Χτύπα, λοιπόν, Κάρπε εμένα, διότι εγώ είμαι έτοιμος να πάθω πάλι,
προκειμένου να σωθούν οι άνθρωποι.Διήγηση Αγίου Διονυσίου του ἈρεοπαγίτουΟ άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, σε μια επιστολή του προς τον μοναχό Δημόφιλο,
του διηγείται το εξής περιστατικό που φανερώνει την φιλανθρωπία του Θεού προς τους αμαρτωλούς. Ο απόστολος Κάρπος, εκ των Εβδομήκοντα ( Ο΄) Αποστόλων, ήταν μαθητής του Αποστόλου Παύλου,
«άνθρωπος περισσότερο από κάθε άλλον ικανό στη θεοπτία, λόγω της πολλής καθαρότητας του νου του».
Ο Κάρπος είχε φτάσει σε τόσο υψηλά πνευματικά μέτρα, πού «ποτέ δεν επιχειρούσε την τέλεση των ιερών Μυστηρίων,
αν προηγουμένως, κατά τις προπαρασκευαστικές ευχές, δεν τού παρουσιαζόταν κάποια ευνοϊκή θεία όραση».
Κάποτε ήταν πολύ λυπημένος διότι ένας ειδωλολάτρης είχε παρασύρει ένα Χριστιανό.
Ο Κάρπος πικράθηκε και λυπήθηκε πολύ. Και ενώ είχε την πικρία αυτή, δεν προσευχήθηκε, καθώς έπρεπε να πράξει, για τους δύο αυτούς ανθρώπους
και να ζητήσει τη βοήθεια του Θεού, ώστε να μπορέσει τον μεν παρασυρθέντα στην απιστία να τον επαναφέρει
στους κόλπους της Εκκλησίας, τον δε άπιστο να τον προσελκύσει στην πίστη του Χριστού•
ούτε πήρε την απόφαση να τους νουθετεί αδιαλείπτως και διά βίου, ώστε να τους οδηγήσει στη θεία γνώση. Αλλά, μου έλεγε, τέτοιο πράγμα δεν το είχε ξαναπάθει, δηλαδή το ότι έπεσε και κοιμήθηκε αγανακτισμένος
και με την πικρία στην ψυχή του.
Τα μεσάνυχτα σηκώθηκε να προσευχηθεί, κατά τη συνήθειά του, όμως κατά την ώρα αυτή της προσευχής του στενοχωρούνταν,
χωρίς να πρέπει, και δυσανασχετούσε συλλογιζόμενος ότι δεν ήταν δίκαιο να ζουν άνθρωποι άθεοι,
που διαστρέφουν τις άγιες και ορθές οδούς του Κυρίου.
Σκεπτόμενος δε αυτά, ζήτησε από τον Θεό να ρίξει κεραυνό και να εξολοθρεύσει και τους δύο αποστάτες.
Ενώ όμως έλεγε αυτά, είδε το εξής όραμα:
Το σπίτι σχίσθηκε στα δύο, από τη μια στέγη μέχρι κάτω.
Ο ουρανός άνοιξε και είδε τον Χριστό περιστοιχιζόμενον από άπειρους Αγγέλους. Ταυτοχρόνως όμως, κυττάζοντας προς τα κάτω, είδε στο έδαφος να ανοίγεται ένα πελώριο χάσμα, βαθύ και σκοτεινό.
Στο χείλος του χάσματος είδε τους δύο εκείνους ανθρώπους, για τους οποίους είχε ζητήσει την άμεση εξόντωσή τους.
Οι άνθρωποι αυτοί, τρομαγμένοι και ελεεινοί,
κινδύνευαν να πέσουν μέσα στο χάσμα από στιγμή σε στιγμή.
Εν τω μεταξύ έβλεπε να ανεβαίνουν από το χάσμα φίδια, τα οποία δάγκωναν τους δύο εκείνους ανθρώπους,
τους χτυπούσαν με τις ουρές τους και προσπαθούσαν να τους ρίξουν μέσα στο απύθμενο βάραθρο.
Ο Κάρπος, από το άλλο μέρος, λυπόταν και αδημονούσε και ευχόταν να πέσουν οι άνθρωποι εκείνοι,
το γρηγορότερο μέσα στο χάσμα.
Προσπάθησε μάλιστα και ο ίδιος να τους σπρώξει για να πέσουν.
Επειδή όμως δεν μπόρεσε, γι’ αυτό άρχισε να τους καταριέται.
Σηκώνοντας πάλι τα μάτια του στον ουρανό, είδε τον Χριστό να σηκώνεται από τον Θρόνο Του,
να κατεβαίνει στο στόμιο του χάσματος και να απλώνει το χέρι του,
στους δύο ανθρώπους.
Το ίδιο έκαναν και οι Άγγελοι, άλλοι βοηθούσαν τον ένα και άλλοι βοηθούσαν τον άλλον._Τότε ο Κάρπος είδε τον Χριστό να απλώνει το χέρι του προς αυτόν και να του λέγει:
– Χτύπα, λοιπόν, Κάρπε εμένα, διότι εγώ είμαι έτοιμος να πάθω πάλι, προκειμένου να σωθούν οι άνθρωποι. Και θα το έκανα μάλιστα ευχαρίστως, εάν η δεύτερη αυτή ενσάρκωσή μου δεν θα γινόταν αφορμή,
να αμαρτήσουν και πάλι οι άνθρωποι, σταυρώνοντάς Με.
Σκέψου, όμως, αν συμφέρει και σένα να αλλάξεις συντρόφους,
και από τη συντροφιά του Θεού και των αγαθών και φιλανθρώπων αγίων Αγγέλων,
να έχεις τη παντοτινή συντροφιά των φιδιών και των δαιμόνων»iconandlight