της ανθρωποθυσίας (ένθα κατήργησεν αυτό ο Λυκούργος) και εις την Λέσβον, την Κρήτην, την Τένεδον, και την Χίον και εις όλας εν γένει τας νήσου της Μεσογείου, εις τας οποίας διεδόθη δια των Φοινίκων. Ανθρωποθυσίας ωσαύτως θα εύρωμεν και εις την Φώκαιαν και την Μασσαλίαν και τας Αθήνας, εις τας οποίας το έθιμον παρέμεινε κατά τους ιστορικούς χρόνους υπο την κεκαλυμμένην μορφήν της εμφανίσεως ως εξιλαστηρίων θυμάτων των εις θάνατον καταδικαζομένων κακούργων. Εις την Ρώμην καθ’ όλους τους αιώνας διετηρήθη το έθιμον της ανθρωποθυσίας, οι δε πατέρες της Εκκλησίας βεβαιώνουν ομοφώνως ότι το ανθρώπινον αίμα αξηκολούθη να ρέει εις την Ρώμην προ του ειδώλου του Διός ακόμη και κατά τον 4ο μ.Χ. αιώνα. (...)».
Η εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λάρους Μπριτάννικα» αναφέρει «(..) Στον Τάφο του Φιλοποιμένος θυσιάζονται Μεσσήνιοι αιχμάλωτοι (183 π.Χ.). Κορυφαία θέση έχει η θυσία βρέφους επάνω στο βωμό του Λυκαίου Διός στην Αρκαδία, κατά την οποία ακολουθούσε διανομή και βρώση των ψημένων τεμαχίων του θυσιασθέντος βρέφους. Ο Λυκούργος δια νόμου κατάργησε τις ανθρωποθυσίες που γίνονταν στη Σπάρτη προς τιμήν της Αρτέμιδος. Στη Χίο και τη Λέσβο αναφέρονται συχνές ανθρωποθυσίες που γίνονταν κάθε χρόνο για να τιμήσουν τον Δία και τον Διόνυσο(…)».
Η εγκυκλοπαίδεια «Υδρία» αναφέρει: «(..)Υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες για ανθρωποθυσίες στην Αρχαία Ελλάδα. Τα κυριότερα κέντρα ανθρωποθυσιών ήταν: Στο Λύκιο όρος της Πελοποννήσου όπου το ιερό του Λύκιου Δία. Εδώ οι ανθρωποθυσίες συνεχίστηκαν ώς τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Επίσης ανθρωποθυσίες πρέπει να γίνονταν και στο ιερό των μεγάλων θεοτήτων (Δήμητρας και Κόρης) στην περιοχή της Ανδανίας Μεσσηνίας. Στο Λαφύστιο όρος κοντά στο βοιωτικό Ορχομενό, όπου συνεχιζόταν ώς τα χρόνια των Περσικών πολέμων. Στη Θεσσαλία αναφέρονται ανθρωποθυσίες προς τιμήν του Διόνυσου. Προς τιμή του Διόνυσου γίνονταν ανθρωποθυσίες στην Τένεδο και στη Χίο και στην Φώκαια προς τιμήν της Ταυροπόλου Άρτεμης. (..). Περιπτώσει ανθρωποθυσιών αναφέρονται και στους Ρωμαίους. Έτσι, στη γιορτή των εφεστίων θυσίαζαν παιδιά και αργότερα τα αντικατέστησαν με ανδρείκελα. Οι Εστιάδες γκρέμιζαν ανθρώπους από τον Τίβερη ποταμό. Ο αυτοκράτορας Κόμμοδος θυσίασε με τα ίδια του τα χέρια άνθρωπο στον Μίθρα. (..). Ο αυτοκράτορας Ηλιογάβαλος θυσίαζε παιδιά κατά το πρότυπο των συριακών ανθρωποθυσιών». Επειδή οι αρχαιολάτρες/Νεοπαγανιστές αμφισβητούν τα άνωθι στοιχεία, παραθέτουμε μερικές μόνο αρχαίες περιγραφές ανθρωποθυσίας. Όπως έχουμε δει, ανθρωποθυσίες στον ελλαδικό χώρο γίνονταν τουλάχιστον ώς τα αρχαϊκά χρόνια, αφού ο Λυκούργος είναι αυτός που τις αντικατέστησε με μαστίγωμα (συχνά έως θανάτου). Υπάρχουν άνω των εκατό αυτούσιες αναφορές σε ανθρωποθυσίες σε αρχαιοελληνικά κείμενα (δες Human sacrifice in ancient Greece, του D. Hughes, 1991).
Πλούταρχου, Θεμιστοκλής, 13 «Ενώ ο Θεμιστοκλής προσέφερε κοντά στη ναυαρχίδα θυσία, του έφεραν τρεις αιχμαλώτους, οι οποίοι ήταν ωραιότατοι και στολισμένοι μεγαλοπρεπώς (...) Όταν τους είδε ο μάντης Ευφραντίδης, επειδή εκείνη την ώρα υψώθηκε από τα ιερά μεγάλη και λαμπρή φλόγα, ταυτόχρονα δε κάποιο φτέρνισμα από τα δεξιά έδωσε το σημάδι, τον συμβούλευσε να αρχίσει από τους νέους αιχμαλώτους και αφού προσευχηθεί, να τους θυσιάσει όλους στον Ωμηστή Διόνυσο. Έτσι, είπε, θα εξασφαλιστεί στους Έλληνες η νίκη συγχρόνως και η σωτηρία. (...) Και ο Θεμιστοκλής εξεπλάγη, (....) αλλά το πλήθος άρχισε με ομαδικές φωνές να επικαλείται τη βοήθεια του θεού, ωδήγησε βιαίως τους αιχμαλώτους στο βωμό και επέβαλε να εκτελεστεί η θυσία, όπως συμβούλευσε ο μάντης. Αυτά τα διηγείται εκ των ιστορικών ο Φανίας ο Λέσβιος, ο οποίος ήταν φιλόσοφος και όχι άπειρος στα ιστορικά ζητήματα».
Παυσανία, Αρκαδικά, 38, 7 «Στο βωμό αυτόν προσφέρουν μυστική θυσία στον Λύκαιο Δία. Δεν είχα όμως καμμιά διάθεση να ερευνήσω σχετικά με αυτή τη θυσία. Ας μείνει όπως είναι κι όπως ήταν από την αρχή».
Παυσανία, Βοιωτικά, 8, 2 «Υπάρχει και ναός του Αιγοβόλου Διόνυσου˙ (...)Αμέσως μετά το φόνο έπεσε σ’αυτούς επιδημία. Για να θεραπευτούν έφτασε σ’ αυτούς χρησμός από τους Δελφούς να θυσιάζουν στο Διόνυσο παιδί στην ακμή της ηλικίας του(...)» («καί σφισιν ἀφίκετο ἴαμα ἐκ Δελφῶν τῷ Διονύσῳ θύειν παῖδα ὡραῖον»).
Παυσανία, Μεσσηνιακά 19, 3 «Προσέφερε στον Ιθωμάτα Δία τη θυσία που ονομάζουν εκατομφόνα. Αυτή είναι αρχαιότερη˙ την προσέφεραν εκείνοι οι Μεσσήνιοι που σκότωσαν εκατό εχθρούς. Λένε ότι και αργότερα προσέφερε τρίτη θυσία στη διάρκεια των επιδρομών».
Παυσανία, Μεσσηνιακά, 9, 4 Ο χρησμός του Απόλλωνα στον Αριστομένη και τους Μεσσήνιους που βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, τον 8ο αι. π.Χ. ενώ πολεμούσαν τους Λακεδαιμόνιους ήταν ο εξής:
«κόρην ἄχραντον νερτέροισι δαίμοσι, κλήρῳ λαχοῦσαν Αἰποτιδῶν ἀφ’ αἵματος, θυηπολεῖτε νυκτέροισιν ἐν σφαγαῖς. ἢν δὲ σφαλῆτε, καὶ παρ’ ἀλλοίου τότε θύειν, δίδοντος ἐς σφαγὴν ἑκουςίως.»
Δηλαδή: «Αμόλυντη παρθένα στους θεούς τού Κάτω Κόσμου/ που κληρώθηκε από το αίμα των Αιπυτιδών/ να θυσιάσετε σε νυχτερινή τελετή./Αν κάνετε λάθος, από άλλο αίμα/ να θυσιάσετε, που όμως θεληματικά θα δοθεί για θυσία». Η θυσία έγινε.
Παυσανία, Αχαϊκά, 19, 4: «Η πόλη κατέφυγε στο μαντείο των Δελφών (...) και ήρθε χρησμός κια υτούς τους δύο να θυσιάσουν στην Άρτεμη, αλλά και κάθε χρόνο να θυσιάζουν στη θεά ένα νέο και μια νέα παρθένο που θα υπερτερούσαν στην ομορφιά».
Πλουτάρχου, Φιλοποιμήν, 21 «...ενταφιάστηκε [ο Φιλοποιμήν] με μεγάλες τιμές και γύρω από τον τάφο του θανατώθηκαν με λιθοβολισμό οι Μεσσήνιοι αιχμάλωτοι».
Πορφύριου, Περί αποχής εμψύχων, 2, 27,1 «Ἀφ’ οὗ μέχρι τοῦ νῦν οὐκ ἐν Ἀρκαδίᾳ μόνον τοῖς Λυκαίοις, οὐδ’ ἐν Καρχηδόνι τῷ Κρόνῳ, κοινῇ πάντες ἀνθρωποθυτοῦσι, ἀλλὰ κατὰ περίοδον τῆς τοῦ νομίμου χάριν μνήμης ἐμφύλιον ἀεὶ αἷμα ῥαίνουσιν πρὸς τοὺς βωμούς, καίπερ τοῖς παρ’ αὐτοῖς ὁσίας ἐξειργούσης τῶν Ἱερῶν, τοῖς περιρραντηρίοις κηρύγματι, εἴ τις αἵματος ἀρθμείου μεταίτιος».
Πορφύριου, Περί αποχής εμψύχων, 2, 54, 2 «Ἐθύετο γὰρ καὶ ἐν Ρόδῳ μηνὶ Μεταγειτνιῶν, ἕκτῃ ἱσταμένου ἄνθρωπος τῷ Κρόνῳ».
Πορφύριου, Περί αποχής έμψύχων, 2, 54, 3 «Ἐν δὲ τῇ Σαλαμῖνι, πρότερον δὲ Κορωνίδι ὀνομαζομένῃ, μηνὶ κατὰ Κυπρίους Ἀφροδιςίῳ ἐθύετο ἄνθρωπος Ἀγραύλῳ τῇ Κέκροπος καὶ νύμφης Ἀγραυλίδος».
Πορφύριου, Περί αποχής εμψύχων, 2, 55, 3 «ἔθυον δὲ καὶ ἐν Χίῳ τῷ Ὠμαδίῳ Διονύσῳ ἄνθρωπον διασπῶντες, καὶ ἐν Τενέδῳ, ὥς φησιν Εὔελπις ὁ Καρύστιος».
Πορφύριου, Περί αποχής εμψύχων, 2, 55, 4 «Ἐπεὶ καὶ Λακεδαιμονίους φηςὶν ὁ Ἀπολλόδωρος τῷ Ἄρει θύειν ἄνθρωπον».
Πορφύριου, Περί αποχής εμψύχων, 2, 56, 1 «Φοίνικες δὲ ἐν ταῖς μεγάλαις συμφοραῖς ἢ πολέμων ἢ λοιμῶν ἢ αὐχμῶν ἔθυον τῶν φιλτάτων τινὰ ἐπιψηφίζοντες Κρόνῳ, καὶ πλήρης δὲ ἡ Φοινικικὴ ἱστορία τῶν θυςάντων, ἣν Σαγχουνιάθων μὲν τῇ Φοινίκων γλώττῃ συνέγραψεν, Φίλων δὲ ὁ Βύβλιος εἰς τὴν Ἑλλάδα γλῶσσαν δι’ ὀκτὼ βιβλίων ἡρμήνευσεν».
Πορφύριου, Περί αποχής εμψύχων, 2, 56, 2 «Ἴστρος δὲ ἐν τῇ συναγωγῇ Κρητικῶν θυσιῶν φησι τοὺς Κουρῆτας τὸ παλαιὸν τῷ Κρόνῳ θύειν παῖδας».
Πορφύριου, Περί αποχής εμψύχων, 2, 56, 3 «Καταλυθῆναι δὲ τὰς ἀνθρωποθυςίας σχεδὸν τὰς παρὰ πᾶσί φησι Πάλλας ὁ ἄριστα τὰ περὶ τῶν τοῦ Μίθρα συναγαγὼν μυστηρίων ἐφ’ Ἁδριανοῦ τοῦ αὐτοκράτορος».
Πορφύριου, Περί αποχής εμψύχων, 2, 56, 4 «ἐθύετο γὰρ καὶ ἐν Λαοδικείᾳ τῇ κατὰ Συρίαν τῇ Ἀθηνᾷ κατ’ ἕτος παρθένος, νῦν δὲ ἔλαφος».
Πορφύριου, Περί αποχής εμψύχων, 2, 56, 7-8 «Φύλαρχος δὲ κοινῶς πάντας τοὺς Ἕλληνας πρὶν ἐπὶ πολεμίους ἐξιέναι ἀνθρωποκτονεῖν ἱστορεῖ. Καὶ παρίημι Θρᾷκας καὶ Σκύθας, καὶ ὡς Ἀθηναῖοι τὴν Ἐρεχθέως καὶ Πραξιθέας θυγατέρα ἀνεῖλον».
Πορφύριου, Περί αποχής εμψύχων, 2, 56, 9 «Ἀλλ’ ἔτι γε νῦν τίς ἀγνοεῖ κατὰ τὴν μεγάλην πόλιν τῇ τοῦ Λατιαρίου Διὸς ἑορτῇ σφαζόμενον ἄνθρωπον;»
Σουητώνιου, Αύγουστος, 17: «[Ο Αύγουστος] διάλεξε τριακόσιους αιχμαλώτους από τις τάξεις των ιππέων και των συγκλητικών και τους πρόσφερε θυσία στις Ειδές Μαρτίου (επέτειο της δολοφονίας του Καίσαρα) στ βωμό του θεοποιημένου Ιουλίου Καίσαρα».
Ο Σουίδας γράφει στη λέξη «κάθαρμα»: «ὑπὲρ δὲ καθαρμοῦ πόλεως ἀνήρουν ἐστολισμένον τινά, ὂν ἐκάλουν κάθαρμα», δηλαδή, υπέρ του καθαρμού της Αθήνας σκότωναν κάποιον, τον οποίον αποκαλούσαν «κάθαρμα» και τον στόλιζαν.
Σύμφωνα με τον Annaeus Lucanus (Bell. Civ., 1, 198-199) στην Ρώμη γινόταν ανθρωποθυσίες στον Λατιάριο Δία (Juppiter Latiaris), την τέλεση των οποίων αναφέρουν πάμπολοι Χριστιανοί συγγραφείς.
Σύμφωνα με τον Κικέρωνα (Vatin, 6) γίνονται τάματα μπροστά στα εντόσθα σφαγμένων παιδιών.
Στράβωνας, 10, 2, 9 (c452): «ἦν δὲ καὶ πάτριον τοῖς Λευκαδίοις κατ’ ἐνιαυτὸν ἐν τῇ θυςίᾳ τοῦ Ἀπόλλωνος ἀπὸ τῆς σκοπῆς ῥιπτεῖσθαί τινα τῶν ἐν αἰτίαις ὄντων ἀποτροπῆς χἀριν, ἐξαπτομένων ἐξ αὐτοῦ παντοδαπῶν πτερῶν καὶ ὀρνέων ἀνακουφίζειν δυναμένων τῇ πτήσει τὸ ἅλμα», δηλαδή «ήταν πατρώο έθιμο στους Λευκαδίτες, κάθε χρόνο κατά τη θυσία προς τιμή του Απόλλωνα να ρίχνουν από έναν γκρεμό έναν κατάδικο για να αποτρέπουν το κακό».
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Sat Oct 02, 2021 8:38 pm

ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΑ’

21 Ο Κύριος, λέει στους θεούς των εθνών: 24 «(...) Εσείς είστε μηδέν κι είναι ένα τίποτα το έργο σας˙ είναι αποκρουστικό να σας διαλέγει κάποιος για θεούς του».
Όμως, ανθρωποθυσία δεν είναι απαραίτητα μόνο η θανάτωση ανθρώπων προς τιμή των «πατρώων θεών». Αρκεί ο «πατρώος θεός» να απαιτεί το χύσιμο αρχαίου ελληνικού αίματος στο βωμό του. Για παράδειγμα, αφότου καταργήθηκαν οι ανθρωποθυσίες άτυχων Σπαρτιατών στο βωμό της «πατρώας θεάς» Αρτέμιδος, αυτή δεν σταμάτησε να απαιτεί ανθρώπινο αίμα. Έτσι, αντί για θανατώσεις Σπαρτιατών, άρχισαν μαστιγώσεις εφήβων, ώστε και σε αυτήν την περίπτωση το άγαλμα της οντότητας να ξεδιψά με ελληνικό αίμα. Λογικό, αφού οι οντότητες αυτές είναι μισάνθρωπες˙ όταν, δηλαδή, είδαν πως οι αρχαίοι Έλληνες αντιστέκονταν στις ανθρωποκτονίες, τις οποίες αυτές πρόσταζαν, απαίτησαν τουλάχιστον να εξακολουθεί να χύνεται ανθρώπινο αίμα.
Παυσανίας, Λακωνικά, 16, 11 «Στο άγαλμα λοιπόν, έχει μείνει από τον καιρό των θυσιών της Ταυρικής η ευχαρίστηση από το χυνόμενο ανθρώπινο αίμα» («οὕτω τῷ ἀγάλματι ἀπὸ τοὺς ἐν τῇ Ταυρικῇ θυσιῶν ἐμμεμένηκεν ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΑΙΜΑΤΙ ΗΔΕΣΘΑΙ»)!
Ωστόσο, επειδή η μαστίγωση ήταν πολύ άγρια – όπως δείξαμε στο κεφάλαιο περί ανορθολογισμού – και διαρκούσε ολόκληρη μέρα, συχνά τα Σπαρτιατόπουλα πέθαιναν από το μαστίγωμα, πάνω στο βωμό της θεάς που χαιρόταν με το αίμα:
Πλουτάρχου, Τα παλαιά των Λακεδαιμονίων επιτηδεύματα, 40 (239cd) «οἱ παῖδες παρ’ αὐτοῖς ξαινόμενοι μάστιξι δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας ἐπὶ τοῦ βωμοῦ τῆς ὀρθίας Ἀρτέμιδος, μέχρι θανάτου πολλάκις διακαρτεροῦσιν (...). καλεῖται δε ἡ ἅμιλλα διαμαστίγωσις˙ γίνεται δὲ καθ’ ἕκαστον ἕτος». Δηλαδή: «Τα αγόρια [των Σπαρτιατών] στην πόλη τους, μαστιγώνονται μια ολόκληρη μέρα στο βωμό της Όρθιας Αρτέμιδος μέχρι θανάτου πολλές φορές (...). Ο διαγωνισμός καλείται διαμαστίγωση και γίνεται κάθε χρόνο».
Κι ο Λουκιανός επιβεβαιώνει: Λουκιανού, Ανάχαρσις, 38 «ὁρᾷς μαστιγουμένους αὐτοὺς ἐπὶ τῷ βωμῷ καὶ αἵματι ῥεομένους (...) πολλοὶ γοῦν καὶ ἐναπέθανον τῷ ἀγῶνι». Δηλαδή: «βλέπεις να μαστιγώνονται αυτοί [οι νέοι Σπαρτιάτες] πάνω στο βωμό και να ρέει το αίμα (...) πολλοί πέθαναν στον αγώνα αυτό [της διαμαστίγωσης]».
Δηλαδή, και σ’ αυτήν την περίπτωση, παρ’ ότι γινόταν μαστίγωμα κι όχι φόνος, η «Άρτεμη», η οποία ξεγελούσε τους προγόνους μας και την οποία θέλουν οι Νεοπαγανιστές να ξαναλατρέψουν οι σύγχρονοι Λάκωνες, κατάφερνε και πραγματοποιούσε εμμέσως την επιθυμία της για σφαγή αθώων Σπαρτιατόπουλων. Γίνεται φανερό το μίσος της οντότητας αυτής προς τους λάτρεις της: όχι μόνο μαστιγωνόταν απάνθρωπα ο νέος, αλλά επιπλέον το μαστίγωμα κρατούσε όλη την ημέρα – φυσικά, δεν αποτελούσε «τελετή ενηλικίωσης», αφού αν κάποιος έφηβος δεν άντεχε άλλο, παραιτείτο από τη διαδικασία, η οποία επιπλέον δεν ήταν υποχρεωτική – ώστε να αυξηθούν οι πιθανότητες θανάτωσης.
Παυσανία, Αρκαδικά, 23, 1 «Μετά τη Στύμφαλο είναι η Αλέα (...). Υπάρχει και ναός του Διόνυσου με το άγαλμά του. Γι’ αυτό το θεό έχουν μια γιορτή, Σκιέρεια, κάθε δεύτερο χρόνο˙ σύμφωνα με δελφική μαντεία, στη γιορτή του Διόνυσου μαστιγώνονται γυναίκες, όπως μαστιγώνονται οι έφηβοι των Σπαρτιατών στο ιερό της Ορθίας». Ακόμη και το γυναικείο κορμί απαιτούσαν οι «πατρώοι θεοί» να σφαδάζει κάτω από το βούρδουλα. Κοροϊδεύοντας τους ηλίθιους Ειδωλολάτρες, ότι άμα δεν μαστιγωνόταν η γυναίκα, οι... Φυσικές Οντότητες θα τους τιμωρούσαν.
Στο δήμο των Αλών, βόρεια της σημερινής Λούτσας, χαρασσόταν με ξίφος ο λαιμός ενός ανθρώπου, ώστε ο βωμός της Άρτεμης να βραχεί με μερικές σταγόνες αίματος. Ίσως οι λαϊκές δεισιδαιμονίες για βρυκόλακες και δράκουλες να είναι απλώς η ανάμνηση των αιμοβόρων «θεών» της Ειδωλολατρίας. Στα λατινικά Λουπερκάλια με κομμάτια από τις δορές των θυσιασμένων κατσικών χτυπούσαν τις γυναίκες πιστεύοντας πως το χτύπημα τις έδινε γονιμότητα ή εύκολη γέννα!
Άρα, δεν είναι ζήτημα, εάν οι ανθρωποθυσίες γίνονταν παντού ή σε συγκεκριμένα μέρη της Ελλάδας, τακτικά ή έκτακτα, ως άμεση ή ως έμμεση ανθρωποσφαγή. Σημασία έχει ότι στην αρχαιοελληνική θρησκεία οι θεοί απαιτούσαν να χύνεται ανθρώπινο αίμα στους βωμούς τους. Πράγματι το επιχείρημα του ΥΣΕΕ ότι τάχα (ο αντιχριστιανός Πορφύριος τονίζει ότι ήταν τακτικές οι θυσίες) δεν υπήρχαν τακτικές ανθρωποθυσίες είναι αηδιαστικά γελοίο: δηλαδή κατά τα σαΐνια του ΥΣΕΕ, ένας δολοφόνος είναι «καλός άνθρωπος», μόνο και μόνο επειδή δεν δολοφονεί σε τακτά διαστήματα αλλά «αραιά και πού» και – κατ’ αντιστοιχία, σύμφωνα με το ΥΣΕΕ – μια θρησκεία στην οποία δεν γίνονταν τακτικά ανθρωποθυσίες, αλλά μόνο «αραιά και πού», είναι υπέροχη.
Ο καημένος, τίμιος Παυσανίας, ντρέπεται να πει ευθέως τι συνέβαινε στο Λύκαιο Όρος, σε αντίθεση με τους Νεοπαγανιστές, που λατρεύουν τέτοιους αιμοβόρους θεούς. Παρατηρούμε επίσης, ότι, όπως οι Φιλόσοφοι ήταν ξεχωριστή κατηγορία αρχαίων Ελλήνων, αφού σε αντίθεση με τον όχλο των Παγανιστών, αυτοί χλεύαζαν την αρχαία θρησκεία και τις παιδαριώδεις αντιλήψεις της Πατρώας Θρησκείας ότι το άγαλμα είναι θεός, με αποτέλεσμα οι Παγανιστές να τους καταδιώκουν, κατ’ αντιστοιχία με αυτούς, ο Θεμιστοκλής εκπλήσσεται με την εντολή του μάντη, αλλά ο συνηθισμένος σε βάρβαρες λατρείες των θεών όχλος των Ειδωλολατρών, ενθουσιασμένος τρέχει και εκτελεί την ανθρωποθυσία. Ο ίδιος ειδωλολατρικός όχλος θα τον εξορίσει αργότερα. Βλέπουμε δηλαδή ότι οι καλοί, ανώτεροι Αρχαίοι Έλληνες καταδίκαζαν με λόγια ή σιωπηρά την αρχαία θρησκεία και τις τελετές της. «Το μέρος εκείνο της κορυφής όπου βρίσκεται ο βωμός του Διός ονομάζεται και σήμερα από τους χωρικούς "κόκαλα", ανάλογους δε λαϊκούς θρύλους για καμένα και ημιαπολιθωμένα τεμάχια οστών καθώς και για φρικτές θανατώσεις ανθρώπων από τους Αρχαίους στην κορυφή του Λυκαίου έχουν καταχωρήσει στα βιβλία τους οι περιηγητές Gell και Ross» (Από ομιλία του Θεόδωρου Σπυρόπουλου, Εφόρου αρχαιοτήτων Αρκαδίας – Λακωνίας, Επίκουρου καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών «Λύκαιο και Λυκοσούρα – η γενέθλιος κοιτίδα των Αρκάδων» στις 6 Μαΐου 1996 στο ξενοδοχείο Novotel στην Αθήνα, σε εκδήλωση του Συλλόγου Άνω Καρυωτών «ο Λύκαιος Δίας»).
«Το 1979, σε μια αρχαιολογική αποστολή στην Κνωσό, στην Κρήτη, ο καθηγητής αρχαιολογίας Peter Warren ανακάλυψε σπίτια όπου το ταβάνι τους είχε πέσει στο πάτωμα. Ανακάλυψε μερικά σπιτικά αντικείμενα όπως και ένα μεγάλο βάζο που περιείχε κατάλοιπα από τροφές, καμένη γη και οστά ανθρώπου (σπόνδυλο) με σημάδια από κοψίματα. Ερευνώντας περισσότερο στο διπλανό δωμάτιο, ανακάλυψαν 251 οστά από ζώα (πρόβατα, γουρούνια, σκύλους, κ.λ.π.) μαζί με 371 ανθρώπινα κόκαλα και θραύσματα από κόκαλα, όλα όμως ήταν κόκαλα παιδιών. Όλα αυτά τα κόκαλα είχαν σημάδια από κοψίματα. Ο Warren συμπέρανε πως επρόκειτο για κάποιο είδος καvνιβαλισμού, μιας και τα σημάδια των οστών έμοιαζαν με εκείνα που παρουσιάζονται όταν κάποιος προσπαθεί να αφαιρέσει το κρέας από αυτά. Κάποιο μακάβριο είδος λατρείας, με τον θάνατο και το φάγωμα των παιδιών για θρησκευτικούς σκοπούς,έδινε υπόσταση στο μύθο του ανθρωποφάγου Μινώταυρου. Επίσης, πολλά στοιχεία βρέθηκαν που υποστήριζαν την άποψη ότι οι Μινωίτες συμμετείχαν σε ταυρομαχίες για θρησκευτικούς σκοπούς κατά τις οποίες ακροβάτες προσπαθούσαν να πηδήξουν πάνω από τους επιτιθέμενους ταύρους χωρίς να κτυπήσουν στα κέρατά τους. Ο Λαβύρινθος θα μπορούσε να είχε εμπνευστεί στο παλάτι της Κνωσού το οποίο αποτελούνταν από ένα μεγάλο σύμπλεγμα από αλληλοσυνδεόμενα προαύλια και διαμερίσματα» (Πηγή: Ancient Mysteries των Peter James and Nick Thorpe).
Βορειοδυτικά των Αρχανών σε απόσταση 5 xλμ. στους βόρειους πρόποδες του όρους Γιούχτα στη θέση Ανεμοσπηλιά ανασκάφηκε μικρό οικοδόμημα, μινωικό ιερό με τρία δωμάτια στο νότιο μέρος του και μακρύ διάδρομο. Το πιο ενδιαφέρον δωμάτιο είναι το δυτικό όπου βρέθηκαν τρεις ανθρώπινοι σκελετοί, ένας γυναικείος ένας ανδρικός με κοσμήματα ίσως ιερέως και ένας τρίτος νέου ανδρός πάνω σε ένα βωμό με ένα χάλκινο εγχειρίδιο καρφωμένο στο στήθος. Κατά τους ανασκαφείς πρόκειται για ανθρωποθυσία η πρώτη στο Αιγαίο - Κρήτη. Το ιερό καταστράφηκε γύρω στα 1700 π.Χ. (Η αρχαιολογία και η κοινωνική ταυτότητα του φύλου, προσεγγίσεις στην αιγαιακή προϊστορία, σελ. 111, Δήμητρα Κοκκινίδου, Μαρία Νικολαΐδου. Εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2003).
Αντίθετα απ’ ό,τι δίχως καμμία ντροπή διαδίδουν οι εθνικιστές αρχαιολάτρες και οι Νεοπαγανιστές, οι παλαιότεροι μύθοι για ανθρωποθυσίες δεν είναι συμβολικοί ή φαντασία ή συκοφαντίες των Χριστιανών, αλλά εκφράζουν ό,τι συνέβαινε στην Μυκηναϊκή Ελλάδα. Οι αρχαιολόγοι Ventris και Chadwick (Documents in Mycenaean Greek, p. 463) βρήκαν κάποιες πινακίδες που αναφέρουν θυσίες κυρίως γυναικών σε θεούς όπως ο Δίας (DI-U-JA) και η Πότνια Αθηνά (A-TA-NA PO-TI-NI-JA). Όλα αυτά έλαβαν χώρα μέσα στην 2η χιλιετία π.Χ. Η «Πατρώα θρησκεία» πήγαινε εξ αρχής χέρι-χέρι με την ανθρωποθυσία (M. Ventris and J. Chadwick, DOCUMENTS IN MYCENAEAN GREEK, second ed. (Cambridge, 1973), p. 463). Να τι λέει η Μυκηναϊκή Πινακίδα υπ’ αριθμό 172:
[μπροστινή όψη της πινακίδας]
Στον μήνα Πλοουίστος (PLOWISTOS) η Πύλος... φέρνει δώρα και οδηγεί θύματα: Για την Δέσποινα [Πότνια]: ένα χρυσό ποτήρι, μια γυναίκα Για την Μνάσα: ένα χρυσό βαθύ πιάτο, μια γυναίκα Για την Ποσιδαιεία: ένα χρυσό βαθύ πιάτο, μια γυναίκα Για τον Τρις-Ήρωα: ένα χρυσό ποτήρι Για τον κύριο του σπιτιού: ένα χρυσό ποτήρι
[πίσω όψη της πινακίδας]
Η Πύλος φέρνει θυσίες στο ιερό του Ποσειδώνα (PO-SE-DO-O) και η πόλη οδηγεί και φέρνει δώρα και οδηγεί θύματα: Για την Γουία (Gwoia) [και την] Κομαουέντεια (Komawenteia): ένα χρυσό ποτήρι, δύο γυναίκες Η Πύλος θυσιάζει στα ιερά του Πέρση (PERSE) και της Ιφιμέδειας (IPHIMEDEIA) και της Δίουιας (DIWIA) και φέρνει δώρα και οδηγεί θύματα: Για τον Πέρση: ένα χρυσό βαθύ πιάτο, μια γυναίκα Για την Ιφιμέδεια: ένα χρυσό βαθύ πιάτο Για την Δίουια: ένα χρυσό βαθύ πιάτο, μια γυναίκα Για τον Ερμή Αρεία [κριό]: ένα χρυσό βαθύ πιάτο, έναν άνδρα Η Πύλος θυσιάζει στο ιερό του Δία (DI-U-JA) και φέρνει δώρα και οδηγεί θύματα: Για τον Δία: ένα χρυσό βαθύ πιάτο, έναν άνδρα Για την Ήρα (E-RA): ένα χρυσό βαθύ πιάτο, μια γυναίκα Για τον Δρίμιο, γιο του Δία: ένα χρυσό βαθύ πιάτο Η Πύλος[...] 4 ποτήρια, 8 βαθιά πιάτα, 2 άνδρες, 8 γυναίκες
Είναι ξεκάθαρο, ότι πρόκειται για ανθρώπους, που προσφέρονται ως «θύματα» κι όχι ως λ.χ. δούλοι των ιερών του ναού κάθε θεότητας. Τα «θύματα» που οδηγεί η πόλη της Πύλου για το Δία, την Ήρα κ.ά. είναι οι ανθρωποθυσίες που ζήταγαν οι ειδωλολατρικοί «θεοί».
Πρώτος ο Χ. Τσούντας έγραψε πως σε δύο σημεία των Μυκηνών σημείωσε, πολλαπλές μάλιστα, ανθρωποθυσίες κι ακολούθησαν πολλοί άλλοι, Ελληνες και ξένοι ανασκαφείς. Και αναφέρονται οι: A.J.B. Wace στις Μυκήνες, C. Blegen στην Πρόσυμνα, Vollgraff στο Άργος, A. Persson στα Δενδρά, Ε. Πρωτονοταρίου-Δεϊλάκη στην Καζάρμα, ενώ στους πεπεισμένους συγκαταλέγεται και ο Μ. Ανδρόνικος, ο οποίος μάλιστα «θεωρεί πιθανότατο πως οι ίδιοι οι Μυκηναίοι εισήγαγαν το έθιμο της ανθρωποθυσίας στην Κύπρο, όπου επανειλημμένως έχει διαπιστωθεί ανασκαφικά». Θα πουν ορισμένοι πως αυτές είναι απλές αναφορές, βγαλμένες από τη φαντασία και τις μυθολογικές αναφορές κι έτσι, δεν συνιστούν μαρτυρίες. Θα πουν ότι δεν έχουν ανακαλυφθεί οστά ανθρώπινα στους τόπους αυτούς. Δεν απαντάν όμως,
- γιατί υπάρχουν τέτοιες αναφορές αδιάκοπα, από τα βάθη της προϊστορίας ώς τον 3ο μ.Χ. αιώνα;
-γιατί συγγραφείς σοβαροί, ορθολογιστές και ευλαβείς, όπως ο Παυσανίας και ο Πλούταρχος να θελήσουν να αμαυρώσουν την αρχαία λατρεία καταγράφοντας ως πραγματικά τέτοια φρικτά συμβάντα;
-αν αμφέβαλλαν, δε θα ήταν λογικότερο να κατέγραφαν την αμφιβολία τους για τις ανθρωποθυσίες; Αν αμφέβαλλαν, το πιθανότερο είναι ότι θα αποσιωπούσαν τις «φήμες».
-η τελευταία ανασκαφή στο Λύκαιο έγινε το 1904 με μεθόδους ανασκαφής του 1904. Οι νεώτερες ανασκαφές έδειξαν ανθρώπινα οστά στην Κρήτη, όπως προείπαμε. Τέλος, είναι απλοϊκό να πιστέψουμε ότι οι ανθρωποθυσιαστές της κλασσικής αρχαιότητας ή του καιρού του Παυσανία πέταγαν τριγύρω από τον τόπο της θυσίας τα ανθρώπινα κόκκαλα ή τα έθαβαν κάπου κοντά σε συγκεκριμένο τόπο. Η πράξη της θυσίας ήταν μυστική, όπως λέει ο Παυσανίας, και δεν θα ήθελαν να αφήνουν ίχνη προσιτά στον υπόλοιπο κόσμο. Όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά. Άλλωστε, υπάρχει κι ο Πλάτων, που λέει: «παρατηρούμε ότι έχει επιβιώσει ακόμα και στις μέρες μας η συνήθεια να γίνονται ανθρωποθυσίες σε πολλά μέρη του κόσμου» (Νόμοι 782c). Ο Πλάτων έγραψε τους Νόμους μεταξύ 350-340 π.Χ. Ο Ηράκλειτος πάλι λέει (απ. 69): «ἐφ’ ἑνὸς ὰν ποτὲ γένοιτο... ἤ τινων ὀλίγων (sc. θυσίαι κεκαθαρμένων παντάπασιν ἀνθρώπων)» δλδ «από ένα ή από λίγους θα μπορούσαν να γίνουν (θυσίες ανθρώπων ολωσδιόλου καθαρών)». Είναι αστείο να ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές ότι δεν γίνονταν ανθρωποθυσίες στην Αρχαία Ελλάδα επειδή δεν βρέθηκαν στις λιγοστές έρευνες του 1904 κόκκαλα, ενώ ο αντιχριστιανός Πορφύριος ισχυρίζεται το αντίθετο και μάλιστα λέει ότι ώς τον καιρό του γινόντουσαν ανθρωποθυσίες.
Όταν λοιπόν, ωραιοποιείται η αρχαία θρησκεία της πατρίδας μας με τις γνωστές γενικολογίες περί κάλλους των θεών, αυθόρμητα προκύπτει το ερώτημα, τι ανάγκη είχαν οι «θεοί» τους από ανθρωποθυσίες; Και γιατί δεν απαγόρευσαν στους ανθρώπους να τελούν τέτοιες θυσίες λατρεύοντάς τους; Και γιατί δεν τιμώρησαν όσους θυσίαζαν ανθρώπινα πλάσματα στους βωμούς τους; Μήπως γιατί δεν ηταν τόσο «ανώτεροι» και καλοί, αλλά ακριβώς το αντίθετο;
Φυσικά η άποψη ότι και στην ιουδαϊκή θρησκεία της Π.Δ. υπάρχει ανθρωποθυσία είναι ψέμμα. Ο Ισαάκ δεν θυσιάστηκε διότι ήταν δοκιμή της πίστης του Αβραάμ στο Θεό κι όχι πραγματικά θέληση του Θεού να λατρεύεται με θύματα. Ο Αβραάμ υπάκουσε, διότι πίστευε ότι ο Θεός – ακόμη κι αν θυσιαζόταν ο Ισαάκ – θα ανέσταινε τον γιο του, αφού μέσω αυτού θα γενιόταν ο Μεσσίας. Κι ο «Μολώχ» είναι καρχηδονιακή και φοινικική ψευδοθεότητα, κι οχι ο Γιαχβέ. Όντως οι Ισραηλίτες θυσίαζαν τα παιδιά τους˙ αλλά όχι στον Γιαχβέ παρά αποκλειστικά και μόνο στους ειδωλολατρικούς θεούς. Όσοι δηλαδή παρατούσαν την μονοθεϊστική λατρεία του Γιαχβέ και γίνονταν πολυθεϊστές, αυτοί μόνο, οι ξεκομμένοι, ήταν παιδοθυσιαστές. Αλλά ούτε και σε κάποιο τμήμα της Παλαιάς Διαθήκης ή γενικότερα του τελετουργικού της ιουδαϊκής θρησκείας υπάρχει διαταγή για τέτοια πράγματα όπως ανθρωποθυσίες προς τιμή του Θεού. Μόνο στους «ανώτερους πατρώους θεούς».
Και για την περίπτωση του Ιεφθαέ (ΚΡΙΤΑΙ ΙΑ', 30-40) , απαραθέτουμε το κείμενο των Ο' 30 καὶ ηὔξατο ᾿Ιεφθάε εὐχὴν τῷ Κυρίῳ καὶ εἶπεν· ἐὰν διδοὺς δῷς μοι τοὺς υἱοὺς ᾿Αμμὼν ἐν τῇ χειρί μου, 31 καὶ ἔσται ὁ ἐκπορευόμενος, ὃς ἂν ἐξέλθῃ ἀπὸ τῆς θύρας τοῦ οἴκου μου εἰς συνάντησίν μου ἐν τῷ ἐπιστρέφειν με ἐν εἰρήνῃ ἀπὸ υἱῶν ᾿Αμμών, καὶ ἔσται τῷ Κυρίῳ ἀνοίσω αὐτὸν ὁλοκαύτωμα. 32 καὶ παρῆλθεν ᾿Ιεφθάε πρὸς υἱοὺς ᾿Αμμὼν παρατάξασθαι πρὸς αὐτούς, καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς Κύριος ἐν χειρὶ αὐτοῦ. 33 καὶ ἐπάταξεν αὐτοὺς ἀπὸ ᾿Αροὴρ ἕως ἐλθεῖν ἄχρις ᾿Αρνὼν ἐν ἀριθμῷ εἴκοσι πόλεις καὶ ἕως ᾿Εβελχαρμὶμ πληγὴν μεγάλην σφόδρα, καὶ συνεστάλησαν οἱ υἱοὶ ᾿Αμμὼν ἀπὸ προσώπου υἱῶν ᾿Ισραήλ. 34 Καὶ ἦλθεν ᾿Ιεφθάε εἰς Μασσηφὰ εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἡ θυγάτηρ αὐτοῦ ἐξεπορεύετο εἰς ὑπάντησιν ἐν τυμπάνοις καὶ χοροῖς· καὶ αὕτη ἦν μονογενής, οὐκ ἦν αὐτῷ ἕτερος υἱὸς ἢ θυγάτηρ. 35 καὶ ἐγένετο ὡς εἶδεν αὐτὴν αὐτός, διέρρηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ εἶπεν· ἆ ἆ, θυγάτηρ μου, ταραχῇ ἐτάραξάς με καὶ σὺ ἦς ἐν τῷ ταράχῳ μου, καὶ ἐγώ εἰμι ἤνοιξα κατὰ σοῦ τὸ στόμα μου πρὸς Κύριον καὶ οὐ δυνήσομαι ἀποστρέψαι. 36 ἡ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· πάτερ, ἤνοιξας τὸ στόμα σου πρὸς Κύριον; ποίησόν μοι ὃν τρόπον ἐξῆλθεν ἐκ στόματός σου, ἐν τῷ ποιῆσαί σοι Κύριον ἐκδίκησιν τῶν ἐχθρῶν σου ἀπὸ τῶν υἱῶν ᾿Αμμών. 37 καὶ ἥδε εἶπε πρὸς τὸν πατέρα αὐτῆς· ποιησάτω δὴ ὁ πατήρ μου τὸν λόγον τοῦτον· ἔασόν με δύο μῆνας, καὶ πορεύσομαι καὶ καταβήσομαι ἐπὶ τὰ ὄρη καὶ κλαύσομαι ἐπὶ τὰ παρθένιά μου, ἐγώ εἰμι καὶ αἱ συνεταιρίδες μου. 38 καὶ εἶπε· πορεύου· καὶ ἀπέστειλεν αὐτὴν δύο μῆνας. καὶ ἐπορεύθη, αὐτὴ καὶ αἱ συνεταιρίδες αὐτῆς, καὶ ἔκλαυσεν ἐπὶ τὰ παρθένια αὐτῆς ἐπὶ τὰ ὄρη. 39 καὶ ἐγένετο ἐν τέλει τῶν δύο μηνῶν καὶ ἐπέστρεψε πρὸς τὸν πατέρα αὐτῆς, καὶ ἐποίησεν ἐν αὐτῇ εὐχὴν αὐτοῦ, ἣν ηὔξατο· καὶ αὕτη οὐκ ἔγνω ἄνδρα. καὶ ἐγένετο εἰς πρόσταγμα ἐν ᾿Ισραήλ· 40 ἀπὸ ἡμερῶν εἰς ἡμέρας ἐπορεύοντο θυγατέρες ᾿Ισραὴλ θρηνεῖν τὴν θυγατέρα ᾿Ιεφθάε τοῦ Γαλααδίτου ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας ἐν τῷ ἐνιαυτῷ.
(Σε μετάφραση: 30 Κι έκανε τάμα ο Ιεφθάε στον Κύριο: «Αν πράγματι παραδώσεις τους Αμμωνίτες στην εξουσία μου», του είπε», 31 «τότε όποιος βγει πρώτος από την πόρτα του σπιτιού μου να με προϋπαντήσει, όταν με το καλό θα επιστρέψω από τον πόλεμο των Αμμωνιτών, αυτός θ’ ανήκει σ’ εσένα, Κύριε, και θα σου τον προσφέρω ολοκαύτωμα». 32 Έτσι ο Ιεφθάε πέρασε τα σύνορα για να πολεμήσει τους Αμμωνίτες κι ο Κύριος τους παρέδωσε σ’ αυτόν. 33 Τους χτύπησε από την Αρώρ ώς τη Μινίθ, περιοχή με είκοσι πόλεις, κι ώς την Αβέλ-Κεραμίμ. Η ήττα τους ήταν πολύ μεγάλη˙ έτσι οι Αμμωνίτες έγιναν υποτελείς στους Ισραηλίτες. 34 Όταν ο Ιεφθάει γυρνούσε στο σπιτι του, στη Μισπά, βγήκε η κόρη του να τον προϋπαντήσει με τύμπανα και χορούς. Ήταν το μοναχοπαίδι του. Εκτός απ’ αυτήν δεν είχε ούτε γιο ούτε άλλη κόρη. 35 Όταν την είδε ο Ιεφθάε έσχισε μ’ απόγνωση τα ρούχα του και είπε: «Αχ, κόρη μου, με βύθισες στη δυχτυχία! Πόση θλίψη μού ‘φερες κι εσύ! Έχω δεσμευτεί με λόγο ενώπιον του Κυρίου και δεν μπορώ ν’ ανακαλέσω την υπόσχεσή μου». 36 Εκείνη αποκρίθηκε: «Πατέρα μου, αν έδωσες λόγο στον Κύριο, κάνε για μένα ό,τι του υποσχέθηκες, αφού ο Κύριος εκδικήθηκε για σένα τους εχθρούς σου, τους Αμμωνίτες». 37 Είπε ακόμα στον πατέρα της: «Κάνε μου μόνο αυτή τη χάρη: άφησέ με δυο μήνες να πάω ν’ ανέβω στα βουνά και να κλάψω την παρθενία μου μαζί με τις φίλες μου». 38 Εκείνος της είπε: «Πήγαινε». Έτσι την έστειλε για δυο μήνες μαζί με τις φίλες της και πήγαν πάνω στα βουνά να κλάψουν την παρθενία της. 39 Όταν τέλειωσαν οι δύο μήνες, γύρισε στον πατέρα της κι αυτός εκπλήρωσε με την κόρη του το τάξιμο που είχε κάνει. Η κοπέλα δεν είχε γνωρίσει άντρα. Από τότε έγινε έθιμο στο λαό Ισραήλ, 40 να πηγαίνουν κάθε χρόνο οι κόρες των Ισραηλιτών, και να κλαίνε την κόρη του Ιεφθάε, του Γαλααδίτη, για τέσσερις μέρες.)

Από το κείμενο προκύπτει πως
1. ουδέποτε ζήτησε ο Γιαχβέ από τον Ιεφθάε τέτοια θυσία, αλλά αποκλειστικά μόνος του ο Ιεφθάε έκανε τάμα να προσφέρει ολοκαύτωμα ό,τι έβγαινε πρώτο από την θύρα της οικίας του, δίχως μάλιστα να ξέρει ότι θα έβγαινε η κόρη του.
2. Πουθενά δεν λέει ότι ο Γιαχβέ την ενέκρινε. Πουθενά δεν λέει το κείμενο ότι ο Θεός είχε ανάγκη ανθρωποθυσίας, ώστε να χαρίσει τη νίκη στους Ισραηλίτες. Ας μη ξεχνάμε ότι ο Ιεφθάε δεν υποσχέθηκε (στ. 31) ανθρωποθυσία οπωσδήποτε.
3. Πουθενά δεν λέει ότι επέμενε στην εκπλήρωση του τάματος. Η σιωπή του ίσως να οφείλεται στο ότι, επειδή ίσως ο Ιεφθάε νόμιζε ή πίστευε ή έλπιζε, πως από τη θύρα της οικίας του θα εξέρχονταν οποιοσδήποτε άλλος εκτός από την κόρη του, π.χ. δούλος ή ζώο, έκανε το τάμα θεωρώντας ότι δεν θα έχει κόστος. Σα να ήθελε, δηλαδή, να ξεγελάσει το Θεό, ενώ πίστευε/έλπιζε πως θα εξερχόταν κάποιος δούλος.
4. Πουθενά δεν συναντάμε στην Π.Δ. παρόμοιο περιστατικό, καθότι ο Ιεφθάε ήταν απλώς ιδιώτης και δεν ακολούθησε κάποιο ιουδαϊκό θρησκευτικό τελετουργικό, όταν θυσίασε την κόρη του. Από το ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΒ’, 18-19 μαθαίνουμε ότι στις θυσίες ολοκαυτώματος έπρεπε πάντα να θυσιάζεται αρσενικό ζώο χωρίς ελάττωμα. Η κόρη του Ιεφθάε δεν ήταν αγόρι. Επιπλέον η θυσία ολοκαυτώματος συνδυαζόταν με ένα κακό γεγονός, για εξιλέωση, όχι ως ευχαριστία.
5. Πουθενά στην Π.Δ. δεν υπάρχει εντολή του Γιαχβέ για ανθρωποθυσίες ως μέρος της προς αυτόν λατρείας˙ το αντίθετο μάλιστα, ο Γιαχβέ απαγορεύει ρητά να θυσιάζεις την κόρη σου ή το γιό σου (ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΙΒ’, 31, όπου απαγορεύεται ο γονιός να καίει το γιο ή την κόρη του θυσία στο θεό!˙ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΙΗ’ 10˙ ΙΕΖΕΚΙΗΛ Ζ’, 31).
6. Η κατάληξη της ιστορίας είναι πολύ ασαφής. Δεν ξεκαθαρίζεται αν το «ολοκαύτωμα» έγινε με συμβολικό τρόπο λ.χ. καταδικάζοντας την κόρη του σε αγαμία – κάτι ατιμωτικό για τους Ισραηλίτες. Διότι η κόρη, λέει η Π.Δ. (στ. 38) έκλαψε «για την παρθενία της», όχι «για τη ζωή της». Επίσης η Π.Δ. μας λέει ότι η κόρη του δε γνώρισε άντρα (στ. 39). Αυτά τα δύο συνηγορούν στην άποψη της συμβολικής θυσίας ή υποχρεωτικής αγαμίας της κόρης του (η αγαμία και η συνεπαγόμενη ατεκνία θεωρούνταν από τους Ισραηλίτες, άντρες και γυναίκες, μεγάλη ατιμία, αφού η άγαμη/άτεκνη δεν θα γεννούσε απογόνους οι οποίοι κάποτε θα γεννούσαν τον αναμενόμενο Μεσσία). Δεν είναι απίθανο, λοιπόν, ο όρκος του Ιεφθάε να σήμαινε κάτι γενικότερο.
Άλλωστε ανθρωποθυσίες γινόταν προς τιμήν πάρα πολλών ειδωλολατρικών θεών σέ όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου κι όχι μόνο των θεών του Ολύμπου. Οι Πολυθεϊστές Μάγιας, οι Αζτέκοι (Μέσα στο ναό του Ηλίου υπήρξε μέρα που θυσιάστηκαν 10.000 και 20.000 αιχμάλωτοι πολέμου στον θεό Ήλιο.), οι Φοίνικες, οι Γαλάτες, οι Σουηδοί ώς τον 11ο αιώνα, κ.ά. λάτρευαν τους θεούς τους με ανθρωποθυσίες. Γράφει π.χ. ο Ηρόδοτος: «Από τους λαούς αυτούς οι Ταύροι έχουν τα εξής έθιμα: θυσιάζουν στην Άρτεμη τους ναυαγούς κι όποιους Έλληνες συλλάβουν με τον τρόπο που θα περιγράψω: αφού κάνουν την επίσημη έναρξη της θυσίας, χτυπούν τα θύματα με ρόπαλο στο κεφάλι.» (Ηρόδοτος 4, 103). Οι ανθρωποθυσίες δηλαδή είναι ένα γενικό γνώρισμα του Πολυθεϊσμού. Εφόσον, λοιπόν, οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι οι θεοί των άλλων λαών είναι απλώς οι «ελληνικοί θεοί» με άλλο όνομα και εφόσον οι θεοί των άλλων λαών ζητούσαν ανθρωποθυσίες, συνεπάγεται ότι οι «ελληνικοί θεοί» ζήταγαν ανθρωποθυσίες.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Sat Oct 02, 2021 8:39 pm

60. "Η Ελληνική θρησκεία δεν είχε δόγματα και ιερά βιβλία, και κατά συνέπεια ήταν πολύ ανεκτική, μια που ο καθένας ερμήνευε όπως ήθελε το θείον".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: 60a ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΥΠΑΡΞΗΣ ΔΟΓΜΑΤΟΣ Βέβαια.. τι να τα κάνεις τα δόγματα, όταν έχεις ανθρωποθυσίες και μαστιγώσεις μέχρι θανάτου; Καλύτερα μαστιγώσεις παρά δόγμα! Κλασσικό – και ανιστόρητο – δόγμα πολλών. Ακριβώς επειδή ο καθένας ερμήνευε όπως ήθελε το θείον και τους μύθους, γρήγορα έγινε κατανοητό πως οι θεοί και η αρχαία θρησκεία ήταν παραμύθι και φαντασία. Διότι, είτε ο θεός (ο οποιοσδήποτε θεός) θα έχει μια συγκεκριμένη ιδιότητα είτε δεν θα την έχει. Είτε θα έχει κάνει το Χ πράγμα είτε δε θα το έχει κάνει. Αν συμβαίνουν και τα δυό, τότε είναι παράλογο. Η μια πόλη έλεγε για το Δία πως έκανε αυτά κι αυτά, ενώ η άλλη πόλη είχε άλλες παραδόσεις. Ή π.χ. ο Δίας γεννήθηκε στην Κρήτη, ή στην Κρητέα της Αρκαδίας. Αυτό το κατάλαβαν ήδη από την κλασσική και την ελληνιστική εποχή και προσπαθούσαν να το ερμηνεύσουν, πότε λέγοντας ότι είναι συμβολικά και πότε επιλέγοντας έναν εκ των πολλών μύθων, αλλά δεν τους ικανοποιούσε η προσπάθειά τους. Διότι ο καθένας μπορεί να νομίζει οποιονδήποτε συμβολισμό του κατέβει, αλλά τότε μετατίθεται το πρόβλημα από το ποια παράδοση είναι η αληθινή στο ποιος συμβολισμός/ερμηνεία ήταν ο σωστός, και δεν υπήρχε λύση. Αντίθετα, άν ο θεός είναι αληθινός, τότε το τί έκανε ή το τί είναι αυτός, δεν είναι ζήτημα μύθων και παραμυθιών, αλλά αλήθειας μοναδικής. Γι αυτό και χρειάζεται το δόγμα.

60b ΑΡΧΑΙΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΚΑΙ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

Οι μύθοι της αρχαίας θρησκείας δημιουργήθηκαν στην προ-ορθολογική εποχή των Αρχαίων Ελλήνων και κανένα κρυφό ή φανερό νόημα δεν έχουν, εκτός κι αν αρχίσουμε να πιστεύουμε σε ομάδες Ε και νεοεποχίτικα παραμύθια. Είναι δημιούργμα της φαντασίας. Οι Αρχαίοι Έλληνες ορθολογιστές (Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης, σοφιστές 5ου αι.) δεν προσπάθησαν να ταιριάξουν τη σκέψη τους με μύθους του 10ου και 8ου αι., διότι δεν τους πέρασε από το νου πως θα ερχόταν ο κάθε νεοεποχίτης 25 αιώνες μετά, να προσπαθήσει να συνδυάσει Αριστοτέλη και ολύμπιους μύθους, ορθολογισμό και παραμύθια του Ομήρου.
Το τι είχαν στο μυαλό τους οι ποιητές του 8ου και 10ου και 11ου π.Χ. αιώνα δε θα μπορέσουμε να το ξέρουμε. Πίσω από κάθε μύθο ίσως κρύβεται ψήγμα ιστορικής αλήθειας, ίσως όμως κι όχι. Ορθολογιστικές, ιστορικιστικές, ηθικιστικές, φυσικές εξηγήσεις δίνονται και δίνονταν. Από την εποχή πάντως που ξεκίνησε στην αρχαία Ελλάδα ο ορθολογισμός να παίρνει το πάνω χέρι (5ος π.Χ. αι), ώς την εποχή που φανερά χλευάζονταν το Δωδεκάθεο και οι γύρω από αυτό ιστορίες (3ος μ.Χ. αι.), οι μύθοι αυτοί εξετάστηκαν δια της λογικής, απορρίφθηκαν και κατέληξαν για τους αρχαίους απλώς ωραίες αφορμές για καλλιτεχνικά δημιουργήματα και τίποτε άλλο.
Ο Ευριπίδης ρωτά τους «θεούς» (Ίων, στ. 442 κ.ε.): «Πώς είναι δίκαιο/ εσείς που έχετε ορίσει στους ανθρώπους/ τους νόμους, εσείς να κάνετε ανομίες;»
Ο φιλόσοφος Ξενοφάνης (γεν. 575-570 π.Χ.) από νωρίς χτύπησε τον παιδαριώδη ανθρωπομορφισμό των «θεών». Δίδασκε πως οι άνθρωποι παριστάνουν τους θεούς τους κατ’ εικόνα τους. Το ίδιο θα έκαναν όμως και τα ζώα, αν μπορούσαν να τούς παραστήσουν με εικόνες: «Αν είχαν χέρια τα άλογα, τα βόδια, τα λιοντάρια, /να φτειάνουν ό,τι οι άνθρωποι και ζωγραφιές να γράφουν,/ τ’ άλογα καθώς τ’ άλογα, τα βόδια σαν τα βόδια/ θα ζωγράφιζαν τους θεούς, και σώματα παρόμοια/ σαν τα δικά τους θά καμναν θεούς, σαν τα κορμιά τους» (Απόσπασμα 15, μτφ. Σ. Μενάνδρου). Ο Ξενοφάνης λέει ακόμα: «Οι Αιθίοπες θα ζωγράφιζαν τους θεούς μαύρους/ και οι Θράκες γαλανούς και ξανθούς» (Απ. 16). Η θεότητα, λέει ο Ξενοφάνης, δεν μπορεί να μοιάζει με τους ανθρώπους, όπως πιστεύουν οι θνητοί: «Ἀλλ’ οἱ βροτοὶ δοκέουσοι γεννᾶσθαι θεοὺς/ τὴν σφετέρην ἐσθῆτά τ’ ἔχειν φωνήν τε δέμας τε» (Απ. 14). Πλήρης απόρριψη των θεοτήτων του Ομήρου και του Ησιόδου. Καταλήγει ο Ξενοφάνης: «Ένας είναι ο μέγιστος θεός ανάμεσα σε θεούς κι ανθρώπους» («Εἷς θεὸς ἔν τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισι μέγιστος») (Απ. 23).
Ο Πυθαγόρας, σύμφωνα με τον Φιλόλαο, έναν μαθητή του, δίδασκε πως «ἔστιν ἡγεμὼν καὶ ἄρχων ἁπάντων θεός, εἷς ἀεὶ ἐών, μόνιμος, ἀκίνητος, αὐτὸς ἑαυτῷ ὅμοιος, ἕτερος τῶν ἄλλων» (Γιάνη Κορδάτου, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, εκδ. Μπουκουμάνη, σ. 107).
Ενώ ο Θαλής, που εθεωρείτο από τους Πολυθεϊστές άθεος, επειδή δεν πίστευε στους θεούς τους, είχε γράψει το ακόλουθο επίγραμμα: «
πρεσβύτατον τῶν ὄντων θεός· ἀγένητον γάρ. / κάλλιστον κόσμος· ποίημα γὰρ θεοῦ.
μέγιστον τόπος· ἅπαντα γὰρ χωρεῖ. / τάχιστον νοῦς· διὰ παντὸς γὰρ τρέχει. / ἰσχυρότατον ἀνάγκη· κρατεῖ γὰρ πάντων. / σοφώτατον χρόνος· ἀνευρίσκει γὰρ πάντα. (Διογένης Λαέρτιος, I, 35)
Ο δε Εμπεδοκλής λέει (απ. 128, Πορφύριου, Περί αποχής 2, 21): οὐδέ τις ἦν κείνοισιν Ἄρης θεὸς οὐδὲ Κυδοιμὸς / οὐδὲ Ζεὺς βασιλεὺς οὐδὲ Κρόνος οὐδὲ Ποσειδῶν, / ἀλλὰ Κύπρις βαςίλεια. / τὴν οἵ γ’ εὐσεβέεσσιν ἀγάλμασιν ἱλάσκοντο / .............................................................. / ταύρων τ’ ἀρρήτοισι φόνοις οὐ δεύετο βωμός, / ἀλλὰ μύσος τοῦτ’ ἔσυεν ἐν ἀνθρώποισι μέγιστον (...)
Δηλαδή, στα παλιότερα χρόνια οι άνθρωποι: «δεν λάτρευαν κανένα θεό Άρη, ούτε της μάχης την αντάρα/ ούτε ήταν ο Δίας βασιλιάς τους ούτε ο Κρόνος ούτε ο Ποσειδώνας/ παρά βασίλευε η Κύπρη./ Αυτήν εξευμενίζανε με αγάλματα ιερά/ (......)/ Δεν ποτιζόταν ο βωμός τους από ανείπωτες ταύρων σφαγές, παρά τούτο λογιζόταν στους ανθρώπους το μεγαλύτερο βδέλυγμα». Δηλαδή, ο Εμπεδοκλής πίστευε πως αρχικά λατρευόταν Μία θεότητα κι όχι ο Δίας.
Σίγουρα υπάρχουν ορισμένοι – και λιγοστοί – μύθοι και συγκεκριμένα «γεγονότα» μύθων που εύκολα αντιστοιχούνται σε φυσικά ή μετεωρολογικά φαινόμενα˙ πλάι όμως σε αυτές τις καταφανείς εξηγήσεις κοχλάζει ένα πλήθος αμφιλεγόμενων υποθέσεων, ευθύς μόλις η ανθρωπομορφική διήγηση για τους θεούς (η οποία παρουσιάζει μια βιοτική διαδρομή, με γέννηση των θεών, έργα τους, αγώνες κ.λ.π.) αναχθεί σε στοιχειακά δεδομένα και στις αιτιακές τους σχέσεις. Και όλο αυτό το πλήθος των αφηγήσεων που δεν ανάγονται σε «φυσικούς συμβολισμούς» ή οποιαδήποτε άλλη νεοπαγανιστική ασυναρτησία, αποδεικνύει πως πρόκειται περί καθαρής φαντασίας.

60c ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΣ Ο ΑΠΟΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ;

Αφού οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι οι μύθοι είναι συμβολικοί, ας αποσυμβολίσουν τους εξής μύθους:
Γιατί ο Δίας βασάνισε σαδιστικά τον Προμηθέα, τον ευεργέτη του ανθρώπινου γένους; Τι συμβολίζει αυτό;
Γιατί ο Δίας ζευγάρωσε με τη Λήδα με μορφή κύκνου; Τι συμβολίζει αυτό; Αν ζευγάρωνε μαζί της με μορφή ποντικού, θα άλλαζε τίποτα στο «κρυφό νόημα» του μύθου, εκτός από το ότι, επειδή ο Δίας είχε μορφή κύκνου, η Λήδα γέννησε ένα αυγό;(!)
Γιατί ο Δίας κυνηγά να βιάσει την Αστερία; Τι συμβολίζει αυτό; Γιατί αυτή πέφτει και πνίγεται στη θάλασσα; Τι συμβολίζει αυτό;
Γιατί ο Δίας απήγαγε και διακόρευε τον Γανυμίδη; Συμβολίζει κάτι αυτό ή είναι φαντασία ή συνέβη στην πραγματικότητα;
Γιατί ο Δίας κατακεραύνωσε ολόκληρη πόλη, την οποία είχε χτίσει ο Σαλμωνεύς; Δε μπορούσε να φονεύσει τον Σαλμωνέα μόνο; Τι συμβολίζει αυτή η βαρβαρότητά του;
Γιατί ο Δίας σκότωσε τους τροφούς του, τους Κούρητες; Τι συμβολίζει αυτό; Μήπως την Ευγνωμοσύνη;
Τι συμβολίζει που ο Ηρακλής έρριξε στη φωτιά τα παιδιά του και τα ανήψια του; Αν τα στραγγάλιζε και αυτά γινόταν άστρα, θα συμβόλιζε κάτι άλλο ο μύθος;
Γιατί ο Ηρακλής έκοψε τις μύτες και τα αυτιά των απεσταλμένων του Εργίνου; Αν τους έκοβε τη γλώσσα θα συμβόλιζε κάτι άλλο;
Τι συμβολίζει που ο Ηρακλής άρπαξε έναν ταύρο από την άμαξα ενός βοσκού και τον έφαγε, ενώ ο βοσκός ανίσχυρος να αντιδράσει στεκόταν σ’ ένα ύψωμα και τον καταριόταν;
Γιατί ο Ηρακλής, εκεί που ο γιος τού Αρχιτέλη, ο Εύνομος έχυνε νερό στα χέρια του, αυτός τον σκότωσε με μια γροθιά; Τι συμβολίζει αυτό;
Τι συμβολίζει που η Ήρα έρριξε μανία στον Αθάμα και την Ινώ, τροφούς του Διονύσου, ώστε αυτός να σκοτώσει το μεγαλύτερο παιδί του ενώ αυτή να ρίξει τη Μελικέρτη σ’ ένα πυρωμένο καζάνι;
Τι συμβολίζει ότι ο Απόλλων σκότωσε τον ξεφωνημένο εραστή του, τον Υάκυνθο, κατά λάθος;
Γιατί ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα έφτιαξαν ανθρώπους όχι μέσω του φυσικού τρόπου, αλλά ζητώντας από το Δία βοήθεια και πετώντας πέτρες που μετασχηματίζονταν σε ανθρώπους, άνδρες οι πέτρες του Δευκαλίωνα, γυναίκες οι πέτρες ης Πύρρας; Ήταν στείροι; Τι συμβολίζει αυτός ο τρόπος αναπαραγωγής; Από ένα ζευγάρι δημιουργήθηκαν ολόκληροι λαοί; Κι αν ναι, τότε γιατί κοροϊδεύουν την διήγηση του Αδάμ και της Εύας;
Τι συμβολίζει ο έρωτας της Σελήνης με το θνητό Ενδυμίωνα; Γίνεται να διακορεύει ένας θνητός μία εκ των θεών, οι οποίοι είναι «φυσικές δυνάμεις και οντότητες»;
Τι συμβολίζουν αυτές οι ατελείωτες μοιχίες του Δία με θνητές; Αφού δεν αναμιγνύεται θεός με άνθρωπο, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, γιατί οι μύθοι έχουν αντίθετη άποψη;
Τι συμβολίζει ότι ο Άργος είχε μάτια σ’ όλο του το σώμα;
Ήταν άνθρωπος ο Νείλος, ώστε να έχει κόρη και να την παντρέψει με το βασιλιά των Αιγυπτίων;
Τι συμβολίζει ότι ο Βήλος, γιος της κόρης του Νείλου, παντρεύεται μια άλλη κόρη του Νείλου, τη θεία του;
Τι συμβολίζει η Χίμαιρα κι ο φόνος της από τον Βελλεροφόντη;
Τι συμβολίζει ότι ο Ζευς μεταμορφώθηκε σε χρυσάφι για να κυλήσει μέσα από την οροφή στο χάλκινο θάλαμο της Δανάης;
Ο Πέρσης είναι ο θείος της Μήδειας ή ο γιος του Περσέα;
Τι συμβολίζει ότι ο Ποσειδών έκανε αθάνατο τον Πτερέλαο φυτεύοντάς του μια χρυσή τρίχα στο κεφάλι; Θαύμα; Μυστική υπερτεχνολογία των Αρχαίων Ελλήνων, κρυμμένη στα μαντεία; Και πού ήταν αυτή, για να τους σώσει από τους Παγανιστές Ρωμαίους κατακτητές; Χάλασαν τα γρανάζια των Αρχαιοελληνικών Πολεμικών Αεροσκαφών μας και οι Ρωμαίοι μάς υποδούλωσαν;
Πώς κατάφερε η Ήρα να καθυστερήσει επί μήνες τη γέννα της Αλκμήνης, ώστε να γεννηθεί πρώτος ο Ευρυσθέας; Θαύμα;
Πώς συνέβη, επειδή ο Αμφικτρύωνας έρριξε με δύναμη το ρόπαλο σε μια αγελάδα κι αυτό χτύπησε στα κέρατά της, να τιναχτεί και να χτυπήσει κατακέφαλα τον Ηλεκτρύονα;
Στ’ αλήθεια είχε τέτοια δύναμη η μπούκλα των μαλλιών της Γοργόνας, ώστε να πειστεί ο Κηφεύς, βασιλιάς των Αρκάδων, να συνεκστρατεύσει με τον Ηρακλή, ο οποίος τού την έδωσε, προκειμένου, κάθε εχθρός που πλησίαζε την Αρκαδία, να το βάζει στα πόδια, όταν ανεμίζανε οι άμαχοι Αρκάδες την μπούκλα;
Τι φίλτρο ηταν αυτό που έδωσε ο Νέσσος στη Δηιάνειρα; Σπέρμα και αίμα; Τόσο θαυματουργές ιδιότητες να κρατά τον εραστή είχε;
Πώς κατάφερε ο Δίας, αυτή η «ζώσα φυσική δύναμις και οντότητα» που δεν παραβιάζει τους νόμους της φύσης, να πετύχει, ο Σαρπηδώνας να ζήσει τρεις γενιές; Τι συμβολίζει;
Πώς κατάφερε το πέος του μαινόμενου ιερού ταύρου του Ποσειδώνα να εισχωρήσει στον κόλπο της Πασιφάης δίχως να την τραυματίσει; Συμβολισμός; Θαύμα; Ή σκέτη φαντασία;
Τι συμβολίζει ότι η Ίφικλος, για να κάνει αγόρι, έπρεπε να πίνει σκουριά από ξυσμένο μαχαίρι;
Τι συμβολίζει η οχύρωση της Θήβας, δια μαγείας, με θαυματουργή μετακίνηση των λίθων χάρη στην λύρα του Αμφίωνα;
Τι είναι η Σφίγγα; Υπήρξε;
Τι συμβολίζει, ότι ο Διομήδης μπήγει το κοντάρι του στο κορμί της Αφροδίτης κι αυτή φεύγει ξέφρενη από φόβο και πόνο (Ιλιάδας Ε 335-354). Είναι δυνατόν οι θεοί (δυνατότεροι σε κάθε περίπτωση από τους θνητούς) να φοβούνται τους ανθρώπους; Είναι δυνατόν να πληγώνονται από αυτούς; Συνέβη στην πραγματικότητα η μάχη θνητού Διομήδη και θεάς Αφροδίτης ή είναι συμβολική;
Τι συμβολίζει, ότι ο Άρης είχε δεθεί και κλειδωθεί δεκατρείς μήνες μέσα σε χάλκινο πιθάρι από τους θνητούς Εφιάλτη και Ώτο και θα είχε χαθεί; (Ιλιάδας Ε 385-388) Είναι δυνατόν ο τρομερός θεός του πολέμου να κατανικάται από θνητούς; Συμβολικό ή πραγματικό το γεγονός;
Τι συμβολίζει ο Άδης; Ή είναι πραγματικός και υπάρχει; Πώς κατεβαίνει Οδυσσέας με το ζωντανό κορμί του εκεί πέρα; Σημαίνει τίποτε, ότι για να μιλήσουν οι νεκροί, πρέπει να πιούν αίμα ή είναι κάτι που συμβαίνει στ’ αλήθεια; Και πώς μπορεί μια σκιά, η ψυχή ενός νεκρού, να πιεί αίμα, κάτι, δηλαδή, υλικό;
Τι είναι αυτοί οι Γίγαντες; Υπάρχουν;
Ο Φορωνέας πήρε τη φωτιά απ’ το Δία, δίχως να τιμωρηθεί, ή ο Προμηθέας, που τιμωρήθηκε;

60d ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Άλλωστε, το ότι είναι φαντασία και παραμύθια οι μύθοι φαίνεται και από το εξής γεγονός: έχουμε ώς τον 6ο - 5ο π.Χ. αιώνα αφηγήσεις για τις «περιπέτειες» των θεών, τις διαμάχες τους, τις δημιουργίες νέων θεών κλπ. Από εκεί και πέρα δεν υπάρχει καμμία πληροφορία γι’ αυτούς. Γιατί άραγε; Σταμάτησαν να γεννώνται θεοί μετά τον 6ο αιώνα; Δεν κάνουν πια τίποτα; Κι αν κάνουν – όπως πολεμούσαν, έπαιρναν μέρος σε μάχες, κατέβαιναν στους ανθρώπους κ.λπ. – παρόμοια, γιατί δε βρέθηκε κάποιος ποιητής μεταξύ 4ου π.Χ. και 4ου μ.Χ. αιώνα να αφηγηθεί τις νέες εξελίξεις; Μόνο αντιγραφή και αναμάσημα. Σα να ήταν νεκρά δημιουργήματα της φαντασίας τους, κι όταν η φαντασία τους στέρεψε, έπαψαν να δρουν. Αν δρουν, τι έκαναν οι θεοί μετά την «θεογονία» του Ησίοδου. Αν οι θεοί στο παρελθόν γεννούσαν και γεννιόντουσαν, αυτό θα έπρεπε να γίνεται χωρίς διακοπή μέχρι σήμερα, δηλαδή π.χ. ο Δίας να γεννά κι άλλες κόρες. Αν όχι, αυτό θα σήμαινε αδυναμία και ότι ή ότι έφθασαν σε βαθύ γήρας και ευλόγως δεν γεννούν ή ότι πέθαναν και επομένως δεν υπάρχουν πια. Αν λοιπόν οι θεοί ήταν γεννητοί, έπρεπε μέχρι και σήμερα να γεννώνται, όπως ακριβώς και οι άνθρωποι, και μάλιστα θα έπρεπε να είναι περισσότεροι από τους θνητούς ανθρώπους.
Ένα άλλο πρόβλημα με τους μύθους είναι το εξής: έφτιαξε τελικά ο βαβυλώνιος θεός τον άνθρωπο, ή ο έλληνας θεός; Ή ο ινδός θεός; Κυβερνά ο Δίας στον Όλυμπο ή τα πνεύματα των Ινδιάνων; Αφού οι «Εθνικοί Ελληνες» είναι υπέρ όλων των παγανιστικών παραδόσεων, είτε θα πουν (παραλογιζόμενοι, και αυθαιρετώντας) πως όλοι οι θεοί τους έχουν το αντίστοιχό τους με όλους τους θεούς όλων των άλλων χωρών, είτε θα πούν πως οι θεοί της μιας χώρας είναι ανώτεροι των άλλων χωρών. Φαντάζεται κανείς τι κωμική κατάσταση θα δημιουργούνταν, να προσπαθούσαν (αποτυχημένα βεβαίως) να κατατάξουν σε παγκόσμια κατάταξη τους θεούς τους οι Ελληνες Νεοπαγανιστές. Χαρακτηριστικά γράφει ο Διόδωρος Σικελιώτης, για το χάος αναφορικά με τις «ταυτίσεις» θεών: «Την ίδια θεά άλλοι αποκαλούν Ίσιδα, άλλοι Δήμητρα, άλλοι Θεσμοφόρο, άλλοι Σελήνη, άλλοι Ήρα κι άλλοι με όλα μαζί τα ονόματα. Παρομοίως, τον Όσιρι άλλοι λένε πως είναι ο ίδιος με τον Σάραπι, άλλοι με τον Διόνυσο, άλλοι με τον Πλούτωνα, άλλοι με τον Άμμωνα, μερικοί μάλιστα και με τον Δία, ενώ πολλοί τον θεωρούν ίδιο με τον Πάνα˙ υπάρχουν και μερικοί που λένε ότι Σάραπις είναι ο θεός που οι Έλληνες ονομάζουν Ποσειδώνα» (Βιβλιοθήκης ιστορικής βίβλος πρώτη, 25, 1-2). Κουλουβάχατα! Το πιο παράλογο – αλλά και πιθανό, διότι θεωρούν πως καθένας θεός έχει και μια δικαιοδοσία – θα ήταν να πουν ότι, οι Έλληνες θεοί έχουν δικαιοδοσία μόνο στην Ελλάδα, οι ινδικοί μόνο στην Ινδία, οι αρχαίοι ρωσσικοί μόνο στη Ρωσσία κλπ. Έτσι, οι θεοί τους θα έκαναν θεομαχίες, προσπαθώντας να ορίσουν ..ώς πού πέφτει η Ελλάδα, η Ρωσσία, η Ινδία κ.λπ.
Αλλά είναι ακόμη πιο κωμική η κατάσταση με τις αντιστοιχίσεις θεών, διότι ακόμη και κάθε μία ελληνική «θεότητα» δεν ήταν η ίδια. Εξηγούμαστε: «το γεγονός ότι δύο πόλεις έδιναν στο θεό τους το ίδιο όνομα, δε σημαίνει ότι είχαν και τον ίδιο θεό. Υπήρχε μια Αθηνά στην Αθήνα και μια άλλη Αθηνά στη Σπάρτη˙ ήταν δύο διαφορετικές θεές (Θουκιδίδης, 1, 134˙ Παυσανίας, 3, 17) (...) Στο μύθο του Τρωικού Πολέμου βλέπουμε μια Παλλάδα που μάχεται μαζί με τους Έλληνες, και μέσα στην Τροία υπάρχιε μια άλλη Παλλάδα που λατρεύουν οι Τρώες και που τους προστατεύει (Ιλιάδας Ζ 88) (...) Οι πολίτες του Άργους και της Σάμου είχαν καθεμιά και από μία πολιούχο Ήρα˙ δεν ήταν η ίδια θεά, γιατί κάθε μια τής απέδιδε εντελώς διαφορετικές ιδιότητες. (...) Η Ρώμη είχε μία Juno˙ λίγα χιλιόμετρα από κει, οι Βήιοι είχαν μια άλλη˙ ήταν μια τόσο διαφορετική θεότητα, ώστε ο δικτάτορας Κάμιλλος, καθώς πολιορκούσε του Βήιους, απευθύνθηκε στη Juno του εχθρού, με σκοπό να την πείσει να εγκαταλείψει την πόλη των Ετρούσκων και να περάσει στο δικό του στρατόπεδο» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 231, 232). Θα πουν ορισμένοι, ότι και οι Χριστιανοί έχουν Παναγία σε κάθε τόπο, άρα είναι το ίδιο. Αυτό είναι λάθος, διότι η Παναγία της Τήνου κι η Παναγία Σουμελά έχουν τις ίδιες ιδιότητες, την ίδια ζωή κ.λπ., ενώ η Ήρα της Σάμου και η Αθηνά της Αθήνας έχουν – γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν και τόσες διαφορές από μύθο σε μύθο, αναφορικά με κάθε θεό – διαφορετικές ιδιότητες και ιστορία˙ δεν είναι απλώς τοπική η διαφορά, είναι διαφορετική θεότητα με ίδιο όνομα. Δηλαδή, όχι μόνο είναι αδύνατον να αντιστοιχηθούν ξένοι κι ελληνικοί θεοί, αλλά και κάθε ένα όνομα ελληνικής θεότητας αντιστοιχεί σε περισσότερους από έναν θεούς. Εάν, όμως, αυτά δεν ισχύουν, τότε οι «θεοί» είναι ανθέλληνες, αφού υποστήριζαν τους Τρώες κατά των Ελλήνων.

60e ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΔΙ’ ΑΝΗΛΙΚΟΥΣ

Μυθολογία ακατάλληλη δι’ ανηλίκους – πώς να κάνετε το παιδί σας φονιά, γδάρτη, δήμιο, πατροκτόνο, αδελφοκτόνο, παιδοκτόνο, συζυγοκτόνο, βιαστή, διηγούμενοι σε αυτό τους μύθους: Ο Αθάμας σκοτώνει με βέλη το παιδί του – Η Ινώ ρίχνει τη Μελικέρτη σ’ ένα πυρωμένο καζάνι και πηδά κι αυτή – Ο Ηρακλής κόβει αυτιά και μύτες κοινών θνητών – Σκοτώνει αντιπάλους σε αγώνα πάλης, σκοτώνει με ρόπαλο ένα βοσκό, σκοτώνει τον αντίπαλό του αρπάζοντάς τον απ’ τη μέση, σηκώνοντάς τον στον αέρα και σπάζοντάς του τη ραχοκοκκαλιά – Ο Διας σακατεύει το παιδί του – Ο Δίας κρεμά ανάποδα την Ήρα – Ο Απόλλων γδέρνει ζωντανό τον Μαρσύα – Ο Οινοπίων τυφλώνει τον Ωρίωνα στον ύπνο του – Η Αθηνά γδέρνει ζωντανό τον Πάλλαντα – Ο Απόλλων καρφώνει ένα εχθρό του με βέλος στο μάτι – Ο Πελίας κατασφάζει τη μητριά του πάνω στο βωμό της Ήρας – Οι Λήμνιες σφάζουν τους άντρες και τους πατεράδες τους – Η Μηδεία σφάζει, κόβει σε κομματάκια και πετά στη θάλασσα τον αδερφό της – Οι κόρες του Πελία τον κατακρεουργούν και τον βράζουν – Ο Πελίας σφάζει το παιδί του – Η Μήδεια σφάζει τα παιδιά της και το θείο της – Ο Δίας βιάζει μια ιέρεια της Ήρας – Οι νύφες, κόρες του Δαναού, με προτροπή του δολοφονούν τους άντρες τους – ο Ακρίσιος παρατά τη γυναίκα και το παιδί του σε μια βάρκα στη θάλασσα – Ο Κρεσφόντης δολοφονείται από τα παιδιά του – ο Αλκμαίων σφάζει τη μητέρα του, Εριφύλη – Ο Ηρακλής βιάζει την Αύγη.
Είναι παράλογο, οι εθνικιστές αρχαιολάτρες να εξοργίζονται, διότι η Παλαιά Διαθήκη που αναφέρει επίσης ανήθικες πράξεις, διδάσκεται στα σχολεία, ενώ δεν εξοργίζονται καθόλου για τις ανηθικότητες της μυθολογίας, η οποία επίσης διδάσκεται στα σχολεία – τα έπη του Ομήρου διδάσκονται ολόκληρα, δίχως αποκλεισμό των αντιπαιδαγωγικών στίχων. Δηλαδή, σύμφωνα με τους αρχαιόπληκτους, η εβραϊκή ανηθικότητα πρέπει να μη διδάσκεται, ενώ η ελληνική πρέπει να διδάσκεται, επειδή είναι απλώς ελληνική; Οι «Πατρώοι Θεοί» του Φωτός διέπραξαν συνολικά 76 φόνους, μία γενοκτονία, μία αιμομιξία, 3 βιασμούς, 2 απόπειρες βιασμού, 7 βασανισμούς/ακρωτηριασμούς, 78 μοιχίες, 2 κακοποιήσεις τέκνων, ήταν αυτουργοί σε εκατοντάδες φόνους, προκάλεσαν τρέλλα 6 φορές, 5 φορές παιδεραστία.

60f ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ

Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται πως οι μύθοι είναι συμβολικοί, και γι’ αυτό έχουν άδικο οι Χριστιανοί, οι οποίοι εξ αρχής κατέκριναν το ανήθικο και αδύνατο να συνδυαστεί με την αντίληψη περί θεότητας περιεχόμενο ορισμένων μύθων. Ωστόσο, ο Πλάτων έχει ακριβώς τις ίδιες απόψεις με αυτές των Χριστιανών: Καταδικάζει με σφοδρότητα τους ποιητές (Όμηρο, Ησίοδο, Αισχύλο κ.ά.) και τους μύθους που αυτοί έγραψαν. Δεν λέει ο Πλάτων «αυτοί οι φαινομενικά ανήθικοι και αισχροί περί θεών μύθοι είναι συμβολικοί και έχουν κρυφό νόημα». Δεν λέει ο Πλάτων «Α, μύθοι είναι, δεν πειράζει, συμβολικοί είναι». Αντίθετα, αντιμετωπίζει τα γεγονότα των μύθων ως πραγματικά συμβάντα της ζωής των θεών. Για παράδειγμα, λέει ότι ο μύθος στην Ιλιάδα Ω 527 (δες παραπάνω) πρέπει να απορριφθεί διότι είναι απαράδεκτος και εκφράζει μια απαράδεκτη αντίληψη για τη θεότητα. Τόσο γι’ αυτόν τον μύθο όσο και για άλλους ο Πλάτων δεν λέει «είναι συμβολικός, οπότε ας τον κρατήσουμε κι ας τον διδάσκουμε». Λέει «είναι για πέταμα, και απαγορεύεται να τον διδάσκει κανείς». Ο Πλάτωνας γράφει (Πολιτεία 378): «Όσα πάλι έκανε ο Ουρανός κι έπαθε έπειτα από το γιό του [Κρόνο], και αληθινά ακόμη να ήταν, νομίζω πως δεν έπρεπε να λέγονται τόσο εύκολα σε νέους που δεν έχουν κρίση, αλλά να αποσιωπούνται (...). Και δεν πρέπει να ακουστούν ποτέ στη δική μας πόλη, ούτε θα επιτραπή ποτέ να λέγεται εμπρός σε νέο ακροατή, πως και τη χειρότερη αδικία αν έκανε κανείς, πως και τον πατέρα του αν έρριχνε στα χειρότερα βασανιστήρια για κάποιο κακό που του έκανε εκείνος, δεν θα ήταν αυτό κανένα έκτακτο πράγμα, αλλά κάτι που έκαναν και οι πρώτοι και μεγαλύτεροι θεοί. (...) Και ούτε ο ελάχιστος λόγος, εννοείται, δεν θα γίνει, πως πολεμούν και επιβουλεύονται και μάχονται οι θεοί μεταξύ τους, αν θέλουμε τουλάχιστο αυτοί, που μέλλουν να μάς φυλάξουν την πόλη, να νομίζουν το αισχρότερο πράγμα το να γίνονται για το τίποτα εχθροί μεταξύ τους˙ πολύ περισσότερο, να καθόμαστε να διηγούμαστε ή να ιστορούμε γιγαντομαχίες και άλλες κάθε λογής έχθρες θεών και ηρώων με συγγενείς και με άλλους δικούς τους. Αλλά αν ο σκοπός μας είναι να τους πείσουμε, πως ποτέ δεν μίσησε πολίτης άλλο συμπολίτη του κι ούτε είναι όσιο να γίνεται τέτοιο πράγμα, (...) μόνο με αυτό το πνεύμα μύθους να διηγούνται στα παιδιά και να συνθέτουν οι ποιητές. (...) Κι όλες τις θεομαχίες που διηγείται ο Όμηρος, θα είναι ολότελα απαράδεκτα στην πόλη μας, ούτε αν είναι καμωμένα με αλληγορίες, ούτε αν είναι χωρίς αλληγορίες. Γιατί ο νέος δεν είναι σε θέση να κρίνει τι είναι αλληγορία και τι δεν είναι, μα όσα εντυπωθούν από αυτή την ηλικία στο πνεύμα του, δύσκολο είναι συνήθως να εξαλειφθούν και να μετακινηθούν από εκεί μέσα˙ γι’ αυτό ίσως πρέπει να δώσουμε τη μεγαλύτερη σημασία, οι πρώτοι λόγοι που ακούει το παιδί, να είναι όσο μπορεί καταλληλότεροι να το οδηγούν στην αρετή.»
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει (Κατά Ιουλιανού, 1, 117, 118, 120-121):«Αν και, αν μεν αυτά [Οι μύθοι] είναι αληθινά, δεν πρέπει να ντρέπονται, αλλά να φιλοτιμούνται να τα μιμηθούν και να πείσουν ότι δεν είναι αισχρά. Και γιατί πρέπει να καταφεύγουν στο μύθο, ως συγκάλλυμα της αισχύνης; (...) Εάν πουν ότι αυτά είναι φανταστικά δημιουργήματα και φλυαρίες των ποιητών, οι οποίοι χρησιμοποιούν δύο μέσα για να κάνουν ευχάριστη την ποίηση, το μέτρο και τον μύθο, και οιωνεί καταγλυκαίνουν με αυτά την ακοή, ενώ γι’ αυτούς είναι περισσότερο απόρρητο και βαθύτερο το νόημα που υπάρχει μέσα σε αυτά [=στους μύθους], και γίνεται προσιτό στους λίγους από τους πλέον σοφούς, (....) Από πού και από ποια ορμώμενοι και ποιους λόγους χρησιμοποιούντες, θα μπορέσουν να διαπαιδαγωγήσουν αυτούς στην αρετή και να τους κάνουν άξιους περισσότερων με τις παραινέσεις; (..) Μήπως διηγούμενοι τους πολέμους των θεών και τις εξεγέσεις και τις επαναστάσεις και το πλήθος των ελαττωμάτων, τα οποία και αυτοί έχουν και μεταξύ τους επιδεικνύουν, τόσο ιδιαιτέρως όσο και δημοσίως, και με τα οποία ελαττώματα είναι γεμάτο κάθε σύγγραμμα και ποίημα; Πολύ γρήγορα θα τους μετέβαλαν από ειρηνικούς σε φιλοπόλεμους και αντί σοφών σε παράφρονες, και όχι, αντιθέτως, σε μετρημένους και συνετούς αντί θρασέων και αμόρφωτων, με τα παραδείγματα αυτά. Διότι αυτούς, που είναι δύσκολο και χωρίς εκείνα που τους τραβούν προς το κακό να τους μεταθέσεις από την κακία και να τους μεταφέρεις προς την καλλίτερη μοίρα απο τη χειρότερη, αυτούς ποιος θα μπορούσε να τους πείσει να γίνουν ήμεροι και συγκρατημένοι, αφού χρησιμοποιούν ως οδηγούς και προστάτες των παθών τους τους θεούς, και όπου το κακό θεωρείται τίμιο, καθόσον προίσταται κάποιους από τους θεούς, του οποίου το πάθος τιμάται με βωμούς και θυσίες και απολαύει ελευθερίας υπό την προστασία των νόμων; Διότι αυτό είναι το χειρότερο: ότι εκείνα που τιμωρούνται από τους νόμους, αυτά ως θεϊκά τιμώνται. Τόσο μεγάλο είναι το μέγεθος της αδικίας σας.

121. Δεύτερον, ας προβληθεί προς αυτούς ο σεβασμός και η τιμή των γονιών και ο σεβασμός της πρώτης αιτίας της ύπαξης. Γι’ αυτό και η λογική ας μας προτρέπει και η θεολογία ας μας πείθει. Πώς δε δεν θα μας πείσει ο Κρόνος ο οποίος απέκοψε το μόριο του Ουρανού, για να γίνει άγονος μεταξύ των θεών (...) και ο,τιδήποτε άλλο παρόμοιο προβάλλουν σε αυτούς ως παράδειγμα τιμής των γονιών οι βίβλοι [των μύθων];»
Είτε μιλάει ο Πλάτωνας είτε ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, το ίδιο κάνει. Και οι δύο ισχυρίζονται πως οι βλαβεροί μύθοι, είτε είναι αλληγορίες είτε όχι (το τονίζει ιδιαίτερα ο Πλάτων), επιδρούν βλαβερά στους ανθρώπους. Πιστεύουν δηλαδή και οι δύο ότι μύθοι που μιλάνε για θεομαχίες και άλλες παρεκτροπές των «θεών» δίνουν το κακό παράδειγμα στους ανθρώπους. Κι έτσι οι άνθρωποι παραδειγματίζονται από την κακία, την οποία δίνουν ως παράδειγμα οι δήθεν «συμβολικοί» (ηθικά αθώοι) μύθοι. Αυτά δε τα λέει κανένας «θρησκόληπτος Χριστιανός», τα προσυπογράφει ο μεγαλύτερος φιλόσοφος της Ελλάδας. Συνεπώς, ο Πλάτων δεν θεωρεί καθόλου τους μύθους ηθικώς αβλαβείς, αλλά το αντίθετο, συμμερίζεται την χριστιανική άποψη.
«-Θα επιτρέψουμε λοιπόν, έτσι εύκολα ν’ ακούουν τα παιδιά τούς όποιους λάχη μύθους, που τους έπλασαν όποιοι λάχουν;
-Διόλου μάλιστα δε θα το επιτρέψωμε.
-(...)Τους περισσότερους βέβαια [μύθους] απ’ αυτούς που τους διηγούνται σήμερα, πρέπει να τους βγάλωμ’ έξω» (Πολιτεία 377c-d)
«(..) και αν ήταν οπωσδήποτε ανάγκη να γίνη λόγος γι’ αυτά, να τ’ ακούουν με απόλυτη μυστικότητα όσο μπορεί πιο λίγοι» (Πολιτεία 378a).
Εδώ να σημειώσουμε
1) τη δυσφορία, με την οποία ο Πλάτων δίνει την άδεια, ακόμη και γι'αυτήν την ακρόαση. Μόνο «αν ήταν οπωσδήποτε ανάγκη».
2) ότι δεν αναιρείται τίποτε, όσον αφορά την απαγόρευση να ακούνε ή να διδάσκονται οι νέοι τους μύθους αυτούς. Ακόμη κι αν αυτό ήταν το τελικό συμπέρασμα του Πλάτωνα, πάλι, επειδή οι νέοι δεν θα διδάσκονταν τους μύθους αυτούς, αυτοί έπειτα από μια γενιά θα έσβηναν και θα χάνονταν από τη μνήμη. Ωστόσο αυτή δεν είναι η τελική πρόταση του Πλάτωνα.
«Ούτε θ’ αφήσωμε τους νέους ν’ ακούουν εκείνα που λέγει ο Αισχύλος, ότι τάχα ο θεός αφορμή βρίσκει σαν θέλη σύρριζα να ξεπατώσει σπίτι (Αισχύλου Νιόβη)» (Πολιτεία 380a).
«Να μη δώσωμε ποτέ την άδεια σε κανένα, ούτε σε νέους ούτε σε γέρους, ούτε να λέγουν ούτε ν’ ακούουν μέσα στην πόλη μας τέτοιους λόγους είτε με στίχους είτε χωρίς στίχους, γιατί και ανόσια είναι να λέγουνται, αν λέγουνται, τέτοια πράγματα για τους θεούς και για μας όχι ωφέλιμα, μα ακόμη και μεταξύ τους ασύμφωνα» (Πολιτεία 380b-c).
«Όταν κανείς μας λέγει τέτοια για τους θεούς, θα του γυρίσωμε τις πλάτες και δε θα του δώσωμε τα ψαλτικά του, ούτε και στους δασκάλους θα επιτρέψωμε να τα μεταχειρίζουνται για την ανατροφή των παιδιών» (Πολιτεία 383c).
«Γιατί, αν τ’ ακούσουν στα σοβαρά οι νέοι όλα τα τέτοια (τους μύθους) και δεν τα περιγελούν σαν ανάξια να λέγονται, εύκολα θα καταντήσουν να μην το θεωρούν ανάξιο να τα κάνουν και οι ίδιοι» (Πολιτεία 388d)....
... «Γιά όλους αυτούς τους λόγους ας καταργήσουμε τούς τέτοιους μύθους, μήπως γεννήσουν μέσα στην ψυχή των νέων πολλή ευκολία για την πονηρία» (Πολιτεία 391e).
Βλέπουμε, ότι ο Πλάτων, αν και για μια στιγμή του περνά απ’ το νού να επιτρέψει σε πολύ λίγους πολίτες να ακούν τους παράλογους μύθους (378a), (κι αυτό με μεγάλη δυσαρέσκεια, «αν ήταν οπωσδήποτε ανάγκη»˙ οι νέοι, όμως, απαγορεύεται σε κάθε περίπτωση να τα ακούνε), αμέσως αλλάζει γνώμη και προστάζει κανείς πολίτης, όχι μόνο απλώς οι νέοι, αλλά ούτε και οι γέροι, να μην ακούει τους μύθους που ο Πλάτων απαγορεύει (380 b-c).

60g ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΟΙ ΟΙ ΜΥΘΟΙ;

Αντίθετα, πάντως, με τις απόψεις των Νεοπαγανιστών και των τελευταίων Παγανιστών που εναγωνίως – επειδή τους κατηγορούσαν οι Χριστιανοί – προσπαθούσαν να δείξουν ότι οι μυθολογικοί βιασμοί, μητροκτονίες, αδελφοκτονίες και βασανισμοί ήταν συμβολικοί, οι ίδιοι οι απλοί Ειδωλολάτρες της προχριστιανικής και δη της κλασσικής εποχής, φαίνεται να είχαν διαφορετική γνώμη. Φαίνεται πως τότε δεν είχαν πρόβλημα να συγκαλύπτουν τις συμβολικές αιματοχυσίες της μυθολογίας.
«Τοῦ δὲ ἀγάλματος τὸ βάθρον παρέχεται μὲν βωμοῦ σχῆμα, τεθᾶφθαι δὲ τὸν Ὑάκινθον λέγουσιν ἐν αὐτῷ, καὶ Ὑακινθίοις πρὸ τῆς τοῦ Ἀπόλλωνος θυςίας ἐς τοῦτον Ὑακίνθῳ τὸν βωμὸν διὰ θύρας χαλκῆς ἐναγίζουσιν», γράφει ο Παυσανίας, (Λακωνικά, 19, 3). Δηλαδή: «Το βάθρο του αγάλματος έχει σχήμα βωμού και λέγεται ότι εκεί είναι θαμμένος ο Υάκινθος και στα Υακίνθια, πριν από τη θυσία στον Απόλλωνα, σ’αυτόν τον βωμό και μέσα από χάλκινη πόρτα κάνουν εναγνισμούς για τον Υάκινθο». Δηλαδή ο Υάκινθος δεν ήταν ένας «ανύπαρκτος», και «απλό σύμβολο», αλλά σύμφωνα με τους Ειδωλολάτρες ήταν υπαρκτό πρόσωπο, αφού είχε τάφο.
Ηροδότου, Ιστορίαι, 2, 45 «Λέγουσι δὲ πολλὰ καὶ ἄλλα ἀνεπισκέπτως οἱ Ἕλληνες˙ εὐήθης δὲ αὐτῶν καὶ ὅδε ὁ μῦθός ἐστι τὸν περὶ τοῦ Ἡρακλέους λέγουσι, ὡς αὐτὸν ἀπικόμενον ἐς Αἴγυπτον στέψαντες οἱ Αἰγύπτιοι ὑπὸ πομπῆς ἐξῆγον ὡς θύσοντες τῷ Διί˙ τὸν δὲ τέως μὲν ἡσυχίην ἔχειν, ἐπεὶ δὲ αὐτοῦ πρὸς τῷ βωμῷ κατάρχοντο, ἐς ἀλκὴν τραπόμενον πάντας σφέας καταφονεῦσαι. Ἐμοὶ μέν νυν δοκέουσι ταῦτα λέγοντες τῆς Αἰγυπτίων φύσιως καὶ τῶν νόμων πάμπαν ἀπείρως ἔχειν οἱ Ἕλληνες˙ τοῖσι γὰρ οὐδὲ κτήνεα ὁσίη θύειν ἐστὶ χωρὶς ὑῶν καὶ ἐρςένων βοῶν καὶ μόσχων, ὅσοι ἂν καθαροὶ ἔωσι, καὶ χηνῶν, κῶς ἄν οὗτοι ἀνθρώπους θύεν; Ἔτι δὲ ἕνα ἐόντα τὸν Ἡρακλέα καὶ ἔτι ἄνθρωπον, ὡς δή φασι, κῶς φύσιν ἔχει πολλὰς μυριάδας φονεῦσαι; Καὶ περὶ μὲν τούτων τοσαῦτα ἡμῖν εἰποῦσι καὶ παρὰ τῶν θεῶν καὶ παρὰ τῶν ἡρώων εὐμενείη εἴη». Σε μετάφραση: «Οι Έλληνες έχουν πολλούς μύθους που δεν στηρίζονται σε γεγονότα. Ένας από τους πιο αστείους είναι αυτός που διηγείται πως πήγε ο Ηρακλής στην Αίγυπτο, όπου τον συνέλαβαν οι Αιγύπτιοι και ήθελαν να τον θυσιάσουν στον Δία με όλη την πρέπουσα λαμπρότητα και με το θυσιαστήριο στεφάνι πάνω στο κεφάλι του, και πως εκείνος έμεινε άπραγος μέχρι τη στιγμή που θα άρχιζε η τελετή στον βωμό, οπότε χρησιμοποίησε τη δύναμή του και τους σκότωσε όλους. Κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον, αυτός ο μύθος είναι αρκετή απόδειξη ότι οι Έλληνες έχουν πλήρη άγνοια του χαρακτήρα και των συνηθειών των Αιγυπτίων. Η ίδια η θρησκεία τους απαγορεύει να σκοτώνουν ακόμα και ζώα για θυσία, εκτός από πρόβατα, ταύρους, χοίρους και μοσχάρια που έχουν περάσει από έλεγχο καθαριότητας και χήνες. Πόσο πιθανό είναι λοιπόν, να ήθελαν να θυσιάσουν έναν άνθρωπο; Εξάλλου, αν ο Ηρακλής ήταν κοινός θνητός, όπως λένε πως ήταν, πώς είναι δυνατό να σκότωσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους; Εύχομαι θεοί και ήρωες να με συγχωρήσουν για αυτά που είπα πάνω σε αυτά τα θέματα!» Βλέπουμε τον Ηρόδοτο να ζητά συγγνώμη από τους θεούς, επειδή τόλμησε να κρίνει το περιεχόμενο ενός μύθου ως ψευδές. Πραγματεύεται δηλαδή τον μύθο όχι ως «συμβολικό», όχι ως δόγμα θεολογικό, αλλά ως αληθινό γεγονός που διέπραξε ο ημί-θεος Ηρακλής, διότι φοβάται μήπως αρνούμενος το αληθές τού μύθου, διαστρέψει την ιστορική αλήθεια! Εάν οι μύθοι ήταν απλά σύμβολα, δε θα φοβόταν ο Ηρόδοτος να «διαστρεβλώσει» την νομιζόμενη ιστορική αλήθεια που αυτοί περιέχουν, αλλά απλώς θα εξέφραζε άλλη άποψη για το «συμβολικό νόημά» τους. Συνεπώς, δεν ήταν «σύμβολα – ούτε βεβαίως δογματικά άρθρα πίστεως και κοσμοαντίληψης – οι αρχαίοι μύθοι, αλλά θεωρούνταν αληθινά γεγονότα.
Ας μη ξεχνάμε ότι οι «μύθοι», επειδή θεωρούνταν αληθινά γεγονότα κι όχι «συμβολικά», αποτελούσαν παράδειγμα προς μίμηση. Ό,τι έκαναν οι θεοί στους μύθους, το έκαναν και οι λάτρεις τους. Παιδεραστία ο θεός; Παιδεραστής κι ο θνητός. Μοιχός ο θεός; Μοιχός κι ο θνητός λάτρης του. Φονιάς ο θεός; Φονιάς κι ο θνητός. Απόδειξη γι’ αυτό είναι ότι ο Πλάτωνας, αναφέρει στους Νόμους ότι τον «μύθο» του Δία και του Γανυμίδη τον χρησιμοποιούν οι παιδεραστές σε όλη την Ελλάδα, για να δικαιολογήσουν την ομοφυλοφιλία τους. «Ήταν τόσο σίγουροι ότι οι νόμοι τους προήλθαν από το Δία, ώστε τον φόρτωσαν μ’ αυτό το μύθο για να έχουν ένα θεϊκό παράδειγμα, όταν ήθελαν να απολαμβάνουν και αυτό το είδος ηδονής» (Νόμοι, 636c).
Γι’ αυτό το λόγο κι ο Αριστοφάνης γράφει «Με παντρεμένη αν σε πιάσουν / θα πεις απλά στον σύζυγο/ πως δεν διέπραξες αδικία, αφού κι ο Δίας το ίδιο έκανε, / σαν ερωτιάρης που ήτανε και γυναικάς/ Κι αφού εσύ είσαι θνητός, πώς από τον θεό θα είσαι δυνατότερος» (Αριστοφάνη, Νεφέλες, στχ. 1079-1082).
Ο Ευριπίδης γράφει (Ίων, στ. 449 κ.ε.): «Σωστό δεν είναι/ με κατηγόριες να κακολογούμε/ τους δύσμοιρους ανθρώπους αν μιμούνται/ τα έργα που οι θεοί κρίνουν δίκαια,/ μα εκείνους που σ’ αυτά μας δασκαλεύουν» και (Ηρακλής μαινόμενος, στ. 1316): «με γάμους άνομους δεν έχουν σμίξει;/ Δεν ατίμασαν για την εξουσία/ τους γονιούς δένοντάς τους μ’ αλυσίδες;/ Αξένοιαστοι στον Όλυμπο όμως ζούνε/ παρά τα σφάλματά τους», υποστηρίζοντας πως για την ανηθικότητα των ανθρώπων φταίνε οι θεοί με το παράδειγμα που δίνουν στους μύθους.
Να τι γράφει ο Παλλαδάς, που αν κι Εθνικός, δεν χαμπάριαζε από «συμβολικούς μύθους» κι άλλες ανοησίες, αλλά συνέδεε τους ανθρωποκτόνους με το παράδειγμα που δίνει ο Δίας. «Εἴ τούς ἀνδροφόνους εὐδαίμονας ὄντας ὁρῶμεν,/οὐ πάνυ θαυμάζω˙ τοῦ Διός ἐστι γέρας./τόν γάρ γεννήσαντα μεμισηκώς καί ἐκεῖνος/ κτεῖνεν ἄν, εἰ ὁ Κρόνος θνητός ἐτύγχανεν ὤν˙/ ἀντί δέ τοῦ κτεῖναι σύν τοῖς Τιτῆσι κολάζει,/δέσμιον ὡς ληστήν εἰς τὀ βάραθρον ἐνείς» (Π.Α. X, 53). Μετάφραση: «Αν βλέπω ευτυχείς τους ανθρωποκτόνους να είναι/δεν απορώ πολύ./του Δία είναι ο έπαινος./ κι εκείνος τον γεννήτορά του ασφαλώς θάχε σκοτώσει,/που τόσο μίσησε, αν τύχαινε θνητός ο Κρόνος νάναι./όμως μαζί με τους Τιτάνες δεν τον σκότωσε. Δέσμιο/μες στο βαθύ το βάραθρο, προτίμησε, ωσάν ληστή, να τον κρατάει».
Ο Πλάτων καθόλου δε θεωρεί «συμβολικά» όσα λεν οι μύθοι, όπως επιμένουν οι Νεοπαγανιστές, αλλά απολύτως πραγματικά γεγονότα˙ πάντως πιστεύει πως αυτοί που τα πρωτοείπαν και αυτοί που τα ακούν, τα θεωρούν αληθή. Όχι ως συμβολικά.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Sat Oct 02, 2021 8:40 pm

«Όλα όσα λέγουν οι ποιηταί και οι μυθολόγοι δεν είναι διήγηση για πράγματα, που είτε έχουν γίνει, είτε γίνονται τώρα, είτε που θα γίνουν;
-Τι άλλο βέβαια;» (Πολιτεία 392d).
Οι ποιητές είναι «τέκνα συγχρόνως και προφήτες των θεών» (Πολιτεία 366b)˙ αυτή είναι η άποψη των πολυθεϊστών του 4ου αι., όπως τη μεταφέρει ο Πλάτωνας. Άρα, σύμφωνα με τους Πολυθεϊστές (αλλά αντίθετα με τον Πλάτωνα), τα λόγια των ποιητών κι οι μυθολογίες δεν μπορεί να είναι «λανθασμένα». Είναι «προφητείες»˙ αποκάλυψη.
Είναι ολοφάνερο, ότι για τους αρχαίους Έλληνες της κλασσικής εποχής οι μύθοι δεν ήταν «συμβολικοί», όπως λεν οι Νεοεποχίτες, αλλά αληθινά γεγονότα – επαναλαμβάνουμε: όχι όμως πηγές δογματικής θεολογίας – και παραδείγματα προς μίμηση. Αυτός είναι άλλωστε κι ο λόγος που ο Πλάτωνας θέλει την «κάθαρση» των ανήθικων μύθων. Ξέρει πολύ καλά ο Πλάτων αυτά που οι νεοεποχίτες Νεοπαγανιστές αρνούνται.
Ορισμένοι θα ισχυριστούν, ότι οι θεοί είναι σύμβολα των φυσικών δυνάμεων. Έτσι, π.χ. ο Απόλλωνας είναι ο συμβολισμός του Ήλιου και η Άρτεμη ο συμβολισμός της Σελήνης. Ωστόσο, δεν υπάρχει μόνο ο θεός Απόλλων κι η θεά Άρτεμη, αλλά την ίδια στιγμή, εκτός από αυτούς υπήρχαν και οι θεοί Ήλιος και Σελήνη, ως ξεχωριστές θεότητες από τους Απόλλωνα και Άρτεμη. Εάν ο Απόλλων ήταν «απλώς» ο συμβολισμός του Ήλιου, τότε δεν θα υπήρχε λόγος να υπάρχει ταυτόχρονα ξεχωριστή θεότητα Ήλιος και Σελήνη. Άρα ο Απόλλων δεν είναι απλώς ένας φυσικός συμβολισμός. Άλλωστε η Θεά Σελήνη έχει ερωτικές σχέσεις με τον κοινό θνητό Ενδυμίωνα, ενώ η Θεά Άρτεμη είναι παρθένα.
Με άλλα λόγια, οι Αρχαίοι, ακόμη κι αν στην αρχή, στην προϊστορία τους, είχαν κάποιο φυσικό συμβολισμό για τον Απόλλωνα (πράγμα, βεβαίως, αναπόδεικτο), στη συνέχεια το «ξέχασαν» εντελώς και, παράλληλα με τον συμβολικό θεό Ήλιο, συνυπήρχε ο θεός Απόλλων, ο οποίος είχε «αποσυμβολιστεί». Δεν πίστευαν οι Αρχαίοι ότι οι θεοί τους ήταν σύμβολα. Εξάλλου, όπως είδαμε, οι θεοί δεν μπορεί να είναι «συμβολικοί», διότι κάθε θεότητα μπλέκεται στα πόδια και μπαίνει στα χωράφια πολλών άλλων θεοτήτων «κλέβοντάς» τους τον δικό τους συμβολισμό. Δεν μπορεί η «πελάγια Αφροδίτη» να συμβολίζει το ίδιο με τον αρμόδιο για τη θάλασσα θεό, Ποσειδώνα. Θα ήταν άχρηστη η ύπαρξή της ως συμβόλου, αφού ο Ποσειδώνας φροντίζει για τη θάλασσα. Κι αν υποτεθεί ότι κάθε θεότητα έχει πολλές λειτουργίες, τότε θα έπρεπε να έχει διαφορετικό όνομα, αφού προφανώς η μία λειτουργία είναι πολύ πιο κοντά στην ιδιότητα της μίας παρά της άλλης θεότητας. Επιπλέον, όντας – σύμφωνα με τον ορισμό των Νεοπαγανιστών – οι θεότητες δυνάμεις, κάθε δύναμη, αν ήταν πολλαπλή (με πολλές λειτουργίες) θα έπρεπε να υποδιαιρεθεί σε τόσες δυνάμεις-θεότητες (με διαφορετικό όνομα), ώστε κάθε μία από αυτές να έχει μόνο ένα όνομα. Δηλαδή,
1) η άποψη περί συμβολικών θεών είναι ορθή σε λίγες περιπτώσεις μύθων.
2) Δεν μπορούμε να ξέρουμε, πότε ένας μύθος είναι συμβολικός ή πραγματική ιστορία ή σκέτη φαντασία. Ο «Προμηθέας» ως λέξη, σύμφωνα με τον Π. Λεκατσά προέρχεται από το σανσκριτικό «prâmantha», που σημαίνει «το ξύλινο όργανο, δια της τριβής του οποίου οι πρωτόγονοι παράγουν πυρ. Προς το σύμβολο ακριβώς του Προμηθέα αντιστοιχεί ο νάθρηκας του Ησίοδου (Έργα και Ημέραι, στ. 50)». Στη Σπάρτη και σ’άλλα μέρη της Λακωνίας είναι βεβαιωμένη από φιλολογικές και επιγραφικές πηγές λατρεία του «Δία αγαμέμνονα» (Ν. Παπαχατζή, Η θρησκεία στην Αρχαία Ελλάδα, Εκδοτικής Αθηνών, σ. 123), πράγμα που σημαίνει ότι ο θρυλικός Αγαμέμνονας, αδερφός του σπαρτιάτη βασιλιά Μενέλαου είχε θεοποιηθεί ως Δίας. Άλλοτε, λοιπόν, έχουμε φαντασία, άλλοτε μακριά ανάμνηση της πρωτόγονης ζωής ή πραγματική ιστορία, άλλοτε συμβολισμό, όμως, ούτε γνωρίζουμε τα πραγματικά γεγονότα της προϊστορίας ούτε οι μεταγενέστερες αυθαίρετες συμβολικές ερμηνείες είναι αποδείξιμες.
3) Είναι (η άποψη περί συμβολισμού) αδύνατη, διότι κάθε θεός εμπλέκεται στις αρμοδιότητες/συμβολισμούς άλλων θεών, άρα υπάρχουν π.χ. δύο θεοί για ένα φυσικό φαινόμενο ή δύναμη,
4) Οι μύθοι, επειδή είναι διηγήσεις που περιγράφουν ολόκληρη τη «ζωή» ενός θεού, τις μάχες, συμμαχίες, έρωτες, μαλώματα κ.λπ. δεν γίνεται να είναι φυσικός συμβολισμός. Δεν μπορεί σε κάθε τι που αποτελεί μέρος της διήγησης μιας ολόκληρης ζωής, να δοθεί συμβολική εξήγηση. Θα ήταν το ίδιο αφελές, αν τη ζωή ενός ανθρώπου – οι θεοί είναι ανθρωπομορφικοί – προσπαθούσαμε να τη θεωρήσουμε «συμβολική», αποσυμβολίζοντας (βάσει της θεωρίας, ότι οι πράξεις είναι συμβολισμοί φυσικών φαινομένων) κάθε πράξη του. Είναι, λοιπόν, οι μύθοι, κυρίως μη συμβολική περιγραφή των πράξεων του θεού.
5) Δεν μπορεί, μέσα στο χάος των τόσων πολλών και συχνά αντικρουόμενων μυθολογικών διηγήσεων, να εκλεγεί αυθαίρετα Ένας μύθος ως ο σωστός/πραγματικός. Ως συνέπεια, επίσης δεν μπορεί να υπάρξει Ενας και μοναδικός Αποσυμβολισμός του «θεού»/μύθου, διότι αυτό απαιτεί την ύπαρξη Δόγματος, το οποίο καθορίζει ποια από όλες τις ερμηνείες και ποιος από όλες τις παραλλαγές του μύθου είναι ο σωστός. Δόγμα όμως δεν υπήρχε στην Αρχαιότητα˙ άρα ούτε και κοινά αποδεκτός Αποσυμβολισμός.
6) Οι Αρχαίοι στην πλειοψηφία τους, εκτός ορισμένων θρήσκων φιλοσόφων, τους μύθους δεν τους λογάριαζαν για συμβολικούς, αλλά για πραγματικά γεγονότα.
Όταν επικράτησε ο Χριστιανισμός, σαν μικρά παιδιά οι Παγανιστές προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα των αρχαίων μύθων, παρουσιάζοντάς τα ως «συμβολικά».
Και βέβαια, για να γυρίσουμε στα περί δογματισμού, οι Νεοπαγανιστές είναι δογματικοί, έχουν δόγματα, τα οποία συνίστανται στην ερμηνεία των μύθων της αρχαίας θρησκείας. Οι Ειδωλολάτρες της κλασσικής εποχής δεν είχαν ούτε ενιαία αλλά ούτε και συγκεκριμένη ερμηνεία των μύθων, ούτε νοιάστηκαν να τους ερμηνεύσουν καν. Δεν δογμάτιζαν με βάση το περιεχόμενο των μύθων, κι αυτό διότι, όπως είδαμε, ουδέποτε τους θεώρησαν συμβολικούς, ώστε να υπάρχει ανάγκη αποσυμβολισμού. Αντιθέτως, από τη στιγμή που οι νεοεποχίτες Νεοπαγανιστές αποφασίζουν ότι υπάρχει μία σωστή, κρυφή ερμηνεία των μύθων, τότε η ερμηνεία αυτή είναι ζήτημα αλήθειας, και δογματισμού. Από τη στιγμή που οι Νεοπαγανιστές ερμηνεύουν μύθους με συγκεκριμένο τρόπο και δίνοντας συγκεκριμένο νόημα, δογματίζουν, και η φιλοσοφία τους είναι δόγμα.
Να τονίσουμε πως οι Ειδωλολάτρες, όσο κι αν δέχονταν τους μύθους ως γεγονότα, ωστόσο δεν μπορούσαν να εξάγουν δογματικά συμπεράσματα από τη μυθολογία, διότι δεν υπήρχε ενιαίο ιερατείο, αλλά και διότι πολλοί μύθοι ήταν αντικρουόμενοι μεταξύ τους (π.χ. ο τάφος του Δία στην Κρήτη ή στην Κρητέα της Αρκαδίας). Οι νεοεποχίτες Νεοπαγανιστές, επειδή συνιστούν ενιαία ομάδα/ιερατείο μεταχειρίζονται δογματικά όλους τους δεκάδες αντικρουόμενους μύθους, οι οποίοι δεν είναι τίποτε άλλο παρά καθαρή φαντασία.

61. "Οι Χριστιανοί αποκαλούν δαίμονες τους δώδεκα ελληνικούς θεούς, υποστηρίζοντας την παράλογη αντίληψη ότι πίσω από αυτούς κρύβεται ..ο Διάβολος. Δηλαδή ο Έρωτας π.χ., σύμφωνα με τους Χριστιανούς, είναι διαβολικό κατασκεύασμα, για να ξεγελώνται οι άνθρωποι! Και εκτός αυτού, οι Χριστιανοί έτσι υποτιμούν διπλά την φύση, από τη μια «διαβολοποιώντας» την εν σχέσει με τον «ένα Θεό», και υποτιμώντας την ούτως ή άλλως εν σχέσει με το εξωκοσμικό. Είχαμε δηλαδή ...δώδεκα διαβολοθεούς!"

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: 61a Αφού δεν υπάρχει κανένας άλλος Θεός, αποτελεί μεγάλη ανοησία να εντοπίζεται σε οποιοδήποτε ειδωλικό ομοίωμα κάποια δύναμη που είναι κυρίαρχη μέσα στον κόσμο. Καμμιά άλλη δύναμη, εκτός από τον Θεό, μέσα σε ολόκληρο το σύμπαν (κι ούτε φυσικά το ίδιο το σύμπαν, που είναι φθαρτό, μεταβλητό και έχει αρχή άρα και τέλος) δε μπορεί να απομονωθεί, να ειδωλοποιηθεί και επομένως να λατρευτεί. Το πράγμα, όσο απλό και ίσως παιδαριώδες κι αν φαίνεται στα ειδωλολατρικά κι αγύμναστα φιλοσοφικώς μυαλά, είναι προφανές για τη μεγάλη του σοβαρότητα:
«Αν ο,τιδήποτε από τη φυσική και την ιστορική πραγματικότητα ειδωλοποιηθεί και θεοποιηθεί, τότε αναπτύσσονται οι μεγάλες καταστροφικές δυνάμεις για κυριαρχία, για κατακτήσεις και για απόκτηση απεριόριστης δύναμης. Υπάρχουν έτσι προνομιούχες δυνάμεις, που σπεύδει αμέσως ο κάθε άνθρωπος να τις σφετεριστεί. Ο φοβισμένος και κατατρυχόμενος από άμεσες ανάγκες άνθρωπος μπορεί να ικετεύει τότε τις φυσικές δυνάμεις, ακόμα και κυρίως τις ανθρώπινες, που είναι εξουσιαστικές και κατεστημένες, επιδιώκοντας να εκμαιεύσει τις ευνοϊκές προσφορές αποκρούοντας συνάμα τις επιβλαβείς επιρροές.
Κάθε θεοποίηση και επομένως ειδωλοποίηση μιας οποιασδήποτε κτιστής περιοχής, μέρους (που λ.χ. προσωποποιείται με μια θεότητα) ή ολοκλήρου του σύμπαντος γίνεται κέντρο αγώνων και πολέμων μιας βίαιας κυριαρχικότητας για ατομικιστικό όφελος και για συμφεροντολογική χρήση» (Ν. Α. Ματσούκα, Δογματική και συμβολική Θεολογία, τ. Α’: εισαγωγή στη θεολογική γνωσιολογία, εκδ. Πουρναρά, σ. 26, 27).
Με αυτή τη λογική οι Χριστιανοί κατηγορούν ως διαβολική την απόδοση θεϊκών τιμών σε ψευδοθεότητες, οι οποίες δήθεν ελέγχουν τμήματα της φύσης και της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ο έρωτας, π.χ., δεν είναι, από χριστιανικής άποψης κακό καθεαυτό: το αντίθετο, αφού δημιουργήθηκε από το Θεό. Η θεοποίησή του όμως και συνεπώς η λατρεία του συνιστά μετάθεση του Απολύτου από τον δημιουργό στα δημιουργήματα. Κι αυτό είναι παραλογισμός. Με κανέναν τρόπο δεν υπάρχει ο διαχωρισμός «κακό σύμπαν και ύλη» από τη μια και «καλός Θεός» από την άλλη, τον οποίο φαντάζονται με τα μυαλά που έχουν οι νεοέλληνες πρωτεργάτες του νεοπαγανισμού. Το σύμπαν, η ύλη κ.λ.π. όπως πλάστηκε αρχικά, είναι καλό, διότι πλάστηκε από τον Θεό. Όμως, το ότι το σύμπαν/ύλη είναι «πολύ καλό» κι όχι «κακό», δεν συνεπάγεται κι ότι ολόκληρο ή τμήμα του είναι και θεός. Η απολυτοποίηση/θεοποίηση είναι το κακό, από Χριστιανικής άποψης.
Οι χριστιανοί, λέει ο Πορφύριος, τους ονομάζουν αγγέλους˙ εμείς τους ονομάζουμε θεούς, επειδή βρίσκονται κοντά στο Θεό. Όμως γιατί να μαλώνουμε για ένα όνομα (E.R. Doods, Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας, εκδ. Αλεξάνδρεια, σ. 185); Εκείνη την εποχή υπήρχε στον παγανιστικό κόσμο η πεποίθηση αρκετών ότι υπάρχουν μεσολαβητές «θεοί», άγγελοι του ανώτερου θεού, που μεσολαβούν μεταξύ αυτού και του κόσμου. Ο Χριστιανοί όμως είχαν τη διδασκαλία περί πτώσης κάποιων αγγέλων, επειδή προσπάθησαν να θεοποιήσουν τον εαυτό τους. Κι ενώ τους δεχόντουσαν ως (πεπτωκότες) αγγέλους του Θεού, καταλάβαιναν ότι η προσπάθεια των αγγέλων αυτών να αυτοθεοποιηθούν και να κάνουν τους ανθρώπους να τους θεωρήσουν θεούς είναι ακριβώς η ειδωλολατρία, η απολυτοποίηση κτιστών όντων (αγγέλων που αποστάτησαν˙ κτιστή είναι και η άυλη πραγματικότητα, πλην Θεού φυσικά), ακριβώς δηλαδή το κύριο γνώρισμα του χριστιανικού Διαβόλου. Γι’ αυτό και η θεοποίηση τμημάτων της φύσης και της ανθρώπινης δραστηριότητας (αν οι «θεοί» είναι απλώς προσωποποίηση αυτών) χαρακτηρίζεται ειδωλολατρία, και οι «θεοί» (εάν είναι προσωπικές υπάρξεις) είναι δαίμονες: διότι αφενός απολυτοποιούν τμήματα της Κτίσης, αφετέρου διότι είναι ένα ψέμμα κατά του ενός Θεού.
Δηλαδή, σύμφωνα το Χριστιανισμό, οι δαίμονες εκμεταλλεύονται την φυσιολογική εκτίμηση του ανθρώπου για τη σοφία, για τον έρωτα κ.ο.κ. και προσποιούμενοι ότι είναι οι αίτιοι και οι προστάτες της σοφίας κ.λ.π. (ενώ δεν είναι ούτε οι αίτιοί της ούτε οι προστάτες της) πετυχαίνουν μέσω της θεοποίησης αυτών των πραγμάτων να μεταθέσουν την λατρεία από τον πραγματικό αίτιο της σοφίας, το Θεό, στους εαυτούς τους. Οι Παγανιστές νομίζουν πως, αν δεν θεωρούμε την σοφία ή τον έρωτα θεά και θεό αντίστοιχα, δεν τα εκτιμούμε. Τελείως λανθασμένη αντίληψη, φυσικά, για το τι πιστεύει ο Χριστιανισμός. Δεν είναι καθόλου απαραίτητο να θεοποιείς κάτι, για να το εκτιμάς και να το σέβεσαι. Και μόνο που είναι δημιούργημα του Θεού, κερδίζει το σεβασμό και την εκτίμηση.
Διαμαρτύρονται οι Νεοπαγανιστές, επειδή, σύμφωνα με τη γνώμη τους, ο Χριστιανισμός άδικα κι εξεπίτηδες διαδίδει ότι ο Νεοπαγανισμός είναι μια μορφή Σατανισμού. Ως επιχείρημα, οι Νεοπαγανιστές λένε ότι στον Παγανισμό δεν υπάρχει ούτε Σατανάς ούτε άλλος «θεός του Κακού», οπότε δεν τίθεται θέμα ταύτισης Παγανισμού και Σατανισμού.
Όμως το αληθινό ζητούμενο δεν είναι εάν υπάρχει Σατανάς στην παγανιστική θρησκεία – υπάρχουν όμως κακοί δαίμονες και κακοί μικροί θεοί. Το ζητούμενο είναι να παρατηρήσουμε, εάν οι παγανιστικοί «θεοί» και οι χριστιανικοί δαίμονες έχουν την ίδια συμπεριφορά και ζητούν την ίδια λατρεία. Παρατηρούμε αμέσως ότι:
I. Όπως και οι δαίμονες, έτσι και οι «θεοί» είναι α’) ατελή όντα, β’) μη πανταχού παρόντες (π.χ. ο Δίας απουσιάζει μαζί με τους άλλους θεούς στην Αιθιοπία, απ’ όπου θα επιστρέψει στον Όλυμπο έπειτα από δώδεκα μέρες (Ιλιάδας Α 423-424). Ο Άρης που βρίσκεται στον Όλυμπο δεν γνωρίζει ότι ο γιος του, ο Ασκάλαφος, σκοτώθηκε (Ιλιάδας Ν 521-523).), γ’) όχι παντογνώστες. Οι δαίμονες δεν μπορούν, σύμφωνα με τον Χριστιανισμό, να γνωρίζουν το μέλλον. Αυτό μόνο ο Θεός το γνωρίζει. Μπορούν όμως είτε να πιθανολογήσουν είτε να γνωστοποιήσουν γεγονότα σύγχρονα που λαμβάνουν χώρα σε άλλα σημεία της γης. Τα ίδια πράγματα, περιέργως, μπορούν και οι «θεοί». Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στους χρησμούς του μαντείου των Δελφών. Η Πυθία ως μέντιουμ του «θεού» Απόλλωνα, μπορούσε να καθοδηγήσει τους Έλληνες εποικιστές στις διάφορες περιοχές της Μεσογείου, διότι αυτό δεν απαιτούσε πρόγνωση του μέλλοντος. Δεν μπορούσε όμως να πει στον στρατιώτη αν θα ζήσει ή όχι και γι’αυτό τού είπε «ήξεις αφίξεις ουκ εν τω πολέμω θνήξεις», ώστε να φανεί ότι γνωρίζει το μέλλον. Εδώ φαίνεται και η εξαπάτηση του ανθρώπου από τους «θεούς» – όπως κι από τους δαίμονες – που ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν το μέλλον, ενώ δεν το γνωρίζουν. Φυσικά, δεν πρόκειται περί «σημαινόμενου» αντί «λεγόμενου», δηλαδή ότι ο «θεός» δεν λέγει κάτι ξεκάθαρα, αλλά το εννοεί πλαγίως (το «σημαίνει»), διότι ο παραπάνω χρησμός δεν σημαίνει απολύτως τίποτε άγνωστο. Σημαίνει «ή θα σκοτωθείς ή θα ζήσεις», δηλαδή δεν συνιστά απάντηση σε κάτι που δεν γνωρίζαμε. Σκοπός της εξαπάτησης είναι να συνεχίσει ο άνθρωπος να πιστεύει ότι ο Απόλλων είναι «θεός» κι όχι άλλου είδους οντότητα, η οποία παρουσιάζει τον εαυτό της ως θεό. Κατ’ αντιστοιχία, ο «θεός» Απόλλων δεν θα ήθελε συνεχώς να εξαπατά τους πιστούς του, γιατί γνώριζε πως άν έπραττε έτσι, αυτοί θα έπαυαν να τον λατρεύουν. Γι’ αυτό και πότε-πότε εμφανιζόταν ως καλός θεός.
II. Όπως και οι δαίμονες, έτσι και οι «θεοί», εμφανίζουν βίαιη, μισάνθρωπη και αιμοχαρή συμπεριφορά, και προκαλούν στους ανθρώπους αντίστοιχες συμπεριφορές. Συγκεκριμένα, η συμπεριφορά των δαιμονισμένων κατά τον εξορκισμό τους σε χριστιανικούς ναούς είναι παραπλήσια με τον μαιναδισμό και παραπλήσια με το παρακάτω γεγονός που αναφέρει ο Παυσανία, Λακωνικά, 16, 9: «Υπάρχει και μια άλλη μαρτυρία ότι η Ορθία θεά των Λακεδαιμονίων είναι ξόανο που προήλθε από τους βαρβάρους. Ο Αστράβακος και ο Αλώκεπος, γιοι του Ίρβο, γιου του Αμφισθένη, γιου του Αμφικλή, γιου του Άγη, τρελλάθηκαν αμέσως μόλις βρήκαν αυτό το άγαλμα. Όταν οι Λιμνάτες Σπαρτιάτες και οι Κυνοσουερίς και αυτοί από τη Μεσόα και την Πιτάνη προσέροντας θυσία στην Άρτεμη κατέληξαν σε διαμάχες και έφθασαν σε φόνους και πολλοί πέθαναν στο βωμό, ενώ κάποια αρρώστεια σκότωσε τους υπόλοιπους».
Έχουμε αναφέρει αλλού τα αρχαία κείμενα, όπου η Άρτεμη ζητά φόνους και μαστιγώσεις έως θανάτου. Η «θεά» Άρτεμη, που προκαλεί τρέλλα – όπως κι ο Πάνας κι ο Διόνυσος κι η Ήρα – σε αθώους ανθρώπους, που ζητά να ρέει οπωσδήποτε ανθρώπινο αίμα στο βωμό της, όπως άλλοι «θεοί», θα έλεγε κανείς ότι έχει τα χαρακτηριστικά που αποδίδει ο Χριστιανισμός στους δαίμονες. Είναι κι αυτή μισάνθρωπη – πώς δικαιολογούνται αλλιώς όλα αυτά; – και ζητά λατρεία – όπως και άλλοι «θεοί» – που είναι ακριβώς η αντίθετη από αυτήν που θα περίμενε από ένα θεϊκό, δηλαδή καλό όν.
Η «θεά» Κυβέλη ζητά από τους πιστούς της αυτοευνουχισμό, δηλαδή να βλάψουν τον εαυτό τους. Αυτό θα το περίμενε κανείς, περιέργως, και από τους χριστιανικούς δαίμονες, οι οποίοι είναι μισάνθρωποι κι ευχαριστιούνται μόνο με το κακό του ανθρώπου.
Ο «θεός» Βαάλ ζητά από τους λάτρεις του να θυσιάζουν τα μικρά παιδιά τους στη φωτιά. Πράγμα που ταιριάζει απολύτως με την εικόνα του Χριστιανισμού περί μισάνθρωπων και μισόκαλων δαιμόνων, που παριστάνουν τους «θεούς».
Ο Απόλλων ζητά ανθρωποθυσίες όχι για τον εαυτό του, αλλά για χάρη άλλων «θεών»! Δηλαδή, είναι σαν να ζητάν όλοι οι «θεοί» την αφαίρεση της ζωής των ανθρώπων.
Ο Απόλλων, όχι απλώς κοροϊδεύει με σοφιστικά κόλπα «ήξεις αφίξεις» τους αφελείς πείθοντάς τους ότι ξέρει το μέλλον, αλλά και στην περίπτωση που «υποπτεύεται» και έχει πιθανολογήσει την έκβαση των γεγονότων, αρνείται να δώσει συγκεκριμένο χρησμό, ώστε όσο δυνατόν περισσότεροι θνητοί που τον ακούσουν να μπερδεύτούν και να χαθούν, όπως συνέβη με τον χρησμό των «ξύλινων τειχών» κατά την κάθοδο των Περσών στην Αθήνα (Ηρόδοτος, 7, 140-142), τα οποία πολλοί εξέλαβαν ως την Ακρόπολη, όπου οχυρώθηκαν και χάθηκαν˙ μια υπερφυσική καλή οντότητα θα ήταν πιο σαφής, προκειμένου να μη χαθεί κανένας λάτρης της παρερμηνεύοντας τους χρησμούς της, ενώ μια δαιμονική, μισάνθρωπη οντότητα θα άφηνε να χαθούν, ακόμη κι αν ήξερε ότι οι Αθηναίοι θα νικήσουν.
Ο «θεός» Απόλλωνας λέει στον Οιδίποδα να μην επιστρέψει στην πατρίδα του, γιατί θα σκοτώσει τους γονείς του, αλλά δεν του λέει ότι οι Κορίνθιοι γονείς του δεν είναι οι πραγματικοί˙ παρά μόνο τον παραπλανά επίτηδες, κι αυτός δεν ξαναγυρνά στην Κόρινθο πηγαίνει στη Θήβα, στους πραγματικούς γονείς του. Πώς μπορεί αυτό να εξηγηθεί παρά μόνο ότι ο Απόλλων θέλει να υποφέρει ο Οιδίποδας; Ο Απόλλων δεν εξηγεί με σαφήνεια στον Κροίσο, ότι αν εκστρατεύσει κατά των Περσών, θα ηττηθεί. Ως δικαιολογία φέρνει ότι η «Μοίρα» τον εμπόδιζε να σώσει τον Κροίσο κι ότι «ήτανε γραφτό» να πάθει ό,τι έπαθε.. Στη «Μοίρα», βέβαια, δηλαδή στο «ό,τι είναι να γίνει θα γίνει», πιστεύουν μόνο βλάκες. Τίποτε, καμμία «Μοίρα», φυσικά, δεν εμπόδιζε τον Απόλλων να πει στον Κροίσο ότι αν εκστρατεύσει, θα ηττηθεί˙ η δικαιολογία του Απόλλωνα γίνεται πιστευτή από ανόητους Ειδωλολάτρες μόνο. Εάν ο Απόλλων ήταν αγαθός θεός κι έδινε σωστό χρησμό, ο Κροίσος θα σωζόταν. Όχι, λοιπόν, ότι τον εμπόδιζε τον Απόλλωνα κάποια «Μοίρα», αλλά αυτός ήθελε το χαμό του Κροίσου. Γι’ αυτό, αντί να υποδείξει με σαφήνεια το αποτέλεσμα, λέει «ένα μεγάλο βασίλειο θα χαθεί»˙ πράγμα προφανές ούτως ή άλλως: ούτως ή άλλως ένα από τα δύο κράτη θα καταστρεφόταν. Δεν αποκάλυψε τίποτε άγνωστο και μελλοντικό, λοιπόν, ο Απόλλων. Απλώς, είτε κορόιδευε τον Κροίσο είτε εργαζόταν για το χαμό του.
Ορισμένοι θα αναρωτηθούν: «αφού λέτε πως οι θεοί είναι δαίμονες, τότε πώς εξηγείτε τις θεομαχίες των μύθων; Αφού η χριστιανική δαιμονολογία δεν αναφέρει «εμφύλιες» διαμάχες μεταξύ δαιμόνων, πώς εξηγούνται οι θεομαχίες;» Οι μύθοι δεν είναι απαραίτητα δαιμονικής έμπνευσης, αλλά προϊόν μεταξύ άλλων και της φαντασίας των ανθρώπων. Για τα απλά ιστορικά ή προϊστορικά γεγονότα ή τα παλιά έθιμα οι σχετικοί μύθοι δεν είναι «προϊόν» δαιμονικής έμπνευσης˙ ωστόσο, όσα κατακρίνουν οι φιλόσοφοι και οι Πατέρες είναι ασφαλώς τέτοιας έμπνευσης, των «θεών»˙ διότι ήξεραν οι «θεότητες»/δαίμονες, πως ο αρχαίος άνθρωπος είχε αυτή τη συνήθεια: έπραττε και θεωρούσε σωστό και δίκαιο ό,τι έπρατταν κι οι θεοί του. Συνεπώς, η προσθήκη κερατωμάτων, φόνων, πατροκτονιών, θεομαχιών, ηθικής παρακμής στους μύθους των Αρχαίων, με τη μορφή της «θεϊκής» (διάβαζε σατανικής) έμπνευσης, θα ήταν κάτι πολύ ευχάριστο για τις «θεότητες» αυτές, αφού έτσι θα έπρατταν τα ίδια και οι θνητοί, με λιγότερη ντροπή. Έτσι, βλέπουμε τους «θεούς», εκτός από βίαιοι που είναι στους μύθους,
Α') από τη μια να εξαπατούν τους ανθρώπους είτε
1) εμφανιζόμενοι ως δημιουργοί και προστάτες των τεχνών και της σοφίας, είτε
2) δίνοντάς τους ασαφείς χρησμούς,
Β') κι από την άλλη να εκδηλώνουν πιο φανερά εν σχέσει με τους ασαφείς χρησμούς το μίσος τους για τους ανθρώπους είτε με το
3) να ζητούν αίμα, αυτοευνουχισμούς και ανθρωποθυσίες, είτε με το
4) να δίνουν εξ επίτηδες ψευδείς χρησμούς.
Σε τι τέλος πάντων διαφέρει ο χριστιανικός Σατανάς και οι δαίμονες από τους «θεούς»;
1) Μήπως κι αυτοί δεν ζητάνε ανθρώπινο αίμα – είτε λίγο και συμβολικό είτε με φόνο – σημάδι μίσους για τον άνθρωπο;
2) Μήπως δεν παραπλανούν – είτε γνωρίζουν είτε όχι το μέλλον – σκόπιμα μέσω των «χρησμών» (αστρολογία, χαρτιά) τους;
3) Μήπως δεν προκαλούν τρέλλα – δαιμονισμό – όπως και οι «θεοί»;
4) Μήπως δεν ζητά ο Σατανάς αναγνώριση «στάτους» θεού, όπως και οι παγανιστικοί «θεοί»;
Μπορεί κάποιοι να μην παραδέχονται την ύπαρξη υπερφυσικών όντων και, φυσικά, δαιμόνων. Άλλο πράγμα είναι αυτό, από εκείνο το οποίο ισχυριζόμαστε σ’ αυτό το κεφάλαιο. Η ομοιότητα στη συμπεριφορά των ειδωλολατρικών «θεών» και των χριστιανικών «δαιμόνων» είναι ολοφάνερη.

61b ΣΑΤΑΝΙΣΜΟΣ-ΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ

Κοινή είναι, επίσης, η αντίληψη των Σατανιστών και των Ελλήνων Νεοπαγανιστών σχετικά με το αν ο «θεός» είναι απρόσωπος ή προσωπικός. Έχουμε αναφέρει παραπάνω τις αντιλήψεις των «Ελλήνων Εθνικών» περί «απρόσωπων θεών». Η Σατανική Βίβλος του A. La Vey γράφει (σ. 40): «Για τον Σατανιστή, ο «Θεός» – με όποιο όνομα κι αν αποκαλείται ή με κανένα – θεωρείται ως ο εξισορροπιστικός παράγων στη Φύση, όχι ως ένα ον που ασχολείται με τον πόνο. Αυτή η πανίσχυρη δύναμη, η οποία διαποτίζει και εξισορροπεί το σύμπαν, είναι πολύ απρόσωπη ώστε να ενδιαφέρεται για την ευτυχία ή τη δυστυχία των ζωντανών πλασμάτων». Όπως ισχύει για τους «Έλληνες Εθνικούς», έτσι και για την «Εκκλησία του Σατανά», ο «θεός» δεν είναι πρόσωπο αλλά απρόσωπη δύναμη. Σύμπτωση; Ίσως.
Επίσης, η αποδοχή της μαγείας από το Νεοσατανισμό και της θεουργίας από τους Πολυθεϊστές. Ειδικότερα, και ο Σατανισμός και ο Πολυθεϊσμός προσπαθούν να αποενοχοποιήσουν/εξορθολογικοποιήσουν τη χρήση της μαγείας/της θεουργίας, αρνούμενοι ότι πρόκειται για «υπερφυσικό φαινόμενο». Την ίδια στιγμή, για να πείσουν περί της «ορθολογικότητας» της μαγείας/θεουργίας τους, ισχυρίζονται και οι δύο τα ίδια πράγματα: οι μεν Σατανιστές, πως η σατανική μαγεία βασίζεται σε «άγνωστα [σημ.: ώς τώρα, εννοούν] επιστημονικά πορίσματα» και δεν είναι «τίποτε άλλο παρά εφαρμοσμένη ψυχολογία και επιστημονικά δεδομένα» και «αλλαγή καταστάσεων ή γεγονότων εν συμφωνία με τη θέληση κάποιου, τα οποία χρησιμοποιώντας συνηθισμένες μεθόδους, δεν θα άλλαζαν» (Σατανική Βίβλος, σ. 110)˙ οι δε υπερασπιστές της ειδωλολατρικής-πολυθεϊστικής θεουργίας (όπως είδαμε στο κεφάλαιο περί πολυθεϊστικού ανορθολογισμού) ότι η θεουργία βασίζεται σε φυσικούς νόμους, στη θεωρία του αρχέτυπου/καθρέφτη κ.λπ. Φυσικά, αυτά είναι γελοία παραμύθια πλασμένα από σοφιστές, διότι τέτοιοι φυσικοί νόμοι ουδέποτε ανακαλύφτηκαν και ουδέποτε αποδείχτηκαν. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι ότι ο Σατανισμός και οι Έλληνες Νεοπαγανιστές (και οι δυο αυτοαποκαλούνται «ορθολογιστές») χρησιμοποιούν τα ίδια ανορθολογικά επιχειρήματα, για να δικαιολογήσουν τη χρήση υπερφυσικής μαγείας και θεουργίας. Σύμπτωση; Ίσως. Βέβαια, το «περιοδικό πρωτοποριακής έρευνας» Δαυλός, έχει στο εξώφυλλο του τεύχους 62 τη φράση «Μαντική: η πανάρχαια επιστήμη των προβλέψεων». Ώστε επιστήμη η μαντική. Γιατί όχι και η μαγεία;
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του συγχρόνου Σατανισμού είναι η αντίληψη πως δεν υπάρχει Καλό και Κακό. Βλέπουμε πως οι «θεοί» είναι κυριολεκτικώς «πέρα από το καλό και το κακό», δεν δρουν βάσει αυτών. Γι’ αυτό είναι ανήθικοι, φονιάδες, πόρνες, μοιχοί, παιδεραστές, κοινοί εγκληματίες. Βασικό αξίωμα του Σατανισμού είναι το «κάνε ό,τι θέλεις» και η απουσία διάκρισης μεταξύ Καλού-Κακού. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν νόμοι, δεν υπάρχει δίκαιο ή άδικο, καλό ή κακό. Καλό είναι ό,τι θέλει ο καθένας για τον εαυτό του. Τα πάντα επιτρέπονται, όχι απλώς στην πράξη, όπως τώρα, αλλά δικαιολογούνται και στη θεωρία. Όμως, όλα αυτά έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το εκλεκτότερο τμήμα της Αρχαιότητας, τους φιλοσόφους, οι οποίοι σαφέστατα κάνουν διάκριση μεταξύ καλού και κακού, αρετής, η οποία επαινείται και κακίας, η οποία στηλιτεύεται, αγαθού και μη αγαθού.
Στον αντίποδα των φιλοσόφων, οι Νεοπαγανιστές, γράφουν: «Ο πολυθεϊσμός απελευθερώνει τον άνθρωπο απ’ οποιδήποτε ηθικό νόμο» (περιοδικό Ένα, 5/5/124). «Η προσπάθειά μας είναι να ξεφύγουν για πάντα [οι Έλληνες] από την διπολικότητα των εννοιών «Καλό» και «Κακό».» (Διιπετές, 6/94, 9-30). «Καταρρίψτε τα ταμπού του παρελθόντος, ζήστε ελεύθερη ζωή, με σεξ, βία και μαγεία» (περ. Διάλογος τ. Ιαν-Μάρ. 1999, σ. 11).
Δηλαδή, οι «θεοί» δεν θέλουν αυτό που αναζήτησαν οι φιλόσοφοι. Δεν τους ενδιαφέρει το καλό και το κακό. Θέλουν να μην έχουμε κανέναν ηθικό φραγμό ή νόμο. Κι ακριβώς η αδιαφορία προς το Καλό και το Κακό συνιστά Κακό. Μόνο δαιμονικοί «θεοί», ζητούν να αδιαφορεί ο άνθρωπος για τη διάκριση Καλού-Κακού, ώστε να πράττει το κακό με ευχαρίστηση και δίχως τύψεις. Οι «θεοί» θέλουν οι πολυθεϊστές Έλληνες που ξέφυγαν από τη διπολικότητα «Καλού» και «Κακού», να κάνουν το κακό χωρίς να το θεωρούν κακό. Αφού δεν υπάρχει ηθικός νόμος, καλό και κακό, όλα αυτά δεν είναι καθόλου παράνομα. Είναι επιβαλλόμενα, διότι όπως λεν άλλοι Νεοπαγανιστές «οι θεοί μας είναι οι παιδαγωγοί μας». Μα, ακριβώς αυτά δεν ζητάει κι ο Σατανάς των Χριστιανών; Σε τι τέλος πάντων διαφέρει αυτό από τον Σατανισμό;
Δεν πρόκειται, λοιπόν, για συκοφαντία των Χριστιανών ότι οι Ειδωλολάτρες λατρεύουν κατ’ ουσίαν δαίμονες και τον Σατανά, αφού δεν υπάρχει Σατανάς στο ειδωλολατρικό Πάνθεο. Δεν είναι ζήτημα ύπαρξης ή ανυπαρξίας του ονόματος «Σατανάς» στο ειδωλολατρικό Πάνθεο. Είναι ζήτημα ομοιότητας στις απαιτήσεις, στην συμπεριφορά και στα δόγματα ύπαρξης των θεών. Ό,τι ζητά ο Σατανάς κι ο Σατανισμός, τα ίδια ζητούν και πράττουν οι ειδωλολατρικοί θεοί. Μόνο κατ’ όνομα υπάρχει διαφορά. Να συμπληρώσουμε, ότι η παγανιστική θεωρία περί καλών «θεών», που έδωσαν στους ανθρώπους την επιστήμη, τις τέχνες κ.ο.κ. κρίνεται αβάσιμη, βάσει των παραπάνω. Όχι μόνο, διότι οντότητες μοχθηρές δεν μπορεί να έχουν δώσει κάτι καλό στους ανθρώπους, αλλά διότι οι «θεοί» δεν έπλασαν τον άνθρωπο (το τελευταίο γένος του Ησίοδου δεν το έπλασε κανείς). Κι αφού δεν τον έπλασαν, δεν έχουν καμμία σχέση με την πρόοδό του.
Οι Νεοπαγανιστές θα ανακαλύψουν πως κι αυτοί έχουν έναν «άγνωστο θεό». Άλλωστε κι αυτοί, αιωνίως φάσκουν κι αντιφάσκουν, από τη μια θεωρώντας τους «θεούς» τους καλούς, δίκαιους, σοφούς, «παιδαγωγούς» τους κ.λπ., ενώ από την άλλη δικαιολογούν αυτές τις σατανικές πράξεις τους και ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει Καλό και Κακό. Δηλαδή, από τη μια μιλούν για τους θεούς-προσωποποιήσεις του Καλού ενώ από την άλλη υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει καλό και κακό. ΨΑΛΜΟΙ 95, 5 «ὅτι πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν δαιμόνια, ὁ δὲ Κύριος τοὺς οὐρανοὺς ἐποίησεν».
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Mon Oct 04, 2021 12:00 pm

ΙΓ' ΜΕΡΟΣ
ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ 1821


62. "Αφού η Ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία της Ελλάδας μόνο, γιατί της αποδίδετε χαρακτήρα θεματοφύλακα της ελληνικότητας; Έγιναν Έλληνες οι ορθόδοξοι Σέρβοι ή οι ορθόδοξοι Ρώσσοι;"

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Ας απαντήσουν πρώτα, πόσα (και σε τί ποσοστό επί του συνόλου) δογματικά κείμενα της Ορθοδοξίας γνωρίζουν να έχουν γραφεί στα ελληνικά, με ελληνική φιλοσοφική γλώσσα, και πόσα κείμενα στα σλαβικά. Ας απαντήσουν εάν η κάθε μια γλώσσα εμπεριέχει και διαφορετική κοσμοθέαση/αντίληψη, και εάν ναι, τί σημαίνει η χρήση της ελληνικής αντί άλλης. Ας απαντήσουν, ποιοι και πόσοι Σλάβοι διαμόρφωσαν δια της συμμετοχής τους στις Οικουμενικές Συνόδους την φυσιογνωμία της Ορθοδοξίας. Ας αμφισβητήσουν την εθνικότητα της πλειοψηφίας όσων ελάμβαναν μέρος στις συνόδους αυτές καθόλη τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ας απαντήσουν εάν οι Σλάβοι παρέλαβαν την Ορθοδοξία από τους Έλληνες ή οι Έλληνες από τους Σλάβους. Ας απαντήσουν εάν η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα συνεπάγεται ότι υπήρξε ελληνική πολιτισμική επιρροή επί των Σλάβων, διά της Ορθοδοξίας (αλφάβητο, θρησκεία, ζωγραφική κ.λ.π.). Ας απαντήσουν πρώτα, πώς θα υπήρχε αυτή η εμφανής ελληνική πολιτισμική επιρροή επί των Σλάβων, την οποία οι ίδιοι οι Σλάβοι ομολογούν ανεπιφύλακτα, εάν η Ορθοδοξία δεν ήταν διαμορφωμένη από Έλληνες, σε Οικουμενικές Συνόδους στις οποίες ελάμβαναν κατά κύριο λόγο Έλληνες, συζητώντας στα ελληνικά, γράφοντας με τρόπο ελληνικό.
«(..) Ο ελληνισμός έχει αποκτήσει αιώνιον χαρακτήρα μέσα εις την Εκκλησίαν˙ έχει ενσωματωθεί εις την σάρκα της˙ έχει γίνει αιώνια κατηγορία της χριστιανικής υπάρξεως. Δεν εννοώ φυσικά τον ελληνισμόν ως εθνικήν ιδέαν ή τον ελληνισμόν της συγχρόνου Ελλάδος ή εκείνον τον καθυστερημένον και κάθε άλλο παρά νόμιμον ελληνικόν «φυλετισμόν». Εννοώ την χριστιανικήν αρχαιότητα, τον ελληνισμό των δογμάτων, τον ελληνισμόν της λατρείας, τον ελληνισμόν της εικόνος. Η χριστιανική λατρεία έχει σφραγισθεί δια παντός με το ελληνικό ύφος της ευσέβειας των μυστηρίων. Και αυτό έχει γίνει μέχρι τοιούτου βαθμού, ώστε να μη μπορόύμεν να διεισδύσωμεν εις τον ρυθμόν της λειτουργικής μυσταγωγίας, εάν προγηουμένως δεν υποβληθώμεν εις ένα είδος μυστικού «εξελληνισμού». Μόνο παράφρονες θα απεφάσιζαν ποτέ να «αφελληνίσουν» την Λειτουργίαν και τας άλλας εκκλησιαστικάς ακολουθίας και να δώσόυν εις αυτάς ένα ύφος περισσότερον «σύγχρονον». (...) Ο ελληνισμός δεν είναι απλώς μια φάσις της εκκλησιαστικής ιστορίας, ένας σταθμός εις την πορείαν της Εκλλησίας. Όταν ο θεολόγος αρχίζει να πιστεύει ότι αι ελληνικαί κατηγορίαι» έχουν ξεπερασθεί, αυτό σημαίνει απλούστατα ότι ο ίδιος έχει εξέλθει από τον ρυθμόν της εκκλησιαστικής κοινωνίας, ότι ο ίδιος έχει χάσει το αίσθημα της εκκκλησιαστικής ζωής. Ένας μόνον τρόπος υπάρχει δια να είναι η θεολογίας μας καθολική: να είναι ελληνική. Μόνον έν τω ελληνισμώ ημπορεί να είναι κανείς αληθώς καθολικός. Αυτό το τελευταίον είναι κάπως διφορούμενον. Το αντιχριστιανικόν στοιχείον εδέσποζεν, ως γνωστόν, εις το αρχαίον πνεύμα. Ακόμη και σήμερον πολυάριθμοι είναι εκείνοι που καταφεύγουν εις τον ελληνισμόν, δια να υψώσουν το ανάστημά των και να καταπολεμήσουν τον Χριστιανισμόν. Δεν πρέπει όμως να λησμονείται ότι ο ελληνισμός ενεσωματώθει εις την Εκλησίαν. Αυτό ακριβώς είναι το ιστορικόν νόημα της πατερικής θεολογίας. Και αυτή η ενσωμάτωσις του ελληνισμού εις την Εκκλησίαν εχάραξεν επί του σώματος της ιστορίας μίαν μόνιμον και οριστικήν τομήν πασίδηλον σημείον της οποίας παραμένει το ευαγγελικόν κήρυγμα, η ιστορική φανέρωσις του σαρκωθέντος Λόγου. Ο χριστιανικός ελληνισμός, ο μεταμορφωθείς δια της επιφανείας του Λόγου και της ελεύσεως του Πνεύματος, είναι πλέον εξ ολοκλήρου γεγονός της ιστορίας. Όλα τα λάθη, όλαι οι πλάναι, όλοι οι πειρασμοί ενός υπερβολικού εξελληνισμού του Ευαγγελίου, φαινόμενον αρκετά συχνόν κατά την διάρκειαν των αιώνων, δεν είναι δυνατόν να εξασθενήσουν τη σημασίαν του θεμελιώδους αυτού γεγονότος: δια την κήρυξιν και την διάδοσιν του χαρμοσύνου αγγέλματος της εν Χριστώ σωτηρίας, δια την έκθεσιν και την διατύπωσιν της χριστιανικής θεολογίας εχρησιμοποιήθησαν ευθύς εξ αρχής κατηγορίαι ελληνικαί. Πατερική θεολογία και καθολικότης, ελληνισμός και ιστορικότης αποτελούν τας συζύγους όψεις ενός μοναδικού και αδιαιρέτου δεδομένου» (π. Γ. Φλορόφσκυ, «Η πορεία της Ρωσσικής Θεολογίας» εν Θεολογία, Αλήθεια και Ζωή, Αθήναι 1962, σελ. 32 ε. στον Θ. Ν. Ζήση, Επόμενοι τοις θείοις πατράσι. Αρχές και κριτήρια της Πατερικής Θεολογίας, εκδ. Βρυέννιος, σ. 71, 72).
Οι Σλάβοι λοιπόν δια της Ορθοδοξίας δεν έγιναν Έλληνες (αυτό, μέσω της θρησκείας, μόνο από σοβινιστές θα επιδιωκόταν. Φυσικά και θα μπορούσαν, εάν ήθελαν, οι «Βυζαντινοί» να εξελληνίσουν τους Σλάβους˙ αλλά δεν ήταν σοβινιστές), αλλά υπέστησαν την ελληνική πολιτισμική επιρροή, όπως οι ίδιοι οι Σλάβοι ακόμη και σήμερα παραδέχονται, δεχόμενοι την «ελληνική εκδοχή» του Χριστιανισμού. Η εκδοχή αυτή καθεαυτή είναι κατά κύριο λόγο ελληνική, για τους λόγους που προαναφέραμε, γι’ αυτό και η Ορθοδοξία, παρόλο που σέβεται κάθε ιδιαιτερότητα (δίνοντας π.χ. αλφάβητο στους Σλάβους) και είναι για κάθε λαό, τον οποίο θεωρεί ισότιμο, είναι ιδιαίτερα ταυτισμένη με τον λαό ο οποίος την διατύπωσε και την διαμόρφωσε. Και τα αρχαία κείμενα, ελληνικά είναι, αυτό όμως διόλου δεν εμποδίζει την εξάπλωσή τους σε άλλους λαούς, οι οποίοι φυσικά δεν αποκτούν ελληνική συνείδηση, ούτε θεωρούν τα κείμενα αυτά ως εθνική τους δημιουργία -κληρονομιά. Έτσι λύνεται το πρόβλημα της παγκοσμιότητας αφενός του Χριστιανισμού, αφετέρου της ιδιαίτερης σχέσης του ελληνικού λαού με την εκδοχή αυτή του Χριστιανισμού.
Εμείς, σε αντίθεση με τα παραληρήματα των Νεοπαγανιστών εθνικιστών, που λεν ότι οι σημερινοί Έλληνες είμαστε... Εβραίοι, ισχυριζόμαστε ότι, ούτε η Παλαιά Διαθήκη εξεβραΐζει ούτε η αρχαιοελληνική φιλοσοφία εξελληνίζει ούτε κάνει φιλέλληνες τους λαούς που ασχολούνται με αυτήν ούτε τα ινδικά θρησκευτικά βιβλία σε κάνουν Ινδό. Άλλο πράγμα τα πολιτισμικά δάνεια, πράγμα που είναι απολύτως φυσιολογικό (εκτός κι αν απαγορευθεί η επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων και λαών) κι άλλο η εθνική αφομοίωση του λαού που αποδέχεται πολιτισμικό δάνειο από τον λαό που το δίνει, πράγμα σπάνιο. Ούτε αποεθνικοποίηση και αλλοτρίωση προκαλούν τα πολιτισμικά δάνεια, ούτε συναισθήματα κατωτερότητας. Καθόλου κατώτεροι από τους Έλληνες ή τους Εβραίους δεν αισθάνονται οι Γερμανοί και οι Αμερικάνοι, επειδή η αρχαιοελληνική φιλοσοφία και η Παλαιά Διαθήκη αποτελούν μεγάλο μέρος του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού. Και φυσικά, ούτε Έλληνες ούτε Εβραίοι έγιναν, κι ούτε πρόκειται να γίνουν.
Ισχυρίζονται οι αρχαιόπληκτοι, ότι δια της Ρωμηοσύνης υποβιβάζεται ο Ελληνισμός στην ίδια θέση με τους εθνικισμούς των άλλων βαλκανικών λαών. Και σ’αυτή την περίπτωση αντιστρέφουν την αλήθεια. Το άσπρο το κάνουν μαύρο. Διότι οι λοιποί λαοί, βαλκανικοί και μη, μετέχουν στον εκκλησιαστικό ελληνισμό και δεν υποβιβάζεται ο ελληνισμός στο επίπεδο βαλκανικού εθνικισμού. Ενώ μέσω της Ρωμηοσύνης γινόταν αρμονική διασύνδεση «εθνικισμού» και διεθνισμού, αντίθετα, μέσω της αρχαιοπληξίας καταλήγει σε έναν φασιστικότατο μωροεθνικισμό μικρού «πολιορκημένου έθνους», του οποίου οι φορείς και οι μέτοχοι είτε έχουν ιδεοληψίες απομονωτισμού («είμαστε μόνοι μας, όλοι μάς μισούν») είτε οδηγούνται σε φαντασιοπληξίες «παγκόσμιου ελληνισμού», «όλα είναι ελληνικά, όλοι είναι Έλληνες» («άρα προσκυνάτε μας και ταΐζετε το κράτος μας και μετατρέψτε την Ελλάδα σε ένα Παγκόσμιο Πάρκο-Ελβετία»), φαντασιοπληξίες που κάθε μικρό έθνος έχει. Ο εκκλησιαστικός Ελληνισμός, η Ρωμηοσύνη, είναι ένα κατόρθωμα στου οποίου τα αγαθά μετέχουν όλοι οι οι λαοί, διότι τα πολιτισμικά αγαθά δεν κλειδαμπαρώνονται, και συνεπώς δεν έχει να κάνει με εδαφικούς βαλκανικούς μωροεθνικισμούς (άλλωστε ο εθνοφυλετισμός, η χρησιμοποίηση της Εκκλησίας για εθνικιστικούς σκοπούς, έχει καταδικαστεί ως αίρεση από την Ορθοδοξία). Οι δυτικοί αρχαιολάτρες φιλέλληνες, ποτέ δεν θα γίνουν Έλληνες. Πάντα θα υπερασπίζονται τα συμφέροντα του έθνους τους. Ο Γάλλος αρχαιολάτρης φιλέλληνας, θα υπερασπιστεί τα συμφέροντα της Γαλλίας κατά της Ελλάδας˙ ο Γερμανός αρχαιολάτρης φιλέλληνας, θα υπερασπιστεί τα γερμανικά (π.χ. ναζιστικά) συμφέροντα κατά της Ελλάδας˙ ο Άγγλος αρχαιολάτρης φιλέλληνας θα πουλήσει την Κύπρο, αν τα συμφέροντα της πατρίδας του του το υπαγορεύουν, όσον Όμηρο και Πλάτωνα κι αν γνωρίζει απ’ έξω κι ανακατωτά κι όση «ελληνική παγκόσμια λογική» κι αν έχει. Κανένας «παγκόσμιος ελληνισμός» δεν έσωσε ποτέ καμμία Ελλάδα (μήπως οι αρχαιολάτρες, ουμανιστές Δυτικοί της Αναγέννησης, δεν έστειλαν την τεράστια βοήθεια των δύο πλοίων και 700 στρατιωτών στην τυπικά ενωμένη μαζί τους Πόλη το 1453;). Ακόμη κι οι φιλέλληνες του 1821 δεν έγιναν Έλληνες. Αντίθετα, η Ρωμηοσύνη αναιρεί κάθε βαλκανικό μικροεθνικισμό και καθιστά τους μετόχους του εκκλησιαστικού Ελληνισμού Έλληνες στην παιδεία σεβόμενη ταυτόχρονα την φυλετική ιδιαιτερότητά του καθενός (δεν είναι ισοπεδωτική, όπως ο «παγκόσμιος ελληνισμός» - λέγε με εκδυτικισμό) κι έτσι δεν τίθεται θέμα εθνικισμού. Μόνο όταν ο αρχαιοδυτικός εθνικισμός παρεισφρύσει, παρουσιάζονται τέτοια ζητήματα. Μόνο όταν η δυτικόπληκτη αρχαιολατρία παρεισφρύει, ο Έλληνας νοιώθει απειλούμενος από τον Σλάβο, ο Βούλγαρος γίνεται εχθρός και αρχίζει κι αυτός τον ναζιστοεθνικιστικό του αγώνα να αποδείξει ότι το βουλγαρικό έθνος είναι... αυτόχθον και αρχαιότερο του ελληνικού. Με την Ρωμηοσύνη όμως τέτοια πράγματα δεν υπάρχουν. Οι Σλάβοι έχουν ως αφετηρία του πολιτισμού τους την Ορθοδοξία, ενώ οι Δυτικοί δεν έχουν ως αφετηρία την αρχαία Ελλάδα. Αιώνες πριν την «Αναγέννηση» υπήρχε δυτικός πολιτισμός. Για όλα αυτά έχουμε το ‘21 επιστολές όπως αυτή των «εις Βρασοβόν ευρισκομένων Βουλγάρων» προς τον Ανδρέα Κομπατή στις 24/7/1824 «Να προχωρήσουν τα αδέλφια μας οι χριστιανοί, να έλθουν ολίγον παρέδω έως εις την Θεσσαλονίκην κάν και τότε να ιδής τί άνθρωποι είμεθα. Αδελφέ κυρ Ανδρέα, ένα μόνον πράγμα επιθυμούσαμεν να έχωμεν, κανα-δυο ανθρώπους σταλμένους από την διοίκησιν του Γένους». Έχοντας κοινό λόγιο πολιτισμό (τον εκκλησιαστικό ελληνισμό, την Ορθοδοξία), αλλά και κοινά έθιμα, μουσική, παραδόσεις, οι Βαλκανικοί λαοί ενώνονται και καταργούν τους εθνικισμούς, γινόμενοι λίγο-πολύ Έλληνες. Οι δυτικοί αρχαιολάτρες, όμως, ούτε έχουν κοινό αρχαίο πολιτισμό με τους Νεοέλληνες (αφού αυτός μόνο στα αγγεία και στα κείμενα υπάρχει) ούτε και κοινά έθιμα, μουσική, παραδόσεις κ.λπ., ώστε να καταργηθεί ο εθνικισμός και να γίνουν Έλληνες πολιτιστικά. Ο «παγκόσμιος εθνικισμός» (έτσι θα ‘πρεπε να τον αποκαλούν, κι όχι «παγκόσμιο ελληνισμό») που πλάσαραν και ακόμη πλασάρουν, κατάφερε να μετατρέψει τους Βούλγαρους και τους άλλους Βαλκάνιους Ορθόδοξους, από συναγωνιζόμενους κατά του κατακτητή σε θανάσιμους εχθρούς, άρα να επιφέρει αυτό, το οποίο οι αρχαιόπληκτοι κατηγορούν την Ορθοδοξία ότι είναι προϊόν της. Και σ’ αυτήν την περίπτωση βλέπουμε τους αρχαιολάτρες να κατασκευάζουν με τη φαντασία τους μια άποψη περί Ορθοδοξίας και στη συνέχεια να κατηγορούν την Ορθοδοξία για τη δική τους άποψη, ωσάν αυτή να ήταν δική της.
Βέβαια, η άποψη πως μόνο δια της αρχαιοελληνικότητας οι λαοί θα ενωθούν («αν επιδιώκουν να αισθανθούν αδελφωμένοι, ούτε το Πάσχα ούτε το Ραμαζάνι θα τους αδελφοποιήσουν, αλλά οι Ολυμπιακοί Αγώνες» Δαυλός, τ. 239, σ. 15329), παραγνωρίζει ότι αυτή η «ελληνικότητα» είναι η δυτική «ελληνικότητα» της Αναγέννησης, που καμμία σχέση δεν έχει με την αρχαιοελληνικότητα. Για παράδειγμα, μπορεί ο Μουσουλμάνος κι ο Ισραηλινός να σέβονται και να μελετούν τον Αριστοτέλη και να συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπως και οι Χριστιανοί της Δύσης, αλλά σε καμμιά περίπτωση δε θα δεχτούν να ενωθούν.. υπό τον Δία ή να λατρέψουν τα.. είδωλα. Με άλλα λόγια, η «ελληνικότητα» που αποδέχονται οι λαοί αφορά αποκλειστικά ένα κομμάτι από το μη θρησκευτικό τμήμα της κι όχι την αρχαία θρησκεία ούτε την «αρχαιοελληνικότητα» στο σύνολό της.
Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές το Χριστιανισμό, ότι έφερε την πρώτη «παγκοσμιοποίηση» της εποχής, ισοπεδώνοντας πολιτισμούς και έθιμα. Όμως, ξεχνούν ότι και οι Στωικοί το ίδιο ήθελαν «μία ποίμνη και εις ποιμήν». «Το περίφημον εκείνο και τόσον πολύ θαυμαζόμενον πολιτειακόν σύστημα του Ζήνωνος, του ιδρυτού της Στοάς, εις ένα σκοπόν, τον εξής απέβλεπε, να μην κατοικώμεν δηλαδή κατά πόλεις και κώμας χωρισμένοι οι μεν από των δε δια νόμων ιδιαιτέρων, αλλά να θεωρώμεν πάντας τους ανθρώπους συμπολίτας και μέλη του αυτού κράτους και να υπάρχει ένας τρόπος ζωής πάντων και μία τάξις ωσάν ενός ποιμνίου το οποίον τρέφεται με ίσον δίκαιον εις κοινάς νομάς», γράφει ο Πλούταρχος (Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής, 1, 6). Αυτό που θέλησε η Στοά, είναι αιτία κατηγορίας εναντίον του Χριστιανισμού;
Δεν περιμένουμε απάντηση από τους «αρχαιολάτρες», διότι ο καθένας λέει ό,τι θέλει. «Υπάρχει η ραγδαία ομογενοποίηση της ανθρωπότητας στο σκέπτεσθαι και στο ζην, στο ελληνικό σκέπτεσθαι και ζην»˙ «ο περίφημος "πολυπολιτισμός" μπορεί να ενοηθή μόνον ως διάφορα τοπικά "φολκλόρ" και "πιστεύω" (που έτσι κι αλλιώς σήμερα είναι πια "άταφα πτώματα" μετά την επαφή τους και την αναμέτρησή τους με την ελληνική αντίληψη της πραγματικότητας)» διαπιστώνει χαρούμενος ο Δ. Λάμπρου (Δαυλός, τ. 238, σ. 15249) αυτοαπατώμενος ότι η σημερινή παγκοσμιοποίηση είναι ελληνική. Κάθε άλλο παρά ελληνική είναι, βέβαια˙ είναι αμερικανική και δυτική επέκταση, κυριαρχία του αγγλοσαξωνικού τρόπου ζωής, αντίληψης της πραγματικότητας, διασκέδασης κ.λπ. Από τη μια οι αρχαιολάτρες λένε πως η «Αναγέννηση» δεν ήταν ελληνικότητα, με απλά λόγια ότι ο Δυτικός νεωτερικός πολιτισμός δεν είναι πραγματικά ελληνικός (αυτό είναι σωστό), αλλά από την άλλη ισχυρίζονται πως η εξάπλωση αυτού του Δυτικού νεωτερικού πολιτισμού (και η εκμηδένιση των άλλων πολιτισμών) συνιστά «θρίαμβο της Ελλάδας». Βλέπουμε πόσο καλοί απολογητές του παρόντος Συστήματος και της εξάπλωσής του γίνονται ακόμα και οι πλέον «ελληνόφρονες» αρχαιολάτρες: αρκεί απλώς (για τις ανάγκες της αυτοεξαπάτησής τους) να βαφτίσουν το Σύστημα «ελληνικό». Γι’ αυτό εμείς λέμε ότι οι «αρχαιολάτρες» και οι νεοεποχίτες είναι τα αγαπημένα παιδιά του... «Εξουσιασμού», τον οποίο τάχα αντιμάχονται. Ωστόσο, βλέπουμε ότι αυτοί που τάχα υπερασπίζονται την ετερότητα του καθενός πολιτισμού, δεν έχουν κατά νου τη διατήρηση των άλλων πολιτισμών: χαίρονται που οι άλλοι πολιτισμοί και οι δικές τους νοηματοδοτήσεις της πραγματικότητας (αυτό είναι ο πολιτισμός, ουσιαστικά) έχουν καταστραφεί.

63. "Αυτή η ανόητη ταύτιση ελληνισμού και χριστιανισμού αποτέλεσε ένα μεγάλο εθνικό έγκλημα, γιατί έθεσε εκτός εθνικού κορμού εκατομμύρια Ελλήνων που έτυχε να έχουν άλλη θρησκεία".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι αστεία και μόνο η σκέψη ότι ο Χριστιανισμός έθεσε εκτός Ελληνισμού τους αλλόδοξους Έλληνες. Κατά τον 4ο μ.Χ. και αργότερα, όλοι οι Έλληνες ήταν Ρωμαίοι πολίτες. Κατά την εισβολή των Τούρκων στην Μικρά Ασία τον 11ο αιώνα, όσοι εξισλαμίζονταν, πήγαιναν με το μέρος των Τούρκων, χωρίς να τους θέτει εκτός Ελληνισμού ο Χριστιανισμός, διότι εξισλαμιζόμενοι υποχρεούνταν να συμμετέχουν στις πολεμικές εκστρατείες των Τούρκων κατά των πρώην ομοεθνών τους. Όσο για την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση του 1821, πάλι δεν έθεσε ο Χριστιανισμός κανέναν εκτός Ελληνισμού˙ μόνοι τους οι εξισλαμισμένοι προσχωρούσαν στο στρατόπεδο του κατακτητή. Στην επανάσταση του 1821 δεν έλαβαν μέρος ποτέ οι ελληνόφωνοι εξισλαμισμένοι της ηπειρωτικής Ελλάδας. Μόνο οι ορθόδοξοι. Αυτό δείχνει ποιοί ένοιωθαν τον εαυτό τους Έλληνα και ποιοι όχι. Άλλωστε η ίδια η σημασία της λέξης «τουρκεύω» ήταν «εξισλαμίζομαι». Δεν συναντάμε τη λέξη «εξισλαμίζομαι», αλλά «τουρκεύω» στα κείμενα της Τουρκοκρατίας. Σύμφωνα με το κριτήριο του νεοελληνικού λαού, λοιπόν, όποιος γινόταν Μουσουλμάνος, είχε «τουρκέψει»˙ είχε γίνει Τούρκος. Είχε πάψει να είναι Έλληνας.
Οι Νεοπαγανιστές και οι άθεοι αρχαιολάτρες ισχυρίζονται ότι στην Ελληνική Επανάσταση έλαβαν μέρος και Μουσουλμάνοι. Φέρνουν ως παράδειγμα τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, και λένε «τι λέτε για χριστιανική ελληνική επανάσταση, αφού υπήρχαν Έλληνες Μουσουλμάνοι Αγωνιστές;» Οι Ν/Π φίλοι μας «ξεχνάν», ότι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος βαπτίστηκε χριστιανός στα παιδικά του χρόνια, έγινε μουσουλμάνος στα 18 του, στην αυλή του Αλή Πασά όπου είχε ανατραφεί μετά το θάνατο του (χριστιανού και αγωνιστή) πατέρα του, αλλά σύντομα, με το ξέσπασμα της Επανάστασης απεκήρυξε το Ισλάμ και προσχώρησε ξανά στην Ορθοδοξία. Πολέμησε, δηλαδή, ως Χριστιανός κατά των Μουσουλμάνων Τούρκων. Ο εξισλαμισμός του στην νεαρή ηλικία των 18 προφανώς έγινε υπό καθεστώς πιέσεων και υποσχέσεων για κοινωνική άνοδο. Ωστόσο ο Ανδρούτσος ήταν συνειδητά Χριστιανός. Απόδειξη, το γράμμα που έστειλε στους Γαλαξιδιώτες στις 22 Μαρτίου 1821:
«Ηγαπημένοι μου Γαλαξιδιώτες,
Ήτανε βέβαια από το Θεό γραμμένο να αδράξωμε τα άρματα μια ημέρα, και να χυθούμε κατά πάνου στους τυράννους μας (...). Οι εκκλησίαις μας γενήκανε τζαμιά και αχούρια των Τούρκων (...). Ο Θεός μάς έδωκε χέρια, γνώσι και νού˙ ας ρωτήσωμε την καρδιά μας και ό,τι μάς απαντυχαίνει άς το βάλωμε γρήγορα σε πράξι, και ας είμεθα, αδέρφια, βέβαιοι, το πως ο Χριστός μας ο πολυαγαπημένος θα βάλη το χέρι απάνου μας. (....) ας ωφεληθούμε την περίσταση, οπού ο Θεός ακούοντας τα δίκαια παράπονά μας, μάς έστειλε δια ελόγου μας. (....) στα άρματα, αδέρφια˙ και βέβαια καλύτερο θάνατο δεν μπορεί να προτιμήση κάθε χριστιανός και Έλληνας (...)» (Εγκυκλοπαίδεια Υδρία).
Αυτή είναι μια αποστομωτική απάντηση στον κάθε αρχαιόπληκτο. Επίσης, το γράμμα του Ανδρούτσου είναι κόλαφος για τους Νεοπαγανιστές που ισχυρίζονται ότι το ήθος της Ορθοδοξίας καμμία σχέση δεν έχει με τους Αγωνιστές κι ότι αυτοί δεν βοηθήθηκαν σε τίποτε από αυτήν, ώστε να πάρουν τα άρματα. Ο «μουσουλμάνος Οδυσσέας Ανδρούτσος» γράφει πως ο Θεός έστειλε τις ευνοϊκές για κήρυξη Επανάστασης περιστάσεις˙ πως ήταν γραφτό από τον Θεό (προφανώς τον Χριστιανικό κι όχι από τον Δία) να πάρουν οι Αγωνιστές τα άρματα˙ πως ο πολυαγαπημένος Χριστός οπωσδήποτε θα βοηθήσει τους Έλληνες˙ πως οι «εκκλησίαις ΜΑΣ» βεβηλώθηκαν από τους αλλόδοξους εχθρούς Τούρκους. Τι ατυχία για τους αρχαιόπληκτους. Δε πειράζει όμως˙ μπορεί παραποιώντας κανένα έγγραφο του ‘21 – όπως τα κείμενα του Χρυσοστόμου – να βρουν άλλον «Μουσουλμάνο Αγωνιστή».
Κάνουν λόγο οι αρχαιολάτρες για «μουσουλμάνους αδερφικούς φίλους» διάφορων αγωνιστών του 1821. Αυτά αληθεύουν, αλλά με την τεράστια διαφορά ότι, αναφέρονται προ της Επανάστασης˙ πριν την Επανάσταση κι ο Κολοκοτρώνης ο ίδιος αρκετές φορές διοριζόταν από τις οθωμανικές αρχές στο αξίωμα του Αρματωλού. Τι θα πει αυτό; Ότι ήταν προδότης; Μετά την Επανάσταση κανείς «μουσουλμάνος αδερφικός φίλος» κανενός Αγωνιστή δεν συμμετείχε στον αγώνα.
Ο Κολοκοτρώνης γράφει: «έβαλα λόγο ότι «Πρέπει να νηστεύσωμεν όλοι δια δοξολογίαν εκείνης της ημέρας και να δοξάζεται αιώνας αιώνων έως ου στέκει το έθνος» (Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, εκδ. Αφών Τολίδη, σ. 157), και «Κινώντας εγώ, είχαν μίαν προθυμίαν οι Έλληνες, οπού όλοι με τας εικόνας έκαναν δεήσεις και ευχαριστήσεις. Μου ήρχετο τότε να κλαύσω...από την προθυμίαν οπού έβλεπα. Ιερείς έκαναν δέησι» (Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, εκδ. Αφών Τολίδη, σ.146).
«Ο ναός της Θεοτόκου ήτον χαλασμένος από την πρώτη Τουρκιά, κλαδιά δένδρων τον σκέπαζαν – βοήθησέ με Παναγιά να ελευθερώσουμε την Πατρίδα και να σε φτιάσω μοναστήρι και εκκλησία καθώς ήσουν πρώτα. Τον δεύτερο χρόνο της επαναστάσεως έλυσα το τάμα μου» (Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, εκδ. Αφών Τολίδη, σ. 90).
Είναι εσφαλμένη πέρα ώς πέρα η θεωρία μερικών εθνικιστών αρχαιολατρών πως υπήρχαν και «μουσουλμάνοι Έλληνες»: ακριβώς και μόνο επειδή διατηρούσαν τη χριστιανική τους πίστη οι κρυπτοχριστιανοί παρέμεναν Έλληνες, και όταν τους δινόταν η ευκαιρία έλεγαν πως είναι χριστιανοί αποκηρύσσοντας το Ισλάμ. Όσοι από αυτούς παρέμεναν κρυφοί χριστιανοί μπόρεσαν, όταν το επέτρεψαν οι συνθήκες, να επιστρέψουν στον Ελληνισμό. Αντίθετα, όσοι από τους κρυπτοχριστιανούς ξέχασαν σταδιακά ότι ήταν χριστιανοί, ή το πήραν απόφαση πως είναι μόνο μουσουλμάνοι κι όχι κρυπτοχριστιανοί, αυτοί εκτουρκίστηκαν. Οι επιστρέφοντες στον Ελληνισμό κρυπτοχριστιανοί δεν έλεγαν «είμαστε Έλληνες αλλά παραμένουμε μουσουλμάνοι», όχι φυσικά επειδή τους το απαγόρευε κανείς, αλλά γιατί αυτά τα δύο δεν πήγαιναν ποτέ μαζί. Έλεγαν «αποκηρύσσω το Ισλάμ». Για να γίνουν ξανά Έλληνες επέστρεφαν στην ορθοδοξία φανερώνοντας το πραγματικό πιστεύω τους το οποίο τους διαφοροποιούσε από τους Τούρκους. Αυτό έγινε π.χ. στον Πόντο στα τέλη του 19ου αι. όταν λόγω σουλτανικού διατάγματος που έδινε ελευθερία θρησκείας, χιλίαδες «μουσουλμάνων» προσήλθαν στις αρχές να δηλώσουν χριστιανοί. Γι αυτό άλλωστε ούτε γίνεται, ούτε έγινε ποτέ λόγος περί «κρυπτοελλήνων», αλλά μόνο περί «κρυπτοχριστιανών». Το ότι οι εξισλαμισμένοι διατηρούσαν την ελληνοφωνία τους στην ηπειρωτική Ελλάδα, μάλλον δε λέει τίποτα: η γλώσσα δεν είναι κριτήριο εθνικής ταυτότητας, μια και υπήρχαν Τουρκόφωνοι και Βλαχόφωνοι και Σλαβόφωνοι Έλληνες, όπως υπάρχουν Ισπανόφωνοι Αμερικάνοι, Ελληνόφωνοι Ιταλοί, Γερμανόφωνοι Αυστριακοί, Γερμανόφωνοι Γάλλοι, Γαλλόφωνοι Καναδοί, Ιταλόφωνοι και Γαλλόφωνοι και Γερμανόφωνοι Ελβετοί κ.ο.κ.
Προβάλεται πως ο Κολοκοτρώνης συζήτησε το ενδεχόμενο δημιουργίας ελληνο-μουσουλμανικού κράτους με σημαία έχουσα και ημισέληνο και το σταυρό. Τότε γιατί ο ίδιος άνθρωπος είπε αργότερα «όταν πήραμε τα όπλα είπαμε πρώτα υπέρ (ορθόδοξης) πίστεως και μετά υπέρ πατρίδος»; Μήπως άλλαξε τόσο εύκολα γνώμη; Απλούστατα ήταν ευκαιριακή συμμαχία (που δεν πραγματοποιήθηκε άλλωστε ποτέ) ώστε να μην κινηθούν εναντίον μας και οι μουσουλμάνοι Αρβανίτες, όπως το έκαναν στα Ορλωφικά (1770) όταν τους το ζήτησε ο Σουλτανός, καταστέλοντας την επανάστασή μας. Γράφει στην αυτοβιογραφία του ο Κολοκοτρώνης: «Και ήλθαν όλοι οι Τούρκοι και Ρωμαίοι οι σημαντικοί και ωμίλησαν εις την Ζάκυνθο, να κάνωμε μια κυβέρνησι, συνθεμένη από 12 Τούρκους και 12 Έλληνας να κυβερνούν τον λαόν. Οι Τούρκοι επίσης να καταδικάζονται καθώς οι Έλληνες» [Είναι φανερό πως στη διήγηση αυτή Τούρκος=εξισλαμισμένος του Μοριά, διότι αλλιώς θα σήμαινε Οθωμανος, δηλ. ο Κ. θα έκανε συγκυβέρνηση ...με το Σουλτάνο]. Αυτή η συμφωνία αυτή δεν αναφερόταν σε «μελλοντικό Μωραϊτικο κράτος» «Ρωμαίων» και «Τούρκων» (=εξισλαμισμένων ντόπιων Μοραϊτών), αλλά, όπως διηγείται ο Κολοκοτρώνης «..να κάμωμεν αναφοραίς εις τον Σουλτάνον και να του λέγομεν, ότι ημείς δεν αποστατήσαμεν εναντίον του, πλην εναντίον του τυράννου τού Βελή πασά..». Δεν είχε καθόλου σκοπό να κάνει τους Μουσουλμάνους του Μωριά συμμέτοχους στο μελλοντικό ελληνικό κράτος, κι αυτό φαίνεται από τη συνέχεια της διήγησής του. Σχολιάζει ο Κολοκοτρώνης την παραπάνω συμφωνία μεταξύ Ελλήνων και «Τούρκων» του Μωριά, δηλαδή Μουσουλμάνων στην αυτοβιογραφία του: «Ο μυστικός μου σκοπός, αφού εμβαίναμε και επιάναμε όλα τα φρούρια, τότε το εκάμναμε εθνικώτερον και εχαλούσαμεν τους Τούρκους. Αι περιστάσεις ήθελαν με οδηγήσει τι έμελλε να κάμω» (Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, εκδ. Αφών Τολίδη, σ. 136, 137). Δηλαδή ο Κολοκοτρώνης λέει πως αφού έμπαιναν στα φρούρια του Μωριά, θα παρασπονδούσαν κατά των Μουσουλμάνων, και θα τους καθάριζαν. Όταν λέει «τότε το εκάμναμεν εθνικώτερον», υπονοεί πως για να γίνει εθνική η επανάσταση, θα έπρεπε να φύγουν απ' τη μέση οι ψευτοσύμμαχοι Μουσουλμάνοι. Αν όμως θεωρούσε τους Μουσουλμάνους μέρος του Ελληνικού έθνους, δεν θα έλεγε ότι, για να αποκτήσει εθνικό χαρακτήρα η εξέγερση, θα έπρεπε αυτοί (ένα υποτιθέμενο τμήμα του ελλ. έθνους) να φύγουν από τη μέση. Άρα δεν τους θεωρούσε τμήμα του έθνους. Βλέπουμε, άλλωστε πως υπάρχουν «Τούρκοι» πριν και μετά τη δημιουργία κράτους, «Ρωμαίοι» πριν και «Έλληνες» μετά˙ συνεπώς, αφού οι Τούρκοι παραμένουν Τούρκοι, οι Ρωμαίοι είναι οι Έλληνες. Αυτή τη συμφωνία, που ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης παραδέχεται πως ήταν ύπουλο τέχνασμα, κάθονται κάποιοι αρχαιολάτρες και το εκλαμβάνουν πως δήθεν ο Κολοκοτρώνης θεωρούσε τους Τούρκους του Μωριά ως Έλληνες.
Όπως λέει κι ο Μακρυγιάννης, συμφωνώντας με τον Κολοκοτρώνη: «Και ύστερα γεννήθη και το δικό μας το Ελληνικόν κ' εμείς το πηγαίναμε σκεπασμένο ότι δουλεύομε δια τον Αλήπασσα, τον αφέντη μας, να τον σώσωμε’ ότι αδίκως τον κατατρέχει ο Σουλτάνος. Αυτά βγαίναμε, να ελκύζωμε τους Τούρκους Αρβανίτες(..) Αυτά μιλήσαμεν με τους Τούρκους. Με τους Έλληνες μυστικώς μιλήσαμεν δια την ελευθερία της πατρίδος' και να βαστιέται πολλή μυστικότη να μην το μάθουν οι Τούρκοι [= οι Τουρκαλβανοί και οι ελληνόφωνοι εξισλαμισμένοι της Πελοποννήσου] και τους πιάσωμεν οχτρούς. Και έχομεν την ανάγκη τους ν’ αδυνατίζωμεν την δύναμη του Σουλτάνου» (Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, εκδ. Πέλλα, σ. 116, 117 και 118). Ολοφάνερα ο Μακρυγιάννης λέει πως οι Έλληνες προσποιήθηκαν ότι συμμαχούν με τους Τουρκαλβανούς ώστε να αντιμετωπίσουν τις τουρκικές στρατιές που ήδη βρίσκονταν στην Ήπειρο πολεμώντας τον Αλήπασσά και ήταν έτοιμες να κατέβουν και στην επαναστατημένη Πελοπόννησο. Αν οι μουσουλμάνοι ελληνόφωνοι του Μωριά και Στερεάς ένοιωθαν την κοινή με τους χριστιανούς καταγωγή τους και ήταν Έλληνες, ποια ήταν η στάση τους έναντι της επανάστασης των Πελοποννησίων στα Ορλωφικά; Φυσικά την καταπολέμησαν, διότι δεν ήταν Έλληνες αλλά μουσουλμάνοι, ακριβώς όπως και οι ελληνόφωνοι εξισλαμισμένοι Κρήτες, οι λεγόμενοι Τουρκοκρητικοί που όποτε οι χριστιανοί του Νησιού επαναστατούσαν, αυτοί δεν τους βοηθούσαν αλλά κατέπνιγαν στο αίμα τον αγώνα τους για λευτεριά. Αυτό ήταν το ποιόν και η συμπεριφορά όσων προσχωρούσαν στο Ισλάμ. Και κάθονται μετά μερικοί ελληνοκεντριστές να ομιλούν περί «ελληνικής συνείδησης» κάποιου Ταχήρ Αμπατζή (ελληνικότατο όνομα, πράγματι) και άλλων τινών τσιρακίων (διότι υποτακτικοί του ήταν) του Αλή Πασσά. Αλλά αυτοί ακόμα και τον Αλή Πασά τον έχουν βγάλει φιλέλληνα, αυτόν που εξόντωσε το ηρωικό Σούλι, κι άς λέει ο Μακρυγιάννης: «λέγαμεν (σημείωση δική μου: έλεγαν οι Έλληνες στους Μουσουλμάνους του Μωριά και της Ηπείρου) να βγάλωμεν τον δίκαιον Αλήπασσα». Και συμπληρώνει μετά σε παρένθεση: «και αν έβγαινε αυτός ο σκύλος, ήμαστε χαμένοι, ότι όλη την Εταιρίαν μας την ήξερε, ότι την πρόδωσε ένας Επτανήσιος» (Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, εκδ. Πέλλα, σ. 117. Βλ. και Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, εκδ. Αφών Τολίδη, σ.145). Ο δε Ταχήρ Αμπατζής και οι συν αυτώ, όταν κατάλαβε το κόλπο των επαναστατημένων Ελλήνων, ότι τους χρησιμοποίησαν κατά των άλλων Τούρκων με πρόσχημα τη σωτηρία του Αλήπασσά, πήγε και ενώθηκε με τον στρατό του Ομέρ Πασά, επειδή «δια ένα παλιόγερο είπαν, δια τον Αλήπασσά, να μή χαθή η Τουρκιά» (Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, εκδ. Πέλλα, σ. 127), γράφει ο Μακρυγιάννης.
Ένα παγανιστικό αρχαιολατρικό επιχείρημα είναι ότι όσοι επαναστατούσαν κατά των Τούρκων δεν δρούσαν σύμφωνα με τα χριστιανικά πρότυπα και γι' αυτό δεν πρέπει να αποδοθεί έπαινος στο χριστιανισμό για τις εξεγέρσεις αυτές. Γιατί τότε οι επαναστάτες διακήρυτταν πως ήθελαν να πεθάνουν Χριστιανοί και ελεύθεροι, παρά δούλοι; Γιατί διακήρυτταν πως αιτία της εξέγερσης ήταν ότι οι Τούρκοι δε σεβόντουσαν την ορθόδοξη θρησκεία τους; Γιατί ο Κολοκοτρώνης λέει πως πρώτα πολέμησαν υπέρ Πίστεως και ύστερα υπέρ Πατρίδας; Εξάλλου, στην Παλιά Διαθήκη υπάρχει ολόκληρο βιβλίο που εξιστορεί τους αμυντικούς αγώνες των Εβραίων, συνεπώς η υπεράσπιση της Πατρίδας καθόλου δεν αντίκειται στη χριστιανική διδασκαλεία, εφόσον ο εξεγερμένος υπερασπίζεται τους αδικημένους και από αγάπη – για χάρη τους – θυσιάζεται. Στο Βυζάντιο δηλαδή, δεν ήταν χριστιανοί που πολεμούσαν για τη σωτηρία των δικών τους ενάντια σε κάθε εισβολέα, χριστιανό και μουσουλμάνο; Η ιστορία αποδεικνύει ότι η Ορθοδοξία διόλου δεν ήταν ανασχετικός παράγοντας στην άμυνα. «Ο Λέων ΣΤ’ στα «Τακτικά» του (PG 107) γράφει ότι οι στρατιώτες πολεμούν σαν στρατιώτες του Χριστού για τους γονείς, για τους φίλους, για την πατρίδα, για ολόκληρο το χριστιανικό έθνος. Γράφει επί λέξει «..να υπογραμμίζουν ότι η μάχη που θα δώσουν είναι για όλο το έθνος και πάνω απόλα για τα αδέρφια μας που βρίσκονται υπό το ζυγό των απίστων, για τα παιδιά μας και τις γυναίκες μας, για την πατρίδα μας. Να μην ξεχνούν να υπενθυμίζουν ότι η μνήμη εκείνων που έπεσαν για την ελευθερία των αδερφών μας είναι αιώνια» (Ε. Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, εκδ. Ψυχογιός, σ. 41).
Έχουμε δηλαδή χειροπιαστό παράδειγμα χριστιανικού Ρωμαίικου πατριωτισμού. Η Ρωμανία ήταν κοσμικό κράτος και η υπεράσπισή της δεν θεωρήθηκε ποτέ κάτι το αντίθετο προς το χριστιανισμό. Αυτό το παράδειγμα ακολούθησαν και οι Ρωμηοί Αγωνιστές του 1821. Είναι ολοφάνερο ότι οι Ρωμηοί, ο Ανδρούτσος, ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης, που υποτίθεται ότι δεν είχαν άλλο κατά νου εκτός από τη σωτηρία της ψυχής – και κατά συνέπεια δεν θα πρεπε να τους απασχολεί η σωτηρία της πατρίδας ή των υπόδουλων αδελφών τους – ποτέ δεν ερμήνευσαν τη χριστιανική πίστη όπως την ερμηνεύουν οι Νεοπαγανιστές. Προφανώς οι τελευταίοι είναι καλλίτεροι ερμηνευτές της. Η αλήθεια είναι, πως οι Ορθόδοξοι εμπνεόμενοι από την Ορθοδοξία είχαν έντονη την συναίσθηση της αυτοθυσίας. Ποια είναι τα τρία ηπειρωτικά ευρωπαϊκά έθνη που πολέμησαν με μεγαλύτερο σθένος και περιφρόνηση του θανάτου, τους Ναζί, ενώ οι λοιποί Ευρωπαίοι (πλην των κατοίκων του βρετανικού νησιού) έντρομοι υποτάσσονταν; Ρώσσοι, Έλληνες, Σέρβοι. Δηλαδοί λαοί που επί αιώνες και χιλιετίες διαπαιδαγωγήθηκαν με το ηρωικό πνεύμα της αυτοθυσίας και της εξέγερσης κατά της αδικίας, που κηρύττει η Ορθοδοξία.
Δεν μας εξηγεί κανείς εθνικιστής αρχαιολάτρης, γιατί όλες οι σημαίες των επαναστατών του 1821 έχουν το Σταυρό.
Του Διαφωτιστή Ρήγα Φερραίου είχε τον Σταυρό με τους άγιους Κωνσταντίνο και Ελένη και την αναγραφή "εν τούτω Νίκα". Τέτοια σημαία υψώθηκε από τον Υψηλάντη στις 26/2/1821 όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία.
Ο Πετρόμπεης στις 17/3/1821 ύψωσε σημαία λευκή με γαλάζιο Σταυρό.
Ο Ανδρέας Λόντος που μπήκε στις 21/3/1821 στην Πάτρα είχε σημαία κόκκινη με μαύρο Σταυρό.
Η σημαία που ύψωσε ο Γεώργιος Σισίνης στην Ήλιδα επίσης είχε το Σταυρό στο κέντρο.
Η σημαία του Αθανάσιου Διάκου είχε την εικόνα του Αγίου Γεωργίου.
Ο αγωνιστής Πλαπούτας είχε σημαία με Σταυρό στη μέση και τα τέσσερα γράμματα ΙΧΝΚ στις τέσσερις γωνίες της.
Οι Αγραφιώτες ύψωσαν σημαία λευκή με κόκκινο Σταυρό.
Οι Βερβιτσιώτες τη σημαία του Ρήγα (τρίχρωμη με κόκκινο, μαύρο και λευκό) με γαλάζιο Σταυρό.
Στην Κρήτη η οικογένεια των Καλλέργηδων ύψωσε σημαία με εννιά παράλληλες λευκές και γαλάζιες λωρίδες και με λευκό Σταυρό σε γαλάζιο φόντο, ενώ στο πάνω αριστερό μέρος έγραφε το "εν τούτω νίκα".
Η πολεμική σημαία των Σπετσών ήταν γαλάζια με κόκκινο Σταυρό που καταπατά την ημισέληνο η οποία είναι γυρισμένη και κοιτά προς τα κάτω (Αυτό το σχέδιο ήταν και στη σημαία του δήμου της Κωνσταντινούπολης στα χρόνια της Ρωμανίας).
Η σημαία των Ψαρών λευκή με κόκκινο Σταυρό.
Η σημαία της Ύδρας κόκκινο πλαίσιο με λευκό σταυρό να πατά αναποδογυρισμένο μισοφέγγαρο.
Η Σαμιώτικη γαλάζια με λευκό Σταυρό και τη φράση "ελευθερία ή θάνατος".
Η της Κρητης κόκκινη με την εικόνα του αποστόλου Τίτου.
Η κυπριακή λευκό φόντο με γαλάζιο Σταυρό και την αναγραφή "σημεα ελληνικη πατρης κηπρου".
Ακόμη και η σημαία της επανάστασης του 1843 για Σύνταγμα ήταν η ρωμαίικη σημαία των Παλαιολόγων: χρυσός Σταυρός σε κόκκινο πλαίσιο.
Θα πουν οι αρχαιόπληκτοι ότι και τα πλοία των επαναστατών είχαν πολύ περισσότερα αρχαιοελληνικά ονόματα από χριστιανικά. Η απάντηση είναι απλή: εφόσον είδαν ότι παριστάνοντας τους απευθείας απόγονους του Περικλή, λάμβαναν παχυλή βοήθεια από την Ευρώπη, δεν είχαν λόγο να μην συνεχίσουν να τους παριστάνουν. Αλλά ούτε και η αρχαιολατρία των Επαναστατών συνεπαγόταν αντιχριστιανισμό, όπως συνεπάγεται η αρχαιολατρία των αρχαιόπληκτων. Οι αρχαιόπληκτοι πώς ερμηνεύουν το χριστιανικό σύμβολο του Σταυρού; Μήπως θα πουν, ότι είναι αρχαιοελληνικής προέλευσης; Ότι είναι ο σταυρός του Δία κι όχι του Χριστού; Είναι πρόθυμοι να υποστηρίξουν τέτοια ανοησία; Να πουν ότι οι αγράμματοι Έλληνες είχαν μελετήσει την μυθολογία και γνώριζαν ότι ο σταυρός δεν είναι Χριστιανικός αλλά του Δία; Μήπως έκαναν κι ανασκαφές; Αυτά τα πανανθρώπινα σύμβολα έχουν σε κάθε περίπτωση και σε κάθε εποχή την σημασία που επικρατεί τότε, εκείνη την εποχή, κι όχι την σημασία που επικρατούσε σε άλλες εποχές ή σε άλλους τόπους. Η σβάστιγκα του Θιβέτ στην κομμουνιστική σημαία της χώρας δεν υποδηλώνει ναζισμό ούτε και οι σβάστιγκες που βρέθηκαν στο Ισραήλ. Τη χριστιανική συνείδηση, λοιπόν δήλωναν οι Έλληνες του 1821, με τη σημαία του σταυρού.
Κατηγορούν πολλοί την στάση της Εκκλησίας, που βάζει σε πρώτη μοίρα τη θρησκεία και σε δεύτερη την πατρίδα. Ισχυρίζονται πολλοί πως τέτοια αντίληψη αναπόφευκτα οδηγεί στον παραμερισμό της πατρίδας υπέρ της θρησκείας, άρα και στην προδοσία. Η στάση αυτή της Εκκλησίας όχι μόνο δεν θεωρούνταν προδοτική, όχι μόνο δεν κατηγόρησε την Εκκλησία γι’ αυτήν τη στάση ποτέ κανένας, αλλά την είχαν και οι Κολοκοτρώνης, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Ανδρούτσος, Υψηλάντης, Καποδίστριας, Μακρυγιάννης, όλες οι Εθνοσυνελεύσεις. Ήταν δηλαδή η αντίληψη που είχε ο νεοελληνικός πατριωτισμός εν τη γενέσει του (1204-1453) και ύστερα, το 1821, βάσει των λεγομένων υπό των γνησιότερων εκφραστών του. Αν κάποιοι είναι διαστρεβλωτές του νεοελληνικού πατριωτισμού, αυτοί είναι όχι οι της Εκκλησίας, αλλά οι Νεοειδωλολάτρες, οι ελληνοκεντρικοί αρχαιόπληκτοι εθνικιστές, οι ακροδεξιοί φυλετιστές και ορισμένοι Διαφωτιστές, που πάνε να κάνουν το άσπρο μαύρο, κατηγορώντας την Εκκλησία. Δεν μας αρέσει καθόλου η χρήση του όρου «προδότες», αλλά αφού την πρωτοχρησιμοποίησαν οι αρχαιόπληκτοι, πρέπει να ξέρουν, πως όλοι αυτοί είναι οι εξωμότες του νεοελληνικού πατριωτισμού κι όχι οι δημιουργοί του. Αυτοί είναι οι διαστρεβλωτές κι όχι η Εκκλησία προδότις της πατρίδας. Να τι λέει ο Κολοκοτρώνης: «Όταν πιάσαμε τ' άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως και έπειτα υπέρ Πατρίδος» (στην εφημ. «Αιών» των Αθηνών, 13/11/1838).
Κι ο Κωνσταντίνος ΙΑ', 400 χρόνια πριν τα ίδια ακριβώς βάζει σε προτεραιότητα: «Ξέρετε καλά, αδελφοί, πως για τέσσερα πράγματα έχουμε κοινή υποχρέωση όλοι να προτιμήσουμε να πεθάνουμε, παρά να ζούμε. Πρώτο για την πίστη και την ευσέβειά μας, δεύτερον για την πατρίδα (...). Αν για τις δικές μου αμαρτίες ο Θεός παραχωρήσει την νίκη στους ασεβείς, ριχνόμαστε στον κίνδυνο για την πίστη μας την αγία, την οποία ο Χριστός μάς χάρισε με το δικό του αίμα˙ κι αυτό είναι το κυριότερο απ’ όλα (...)» Χρονικό Αλώσεως, Γεωργίου Φραντζή.
Γιατί ο Κολοκοτρώνης και ο Παλαιολόγος είπαν αυτά; Μήπως τους απείλησαν; Θα ήταν αστείο και να το σκεφτεί κανείς. Ο Κολοκοτρώνης κι ο Παλαιολόγος ούτε ανθέλληνες ούτε θρησκόληπτοι ούτε παραπλανημένοι από τους χριστιανούς ούτε τρομοκρατημένοι από τους χριστιανούς ήταν, που έβαζαν πρώτα τη χριστιανική θρησκεία τους. Ο Παλαιολόγος, ο Κολοκοτρώνης, και οι Εθνοσυνελεύσεις του 1821 τα ίδια πράγματα λένε. Τουλάχιστον αυτούς δεν μπορούν να τους κατηγορήσουν για ιδιοτέλεια.
Αλλά μερικοί από τους Νεοπαγανιστές, που φαίνεται ότι έχουν copyright στο όνομα Έλληνας, έχουν προσπαθήσει ακόμα και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο να τον βγάλουν Δωδεκαθεϊστή, επειδή είπε την Κωνσταντινούπολη «χαρά των Ελλήνων». Το όνομα Έλληνας είχε πλέον την έννοια την εθνική, κι όχι τη θρησκευτική, και με αυτή την έννοια λέει αυτά ο Παλαιολόγος, που στο ίδιο κείμενο αποκαλεί το λαό του «απογόνους Ελλήνων και Ρωμαίων».
Μερικοί Νεοδωδεκαθεϊστές ισχυρίζονται πως «η ορθοδοξία ξέρει ότι ουδείς Έλλην θα πολεμήσει για την σωτηρία των παπάδων ενώ όλοι θα πολεμήσουν για την Ελλάδα. Έξυπνα λοιπόν χρησιμοποιούν την εξίσωση: «επίθεση κατά της ορθοδοξίας=επίθεση κατά της Ελλάδος». Αγνοούν τα παρακάτω αποσπάσματα από τις διακηρύξεις και τα συντάγματα αυτών που πολέμησαν για την Ελλάδα. Για να διαπιστώσουν κάποτε όλοι πως αυτοί που πολέμησαν για την Ελλάδα, πραγματικά ταύτιζαν την Ορθοδοξία με αυτήν και συνεπώς, για τους Αγωνιστές του 1821 όποιος έβριζε την Ορθοδοξία ήταν προδότης. Αν αμφιβάλλουν, ας να ρίξουν μια ματιά εδώ:
Α' Εθνοσυνέλευση, Επίδαυρος, 1821: «Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, ε ι σ ί ν Έλληνες,
Β' Εθνοσυνέλευση εν Άστρει, 1823: «Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστον, ε ι σ ί ν Έλληνες
Η Γ' Εθνοσυνέλευση, στην Τροιζήνα, 1827: «Έλληνες είναι, α' Όσοι αυτόχθονες της Ελληνικής Επικρατείας, πιστεύουσιν εις Χριστον. β' Όσοι από τους υπό τον οθωμανικόν ζυγόν, πιστεύοντες εις Χριστόν
Τι διακηρύσσει η Γ΄ Εθνοσυνέλευση, Τροιζήνα 1827: «Ως Χριστιανοί ούτε ήτο, ούτε είναι δυνατόν να πειθαρχήσωμεν δεσποζόμενοι από τους θρησκομανείς Μωαμεθανούς, οι οποίοι κατεξέσχιζον και κατεπάτουν τας αγίας εικόνας, κατεδάφιζον τους ιερούς ναούς, κατεφρόνουν το Ιερατείον, υβρίζοντες το θείον όνομα του Ιησού, του Τιμίου Σταυρού˙ και μάς εβίαζον να γίνωμεν θύματα της μαχαίρας των, αποθνήσκοντες Χριστιανοί ή να ζήσωμεν Τούρκοι, αρνηταί του Χριστού και οπαδοί του Μωάμεθ. Πολεμούμεν προς τους εχθρούς του Κυρίου μας (...). Ο πόλεμός μας δεν είναι επιθετικός, είναι αμυντικός, είναι πόλεμος της Δικαιοσύνης κατά της αδικίας, της Χριστιανικής θρησκείας κατά του Κορανίου, του λογικού όντος κατά του αλόγου και θηριώδους τυράννου».
Ο πρώτος κυβερνήτης του ελληνικού κράτους, Ιωάννης Καποδίστριας έγραφε προς ξένους διπλωμάτες τα εξής: «Το Ελληνικόν Έθνος σύγκειται εκ των ανθρώπων, οίτινες από της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως δεν έπαυσαν ομολογούντες την Ορθόδοξον Πίστιν και την γλώσσαν των Πατέρων αυτών λαλούντες».
Η Ε' Εθνοσυνέλευση, Ναύπλοιο, 1832: «Έλληνες είναι• α' Όσοι αυτόχθονες της Ελληνικής Επικρατείας πιστεύουσιν εις Χριστόν. β' Όσοι εις ξένας Επικρατείας εγεννήθησαν εκ γονέων αυτοχθόνων, ή εκ μόνου πατρός Έλληνος, και πρεσβεύουσι την πάτριον θρησκείαν (Ι. Ρωμανίδη, Ρωμηοσύνη Ρωμανία Ρούμελη, εκδ. Πουρναρά, σ. 195-197).
Όταν λοιπόν οι εθνικιστές αρχαιολάτρες και οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι η επανάσταση του 21 δεν έγινε «πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος», κατ' ουσίαν αποκαλούν ψεύτη τον Κολοκοτρώνη, που φυσικά δεν το είπε αυτό για λόγους συμβιβασμού, ώστε τάχα και οι θρήσκοι συμπατριώτες του να πεισθούν να λάβουν μέρος στην επανάσταση, αλλά διότι κι ο ίδιος και όλοι πίστευαν πραγματικά στον Χριστό νηστεύοντας και κάνοντας τάματα στην Παναγία.
Στις 26 Μαρτίου 1821 το «Αχαϊκό Διευθυντήριο» στην Πάτρα διακηρύσσει προς τους πρόξενους των Μ. Δυνάμεων: «Ημείς το Ελληνικόν έθνος των Χριστιανών βλέποντες ότι μάς καταφρονεί το οθωμανικόν γένος και σκοπεύει όλεθρον εναντίον μας πότε μ’ ένα και πότε μ’ άλλον τρόπον, απεφασίσαμεν σταθερώς, ή να αποθάνωμεν όλοι, ή να ελευθερωθώμεν» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΙΒ’, σ. 86). Είναι το Ελληνικό έθνος των Χριστιανών που επαναστατεί κατά των Οθωμανών. Όχι οι... Νεοπαγανιστές. Πέραν τούτων, αφού οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι υπήρχαν (κρυπτο)παγανιστές ακόμη και κατά την Τουρκοκρατία, ας προσπαθήσουν να κατονομάσουν έναν παγανιστή αγωνιστή της επανάστασης του 1821.
Φυσικά, δεν σημαίνουν τα παραπάνω πως σήμερα τα πράγματα είναι παρόμοια ή ολόιδια με την εποχή του 1821. Έλληνες σήμερα είναι και οι μη Ορθόδοξοι, ισάξιοι Έλληνες με τους (πλειοψηφούντες) Ορθόδοξους. Αλλά από το σημείο αυτό ώς το σημείο να βρίζεται τόσο χυδαία η πίστη των πιο πολλών, να υβρίζεται τόσο αναίσχυντα ή να αμφισβητείται από τον κάθε φανατικό η πίστη των απελευθερωτών Προγόνων μας, υπάρχει τεράστια απόσταση. Γι’ αυτό και παρατέθηκαν τα ψηφίσματα των επαναστατημένων Ελλήνων.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Mon Oct 04, 2021 12:01 pm

64. "Κάποτε πρέπει να τελειώσει το παραμύθι της εκκλησίας που έσωσε τον ελληνισμό στην τουρκοκρατία. Οι παπάδες είχαν προνόμια από τους Τούρκους, και δεν ήθελαν την επανάσταση, ο δε Πατριάρχης την αφώρισε. Η δε Φιλική εταιρία ήταν μασωνική και καμμιά σχέση δεν είχε με το χριστιανισμό".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

64a ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟ Ε’

Ο Υψηλάντης που βρισκόταν στην Μολδοβλαχία την εποχή που έγινε ο αφορισμός της επανάστασης, όταν έμαθε για τον αφορισμό από τον Πατριάρχη, σε επιστολή προς τον Κολοκοτρώνη έγραψε: «Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος υπό της Πόρτας, σας στέλλει αφοριστικά και Εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρήτε αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΙΒ', σ. 36).
Και πράγματι έτσι ήταν, γιατί υπήρχε η ρητή εκ μέρους του Σουλτάνου απειλή πως αν δεν αφώριζε την επανάσταση, θα διατασσόταν γενική σφαγή των ραγιάδων σε όλη την Τουρκία. Ούτε φυσικά έκανε τον αφορισμό επειδή ήθελε να σώσει τη ζωούλα του, μια και πάντα ήταν στο στόμα του λύκου οι Πατριάρχες, και όποτε ήθελαν οι Τούρκοι, τους έσφαζαν. Και όντως, τον κρέμασε ο Σουλτάνος τελικά, κατηγορώντας τον ως αρχηγό της επανάστασης των Ρωμηών. Ο Σουλτάνος έγραψε μεταξύ άλλων αυτά όταν τον κρέμασε: «Ο δόλιος Ρωμηός Πατριάρχης, καίτοι κατά το παρελθόν είχε δώσει πλαστά δείγματα αφοσιώσεως, όμως κατά την περίπτωσιν ταύτην, μη δυνάμενος να αγνοή την συνωμοσίαν της επαναστάσεως του έθνους του [...] γνωρίζων δέ ο ίδιος και υποχρεωμένος να γνωστοποιήση και εις όσους το ηγνόουν, ότι επρόκειτο περί επιχειρήσεως ματαίας, ήτις ουδέποτε θά επετύγχανε [...],όμως ένεκα της εμφύτου διαφθοράς της καρδίας του, ου μόνον δεν ειδοποίησε, ουδέ επετίμησε τους αφελείς [...], αλλά, κατά τα φαινόμενα, αυτός ο ίδιος, όπισθεν των παρασκηνίων, έδρα κρυφίως, ως αρχηγός της επαναστάσεως.…Είμεθα πληροφορημένοι ότι είναι συνένοχος όλων των αταξιών όσες οι ραγιάδες έπραξαν (...) δια τούτο εκρεμάσθη προς σωφρονισμό των άλλων» (10/4/1821).
Απλά, κάνοντας τον ελιγμό αυτόν, ο Γρηγόριος Ε' έσωσε τους υπόλοιπους Ρωμηούς, που ήταν κάτω από το σπαθί του Τούρκου, και όχι μακριά του, σε καμμιά απόμακρη Πελοπόνησσο για να παριστάνουν τους έξυπνους. Ο Πατριάρχης, λίγο πριν εκτελεστεί, δέχθηκε πρόταση από δικούς του να δραπετεύσει και να γλιτώσει. Να τι τους απάντησε: «Με προτρέπετε εις φυγήν. Μαχαίρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και των λοιπών πόλεων των Χριστιανικών επαρχιών.(...) Ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν ωφέλειαν παρά η ζωή μου (..)». Ορισμένοι παραθέτουν εξεπίτηδες μόνο το κείμενο του αφορισμού του Πατριάρχη, αλλά όχι και τα κείμενα του Σουλτάνου ή του Υψηλάντη. Γιατί; Μήπως επειδή προσπαθούν να «αποδείξουν» ότι ο Πατριάρχης ηθελημένα, κι όχι δια της βίας, αφόρισε την Επανάσταση, αλλά γνωρίζουν πως εάν παρέθεταν και τα άλλα κείμενα, θα αποτύγχανε η προσπάθειά τους;
Να τι γράφει η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών: «Επικρίθηκε ο Πατριάρχης και επικρίνεται ακόμα επειδή έστερξε στον αφορισμό. Οι επικριτές όμως δεν αναλογίζονται τί θα πάθαινε το Έθνος αν ο Πατριάρχης τηρούσε αρνητική στάση απέναντι στις αξιώσεις του Σουλτάνου. Αν δε γινόταν ο αφορισμός ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα εξοντώνονταν εκατοντάδες χιλιάδων ορθόδοξων χριστιανών. Αν γινόταν, ήταν απλώς πιθανό να επέλθη αποθάρρυνση αλλά σε πολύ περιορισμένο βαθμό. Οι Έλληνες θα κατανοούσαν, πίστευε ο Πατριάρχης, ότι ο αφορισμός ήταν προϊόν βίας κι επομένως οι δυσμενείς συνέπειές του θα ήταν ασήμαντες» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΙΒ', σ. 36).
Είναι αβάσιμο και το επιχείρημα, ότι ο Σουλτάνος κρέμασε τον Πατριάρχη για τον ίδιο λόγο, για τον οποίο κρέμαγαν όσους Οθωμανούς αξιωματούχους αποτύγχαναν στην αποστολή τους, άρα δεν λέει τίποτε υπέρ του Πατριάρχη ο απαγχονισμός του. «Ξεχνάνε», όσοι ισχυρίζονται το παραπάνω, ότι ο ίδιος ο Σουλτάνος, ως λόγο για τον απαγχονισμό δεν έχει το ότι ο Γρηγόριος Ε’ απέτυχε να πείσει τους Έλληνες να μην επαναστατήσουν, αλλά ρητά ισχυρίζεται, ότι ο Γρηγόριος ήταν συνένοχος και κρυφά δρούσε υπέρ αυτών, ίσως και ως αρχηγός τους. Όχι ως «αποτυχημένος στην αποστολή του οθωμανός αξιωματούχος», αλλά ως επαναστάτης, κρεμάστηκε ο Γρηγόριος Ε’. Αλλά φαίνεται πως δεν πρόσεξαν τι γράφει ο Σουλτάνος. Μόνο τον αφορισμό γνωρίζουν απ’ έξω.
Ο αρχαιολάτρης Κοραής δηλαδή που αποκαλούσε την Επανάσταση «άωρον κίνημα» γιατί δεν χαρακτηρίζεται κι αυτός προδότης; Και μια που αναφέρθηκε ο Κοραής, ας μάθουν οι αντορθόδοξοι «αρχαιολάτρες» που αναφέρουν τον άνθρωπο αυτόν ως αντιχριστιανό και πιθανόν ως κρυπτοπαγανιστή και τον καπηλεύονται, όπως καπηλεύονται τα πάντα, τι γνώμη είχε ο ίδιος ο Κοραής για τον Χριστιανισμό. Ο Κοραής λοιπόν έγραφε πως είχε αποφασίσει «να μένη πάντοτε εις τας σταθεράς και αμετακινήτους αρχάς της χριστιανικής πίστεως υπηγορευμένες από τον ορθόν λόγον και σφραγισθείσας από την αποκαλυφθείσαν θρησκείαν, και ο κόσμος όλος ήθελε κρίνει το εναντίον». Το 1825 γράφοντας προς τον Μητροπολίτη Ουγγαροβλαχίας Ιγνάτιον να μην παύσει να διδάσκει το Ευαγγέλιο πρόσθεσε «Μόνον του Ευαγγελίου η διδαχή μπορεί να σώσει την αυτονομίαν του Γένους. Η θρησκεία μας έχη τοσούτον εξαίρετον παρά τας λοιπάς θρησκείας χαρακτήραν θεότητος, ότι το βιβλίον είναι εν αυτώ χάρτης και της επίγειου και της ουρανίου πολιτείας, ζώντος και αποθανόντος μόνος ο χάρτης ούτος αρκεί να μας σώσει». Μπορεί να είχε επηρεαστεί πολύ από την προτεσταντική θρησκεία και τις ανιστόρητες αντιλήψεις περί Βυζαντίου ο Κοραής, αλλά αντιχριστιανός δεν ήταν.
Μόνο στα πρώτα 4 χρόνια της Επανάστασης αποκεφαλίστηκαν, απαγχονίστηκαν ή βασανίστηκαν εώς θανάτου (εκτός των 2 Πατριαρχών) μεταξύ άλλων: δύο Αρχιεπίσκοποι (Κύπρου Κυπριανός, Κρήτης Γεράσιμος), τέσσερεις Επίσκοποι (Μεθώνης Γρηγόριος, Κορώνης Γρηγόριος, Ρωγών Ιωσήφ, Σαλώνων Ησαίας) και 15 Μητροπολίτες (Αγχιάλου Ευγένιος, Εφέσου Διονύσιος, Νικομηδείας Αθανάσιος, Θεσ/κης Ιωσήφ, Δέρκων Γρηγόριος, Μεσημβρίας Ιωσήφ, Αδριαν/λεως Δωρόθεος, Μονεμβασίας Χρύσανθος, Χριστιανουπόλεως Γερμανός, Άργους Γρηγόριος, Κερύνειας Λαυρέντιος, Πάφου Χρύσανθος, Κιτίου Μελέτιος Β', Δημητσάνης Φιλόθεος, Χίου Πλάτων). Φαίνεται πως ήταν τόσο φιλότουρκη η κατώτερη και η ανώτερη Ιεραρχία της Ορθόδοξης Εκκλησίας που έπεφτε πρόθυμα στις κρεμάλες και τις χατζάρες των Οθωμανών, σωστά; Ο παραλογισμός όσων αρνούνται τη προσφορά της Ιεραρχίας φτάνει στο σημείο να χαρακτηρίζει όλους αυτούς του φόνους ως «γράψε λάθος» εκ μέρους των Τούρκων. Τέτοιο μίσος που τους διακατέχει, τέτοια πράγματα λεν.
Όσο για την προσφορά της εκκλησίας στην Τουρκοκρατία, αρκεί το γεγονός πως όπου οι κάτοικοι παρέμεναν Χριστιανοί, έστω κι αν έχαναν την ελληνική γλώσσα (π.χ. οι Καππαδόκες τουρκόφωνοι Ρωμηοί), παρέμειναν Έλληνες, ενώ όσοι εξισλαμίστηκαν, έγιναν Τούρκοι αργά ή γρήγορα, ακόμη κι αν διατήρησαν την ελληνική γλώσσα. Γι' αυτό κι ο Κολοκοτρώνης σχολιάζοντας το «υπέρ πίστεως και πατρίδος» είπε «πρώτα πολεμήσαμε υπέρ πίστεως, και μετά υπέρ πατρίδος». Και τέλος, είναι αστεία τα περί Φιλικής Εταιρίας. Στην Φιλική Εταιρία ήταν μυημένοι εκατονταδες κληρικοί και δεσποτάδες. Όλοι σχεδόν της Πελοποννήσου όπως παραδέχονται ακόμα και μαρξιστές σαν τον Σκαρίμπα. Μια αναφορά, τέλος, στην ποσοστιαία σύνθεση της Φιλικής δίνει τα στοιχεία: Έμποροι 54%, Επαγγελματίες (δάσκαλοι, φοιτητές, γιατροί, νομικοί κλπ) 13 %, Πρόκριτοι 12%, Κληρικοί 10 %, Πολεμιστές 9 %, Αγρότες 2% (Πηγή: Γιώργου Φράγκου «Η Φιλική Εταιρία»). Αν όλοι αυτοί που έκαναν την Επανάσταση του '21, διανοούμενοι και στρατιωτικοί, δεν παραδεχόντουσαν την στενή σχέση του νεοελληνικού έθνους με την ορθοδοξία, δεν θα έβαζαν ποτέ στα συντάγματα τους φράσεις όπως «Έλληνας είναι όποιος κάτοικος της Ελλάδας είναι χριστιανός». Διότι, σε όλες τις εθνοσυνελεύσεις των επαναστατημένων προγόνων μας, από το 1821 ώς και το 1832 (που ήρθε ο Όθωνας) αυτό διακηρύσσεται. Ο μόνος τρόπος να αρνηθεί κανείς την έντονη θρησκευτικότητα των προγόνων μας είναι να πει ότι με το ζόρι ή με τον εκφοβισμό της Εκκλησίας τα έλεγαν όλα αυτα. Όμως αυτό είναι σαν να λέει κανείς πως οι επαναστάτες του '21 ήταν άβουλες μαριονέτες, αχυράνθρωποι και ηλίθιοι που δεν μπορούσαν να αποφασίσουν για τον εαυτό τους.
Και εν πάσει περιπτώσει, πώς γίνεται οι Τούρκοι να δολοφόνησαν 7 Πατριάρχες (Κύριλλο Α', Κύριλλο Β', Παρθένιο Β΄, Παρθένιο Γ', Γαβριήλ Β', Γρηγόριο Ε', Κύριλλο ΣΤ', 8 μαζί με τον Ραφαήλ Β' που τον φόνευσαν εν εξορία) αν το Πατριαρχείο ήταν τουρκόφιλο; Πώς γίνεται οι Τούρκοι να δολοφονήσουν 100 περίπου επισκόπους, αφού σύμφωνα με κάποιους η ανώτερη Ιεραρχία της Εκκλησίας ήταν φιλότουρκη;
Αλλά τι να πει κανείς για την αμάθεια ανθρώπων που δεν αναφέρουν τον Χρυσόστομο Σμύρνης, τον Παπαφλέσσα, τον καλόγηρο Σαμουήλ, τον Αθανάσιο Διάκο, τον Μακάριο. Λένε για τον Ιγνάτιο Μολδοβλαχίας οι κακόβουλοι πολλά άσχημα πράγματα. Τότε γιατί η Γ΄ Εθνοσυνέλευση με την Νο 171 πράξη της (5/5/1827) απευθυνόμενη στον Ιγνάτιο λέει: «Το έθνος συνηγμένον εις Γ΄ Εθνικήν Συνέλευσιν κηρύττει δια του παρόντος επισήμου την προς την Πανιερότητά σας ευγνωμοσύνην του, δια τον οποίον δείξατε υπέρ αυτού ζήλον» (Ι.Μ. Χατζηφώτη, Βυζάντιο και Εκκλησία, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, σ. 87); Οι ίδιοι οι Τούρκοι ομολογούν από μόνοι τους πως οι παπάδες ήταν οι αρχηγοί του Έθνους και πως το ξεσήκωναν, και έρχονται οι Νεοπαγανιστές να πουν τα αντίθετα.
Είναι βέβαια μεγάλη η ασυνέπειά τους: όταν τύχει ένας κληρικός να μην ήταν στο ύψος των περιστασεων ή να συνεργάστηκε με τους Τούρκους, τότε ωρύονται «προδότες οι της Εκκλησίας!» Όταν πρόκειται για τις χιλιάδες σφαγμένων, αποκεφαλισμένων, παλουκωμένων, σουβλισμένων, πεταλωμένων, απαγχονισμένων από τους Τούρκους παπάδων (Έξι χιλιάδες τις υπολόγιζε αρχές του 19ου αι. ο Γάλλος Πώκεβιλ), επισκόπων, Πατριαρχών, κι αυτών που σκοτώθηκαν σε μάχες και επαναστάσεις, τότε σιωπούν. Γιατί άραγε, μήπως επειδή δεν τους συμφέρει να συγκρίνουν;
«Ο γενικός ρόλος της ορθόδοξης εκκλησίας δεν μπορεί να κριθεί σαν ανασταλτικός, κι αυτό γιατί θεμέλιο του μηχανισμού της ήταν ο κατώτερος κλήρος, σάρκα από τη σάρκα του λαού, που ζει, τυραννιέται, πολεμά και σκοτώνεται δίπλα στο ποίμνιό του» γράφει ο ιστορικός Τ. Βουρνάς στον πρόλογο της ιστορίας του Φίνλεϋ.
Κάνουν μερικοί λόγο για τα προνόμια που έλαβε η Εκκλησία από τους Τούρκους και νομίζουν πως αυτό είναι επιχείρημα. Αν δεν υπήρχαν αυτά τα στοιχειώδη προνόμια – με το αντάλλαγμα μιας (ψευτο)φιλήσυχης τακτικής του ανώτερου κλήρου, όλοι οι Έλληνες θα είχαν εξισλαμιστεί, αφού δεν θα υπήρχε Εκκλησία να τους συγκρατήσει από τον εθελούσιο ή αθέλητο εξισλαμισμό, και τότε η «αρχαία φιλοσοφία» θα ήταν τόσο διαδεδομένη και γνωστή όσο είναι διαδεδομένη και γνωστή ανάμεσα στους σημερινούς Τούρκους της Μικρασίας (που είναι κι αυτοί απόγονοι εξισλαμισμένων), δηλαδή καθόλου. Τότε θα τους βλέπαμε τους «τουρκόφωνους Έλληνες Εθνικούς» (!), τους «τουρκόφωνους αρχαιολάτρες» (!!), ποιον θα πρωτοδιαβάζανε, Όμηρο ή Μεβλανά Ρούμι. Δεν θα τον ήξεραν καν τον πρώτο, όπως και οι σημερινοί, εξισλαμισμένοι κάτοικοι της Τουρκίας δεν τον ξέρουν. Ή μήπως στους δερβίσικους τεκέδες (μουσουλμανικά μοναστήρια) αντέγραφαν τον Όμηρο οι «εξισλαμισμένοι Έλληνες» που τάχα «η Εκκλησία τους απέκοψε από την ελληνικότητά τους» (λες και μπορούσε να τους απαγορεύσει – τους εξισλαμισμένους – να μιλάν ελληνικά ή να διαβάζουν ελληνικά!);
Τον απαγχονισμό του Πατριάρχη και τον ρόλο του ιδίου ως προς το 1821 τον είδαν στις σωστές τους διαστάσεις τόσο ο λαός όσο και οι διανοούμενοι της εποχής. Ένα δημοτικό τραγούδι από την Ήπειρο, που το διέσωσε ο ιστορικός Σάθας όπως του το είπε ο αγωνιστής Γ. Ζάκας, λέει: «Ποιος είδε τέτοια συννεφιά, ποιος είδε τέτοια αντάρα/ που τούτ’ το χρόνο πλάκωσε ανατολή και δύσι/ Τον Πατριάρχη κρέμασαν, τον άγιο το Γρηγόρη, / Σα νά ‘τανε κατάδικος, στης εκκλησιάς την πόρτα./ Εκεί που ελειτούργαγε κι ευλόγαγε το Γένος,/ πλακώνουν οι Γιαννίτσαροι, κι οι Οβρηοί αντάμα./ Κόπιασ’ αφέντη δέσποτα και διάβασ’ τα φερμάνια,/ Που λεν να σε κρεμάσωμε στις εκκλησιάς την πόρτα./ Δε σ’ άρεσε να κάθεσαι στο θρόνο θρονιασμένος,/ Μα θέλησες Ρωμαίικο την Πόλη να την φτειάσεις».Κι ο εθνικός μας ποιητής, Διονύσιος Σολωμός, ο οποίος στον Ύμνο εις την Ελευθερία γράφει:
Όλοι κλαύστε! Αποθαμένος ο αρχηγός της Εκκλησιάς! / Κλαύστε! Κλαύστε! Κρεμασμένος, ωσάν νάτανε φονιάς;
«Πλησίον εις τον Ιερέα ήτον ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης καί τζομπάνης, ναύτης καί γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι» Θ.Κολοκοτρώνη, «Διήγησις συμβάντων ελληνικής φυλής», εκδ. Πάπυρος, Αθήναι, σ. 29.
«Φυσικά», για τους αρχαιόπληκτους καμμία σημασία δεν έχει η γνώμη του Υψηλάντη, του Σουλτάνου, του Σολωμού και του απλού λαού. Αυτοί που ζούσαν τότε ήταν παραπληροφορημένοι και ηλίθιοι, ενώ οι σημερινοί κατήγοροι της Εκκλησίας τα ξέρουν καλύτερα.
Όπως και να ‘χει, είναι γεγονός ότι οι επαναστατημένοι Έλληνες, παρά τον καταναγκαστικό, δηλαδή ουσιαστικά άκυρο αφορισμό τους από τον Πατριάρχη, συνέχισαν να εκδηλώνουν την πίστη τους στο Χριστιανισμό. Εάν οι Έλληνες ήταν αντιχριστιανοί και υπόδουλοι στο Οικουμενικό Ορθόδοξο Πατριαρχείο, όπως ισχυρίζονται οι αρχαιόπληκτοι, τότε ο αφορισμός του Πατριάρχη θα τους έδινε τη χρυσή ευκαιρία να κόψουν κάθε δεσμό με την χριστιανική θρησκεία. Όμως δεν έγινε κάτι τέτοιο. Και γεγονός είναι ότι οι Έλληνες αντιλήφθηκαν τον αφορισμό όπως τον αντελήφθη ο Υψηλάντης˙ όχι ως ηθελημένο αφορισμό.
Είναι κωμικό να κατηγορούν την Εκκλησία, πως ούτε κατά βάθος – ανεξαρτήτως του τι δήλωνε – ήθελε την επανάσταση κατά των Τούρκων. Ποιοι τα λεν αυτά όμως; Ο Δαυλός, που γράφει (τ. 131, σ. 7540) «Ρωμαίικη κρατική-εδαφική επιδίωξη = Ελληνική εθνική απώλεια. 1821-1827: Απόπειρα κρατικιστικής εμπνεύσεως να "πάρουμε" τα (δικά μας, ελληνικότατα) μέρη, Πελοπόννησο, ρούμελη, Ήπειρο, Θεσσαλία, Νησιά, κ.λπ. Αποτέλεσμα: αφού κατασφαχτήκαμε, τα χάσαμε όλα – η ναυμαχία του Ναυαρίνου και η Συνθήκη του Λονδίνου, που μας ελέησαν με κάποια ψίχουλα, δεν αποτελούν έργο του Ρωμαίικου»; Τουλάχιστον ο Δ. Λάμπρου παραδέχεται την αλήθεια, ότι αυτοί που θέλησαν να απελευθερωθούμε και έκαναν την Επανάσταση ήταν Ρωμηοί κι όχι παγανιστές, όπως λέει ο Ρασσιάς. Κι εφόσον είναι γνωστή τόσο η απέχθεια του Δαυλού για τον «κρατικισμό» και για το «ρωμαίικο εθνάριο» (το νεοελληνικό έθνος) όσο και η άποψή του ότι επί Τουρκοκρατίας ευημερούσαν οι ραγιάδες, προκύπτει το συμπέρασμα ότι κακώς έγινε η Επανάσταση του ’21, κακώς προσπαθήσαμε να φτιάξουμε κράτος αποτινάζοντας τον τουρκικό ζυγό, κακώς θελήσαμε να απελευθερώσουμε (αρχικά) το Μωριά και τη Ρούμελη και (ύστερα) την Ήπειρο, την Μακεδονία, τη Θράκη, την Ιωνία – φυσικά "κακώς", αφού η ελληνικότητα ήταν και τότε «παγκόσμια» και δεν υπήρχε λόγος δημιουργίας κράτους για τη διάσωσή της. Αφού τόσο οι ραγιάδες ευημερούσαν (!) αλλά και η ελληνικότητα θριάμβευε παγκοσμίως, ποιος ο λόγος να ιδρυθεί νεοελληνικό κράτος; Αυτά μάς λέει ο Δ. Λάμπρου. Για δες ποιοι κατηγορούν για φιλοτουρκισμό τον Γρηγόριο Ε’.

64b ΑΓΙΑ ΛΑΥΡΑ ΚΑΙ 25η ΜΑΡΤΙΟΥ 1821

Ένα άλλο ζήτημα που σχετίζεται με το άν ο Π.Π.Γερμανός όρκισε τους επαναστάτες την 25η Μαρτίου 1821 γίνεται αντικείμενο προπαγάνδας από αντιχριστιανούς και τους Ν/Π. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν βρισκόταν στην Λαύρα στις 25 Μαρτίου. Βρισκόταν στην Πάτρα. Εκεί, την ημέρα εκείνη όρκισε τους πατρινούς επαναστάτες στην πλατεία Αγίου Γεωργίου (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΙΒ’, σ. 86). Συνεπώς ο Π.Π. Γερμανός όρκισε επαναστάτες˙ όχι στην Λαύρα, αλλά στην Πάτρα. Πρέπει να τονιστεί, ώστε η αντίρρηση των αρχαιόπληκτων να πάψει, ότι η ιστορία της ορκωμοσίας των επαναστατών από τον Π.Π. Γερμανό στην Λαύρα δεν ήταν δημιούργημα, ούτε του Π.Π. Γερμανού ούτε κάποιου άλλου κληρικού. Ήταν μυθοπλασία του Γάλλου Πώκεβιλ˙ κι από αυτόν ξεκίνησε η ιστορία αυτή και διαδόθηκε ως αληθινή (Ι.Μ. Χατζηφώτη, Βυζάντιο και Εκκλησία, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, σ. 64). Όταν αποκαλύφθηκε η μυθοπλασία, είχε εδραιωθεί στη σκέψη των περισσότερων. Δεν είπε ψέμματα λοιπόν η Εκκλησία, ώστε να τονίσει τον εθνεγερτικό της ρόλο, ούτε όμως είναι αληθές πως ο Π.Π. Γερμανός δεν όρκισε κανέναν αγωνιστή. Όρκισε τους Πατρινούς, την ίδια ημέρα (25/3).
Όπως έχει αναφερθεί αλλού, ο Κολοκοτρώνης γράφει ότι ημέρα έναρξης της Επανάστασης ήταν η γιορτή του Ευαγγελισμού, στις 25 Μαρτίου. Δηλαδή, η μετέπειτα καθιέρωση από το κράτος της 25ης Μαρτίου ως εθνικής εορτής δεν αποτελεί τάχα προπαγάνδα της Εκκλησίας, ώστε να συμπίπτει εθνική και χριστιανική γιορτή, αλλά είναι ανάμνηση του γεγονότος ότι οι ίδιοι οι ήρωες του 1821 διάλεξαν αυτήν την μέρα, λόγω της θεοσέβειάς τους. Άλλες ημερομηνίες που είχαν προταθεί ήταν η 23η Απριλίου (Αγίου Γεωργίου) και η 21η Μαΐου (Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης). Βλέπουμε ότι όλες οι προταθείσες ημερομηνίες σχετίζονταν με την Ορθοδοξία κι όχι με τον Δία ή τον Μωάμεθ.

64c ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ

Και μερικά σχόλια για την «Ελληνική Νομαρχία» ενός άγνωστου (Έλληνα; Γάλλου;) που προφανώς από δημοκρατικό φρόνημα διαπνεόμενος υποστηρίζει πως «και εις τας δύο αυτάς διοικήσεις, δημοκρατίαν και αριστοκρατίαν, σώζεται η ελευθερία. Αδιάφορος είναι η εκλογή». Φαίνεται πόσο άσχετος με τα της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι ο αντιδημοκράτης συγγραφέας της Νομαρχίας και είναι πράγματι κωμική η φεουδαρχικής προέλευσης αγανάκτησή του για το ότι ακόμη και ταπεινής καταγωγής άνθρωποι μπορούν να φτάσουν μέχρι το αξίωμα του Πατριάρχη. Κωμικά είναι επίσης τα πλείστα λάθη που κάνει ο συγγραφέας περί της οργάνωσης και λειτουργίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, την οποία αντιλαμβάνεται όμοια με την Καθολική Εκκλησία, δείγμα πως μάλλον είναι Γάλλος. Αγνοών το συνοδικό σύστημα της Ορθοδοξίας, θεωρεί ότι οι πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων υπόκεινται στον Οικουμενικό Πατριάρχη, για τον οποίο γράφει: «ο γελοιώδης τίτλος οικουμενικός φανερώνει... ότι οι άλλοι τρεις πατριάρχαι υπόκεινται εις αυτόν. Αυτός διαμοιράζει όλας τας επαρχίας του Οθωμανικού κράτους...». Ουδόλως ο κακόβουλος ή πανάσχετος συγγραφέας της Νομαρχίας υποπτεύεται ότι στον χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας υπάρχουν αυτοκέφαλες και αυτόνομες Εκκλησίες, κάθε μιά εκ των οποίων έχει την δική της σύνοδο προεδρευόμενη υπό πατριάρχου, μητροπολίτη ή αρχιεπισκόπου , αυτονόμως εκλέγουσα τους επισκόπους της.
Ισχυρίζεται ο Ανώνυμος της Νομαρχίας πως ο οικουμενικός πατριάρχης «πολλάκις πέμπει εις όλην την Οθωμανικήν επικράτειαν και εκεί οπού δεν είναι Χριστιανοί τόσας εκατοντάδας αρχιεπισκόπους, εξ ών ο καθείς έχει τέσσαρες ή πέντε επισκοπάς, εις τας οποίας πέμπει και αυτός τόσους επισκόπους». Ο Ανώνυμος νομίζει ότι μόνο η Κωνσταντινούπολη έχει σύνοδο, στην οποία ο πατριάρχης είναι δέσμιος, όπως ακριβώς εις την Curia ο πάπας της Ρώμης. Μιά φορά αναφέρει το όνομα «μητρόπολις» αλλά ουδέποτε «μητροπολίται», ενώ είναι γνωστό ότι κατά εκείνη την εποχή ο μητροπολίτης προήδρευε συνήθως συνόδου, ο αρχιεπίσκοπος ως μέλος της συνόδου αυτής ήταν ο πρώτος κατά πρεσβεία επίσκοπος. Ο σύγχυση του Ανωνύμου Καθολικού Γάλλου συγγραφέα της Ελληνικής Νομαρχιας περί της Ορθόδοξης οργάνωσης μάλλον θα οφείλεται σε ελλειπή πληροφόρηση των Δυτικών της εποχής εκείνης για την οργάνωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ανώνυμος συγγραφέας ομιλεί για «κλάσιν (=τάξη) της ιερωσύνης», ακριβώς γιατί έχει κατά νου τη γαλλική φεουδαρχική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο κλήρος αποτελεί ξεχωριστή τάξη (classe) της οποίας ηγούνται Καθολικοί επίσκοποι, διαφορετική από την classe των ευγενών, και την τρίτη τάξη του λαού.
Ισχυρίζεται ότι ο ιερέας του χωριού αναγορεύεται σε αρχιμανδρίτη «με γρόσια», και με τον ίδιο τρόπο μπορεί να ανέλθη ώς τον πατριαρχικό θρόνο. Αγνοεί προφανώς ο Ανώνυμος ότι οι ιερείς των χωριών ήταν έγγαμοι και επομένως δεν προβιβάζονται στους βαθμούς του αρχιμανδρίτη, του πατριάρχη κλπ. Συγχέει τους παπάδες των χωριών με τους άγαμους κληρικούς και αγνοεί ότι μόνο οι άγαμοι αποκτούν τους παραπάνω βαθμούς ιεροσύνης.
Η προέλευση των μοναχών και των ανερχομένων και ώς τη θέση του πατριάρχη κλπ από χωριά, τον οδηγεί στο λάθος συμπέρασμα ότι αυτοί είναι απαίδευτοι, και τούτο επειδή τότε, αντίθετα με ό,τι γινόταν στην Ορθόδοξη Εκκλησία, στην δική του πατρίδα (τη Γαλλία) μόνο οι αριστοκράτες κι όχι ο χωριάτης λαός σπούδαζαν σε ανώτερες σχολές ώστε να αποκτήσουν θέσεις στην Εκκλησία, μια και είναι γνωστό πως τα αξιώματα της Δυτικής Καθολικής Εκκλησίας καταλαμβάνονταν από ευγενείς κι αριστοκράτες. Γι’ αυτό και ο «δημοκράτης» συγγραφέας της ψευδοελληνικής Νομαρχίας, εκ γενετής αριστοκράτης μάλλον, δε μπορεί να κρύψει την φρίκη και την απέχθειά του που στην Ορθόδοξη Ανατολή μη αριστοκρατικής καταγωγής καθίστανται πατριάρχες και επίσκοποι. Είναι δυνατόν να εμπιστευτεί και να δώσει κανείς σημασία σε ένα κείμενο που στρέφεται εναντίον της Ιεραρχίας, τη στιγμή που ο συντάκτης του έχει τερατώδη άγνοια γι’ αυτήν και τους θεσμούς της; Αυτός ο συγγραφέας κάνει λάθη που μόνο Δυτικοί, άσχετοι με την ελληνική πραγματικότητα, θα διέπρατταν. Τόσο πολύ ανώνυμος «Έλλην» ήταν.
Ο συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας πάντως δεν είναι αντιχριστιανός. Αφού χαίρονται οι Νεοπαγανιστές με τα κατά του Πατριάρχη λεγόμενά του, τι γνώμη έχουν γι’ αυτά τα λεγόμενα του «Ανώνυμου του Έλληνος»;
«Ω γλυκύτατε Ιησού! Ω δίκαιοι Απόστολοι! Ω φιλόσοφοι Πατέρες!» (Δ’, 40),
«Η θρησκεία, ωσαύτος το Ευαγγέλιον του Χριστού παραδείγματος χάριν, κατασταίνει τους οπαδούς του φιλευσπλάγχνους, φιλοξένους και συμπαθητικούς.» (Ε’ 27).
«ο Λόγος της Σοφίας, ο ηδύτατος Χριστός» (Δ’ 41)
«Ώ εχθροί της Αληθείας, τουτέστι του Χριστού!» (Δ’ 46)
Η Αλήθεια είναι ταυτόσημη με τον Χριστό, σύμφωνα με τον συγγραφέα της Ελληνικής Νομαρχίας. Ο Χριστός είναι ο Λόγος της Σοφίας. Δεν μας είπαν οι Νεοειδωλολάτρες και οι αρχαιολάτρες τη γνώμη τους γι’ αυτά τα αποσπάσματα της Ελληνικής Νομαρχίας.
Για να τελειώνουμε:
Ο Υψηλάντης, κι όχι «το παπαδαριό», όταν κηρύσσει την επανάσταση στη Μολδοβλαχία διακηρύσσει μεταξύ άλλων τα εξής: «(..)Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν τήν Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον, δια να υψώσωμεν το σημείον δι' ού πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών καταφρόνησιν».
Οι οπλαρχηγοί Μάρκος Μπότσαρης και Κίτσος Τζαβέλας, κι όχι η «προπαγάνδα της Ορθόδοξης Εκκλησίας» γράφουν στις 28/6/1821 στους Πάργιους: «Ο όφις επατάχθη από τον Σταυρόν (...) Η ιερά σημαία του Σταυρού κυματίζει απανταχού της Ηπειρωτικής ακτής (...). Ελευθερία! Θρησκεία! Πατρίς! Ιδού το έμβλημα ήμών. Η ειρήνη έστω μεθ' υμών αδελφοί. Ημείς λέγομεν την αλήθειαν, άλλοι δ' εισίν εκείνοι οίτινες θέλουσι να εξαπατήσωσιν υμάς».
Όταν λοιπόν ορισμένοι γράφουν ότι «οι Χριστιανοί είναι (κι όχι η ιστορική πραγματικότητα) που ισχυρίζονται ότι οι ήρωες του 1821 πολέμησαν για του Χριστού την πίστη και της Πατρίδος την ελευθερία», το μόνο που δείχνουν είναι το ήθος τους. Άλλωστε, γι’ αυτό την αναφέρουν συνεχώς τη ρήση αυτή. Τους πονάει πολύ, που την είπε ο Κολοκοτρώνης.
65. "Οι Οθωμανοί επέτρεπαν στους Χριστιανούς να έχουν δικά τους σχολεία. Απόδειξη γι’ αυτό οι πολλές σχολές σε Κωνσταντινούπολη, Ανδρο, Αγ. Όρος, Μοσχόπολη και αλλού. Το «Κρυφό Σχολειό» δεν είναι παρά ένα κατασκεύασμα της Εκκλησίας".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: «Αν και η Υψηλή Πύλη ποτέ δεν ανακατεύτηκε με την Πατριαρχική Ακαδημία στην Κωνσταντινούπολη, οι επαρχιακοί διοικητές μπορούσαν να είναι όσο πιο καταπιεστικοί ήθελαν. Και πολλοί από αυτούς θεωρούσαν την εκπαίδευση των μειονοτήτων ως το περισσότερο ανεπιθύμητο πράγμα» (Steven Runciman, The Great Church in Captivity, Cambridge University Press, 1968, σ. 218).
«Είναι απίθανο ότι οι Τούρκοι θα επέτρεπαν ποτέ στην Εκκλησία να μαζέψει αρκετά χρήματα για να ιδρύσουν πολλά σχολεία. Και, ακόμη κι αν βρισκόταν χρήματα, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν οι τουρκικές αρχές στις επαρχίες θα επέτρεπαν σε ελληνικά σχολεία να λειτουργούν σε ευρεία κλίμακα. Δεν υπήρχε ποτέ επίσημη απαγόρευση. Αλλά τα σχολικά κτίρια μπορούσαν να δημευθούν και οι μαθητές να σταλούν σπίτια τους, έτσι ώστε στο τέλος δεν άξιζε να συντηρούν τα σχολεία» (Steven Runciman, The Great Church in Captivity, Cambridge University Press, 1968, σ. 224).
Έτσι περιγράφει τη ζοφερή κατάσταση ο Ράνσιμαν. Όπως βλέπουμε, δεν ήταν ανάγκη να υπάρξει επίσημη απαγόρευση της κατώτερης εκπαίδευσης από τους Οθωμανούς. Αρκούσε ο φανατισμός των Τούρκων και των πασάδων, που δεν δέχονταν οι γκιαούρηδες να προοδεύουν – όπως δεν ανέχονταν και το κτίσιμο μεγαλοπρεπών εκκλησιών και σπιτιών – ούτε και έβλεπαν με καλό μάτι τη μόρφωση.
Είναι άλλο πράγμα, λοιπόν, η ελεύθερη λειτουργία ανώτερων σχολών – που, εκτός της Πατριαρχικής Ακαδημίας, βρίσκονταν σε μονές, δηλαδή μακριά από τους Τούρκους, ώστε να μην τούς προκαλούν – κι άλλο η λειτουργία δημοτικών σχολείων στην επαρχία, ανάμεσα σε πλήθος Οθωμανών. Γι' αυτό και υπήρχε ανάγκη για κατώτερη εκπαίδευση στα κρυφά. Άλλωστε, οι μεγάλες ανώτερες σχολές ιδρύθηκαν μετά τα μέσα του 17ου αιώνα. Πιο πριν τι γινόταν; Η ύπαρξη φανερών σχολείων σε μεγάλες πόλεις δεν αποκλείει τα κρυφά σε περιοχές όπου η τουρκική αυθαιρεσία καθόριζε ακόμη και την εκπαίδευση. Και αυτές οι περιοχές ήταν πολύ περισσότερες από λίγες πόλεις.
Ο Γάλλος δημοσιογράφος Ρενέ Πυώ στο βιβλίο του «Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος» (εκδ. Τροχαλία) αναφέρεται στο Κρυφό Σχολειό. Ο Πυώ επισκέφτηκε το Αργυρόκαστρο το 1913, ένα χρόνο μετά την απελευθέρωσή του. Εκεί, δεκάδες ελληνόπουλα τού είπαν ότι έκαναν κρυφά μαθήματα, επειδή οι Τούρκοι απαγόρευαν την διδασκαλία της ελληνικής ιστορίας. Αν αυτά γινόταν ώς το 1912, μπορεί ο καθένας να υποθέσει τι γινόταν τον 16ο , τον 17ο, τον 18ο και τον 19ο αιώνα σε πολλές περιοχές. Αν υπήρχε κρυφό σχολειό στα 1912, μπορεί ο καθένας να υποθέσει, εάν αυτό υπήρχε και τους σκοτεινούς αιώνες της σκλαβιάς.
Η μεγαλύτερη απόδειξη για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού είναι η ύπαρξη πάρα πολλών τοπωνυμιών «Κρυφό Σχολειό» σε διάφορα μέρη όπου ζούσαν Έλληνες. Στα Γιάννενα, στην Αρκαδία, στην Μάνη, στην Ίο, στην Κρήτη, στην Βοιωτία και αλλού, ακόμα και σήμερα δείχνουν οι ντόπιοι μοναστήρια ή σπηλιές με το όνομα Κρυφό Σχολειό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Μαντινεία: «Τοπωνύμια «Κρυφό Σχολειό», γράφει υπάρχουν εκτός από τη μονή Φιλοσόφου, και στην Μονή Δίβρης (στην Ηλεία), στη Μονή Αγίων Αναργύρων (Λακωνίας), στη Μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού (Κορινθίας) κ.ά. Χαρακτηριστικό είναι ότι το "Κρυφό Σχολειό" "ήταν διαμέρισμα αθέατον, αποκεκομμένον από τον ναόν, προσιτόν με κινητήν κλίμακα μακρυά από τα μάτια του κατακτητού" ή "θολωτό κρυφό διαμέρισμα πάνω από τον νάρθηκα της Μονής, όπως στη Μονή Φενεού". Στη Μονή Κηπιανών (Μαντινείας) ήταν σε θολωτό διαμέρισμα της καμάρας (Στοάς)» (Αθανάσιου Φ. Παπαγιάννη, Μαντινειακά Μοναστήρια, σελ. 378).
Να υποθέσουμε, όπως ίσως υποθέτουν οι «αρχαιολάτρες», ότι στους τοτινούς αμαθείς χωρικούς των περιοχών αυτών άρεσε τόσο πολύ η ονομασία «Κρυφό Σχολειό» (ήταν εύηχη), ώστε άρχισαν να ονομάζουν με αυτήν τις διάφορες τοποθεσίες; Ή μήπως να υποθέσουμε – αφού πάντα στη συνωμοσιολογία καταλήγουν οι εχθροί της Εκκλησίας – ότι τα τοπωνύμια αυτά εδόθησαν μετά (!) την προσάρτηση των περιοχών στο Ελληνικό Κράτος (Τερατώδες ψέμμα, βέβαια);
Μερικοί Νεοπαγανιστές έχουν φτάσει στο σημείο να ισχυρίζονται ότι τα Κρυφά Σχολειά ήταν ειδωλολατρικά και σε αυτά διδασκόταν κρυφά από την Εκκλησία το αρχαίο πνεύμα! Προφανώς, γι’ αυτους, εντελώς τυχαία όλα τα τοπωνύμια «Κρυφό Σχολειό» βρίσκονται σε Εκκλησίες.

66. «Επειδή ο βυζαντινός κατακτητής είχε το ίδιο θρήσκευμα με τους παπάδες, αυτοί διδάσκουν ότι το βυζάντιο ήταν Ελληνική αυτοκρατορία. Τα ίδια θα μας έλεγαν και οι Έλληνες μουσουλμάνοι εάν είχε επικρατήσει ο Ισλαμισμός στην Ελλάδα για την Οθωμανική αυτοκρατορία. Ότι τάχα από το 1453 ως το 1821 δεν ήμασταν δούλοι στους Τούρκους αλλά ελεύθεροι. Οι Έλληνες που εξισλαμίσθηκαν βιαίως επί τουρκοκρατίας ήταν δούλοι ή ελεύθεροι; Φυσικά δούλοι, θα έλεγε ένας λογικός άνθρωπος, αλλά με τα μυαλά των χριστιανών δημαγωγών θεωρούνται ελεύθεροι. Οπότε για να συμπαρασταθούμε στην ανοησία και τον ραγιαδισμό που διαπερνά τους βυζαντινολάτρεις, εμείς οι Έλληνες Εθνικοί θα πρέπει να δηλώνουμε ότι από το –146 έως το +324 δεν ήμασταν δούλοι αλλά ελεύθεροι ...επειδή οι Ρωμαίοι εθνικοί πίστευαν στον Jupiter(Δία) και την Minerva(Αθηνά). Και να αρχίσουμε να ωρυώμαστε όπως οι χριστιανοί βυζαντινολάτρεις: «Ζήτω οι Καίσαρές μας». Το φαντάζεστε να κάναμε κάτι τέτοιο; όλοι θα γέλαγαν μαζί μας».

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Όπου μια θρησκεία ή δόγμα δεν επικράτησε πλήρως (απόλυτα) στο σύνολο του πληθυσμού π.χ. στην Αλβανία όπου υπάρχουν και Μουσουλμάνοι αλλά και σημαντικό ποσοστό Χριστιανών, ή στην Γερμανία όπου υπάρχουν και Προτεστάντες αλλά και μεγάλο ποσοστό Καθολικών, εκεί η θρησκεία δεν είχε τον κύριο ρόλο στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης. Ούτε οι Γερμανοί ταυτίζουν την γερμανικότητα με τον Καθολικισμό ή τον Προτεσταντισμό ούτε οι Μουσουλμάνοι της Αλβανίας κατηγορούν τους Χριστιανούς της Αλβανίας ως «μη Αλβανούς» ή το αντίστροφο. Όπου όμως η θρησκεία επικράτησε πλήρως δέθηκε με την εθνική υπόσταση της χώρας.
Εάν η μουσουλμανική θρησκεία είχε επικρατήσει πλήρως στον ελλαδικό χώρο, αλλά δεν είχε χαθεί η ελληνική γλώσσα, τότε αυτή (η γλώσσα) κι όχι η θρησκεία θα ήταν το διαχωριστικό στοιχείο μεταξύ ελληνικού και τουρκικού έθνους. Εάν όμως είχε επικρατήσει πλήρως όχι μόνο το ισλάμ αλλά και η τουρκική γλώσσα, δεν θα υπήρχε διαφορά καμμία και οι κάτοικοι του ελλαδικού χώρου θα ενσωματώνονταν (δίχως να μετακινηθούν) στο τουρκικό έθνος και θα έλεγαν σήμερα πως είναι τμήμα του. Σήμερα δεν θα έλεγαν καν ότι «οι Έλληνες ήταν ελεύθεροι υπό τους Τούρκους» ή ότι «η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ελληνική». Δε θα υπήρχαν καν Έλληνες να ισχυριστούν κάτι τέτοιο. Δεν θα έλεγαν καν ότι έχουν απογόνους τους αρχαίους Έλληνες ή τους Βυζαντινούς Έλληνες.
Για να υπάρχει συναίσθηση διαφορετικής εθνικότητας πρέπει να υπάρχει ένα ειδοποιό στοιχείο (είτε γλώσσα είτε θρησκεία) που να ξεχωρίζει τους κατακτητές πληθυσμούς από τους υπόδουλους πληθυσμούς. Αν δεν υπάρχει τότε παύει να υφίσταται διαχωρισμός. Οι «Βυζαντινοί» ούτε «βυζαντινά» μιλούσαν ούτε διαφορετική θρησκεία είχαν με τους ελληνόφωνους πληθυσμούς. Ο χριστιανισμός στην Ανατολική, ελληνόφωνη, Μεσόγειο είχε την μεγαλύτερη απήχηση. Άλλωστε, δεν υπήρξαν ποτέ «Βυζαντινοί». Σαρξ εκ της σαρκός των πληθυσμών της αυτοκρατορίας ήταν οι ηγεσίες της. Ήδη από τον 3ο μ.Χ. αιώνα οι αυτοκράτορες προέρχονταν από μη ιταλικές περιοχές.
Αν πάλι το ισλάμ (αλλά όχι και η τουρκική γλώσσα) είχε επικρατήσει μερικώς, και εάν οι μουσουλμάνοι ελληνόφωνοι κάτοικοι διατηρούσαν ελληνικά αισθήματα, τότε η θρησκεία (ισλάμ, χριστιανισμός, άλλη) δεν θα ήταν συνεκτικό και ουσιαστικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας. Όμως, Νεοπαγανιστές δεν μας λένε ότι οι εξισλαμισμένοι, ασχέτως του αν κρατούσαν την ελληνική γλώσσα, σε 1-2 γενιές ταυτίζονταν πλήρως συναισθηματικά, πολιτισμικά, και εθνικά με τους κατακτητές, ότι ενσωματώνονταν στο τουρκικό έθνος και κυρίως πολεμούσαν στο πλευρό τους εναντίον των υπόλοιπων Ελλήνων κάθε φορά που αυτοί εξεγείρονταν, και ότι μετατρέπονταν μόνο δια του εξισλαμισμού από «ραγιάδες» δηλαδή υπόδουλοι, σε «ισλάμ» δηλαδή κυρίαρχοι. Η μετάβαση από την θέση του υπόδουλου στη θέση του κυρίαρχου, άρα και η ενσωμάτωση στο έθνος του κατακτητή, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία γινόταν μόνο δια εξισλαμισμού και όσοι εξισλαμίζονταν έπαυαν να είναι δούλοι και μέλη του υπόδουλου έθνους.
«Μα», θα πουν οι Νεοπαγανιστές, «ισχυρίζεστε, ότι επειδή είναι 20 αιώνων η θρησκεία σας στον τόπο αυτόν, έγινε ελληνική; Δηλαδή, αν και το Ισλάμ είχε παρουσία 20 αιώνων στην Ελλάδα, θα ήταν ελληνική θρησκεία κι οι Τούρκοι θα ήταν Έλληνες;» Ναι, αν κάτι έχει τόσο μεγάλη διάρκεια ζωής, καθίσταται ελληνικό. Είκοσι αιώνες είναι περίπου η μισή ιστορία του ανθρωπίνου γένους (αναφορικά με το γραπτό λόγο). Οι Τούρκοι και το Ισλάμ ήταν στην Ελλάδα πέντε αιώνες. Αν ήταν είκοσι, ή θα είχαν αφομοιωθεί ή θα είχαν αφομοιώσει αυτοί την Ελλάδα: πάντως, είτε το ένα γινόταν είτε το άλλο, ούτε το Ισλάμ θα ήταν τότε ξένο πια στην Ελλάδα ούτε η Ελλάδα στο Ισλάμ. Απλή λογική. Αν οι Κρήτες δεν απελευθερώνονταν από το Νικηφόρο Φωκά, σήμερα θα ήταν οπωσδήποτε Μουσουλμάνοι Άραβες, όπως είναι Άραβες οι σημερινοί Αλεξανδρινοί κι Αιγύπτιοι˙ δεν θα ήταν πια Έλληνες. Οι Έλληνες Ορθόδοξοι της Ν. Ιταλίας εκλατινίστηκαν, όταν η πατρίδα τους πέρασε από το Ρωμαίικο στην νορμανδική κατοχή. Οι Μικρασιάτες εξισλαμίστηκαν κι εκτουρκίστηκαν, έπειτα από επτά αιώνες τουρκοκρατίας. Τα πάντα ρει.
Είναι αξιοσημείωτο ότι τις συκοφαντίες κατά του Βυζαντίου και κατά του Χριστιανισμού που λένε οι Νεοπαγανιστές, τις ίδιες ακριβώς απόψεις λέει και επαναλαμβάνει στο Διαδίκτυο και ένας βουλγαρόφρονας Έλληνας πολίτης, ο οποίος λυσσομανάει κατά της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας. Διότι ξέρει ο κι αυτός πως επιτιθέμενος στον εκχριστιανισμό των Βουλγάρων και στο Βυζάντιο, επιτίθεται στην ελληνική πολιτισμική επιρροή επί των Σλάβων και στην ελληνικότητα της Μακεδονίας κατά τους Μέσους Χρόνους αντίστοιχα.
Είναι επίσης αξιοσημείωτο, πως τα ίδια πράγματα που λεν οι Τούρκοι για το Βυζάντιο (ότι δεν ήταν ελληνικό, ότι άλλο πράγμα οι Έλληνες κι άλλο οι Ρωμηοί) στα σχολικά τους βιβλία, στην ξενάγηση που κάνουν στους ξένους στην Τουρκία, κ.ά., τα λένε και οι Νεοειδωλολάτρες. Και είναι φυσικό: με αυτόν τον τρόπο οι Τούρκοι απαλλάσσονται από τον «συγγενή του φονευθέντος», πείθοντάς τον ότι δεν ήταν συγγενής του. Και τους Κύπριους τους λενε Ρωμηούς (έτσι αυτοαποκαλούνται πράγματι, διότι Ρωμηός είναι Ελλην), ακολουθώντας όμως την Νεοπαγανιστική ερμηνεία του «Ρωμηός», να μην σημαίνει δηλαδή τον Έλληνα, ώστε να μην έχει σχέση ο χριστιανικός ορθόδοξος ελληνόφωνος πληθυσμός του νησιού με την Ελλάδα. Βέβαια, όταν ξεσπάνε, τότε γράφουν στα πανώ των γηπέδων «Istanbul since 1453», μόνο κατά τους αγώνες τουρκικών με Ελληνικές ομάδες. Γιατί άραγε; Γιατί οι Τούρκοι φίλαθλοι δεν αναρτούν τα πανώ “Istanbul since 1453” σε αγώνες με ιταλικές (=απόγονους των «Ρωμαίων») ομάδες;
Το πιο κωμικό απ' όλα είναι πως, επειδή οι Νεοειδωλολάτρες πιστεύουν πως οι σημερινοί Τούρκοι είναι Έλληνες που εκτουρκίστηκαν επειδή τάχα η Εκκλησία απέκλειε από το ελληνικό έθνος τους Χριστιανούς που εξισλαμίζονταν, αλλά δήθεν παραμενουν κατά βάθος πάντα Έλληνες (η ουσιοκρατική αντίληψη περί έθνους και αναλλοίωτης εθνικής ιδιότητας των ατόμων. Δηλαδή όσοι νεοέλληνες τυχόν κατάγονται από Νορμανδούς του 12ου αιώνα παραμένουν κατά βάθος πάντα Νορμανδοί! Τέτοια αντίληψη περί έθνους έχουν οι Νεοειδωλολάτρες), γι' αυτό και οι Νεοειδωλολάτρες πιστεύουν πως αν υπάρξουν «Τούρκοι Παγανιστές», αυτοί οι «Τούρκοι Παγανιστές» θα διακηρύξουν την ελληνικότητά τους και θα ξαναγίνουν Έλληνες (τουρκόφωνοι), σαν τους Λατίνους Παγανιστές.
Όπως γράφει το περιοδικό Δαυλός, τ. Σεπτεμβρίου 2004, στην Δ. Τουρκία έγινε τελετή υπέρ του Δία από Έλληνες και Τούρκους. Βέβαια, οι Νεοπαγανιστές δεν αντιλαμβάνονται ότι προκειμένου να εμφανίσουν την Τουρκία ως κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού και προκειμένου να φέρουν τουρίστες, οι Τούρκοι είναι ικανοί να παραστήσουν ακόμα και τους Χριστιανούς με μπούρκα. Αλλά είναι, τω όντι, συγκινητική η κοινή λατρεία στον Δία. Θυμίζει ευτυχισμένους καιρούς, τότε που οι Ειδωλολάτρες της Ιωνίας έγραφαν πως «Υπέρ της των κυρίων Ρωμαίων αιωνίου αρχής» μεριμνά ο Δίας, οι Αθηναίοι είχαν ναό της θεάς Ρώμης στην Ακρόπολη, και οι Σπαρτιάτες του Θεού Αύγουστου στη Σπάρτη. Μόνο που, αντί για Ρωμαίους, σήμερα ο Δίας θα μεριμνά υπέρ των ΗΠΑ.
Γι’ αυτό άλλωστε ο Δ. Λάμπρου (Δαυλός, τ. 206, σ. 12897) αθωώνει ουσιαστικώς την Ισλαμική και Νεοτουρκική Τουρκία για τη γενοκτονία των Ελλήνων καθ’ όλη την Τουρκοκρατία και το 1922 και επιρρίπτει το έγκλημα στην.. Ελλάδα: «επί των ημερών του [σημ.: του Ελληνικού κράτους] το ελληνικό έθνος συρρικνώθηκε οριστικά χάνοντας τις προαιώνιες εστίες του (Ιωνία, Κωνσταντινούπολη, Καππαδοκία, Πόντος, Κύπρος, Αν. Θράκη) – ένας ξεριζωμός που βεβαίως δεν προκάλεσαν οι Τούρκοι κ.λπ., αφού οι Έλληνες ζούσαν εκεί και ήκμαζαν οικονομικά και πολιτιστικά ανενόχλητοι πολλούς αιώνες κάτω από την κυριαρχία ξένων». Ώστε δεν προκάλεσαν τη γενοκτονία του 1915-1918 (πολύ πριν πατήσει το πόδι του στη Σμύρνη ο ελληνικός στρατός) και 1920-1922 οι Τούρκοι – η Ελλάδα έσφαξε τους Μικρασιάτες˙ ούτε ζήτησαν οι Τούρκοι την Ανταλλαγή του 1923 – αλλά οι Έλληνες. Οι σφαγές αιώνων (από την πρώτη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στη Μικρά Ασία οι Σελτζούκοι), οι βιασμοί, το παιδομάζωμα, ο πλήρης εκτουρκισμός/εξισλαμισμός της Μ. Ασίας από μια δράκα Σελτζούκων/Οθωμανών, αυτά, σύμφωνα με τον Δαυλό συνιστούν «ανενόχλητη διαβίωση των Ελλήνων», την οποία διετάραξε το Ελληνικό Κράτος. «Καθόλου τυχαία ο Δαυλός, ενώ σε χιλιάδες (κυριολεκτικώς), άρθρων και σχολίων επιτίθεται στην Ορθοδοξία, τη "ρωμιοσύνη", το ελληνικό κράτος, τον εβραϊσμό... ως υπόστρωμα του χριστιανισμού, αφήνει συστηματικά στο απυρόβλητο την Τουρκία και τις δυτικές δυνάμεις» (Γ. Καραμπελιάς, Άρδην, τ. 52-53, σ. 44). Βλέπουμε (όπως στο ζήτημα της «παγκοσμιότητας»), πως ένας αρρωστημένου είδους αντικρατισμός/ψευδοαντιεξουσιασμός στην πράξη αρνείται το αντικειμενικό γεγονός ότι αν δεν υπήρχε το ελληνικό κράτος (το οποίο μπορεί να είναι και χειρότερο απ’ όσο κατηγορείται), θα ήμασταν σήμερα όπως οι δύστυχοι Κούρδοι, που μόλις πριν δέκα χρόνια απέκτησαν – 15 εκ. άνθρωποι – το τρομερό δικαίωμα να μιλούν δημοσίως τη γλώσσα τους και στην πράξη ταυτίζεται με το Σύστημα όσον αφορά την Κεμαλική Τουρκία. Βλέπουμε πόσο καλά οι «Ελληνόφρονες» τύπου Δαυλού, ενώ τάχα μαίνονται κατά του Συστήματος/Εξουσιασμού, προβάλλουν ως ελληνικότατες τις απόψεις ακριβώς του μεταμοντέρνου Συστήματος (των ΗΠΑ). Το κυρίαρχο Σύστημα έχει βρει καλά αρχαιοκεντρικά κορόιδα, που κηρύττουν πόσο ωραία ήταν η Τουρκοκρατία (ώστε να αμβλυνθούν οι τριβές εντός του ΝΑΤΟ), πόσο ανενόχλητη η διαβίωση των Ελλήνων τότε και πόσο άκακο το χιτλερικό Νεοτουρκικό-Κεμαλικό κράτος, που διέπραξε τις γενοκτονίες των Αρμενίων και των Ελλήνων Μικρασιατών, όσο και το Τουρανικό Ισλάμ, που αφελλήνισε/τουρκοποίησε την βυζαντινή Μ. Ασία (μόνο γέλια προκαλεί, βέβαια, η παγανιστική άποψη ότι επί Βυζαντίοι οι Έλληνες Μικρασιάτες.. σφάζονταν, ενώ επί Οθωμανών ευημερούσαν ανενόχλητοι). Και, αφού το λέει ο Δαυλός, τέτοιες απόψεις περνάν ως «αντιεξουσιαστικές».
Ο νεοπαγανιστικός ισχυρισμός ότι «και οι Έλληνες Μουσουλμάνοι, αν είχε επικρατήσει το Ισλάμ στην χώρα μας, θα έλεγαν ότι μεταξύ 1453 και 1821 δεν είμασταν δούλοι αλλά ελεύθεροι» δεν ευσταθεί. Για παράδειγμα, οι Αλβανοί Μουσουλμάνοι σήμερα δεν λένε ότι μεταξύ 15ου και 20ου αιώνα οι Αλβανοί ήταν ελεύθεροι κι όχι δούλοι των Τούρκων. Εννοείται οι Αλβανοί Μουσουλμάνοι που δεν εκτουρκίστηκαν, διότι όσοι εκτουρκίστηκαν ενσωματώθηκαν στο τουρκικό έθνος, είτε πήγαν στην Τουρκία είτε όχι. Ας μη ξεχνάται πως «αλβανική εθνική συνείδηση» μόλις στα τέλη του 19ου αι. αναπτύσσεται, οι δε Μουσουλμάνοι της Αλβανίας (Τουρκαλβανοί) είταν το στήριγμα της οθωμανικής εξουσίας, και μόνο μετά την ίδρυση του αλβανικού κράτους άρχισε η ανάπτυξη κοινής εθνικής αλβανικής συνείδησης σε Χριστιανούς ή Μουσουλμάνους της Αλβανίας. Πάντως, οι Μουσουλμάνοι ελληνικής καταγωγής δεν έλαβαν ποτέ μέρος στους απελευθερωτικούς αγώνες είτε μεταξύ 1821-1829 είτε στους πολέμους που το ελληνικό κράτος έκανε αργότερα.
Όσο για το δεύτερο, οι Παγανιστές όχι μόνο ήταν ελεύθεροι και καλοπερνούσαν με τους ομόδοξούς τους Λατίνους, μη κάνοντας και κυρίως μη λέγοντας τίποτα την ώρα που οι Ελληνες, Χριστιανοί στο θρήσκευμα συμπατριώτες τους σφαγιάζονταν, όχι μόνο την ίδια στιγμή δοξάζανε και θεοποιούσαν τους Καίσαρες και τη ίδια τη Ρώμη, αλλά αβίαστα τούς έχτιζαν ναούς και τεμένη και τους λάτρευαν κι από πάνω, και έκαναν αγώνες προς τιμή τους, και τους κολάκευαν ξεδιάντροπα. Αυτοί λοιπόν έχουνε σήμερα το θράσσος να παριστάνουν και τους εθνομάρτυρες και τους «υπεταγμένους» της εποχής από τον 1ο π.Χ αι. ώς το 324 μ.Χ.; Οι «Βυζαντινοί» ποτέ δεν έκτισαν, σαν κι αυτούς, Ναούς της Θεάς Ρώμης κι οι Χριστιανοί δεν θυσίαζαν στους «θεούς» Αυτοκράτορες-κατακτητές της πατρίδας τους, ούτε αγιοποίησαν ποτέ κανένα Οθωμανό Σουλτάνο.
Και τι μας λένε δηλαδή οι Νεοπαγανιστές; Ότι θα αρχίσουν να ωρύονται για πλάκα «Ζήτω οι Καίσαρές μας»; Μας απειλούνε κιόλας; Στο σπίτι του Νεοπαγανιστή δε μιλάνε για Καίσαρες:
-Φυσικά και ωρύονταν κι αυτοί κι ο Δίας τους «υπέρ της των Ρωμαίων αιωνίου αρχής».
-Φυσικά και κραυγάζανε «άβε Καίσαρ».
-Φυσικά και γελάει ο υπόλοιπος κόσμος μαζί τους, όπως τότε που θυσίαζαν στο θεό Νέρωνα και εξακολουθούμε να γελάμε και σήμερα.
«Τραγουδήστε μου ένα μοιρολόι από κείνα που σάς άκουσα να τραγουδάτε σαν ήμουνα παληκάρι και πήγα στα χωριά της μαστίχας να μάθω τη λαλιά σας, τα ρωμαίικα. Ποιός ξέρει, μπορεί να με ξυπνήσετε άξαφνα ως και στον τάφο, τόσο τ’ αγάπησα, τόσο βαθιά τα ’βαλα μέσα για μέσα στην καρδιά μου, τη ρωμαίική μου την καρδιά» (Στ. Ψυχάρης).
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Mon Oct 04, 2021 12:02 pm

ΙΔ' ΜΕΡΟΣ

ΒΥΖΑΝΤΙΟ


67. "Το Βυζάντιο δεν ήταν ελληνικό. Ήταν ένα ασιατικό κράτος, δεσποτικό, μια θεοκρατία , δίχως καμμιά φιλοσοφία και διανόηση, μισαλλόδοξο, και με έλλειψη ανοχής σε οτιδήποτε διαφορετικό".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Τι είναι «ελληνικό»; Είναι μόνο η κλασσική εποχή; Γιατί η αντίληψη για την ελληνικότητα να είναι στατική; Αυτό που κάνουν, είναι να ορίζουν μια εποχή ως πραγματικά ελληνική και με βάση αυτήν να απορρίπτουν ή να παραδέχονται και τις υπόλοιπες που έρχονται. Ένας οργανισμός, ένα έθνος, μετεξελίσσεται, δεν παραμένει το ίδιο. Με την ίδια λογική, θα έπρεπε οι Έλληνες του πέμπτου π.Χ. αιώνα να ορίσουν ως πραγματικά ελληνικό την Μυκηναϊκή εποχή και να μη θεωρούν ελληνικό ό,τι δεν κατάγεται από αυτήν ή ό,τι δεν μοιάζει να έχει ρίζες στα Μυκηναϊκά χρόνια, ή πάλι, θα έπρεπε οι Έλληνες της ελληνορωμαϊκής εποχής να ορίσουν την ελληνικότητα ως «όσα γινόταν στους ελληνιστικούς χρόνους» και να απορρίπτουν ό,τι δεν ταίριαζε με αυτούς ή δεν είχε τις ρίζες του σ' αυτούς. Η λογική αυτή μοιάζει με τη αντίληψη για την ελληνικότητα που είχαν οι Γερμανοί ρατσιστές του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, που έβλεπαν λ.χ. την ελληνιστική εποχή ως εποχή παρακμής, και παραδεχόντουσαν μόνο την κλασσική εποχή. Η ελληνικότητα μετεξελίσσεται.
Αν αφαιρέσει κανείς τη θρησκεία, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί η ελληνικότητα του πολιτισμού των βυζαντινών. Η μουσική τους είναι ελληνικότατη (π.χ. οι αρχαίες μουσικές κλίμακες, οι «τρόποι», είναι πανομοιότυποι με τις βυζαντινές μουσικές κλίμακες, τους «ήχους», μια και αυτό που έγινε ήταν η μετονομασία των τρόπων σε ήχους: ο Δώριος τρόπος μετονομάσθηκε Τέταρτος Ήχος, ο Λύδιος τρόπος Δέυτερος ήχος, ο Φρύγιος Τρίτος ήχος, κ.λ.π.), η ζωγραφική τους είναι ελληνιστικής άρα ελληνικής προέλευσης (οι ελληνιστικές ζωγραφιές του Φαγιούμ θεωρούνται ο πρόγονος της βυζαντινής εικονογραφίας, όσο για την κοσμική ζωγραφική ένα δείγμα της φαίνεται στα μωσαϊκά του Μεγάλου Παλατιού στην Κωνσταντινούπολη, όπου έχουμε ελληνιστικά μοτίβα και εικόνες) η γλυπτική τους ελληνική (λ.χ. τα τέσσερα άλογα στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας, που άλλοτε ήταν στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης), ήταν ο μόνος λαός που αδιάλειπτα μιλούσε ελληνικά και μελετούσε τα αρχαία κείμενα.

67a 1821 ΚΑΙ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Οι επαναστάτες του 1821, στους οποίους όλοι οφείλουμε την ελευθερία μας, έλεγαν «οι ευσεβέστατοι ΗΜΩΝ αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως», και τέλος ο ορισμός του 'Ελληνα, από τους ίδιους, στα επαναστατικά συντάγματα: «Έλληνες είναι οι χριστιανοί κάτοικοι της Ελλάδας». Αν αυτό δεν είναι βυζαντινό, τότε τί άλλο είναι; Ιδού η απόδειξη πως οι Ελληνες του 1821 συνέχιζαν το Βυζάντιο και θεωρούσαν τους βυζαντινούς ως προγόνους τους:
-Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, ή Οργανισμός του Αρείου Πάγου, Γερουσίας της Ανατ. Ελλάδος της 4/11/1821: «Οἱ κοινωνικοὶ νόμοι τῶν ἀειμνήστων χριστιανῶν αὐτοκρατόρων τῆς Ἑλλάδας μόνοι ἰσχύουσι κατὰ τὸ παρὸν εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Χέρσον Ἑλλάδαν».
-Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος, 1/1/1822, όπου μεταξύ άλλων λέγεται: «Ἄχρι της κοινοποιήσεως τῶν εἰρημένων κωδήκων, αἱ πολιτικαὶ καὶ ἐγκληματικαὶ διαδικαςίαι βάσιν ἔχουσι τοὺς Νόμους τῶν ἀειμνήστων Χριστιανῶν ἠμῶν αὐτοκρατόρων».
-Νόμος της Επιδαύρου, ήτοι Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος, κατά την εν Άστρει Β’ Εθνικήν Συνέλευσιν, 1823: «Ἄχρι δὲ τῆς κοινοποιήσεως τῶν εἰρημένων Κωδήκων, κατὰ μὲν τὰ Ἐγκληματικὰ καὶ Πολιτικὰ ἰσχύουσιν οἱ Νόμοι τῶν ἡμετέρων ἀειμνήστων Χριστιανῶν αὐτοκρατόρων τῆς Κωνσταντινουπόλεως».
-Αρ. ΙΑ’ των Πρακτικών της Εθνικής Συνελεύσεως, εν Άστρει, 1 Απριλίου 1823: «[Διορίζεται επιτροπή για] νὰ ἐκθέσῃ τὰ κυριώτερα τῶν ἐγκληματικῶν ἐκ τοῦ προχείρου, ἐρανιζομένη ἀπὸ τοὺς νόμους τῶν ἡμετέρων ἀειμνήστων Βυζαντινῶν Αυτοκρατόρων».
-Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος, 1827, όπου γράφεται: «Ἕως ὅτου δημοσιευθῶσι Κώδικες [..] οἱ Βυζαντινοὶ Νόμοι [...] καὶ οἱ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας δημοσιευομένοι νόμοι ἔχουν ἰσχύν» (Φώτη Δημητρακόπουλου, Βυζάντιο και Νεοελληνική διανόηση στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνος, εκδ. Καστανιώτη, σ. 144, 145, 146).
Στα 1824, εκδίδεται στη Βενετία η Κωνσταντινιάς, παλαιά τε και νεωτέρα˙ ήτοι περιγραφή Κωνσταντινουπόλεως, συνταχθείσα «παρά ανδρός φιλολόγου και φιλαρχαιολόγου». Στον πρόλογό της ο συγγραφέας γράφει «λείψανα και ερείπια ταύτης της θαυμασίας πόλεως, εις την οποίαν ίσταντο ποτέ τα σκήπτρα της Ανατολικής ημών Αυτοκρατορίας (...) Αυτά λοιπόν τα σεβαστά λείψανα, τα οποία η φιλότιμος χειρ των ημετέρων Αυτοκρατόρων ανήγειρε μεγαλοπρεπώς κατά διάφορας εποχάς». Βλέπουμε πως όχι μόνο οι Εθνοσυνελεύεις του 1821, αλλά και οι απανταχού Έλληνες είχαν – δίχως κανέναν κρατικό ελληνοχριστιανισμό να τους το επιβάλλει – συνείδηση ότι οι Βυζαντινοί είναι οι πρόγονοί τους, δεκαετίες πριν την δήθεν επιβολή της εθνοκρατικής ιδεολογίας του ελληνοχριστιανισμού.
Επομένως η άποψη ότι το Βυζάντιο ήταν, ώς τον Παπαρηγόπουλο, ξένο για τους Έλληνες του 19ου αιώνα, κι ότι μόνο μετά το 1850 απετέλεσε τμήμα της ελληνικής ιδεολογίας, είναι προϊόν άγνοιας. Από την πρώτη εθνοσυνέλευση, από το πρώτο έτος της Επανάστασης οι Έλληνες γνώριζαν και ήταν περήφανοι («αείμνηστοι») ότι οι Βυζαντινοί ήταν οι πρόγονοί τους. Ο ισχυρισμός των Ν/Π ότι τάχα «το Βυζάντιο το εισήγαγε στην Ελλάδα ο Παπαρηγόπουλος» κι ότι δήθεν «αρχικά δεν υπήρχε καμμία σχέση των (απλών και μη) Ελλήνων με το Βυζάντιο, αλλά τάχα μετά παρείσφρυσε και άλωσε το νεοελληνικό κράτος ο βυζαντινισμός», καθώς και η παχυλή άγνοια ορισμένων άλλων, δεν επαρκούν, για να να καταρρίψουν ή να αποκρύψουν την ιστορική αλήθεια. Είναι αλήθεια ότι το οθωνικό κράτος από το 1833- ώς τον Ζαμπέλιο και τον Παπαρηγόπουλο, επηρεασμένο από την Δύση αγνοούσε ή απέρριπτε το Βυζάντιο˙ όμως το ελληνικό κράτος προ του 1833, δίχως ξένες «Προστάτιδες Δυνάμεις», καθώς και οι Έλληνες από την πρώτη στιγμή της Ελευθερίας τους, αναφέρθηκαν μέσα από επίσημα κείμενα του Ελληνικού κράτους στη σχέση τους με τους βυζαντινούς προγόνους τους.
Όπως και να ‘χει η θεωρία του «ελληνοχριστιανισμού» ή «ελληνορθοδοξίας» δεν είναι κρατικό κατασκεύασμα ούτε εκκλησιαστικό. Ούτε ο Ζαμπέλιος, ο οποίος την πρωτοδιατύπωσε, ούτε ο Παπαρρηγόπουλος, που την ανέπτυξε και τεκμηρίωσε, είχαν ιδιαίτερη σχέση με την Εκκλησία. Ειδικότερα ο δεύτερος διατυπώνει κατηγορίες εναντίον της Εκκλησίας ότι δεν επεδίωξε τον πλήρη εξελληνισμό των Σλάβων και αλλού εκφράζεται με αρκετή συμπάθεια υπέρ των Εικονομάχων.
Αλλά, αιώνες πριν το 1821, οι θρήνοι των απλών Ελλήνων για την Άλωση είναι απόδειξη. Άραγε θρηνούσαν την καταστροφή ενός κράτους, που σύμφωνα με τους Νεοπαγανιστές, τούς κατέστρεφε; Ψεύτικοι ήταν οι θρήνοι; Φτιαχτοί από τους παπάδες μήπως; Τι άλλο παραλογισμό μπορεί κανείς να σκεφτεί; Το Βυζάντιο, για το οποίο έφτιαξαν τόσους θρήνους οι επώνυμοι κι ανώνυμοι Έλληνες της Τουρκοκρατίας, δεν είναι ελληνικό, ενώ η αρχαία Ελλάδα, για την υποταγή της οποίας στους Λατίνους δεν γνωρίζουμε κανέναν θρήνο που να έχει διασωθεί ή να έχει γραφτεί, είναι ελληνική. Ορισμένοι, είτε λόγω θρησκευτικού είτε λόγω ιδεολογικού φανατισμού, θέλουν να αρνηθούν το αυτονόητο, αυτό που δέχονταν οι Έλληνες.
Έγραψε ένας ανώνυμος κρητικός καλόγερος, στο περιθώριο ενός λειτουργικού βιβλίου, την ημέρα που μαθεύτηκε στην Κρήτη η Άλωση της Πόλης: «εις αυνγ’ (1453) Ιουνίου κθ’ (29) ημέρα Σαββάτω ήλθον από Κωνσταντινούπολιν καράβια τρία κρητικά, του Σγούρου, Υαλινά και του Φιλομάτου λέγοντες ότι εις την κθ’ Μαΐου μηνός της αγίας Θεοδοσίας, ημέρα Τρίτη ώρα γ’ της ημέρας εισέβησαν οι αγαρηνοί εις την Κωνσταντινούπολιν το φοσάτον του τούρκου Τζαλαλή Μεεμέτη. Και είπαν ότι απέκτειναν τον βασιλέα κυρ Κωνσταντίνον τον Δραγάτσιν και Παλαιολόγον. Και εγένετο ουν θλίψις και πολύς κλαθμός εις την Κρήτην δια το θλιβερόν μήνυμα όπερ ήλθεν ότι χείρον ου γέγονεν, ούτε γενήσεται. Και Κύριος ο Θεός ελεήσαι ημάς και λυτρώσεται ημάς από της φοβεράς αυτού απειλής».
Και πιο πριν, τα δεκάδες ακριτικά τραγούδια που έπλασε ο ελληνικός λαός για τους δοξασμένους υπερασπιστές των συνόρων της Ρωμαίικης Αυτοκρατορίας, τους Ακρίτες, τους Απελάτες, τους Μεγάλους Δομέστικους, τους Καπετάνω, τι δείχνουν; Άραγε θα τραγουδούσε ώς τις μέρες μας ο ελληνικός λαός, από την Ήπειρο ώς τον Πόντο και απ’ τα Δωδεκάνησα και την Κρήτη ώς τη Θράκη, τα κατορθώματα των υπερασπιστών της Ρωμανίας, εάν ο ελληνικός λαός ένοιωθε πως η Ρωμανία ήταν ξένο κράτος κι ο ίδιος βρισκόταν υπό μακραίωνη κατοχή; Γιατί δεν έπλασσε και αντίστοιχα εξυμνητικά έπη για τους Οθωμανούς ο ελληνικός λαός, αφού σύμφωνα με τους Νεοπαγανιστές Βυζάντιο και Οθωμανική αυτοκρατορία ταυτίζονται (!);
Αμφισβητείται η ελληνικότητα της Ρωμανίας, επειδή το κέντρο της δεν ήταν στην Ελλάδα. Αυτό το επιχείρημα, είτε δείχνει άγνοια του μετασχηματισμού της ελληνιστικής εποχής είτε απλώς συγχέει τα σημερινά όρια του ελληνισμού με τα όρια του ελληνισμού της εποχής εκείνης: η «πραγματική Ελλάδα» εκείνων των εποχών δεν ήταν πλέον μόνο το πιο νότιο τμήμα της Βαλκανικής, αλλά η Μικρά Ασία, η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια και η Συρία, η Θράκη. Γι’ αυτό και το κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας δεν ήταν κάπου εκτός ελληνικού κόσμου, αλλά στο κέντρο του, μεταξύ ευρωπαϊκού και μικρασιατικού ελληνισμού.
Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται το επιχείρημα ότι ο όρος «Βυζάντιο» χρησιμοποιήθηκε στην χώρα μας εξ επίτηδες, με σκοπό να δημιουργηθεί μια ανύπαρκτη συνείδηση συγγένειας των Νεοελλήνων με τους Ρωμαίους της Νέας Ρώμης.Το επιχείρημα καθεαυτό είναι εντελώς αβάσιμο. Σε μια εποχή (19ος αι.) κατά την οποία ο απλός λαός χρησιμοποιούσε για τον εαυτό του το «Ρωμηός» (λαϊκός όρος του «Ρωμαίος») εξίσου αν όχι συχνότερα από το «Έλληνας», η χρήση του «Βυζαντινός» προκειμένου να χαρακτηριστούν οι Ρωμηοί των Μέσων Χρόνων θα είχε ως αποτέλεσμα (και άρα θα επιβάλλονταν από τους εχθρούς του «Βυζαντίου») όχι την δημιουργία συνείδησης στον ρωμαίικο λαό του 19ου αι. ότι καταγόταν από τους Ρωμηούς της Νέας Ρώμης, αλλά αντίθετα: ότι υπήρξαν κάποιοι αλλόκοτοι «Βυζαντινοί», οι οποίοι δεν είχαν σχέση με αυτόν. Συνεπώς, αν κάποιοι και κάποια «κέντρα εξουσίας» είχαν συμφέρον να καλλιεργήσουν τη συνείδηση συγγένειας μεταξύ των Ρωμαίων Νέας Ρώμης και των Ρωμηών του 19ου αι. δεν θα χρησιμοποιούσαν τον όρο «Βυζαντινός», αλλά τους αυθεντικούς όρους «Ρωμηός» και «Ρωμανία» που αποδεικνύουν αυτομάτως στην ύπαρξη καταγωγής των Νεοελλήνων του 19ου αι από το «Βυζάντιο». Αντίθετα, οι αρχαιόπληκτοι διανοούμενοι του 19ου αι. στο οθωνικό ελληνοβαυαρικό κράτος επέλεξαν συνειδητά τον όρο «Βυζαντινός», ώστε να αποτρέψουν τον λαό να αντιληφθεί την πραγματική καταγωγή του και να ταυτιστεί με τους προγόνους του. Διότι, είναι προφανές ότι, άμα ο λαός – που αυτοαποκαλούνταν Ρωμηός – μάθαινε ότι υπήρξε κράτος των Ρωμηών ονόματι Ρωμανία κι όχι κάποιο αλλόκοτο «Βυζάντιο», αυτομάτως – από το όνομα και μόνο – θα συναισθανόταν απόγονος αυτών. Κι άμα αισθανόταν απόγονός τους, το κρατίδιο θα ζήταγε από τις Μεγάλες Δυνάμεις μια Αυτοκρατορία αντί της “Proper Greece”, δηλαδή της περιοχής της αρχαίας Ελλάδας.

67b ΓΙΑΤΙ ΥΠΟΤΙΜΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗ ΔΥΣΗ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ;

Ο ιστορικός Otto Mazal γράφει (Byzanz und das Abendland, Wien 1981, s. 8,11): «οι ρίζες της αρνητικής τοποθέτησης των Δυτικών, που ήθελαν να βλέπουν τη βυζαντινή περίοδο μόνο ως μια διαρκή πορεία κατάπτωσης μετά την ένδοξη εποχή της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας, βρίσκονται στους χρονογράφους του Μεσαίωνα, για τους οποίους οι δυτικοί αυτοκράτορες ήταν οι νόμιμοι συνεχιστές του Imperium Romanum, ενώ το κατά την αντίληψη της Δύσης αιρετικό ανατολικό κράτος, είχε χάσει ως «βασίλειο των Γραικών» (Regnum Graecorum) την οικουμενικότητά του και είχε αποκλεισθεί από τη σκηνή της ιστορίας. Για πρώτη φορά η Βυζαντινολογία του παρόντος δείχνει και πάλι με σαφήνεια την μεγάλη κοσμοϊστορική σημασία του Βυζαντίου και δίνει ώθηση για μια αναθεώρηση» (Θ. Ν. Ζήση, Επομένοι τοις θείοις πατράσι. Αρχές και κριτήρια της Πατερικής Θεολογίας, εκδ. Βρυέννιος, σ. 88).
«Στην ονομασία της ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ διαψεύστηκε και διαψεύδεται κάθε δυτική προσπάθεια να επικαλείται μια νεφελώδη «ελληνορωμαϊκή» κληρονομιά σαν υψηλή αποστολή της Δύσης. Η ύπαρξη της ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ αποκαλύπτει την «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους» ως φάρσα και αποδείχνει ότι η Αναγέννηση τίποτα άλλο δεν αναγέννησε παρά ένα φάντασμα, που ούτε καν υπήρχε. Έτσι, η ύπαρξη της Ρωμιοσύνης βεβαιώνει ότι κάθε επίκληση της αρχαίας Ελλάδας, της αρχαίας Ρώμης, της Αυτοκρατορίας, του πολιτισμού, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η ιδεολογική συγκάλυψης κατακτητικών, αποικιοκρατικών δυναστικών προσπαθειών» (Lorenz Gyömörey, Η δύση της Δύσης, εκδ. Παπαζήση).
«Ο πολιτισμός μας δεν αναγνώρισε ποτέ επαρκώς το χρέος του στην Ανατολική Αυτοκρατορία. Αν δεν υπήρχε αυτό το μεγάλο ανατολικό οχυρό της χριστιανοσύνης, ποια τύχη θα είχε η Ευρώπη ενάντια στις στρατιές του βασιλιά της Περσίας τον 7ο αιώνα ή ενάντια σε αυτές του χαλίφη της Βαγδάτης τον 8ο; Ποια γλώσσα θα μιλούσαμε σήμερα και ποιο Θεό θα λατρεύαμε; Στο πολιτισμικό επίπεδο, επίσης, το χρέος μας είναι μεγάλο. Μετά τις βαρβαρικές εισβολές και την πτώση του Αυτοκράτορα της Ρώμης, τα φώτα της μάθησης είχαν σχεδόν σβήσει στην Δυτική Ευρώπη, εκτός από μερικά μοναστηριακά καντηλάκια που τρεμόσβηναν. Στις όχθες όμως του Βοσπόρου αυτά τα φώτα εξακολουθούσαν να λάμπουν και η παλαιά κλασσική κληρονομιά διατηρούνταν. Πολλά από αυτά που ξέρουμε για την αρχαιότητα ειδικά για την ελληνική και την ρωμαϊκή φιλολογία και τη ρωμαϊκή νομοθεσία θα είχαν χαθεί παντοτινά αν δεν υπήρχαν οι λογοι και οι αντιγραφείς της Κωνσταντινούπολης» (J.J.Norwich, Σύντομη Ιστορία του Βυζαντίου, εκδ Γκοβοστη, Δ’ εκδοση, 1997, σ.43).

67c ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

Τα ελληνικά έγιναν γλώσσα επίσημη ήδη από τον 5ο αιώνα και ήταν εξαρχής η κύρια γλώσσα της Εκκλησίας (στην Ανατολή η μοναδική) και η μόνη γλώσσα όλων των Οικουμενικών Συνόδων ήδη από την 1η Οικουμενική (325 μ.Χ.). Ο βασιλιάς-αρχέτυπο για τους Ρωμηούς στο Βυζάντιο δεν ήταν κανένας Αρχαίος Ρωμαίος αυτοκράτορας (π.χ. Μάρκος Αυρήλιος του οποίο τα γενέθλια τιμούν οι Νεοπαγανιστές), αλλά ο Αρχαίος Έλληνας Μέγαλέξανδρος. Αλλά ο Μεγαλέξανδρος είναι «αλαζόνας», «υπέρφρων», άρα «ντροπή» για το έθνος μας, αφού ήταν κι η αιτία της καταστροφής της «Πατρώας Λατρείας», σύμφωνα με τους Νεοπαγανιστές.
Όσο για το γνωστό επιχείρημα, πως το Βυζάντιο δεν ήταν ελληνικό επειδή οι πολίτες του λεγόντουσαν «Ρωμαίοι» κι όχι «Έλληνες», αυτό είναι επιχείρημα για κλάματα. Αφού και οι πρόσφατοι, άμεσοι πρόγονοί μας, της τουρκοκρατίας, ούτε κι αυτοί αυτοαποκαλούνταν «Έλληνες». Λεγόντουσαν Ρωμηοί, δηλαδή Ρωμαίοι. Μήπως οι νεοπαγανιστές και λοιποί «αρχαιολάτρες» θα αρνηθούν και στους Ρωμηούς, στους άμεσους μεταβυζαντινούς προγόνους όλων μας (1453-1821), την ελληνική ιδιότητα, επειδή δεν αυτοαποκαλούνταν «Έλληνες», αλλά «Ρωμηοί»; Διότι άμα οι Βυζαντινοί δεν ήταν Έλληνες επειδή δεν αυτοαποκαλούνταν «Έλληνες», με τη ίδια συλλογιστική δεν είναι Έλληνες ούτε οι Πρόγονοί μας ώς το 1821, διότι ουδέποτε ο λαός αυτοαπεκλήθη Έλληνας.
Είναι αβάσιμο να πιστεύει κανείς ότι υπήρξε ελληνικό έθνος εντός της βυζαντινής αυτοκρατορίας και ταυτόχρονα ότι αυτοί οι παράξενοι, οι εκ του μηδενός υπάρξαντες από το 330 μ.Χ. και μετά, «Βυζαντινοί» δεν ήταν Έλληνες. Ελληνόφωνοι και μη πληθυσμοί μετακινήθηκαν από Βαλκάνια σε Μικρά Ασία κι αντίστροφα, δεκάδες φορές τόσο πριν όσο και μετά το 1453, κι εξελληνίστηκαν (οι μη Έλληνες). Μπορεί να ήταν πολυεθνική η Ρωμανία, ωστόσο λόγω της ελληνορωμαϊκής κουλτούρας της οι πληθυσμοί που ήταν στα νότια Βαλκάνια και την Μικρασία, είτε ήταν εξαρχής Έλληνες είτε εξελληνίστηκαν, κατά τον ίδιο τρόπο που εξελληνίστηκαν οι κάτοικοι της ενδότερης Μικράς Ασίας κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Και η βρετανική αυτοκρατορία πολυεθνική ήταν (Άγγλοι, Ουαλλοί, Σκωτσέζοι, Ινδοί, κ.ά.), αλλά το αγγλικό στοιχείο κυριαρχούσε πολιτισμικά και πολιτικά. Και οι ΗΠΑ είναι πολυφυλετικές, αλλά όλοι όσοι εγκαθίστανται εκεί αμερικανοποιούνται, παύουν να είναι ελληνικής, τουρκικής, γαλλικής, ιταλικής, πολωνικής συνείδησης.Το να πει κανείς ότι οι Βυζαντινοί δεν ήταν Έλληνες ισοδυναμεί με το να χαρακτηρίζονται οι Μικρασιάτες, οι Πόντιοι και οι Ανατολικοθρακιώτες του 1922 ως μη Έλληνες. Διότι όλοι αυτοί είναι (όπως και οι κάτοικοι της ηπειρωτικής Ελλάδας) απόγονοι των Βυζαντινών.
«Τονίζουν μερικοί συχνά ότι οι Αρμένιοι ή οι εκπρόσωποι άλλων εθνικοτήτων έφτασαν στα υψηλότερα κρατικά αξιώματα ή ότι ανέβηκαν ακόμα και στον αυτοκρατορικό θρόνο. Και θέλουν μ’ αυτόν τον τρόπο να διατρανώσουν τη συμβολή της μιας ή της άλλης εθνικότητας στη ζωή και τη διαμόρφωση του βυζαντινού κράτους. Ασφαλώς δεν πρέπει να παραβλέπουμε ή να υποτιμούμε το ρόλο που έπαιξαν άλλες εθνότητες στη ζωή του κράτους. Δεν πρέπει, όμως, και να παραβλέψουμε το γεγονός ότι πρέπει να ιεραρχηθεί η προσφορά τους. Και στην ιεράρχηση αυτήν προβάλλει επιβλητικά η προσφορά του ελληνισμού και της ελληνικής παιδείας. Εκτός, όμως, απ’ αυτό πρέπει να αναγνωριστεί ένα γεγονός που κανείς δε μπορεί να αρνηθεί: όσο οι διάφοροι λαοί αποκτούσαν συνείδηση του εαυτού τους, τόσο αποχωρίζονταν λίγο-λίγο από το κράτος. Η ενίσχυση της εθνικής συνείδησης, λέει ο H. Bengtson (Geschichte, 547) μιλώντας για τις Ν.Α. και τις αιγυπτιακές περιοχές του πρωτοβυζαντινού κράτους, συνοδευόταν από οπισθοδρόμηση του ελληνισμού και κυριότερα της ελληνικής παιδείας στις περιοχές αυτές» (Ι. Καραγιαννόπουλου, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, εκδ. Βάνιας, σ. 57).
«Αλλά οι Αρμένιοι, οι σημαντικότεροι από τους «ξένους» που ανήλθαν στον βυζαντινό θρόνο, αν και σε ποικίλλοντα βαθμό προσηλωμένοι στους εθνικούς τους χαρακτήρες, έδρασαν ως Βυζαντινοί και όχι ως Αρμένιοι και στις κυριότερες εκφάνσεις του έργου τους θα ήταν αδύνατον να απομονωθούν σημαντικά πολιτιστικά στοιχεία, αρμενικής μάλλον παρά βυζαντινής προελεύσεως. Με τον ίδιο τρόπο, όταν βυζαντινοί τεχνίτες υιοθετούσαν διακοσμητικά στοιχεία αρμενικής, αραβικής ή περσικής προέλευσης, το τελικό έργο τέχνης δεν αποκτούσε εξ αιτίας αυτού αρμενικό, αραβικό ή περσικό χαρακτήρα, αλλά παρέμενε βυζαντινό ως προς το πνεύμα και την εκτέλεση» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε.,τ. Ζ’, σ. 309).
Αμφισβητείται η ελληνικότητα της Ρωμανίας λόγω της μη ελληνικής καταγωγής αρκετών αυτοκρατόρων. Αυτή η αμφισβήτηση είναι αβάσιμη. Πρώτον, αν το Ελληνικό Βασίλειο επί Γερμανού Όθωνα (1833-1864), που ήταν ενίοτε και δίγλωσσο (γερμανικά και ελληνικά) ή το ελληνικό βασίλειο επί της δανέζικης δυναστείας των Γλύξμπουργκ (1864-1924 και 1935-1974) θεωρείται ελληνικό, τότε πώς πάντοτε ελληνόφωνη Ρωμανία ήταν μη ελληνική; Δεύτερον, αυτή η αμφισβήτηση βασίζεται σε μια αρρωστημένη νοοτροπία: «δεν είναι ελληνικό ό,τι είναι πέραν των σημερινών συνόρων της Ελλάδας». Τρίτον, η καταγωγή δεν παίζει ρόλο. Όλοι σχεδόν (εκτός από τους πρώτους λατινόφωνους) οι αυτοκράτορες ελληνοφωνούσαν (πριν ενθρονιστούν), κανείς δεν ενήργησε ως Ισπανός ή ως Αρμένιος ή ως.. Ρουμάνος. Όπως κι οι διαφορετικής φυλετικής καταγωγής πρόεδροι, υπουργοί, βουλευτές των ΗΠΑ δεν παύουν να δρουν υπέρ των αμερικανικών συμφερόντων (και δεν δρουν π.χ. οι αφροαμερικάνοι υπέρ της Αφρικής ούτε οι κινεζοαμερικάνοι υπέρ της Κίνας ούτε οι δανοαμερικάνοι υπέρ της Δανίας), έτσι και οι αυτοκράτορες κατείχαν (και το γνώριζαν αυτό) το θρόνο της ελληνορωμαϊκής αυτοκρατορίας, όχι της.. Αρμενίας ή της Ισπανίας, και δρούσαν υπέρ των συμφερόντων της κι όχι υπέρ του... δακικού έθνους. Άλλωστε, τότε υπήρχαν μόνο «Ρωμαίοι». Και οι Ρωμαίοι ήταν εξελληνισμένοι. Τέταρτον, η πολιτιστική συνεισφορά Δακών, Ιβήρων κ.λπ. είναι ανύπαρκτη. Μόνο εκλατινισμένοι (και αργότερα εξελληνισμένοι) καταλάμβαναν το θρόνο. Κι αυτό διότι λ.χ. ένας αμαθής βάρβαρος που δεν είχε ενταχθεί στην πολιτικο-στρατιωτική ιεραρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (και κατά συνέπεια δεν είχε εκλατινιστεί/εξελληνιστεί) δεν γινόταν με κανέναν τρόπο αποδεκτός ως υπερασπιστής της αυτοκρατορίας – ανεξάρτητα του αν καταγόταν από τόπο που όντως ανήκε στην αυτοκρατορία. Οι αρχαιολάτρες έχουν φτάσει στο σημείο να ισχυρίζονται ότι «στο Βυζάντιο υπήρξε ιδιαίτερη μέριμνα να μην υπάρξη ποτέ ελληνικής καταγωγής αυτοκράτωρ» (Π. Κουβαλάκης, Δαυλός, τ. 236-237, σ. 15246). Φυσικά, πρόκειται περί ανυπόστατων ισχυρισμών, που αποδεικνύουν την μισαλλοδοξία των αρχαιολατρών. Τι υπονοούν άραγε οι αρχαιολάτρες, με το «ιδιαίτερη μέριμνα»; Ότι υπήρξε κάποιος συγκεκριμένος νόμος του βυζαντινού κράτους που απαγόρευε την ενθρόνιση Ελλήνων; Μήπως κανένας θεσμός; Κάποια άγραφη παράδοση; Τίποτα έκτακτα μέτρα (π.χ. επέμβαση του στρατού), κάθε φορά που επρόκειτο να αναρριχηθεί Έλληνας στο θρόνο; Απολύτως τίποτε από όλα αυτά δεν υπήρξε. Παραμύθια κατασκευασμένα από ανθρώπους που αγνοούν την βυζαντινή ιστορία. Η γνωστή τακτική των αρχαιολατρών ξεσκεπάζεται: πετούν μια ατεκμηρίωτη κουβέντα, μια αντιβυζαντινή κατηγορία, κι αφήνουν να αιωρείται και να διαδίδεται η συκοφαντία. Ο Τιβέριος (578-582) αποκαλείται από τον Άραβα Αμπούλ Φαράγκ «πρώτος Έλληνας βασιλιάς». Ο Μαυρίκιος (582-602) αποκαλείται από τον Λατίνο Παύλο Διάκονο «πρώτος Έλληνας βασιλιάς». Η Θεοδώρα, η σύζυγος του Ιουστινιανού, ήταν Κύπρια.
«Στο σύνολο των διάφορων λαών που αποτελούν το Βυζάντιο πρέπει να ξεχωρίσουμε εκείνους που το διαποτίζουν πολιτιστικά από εκείνους που γεωγραφικά μονάχα ανήκουν σ’ αυτό. Να βάζουμε σε ίση μοίρα τους Έλληνες και τους άξεστους χωριάτες της Ισαυρίας ή τους φελάχους της ερήμου ή ακόμη τους Σύρους και τους Αρμένιους και να λέμε πως Βυζάντιο είναι η συνισταμένη των λαών αυτών, είναι ισχυρισμός πλανεμένος και αστήριχτος» (Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. Πανεπιστημίου Καίμπριτζ, ελλ. εκδ. Μέλισσα, σ. 1,2). Άρα τα επιχειρήματα ότι επειδή στο βυζαντινό κράτος ζούσαν κι άλλοι λαοί, αυτό ήταν μια.. μακεδονική σαλάτα, είναι αβάσιμα. Από μόνη της η ύπαρξη πολλών λαών – ειδικά μικρότερων λαών και κατοικούντων στην περιφέρεια ενός κράτους, όπως οι Αρμένιοι στα Β.Α. του Βυζαντίου, οι Σύριοι στα Ν.Α., οι Σλαβο-Βούλγαροι στα Βόρεια – δεν λέει τίποτε κατά της κεντρικής εθνικής και διακρινόμενης από τις άλλες πολιτισμικής κι εθνικής ταυτότητας του κράτους. Μόνο αν ήταν ίση σε επιρροή, η αρμενική ή η σλαβική κουλτούρα με την ελληνορθόδοξη, και μόνο αν οι Αρμένιοι ή οι Σύριοι ή οι Σλάβοι ήταν ίσοι πληθυσμιακά με τους ελληνικούς πληθυσμούς της Ελλάδας και της Μ. Ασίας, θα μπορούσαμε να μιλάμε για μη ελληνικό, πολυεθνικό Βυζάντιο. Όπως υπάρχουν εθνικές μειονότητες (μετανάστες κ.ά.) σε χώρες όπως η Γαλλία, η Αγγλία, οι ΗΠΑ, αυτό δε σημαίνει ότι αυτές είναι δίχως εθνική συνείδηση πολυεθνικές χώρες, ένας χυλός δίχως «εθνική» και πολιτισμική συνείδηση. Ερχόμενος ο καθένας στο Βυζάντιο εξελληνιζόταν˙ πηγαίνοντας κανείς στις ΗΠΑ εξαμερικανίζεται˙ στην Γαλλία εκγαλλίζεται. Το ότι ένας λαός αλλάζει θρησκεία ή πολιτικό σύστημα δεν σημαίνει ασφαλώς ότι δεν είναι πλέον ο ίδιος λαός, ή ότι έχει εκφυλιστεί.
Γιατί να μην είναι το Βυζάντιο ελληνικό λοιπόν; Αφού: 1) Έχει την ίδια γλώσσα με μας τους Νεοέλληνες, 2)την ίδια θρησκεία με εμάς τους Νεοέλληνες, 3)βρίσκεται στην ίδια τοποθεσία με εμάς τους Νεοέλληνες. 4)Είναι οι βιολογικοί πρόγονοί μας. 5)Έχουμε, οι Νεοέλληνες, την συνείδηση ότι από αυτούς καταγόμαστε, όσο κ αν ελάχιστοι δεν την έχουν. Θα αντιπούν οι Νεοπαγανιστές «δεν είχε ελληνική συνείδηση, δεν ήταν Ελλάδα». Γιατί, υπήρχε μήπως κράτος με το όνομα Ελλάδα στην αρχαιότητα; Όχι βέβαια. Άρα δεν υπήρχαν κι Έλληνες; Και οι Ρωμηοί ώς το 1821 πρόγονοί μας που δεν είχαν (ο λαός) συνείδηση ελληνική δε΄ν ήταν Έλληνες; Φυσικά και ήταν. Άρα γιατί οι Ρωμηοί του Βυζαντίου να μην είναι Έλληνες ενώ αυτοί που έζησαν λίγο πριν το 1821 ( π.χ. το 1700 ) να είναι; Αφού τα έθιμα των πριν το 1821 κατάγονται και είναι τα ίδια με αυτά των Βυζαντινών. Αφού οι Έλληνες Ρωμηοί του 1700 κατάγονται από τους Βυζαντινούς Ρωμηούς. Γιατί οι πρώτοι να είναι Έλληνες και οι δεύτεροι να μην είναι; Θα πουν το επιχείρημα πως οι Βυζαντινοί δεν είχαν την ίδια θρησκεία με τους αρχαίους Έλληνες. Δηλαδή οι άθρησκοι Γερμανοί δεν είναι πλέον Γερμανοί; Οι Βουδιστές Ιρλανδοί δεν είναι Ιρλανδοί; Οι άθεοι Αμερικάνοι δεν είναι Αμερικάνοι; Τι τερατώδη θεοκρατική σκέψη έχουν τελικά ακριβώς αυτοί που οδύρονται για την Ορθοδοξία του Βυζαντίου.
Ένα άλλο επιχείρημα κατά του Βυζάντιου είναι ότι οι εθνικά Έλληνες ήταν υπόδουλοι στους Βυζαντινούς. Με αυτόν τον τρόπο διαχωρίζεται τεχνητά ο «υπόδουλος» λαός του κράτους (Έλληνες) από την ηγεσία του κράτους (Βυζαντινοί). Αυτό το επιχείρημα είναι αβάσιμο: Η ηγεσία του Βυζαντίου προέρχονταν από το λαό διότι δεν υπήρχε φράγμα που να εμπόδιζε κανέναν να γίνει αυτοκράτωρ. Πάμπολλοι βασιλείς προέρχονταν από αγροτικές οικογένειες, λαϊκές. Άρα λαός και ηγεσία στο Βυζάντιο είναι κοινής εθνικής καταγωγής, και η άποψη ότι «Βυζαντινός» σημαίνει μόνο τον άρχοντα του Βυζαντινου κράτους ενώ ο λαός ήταν «υπόδουλος» είναι παραμύθι. Όλοι Ρωμηοί αισθάνονταν στο Βυζάντιο, λαός και ηγέτες. Τι θα μάς πουν οι Νεοπαγανιστές, ότι το 1453 πολεμούσε η ηγεσία των «Βυζαντινών» ενώ οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, που δήθεν ήταν υπόδουλοι Έλληνες στους Βυζαντινούς, δεν πολεμούσαν; Τι θα πούνε οι Νεοπαγανιστές, ότι οι κάτοικοι (ο απλός λαός) της Κωνσταντινούπολης στα 1460 ήταν πλέον Έλληνες, ενώ στα 1360 ο λαός της ίδιας πόλης ήταν «Βυζαντινοί» μη Έλληνες;
Οι Νεοειδωλολάτρες υποστηρίζουν πως κατά τη βυζαντινή εποχή ελληνικότητα δεν θα έβρισκε κανείς στο Παλάτι ή το Πατριαρχείο ή την Αυλή και το επίσημο Βυζάντιο, αλλά μόνο στους διάσπαρτους ελληνικούς πληθυσμούς που διατηρούσαν ασυνείδητα κάποια κλασσικά και παγανιστικά στοιχεία, και μόνο ως λαογραφικός κι όχι ως εθνολογικός μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο όρος βυζαντινός ελληνισμός. Όμως αυτή η άποψη αποδεικνύεται αστήρικτη. Κατ’ αρχήν, όπως έχει αποδειχθεί και λεχθεί παραπάνω, δεν υπήρχε κάποιος διαχωρισμός μεταξύ των ελληνικών πληθυσμών πόλεων/χωριών και των ανθρώπων του Παλατιού ή του πατριαρχείου. Οποιοσδήποτε ήθελε και είχε τα προσόντα, μπορούσε να γίνει, όπως είπαμε, αυτοκράτορας ή πατριάρχης, να ανέβει όλην την κλίμακα των κρατικών ή των εκκλησιαστικών αξιωμάτων. Συνεπώς, ίδιοι ήταν οι άνθρωποι που ήταν εκτός Παλατιού, ίδιας εθνικότητας με αυτούς που ήταν κι εντός του Παλατιού. Τί γινόταν λοιπόν, ώστε να ισχύει η άποψη των Ν/Π, ότι στο «επίσημο Βυζάντιο» (Παλάτι και στο Πατριαρχείο-Εκκλησία κ.αλλού) δεν υπήρχε ελληνικότητα/ελληνισμός/ελληνικό έθνος; Μόλις οι ίδιοι άνθρωποι (Έλληνες) περνούσαν την πύλη του Παλατιού ή του Πατριαρχείου, έχαναν την ελληνικότητά τους (με οποιαδήποτε μορφή κι αν την είχαν αυτήν, προ της εισόδου τους στο Παλάτι) και γινόντουσαν «Βυζαντινοί»; Μυστηριώδη πράγματα, λοιπόν, πάθαινε κάθε Έλληνας μόλις περνούσε τις πύλες του επίσημου Βυζαντίου και γινόταν τμήμα του! Το «επίσημο Βυζάντιο» ήταν στα χέρια, ήταν το ίδιο ταυτισμένο με αυτούς που ξεκινούσαν άσημοι και έφταναν στη δόξα καταλαμβάνοντας θέσεις κι αξιώματα. Θα μιλήσουν οι Νεοπαγανιστές περί «γενίτσαρων» παρομοιάζοντας την κατάσταση με τους εξισλαμισμένους που γίνονταν Οθωμανοί αξιωματούχοι. Πάλι ανιστόρητο λάθος είναι κι αυτό. Οι άνθρωποι που αποκτούσαν τα αξιώματα του Βυζαντίου, στο Παλάτι και στην Εκκλησία, δεν άλλαζαν τίποτε (γλώσσα. θρησκεία. συνείδηση, έθιμα κ.ά.) από την (προ της εισόδου τους στο π.χ. Παλάτι) ταυτότητά τους, όπως άλλαζαν αυτοί που εξισλαμίζονταν (θρησκεία, έθιμα και εθνική ταύτιση). Παρέμεναν οι ίδιοι, όμοιοι με τους υπόλοιπους του «μη επίσημου Βυζαντίου». Ομοεθνείς τους. Γι’ αυτό και όση ελληνικότητα υπήρχε στους ελληνικούς πληθυσμούς της Αυτοκρατορίας, η ίδια υπήρχε και στο επίσημο Βυζάντιο.
Πάντως, αντίθετα από τους Νεοειδωλολάτρες, οι Ειδωλολάτρες ελληνικής ή άλλης καταγωγής του 3ου , 4ου και 5ου αιώνα ουδέποτε θεώρησαν το «Βυζάντιο» ως κάτι ξένο, ως ξένη εξουσία. «Πατρίδα» αποκαλεί τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ο Κέλσος. Κανένας Λιβάνιος, κανένας υπερ-Έλλην Ιουλιανός δεν έκανε λόγο για «υποδουλωμένο ελληνικό έθνος στους Ρωμαίους». Αυτά είχαν ξεχαστεί, 600 χρόνια μετά. Άρα οι Νεοπαγανιστές έχουν διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων από τους Εθνικούς ακόμη και σ’ αυτό το σημείο.
Όσο κι αν οι εθνικιστές αρχαιολάτρες και οι Νεοπαγανιστές το αρνούνται, σε όλη αυτήν την καθαρολαγνεία που τους διακρίνει βρίσκεται ο ρατσισμός, με την έννοια ότι υπάρχει κάτι το καθαρό, το οποίο με την πάροδο του χρόνου εκφυλίζεται και στο οποίο πρέπει να επιστρέψουμε για να σωθούμε.
Μία άλλη ιστορική πλάνη των Ν/Π είναι, πως ώς το 1453 υπήρχαν νωθροί Βυζαντινοί, ενώ μετά το 1453 που πέθανε το Βυζάντιο ξαναγεννήθηκαν ρωμαλέοι κι ακμαίοι Έλληνες κι Ελληνισμός. Η άποψη αυτή στοχεύει να «αποδείξει» ότι οι Βυζαντινοί δεν είχαν ελληνικότητα. Όμως, ο ιστορικός Α. Βακαλόπουλος γράφει (Η πορεία του Γένους, σ. 12) γράφει: «Η πιο αφελής ασφαλώς αντίληψη είναι ότι με την άλωση της Κωνσταντινούπολης λήγει ο μεσαιωνικός ελληνικός κόσμος και ότι από την επαύριο, δηλαδή από τις 30 Μαΐου 1453, αρχίζει ο νέος ελληνισμός». Ο Ν. Σβορώνος λέει «Δεν μπόρεσα να κάνω ποτέ μου το διαχωρισμό ανάμεσα στο Βυζάντιο και τον νέο ελληνισμό» (Κ.Θ. Δημαρά και Νίκου Σβορώνου, Η μέθοδος της ιστορίας, εκδ. Άγρα, σ. 104).
Συνεπώς οι κύριοι λόγοι που οι «Βυζαντινοί» ήταν Έλληνες είναι:
1) η κοινότητα γλώσσας, θρησκείας, τόπου και καταγωγής μεταξύ Νεοελλήνων και «Βυζαντινών»,
2) η κοινή συνείδηση τόσο των Αγωνιστών του 1821, όσο και των σημερινών Νεοελλήνων ότι οι «Βυζαντινοί» είναι οι «αείμνηστοι πρόγονοί τους»,
3) η απουσία διαχωριστικής γραμμής μεταξύ λαού και αρχόντων στο Βυζάντιο, δηλαδή το ελεύθερο να παίρνει οποιοσδήποτε άνθρωπος του λαού οποιαδήποτε κρατικά αξιώματα, πράγμα που καταρρίπτει την αστεία θεωρία πως μόνον οι άρχοντες ήταν Βυζαντινοί ενώ ο λαός ήταν υπόδουλος, Έλληνες, και διαφορετικής εθνικότητας από τους «Βυζαντινούς άρχοντες», και πως υπήρχε τάχα κλειστή κάστα κάποιων ξένων «Βυζαντινών».

67d ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

Κατά τον ιστορικό Aug. Heisenberg «Βυζαντινό είναι το εκχριστιανισθέν ρωμαϊκό κράτος του ελληνικού έθνους» (Staat und Gesselschaft des byz. Reiches, Die Kultur der Gegenwart, s. 364).
Ο ιστορικός D. Talbot Rice γράφει ότι «Το Βυζάντιο πρέπει πραγματικά να μελετηθεί σαν ένα κεφάλαιο της μακρόχρονης ιστορίας του ελληνικού πολιτισμού και του ελληνικού στοχασμού» (Byzantines, 26).
Ο διάσημος ιστορικός Arnold Toynbee μιλά για «βυζαντινούς Έλληνες» και για «βυζαντινό ελληνικό πολιτισμό», και καταλήγει: «Τον 5ο αιώνα η αυτοκρατορία συνέχισε να είναι κατ’ όνομα ρωμαϊκή, αλλά στην πραγματικότητα είχε καταστεί ελληνική και παρέμεινε ελληνική» (A. Τoynbee, Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους, εκδ. Καρδαμίτσα, σ.187).
Ο ιστορικός H.-G. Beck γράφει: «Η αυτοκρατορία έγινε «βυζαντινή» επειδή η κατακτημένη Ελλάδα είχε για μια ακόμη φορά νικήσει στο πνευματικό πεδίο και μπορούσε πια να θεωρήσει την κρατική εξουσία και την κρατική οργάνωση, που αρχικά της ήταν τόσο ξένες, ως ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούσε κανείς να σταδιοδρομήσει, και να διαπρέψει χωρίς να είναι πια ανάγκη να αφήνει τα κοινά στους Λατίνους» (Hans-Georg Beck, Η βυζαντινή Χιλιετία, εκδ. Μορφωτικού ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, σ. 38).
Ο πιο μεγάλος βυζαντινολόγος του 20ού αιώνα, ο Sir Steven Ranciman, απαντώντας στην άποψη ότι οι Βυζαντινοί δεν ήταν Έλληνες, είπε: «Δε νομίζω ότι οι σύγχρονοι έλληνες είναι περισσότερο έλληνες από τους βυζαντινούς».
Ο ιστορικός L. Bréhier γράφει «Το Βυζαντινό κράτος είναι η οργανική ανάπτυξις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αλλ’ έγινεν ελληνικόν και χριστιανικόν και ευρίσκομεν εις αυτό ηνωμένα τα τρία θεμελιώδη στοιχεία του ευρωπαϊκού πολιτισμού: τον Ελληνισμόν, το Ρωμαϊκόν Δίκαιον και τον Χριστιανισμόν» (Le dévelopement des études d’ historie Byzantine, Reveu d’ Auvergne, τ. 18, σ. 34).
Ο ιστορικός Diehl επίσης θεωρεί τους Βυζαντινούς Έλληνες.
Ο ιστορικός J.B. Bury γράφει: «Ο πολιτισμός του Βυζαντινού κράτους έχοντας βαθειές ρίζες στο παρελθόν, ήταν η τελευταία φάση του ελληνικού πολιτισμού» (History of the later roman empire from the death of Theodosius I to the death of Justinian).
Βέβαια, τι σημασία έχουν οι γνώμες τόσων ιστορικών, όταν οι Νεοπαγανιστές έχουν αντίθετη γνώμη; Καμμία απολύτως. Οι Νεοπαγανιστές τα ξέρουν όλα και καλύτερα.
Ακόμη κι ο Ρ. Αποστολίδης (που κι αυτόν τον καπηλεύονται οι Νεοπαγανιστές του ΥΣΕΕ) κάνει λόγο (στον πρόλογο της ιστορίας του Droysen) για «τη λεγόμενη Ανατολική μετά, τη Βυζαντινή μας Αυτοκρατορία τη μεστή ελληνισμού».
«Λαός κατακτημένος, μεταξύ άλλων λαών, αν και κατέχει προεξέχουσα θέση στην Ανατολή και ευνοείται από τους κατακτητές, γίνεται ο κυρίαρχος λαός ενός νέου πολιτικού σχηματισμού, με θέληση να συνεχίσει τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ο ελληνικός όμως χαρακτήρας της οποίας εδραιώνεται όλο και περισσότερο», γράφει ο Ν. Σβορώνος.

67e ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑΣ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ

Ο Ιωάννης Βατατζής, Ρωμηός αυτοκράτορας της Νίκαιας (στο διάστημα κατά το οποίο η Κωνσταντινούπολη ήταν υπόδουλη στους Φράγγους), γράφει στην απαντητική του επιστολή προς τον πάπα Γρηγόριο μεταξύ άλλων τα εξής: «Και ότι μεν από του ημετέρου γένους (= ελληνικού) η σοφία και το εκ ταύτης αγαθόν ήνθησε και εις άλλους διεδόθη, καλώς είρηται. (...) Οι γενάρχαι της βασιλείας μου, οι από του γένους των Δουκών και Κομνηνών, ίνα μη τους άλλους λέγω, τους από γενών ελληνικών άρξαντας επί πολλάς εκατοστύας ετών την αρχήν κατέσχον της Κωνσταντινουπόλεως, ούς και η της Ρώμης εκκλησία και οι ιεράρχαι προσηγόρευον Ρωμαίων αυτοκράτορας» (πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αθηναίος, τομ' Α', σ.469, υπό Ιωάν. Σακελλίωνα) (Αντ. Μηλιαράκη, Ιστορία του βασιλείου της Νίκαιας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου, 1898, ανετύπωσαν οι βιβλιοπώλαι Δ.Ν. Καραβιάς, Ε.Κ. Λάζος, Αθήναι 1994, σ. 276, 277). Με άλλα λόγια, ο Ρωμηός αυτός Αυτοκράτορας του 13ου αι. δεν θεωρεί ότι ο τίτλος «αυτοκράτορας Ρωμαίων» υποδηλώνει μη ελληνική καταγωγή.
Ο Θεόδωρος ο Β’ της Νίκαιας θεωρούσε τους υπηκόους του απογόνους των αρχαίων Ελλήνων, ονόμαζε την Μ. Ασία «Ελλάδα» και το κράτος του «Ελληνίδα επικράτειαν» κι έγραφε επιγραμματικά «Ελλήνων χριστωνυμούμενον κλέος ου σβέννυται» (Κ.Μ. Πλακογιαννάκη, Δημόσιος και ιδιωτικός βίος και πολιτισμός των Βυζαντινών, εκδ. οίκος Κυρομάνος, σ. 157). Το κράτος επίσης λέγεται «ελληνικόν».
Η Άννα Κομνηνή υπερηφανεύεται ότι δεν είναι άμοιρη του «ελληνίζειν». Ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος σε ομιλία του υπογραμμίζει τη «δόξα της Ελληνικής παραδόσεως».
Αλλά και οι λόγιοι έχουν πάντα γνώση του παρελθόντος μας. Ο Αγαθίας αναφέρει τον Όμηρο και τον Πλάτωνα. Ο Πισίδης προκειμένου να πληροφορήσει τους αναγνώστες των επών του για το μέγεθος της νίκης του Ηράκλειου κατά των Περσών, τη συγκρίνει με τα κατορθώματα Αρχαίων Ελλήνων, του Αλέξανδρου, του Φίλιππου, του Ξενοφώντα κ.ά. Ο Μιχαήλ Χωνιάτης θρηνεί για τη χαμένη δόξα της Αρχαίας Αθήνας.
Ο Νικήτας Χωνιάτης, σταματά την Ιστορία του με την άλωση της Πόλης από τους σταυροφόρους, θεωρεί τους Ρωμαίους Έλληνες και ως αιτία του τερματισμού της διήγησής του έχει: «Πῶς ἂν εἴην ἐγὼ τὸ βέλτιστον χρῆμα, τὴν ἱστορίαν, τὸ κάλλιστον εὕρημα τῶν Ἑλλήνων, βαρβαρικαῖς καθ’ Ἑλλήνων πράξεσι χαριζόμενος». Οι βαρβαρικές πράξεις κατά των Ελλήνων, που γράφει ο Χωνιάτης, δεν είναι άλλες από τις πράξεις των Σταυροφόρων κατά των Ρωμηών. Ρωμηός και Έλλην ταυτίζονται. Ο Μάρκος Ευγενικός λέει «κορυφὴ μὲν γὰρ τῆς καθ’ ἡμᾶς οἰκουμένης ἡ Ἑλλάς, ὀφθαλμὸς δὲ ἡ τοῦ Πέλοπος».

67f ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΡΩΜΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ;

«Βασικό αλλά και πολύ δύσκολο πρόβλημα παραμένει η διάκριση των ανατολικών στοιχείων του βυζαντινού πολιτισμού, γιατί ο Ελληνισμός, σε μεγαλύτερο ποσοστό, αλλά και ο Χριστιανισμός, ήδη κατά τις αρχές της βυζαντινής περιόδου, έφερναν μαζί τους μακρά παράδοση ανατολισμού, πράγμα που σημαίνει ότι ο λεγόμενος βυζαντινός ανατολισμός είναι, τις περισσότερες φορές, πολύ αρχαιότερος. Οπωσδήποτε, αποτελεί λάθος το να υπερτιμάται η σπουδαιότητα των ανατολικών ή άλλων στοιχείων στο βυζαντινό πολιτισμό», γράφει ο Τατάκης στο Η Βυζαντινή Φιλοσοφία (σ. 36), δείχνοντας με τα παραπάνω το προφανές: ότι ο Ελληνισμός ήταν ήδη προ αιώνων (από τον Αλέξανδρο) αναμεμιγμένος με την Ανατολή και έντονα επηρεασμένος από τον ανατολισμό, και δεν περίμενε το Βυζάντιο, για να «εξανατολιστεί» και να χάσει την «κλασσικότητά» του, όπως ισχυρίζονται οι καθαρολόγοι.
«Οι επιδράσεις της Ανατολής (επί του Βυζαντίου) εκδηλώθηκαν κυρίως σε εξωτερικά στοιχεία, σε θέματα ενδύσεως πρωτοκόλλου και αυλικής εθιμοτυπίας κι όχι στις πολιτικές ιδέες που ήταν όλες αποδεδειγμένα ελληνικής προέλευσης. Ακόμα και εκείνα τα στοιχεία της αυτοκρατορικής πρακτικής που φαίνονται εμπνευσμένα από την εγγύς Ανατολή, μεταδόθηκαν στο Βυζάντιο, όπως απέδειξε ο ιστορικός Alföldi μέσω της [προπορευόμενης χρονικά] ελληνορωμαϊκής παραδόσεως. Συνειδητά ή άμεσα δάνεια από την Ανατολή δεν υπήρξαν. Η καθιερωμένη «προσκύνησις» π.χ. του βυζαντινού αυτοκράτορος προερχόταν από την ελληνιστική βασιλεία μέσω του ρωμαϊκού αυτοκρατορικού θεσμού. Την ίδια εποχή, ακόμα και στην Ελλάδα δεν ήταν ασύνηθες να γονατίζουν οι πιστοί, και να προσκυνούν τους θεούς ή να προσπίπτουν ικέτες κ.ά. στα πόδια των ευεργετών τους και των ηγεμόνων τους, ως εκδήλωση υποταγής, ευγνωμοσύνης ή ικεσίας» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ', σ. 312-313).
«Τό άμεσο πρότυπο του μεσαιωνικού μονάρχη πρέπει χωρίς αμφιβολία να ναζητηθεί στην ελληνορρωμαϊκή παράδοση, όπως κυρίως εξελίχθηκε στην θεωρία και την πράξη από την εποχή του Πλάτωνα, των ελληνιστικών βασιλείων και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ', σ. 313).
«Ακόμα και οι ερευνητές που αρνούνται την ιδέα μιας απόλυτης συνέχειας στο Βυζάντιο, θα πρέπει να πιστοποιήσουν ότι στην Ανατολή υπήρχαν περισσότερα στοιχεία της αρχαιότητας απ’ ό,τι στη Δύση» (Sture Linnér, Ιστορία του Βυζαντινού Πολιτισμού, εκδ. Γκοβοστή, σ. 124).
«Είναι αδύνατον να προβληθή αντίρρηση για τη συνέχεια του βυζαντινού πολιτισμού. Μέσα στην αυτοκρατορία η παιδεία του ελληνιστικού κόσμου που αναπτύχθηκε στα βασίλεια τω διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου συνεχίζεται και επηρεάζει βαθιά τα επιτεύγματα του Βυζαντίου. Γιατί οι Βυζαντινοί είναι χριστιανοί Αλεξανδρινοί. Στην τέχνη ακολουθούν τα ελληνιστικά πρότυπα˙ κληρονομούν τη ρητορική παράδοση, την φιλομάθεια, το θαυμασμό για το μεγάλο αιώνα της κλασσικής Ελλάδος, χαρακτηριστικά που διέκριναν τους μελετητές της εποχής του βασιλείου των Πτολεμαίων. Εκείνοι που θα ζητούσαν να επιβάλλουν τη γνώμη ότι σε κάποια εποχή στην ιστορία του Βυζαντίου υπάρχει κάποιο ρήγμα στη συνέχεια, ότι κάτι το εντελώς νέο εμφανίστηκε, οφείλουν τουλάχιστο να παραδεχτούν ότι ο πολιτισμός της αυτοκρατορίας δεν εγνώρισε τέτοια διακοπή. Διατηρήθηκε επίμονα ώς το τέλος της αυτοκρατορίας» (H. Baynes-H.St.L.B. Moss, Βυζάντιο˙ εισαγωγή στον Βυζαντινό πολιτισμό, εκδ. Δημ. Ν. Παπαδήμας, σ. 23).
Έχουμε πει παραπάνω, ότι η απόρριψη του ονόματος Έλληνας ως δηλωτικού της εθνικής καταγωγής περισσότερο σχετίζεται με την ίδια την προέλευση της αυτοκρατορίας, η οποία δημιουργήθηκε από τους Ρωμαίους κι όχι από τους Ελλαδικούς Έλληνες, παρά με το Χριστιανισμό. Θεωρείται ότι ο Χριστιανισμός έπαιξε τον κυρίαρχο ρόλο στο συνειδησιακό διχασμό των Ελλήνων. Όμως, εκείνη την εποχή το δίλημμα ήταν συγκεκριμένο: αν ο Ελληνισμός προσχωρούσε στον Μιθραϊσμό και τη θεουργία, την οποία προωθούσαν οι Νεοπλατωνικοί κι ο Ιουλιανός, δε θα έμενε ούτε ίχνος ελληνικότητας μπροστά στον «περσισμό» και τον χαλδαϊσμό της νεοπλατωνικής-ιουλιανικής κοσμοθεωρίας (να υπενθυμίσουμε, πως κυρίαρχη τάση του Νεοπλατωνισμού ήταν η θεουργική του Σύριου Ιάμβλιχου κι όχι εκείνη του Πορφύριου). Ο Παγανισμός (ως το αντίθετο του Χριστιανισμού) εκείνης της εποχής ήταν ασιατικός, περσικός και βαβυλωνιακός. Ήταν απείρως αν-ελληνικότερος του Χριστιανισμού. Είναι απίθανο οι Πέρσες λόγιοι με τη θρησκεία τους να διέσωζαν τον ελληνισμό, τη στιγμή που η ελληνορωμαϊκή Αυτοκρατορία και η Περσία ήταν σε συνεχείς διαμάχες. Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε, ότι στον 4ο αι. δεν υπήρχε ως σκέψη, στο παγανιστικό στρατόπεδο, μόνο πρόγραμμα «εξελληνισμού». Υπήρχε και πρόγραμμα εκλατινισμού, ο οποίος παράλληλα με τον εκπερσισμό και τη θεουργία, θα απέφεραν το οριστικό πλήγμα στη συνέχεια του ελληνισμού. Στο επιτελείο, δηλαδή, του Ιουλιανού, υπήρχαν και ελληνιστές, αλλά υπήρχαν και αυτοί που επιθυμούσαν τον εκλατινισμό της Ανατολής. Ο Χριστιανισμός με τη χρήση της ελληνικής και τη γνώση της φιλοσοφίας απέτρεψε αυτήν την εξέλιξη. Απέναντι στους γίγαντες λάτρεις της ελληνικής γλώσσας και σκέψεις Γρηγόριο Νανζιανζηνό και Βασίλειο, τι Έλληνες είχε να επιδείξει η Ιουλιανική θρησκεία; Τον αγύρτη αστρολόγο Μάξιμο; Το ρήγμα, λοιπόν, οφείλεται απλώς στην ίδια τη ρωμαϊκή κατάκτηση του 2ο π.Χ. αι., για την οποία, στο κάτω-κάτω, φταίει ο παγανιστικός ελληνισμός˙ αλλά χάρη στο Χριστιανισμό, ο οποίος απέτρεψε τόσο τον εκλατινισμό – αφού οι περισσότεροι Πατέρες περιφρονούσαν τα λατινικά – όσο και τον περσισμό-χαλδαϊσμό (μιθραϊσμός-βαβυλωνιακή θεουργία), το μόνο «ρήγμα» ήταν η αλλαγή του εθνικού ονόματος. Κι αυτό, όμως, το καινούργιο όνομα, κατέληξε αποκλειστικά ελληνικό. Καλύτερα, λοιπόν, «Ρωμαίος» ελληνόφωνος, με ελληνική παιδεία, ελληνικό πολιτισμό κι έναν Χριστιανισμό εξηγημένο με ελληνικές κατηγορίες, εν τέλει Έλληνας δίχως ζυγό Ιταλών, παρά «Ρωμαίος», με λατινική γλώσσα Ιρανική θρησκεία και βαβυλωνιακή θεουργία.
Υπάρχει, βέβαια, και το επιχείρημα, ότι ναι μεν διάβαζαν τα αρχαία κείμενα οι ελληνόφωνοι Ορθόδοξοι, ναι μεν τα συντηρούσαν, τα αντέγραφαν, αλλά δεν τα έβλεπαν ως δικά τους˙ τα έβλεπαν ως «θύραθεν», ως κάτι ξένο, που το θεωρούν καλό και το συντηρούν και μόνο μετά τον 11ο αι. τα θεωρούν δικά τους. Αυτό το επιχείρημα δεν είναι σωστό. Ήδη ο Ιουστίνος τον 2ο αι. λέγοντας «όσα καλά είπε ο Πλάτωνας είναι δικά μας», απορρίπτει μια τέτοια θεώρηση. Ειδικότερα ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αντιτάχθηκε σφόδρα στον Ιουλιανό, αναφορικά με την μονοπώληση της ελληνικότητας από τον δεύτερο. «Δικό σου είναι το ελληνίζειν;», τον ρωτάει. Αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη μιας «ελληνορθόδοξης» συνείδησης ήδη από τον 4ο αι. Άλλο πράγμα, λέει ο Γρηγόριος, ο ελληνικός λόγος κι άλλο πράγμα η ειδωλολατρία. Κι εφόσον ο Γρηγόριος θεωρεί δικό του τον ελληνικό λόγο, δεν μπορεί να θεωρηθεί μη Έλληνας, απλώς επειδή είναι Χριστιανός. Η θέση ότι δεν είναι ανάγκη ούτε το όνομα Έλλην να υπάρχει ως εθνικό ούτε η ειδωλολατρία, δεν είναι ούτε προϊόν κάποιας γερμανικής αντικειμενικής-«ρομαντικής» αντίληψης περί έθνους ούτε προσπάθεια οικειοποίησης ξένου αγαθού ούτε πρωτοδιατυπωμένη από εμάς άποψη. Είναι θέση ιστορικά διατυπωμένη και πραγματωμένη από τον Γρηγόριο το Θεολόγο, τον Φώτιο, τον Παλαιολόγο, τις εθνοσυνελεύσεις της Επανάστασης του 1821. Δεν ήρθε κανένας «ελληνοχριστιανισμός» ως κρατική ιδεολογία του ελλαδικού κράτους να τα δημιουργήσει αυτά (το αντίθετο έγινε: τα διέστρεψε). Ας αφαιρέσουν την ελληνική γλώσσα και παιδεία από το Βυζάντιο όσοι λεν πως δεν ήταν ελληνικό. Μπορούν να φανταστούν πώς θα ήταν, τί θα ήταν; Μετά από όλα αυτά, είναι φανερό πως δεν πρόκειται για ένα ασιατικό κράτος. Ήταν ένα κράτος όπου η ρωμαϊκή κρατική κουλτούρα, ο χριστιανισμός, και η ελληνική παιδεία και πολιτισμός, ενώθηκαν για πρώτη φορά στην ευρωπαϊκή ιστορία.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Mon Oct 04, 2021 12:03 pm

67g Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΡΩΜΑΝΙΑΣ

Ήταν δεσποτικό το Βυζάντιο; Στην Ρωμαϊκή νομοθεσία υπήρχε ένας νόμος που καταγόταν από την εποχή της ρωμαϊκής δημοκρατίας, και έλεγε πως το κράτος είναι ιδιοκτησία του λαού, και ο λαός ήταν η πηγή της εξουσίας. Ο νόμος αυτός διατηρήθηκε για αρκετό καιρό, κι ακόμα και αφού καταργήθηκε, έμεινε η ανάμνησή του. Μπορεί ο αυτοκράτορας να ήταν η μόνη εξουσία, ωστόσο, αν δεν κυβερνούσε καλά, πολύ σύντομα εκθρονίζονταν από το δυσαρεστημένο λαό. Οι Ρωμηοί του μεσαίωνα δεν έβλεπαν τον αυτοκράτορα ως επίγειο θεό, αλλά ως άνθρωπο που για μια στιγμή έπαιρνε από το Θεό το βασιλικό αξίωμα, και γι' αυτό έπρεπε να τον σέβονται, όμως αν με οποιοδήποτε τρόπο ο αυτοκράτορας έκανε πράγματα που έδειχναν πως έχανε την εύνοια του Θεού, έπαυε να αξίζει του σεβασμού, και εκθρονίζονταν δια της βίας. Ενώ, όταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν παγανιστική ο αυτοκράτορας θεωρούνταν θεός, μόλις έγινε χριστιανική έπαψε αυτή η ασιατική αντίληψη (οι Ασιάτες, Αιγύπτιοι, Πέρσες, Κινέζοι, Ιάπωνες κ.ά. θεωρούσαν θεούς τους ηγεμόνες τους), και ο αυτοκράτορας ξαναθεωρήθηκε ως ένας απλός άνθρωπος που έτυχε της εύνοιας του Θεού.
Υποστηρίζεται πως η Ρωμανία ήταν Θεοκρατική. Άλλοι υποστηρίζουν πως υπήρξε και «καισαροπαπισμός». Η Ελένη Αρβελέρ απαντά σε αυτό: «Η σχεδόν γενική πεποίθηση, σ' ό,τι αφορά το Βυζάντιο ότι η Εκκλησία είναι υποταγμένη στο Κράτος, πράγμα που εκφράζεται με τον "καισαροπαπισμό" δε μου φαίνεται ικανή να περιγράψει μια πραγματικότητα που έχει περισσότερες αποχρώσεις και είναι πολύ πιο περίπλοκη στις σχέσεις ανάμεσα στην κοσμική και στην πνευματική εξουσία. (...) Ο αυτοκράτορας , ως χριστιανός, εξαρτάται από τον πατριάρχη. Ο πατριάρχης, ως πολίτης του Κράτους, εξαρτάται από τον αυτοκράτορα. Το γεγονός αυτό προϋποθέτει τον απόλυτο διαχωρισμό, τη σαφή διάκριση, ανάμεσα στην αυτοκρατορική εξουσία και το ιερατείο, πράγμα που συνέβη στο Βυζάντιο. Έτσι η πλατιά διαδομένη θεωρία, που παρουσιάζει το βυζαντινό αυτοκράτορα ως ιερέα, δεν αντέχει καθόλου όταν εξετάζουμε τις πηγές. (...) Το διάβημα του Θεοδόσιου Α' απέτυχε και το προνόμο του αυτοκράτορα να μένει στο εσωτερικό του ιερού καταργήθηκε ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη.(...) Ο διαχωρισμός της αυτοκρατορικής από την εκκλησιατική εξουσία είναι ένα γεγονός που καθιερώθηκε από το βυζαντινό νόμο. Η βυζαντινή ιστορία αναφέρει πολλές απόπειρες πατριαρχών ή αυτοκρατόρων να διαταράξουν την ισοροπία αυτή. Αλλά, ας το επαναλάβουμε για ακόμα μια φορά, πρόκεται για εξαιρετικές περιπτώσεις κι όχι για διαρκείς καταστάσεις.(..) Αλληλεγγύη και συνενοχή ακόμα είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις ανάμεσα στην εκκλησία και το κράτος στο Βυζάντιο, πολύ περισσότερο από ότι ο "καισαροπαπισμός" ή ο "παποκαισαρισμός"» (Ε. Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, εκδ. Ψυχογιός, σ. 149, 150, 151).
Στην Ρωμανία εκλέκτορες του αυτοκράτορα ήταν η σύγκλητος, ο στρατός κι ο λαός, κι όχι η Εκκλησία. Έπρεπε πρώτα να επευφημηθεί ο αυτοκράτωρ από τα τρία αυτά σώματα και ύστερα ακολουθούσε η στέψη. Ήταν απόλυτος μονάρχης, για όσο καιρό η διοίκησή του ήταν ικανοποιητική (Στήβεν Ράνσιμαν, Βυζαντινός πολιτισμός, εκδ. Γαλαξίας, σ. 71). Το αν όμως η διοίκησή του ήταν ικανοποιητική, κρίνονταν φυσικά όχι από τον μονάρχη, αλλά από τους εκλέκτορές του, δηλαδή δεν ήταν ανεξέλεγκτος. Αν αποδεικνυόταν ανίκανος, οποιοσδήποτε εκ των εκλεκτόρων είχε το δικαίωμα να ανακηρύξει άλλο αυτοκράτορα.
Ήταν το Βυζάντιο θεοκρατικό; Υπήρχαν κοσμικοί νόμοι και η ρωμαϊκη νομοθεσία, σε αντίθεση με π.χ. το Ισλάμ όπου ο κοσμικός και ο θρησκευτικός νόμος συμπίπτουν. Μπορεί ο αυτοκράτορας να επενέβαινε κάποτε στα εκκλησιαστικά όμως υπήρχαν όρια που ήταν σεβαστά (είτε με το καλό είτε με το ζόρι) και από την εκκλησία, και από την κοσμική εξουσία. Όταν π.χ. οι αυτοκράτορες προσπάθησαν να επιβάλουν την κατάργηση των εικόνων στις εκκλησίες, ή την ένωση των εκκλησιών, απέτυχαν. Όταν πάλι η εκκλησία προσπάθησε να απαγορεύσει τον τρίτο γάμο, απέτυχε, μια και στο Βυζάντιο το ζήτημα αυτό καθοριζόταν από την κοσμική κρατική νομοθεσία. Υπήρχε μια τάση συνεργασίας μεταξύ θρησκείας και κράτους, και όχι θεοκρατίας. Αντίθετα, στην αρχαία πόλη, όπου οι φιλόσοφοι διώκονταν ανηλεώς από τους μάντεις και τους ιεροφάντες, κι όπου η θρησκεία ήταν όργανο κρατικής πολιτικής, είχαμε εκτός από Ιερά Εξέταση, και Καισαροπαπισμό.

67h ΡΩΜΑΝΙΑ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΑΡΧΑΙΩΝ - ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Το Βυζάντιο σίγουρα δεν ήταν εποχή δίχως διανόηση. Το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης ήταν υπό την κρατική φροντίδα (σε αντίθεση με τα πανεπιστήμια της Δύσης που άρχισαν ως εκκλησιαστικά ιδρύματα), σε αυτό δεν διδάχθηκε ποτέ θεολογία, και ως την τελευταία στιγμή του Βυζαντίου ήταν ξακουστό, και πολλοί δυτικοευρωπαίοι πήγαιναν εκεί για να σπουδάσουν. «Γίνεται σήμερα γενικά αποδεκτό – κι αυτό χάρη στις εργασίες του Zacharias von Lingenthal – ότι η Σχολή του Δικαίου της Κωνσταντινούπολης, συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση της Σχολής Δικαίου της Bologna. Το καταστατικό αυτής της Σχολής παρουσιάζει χτυπητές ομοιότητες με το αντίστοιχο της Σχολής της Κωνσταντινούπολης· και το σημαντικότερο, οι Ιταλοί καθηγητές οικειοποιήθηκαν τη μέθοδο που χρησιμοποιούσαν οι καθηγητές της Κωνσταντινούπολης. Η επίδραση της Σχολής αυτής έγινε ακόμα περισσότερο αισθητή στις νομικές σπουδές και στη νομοθεσία της μεσημβρινής Ιταλίας και της Σικελίας» (Β.Ν. Τατάκη, Η Βυζαντινή Φιλοσοφία, εκδ. Εταιρίας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1977, σ. 177).
Γνωρίζουμε ότι στο Πανεπιστήμιο της Πόλης «εδιδάσκετο ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Επίκουρος και οι Στωικοί, ο Πορφύριος, ο Ιάμβλιχος, έπειτα ο Δημοσθένης, ο Ισοκράτης, ο Λυσίας, ο Πίνδαρος, ο Όμηρος, ο Αρχίλοχος, ο Επίχαρμος, ο Νίκανδρος, η Σαπφώ, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Αριστοφάνης και ο Μένανδρος» (Φαίδωνος Κουκουλέ, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, εκδ. Παπαζήση, τ. στ’, σ. 119). Βλέπουμε, ότι ενώ ο Ιουλιανός ήθελε να μην διδάσκεται ο Επίκουρος κι ο Αρχίλοχος, ενώ ο Πλάτων κι ο Πρόκλος ήθελαν να αφανίσουν τα έργα αντιπάλων φιλοσόφων, οι Ρωμηοί Έλληνες δίδασκαν και Επίκουρο και Πλάτωνα˙ και Αισχύλο και Αρχίλοχο˙ και Σαπφώ και Σοφοκλή. Δηλαδή, συνένωσαν ό,τι ώς τότε ήταν διεσπασμένο.
«Ἔκτισε δ’ ὁ Κωνσταντῖνος καθ’ ἃ λέγεται, ἐν τῇ πρωτευούσῃ αὑτοῦ [την Κωνσταντινούπολη] μακρὰν στοὰν, ἐν ᾗ συνεζήτουν φιλόσοφοι ἐκ Θηβῶν, Ἀθηνῶν καὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος μετὰ τῶν λογίων τῆς Κωνσταντινουπόλεως» (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, σ. 92).
Λέγεται, πως οι Βυζαντινοί δεν έδιναν σημασία στην αρχαία παιδεία και πως λίγοι ασχολούνταν με αυτήν˙ οι πιο πολλοί αδιαφορούσαν. Ενώ σήμερα, όλος ο κόσμος ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά τον Όμηρο και στις πλατείες και τα τηλεοπτικά «παράθυρα» συζητάνε για τον Επίκουρο! Οι σημερινοί δημόσιοι υπάλληλοι κι αξιωματούχοι γνωρίζουν την αρχαία γραμματεία όπως την γνώριζαν οι βυζαντινοί δημόσιοι υπάλληλοι – οι οποίοι σπούδαζαν στο Πανεπιστήμιο, για να προσληφθούν – και οι συγγενείς των νεοελλήνων πρωθυπουργών αναφέρουν στα λογοτεχνικά τους έργα 70 φορές τον Όμηρο, πληρώνοντας μεγάλα ποσά για τα έργα των αρχαίων. Είναι ανακριβές, ότι τάχα σε όλη την Κωνσταντινούπολη «άρα και στην Αυτοκρατορία όλη», μόνο 200-300 σπούδαζαν. Και σε άλλες πόλεις υπήρχαν προϋποθέσεις (ύπαρξη χειρογράφων, δάσκαλοι, πλούσιοι που ήθελαν να μορφωθούν ή να μορφώσουν τα παιδιά τους) για να υπάρξουν μορφωμένοι. Π.χ. ο Λέων Μαθηματικός σπούδασε στην Άνδρο˙ ο Βλεμμύδης στην Τρωάδα, στη Σμύρνη και τη Νίκαια. Άλλωστε, δεν ηταν μόνο 200-300 οι ανώτεροι υπάλληλοι. Όπως και να ‘χει: δεν είναι μικρό κατόρθωμα – όπως νομίζεται σήμερα – να αντιγράφεις και να μελετάς Αρχαίους τη στιγμή που έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης και άλλων ελληνικών πόλεων παρελαύνει, ανά τους αιώνες, ό,τι βαρβαρικότερο έχει να επιδείξει η ανθρωπότητα (Ούννοι, Γότθοι, Άβαροι, Βούλγαροι, Πέρσες, Σκύθες, Ρως, Σταυροφόροι).
Στην «εγκύκλιο παίδευση», δηλαδή την αμέσως μετά την κατώτερη εκπαίδευση βαθμίδα της εκπαίδευσης διδάσκονταν τα έπη του Ομήρου, ο Επίχαρμος, ο Αρχίλοχος, ο Νίκανδρος, ο Πίνδαρος, ο Ησίοδος, ο Ξενοφώντας, ο Ηρόδοτος, ο Θουκιδίδης, ο Πλούταρχος, ο Δημοσθένης, ο Λιβάνιος, ο Διόφαντος (άλγεβρα), ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (αστρονομία), ο Αιλιανός (ζωολογία), ο Θεόφραστος και ο Διοσκουρίδης (βοτανική), ο Ήρωνας και ο Αρχιμήδης (οπτική) κ.ά. όπως φυσική, μουσική-αρμονική, ακόμη και στοιχεία ιατρικής. «Εν τοις σχολείοις της εγκυκλίου παιδεύσεως εδιδάσκετο και η ιστορία, ήτις, κατά τον Θεολόγον Γρηγόριον, ήτο "πολλῶν νόος" (PG 37, 1510, 1580), κατά δε τον Μ. Βασίλειον γυμνάζει τον νουν εξ ολίγων αφορμών επιτρέπουσα να υπολογίζη τις τα λειπόμενα και καθ’ ήν "ἐκ παλαιᾶς συνηθείας" εδιδάσκοντο, πλην άλλων, αι νίκαι των προγόνων εν Μαραθώνι και Σαλαμίνι (Γρηγόριος Θεολόγος, PG, 37, 377)» (Κουκουλέ Φαίδωνος, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, εκδ. Παπαζήση, τ. Α’, σ. 117). Στην εγκύκλιο εκπαίδευση διδασκόταν «η λογική, (...) και εκ των φιλοσόφων πάλιν τα Αριστοτελικά συγγράμματα και τα του Πλάτωνος μετά των εξηγητών αυτών Πρόκλου, Ιαμβλίχου, Αλέξανδρου Αφροδισιέως, Αμμωνίου και Πορφυρίου, ίσως δε και η Στωϊκή και Νεοπλατωνική φιλοσοφία» (Κουκουλέ Φαίδωνος, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, εκδ. Παπαζήση, τ. Α’, σ. 124). Επίσης διδακόταν η γεωμετρία κατά τον Ευκλείδη καθώς και η «σφαιρική γεωμετρία». «Σημειωτέον δ’ ότι Άννα η Κομνηνή αναφέρει περί διδασκαλίας γεωμετρικών σχημάτων και θεωρημάτων προς τυφλόν δια της αφής απλώς γενομένην. Περί διδασκαλίας κωφαλάλων ομιλεί ο Θεσσαλονίκης Ευστάθιος» (Κουκουλέ Φαίδωνος, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, εκδ. Παπαζήση, τ. Α’, σ. 128). «Εν τοις σχολείοις της εγκυκλίου παιδεύσεως εδιδάσκοντο οία και εν τω Πανεπιστημίω μαθήματα, με μόνην την διαφοράν ότι εν τω ανωτάτω πανδιδακτηρίω η διδσκαλία ήτο ουχί συνοπτική και στοιχειώδης» (Κουκουλέ Φαίδωνος, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, εκδ. Παπαζήση, τ. Α’, σ. 135). Έχουμε ειδήσεις για κορίτσια που διδάσκονταν τα μαθήματα είτε κατ’ οίκον (Βίος και πολιτεία της οσίας Ευφροσύνης) είτε σε σχολείο θηλέων όπου αυτά στέλνονταν (ο Μιχαήλ Ψελλός κάνει λόγο για τις συμμαθήτριες της κόρης του) είτε ότι στέλνονταν σε μικτό σχολείο, στις κατώτερες τάξεις (π.χ. Στο Φλώριος και Πλάτζια Φλώρα λέγεται ότι τα δύο παιδιά προεύτηκαν στο σχολείο αντάμα).
Πάντως, «ο J.B. Bury αναμφίβολα είχε δίκαιο, όταν έλεγε ότι στην ανατολική αυτοκρατορία «κάθε αγόρι και κορίτσι, του οποίου οι γονείς του μπορούσαν να πληρώνουν, εκπαιδεύονταν, αντίθετα προς τη Δύση, όπου στους σκοτεινούς αιώνες η μελέτη των βιβλίων περιωρίζονταν μόνο στα μοναστήρια. (...) Αλλά ακόμη και παιδιά της μεσαίας τάξεως, όπως ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης [9ος αι.] ή ο Ψελλός, μπορούσαν να μορφωθούν καλά. (...) Μπορεί, πράγματι, να συναχθή το συμπέρασμα ότι αγόρια όλων των τάξεων μπορούσαν , και συχνά το έκαναν, να σπουδάζουν από τη νηπιακή τους ηλικία μέχρι της ηλικίας των είκοσι έως τριάντα ετών. Οι γονείς του Αγίου Ιωάννη Καλυβίτου ήλπιζαν ότι «η επιστήμη και τα γράμματα» θα του έδιναν τη δυνατότητα να καταλάβη καλή θέση, και σ’ όλους τους κύκλους της συναλλαγής και του εμπορίου πιθανώς επικρατούσε η ίδια γνώμη και η ίδια πρακτική» (Georgina Buckler στο H. Baynes-H.St.L.B. Moss, Βυζάντιο˙ εισαγωγή στον Βυζαντινό πολιτισμό, εκδ. Δημ. Ν. Παπαδήμας, σ. 289, 299).

67i Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΡΩΜΑΝΙΑΣ

Να τι είπε για τη βυζαντινή τέχνη ο Runciman σε συνέντευξή του στον σταθμό Φλας: «Δημοσιογράφος: -Κάποιοι υποστηρίζουν ότι το Βυζάντιο δεν είχε τέχνη. Runciman:-Τότε αυτοί δεν πρέπει να ξέρουν τίποτε από τέχνη. Η βυζαντινή τέχνη ήταν από τις μεγαλύτερες σχολές τέχνης παγκοσμίως. Κανένας αρχαίος Ελληνας δε θα μπορούσε να χτίσει την Αγία Σοφία, αυτό απαιτούσε πολύ βαθιά τεχνική γνώση. Δημοσιογράφος:-Κάποιοι, ξέρετε, υποστηρίζουν, ότι η βυζαντινή τέχνη είναι στατική. Runciman:-Δεν ήταν καθόλου στατική, αλλά ήταν μια σχολή τέχνης από τις σημαντικότερες στον κόσμο, που όσο περνά ο καιρός εκτιμάται όλο και περισσότερο, κι όσοι έλληνες διανοούμενοι σάς λένε ότι το Βυζάντιο δε δημιούργησε τίποτε, είναι τυφλοί».
Οι Ρωμηοί Έλληνες αρχιτέκτονες πρόγονοί μας είναι εφευρέτες του ρυθμού της βασιλικής με τρούλο. Είναι εφευρέτες του «Θεοδοσιανού κιονόκρανου», που είναι σύνθεση ιωνικού και κορινθιακού. Οι Νεοπαγανιστές έχουν φτάσει στο σημείο να ισχυρίζονται ότι «οι Βυζαντινοί ουτε μαρμάρινες κολώνες δεν ήταν σε θέση να κατασκευάσουν». Είναι πραγματικά γελοιότητα ένας τέτοιος ισχυρισμός, τη στιγμή που ο Ιουστινιανός έχτισε μια υπόγεια δεξαμενή με χίλιους όμοιους κίονες. Όμως όλες οι περιγραφές των κτιρίων του Μεγάλου Παλατιού (Χρυσοτρίκλινος, Μαγναύρα, Νέον κ.ά), κάνουν λόγο για πολλές κολώνες, μεγάλες αίθουσες, πανύψηλους θόλους. Κι αν ορισμένες κολώνες κάποιων αρχαίων ναών χρησιμοποιήθηκαν τους πρώτους αιώνες σε μεγάλες εκκλησίες, δεν θα υπήρχε τον 9ο και τον 10ο αι. υλικό για τόσα πολλά κτίρια που συνεχώς κτίζονταν στη μεγαλύτερη και λαμπρότερη πόλη του κόσμου της εποχής εκείνης. Πάντως, αναφορικά με ορισμένες κολώνες της Αγίας Σοφίας που πάρθηκαν απ’ τον ναό της Άρτεμης στην Έφεσο, πρέπει να πούμε ότι ο ναός αυτός είχε καταστραφεί τρεις αιώνες νωρίτερα και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα καταστροφής του προκειμένου να χτιστεί η Αγία Σοφία.
Η άγνοια των αρχαιόπληκτων για την Ρωμαίικη μουσική είναι τεράστια. Ο αρχαιολάτρης Σταύρος Βασδέκης έγραψε στο Δαυλό (τ. 197) πως η βυζαντινή μουσική ήταν «άρρυθμος» και ζήτησε από τον επιστήμονα Κοσμά Σκαβάτζο, με τον οποίο συζητούσαν για τη βυζαντινή μουσική, να του δώσει βιβλιογραφία. Στο τ. 200-201 ο Στ. Βασδέκης έλαβε μια διεθνή κι ελληνική βιβλιογραφία μισής σελίδας κατεβατό, η οποία μιλούσε περί ρυθμών της βυζαντινής μουσικής, οπότε στο τ. 203 του ίδιου περιοδικού δεν ξαναϊσχυρίστηκε πως η βυζαντινή μουσική είναι δίχως ρυθμούς, μόνο ρώτησε αν η παράδοση ξεβοτανίζεται. Ποια παράδοση εννοούσε, δεν το διευκρίνησε. Ωστόσο, είναι άλλο πράγμα η κηπουρική κι άλλο πράγμα η βυζαντινολογία. Αρκούμαστε στο εξής τμήμα της απάντησης του κ. Σκαβάτζου προς τον Στ. Βασδέκη και την άποψη του δεύτερου ότι η βυζαντινή μουσική είναι άρρυθμος: «Είσθε ο πρώτος που το λέγει παγκοσμίως και, το χειρότερον, που δεν το στηρίζει πουθενά».
Και τι δεν έχουν πει κατά της εκκλησιαστικής μας μουσικής. Απίστευτα πράγματα. Την κατηγόρησαν ως «τουρκική», έχοντας πλήρη άγνοια τού ότι η εκκλησιαστική μουσική συνεχίζει τους αρχαιοελληνικούς «τρόπους» και την μουσική θεωρία. Την κατηγόρησαν ως «άρρυθμο». Έχοντας εκτοξεύσει τέτοιες κατηγορίες, θα πρέπει να περιμένουμε πως η επόμενη κατηγορία των αρχαιολατρών εναντίον της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής είναι ότι αυτή είναι «άηχος». Μπορεί και «ανύπαρκτος».
Ο μεγάλος Έλληνας ζωγράφος Γ. Τσαρούχης έχει πει: «Δυο μεγάλα ψέμματα έχουν ειπωθεί σχετικά με τη βυζαντινή ζωγραφική. Πρώτον ότι έμεινε αναλλοίωτη επί αιώνες και δεύτερον ότι εμίσησε τη ζωή και την ηδονή, προσπαθώντας να αποδώσει την ανυπαρξία» (Γ. Τσαρούχη, «Αγαθόν το εξομολογείσθαι»).
«Πάνω σ’ αυτούς τους ρυθμούς χτίζεται το ρεμπέτικο τραγούδι, του οποίου παρατηρώντας τη μελωδική γραμμή διακρίνομε καθαρά την επίδραση ή καλύτερα την προέχταση του βυζαντινού μέλους. Όχι μόνο εξετάζοντας τις κλίμακες που από το ένστιχτο των λαϊκών μουσικών διατηρούνται αναλλοίωτες, μα ακόμη παρατηρώντας τις πτώσεις, τα διαστήματα και τον τρόπο εκτέλεσης. Όλα φανερώνουν την πηγή, που δεν είναι άλλη από την αυστηρή και απέρριτη εκκλησιαστική υμνωδία» (Μάνου Χατζιδάκι, «Ο καθρέφτης και το μαχαίρι»).
Στο λόγο του, όταν πήρε το Νόμπελ λογοτεχνίας στα 1979, ο Ελύτης ανέφερε πως ακολούθησε τη μέθοδο του Ρωμανού του Μελωδού, που δημιουργεί σε καθεμιά από τις ωδές ή τα κοντάκιά του μια νέα μορφή.
«Η βυζαντινή ιστοριογραφία βρίσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο και ξεπερνάει κατά πολύ τη δυτική ιστοριογραφία της εποχής. Χαρακτηρίζεται επίσης από μια αξιοθαύμαστη συνέχεια. (..) Είναι ολοφάνερο, πως οι μεγάλοι πρωτοπόροι της ιστοριογραφίας, ο Ηρόδοτος και ο Θουκιδίδης αποτέλεσαν τα πρότυπά του [του Προκόπου]» (Sture Linnér, Ιστορία του Βυζαντινού Πολιτισμού, εκδ. Γκοβοστή, σ. 79-81).
«Η βυζαντινή αυτοκρατορία παρέμεινε το θεμέλιο του πολιτισμού δια μέσου των δυσχερέστερων χρόνων του βαρβαρισμού στη δυτική Ευρώπη», γράφει (A History of Science, Cambridge 1946, p. 47) ο άγγλος ιστορικός W. Dampier.
Ακόμη κι ο Marx, που έζησε σε μια εποχή, κατά την οποία οι βυζαντινές σπουδές δεν είχαν αναπτυχθεί πολύ, παραδέχεται ότι «Στην εποχή των παλαιών Ελλήνων αυτοκρατόρων ο δυτικός πολιτισμός αναμίχθηκε εδώ [=στην Κωνσταντινούπολη] με τον ανατολικό σε τέτοια έκταση, ενώ στην εποχή των Τούρκων η ανατολική βαρβαρότητα αναμίχθηκε με το δυτικό πολιτισμό τόσο έντονα, ώστε αυτό το κέντρο μιας θεοκρατικής αυτοκρατορίας έγινε πραγματικός φραγμός ενάντια στην ευρωπαϊκή πρόοδο» (Άρθρο του K. Marx, New York Daily Tribune 12/8/1853 – Λονδίνο 29/7/1853).
Οι Ελληνοπαγανιστές φτάνουν στο σημείο να εκμηδενίζουν την πολιτισμική προσφορά του Βυζαντίου. Τη θεωρούν ανύπαρκτη επειδή (όση διεσώθη) είναι κυρίως θρησκευτικής υφής. Δεν την θεωρούν καν "πολιτισμό"! «Όλα όσα μάς λέτε για την πολιτισμική κληρονομιά του Βυζαντίου», λένε, «αφορούν την Αγιογραφία και την βιογραφία αγίων, άρα δεν συνιστούν συνολικά πολιτιστικό εποικοδόμημα». Αλήθεια, δεν είναι θρησκευτική τέχνη ο Παρθενώνας; Τα αγάλματα των «θεών»; Οι θρησκευτικοί αρχαιοελληνικοί ύμνοι των διάφορων ποιητών; Άν είναι όλα αυτά «πολιτισμός», τότε γιατί να μην είναι οι εκκλησίες και οι ύμνοι του Βυζαντίου; Όποτε τούς συμφέρει η τέχνη της θρησκείας (τους) συνιστά πολιτισμό, ενώ η τέχνη της ορθόδοξης θρησκείας δεν συνιστά πολιτισμό;
«Η ελληνική κουλτούρα που γνωρίζουμε είναι η ελληνική κουλτούρα που δε σταμάτησε ποτέ να κεντρίζει το ενδιαφέρον της ανώτερης τάξης της Κωνσταντινούπολης σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν στο κλασικό τους παρελθόν με τέτοια φυσικότητα ώστε το μεσαιωνικό Βυζάντιο ποτέ δε γνώρισε μια Αναγέννηση. Οι Βυζαντινοί ποτέ δε θεώρησαν ότι το κλασσικό τους παρελθόν είχε πεθάνει, γι’ αυτό και σπάνια επιχείρησαν συνειδητά να το αναστήσουν. Το συντηρούσαν κάθε τόσο με μια ανακάθαρση, κάπως σα τα δημόσια μνημεία που όντας διαρκώς παρόντα ανακαινίζονται κατά καιρούς σε εξάρσεις ζήλου» (Π. Μπράουν, Ο κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας, 150-750 μ.Χ., εκδ. Αλεξάνδρεια).
«Η Κωνσταντίνου πόλις καταλήγει ν’ αποκαλείται Δεύτεραι Ἀθῆναι από τον Ιω. Χορτασμένο (Ιω. Χορτασμένου, Επιστ. 44, (εκδ. H. Hunger, Wien 1969, σ. 200): τὰς δευτέρας Ἀθήνας), δάσκαλο του Μάρκου Ευγενικού, του Βησσαρίωνα, του Γεννάδιου Σχολάριου, Χρυσαῖ Ἀθῆναι από τον ιστορικό της Αλώσεως Δούκα (Δούκας, XXXVIII 8: 339,13: τὰς χρυςᾶς ὄντως Ἀθήνας τὰς κοσμούσας τὸν κόσμον)» (Α. Βασιλακοπούλου, «Η ελληνική παιδεία στο Βυζάντιο», Φαινόμενα Νεοειδωλολατρίας, εκδ. Θεοδρομία, σ. 280).
Η Κωνσταντινούπολη, δηλαδή, είναι παγκοσμίως η μόνη πόλη σε όλη την ιστορία, που απεκλήθη Νέα Ρώμη, και Νέα Ιερουσαλήμ, και Νέαι (Δεύτεραι) Αθήναι. Καμμία άλλη πόλη δεν απεκλήθη ποτέ έτσι. Πράγμα απολύτως φυσιολογικό. Διότι, η Ρωμανία είναι το πρώτο ευρωπαϊκό κράτος, όπως εννοούμε την Ευρώπη: Ελληνική, Χριστιανική, Ρωμαϊκή. Πρώτη φορά οι τρεις αυτές ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό συγκεντρώθηκαν σε ένα κράτος. «Στη συμβολική της Κωνσταντινουπόλεως περικλείεται ό,τι υψηλότερο συνέθεσαν οι τρεις μεγάλοι πολιτισμικοί κύκλοι, των Αθηνών, της Ιερουσαλήμ και της Ρώμης» (Κ. Χατζηαντωνίου, Εθνικισμός και Ελληνικότητα, εκδ. Πελασγός, σ. 57).
Ο νεοπαγανιστής Τρύφων Κωστόπουλος-«Ολύμπιος» ισχυρίζεται, στο βιβλίο του Έλλην ή ποίμνιο, ότι από τον εκχριστιανισμό του και μετά ο Ελληνισμός παρήγαγε μόνο συναξάρια. Η πραγματικότητα βοά για το αντίθετο. Δεν είναι ακριβώς συναξάρια τα εξαιρετικά κοσμικά επιγράμματα και ποιήματα του Γρηγόριου Νανζιανζηνού ούτε του Συνέσιου ούτε του Χριστόδωρου Κοπτίτη ούτε του Αγαθία ούτε του Παύλου Σιλεντιάριου ούτε του Μακεδόνιου Υπάτιου ούτε του Λέοντα Φιλοσόφου ούτε του Ιωάννη Γεωμέτρη ούτε του Χριστόφορου Μυτιληναίου ούτε του Ιωάννη Μαυρόποδα ούτε του Μιχαήλ Γλυκά ούτε οι Χιλιάδες, του Ιωάννη Τζέτζη, ούτε ο Θρήνος των Αθηνών, του Μιχαήλ Χωνιάτη, ούτε τα ποιήματα του Χούμνου ούτε του Κεφαλά ούτε του Κωνσταντίνου Ρόδιου, ούτε το Εις τον έρωταν, του Μάρκου Άγγελου, ούτε τα ποιήματα του Μανουήλ Φιλή ούτε τα δεκάδες επιγράμματα προς τους αρματοδρόμους του Ιπποδρόμου ούτε η Γαδάρου, λύκου και αλουπούς διήγησις ωραία ούτε τα Πτωχοπροδρομικά, του Προδρόμου, ούτε η Διήγησης του υπερτίμου κρασοπατέρος Πέτρου του Ζυφομούστου ούτε η Ακολουθία του ανοσίου σπανού του τραγογένη ούτε η Διήγησις παιδιόφραστος περί τετραπόδων ούτε ο Πουλολόγος ούτε ο Πωρικολόγος ούτε ο Οψαρολόγος ούτε Η ομιλία του νεκρού βασιλιά. Δεν είναι ακριβώς συναξάρια τα ερωτικά ποιήματα Αχιλληΐς, Καλλίμαχος και Χρυσορρόη, Βέλθανδρος και Χρυσάντζα, Φλώριος και Πλάτζια-Φλώρα, Ιμπέριος και Μαργαρώνα. Δεν είναι συναξάρια τα μυθιστορήματα Τα κατ’ Αρίστανδρον κα Καλλιθέαν, του Μανασσή, ούτε το Τα κατά Ροδάνθην και Δοσικλέα, του Θεόδωρου Προδρόμου, ούτε το Τα κατ’ Ισμήνην και Υσθμηνίαν, του Ευστάθιου Μακρεμβολίτη, ούτε ο Τιμαρίων ούτε ο Πόλεμος της Τρωάδας ούτε η Διήγησις του Αλεξάνδρου ούτε η Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου ούτε ο Φυσιολόγος ούτε Τα κατά Στεφανίτην και Ιχνηλάτην ούτε η Βίβλος, του Συντίπα, ούτε ο Λόγος παρηγορητικός περί Δυστυχίας και Ευτυχίας ούτε το Εις την Εξαήμερον, του Γεώργιου Πισίδη. Δεν είναι συναξάρια οι ανθολογίες, όπως η Μυριόβιβλος, ποιητικές συλλογές, όπως η Παλατινή ανθολογία, λεξικά, όπως η Σούδα. Δεν είναι συναξάρια οι ιστοριογραφίες του Προκόπιου, του Κεδρηνού, του Ζωναρά, του Αγαθία, του Ψελλού, της Άννας Κομνηνής, του Ν. Χωνιάτη, του Νικηφόρου Γρηγορά, του Μ. Δούκα, του Μαλάλα, του Μιχαήλ Ατταλειάτη, του Γεώργιου Ακροπολίτη, του Ιωάννη Νικίου, ούτε οι Ιστορίαι, του Πέτρου Πατρίκιου, του Θεοφάνη και του Συνεχιστή του Θεοφάνους, του Νικηφόρου Κάλλιστου, του Κίνναμου, του Ιωάννη Καντακουζηνού, το Ιστορία βυζαντιακή και το Τα κατ’ Αττίλαν, του Πρίσκου, του Κεδρηνού, του Ιωάννη Σκυλίτζη, του Φραντζή. Δεν είναι συναξάρια τα επικά ποιήματα Αβαρικός πόλεμος, Ηρακλειάδα, του Γεώργιου Πισίδη, το Διήγησις ωραιοτάτη του θαυμαστού εκείνου του λεγομένου Βελισσαρίου ούτε το επικό Άσμα του Αρμούρη ούτε το επικό Ο Υιός του Ανδρονίκου ούτε Το τραγούδι του Θεοφυλάκτου ούτε το Τραγούδι του Πορφύρη ούτε ο Διγενής Ακρίτας. Δεν είναι συναξάρια η εξάτομη Λογιστική, του Βαρλαάμ, ούτε τα Αρμονικά, του Βρυενού, ούτε η Στοιχείωσις Αστρονομική, του Θεόδωρου Μετοχίτη, ούτε τα Περί κατασκευής κοίλων κατόπτρων και το Περί παραδόξων μηχανημάτων, του Ανθέμιου, ούτε το Περί της μαθηματικής τέχνης, του Στέφανου Αλεξανδρέα, ούτε το Περί αριθμών, του Μ. Ψελλού, ούτε το Σχόλιον στα ψηφία κατ’ Ινδούς, του Νεόφυτου Μοναχού, ούτε η περίφημη Τετράβιβλος, 500 σελίδων, του Παχυμέρη, ούτε τα Σχόλια εις τον Πτολεμαίων και τον Ευκλείδην, το Περί ευρέσεως των τετραγωνικών πλευρών των μη ρητών τετραγώνων αριθμών, το Μέθοδος κατασκευής αστρολαβικού οργάνου, του μοναχού Ισαάκ Αργυρού, ούτε η Παράδοσις σύντομος και σαφεστάτη της ψηφοφορικής επιστήμης, του Νικόλαου Αρτάβασδου, η οποία ασχολείται με τα κλάσματα και τους δεκαδικούς αριθμούς, ούτε η Παράδοσις εις την εύρεσιν των τετραγώνων αριθμών, του Μιχαήλ Μοσχόπουλου, ούτε τα Υπόμνημα εις την μεγάλην του Πτολεμαίου σύνταξιν και το Περί κατασκευής σφαίρας του Αράτου, του Αυτοκράτορα Ηράκλειου, ούτε το Υπόμνημα εις την αριθμητικήν εισαγωγήν και το Περί μετρήσεως, του Ήρωνα Βυζαντινού, ούτε το Μαθημάτων αστρονομίας, του Θ. Προδρόμου, ούτε το Σφαιρικά τινα και εποπτικά, του Μανουήλ Βρυένιου, ούτε το μαθηματικό-γεωδαιτικό Σύνοψις περί μετρήσεως και μερισμού γης, του Πεδιάσιμου. Δεν είναι συναξάρια τα αστρονομικά έργα Περί μεγάλου ενιαυτού και Περί της κινήσεως του χρόνου, ούτε η Διδασκαλία Παντοδαπή, του Ψελλού, που περιέχει θέματα αστρονομίας, μετεωρολογίας, βοτανικής, φυσικής, ούτε το Περί της αστρολάβου χρήσεως, του Ιωάννη Καματερού, ούτε το Περί της ηλίου εκλείψεως, του Μανουήλ Ολόβολου, ούτε τα Διορθωθέν Πασχάλιον, Περί της εν επιπέδω καταγραφής του αστρολάβου, του Γρηγορά, οι Πίνακες αστρονομικοί, του Χιονιάδη, ούτε η μνημειώδης Αστρονομική Τρίβιβλος, του Μελιτηνιώτη. Δεν είναι συναξάρια το Περί γεωδαισίας, του Ήρωνα του Βυζαντίνου, η Σύνοψις φυσικής, το Σύνταγμα κατά στοιχείον περί τροφών δυνάμεων, το Περί Φουκάς (=ζύθου), του Συμεών Σηθ, ούτε η Επιτομή φυσικής, το Περί ουρανού και γης, ηλίου, σελήνης, χρόνου και ημερών, το Ιστορία περί της Γης εν συνόψει (στο οποίο πραγματεύεται το μέγεθος και η στρογγυλότητα της Γης) του Βλεμμύδη, ούτε τα Περί φυσικής κοινωνίας, Κοσμική δήλωσις, του Αυτοκράτορα Θεόδωρου Β’ Λάσκαρη, ούτε το Επιλύσεις φυσικών ζητημάτων, του Μ. Ψελλού, ούτε το Δια τα των μηχανικών έργα, του Θ. Μετοχίτη, ούτε η Περιήγησις, του Λιβαδηνού. Δεν είναι συναξάρια ούτε η ζωολογική πραγματεία Περί τετραπόδων θηρίων των Ινδιών, του Τιμόθεου Γαζαίου, ούτε η Περί ζώων επιτομή, του Αριστοφάνη του Βυζάντιου, ούτε τα Περί της των ιεράκων ανατροφής και θεραπείας, Κυνοσόφιον και Ορνεοσόφιον, του πτηνολόγου και ιατρού Δημήτριου Πεπαγωμένου, ούτε τα Περί ζώων ιδιότητος και Περί φυτών, του Μανουήλ Φιλή, ούτε τα Ό,τι η φύσις βουλεύεται και Εγκώμιον κυνός, του Θεόδωρου Γαζή. Δεν είναι συναξάρια τα νομικά συγγράμματα του Ξιφιλνού, του Ατταλειάτου, του Αρμενόπουλου, οι νομοθεσίες των Ισαύρων και των Μακεδόνων Αυτοκρατόρων, τα Βασιλικά, το Επαρχιακόν βιβλίον, οι Πανδέκται, οι Νόμοι στρατιωτικοί, το Περί πολιτικής καταστάσεως, του Πέτρου Πατρίκου, η Εκλογή, τα Τακτικά και οι Νεαραί του Λέοντος ΣΤ’, το Περί Βασιλείας, του Συνέσιου, το Έκθεσις της βασιλείου τάξεως, το Περί θεμάτων, το Προς ιδίον υιόν Ρωμανόν, του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου. Δεν είναι συναξάρια το Στρατηγικόν, του Κεκαυμένου, ούτε το Στρατηγικόν, του Μαυρίκιου, ούτε τα Πολιορκητικά, του Ήρωνα Βυζαντίου. Δεν είναι συναξάρι το γεωγραφικό έργο του Γεώργιου του Κύπριου. Δεν είναι συναξάρια το Περί της ανθρώπου κατασκευής του ιατρού Θεόφιλου, η δωδεκάτομη Παθολογία του εκ Τράλλεων Αλεξάνδρου (ο Αλέξανδρος είναι ο πρώτος που χορήγησε σίδηρο ως εσωτερικό φάρμακο), η Ιατρική εγκυκλοπαίδεια του Θεόφιλου Νόννου, το Περί ανατομικής του ανθρώπου του μοναχού Μελέτιου, το Υπόμνημα του Παύλου Αιγινήτη, η Σύνοψις ιατρική του Λέοντα Μαθηματικού, το Δυναμικό του Νικόλαου Μυρεψού, το οποίο περιλαμβάνει 2656 φαρμακευτικές συνταγές κι ώς τον 15ο αι αποτελούσε το επίσημο φαρμακολογικό σύγγραμμα της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου του Παρισίου, η Ιατρική μέθοδος, η Θεραπευτική μέθοδος και το Περί ούρων του Ιωάννη Ακτουάριου, τα Ιατρικά εκκαίδεκα, του Αέτιου, 16 τόμων, εκ των οποίων ο 7ος αφορά την οφθαλμολογία (φάρμακα και επεμβάσεις), η Σύνοψη της Ιατρικής των Νικήτα και Λέοντα, που αναφέρεται σε χειρουργικά θέματα και εργαλεία. Δεν είναι συναξάρι τα Γεωπονικά, 26 τόμων, του Βάσσου Κασσιανού, όπου για πρώτη φορά στην ιστορία περιγράφεται η χρήση χημικού λιπάσματος. Δεν είναι συναξάρι τα σχόλια του Ευστάθιου Θεσσαλονίκης στον Όμηρο. Αλλά αυτά τα ελάχιστα ας είναι αρκετά. Πρέπει να σημειώσουμε ότι οι Ρωμηοί πρόγονοί μας, επειδή έτρεφαν τόσο μεγάλο σεβασμό προς την αττική διάλεκτο και τα αρχαία κείμενα προτιμούσαν, εκτός απ’ την αντιγραφή αρχαίων συγγραφέων, να συγγράφουν σε αττική διάλεκτο. Επίσης οι Ρωμηοί αντιγραφείς προτιμούσαν να αντιγράφουν αρχαία συγγράμματα παρά τα συγγράμματα των συγχρόνων τους Βυζαντινών. Αν συνυπολογίσουμε στην αιτία αυτή και τις ποικίλλες καταστροφές της Ρωμανίας, εξηγείται εύκολα η σχετικά μικρή λογοτεχνική παραγωγή που διασώθηκε ώς τις μέρες μας. Αμφιβάλλουμε, πάντως, αν ο μέγας βυζαντιογνώστης Τρύφων Ολύμπιος έχει διαβάσει όλα τα παραπάνω ρωμέηκα συγγράμματα, ώστε να κρίνει ότι δεν αξίζουν.

67j ΚΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

«Τα κύρια χαρακτηριστικά του βυζαντινού πνευματικού βίου είναι η ολοκληρωτική υποταγή στο χριστιανισμό και η προσήλωση στην ελληνομάθεια» Ε. Αρβελέρ (Βυζάντιο, Ε.Λ.Ι.Α. "Ιστ. Ελλ. Γλώσσ", σ. 126-135).
Jacques Le Goff, διευθυντής σπουδών στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales - πρώην πρόεδρός της: «Στην προοπτική της ενωμένης Ευρώπης, η δυτική ιστοριογραφία και η δυτική κοινή γνώμη οφείλουν
1) να αναγνωρίσουν στην Ελλάδα το βυζαντινό παρελθόν της,
2) να επανεντάξουν το Βυζάντιο στην γενική ιστορία, στο Μεσαίωνα ως σύνολο και στη μακρά διάρκειά του. Τέλος
3) οφείλουμε να παραχωρήσουμε στο Βυζάντιο τη δική του θέση. Βυζάντιο, πρωτότυπος κρίκος δημιουργίας και εκπολιτισμού, του ελληνισμού και της ευρωπαϊκής ιστορίας» (Βυζάντιο και Ευρώπη, Συμπόσιο, Παρίσι, Maison de l' Europe, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σ. 104, 105).
«Στο 16ο Διεθνές Βυζαντινολογικό Συνέδριο της Βιένης, ο ίδιος ο πρόεδρος της Αυστριακής Δημοκρατία, Rudolf Kirschläger κατά την επίσημη έναρξη των εργασιών του συνεδρίου, συνεχάρη τον καθηγητή Hunger, πρόεδρο της Αυστριακής Ακαδημίας των Επιστημών, της Διεθνούς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, της Οργανωτικής Επιτροπής του Συνεδρίου και ιδρυτή και οργανωτή της Βυζαντινολογικής Σχολής της Βιέννης, διότι, όπως είπε, απέδειξε ότι ο όρος «βυζαντινισμός» δεν έχει καμμία σχέση με την βυζαντινή πραγματικότητα, αλλά προήλθε από ελλιπή κατανόηση του Βυζαντίου εκ μέρους των ιστοριογράφων της Αναγέννησης. Επανειλημμένα τονίστηκε από τον καθηγητή Hunger ότι δεν πρέπει να γίνεται πλέον διάκριση μεταξύ Byzantinistik και Neogräzistik, μεταξύ δηλαδή βυζαντινολογίας και νεοελληνικής φιλολογίας, διότι Βυζάντιο και Νέος Ελληνισμός αποτελούν ενότητα» (Θ. Ν. Ζήση, Επόμενοι τοις θείοις πατράσι. Αρχές και κριτήρια της Πατερικής Θεολογίας, εκδ. Βρυέννιος, σ. 87, 88).
Έναντι όλων αυτών των μεγάλων ανθρώπων του πνεύματος που υπερασπίστηκαν την ελληνικότητα και την πνευματική προσφορά του Βυζαντίου, τί έχουν να αντιτάξουν οι Νεοειδωλολάτρες και «αρχαιολάτρες», παρά ένα λυσσασμένο, χυδαίο μίσος, και τα «ακλόνητα» επιχειρήματα των πνευματικών πρωτεργατών του νεοελληνικού νεοπαγανισμού. Όσο μεγαλύτερη η αμάθεια των Νεοειδωλολατρών, τόσο περισσότερες και χυδαιότερες ύβρεις ξεστομίζουν κατά του Βυζαντίου.
Δυστυχώς, ενώ οι Δυτικοευρωπαίοι αρχίζουν και αναγνωρίζουν τον πολιτισμό της Ρωμανίας ως τον κατεξοχήν ευρωπαϊκό και ελληνικό, οι αρχαιολάτρες κάθε είδους, έχοντας ένα καταστροφικό dt 2,5 αιώνων καθυστέρησης στην αποδοχή όποιουδήποτε πράγματος προκρίνει ως «πολιτισμένο» η μητέρα-πατρίδα τους, η Δύση, επιμένουν (όπως οι Δυτικοί του 18ου αι.) να θεωρούν μη ευρωπαϊκό το Βυζάντιο. Γι’ αυτούς στην ιστορία της Ευρώπης ανήκει ο Αυγουστίνος κι ο Ακινάτης, αλλά όχι ο Χρυσόστομος και ο Μέγας Βασίλειος˙ το άσμα του Ρολάνδου αλλά όχι ο Διγενής Ακρίτας˙ ο Καρλομάγνος, αλλά όχι ο Ηράκλειος και ο Λέων Γ’˙ ο Τζιότο, αλλά όχι ο Πανσέληνος˙ οι γρηγοριανοί ύμνοι, αλλά όχι η βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική˙ το Άβε Μαρία αλλά όχι ο Ακάθιστος Ύμνος και το Χριστός Ανέστη˙ το Βατικανό και ο Λούθηρος, αλλά όχι η Αγία Σοφία και οι Πατέρες της Ανατολικής Εκκλησίας˙ οι ιππότες και οι φεουδάρχες αλλά όχι οι Ακρίτες και οι Καπετάνοι. Τι να κάνουμε˙ μια ζωή φτάνουν δεύτεροι και λαχανιασμένοι αυτοί οι ιθαγενείς Διαφωτιστές «Ευρωπαϊστές». Παραδόξως, μόνο όταν θέλουν να ξανααποδείξουν την άγνοιά τους, ισχυρίζονται ότι Ορθόδοξη και Παπική Εκκλησία είναι το ίδιο και το αυτό.

67k ΗΤΑΝ ΒΑΡΒΑΡΟ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ;

Κατηγορείται το Βυζάντιο ως βάρβαρο και απολίτιστο, επειδή είχε ορισμένες, ομολογουμένως, απάνθρωπες ποινές, όπως την τύφλωση. Όμως ποινή της τύφλωσης δεν επιβαλλόταν στον καθένα κοινό εγκληματία, αλλά μόνο στους σφετεριστές του θρόνου και τους επαναστάτες κατά της αυτοκρατορίας. Στο σημείο αυτό μάλλον ταιριάζει ο αφορισμός του Νίτσε «όποιος πολεμά με τέρατα γίνεται τέρας κι ο ίδιος». Η Ρωμανία επί 11 αιώνες αντιμετώπιζε βαρβαρικούς λαούς, απολίτιστους, χωρίς ίχνος καλλιέργειας: Γότθους, Άβαρους, Ούννους, Ρως, Νορμανδούς, Σλάβους, Βούλγαρους, Φράγκους, Άραβες, Πέρσες. Χωρίς να το θέλουν, οι Ρωμηοί εστερνίστηκαν εν μέρει την αγριότητα των αντιπάλων τους. Οι Πέρσες, ο πιο πολιτισμένος λαός που αντιμετώπισε το Βυζάντιο, όταν ο βασιλιάς τους είχε στείλει έναν απεσταλμένο του (επί Ηρακλείου) στην Κωνσταντινούπολη και αυτός επέστρεψε στην Περσία άπρακτος, με εντολή του πέρση βασιλιά έγδαραν ζωντανό τον άτυχο απεσταλμένο και έκαναν το δέρμα του άσκαυλο (γκάιντα), επειδή ο πέρσης βασιλιάς πίστεψε ότι ο απεσταλμένος θα κατάφερνε να κατακτήσει την Αυτοκρατορία. Αντιμετωπίζοντας η Ρωμανία τέτοιου επιπέδου λαούς, είναι αξιοθαύμαστη η αντοχή της και η μη μετατροπή της σε βάρβαρο έθνος. Υπήρξαν κάποιες μικρές παρενέργειες, όπως η τύφλωση για τους αποστάτες, αλλά σε καμμιά περίπτωση δεν μπορούμε να την αποκαλέσουμε κράτος βαρβάρων.
Κάθονται, λοιπόν, πολλοί, και αναφέρουν τις όντως απεχθείς μεθόδους βασανισμού στο Βυζάντιο. Γιατί δημιουργούν ψευδείς εντυπώσεις όμως; Αφού είναι πασίγνωστο πως στην «αρχαιολατρική», ουμανιστική Δ. Ευρώπη τα βασανιστήρια ήταν σε χρήση ώς και τον 18ο αι., και στην αρχαιότητα επίσης, ενώ στην Δύση άνθρωποι καιγόντουσαν ως μάγισσες μέχρι και τα μέσα του 18ου αι. Δηλαδή κατηγορούν τη Ρωμανία για κάτι που ήταν «φυσιολογικό» ώς 250 χρόνια πριν. (Για να μη μιλήσουμε για τα αρχαιοελληνικά βασανιστήρια.)
Αναφέρει π.χ. ο Σιμόπουλος τους ακρωτηριασμούς στο Βυζάντιο, αλλά στο τέλος λέει «πανάρχαια πρακτική. Η ποινή δεν ήταν πρωτόγνωρη» (Κ. Σιμόπουλου, Βασανιστήρια και εξουσία, Αθήνα 1987, σ. 221, 229). Μετά αναφέρει για τις εκτυφλώσεις στο Βυζάντιο, αλλά «δεν πρωτοεμφανίστηκαν στο Βυζάντιο» (Κ. Σιμόπουλου, Βασανιστήρια και εξουσία, Αθήνα 1987, σ. 231)! Αναφέρει θανατώσεις στην πυρά (ένας αιρετικός στα χίλια εκατό τόσα χρόνια), αλλά στο τέλος εξηγεί «πανάρχαια η μέθοδος βασανισμού στην πυρά» (Κ. Σιμόπουλου, Βασανιστήρια και εξουσία, Αθήνα 1987, σ. 250). Κι εμείς παραλίγο να πειστούμε ότι το κακό Βυζάντιο όλα τα κακά αυτό τα εφηύρε. Έτσι, αυτή είναι η σωστή μέθοδος: αφού πρώτα κατηγορήσουμε το Βυζάντιο για ένα σωρό πράγματα που γινόταν πολύ πριν το Βυζάντιο και πολύ μετά από αυτό, ύστερα προσθέτουμε, ως υποσημείωση ότι «δεν πρωτοάρχισαν στο Βυζάντιο αυτά». Και, φυσικά, οι περισσότεροι δεν προσέχουν τις «ασήμαντες λεπτομέρειες». Και μετά ο μύθος διαδίδεται από τους γνωστούς βυζαντινοφάγους. Έτσι συκοφαντείται η Ρωμανία.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Mon Oct 04, 2021 12:04 pm

67l ΗΤΑΝ Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ ΕΠΟΧΗ ΑΝΟΜΙΑΣ ΔΙΧΩΣ ΚΑΜΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΦΡΟΣΥΝΗ;

Κατηγορούν τη Βυζαντινή εποχή ως εποχή ανομίας, επαναστάσεων, όπου δίχως καμμία συνείδηση νομιμότητας οι αυτοκράτορες εκθρονίζονταν και θανατώνονταν από τις συνεχείς επαναστάσεις. «Με αυτή τη νοοτροπία», λένε, «δεν ήταν δυνατόν να καλλιεργηθεί το πνεύμα υποταγής στο νόμο που χαρακτηρίζει την Δυτική Ευρώπη». Κι έτσι φέρνουν ως παράδειγμα προς αποφυγή τις δολοπλοκίες και δολοφονίες των αυτοκρατόρων. Μετρώντας τους Παγανιστές αυτοκράτορες, από τον Αύγουστο ώς και τον Διοκλητιανό (285-305) βρίσκουμε 49 συνολικά πρόσωπα που βασίλεψαν (ο πίνακας είναι από την εγκυκλοπαίδεια Παπυρος λάρους μπριτάννικα, λήμμα Ρώμη). Από αυτούς δολοφονήθηκαν (από το στρατό ή από επίδοξους σφετεριστές του θρόνου ή από συνωμοσίες ή από τη φρουρά, τους πραιτωριανούς) οι εξής (σε παρένθεση τα έτη βασιλείας): 1) Καλιγούλας (37-41), από συνωμοσία, 2) Κλαύδιος (41-54), δηλητηριάστηκε από συνωμοσία, 3) Γάλβας (68-69), από το στρατό, 4) Βιτέλλιος (69) από το στρατό, 5) Δομιτιανός (81-96), από αξιωματικούς του, 6) Κομμοδος (176-192), στραγγαλίστηκε στο λουτρό, 7) Ελβιος Περτίναξ (193), από τη φρουρά, 8) Δίδος Ιουλιανός (193), από τη Σύγκλητο, 9) Γέτας (208-212), από τον Καρακάλλα, 10) Καρακάλλας (198-217), από τη φρουρά, 11) Μαρίνος (217-218), 12) Ηλιογάβαλος (218-222), από πραιτωριανούς, 13) Αλέξανδρος Σεβήρος (222-235), από στρατό, 14) Μαξιμίνος (235-238), από το στρατό, 15) Βαλβίνος (238), από τη φρουρά, 16) Μάξιμος Πουπιηνός (238), από τη φρουρά, 17) Γορδιανός Γ' (238-244), από στρατό, 18) Φίλιππος ο Άραβας (244-249), από τον επόμενο αυτοκράτορα, τον Δέκιο, 19) Αιμιλιανός (253), από το στρατό, 20) Γάλλος (251-253), από τον Αιμιλιανό, 21) Γαλληινός (253-268), από τη φρουρά, 22) Κοϊντίλλος (269-270), από το στρατό, 23) Αυρηλιανός (269/270-275), από αξιωματικούς, 24) Τάκικος (275-276), από το στρατό, 25) Φλωριανός (276), 26) Πρόβος (276-282), λυντσαρίστηκε από το στρατό, 27) Κάρος (282-283), από συνωμοσία, 28) Καρίνος (283-285), από τον Διοκλητιανό. Αν προσθέσουμε και τους 29) Νέρωνα (54-68) και 30) Όθωνα (69), οι οποίοι αυτοκτόνησαν, επειδή είχαν χάσει κάθε έρεισμα στο στρατό και στη Σύγκλητο, φοβούμενοι μην τους σφάξουν, τότε έχουμε 28 (ή 30) δολοφονημένους σε σύνολο 49 αυτοκρατόρων. Δηλαδή το 57,1 (ή το 61,2) τοις εκατό των Παγανιστών Ρωμαίων βρήκε φρικτό θάνατο από δολοπλοκίες και συνωμοσίες. Αντίθετα, 30 από τους 88 αυτοκράτορες (στους 88 συμπεριλαμβάνονται ο Ιουλιανός ο Παραβάτης και άλλοι 2-3 αιρετικοί αρειανοί), δηλαδή 34% μόνο έχασαν το θρόνο βίαια, εν καιρώ ειρήνης (Βασιλίσκος, Λεόντιος, Μαυρίκιος, Φωκάς, Κωνσταντίνος Γ’, Ηρακλείωνας, Κώνστας, Ιουστινιανός Β’, Φιλιππικός, Αρτάβαζος, Λέων Δ’, Κωνσταντίνος ΣΤ’, Ειρήνη, Λέων Ε’, Μιχαήλ Γ’, Αλέξανδρος, Ρωμανός Β’, Κωνσταντίνος Ζ’, Νικηφόρος Φωκάς, Ιωάννης Τσιμισκής, Ρωμανός Γ’, Μιχαήλ Ε’, Ρωμανός Δ’, Αλέξιος Β’, Ανδρόνικος Β’, Ισαάκ Β’, Αλέξιος Δ’, Αλέξιος Ε’, Ιωάννης Δ’, Ανδρόνικος Δ’). Τρομερή πολιτειακή «σταθερότητα» είχαν αυτοί οι ειδωλολάτρες Ρωμαίοι, αλλά οι γνωστοί-άγνωστοι αντιχριστιανοί κατήγοροι του Βυζαντίου φαίνεται πως θεωρούν το 34% μεγαλύτερο ποσοστό από το 57% (Το έχουμε πει, «τα μαθηματικά απαγορεύονταν στο Βυζάντιο»). Να τονίσουμε ότι στην Παγανιστική Ρώμη ουδεμία λαϊκή εξέγερση δεν υπήρξε, αντίθετα όλες ήταν συνωμοσίες του στρατού. Δηλαδή μιλάμε για το αποκορύφωμα της βαρβαρότητας. Όποιος άξεστος αξιωματούχος είχε τους στρατιώτες με το μέρος του, για μια έστω στιγμή, έκανε συνωμοσία ή επανάσταση, έσφαζε τον αυτοκράτορα και βασίλευε αυτός, ώσπου να τον σφάξει ο επόμενος. Έχουμε άλλωστε – όπως βλέπουμε από τη λίστα (251-285) – περιπτώσεις όπου ΔΕΚΑ ΣΥΝΕΧΟΜΕΝΟΙ Παγανιστές αυτοκράτορες δολοφονήθηκαν ! Και άλλη περίπτωση, με ΟΚΤΩ συνεχόμενους δολοφονημένους αυτοκράτορες!
Μιλάμε για ρεκόρ που ούτε μπορούσαν να τα φανταστούν αυτοί «οι αιμοσταγείς Βυζαντινοί». Αντίθετα, στο Βυζάντιο, υπήρχαν πάμπολες λαϊκές εξεγέρσεις, όχι μόνο από το στρατό. Απόδειξη ότι δεν έκανε ο στρατός ό,τι ήθελε, αλλά υπήρχε και ένα είδος εκδήλωσης της λαϊκής δυσφορίας και επιδοκιμασίας της δολοφονίας/εκθρόνισης. Συνεπώς, οι επί τοις εκατό λιγότερες δολοφονίες επί Βυζαντίου, είναι συνδεδεμένες και με τη λαϊκή βούληση, αντίθετα με την ανθρωποφάγα παγανιστική Ρώμη, την οποία εξυμνούν ως τάχα περισσότερο πολιτισμένη στον τρόπο διαδοχής των αυτοκρατόρων, όπου οι απλήρωτοι και φιλόδοξοι πραιτωριανοί και στρατιώτες ανεβοκατέβαζαν βασιλείς, γράφοντας στα παλιά τους τα παπούτσια κάθε είδους νομιμότητα ή έκφραση της λαϊκής βούλησης (Ο λαός της ειδωλολατρικής Ρώμης απουσιάζει στα ζητήματα επιλογής ή καθαίρεσης ηγεμόνα).
Αλλά όσον αφορά τις δολοπλοκίες αυτές καθεαυτές, ξεχνάν οι.. ουμανιστές μας, οι οποίοι κρίνουν παλαιότερες εποχές με σημερινά δεδομένα και κριτήρια, ότι η εποχή ήταν δύσκολη, γίνονταν συνεχώς μετακινήσεις και εισβολές βαρβάρων, δεν είχε αποκατασταθεί μια σχετική ηρεμία στην Ευρώπη, και κατά συνέπεια, αν έπρεπε οι Ρωμηοί να δίνουν την βασιλεία σε κάποιον ανίκανο ή ανόητο, που το μόνο προσόν που είχε ήταν ότι ο μπαμπάκας του ήταν αυτοκράτορας ή πάλι, αν έπρεπε να ανέχονται μέχρι τέλους τη βασιλεία ενός αποδεδειγμένα ανίκανου, η Αυτοκρατορία θα είχε χαθεί από τους πρώτους αιώνες. Γι’ αυτό κράτησε έντεκα αιώνες η Ρωμανία, επειδή η αυτοκρατορική εξουσία δεν ήταν «κτήμα» μιας δυναστείας, αλλά του καλύτερου. Και η πραγματικότητα έδειξε πως το ρωμαίικο σύστημα ήταν καλύτερο στην πράξη, από τα σύγχρονά του.

67m ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΡΩΜΑΝΙΑΣ

Για να καταγράψει κανείς τα απίστευτα ψέμματα που έχουν ειπωθεί κατά της Ρωμανίας χρειάζονται εκατοντάδες τόμοι.
-Έχουν πει ότι την εποχή της Άλωσης οι Βυζαντινοί φιλονικούσαν για το φύλο των αγγέλων. Απίστευτη ανακρίβεια που πρωτοειπώθηκε από τον Σκαρίμπα, που βέβαια ήταν λογοτέχνης κι όχι ιστορικός ο άνθρωπος˙ αλλά επαναλαμβάνεται ειρωνικά από τον καθένα, χωρίς φυσικά καμμιά απόδειξη.
Αποδίδουν οι «Έλληνες Εθνικοί» τέσσερεις ειδεχθείς «πρωτιές» βαρβαρότητας στο Βυζάντιο (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, σ. 46):
-«πρώτη στην ιστορία θανάτωση αλλοθρήσκων στην πυρά (το 370, επί Βάλεντος, έκαψαν ζωντανό τον φιλόσοφο Σιμωνίδη)». Δεν έχουν ακούσει οι «Έλληνες Εθνικοί» για κάποιον Ρωμαίο εθνικό Τάκιτο, που αφού βρίσει τους Χριστιανούς (Annales, XV, 44), προσθέτει ότι οι Χριστιανοί καίγονταν ως.. φωτιστικές λαμπάδες στους ανακτορικούς κήπους του Νέρωνα;
-«τα πρώτα στην ιστορία στρατόπεδα συγκεντρώσεως (στη Σκυθόπολη, επί Βάλεντος, Θεοδοσίου και Αρκαδίου)». Το γνωστό ψέμμα. Πώς να μετονομάσετε τις «δίκες» σε «στρατόπεδο συγκέντρωσης».
-«πρώτη δημόσια καύση βιβλίων (το έτος 370, επί Βάλεντος, στην Αντιόχεια).» Η πρώτη δημόσια καύση βιβλίων έγινε 800 χρόνια πριν, στην Αθήνα του 5ου αιώνα. Τότε, όπως έχουμε γράψει, κάηκαν τα βιβλία του Έλληνα φιλοσόφου Πρωταγόρα από τα πολυθεϊστικά φιλοσοφοφάγα κτήνη, των οποίων την θρησκευτική παράδοση θέλουν να αναβιώσουν οι Νεοπαγανιστές. Επί βασιλείας Δομιτιανού «τα βιβλία του Σενεκίωνα και του Ρούστικου [σημ: στωικών φιλόσοφων] διατάχτηκε να καούν στην αγορά. Φαινόταν, ότι με τις φλόγες αυτές αφανιζόταν η φωνή του λαού, η ελευθερία της Συγκλήτου, η συνείδηση της ανθρωπότητας˙ ειδικά αφού οι διδάσκαλοι της φιλοσοφίας εξορίστηκαν» (Τάκιτου, Αγρικόλας, 2). Άλλες δημόσιες καύσεις βιβλίων μετά από αυτό του Πρωταγόρα, επί Αυγούστου και επί Διοκλητιανού, που άρπαζε και έκαιγε τις Γραφές.
-«πρώτο στην ιστορία μάθημα ανατομίας πάνω σε ζωντανό κρατούμενο ως ποινή (όπως διασώζει ο Θεοφάνης επί Βασιλείου Β’)». Η χρονογραφία του Θεοφάνη καλύπτει τα έτη από Διοκλητιανό (284) ώς Μιχαήλ Β’ (813), ενώ η λεγόμενη «Συνέχεια του Θεοφάνη» καλύπτει τα έτη από 813 ώς 961 (Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, λήμμα Θεοφάνης). Η βασιλεία του Βασίλειου Β’ Δεν υπάρχει στο Θεοφάνη. Αντιγράφοντας άκριτα και δίχως έρευνα ό,τι διαβάσουν οι «Έλληνες Εθνικοί» απλώς επαναλαμβάνουν τις ανακρίβειες άλλων, πράγμα που τους αδικεί κατάφορα. Όσο για το πρώτο μάθημα ανατομίας πάνω σε ζωντανό κρατούμενο, αυτό έγινε μια χιλιετία νωρίτερα: ο Celsus βεβαιώνει ότι οι Πτολεμαίοι ευχαρίστως παραχωρούσαν στους ιατρούς τούς κοινούς εγκληματίες, για να επιχειρούν τομές στο ζωντανό τους σώμα (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ε’, σ. 341).
Φυσικά, ούτε η «Ιερά Εξέταση» δεν πρωτοεμφανίστηκε στη Ρωμανία. Αυτή έγινε πράξη και θεωρητικοποιήθηκε τον 5ο π.Χ. και τον 4ο π.Χ. αιώνα αντίστοιχα, με τις δίκες αθεΐας των φιλοσόφων και τις ιδανικές Πολιτείες του Πλάτωνα.
Όσοι νεοέλληνες κατακρίνουν το Βυζάντιο ως παρακμιακό, απλώς παπαγαλίζουν άκριτα την προκατάληψη του Γίββωνα, του Βολταίρου και του Μοντεσκιέ, οι οποίοι άλλωστε στην εποχή τους δεν είχαν αρκετά βυζαντινά κείμενα στη διάθεσή τους, ώστε να μελετήσουν αντικειμενικά την Αυτοκρατορία, διότι δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί η βυζαντινολογία επαρκώς. Λίγο τον ένοιαζε τον άγγλο Γίββωνα, αν σώθηκε το ελληνικό γένος από τις βαρβαρικές επιδρομές του μεσαίωνα, χάρη στην Αυτοκρατορία, η οποία απέτρεψε τον εκγερμανισμό ή τον εξαραβισμό του ελλαδικού χώρου. Κι άλλο τόσο τον έμελλε τον Μοντεσκιέ. Δεκάρα δεν έδινε ο ουμανιστής Βολταίρος που έβριζε το Βυζάντιο και επαινούσε την «ανεκτική Οθωμανική αυτοκρατορία», αν στον καιρό του εξακολουθούσε να μιλιέται η ελληνική γλώσσα στα Βαλκάνια. Αυτό όμως έγινε χάρη στην Ρωμαίικη Αυτοκρατορία. Όλοι αυτοί, δεκάρα δεν έδιναν για τους πραγματικούς Έλληνες, τους παππούδες μας˙ τους ενδιέφερε μόνο η κλασσική εποχή. Δεν μπορεί, άνθρωποι ουσιαστικώς ημιμαθείς, διότι δεν είχαν μελετήσει ακόμη όλες τις ρωμαίικες πηγές τον 17ο αιώνα, άνθρωποι που αντικειμενικά δεν έδιναν δεκάρα για την ύπαρξη του νεοελληνικού έθνους, άνθρωποι που προέρχονταν από έθνη τα οποία επί δέκα αιώνες δέχονταν την παπική προπαγάνδα περί «αιρετικών σιχαμερών Γραικών», αυτοί οι άνθρωποι να αποτελούν για τους Νεοέλληνες «ουμανιστές» μας την πηγή των αντιλήψεών τους για την ένδοξη Ρωμανία.
Ένα τρομερό ενοχοποιητικό στοιχείο – σύμφωνα με τους αρχαιολάτρες – κατά του «Βυζαντίου» είναι πως ό,τι απέμεινε από αυτό έχει να κάνει κατά κύριο λόγο με τη θρησκεία. Έτσι, πολλοί νομίζουν πως το Βυζάντιο ήταν θεοκρατικό και παπαδοκρατούμενο επειδή το μόνο πράγμα σήμερα φαίνεται να έχει καταγωγή Βυζαντινή είναι η Εκκλησία. Αυτό όμως είναι λάθος. Η αλήθεια είναι ότι το μόνο πράγμα που επιβίωσε από το «επίσημο» Βυζάντιο ήταν η Εκκλησία˙ όλα τα άλλα καταστράφηκαν από τους Τούρκους. Όταν χάθηκε το κράτος, καταστράφηκαν τα παλάτια, καταστράφηκαν τα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια˙ καταστράφηκε όλη η διοικητική δομή του Βυζαντίου και το ανθρώπινο δυναμικό της είτε εξοντώθηκε είτε εξισλαμίστηκε και εκτουρκίστηκε. Μόνο η Εκκλησία κατόρθωσε να διατηρήσει τη συνέχεια (ίσως και οι θεσμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά αυτοί δεν είναι το «επίσημο» Βυζάντιο της Κωνσταντινούπολης), και τα μόνα «βυζαντινά» πράγματα που βλέπουμε σήμερα είναι οι εκκλησίες και τα άμφια και οι εικόνες. Αυτό κάνει τους ανθρώπους – φίλους και εχθρούς – λανθασμένα να ταυτίζουν το Βυζάντιο με την Εκκλησία. Το Βυζάντιο όμως ήταν ένα κοσμικό κράτος με ρωμαϊκή πολιτική παράδοση 500 ετών και ελληνική πολιτιστική παράδοση 1500 ετών, όταν δέχθηκε το Χριστιανισμό. Ήταν ατυχία για το Βυζάντιο ήταν πως ό,τι απέμεινε από αυτό ήταν θρησκευτικό. Δεν απέμεινε κανένα παλάτι, αν και το Ιερόν Παλάτιο ήταν τεράστιο και γεμάτο πλούτο. Δεν απέμεινε κανένα δημόσιο κτίριο μια και όλα γκρεμίστηκαν ή έπεσαν από μόνα τους, αφού με την Άλωση δεν υπήρχε κανείς να τα συντηρήσει. Δεν απέμεινε κανένα βυζαντινό σπίτι στην Κωνσταντινούπολη, ώστε να ξέρουμε ακριβώς πώς ήταν η αστική αρχιτεκτονική. Έμειναν μόνο οι εκκλησίες που φυσικά δίνουν πολλές πληροφορίες. Γενικά, χάθηκε το επίσημο, δημόσιο, κοσμικό Βυζάντιο, λόγω της τουρκικής κατάκτησης, και επειδή έμεινε μόνο η Εκκλησία, πολλοί δέχονται ως αληθείς τους γελοίους ισχυρισμούς ότι ο κόσμος τότε δε διασκέδαζε, δεν τραγουδούσε και μόνο προσευχόταν και συνωμοτούσε. Αφού κατηγορούνε τους βυζαντινούς πως δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να προσεύχονται και να συνωμοτούν, γιατί δε ενδιαφέρονται για τη γνώμη των Ρωμηών λογίων της Ρωμανίας του ενδέκατου αιώνα, που κατηγορούσαν το λαό ότι «τὸν βίον ἅπαντα ἑορτή ἄγουσι μίαν»;
Πόσοι γνωρίζουν πως «Το βυζάντιο είχε το Βοκκάκιό του με τη μορφή του Συντίπα (V. Jernstedt, Michaelis Andreopoli liber Syntipae, Πετρούπολη 1912), μιας ανθολογίας από ερωτικές ιστορίες που μερικές φορές είναι πολύ πιπεράτες και δεν υστερούν καθόλου σε τολμηρότητα από το Δεκαήμερο, το αντίθετο μάλιστα, γιατί οι γαργαλιστικές σκηνές περιγράφονται αμεσότερα και χωρίς υπονοούμενα» (Hans-Georg Beck, Η βυζαντινή Χιλιετία, εκδ. Μορφωτικού ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, σ. 198); «Είναι συνηθισμένο να θεωρούμε τον «Βυζαντινό» έναν άνθρωπο φανατικά προσηλωμένο σε δογματικές λεπτολογίες και σχολαστικότητες. Μια στατιστική για το εύρος της ενασχόλησης με τη θεολογία δείχνει πως, με χονδρικούς υπολογισμούς, η αναλογία των συγγραφέων που ασχολήθηκαν με τη θεολογία στο σύνολο των βυζαντινών λογίων δεν πρέπει να ξεπερνάει τα 2/5 περίπου» (Hans-Georg Beck, Η βυζαντινή Χιλιετία, εκδ. Μορφωτικού ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, σ. 237). Ο μέσος Βυζαντινός ήταν πολύ πιο «εγκόσμιος» απ’ όσο νομίζουμε.
Πόσοι γνωρίζουν πως εκτός της εκκλησιαστικής βυζαντινής ελληνικής μουσικής, στο Βυζάντιο υπήρχε «κλασσική» κοσμική, λόγια μουσική, που σώζεται αυτούσια σε χειρόγραφα; Κανείς «λάτρης του πολιτισμού» δεν ευδόκησε στο αρχαιόπληκτο κράτος μας να ασχοληθεί μαζί της και μόνο μετά από 170 χρόνια χάρη στον Χ. Χάλαρη και τον Π. Ταμπούρη βγήκαν στην επιφάνεια τα θαυμάσια μουσικά έργα των προγόνων μας.
Τελικά, ο όρος «παρακμή» για το Βυζάντιο είναι αδύνατο να αντικρουστεί διότι τον χαρακτηρίζει τέτοια αυθαιρεσία που δεν μπορεί να την καταπολεμήσει κανείς με λογικά επιχειρήματα. Πρόκειται για τέτοιας έκτασης παραλογισμό να αποκαλούμε «περίοδο παρακμής» μια ολόκληρη χιλιετία, που στο τέλος η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά και η «ταμπέλα» μένει. Φυσικά και υπήρξαν συγκεκριμένες περίοδοι πολιτικής (13ος –15ος αι.) και πολιτισμικής (7ος –8ος αι.) παρακμής. Αλλά κανείς από τους αρχαιολάτρες δεν σκέφτεται τουλάχιστον, με τι ρυθμό πρέπει να παρακμάζει μια κοινωνία 11 αιώνων, ώστε να μην καταρρεύσει αυτοστιγμεί.
Κατηγορούν, όπως είδαμε, τον Μεγαλέξανδρο οι Νεοπαγανιστές ότι εισήγαγε τη θεοποίηση του ηγεμόνα στον ελληνικό κόσμο. Και δε βγάζουν μιλιά για τον αγώνα των Χριστιανών απολογητών κατά της ιδέας του «θεϊκού ηγεμόνα». Δεν αναφέρουν το γεγονός ότι οι Χριστιανοί ήταν οι μόνοι που με συνέπεια (μέχρι και σε μαρτύριο υποβλήθηκαν γι' αυτό) αρνήθηκαν να δεχτούν ότι ένας αυτοκράτορας είναι.. θεός. Αντίθετα, με όλους τους Εθνικούς της εποχής εκείνης. Ο Παγανισμός τους (πλατωνικός ή ασιατικός), η Φιλοσοφία (όλες) κατάφεραν ή απέτυχαν να απαγορεύσουν στον ηγεμόνα να αποκαλείται «θεός» και να ζητά τιμές θεού; Φυσικά και απέτυχαν, αλλά οι Νεοπαγανιστές δεν το παραδέχονται. Ούτε φυσικά παραδέχονται ότι ο Χριστιανισμός ήταν αυτός που πέτυχε να αναγνωριστεί από τους βασιλιάδες ότι κανένας ηγεμόνας δεν είναι «θεός». Χάρη στην Ορθόδοξη Ρωμανία, η ασιατική αντίληψη περί βασιλιά-θεού έπαψε να είναι κρατική ιδεολογία των ευρωπαϊκών κρατών.

67n ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΡΩΜΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΤΗΣ ΚΡΑΤΩΝ

Σκοπός δεν είναι να εξιδανικευτεί το Βυζάντιο. Κανείς δεν είπε πως η ποιότητα της σύγχρονης ζωής είναι κατώτερη της βυζαντινής ή της αρχαίας ή της ελληνιστικής. Είναι αφελές να πιστεύουμε, ότι μπορούμε να επιστρέψουμε στο Βυζάντιο ή στην Αρχαιότητα σε άλλη παλιά εποχή αποκτώντας τις αντιλήψεις της˙ επιπλέον είναι ανόητο να νομίζουμε ότι υπήρξε κάποια παραδεισένια παλαιότερη ιστορική περίοδος, ειδικά αναφορικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα ή το επίπεδο διαβίωσης. Κανείς δεν είπε, ότι δεν υπήρχαν ταξική πάλη, εκμετάλλευση, φιλολαϊκοί και καταπιεστικοί ηγέτες, ευγενικές και σκοτεινές μορφές˙ κανείς δεν λέει ότι υπήρχε μια αρμονική χαρμολύπη, η οποία δημιουργούσε κάτι «συμπαγές» και απολιθωμένο˙ έντεκα ολόκληροι ελληνικοί αιώνες είναι αυτοί. Αλλά πρέπει να πάψει αυτή η παραληρηματική επίθεση από ανιστόρητους «διαφωτιστές» και αρχαιολάτρες. Η Ρωμανία μόνο με σύγχρονά της ή με παλαιότερα αυτής κράτη μπορεί να συγκριθεί. Να συγκρίνουμε το σημερινό επίπεδο ανθρωπίνων δικαιωμάτων με το βυζαντινό είναι το ίδιο παράλογο, όσο να συγκρίνουμε τα σημερινά ήθη βάσει των ηθών του 1900. Έτσι λοιπόν:
-Σε αντίθεση με την μεσαιωνική Δύση που εκλατίνιζε γλωσσικώς τους πληθυσμούς της (μέσω π.χ. της λειτουργίας που γινόταν στα λατινικά κι όχι στις εθνικές γλώσσες των λαών της Δ. Ευρώπης ή μέσω της χρήσης της λατινικής ως lingua franca ή ως επίσημης γλώσσας κρατών) και σε αντίθεση με το Ισλάμ που εξαράβιζε γλωσσικώς τους κατεκτημένους λαούς αρνούμενο το δικαίωμα να διατηρήσουν τη γλώσσα τους, επειδή δήθεν τα αραβικά ήταν «θεϊκή γλώσσα» (το ίδιο πίστευαν και στην Δύση για τα λατινικά), οι Ρωμηοί έφτιαξαν αλφάβητο για τους Σλάβους και δεν τους εξελλήνισαν, αν και θα μπορούσαν εύκολα να το πράξουν. Ακόμα και μετά την νίκη του Βασίλειου Β' και την καταστροφή των Βουλγάρων, αυτός δεν επέβαλε στην βουλγαρική εκκλησία την ελληνική γλώσσα. Στην Ρωμαίικη νοοτροπία του Βυζαντίου κάθε γλώσσα ήταν σεβαστή. Στη Δύση, μέχρι να το καταλάβουν αυτό άργησαν ώς τον 16ο αιώνα.
-Σε αντίθεση με τον δυτικό μεσαιωνικό κόσμο που πίστευε στον Ιερό Πόλεμο, και έκανε 8 Σταυροφορίες, προκειμένου να τιμωρήσει το Ισλάμ και τους «αιρετικούς» Ρωμηούς, καθως και σε αντίθεση με το Ισλάμ που επίσης είχε την πρακτική του Ιερού Πολέμου (Τζιχάντ), το Βυζάντιο ποτέ δεν σκέφτηκε ή εφάρμοσε τέτοιες μεθόδους. Όταν πολεμούσε τους Άραβες, τους πολεμούσε ως κράτος εναντίον κράτους, ποτέ με την νοοτροπία του πολέμου για την καταστροφή των απίστων ή για να τους εκχριστιανίσει. Νοοτροπία Ιερού Πολέμου δεν υπήρχε στην Ρωμανία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, όταν ένας αυτοκράτορας (ο Νικηφόρος Φωκάς) ζήτησε από τον πατριάρχη να ανακηρύξει αγίους όσους στρατιώτες σκοτώνονταν στον πόλεμο κατά των Αράβων, αυτός του απάντησε πως κανένας πόλεμος δεν είναι Ιερός, για να αγιοποιηθούν οι στρατιώτες. Στη Δύση όμως, και στο Ισλάμ, οι άνθρωποι έκαναν πόλεμο πιστεύοντας πως τον ευλογεί ο Θεός προκειμένου να υπερισχύσει δια των όπλων η θρησκευτική τους πίστη. Όταν οι Ρωμηοί πρωτοείδαν στις Σταυροφορίες τους Λατίνους ιερείς να αρπάζουν το σπαθί και να συμμετέχουν στις μάχες, μάλλον έπαθαν σοκ.
-Σε αντίθεση με την γενικότερη έλλειψη ανεκτικότητας της Δύσης, στη Ρωμανία οι «μισαλλόδοξοι βυζαντινοί» είχαν κτίσει ήδη απο τις αρχές του 8ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη τζαμί, για να προσεύχονται οι μουσουλμάνοι που περνούσαν από εκεί (π.χ. εμποροι), κι αργότερα έχτισαν και άλλα δύο. Ας μάς πει κανείς Νεοέλληνας «ουμανιστής», πότε πρωτοχτίστηκε ισλαμικό τέμενος σε κράτος της Δυτικής Ευρώπης; Από τον 8ο αιώνα, οι Ρωμηοί δεν είχαν πρόβλημα να υπάρχει τζαμί στην πρωτεύουσα ενός χριστιανικού κράτους, το οποίο αντιμαχόταν τους Μουσουλμάνους και ήταν σε πόλεμο με αυτούς. Αν αυτό δε σημαίνει ανεκτικότητα, τότε τι σημαίνει, σε μια εποχή όπου οι Δυτικοί έκαναν Σταυροφορίες και το Ισλάμ Τζιχάντ;
-Επίσης, ενώ το έτος 999 μ.Χ. στην Δύση όλοι περίμεναν το τέλος του κόσμου, την έλευση του Αντιχρίστου και την Δευτέρα Παρουσία, και είχαν κυριευτεί από παραλήρημα εσχατολογικό, πουλούσαν τα υπάρχοντά τους στα μοναστήρια, έκαναν μετάνοιες και λιτανείες, κ.λ.π., στο «μισαλλόδοξο σκοτεινό Βυζάντιο» τέτοια φαινόμενα δε συνέβησαν καθόλου, διότι η κοσμοαντίληψη των Ρωμηών δεν τους επέτρεπε να πιστέψουν τέτοια πράγματα.
-Σε αντίθεση με την Δύση όπου μόνο οι «γαλαζοαίματοι» είχαν δικαίωμα στο θρόνο και την εξουσία, και το Ισλάμ όπου οι Χαλίφηδες έπρεπε να προέρχονται από την οικογένεια του Μωάμεθ, στην Ρωμανία ο καθένας, αγρότης, αγροίκος, ευγενής, ανεξαρτήτως φυλετικής καταγωγής, είτε από τη Συρία, είτε από τη Μακεδονία, κ.λπ., είχε το «ελεύθερο» – με την έννοια πως δεν αποκλείονταν από το θρόνο κοινωνικές ομάδες – να δοκιμάσει να πάρει τον θρόνο αρκεί να ήταν έξυπνος, προικισμένος και φυσικά ριψοκίνδυνος. Αυτό δεν είναι δημοκρατία φυσικά, αλλά τουλάχιστον ήταν ένα είδος πραγματικής, δημοκρατικά δημιουργημένης, «αριστοκρατίας» όπου ο φυσικώς «καλύτερος» – κατά τη γνώμη του Μεγάλου Αλέξανδρου – έπαιρνε την εξουσία, και ήταν πολύ δημοκρατικότερο ή μάλλον πολύ λιγότερο αυταρχικό από τις πρακτικές της εποχής.
-Ποτέ εξάλλου οι γυναίκες της Ρωμανίας δε θεωρήθηκαν ανάξιες να κατέχουν το ύψιστο αξίωμα επειδή ήταν γυναίκες. Τέσσερις Ρωμηές αυτοκράτειρες κυβέρνησαν μόνες τους – δίχως να έχουν σύζυγο – χωρίς να φέρει κανείς αντίρρηση λόγω του φύλου τους. Η Ζωή (914-919), η Ειρήνη (797-802), Θεοδώρα και Ζωή (1042), Θεοδώρα (1054-1056). «Συνταγματικός φραγμός δεν υπήρχε. Και στο τέλος αιτία της πτώσης της [Ειρήνης] ήταν περισσότερο η κακή της υγεία παρά το φύλο της. Ποτέ οι βασιλείες αυτές των γυναικών δε θεωρήθηκαν παράνομες (Στ. Ράνσιμαν, Βυζαντινός πολιτισμός, εκδ. Γαλαξίας, σ. 78). Αυτά στη Δυτική Ευρώπη έγιναν μόνο μετά από 500 χρόνια, οπότε από τότε και μετά μόνον βρίσκει κανείς γυναίκες βασίλισσες. Σύμφωνα με τους αρχαιολάτρες, θα έπρεπε να μην συμβαίνει αυτό, αφού ο Χριστιανισμός θεωρούσε τη γυναίκα ζώο.
-Είναι κοινός τόπος για όσους είναι προκατειλημμένοι ενάντια στο Βυζάντιο, να πιστεύουν ότι κατά τη βυζαντινή εποχή επικρατούσε ασφυκτικό κλίμα πνευματικής ανελευθερίας στους διανοούμενους και τον κόσμο γενικότερα κι ότι η Ορθοδοξία δεν επέτρεπε καμμιά διαφορετική φωνή, αναγκάζοντας όλους να συμφωνούν μαζί της. Ωστόσο, οι λόγιοι μπορούσαν να ξεπεράσουν εμμέσως τους ιδεολογικούς φραγμούς που μια επίσημη ιδεολογία μπορεί έμμεσα ή άμεσα να επιβάλει. «Η μια διέξοδος είναι να τηρεί ο συγγραφέας μεγάλη απόσταση από τις κυρίαρχες αξίες, δηλαδή, για να το πούμε ωμά, να κάνει σαν να μην υπήρχε καθόλου ο χριστιανισμός. Αυτή περίπου την τακτική ακολουθούσαν οι μυθιστοριογράφοι. Αν στα έργα τους υπάρχουν σκηνές όπως π.χ. ο γάμος των δύο ερωτευμένων σε μια εκκλησία, οι σκηνές αυτές είναι περιθωριακές. Το ήθος αυτών των μυθιστορημάτων είναι α-χριστιανικό, και ίσως σκόπιμα, εκτός αν θέσουμε το επικίνδυνο ερώτημα σε ποιο βαθμό ρίζωσε στο Βυζάντιο η χριστιανική πίστη – όχι φυσικά από την άποψη του τελετουργικού και της τυπικής ομολογίας, αλλά ως καθοριστικός παράγοντας για τη διαμόρωση της κοσμοαντίληψης των Βυζαντινών. (...) Μια δεύτερη λύση είναι η εξής: ο κριτικός (ακόμα και ο καλοπροαίρετος κριτικός) π.χ. των καταστάσεων που επικρατούν στην Εκκλησία δεν στρέφεται τόσο εναντίον των θεσμών και των προτύπων συμπεριφοράς όσο εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, εκπροσώπων του συστήματος. (...) Αν η ίδια η ορθοδοξία παραμένει ταμπού, οι εκπρόσωποί της δεν απολαμβάνουν αυτή την προστασία. Ίσως ο βυζαντινός λόγιος είχε και τρίτη λύση για να ξεφύγει από τα ταμπού της Ορθοδοξίας, και ίσως μπορούμε να ονομάσουμε αυτή τη λύση «αλλοτρίωση». Όταν ένας λόγιος κληρικός του 12ου αιώνα γράφει ένα προγύμνασμα, και μάλιστα μια «ηθοποιία», για να απαντήσει στο ερώτημα «Τι είπε η Πασιφάη, όταν την ερωτεύτηκε ο Μινώταυρος;», πρέπει να διάλεξε σκόπιμα αυτό το θέμα (θα μπορούσε να θέσει εκατό άλλα ερωτήματα). Αυτό που βγαίνει από την «ηθοποιία» είναι ένα αισχρό παραμιλητό, χωρίς ο συγγραφέας να δείχνει την παραμικρή συστολή˙ και όχι μόνο αυτό, παρά αποφεύγει συνειδητά κάθε κριτική, κλείνοντας το κείμενο με τα λόγια: «ό,τι θα γίνει έπειτα, αυτό είναι δουλειά δική μου και του Έρωτα!» Μόνο το προγύμνασμα, η ακαδημαϊκή άσκηση, μπορεί να προστατέψει ένα τέτοιο κείμενο στο Βυζάντιο – και το γεγονός ότι το προστατεύει λέει πολλά». (Hans-Georg Beck, Η βυζαντινή Χιλιετία, εκδ. Μορφωτικού ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, σ. 200-201). Αλλά, όπως και να ‘χει, πώς μπορούν να κατηγορούν την Ορθοδοξία για επιβολή πνευματικής δικτατορίας; Έχοντας τι ως πρότυπο; Την Αρχαιότητα; Δε γνωρίζουν ότι οι διανοούμενοι καταδιώχτηκαν, όταν τόλμησαν να θίξουν τα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα – την πολυθεϊστική θρησκεία; Ποιος πολιτισμός είναι πιο ανεκτικός; Αυτός που ανέχεται την συγγραφή έργων όπως η Ακολουθία του ανόσιου Σπανού (παρωδία της Ακολουθίας της Μ. Παρασκευής) αντιγράφοντάς τα επί αιώνες˙ ή αυτός που καταδικάζει σε θάνατο δια λιθοβολισμού τον Αισχύλο, επειδή αποκάλυψε τα τρομερά μυστήρια των πολυθεϊστών; Γιατί, λοιπόν, κατηγορούν το Βυζάντιο, για κάτι στο οποίο οι προγενέστεροι πολιτισμοί δεν ήταν καθόλου ανώτεροί του; Πρόκειται για εντελώς υποκριτική και παράλογη αντιβυζαντινή κατηγορία.
Οι άνθρωποι που συκοφαντούν το Βυζάντιο, και που προέρχονται από το αρχαιολατρικό ιδεολογικό ρεύμα (στρατευμένοι άθεοι, νεοπαγανιστές, εθνικιστές) είναι εξαρχής προκατελλειμένοι εναντίον του και δε βλέπουν τίποτε καλό σε αυτό. Είναι σαν ένας Εβραίος να απορρίπτει και θεωρεί ανόητο ο,τιδήποτε δημιούργησε το Ισλάμ, μόνο και μόνο επειδή υπάρχει η αντιπαλότητα μεταξύ Ισραήλ και Αράβων. Είναι προκατάληψη.

67o ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Χαρακτηριστικό της λύσσας και του μίσους που τρέφουν για το Βυζάντιο οι Νεοπαγανιστές είναι ότι την Κωνσταντινούπολη την αποκαλούν πότε Nova Roma, πότε Ιστανμπούλ, μα ποτέ Κωνσταντινούπολη, τους δε λατινόφωνους αυτοκράτορες της π.χ. Μέγα Κωνσταντίνο (που στο κάτω κάτω δεν έκανε κανένα διωγμό κατά των παγανιστών) Flavius Constantinus κ.ο.κ. δηλαδή χρησιμοποιούν τα λατινικά ονόματα (όπως το Γεσουάχ για τον Χριστό). Όμως για τον λατινόφωνο Ιουλιανό που καταγόταν από τη σημερινή Βουλγαρία (Μοισία) δεν χρησιμοποιούν το Flavius Julianus, ούτε Ιουλιάνωφ τον λένε (όπως αποκαλούν Ιστανμπούλ την Πόλη επειδή την έχουν οι Τούρκοι). Φαίνεται πως αυτοί οι αυτοανακηρυγμένοι εθνολόγοι απέκτησαν γνώση της λατινικής και της εβραϊκής, διαφορετικά δεν εξηγείται η εμμονή αυτή να χρησιμοποιούν μόνο για τους βυζαντινούς αυτοκρατόρες και το Χριστό την ξενική ονομασία. Γιατί άραγε οι Νεοπαγανιστές δεν αποκαλούν και την Ρώμη Ρόμα, την Αγγλία Ινγκλαντ, την Γαλλία Φράνς, την Γερμανία Ντόϊτσλαντ, το Βελιγράδι Μπέογκραντ, ή τον Ιούλιο Καίσαρα Τζούλιους Καίσαρ; Διότι το κάνουν εσκεμμένα, για να δείξουν την μη-ελληνικότητα των βυζαντινών. Όμως ακριβώς επειδή δεν το κάνουν σε όλες τις περιπτώσεις, (Ιούλιος Καίσαρας, Μάρκος Αυρέλιος) φαίνεται η ασυνέπειά τους. Όμως ο Ιησούς έγινε γνωστός με το Ελληνικό όνομα «Χριστός», όσο κι αν δεν τους αρέσει.
Από τα παραπάνω φαίνεται ότι, αντίθετα με τα όσα προπαγανδίζουν, οι Νεοπαγανιστές δεν έχουν πρόβλημα με το Βυζάντιο καθεαυτό, αλλά μόνο με τον Χριστιανισμό. Τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ιουλιανό τον δοξάζουν, παρόλο που είναι βυζαντινός, μόνο και μόνο επειδή δεν είναι Χριστιανός. Συνεπώς, όταν λένε πως το Βυζάντιο δεν είναι ελληνικό, το λένε λόγω της θρησκειας του, και για τίποτε άλλο. Είναι θεοκράτες. Αν οι βυζαντινοί αυτοκράτορες ήταν παγανιστές, τότε για τους Νεοπαγανιστές όλα θα ήταν μέλι γάλα, θα τους έγλυφαν και πιθανόν θα τους λάτρευαν κι αυτούς ως θεούς. Δηλαδή η στάση τους έναντι της ξένης κατοχής εξαρτάται από το τι θρησκεία ο κατακτητής έχει. Αυτή είναι η στάση των «πραγματικών Ελλήνων»;
Όταν ο Παλαιολόγος χαρακτηρίζει την Κωνσταντινούπολη «καταφύγιο των Χριστιανών, ελπίδα και χαρά των Ελλήνων», λέγοντας μετά «Δώστε στους άπιστους να καταλάβουν ότι δεν έχουν απέναντί τους ζώα χωρίς λογικό, αλλά τους απογόνους Ελλήνων και Ρωμαίων», ταυτίζοντας τον Έλληνα-Χριστιανό-Ρωμαίο, δεν έχει νόημα να αντιπαραβάλλουμε στην γνώμη του τις γνώμες μερικών Νεοπαγανιστών που εμφανίστηκαν πριν μια-δυο δεκαετίες. Φυσικά, για τους Νεοπαγανιστές ισχύει το «αν η πραγματικότητα είναι ενάντια στην ιδεοληψία μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα αυτή δεν υπάρχει». Έτσι σκέφτονται οι Νεοπαγανιστές: «αν ο Παλαιολόγος, οι εθνοσυνελεύσεις, οι οπλαρχηγοί του ’21 μίλησαν για Χριστιανισμό και Ελληνισμό ως ενότητα, τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς». Είναι η νοοτροπία του «στραβός είν’ ο γιαλός, δεν αρμενίζουμε εμείς στραβά». Δεν τους επιτρέπουμε να είναι Ελληνο-κάπηλοι. Το τι σήμαινε το 1453, το 1821 και τι σημαίνει σήμερα «Έλληνας» δεν θα το πει μια ασήμαντη μειοψηφία (Ασφαλώς, και οι Παγανιστές έχουν το δικαίωμα της έκφρασης της γνώμης τους, αλλά όχι το δικαίωμα να επιβάλουν, βρίζοντας αισχρά, τη γνώμη τους), που πιστεύει ότι οι υπόλοιποι Έλληνες τής δώσαν το δικαίωμα να ορίζει τις έννοιες, να βρίζει ως μη Έλληνες όσους διαφωνούν και να νομίζει ότι έχουν copyright σε ονόματα και πατρίδα. Θα το πουν όσοι αγωνίστηκαν γι’αυτόν τον τόπο. Και οι αγωνιστές, από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ώς τον Κολοκοτρώνη μίλησαν υπέρ του Χριστιανισμού.
Μερικοί Νεοπαγανιστές, προκειμένου να αρνηθούν ή να δικαιολογήσουν τις εθνικες προδοσίες των παγανιστών, αρνούνται πως υπήρχε ελληνικό έθνος στην αρχαιότητα, με το αιτιολογικό πως δεν υπήρχε ενιαίο κράτος. Άραγε δεν καταλαβαίνουν πως άλλο πράγμα το έθνος κι άλλο το κράτος ή προσπαθούν αγωνιωδώς να θεωρήσουν πατριώτες όσους λάτρευαν τη Θεά Ρώμη και τους Θεούς Νέρωνα, Καλιγούλα κ.ά.; Όταν στους Μηδικούς πολέμους οι Έλληνες έλεγαν «ίτε παίδες Ελλήνων» και επικήρυξαν την κεφαλή του Εφιάλτη ως «προδότη των του έθνους των Ελλήνων» ή όταν ο Αλέξανδρος έστελνε γραφή «Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων», μήπως μπέρδευε «Έλληνες» και «Σπαρτιάτες»; Δεν αποδεικνύουν όλα αυτά την ύπαρξη ελληνικού έθνους στην αρχαιότητα; Κι όμως μερικοί Νεοπαγανιστές φτάνουν στο σημείο να αρνούνται ακόμα και την ύπαρξη αρχαιοελληνικού έθνους ακόμα και στον 2ο π.Χ. αι. (κατά τα άλλα ωρύονται για την καταστροφή του «ανύπαρκτου» αυτού έθνους από τους Βυζαντινούς 6 αιώνες μετά! Ας αποφασίσουν πρώτα αν υπήρχε) προκειμένου να αθωωθεί ο κάθε παγανιστής προδότης.
Και βέβαια, αφού οι Νεοπαγανιστές καταφεύγουν στο κουτοπόνηρο επιχείρημα ότι οι προδοσίες των Αρχαίων Ελλήνων κατά την Ρωμαϊκή κατάκτηση έγιναν επειδή οι Αρχαίοι δεν είχαν Εθνική Συνείδηση, αλλά μόνο Τοπική Συνείδηση, τότε ας απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα: Πώς γίνεται να κατηγορούν το Βυζάντιο ως «μη ελληνικό», επειδή δεν είχε ελληνική συνείδηση, και ταυτόχρονα να ισχυρίζονται ότι η Αρχαία Ελλάδα, η οποία σύμφωνα με αυτούς τους Νεοπαγανιστές «δεν είχε Εθνική συνείδηση, αλλά επιμέρους τοπικές», ήταν ελληνική; Αφού οι Νεοπαγανιστές έχουν ως κριτήριο τη «συνείδηση», τότε είναι αναγκασμένοι από τα ίδια τους τα λόγια να πουν ότι οι Αρχαίοι Έλληνες διέπραξαν προδοσίες, διότι δεν είχαν ελληνική συνείδηση και συνεπώς, η Αρχαία Ελλάδα, ως μη έχουσα ελληνική συνείδηση, δεν ήταν ελληνική. Αν πάλι αποδίδουν στη «συνείδηση» τόση μεγάλη σημασία οι υπόλοιποι Νεοπαγανιστές, και πουν «όχι, είχε εθνική ελληνική συνείδηση η Αρχαία Ελλάδα, γι' αυτό είναι ελληνική, σε αντίθεση με το Βυζάντιο», τους ρωτάμε: οι Σκοπιανοί, που έχουν μακεδονική συνείδηση (και φυσικά οι ίδιοι δεν προσποιούνται, το πιστεύουν ότι είναι Μακεδόνες), είναι Μακεδόνες; Αν μάς απαντήσουν όχι, τότε έρχονται σ’ αντίθεση με την θεωρία τους ότι η «εθνική συνείδηση» έχει τη μέγιστη σημασία. Αν «ναι», τότε να γραφτούν μέλη στο σκοπιανό κόμμα VMRO.
Κανείς δεν είπε ότι η ελληνικότητα διαφορετικών εποχών είναι ολόιδια. Η σημερινή λ.χ. ελληνικότητα του έθνους-κράτους είναι πρωτόγνωρο χαρακτηριστικό. Ποτέ δεν υπήρξε τέτοιο πράγμα στην ελληνική ιστορία. Τι θα πει αυτό; Ότι δεν είναι ΄Έλληνες όσοι δεν είχαν αυτή την ελληνικότητα; Ή ότι δεν είμαστε εμεις, σήμερα, Έλληνες; Φυσικά, η Ρωμανία δεν είναι «Ελλάδα». Είναι όμως ελληνική. Ελληνικότατη. Δεν υπήρξε κράτος με το όνομα Ελλάδα στην αρχαιότητα. Είναι, όμως, αποδεδειγμένο ότι το πρώτο κράτος που ονομάστηκε Ελλάδα ήταν η Ρωμαίικη Αυτοκρατορία στη Νίκαια. Και στο κάτω κάτω: ό,τι κι αν ήταν αυτοί οι άνθρωποι, όπως κι αν λέγονταν, ήταν – δίχως σοβαρά αντεπιχειρήματα περί του αντιθέτου – οι πρόγονοί μας, οι πατέρες μας. Αυτό αρκεί.
Αναρωτιέται κάθε λογικός άνθρωπος, αφού οι Νεοπαγανιστές και οι αρχαιολάτρες κρίνουν την εθνικότητα με βάση τη θρησκεία, τότε κατ' αυτούς τι εθνικότητας είναι ένας άθεος ή άθρησκος ή ένας βουδιστής που απορρίπτει την αρχαιοελληνική φιλοσοφία, ή ένας μαρξιστής Έλληνας; Από πού απέκτησαν το δικαίωμα οι λίγοι να ορίζουν τα του βίου των πολλών και τον επίσημο χαρακτηρισμό τους στον τόπο αυτόν; Από το κράτος; Ποιος τους έδωσε την ικανότητα αυτή; Μήπως η αφεντιά τους, ή ο Δίας και ο Πλάτωνας αυτοπροσώπως; Εκτός κι αν αρνούνται την ελληνική ιδιότητα ειδικά στους Χριστιανούς.
Πολλοί ιδεαλιστές Νεοπαγανιστές ή εθνικιστές αρχαιολάτρες παπαγαλίζουν το ισοκράτειο ρητό «Έλληνες είναι όσοι μετέχουν της ελληνικής παιδείας» (φυσικά, εννοώντας ελληνική παιδεία = λατρεία στους «θεούς») και νομίζουν πως βρήκαν «αντικειμενικό ελληνόμετρο» με τη βοήθεια του οποίου κρίνουν ποιος είναι και ποιος δεν είναι Έλληνας. Σ' αυτήν την περίπτωση προκύπτει το ερώτημα: οι παππούδες μας που δεν ήξεραν καν το όνομα Πλάτωνας ή Όμηρος ή Αριστοτέλης, και δεν μετείχαν καθόλου της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας αλλά πολέμησαν σα λιοντάρια στα χιόνια της Πίνδου το 1940, και έχυσαν το αίμα τους το 1912-13 και το 1821 για την ελευθερία της Ελλάδας δεν είναι Έλληνες; Τι σόι ελιτισμός των Νεοπαγανιστών-αρχαιολατρών εθνικιστών είναι αυτός που αρνείται στον απλό λαό την ελληνικότητα; Αλλά φυσικό είναι να συμπεριφέρονται οι παγανιστές και οι εθνικιστές αρχαιολάτρες έτσι, αφού υβρίζουν το σημερινό λαό ως «εκφυλισμένο» και μολυσμένο («προσκυνημένο νεοελληναριό»).
Ο εκδότης του περιοδικού Δαυλός (τ. 164-165) αποφαίνεται πως «Η Ελληνική Γλώσσα είναι ο ίδιος ο Ελληνισμός». Το περιοδικό αυτό με τους αρθρογράφους του σχεδόν κάθε μήνα ισχυρίζεται και «αποδεικνύει» ότι οι Ωκεάνιοι, οι Ινδιάνοι, οι Ίνκας, οι Εβραίοι, οι Ινδοί, οι Ιάπωνες, οι Λατίνοι, σχεδόν όλοι μιλούσαν ή μιλούν, παρεφθαρμένα ή μη, ελληνικά (πλην των μαύρων Αφρικανών, απ’ όσο γνωρίζουμε˙ γιατί τέτοια εξαίρεση άραγε; Μήπως αποτελεί εκδίκηση κατά «αφροκεντρικών» διανοούμενων; Και τι φταίνε τα καημένα τα μαυράκια να μην είναι έλληνες;). Ενώ αντίθετα, ο μοναδικός πραγματικά λαός μεταξύ 350-1453 μ.Χ., που μιλούσε άπταιστα ελληνικά, διότι απλούστατα ήταν η μητρική του, οι «Βυζαντινοί», αυτοί δεν έχουν ελληνισμό. Αυτοί ήταν ανθέλληνες. Κι αυτό ενώ (Δαυλός, τ. 193, σ. 11921) «η γλώσσα είανι γέννημα της φύσεως. Η μοναδική Ελληνική φύση ήταν η μήτρα που εκυοφόρησε την μοναδική Ελληνική γλώσσα». Αλλά οι Βυζαντινοί και ελληνικά μιλούσαν και στην «ελληνική φύση» ανήκει το Βυζάνιο – παρόλα αυτά δεν είναι ελληνικό. Μυστηριώδης λογική, μα τον Δευκαλίωνα και την Επιστήμη. Σε λίγο θα μας πουν πως και οι Τούρκοι είναι Έλληνες ενώ οι Βυζαντινοί δεν είναι. Πράγμα επίσης παράλογο, αφού οι Τούρκοι είναι απόγονοί όσων Βυζαντινών εξισλαμίστηκαν. Μάλλον γινόμενος Μουσουλμάνος εξελληνίζεσαι, λοιπόν!
Ισχυρίζονται οι αρχαιολάτρες ότι το βυζαντινό καθεστώς ήταν σαθρό (Δαυλός, τ. 207). Προφανώς αγνοούν ότι το «σαθρό» βυζαντινό καθεστώς επέζησε 1123 χρόνια, τα κλασσικά ελληνικά κράτη-πόλεις γύρω στα 600 χρόνια και το μακροβιώτερο ελληνιστικό, των Πτολεμαίων, περί τα 300 χρόνια. Το «σαθρό» βυζαντινό κράτος διήρκεσε περισσότερο από την Περσική Αυτοκρατορία, την Ασσυριακή, τα αρχαιοελληνικά/ελληνιστικά κράτη, την Βρεταννική Αυτοκρατορία, την Ρωσσική, την μεσαιωνική Γερμανική, την Οθωμανική, αντιμετωπίζοντας πολύ περισσότερους και βαρβαρικότερους εισβολείς από κάθε μια. Τόσο «σαθρό» ήταν.
Στο περιοδικό του κ. Π. Μαρίνη Ελληνικό Πάνθεον, σε άρθρο με τίτλο «Χριστιανικοί... καλοί τρόποι» διαβάζουμε: «τον 11ο αιώνα, μια πριγκίπισσα προξένησε φοβερό σκάνδαλο στη Βενετία, όταν σε γεύμα πρωτοχρησιμοποίησε πηρούνι και η κληρικοί την απείλησαν με θεία οργή». Εξεπίτηδες και εν γνώσει των Νεοπαγανιστών αρθογράφων παραλείπεται η (πασίγνωστη) διευκρίνηση ότι η πριγκίπισσα αυτή ήταν Ρωμηά Ελληνίδα Ορθόδοξη, η Αργυρώ. Εφόσον και αυτή ήταν Χριστιανή, συνεπάγεται πως ο σκανδαλισμός των χριστιανών Βενετών για το πηρούνι δεν οφείλεται στην χριστιανική θρησκεία τους, αλλά στην ανωτερότητα της χριστιανικής Ρωμανίας. Στη χριστιανική Ρωμανία υπήρχε πολιτισμός, στην χριστιανική Ιταλία βαρβαρότητα. Προφανώς όμως, οι νεοπαγανιστές αρθρογράφοι σκέφτηκαν ότι αν παρέλειπαν την διευκρίνηση ότι η πριγκίπισσα ήταν Χριστιανή και δη εκ Ρωμανίας, αφενός θα σπίλωναν το Χριστιανισμό, αφετέρου θα απέφευγαν να αναγνωρίσουν τον ρωμαίικο ελληνικό πολιτισμό. Τι έξυπνη τακτική.
Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται (Δαυλός, τ. 207) ότι ο βυζαντινός στρατός αποτελείτο από μισθοφόρους. Η αλήθεια είναι ότι ο Ρωμαίικος στρατός αποτελείτο κυρίως από Έλληνες και υπήρχαν βοηθητικά μισθοφορικά σώματα. Όσο για το ρωμαίικο ναυτικό, αυτό αποτελείτο από Αιγαιοπελαγίτες και Επτανήσιους Έλληνες. Ο Παπαρρηγόπουλος διαπιστώνει ότι όλα τα αναφερόμενα ονόματα Βυζαντινών στρατηγών και ναυάρχων είναι ελληνικά. Ακόμη και οι τίτλοι τους είναι κατά κύριο λόγο ελληνικοί, εκτός των, μετεφρασμένων στην ελληνική άλλωστε, λατινικών. Οι Ακρίτες του Πόντου και της Καππαδοκίας είναι Ρωμηοί Έλληνες, στα ακριτικά σώματα συμμετείχαν εκτώς αυτών και Κρήτες, Τσάκωνες, Κεφαλλονίτες, Ηπειρώτες, και στα ελληνικά εξυμνήθηκαν τα κατορθώματά τους. Ο Ρωμαίικος στρατός βασιζόταν στο θεσμό των «θεμάτων» και στους ελεύθερους αγρότες της ελληνικής Μικρασίας. Ξένα στρατεύματα υπήρχαν ελάχιστα, κυρίως από υποτελή ή φιλικά προς τη Ρωμανία κράτη. Οι περισσότεροι μισθοφόροι στελέχωναν (παράλληλα με τους Ρωμηούς) τη βασιλική φρουρά (Βαραγγοί). Κατά τα άλλα ο στρατός βασιζόταν σε Έλληνες ελεύθερους αγρότες και Ακρίτες. «Πάντως και κατά τον αιώνα τούτον [σημ.: τον 6ο] εντείνεται η προσέλευσις εντοπίων εις τας βυζαντινάς δυνάμεις και η αριθμητική των υπεροχή έναντι του ξένου στοιχείου γίνεται έκδηλος» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, εκδ. Βάνιας, ανατύπωση Ε’, 1995, τ. Α’, σ. 635). Ο τρομερός ιστοριογνώστης, παγανιστής Β. Ρασσιάς, ισχυρίζεται ότι από τους Βυζαντινούς έλειπε εντελώς η γενναιότητα και η ανδρεία. Προφανώς τα δεκάδες ακριτικά τραγούδια ΔΕΝ κάνουν λόγο για την έλλειψη ανδρείας των προγόνων μας˙ αυτό θέλει να μας πει, ο παγανιστής. Δεν γνωρίζουμε όμως αν τα ακριτικά τραγούδια κάνουν λόγο για την άγνοια των Νεοπαγανιστών.
Οι αρχαιολάτρες (Αθ. Κουκοβίστας, Δαυλός, τ. 208) έχουν φτάσει στο σημείο να ισχυρίζονται ότι «αιτία του Σχίσματος είναι κυρίως η μεταστροφή της Δύσεως προς την σπουδήν του ελληνικού πολιτισμού» κι ότι «την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία την κατέλαβαν φορείς του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού». Προφανώς οι αρχαιολάτρες δεν διάβασαν την εξιστόρηση της Άλωσης του 1204 από τον Νικήτα Χωνιάτη, ο οποίος αναφέρει ένα ελάχιστο – όπως ο ίδιος τονίζει – τμήμα από τα αναρίθμητα αρχαιοελληνικά έργα τέχνης που κατέστρεψαν και έλειωσαν στα καμίνια τους οι Δυτικοί Σταυροφόροι, όταν κατέλαβαν την Πόλη. Δεν διάβασαν και γι’ αυτό δεν πρόσεξαν το θρήνο του Βυζαντινού (άρα κατ’ αυτούς «ανθέλληνα») Χωνιάτη για την καταστροφή των αρχαίων αγαλμάτων από τους «φορείς του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού», τους Δυτικούς; Ούτε διάβασαν οι αρχαιολάτρες τις περιγραφές των Δυτικών Σταυροφόρων, οι οποίοι παραδέχονται ότι αφανίστηκαν τα θαυμάσια αρχαία αγάλματα; Δεν γνωρίζουν ότι οι «φορείς του ελληνικού πνεύματος», Σταυροφόροι, κατάφεραν μέσα σε 57 χρόνια (1261-1204) να μειώσουν τον ελληνικό πληθυσμό της Κωνσταντινούπολης από 1.000.000 σε 60.000 κατοίκους; Η αλήθεια είναι, παρά την επίδειξη αμάθειας του καθενός αρχαιολάτρη, πως όχι μόνο κατά την εποχή της Άλωσης του 1204, αλλά και αυτήν του Σχίσματος, το 1054, οι Δυτικοί όχι μόνο του αρχαιοελληνικού πολιτισμού δεν ήταν φορείς, αλλά μάλλον κανενός πολιτισμού, και μάλιστα ήταν κατώτεροι πολιτισμικά όχι μόνο από τους Ρωμηούς Έλληνες προγόνους μας, αλλά και από τους Πέρσες και τους Άραβες. Την εποχή του Σχίσματος η Δυτική Ευρώπη δεν γνώριζε τίποτε για ελληνικό πολιτισμό και ήταν παραδομένη στη βαβαρότητα του Τευτονικού φεουδαλισμού.
Οι αρχαιολάτρες (Αθ. Κουκοβίστας, Δαυλός, τ. 208) ισχυρίζονται ότι αιτία του αντιδυτικού μένους των Ρωμηών ήταν η Αναγέννηση της Δύσης που λάμβανε χώρα μετά τον 14ο αι. Η αλήθεια είναι ότι στην Αναγέννηση βοήθησε η Ρωμανία, αφού συντήρησε τα αρχαία γραπτά. Το αντιδυτικό μένος των Βυζαντινών οφείλεται στην Άλωση του 1204 και στην επίθεση των Φράγκων κατά του ελλαδικού χώρου από τον 12ο ώς τον 15ο αιώνα, επί 300 έτη δηλαδή. Χάρη στην «ευεργεσία» αυτών των «φορέων του ελληνικού πολιτισμού» η Ρωμανία αναγκαζόταν επί τρεις αιώνες να μάχεται σε δύο μέτωπα, στη Δύση τους Φράγκους και στην Μικρασία τους Τούρκους, με αποτέλεσμα να εξασθενίσουν οι δυνάμεις της. Αν δεν αναγκαζόταν να μάχεται και τους επιτιθέμενους Δυτικούς, η Ρωμανία πολύ πιθανόν θα είχε κανονίσει τους Τούρκους όπως είχε αναχαιτίσει τους Πέρσες και τους Άραβες. Στην πισώπλατη μακραίωνη επίθεση των Δυτικών κι όχι στην Αναγέννησή τους οφείλεται το αντιδυτικό μένος των Βυζαντινών.
Ο αρχαιολάτρης Β. Μυσίρης στο βιβλίο του Κατωτικοί και πόρνες αφήνει να εννοηθεί ότι ο χαρακτηρισμός των νοτιοελλαδιτών ως «Κατωτικών» από τους Βυζαντινούς εντάσσεται στο κλίμα του ανθελληνισμού των Βυζαντινών. Βεβαίως, αν αυτό ισχύει, τότε θα πρέπει να ισχυριστεί και ότι οι βορειοελλαδίτες, όταν αποκαλούν «Χαμουτζήδες» (=Κατωτικούς) τους νοτιοελλαδίτες το πράττουν επειδή δεν έχουν ελληνική συνείδηση ή επειδή είναι ανθέλληνες˙ και παρομοίως ότι οι νοτιοελλαδίτες που αποκαλούσαν «Βούλγαρους» τους βορειοελλαδίτες, το έπραταν επειδή δεν είχαν ελληνική συνείδηση ή επειδή ήταν ανθέλληνες! Το τσίρκο της αρχαιοπληξίας δεν έχει τελειωμό..
Πολλοί αρχαιολάτρες κατηγορούν τη Ρωμανία ότι τάχα κατέστρεψε τους αρχαίους ελληνικούς πολιτειακούς θεσμούς και την αυτονομία των αρχαίων ελληνικών πόλεων, η οποία – σύμφωνα με τους ίδιους αρχαιολάτρες – διατηρείτο ώς τον 5ο μ.Χ.! Φέρνουν κι ως «απόδειξη» γραπτά του Θεοδώρητου Κύρρου˙ μόνο που αυτά τα γραπτά δεν επιβεβαιώνον με τίποτε τον ισχυρισμό τους. Ο γενικότερος ισχυρισμός τους, ότι κατά τους δύο τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες και κατά την παγανιστική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία οι θεσμοί της αρχαιοελληνικής πόλης ήκμαζαν, είναι ψευδής. «Η ελευθερία της πόλης και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν αδύνατο να συνυπάρξουν (...). Κάθεμία απ’ αυτές τις πόλεις έστελνε σχεδόν κάθε χρόνο μια αντιπροσωία στη Ρώμη και οι πιο εμπιστευτικές και λεπτές υποθέσεις της τακτοποιούνταν από τη Σύγκλητο. Διατηρούσαν ακόμη τους αξιωματούχους τους, άρχοντες και στρατηγούς˙ αλλά ο άρχοντας δεν είχε πλέον άλλα καθήκοντα από την εγγραφή του ονόματός του στους δημόσιους καταλόγους, για να δηλώσει το έτος˙ και ο στρατηγός, ο άλλοτε αρχηγός του στρατού και του κράτους, δεν είχε πλέον άλλη απασχόληση από την επίβλεψη των δρόμων και την επιθεώρηση των αγορών (Φιλόστρατου, Βίοι σοφιστών, 1, 23). Οι θεσμοί της πόλης κατέρρεαν, λοιπόν, στους λαούς που ονόμαζαν συμμαχικούς, όπως και σε εκείνους που ονόμαζαν υπόδουλους (...). Αργότερα η Ρώμη αποκατέστησε παντού το αστικό καθεστώς˙ εννοείται βέβαια ότι αυτό το σύστημα κατά την εποχή της Αυτοκρατορίας δεν έμοιαζε παρά μόνον εξωτερικά με το καθεστώς των αρχαίων χρόνων˙ δεν είχε ούτε το πνεύμα ούτε τις αρχές. Η ελληνική ή γαλατική πόλη-κράτος στον αιώνα των Αντωνίνων ήταν εντελώς άλλο πράγμα από την αρχαία» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 539). Η Ρώμη έστελνε Ρωμαίους διοικητές στις επαρχίες της. Στον διοικητή «κανένας νόμος δεν μπορούσε να του επιβληθεί, ούτε ο νόμος της επαρχίας, εφόσον ήταν Ρωμαίος, ούτε ο νόμος της Ρώμης, εφόσον δίκαζε ανθρώπους της επαρχίας. Για να υπάρξουν νόμοι ανάμεσα σ’ αυτόν και στους υπηκόους το, έπρεπε να τους έχει συντάξει ο ίδιος (...) Από αυτό προέρχεται η συνήθεια που απέκτησαν οι κυβερνήτες να δημοσιεύουν, μόλις έφθαναν στην επαρχία, έναν κώδικα νόμων που αποκαλούσαν διάταγμα (...). Καθώς οι κυβερνήτες άλλαζαν κάθε χρόνο, άλλαζε κάθε χρόνο και η νομοθεσία, γιατί οι νόμοι δεν πήγαζαν παρά μόνον από τη θέληση του ανθρώπου που κατείχε το imperium». (Fustel De Coulanges, Η αρχαία πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 560). Με άλλα λόγια, επειδή οι ρωμαϊκοί νόμοι ίσχυαν μόνο για τους Ρωμαίους πολίτες κι όχι για τους κατεκτημένους (μεταξύ αυτών και τους Έλληνες), «η κατάσταση δεν ήταν ακριβώς χαώδης˙ αλλά, ελλείψει θεσμών και νόμων, την κοινωνία κυβερνούσαν η δύναμη, η αυθαιρεσία, η συμβατικότητα. (...) Από την πόλη δεν απέμεινε τίποτε˙ πρώτα χάθηκε η θρησκεία, ύστερα το πολίτευμα και τέλος το ιδιωτικό δίκαιο» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 563). Κι επειδή όλοι – ειδικά οι Έλληνες – κυνηγούσαν το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη, το οποίο τους προστάτευε από τις αυθαιρεσίες τις οποίες δεν μπορούσε να αποτρέψει το δίκαιο κι οι θεσμοί της ελληνικής πόλης, γι’ αυτό «ύστερα από κάποιες γενιές υπήρχε μέσα σε κάθε ελληνική πόλη ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων, που δεν αναγνώριζαν ούτε τις αρχές ούτε το δίκαιο αυτής της πόλης. Έτσι το αστικό καθεστώς αργοπέθανε με φυσικό θάνατο. Ήλθε μια μέρα, που η πόλη-κράτος ήταν ένα πλαίσιο χωρίς κανένα περιεχόμενο, που οι τοπικοί νόμοι δεν ίσχυαν πλέον, σχεδόν για κανέναν, που οι δικαστές της πόλης δεν είχαν πλέον κανέναν να δικάσουν» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 572). Τι σχέση έχει μ’ όλη αυτή την αποσύνθεση της αρχαίας πόλης και των θεσμών της η χριστιανική Ρωμανία;
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

PreviousNext

Return to ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ...

Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 1 guest