Δ' ΜΕΡΟΣ
ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (III)
7. "Ο Γιαχβέ, παρόλο που ο χριστιανισμός θέλει να τον παρουσιάσει ως ανώτερο ον, άυλο, ασώματο, εντελώς απρόσιτο, στην πραγματικότητα, σε πολλά χωρία της Π.Δ. εμφανίζεται να έχει πόδια, χέρια, μάτια, βλέφαρα(!), στόμα,και ό,τι έχει ένας άνθρωπος. Επίσης φαίνεται να είναι «οργισμένος», σαν κάθε άνθρωπος, «νυσταγμένος»! Φαίνεται το ανθρωπομορφικό του εβραϊκού θεού. Φαίνεται ολοφάνερα το ότι δεν είναι ο άνθρωπος φτιαγμένος κατ' εικόνα Θεού, αλλά το αντίθετο: ο «Θεός» κατ' εικόνα του ανθρώπου ο οποίος τον έπλασε με την φαντασία του."
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ««Όσα είναι διατυπωμένα για το Θεό, με σωματικές παραστάσεις, έχουν λεχθεί συμβολικά και έχουν κάποιο υψηλότερο νόημα' γιατί το θείον είναι απλό και ασχημάτιστο. Ας καταλάβουμε λοιπόν ότι τα «μάτια» του Θεού και τα βλέφαρα και η «όραση», είναι η εποπτική Του δύναμη πάνω σε όλα και το αλάθητο της γνώσης Του, επειδή σε μας με την αίσθηση αυτή( την όραση) δημιουργείται τελειότερη γνώση και πληροφορία. Τα «αυτιά» και η ακοή σημαίνουν την ευμενή στάση του Θεού και τη φιλάνθρωπη διάθεσή του να ακούει τις παρακλήσεις μας˙ γιατί με αυτή την αίσθηση κι εμείς γινόμαστε ευμενείς σ'αυτούς που ικετεύουν. Το «στόμα» και η« λαλιά» δείχνουν τη βούληση του Θεού, όπως σε μας με το στόμα και τη λαλιά σημαίνονται εγκάρδια νοήματα. (...)Τα χέρια σημαίνουν την αποτελεσματικότητα της ενέργειάς του, γιατί κι εμείς τα απαραίτητα έργα και μάλιστα τα πιο σπουδαία τα επιτελούμε με τα δικά μας χέρια. (..) Τα πόδια και το βάδισμα σημαίνουν τον ερχομό και την παρουσία του Θεού για την ενίσχυση όσων έχουν ανάγκη, όπως σε μάς η άφιξη κάποιου γίνεται με τα πόδια. (..) Η οργή και ο θυμός δείχνουν την απέχθεια και την αποστροφή προς την κακία˙ γιατί και εμείς οργιζόμαστε, όταν μισούμε τα αντίθετα με τη γνώμη μας.(..) Έτσι λοιπόν, όλα αυτά που είναι διατυπωμένα για το Θεό με σωματικές παραστάσεις έχουν κάποιο κρυφό περιεχόμενο που μας διδάσκει με εικόνες του δικού μας κόσμου για όσα βρίσκονται πάνω από εμάς(..)» (Ιωάννη Δαμασκηνού Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, 1, 11).
Αν δει κανείς τη συμπεριφορά των αρχαίων θεών σχετικά με την συμπεριφορά του Θεού της Π.Δ. διαπιστώνει ότι ο Θεός της Π.Δ. συμπεριφέρεται βάσει ηθικών κριτηρίων, ενώ οι αρχαίοι θεοί κατά βάσιν είναι πέρα του καλού και του κακού. Ο Θεός της Π.Δ. οργίζεται, ζηλεύει, τιμωρεί κλπ, αλλά βάσει ηθικών κανόνων. Ο Θεός της Π.Δ. δεν κάνει πόλεμο για το κέφι του. Αντίθετα, ο Δίας κάνει τον τρωικό πόλεμο για να μη βαριέται, οι δε θεοί παίρνουν το ένα ή το άλλο μέρος όχι από λόγους ηθικούς (ποιος έχει δίκαιο), αλλά από προσωπικές συμπάθειες. Από την μια (αρχαίοι θεοί) έχουμε μια συμπεριφορά που δεν βασίζεται σε ηθικούς κανόνες, από την άλλη (Θεός Π.Δ.), μία που βασίζεται. Γι’ αυτό και ο «ανθρωπομορφισμός» της Π.Δ. είναι τελείως διαφορετικός.
8. "Ο Γιαχβέ φαίνεται πόσο απάνθρωπος και αδίστακτος είναι, καταστρέφοντας π.χ. τα Σόδομα και εξολοθρεύοντας τους κατοίκους τους. Πώς γίνεται να εξολοθρεύονται απο τον «Θεό της Αγάπης» ολόκληρα «κακά» έθνη δίχως ωστόσο να σώζονται οι δίκαιοι από αυτά τα έθνη; Και πώς γίνεται να εξολοθρεύονται μαζί και τα μικρά παιδιά που είναι αθώα;"
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ο Θεός είναι δίκαιος, και αλλού δείχνει έλεος, ενώ αλλού εξολοθρεύει, αφού δεν υπάρχει περίπτωση ο κακός να μετανοήσει. Π.χ. ενώ καταστρέφει τα Σοδομα και Γόμορα, στην περίπτωση της Νινευή, δεν την καταστρέφει, μια και οι κάτοικοί της μετανοόυν για τις (όποιες) κακές πράξεις τους. Επανειλλημένα τονίζει πως ακόμα κι αν υπήρχαν 10 μόνο δίκαιοι άνθρωποι στις πόλεις αυτές, δεν θα τις κατέστρεφε.
ΓΕΝΕΣΙΣ ΙΗ’ 23 Πλησίασε τότε ο Αβραάμ και του είπε: «Θα καταστρέψεις ους δικαίους μαζί με τους αμαρτωλούς; 24 Ίσως υπάρχουν πενήντα δίκαιοι στην πόλη. Θα τους καταστρέψεις κι αυτούς; Δε θα συγχωρέσεις την περιοχή για χάρη των πεντήντα δικαίων που βρίσκονται σ’ αυτήν; 25 Δε γίνετια να το κάνεις εσύ αυτό, να θανατώσεις δηλαδή δικαίους και αμαρτωλούς μαζί, σαν να ήταν όλο το ίδιο. Δεν είναι δυνατό! Ο κριτής όλης της γης δεν πρέπει να αποδώσει δικαιοσύνη;» 26 Ο Κύριος απάντησε: «Αν βρω στην πόλη των Σοδόμων πενήντα δικαίους, θα συγχωρήσω για χάρη τους ολόκληρη την περιοχή». 27 Ο Αβραάμ αποκρίθηκε: «Συγχώρησέ με, Κύριέ μου, που τολμώ να σου μιλάω, ενώ είμαι χώμα και σκόνη. 28 Ίσως όμως από τους πενήντα δικαίους να λείπουν πέντε˙ θα καταστρέψεις εξαιτίας των πέντε όλη την πόλη;» Ο Κύριος απάντησε: «Δε θα την καταστρέψω αν βρω εκεί σαράντα πέντε δικαίους». 29 Ο Αβράμ συνέχισε: «Ίσως όμως βρεθούν εκεί μόνο σαράντα». Ο Κύριος απάντησε: «Για χάρη των σαράντα δε θα κάνω τίποτα». 30 Ο Αβραάμ ξαναμίλησε: «Μη θυμώνεις, Κύριέ μου, που θα σου μιλήσω πάλι: Ίσως βρεθούν εκεί τριάντα δίκαιοι». Κι ο Κύριος απάντησε: «Δεν θα κάνω τίποτα αν βρώ εκεί τριάντα». 31 Ο Αβραάμ επέμεινε: «Τώρα που άρχισα να μιλάω με τον Κύριό μου, ας πω κάτι ακόμα: Αν βρεθούν εκεί είκοσι;» Ο Κύριος απάντησε: «Δεν θα καταστρέψω την πόλη για χάρη των είκοσι». 32 Ο Αβραάμ επανήλθε: «Μη θυμώνεις, Κύριέ μου, που θα σου μιλήσω για μια φορά ακόμα: Ίσως βρεθούνεκεί δέκα δίκαιοι». Ο Κύριος απάντησε: «Δε θα καταστρέψω την πόλη, για χάρη των δέκα». 33 Μόλις ο Κύριος τελείωσε τη συνομιλία ου με τον Αβραάμ, έφυγε˙ κι ο Αβραάμ ξαναγύρισε στη σκηνή του.
ΑΡΙΘΜΟΙ ΙΔ’ 18 Ο Κύριος είναι υπομονετικός και πολυεύσπλαγχνος, συγχωρεί την ανομία και την αμαρτία, αλλά δεν αφήνει και τίποτε ατιμώρητο. (...)
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΔ’ 16 Οὐκ ἀποθανοῦνται πατέρες ὑπὲρ τέκνων, καὶ οἱ υἱοὶ οὐκ ἀποθανοῦνται ὑπὲρ πατέρων· ἕκαστος ἐν τῇ ἑαυτοῦ ἁμαρτίᾳ ἀποθανεῖται. (μτφ.: Δεν πρέπει να τιμωρούνται με θάνατο οι γονείς για τις αμαρτίες των παιδιών τους, ούτε τα παιδιά για τις αμαρτίες των γονιών τους. Ο καθένας θα τιμωρείται με θάνατο μόνο για τη δική του αμαρτία)
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ Α' 13 ὅτι ὁ Θεὸς θάνατον οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ζώντων. 14 ἔκτισε γὰρ εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα, καὶ σωτήριοι αἱ γενέσεις τοῦ κόσμου, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν αὐταῖς φάρμακον ὀλέθρου οὔτε ᾅδου βασίλειον ἐπὶ γῆς. 15 δικαιοσύνη γὰρ ἀθάνατός ἐστιν. 16 ᾿Ασεβεῖς δὲ ταῖς χερσὶ καὶ τοῖς λόγοις προσεκαλέσαντο αὐτόν, φίλον ἡγησάμενοι αὐτὸν ἐτάκησαν καὶ συνθήκην ἔθεντο πρὸς αὐτόν, ὅτι ἄξιοί εἰσι τῆς ἐκείνου μερίδος εἶναι.
(13 Γιατί τον θάνατο δεν τον έκανε ο Θεός, ούτε ευχαριστείται με τον αφανισμό των ζωντανών. 14 Ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν για να υπάρχει και το διατηρεί στη ζωή με τη συνεχή δημιουργία του. Στα δημιουργήματά του δεν υπάρχει τίποταπου να τα οδηγεί στην καταστροφή˙ και πάνω στη γη δεν βασιλεύει ο θάνατος αλλά ο Θεός. 15 Στον δίκαιο ο θάνατος δεν έχει εξουσία. 16 Οι ασεβείς με τα έργα τους και με τα λόγια τους προσκαλούν το θάνατο˙ τον αποζητούν με πάθος και τον κάνουν φίλο τους και κάνουν συμφωνία μαζί του. Συνεπώς τους αξίζει να ανήκουν σ’ αυτόν).
ΙΩΝΑΣ Γ΄ 10 Όταν ο Θεός είδε πως οι Νινευίτες άφησαν την κακία τους, μετάνιωσε και δεν τους τιμώρησε όπως τους είχε προειδοποιήσει.
ΙΩΝΑΣ Δ’ 1 Ο Ιωνάς όμως στεναχωρήθηκε πολύ και οργίστηκε. 6 Ο Κύριος ο Θεός, πρόσταξε να φυτρώσει ένα φυτό και το έκανε να ψηλώσει πάνω από τον Ιωνά και να του κάνει σκιά στο κεφάλι του για να νιώθει πιο άνετα. Ο Ιωνάς χάρηκε πάρα πολύ γι’ αυτό το φυτό. 7 Νωρίς όμως την άλλη μέρα το πρωί ο Θεός πρόσταξε ένα σκουλήκι ν’ αρχίσει να τρώει τις ρίζες του φυτού, κι έτσι το φυτό ξεράθηκε. 8 Όταν βγήκε ο ήλιος, ο Θεός πρόσταξε να φυσήξει ένας καυτός ανατολικός άνεμος˙ ο ήλιος έκαιγε το κεφάλι του Ιωνά κι ένιωθε τρομερά εξαντλημένος. Ήθελε να πεθάνει (...). 9 Ο Θεός όμως τον ρώτησε: «Είναι σωστό, Ιωνά, να θυμώνεις εξαιτίας αυτού του φυτού;» Κι εκείνος απάντησε: «Και βέβαια έχω δίκαιο να είμαι θυμωμένος˙ καλύτερα να πεθάνω!» 10 Τότε ο Κύριος του είπε: «Πρόσεξε Ιωνά: Εσύ ούτε κόπιασε γι’ αυτό το φυτό ούτε το ‘κανες να μεγαλώσει. Μόνο του μεγάλωσε μέσα σε μια νύχτα και την άλλη μέρα ξεράθηκε. Κι όμως λυπήθηκες γι’ αυτό! 11 Εγώ δεν έπρεπε να λυπηθώ για τη Νινευή, τη μεγάλη πόλη; Σ’ αυτήν υπάρχουν περισσότεροι από εκατόν είκοσι χιλιάδες άνθρωποι , που δεν ξέρουν να ξεχωρίσουν το αριστερό τους χέρι από το δεξί».
ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΙΔ’ 12 καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς ἐμὲ λέγων 13 «Άνθρωπε, αν κάποια χώρα απιστήσει σ’ εμένα, θα την τιμωρήσω και θα της στείλω πείνα, για ν’ αφανίσω και τους ανθρώπους και τα κτήνη της. 14 Ακόμη κι αν ανάμεσα στον πληθυσμό της χώρας εκείνης ήταν άνθρωποι σαν τον Νώε, το Δανιήλ ή τον Ιώβ, η δικαιοσύνη τους δεν θα μπορούσε να σώσει παρά μόνο αυτούς τους ίδιους˙ εγώ ο Κύριος το λέγω».
ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΙΗ΄ 19 «Και τότε θα πήτε: Διατί το παιδί δεν υπέστη την τιμωρίαν των αδικιών του πατρός του; Διότι είναι υιός δικαιοσύνης, έδειξε ευσπλαγχνίαν, ετήρησεν όλας τας εντολάς μου και τας εφήρμοσε πιστώς. Αυτός ασφαλώς και βεβαίως θα ζήση. 20 Άνθρωπος όμως ο οποίος πεισμόνως και αμετανοήτως αμαρτάνει, αυτός θα αποθάνη πολύ σύντομα. Το παιδί δεν θα πάρη επάνω του τας αδικίας του πατρός. Ούτε ο πατέρας θα είναι υπεύθυνος δια τας αδικίας του παιδιού. Η αρετή του δικαίου θα μείνη εις αυτόν κτήμα αναφαίρετον˙ όπως επίσης και η παρανομία του αμαρτωλού θα μένη πάντοτε εις βάρος του αμαρτωλού. 21 Εάν όμως ο αμαρτωλός μετανοήση και αποστραφή όλας τας αμαρτίας, τας οποίας διέπραξε, και προσπαθήση να τηρήση όλας τας εντολάς μου και να εφαρμόση δικαιοσύνην και έλεος, θα μακροημερεύση και δεν θα τιμωρηθή με πρόωρον θάνατον. 22 Όλα τα αμαρτήματα, τα οποία είχε διαπράξει, εν θα τα ενθυμηθή πλέον ο Θεός. Χάρις δε εις την ενάρετον ζωήν του, την οποίαν ζη, θα ζήση επί μακρόν. 23 Μήπως, τάχα, εγώ θέλω τον θάνατον του αμαρτωλού, λέγει ο Κύριος, όπως και όσον θέλω και επιθυμώ να απαρνηθή αυτός τον αμαρτωλόν τρόπον της ζωής, να επιστρέψη εν μετανοία προς εμέ, δια να ζήση επί μακρόν; 32 Διότι εγώ δεν επιθυμώ και δεν θέλω τον θάνατον εκείνου, ο οποίος αποθνήσκει αμετανόητος εις τας αμαρτίας του», λέγει ο Κύριος.
ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΛΓ’ 13 Εάν εγώ ειπώ εις τον δίκαιον, ότι θα ζήση, αυτός δε έχη πεποίθησιν και θεωρήση στήριγμά του την προτέραν του αρετήν, παρασυρθή δε εις παρανομίαν, όλαι αι δικαιοσύναι αυτού δεν θα ληφθούν υπ’ όψιν, αλλά θα θανατωθή εξ αιτίας της αμαρτίας, την οποίαν διέπραξεν. 14 Εάν επίσης εγώ ειπώς εις τον ασεβή˙ ασφαλώς και βεβαίως θα θανατωθής εξ αιτίας των αμαρτιών σου, εκείνος δε μετανοήση και απομακρυνθή από τας αμαρτίας του και εφαρμόση πλέον δικαιοσύνην εις την ζωήν του, 15 (...) αυτός θα ζήση ευτυχής και δεν θα τιμωρηθή δια θανάτου. 16 Όλαι αι αμαρτίαι, τας οποίας είχε διαπράξει δεν θα ληθφούν υπ’ όψιν, διότι τηρεί το δίκαιον και ζη με δικαιοσύνην. Χάρις δε εις αυτά θα ζήση ευτυχή.
Η τιμωρία/θάνατος του αμαρτωλού δεν έχει την έννοια ότι ο Θεός είναι εγωιστής και επειδή ο άνθρωπος δεν τηρεί το θέλημά του, ο Θεός τον τιμωρεί και τον θανατώνει. Όταν ο άνθρωπος με τη δική του θέληση αρνείται να τηρήσει τις εντολές του Θεού, με άλλα λόγια αρνείται να έχει οποιαδήποτε σχέση με το Θεό, ο Θεός αποσύρει την ευλογία του, τον αφήνει αυτόνομο κι ελεύθερο, και ταυτόχρονα απροστάτευτο από την φθορά, το κακό, τους κακούς ανθρώπους ή τον διάβολο, με αποτέλεσμα ο αμαρτωλός να καταστραφεί. Δεν συνιστά «εκδίκηση του Θεού» ο θάνατος τού αμαρτωλού, λοιπόν. Απλώς διαλέγει ο αμαρτωλός να διακόψει τη σχέση του με το Θεό, ο Θεός αποδέχεται την επιθυμία του αμαρτωλού, και τον αφήνει, τον εγκαταλείπει.
Επομένως η παράθεση από τους επικριτές της Π.Δ. στίχων όπου ο Θεός της Π.Δ. φαίνεται οργιλός τιμωρός δεν αντισταθμίζει καν τους στίχους στους οποίους ο Θεός είναι φιλάνθρωπος κάι πράος, διότι αδυνατεί η αντι-παλαιοδιαθηκική άποψη να εξηγήσει συνολικά την Π.Δ. Και αδυνατεί, γιατί δε λαμβάνει υπόψη της τα κριτήρια της συμπεριφοράς του Θεού σε όλες τις περιπτώσεις. Αδυνατεί να πείσει η αντι-παλαιοδιαθηκική θεωρία ότι ο Θεός της Π.Δ. είναι οργιλός και άκαρδος, εφόσον δεν επεξηγεί στίχους οι οποίοι δείχνουν το αντίθετο: δεν εξηγεί γιατί στην μια περίπτωση ο Θεός τιμωρεί και στην άλλη όχι.
Επειδή οι επικριτές της Π.Δ. είναι προκατειλλημένοι, δεν έχουν διάθεση να ερμηνεύσουν συνολικά την Παλαιά Διαθήκη. Γι’ αυτό άλλωστε, αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι να παραθέσουν στίχους όπου φαίνεται ότι ο Θεός συγχωρεί και σώζει όσους αμαρτωλούς μετανοούν. Γι’ αυτό και αποφεύγουν, να παραθέσουν, πόσο μάλλον να ερμηνεύσουν, στίχους στους οποίους ο Θεός συγχωρεί ή λυτρώνει ξένα έθνη και πόλεις ή τιμωρεί τους Εβραίους. Η ερμηνεία τους είναι ανάπηρη, χωλαίνει, αφορά μόνο τους «στίχους τιμωρίας». Δεν μπορούν να έχουν συνολική αντίληψη. Λέγοντας τη μισή αλήθεια, λένε δυο φορές ψέμματα.
Θα πούν μερικοί «πώς γίνεται να τιμωρούνται όλοι οι άνθρωποι ενός «αμαρτωλού» έθνους, και μάλιστα και τα παιδιά τους που δεν έχουν φταίξει;» Κατά πρώτον, στην Π.Δ. τα δίκαια και μη αμαρτωλά άτομα ενός κακού έθνους ειδοποιούνται να φύγουν από το έθνος τους πρωτού ξεσπάσει η τιμωρία επί αυτού, όπως π.χ. οι δίκαιοι Κιναίοι προειδοποιούνται να φύγουν από τους Αμαληκίτες στο Α΄ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΙΕ΄ 6, προτού οι Αμαληκίτες τιμωρηθούν, ή όπως ο δίκαιος Λώτ προειδοποιείται να φύγει από τα Σόδομα στο ΓΕΝΕΣΙΣ ΙΘ΄ 12-16, προτού τα Σόδομα καταστραφούν. Οι γαμπροί του Λωτ που δεν πήραν στα σοβαρά την προειδοποίηση και παρέμειναν στα Σόδομα, σκοτώθηκαν από δικό τους φταίξιμο. Επιπλέον έχουμε δει ότι τα μη αμαρτωλά μέλη ενός αμαρτωλού έθνους, εκτός αν έφευγαν, μπορούσαν να συμβιώσουν με τους Ισραηλίτες κι αυτοί δεν τα πείραζαν ούτε αυτά ούτε τις οικογένειές τους. Όσο για το δεύτερο πρέπει να κάνουμε ορισμένες διευκρινίσεις:
1) Ο Θεός όντως δίνει εντολή για θανάτωση παιδιών, ως τμήμα του πληθυσμού των εχθρικών εθνών. Αυτή η εντολή δεν δόθηκε για όλα τα έθνη, αλλά για ορισμένα. Συνήθως είναι οι Ισραηλίτες που σφάζουν (ως τμήμα του πληθυσμού, μετά από πόλεμο) και τα παιδιά, δίχως ο Θεός να τους παροτρύνει άμεσα˙ ή δεν τους επικρίνει. Ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις που προστάζει τον αφανισμό όλου του πληθυσμού. Κυρίως αυτός ο αφανισμός αφορά τα αρσενικά παιδιά.
2) Το ζήτημα είναι ότι όσοι εξαρχής δεν πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού της Π.Δ. δεν μπορούν να κατηγορούν έναν ανύπαρκτο θεό για κάποιες ανύπαρκτες εντολές του. Είτε οι κατήγοροι της Π.Δ. πρέπει, προκειμένου να υποστηρίξουν ότι ο Θεός της Π.Δ. έδωσε τις εντολές σφαγιασμού, να πιστέψουν ότι υπάρχει κι ότι είναι ο μόνος δωρητής κάθε ζωής (με ό,τι αυτό συνεπάγεται), είτε, αν δεν πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού αυτού, να μην θεωρούν τις εντολές αυτές δοσμένες. Δεν μπορούν ταυτόχρονα και τις εντολές να θεωρούν πραγματικά δοσμένες και την ίδια στιγμή να θεωρούν ανύπαρκτο τον δότη των εντολών αυτών. Η λογική τους είναι σαθρή και οι ίδιοι παριστάνουν τους έξυπνους.
Θα απαντήσουν ίσως οι κατήγοροι της Π.Δ.: «δεν πιστεύουμε βεβαίως στην ύπαρξη αυτού του Θεού-εντολοδότη των σφαγών αυτών, αλλά επειδή οι Ισραηλίτες τον εφηύραν ως δικαιολογία για τις κατακτητικές τους εκστρατείες και τις άθλιες απάνθρωπες πράξεις τους κι επειδή πολλοί άνθρωποι που πιστεύουν στον Θεό αυτόν ίσως παρασυρθούν από τις απάνθρωπες εντολές του και αποκτήσουν την ίδια νοοτροπία, θέλουμε να ξεσκεπάσουμε τη δολιότητα και την αισχρότητα αυτού του εξουσιαστικού-απάνθρωπου άλλοθι». Έχουμε απαντήσει παραπάνω στον ισχυρισμό αυτόν και ξανααπαντούμε: Εάν ο Θεός της Π.Δ. ήταν το άλλοθι των απάνθρωπων Ισραηλιτών/Μωυσή/Ιησού Ναυή/ιερατείου για σφαγές και κατακτήσεις, τότε η Παλαιά Διαθήκη ουδέποτε θα κατέγραφε την αμαρτωλότητα, την απιστία, τη δειλία και την ειδωλολατρία του Ισραήλ καθώς και τις απειλές του Θεού κατά του Ισραήλ και την τιμωρία του Ισραήλ από τον Θεό αυτόν. Αν ο Θεός ήταν άλλοθι για τις σφαγές ξένων παιδιών των αμαρτωλών Χαναναίων, τότε δε θα διέταζε ο ίδιος στο ΙΕΖΕΚΙΗΛ Θ’ 5-6 τη σφαγή των παιδιών των αμαρτωλών Ισραηλιτών. Εκτός κι αν οι αυτοπαρουσιαζόμενοι ως «αντιεξουσιαστές» κατήγοροι της Π.Δ. θεωρούν τους Ισραηλίτες (προφήτες και ιερείς συγγραφείς) μαζοχιστές, ώστε να καταγράψουν στο (για άλλοθι) «ιερό» βιβλίο τους τους δεκάδες στίχους εναντίον του Ισραήλ˙ στην περίπτωση αυτήν αρμόδια για τέτοιες απόψεις θα ήταν η ψυχιατρική.
3) Ο Θεός ως δωρητής της ζωής είναι ο μόνος που έχει το δικαίωμα να προστάξει την αφαίρεσή της και να την αφαιρέσει. Οι άνθρωποι δεν έπλασαν εκ του μηδενός τους ανθρώπους, ώστε να έχουν δικαίωμα να τους εξοντώσουν ούτε γνωρίζουν πλήρως τι είναι δίκαιο, τι είναι λιγότερο οδυνηρό και τι συμφέρει περισσότερο˙ ο Θεός τα γνωρίζει αυτά και έχει πλάσει τον άνθρωπο εκ του μηδενός.
4) Ο Θεός ζήτησε από τους Ισραηλίτες να φονεύσουν (μεταξύ άλλων) και τα (αθώα) παιδιά ενός κακού έθνους, ώστε να αποφευχθούν μεγαλύτερα κακά. Αν π.χ. τα αθώα βρέφη των αμαρτωλών γονιών (μιλάμε πάντα για συγκεκριμένα έθνη, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο κι όχι «γενικά και αόριστα») συνέχιζαν να ζουν μαζί με τους αμαρτωλούς γονείς τους, τότε μεγαλώνοντας θα συνέχιζαν τον αμαρτωλό τρόπο της ζωής των γονιών τους (εάν αυτοί πρώτα δεν τα θυσίαζαν στους θεούς τους): θρησκευτική ιερουδουλεία (καταπίεση γυναικών και ιεροποίηση της διαστροφής), ανθρωποθυσίες, κτηνοβασίες, γενικότερη αμαρτωλή συμπεριφορά. Έτσι, ο τρόπος αυτός ζωής θα συνεχιζόταν. Ο Θεός ήξερε ότι δεν υπήρχε τρόπος να αλλάξει αυτό: ως γνώστης του μέλλοντος ήξερε τι θα γινόταν, αν δεν εξοντώνονταν ολοκληρωτικά τα αμαρτωλά έθνη. Ήταν μια οδυνηρή λύση, αλλά ήταν η μόνη υπαρκτή. Ο Θεός δεν είναι μάγος, επεμβαίνει στην Ιστορία αποδεχόμενος τις συνθήκες που δημιουργούν οι άνθρωποι. Δεν καταστρέφει «χτυπώντας παλαμάκια» το Κακό.
5) Ασφαλώς δεν θέλησε ο Θεός να σώσει τη ζωή των αθώων παιδιών σκοτώνοντάς τα. Θέλησε να σταματήσει τις ανθρωποθυσίες παιδιών που θα συνεχίζονταν και στο μέλλον. Ετσι σώθηκαν πολύ περισσότερα παιδιά (αυτά που διαφορετικά θα γίνονταν ιερόδουλες ή θα θυσιάζονταν στη φωτιά του Μολώχ) συγκριτικά με τα παιδιά που ο Θεός επέτρεψε ή διέταξε (έχοντας κατά νου το μέλλον) να σφαγούν. Για το ζήτημα της λιγότερο οδυνηρής λύσης κάνουμε λόγο παρακάτω.
6) Το πρόβλημα ασφαλώς το έχουν όσοι πιστεύουν ότι η ζωή σταματά στο θάνατο. Αν είναι έτσι, τότε όντως τα παιδιά που σφάχτηκαν αδικήθηκαν. Αλλά όσοι το πιστεύουν αυτό, υπόκεινται στην ίδια κατηγορία με αυτούς που αναφέραμε στο 2).
7) Αναφέραμε παραπάνω διάφορα εδάφια. Αυτά δείχνουν ότι όταν υφίστανται κακό τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας ενός αμαρτωλού, το κακό αυτό δεν είναι τιμωρία και των ίδιων, αλλά κατ’ ανάγκη αποτέλεσμα του γεγονότος ότι τα υπόλοιπα (αθώα) μέλη της οικογένειας του αμαρτωλού ζουν μαζί και η μοίρα του καθενός αλληλεπιδρούν με τις μοίρες των άλλων. Αυτό δεν είναι συν-τιμωρία και δεν σχετίζεται μόνο με οικογένειες αμαρτωλών.
Για παράδειγμα, αν κάποιος γονιός κερδίσει το λόττο, τότε δεν ευεργετείται μόνο αυτός αλλά μέσω αυτού και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Αν εργάζεται σκληρά και γίνει πλούσιος, τότε δεν ευεργετείται μόνο ο ίδιος, αλλά και τα μέλη της οικογένειάς του, τα οποία, φυσικά, αν και δεν έκαναν απολύτως τίποτα, ώστε να δικαιούνται τον πλούτο (δεν δούλεψαν αυτά σκληρά), ωστόσο, επειδή οι μοίρες τους αλληλεπιδρούν μ’ αυτήν του γονιού, επωφελούνται κι αυτά. Παρομοίως για την αντίθετη περίπτωση, αν κάποιος γονιός είναι δολοφόνος και κλέφτης και συλληφθεί ή σκοτωθεί, τότε τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του δεν συν-τιμωρούνται, αλλά επειδή είναι μία οικογένεια μ’ αυτόν και οι τύχες τους αλληλεξαρτώνται, συνυφίστανται τις συνέπειες της κακίας του. Αυτά δεν παν φυλακή ούτε δολοφονούνται, αλλά στεναχωριούνται. Υποφέρουν τις συνέπειες τις κακίας του πατέρα τους, και είναι αποκλειστικώς θύματα της ανοησίας και κακίας των γονιών τους. Κανείς δεν «τιμωρεί» τα παιδιά ενός δολοφόνου, αλλά αυτά υφίστανται τις συνέπειες της τιμωρίας του δολοφόνου. Αν κάποιος γονιός είναι ναρκωμανής, τότε κανείς δεν τιμωρεί τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας που στερούνται την υλική ευημερία, επειδή ο ναρκωμανής ξοδεύει τα λεφτά στα ναρκωτικά. Εφόσον λοιπόν τα παιδιά είναι 1. υπό την προστασία των γονιών και 2. αναγκαστικά – εκ φύσεως – ακολουθούν κι επηρεάζονται από τις τύχες των γονιών, τότε δεν πρέπει να θεωρήσουμε παράξενο αν επωφελούνται ή αν συνδυστυχούν μαζί με τους γονείς τους.
Το ίδιο συμβαίνει και στην Π.Δ. Η Ραάβ στην Ιεριχώ κλείνει συμφωνία, επειδή βοήθησε, με τους Ισραηλίτες, όταν αυτοί καταλάβουν την πόλη της, να μην την πειράζουν, ούτε αυτήν ούτε όσους βρίσκονται τη στιγμή της κατάληψης μέσα στο πατρικό της σπίτι και αυτοί προσθέτουν (ΙΗΣΟΥΣ ΝΑΥΗ Β’, 19): «Όποιος βγει έξω από την πόρτα του σπιτιού σου, θα είναι ο ίδιος υπεύθυνος για το θάνατο του κι όχι εμείς. Αν όμως, κάποιος πειράξει οποιονδήποτε απ’ αυτούς που θα βρίσκονται μαζί σου, στο σπίτι σου, θα είμαστε εμείς υπεύθυνοι για το θάνατό του». Εδώ είναι αποκλειστικά και μόνο η Ραάβ αυτή που βοηθά τους Ισραηλίτες, ωστόσο χάρη σ’ αυτήν επωφελούνται και γλιτώνουν τις ζωές τους και πολλοί άλλοι, που θα βρίσκονταν στο σπίτι. Αυτών οι ζωές δεν σώθηκαν επειδή οι ίδιοι ήταν δίκαιοι, αλλά επειδή σχετίζονταν (ήταν συγγενείς ή φίλοι) μαζί με αυτήν που ήταν δίκαια. Επομένως εδώ υφίστανται τα καλά αποτελέσματα μιας σωστής πράξης ενός μέλους της οικογένειάς τους˙ δεν επιβραβεύονται οι ίδιοι. Το ίδιο συμβαίνει και με την οικογένεια του Λωτ. Ο Λωτ ήταν ο μόνος δίκαιος στα Σόδομα˙ ωστόσο εξαιτίας του σώθηκαν και πολλοί άλλοι, όσοι πίστεψαν στα λόγια του. Αυτοί σώθηκαν επειδή σχετίζονταν με έναν δίκαιο.
8) Τα παιδιά λοιπόν δεν τιμωρούνταν για τις αμαρτίες των γονιών τους. Ήταν θύματα των αμαρτιών των γονιών τους. Δηλαδή της αμαρτωλότητάς τους˙ της απρονοησίας τους να το σκάσουν απ’ τη Χαναάν˙ της απερισκεψίας τους να μην πολεμήσουν κατά των Ισραηλιτών.
9) Αν εξετάσουμε τώρα το θέμα «τι θα μπορούσαν οι Ισραηλίτες να κάνουν με τα παιδιά των εχθρών τους;», διαπιστώνουμε ότι υπήρχαν μόνο οι εξής τέσσερεις επιλογές.
i) να τα έπαιρναν ως σκλάβους, είτε γι’ αυτούς είτε για να τα πουλήσουν στους δουλέμπορους.
ii) να τα έπαιρναν μαζί τους και να τα ενέτασσαν σε τίποτε οργανισμούς ή προγράμματα ένταξης στην κοινωνία του Ισραήλ – ή να τα μοίραζαν στις οικογένειές τους και να τα ανέθρεφαν ως ισραηλιτόπουλα.
iii) να τα άφηναν στα ερείπεια των πόλεών τους, ώστε να τα φαν τα θηρία ή να πεθάνουν απ’ την πείνα ή να τα αρπάξουν οι δουλέμποροι.
iv) να τα σκοτώσουν επί τόπου.
Λέμε «μόνο οι εξής επιλογές» διότι, επαναλαμβάνουμε, ο Θεός δεν είναι θαυματουργός-μάγος (αν ήθελε, θα μπορούσε, φυσικά, να γίνει), συνεργάζεται με τους ανθρώπους και «παίζει» στην Ιστορία σύμφωνα με τις συνθήκες που δημιουργούν οι άνθρωποι μόνοι τους. Αλλιώς λ.χ. δε θα ενσαρκωνόταν ο Χριστός, αλλά ο Θεός θα «χτυπούσε παλαμάκια» και το κακό θα εξαφανιζόταν – επειδή το θέλει ο Θεός κι όχι επειδή συναίνεσαν όλοι οι άνθρωποι (κι ένας κακός να παραμείνει, το κακό υπάρχει).
Για την επιλογή i) πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός καταδικάζει τη δουλεία. Στο αρχαίο Ισραήλ η μόνη μορφή δουλείας που επιτρεπόταν ήταν η προσωρινή για λόγους οικονομικούς. Έπειτα από επτά χρόνια όλοι οι δούλοι έπρεπε να απελευθερωθούν – σύμφωνα με ό,τι πρόσταζε ο Θεός της Π.Δ. Επίσης ο Θεός πρόσταζε ότι αν ένας δούλος το έσκαζε από τον αφέντη του κι ερχόταν στο Ισραήλ, δεν θα έπρεπε να τον παραδόσουν αλλά να τον αφήσουν να κατοικεί ελεύθερο (ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ ΚΓ’, 15). Μόνο για προτροπή προς «σαφάρι υποδούλωσης» δεν μοιάζει αυτό. Κατά δεύτερον, αυτό ήταν πρακτικά αδύνατο – εκτός από λίγες σπάνιες περιπτώσεις. Πρώτον, διότι ειδικά την εποχή που οι Ισραηλίτες ετοιμάζονταν να καταλάβουν τη Χαναάν και να πολεμήσουν με τα έθνη της, ζούσαν σε καταυλισμούς, μετακινούνταν από τη μια περιοχή στην άλλη. Δε θα μπορούσαν να έχουν αρκετή τροφή. Δεύτερον, οι Χαναναίοι ήταν υπεράριθμοι των Ισραηλιτών˙ αν οι Ισραηλίτες «άρπαζαν τα ορφανά παιδιά ως δούλους», όχι μόνο σύντομα θα μεγάλωναν έναν στρατό μελλοντικών εκδικητών αλλά επιπλέον θα αντιστοιχούσαν πάρα πολλοί δούλοι σε κάθε ελεύθερο. Ίσως σε άλλες εποχές, όταν είχε σταθεροποιηθεί το Ισραήλ, αυτό να ήταν δυνατό, αλλά τότε απλούστατα δεν υπήρχαν έθνη της Χαναάν προς υποδούλωση των παιδιών τους.
Για την περίπτωση ii) ούτε υπήρχαν τίποτε τέτοιοι οργανισμοί κοινωνικής πρόνοιας στην αρχαία εποχή, στην Μ. Ανατολή ούτε μπορούσαν, δεδομένων των συνθηκών που προαναφέραμε, να αναπτύξουν οι Ισραηλιτες ειδικά για να αφομοιώσουν» τα παιδιά των ηττημένων Χαναναίων. Ούτε πάλι γινόταν να δεχτούν οι μετακινούμενοι Ισραηλίτες ως παιδιά τους τα παιδιά των Χαναναίων, διότι ούτε αρκετή τροφή υπήρχε για τη συντήρηση των καταυλισμών (ζώντας σε καταυλισμούς – προσωρινά – μεταναστεύοντας και πολεμώντας δεν είχαν τη δυνατότητα να καλλιεργούν τη γη) ούτε ήταν δυνατό τόσος πληθυσμός να αφομοιωθεί από τους υποδεέστερους αριθμητικά Ισραηλίτες ούτε θα ξεχνούσαν τα παιδιά των Χαναναίων ότι οι θετοί γονείς τους ήταν οι εχθροί τους ούτε οι Ισραηλίτες θετοί γονείς θα ξεχνούσαν ότι αυτά ήταν τα παιδιά των εχθρών τους και δυνάμει εχθροί τους, όταν θα μεγάλωναν (με αποτέλεσμα να τα καταπιέζουν και ποτέ να μη τους φέρονται όπως στα άλλα παιδιά τους). Κατά την Τουρκοκρατία οι Τούρκοι άρπαζαν τα ελληνόπουλα, με σκοπό να τα κάνουν στρατιώτες – αλλά οι Τούρκοι, σ’ αντίθεση με τους Ισραηλίτες 1) ήταν μόνιμα εγκατεστημένοι κάπου, 2) ήταν οι κυρίαρχοι όχι οι επί ίσοις όροις πολεμούντες τους Έλληνες, 3) δεν διέσπειραν τα ελληνόπουλα σε κάθε τουρκική οικογένεια, αλλά τα ανέτρεφαν σε αγέλες, σε στρατόπεδα. Πρακτικά, λοιπόν, ούτε η ii) περίπτωση ήταν δυνατή. Θα μπορούσε κανείς να πει «γιατί ο Θεός δεν πρόσταζε τους Ισραηλίτες να αφομοιώσουν τα παιδιά αυτά και να τα φέρονται όπως στα δικά τους; Αν τους διέταζε, θα υπάκουαν». Δυστυχώς δεν είχαν έτσι τα πράγματα. Αν υποτεθεί ότι τους πρόσταζε και τον υπάκουγαν, θα έπρεπε να βρεθεί αμέσως τροφή – ή μήπως τα δίχως δόντια ορφανά χαναανιτικά βρέφη θα έτρωγαν το «μάννα εξ ουρανού»; Αλλά ο Θεός μέσω της Π.Δ. περιγράφει πόσο καλοί ήταν οι Ισραηλίτες προς τα παιδιά τους: ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΙΣΤ’ «20 Έπειτα πήρες τ’ αγόρια σου και τα κορίτσια σου, και τα προσέφερε θυσία στα είδωλα για να γίνουν τροφή τους. Σαν να μην έφταναν δηλαδή οι πορνείες σου, 21 έσφαξες τα παιδιά μου και τα παρέδωσες στα είδωλά σου για ολοκαύτωμα». Αν αυτά τα έκαναν στα δικά τους παιδιά, τι θα έκαναν στα παιδιά των ξένων, των «εχθρών» που μόλις είχαν κατανικήσει; Και πόσο σίγουρο ήταν ότι συνεχώς – ήδη από τον καιρό εκείνο αποστάτες – θα υπάκουαν στην εντολή αυτή; Εμείς δεν μπορούμε να ξέρουμε. Ο Θεός πρέπει να ήξερε, όπως στο προαναφερθέν εδάφιο, την ποιότητα των Ισραηλιτών, και γι’ αυτό δε διέταξε τίποτα.
Για την περίπτωση iii) θα μπορούσε κανείς να την αποκαλέσει την οδυνηρότερη, διότι ήταν αργός θάνατος. Δίχως συγγενείς (ή συγγενείς που το είχαν σκάσει), ανάμεσα στα αποκαΐδια των σπιτών τους, ευάλωτα στα θηρία, στις επιδημίες (λόγω των άταφων νεκρών), στην έλλειψη τροφής, στους νομαδικούς επιδρομείς και τους δουλέμπορους που παραμόνευαν μετά από κάθε μάχη, μάλλον ήταν η χειρότερη επιλογή που μπορούσε να προστάξει ο Θεός.
Απομένει η περίπτωση iv) η οποία ήταν η λιγότερο οδυνηρή από τη δουλεία (ειδικά τα αρσενικά στην Μ.Ανατολή τυφλώνονταν, ώστε να μην επαναστατήσουν – τα θηλυκά θα χρησιμοποιούνταν από τους αγοραστές τους ως σκεύη ηδονής), από την κοινωνική υποτίμηση, από τον αργό θάνατο.
9) Πρέπει να επαναλάβουμε ότι δεν υπήρχε εναλλακτική λύση. Αυτές ήταν οι συνθήκες στην εποχή εκείνη. Μήπως πρέπει να ξαναθυμίσουμε τις αγριότητες κατά του άμαχου πληθυσμού στην Αρχαία Ελλάδα, κατά τους ατελείωτους ενδοελληνικούς πολέμους, τον εξανδραποδισμό των γυναικόπαιδων, τη σφαγή των αρσενικών, την ισοπέδωση πόλεων, ώστε να μην έχουμε αυταπάτες για το ποια ήταν η λιγότερο οδυνηρή λύση;
10) Υπάρχει στον Ησαΐα ένα εδάφιο που αναφέρεται στο θάνατο των δίκαιων ανθρώπων (ΗΣΑΐΑΣ ΝΖ’, 1-2): «Ἴδετε ὡς δίκαιος ἀπώλετο, καὶ οὐδεὶς ἐκδέχεται τῇ καρδίᾳ καὶ ἄνδρες δίκαιοι αἴρονται, καὶ οὐδεὶς κατανοεῖ. Ἀπὸ γὰρ προςώπου ἀδικίας ᾖρται ὁ δίκαιος. 2 Ἔσται ἐν εἰρήνῃ ἡ ταφὴ αὐτοῦ, ᾖρται ἐκ τοῦ μέσου».(Δηλαδή: «δείτε πώς ο δίκαιος χάθηκε και κανείς δε συγκινείται ούτε αισθάνεται αυτό η καρδιά του, και πώς άντρες δίκαιοι θανατώνονται και κανείς δεν το προσέχει, αλλά όλοι αδιαφορούν παγερά. Συμβαίνει αυτό επειδή λόγω της μεγάλης αδικίας έχει θανατωθεί ο δίκαιος. Και θα γίνει εν ειρήνη η ταφή του, έχει αρθη από το μέσο γενιάς πονηρής και ενόχου»). Με άλλα λόγια τα παιδιά αυτά γλίτωσαν τόσο από τη ζωή εν μέσω αμαρτωλών Χαναναίων (την οποία, με τη σειρά τους, θα ακολουθούσαν) όσο και από τη δουλεία και την εκμετάλλευση.
11) Μπορεί κάποιος να πει «ίσως αυτά, από άποψη ψυχρής λογικής να ευσταθούν˙ προτιμότερος ένας γρήγορος θάνατος από τη δουλεία ή τον αργό θάνατο. Ωστόσο, αν φανταστούμε τη στιγμή εκείνη που οι μητέρες των βρεφών τα έβλεπαν να σφάζονται από τους Ισραηλίτες ή τα παιδιά έβλεπαν τις μητέρες τους να σφάζονται από τους Ισραηλίτες, πόσο συμβατό είναι αυτό με την εικόνα ενός δίκαιου Θεού που δε θέλει να υποφέρει κανείς;» Φυσικά η σκηνή αυτή είναι τρομερή, αλλά πάλι θα πρέπει να συγκρίνουμε τη σκηνή αυτή και τη διάρκειά της με αντίστοιχες σκηνές που γίνονταν ή θα γίνονταν, εάν αυτή δε συνέβαινε. Έτσι, τόσο αναφορικά με τις αναίτιες επιθέσεις των διάφορων εθνών κατά του Ισραήλ (στις οποίες συνέβαιναν ακριβώς τα ίδια πράγματα που φανταζόμαστε με την περιγραφή της παραπάνω σκηνής) όσο και με τις θρησκευτικές πρακτικές των Χαναναίων προς τα παιδιά τους, αυτές θα συνεχίζονταν. Δηλαδή, από τη μιά έχουμε μια φρικτή σκηνή η οποία διαρκεί μια μέρα και αφορά λίγα έθνη, ενώ από την άλλη έχουμε α’) επί αιώνες επαναλαμβανόμενες επιδρομές κι εχθροπραξίες Αμαληκιτών, Μωαβιτών, Μαδιανιτών, Αμορραίων κ.ά. από την εποχή της Εξόδου ώς την εποχή του Σαούλ και του Δαυίδ (400 χρόνια!). Ποιο είναι λιγότερο φρικτό, ποσοτικά (αφού ποιοτικά είναι το ίδιο); β') τους Χαναναίους ιερείς να ετοιμάζονται να ρίξουν τα βρέφη τους στο βωμό του Βάαλ – ο οποίος μοιάζει με ανοιχτή αγκαλιά, εντός της οποίας καίει φωτιά – και οι Χαναναίοι γονείς δίπλα να παρατηρούν ατάραχοι («αν δεν το κάναμε αυτό, ο Βάαλ θα οργιζόταν») και με ήρεμη τη συνείδησή τους κι έπειτα να γυρνάν σπίτι τους και να λεν στα άλλα παιδιά τους ότι ο αδερφός τους είναι με τον Βαάλ˙ κι αυτό να συμβαίνει επί εκατοντάδες χρόνια, σε χιλιάδες βρέφη. Τι είναι ποσοτικά (αφού ποιοτικά είναι ίδια η φρίκη της θανάτωσης ενός παιδιού) χειρότερο;
Συμπέρασμα: εάν είναι να σκεφτούμε συναισθηματικά, πρέπει να σκεφτούμε και τις δύο όψεις του νομίσματος – τι γινόταν και τι θα συνεχιζόταν να γινόταν, εάν δεν γινόταν αυτό που οι κατήγοροι της Π.Δ. καταγγέλλουν. Αν είναι να είμαστε συναισθματικοί, ας είμαστε, αρκεί να μην χάνουμε την ικανότητα να διακρίνουμε το χειρότερο από το κακό.
12) Στο σημείο αυτό οι κατήγοροι της Π.Δ. θα ξαναρχίσουν τους ισχυρισμούς ότι «δεν μπορεί, θα υπήρχε κάποια άλλη λύση˙ γιατί να έπρεπε να σκοτωθούν τα παιδιά αυτά, ώστε να μην σκοτώνονται από τους Χαναναίους με ανθρωποθυσίες τα μωρά τους ή από τους επιδρομείς τα παιδιά των Ισραηλιτών;». Επειδή νομίζουν ότι το δίλημμα είναι ψευδές κι ότι θα μπορούσε να «γίνει αλλιώς» η δουλειά, αναφέρουμε δύο παραδείγματα. Το πρώτο, ένα ζευγάρι έχει γεννήσει σιαμαία, κολλημένα μεταξύ τους. Πρέπει να αποχωριστούν, αλλιώς και τα δύο θα πεθάνουν σύντομα. Αν όμως αποχωριστούν, μόνο το ένα θα ζήσει. Θα μπορούσαν οι γονείς να αρνηθούν να αποφασίσουν ποιο βρέφος θα ζήσει, με το σκεπτικό «πρέπει να υπάρχει κι άλλη εναλλακτική λύση», και να αφήσουν και τα δύο βρέφη να πεθάνουν; Ή πρέπει να γίνουν φονιάδες του ενός, ώστε να γλιτώσει το άλλο; Ή είναι «ακραίο ψευτοδίλημμα η επιλογή του ενός απ’ τα δύο»; Δεύτερο παράδειγμα: Έχουμε μια βάρκα (από αυτές που υπάρχουν σε κάθε πλοίο, για περίπτωση ναυαγίου) που χωρά 20 άτομα˙ αν μπουν 21 ή περισσότεροι, αυτή θα βουλιάξει σε δύο λεπτά. Το πλοίο έχει βουλιάξει στη μέση του ωκεανού, δεν υπάρχει απολύτως καμμία επικοινωνία με κανέναν, τα σωστικά μέσα θα αργήσουν πολλές ώρες να έρθουν για επιζώντες, και η θάλασσα είναι γεμάτη καρχαρίες που ήδη έχουν μαζευτεί. Στη βάρκα έχουν μπει ο κυβερνήτης-καπετάνιος της και άλλα 20 άτομα. Δηλαδή βρίσκονται 21 άτομα και αυτή πρόκειται να βουλιάξει αμέσως, εκτός κι αν ριχτεί ένας στη θάλασσα. Ο καπετάνιος δεν πρέπει να ριχτεί, διότι είναι ο μόνος που ξέρει να χειρίζεται τη βάρκα και τον εξοπλισμό της. Αποκλείεται να φτάσει έγκαιρα βοήθεια και είναι 100% σίγουρο ότι εάν η βάρκα βουλιάξει, κανείς δε θα γλιτώσει το φρικτό θάνατο από τους καρχαρίες. Τι πρέπει να κάνει ο καπετάνιος; Να ζητήσει εθελοντή; Αν δεν υπάρξει εθελοντής, πώς θα επιλέξει; Θα διαλέξει τον χειρότερο ηθικώς επιβάτη, για να τιμωρηθεί; Τον πιο γέρο, που έζησε τη ζωή του; Τον πιο μόνο (δίχως συγγενείς), ώστε να μη τον κλάψουν; Τον πιο αρρωστιάρη που ίσως λίγο μετά να πεθάνει απ’ το κρύο; Τον πιο χοντρό; Κι αν αυτοί κλαίγοντας ικετεύουν για λύπηση; Αν είναι όλοι απλώς «πολύ εγωιστές», ώστε να αυτοθυσιαστούν; Πρέπει να ψηφίσουν; Πρέπει να βγει ο άτυχος με κλήρο; Πρέπει να αρχίσει – υπενθυμίζουμε: η επιλογή πρέπει να γίνει σε διάστημα λιγότερο των δύο λεπτών, αλλιώς το λόγο έχουν οι καρχαρίες – «αγώνας πάλης» κι ο πιο αδύνατος να ριχτεί στη θάλασσα; Πρέπει ο καπετάνιος να πείσει τους άλλους 20 ότι το «ηθικά σωστό» είναι να μην ριχτεί κανείς στους καρχαρίες, ώστε να μην διαπραχθεί φόνος, και να φαγωθούν και οι 21; Κι αν αυτό το δεχτούν οι 20 από τους 21, αλλά όχι ο 21ος; Δεν θα διαπράξουν έτσι φόνο ενός οι είκοσι (δεν έχουν το δικαίωμα να τον καταδικάσουν σε υποχρεωτικό θάνατο, εάν θέλουν να τηρήσουν την αρχή «εμείς δεν δολοφονούμε κανέναν»), αφού θα τον έχουν ρίξει στους καρχαρίες παρά τη θέλησή του; Τι είναι ηθικό; Ο θάνατος του ενός ή των είκοσι ενός; Και έστω ότι αποφασίζεται ο «τυχερός». Πώς πρέπει να ριχτεί από τη βάρκα; Με το ζόρι, ζωντανός στους καρχαρίες, ώστε να τον βλέπουν να ουρλιάζει προσπαθώντας να ξαναανέβει, ενώ τον κατασπαράσσουν τα δόντια των καρχαριών; Πρέπει να τον δέσουν, ώστε να μην προσπαθήσει να ξαναανέβει και να πνιγεί; Πρέπει να τον χτυπήσουν στο κεφάλι, ώστε να χάσει τις αισθήσεις του και να αντιληφθεί μόνο για δύο δεπτερόλεπτα – ξανααποκτώντας τις αισθήσεις του – ότι βρίσκεται στα σαγώνια του καρχαρία, αλλά να υποφέρει μόνο για δύο δεπτερόλεπτα; Πρέπει να τον μαχαιρώσει ο καπετάνιος, ώστε να γλιτώσει τη φρίκη ενός εναγώνιου θανάτου στη θάλασσα κι οι καρχαρίες να ξεσκίσουν απλώς ένα πτώμα;
13) Συμπέρασμα: Δεν υπάρχουν εναλλακτικές περιπτώσεις πάντα, ούτε happy end. Δεν είναι πάντα απόλυτη η ηθική. Ούτε ο Θεός δεσμεύεται από την ηθική. Θέλει το καλύτερο, αλλά αν αυτό δε γίνεται, θέλει το λιγότερο οδυνηρό. Κι αυτό έγινε με τη σφαγή των μικρών παιδιών των Χαναναίων.
14) Αν αυτό που έκαναν τότε οι Ισραλίτες, το έκανε κάποιος λαός σήμερα, θα θεωρούσαμε όλοι ως γενοκτονία την πράξη του. Σήμερα, μετά από έναν πόλεμο, το πιθανότερο είναι ότι θα υπήρχαν σπίτια, υποδομή, τρόφιμα, κοινωνική οργάνωση, ώστε τα ορφανά κι οι άμαχοι να μην πεθάνουν αβοήθητα. Σήμερα υπάρχουν διεθνείς οργανισμοί, για την προστασία των αμάχων και των ορφανών. Σήμερα, όταν διεξάγεται πόλεμος μεταξύ δύο εθνών, αυτοί που βασικά σκοτώνονται είναι οι στρατιώτες. Κι ούτε σήμερα συνηθίζεται να σφάζονται οι άμαχοι – εκτός κι αν μιλάμε για την Αφρική. Σήμερα δεν υπάρχει απλούστατα λόγος, ούτε είναι επιπλέον δυνατή η ολοκληρωτική διάλυση του αντίπαλου έθνους-κράτους. Τότε, το 1200 π.Χ., δεν υπήρχαν όμως τίποτε από όλα όσα υπάρχουν σήμερα – τα οποία κάνουν απαράδεκτη τη δικαιολογία «τα σκοτώσαμε για να μην υποφέρουν μόνα τους». Τότε η δικαιολογία αυτή βασιζόταν σε υπαρκτές συνθήκες.Τότε όλοι οι άντρες ήταν και πολεμιστές – όχι όπως σήμερα. Δεν πρέπει να κρίνουμε με σημερινά κριτήρια τον πόλεμο στην Μ. Ανατολή πριν 30 αιώνες. Ότι σήμερα είναι σκληρό, αδικαιολόγητο κι απάνθρωπο, δεν είναι σίγουρο πως ήταν εκείνη την εποχή.
15) Τέλος, να υπενθυμίσουμε ότι μιλάμε για ένα μέρος μόνο των παιδιών των Χαναναίων. Τα παιδιά όσων έφυγαν απ’ τη Χαναάν ή παραδόθηκαν στους Ισραηλίτες (τα περισσότερα) έζησαν και είχαν καλύτερη τύχη.
9. "Ο μύθος του κατακλυσμού είναι αντιγραφή προηγούμενων, παλαιότερων παγανιστικών αφηγήσεων περί κατακλυσμών, π.χ. του Ατραχάση. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αφηγήσεις για τη γένεση του κόσμου. Η Π.Δ. αντιγράφει παλαιότερες αφηγήσεις παγανιστικών θρησκειών".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Συγκρίνονται ο κατακλυσμός της Π.Δ. και της αρχαιοελληνικής μυθολογίας, και οι Νεοπαγανιστές προτιμούν τον δεύτερο, λέγοντας μάλιστα ότι ο πρώτος είναι αντιγραφή του αρχαιοελληνικού (ή άλλου παγανιστικού) μύθου. Ποιος είναι όμως περισσότερο λογικός; Να δημιουργούνται άνθρωποι από άλλους ανθρώπους ή από λίθους όπως στον Δευκαλίωνα; Το λογικό είναι, ότι ο κανόνας είναι ο ακόλουθος: κάποιες απλές διηγήσεις ή παραδόσεις δίνουν τροφή (με εξωραϊσμούς και επαυξήσεις) για δημιουργία πολύπλοκων μύθων˙ όχι το αντίθετο. Ακριβώς δηλαδή ό,τι γίνεται και με τα παραμύθια: υπάρχει ένα αρχικό γεγονός ή μύθος, τον οποίο σιγά-σιγά εμπλουτίζει με φανταστικές ιστορίες κάθε γενιά. Δηλαδή, η Παλαιά Διαθήκη έχει την απλούστερη παράδοση περί Δημιουργίας, δίχως τέρατα, θεομαχίες, πατροκτονίες, παιδοκτονίες: Ενας Θεός δημιουργεί. Αυτό και μόνον αυτό. Έπειτα έρχονται οι άλλοι και τα εξωραΐζουν, βάζουν τέρατα, βάζουν τον ουρανό να μαλώνει με τη γή και άλλα τέτοια αστεία πράγματα, και αυτό καλείται «αρχική» παράδοση; Το αντίθετο ισχύει: όσες ιστορίες έχουν φανταστικά και τερατώδη στοιχεία, αυτές έπονται χρονικά της απλούστερης, δίχως τέρατα και θεομαχίες, αφήγησης. Και για τον Κατακλυσμό, πάλι το ίδιο ισχύει. Είναι φυσιολογικότερο να έχουμε την αφήγηση του Νώε, όπου μόνον άνθρωποι υπάρχουν και δρουν (πλην του Θεού), παρά την μυθολογική αφήγηση του Δευκαλίωνα όπου οι πέτρες μετασχηματίζονται (θαύμα;) σε ανθρώπους. Το πρώτο δείχνει φυσικότητα και είναι μια απλή περιγραφή. Το δεύτερο δείχνει επεξεργασία και μετατροπή σε παραμύθι. Το απλούστερο, δίχως τερατολογίες, είναι το αληθέστερο.
Επιπλέον είναι αδύνατο να θεωρηθεί λογικότερη από την διήγηση της Π.Δ. η παγανιστική διήγηση περί δημιουργίας του ανθρώπου, για τον απλό λόγο, ότι δεν υπάρχει μία διήγηση παγανιστική. Ας πάρουμε για παράδειγμα την αρχαιοελληνική μυθολογία. Υπάρχουν περισσότερες της μίας διηγήσεις τόσο του τρόπου με τον οποίο δημιουργήθηκε ο άνθρωπος, όσο και του ποιος ήταν ο δημιουργός του.
Ο Ησίοδος στα Έργα και ημέραι, λέει ότι το Χρυσό γένος το έπλασαν από κοινού οι θεοί (στ. 109-110), το Αργυρό γένος πάλι από κοινού οι θεοί (στ. 127-128), το Χάλκινο γένος το έπλασε μόνο ο Δίας (στ. 143-144), το γένος των Ηρώων πάλι ο Δίας μόνος του (στ. 158-159), ενώ για το Σιδερένιο γένος ο Ησίοδος δεν μας λέει ποιος το έπλασε. Τι συμβαίνει λοιπόν;
Παράλληλα με τα πέντε είδη ανθρώπων του Ησίοδου και τις πέντε διαφορετικές δημιουργίες τους, υπάρχουν άλλες διηγήσεις. Αλλού η Γαία γεννά τον άνθρωπο, για να υπάρχει ένας γένος θνητών (Παυσανίας, 8,1,2). Άλλη διήγηση, στην Οδύσσεια τ 162, λέει ότι γεννήθηκαν από δρυ ή από πέτρες. Υπάρχει άλλη διήγηση, για τις πέτρες του Δευκαλίωνα και της Πύρρας (Απολλόδωρος I, 7,2). Τέλος, η διήγηση για τον Προμηθέα ως πλάστη: στην Πανοπέα της Φωκίδας, λέγεται, υπήρχαν ακόμη στα χρόνια του Παυσανία κομμάτια από τον πηλό που χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία του ανθρώπου (Παυσανίας, 10, 4, 3). Αντί όλων αυτών, η διήγηση της Π.Δ. είναι μία, σαφής για τον πλάστη και για το υλικό (ύλη).
Δεν πρέπει να ξεχνάται ότι, επειδή οι Εβραίοι είχαν μεσοποταμιακή καταγωγή, ότι ο Αβραάμ καταγόταν από την Ουρ. Έτσι, ακόμη κι αν υπάρχουν μεσοποταμιακές διηγήσεις, παλαιότερες της συγγραφής της Γενέσεως, οι οποίες ωστόσο μοιάζουν με αυτήν, δεν σημαίνει αντιγραφή εκ μέρους της Π.Δ.. Σημαίνει ότι υπήρχε κοινή κοιτίδα. Η Μεσοποταμία.
Είναι δυνατόν να ισχυριστεί κανείς, πως είναι αδύνατον η «κοιτίδα» των υποτιθέμενων κοινών μύθων, η Μεσοποταμία σταδιακά να άρχισε να παραμορφώνει/παραλλάσει τους μύθους αυτούς, ενώ οι απόγονοι του Αβραάμ, που έφυγαν από την κοιτίδα τους, να κράτησαν ανόθευτο το περιεχόμενο. Όμως αυτό είναι το λογικότερο: Στην Μεσοποταμία σταδιακά λόγω επιρροών από αλλού, αλλά και λόγω ανάπτυξης του πολιτισμού, οι αρχικές διηγήσεις μετετράπησαν σε ωραία λογοτεχνικά έργα, όπου φαίνεται έντονα το παράλογο στοιχείο (βλ. παρακάτω, για τις μεσοποταμιακές διηγήσεις σχετικά με τη δημιουργία του ανθρώπου και για την αιτία του κατακλυσμού). Αντίθετα, οι Εβραίοι, φεύγοντας από την Μεσοποταμία, προκειμένου να κρατήσουν την πολιτισμική ταυτότητά τους, κράτησαν τις αρχικές διηγήσεις, συναισθανόμενοι ότι αυτές ήταν που τους διαφοροποιούσαν από τους τριγύρω ξένους λαούς της Χαναάν ή της Αιγύπτου. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τους ομογενείς Έλληνες, οι οποίοι στις εθνικές γιορτές ντύνουν τα παιδιά τους τσολιάδες (τουλάχιστον τα παλιότερα χρόνια) πολύ μαζικότερα συγκριτικά με ό,τι γίνεται στην Ελλάδα. Έτσι, νοιώθουν πως κρατούν την καταγωγή τους. Γενικά, κάθε ξενητεμένος κρατιέται με περισσότερη επιμονή – εφόσον φυσικά θέλει να θυμάται την καταγωγή του – σε αυτό που θεωρεί ανάμνηση της αρχικής του ταυτότητας. Έτσι συνέβη και με τους Εβραίους του Αβραάμ, και γι’ αυτό, παρ’ όλο που η εβραϊκή διήγηση της Π.Δ. έχει κοινά στοιχεία με τις αρχαιότερες ή νεώτερες αυτής μεσοποταμιακές, είναι ακριβέστερη.
Με βάσει τα παραπάνω, για μύθους που είναι χρονικά μεταγενέστεροι της Γενέσεως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι αντιγραφή. Ας δούμε συγκριτικά τη διήγηση του Ατραχάση (Α.) και της Γενέσεως (Π.Δ.), στα διάφορα στάδια:
1) Στο μύθο του Α. οι θεοί δημιουργούν τον άνθρωπο, στην Π.Δ. ο ένας Θεός. 2) Στον μύθο του Α. η ανθρωπότητα αυξάνεται πληθυσμιακά και υπάρχει πανούκλα που προκαλείται από τους θεούς. Στην Π.Δ. περιγράφεται η έξωση των πρωτόπλαστον από τον Παράδεισο. 3) Στον μύθο του Α. η ανθρωπότητα αυξάνεται και υπάρχει ξηρασία εκ των θεών, ενώ στην Π.Δ. περιγράφεται ο φόνος του Κάιν. 4) Στον μύθο του Α. αυξάνεται ξανά ο πληθυσμός, γίνεται κατακλυσμός και σώζεται ο ήρωας του μύθου με μια βάρκα. Στην Π.Δ. περιγράφεται η γενεαλογία μέχρι τον Νώε, έπειτα ο κατακλυσμός και σωτηρία με την κιβωτό.
Συνοπτικά, βλέπουμε ότι στον βαβυλωνιακό μύθο του Ατραχάση, το κύριο πρόβλημα για τους θεούς, οι οποίοι στέλνουν τις πλημμύρες ή τις αρρώστειες και την ξηρασία, είναι... ο υπερπληθυσμός του ανθρώπου! Οι «θεοί» προκαλούν τον κατακλυσμό, επειδή οι άνθρωποι έχουν πληθύνει υπερβολικά πολύ! Ειδικότερα, στον βαβυλωνιακό μύθο ο Κατακλυσμός προκλήθηκε, επειδή ο θόρυβος των ανθρώπων – που ήταν υπερβολικά πολλοί – ενοχλούσε τους «θεούς»! Στους Σουμέριους ο Ζιουζούντρα (το αντίστοιχο του Νώε) μετά τον Κατακλυσμό γίνεται αθάνατος, ενώ στους Βαβυλώνιους ο Ουτναπιστίμ (το αντίστοιχο του Νώε) και η γυναίκα του γίνονται αθάνατοι και θεοποιούνται. Αντίθετα, στην ιστορία της Γενέσεως, η αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού θεωρείται ως ευλογία και προτροπή εκ του Θεού (ΓΕΝ., Α’, 28). Οι «θεοί» των βαβυλωνιακών μύθων θέλουν ακριβώς το αντίθετο. Η «κινητήρια» δύναμη και αιτία των δύο αφηγήσεων διαφέρει ριζικά.
Υπάρχουν, επιπλέον και λεπτομέρειες, που φανερώνουν την φαντασία των συγγραφέων των επών σ’ αντίθεση με το Μωυσή. Ο βαβυλωνιακός κατακλυσμός διαρκεί 14 μέρες (πολύ λίγο, ώστε να αφανιστούν οι πάντες στη Μεσοποταμία) ενώ στην Γένεση βρέχει 40 μερόνυχτα, χρόνος αρκετός για τον αφανισμό ζώων και ανθρώπων. Το πλοίο του Ουτναπιστίμ έχει απίθανες διαστάσεις: το σχήμα του ήταν ένας τέλειος κύβος (140x140x140 πήχεις – 1 αρχαίος πήχης είναι περίπου 42 εκ.), πράγμα που το καθιστούσε ανίκανο να επιπλεύσει. Αντίθετα, η κιβωτός του Νώε είχε σχεδιαστεί για να επιπλέει και να χωρά πολλών ειδών ζώα. Ο ισχυρισμός ότι η κιβωτός ήταν εξίσου πολύ μεγάλη για να επιπλέει παραγνωρίζει το γεγονός ότι δεν ήταν σκοπός της να ταξιδεύει σε ανοικτούς ωκεανούς, αλλά απλώς να επιπλέει σε γλυκά νερά, επί επτά μήνες (ΓΕΝΕΣΙΣ Η’, 4). Ο Μ. Καλόπουλος ισχυρίζεται ότι η αγιογραφική διήγηση του Κατακλυσμού «αποφεύγει επιμελώς κάθε ναυτική ορολογία απ’ το φόβο της λαθεμένης χρήσης του» Μ. Καλόπουλου, Βιβλική θρησκεία. Το μεγάλο ψέμα, σ. 43). Στο ΓΕΝΕΣΙΣ ΣΤ’, 16 ο Θεός λέει στον Νώε: «θα της βάλεις στέγη, αφήνοντας ανάμεσα σ’ αυτήν και στην κουπαστή απόσταση ενός πήχεως». Όπως και να ‘χει, η κιβωτός δεν ήταν ποντοπόρο πλοίο. Ήταν κάτι που έπρεπε να επιπλέει, να χωρά ζώα κι ανθρώπους και να έχει σκεπασμένο το κατάστρωμα, κι όλα αυτά για διάστημα εφτά μηνών. Δεν της χρειαζόταν πανιά ή πηδάλιο ή κουπιά. «Η επιστημονική ακρίβεια της κατασκευής της κιβωτού του Νώε πιστοποιείται απ’ τα πλοία που ναυπηγούνται στην εποχή μας: το μήκος είναι έξι φορές περισσότερο από το πλάτος» (Robert T. Boyd, Tells, Tombs and Treasure, Bonanza Books - New York 1969, p. 74). Ακριβώς όπως της κιβωτού (300 πήχεις μήκος, 50 πήχεις πλάτος). Κάπως παράξενο, ο Μωυσής που συναναστρεφόταν Μεσοποτάμιους και Αιγύπτιους (ο Μ. Καλόπουλος παραδέχεται ότι ούτε κι αυτοί ήταν καλοί θαλασσοπόροι), να γνώριζε το σωστό λόγο μήκους/πλάτους, ενώ ο αρχαίος ελληνικός μύθος να τον αγνοούσε. Ο όγκος της κιβωτού ήταν ακριβώς όσος επαρκούσε για ένα ζεύγος από κάθε ζώο, διότι δεν χρειαζόταν οι να σωθούν όλες οι διαφορετικές ποικιλίες, διότι αυτές θα προέκυπταν πάλι, αργότερα.
Ο Μ. Καλόπουλος (Μ. Καλόπουλου, Βιβλική θρησκεία. Το μεγάλο ψέμα) ισχυρίζεται ότι όλοι οι μύθοι περί κατακλυσμού, ειδικότερα οι Μεσοποταμιακοί (μεταξύ αυτών κι η βιβλική αφήγηση του Κατακλυσμού) είναι αντιγραφή του Κατακλυσμού του Δευκαλίωνα,
1) επειδή δεν αναφέρουν ναυτικούς όρους. Το αιτιολογήσαμε παραπάνω δείχνοντας επιπλέον ότι το μήκος και το πλάτος του κατασκευάστηκαν σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις περί ναυπήγησης.
2) επειδή οι διαστάσεις του – 450 πόδια (150 μ.) μήκος και 75 πόδια (25 μ.) πλάτος – ήταν εξαιρετικά μεγάλες και «η υπερβολή είναι δείγμα μεταγενέστερης επεξεργασίας». Το μεγάλο μέγεθος ήταν αναγκαίο, για να χωρέσουν άνθρωποι και πολλά ζώα, δεν ήταν υπερβολικό. Επιπλέον «A Graecian account makes the ark 3.000 feet [σημ.: 1000 μ.] long and 12.000 feet [σημ.: 4.000 μ.] long» (Robert T. Boyd, Tells, Tombs and Treasure, Bonanza Books - New York 1969, p. 74), δηλαδή μία από τις αρχαιοελληνικές μυθολογικές εκδοχές αναφέρει την κιβωτό να έχει 1000 μέτρα μήκος και 4000 μέτρα πλάτος. Πού βρίσκεται η υπερβολή, είναι προφανές.
3) επειδή στη διήγηση του Δευκαλίωνα το περιστέρι χρησιμεύει στην πρόβλεψη του καιρού, ενώ ο Νώε το χρησιμοποιεί όπως τον κόρακα, στέλνοντάς το μόνο για να δει αν υποχώρησαν τα νερά, πράγμα που διαπιστώνεται και με γυμνό μάτι. Αρχικά, το ότι ο Νώε δεν ήταν ναυτικός δεν συνεπάγεται ότι δε θα μπορούσε να φτιάξει μια μεγάλη μαούνα, με τις οδηγίες του Θεού. Επιπλέον, το ότι συνέβη κατακλυσμός στην Μεσοποταμία είναι κάτι αποδεδειγμένο από τις ανασκαφές και τα μεγάλα στρώματα λάσπης που έχουν βρεθεί. Εκτός αυτών διαβάζοντας την Γένεση βλέπουμε ότι: Α) ο Νώε στέλνει τον κόρακα (ΓΕΝΕΣΙΣ Η’, 6-7), ο οποίος δεν επιστρέφει πλέον, διότι απλούστατα πήγε να φάει τα πτώματα ή να βρει να φάει. Β) Ο Νώε στέλνει το περιστέρι, το οποίο επιστρέφει (ΓΕΝΕΣΙΣ Η’, 9) [ας μη ξεχνάμε ότι ο κόρακας ήταν ακάθαρτο πτηνό (ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΙΑ’, 13-19), ο Νώε μόνο δύο είχε πάρει μαζί του (ΓΕΝΕΣΙΣ Ζ’, 3), και συνεπώς δεν ήθελε να χαθεί και ο άλλος κόρακας στέλνοντάς τον έξω]. Γ) το ξαναστέλνει ο Νώε κι αυτό επιστρέφει με ένα κλάδο ελιάς (ΓΕΝΕΣΙΣ Η’, 10-11), σημάδι ότι είχε αποσυρθεί το νερό. Δ) Ο Νώε το ξαναστέλνει περιμένοντας την επιστροφή του έπειτα από επτά μέρες, αλλά αυτό δεν γυρνά (ΓΕΝΕΣΙΣ Η’, 12). Ε) Ο Νώε σκέφτεται ότι αποσύρθηκαν πλήρως τα νερά (διότι το περιστέρι δεν ήταν πτωματοφάγο) και τότε ανοίγει τη σκεπή της κιβωτού και βλέπει ότι καλώς σκέφτηκε έτσι (ΓΕΝΕΣΙΣ Η’, 13).
4) επειδή ο μύθος του Δευκαλίωνα αποτελεί ανάμνηση του καταποντισμού της Αιγαιίδας, η οποία πράγματι καταποντίστηκε, όταν ανέβηκε η στάθμη των νερών, αφανίζοντας τον πολιτισμό των κατοίκων της. Εξαιτίας του καταποντισμού, οι διασωθέντες κάτοικοι έπλασαν το μύθο της σωτηρίας ενός ζεύγους μέσα σε μια λάρνακα-πλοίο, ισχυρίζεται ο Μ. Καλόπουλος. Οι ενστάσεις ωστόσο είναι πολλές. Α) Στους αρχαιοελληνικούς μύθους δεν αναφέρεται πουθενά ότι καταβυθίστηκε το Αιγαίο (ακόμη και η Ατλαντίδα δεν ήταν στο Αιγαίο, για τον Πλάτωνα), δεν υπάρχει τέτοια ανάμνηση, όσο κι αν υπάρχει ανάμνηση ότι «τότε είναι που χώρισαν τα βουνά της Θεσσαλίας» (Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, Α’, VII, 2). Η ύπαρξη της ανάμνησης για τη Θεσσαλία σημαίνει ότι θα ‘πρεπε να θυμούνται και την καταπόντιση της Αιγαιίδας (ένα ακόμη πιο μεγάλο γεγονός). Άλλο η άνοδος της στάθμης της θάλασσας κι άλλο η νεροποντή. Β) Στο μύθο του Δευκαλίωνα επιζούν κι άλλοι, στο Νώε όχι. Γ) Στο μύθο του Δευκαλίωνα οι πέτρες μετατρέπονται θαυματουργικά (;) σε άνδρες και γυναίκες, έπειτα από επιθυμία του Νώε και πραγματοποίηση αυτής της επιθυμίας από το Δία. Κανονικά, οι υπόλοιποι διασωθέντες θα αρκούσαν από μόνοι τους (μαζί με την οικογένεια του Δευκαλίωνα) για τη «φυσιολογική» αύξηση του πληθυσμού, και δε θα χρειαζόταν θαύματα. Δ) Ο Δευκαλίων «μέσα στην κιβωτό θαλασσοδερνόταν εννιά μέρες και εννιά νύχτες», αλλά για να χαθεί όλος ο κόσμος «εκτός από λίγους που σκαρφάλωσαν στα κοντινά βουνά» (Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, Α’, VII, 2), θα χρειαζόταν πολύ μεγαλύτερης διάρκειας νεροποντή κι όχι μόνο εννιά μερονύχτων. Ε) Η κιβωτός του Δευκαλίωνα ακουμπά στον Παρνασσό. Δεν έχουν βρεθεί ίχνη της κιβωτού εκεί, κι οπωσδήποτε δε θα ήταν μια μικρή βαρκούλα. Αντίθετα, για την κιβωτό του Νώε έχουν γίνει πολλές έρευνες στο Αραράτ.
Κλείνοντας το ζήτημα του κατακλυσμού παραθέτουμε έναν άλλο μύθο, παράλληλο με τη διήγηση για τον Νώε (Noah)˙ το μύθο των κατοίκων της Πολυνησίας για τον κατακλυσμό. «Υπακούοντας στις διαταγές του θεού Kane, ο Nuu (σημ.: !!) έχτισε μια μεγάλη βάρκα με ένα σπίτι πάνω της. μαζί με τη γυναίκα του και έξι άλλους ανθρώπους, βγήκαν σώοι από τον κατακλυσμό. Όταν τα νερά του κατακλυσμού υποχώρησαν, το σκάφος ήταν στην κορυφή του βουνού Maunu Kea στο νησί της Χαβάι. Ο Nuu διατάχτηκε να εγκαταλείψει την κιβωτό (σημ.: όπως και στη Γένεση, η’, 16), και να κατοικήσει σε μια σπηλιά την οποία ονόμασε απ’ τη σύζυγό του, Lilli-Noe. Αυτή η σπηλιά υπάρχει ώς σήμερα. Φεύγοντας απ’ την κιβωτό, ο Nuu πρόσφερε θυσία ζώου και φρούτων στο θεό του. Κοιτώντας στο φεγγάρι, ο Nuu νόμισε ότι ήταν το πρόσωπο του Kane, και πρόσφερε τη θυσία του στο φεγγάρι. Αυτό εξόργισε τον Kane (σημ.: !!), και κατέβηκε στη γη να τιμωρήσει τον Nuu. Το μονοπάτι μέσω του οποίου κατέβηκε ήταν ένα ουράνιο τόξο. Όταν ο Nuu τού εξήγησε το λάθος του, ο Kane γύρισε πίσω στον ουρανό μέσω του ουράνιου τόξου, αφήνοντάς το ως σημάδι συγχώρεσης» (Robert T. Boyd, Tells, Tombs and Treasure, Bonanza Books - New York 1969, p. 72). Τώρα γιατί ο κατακλυσμός αυτός των Πολυνήσιων (οι οποίοι είναι απόγονοι προϊστορικών Ελλήνων ποντοπόρων, σύμφωνα με τους αρχαιολάτρες!!!) είναι σχεδόν παρόμοιος με τον βιβλικό, γιατί ο θεός Kane εξοργίζεται με την προσφορά θυσίας σε ουράνια σώματα (δηλαδή ειδωλολατρία˙ με άλλα λόγια, οι Πολυνήσιοι θυμόντουσαν ότι η λατρεία κτιστών τμημάτων του σύμπαντος ήταν αρχικά απαγορευμένη, όσο κι αν αργότερα εξετράπηκαν), αυτό θα μας το πουν οι αρχαιολάτρες σε κάποιο από τα χιλιάδες βιβλία που γράφουν.
Όσο γι’ αυτούς που λεν πως απλά οι διάφοροι κατακλυσμοί (μεταξύ αυτών κι ένας κατακλυσμός στην Μεσοποταμία) συνέβησαν κατά την εποχή του λειωσίματος των πάγων, οπότε όχι μόνο δεν υπήρχε «θεϊκή παρέμβαση», αλλά επιπλέον η Γένεση προσέδωσε ηθικό περιεχόμενο (αμαρτωλότητα-τιμωρία) σε ένα φυσικό φαινόμενο, η αλήθεια είναι πως αυτό το «ηθικό περιεχόμενο», δηλαδή η κατανόηση του «κατακλυσμού» ως τιμωρίας εκ μέρους του θεού/θεών για την αμαρτωλότητα των ανθρώπων, υπάρχει και στο μύθο του Δευκαλίωνα. Υπάρχουν κι άλλες ριζικές διαφορές μεταξύ των μύθων των άλλων λαών και της ιστορίας της Γενέσεως:
1) Οι «θεοί» ταυτίζονται με τη φύση και τις φυσικές δυνάμεις, ενώ ο Θεός ποτέ δεν ταυτίζεται με τη φύση.
2) Η δημιουργία του κόσμου επιτυγχάνεται μέσω σεξουαλικής τεκνοποίησης μεταξύ των «θεών», ενώ η Δημιουργία στην Π.Δ. δεν έχει να κάνει τίποτα με ερωτικές πράξεις του Θεού.
3) Το αρχέγονο σκοτάδι στις μυθολογίες έχει όνομα, προσωπικότητα και συχνά είναι αυτό καθεαυτό ένας «θεός», ενώ στην αφήγηση της Π.Δ. το σκοτάδι είναι, απλά, σκοτάδι.
4) Η θάλασσα, η άβυσσος, παρομοίως είναι «θεοί» στις μυθολογίες, ενώ στην Γένεση είναι απλώς στοιχεία της φύσης και τίποτε άλλο.
5) Ο ήλιος, το φεγγάρι και τα άστρα έχουν ονόματα και μαγικές δυνάμεις, ενώ στην διήγηση της Γενέσεως ο ήλιος δεν είναι παρά μια... λάμπα, δίχως θεϊκές ή μαγικές ιδιότητες.
6) «Σε κανένα από τους αρχαίους μύθους της δημιουργίας δε βρίσκουμε την αντίληψη ότι "τα πάντα γεννιούνται από το τίποτε"» (Samuel Henry Hook, Μυθολογία της Μέσης Ανατολής, εκδ. Αρίων, σ. 21). Αντίθετα, στην Π.Δ. ο Θεός δημιουργεί το παν εκ του μη όντος.
7) Στις μυθολογίες το Shabbatu είναι ημέρα τρόμου, ενώ στην Γένεση το Σάββατο, η έβδομη ημέρα ήταν ημέρα ευλογίας και ξεκούρασης.
8) Στις μυθολογίες ο άνθρωπος δημιουργείται, για να είναι σκλάβος που θα ταΐζει τους «θεούς», ενώ στη Γένεση δημιουργείται, για να γίνει καθ’ ομοίωση του Θεού, δηλαδή Θεός κατά χάρη. «Ανάμεσα στους Σουμεριακούς μύθους και το αντίστοιχο Βαβυλωνιακό έπος της δημιουργίας υπάρχουν αρκετές διαφορές. Παρ’ όλα αυτά έχουν ένα κοινό σημείο που είναι ο σκοπός της δημιουργίας [σημ: του ανθρώπου]. Ο άνθρωπος δηλαδή πλάστηκε για να υπηρετεί τους θεούς, να καλλιεργεί τα χωράφια και έτσι αυτοί να μην έχουν καμία έγνοια για την τροφή και γενικά την επιβίωσή τους. Στο σουμεριακό μύθο οι θεοί παραπονιούνται γιατί δε βρίσκουν να φάνε» (Samuel Henry Hook, Μυθολογία της Μέσης Ανατολής, εκδ. Αρίων, σ. 27). Σε ένα άλλο μύθο βλέπουμε ότι δύο θεοί «ο Λαχάρ και η Ασχνάν άρχισαν να πίνουν κρασί, να μεθάνε και να τσακώνονται, έτσι που οι θεοί δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν τα αναγκαία. Και για να θεραπεύσουν το κακό, δημιούργησαν τον άνθρωπο (Samuel Henry Hook, Μυθολογία της Μέσης Ανατολής, εκδ. Αρίων, σ. 24).
9) Στο σουμεριακό μύθο «ο Ενκί δημιουργεί ένα ανθρώπινο ον αδύνατο στο μυαλό και το σώμα. Δεν του άρεσε και ζήτησε τη βοήθεια της Νινμάχ για να το διορθώσει. Αυτή όμως δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε και καταράστηκε τον Ενκί γι’ αυτό το άθλιο κατασκεύασμα» (Samuel Henry Hook, Μυθολογία της Μέσης Ανατολής, εκδ. Αρίων, σ. 27-28). Αντίθετα ο Θεός κρίνει όλη τη δημιουργία του «πολύ καλή» και ευλογεί τον άνθρωπο.
10) Στις μυθολογίες υπάρχουν πάρα πολλοί θεοί με πολύ περίπλοκες και ταραχώδεις σχέσεις, ενώ στη Γένεση υπάρχει ένας Θεός, σταθερός και παντοδύναμος. Στη βαβυλωνιακή μυθολογία «η πρωταρχική κατάσταση του σύμπαντος, τότε που δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκτός από τον Απσού, τον ωκεανό των γλυκών νερών και την Τιαμάτ, τον ωκεανό των αρμυρών νερών. Από την ένωσή τους γεννήθηκαν οι θεοί» (Samuel Henry Hook, Μυθολογία της Μέσης Ανατολής, εκδ. Αρίων, σ. 41). Στη Χαναανιτική μυθολογία «ο Γιάμ- Μαχάρ έστειλε απεσταλμένους στο συμβούλιο των θεών για να απαιτήσουν να παραδοθεί σ’ αυτόν ο Βάαλ. Οι θεοί έσκυψαν από φόβο το κεφάλι, ενώ ο Έλ [σημ: ο πατέρας του Βάαλ] υποσχέθηκε να κάνει αυτό που του ζητούσαν» (Samuel Henry Hook, Μυθολογία της Μέσης Ανατολής, εκδ. Αρίων, σ. 82). Στους Χετταίους «ο Ανούς, που είναι ο Ακκαδικός Ανού, ο θεός του ουρανού, έδιωξε τον πατέρα του Αλαχού από το θρόνο και του πήρε τη θέση, μα κι αυτός με τη σειρά του εκθρονίστηκε από το γιό του Κουμαρμπίς» (Samuel Henry Hook, Μυθολογία της Μέσης Ανατολής, εκδ. Αρίων, σ. 98). Τέλος,
11) στις μυθολογίες των άλλων λαών ο άνθρωπος δημιουργείται από κάποιο τμήμα των «θεών» ή ενός από αυτούς, π.χ. το αίμα του(ς) αναμεμιγμένο με πηλό. Αντίθετα, στην Γένεση ο άνθρωπος πλάθεται με πηλό, κατ’ εικόνα του Θεού. «Ο Μαρδούκ δηλώνει την πρόθεσή του να δημιουργήσει τον άνθρωπο για να υπηρετεί τους θεούς. Με πρόταση του Εά πάρθηκε η απόφαση να θανατωθεί ο Κινγκού, για να δημιουργηθεί το ανθρώπινο γένος. Έτσι λοιπόν ο Κινγκού φονεύτηκε και από το αίμα του έπλασαν τον άνθρωπο στην υπηρεσία των θεών "για να τους ξεκουράζει"» (Samuel Henry Hook, Μυθολογία της Μέσης Ανατολής, εκδ. Αρίων, σ. 44). Με άλλα λόγια είναι η αρχαιοελληνική ορφική διήγηση αυτή που αντιγράφει τις διηγήσεις της Μεσοποταμίας (αφού απ’ το αίμα του επαναστάτη Κινγκού και των Τιτάνων πλάθεται ο άνθρωπος) κι όχι η βιβλική διήγηση της Γένεσης.
Συνεπώς, δεδομένων των τόσων διαφορών και, κυρίως, του γεγονότος ότι στην Γένεση τα σχετιζόμενα με την δημιουργία είναι απλά, λογικά και δίχως μυθολογικά στολίδια, και δεχόμενοι ότι η απλούστερη διήγηση προηγείται της πολυπλοκότερης, η Γένεση, αν και έχει κοινά στοιχεία με τις μυθολογίες περί δημιουργίας των γειτονικών λαών, είναι πλέον αξιόπιστη από αυτές.
