ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

και όχι μόνο.......

Moderator: inanm7

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 2:25 pm

Δ' ΜΕΡΟΣ

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (III)

7. "Ο Γιαχβέ, παρόλο που ο χριστιανισμός θέλει να τον παρουσιάσει ως ανώτερο ον, άυλο, ασώματο, εντελώς απρόσιτο, στην πραγματικότητα, σε πολλά χωρία της Π.Δ. εμφανίζεται να έχει πόδια, χέρια, μάτια, βλέφαρα(!), στόμα,και ό,τι έχει ένας άνθρωπος. Επίσης φαίνεται να είναι «οργισμένος», σαν κάθε άνθρωπος, «νυσταγμένος»! Φαίνεται το ανθρωπομορφικό του εβραϊκού θεού. Φαίνεται ολοφάνερα το ότι δεν είναι ο άνθρωπος φτιαγμένος κατ' εικόνα Θεού, αλλά το αντίθετο: ο «Θεός» κατ' εικόνα του ανθρώπου ο οποίος τον έπλασε με την φαντασία του."

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ««Όσα είναι διατυπωμένα για το Θεό, με σωματικές παραστάσεις, έχουν λεχθεί συμβολικά και έχουν κάποιο υψηλότερο νόημα' γιατί το θείον είναι απλό και ασχημάτιστο. Ας καταλάβουμε λοιπόν ότι τα «μάτια» του Θεού και τα βλέφαρα και η «όραση», είναι η εποπτική Του δύναμη πάνω σε όλα και το αλάθητο της γνώσης Του, επειδή σε μας με την αίσθηση αυτή( την όραση) δημιουργείται τελειότερη γνώση και πληροφορία. Τα «αυτιά» και η ακοή σημαίνουν την ευμενή στάση του Θεού και τη φιλάνθρωπη διάθεσή του να ακούει τις παρακλήσεις μας˙ γιατί με αυτή την αίσθηση κι εμείς γινόμαστε ευμενείς σ'αυτούς που ικετεύουν. Το «στόμα» και η« λαλιά» δείχνουν τη βούληση του Θεού, όπως σε μας με το στόμα και τη λαλιά σημαίνονται εγκάρδια νοήματα. (...)Τα χέρια σημαίνουν την αποτελεσματικότητα της ενέργειάς του, γιατί κι εμείς τα απαραίτητα έργα και μάλιστα τα πιο σπουδαία τα επιτελούμε με τα δικά μας χέρια. (..) Τα πόδια και το βάδισμα σημαίνουν τον ερχομό και την παρουσία του Θεού για την ενίσχυση όσων έχουν ανάγκη, όπως σε μάς η άφιξη κάποιου γίνεται με τα πόδια. (..) Η οργή και ο θυμός δείχνουν την απέχθεια και την αποστροφή προς την κακία˙ γιατί και εμείς οργιζόμαστε, όταν μισούμε τα αντίθετα με τη γνώμη μας.(..) Έτσι λοιπόν, όλα αυτά που είναι διατυπωμένα για το Θεό με σωματικές παραστάσεις έχουν κάποιο κρυφό περιεχόμενο που μας διδάσκει με εικόνες του δικού μας κόσμου για όσα βρίσκονται πάνω από εμάς(..)» (Ιωάννη Δαμασκηνού Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, 1, 11).
Αν δει κανείς τη συμπεριφορά των αρχαίων θεών σχετικά με την συμπεριφορά του Θεού της Π.Δ. διαπιστώνει ότι ο Θεός της Π.Δ. συμπεριφέρεται βάσει ηθικών κριτηρίων, ενώ οι αρχαίοι θεοί κατά βάσιν είναι πέρα του καλού και του κακού. Ο Θεός της Π.Δ. οργίζεται, ζηλεύει, τιμωρεί κλπ, αλλά βάσει ηθικών κανόνων. Ο Θεός της Π.Δ. δεν κάνει πόλεμο για το κέφι του. Αντίθετα, ο Δίας κάνει τον τρωικό πόλεμο για να μη βαριέται, οι δε θεοί παίρνουν το ένα ή το άλλο μέρος όχι από λόγους ηθικούς (ποιος έχει δίκαιο), αλλά από προσωπικές συμπάθειες. Από την μια (αρχαίοι θεοί) έχουμε μια συμπεριφορά που δεν βασίζεται σε ηθικούς κανόνες, από την άλλη (Θεός Π.Δ.), μία που βασίζεται. Γι’ αυτό και ο «ανθρωπομορφισμός» της Π.Δ. είναι τελείως διαφορετικός.

8. "Ο Γιαχβέ φαίνεται πόσο απάνθρωπος και αδίστακτος είναι, καταστρέφοντας π.χ. τα Σόδομα και εξολοθρεύοντας τους κατοίκους τους. Πώς γίνεται να εξολοθρεύονται απο τον «Θεό της Αγάπης» ολόκληρα «κακά» έθνη δίχως ωστόσο να σώζονται οι δίκαιοι από αυτά τα έθνη; Και πώς γίνεται να εξολοθρεύονται μαζί και τα μικρά παιδιά που είναι αθώα;"

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ο Θεός είναι δίκαιος, και αλλού δείχνει έλεος, ενώ αλλού εξολοθρεύει, αφού δεν υπάρχει περίπτωση ο κακός να μετανοήσει. Π.χ. ενώ καταστρέφει τα Σοδομα και Γόμορα, στην περίπτωση της Νινευή, δεν την καταστρέφει, μια και οι κάτοικοί της μετανοόυν για τις (όποιες) κακές πράξεις τους. Επανειλλημένα τονίζει πως ακόμα κι αν υπήρχαν 10 μόνο δίκαιοι άνθρωποι στις πόλεις αυτές, δεν θα τις κατέστρεφε.
ΓΕΝΕΣΙΣ ΙΗ’ 23 Πλησίασε τότε ο Αβραάμ και του είπε: «Θα καταστρέψεις ους δικαίους μαζί με τους αμαρτωλούς; 24 Ίσως υπάρχουν πενήντα δίκαιοι στην πόλη. Θα τους καταστρέψεις κι αυτούς; Δε θα συγχωρέσεις την περιοχή για χάρη των πεντήντα δικαίων που βρίσκονται σ’ αυτήν; 25 Δε γίνετια να το κάνεις εσύ αυτό, να θανατώσεις δηλαδή δικαίους και αμαρτωλούς μαζί, σαν να ήταν όλο το ίδιο. Δεν είναι δυνατό! Ο κριτής όλης της γης δεν πρέπει να αποδώσει δικαιοσύνη;» 26 Ο Κύριος απάντησε: «Αν βρω στην πόλη των Σοδόμων πενήντα δικαίους, θα συγχωρήσω για χάρη τους ολόκληρη την περιοχή». 27 Ο Αβραάμ αποκρίθηκε: «Συγχώρησέ με, Κύριέ μου, που τολμώ να σου μιλάω, ενώ είμαι χώμα και σκόνη. 28 Ίσως όμως από τους πενήντα δικαίους να λείπουν πέντε˙ θα καταστρέψεις εξαιτίας των πέντε όλη την πόλη;» Ο Κύριος απάντησε: «Δε θα την καταστρέψω αν βρω εκεί σαράντα πέντε δικαίους». 29 Ο Αβράμ συνέχισε: «Ίσως όμως βρεθούν εκεί μόνο σαράντα». Ο Κύριος απάντησε: «Για χάρη των σαράντα δε θα κάνω τίποτα». 30 Ο Αβραάμ ξαναμίλησε: «Μη θυμώνεις, Κύριέ μου, που θα σου μιλήσω πάλι: Ίσως βρεθούν εκεί τριάντα δίκαιοι». Κι ο Κύριος απάντησε: «Δεν θα κάνω τίποτα αν βρώ εκεί τριάντα». 31 Ο Αβραάμ επέμεινε: «Τώρα που άρχισα να μιλάω με τον Κύριό μου, ας πω κάτι ακόμα: Αν βρεθούν εκεί είκοσι;» Ο Κύριος απάντησε: «Δεν θα καταστρέψω την πόλη για χάρη των είκοσι». 32 Ο Αβραάμ επανήλθε: «Μη θυμώνεις, Κύριέ μου, που θα σου μιλήσω για μια φορά ακόμα: Ίσως βρεθούνεκεί δέκα δίκαιοι». Ο Κύριος απάντησε: «Δε θα καταστρέψω την πόλη, για χάρη των δέκα». 33 Μόλις ο Κύριος τελείωσε τη συνομιλία ου με τον Αβραάμ, έφυγε˙ κι ο Αβραάμ ξαναγύρισε στη σκηνή του.
ΑΡΙΘΜΟΙ ΙΔ’ 18 Ο Κύριος είναι υπομονετικός και πολυεύσπλαγχνος, συγχωρεί την ανομία και την αμαρτία, αλλά δεν αφήνει και τίποτε ατιμώρητο. (...)
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΔ’ 16 Οὐκ ἀποθανοῦνται πατέρες ὑπὲρ τέκνων, καὶ οἱ υἱοὶ οὐκ ἀποθανοῦνται ὑπὲρ πατέρων· ἕκαστος ἐν τῇ ἑαυτοῦ ἁμαρτίᾳ ἀποθανεῖται. (μτφ.: Δεν πρέπει να τιμωρούνται με θάνατο οι γονείς για τις αμαρτίες των παιδιών τους, ούτε τα παιδιά για τις αμαρτίες των γονιών τους. Ο καθένας θα τιμωρείται με θάνατο μόνο για τη δική του αμαρτία)
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ Α' 13 ὅτι ὁ Θεὸς θάνατον οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ζώντων. 14 ἔκτισε γὰρ εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα, καὶ σωτήριοι αἱ γενέσεις τοῦ κόσμου, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν αὐταῖς φάρμακον ὀλέθρου οὔτε ᾅδου βασίλειον ἐπὶ γῆς. 15 δικαιοσύνη γὰρ ἀθάνατός ἐστιν. 16 ᾿Ασεβεῖς δὲ ταῖς χερσὶ καὶ τοῖς λόγοις προσεκαλέσαντο αὐτόν, φίλον ἡγησάμενοι αὐτὸν ἐτάκησαν καὶ συνθήκην ἔθεντο πρὸς αὐτόν, ὅτι ἄξιοί εἰσι τῆς ἐκείνου μερίδος εἶναι.
(13 Γιατί τον θάνατο δεν τον έκανε ο Θεός, ούτε ευχαριστείται με τον αφανισμό των ζωντανών. 14 Ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν για να υπάρχει και το διατηρεί στη ζωή με τη συνεχή δημιουργία του. Στα δημιουργήματά του δεν υπάρχει τίποταπου να τα οδηγεί στην καταστροφή˙ και πάνω στη γη δεν βασιλεύει ο θάνατος αλλά ο Θεός. 15 Στον δίκαιο ο θάνατος δεν έχει εξουσία. 16 Οι ασεβείς με τα έργα τους και με τα λόγια τους προσκαλούν το θάνατο˙ τον αποζητούν με πάθος και τον κάνουν φίλο τους και κάνουν συμφωνία μαζί του. Συνεπώς τους αξίζει να ανήκουν σ’ αυτόν).
ΙΩΝΑΣ Γ΄ 10 Όταν ο Θεός είδε πως οι Νινευίτες άφησαν την κακία τους, μετάνιωσε και δεν τους τιμώρησε όπως τους είχε προειδοποιήσει.
ΙΩΝΑΣ Δ’ 1 Ο Ιωνάς όμως στεναχωρήθηκε πολύ και οργίστηκε. 6 Ο Κύριος ο Θεός, πρόσταξε να φυτρώσει ένα φυτό και το έκανε να ψηλώσει πάνω από τον Ιωνά και να του κάνει σκιά στο κεφάλι του για να νιώθει πιο άνετα. Ο Ιωνάς χάρηκε πάρα πολύ γι’ αυτό το φυτό. 7 Νωρίς όμως την άλλη μέρα το πρωί ο Θεός πρόσταξε ένα σκουλήκι ν’ αρχίσει να τρώει τις ρίζες του φυτού, κι έτσι το φυτό ξεράθηκε. 8 Όταν βγήκε ο ήλιος, ο Θεός πρόσταξε να φυσήξει ένας καυτός ανατολικός άνεμος˙ ο ήλιος έκαιγε το κεφάλι του Ιωνά κι ένιωθε τρομερά εξαντλημένος. Ήθελε να πεθάνει (...). 9 Ο Θεός όμως τον ρώτησε: «Είναι σωστό, Ιωνά, να θυμώνεις εξαιτίας αυτού του φυτού;» Κι εκείνος απάντησε: «Και βέβαια έχω δίκαιο να είμαι θυμωμένος˙ καλύτερα να πεθάνω!» 10 Τότε ο Κύριος του είπε: «Πρόσεξε Ιωνά: Εσύ ούτε κόπιασε γι’ αυτό το φυτό ούτε το ‘κανες να μεγαλώσει. Μόνο του μεγάλωσε μέσα σε μια νύχτα και την άλλη μέρα ξεράθηκε. Κι όμως λυπήθηκες γι’ αυτό! 11 Εγώ δεν έπρεπε να λυπηθώ για τη Νινευή, τη μεγάλη πόλη; Σ’ αυτήν υπάρχουν περισσότεροι από εκατόν είκοσι χιλιάδες άνθρωποι , που δεν ξέρουν να ξεχωρίσουν το αριστερό τους χέρι από το δεξί».
ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΙΔ’ 12 καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς ἐμὲ λέγων 13 «Άνθρωπε, αν κάποια χώρα απιστήσει σ’ εμένα, θα την τιμωρήσω και θα της στείλω πείνα, για ν’ αφανίσω και τους ανθρώπους και τα κτήνη της. 14 Ακόμη κι αν ανάμεσα στον πληθυσμό της χώρας εκείνης ήταν άνθρωποι σαν τον Νώε, το Δανιήλ ή τον Ιώβ, η δικαιοσύνη τους δεν θα μπορούσε να σώσει παρά μόνο αυτούς τους ίδιους˙ εγώ ο Κύριος το λέγω».
ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΙΗ΄ 19 «Και τότε θα πήτε: Διατί το παιδί δεν υπέστη την τιμωρίαν των αδικιών του πατρός του; Διότι είναι υιός δικαιοσύνης, έδειξε ευσπλαγχνίαν, ετήρησεν όλας τας εντολάς μου και τας εφήρμοσε πιστώς. Αυτός ασφαλώς και βεβαίως θα ζήση. 20 Άνθρωπος όμως ο οποίος πεισμόνως και αμετανοήτως αμαρτάνει, αυτός θα αποθάνη πολύ σύντομα. Το παιδί δεν θα πάρη επάνω του τας αδικίας του πατρός. Ούτε ο πατέρας θα είναι υπεύθυνος δια τας αδικίας του παιδιού. Η αρετή του δικαίου θα μείνη εις αυτόν κτήμα αναφαίρετον˙ όπως επίσης και η παρανομία του αμαρτωλού θα μένη πάντοτε εις βάρος του αμαρτωλού. 21 Εάν όμως ο αμαρτωλός μετανοήση και αποστραφή όλας τας αμαρτίας, τας οποίας διέπραξε, και προσπαθήση να τηρήση όλας τας εντολάς μου και να εφαρμόση δικαιοσύνην και έλεος, θα μακροημερεύση και δεν θα τιμωρηθή με πρόωρον θάνατον. 22 Όλα τα αμαρτήματα, τα οποία είχε διαπράξει, εν θα τα ενθυμηθή πλέον ο Θεός. Χάρις δε εις την ενάρετον ζωήν του, την οποίαν ζη, θα ζήση επί μακρόν. 23 Μήπως, τάχα, εγώ θέλω τον θάνατον του αμαρτωλού, λέγει ο Κύριος, όπως και όσον θέλω και επιθυμώ να απαρνηθή αυτός τον αμαρτωλόν τρόπον της ζωής, να επιστρέψη εν μετανοία προς εμέ, δια να ζήση επί μακρόν; 32 Διότι εγώ δεν επιθυμώ και δεν θέλω τον θάνατον εκείνου, ο οποίος αποθνήσκει αμετανόητος εις τας αμαρτίας του», λέγει ο Κύριος.
ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΛΓ’ 13 Εάν εγώ ειπώ εις τον δίκαιον, ότι θα ζήση, αυτός δε έχη πεποίθησιν και θεωρήση στήριγμά του την προτέραν του αρετήν, παρασυρθή δε εις παρανομίαν, όλαι αι δικαιοσύναι αυτού δεν θα ληφθούν υπ’ όψιν, αλλά θα θανατωθή εξ αιτίας της αμαρτίας, την οποίαν διέπραξεν. 14 Εάν επίσης εγώ ειπώς εις τον ασεβή˙ ασφαλώς και βεβαίως θα θανατωθής εξ αιτίας των αμαρτιών σου, εκείνος δε μετανοήση και απομακρυνθή από τας αμαρτίας του και εφαρμόση πλέον δικαιοσύνην εις την ζωήν του, 15 (...) αυτός θα ζήση ευτυχής και δεν θα τιμωρηθή δια θανάτου. 16 Όλαι αι αμαρτίαι, τας οποίας είχε διαπράξει δεν θα ληθφούν υπ’ όψιν, διότι τηρεί το δίκαιον και ζη με δικαιοσύνην. Χάρις δε εις αυτά θα ζήση ευτυχή.
Η τιμωρία/θάνατος του αμαρτωλού δεν έχει την έννοια ότι ο Θεός είναι εγωιστής και επειδή ο άνθρωπος δεν τηρεί το θέλημά του, ο Θεός τον τιμωρεί και τον θανατώνει. Όταν ο άνθρωπος με τη δική του θέληση αρνείται να τηρήσει τις εντολές του Θεού, με άλλα λόγια αρνείται να έχει οποιαδήποτε σχέση με το Θεό, ο Θεός αποσύρει την ευλογία του, τον αφήνει αυτόνομο κι ελεύθερο, και ταυτόχρονα απροστάτευτο από την φθορά, το κακό, τους κακούς ανθρώπους ή τον διάβολο, με αποτέλεσμα ο αμαρτωλός να καταστραφεί. Δεν συνιστά «εκδίκηση του Θεού» ο θάνατος τού αμαρτωλού, λοιπόν. Απλώς διαλέγει ο αμαρτωλός να διακόψει τη σχέση του με το Θεό, ο Θεός αποδέχεται την επιθυμία του αμαρτωλού, και τον αφήνει, τον εγκαταλείπει.
Επομένως η παράθεση από τους επικριτές της Π.Δ. στίχων όπου ο Θεός της Π.Δ. φαίνεται οργιλός τιμωρός δεν αντισταθμίζει καν τους στίχους στους οποίους ο Θεός είναι φιλάνθρωπος κάι πράος, διότι αδυνατεί η αντι-παλαιοδιαθηκική άποψη να εξηγήσει συνολικά την Π.Δ. Και αδυνατεί, γιατί δε λαμβάνει υπόψη της τα κριτήρια της συμπεριφοράς του Θεού σε όλες τις περιπτώσεις. Αδυνατεί να πείσει η αντι-παλαιοδιαθηκική θεωρία ότι ο Θεός της Π.Δ. είναι οργιλός και άκαρδος, εφόσον δεν επεξηγεί στίχους οι οποίοι δείχνουν το αντίθετο: δεν εξηγεί γιατί στην μια περίπτωση ο Θεός τιμωρεί και στην άλλη όχι.
Επειδή οι επικριτές της Π.Δ. είναι προκατειλλημένοι, δεν έχουν διάθεση να ερμηνεύσουν συνολικά την Παλαιά Διαθήκη. Γι’ αυτό άλλωστε, αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι να παραθέσουν στίχους όπου φαίνεται ότι ο Θεός συγχωρεί και σώζει όσους αμαρτωλούς μετανοούν. Γι’ αυτό και αποφεύγουν, να παραθέσουν, πόσο μάλλον να ερμηνεύσουν, στίχους στους οποίους ο Θεός συγχωρεί ή λυτρώνει ξένα έθνη και πόλεις ή τιμωρεί τους Εβραίους. Η ερμηνεία τους είναι ανάπηρη, χωλαίνει, αφορά μόνο τους «στίχους τιμωρίας». Δεν μπορούν να έχουν συνολική αντίληψη. Λέγοντας τη μισή αλήθεια, λένε δυο φορές ψέμματα.
Θα πούν μερικοί «πώς γίνεται να τιμωρούνται όλοι οι άνθρωποι ενός «αμαρτωλού» έθνους, και μάλιστα και τα παιδιά τους που δεν έχουν φταίξει;» Κατά πρώτον, στην Π.Δ. τα δίκαια και μη αμαρτωλά άτομα ενός κακού έθνους ειδοποιούνται να φύγουν από το έθνος τους πρωτού ξεσπάσει η τιμωρία επί αυτού, όπως π.χ. οι δίκαιοι Κιναίοι προειδοποιούνται να φύγουν από τους Αμαληκίτες στο Α΄ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΙΕ΄ 6, προτού οι Αμαληκίτες τιμωρηθούν, ή όπως ο δίκαιος Λώτ προειδοποιείται να φύγει από τα Σόδομα στο ΓΕΝΕΣΙΣ ΙΘ΄ 12-16, προτού τα Σόδομα καταστραφούν. Οι γαμπροί του Λωτ που δεν πήραν στα σοβαρά την προειδοποίηση και παρέμειναν στα Σόδομα, σκοτώθηκαν από δικό τους φταίξιμο. Επιπλέον έχουμε δει ότι τα μη αμαρτωλά μέλη ενός αμαρτωλού έθνους, εκτός αν έφευγαν, μπορούσαν να συμβιώσουν με τους Ισραηλίτες κι αυτοί δεν τα πείραζαν ούτε αυτά ούτε τις οικογένειές τους. Όσο για το δεύτερο πρέπει να κάνουμε ορισμένες διευκρινίσεις:
1) Ο Θεός όντως δίνει εντολή για θανάτωση παιδιών, ως τμήμα του πληθυσμού των εχθρικών εθνών. Αυτή η εντολή δεν δόθηκε για όλα τα έθνη, αλλά για ορισμένα. Συνήθως είναι οι Ισραηλίτες που σφάζουν (ως τμήμα του πληθυσμού, μετά από πόλεμο) και τα παιδιά, δίχως ο Θεός να τους παροτρύνει άμεσα˙ ή δεν τους επικρίνει. Ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις που προστάζει τον αφανισμό όλου του πληθυσμού. Κυρίως αυτός ο αφανισμός αφορά τα αρσενικά παιδιά.
2) Το ζήτημα είναι ότι όσοι εξαρχής δεν πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού της Π.Δ. δεν μπορούν να κατηγορούν έναν ανύπαρκτο θεό για κάποιες ανύπαρκτες εντολές του. Είτε οι κατήγοροι της Π.Δ. πρέπει, προκειμένου να υποστηρίξουν ότι ο Θεός της Π.Δ. έδωσε τις εντολές σφαγιασμού, να πιστέψουν ότι υπάρχει κι ότι είναι ο μόνος δωρητής κάθε ζωής (με ό,τι αυτό συνεπάγεται), είτε, αν δεν πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού αυτού, να μην θεωρούν τις εντολές αυτές δοσμένες. Δεν μπορούν ταυτόχρονα και τις εντολές να θεωρούν πραγματικά δοσμένες και την ίδια στιγμή να θεωρούν ανύπαρκτο τον δότη των εντολών αυτών. Η λογική τους είναι σαθρή και οι ίδιοι παριστάνουν τους έξυπνους.
Θα απαντήσουν ίσως οι κατήγοροι της Π.Δ.: «δεν πιστεύουμε βεβαίως στην ύπαρξη αυτού του Θεού-εντολοδότη των σφαγών αυτών, αλλά επειδή οι Ισραηλίτες τον εφηύραν ως δικαιολογία για τις κατακτητικές τους εκστρατείες και τις άθλιες απάνθρωπες πράξεις τους κι επειδή πολλοί άνθρωποι που πιστεύουν στον Θεό αυτόν ίσως παρασυρθούν από τις απάνθρωπες εντολές του και αποκτήσουν την ίδια νοοτροπία, θέλουμε να ξεσκεπάσουμε τη δολιότητα και την αισχρότητα αυτού του εξουσιαστικού-απάνθρωπου άλλοθι». Έχουμε απαντήσει παραπάνω στον ισχυρισμό αυτόν και ξανααπαντούμε: Εάν ο Θεός της Π.Δ. ήταν το άλλοθι των απάνθρωπων Ισραηλιτών/Μωυσή/Ιησού Ναυή/ιερατείου για σφαγές και κατακτήσεις, τότε η Παλαιά Διαθήκη ουδέποτε θα κατέγραφε την αμαρτωλότητα, την απιστία, τη δειλία και την ειδωλολατρία του Ισραήλ καθώς και τις απειλές του Θεού κατά του Ισραήλ και την τιμωρία του Ισραήλ από τον Θεό αυτόν. Αν ο Θεός ήταν άλλοθι για τις σφαγές ξένων παιδιών των αμαρτωλών Χαναναίων, τότε δε θα διέταζε ο ίδιος στο ΙΕΖΕΚΙΗΛ Θ’ 5-6 τη σφαγή των παιδιών των αμαρτωλών Ισραηλιτών. Εκτός κι αν οι αυτοπαρουσιαζόμενοι ως «αντιεξουσιαστές» κατήγοροι της Π.Δ. θεωρούν τους Ισραηλίτες (προφήτες και ιερείς συγγραφείς) μαζοχιστές, ώστε να καταγράψουν στο (για άλλοθι) «ιερό» βιβλίο τους τους δεκάδες στίχους εναντίον του Ισραήλ˙ στην περίπτωση αυτήν αρμόδια για τέτοιες απόψεις θα ήταν η ψυχιατρική.
3) Ο Θεός ως δωρητής της ζωής είναι ο μόνος που έχει το δικαίωμα να προστάξει την αφαίρεσή της και να την αφαιρέσει. Οι άνθρωποι δεν έπλασαν εκ του μηδενός τους ανθρώπους, ώστε να έχουν δικαίωμα να τους εξοντώσουν ούτε γνωρίζουν πλήρως τι είναι δίκαιο, τι είναι λιγότερο οδυνηρό και τι συμφέρει περισσότερο˙ ο Θεός τα γνωρίζει αυτά και έχει πλάσει τον άνθρωπο εκ του μηδενός.
4) Ο Θεός ζήτησε από τους Ισραηλίτες να φονεύσουν (μεταξύ άλλων) και τα (αθώα) παιδιά ενός κακού έθνους, ώστε να αποφευχθούν μεγαλύτερα κακά. Αν π.χ. τα αθώα βρέφη των αμαρτωλών γονιών (μιλάμε πάντα για συγκεκριμένα έθνη, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο κι όχι «γενικά και αόριστα») συνέχιζαν να ζουν μαζί με τους αμαρτωλούς γονείς τους, τότε μεγαλώνοντας θα συνέχιζαν τον αμαρτωλό τρόπο της ζωής των γονιών τους (εάν αυτοί πρώτα δεν τα θυσίαζαν στους θεούς τους): θρησκευτική ιερουδουλεία (καταπίεση γυναικών και ιεροποίηση της διαστροφής), ανθρωποθυσίες, κτηνοβασίες, γενικότερη αμαρτωλή συμπεριφορά. Έτσι, ο τρόπος αυτός ζωής θα συνεχιζόταν. Ο Θεός ήξερε ότι δεν υπήρχε τρόπος να αλλάξει αυτό: ως γνώστης του μέλλοντος ήξερε τι θα γινόταν, αν δεν εξοντώνονταν ολοκληρωτικά τα αμαρτωλά έθνη. Ήταν μια οδυνηρή λύση, αλλά ήταν η μόνη υπαρκτή. Ο Θεός δεν είναι μάγος, επεμβαίνει στην Ιστορία αποδεχόμενος τις συνθήκες που δημιουργούν οι άνθρωποι. Δεν καταστρέφει «χτυπώντας παλαμάκια» το Κακό.
5) Ασφαλώς δεν θέλησε ο Θεός να σώσει τη ζωή των αθώων παιδιών σκοτώνοντάς τα. Θέλησε να σταματήσει τις ανθρωποθυσίες παιδιών που θα συνεχίζονταν και στο μέλλον. Ετσι σώθηκαν πολύ περισσότερα παιδιά (αυτά που διαφορετικά θα γίνονταν ιερόδουλες ή θα θυσιάζονταν στη φωτιά του Μολώχ) συγκριτικά με τα παιδιά που ο Θεός επέτρεψε ή διέταξε (έχοντας κατά νου το μέλλον) να σφαγούν. Για το ζήτημα της λιγότερο οδυνηρής λύσης κάνουμε λόγο παρακάτω.
6) Το πρόβλημα ασφαλώς το έχουν όσοι πιστεύουν ότι η ζωή σταματά στο θάνατο. Αν είναι έτσι, τότε όντως τα παιδιά που σφάχτηκαν αδικήθηκαν. Αλλά όσοι το πιστεύουν αυτό, υπόκεινται στην ίδια κατηγορία με αυτούς που αναφέραμε στο 2).
7) Αναφέραμε παραπάνω διάφορα εδάφια. Αυτά δείχνουν ότι όταν υφίστανται κακό τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας ενός αμαρτωλού, το κακό αυτό δεν είναι τιμωρία και των ίδιων, αλλά κατ’ ανάγκη αποτέλεσμα του γεγονότος ότι τα υπόλοιπα (αθώα) μέλη της οικογένειας του αμαρτωλού ζουν μαζί και η μοίρα του καθενός αλληλεπιδρούν με τις μοίρες των άλλων. Αυτό δεν είναι συν-τιμωρία και δεν σχετίζεται μόνο με οικογένειες αμαρτωλών.
Για παράδειγμα, αν κάποιος γονιός κερδίσει το λόττο, τότε δεν ευεργετείται μόνο αυτός αλλά μέσω αυτού και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Αν εργάζεται σκληρά και γίνει πλούσιος, τότε δεν ευεργετείται μόνο ο ίδιος, αλλά και τα μέλη της οικογένειάς του, τα οποία, φυσικά, αν και δεν έκαναν απολύτως τίποτα, ώστε να δικαιούνται τον πλούτο (δεν δούλεψαν αυτά σκληρά), ωστόσο, επειδή οι μοίρες τους αλληλεπιδρούν μ’ αυτήν του γονιού, επωφελούνται κι αυτά. Παρομοίως για την αντίθετη περίπτωση, αν κάποιος γονιός είναι δολοφόνος και κλέφτης και συλληφθεί ή σκοτωθεί, τότε τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του δεν συν-τιμωρούνται, αλλά επειδή είναι μία οικογένεια μ’ αυτόν και οι τύχες τους αλληλεξαρτώνται, συνυφίστανται τις συνέπειες της κακίας του. Αυτά δεν παν φυλακή ούτε δολοφονούνται, αλλά στεναχωριούνται. Υποφέρουν τις συνέπειες τις κακίας του πατέρα τους, και είναι αποκλειστικώς θύματα της ανοησίας και κακίας των γονιών τους. Κανείς δεν «τιμωρεί» τα παιδιά ενός δολοφόνου, αλλά αυτά υφίστανται τις συνέπειες της τιμωρίας του δολοφόνου. Αν κάποιος γονιός είναι ναρκωμανής, τότε κανείς δεν τιμωρεί τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας που στερούνται την υλική ευημερία, επειδή ο ναρκωμανής ξοδεύει τα λεφτά στα ναρκωτικά. Εφόσον λοιπόν τα παιδιά είναι 1. υπό την προστασία των γονιών και 2. αναγκαστικά – εκ φύσεως – ακολουθούν κι επηρεάζονται από τις τύχες των γονιών, τότε δεν πρέπει να θεωρήσουμε παράξενο αν επωφελούνται ή αν συνδυστυχούν μαζί με τους γονείς τους.
Το ίδιο συμβαίνει και στην Π.Δ. Η Ραάβ στην Ιεριχώ κλείνει συμφωνία, επειδή βοήθησε, με τους Ισραηλίτες, όταν αυτοί καταλάβουν την πόλη της, να μην την πειράζουν, ούτε αυτήν ούτε όσους βρίσκονται τη στιγμή της κατάληψης μέσα στο πατρικό της σπίτι και αυτοί προσθέτουν (ΙΗΣΟΥΣ ΝΑΥΗ Β’, 19): «Όποιος βγει έξω από την πόρτα του σπιτιού σου, θα είναι ο ίδιος υπεύθυνος για το θάνατο του κι όχι εμείς. Αν όμως, κάποιος πειράξει οποιονδήποτε απ’ αυτούς που θα βρίσκονται μαζί σου, στο σπίτι σου, θα είμαστε εμείς υπεύθυνοι για το θάνατό του». Εδώ είναι αποκλειστικά και μόνο η Ραάβ αυτή που βοηθά τους Ισραηλίτες, ωστόσο χάρη σ’ αυτήν επωφελούνται και γλιτώνουν τις ζωές τους και πολλοί άλλοι, που θα βρίσκονταν στο σπίτι. Αυτών οι ζωές δεν σώθηκαν επειδή οι ίδιοι ήταν δίκαιοι, αλλά επειδή σχετίζονταν (ήταν συγγενείς ή φίλοι) μαζί με αυτήν που ήταν δίκαια. Επομένως εδώ υφίστανται τα καλά αποτελέσματα μιας σωστής πράξης ενός μέλους της οικογένειάς τους˙ δεν επιβραβεύονται οι ίδιοι. Το ίδιο συμβαίνει και με την οικογένεια του Λωτ. Ο Λωτ ήταν ο μόνος δίκαιος στα Σόδομα˙ ωστόσο εξαιτίας του σώθηκαν και πολλοί άλλοι, όσοι πίστεψαν στα λόγια του. Αυτοί σώθηκαν επειδή σχετίζονταν με έναν δίκαιο.
8) Τα παιδιά λοιπόν δεν τιμωρούνταν για τις αμαρτίες των γονιών τους. Ήταν θύματα των αμαρτιών των γονιών τους. Δηλαδή της αμαρτωλότητάς τους˙ της απρονοησίας τους να το σκάσουν απ’ τη Χαναάν˙ της απερισκεψίας τους να μην πολεμήσουν κατά των Ισραηλιτών.
9) Αν εξετάσουμε τώρα το θέμα «τι θα μπορούσαν οι Ισραηλίτες να κάνουν με τα παιδιά των εχθρών τους;», διαπιστώνουμε ότι υπήρχαν μόνο οι εξής τέσσερεις επιλογές.
i) να τα έπαιρναν ως σκλάβους, είτε γι’ αυτούς είτε για να τα πουλήσουν στους δουλέμπορους.
ii) να τα έπαιρναν μαζί τους και να τα ενέτασσαν σε τίποτε οργανισμούς ή προγράμματα ένταξης στην κοινωνία του Ισραήλ – ή να τα μοίραζαν στις οικογένειές τους και να τα ανέθρεφαν ως ισραηλιτόπουλα.
iii) να τα άφηναν στα ερείπεια των πόλεών τους, ώστε να τα φαν τα θηρία ή να πεθάνουν απ’ την πείνα ή να τα αρπάξουν οι δουλέμποροι.
iv) να τα σκοτώσουν επί τόπου.
Λέμε «μόνο οι εξής επιλογές» διότι, επαναλαμβάνουμε, ο Θεός δεν είναι θαυματουργός-μάγος (αν ήθελε, θα μπορούσε, φυσικά, να γίνει), συνεργάζεται με τους ανθρώπους και «παίζει» στην Ιστορία σύμφωνα με τις συνθήκες που δημιουργούν οι άνθρωποι μόνοι τους. Αλλιώς λ.χ. δε θα ενσαρκωνόταν ο Χριστός, αλλά ο Θεός θα «χτυπούσε παλαμάκια» και το κακό θα εξαφανιζόταν – επειδή το θέλει ο Θεός κι όχι επειδή συναίνεσαν όλοι οι άνθρωποι (κι ένας κακός να παραμείνει, το κακό υπάρχει).
Για την επιλογή i) πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός καταδικάζει τη δουλεία. Στο αρχαίο Ισραήλ η μόνη μορφή δουλείας που επιτρεπόταν ήταν η προσωρινή για λόγους οικονομικούς. Έπειτα από επτά χρόνια όλοι οι δούλοι έπρεπε να απελευθερωθούν – σύμφωνα με ό,τι πρόσταζε ο Θεός της Π.Δ. Επίσης ο Θεός πρόσταζε ότι αν ένας δούλος το έσκαζε από τον αφέντη του κι ερχόταν στο Ισραήλ, δεν θα έπρεπε να τον παραδόσουν αλλά να τον αφήσουν να κατοικεί ελεύθερο (ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ ΚΓ’, 15). Μόνο για προτροπή προς «σαφάρι υποδούλωσης» δεν μοιάζει αυτό. Κατά δεύτερον, αυτό ήταν πρακτικά αδύνατο – εκτός από λίγες σπάνιες περιπτώσεις. Πρώτον, διότι ειδικά την εποχή που οι Ισραηλίτες ετοιμάζονταν να καταλάβουν τη Χαναάν και να πολεμήσουν με τα έθνη της, ζούσαν σε καταυλισμούς, μετακινούνταν από τη μια περιοχή στην άλλη. Δε θα μπορούσαν να έχουν αρκετή τροφή. Δεύτερον, οι Χαναναίοι ήταν υπεράριθμοι των Ισραηλιτών˙ αν οι Ισραηλίτες «άρπαζαν τα ορφανά παιδιά ως δούλους», όχι μόνο σύντομα θα μεγάλωναν έναν στρατό μελλοντικών εκδικητών αλλά επιπλέον θα αντιστοιχούσαν πάρα πολλοί δούλοι σε κάθε ελεύθερο. Ίσως σε άλλες εποχές, όταν είχε σταθεροποιηθεί το Ισραήλ, αυτό να ήταν δυνατό, αλλά τότε απλούστατα δεν υπήρχαν έθνη της Χαναάν προς υποδούλωση των παιδιών τους.
Για την περίπτωση ii) ούτε υπήρχαν τίποτε τέτοιοι οργανισμοί κοινωνικής πρόνοιας στην αρχαία εποχή, στην Μ. Ανατολή ούτε μπορούσαν, δεδομένων των συνθηκών που προαναφέραμε, να αναπτύξουν οι Ισραηλιτες ειδικά για να αφομοιώσουν» τα παιδιά των ηττημένων Χαναναίων. Ούτε πάλι γινόταν να δεχτούν οι μετακινούμενοι Ισραηλίτες ως παιδιά τους τα παιδιά των Χαναναίων, διότι ούτε αρκετή τροφή υπήρχε για τη συντήρηση των καταυλισμών (ζώντας σε καταυλισμούς – προσωρινά – μεταναστεύοντας και πολεμώντας δεν είχαν τη δυνατότητα να καλλιεργούν τη γη) ούτε ήταν δυνατό τόσος πληθυσμός να αφομοιωθεί από τους υποδεέστερους αριθμητικά Ισραηλίτες ούτε θα ξεχνούσαν τα παιδιά των Χαναναίων ότι οι θετοί γονείς τους ήταν οι εχθροί τους ούτε οι Ισραηλίτες θετοί γονείς θα ξεχνούσαν ότι αυτά ήταν τα παιδιά των εχθρών τους και δυνάμει εχθροί τους, όταν θα μεγάλωναν (με αποτέλεσμα να τα καταπιέζουν και ποτέ να μη τους φέρονται όπως στα άλλα παιδιά τους). Κατά την Τουρκοκρατία οι Τούρκοι άρπαζαν τα ελληνόπουλα, με σκοπό να τα κάνουν στρατιώτες – αλλά οι Τούρκοι, σ’ αντίθεση με τους Ισραηλίτες 1) ήταν μόνιμα εγκατεστημένοι κάπου, 2) ήταν οι κυρίαρχοι όχι οι επί ίσοις όροις πολεμούντες τους Έλληνες, 3) δεν διέσπειραν τα ελληνόπουλα σε κάθε τουρκική οικογένεια, αλλά τα ανέτρεφαν σε αγέλες, σε στρατόπεδα. Πρακτικά, λοιπόν, ούτε η ii) περίπτωση ήταν δυνατή. Θα μπορούσε κανείς να πει «γιατί ο Θεός δεν πρόσταζε τους Ισραηλίτες να αφομοιώσουν τα παιδιά αυτά και να τα φέρονται όπως στα δικά τους; Αν τους διέταζε, θα υπάκουαν». Δυστυχώς δεν είχαν έτσι τα πράγματα. Αν υποτεθεί ότι τους πρόσταζε και τον υπάκουγαν, θα έπρεπε να βρεθεί αμέσως τροφή – ή μήπως τα δίχως δόντια ορφανά χαναανιτικά βρέφη θα έτρωγαν το «μάννα εξ ουρανού»; Αλλά ο Θεός μέσω της Π.Δ. περιγράφει πόσο καλοί ήταν οι Ισραηλίτες προς τα παιδιά τους: ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΙΣΤ’ «20 Έπειτα πήρες τ’ αγόρια σου και τα κορίτσια σου, και τα προσέφερε θυσία στα είδωλα για να γίνουν τροφή τους. Σαν να μην έφταναν δηλαδή οι πορνείες σου, 21 έσφαξες τα παιδιά μου και τα παρέδωσες στα είδωλά σου για ολοκαύτωμα». Αν αυτά τα έκαναν στα δικά τους παιδιά, τι θα έκαναν στα παιδιά των ξένων, των «εχθρών» που μόλις είχαν κατανικήσει; Και πόσο σίγουρο ήταν ότι συνεχώς – ήδη από τον καιρό εκείνο αποστάτες – θα υπάκουαν στην εντολή αυτή; Εμείς δεν μπορούμε να ξέρουμε. Ο Θεός πρέπει να ήξερε, όπως στο προαναφερθέν εδάφιο, την ποιότητα των Ισραηλιτών, και γι’ αυτό δε διέταξε τίποτα.
Για την περίπτωση iii) θα μπορούσε κανείς να την αποκαλέσει την οδυνηρότερη, διότι ήταν αργός θάνατος. Δίχως συγγενείς (ή συγγενείς που το είχαν σκάσει), ανάμεσα στα αποκαΐδια των σπιτών τους, ευάλωτα στα θηρία, στις επιδημίες (λόγω των άταφων νεκρών), στην έλλειψη τροφής, στους νομαδικούς επιδρομείς και τους δουλέμπορους που παραμόνευαν μετά από κάθε μάχη, μάλλον ήταν η χειρότερη επιλογή που μπορούσε να προστάξει ο Θεός.
Απομένει η περίπτωση iv) η οποία ήταν η λιγότερο οδυνηρή από τη δουλεία (ειδικά τα αρσενικά στην Μ.Ανατολή τυφλώνονταν, ώστε να μην επαναστατήσουν – τα θηλυκά θα χρησιμοποιούνταν από τους αγοραστές τους ως σκεύη ηδονής), από την κοινωνική υποτίμηση, από τον αργό θάνατο.
9) Πρέπει να επαναλάβουμε ότι δεν υπήρχε εναλλακτική λύση. Αυτές ήταν οι συνθήκες στην εποχή εκείνη. Μήπως πρέπει να ξαναθυμίσουμε τις αγριότητες κατά του άμαχου πληθυσμού στην Αρχαία Ελλάδα, κατά τους ατελείωτους ενδοελληνικούς πολέμους, τον εξανδραποδισμό των γυναικόπαιδων, τη σφαγή των αρσενικών, την ισοπέδωση πόλεων, ώστε να μην έχουμε αυταπάτες για το ποια ήταν η λιγότερο οδυνηρή λύση;
10) Υπάρχει στον Ησαΐα ένα εδάφιο που αναφέρεται στο θάνατο των δίκαιων ανθρώπων (ΗΣΑΐΑΣ ΝΖ’, 1-2): «Ἴδετε ὡς δίκαιος ἀπώλετο, καὶ οὐδεὶς ἐκδέχεται τῇ καρδίᾳ καὶ ἄνδρες δίκαιοι αἴρονται, καὶ οὐδεὶς κατανοεῖ. Ἀπὸ γὰρ προςώπου ἀδικίας ᾖρται ὁ δίκαιος. 2 Ἔσται ἐν εἰρήνῃ ἡ ταφὴ αὐτοῦ, ᾖρται ἐκ τοῦ μέσου».(Δηλαδή: «δείτε πώς ο δίκαιος χάθηκε και κανείς δε συγκινείται ούτε αισθάνεται αυτό η καρδιά του, και πώς άντρες δίκαιοι θανατώνονται και κανείς δεν το προσέχει, αλλά όλοι αδιαφορούν παγερά. Συμβαίνει αυτό επειδή λόγω της μεγάλης αδικίας έχει θανατωθεί ο δίκαιος. Και θα γίνει εν ειρήνη η ταφή του, έχει αρθη από το μέσο γενιάς πονηρής και ενόχου»). Με άλλα λόγια τα παιδιά αυτά γλίτωσαν τόσο από τη ζωή εν μέσω αμαρτωλών Χαναναίων (την οποία, με τη σειρά τους, θα ακολουθούσαν) όσο και από τη δουλεία και την εκμετάλλευση.
11) Μπορεί κάποιος να πει «ίσως αυτά, από άποψη ψυχρής λογικής να ευσταθούν˙ προτιμότερος ένας γρήγορος θάνατος από τη δουλεία ή τον αργό θάνατο. Ωστόσο, αν φανταστούμε τη στιγμή εκείνη που οι μητέρες των βρεφών τα έβλεπαν να σφάζονται από τους Ισραηλίτες ή τα παιδιά έβλεπαν τις μητέρες τους να σφάζονται από τους Ισραηλίτες, πόσο συμβατό είναι αυτό με την εικόνα ενός δίκαιου Θεού που δε θέλει να υποφέρει κανείς;» Φυσικά η σκηνή αυτή είναι τρομερή, αλλά πάλι θα πρέπει να συγκρίνουμε τη σκηνή αυτή και τη διάρκειά της με αντίστοιχες σκηνές που γίνονταν ή θα γίνονταν, εάν αυτή δε συνέβαινε. Έτσι, τόσο αναφορικά με τις αναίτιες επιθέσεις των διάφορων εθνών κατά του Ισραήλ (στις οποίες συνέβαιναν ακριβώς τα ίδια πράγματα που φανταζόμαστε με την περιγραφή της παραπάνω σκηνής) όσο και με τις θρησκευτικές πρακτικές των Χαναναίων προς τα παιδιά τους, αυτές θα συνεχίζονταν. Δηλαδή, από τη μιά έχουμε μια φρικτή σκηνή η οποία διαρκεί μια μέρα και αφορά λίγα έθνη, ενώ από την άλλη έχουμε α’) επί αιώνες επαναλαμβανόμενες επιδρομές κι εχθροπραξίες Αμαληκιτών, Μωαβιτών, Μαδιανιτών, Αμορραίων κ.ά. από την εποχή της Εξόδου ώς την εποχή του Σαούλ και του Δαυίδ (400 χρόνια!). Ποιο είναι λιγότερο φρικτό, ποσοτικά (αφού ποιοτικά είναι το ίδιο); β') τους Χαναναίους ιερείς να ετοιμάζονται να ρίξουν τα βρέφη τους στο βωμό του Βάαλ – ο οποίος μοιάζει με ανοιχτή αγκαλιά, εντός της οποίας καίει φωτιά – και οι Χαναναίοι γονείς δίπλα να παρατηρούν ατάραχοι («αν δεν το κάναμε αυτό, ο Βάαλ θα οργιζόταν») και με ήρεμη τη συνείδησή τους κι έπειτα να γυρνάν σπίτι τους και να λεν στα άλλα παιδιά τους ότι ο αδερφός τους είναι με τον Βαάλ˙ κι αυτό να συμβαίνει επί εκατοντάδες χρόνια, σε χιλιάδες βρέφη. Τι είναι ποσοτικά (αφού ποιοτικά είναι ίδια η φρίκη της θανάτωσης ενός παιδιού) χειρότερο;
Συμπέρασμα: εάν είναι να σκεφτούμε συναισθηματικά, πρέπει να σκεφτούμε και τις δύο όψεις του νομίσματος – τι γινόταν και τι θα συνεχιζόταν να γινόταν, εάν δεν γινόταν αυτό που οι κατήγοροι της Π.Δ. καταγγέλλουν. Αν είναι να είμαστε συναισθματικοί, ας είμαστε, αρκεί να μην χάνουμε την ικανότητα να διακρίνουμε το χειρότερο από το κακό.
12) Στο σημείο αυτό οι κατήγοροι της Π.Δ. θα ξαναρχίσουν τους ισχυρισμούς ότι «δεν μπορεί, θα υπήρχε κάποια άλλη λύση˙ γιατί να έπρεπε να σκοτωθούν τα παιδιά αυτά, ώστε να μην σκοτώνονται από τους Χαναναίους με ανθρωποθυσίες τα μωρά τους ή από τους επιδρομείς τα παιδιά των Ισραηλιτών;». Επειδή νομίζουν ότι το δίλημμα είναι ψευδές κι ότι θα μπορούσε να «γίνει αλλιώς» η δουλειά, αναφέρουμε δύο παραδείγματα. Το πρώτο, ένα ζευγάρι έχει γεννήσει σιαμαία, κολλημένα μεταξύ τους. Πρέπει να αποχωριστούν, αλλιώς και τα δύο θα πεθάνουν σύντομα. Αν όμως αποχωριστούν, μόνο το ένα θα ζήσει. Θα μπορούσαν οι γονείς να αρνηθούν να αποφασίσουν ποιο βρέφος θα ζήσει, με το σκεπτικό «πρέπει να υπάρχει κι άλλη εναλλακτική λύση», και να αφήσουν και τα δύο βρέφη να πεθάνουν; Ή πρέπει να γίνουν φονιάδες του ενός, ώστε να γλιτώσει το άλλο; Ή είναι «ακραίο ψευτοδίλημμα η επιλογή του ενός απ’ τα δύο»; Δεύτερο παράδειγμα: Έχουμε μια βάρκα (από αυτές που υπάρχουν σε κάθε πλοίο, για περίπτωση ναυαγίου) που χωρά 20 άτομα˙ αν μπουν 21 ή περισσότεροι, αυτή θα βουλιάξει σε δύο λεπτά. Το πλοίο έχει βουλιάξει στη μέση του ωκεανού, δεν υπάρχει απολύτως καμμία επικοινωνία με κανέναν, τα σωστικά μέσα θα αργήσουν πολλές ώρες να έρθουν για επιζώντες, και η θάλασσα είναι γεμάτη καρχαρίες που ήδη έχουν μαζευτεί. Στη βάρκα έχουν μπει ο κυβερνήτης-καπετάνιος της και άλλα 20 άτομα. Δηλαδή βρίσκονται 21 άτομα και αυτή πρόκειται να βουλιάξει αμέσως, εκτός κι αν ριχτεί ένας στη θάλασσα. Ο καπετάνιος δεν πρέπει να ριχτεί, διότι είναι ο μόνος που ξέρει να χειρίζεται τη βάρκα και τον εξοπλισμό της. Αποκλείεται να φτάσει έγκαιρα βοήθεια και είναι 100% σίγουρο ότι εάν η βάρκα βουλιάξει, κανείς δε θα γλιτώσει το φρικτό θάνατο από τους καρχαρίες. Τι πρέπει να κάνει ο καπετάνιος; Να ζητήσει εθελοντή; Αν δεν υπάρξει εθελοντής, πώς θα επιλέξει; Θα διαλέξει τον χειρότερο ηθικώς επιβάτη, για να τιμωρηθεί; Τον πιο γέρο, που έζησε τη ζωή του; Τον πιο μόνο (δίχως συγγενείς), ώστε να μη τον κλάψουν; Τον πιο αρρωστιάρη που ίσως λίγο μετά να πεθάνει απ’ το κρύο; Τον πιο χοντρό; Κι αν αυτοί κλαίγοντας ικετεύουν για λύπηση; Αν είναι όλοι απλώς «πολύ εγωιστές», ώστε να αυτοθυσιαστούν; Πρέπει να ψηφίσουν; Πρέπει να βγει ο άτυχος με κλήρο; Πρέπει να αρχίσει – υπενθυμίζουμε: η επιλογή πρέπει να γίνει σε διάστημα λιγότερο των δύο λεπτών, αλλιώς το λόγο έχουν οι καρχαρίες – «αγώνας πάλης» κι ο πιο αδύνατος να ριχτεί στη θάλασσα; Πρέπει ο καπετάνιος να πείσει τους άλλους 20 ότι το «ηθικά σωστό» είναι να μην ριχτεί κανείς στους καρχαρίες, ώστε να μην διαπραχθεί φόνος, και να φαγωθούν και οι 21; Κι αν αυτό το δεχτούν οι 20 από τους 21, αλλά όχι ο 21ος; Δεν θα διαπράξουν έτσι φόνο ενός οι είκοσι (δεν έχουν το δικαίωμα να τον καταδικάσουν σε υποχρεωτικό θάνατο, εάν θέλουν να τηρήσουν την αρχή «εμείς δεν δολοφονούμε κανέναν»), αφού θα τον έχουν ρίξει στους καρχαρίες παρά τη θέλησή του; Τι είναι ηθικό; Ο θάνατος του ενός ή των είκοσι ενός; Και έστω ότι αποφασίζεται ο «τυχερός». Πώς πρέπει να ριχτεί από τη βάρκα; Με το ζόρι, ζωντανός στους καρχαρίες, ώστε να τον βλέπουν να ουρλιάζει προσπαθώντας να ξαναανέβει, ενώ τον κατασπαράσσουν τα δόντια των καρχαριών; Πρέπει να τον δέσουν, ώστε να μην προσπαθήσει να ξαναανέβει και να πνιγεί; Πρέπει να τον χτυπήσουν στο κεφάλι, ώστε να χάσει τις αισθήσεις του και να αντιληφθεί μόνο για δύο δεπτερόλεπτα – ξανααποκτώντας τις αισθήσεις του – ότι βρίσκεται στα σαγώνια του καρχαρία, αλλά να υποφέρει μόνο για δύο δεπτερόλεπτα; Πρέπει να τον μαχαιρώσει ο καπετάνιος, ώστε να γλιτώσει τη φρίκη ενός εναγώνιου θανάτου στη θάλασσα κι οι καρχαρίες να ξεσκίσουν απλώς ένα πτώμα;
13) Συμπέρασμα: Δεν υπάρχουν εναλλακτικές περιπτώσεις πάντα, ούτε happy end. Δεν είναι πάντα απόλυτη η ηθική. Ούτε ο Θεός δεσμεύεται από την ηθική. Θέλει το καλύτερο, αλλά αν αυτό δε γίνεται, θέλει το λιγότερο οδυνηρό. Κι αυτό έγινε με τη σφαγή των μικρών παιδιών των Χαναναίων.
14) Αν αυτό που έκαναν τότε οι Ισραλίτες, το έκανε κάποιος λαός σήμερα, θα θεωρούσαμε όλοι ως γενοκτονία την πράξη του. Σήμερα, μετά από έναν πόλεμο, το πιθανότερο είναι ότι θα υπήρχαν σπίτια, υποδομή, τρόφιμα, κοινωνική οργάνωση, ώστε τα ορφανά κι οι άμαχοι να μην πεθάνουν αβοήθητα. Σήμερα υπάρχουν διεθνείς οργανισμοί, για την προστασία των αμάχων και των ορφανών. Σήμερα, όταν διεξάγεται πόλεμος μεταξύ δύο εθνών, αυτοί που βασικά σκοτώνονται είναι οι στρατιώτες. Κι ούτε σήμερα συνηθίζεται να σφάζονται οι άμαχοι – εκτός κι αν μιλάμε για την Αφρική. Σήμερα δεν υπάρχει απλούστατα λόγος, ούτε είναι επιπλέον δυνατή η ολοκληρωτική διάλυση του αντίπαλου έθνους-κράτους. Τότε, το 1200 π.Χ., δεν υπήρχαν όμως τίποτε από όλα όσα υπάρχουν σήμερα – τα οποία κάνουν απαράδεκτη τη δικαιολογία «τα σκοτώσαμε για να μην υποφέρουν μόνα τους». Τότε η δικαιολογία αυτή βασιζόταν σε υπαρκτές συνθήκες.Τότε όλοι οι άντρες ήταν και πολεμιστές – όχι όπως σήμερα. Δεν πρέπει να κρίνουμε με σημερινά κριτήρια τον πόλεμο στην Μ. Ανατολή πριν 30 αιώνες. Ότι σήμερα είναι σκληρό, αδικαιολόγητο κι απάνθρωπο, δεν είναι σίγουρο πως ήταν εκείνη την εποχή.
15) Τέλος, να υπενθυμίσουμε ότι μιλάμε για ένα μέρος μόνο των παιδιών των Χαναναίων. Τα παιδιά όσων έφυγαν απ’ τη Χαναάν ή παραδόθηκαν στους Ισραηλίτες (τα περισσότερα) έζησαν και είχαν καλύτερη τύχη.

9. "Ο μύθος του κατακλυσμού είναι αντιγραφή προηγούμενων, παλαιότερων παγανιστικών αφηγήσεων περί κατακλυσμών, π.χ. του Ατραχάση. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αφηγήσεις για τη γένεση του κόσμου. Η Π.Δ. αντιγράφει παλαιότερες αφηγήσεις παγανιστικών θρησκειών".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Συγκρίνονται ο κατακλυσμός της Π.Δ. και της αρχαιοελληνικής μυθολογίας, και οι Νεοπαγανιστές προτιμούν τον δεύτερο, λέγοντας μάλιστα ότι ο πρώτος είναι αντιγραφή του αρχαιοελληνικού (ή άλλου παγανιστικού) μύθου. Ποιος είναι όμως περισσότερο λογικός; Να δημιουργούνται άνθρωποι από άλλους ανθρώπους ή από λίθους όπως στον Δευκαλίωνα; Το λογικό είναι, ότι ο κανόνας είναι ο ακόλουθος: κάποιες απλές διηγήσεις ή παραδόσεις δίνουν τροφή (με εξωραϊσμούς και επαυξήσεις) για δημιουργία πολύπλοκων μύθων˙ όχι το αντίθετο. Ακριβώς δηλαδή ό,τι γίνεται και με τα παραμύθια: υπάρχει ένα αρχικό γεγονός ή μύθος, τον οποίο σιγά-σιγά εμπλουτίζει με φανταστικές ιστορίες κάθε γενιά. Δηλαδή, η Παλαιά Διαθήκη έχει την απλούστερη παράδοση περί Δημιουργίας, δίχως τέρατα, θεομαχίες, πατροκτονίες, παιδοκτονίες: Ενας Θεός δημιουργεί. Αυτό και μόνον αυτό. Έπειτα έρχονται οι άλλοι και τα εξωραΐζουν, βάζουν τέρατα, βάζουν τον ουρανό να μαλώνει με τη γή και άλλα τέτοια αστεία πράγματα, και αυτό καλείται «αρχική» παράδοση; Το αντίθετο ισχύει: όσες ιστορίες έχουν φανταστικά και τερατώδη στοιχεία, αυτές έπονται χρονικά της απλούστερης, δίχως τέρατα και θεομαχίες, αφήγησης. Και για τον Κατακλυσμό, πάλι το ίδιο ισχύει. Είναι φυσιολογικότερο να έχουμε την αφήγηση του Νώε, όπου μόνον άνθρωποι υπάρχουν και δρουν (πλην του Θεού), παρά την μυθολογική αφήγηση του Δευκαλίωνα όπου οι πέτρες μετασχηματίζονται (θαύμα;) σε ανθρώπους. Το πρώτο δείχνει φυσικότητα και είναι μια απλή περιγραφή. Το δεύτερο δείχνει επεξεργασία και μετατροπή σε παραμύθι. Το απλούστερο, δίχως τερατολογίες, είναι το αληθέστερο.
Επιπλέον είναι αδύνατο να θεωρηθεί λογικότερη από την διήγηση της Π.Δ. η παγανιστική διήγηση περί δημιουργίας του ανθρώπου, για τον απλό λόγο, ότι δεν υπάρχει μία διήγηση παγανιστική. Ας πάρουμε για παράδειγμα την αρχαιοελληνική μυθολογία. Υπάρχουν περισσότερες της μίας διηγήσεις τόσο του τρόπου με τον οποίο δημιουργήθηκε ο άνθρωπος, όσο και του ποιος ήταν ο δημιουργός του.
Ο Ησίοδος στα Έργα και ημέραι, λέει ότι το Χρυσό γένος το έπλασαν από κοινού οι θεοί (στ. 109-110), το Αργυρό γένος πάλι από κοινού οι θεοί (στ. 127-128), το Χάλκινο γένος το έπλασε μόνο ο Δίας (στ. 143-144), το γένος των Ηρώων πάλι ο Δίας μόνος του (στ. 158-159), ενώ για το Σιδερένιο γένος ο Ησίοδος δεν μας λέει ποιος το έπλασε. Τι συμβαίνει λοιπόν;
Παράλληλα με τα πέντε είδη ανθρώπων του Ησίοδου και τις πέντε διαφορετικές δημιουργίες τους, υπάρχουν άλλες διηγήσεις. Αλλού η Γαία γεννά τον άνθρωπο, για να υπάρχει ένας γένος θνητών (Παυσανίας, 8,1,2). Άλλη διήγηση, στην Οδύσσεια τ 162, λέει ότι γεννήθηκαν από δρυ ή από πέτρες. Υπάρχει άλλη διήγηση, για τις πέτρες του Δευκαλίωνα και της Πύρρας (Απολλόδωρος I, 7,2). Τέλος, η διήγηση για τον Προμηθέα ως πλάστη: στην Πανοπέα της Φωκίδας, λέγεται, υπήρχαν ακόμη στα χρόνια του Παυσανία κομμάτια από τον πηλό που χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία του ανθρώπου (Παυσανίας, 10, 4, 3). Αντί όλων αυτών, η διήγηση της Π.Δ. είναι μία, σαφής για τον πλάστη και για το υλικό (ύλη).
Δεν πρέπει να ξεχνάται ότι, επειδή οι Εβραίοι είχαν μεσοποταμιακή καταγωγή, ότι ο Αβραάμ καταγόταν από την Ουρ. Έτσι, ακόμη κι αν υπάρχουν μεσοποταμιακές διηγήσεις, παλαιότερες της συγγραφής της Γενέσεως, οι οποίες ωστόσο μοιάζουν με αυτήν, δεν σημαίνει αντιγραφή εκ μέρους της Π.Δ.. Σημαίνει ότι υπήρχε κοινή κοιτίδα. Η Μεσοποταμία.
Είναι δυνατόν να ισχυριστεί κανείς, πως είναι αδύνατον η «κοιτίδα» των υποτιθέμενων κοινών μύθων, η Μεσοποταμία σταδιακά να άρχισε να παραμορφώνει/παραλλάσει τους μύθους αυτούς, ενώ οι απόγονοι του Αβραάμ, που έφυγαν από την κοιτίδα τους, να κράτησαν ανόθευτο το περιεχόμενο. Όμως αυτό είναι το λογικότερο: Στην Μεσοποταμία σταδιακά λόγω επιρροών από αλλού, αλλά και λόγω ανάπτυξης του πολιτισμού, οι αρχικές διηγήσεις μετετράπησαν σε ωραία λογοτεχνικά έργα, όπου φαίνεται έντονα το παράλογο στοιχείο (βλ. παρακάτω, για τις μεσοποταμιακές διηγήσεις σχετικά με τη δημιουργία του ανθρώπου και για την αιτία του κατακλυσμού). Αντίθετα, οι Εβραίοι, φεύγοντας από την Μεσοποταμία, προκειμένου να κρατήσουν την πολιτισμική ταυτότητά τους, κράτησαν τις αρχικές διηγήσεις, συναισθανόμενοι ότι αυτές ήταν που τους διαφοροποιούσαν από τους τριγύρω ξένους λαούς της Χαναάν ή της Αιγύπτου. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τους ομογενείς Έλληνες, οι οποίοι στις εθνικές γιορτές ντύνουν τα παιδιά τους τσολιάδες (τουλάχιστον τα παλιότερα χρόνια) πολύ μαζικότερα συγκριτικά με ό,τι γίνεται στην Ελλάδα. Έτσι, νοιώθουν πως κρατούν την καταγωγή τους. Γενικά, κάθε ξενητεμένος κρατιέται με περισσότερη επιμονή – εφόσον φυσικά θέλει να θυμάται την καταγωγή του – σε αυτό που θεωρεί ανάμνηση της αρχικής του ταυτότητας. Έτσι συνέβη και με τους Εβραίους του Αβραάμ, και γι’ αυτό, παρ’ όλο που η εβραϊκή διήγηση της Π.Δ. έχει κοινά στοιχεία με τις αρχαιότερες ή νεώτερες αυτής μεσοποταμιακές, είναι ακριβέστερη.
Με βάσει τα παραπάνω, για μύθους που είναι χρονικά μεταγενέστεροι της Γενέσεως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι αντιγραφή. Ας δούμε συγκριτικά τη διήγηση του Ατραχάση (Α.) και της Γενέσεως (Π.Δ.), στα διάφορα στάδια:
1) Στο μύθο του Α. οι θεοί δημιουργούν τον άνθρωπο, στην Π.Δ. ο ένας Θεός. 2) Στον μύθο του Α. η ανθρωπότητα αυξάνεται πληθυσμιακά και υπάρχει πανούκλα που προκαλείται από τους θεούς. Στην Π.Δ. περιγράφεται η έξωση των πρωτόπλαστον από τον Παράδεισο. 3) Στον μύθο του Α. η ανθρωπότητα αυξάνεται και υπάρχει ξηρασία εκ των θεών, ενώ στην Π.Δ. περιγράφεται ο φόνος του Κάιν. 4) Στον μύθο του Α. αυξάνεται ξανά ο πληθυσμός, γίνεται κατακλυσμός και σώζεται ο ήρωας του μύθου με μια βάρκα. Στην Π.Δ. περιγράφεται η γενεαλογία μέχρι τον Νώε, έπειτα ο κατακλυσμός και σωτηρία με την κιβωτό.
Συνοπτικά, βλέπουμε ότι στον βαβυλωνιακό μύθο του Ατραχάση, το κύριο πρόβλημα για τους θεούς, οι οποίοι στέλνουν τις πλημμύρες ή τις αρρώστειες και την ξηρασία, είναι... ο υπερπληθυσμός του ανθρώπου! Οι «θεοί» προκαλούν τον κατακλυσμό, επειδή οι άνθρωποι έχουν πληθύνει υπερβολικά πολύ! Ειδικότερα, στον βαβυλωνιακό μύθο ο Κατακλυσμός προκλήθηκε, επειδή ο θόρυβος των ανθρώπων – που ήταν υπερβολικά πολλοί – ενοχλούσε τους «θεούς»! Στους Σουμέριους ο Ζιουζούντρα (το αντίστοιχο του Νώε) μετά τον Κατακλυσμό γίνεται αθάνατος, ενώ στους Βαβυλώνιους ο Ουτναπιστίμ (το αντίστοιχο του Νώε) και η γυναίκα του γίνονται αθάνατοι και θεοποιούνται. Αντίθετα, στην ιστορία της Γενέσεως, η αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού θεωρείται ως ευλογία και προτροπή εκ του Θεού (ΓΕΝ., Α’, 28). Οι «θεοί» των βαβυλωνιακών μύθων θέλουν ακριβώς το αντίθετο. Η «κινητήρια» δύναμη και αιτία των δύο αφηγήσεων διαφέρει ριζικά.
Υπάρχουν, επιπλέον και λεπτομέρειες, που φανερώνουν την φαντασία των συγγραφέων των επών σ’ αντίθεση με το Μωυσή. Ο βαβυλωνιακός κατακλυσμός διαρκεί 14 μέρες (πολύ λίγο, ώστε να αφανιστούν οι πάντες στη Μεσοποταμία) ενώ στην Γένεση βρέχει 40 μερόνυχτα, χρόνος αρκετός για τον αφανισμό ζώων και ανθρώπων. Το πλοίο του Ουτναπιστίμ έχει απίθανες διαστάσεις: το σχήμα του ήταν ένας τέλειος κύβος (140x140x140 πήχεις – 1 αρχαίος πήχης είναι περίπου 42 εκ.), πράγμα που το καθιστούσε ανίκανο να επιπλεύσει. Αντίθετα, η κιβωτός του Νώε είχε σχεδιαστεί για να επιπλέει και να χωρά πολλών ειδών ζώα. Ο ισχυρισμός ότι η κιβωτός ήταν εξίσου πολύ μεγάλη για να επιπλέει παραγνωρίζει το γεγονός ότι δεν ήταν σκοπός της να ταξιδεύει σε ανοικτούς ωκεανούς, αλλά απλώς να επιπλέει σε γλυκά νερά, επί επτά μήνες (ΓΕΝΕΣΙΣ Η’, 4). Ο Μ. Καλόπουλος ισχυρίζεται ότι η αγιογραφική διήγηση του Κατακλυσμού «αποφεύγει επιμελώς κάθε ναυτική ορολογία απ’ το φόβο της λαθεμένης χρήσης του» Μ. Καλόπουλου, Βιβλική θρησκεία. Το μεγάλο ψέμα, σ. 43). Στο ΓΕΝΕΣΙΣ ΣΤ’, 16 ο Θεός λέει στον Νώε: «θα της βάλεις στέγη, αφήνοντας ανάμεσα σ’ αυτήν και στην κουπαστή απόσταση ενός πήχεως». Όπως και να ‘χει, η κιβωτός δεν ήταν ποντοπόρο πλοίο. Ήταν κάτι που έπρεπε να επιπλέει, να χωρά ζώα κι ανθρώπους και να έχει σκεπασμένο το κατάστρωμα, κι όλα αυτά για διάστημα εφτά μηνών. Δεν της χρειαζόταν πανιά ή πηδάλιο ή κουπιά. «Η επιστημονική ακρίβεια της κατασκευής της κιβωτού του Νώε πιστοποιείται απ’ τα πλοία που ναυπηγούνται στην εποχή μας: το μήκος είναι έξι φορές περισσότερο από το πλάτος» (Robert T. Boyd, Tells, Tombs and Treasure, Bonanza Books - New York 1969, p. 74). Ακριβώς όπως της κιβωτού (300 πήχεις μήκος, 50 πήχεις πλάτος). Κάπως παράξενο, ο Μωυσής που συναναστρεφόταν Μεσοποτάμιους και Αιγύπτιους (ο Μ. Καλόπουλος παραδέχεται ότι ούτε κι αυτοί ήταν καλοί θαλασσοπόροι), να γνώριζε το σωστό λόγο μήκους/πλάτους, ενώ ο αρχαίος ελληνικός μύθος να τον αγνοούσε. Ο όγκος της κιβωτού ήταν ακριβώς όσος επαρκούσε για ένα ζεύγος από κάθε ζώο, διότι δεν χρειαζόταν οι να σωθούν όλες οι διαφορετικές ποικιλίες, διότι αυτές θα προέκυπταν πάλι, αργότερα.
Ο Μ. Καλόπουλος (Μ. Καλόπουλου, Βιβλική θρησκεία. Το μεγάλο ψέμα) ισχυρίζεται ότι όλοι οι μύθοι περί κατακλυσμού, ειδικότερα οι Μεσοποταμιακοί (μεταξύ αυτών κι η βιβλική αφήγηση του Κατακλυσμού) είναι αντιγραφή του Κατακλυσμού του Δευκαλίωνα,
1) επειδή δεν αναφέρουν ναυτικούς όρους. Το αιτιολογήσαμε παραπάνω δείχνοντας επιπλέον ότι το μήκος και το πλάτος του κατασκευάστηκαν σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις περί ναυπήγησης.
2) επειδή οι διαστάσεις του – 450 πόδια (150 μ.) μήκος και 75 πόδια (25 μ.) πλάτος – ήταν εξαιρετικά μεγάλες και «η υπερβολή είναι δείγμα μεταγενέστερης επεξεργασίας». Το μεγάλο μέγεθος ήταν αναγκαίο, για να χωρέσουν άνθρωποι και πολλά ζώα, δεν ήταν υπερβολικό. Επιπλέον «A Graecian account makes the ark 3.000 feet [σημ.: 1000 μ.] long and 12.000 feet [σημ.: 4.000 μ.] long» (Robert T. Boyd, Tells, Tombs and Treasure, Bonanza Books - New York 1969, p. 74), δηλαδή μία από τις αρχαιοελληνικές μυθολογικές εκδοχές αναφέρει την κιβωτό να έχει 1000 μέτρα μήκος και 4000 μέτρα πλάτος. Πού βρίσκεται η υπερβολή, είναι προφανές.
3) επειδή στη διήγηση του Δευκαλίωνα το περιστέρι χρησιμεύει στην πρόβλεψη του καιρού, ενώ ο Νώε το χρησιμοποιεί όπως τον κόρακα, στέλνοντάς το μόνο για να δει αν υποχώρησαν τα νερά, πράγμα που διαπιστώνεται και με γυμνό μάτι. Αρχικά, το ότι ο Νώε δεν ήταν ναυτικός δεν συνεπάγεται ότι δε θα μπορούσε να φτιάξει μια μεγάλη μαούνα, με τις οδηγίες του Θεού. Επιπλέον, το ότι συνέβη κατακλυσμός στην Μεσοποταμία είναι κάτι αποδεδειγμένο από τις ανασκαφές και τα μεγάλα στρώματα λάσπης που έχουν βρεθεί. Εκτός αυτών διαβάζοντας την Γένεση βλέπουμε ότι: Α) ο Νώε στέλνει τον κόρακα (ΓΕΝΕΣΙΣ Η’, 6-7), ο οποίος δεν επιστρέφει πλέον, διότι απλούστατα πήγε να φάει τα πτώματα ή να βρει να φάει. Β) Ο Νώε στέλνει το περιστέρι, το οποίο επιστρέφει (ΓΕΝΕΣΙΣ Η’, 9) [ας μη ξεχνάμε ότι ο κόρακας ήταν ακάθαρτο πτηνό (ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΙΑ’, 13-19), ο Νώε μόνο δύο είχε πάρει μαζί του (ΓΕΝΕΣΙΣ Ζ’, 3), και συνεπώς δεν ήθελε να χαθεί και ο άλλος κόρακας στέλνοντάς τον έξω]. Γ) το ξαναστέλνει ο Νώε κι αυτό επιστρέφει με ένα κλάδο ελιάς (ΓΕΝΕΣΙΣ Η’, 10-11), σημάδι ότι είχε αποσυρθεί το νερό. Δ) Ο Νώε το ξαναστέλνει περιμένοντας την επιστροφή του έπειτα από επτά μέρες, αλλά αυτό δεν γυρνά (ΓΕΝΕΣΙΣ Η’, 12). Ε) Ο Νώε σκέφτεται ότι αποσύρθηκαν πλήρως τα νερά (διότι το περιστέρι δεν ήταν πτωματοφάγο) και τότε ανοίγει τη σκεπή της κιβωτού και βλέπει ότι καλώς σκέφτηκε έτσι (ΓΕΝΕΣΙΣ Η’, 13).
4) επειδή ο μύθος του Δευκαλίωνα αποτελεί ανάμνηση του καταποντισμού της Αιγαιίδας, η οποία πράγματι καταποντίστηκε, όταν ανέβηκε η στάθμη των νερών, αφανίζοντας τον πολιτισμό των κατοίκων της. Εξαιτίας του καταποντισμού, οι διασωθέντες κάτοικοι έπλασαν το μύθο της σωτηρίας ενός ζεύγους μέσα σε μια λάρνακα-πλοίο, ισχυρίζεται ο Μ. Καλόπουλος. Οι ενστάσεις ωστόσο είναι πολλές. Α) Στους αρχαιοελληνικούς μύθους δεν αναφέρεται πουθενά ότι καταβυθίστηκε το Αιγαίο (ακόμη και η Ατλαντίδα δεν ήταν στο Αιγαίο, για τον Πλάτωνα), δεν υπάρχει τέτοια ανάμνηση, όσο κι αν υπάρχει ανάμνηση ότι «τότε είναι που χώρισαν τα βουνά της Θεσσαλίας» (Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, Α’, VII, 2). Η ύπαρξη της ανάμνησης για τη Θεσσαλία σημαίνει ότι θα ‘πρεπε να θυμούνται και την καταπόντιση της Αιγαιίδας (ένα ακόμη πιο μεγάλο γεγονός). Άλλο η άνοδος της στάθμης της θάλασσας κι άλλο η νεροποντή. Β) Στο μύθο του Δευκαλίωνα επιζούν κι άλλοι, στο Νώε όχι. Γ) Στο μύθο του Δευκαλίωνα οι πέτρες μετατρέπονται θαυματουργικά (;) σε άνδρες και γυναίκες, έπειτα από επιθυμία του Νώε και πραγματοποίηση αυτής της επιθυμίας από το Δία. Κανονικά, οι υπόλοιποι διασωθέντες θα αρκούσαν από μόνοι τους (μαζί με την οικογένεια του Δευκαλίωνα) για τη «φυσιολογική» αύξηση του πληθυσμού, και δε θα χρειαζόταν θαύματα. Δ) Ο Δευκαλίων «μέσα στην κιβωτό θαλασσοδερνόταν εννιά μέρες και εννιά νύχτες», αλλά για να χαθεί όλος ο κόσμος «εκτός από λίγους που σκαρφάλωσαν στα κοντινά βουνά» (Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, Α’, VII, 2), θα χρειαζόταν πολύ μεγαλύτερης διάρκειας νεροποντή κι όχι μόνο εννιά μερονύχτων. Ε) Η κιβωτός του Δευκαλίωνα ακουμπά στον Παρνασσό. Δεν έχουν βρεθεί ίχνη της κιβωτού εκεί, κι οπωσδήποτε δε θα ήταν μια μικρή βαρκούλα. Αντίθετα, για την κιβωτό του Νώε έχουν γίνει πολλές έρευνες στο Αραράτ.
Κλείνοντας το ζήτημα του κατακλυσμού παραθέτουμε έναν άλλο μύθο, παράλληλο με τη διήγηση για τον Νώε (Noah)˙ το μύθο των κατοίκων της Πολυνησίας για τον κατακλυσμό. «Υπακούοντας στις διαταγές του θεού Kane, ο Nuu (σημ.: !!) έχτισε μια μεγάλη βάρκα με ένα σπίτι πάνω της. μαζί με τη γυναίκα του και έξι άλλους ανθρώπους, βγήκαν σώοι από τον κατακλυσμό. Όταν τα νερά του κατακλυσμού υποχώρησαν, το σκάφος ήταν στην κορυφή του βουνού Maunu Kea στο νησί της Χαβάι. Ο Nuu διατάχτηκε να εγκαταλείψει την κιβωτό (σημ.: όπως και στη Γένεση, η’, 16), και να κατοικήσει σε μια σπηλιά την οποία ονόμασε απ’ τη σύζυγό του, Lilli-Noe. Αυτή η σπηλιά υπάρχει ώς σήμερα. Φεύγοντας απ’ την κιβωτό, ο Nuu πρόσφερε θυσία ζώου και φρούτων στο θεό του. Κοιτώντας στο φεγγάρι, ο Nuu νόμισε ότι ήταν το πρόσωπο του Kane, και πρόσφερε τη θυσία του στο φεγγάρι. Αυτό εξόργισε τον Kane (σημ.: !!), και κατέβηκε στη γη να τιμωρήσει τον Nuu. Το μονοπάτι μέσω του οποίου κατέβηκε ήταν ένα ουράνιο τόξο. Όταν ο Nuu τού εξήγησε το λάθος του, ο Kane γύρισε πίσω στον ουρανό μέσω του ουράνιου τόξου, αφήνοντάς το ως σημάδι συγχώρεσης» (Robert T. Boyd, Tells, Tombs and Treasure, Bonanza Books - New York 1969, p. 72). Τώρα γιατί ο κατακλυσμός αυτός των Πολυνήσιων (οι οποίοι είναι απόγονοι προϊστορικών Ελλήνων ποντοπόρων, σύμφωνα με τους αρχαιολάτρες!!!) είναι σχεδόν παρόμοιος με τον βιβλικό, γιατί ο θεός Kane εξοργίζεται με την προσφορά θυσίας σε ουράνια σώματα (δηλαδή ειδωλολατρία˙ με άλλα λόγια, οι Πολυνήσιοι θυμόντουσαν ότι η λατρεία κτιστών τμημάτων του σύμπαντος ήταν αρχικά απαγορευμένη, όσο κι αν αργότερα εξετράπηκαν), αυτό θα μας το πουν οι αρχαιολάτρες σε κάποιο από τα χιλιάδες βιβλία που γράφουν.
Όσο γι’ αυτούς που λεν πως απλά οι διάφοροι κατακλυσμοί (μεταξύ αυτών κι ένας κατακλυσμός στην Μεσοποταμία) συνέβησαν κατά την εποχή του λειωσίματος των πάγων, οπότε όχι μόνο δεν υπήρχε «θεϊκή παρέμβαση», αλλά επιπλέον η Γένεση προσέδωσε ηθικό περιεχόμενο (αμαρτωλότητα-τιμωρία) σε ένα φυσικό φαινόμενο, η αλήθεια είναι πως αυτό το «ηθικό περιεχόμενο», δηλαδή η κατανόηση του «κατακλυσμού» ως τιμωρίας εκ μέρους του θεού/θεών για την αμαρτωλότητα των ανθρώπων, υπάρχει και στο μύθο του Δευκαλίωνα. Υπάρχουν κι άλλες ριζικές διαφορές μεταξύ των μύθων των άλλων λαών και της ιστορίας της Γενέσεως:
1) Οι «θεοί» ταυτίζονται με τη φύση και τις φυσικές δυνάμεις, ενώ ο Θεός ποτέ δεν ταυτίζεται με τη φύση.
2) Η δημιουργία του κόσμου επιτυγχάνεται μέσω σεξουαλικής τεκνοποίησης μεταξύ των «θεών», ενώ η Δημιουργία στην Π.Δ. δεν έχει να κάνει τίποτα με ερωτικές πράξεις του Θεού.
3) Το αρχέγονο σκοτάδι στις μυθολογίες έχει όνομα, προσωπικότητα και συχνά είναι αυτό καθεαυτό ένας «θεός», ενώ στην αφήγηση της Π.Δ. το σκοτάδι είναι, απλά, σκοτάδι.
4) Η θάλασσα, η άβυσσος, παρομοίως είναι «θεοί» στις μυθολογίες, ενώ στην Γένεση είναι απλώς στοιχεία της φύσης και τίποτε άλλο.
5) Ο ήλιος, το φεγγάρι και τα άστρα έχουν ονόματα και μαγικές δυνάμεις, ενώ στην διήγηση της Γενέσεως ο ήλιος δεν είναι παρά μια... λάμπα, δίχως θεϊκές ή μαγικές ιδιότητες.
6) «Σε κανένα από τους αρχαίους μύθους της δημιουργίας δε βρίσκουμε την αντίληψη ότι "τα πάντα γεννιούνται από το τίποτε"» (Samuel Henry Hook, Μυθολογία της Μέσης Ανατολής, εκδ. Αρίων, σ. 21). Αντίθετα, στην Π.Δ. ο Θεός δημιουργεί το παν εκ του μη όντος.
7) Στις μυθολογίες το Shabbatu είναι ημέρα τρόμου, ενώ στην Γένεση το Σάββατο, η έβδομη ημέρα ήταν ημέρα ευλογίας και ξεκούρασης.
8) Στις μυθολογίες ο άνθρωπος δημιουργείται, για να είναι σκλάβος που θα ταΐζει τους «θεούς», ενώ στη Γένεση δημιουργείται, για να γίνει καθ’ ομοίωση του Θεού, δηλαδή Θεός κατά χάρη. «Ανάμεσα στους Σουμεριακούς μύθους και το αντίστοιχο Βαβυλωνιακό έπος της δημιουργίας υπάρχουν αρκετές διαφορές. Παρ’ όλα αυτά έχουν ένα κοινό σημείο που είναι ο σκοπός της δημιουργίας [σημ: του ανθρώπου]. Ο άνθρωπος δηλαδή πλάστηκε για να υπηρετεί τους θεούς, να καλλιεργεί τα χωράφια και έτσι αυτοί να μην έχουν καμία έγνοια για την τροφή και γενικά την επιβίωσή τους. Στο σουμεριακό μύθο οι θεοί παραπονιούνται γιατί δε βρίσκουν να φάνε» (Samuel Henry Hook, Μυθολογία της Μέσης Ανατολής, εκδ. Αρίων, σ. 27). Σε ένα άλλο μύθο βλέπουμε ότι δύο θεοί «ο Λαχάρ και η Ασχνάν άρχισαν να πίνουν κρασί, να μεθάνε και να τσακώνονται, έτσι που οι θεοί δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν τα αναγκαία. Και για να θεραπεύσουν το κακό, δημιούργησαν τον άνθρωπο (Samuel Henry Hook, Μυθολογία της Μέσης Ανατολής, εκδ. Αρίων, σ. 24).
9) Στο σουμεριακό μύθο «ο Ενκί δημιουργεί ένα ανθρώπινο ον αδύνατο στο μυαλό και το σώμα. Δεν του άρεσε και ζήτησε τη βοήθεια της Νινμάχ για να το διορθώσει. Αυτή όμως δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε και καταράστηκε τον Ενκί γι’ αυτό το άθλιο κατασκεύασμα» (Samuel Henry Hook, Μυθολογία της Μέσης Ανατολής, εκδ. Αρίων, σ. 27-28). Αντίθετα ο Θεός κρίνει όλη τη δημιουργία του «πολύ καλή» και ευλογεί τον άνθρωπο.
10) Στις μυθολογίες υπάρχουν πάρα πολλοί θεοί με πολύ περίπλοκες και ταραχώδεις σχέσεις, ενώ στη Γένεση υπάρχει ένας Θεός, σταθερός και παντοδύναμος. Στη βαβυλωνιακή μυθολογία «η πρωταρχική κατάσταση του σύμπαντος, τότε που δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκτός από τον Απσού, τον ωκεανό των γλυκών νερών και την Τιαμάτ, τον ωκεανό των αρμυρών νερών. Από την ένωσή τους γεννήθηκαν οι θεοί» (Samuel Henry Hook, Μυθολογία της Μέσης Ανατολής, εκδ. Αρίων, σ. 41). Στη Χαναανιτική μυθολογία «ο Γιάμ- Μαχάρ έστειλε απεσταλμένους στο συμβούλιο των θεών για να απαιτήσουν να παραδοθεί σ’ αυτόν ο Βάαλ. Οι θεοί έσκυψαν από φόβο το κεφάλι, ενώ ο Έλ [σημ: ο πατέρας του Βάαλ] υποσχέθηκε να κάνει αυτό που του ζητούσαν» (Samuel Henry Hook, Μυθολογία της Μέσης Ανατολής, εκδ. Αρίων, σ. 82). Στους Χετταίους «ο Ανούς, που είναι ο Ακκαδικός Ανού, ο θεός του ουρανού, έδιωξε τον πατέρα του Αλαχού από το θρόνο και του πήρε τη θέση, μα κι αυτός με τη σειρά του εκθρονίστηκε από το γιό του Κουμαρμπίς» (Samuel Henry Hook, Μυθολογία της Μέσης Ανατολής, εκδ. Αρίων, σ. 98). Τέλος,
11) στις μυθολογίες των άλλων λαών ο άνθρωπος δημιουργείται από κάποιο τμήμα των «θεών» ή ενός από αυτούς, π.χ. το αίμα του(ς) αναμεμιγμένο με πηλό. Αντίθετα, στην Γένεση ο άνθρωπος πλάθεται με πηλό, κατ’ εικόνα του Θεού. «Ο Μαρδούκ δηλώνει την πρόθεσή του να δημιουργήσει τον άνθρωπο για να υπηρετεί τους θεούς. Με πρόταση του Εά πάρθηκε η απόφαση να θανατωθεί ο Κινγκού, για να δημιουργηθεί το ανθρώπινο γένος. Έτσι λοιπόν ο Κινγκού φονεύτηκε και από το αίμα του έπλασαν τον άνθρωπο στην υπηρεσία των θεών "για να τους ξεκουράζει"» (Samuel Henry Hook, Μυθολογία της Μέσης Ανατολής, εκδ. Αρίων, σ. 44). Με άλλα λόγια είναι η αρχαιοελληνική ορφική διήγηση αυτή που αντιγράφει τις διηγήσεις της Μεσοποταμίας (αφού απ’ το αίμα του επαναστάτη Κινγκού και των Τιτάνων πλάθεται ο άνθρωπος) κι όχι η βιβλική διήγηση της Γένεσης.
Συνεπώς, δεδομένων των τόσων διαφορών και, κυρίως, του γεγονότος ότι στην Γένεση τα σχετιζόμενα με την δημιουργία είναι απλά, λογικά και δίχως μυθολογικά στολίδια, και δεχόμενοι ότι η απλούστερη διήγηση προηγείται της πολυπλοκότερης, η Γένεση, αν και έχει κοινά στοιχεία με τις μυθολογίες περί δημιουργίας των γειτονικών λαών, είναι πλέον αξιόπιστη από αυτές.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 2:27 pm

10. "Ο ιουδαϊκός μονοθεϊσμός είναι αντιγραφή της μονοθεϊστικής μεταρρύθμισης του Φαραώ Αμένωφι Δ’, ο οποίος καθιέρωσε τον 14ο αιώνα την ηλιολατρεία. Αυτό φαίνεται και στον Ψαλμό 103."

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στον Φαραώ αυτόν αποδίδεται ο Ύμνος του Εχνατών. Στον ύμνο αυτόν εξυμνείται ο ήλιος ως χορηγός της ζωής και της κίνησης των πάντων˙ ως δημιουργός του σπέρματος στους άνδρες, του καρπού στις γυναίκες, και ως δωρητής πνοής στα φυτά και στα ζώα. Επομένως καταφανώς εκφράζει και τη φυσική και επιστημονική πλευρά, ενώ ο ήλιος της Π. Διαθήκης είναι μια λάμπα. Τα κείμενα όμως της Π.Δ. είναι σφόδρα αντιηλιολατρικά. Ο συγγραφέας της Γενέσεως βάζει τον ήλιο να δημιουργείται την τέταρτη ημέρα της δημιουργίας, εκτός των άλλων και για να μη προκύψει η παραμικρή σύγχυση (αν π.χ. δημιουργόταν την πρώτη μέρα) ότι ο ήλιος είναι η αιτία της ζωής και του σύμπαντος. Ο Ψαλμός 103 (104) τον ήλιο τον θεωρεί απλώς ένα φωτιστικό σημείο. Ούτε πηγή ζωής, ούτε θεό. Εξ’ άλλου, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενη παράγραφο, δεν υπάρχει γλωσσική ομοιότητα μεταξύ του αιγυπτιακού «θεού» Ήλιου («Ατόν») και του Γιαχβέ, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, μπερδευόμενοι από την ελληνική μετάφραση του Γιαχβέ («Ων»).

11. «Ο «Μονοθεϊσμός» είναι ένα πρόσφατο Ιουδαϊκό κατασκεύασμα! Ο ισραηλίτης αρχαιολόγος Ze’ev Herzog, αναφέρεται, σε άρθρο του στην μεγάλης κυκλοφορίας καθημερινή εφημερίδα του Ισραήλ «Ha’aretz», σε ανακάλυψη επιγραφών στα αρχαία Εβραϊκά που αναφέρουν τον «εθνικό» Θεό των μονοθεϊστών Ιεχωβά, όχι μοναχό του αλλά με μια θεϊκή σύζυγο, όπως απαντάται σε όλα τα πολυθεϊστικά πάνθεα των Εθνών της γής. Οι επιγραφές αυτές, που χρονολογούνται από τα τέλη του 8ου αιώνος, αναφέρουν το θεϊκό ζεύγος του Jehovah και της Asherah, αποδεικνύουν το ότι σε εκείνους τους καιρούς οι Ισραηλίτες απηύθυναν τις προσευχές τους σε ένα θεϊκό ζεύγος και όχι στον γνωστό της ημέρες μας αυτιστικό «δικτατορίσκο των ουρανών». Συνεπώς μάλλον επιβεβαιώνονται πανηγυρικά όσοι μελετητές υποστήριξαν κατά καιρούς πως ο λεγόμενος «Μονοθεϊσμός» ήταν μια αυθαίρετη επινόηση της εποχής του «Βασιλείου της Ιουδαίας», που σκοπό είχε να ισχυροποιήσει πολιτικά και κοινωνικά την εξουσία των ηγεμονίσκων της περιοχής και του υποστηρικτικού τους ιερατείου.»

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις επιγραφές. Δύο στο Kuntillet Ajrud (έξω από την Ιουδαία) και μία στο Khirbet el-Qom (δίπλα στη Χεβρώνα). Αυτές του Kuntillet Ajrud συνδέονται στενά με το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ (π.χ. ο Γιαχβέ ονομάζεται Γιαχβέ της Σαμάρειας). «Γιαχβέ του Teman και το Asherah του»˙ «Γιαχβέ της Σαμάρειας και το Asherah του».
«Τα συνήθη ευρήματα (ειδικά επιγραφές και εικόνες) μαρτυρούν τη μοναδικότητα της περιοχής. Το περιεχόμενο των επιγραφών, οι αναφορές σε διάφορες θεότητες, και η παρουσία αφιερωμένων αγγείων, όλα υποδεικνύουν ότι το Kuntillet ήταν θρησκευτικό κέντρο˙ ωστόσο, η απουσία πραγματων που συνήθως σχετίζονται με τελετουργική θυσία (π.χ. βωμοί) και το αρχιτεκτονικό σχέδιο της τοποθεσίας δείχνουν ότι τα υπολλείματα δεν είναι αυτά ενός ναού. Φαίνεται ότι η τοποθεσία θα χρησίμευσε ως «παρόδιος» ναός που, λόγω της θέσης του, συσχετιζόταν με ταξίδια των Ισραηλιτών βασιλέων στην Elat και στο Ezion-geber, ίσως καθώς και με ταξίδια προσκηνυτών στο νότιο Σινά. Αυτοί μπορούσαν να ταξιδεύουν νότια παράλληλα προς την Darb el ghazza από το Kadesh-barnea, σταματώντας στο μέρος αυτό για να κάνουν αφιερώσεις στο θεό του ισραήλ στο κύριο κτήριο. Η ισχυρή βόρεια (Ισραηλιτική, όχι Ιουδαϊκή) επιρροή στα ευρήματα, φαίνεται να συνδέει το Kuntillet με το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ ή με ένα από τους ιουδαίους βασιλείς που ήταν στενά συνδεδεμένοι με το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ. Αυτή η βόρεια επιρροή βεβαιώνεται με την αναφορά «Γιαχβέ της Σαμάρειας», με τον φοινικικό τρόπο γραφής, με τα κοσμοπολίτικου στυλ και μοτίβα της διακόσμησης, με τα είδη αγγείων και με τους ονοματικούς τύπους (ονόματα λήγοντα σε –yau και όχι –yahu). Η τοποθεσία πιθανόν κατοικούνταν από μια μικρή ομάδα ιερέων απεσταλμένων από το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ με έναν αξιωματικό επικεφαλής τους. Διατηρούνταν από τις διάφορες θυσίες και φόρους που στέλνονταν ως παροχή κυρίως από την Ιουδαία˙ σε αντάλλαγμα προσέφεραν τις λατρευτικές τους υπηρεσίες στους ταξιδιώτες (David Noel Freedman (main ed.), Anchor Bible Dictionary, DoubleDay:1992).
Η επιγραφή στο Khirbet el-Qom λέει (David Noel Freedman (main ed.), Anchor Bible Dictionary, DoubleDay:1992, λήμμα “Asherah”)
Uniyahu ο πλούσιος το έγραψε.
Ευλογημένος ας είναι ο Uriyahu από τον Yahweh.
Διότι από τους εχθρούς του δια του asherah του τον έσωσε.

Η ερμηνεία των πληροφοριών.
α') οι αναφορές δεν είναι ευθέως στην θεά Ασερά, αλλά σε ένα λατρευτικό αντικείμενο σχετιζόμενο με αυτήν και ονομαζόμενο με το ίδιο όνομα. «Οι Συρο-Παλαιστινιακές Επιγραφές. Στο Kuntilet Ajrud στο ΒΑ Σινά, επιγραφές βρέθηκαν να αναφέρουν τον «Γιαχβέ και την Ασερά» του. Μια επιγραφή λέει brkt. <tkm. lyhwh. sûmrn. wl<sûrth, «Εχω ευλογήσει εσένα δια του Γιαχβέ šmrn και της Ασερά του». Η φράση «šmrn» μπορεί να θεωρηθεί «ο φύλακάς μας», αλλά η μετάφραση «της Σαμάρειας» είναι περισσότερο πιθανή (βλ. lyhwh tmn wl<sûrth «Από τον Γιαχβέ του Τεμάν και το Ασερά του», που επίσης υπάρχει στο Kuntillet Ajrud). Οι φιλόλογοι διαφωνούν ως προς το νόημα του «τo ασερά του», εάν αναφέρεται στη θεά Ασερά, στο λατρευτικό σύμβολό της ή μια λέξη που σημαίνει παρεκκλήσι. Είναι πιθανότερο να σημαίνει το λατρευτικό σύμβολο, μια ξύλινη στήλη ή κάτι παρόμοιο, σχετιζόμενο με τη θεά Ασερά. Έμμεσα, λοιπόν, οι αναφορές πιθανόν να εννοούν ότι η Ασερά ήταν η σύζυγος του Γιαχβέ. Το να είναι η θεά Ασερά που σημαίνεται με το «την Ασερά του» είναι συντακτικά λανθασμένο, διότι τα προσωπικά ονόματα δεν βρίσκονται με αντωνυμική κατάληξη στα βιβλικά εβραϊκά. Το νόημα «παρεκκλήσι» μπορεί επίσης να απαλειφθεί, εφόσον αυτό δεν αποδεικνύεται ξεκάθαρα κάπου αλλού στα εβραϊκά, αντίθετα από άλλες σημιτικές γλώσσες» (David Noel Freedman (main ed.), Anchor Bible Dictionary, DoubleDay:1992, λήμμα “asherah”).
β’) Η γραμματική αυτών των επιγραφών «αναγκάζει» το asherah να είναι ένα αντικείμενο κι όχι ένα κύριο όνομα. Ο Freedman δίνει το βασικό κανόνα: «Το αρχικό «Α» στην λέξη δεν μπορεί να γίνει κεφαλαίο και η λέξη, επομένως, πρέπει να είναι ένα κοινό ουσιαστικό. Με άλλα λόγια, το asherah δεν μπορεί να είναι η Asherah. Πρέπει να είναι κάτι άλλο. Υπάρχουν ορισμένες πιθανότητες: μια είναι ξύλινη στήλη˙ άλλη είναι ένα ιερό άλσος˙ και μια τρίτη, ένα ιερό μέρος όπου μπορείς να επικαλεστείς μια θεότητα ή να προφέρεις μια ευχαριστία» (David Noel Freedman, Yahweh of Samaria and His Asherah, Biblical Archaeologists (vol 50)).
γ’) Ωστόσο, αρκετοί συγγραφείς υποθέτουν πως η έμμεση αυτή αναφορά είναι εξίσου καλή όσο η άμεση και έτσι αποδίδουν στάτους συνοδού στην θεά Ασερά. Αλλά πρέπει να προσέξουμε ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ του «Γιαχβέ και του ασερά του» και του «Γιαχβέ και της [συζύγου του,] Ασερά»: «Πράγματι, όπως ο Olyan και άλλοι φιλόλογοι συμφωνούν, η ευλογία από τον Γιαχβέ Shormon ή Γιαχβέ Teman «και της ασερά του» πρέπει να εννοεί το λατρευτικό σύμβολο παρά τη θεά Ασερά, διότι στα εβραϊκά τα κύρια ονόματα δεν παίρνουν αντωνυμικές καταλήξεις. Ωστόσο, το λατρευτικό σύμβολο αντιπροσωπεύει τη θεά, και δεν μπορώ να αποκλείσω ό,τι ο Olyan βεβαιώνει: ότι το λατρευτικό της σύμβολο μπορεί να σχετίζεται με μερικές παλιές μορφές Γιαχβισμού, είτε λαϊκές είτε επίσημες. Η ερώτηση-κλειδί είναι, εάν η Ασερά μπορεί να θεωρηθεί ως η σύζυγος του Γιαχβέ» (Biblical Archaeologist: Volum 53, (Durham, NC: American Schools of Oriental Research) 1996.; book review of Asherah and the Cult of Yahweh in Israel, by Saul M. Olyan, reviewed by M. Pierce Matheney).
δ’) Η διπλή αναφορά στο Γιαχβέ και σε ένα λατρευτικό αντικείμενο μπορεί να μην έχει συνέπεια τον πολυθεϊσμό: «Μελετώντας τις επιγραφές από το Kuntillet Ajrud, ο Ze’ev Meshel και άλλοι υποστήριξαν ότι στις ευλογίες από «τον Γιαχβέ της Σαμάρειας/Temen και την ασερά του» ο όρος asherah αναφέρεται στο λατρευτικό αντικείμενο του ονόματος αυτού κι όχι στην θεότητα Ασερά. Η ευλογοφάνεια αυτής της ερμηνείας ενισχύεται, πιστεύω από μια πρακτική των χρόνων του δεύτερου Ναού στην οποία ο Γιαχβέ και ένα προσωποποιημένο λατρευτικό αντικείμενο προσφωνούνται με την ίδια αναπνοή. Σύμφωνα με τις ταναϊτικές πηγές, το Ιερό προσφωνούνταν την έβδομη μέρα του Sukkoth: «Όταν αναχωρούσαν, τί έλεγαν; Ευλογημένος νά ‘σαι, ω Βωμέ! Ευλογία σε σένα, ω Βωμέ! (m. Suk. 4:5). Σύμφωνα με το ραββίνο Eliezer b. Jacob, έλεγαν «Στον Γιαχβέ και σε σένα, ω Βωμέ! Στον Γιαχβέ και σε σένα, ω Βωμέ!». Το νόημα, λένε άλλοι, είναι απλώς «Στον Γιαχβέ δίνουμε ευχαριστίες και σε σένα, ω Βωμέ, δίνουμε έπαινο!» (b. Suk. 45b). Είτε η ταλμουδική εξήγηση αναπαριστά ακριβώς ό,τι η προσφώνηση εννοεί είτε όχι, η προσφώνηση η ίδια δείχνει ότι άνθρωποι που ήταν πέραν από κάθε αμφιβολία μονοθεϊστές δεν δίσταζαν να προσφωνούν τον Γιαχβέ και ένα προσωποποιημένο λατρευτικό αντικείμενο με τρόπο που να φαίνεται ότι δίνει ίσο στάτους και στα δύο. Αυτό γίνεται παρομοίως στις ευλογίες του Kuntillet Ajrud, σύμφωνα προς την άποψη ότι το asherah είναι ένα προσωποποιημένο λατρευτικό αντικείμενο κι όχι μια θεά. Ο παραλληλισμός, λοιπόν, καθιστά πιθανή αυτή την άποψη (Jeffrey H. Tigay, A secong temple parallel to the blessings from Kuntillet Ajrud).
ε’) Αν παραθέσουμε όλη την επιγραφή, εμφανίζονται δύο λεπτές αποχρώσεις που προκαλούν αμφιβολίες για την ερμηνεία ως «θεάς» της λέξης asherah:
Ο Uriyahu ο πλούσιος το έγραψε.
Ευλογημένος ας είναι ο Uriyahu από τον Γιαχβέ.
Διότι εκ των εχθρών του δια του Asherah αυτού τον έσωσε.
Από τον Uriyahu
Και από την Asherah του
την A(she)rah
Σημειωτέο ότι: Αυτή η μετάφραση από το Anchor Bible Dictionary (David Noel Freedman (main ed.), DoubleDay:1992), βάζει τον Γιαχβέ να σώζει τον Uriyahu από τους εχθρούς του «δια» του asherah. Αυτό είναι κάπως παράξενη φράση για να εκφράσει στάτους συζύγου του Γιαχβέ, και θα υπέβαλλε μάλλον ένα είδος μεσολαβητικής λειτουργίας, κάποιας γενικής «δύναμης» (του asherah). Αυτό δεν μοιάζει να είναι αναφορά σε «θεά» και μάλιστα θεά-σύζυγο του Γιαχβέ. Ο άνθρωπος Uriyahu λέγεται ότι έχει κάνει κάτι και αυτή η πράξη έγινε και «δια του asherah του» - o άνθρωπος έχει ένα “asherah” που κατά κάποιον τρόπο εμπλέκεται μαζί του σε μια δουλειά. Αυτό καθιστά την προηγούμενη αναφορά στο asherah του Γιαχβέ ακόμα περισσότερο διφορούμενη. Η δεύτερη χρήση αυτή, θα μπορούσε να εννοεί στάτους συζύγου (συζύγου του Uriyahu;), αλλά λιγότερο πιθανό να σημαίνει την ταύτιση με τη θεά.

ΤΙ ΛΕΕΙ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ;

Όλες οι αρχαιολογικές πληροφορίες επιβεβαιώνουν τις διηγήσεις της Π.Δ. Η Π.Δ. συνεχώς δείχνει την ασίγαστη διαμάχη μεταξύ των πιστών λάτρεων του Γιαχβέ (π.χ. Μωυσής και οι βιβλικοί προφήτες) και της πλειονότητας των Ισραηλιτών – βασιλείς, αυλικοί προφήτες , ισραηλιτική ελίτ, λαός και ακόμη και μεγάλες ομάδες ιερέων – που αναμιγνύουν τον παγανισμό με την πραγματική Μωσαϊκή θρησκεία. Η Αγία Γραφή δείχνει τον μονοθεϊσμό και τον πολυθεϊσμό να συνυπάρχουν ο ένας δίπλα στον άλλο στο ισραηλιτικό έθνος, και ο Θεός συνεχώς να προσπαθεί να αποτρέψει το λαό από τα είδωλα.
Η εβραϊκή βίβλος ποτέ δεν αποκρύβει την ασυνέπεια αυτήν εντός του Ισραήλ. Έτσι, με βάση τα όσα λέει η Π.Δ., θα ήταν μάλλον αναμενόμενο να βρούμε επιγραφές από ένα ειδωλολατρικό και συγκρητιστικό σύστημα λατρείας. Κατά την περίοδο της διαιρεμένης μοναρχίας η λατρεία της θεάς Asherah ανθεί τόσο στην Ιουδαία όσο στο Ισραήλ, αν και η ύπαρξή της μαρτυρείται και πριν από την διαταγή στο βιβλίο ΕΞΟΔΟΣ ΛΔ', 13, την απαγόρευση στο ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ, ΙΣΤ' 21. Στο Βορρά η λατρεία έγινε πιο έντονη λόγω της Ιεζαβέλ που ήταν υπεύθυνη για τους τετρακόσιους προφήτες της Ασερα (Γ’ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ, ΙΗ’ 19). Ακόμη και ευσεβείς βασιλείς όπως ο Ασά ή ο Εζεκίας δε μπόρεσαν να διαλύσουν την κίνηση αυτή. Γκρεμίστηκε αλλά δεν εξαφανίστηκε. Ένα κοινό χαρακτηριστικό της χαναανιτικής λατρείας και της συγκρητιστικής ισραηλιτικής θρησκείας στις εξοχές και σε ναούς πόλεων είναι η ανέγερση στηλών της θεάς Asherah (ΚΡΙΤΕΣ Γ',7. Γ’ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΙΔ’, 15, ΙΕ’, 13. Δ’ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΙΓ',6). Υπάρχει κάποια αμφιβολία εάν αυτές ήταν απλές ξύλινες στήλες ανηγηρμένες για να συμβολίζουν δέντρα, πιθανόν με σχεδιασμένες εικόνες της θεάς της γονιμότητας, ή μέρος ενός ιερού άλσους. Η αναφορά στο Δ’ Βασιλειών ιζ’, 10, που αναφέρεται σε στήλες της Asherah κάτω από κάθε πυκνόφυλλο δέντρο, φαίνεται να δείχνει ότι αυτές οι στήλες ανεγέρθησαν για λατρευτικούς σκοπούς κι όχι ως φυτεμένα δέντρα. Καθώς η σύζυγος του El, η Asherah, ήταν φανερά δημοφιλής θεά, και η λατρεία της αναφέρεται στα κείμενα της Ugarit (1600-1200 π.Χ.). Η σημαντική εμφάνισή της στην βιβλική διήγηση δείχνει ότι η λατρεία της ήταν αντίζηλη προς την λατρεία του Γιαχβέ (βλ. τις απαγορεύσεις στην ΈΞΟΔΟΣ ΛΔ',13 και στο ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ ΙΣΤ',21). Αυτό εξηγεί το πλήθος των παραδειγμάτων στα οποία οι στήλες της Αsherah αναγείρονται και γίνονται σεβαστές, τις αυστηρές καταδίκες αυτών των πρακτικών και τις απεικονίσεις των κατεδαφιζόμενων και καιγόμενων αυτών στηλών [ ή «άλσεων», όπως πολλές φορές τις αναφέρει το ελληνικό κείμενο της Π.Δ. των Εβδομήκοντα] (ΚΡΙΤΑΙ ΣΤ’, 25-30. Δ’ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ κγ’, 4-7).
«Οδηγούμαστε, έτσι, στο αναπόφευκτο συμπέρασμα, ότι μεταξύ των ξένων παγανιστικών πρακτικών και του καθαρού μονοθεϊσμού του Γιαχβισμού υπήρχε μια λατρεία που μπορεί να ονομαστεί παγανιστικός Γιαχβισμός ή ίσως σαφέστερα, γιαχβιστικός παγανισμός.. Φυσικά, στο βάθος υπήρχε η κεντρική μονοθεϊστική λατρεία που ασκούνταν στον Ναό της Ιερουσαλήμ από τους ιερείς της και κηρύττονταν από τους προφήτες της Βίβλου. Και μερικοί από τους βασιλείς της Ιουδαίας – ειδικά ο Εζεκίας και ο Ιωσίας – προσπάθησαν να συγκεντρώσουν την μονοθεϊστική λατρεία στην Ιερουσαλήμ. Αλλά κοιτώντας τις αρχαιολογικές μαρτυρίες, πρέπει να συμπαιράνουμε ότι ήταν λιγότερο από 100% επιτυχείς. Πράγματι, μέχρι την βαβυλωνιακή καταστροφή της Ιουδαίας και το τέλος της ισραηλιτικής μοναρχίας το 586 π.Χ., ο παγανιστικός Γιαχβισμός ήταν συνήθης ακόμα και στην Ιερουσαλήμ, για να μη πούμε και στην υπόλοιπη Ιουδαία» (Ephraim Stern, "Pagan Yahwism: The Folk Religion of Ancient Israel", Biblical Archaeology Review, May/June 2001, vol 27, no. 3, p.28.).
Το έθνος του Ισραήλ πιθανό να παρήγαγε τέτοια συγκρητιστικά προϊόντα σε σχεδόν κάθε περίοδο της ύπαρξής του. Κατά την ίδια την Έξοδο από την Αίγυπτο, λάτρευαν ένα χρυσό μόσχο. Όταν ο Μωυσής έδινε στο λαό το μονοθεϊστικό νόμο του Θεού, ο λαός ακόμη θυσίαζε στα είδωλα (ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΙΖ', 7). Το βιβλίο των Κριτών είναι γεμάτο με την ειδωλολατρία του Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένης της Αστάρτης (λ.χ. β’ 13, γ’ 7, στ’ 25). Η ειδωλολατρία και ο συγκρητισμός ήταν διαδεδομένα – πλην όμως, (σημαντικό), πάντοτε καταδικαζόταν από την Βίβλο.
Αρκετά εδάφια στα ιστορικά βιβλία της Π.Δ. δείχνουν ότι αγάλματα συνεχιζόταν να κατασκευάζονται στο Ισραήλ αρκετά μετά την εποχή του Μωυσή. Αυτά τα παραδείγματα δε σημαίνουν ότι η ειδωλολατρία είχε καθεστώς νομιμότητας στον αρχαίο Γιαχβισμό. Η περίοδος των κριτών ήταν περίοδος κατάφωρης ανομίας, και τα περισσότερα από τα πράγματα που δεν μπορούν να θεωρούνται φυσιολογικά για την ισραηλιτική πίστη και λατρεία συνέβησαν τότε. Η πτώση του Σολωμόντα στην ειδωλολατρία (Γ’ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ, ΙΑ’ 4-8) καταγγέλεται ξεκάθαρα (ια’ 9-13). Η συγκρητιστική θρησκεία του Μανασσή που αναφέρεται στο Β’ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΑ’, 7 θεωρείται από τον αφηγητή ως ενάντια στο πνεύμα της ισραηλιτικής πίστης (6-9). Ακόμη και ο χάλκινος όφις που ο Μωυσής κατασκέυασε (ΑΡΙΘΜΟΙ, ΚΑ’ 9) έγινε αντικείμενο λατρείας (Δ’ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΙΗ’, 4). Με τη μεταρρύθμισή του ο βασιλιάς Ιωσίας απομάκρυνε αμφότερα το θυσιαστήριο του Ταφέθ και τα ξύλινα άλογα που ήταν αφιερωμένα στο θεό ήλιο (Δ’ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ, ΚΓ’, 10-11). Οι συγκρητιστικές μορφές θρησκείας που διαπερνούν όλη την ιστορία του Ισραήλ τελικά νομιμοποιήθηκαν από τον Ιεροβοάμ Α’, βασιλιά του βόρειου βασιλείου του Ισραήλ. Η διαίρεση των Εβραίων στο βόρειο και στο νότιο βασίλειο έθεσε μια σοβαρή θεολογική κρίση για το βόρειο βασίλειο. Το γεωπολιτικό σχίσμα έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της πρόσβασης στο λατρευτικό κέντρο της Ιερουσαλήμ. Ο Ιεροβοάμ κατάλαβε ότι, άν αυτός ήταν που έπρεπε να φέρει σταθερότητα στο βασίλειό του, δεν θα έπρεπε να επιτρέψει τίποτα που θα υποδαύλιζε τη νομιμότητα στην δαϋτική δυναστεία, η οποία ήταν τόσο βαθειά ριζωμένη στο μυαλό του λαού. Ο ναός είχε χτιστεί από το Σολωμόντα το γιο του Δαυίδ, και η Ιερουσαλήμ ήταν γεμάτη από δαυιτικές παραδόσεις. Ολοφάνερα, μια νέα μορφή θρησκευτικής έκφρασης διάφορη από κάθε συσχέτιση με τον Δαυίδ έπρεπε να θεσμοθετηθεί. Αυτό έγινε με την αναγέννηση της λατρείας του χρυσού μόσχου (Γ’ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ, ΙΒ’, 28). Ο 8ος αι. π.Χ. μαρτυρεί την αναγέννηση του Ισραήλ και της Ιουδαίας. Οικονομική ευημερία ασύγκριτη στην ιστορία εκτός από την χρυσή εποχή του Δαυίδ και του Σολωμόντα, δημιούργησε μια αυξανόμενη τάξη πλουσίων, σημαίνοντων ανθρώπων, των οποίων η πίστη στους διαθηκικούς όρους του Γιαχβέ ήταν, τουλάχιστον αμφισβητήσιμη. Μια από τις πιο εμφανείς παραβιάσεις των όρων της Διαθήκης ήταν η δημοφιλής θρησκεία της εποχής, ένας παράξενος συγκρητισμός του Γιαχβισμού και των συμβόλων και εννοιών της ειδωλολατρείας. Η κατάσταση στο βόρειο βασίλειο φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτερα ζοφερή. Τελετές σχετιζόμενες με τις λατρείες γονιμότητας της Χαναάν ασκούνταν σε ορισμένους ναούς του Ισραήλ και πιθανόν ήταν διαδεδομένες. Η εσωτερική νόσος επηρέαζε και το νότιο βασίλειο, της Ιουδαίας, αν και σε μικρότερο βαθμό πιθανόν. Ο Ησαΐας δείχνει μια εικόνα του ιουδαϊκού συγκρητισμού που είναι αξιοπαρατήρητα όμοια με αυτή του ισραηλιτικού (Β’ 8, ΝΖ’ 4-10).
Δ' ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ιζ' 33 καὶ τὸν Κύριον ἐφοβοῦντο καὶ τοῖς θεοῖς αὐτῶν ἐλάτρευον κατὰ τὸ κρίμα τῶν ἐθνῶν (..).
Λοιπόν, γιατί θα ‘πρεπε να ξαφνιαστούμε, εάν βρέθηκαν και αρχαιολογικά ευρήματα αυτού του συγκρητιστικού παγανισμού, τον οποίο περιγράφει η ίδια η Π.Δ.; Δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο. Η ίδια η Π.Δ. αναφέρει παραδείγματα συγκρητιστικής λατρείας Γιαχβέ και άλλων θεοτήτων, καταδικάζοντάς τα, φυσικά, αιώνες πριν τον 8ο αιώνα, για τον πολυθεϊσμό του οποίου κάνουν λόγο οι Νεοπαγανιστές.
Με άλλα λόγια, η αποκάλυψη του Θεού (ως μωσαϊκός μονοθεϊσμός) συνυπήρχε με τον πολυθεϊσμό στο Ισραήλ. Δεν υπήρξε μετάβαση από τον αρχικό πολυθεϊσμό στον μονοθεϊσμό, όπως λένε οι Νεοπαγανιστές. Στην πραγματικότητα, η ιστορία από τον Μωυσή ώς την βαβυλωνιακή αιχμαλωσία είναι ιστορία κατάπτωσης κι όχι «προόδου»: το εβραϊκό έθνος χειροτέρευε, δηλαδή ανέπτυσσε την ειδωλολατρία, τον πολυθεϊσμό και το συγκρητισμό. Για να υποθέσει κανείς το αντίθετο (δηλ. ότι υπήρξε πρώτα ο πολυθεϊσμός και μετά ο μονοθεϊσμός) πρέπει να εξηγήσει πρώτα πολλά πράγματα, συμπεριλαμβανομένων και των αρχαίων απαγορεύσεων κατά αυτών των εκτροπών, όπως στην ΕΞΟΔΟ ΛΔ’ 13 και ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ ΙΣΤ’, 21:
ΕΞΟΔΟΣ ΛΔ’ 13 τούς βωμοὺς αὐτῶν καθελεῖτε καὶ τάς στήλας [=Asherah] αὐτῶν συντρίψετε καὶ τὰ ἄλση [=Asherim] αὐτῶν ἐκκόψετε, καὶ τὰ γλυπτὰ τῶν θεῶν αὐτῶν κατακαύσετε ἐν πυρί· 14 οὐ γὰρ μὴ προσκυνήσητε θεοῖς ἑτέροις· ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεὸς ζηλωτὸν ὄνομα, Θεὸς ζηλωτής ἐστι.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΙΣΤ’ 21 Οὐ φυτεύσεις σεαυτῷ ἄλσος [=Asherah], πᾶν ξύλον, παρὰ τὸ θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ σου οὐ ποιήσεις σεαυτῷ. 22 οὐ στήσεις σεαυτῷ στήλην [=Asherah], ἃ ἐμίσησε Κύριος ὁ Θεός σου.
(Στο ελληνικό κείμενο των Εβδομήκοντα δεν αναφέρεται άμεσα η λέξη Asherah, όμως έμμεσα σε δεκάδες εδάφια, π.χ. Δ΄ Βασιλειών ιη’, 19, «το γλυπτόν του άλσους» μεταφράζεται στην απλοελληνική ως το «άγαλμα της Αστάρτης», σημαίνει «Ασερά». Πράγμα που συμφωνεί με τις παραπάνω παρατηρήσεις των φιλολόγων, ότι το asherah σημαίνει είτε στήλη ξύλινη είτε άλσος.)
Ενας τρόπος να εξηγηθούν τέτοιοι στίχοι, αφού υποτίθεται ότι πρώτα υπήρχε ο πολυθεϊσμός μόνο, και μετά εμφανίστηκε ο μονοθεϊσμός, είναι να υποθέσουν, χωρίς βέβαια καμμία απόδειξη, ακόμη και σήμερα, ότι είναι «αργότερες πολεμικές προσθήκες» στην μετέπειτα μάχη κατά του πολυθεϊσμού. Αυτοί οι μετέπειτα μονοθεϊστές χρειάζονταν κάποια εφόδια κατά των πολυθεϊστών, και έτσι εφηύραν τα κείμενα αυτά, ώστε να προσδώσουν στις θέσεις τους το γόητρο της αρχαίας αυθεντίας και παράδοσης. Όμως, πέρα από το ότι δεν έχει βρεθεί κείμενο ή μαρτυρία για παλαιοδιαθηκικό κείμενο δίχως τους παραπάνω στίχους, επιπλέον τέτοια ανακατασκευή είναι ανούσια – δεδομένων των τόσων στίχων που η ίδια η Π.Δ. έχει καθ’όλη την ιστορική διαδρομή, κατάκρισης των ήδη κατά την Έξοδο ασυνεπών Ισραηλιτών – βασίζεται στη θεωρία της συνωμοσίας, δηλ. θεωρίας για επίπεδο νηπιαγωγείου.
Έτσι, ακόμη κι αν ορισμένοι ή αρκετοί Ιουδαίοι του 8ου αι. λάτρευαν τον Γιαχβέ μαζί με την παγανιστική θεότητα Asherah ως σύζυγό του ή ακόμη και αν έφτιαχναν και αγάλματά τους, αφενός αυτά όλα είναι πράγματα που τα ξέρουμε από την ίδια τη Βίβλο (Ακόμη και στο Ναό είχαν βάλει άγαλμα της Asherah, Δ' ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΑ' 7) και δεν χρειαζόμαστε να μας τα πουν οι Νεοπαγανιστές ως τάχα απόδειξη των θέσεών τους, αφετέρου δεν είναι απόδειξη ότι ο μονοθεϊσμός ξεπήδησε από την «κάθαρση» του Ισραηλιτικού πολυθεϊσμού. Ο μονοθεϊσμός υπήρχε εξ αρχής, από τον καιρό του Μωυσή και ακόμη νωρίτερα, του Αβραάμ, ενώ η ειδωλολατρία, όντας προϊόν των ξένων – αιγυπτιακών και χαναανιτικών επιρροών – φούντωνε ανά περιόδους, πλήν όμως δεν ήταν το αρχικό στάδιο της θρησκείας των Εβραίων. Η Π.Δ. αναφέρει και – το σημαντικότερο – καταδικάζει τις πολυθεϊστικές τάσεις καταδικάζοντάς τα αιώνες πριν τον 8ο αιώνα, την ειδωλολατρία του οποίου αναφέρουν οι Νεοπαγανιστές ως «απόδειξη» ότι αυτή ήταν αρχαιότερη του μονοθεϊσμού. Όμως «ξεχνάν» να πουν οι Νεοπαγανιστές ότι
α’) η εβραϊκή ιστορία δεν ξεκινά τον 8ο αι. αλλά τον 19ο αιώνα τουλάχιστον, δηλαδή υπάρχουν τουλάχιστον 10 μονοθεϊστικοί αιώνες, αρχαιότεροι του 8ου π.Χ. αι. Δεν είναι, λοιπόν, ο 8ος αι. π.Χ. η αρχαιότερη εποχή της εβραϊκής ιστορίας, ώστε να συνάγουν οι Ν/Π εξ αυτής το συμπέρασμα ότι ο πολυθεϊσμός υπήρχε μόνος αρχικά.
β’) πάντοτε η Π.Δ. καταδίκαζε (από την φυγή εκ της Αιγύπτου ήδη) τις ειδωλολατρικές τάσεις. Αν άρχιζε να τις καταδικάζει αργότερα, τότε σαφώς αυτό θα ήταν σημάδι ότι προϋπήρχε μόνος του ο πολυθεϊσμός.
γ’) ακόμα και κατά τον 8ο αι. που βρέθηκαν οι διάφορες επιγραφές και οι εικόνες, δεν υπήρχε μόνο ο πολυθεϊσμός, αλλά υπήρχε και η μονοθεϊστική αντίσταση σε αυτόν. Αν «εκ του πολυθεϊσμού ξεπήδησε ο ιουδαϊκός μονοθεϊσμός μετά τον 8ο αιώνα», τότε δεν θα έπρεπε να υπάρχουν μαρτυρίες για την ύπαρξη μονοθεϊστών τον 8ο αιώνα (προφητών, βασιλέων, λαού), οι οποίοι αγωνίζονταν κατά του πολυθεϊσμού. Αυτοί θα 'πρεπε να εμφανιστούν αργότερα. Ο μονοθεϊσμός δεν είναι, λοιπόν, «πρόσφατο κατασκεύασμα», όπως θέλουν να πιστεύουν οι Νεοπαγανιστές˙ αντίθετα, προϋπάρχει του πολυθεϊσμού που τον ανταγωνιζόταν καθ’ όλη την διάρκεια της ιουδαϊκής ιστορίας.
«Στο β’ μισό του 19ου αι., με βάση την εξελικτική θεωρία, κάποιοι τύποι θρησκείας θεωρούνταν προγενέστεροι και κατώτεροι από άλλους, που θεωρούνταν μεταγενέστεροι και ανώτεροι. Σε μια αρχική φάση της έευνας ως προγενέστερη θρησκεία θεωρείτο ο πολυθεϊσμός και ως μεταγενέστερη ο μονοθεϊσμός. Η ανακάλυψη του Άντριου Λάνγκ ότι πολλοί αρχαϊκοί λαοί πίστευαν, παράλληλα με τους πολλούς θεούς, και σε ένα θεό ανώτερο από όλους (που ο ίδιος ονόμασε «υψηλό θεό»), ηθικό, δημιουργό και κύριο όλου του κόσμου (από τον οποίο όμως εξαιτίας κάποιου λάθους των ανθρώπων, έχει απομακρυνθεί), προκάλεσε τότε μια μικρή επανάσταση, αφού μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ότι ο μονοθεϊσμός υπήρξε η αρχική θρησκεία, την οποία διαδέχτηκε κατόπιν ο πολυθεϊσμός, και να αντιστρέψει, έτσι, την επικρατούσα εξελικτική θεωρία.
Ενώ η ύπαρξη των «Υψηλών Θεών» έγινε τελικά δεκτή, τόσο από τους ιστορικούς της θρησκεία όσο και από τους εθνολόγους, η θεωρία του «αρχικού μονοθεϊσμού» υπήρξε στόχος έντονης κριτικής. Κυρίως το γεγονός ότι, όπως και στις άλλες θεωρίες περί «αρχικής θρησκείας», οι οποίες δημιουργήθηκαν σε μια εποχή που δεν είχε σαφή επίγνωση του τεράστιου βάθους της ανθρώπινης ιστορίας, λείπει και σ’ αυτή η συνείδηση του πόσο μακριά κείται και πόσο ασαφής είναι αυτή η αρχή, εξασφάλισε και σ’ αυτή την κρίση ότι «αντικατέστησε μια υπόθεση με μια ακόμα υπόθεση». Η πραγματική «αρχή» της θρησκείας, αν ποτέ υπήρξε, και δεν είναι συδεδομένη με τον άνθρωπο, παραμένει κάτι άγνωστο. Ώς τώρα τα πράγματα που αφορούν την ίδια την αρχή του ανθρώπινου είδους παραμένουν εξαιρετικά ασαφή, ώστε να μην υπάρχει, πολύ λιγότερο, κάποια βάση για κάθε είδους συζήτηση περί «αρχικής θρησκείας».
Ωστόσο θεωρίες σαν κι αυτή του αρχικού μονοθεϊσμού χρησίμευσαν κατά το ότι μαζί με άλλες ιδέες, όπως εκείνη της διασποράς από ένα κέντρο προς διάφορες κατευθύνσεις ή της πολυγραμμικής εξέλιξης, κλόνισαν, έστω και ως υποθέσεις, τον παντοδύναμο, στη διάρκεια του 19ου αι. μονογραμμικό εξελικτικισμό, έτσι ώστε σήμερα με καλύτερες παρατηρήσεις, να μπορεί να διατυπώνεται η διαπίστωση ότι ο μονοθεϊσμός θα μπορούσε να εμφανιστεί χωρίς τη μεσολάβηση πολυθεϊστικού σταδίου «σαν μια αιφνίδια, επαναστατική εξέλιξη» (R.J. Zwi Werblowski, Polytheism στο M. Eliade (ed.) The encyclopaedia of Religion, Macmillan, N.Y. 1987, σ. 436).
Με βάση τη μαρτυρία για την παράλληλη ύπαρξη των υψηλών μαζί με άλλους θεούς σε αρχαϊκές κοινωνίες, η σημερινή θέση είναι ότι απ’ την αρχή της γνωστής ιστορίας τόσο ο πολυθεϊσμός όσο και το αντίθετό του, ο μονοθεϊσμός, υπάρχουν, ταυτόχρονα, σε ποικίλες μορφές» (Σ. Παπαλεξανδρόπουλου, Σύναξη, τ. 69, σ. 61 κ.ε.). Αυτή η άποψη, τουλάχιστον 1) αφήνει ανοικτό το ζήτημα της «αρχικής θεωρίας», με συνέπεια 2) την απόρριψη της άποψης ότι ο μονοθεϊσμός είναι εξέλιξη του πολυθεϊσμού. Παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωπο εξετράπηκαν στον πολυθεϊσμό/ειδωλολατρία, αποτελεί ο πολυνησιακός μύθος του κατακλυσμού, στον οποίο ο διασωθείς Nuu νομίζει ότι το φεγγάρι είναι το πρόσωπο του θεού Kane και προσφέρει τις θυσίες στο φεγγάρι εξοργίζοντας τον Kane. Ο Εμπεδοκλής, στην Ελλάδα, σ’ ένα απόσπασμα μιλά για λατρεία μιας θεότητας, στην αρχή, πριν λατρευτούν πολλοί θεοί.

12. "Ο Μωσαϊκός νόμος είναι αντιγραφή των νόμων του Χαμουραμπί".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: οι νόμοι του Χαμουραμπί χρονολογούνται περί το 1720 π.Χ. – πριν τον Μωυσή. Ωστόσο, υπάρχουν λόγοι, για τους οποίους η θεωρία της αντιγραφής είναι απορρίψιμη:
α') οι περισσότεροι παραλληλισμοί που γίνονται μεταξύ των μωσαϊκών νόμων και των νόμων του Χαμουραμπί αφορούν εγκλήματα, για τα οποία υπάρχει αντίστοιχη νομοθεσία στις περισσότερες κοινωνίες. Επιπλέον, νόμοι παρόμοιοι με αυτούς του Χαμουραμπί βρίσκονται και σε άλλους νομικούς κώδικες. Αυτό δείχνει ότι η ομοιότητα δεν συνεπάγεται προέλευση. Με άλλα λόγια, οι νόμοι που έθεσε ο Χ. υπάρχουν – παρόμοιοι, εννοείται – και σε άλλους κώδικες νόμων της ίδιας περιόδου.
β') οι διαφορές μεταξύ των δύο νομοθεσιών είναι περισσότερο έντονες. Η μεγαλύτερη διαφορά έγκειται στην αξία της ανθρώπινης ζωής. Αν συγκρίνουμε τις δύο νομοθεσίες, βλέπουμε ότι ο κώδικας του Χ. είναι πολύ αυστηρότερος για εγκλήματα και προσβολές κατά της ιδιοκτησίας, ενώ οι νόμοι του Μωυσή είναι πολύ αυστηρότεροι όσον αφορά την ανθρωποκτονία. Για παράδειγμα, στους νόμους του Χαμμουραμπί, διαβάζουμε ότι αν ένας πατέρας φόνευε μια γυναίκα της ανώτερης τάξης, τότε για τιμωρία η κόρη του θα εκτελούνταν. Αν πάλι ένας χτίστης έχτισε ένα κτίριο που κατέρρευσε σκοτώνοντας το γιο ενός ένοικου, τότε έπρεπε να εκτελεστεί για ανταπόδοση ο γιος του χτίστη. Αντίθετα, η Π.Δ. όριζε ρητά ότι ο καθένας πεθαίνει για τις δικές του αμαρτίες μόνο κι όχι ο πατέρας για τις αμαρτίες του γιου του ή ο γιος για τις αμαρτίες του πατέρα (ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ ΚΔ’, 16). Φαίνεται η διαφορά μεταξύ νόμων του Χαμμουραμπί και των νόμων του Μωυσή τόσο αναφορικά με την δικαιοσύνη (ο καθένας είναι υπεύθυνος μόνο για τις δικές του πράξεις), όσο και για τον ανθρωπισμό που διέπει την αποφυγή συλλογικής τιμωρίας (να τιμωρείται ο γιος για τα εγκλήματα του πατέρα). Άδικος κι απάνθρωπος ο νόμος του Χαμμουραμπί˙ δίκαιος και ανθρωπιστικός ο νόμος του Μωυσή.
γ') Επίσης, αρκετοί από τους ισραηλιτικούς νόμους είναι κατ’ ουσίαν αντι-νόμοι, δηλαδή νόμοι κατά των θρησκευτικών συνηθειών των Χαναναίων ή άλλων λαών που συνάντησαν και πολέμησαν εναντίον τους οι Εβραίοι, κατά την πορεία από την Αίγυπτο στην Χαναάν. Δηλαδή, δεν βρίσκονται σε άλλα νομικά συστήματα γειτονικών χωρών.
δ') Πέραν αυτών, πώς μπορεί κανείς να αποδόσει τις ομοιότητες μεταξύ εβραϊκών και βαβυλωνιακών νόμων στους Βαβυλώνιους και στο Χαμουραμπί, τη στιγμή που γνωρίζουμε ότι ο Αβραάμ καταγόταν από την Μεσοποταμία; Οι ομοιότητες δηλαδή είναι αποτέλεσμα περισσότερο κοινής καταγωγής, παρά αντιγραφής εκ μέρους των Εβραίων.

13. "Η ιστορία της Εξόδου έπειτα από δουλεία 400 χρόνων είναι ένα παραμύθι τις Π.Δ. Οι Εβραίοι ήταν οι Υξώς που αρχικά λεηλάτησαν και έπειτα διακυβέρνησαν την Αίγυπτο επί δυο περίπου αιώνες, μέχρις ότου οι Αιγύπτιοι τους έδιωξαν ηρωικά περί το –1580. Αυτή είναι η αιγυπτιακή εκδοχή της ιστορίας της εξόδου των Εβραίων. Επιπλέον η ιστορία της Εξόδου και της κατάκτησης της Χαναάν δεν επιβεβαιώνονται αρχαιολογικά. Δεν υπάρχουν ίχνη από την παραμονή των Ισραηλιτών στη χερσόνησο του Σινά, ενώ ακόμη και μικρές ομάδες νομάδων αφήνουν αρχαιολογικά ίχνη. Όσον αφορά την Χαναάν και την αναφερόμενη στα βιβλία των Αριθμών και του Ιησού του Ναυή κατάκτησή της περίπου κατά τον 13ο αι., στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού (ΥΕΧ: 1550-1200): δεν υπάρχει αναφορά των αιγυπτιακών χρονικών σε μια τέτοια βίαιη και αστραπιαία κατάληψη. Περιοχές όπως η Hormah, η Αράδ, η Ιεριχώ, η Γαι, και η Jarmuth όντως υπέστησαν καταστροφή, αλλά αυτό έγινε στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (ΠΕΧ: 3300-2000) ή στο τέλος της Μέσης Εποχής του Χαλκού (ΜΕΧ: 2000-1550)˙ κατά την ΥΕΧ ήταν ακατοίκητες. Άλλοι τόποι, όπως η Kadesh Barnea (όπου έχουμε στοιχεία για κατοίκηση μόνο κατά τον 10ο αι.), η Γαβαών, η κοιλάδα της Βέερ-Σεβά (οι τύμβοι του Tel Malhata και του Tel Masos) και της Αράδ (η Αράδ καταστράφηκε κατά την ΠΕΧ II (3000-2800) και κατοικήθηκε από Ισραηλίτες μόνο κατά τον 10ο αι.) ήταν ακατοίκητοι ώς την Εποχή του Σιδήρου (ΕΣ: 1200-539) και συνεπώς δεν γίνεται να είναι σωστή η Βιβλική περιγραφή της κατάκτησής τους και της ήττας κάποιου «βασιλιά της Αράδ». Για όσα μέρη φαίνεται να έχουν υποστεί καταστραφή κατά τη μετάβαση από την Εποχή του Χαλκού (ΕΧ) στην ΕΣ, δηλαδή περί το 1200 π.Χ., αυτή μπορεί να αποδοθεί στους «Λαούς της Θάλασσας» κι όχι απαραίτητα στους Ισραηλίτες. Οι περιοχές της Εδώμ και της Μωάβ, οι οποίες στους ΑΡΙΘΜΟΥΣ παριστάνονται ως κράτη, είχαν λίγες μόνο πόλεις, κατά την ΥΕΧ, προς το βορρά. Τα βασίλεια της Εδώμ και της Μωάβ για τα οποία κάνει λόγο το βιβλίο των ΑΡΙΘΜΩΝ δεν εμφανίζονται ως βασίλεια παρά μόνο στον 9ο αι. π.Χ. Αντίθετα από την ιστορία της κατάληψης της Εσεβών (Heshban) ύστερα από τη μάχη με τον Σιχόν, βασιλιά των Αμορραίων (ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΑ’, 21 κ.ε.) οι ανασκαφές στον Tell Hesban έδειξαν ότι ο τόπος κατοικήθηκε μόνο στην ΕΣ I (1200-930). Δεν έχει βρεθεί πόλη «Γαι», όπως αναφέρεται στο ΙΗΣΟΥΣ ΝΑΥΗ Θ’ η κατάκτησή-καταστροφή της, για την β’ χιλιετηρίδα π.Χ. Αναφορικά με τη Χεβρών (στον Tell Rumeidech) δεν φαίνεται να υπήρξε κατοίκηση κατά την ΥΕΧ και φαίνεται να υπάρχει κενό μεταξύ των οικοισμών της ΜΕΧ και της ΕΣ I. Στην Τανάχ υπάρχουν ενδείξεις καταστροφής-διακοπής της συνέχειας κατά την ΥΕΧ, αντίθετα με τη Βιβλική διήγηση. Η συνολική αρχαιολογική εικόνα είναι ότι κατά τους δύο τελευταίους αιώνες της β’ χιλιετίας π.Χ. δεν υπήρξε κάποια στιγμιαία – ή μέσα σε μια-δυο δεκαετίες – καταστροφή της Χαναάν, αλλά σταδιακή εγκατάσταση νομάδων (η οποία ολοκληρώθηκε τον 10ο αι. π.Χ.) πρώτα στις λοφώδεις περιοχές και ύστερα στις πεδιάδες. Πώς μπορεί κανείς να πιστέψει στην αλήθεια των περιγραφών της Π.Δ. και να μην δεχτεί ότι τα πρώτα βιβλία της Π.Δ. είναι προϊόν συρραφής των τελευταίων βασιλιάδων του Ιούδα, τον 7ο, όταν ήθελαν να κατασκευαστεί ένα λαμπρό παρελθόν;".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Μια δυναστεία ξένων κυρίαρχων γνωστή ως οι Υξώς πήραν τον έλεγχο όχι μόνο της Συρίας και της Παλαιστίνης αλλά και της Αιγύπτου περίπου κατά τα έτη 1650-1542 π.Χ. Το όνομα Υξώς (Υκ-σώς) σημαίνει (υκ=βασιλιάς˙ σως=ποιμένας) «βασιλείς ποιμένες». Ήταν πιθανόν δυνατοί σημίτες Αμορραίοι ή Χαναναίοι. «Οι Υξώς εκυβέρνησαν την χώραν του Νείλου επί 150 χρόνια περίπου και έδωσαν εις την Αίγυπτον την 15ην και 16ην Δυναστείαν. Ταυτόχρονα υπήρχαν Αιγύπτιοι ηγεμόνες εις τις Θήβες, όμως αυτοί ήσαν υπό την εξουσίαν των Υξώς. Οι Υξώς είχαν ως πρωτεύουσαν την πόλην Άβαρι εις την περιοχήν του Δέλτα του Νείλου. (...) Η Αρχαιολογία κατέχει σήμερα πολλά αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία βεβαιώνουν ότι περί το 1700 π.Χ. η Αίγυπτος επλημμύρισε από ένα κύμα εισβολέων. Μερικοί απ’ αυτούς έκαμαν ειρηνικήν διείσδυσιν˙ άλλοι όμως εγκατεστάθησαν ύστερα από επιδρομήν, την οποίαν επραγματοποίησανμε ταχύτατα άρματα, κατά τα χρόνια των αδυνάτων ηγεμόνων της 13ης Δυναστείας. Όπου και όταν έχωμεν ονόματα χαραγμένα εις σκαραβαίους της περιόδου των Υξώς, τα περισσότερα είναι Σημιτικά. (...) Η Γένεσις γράφει ότι κάθε βοσκός προβάτον ήταν «βδέλυγμα» εις τους Αιγυπτίους (ΓΕΝ. ΜΓ’ 31˙ ΜΣΤ’ 34), ενώ ο Ιωσήφ, ο πατέρας και οι αδερφοί του, οι οποίοι ήσαν ποιμένες, έγιναν ευπρόσδεκτοι από τον Φαραώ της Αιγύπτου. Τούτο, λέγουν οι Αιγυπτιολόγοι, πιστοποιεί ότι η εγκατάστασις του Ιακώβ εις την Αίγυπτον έγινε εις τα χρόνια των Σημιτών Υξώς. Ως Σημίτες, οι Υξώς ήταν φυσικόν να δείχνουν προτίμησιν εις τους ομοφύλους τους, με το να τους προωθούν εις θέσεις κλειδιά. (...) Μόλις κατώρθωσαν οι Αιγύπτιοι να ελευθερωθούν από την Δυναστείαν των Υξώς, εξηφάνισαν συστηματικά κάθε ίχνος οποιουδήποτε στοιχείου, το οποίον είχε σχέσιν με το πέρασμα των ξένων βασιλέων από την χώραν τους. Η 18η Δυναστεία κατέβαλε ιδιαίτερη προσπάθεια δια την εξαφάνισιν των στοιχείων αυτών – είτε αυτά ήσαν γραπτά κείμενα είτε κτίσματα και άλλα μνημεία. (..) Σήμερα, είναι δεκτόν ότι οι Υξώς έφεραν εις την Αίγυπτον το άλογον, το άρμα, νέους τύπους σπαθιών και μαχαιριών, το ισχυρόν ασιατικόν τόξον και νέους τύπους οχυρώσεως» (Ν. Π. Βασιλειάδη, Αρχαιολογία και Αγία Γραφή, εκδ. Αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», σ. 88-90).
Οι Εβραίοι δεν μπορεί να είναι οι Υξώς, για πέντε λόγους: διότι α’) παρέμειναν 400 και όχι 150-200 χρόνια στην Αίγυπτο, β’) δεν έγιναν Φαραώ οι ίδιοι, αλλά απλώς υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι των Φαραώ, γ’) Ήταν δούλοι των Αιγυπτίων επί αρκετό, καθώς φαίνεται, διάστημα, αντίθετα με τους Υξώς, οι οποίοι ύστερα από επανάσταση των Αιγυπτίων εξεδιώχτηκαν κι έχασαν την εξουσία, δ’) Ήρθαν ειρηνικά, ως ποιμένες και γενικά ήταν πρωτόγονος λαός˙ συνεπώς δεν είχαν την προηγμένη τεχνολογία (άρματα, τόξα κ.ά.) που είχαν οι Υξώς, ε’) τη στιγμή της εκδίωξής τους, οι Εβραίοι, υπάκουαν σε Αιγύπτιο Φαραώ, ενώ οι Υξώς θα είχαν έναν άλλον Φαραώ, μέλος της φυλής τους. Συνεπώς η ταύτιση των δύο λαών είναι μάλλον λανθασμένη. Άρα, όταν οι πολεμοχαρείς Υξώς διώχτηκαν δια της βίας, οι Εβραίοι παρέμειναν ως δούλοι και καταπιέστηκαν επειδή ήταν φυλετικά συγγενείς των Υξώς (σημίτες), αλλά και ευνοοούμενοί τους.
Η παραμονή των Εβραίων στην Αίγυπτο και η Έξοδος δεν πρέπει να θεωρείται παραμύθι. Η Αίγυπτος ήταν σύνηθες καταφύγιο των λαών της Μ.Ανατολής σε περιόδους πείνας ή αναταραχής. Το βιβλίο της ΕΞΟΔΟΥ και γενικά όλα τα βιβλία που γράφτηκαν από τον Μωϋσή (Πεντάτευχος) περιέχουν πολλές σημαντικές και λεπτομερείς πληροφορίες για τον αιγυπτιακό πολιτισμό και το εθιμοτυπικό της αυλής των Φαραώ, τα οποία θα ήταν αδύνατον να συλλεχθούν από το εβραϊκό ιερατείο στα κατοπινά χρόνια του Δαβίδ ή στα χρόνια της αιχμαλωσίας στην Βαβυλώνα. Για παράδειγμα, οι τίτλοι «Αρχιοινοχόος» και «Αρχισιτοποποιός» (Γέν. Μ’, 2) είναι τίτλοι που πράγματι είχαν κάποιοι αιγύπτιοι αυλικοί. Το αξίωμα που έδωσε ο Πετεφρής στον Ιωσήφ (Γέν. ΛΘ’ 4) είναι τίτλος που όντως δινόταν εκείνη την εποχή στα σπίτα των αιγύπτιων ευγενών. Η περιγραφή της προαγωγής του Ιωσήφ σε πρωθυπουργό του Φαραώ, όπου ο Φαραώ, αφού έβγαλε το δακτυλίδι με την προσωπκή του σφραγίδα από το χέρι του, το φόρεσε στον Ιωσήφ, κι ύστερα τον έντυσε με βύσσινη στολή και του κρέμασε στο λαιμό χρυσή ασπίδα κ.λπ. (Γέν. ΜΑ’ 42-43) δεν θα μπορούσαν να είναι φαντασία του εβραϊκού ιερατείου της Ιερουσαλήμ. Θα έπρεπε κάποιος που ζούσε από κοντά αυτές τις τελετές να υπάρχει, ώστε να τις καταγράψει. Αυτός ήταν ο Μωυσής. Οι Αιγύπτιοι καλλιτέχνες έχουν απεικονίσει αυτή την τελετή με τοιχογραφίες κι ανάγλυφα. Τέτοιος θαυμάσιος πίνακας, που δείχνει τον Φαραώ να τιμά έναν άνδρα μ’ αυτόν τον τρόπο χρονολογείται στις ημέρες του Φαραώ Σέτι Α’ (1308-1290 π.Χ.). Η πληροφορία της Γραφής, ότι ο Ιωσήφ ανέβηκε στην «δεύτερη άμαξα», την δεύτερη μετά αυτή του Φαραώ, φανερώνει ότι ο Φαραώ ήταν των Υξώς, αφού αυτοί έφεραν τα γρήγορα πολεμικά άρματα στη χώρα. Ενώ πριν από αυτούς δεν υπήρχε τέτοια συνήθεια στις τελετές αυτές (J.A. Thompson, The Bible and Archaeology, The Paternoster Press Ltd, 1973, σ. 45). Υπάρχουν και ονόματα πολλών άλλων ξένων (Σημιτών) που έχει βρεθεί πως κατέλαβαν υψηλές θέσεις σε αιγυπτιακές κυβερνήσεις της εποχής εκείνης. Οι αιγυπτιακές λέξεις και ονόματα (Πετεφρής, Ασενίθ) στα βιβλία της Γένεσης και της Εξόδου, οι οποίες δεν συναντώνται σε άλλα βιβλία, επιβεβαιώνουν ότι αυτός που τις κατέγραψε, τις γνώριζε καλά, δηλαδή έζησε εκεί. Κανένας γραμματέας της εποχής του Έσδρα, που να έζησε στη Βαβυλώνα ή στην Ιουδαία δε θα μπορούσε να καταγράψει με τόση λεπτομέρεια όλα αυτά και όλα όσα αναφέρονται για την Αίγυπτο και τους Φαραώ.
Άλλη αντίρρηση για το συμβάν της Εξόδου είναι ότι οι Φαραώ φρουρούσαν καλά τη χώρα στα ανατολικά, ώστε να μην ξαναέρθουν πολεμικοί λαοί σαν τους Υξώς από την Μ.Ανατολή. Συνεπώς, λένε κάποιοι, οι Εβραίοι δε θα μπορούσαν να διαφύγουν τόσο εύκολα απ’ τα ανατολικά. Όμως, πριν συμβεί η Έξοδος, είχαν προηγηθεί οι «Δέκα Πληγές», οι οποίες αποδυνάμωσαν τόσο την υλική δύναμη των Αιγυπτίων, όσο και την αποφασιστικότητά τους να πολεμήσουν. Πράγματι, θα υπήρχαν και οχυρά και φρούρια κατά μήκος των ανατολικών συνόρων. Αλλά ύστερα από την καταστροφή της Αιγύπτου, ύστερα από επιδημίες, χαλάδι, επιδρομές ακρίδων, θάνατο των πρωτότοκων παιδιών, ποιος Αιγύπτιος θα είχε το κουράγιο να φέρει εμπόδιο (άλλωστε ο Φαραώ είχε κατ’ αρχήν επιτρέψει την έξοδο των Εβραίων). Παρακάτω αναφερόμαστε στην αρχαιολογική πλευρά του ζητήματος.
Κατ’ αρχήν οι μέθοδοι χρονολόγησης δεν είναι τόσο ακριβείς, όσο κι αν τα αρχαιολογικά ευρήματα είναι πιο αξιόπιστα από τα γραπτά. Ακόμη και η μέθοδος με τον άνθρακα-14 δεν πετυχαίνει τέτοιου υψηλού βαθμού ακρίβεια, ώστε τα πορίσματά της να γίνονται αποδεκτά δίχως κάποιες αντιρρήσεις. Μεταξύ μιας περιόδου και της επόμενης είναι δύσκολο τις περισσότερες φορές να τραβηχτεί μια γραμμή οριοθετώντας τη μία από την άλλη. Δεν είναι σπάνιο οι μέθοδοι ραδιοχρονολόγησης να δίνουν διαφορετικές χρονολογήσεις για το ίδιο μέρος. Η χρονολόγηση αγγείων υπόκειται σε πολλές δυσκολίες, μια απ’ τις οποίες είναι η «διάχυση», όταν ένας γειτονικός πολιτισμός υιοθετεί το στυλ ενός άλλου γειτονικού (Walter E. Rast, Through the Ages in Palestinian Archeology, Trinity Press, 1992, p. 39). Έτσι είναι δύσκολο να αποφανθούμε αν ένα αγγείο είναι του τέλος του 11ου αι. ή των αρχών του 10ου αι. (Israel Finkelstein, Living on the Fringe--The Archeology and History of the Negev, Sinai and Neighboring Regions in the Bronze and Iron Ages, Sheffield Academic, 1995, p. 109). Αυτή η έλλειψη ακρίβειας δεν είναι λεπτομέρεια, όταν πρόκειται για το θέμα που εξετάζουμε: «Η καταστροφή της πόλης της Ασώρ χρονολογήθηκε νωρίτερα από το 1225 π.Χ. περίπου, από τον Yadin. Αν το όριο της καταστροφής μετατεθεί στο 1250, είναι λιγότερο πιθανό αυτή να συνδέεται με την ισραηλινή εγκατάσταση» (E.S. Frerichs-L.H. Lesko, Exodus: The Egyptian Evidence, Eisenbrauns, 1997, p. 77). Αν δεν διαθέτουμε την τεχνολογία ώστε να αποφασίσουμε αν ένα εύρημα είναι των αρχών του 10ου ή του τέλους του 11ου αι., τότε πώς είμαστε τόσο σίγουροι για τα αποτελέσματα των χρονολογήσεων, όταν αυτά κρίνουν ένα γεγονός όπως η κατάκτηση της Χαναάν;
Μερικές φορές μια μεταγενέστερη εποχή δανείζεται το στυλ μιας προηγούμενης εποχής λ.χ. μια φυλή της ΥΕΧ υιοθετεί στυλ της ΜΕΧ (The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East, λήμμα "Palestine in the Late Bronze Age", p. 216) κι αυτή η υιοθεσία λαμβάνει χώρα και αναφορικά με οικοδομήματα. Αν μια φυλή της ΥΕΧ έπραττε κάτι τέτοιο κι άφηνε μόνο υπολείμματα που θα ταίριαζαν στη ΜΕΧ, θα φαινόταν (αλλά δε θα ήταν έτσι) ότι δεν υπήρξε, στον τόπο εκείνο, πολιτισμός της ΥΕΧ, αλλά μόνο της ΜΕΧ. Για παράδειγμα στο λήμμα Arad του The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East, αναφέρεται ότι ένας οικισμός της ΕΧ I κατοικούσε σε σπίτια της ΠΕΧ – κι ωστόσο υποτίθεται ότι δεν υπήρξε οικοσμός της ΜΕΧ ή ΥΕΧ. Επιπλέον, όχι μόνο το στυλ μιας προηγούμενης εποχής, αλλά και τα οικοδομικά υλικά της επαναχρησιμοποιούνται, με αποτέλεσμα τα διάφορα χρονολογικά στρώματα σε έναν τόπο να αναμιγνύονται με αποτέλεσμα αντί μιας περιόδου να ανιχνεύονται δύο.
Συμβαίνει όμως και το αντίθετο, ειδικά στα υψίπεδα της Χαναάν, κι αυτό είναι ακόμη πιο παραπλανητικό: η απομάκρυνση των ερειπίων από τους μεταγενέστερους κατοίκους: «δυτικά του Ιορδάνη, η εντατική οικοδομική δραστηριότητα μεταγενέστερων περιόδων απομάκρυνε όλα τα ίχνη αρχιτεκτονικής των προηγούμενων εγκαταστάσεων» (Israel Finkelstein, Living on the Fringe--The Archeology and History of the Negev, Sinai and Neighboring Regions in the Bronze and Iron Ages, Sheffield Academic, 1995, p. 133). Αυτό συνέβη, όπως λέει ο Finkelstein στην Ιερουσαλήμ, στο Khirbet Rabud (Δαβείρ), στον Tell en-Nasbeh, στο Khirbet ed-Dawwara, στο Giloh, στη Συχέμ και στη Βαιθήλ. Αν αυτό συνέβαινε, τότε δεν μπορούμε να πούμε ότι «επειδή δε βρέθηκαν ίχνη της ΥΕΧ, δεν υπήρξε οικισμός της ΥΕΧ». Υπάρχει ακόμη και η περίπτωση νέες πόλεις να παίρνουν οικοδομικό υλικό από εγκατελειμένες παλιές, κι έτσι οι παλιές να φαίνονται ως ασήμαντοι οικισμοί ενώ δεν ήταν τέτοιοι.
Υπάρχει η άποψη ότι επειδή δεν βρέθηκαν (ώς τώρα!) ίχνη της παρουσίας των Ισραηλιτών στη χερσόνησο του Σινά, η Έξοδος δεν έγινε ή ότι πολλές περιοχές ήταν «ακατοίκητες ώς την ΕΣ». Κι όμως το αξίωμα «δεν υπάρχουν ίχνη, άρα δεν υπήρξαν οικισμοί» (ή εγκαταστάσεις) δεν ισχύει. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις νομαδικών (ή μη) πληθυσμών, στις οποίες φαίνεται ότι ενώ δεν υπάρχουν αρχαιολογικά ίχνη, υπάρχουν πολλές αναφορές, με αποτέλεσμα να αποδεχόμαστε η απουσία αρχαιολογικών ιχνών δεν συνεπάγεται απαραίτητα ανυπαρξία οικισμών. Για παράδειγμα (ύπαρξης εγγράφων αλλά ανυπαρξίας αρχαιολογικών ιχνών): Η Εδώμ στην ΥΕΧ αναφέρεται σε πολλά Αιγυπτιακά αρχεία. Οι Άραβες αναφέρονται στα αρχεία των βασιλιάδων Tiglath-Pileser II, Sargon II, Esarhaddon, κ.ά. Οι Ναβαταίοι αναφέρονται από τον Διόδωρο Σικελιώτη. Οι Σαρακηνοί του Σινά κατά την πρώιμη Βυζαντινή εποχή (από τον Αμμιανό, τον Προκόπιο κ.ά.). Οι Βεδουίνοι του μεσαίωνα. Όλοι αυτοί δεν άφησαν ίχνη αρχαιολογικά της ύπαρξής τους, αλλά αναφέρονται από κείμενα και δεν μπορεί κανείς να βασιστεί στις ανασκαφές για να ισχυριστεί ότι δεν υπήρξαν: είναι βεβαιωμένο ότι υπήρξαν (Israel Finkelstein, Living on the Fringe--The Archeology and History of the Negev, Sinai and Neighboring Regions in the Bronze and Iron Ages, Sheffield Academic, 1995, p. 27-30).
Ένα άλλο πρόβλημα, αναφορικά με τις λοφώδεις περιοχές (τους Tell) είναι η διάβρωσή τους, που παρασύρει τα ανώτερα στρώματα: «Επειδή, όπως τόσες λοφώδεις περιοχές, το μεγαλύτερο μέρος του Khirbet Rabud έχει διαβρωθεί ώς το πέτρωμά του, τα υπολείμματα αρχαίας εγκατάστασης διακρίνονται μόνο σε μια στενή λωρίδα δίπλα στα τείχη της πόλης» (The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East, λήμμα Khirbet Rabud). Ακόμη και θεωρητικά όμως, είναι δύσκολο να αποδειχτεί ότι ένας τόπος δεν κατοικήθηκε.
Υπάρχει η άποψη πως «Δεν καταστράφηκαν πολλές πόλεις κατά την ΥΕΧ» γι’ αυτό και η εξιστόρηση του Ιησού του Ναυή για την κατάκτηση της Χαναάν είναι ψευδής. Η άποψη αυτή δείχνει άγνοια της ίδιας της Π.Δ.: ούτε φαίνεται στην Π.Δ. ότι ο Θεός διέταξε τους Ισραηλίτες να καταστρέψουν εξολοκλήρου τις πόλεις της Χαναάν (διότι κάπου έπρεπε να μείνουν κι ο σκοπός ήταν η διατήρηση της Χαναάν σε καλή κατάσταση, όχι η ερήμωσή της) αλλά ούτε και διαβάζουμε να υπήρξαν πολλές περιπτώσεις στις οποίες οι Ισραηλίτες κατέστρεψαν ολοκληρωτικά πολλές πόλεις. Εξαιρέσεις όπως η Ασώρ, η Γαι, η Ιεριχώ επιβεβαιώνουν τον κανόνα και όλα αυτά δεν αποτελούν σοβαρό επιχείρημα ότι «δεν έγινε Κατάκτηση», διότι τόσο η Π.Δ. όσο και η αρχαιολογία συμφωνούν ότι οι καταστροφές πόλεων ήταν λίγες. Δεν ήταν απαραίτητη η καταστροφή όλων των πόλεων, ώστε να καταλάβουν τη Χαναάν οι Ισραηλίτες. Αρκούσε η εκδίωξη/ήττα των Χαναναίων. Άλλωστε κι άλλες κατακτήσεις (π.χ. της Παλαιστίνης από το Ισλάμ) δεν συνοδεύτηκαν από ολοκληρωτική καταστροφή της χώρας. Τώρα αναφορικά με καθεαυτά τα στοιχεία για ύπαρξη ή ανυπαρξία της κατάκτησης της Γης της Επαγγελίας.
Έχουμε μαρτυρίες των Χαναναίων για τους apiru, οι οποίοι τρομοκρατούν την Παλαιστίνη κατά τον 13ο αι. (ΥΕΧ), ακριβώς την εποχή που συνήθως χρονολογείται η είσοδος του Ισραήλ στη Χαναάν. Έτσι, έχουν βρεθεί στα αιγυπτιακά παλάτια οι λεγόμενες πινακίδες της Amarna (1375-1350) με επιστολές διάφορων λαών προς τον Φαραώ. Οι περισσότερες από αυτές προέρχονται από υποτελείς βασιλείς κρατών-πόλεων της Χαναάν (Ιερουσαλήμ, Χεβρών, Συχέμ, Ασώρ, Μεγιδδώ κ.ά.) και της Συρίας. Σύμφωνα με αυτές (και μεταξύ άλλων) ο Ακενατών παραμελούσε τη χώρα την οποία επέδραμαν οι Habiru. Ο Abdi-Heba, βασιλιάς της Ιερουσαλήμ παρακαλεί για άμεση βοήθεια γιατί οι Apiru όχι μόνο λεηλατούν τη χώρα αλλά απειλούν και να την καταλάβουν. Ο Rib-Addi, βασιλιάς της Βύβλου, έστειλε πάνω από πενήντα επιστολές και λέει στον Φαραώ ότι περιοχές του χάθηκαν προς όφελος των Apiru και ζητά βοήθεια. «Οι συνεχείς εκκλήσεις και η απουσία οποιασδήποτε πληροφορίας ότι δόθηκε βοήθεια οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Ακενατών δεν απάντησε» (Lamoine DeVries, Cities of the Biblical World: An Introduction to the Archaeology, Geography, and History of Biblical Sites, Hendrickson, 1997, p. 114-115). Σε αιγυπτιακά κείμενα υπάρχει συγκεκριμένη ερμηνεία της λέξης apiru, αφού με αυτήν εννοούνται οι σκλάβοι που μεταφέρουν πέτρες στον πυλώνα της (πόλης) Ραμεσσή – τι σύμπτωση με το ΕΞΟΔΟΣ Α’, 11 – (πάπυρος Leiden 348) ή ασχολούνται με κατασκευαστικά έργα σε άλλη πόλη (E.S. Frerichs and L.H. Lesko (eds), Exodus: The Egyptian Evidence, Eisenbrauns, 1997, p. 18). Αν και αληθεύει ότι η λέξη apiru χρησιμοποιείται γενικότερα στη Μ. Ανατολή, ωστόσο είναι ενδιαφέρουσα η χρήση της στα παραπάνω κείμενα. Επίσης είναι άξιο απορίας γιατί μόνο από όλους τους apiru οι Ισραηλίτες διατήρησαν το όνομα αυτό.
Η βιβλική περιγραφή της καταστροφής των πόλεων της ΥΕΧ Ασώρ, Βαιθήλ, Λάχις κι άλλων, επιβεβαιώνεται ανασκαφικώς (Amnon ben-Tor (ed.), The Archeology of Ancient Israel, Yale, 1992, p. 284, 285). Το ίδιο και της Δεβείρ. «Ανασκαφές που έγιναν στο χωριό Beitin, δίπλα στη Βαιθήλ αποκάλυψαν ένα Χαναανιτικό οχυρό της ΥΕΧ που καταστράφηκε στο τέλος της περιόδου αυτής και επανακατοικήθηκε στην ΕΣ I ως ισραηλιτικός οικισμός» (Amnon ben-Tor (ed.), The Archeology of Ancient Israel, Yale, 1992).
Η ύπαρξη οικισμών του Ισραήλ στις λοφώδεις περιοχές ανάμεσα στο 1200 και 1000 π.Χ. είναι επίσης επιβεβαιωμένη ανασκαφικά (Walter E. Rast, Through the Ages in Palestinian Archeology, Trinity Press: 1992, p. 110).
Λαοί όπως οι Αμμωνίτες, των οποίων την καταστροφή είχε απαγορεύσει ο Θεός στον Ισραήλ (ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ Β’, 19) ή όπως οι Κεναίοι που διαφυλάχτηκαν (ΚΡΙΤΑΙ Α’, 16) φαίνεται πως δεν έπαθαν – οι πόλεις τους – τίποτε, αλλά ο πολιτισμός των πρώτων συνεχίστηκε ώς την Περσική Αυτοκρατορία (The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East, λήμμα Ammon, p. 103˙ E.S. Frerichs and L.H. Lesko, Exodus: The Egyptian Evidence, Eisenbrauns, 1997, p. 42). Κι εδώ η Π.Δ. αποδεικνύεται αξιόπιστη.
Υπήρξε καταστροφή πόλεων κατά την ΜΕΧ III (1650-155), αλλά οι περισσότερες από αυτές ξανακατοικήθηκαν ώς το 1450 π.Χ. Συνεπώς η δράση των «Λαών της Θάλασσας» δεν λέει τίποτε κατά της Βιβλικής εκδοχής.
Κάτι που δεν θα έκαναν οι «Λαοί της Θάλασσας» ούτε οι Χαναναίοι στους εμφύλιους πολέμους τους, το δείχνει ένα ανασκαφικό χαρακτηριστικό της καταστροφής της Ασώρ κατά την ΥΕΧ (τελευταίο τέταρτο του 13ου αι.): τα αντικείμενα λατρείας φαίνεται να είναι εξεπίτηδες ακρωτηριασμένα και βεβηλωμένα (The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East, λήμμα. Hazor, p. 3). Αυτό – επειδή οι Χαναναίοι είχαν πάνω κάτω τους ίδιους θεούς και είναι λιγότερο πιθανό να ασεβούσαν έτσι προς τους θεούς των γειτόνων τους – φαίνεται να το έχει πράξει κάποιος λαός του οποίου η λατρεία δεν είχε καμμία σχέση με τη θρησκεία των Χαναναίων. Οι Ισραηλίτες ήταν ένας τέτοιος λαός˙ κι όχι μόνο αυτό, αλλά είχαν διαταχθεί να καταστρέψουν τα λατρευτικά αντικείμενα ώστε να μην τα λατρέψουν. Ταιριάζει λοιπόν ο τρόπος της καταστροφής αυτής με ό,τι λέει για τους Ισραηλίτες η Π.Δ. Επιπλέον το αμέσως επόμενο στρώμα, του 12ου αι, δείχνει ισραηλιτική εγκατάσταση κι όχι άλλων. Θα κατέστρεφαν με τέτοια μανία οι «Λαοί της Θάλασσας» μια πόλη ώστε να την παραδόσουν λίγο αργότερα στο «μικρό κι ασήμαντο» (σύμφωνα με όσους δεν παραδέχονται τη βιβλική διήγηση) Ισραήλ; Είναι γνωστό ότι οι Λαοί της Θάλασσας, όταν κατέστρεφαν μια πόλη, την εποίκιζαν (The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East, λήμμα Philistines, Late Philistines, p. 310). Δεν το έπραξαν όμως. Η εγκατάλειψη μιας πόλης αμέσως μετά την καταστροφή και ο μεταγενέστερος ισραηλιτικός εποικισμός ταιριάζει περισσότερο με την υπόθεση ότι οι Ισραηλίτες κατέστρεψαν την Ασώρ. Τα ίδια έγιναν και με τη Λαχίς. Απ’ την άλλη οι Φιλισταίοι ενδιαφέρονταν περισσότερο να κατακτούν τις πόλεις μετατρέποντάς τες σε υποτελείς, παρά να τις καταστρέφουν.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 2:29 pm

Επίσης μια τέτοιου είδους καταστροφή υποδηλώνει όχι «σταδιακή εγκατάσταση στη Χαναάν» των Ισραηλιτών ούτε (εξαρχής – διότι μετά, επί Κριτών, κι αυτό συνέβη) «συνύπαρξη» Χαναναίων-Ισραηλιτών, όπως λεν μερικοί, αλλά κατάκτηση.
Η συνεχής – δίχως καταστροφή – κατοίκηση πολλών πόλεων κατά την ΥΕΧ δεν δείχνει την απουσία εισβολής του Ισραήλ, ο οποίος θα τις κατέστρεφε, αλλά επιβεβαιώνει αυτό που είπαμε σε άλλο κεφάλαιο, ότι επιθυμούσε ο Θεός και έπραξαν οι Ισραηλίτες: την εκδίωξη των Χαναναίων από τη Χαναάν κι όχι την ολοκληρωτική εξόντωσή τους ή την ερήμωση/καταστροφή της Χαναάν. Παρατηρείται στην ΥΕΧ μαζική εγκατάλειψη των υψίπεδων, απ’ όπου ξεκίνησε ο Ισραήλ (G.W. Ahlstrom, The History of Ancient Palestine, Fortress, 1993, p. 218).
Υπάρχει η αντίρρηση ότι η Αίγυπτος ήταν πανίσχυρη κατά τον 13ο αι. και δε θα επέτρεπε στους Ισραηλίτες να εισβάλουν στη Χαναάν. Ωστόσο ο Israel Finkelstein αναφέρεται στην «κατάρρευση του αιγυπτιακού συστήματος στη Χαναάν και την παρακμή των κρατών-πόλεων της ΥΕΧ» (Israel Finkelstein, Living on the Fringe--The Archeology and History of the Negev, Sinai and Neighboring Regions in the Bronze and Iron Ages, Sheffield Academic, 1995, p. 136). Κατά το 1200 η Αίγυπτος αποσύρεται στα ασιατικά σύνορά της. Η Αίγυπτος δεν μπορούσε να βοηθήσει τους Χαναναίους, είχε υποστεί πλήγματα από τους Λαούς της Θάλασσας.

Ας εξετάσουμε τώρα μία-μία μερικές πόλεις, για τις οποίες υπάρχει η άποψη ότι η βιβλική διήγηση δεν είναι ακριβής αναφορικά με την ύπαρξή τους.
i) Ιεριχώ. «Στην περίπτωση της Ιεριχώς, δεν υπήρχε ίχνος εγκατάστασης οποιουδήποτε είδους κατά τον 13ο π.Χ. αι., ενώ ο πρωιμότερος οικισμός της ΥΕΧ, που χρονολογείται από τον 14ο π.Χ. αι. ήταν μικρός και φτωχικός, σχεδόν ασήμαντος» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 115). Ωστόσο: «Η Ιεριχώ καταστράφηκε στην ΥΕΧ II [σημ: 1400-1200]. (...) Η συνακόλουθη διακοπή της εγκατάστασης αποδεικνύεται από την αρχαιολογία. Υπήρξε μια περίοδος εγκατάλειψης, κατά την οποία η διάβρωση απομάκρυνε τα περισσότερα υπολείμματα της πόλης της ΥΕΧ και αρκετά από τα υπολείμματα των αρχαιότερων πόλεων» (The New Encyclopedia of Archaeological Excavations in the Holy Land, λήμμα Jericho, p. 680). Άρα η Ιεριχώ υπήρχε κατά την ΥΕΧ. Υπάρχουν ευρήματα νεκρών θαμμένων κατά την ΥΕΧ I (1550-1400), στους τύμβους 4 και 5 της νεκρόπολης. Άρα υπήρχαν κάτοικοι στην Ιεριχώ. Κι αν προσθέσουμε ότι οι οχυρώσεις της ΜΕΧ ήταν αρκετά καλοδιατηρημένες (όπως οι οχυρώσεις της ΜΕΧ της Χεβρώνας που διατηρήθηκαν σε χρήση και κατά την ΕΣ – The New Encyclopedia of Archaeological Excavations in the Holy Land, λήμμα Hebron, p. 608), τότε ποιος ο λόγος να μην δεχτούμε την βιβλική διήγηση του Ιησού του Ναυή, ότι η Ιεριχώ καταστράφηκε και τα τείχη της υπήρχαν, αλλά απλώς δεν ήταν τόσο ισχυρά όσο παλιότερα;
ii) Χεβρών: η αντίθετη άποψη είναι ότι κατά την ΥΕΧ δεν κατοικείτο, ώστε να κατακτηθεί από τον Ιησού του Ναυή. Υπάρχουν ανασκαφικά ευρήματα που αποκάλυψαν υπολείματα «τη Χαλκολιθικής εποχής, ΠΕΧ, ΜΕΧ, ΥΕΧ, ελληνιστικής εποχής, βυζαντινής και ισλαμικής» (The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East, λήμμα Hebron). Επίσης ανακαλύφθηκε συνέχεια στην ταφή σε μια σπηλιά από την ΜΕΧ ώς την ΥΕΧ και ίσως την ΕΣ I (The New Encyclopedia of Archaeological Excavations in the Holy Land, λήμμα Hebron, p. 608).
iii) Τανάχ: Εδώ η αντίθετη άποψη είναι ότι η Τανάχ καταστράφηκε κατά την ΥΕΧ, ενάντια σ’ όσα λέει η Π.Δ. Ωστόσο υπάρχουν υπολείμματα του: μια Χαναανιτική πινακίδα με σφηνοειδή γραφή, των αρχών του 12ου αι., ένα χαναανιτικού στυλ λατρευτικό κατασκεύασμα του 11ου-10ου αι., ένα βάθρο με διάφορες θεότητες του 11ου-10ου αι., καθώς κι άλλα ευρήματα του 15ου και 14ου αι. (μυκηναϊκό αγγείο IIA:2) (The New Encyclopedia of Archaeological Excavations in the Holy Land, λήμμα Taanach, p. 1432).
iv) Εδώμ, για την οποία υπάρχει η άποψη ότι ήταν ακατοίκητη κατά την ΥΕΧ: «τα περισσότερα μέρη αυτής της περιοχής [σημ.: Υπεριορδανίας] συμπεριλαμβανομένου και του Εδώμ που αναφέρεται στη βιβλική αφήγηση ως κράτος που το κυβερνούσε βασιλιάς, ούτε και κατοικούνται από μόνιμο πληθυσμό εκείνο τον καιρό» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 94). Κατά την ΥΕΧ η περιοχή ήταν προφανώς κατοικημένη από νομάδες, οι οποίοι αναφέρονται, με τα κοπάδια και τις σκηνές τους, σε αιγυπτιακές πηγές ως οι Shosu της Εδώμ ή του Seir: «οι αιγυπτιακές εκστρατείες τους εναντίον τους έγιναν προφανώς για να προστατευτούν τα συμφέροντα στην χαλκοπαραγωγό περιοχή της Timna» (Israel Finkelstein, Living on the Fringe--The Archeology and History of the Negev, Sinai and Neighboring Regions in the Bronze and Iron Ages, Sheffield Academic, 1995, p. 135). «Ο Αιγύπτιος γραφέας περιγράφει τη λεία από τις "κατασκηνώσεις των ανθρώπων και από τα υπάρχοντά τους και τα κοπάδια τους, επίσης, που είναι αναρίθμητα". Οι Σόσου αποτελούσαν προφανώς προβληματικό και ανεξέλεγκτο στοιχείο με ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στις παραμεθόριες και ορεινές περιοχές» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 142-143). Δηλαδή οι κάτοικοι της Εδώμ ήταν τόσο επικίνδυνοι, ώστε αναγκάστηκε το ισχυρότερο κράτος, η Αίγυπτος, να τους πολεμήσει – κατά τα άλλα δεν κατοικείτο ή ήταν αραιοκατοικημένη η Εδώμ! Επίσης υπάρχουν ενδείξεις – καθώς και αγγεία – ότι στην ΥΕΧ (και στην ΜΕΧ II) σε διάφορες περιοχές (Feinan) της Εδώμ υπήρχαν χυτήρια χαλκού (The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East, λήμμα Edom, p. 190). Άρα και η Εδώμ κατοικείτο. Ελάττωση πληθυσμού υπήρξε κατά την ΜΕΧ, το αντίθετο από την ΥΕΧ.
iv) Αράδ: «Στο Τελλ Αράντ...κανένα υπόλειμμα της ΥΕΧ, εποχή κατά την οποία το μέρος είχε εγκαταλειφθεί» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 94). Η Αράδ ήταν τμήμα της Εδώμ κι άρα κατοικούνταν. Το ζήτημα είναι αν υπήρξε πόλη Αράδ. Σε κατάλογο κατεκτημένων πόλεων έχουν αναφερθεί δύο πόλεις arad. Στην Π.Δ. δεν αναφέρεται αν η Αράδ ήταν πόλη ή περιοχή (ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΑ’, 1). Όντας περιοχή κι όχι πόλη, αλλά κατοικημένη περιοχή, θα μπορούσε να κατοικείται από νομάδες, οι οποίοι θα είχαν κάποιον αρχηγό-βασιλιά.
v) Η Εσεβών (στη Μωάβ) θεωρείται ακατοίκητη για την περίοδο που μας ενδιαφέρει: «Οι ανασκαφές στο Τελλ Εσμπόν, νότια του Αμάν, στην τοποθεσια της αρχαίας Εσβώνας έδειξαν πως κατά την ΥΕΧ δεν υπήρχε όχι πόλη, αλλά ούτε καν χωριουδάκι» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 94). Ωστόσο έχουν βρεθεί θραύσματα αγγείων της ΥΕΧ εκεί (The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East, λήμμα Hesbon, p. 20). Ο πληθυσμός της Μωάβ κατά την ΥΕΧ ήταν λιγότερος από αυτόν της ΕΣ, αλλά ωστόσο αυτή κατοικείτο και υπάρχουν υπολείμματα της ΥΕΧ και της ΕΣ στα μέρη Khirbet el-Al, Hesban, Dhiban (Dibon), Lehun, Arair, Balu, and Khirbet el-Medeineh (The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East, λήμμα Moab, p. 38). Επανειλημμένα οι Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν διαψεύδονται στα ζητήματα ύπαρξης ιχνών της ΥΕΧ στις αμφιλεγόμενες περιοχές. Επίσης το όνομα Μωαβ αναφέρεται από τους Αιγύπτιους κατά τη βασιλεία του Ραμσή Β’ (περί το 1200) (Peoples of the Old Testament World; Hoerth, Mattingly, Yamauchi (eds.), Baker, 1994, p. 324).
vi) Η Κάδης, στην έρημο Σιν (ΑΡΙΘΜΟΙ ΛΓ’, 37) μπορεί να ήταν απλώς μια όαση. Στο ΑΡΙΘΜΟΙ ΙΓ’ περιγράφεται σαν πόλη, αλλά όχι οχυρωμένη. «Πόλη» στην Π.Δ. μπορεί να σημαίνει και χωριουδάκι. Άλλωστε ήταν στη μέση της ερήμου, κι όπως είπαμε, πολλοί νομαδικοί λαοί απλώς δεν άφησαν κανένα ίχνος.
vii) Ασώρ: «Τα είδη αγγείων της ΥΕΧ που βρέθηκαν στα χαλάσματα της Ασώρ δεν έχουν πλέον τα χαρακτηριστικά σχήματα των τελών του 13ου αι., συνεπώς η καταστροφή πρέπει να είχε προηγηθεί» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 126). Όχι απαραίτητα. Μπορεί απλώς να διατηρήθηκε το παλαιότερο στυλ αγγείων, όπως προαναφέραμε. Για την καταστροφή των λατρευτικών αντικειμένων – κάτι που θα έκανε το Ισραήλ – κάναμε λόγω παραπάνω.
viii) Αφέκ: «Το εκεί αιγυπτιακό οχυρό πρέπει να καταστράφηκε κάποια στιγμή μέσα στις επόμενες δύο ή τρεις δεκαετίες [σημ.: μετά το 1230 π.Χ.]» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 126). Αυτό δεν συνιστά πρόβλημα.
ix) Λαχίς: «Οι ανασκαφές στη Λαχίς βρήκαν στρο τρώμα της καταστροφής ένα μεταλλικό θραύσμα που έφερε το όνομα του Φαραώ Ραμσή Γ’. Το εύρημα αυτό μας λέει ότι η Λαχίς δεν μπορεί να καταστράφηκε πριν από τη βασιλεία του εν λόγω μονάρχη (1187-1156)» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 126). Αυτό είναι σωστό, αλλά δεν αποκλείει την πιθανότητα να καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ραμσή Γ – και μάλιστα κατά τις πρώτες δεκαετίες της – κι όχι απαραίτητα μετά τη βασιλεία του (1156 μ.Χ.).
x) Μαγεδδώς: «η μεταλλική βάση αγάλματος που έφερε το όνομα του Ραμσή Δ’ (1156-1150) βρέθηκε στα ερείπια της Μαγεδδώς, πράγμα που δείχνει ότι το μεγάλο χαναναϊκό κέντρο της κοιλάδας Ιεζραέλ καταστράφηκε μάλλον το β’ μισό του 12ου π.Χ. αι.» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 126). Συνοψίζοντας τα συμπεράσματα αναφορικά με τις τρεις τελευταίες πόλεις, οι Φινκελστάιν/Σίλμπερμαν ισχυρίζονται: «Οι βασιλιάδες των τεσσάρων αυτών πόλεων – Ασώρ, Αφέκ, Λαχίς και Μαγεδδώ – φέρονται ότι νικήθηκαν από τους Ισραηλίτες υπό την ηγεσία του Ιησού του Ναυή. Τα αρχαιολογικά στοιχεία, όμως, δείχνουν ότι η καταστροφή των πόλεων αυτών συντελέστηκε σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός αιώνα» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 126). Οι πόλεις καταστράφηκαν: Ασώρ (1225), Αφέκ (1210-1200), Λαχίς (1187-1156), Μαγεδδώς (β’ μισό 12ου αι.). Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι ο ισχυρισμός των Φινκελστάιν/Σίλμπερμαν ισχύει. Ωστόσο το ΙΗΣΟΥΣ ΝΑΥΗ ΙΒ’, 11-21 μάς λέει ότι ο Ιησούς του Ναυή απλώς νίκησε τους βασιλείς των παραπάνω πόλεων, ενώ το ΚΡΙΤΑΙ Α’, 27 μάς πληροφορεί ότι η Μαγεδδώς δεν καταλήφθηκε από τους Ισραηλίτες όσο ζούσε ο Ιησούς του Ναυή. Ο συνδυασμός των δύο εδαφίων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρξε μεν ήττα του βασιλιά της Μαγεδδώς, αλλά όχι ταυτόχρονη καταστροφή της πόλης του (το απόσπασμα του ΙΗΣΟΥ ΝΑΥΗ δεν κάνει λόγο για καταστροφή των πόλεων των συνασπισμένων βασιλέων). Η Μαγεδδώς λοιπόν καταστράφηκε αργότερα – επί Ιησού Ναυή δεν είχε καταστραφεί. Συνεπώς η Π.Δ. έχει δίκαιο και είναι δυνατόν οι Ισραηλίτες υπό τον Ιησού του Ναυή να κατέστρεψαν τις τρεις πρώτες πόλεις – δεν συντελέστηκε η καταστροφή τους σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός αιώνα. Κι επιπλέον, ας μη ξεχνάμε ότι η ραδιοχρονολόγηση δεν είναι τέτοιου βαθμού ακριβείας, ώστε να γνωρίζουμε το ακριβή χρόνο.

Αναφορικά με την Έξοδο οι Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν ισχυρίζονται ότι: «Η ιστορική ασάφεια της Εξόδου εντείνεται από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ονομαστικά κανένας Αιγύπτιος μονάρχης του Νέου Βασιλείου (ενώ μεταγενέστερο βιβλικό υλικό αναφέρει τους Φαραώ με το όνομά τους, όπως παραδείγματος χάρη τον Σισάκ και τον Νεκώς» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 95). Όπως αναφέραμε στο ζήτημα της αυθεντικότητας της Πεντατεύχου, η μη ονομαστική αναφορά των Φαραώ ήταν ο παραδοσιακός αιγυπτιακός κανόνας της εποχής του Νέου Βασιλείου και – αντίθετα – η ονομαστική αναφορά των Φαραώ του 7ου αι. από την Αγία Γραφή αντικατοπτρίζει επίσης την αιγυπτιακή πρακτική της εποχής. Άρα η ασάφεια στην πραγματικότητα συνηγορεί υπέρ της αυθεντικότητας της Πεντατεύχου.
Υπάρχει η αντίρρηση ότι οι Αιγύπτιοι δεν αναφέρουν τίποτε για Έξοδο, για διαφυγή σκλάβων Ισραηλιτών από τη χώρα τους. Από ψυχολογικής άποψης αυτό θα ήταν και το αναμενόμενο: το πλέον ισχυρό κράτος της εποχής δύσκολα θα μπορούσε να χωνέψει πώς διέφυγαν οι δούλοι του. Προτίμησε να μην κηλιδώσει την έως τότε ένδοξη ιστορία του καταγράφοντας ένα μελανό σημείο. Ωστόσο υπάρχει αιγυπτιακή αναφορά στο Ισραήλ, πριν αυτό εγκατασταθεί στη Χαναάν.
Η μοναδική αιγυπτιακή αναφορά στο Ισραήλ υπάρχει στη στήλη που ανήγειρε ο Φαραώ Μερνεφθά (1213-1204) και η οποία είναι γνωστή ως «στήλη του Μερνεφθά». Σε αυτήν ο Φαραώ κομπάζει για τις νίκες του επί διάφορων χαναανιτικών φυλών. Δίπλα σ’ αυτές συγκαταλέγεται και το Ισραήλ. Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι «η στήλη του Μερνεφθά αναφέρεται [σημ.: στο Ισραήλ] ως μια ομάδα ανθρώπων που ζούσαν ήδη στη Χαναάν» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 89). Οι δύο συγγραφείς ισχυρίζονται αυτό ώστε να αποδείξουν ότι δεν συνέβη Έξοδος από την Αίγυπτο, αλλά οι Ισραηλίτες ζούσαν ανέκαθεν στην Χαναάν. Ωστόσο μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια υπάρχει, η οποία αποδεικνύει το αντίθετο: το αιγυπτιακό σύστημα γραφής «όχι μόνο ορθογραφούσε τις λέξεις φωνολογικά, αλλά επίσης περιελάμβανε προσδιοριστικά, για να επιτρέψει στον αναγνώστη την καλύτερη κατανόηση. Όταν η στήλη του Μερνεφθά αναφέρει άλλους λαούς και τόπους, χρησιμοποιεί το προσδιοριστικό για την "ξένη χώρα" για να τους καθορίσει. Έτσι γίνεται, για παράδειγμα, με μεγάλες οντότητες όπως η Χαναάν και για πόλεις όπως η Γεζέρ και η Ασκαλών. Αλλά όταν αναφέρεται το Ισραήλ, χρησιμοποιείται το προσδιοριστικό του "λαού" (π.χ. ένας άντρας, μια γυναίκα, και ένας δείκτης πληθυντικού). Ερμηνεύουμε την ορθογραφία αυτή ότι αναφέρει τους Ισραηλίτες ως ένα λαό δίχως χώρα, μια κατάσταση που ταιριάζει με την κατάστασή τους ως σκλάβων στην Αίγυπτο. Ο αιγύπτιος γραφέας ήξερε ότι κατάγονταν από την Χαναάν, γι’ αυτό τους συμπεριέλαβε στη λίστα των εχθρών του Μερναφθά από την περιοχή εκείνη, αλλά διαχώρισε τους Ισραηλίτες σημειώνοντάς τους ως λαό, όχι ως ξένη χώρα» (Cyrus Gordon and Gary Rendsburg, The Bible and the Ancient Near East, Norton, 1997, p. 150). Με άλλα λόγια οι Ισραηλίτες δεν είναι ακόμη – την εποχή που στήνεται η στήλη – «χώρα», αλλά «λαός», δηλαδή έχουν ξεφύγει από την Αίγυπτο αλλά δεν έχουν εγκατασταθεί ακόμη στη Χαναάν – αν και κατάγονται από εκεί. Είναι αξιοσημείωτο ότι πολλές επιγραφές του Μερνεφθά είναι «γραμμένες σ’ ένα ασυνήθιστο φιλολογικό ύφος», ότι βασίλεψε πολύ λίγο (εννιά χρόνια) κι ότι μετά το θάνατό του ξέσπασε αναρχία Δύο βασιλιάδες υπάρχουν στα επόμενα πέντε χρόνια, και μάλιστα συμβασιλεύουν (Ο Αμωνμνές, 1203-1199, και ο Σέθος Β’, 1204-1198). Δεν αποδεικνύει, λοιπόν, η στήλη του Μερνθεφθά, ότι οι Ισραηλίτες ζούσαν στην Χαναάν.
Οι Αιγύπτιοι είχαν διατηρήσει την ανάμνηση της εξόδου, έστω και διαστρεβλωμένα: «Λένε επίσης [οι Αιγύπτιοι ιερείς] πως οι λαοί (...) και των Ιουδαίων μεταξύ Αραβίας και Συρίας ιδρύθηκαν ως αποικίες απώ ανθρώπους που έφυγαν από εκεί» (Διόδωρος Σικελιώτης, 1, 28, 2). Προφανώς οι Αιγύπτιοι είτε δεν ήθελαν να παραδεχτούν τα αληθινά αίτια της φυγής των Ιουδαίων από την Αίγυπτο είτε τα είχαν ξεχάσει. Πάντως θυμόντουσαν ότι οι Ιουδαίοι κάποτε έφυγαν από την Αίγυπτο κι εγκαταστάθηκαν στη Χαναάν. Οι Ιουδαίοι και όχι οι Σύριοι ή οι Φιλισταίοι ή οι Υξώς.

Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η Έξοδος δεν έγινε ποτέ, αλλά οι Χαναναίοι που εκδιώχτηκαν από την Αίγυπτο (είτε οι Υξώς είτε άλλοι) εμπότισαν με τις αναμνήσεις τους την εθνική μνήμη του Ισραήλ! «Οι ιστορίες αυτές, για Χαναναίους που εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο κι έπειτα αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως εστία αλληλεγγύης και αντίστασης με τη σταδιακή αφομοίωση πολλών χαναναϊκών κοινοτήτων στην αποκρυστάλλωση του έθνους του Ισραήλ, αυτή η έντονη εικόνα ελευθερίας μπορεί και να απευθύνεται σε όλο και μια διευρυμένη κοινότητα. Κατά την περίοδο των βασιλείων του Ισραήλ και του Ιούδα, η ιστορία της Εξόδου μπορεί να είχε ενδυναμωθει και να μετατραπεί σε εθνική σάγκα – έκκληση σε εθνική ενότητα ενόψει αδιάκοπων απειλών από μεγάλες αυτοκρατορίες» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 100). Υπάρχουν όμως πολλές αντιρρήσεις που κάνουν αδύνατη αυτή την εκδοχή: Πρώτον, οι Χαναναίοι-Υξώς εκδιώχτηκαν από την Αίγυπτο παρά τη θέλησή τους, ενώ στην ΕΞΟΔΟ βλέπουμε ότι στους Ισραηλίτες δεν επιτρεπόταν να φύγουν από την Αίγυπτο. Το παρελθόν των δύο λαών ήταν εντελώς αντίθετο: οι μέν ήθελαν να μείνουν στην Αίγυπτο, αλλά εκδιώχτηκαν, οι δε ήθελαν να φύγουν από την Αίγυπτο, αλλά οι Αιγύπτιοι δεν ήθελαν. Πώς έγινε αυτή η ανάμιξη; Αν οι Ισραηλίτες «έκλεβαν» ή «απορροφούσαν» τις εθνικές παραδόσεις των εκδιωχθέντων από την Αίγυπτο Χαναναίων, τότε η Βίβλος θα έπρεπε να κάνει λόγο για Ισραηλίτες Φαραώ της Αιγύπτου κι όχι για σκλάβους. Δεύτερον, δεν υπήρξε καμμία αφομοίωση χαναανιτικών κοινοτήτων στο έθνος του Ισραήλ: το αντίθετο γινόταν. Είτε με την αρχική εκδίωξη των Χαναναίων από τους τόπους όπου θα εγκαθίσταντο οι Ισραηλίτες – οπότε δεν τίθεται θέμα αφομοίωσης πολλών Χαναναίων από το Ισραήλ – είτε με τη μορφή του θρησκευτικού προσηλυτισμού στη χαναανιτική θρησκεία ορισμένων Ισραηλιτών, οι οποίοι αποκόπτονταν από το Ισραήλ, είτε με τη μορφή εκδίωξης των ξένων γυναικών από το Ισραήλ, επί Ιωσία, οι ξένοι Χαναναίοι αποκόπτονταν από το Ισραήλ, δεν συνδημιουργούσαν ένα κοινό έθνος. Τρίτο, οι «εκκλήσεις για ενότητα ενάντια στις μεγάλες αυτοκρατορίες» τις οποίες απηύθυνε η Αγία Γραφή (Π.Δ.) δεν αφορούσαν τους αλλοεθνείς Χαναναίους, αλλά αποκλειστικά μόνο τους Ισραηλίτες. Μπορούμε να είμαστε μάλλον βέβαιοι γι’ αυτό.
Υπάρχει η αντίρρηση για το πώς οι Ισραηλίτες έγιναν αμέσως γεωργοί κατακτώντας την Χαναάν, ενώ ουδέποτε ώς τότε ήταν: «Μετά από αιώνες που έμειναν εργάτες στην Αίγυπτο και τα σαράντα χρόνια περιπλάνησης στην έρημο του Σινά (...) πώς έμαθαν λοιπόν να είναι αγρότες και πώς προσαρμόστηκαν τόσο γρήγορα στο ρυθμό και τον μόχθο της αγροτικής ζωής;» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 140). Η απάντηση δίνεται στο ίδιο βιβλίο (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 160): «Στη Μέση Ανατολή, οι άνθρωποι είχαν πάντοτε τον τρόπο να αλλάξουν ριζικά από γεωργοί σε κτηνοτρόφους, ή από κτηνοτρόφοι ξανά σε εγκατεστημένους καλλιεργητές, ανάλογα με τις εξελίξεις, πολιτικές, οικονομικές ή και κλιματικές, των συνθηκών».
Στο σημείο αυτό θα ασχοληθούμε με τον κ. Καλόπουλο και τις συνωμοσίες του. Σύμφωνα μ’ αυτές, οι Ισραηλίτες πέρασαν όχι μέσω της Ερυθράς Θάλασσας, αλλά μέσω μιας τάφρου που οι Αιγύπτιοι Φαραώ είχαν σκάψει προκειμένου να ενώσουν την Ερυθρά με τις βορειότερες λίμνες κι αυτές με τη Μεσόγειο (να φτιάξουν διώρυγα). Ο «αρχιμηχανικός» Μωυσής γνώριζε για τα κατασκευαστικά αυτά έργα και, πριν λάβουν χώρα οι «πληγές» κατά του Φαραώ, είχε στείλει τον συμπέθερό του Ιοθόρ, μαζί με πολλούς Μαδιανίτες, για να υπονομεύσουν τα στηρίγματα της τάφρου. Έτσι, αφού πέρασαν οι Ισραηλίτες μέσω της τάφρου, ο Μωυσής έκανε νόημα και οι άνθρωποί του έριξαν τα στηρίγματά της, οπότε η θάλασσα εισήλθε στην τάφρο κι έπνιξε τους Αιγύπτιους. Το σενάριο αυτό είναι απίθανο έως αδύνατο διότι 1) πριν λάβουν χώρα οι πληγές και πριν ολοκληρωθούν οι περισσότερες, είναι πιθανόν ότι η τάφρος φυλασσόταν καλά από αιγυπτιακές φρουρές που δεν θα άφηναν να την πλησιάσει κανείς. Η υπονόμευση των στηριγμάτων δεν είναι καθόλου εύκολη δουλειά, ειδικά την εποχή εκείνη. 2) Η ΕΞΟΔΟΣ κάνει λόγο για θάλασσα, όχι για φράγμα (ΕΞΟΔΟΣ ΙΔ’, 21). Η θάλασσα άνοιξε στα δύο λόγω ισχυρού ανέμου, σύμφωνα με την Π.Δ. 3) Η διεύθυνση μιας πιθανής τάφρου-διώρυγας που συνέδεε λίμνες και Ερυθρά θα ήταν από νότο προς βορρά κι όχι από δύση προς ανατολή. Δηλαδή θα ήταν άχρηστη κι επιβλαβής (θα προκαλούσε καθυστέρηση) για την διαφυγή των Αιγυπτίων το να φτάσουν νότια, ώς το Σουέζ κι έπειτα να συνεχίσουν κατά μήκος της υποτιθέμενης τάφρου. 4) Πιθανότερο είναι πως η διάβαση έγινε μέσω λίμνης, αρκετά βαθειάς, ώστε να πνιγούν οι αρματηλάτες, όταν θα έπαψε ο άνεμος. Διαφορετικά έγινε σε τμήμα της Ερυθράς, το οποίο πλέον έχει αποξηραθεί και γίνει στεριά.

Πότε λοιπόν εμφανίστηκαν οι Ισραηλίτες στη Χαναάν; «Η ανακάλυψη των υπολειμμάτων ενός πυκνού δικτύου ορεινών χωριών – τα οποία φαίνεται ότι ιδρύθηκαν όλα μέσα σε διάστημα λίγων γενεών – φανέρωνε πως ένας ριζικός κοινωνικός μετασχηματισμός είχε λάβει χώρα στην κεντρική λοφώδη περιοχή της Χαναάν περί το 1200 π.Χ. Δεν υπήρχαν ίχνη βίαιης εισβολής ούτε διείσδυσης κάποιας διαφορετικής εθνικής ομάδας. Στα μέχρι τότε αραιοκατοικημένα υψίπεδα, από τους λόφους της Ιουδαίας στο νότο μέχρι τους λόφους της Σαμάρειας στον βορρά, μακριά από τις χαναναϊκές πόλεις που βρίσκονταν σε παρακμιακή και πτωτική πορεία, εμφανίστηκαν ξαφνικά περί τις 250 ορεινές κοινότητες. Ήταν οι πρώτοι Ισραηλίτες. (...) Σε αντίθεση με τον πολιτισμό των χαναναϊκών πόλεων και χωριών στα πεδινά, τα ορεινά χωριά δεν είχαν δημόσια κτίρια, ανάκτορα, αποθήκες ή ναούς. Τα σπίτια του χωριού μάλιστα είχαν όλα το ίδιο περίπου μέγεθος, πράγμα που υποδηλώνει ότι ο πλούτος ήταν μοιρασμένος με σχετική ισομέρεια σε όλες τις οικογένειες» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 148 και 149). Παρατηρούμε τα εξής: 1) Εφόσον, σύμφωνα με τους ίδιους συγγραφείς οι τριγύρω περιοχές της Χαναάν ήταν αραιοκατοικημένες κι εφόσον υπάρχει διαφορά στον πολιτισμό των πεδιάδων και των ορεινών περιοχών (δηλαδή δεν ήταν κάποιοι πεδινοί που μετανάστευσαν στα ορεινά), από πού προήλθαν «ξαφνικά» 250 κοινότητες; Από τις αραιοκατοικημένες ερήμους ή από τις πεδιάδες; Οι κάτοικοι των πεδιάδων δεν ίδρυσαν τους οικισμούς αυτούς. 2) Το κατώτερο επίπεδο πολιτισμού αντανακλά ακριβώς τον υποδεέστερο Ισραηλιτικό πολιτισμό των νεοεισελθόντων στην Χαναάν. Αλλιώς θα είχαν τον ίδιο πάνω-κάτω πολιτισμό, τουλάχιστον τα χωριά των πεδινών και των ορεινών περιοχών. 3) Η απουσία ναών, σ’ αντίθεση με τα πεδινά, είναι ενδεικτική του μονοθεϊσμού: σε καμμιά περίπτωση δεν θα υπήρχε έλλειψη ναών και θεών, αν οι κάτοικοι ήταν μη Ισραηλίτες – έστω και νομάδες. 4) Η οικονομική ισότητα επίσης ήταν στοιχείο ενός πολιτισμού που δεν είχε σχέση με τον χαναανιτικό.
«Αξίζει να σημειωθεί – σε αντίθεση με τις βιβλικές αφηγήσεις περί αδιάκοπων σχεδόν εχθροπραξιών ανάμεσα στους Ισραηλίτες και τους γείτονές τους – ότι τα χωριά δεν ήταν οχυρωμένα» είτε γιατί ένοιωθαν ασφάλεια είτε γιατί «δεν είχαν τα μέσα ή την κατάλληλη οργάνωση για να αναλάβουν τέτοια έργα» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 150). Οι βιβλικές διηγήσεις αλλά και το σχέδιο του Θεού ήταν να εκδιωχθούν οι Χαναναίοι έπειτα από μερικές ήττες των βασιλιάδων τους. Άπαξ και οι νίκες του Ισραήλ ήταν γεγονός, οι Ισραηλίτες άρχισαν να εγκαθίστανται στη χώρα ειρηνικά και πυκνά (εκδιώκοντας τους Χαναναίους απ’ τα μέρη που επί Ιησού του Ναυή δεν το είχαν κατορθώσει), όπως ακριβώς δείχνει η «ξαφνική» εμφάνιση 250 ορεινών κοινοτήτων (από 25 που υπήρχαν την προηγούμενη περίοδο). Οι πολέμιοι της βιβλικής αφήγησης της Κατάκτησης νομίζουν ότι είτε υπήρξε μόνο βία είτε μόνο ειρηνική εγκατάσταση˙ κι ότι αν υπήρξε η δεύτερη αυτό συνεπάγεται πως δεν υπήρξε η πρώτη! Αντίθετα η Π.Δ. περιγράφει ότι η αρχική είσοδος στη Χαναάν έγινε δια της βίας (και ενίοτε αυτή η βία συνεχίστηκε), ωστόσο με την εκδίωξη των περισσότερων Χαναναίων, η εγκατάσταση έγινε ειρηνικά. Το «ειρηνικά» της τελευταίας φράσης δε σημαίνει ότι η συνολική εγκατάσταση ήταν ειρηνική και βαθμιαία όμως.
Σύμφωνα με τους Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν οι νομαδικοί πληθυσμοί της τριγύρω της Χαναάν περιοχής, αρχικά αντάλλασαν κτηνοτροφικά προϊόντα με γεωργικά προϊόντα των γεωργών των πεδιάδων της Χαναάν και γι’ αυτό οι νομάδες δεν ήταν υποχρεωμένοι να εγκατασταθούν κάπου μόνιμα. Όταν το πολιτικό σύστημα της Χαναάν κατέρρευσε συμπαρασύροντας στην κατάρρευση το οικονομικό δίκτυό της, και οι γεωργοί της Χαναάν μετά βίας παρήγαγαν προϊόντα μόνο για τους εαυτούς τους, οι νομάδες αναγκάστηκαν να αυτοτροφοδοτηθούν με γεωργικά προϊόντα, οπότε έπρεπε να πάψουν να είναι νομάδες και να εγκατασταθούν μόνιμα στα ορεινά. Η μόνιμη εγκατάστασή τους οδήγησε στους 250 οικισμούς. Το συμπέρασμα των συγγραφέων; «Η πορεία που μόλις περιγράψαμε είναι στην ουσία το αντίθετο από αυτό που περιγράφει η Βίβλος: η εμφάνιση του πρώιμου Ισραήλ ήταν το αποτέλεσμα της κατάρρευσης του χαναναϊκού πολιτισμού και όχι η αιτία της. Επίσης οι περισότεροι Ισραηλίτες δεν ήρθαν στη Χαναάν από έξω, αλλά εμφανίστηκαν εντός αυτής. Δεν υπήρξε βίαιη κατάληψη της Χαναάν. Δεν υπήρξε μαζική Έξοδος από την Αίγυπτο. Οι περισσότεροι από εκείνους που σχημάτισαν το πρώιμο Ισραήλ ήταν ντόπιοι, οι ίδιοι που απαντούν στα υψίπεδα της ΕΧ και του Σιδήρου. Οι πρώτοι Ισραηλίτες ήταν – τι ειρωνία! – Χαναναίοι» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 162). Ωστόσο η αλήθεια είναι πως
i) η Έξοδος είναι γεγονός διότι 1) οι apiru των αιγυπτιακών κατασκευαστικών έργων ήταν οι απόγονοι «του Άβραμ του Εβραίου (=apiru)» (ΓΕΝΕΣΙΣ ΙΔ’, 13), οι οποίοι έκτιζαν την πόλη Ραμεσσή (ΕΞΟΔΟΣ Α’, 11), όπως το επιβεβαιώνουν και τα αιγυπτιακά αρχεία. 2) Ο Φαραώ Μερνεφθά αναφέρει το Ισραήλ στη στήλη των εχθρών του, πράγμα που σημαίνει α’) ότι οι Ισραηλίτες είχαν γίνει εχθρός άξιος λόγου (προφανώς επειδή διέφυγαν από την Αίγυπτο ταπεινώνοντας την τελευταία) και β’) ότι οι Ισραηλίτες δεν είχαν ακόμη εγκατασταθεί στη Χαναάν, αλλά ήταν ακόμη περιπλανώμενοι. 3) Δεν υπάρχει καμμία σχέση ανάμεσα στην εκδίωξη των Υξώς-Χαναναίων από την Αίγυπτο και στην διαφυγή-Έξοδο των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο˙ ούτε και στην ιστορία των λαών αυτών στην Αίγυπτο. 4) Οι Αιγύπτιοι θυμούνταν την φυγή των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο δίχως να την ταυτίζουν με τη φυγή άλλων Σημιτών.
ii) η κατάκτηση της Χαναάν, τόσο βίαια όσο και ειρηνικά, επίσης είναι γεγονός, διότι αντίθετα από τους διάφορους ισχυρισμούς, οι περιοχές των οποίων τους κατοίκους αναφέρει η Π.Δ. ότι κατανίκησαν οι Ισραηλίτες κατοικούνταν από κόσμο στην ΥΕΧ. Δεν ήταν ακατοίκητες.

Ο λόγος, για τον οποίο, κατά την άποψή μας, οι πρώιμοι Ισραηλίτες (αυτοί που εμφανίζονται περί το 1200 π.Χ. στη Χαναάν) δεν μπορεί να ήταν οι Χαναναίοι δίνεται από τους ίδιους συγγραφείς: «Τα οστά που βρέθηκαν στις ανασκαφές των πρώιμων ισραηλιτικών χωριών στα υψίπεδα διαφέρουν από εκείνα των οικισμών σε άλλα σημεία της χώρας σε ένα σημείο: δεν υπάρχουν οστά χοίρων. Οστά που συλλέχτηκαν από προγενέστερους οικισμούς στα υψίπεδα περιείχαν και οστά χοίρων, ενώ το ίδιο ισχύει και για τους μεταγενέστερους (μετά την ΕΣ) οικισμούς στην ίδια περιοχή. Ολόκληρη όμως την Εποχή του Σιδήρου – περίοδο των ισραηλιτικών μοναρχιών – δεν μαγειρεύονταν ούτε καταναλώνονταν τα χοιρινά, ούτε καν εκτρέφονταν, στα υψίπεδα. Τα συγκριτικά στοιχεία από τους παράκτιους φιλισταϊκούς οικισμούς τον ίδιο καιρό – την Εποχή του Σιδήρου I – δίνουν ιδιαίτερα μεγάλο ποσοστό χοιρινών στα οστά που αποκάλυψαν οι ανασκαφές. Μολονότι, λοιπόν, οι πρώιμοι Ισραηλίτες δεν έτρωγαν χοιρινό, οι Φιλισταίοι έτρωγαν, όπως έτρωγαν (όσο μπορούμε να συμπεράνουμε από τα ελλιπέστερα στοιχεία) οι Αμμωνίτες και οι Μωαβίτες, ανατολικά του Ιορδάνη. Η απαγόρευση του χοιρινού δεν μπορεί να έχει μόνο περιβαλλοντικές ή οικονομικές αιτίες. Είναι δυνατόν, μάλιστα, να είναι και η μοναδική ένδειξη που έχουμε για την ύπαρξη μια ιδιαίτερης, κοινής ταυτότητας, μεταξύ των χωρικών στα υψίπεδα δυτικά του Ιορδάνη. Ίσως οι πρώιμοι Ισραηλίτες να έπαψαν να καταναλώνουν χοιρινό, απλώς και μόνο επειδή το κανατάλωναν (sic) οι γύρω ομάδες – οι αντίπαλοί τους –, ενώ οι ίδιοι είχαν αρχίσει να αισθάνονται διαφορετικοί. Οι ιδιαίτερες μαγειρικές πρακτικές και οι διατροφικές συνήθειες αποτελούν δύο από τους τρόπους σχηματισμού διακριτών εθνοτήτων. Ο μονοθεϊσμός και οι παραδόσεις της Εξόδου και της διαθήκης εμφανίστηκαν, προφανώς, πολύ αργότερα. Μισή χιλιετία πριν από τη σύνταξη του βιβλικού κειμένου, με τους λεπτομερείς νόμους και διατροφικούς κανόνες, οι Ισραηλίτες αποφάσισαν, για λόγους που δεν είναι εντελώς ξεκάθαροι, να μην καταναλώνουν χοιρινό» (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 163-164). Να προσθέσουμε – πριν σχολιάσουμε τα παραπάνω αποκαλυπτικά τεκμήρια – ότι τόσο οι δύο συγγραφείς όσο και άλλοι παραδέχονται ότι το φαινόμενο του πυκνού εποικισμού των υψιπέδων είχε ξανασυμβεί άλλες δύο φορές, σε εποχές που απείχαν χρονικά πολύ από το 1200 π.Χ. Οι Ισραηλίτες ήταν το τρίτο μεγάλο κύμα (Ίσραελ Φινκελστάιν και Νιλ Άσερ Σίλμπερμαν, Βίβλος. Η αλήθεια μέσα από τις ανασκαφές, εκδ. Κάκτος, σ. 157). Συνεπώς:
1) Στις ορεινές περιοχές, πριν έρθουν σ’ αυτές οι «πρώιμοι Ισραηλίτες», καταναλώνονταν χοιρινό. Άρα οι Ισραηλίτες που εγκαταστάθηκαν στις ορεινές περιοχές το 1200 π.Χ. δεν ήταν εθνικά συγγενείς των προηγούμενων κατοίκων τους. Αν οι πρώιμοι Ισραηλίτες ήταν τέτοιοι (αν ήταν συνέχεια των προηγούμενων κατοίκων των βουνών), τότε οι Ισραηλίτες θα έτρωγαν κι αυτοί χοιρινό.
2) Στις ορεινές περιοχές, μετά την εκδίωξη των Ισραηλιτών από αυτές (Βαβυλώνια Αιχμαλωσία), οι κάτοικοί τους κατανάλωναν χοιρινό. Άρα οι Ισραηλίτες δεν συγγένευαν εθνικά με τους μετέπειτα κατοίκους των ορεινών περιοχών (διαφορετικά οι τελευταίοι θα συνέχιζαν να μην τρων χοιρινό).
3) Οι πρώιμοι Ισραηλίτες των ορεινών περιοχών δεν έτρωγαν χοιρινό, ενώ οι κάτοικοι των πεδινών περιοχών τις ίδιας εποχής έτρωγαν χοιρινό. Άρα ορεινοί Ισραηλίτες και πεδινοί Χαναναίοι δεν συγγένευαν εθνικά.
4) Ενώ ώς το (χονδρικά) 1200 π.Χ. οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών έτρωγαν χοιρινό (όπως και οι κάτοικοι των πεδιάδων) ξαφνικά, μετά το 1200 π.Χ. οι ορεινοί κάτοικοι παύουν να τρων χοιρινό, ενώ υποτίθεται – σύμφωνα με τους δύο συγγραφείς – ότι ήταν Χαναναίοι, ακριβώς όπως και οι πεδινοί.
5) Συνεπώς, σύμφωνα με τους δύο συγγραφείς, περί το 1200 π.Χ. συμβαίνουν δύο (κατά την άποψή μας) παράξενα πράγματα: i) ενώ ώς τότε οι ορεινοί κάτοικοι έτρωγαν χοιρινό, ξαφνικά έπαψαν να τρων. ii) η ξαφνική διακοπή κατανάλωσης χοιρινού συνδυάζεται με την ξαφνική γιγαντιαία αύξηση του αριθμού των ορεινών οικισμών, λόγω (σύμφωνα με τους συγγραφείς) της μόνιμης εγκατάστασης των νομάδων των παραπλήσιων της Χαναάν περιοχών, οι οποίες (σύμφωνα με τους συγγραφείς) ήταν αραιοκατοικημένες ή ακατοίκητες. Ώστε, λοιπόν, οι πληθυσμοί απ’ αυτές τις αραιοκατοικημένες ή ακατοίκητες περιοχές οδήγησαν σε πληθυσμιακή έκρηξη στα ορεινά!
6) Και το κυριότερο: παρ’ όλο που η αλματώδης αύξηση του αριθμού των ορεινών οικισμών είχε συμβεί στο παρελθόν ήδη δύο φορές – δηλαδή δυο φορές είχε καταρρεύσει το οικονομικό σύστημα, με αποτέλεσμα οι νομάδες να εγκατασταθούν μόνιμα στις ορεινές περιοχές της Χαναάν – ωστόσο κατά τις δύο αυτές προηγούμενες φορές (κατά τους δύο προηγούμενους εποικισμούς των ορεινών περιοχών) οι ορεινοί νέοι κάτοικοι έτρωγαν χοιρινό, όπως ακριβώς οι υπόλοιποι Χαναναίοι, ενώ αυτήν την φορά (στα 1200 π.Χ.) οι νέοι κάτοικοι έπαψαν να τρων χοιρινό. Είναι αυτονόητο ότι οι νομάδες της τρίτης εγκατάστασης δεν ήταν οι απόγονοι ούτε εθνικά συγγενείς των νομάδων των δύο πρώτων εγκαταστάσεων.
7) Οι Φινκελστάιν και Σίλμπερμαν αδυνατούν να εξηγήσουν τον συνδυασμό του α’) ξαφνικά παύει η βρώση χοιρινού και β’) παύει ΜΟΝΟ εκεί που αυξάνουν οι οικισμοί. γ’) οι μη τρώγοντες χοιρινό ήταν Χαναναίοι όπως και οι λοιποί. Λεν ότι οι πρώιμοι Ισραηλίτες έπαψαν να τρων χοιρινό ίσως επειδή έβλεπαν τους αντιπάλους τους (άραγε ποιους αντιπάλους, αφού οι ίδιοι συγγραφείς – βλέπε σελ. 150 – ισχυρίζονται ότι οι νέοι κάτοικοι των ορεινών περιοχών δεν είχαν αντιπάλους;) να τρων χοιρινό. Σαν να λέμε ότι οι Έλληνες της Τουρκοκρατίας (ειδικά οι Μικρασιάτες) βλέποντας τους νεοεισελθόντες στην Μ. Ασία Τούρκους να τρων κεμπάπ έπαψαν να τρων κεμπάπ. Ας σημειώσουμε ότι οι «πρώιμοι Ισραηλίτες», οι νέοι κάτοικοι των ορεινών περιοχών ήταν – σύμφωνα με τους Φινκελστάιν/Σίλμπερμαν – πρώην νομάδες, ενώ οι «αντίπαλοί» τους, στα πεδινά, ήταν γεωργοί. Αποκλείεται να έπαψαν οι νομάδες να τρων χοιρινό δίχως σοβαρή αιτία – αλλά όλες οι αιτίες πλην της θρησκευτικής απαγόρευσης είναι πραγματικά παράλογες. Είδαν μήπως οι Ισραηλίτες να τρων χοιρινό οι Χαναναίοι γεωργοί, οι οποίοι – σύμφωνα με τα στοιχεία – με το ζόρι παρήγαγαν γεωργικά προϊόντα για τον εαυτό τους (πόσο μάλλον κτηνοτροφικά), και σκέφτηκαν – οι Ισραηλίτες – «λόγω αυτού του πράγματος ας πάψουμε να τρώμε χοιρινό» και μόλις το σκέφτηκαν έγιναν Ισραηλίτες; Οι προηγούμενοι νομάδες, των δύο προηγούμενων εποικισμών, άραγε δεν έβλεπαν κι αυτοί τους «αντιπάλους» τους, γεωργούς, να τρων χοιρινό, ώστε να πάψουν κι αυτοί να το τρων, όπως οι Ισραηλίτες;
8) Το γεγονός συγχέεται με την αιτία του. Ουσιαστικά η αντίρρηση προς την άποψη της Π.Δ. είναι ένα κυκλικό, κι έτσι σαθρό, επιχείρημα τύπου «Οι Ισραηλίτες έγιναν Ισραηλίτες παύοντας να τρων χοιρινό και επειδή ήταν Ισραηλίτες έπαψαν να τρων χοιρινό» ή «Οι Ισραηλίτες ήταν μεν Χαναναίοι, αλλά διαφοροποιήθηκαν από τους Χαναναίους παύοντας να τρων χοιρινό, και αυτή η διακοπή βρώσης χοιρινού οδήγησε στο να γίνουν Ισραηλίτες δηλαδή διαφορετικοί από τους Χαναναίους».
9) Η όλη αιτιολόγηση – αφού οι Φινκελστάιν/Σίλμπερμαν αποδίδουν στην μαγειρική ρόλο διαμόρφωσης της εθνικής ταυτότητας και ανάδειξης της εθνικής διαφοροποίησης – δεν είναι λογική: «Μερικοί Χαναναίοι διαφοροποιήθηκαν εθνικά από τους Χαναναίους επειδή οι Χαναναίοι έτρωγαν χοιρινό». Δε νομίζουμε ότι βγαίνει νόημα από μια τέτοια αιτιολόγηση για την εμφάνιση της ισραηλιτικής ταυτότητας.
10) Να τονίσουμε ότι ΟΛΟΙ οι λαοί τριγύρω από τη Χαναάν (Αμμωνίτες, Μωαβίτες κ.ά.) έτρωγαν χοιρινό, άρα είχαν τις ίδιες διατροφικές συνήθειες με τους Χαναναίους. Άρα οι Ισραηλίτες δεν μπορεί να είναι ούτε Χαναναίοι ούτε εκ των τριγύρω περιοχών.
11) «Ή ο γιαλός είναι στραβός ή εμείς στραβά αρμενίζουμε». ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΙΑ’, 7-8: «Το γουρούνι (...) για σας είναι ακάθαρτο. Δε θα τρώτε το κρέας τους, ούτε θα αγγίζετε το πτώμα τους˙ για σας είναι ακάθαρτα». Το γεγονός της αυστηρής τήρησης της απαγόρευσης αυτής από τους πρώιμους Ισραηλίτες δικαιολογείται ευκολότερα, αν υποθέσουμε ότι η απαγόρευση αυτή ήταν πρόσφατη, δηλαδή αντηχούσε ακόμη «στα αυτιά τους», δηλαδή αν το ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ και τα άλλα βιβλία είχαν γραφτεί εκείνη την εποχή – περί το 1200 π.Χ. Η μη βρώση χοιρινού στην περίπτωση αυτή μόνο θρησκευτικά εξηγείται. Αλλιώς πώς εξηγείται ότι πριν και μετά την ύπαρξη Ισραηλιτών στη Χαναάν τρωγόταν χοιρινό; Αλλά ας μας επιτρέψουν όλοι οι – παρ’ όλη την αδιαμφισβήτητη επιστημοσύνη ορισμένων εξ αυτών – συνωμοσιολόγοι, οι οποίοι πιστεύουν στα σοβαρά ότι ολόκληρη η Παλαιά Διαθήκη είναι μια συνωμοσία παραπληροφόρησης για έναν ευτελή σκοπό, μια συρραφή κειμένων με σκοπό την εξύμνηση ενός βασιλιά, του Ιωσία (πραγματοποιημένη από τους αυλοκόλακές του), να υποθέσουμε κι εμείς, συνωμοσιολογικά, ότι, μπροστά στην αμηχανία τους, όταν η ισχύς και των πιο απλών απαγορεύσεων της Πεντάτευχου επαληθεύεται, πεντακόσια χρόνια πριν την υποτιθέμενη συρραφή της Π.Δ., παρασύρονται σε τερατολογίες και είναι ικανοί να αντιπροτείνουν ο,τιδήποτε παράλογο και αντιφατικό, προκειμένου να μην αποδειχτεί έγκυρη η Αγία Γραφή.
Η θεωρία ότι οι Ισραηλίτες κατέκτησαν τη γη και δεν εισχώρησαν σταδιακά στη Χαναάν είναι πιθανότερη από την θεωρία ότι σταδιακά εισήλθαν, εξαρχής ειρηνικά και ότι μόνο αργότερα συνέβησαν διαμάχες για την εξασφάλιση βοσκότοπων και τροφής, κατά την άποψή μας.
i) Εξηγεί καλύτερα την μεγάλη αύξηση του πληθυσμού κατά την ΕΣ, ειδικά στις νότιες περιοχές. Και πράγματι κατά την ΕΣ υπήρξε μεγάλη αύξηση του πληθυσμού. Οι νίκες του Ιησού σκόρπισαν το φόβο στους Χαναναίους, τους έκαναν να φύγουν κι έπειτα οι Ισραηλίτες εγκαταστάθηκαν στη γη. Φυσικά δεν εγκαταστάθηκαν όλοι σε μια μέρα, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι δεν ήταν κύματα ειρηνικά εισερχόμενων (από πού άλλωστε; Όλοι οι Ισραηλίτες έρχονταν από την Αίγυπτο και ταξίδευαν μαζί: γιατί να φτάσουν αργότερα κάποιοι από αυτούς;). Το σενάριο «πρώτα μάχες, ύστερα ειρηνική εγκατάσταση» εξηγεί καλύτερα την κατάσταση παρά το σενάριο «πρώτα ειρηνική διείσδυση, ύστερα σποραδικές μάχες».
ii) Εξηγεί καλύτερα την (αλλιώς ανεξήγητη) θρησκευτική αδιαλλαξία των καταστροφέων της Λάχις, της Ασώρ, της Ιεριχώ: αν η εγκατάσταση ήταν «κατά κύματα», δεν θα υπήρχε η εξολόθρευση της αντίπαλης λατρείας (ο μετέπειτα συγκρητισμός, επί Κριτών είναι άλλο πράγμα και δεν σχετίζεται με την στιγμή της κατάκτησης της Χαναάν κι αμέσως μετά αυτήν). Ούτε η εναλλακτική θεωρία ότι ξαφνικά (γιατί άραγε; Δεν εξηγείται – κι άλλωστε η χαναανιτική λατρεία συνεχίστηκε εν μέρει) αποφάσισαν να ενωθούν θρησκευτικά οι Χαναναίοι, λατρεύοντας ένα μόνο θεό, είναι πιθανή.
iii) Μια άλλη ακαριαία αλλαγή που παρουσιάζεται είναι η εμφάνιση της Εβραϊκής στην Χαναάν μετά τον 11ο αι. Εφόσον υπήρχε ενότητα, η Χαναάν ήταν πολιτισμικά ενιαία, δε θα μπορούσε ξαφνικά να προκύψει μια νέα γλώσσα. Αντίθετα η εισβολή των Ισραηλιτών στην Χαναάν δικαιολογεί καλύτερα την εμφάνιση της εβραϊκής εκεί. Συνήθως οι γλωσσικές διαφορές δημιουργούνται όταν υπάρχει απόσταση μεταξύ δύο συγγενών εθνών, όχι όταν αυτά ζουν στην ίδια γη.
iv) Η άποψη ότι η ανάμνηση της Εξόδου δεν οφείλεται σε κάποια έξοδο από την Αίγυπτο των ίδιων των Ισραηλιτών, αλλά των Υξώς δεν εξηγεί πώς γίνεται ένας λαός να αφομοιώνει τις αναμνήσεις ενός άλλου τη στιγμή που οι Υξώς ήταν βασιλείς στην Αίγυπτο ενώ οι Ισραηλίτες σκλάβοι. Επομένως, αν ο Ισραήλ αφομοίωνε τις εθνικές μνήμες των Υξώς, θα έπρεπε να καταγράψει στην «μυθολογία» του ότι οι Ισραηλίτες βασίλευαν (και ΔΕΝ ήταν σκλάβοι!) στην Αίγυπτο.
v) Εξηγεί καλύτερα ορισμένες ανασκαφικές αντιφάσεις, όπως τη μερική συνέχεια του πολιτισμού εξαιρουμένης της λατρείας, τη συνέχεια του χαναανιτικού πολιτισμού στα μέρη που δεν κατέλαβαν οι Ισραηλίτες, όπως αυτά περιγράφονται στο ΚΡΙΤΑΙ Α’, 27-35 (The Archeology of Ancient Israel, Yale, 1992), την συνέχεια του πολιτισμού στους Αμμωνίτες, την απουσία εποικισμού των κατεστραμμένων πόλεων από τους υποτιθέμενους καταστροφείς τους, τους Λαούς της Θάλασσας, την εξασθένιση της Αιγύπτου.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 2:33 pm

Ε' ΜΕΡΟΣ

ΔΙΩΞΕΙΣ I

14. - πρώτο μέρος "Οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες κατεδίωξαν τον ελληνισμό και την ελληνική θρησκεία, και έκαναν τα μύρια όργια κατά των Ελλήνων, με τη συμπαράστατη της εκκλησίας. Έκαψαν και γκρέμισαν ιερά, κατέστρεψαν αγάλματα, σκότωσαν φιλοσόφους και ήταν ενάντια σε κάθε τι ελληνικό. Οι Έλληνες εκχριστιανίστηκάν με το ζόρι από τους βυζαντινούς".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Οι κατηγορίες των Ν/Π ότι οι Χριστιανοί εδίωξαν τους Εθνικούς και κατέστρεψαν τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό βρίσκονται σε διάφορα κείμενα που κυκλοφορούν στο ελληνικό Διαδίκτυο καθώς και σε διάφορα βιβλία, περίληψη των οποίων αποτελούν τα διαδικτυακά κείμενα. Το κείμενο των «διωγμών κατά των εθνικών» είναι γεμάτο από αντιφάσεις. Παρατίθενται ορισμένες αντιφάσεις αλλά και ανακρίβειες του ίδιου του κειμένου, για να φανεί το πόσο πρόχειρα οι Νεοδωδεκαθεϊστές κόβουν και ράβουν «γενοκτονίες» και «αφανισμούς».

14a ΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ:

Περιπτώσεις, όπου οι Νεοπαγανιστές φάσκουν κι αντιφάσκουν.
Α') Το κείμενο λέει:
1) «365 Έδικτο της 17ης Νοεμβρίου απαγορεύει στους εθνικούς αξιωματικούς να διατάσσουν χριστιανούς στρατιώτες».
2) «416 Στις 7 Δεκεμβρίου, καθαιρούνται όλοι οι μη χριστιανοί στρατιωτικοί, αυλικοί, δημόσιοι υπάλληλοι και δικαστικοί».
3) «486 Δολοφονούνται διάφοροι εθνικοί στρατιωτικοί, όπως λ.χ. ο νικητής των Βανδάλων στρατηγός Μαρκελλίνος».
Πρωτη αντίφαση: πώς γίνεται (τουλάχιστον) ώς τα 486 να υπάρχουν – σύμφωνα με το ίδιο κείμενο – «εθνικοί στρατιωτικοί» και μάλιστα διάσημοι και νικηφόροι στρατηγοί, αφού «όλοι οι εθνικοι αξιωματικοί» καθαιρέθηκαν 70 χρόνια πριν (στα 416); Δεύτερη αντιφάση: Και πώς γίνεται να υπάρχουν στα 486 μ.Χ. και στα 416 μ.Χ. παγανιστές αξιωματικοί, αφού ήδη από τα 365 μ.Χ. (εκατόν είκοσι ένα χρόνια πριν!) απαγορεύεται στους παγανιστές αξιωματικούς να διατάσσουν χριστιανούς στρατιώτες; Αφού από το 365 μ.Χ. απαγορεύτηκε οι παγανιστές αξιωματικοί να δίδουν διαταγές, τί δουλειά έκαναν οι παγανιστές αξιωματικοί στο στράτευμα επί 121 χρόνια μετά την απαγόρευση αυτή; Αξιωματικοί («νικηφόροι» σύμφωνα με το κείμενο) άνευ στρατιωτών ήταν; Η εξήγηση για τις αντιφάσεις αυτές είναι απλή: οι νομοθετικές αυτές διατάξεις περί καθαίρεσης κλπ δεν εφαρμόζονταν. Άλλωστε, πρώτος που συνέταξε τέτοιου είδους νόμους ήταν ο Παγανιστής Ιουλιανός, με νόμο του που επέβαλε σε κάθε στρατιώτη να προσφέρει θυσίες στους θεούς (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ', σ. 341). Τι διαμαρτύρονται οι Νεο-Παγανιστές λοιπόν;
Και πώς γίνεται να «καθαιρούνται οι παγανιστές δημόσιοι υπάλληλοι» στα 416 μ.Χ., ενώ ο φανερά παγανιστής (ώς το τέλος (545 μ.Χ.) της ζωής του) Τριβωνιανός, νομοδιδάσκαλος και παντοτινός νομικός σύμβουλος του Ιουστινιανού, κατείχε – μαζί με πολλούς άλλους παγανιστές – δημόσια αξιώματα, 1,5 αιώνα μετά την καθαίρεση των παγανιστών υπαλλήλων; Ο παγανιστής Κύρος έπαρχος της Πόλης και του πραιτωρίου της Ανατολής (439-441), ύπατος το 441; Ο παγανιστής ρήτορας Θεμίστιος, παιδαγωγός των γιών του Θεοδόσιου του Μεγάλου, ο οποίος του έστησε και δύο χάλκινους αδριάντες; Ο παγανιστής έπαρχος Οπτάτος, στα 404 μ.Χ.; Πώς γίνεται ο Θεοδόσιος Α΄ το 391 μ.Χ.να διορίζει έπαρχο Ιλλυρικού, Ιταλίας και Αφρικής τον εθνικό Νικομάχο Φλαμιανό, να διορίζει ύπατους της Δύσης τους εθνικούς Σύμμαχο και Τατιανό, και να διορίζει έπαρχο Ρώμης τον εθνικό Ρούφιο Αλβίνο, αφού υποτίθεται πως εδίωξε τους εθνικούς από τα δημόσια αξιώματα με βάση δικούς του νόμους;
Β') Το κείμενο λέει:
1) «396 Οι τελευταίοι εθνικοί ιερείς και ιεροφάντες καθαιρούνται και φυλακίζονται».
2) «398 Ο εκχριστιανισμένος Βάνδαλος στρατηγός Στηλίχων πρωτοστατεί σε (..) σφαγές ιερέων και θρησκευτών».
3) «399 Στη Βόρειο Αφρική οι διωγμήτες Ιόβιος και Γαυδέντιος θανατώνουν τους ιερείς».
4) «415 έδικτο απαιτεί να συλλαμβάνονται και να σταυρώνονται ή καίγονται ζωντανοί όλοι οι εθνικοί ιερείς της Βορείου Αφρικής».
Καλά, ακόμη υπήρχαν το 415 οι «τελευταίοι εθνικοί ιερείς» στην Βόρεια Αφρική; Δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους οι «διωγμήτες» Ιόβιος και Γαυδέντιος το 399; Τι πήγαν να κάνουν εκεί, διακοπές; Δεκαέξι ολόκληρα χρόνια (399-415) και δεν τους αφάνισαν τους παγανιστές ιερείς. Είναι διασκεδαστική η αυτοαναίρεση των νεοπαγανιστικών ισχυρισμών.
Φαίνεται πως οι αιμοχαρείς διωγμήτες (sic) Γαυδέντιος και Ιόβιος το 399 θανάτωσαν τους βορειοαφρικάνους ιερείς, αλλά μετά τους επανέφεραν στη ζωή, για να τους ξανασκοτώσουν! Φαίνεται πως το 396 μ.Χ. οι τελευταίοι ιερείς φυλακίζονται και καθαιρούνται˙ αλλά μετά από δύο χρόνια οι Χριστιανοί διορίζουν κι άλλους παγανιστές ιερείς, ώστε να τους βρει και να πρωτοστατήσει στους φόνους τους ο Στηλίχωνας!
Γ') Το κείμενο λέει:
1) «397 Νέος νόμος του Αρκαδίου απαιτεί την ισοπέδωση όλων των εθνικών Ναών της Ανατολικής Αυτοκρατορίας που τυχόν στέκουν ακόμη όρθιοι».
2) «399 Νέος νόμος (13 Ιουλίου) του αυτοκράτορος Αρκαδίου απαιτεί την ισοπέδωση και των ελαχίστων πλέον Ναών των εθνικών».
Ο νέος νόμος του Αρκάδιου, το 399 (13 Ιουλίου), απαιτεί ή επαιτεί την ισοπέδωση των ναών; Διότι, αν την απαιτεί, τότε γιατί νόμος του ίδιου έτους (Ιουστινιανός Κώδικας I.11.3 και Θεοδοσιανός Κώδικας XVI.10.18 της 20ης Αυγούστου 399) απαγορεύει την καταστροφή των ναών;
Δ')
1) «378 με νόμο (...) τα ανά την Αυτοκρατορία “Μιθραία” κατεστρέφονται από τους χριστιανούς με φωτιά και παραχώνονται».
2) «389 (..) Ο Θεόφιλος (...) πυρπολεί το Μιθραίο(...)».
3) «395 (...) ιερείς των Μυστηρίων τα οποία είχαν αναβιώσει από τους Μιθραϊστές».
Εφαρμόστηκε ή δεν εφαρμόστηκε ο νόμος του 378; Δεν εφαρμόστηκε, αφού ήταν «ανάγκη» να καταστραφεί το Μιθραίο που λειτουργούσε 11 χρόνια μετά την καταστροφή όλων των Μιθραίων της Αυτοκρατορίας.
Εξαφανίστηκε κι απαγορεύτηκε ο Μιθραϊσμός το 378 ή όχι; Φαίνεται πως όχι, γιατί 18 χρόνια μετά την υποτιθέμενη καταστροφή των Μιθραίων υπάρχουν μιθραϊστές ιερείς, προφανώς όχι ανενεργοί επί 18 χρόνια.
Ε') Το κείμενο λέει:
1) «375 Ο “Άγιος” Μαρτίνος εσάρωσε όλα σχεδόν τα ιερά της Γαλατίας και έκτισε πάνω τους μοναστήρια».
2) «392 (...) Στη Γαλατία κατάσχονται οι περιουσίες όλων των εθνικών Ναών που στη συνέχεια πυρπολούνται κι εκθεμελιώνονται».
Πότε καταστράφηκαν ΟΛΟΙ οι γαλατικοί Εθνικοί ναοί; Άν καταστράφηκαν το 375 μ.Χ., τότε γιατί ξαναγράφεται ότι καταστρέφονται το 392 μ.Χ.; Αν πάλι καταστράφηκαν το 392 μ.Χ., τότε γιατί γράφεται ότι οι ναοί καταστράφηκαν το 375 μ.Χ.;
Ζ') Το κείμενο λέει: «388 Ο γηραιός ρήτωρ Λιβάνιος δικάζεται μαζί με άλλους εθνικούς για.. “μαγεία” αλλά αθωώνεται από τον εθνικό δικαστή Τατιανό».
Αφού οι Εθνικοί εκείνη την εποχή ήταν υπό σκληρό διωγμό, οι νόμοι εναντίον τους δημοσιεύονταν ο ένας μετά τον άλλο, σφάζονταν ανηλεώς κ.λπ. ....πώς ένας Εθνικός ήταν δικαστής εκείνη την εποχή; Και πώς γίνεται να τον βάλανε (οι Χριστιανοί, που τον κράτησαν στη θέση του δικαστή) να δικάζει όχι έναν τυχαίο, και μη Εθνικό, αλλά έναν άλλο ομόθρησκό του Εθνικό; Ύποπτο λιγάκι, αφού υποτίθεται ότι οι Εθνικοί ήταν υπό διωγμό;
Η') Στα 556 μ.Χ. αναφέρονται «οι τελευταίοι εθνικοί της Αντιόχειας», ενώ λίγο αργότερα, στα 580 μ.Χ. γίνεται λόγος πάλι για «τελευταίους εθνικούς» της Αντιόχειας. Το ερώτημα προς τους Νεοπαγανιστές είναι – όπως και με τους παγανιστές ιερείς – σαφές, αναπάντητο και η ζαλάδα σίγουρη: ποιοι και πότε είναι «τελευταίοι εθνικοί» της Αντιόχειας: «οι τελευταίοι εθνικοί» του 556 μ.Χ. ή «οι τελευταίοι εθνικοί» του 580 μ.Χ. ;
Θ') Το κείμενο λέει: «367 Ο εθνικός Βέττιος Αγόριος Πραιτεξτάτος αναστηλώνει στη Ρώμη, με δικά του έξοδα και παρά τις διαμαρτυρίες του Πάπα, το Ιερό των Δώδεκα Ολυμπίων Θεών».
Μα καλά, υποτίθεται ότι στα 367 μ.Χ. οι Εθνικοί σφάζονταν, ότι δημοσιεύονταν συνέχεια νόμοι που διέταζαν την καταστροφή των ναών και των βωμών τους κ.ο.κ.. Πώς τα κατάφερε ο Εθνικός αυτός να αναστηλώσει ναό των 12 «θεών» μέσα στη Ρώμη; Δεν εφαρμόζονταν μήπως οι αντιπαγανιστικοί νόμοι; Και δεν εφαρμόζονταν ούτε καν μέσα στη δεύτερη μεγαλυτερη πόλη της Αυτοκρατορίας; Κι αν δεν εφαρμόζονταν, τότε γιατί μιλάνε οι Ν/Π για διωγμούς;
-Η ίδια λογική χαρακτηρίζει κάθε περιγραφή όλων των μεμονωμένων γεγονότων από τους Νεοπαγανιστές. «Οι τελευταίοι εθνικοί σφάζονται», μετά όμως από ένα διάστημα ξαναεμφανίζονται «τελευταίοι εθνικοί», δια μαγείας. Η θυσία και η επίσκεψη σε παγανιστικά ιερά απαγορεύεται (381 μ.Χ.), αλλά μετά από ένα διάστημα (395 μ.Χ.) οι θυσίες γίνονται (π.χ. Ελευσίνια) απρόσκοπτα. Τα «τελευταία» βιβλία συνεχώς καίγονται, και φαίνεται μένουν κι άλλα... «τελευταιότερα» των τελευταίων, για να καούν κι αυτά 5 αιώνες μετά. «Ο τάδε Πατριάρχης καίει το Χ αρχαίο χειρόγραφο» του δείνα αρχαίου συγγραφέα, άρα (!) όλα τα αντίτυπά του καίγονται απ' όλους σε όλη την Αυτοκρατορία. Όλο «σφάζονται» τη μια στιγμή Εθνικοί και συνέχεια ολοκληρώνεται η ξεθεμελίωση όλων των αρχαίων ναών, κι όλο ξεπηδούν κι άλλοι Εθνικοί, και νέοι παγανιστικοί ναοί είναι έτοιμοι προς κατεδάφιση. Και η ψύχωση με το «τελευταίοι ιερείς/ τελευταία βιβλία/ τελευταίοι ναοί/ τελευταίοι εθνικοί» δεν έχει όρια, καθότι αυτό δημιουργεί την ψευδαίσθηση της «ύστατης καταστροφής». Το γνωστό παιχνίδι της δημιουργίας εντυπώσεων.

14b ΟΙ ΑΝΑΚΡΙΒΕΙΕΣ..

-Ο χριστιανός μάρτυρας Βαβύλας αναφέρεται από το ίδιο κείμενο ότι εκτελέστηκε από τον – σύμφωνα με το ίδιο κείμενο – «χριστιανό (προ Κωνσταντίνου) αυτοκράτορα Φίλιππο», ενώ ο Άγγλος ιστορικός Gibbon (Ιστορία της παρακμής...) αναφέρει ότι μαρτύρησε κατά το διωγμό του αυτοκράτορα Δέκιου. Γράφει ο Ευσέβιος (Εκκλησιαστική Ιστορία, 6, 39): «1. Έπειτα τον Φίλιππο διαδέχεται ο Δέκιος. Αυτός εγείρει διωγμό προς την Εκκλησία (...) 4. Κατά παρόμοιο τρόπο με τον Αλέξανδρο, πέθανε στην Αντιόχεια εντός του δεσμωτηρίου έπειτα από ομολογία ο Βαβύλας». Οι Ν/Π βέβαια αντλώντας επιχειρήματα από έναν λόγο του Χρυσοστόμου για τον Βαβύλα, εικάζουν πως ήταν ο αυτοκράτορας Φίλιππος που σκότωσε τον Βαβύλα. Όμως πουθενά ο Χρυσόστομος στον λόγο αυτόν ή σε άλλο δεν αναφέρει το όνομα του Φιλίππου. Κατά τον Ευσέβιο (Εκκλησιαστική Ιστορία 6, 34) ο Φίλιππος εμποδίστηκε από τον επίσκοπο Βαβύλα να εισέλθει στο ναό κατά την ημέρα του Πάσχα, λόγω ενός παραπτώματός του. Αλλά αυτός τότε το εξομολογήθηκε και έτσι του επετράπη η είσοδος δίχως συνέπειες. Στον Συναξαριστή ο βασιλιάς που σκότωσε τον Βαβύλα ονομάζεται Νουμεριανός. Πρόκειται πιθανόν για μεταποίηση του ονόματος του Δέκιου, το οποιο θυμίζει αριθμό (numerys).
-Για το έτος 313 μ.Χ. γράφεται «313 (...) Ο (“Άγιος”) Αντώνιος της Αιγύπτου, ιδρυτής του μοναχισμού, προτρέπει ήδη ανοικτά σε άμεσο αφανισμό του “ειδωλολατρικού” κόσμου με.. φωτιά (..)».
Ο Άγιος Αντώνιος, τουλάχιστον όπως διαβάζουμε στον Βίο και Πολιτεία του αγίου Αντωνίου, που εγράφη από τον μαθητή του Άγιο Αθανάσιο ποτέ δεν προέτρεψε τέτοιο πράγμα. Σε κανένα σημείο του βίου του δεν αναφέρεται επιθυμία αφανισμού του ελληνορωμαϊκού κόσμου και συνακολούθως πουθενά δεν αναφέρεται προτροπή καταστροφής του... με φωτιά! Στον Βίο του, ο άγιος Αντώνιος κατακρίνει την πίστη στα είδωλα, στα μαντεία και στους «θεούς», συζητά με ειδωλολάτρες σοφιστές (κεφ. 74-80) που έρχονται να τον συναντήσουν, αλλά κανέναν δεν απειλεί με αφανισμό, πουθενά δεν προτρέπει κανέναν λαϊκό Χριστιανό ή μοναχό να αφανίσει και μάλιστα δια πυρός τον ειδωλολατρικό κόσμο. Υπάρχει κάποια αναφορά του Θεοδώρητου Κύρου. Αυτή όμως, επειδή είναι η μοναδική και επειδή απέχει περισσότερο έναν αιώνα από τη συγγραφή της ιστορίας του Θεοδώρητου, δεν είναι από μόνη της αξιόπιστη. Άλλωστε, αν οι Νεοπαγανιστές αποδέχονται μια μαρτυρία του Θεοδώρητου, την οποία κανείς άλλος δεν συμμαρτυρά, και η οποία απέχει έναν αιώνα από τα υποτιθέμενα γεγονότα, τότε γιατί δεν αποδέχονται τις μαρτυρίες του Θεοδώρητου για τα εγκλήματα του Ιουλιανού, οι οποίες όχι μόνο είναι εγγύτερα χρονικά στα γεγονότα, αλλά – το σπουδαιότερο – μαρτυρούνται από πολλούς άλλους;
-Για το έτος 313 μ.Χ. γράφεται μεταξύ άλλων «...Ο επίσκοπος Ειρηναίος είχε άλλωστε ήδη διακηρύξει ότι οι χριστιανοί δεν χρειάζονται τους νόμους, διότι βρίσκονται πολύ υπεράνω αυτών..».
Αντίθετα από ό,τι λένε κατά του Αγίου Ειρηναίου (120-202 μ.Χ.) οι Ν/Π, ο ίδιος ο Άγιος Ειρηναίος στην Επιστολή Προς Διόγνητον που γράφτηκε το 2ο μ.Χ. αιώνα, λέει: «[Οι Χριστιανοί] υπακούουν στους ισχύοντες νόμους, αλλά με τη ζωή τους νικάνε τους νόμους» (Επιστολή Προς Διόγνητον, Β.Ε.Π.Ε.Σ., 2, σ. 253). Δηλαδή η ζωή τους είναι τόσο ενάρετη, ώστε περιττεύουν οι νόμοι. Κι αυτά τα λόγια του Ειρηναίου οι Νεοπαγανιστές τα μετατρέπουν σε «απόδειξη» και «παραδοχή εκ μέρους των ίδιων των Χριστιανών» ότι οι Χριστιανοί δεν πρέπει να υπακούν στους νόμους.
-Για το έτος 314 μ.Χ. γράφεται: «314 (... ) Η Σύνοδος της Αγκύρας ταυτίζει πτυχές της λατρείας της Θεάς Αρτέμιδος (Diana) με.. μαγεία και.. λατρεία του Σατανά των χριστιανών». «Η μισογυνική τάση της Συνόδου της Άγκυρας είχε πετύχει το να καταγγελθούν από την Εκκλησία οι λάτρεις της Αρτέμιδος ή Diana, ως «μάγισσες» και «κυριευμένες από τον Σατανά» (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ της των Ελλήνων νόσου, εκδ. Ανοιχτή πόλη, σ. 115).

Απίστευτες ανακρίβειες. Οι 25 κανόνες της συνόδου αυτής ασχολούνται κυρίως με την εξομολόγηση και τις ποινές όσων είχαν λυγίσει και προσφέρει θυσία στα είδωλα κατά τον πρόσφατο διωγμό του Διοκλητιανού. Ούτε μία φράση τής συνόδου της Αγκύρας δεν αναφέρει την Άρτεμη ή άλλον παγανιστικό «θεό»˙ ούτε καν... τον Σατανά, όπως ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές. Μήπως καλό θα ήταν να διαβάσουν πρώτα τους κανόνες της συνόδου της Άγκυρας προτού μιλήσουν γι’ αυτήν;
-Για το έτος 319 μ.Χ. γράφεται: «319 Ο Κωνσταντίνος εκδίδει διάταγμα με το οποίο απαλλάσσει πλήρως την Εκκλησία από φόρους και τους χριστιανούς κληρικούς από στρατιωτικές υποχρεώσεις».
Ψέμματα και ανακρίβειες. «Τους πρώτους μήνες μετά τον Κωνσταντίνο, λόγω της ανάμιξης θρύλου και πραγματικότητας, επικράτησε – και μάλιστα στην Ανατολή – αρκετή σύγχυση ως προς τα μέτρα που έλαβε. Χαρακτηριστικό είναι το περιεχόμενο της «Συρορωμαϊκής Νομοβίβλου», μιας διακαιικής συλλογής που συντάχθηκε στην ευρύτερη περιοχή της Συρίας στο δεύτερο μισό του Ε΄ αιώνα. Τα οικεία κεφάλαια της συλλογής μας πληροφορούν ότι ο Κωνσταντίνος απάλλαξε τους κληρικούς από κάθε φορολογική υποχρέωση, με μνεία συγκεκριμένων φόρων, καθώς και από την υπεξουσιότητα. Αυτά όμως δεν επιβεβαιώνονται από καμία άλλη πηγή. Μερικά μάλιστα από τα προνόμια αυτά παρασχέθηκαν αποδεδειμένως πολύ αργότερα από άλλους αυτοκράτορες» (Από άρθρο του Σπύρου Ν. Τρωϊανού, ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, με εξειδίκευση στη Ρωμαϊκή νομοθεσία, στα Ε-Ιστορικά, τεύχος 135).
Τα προνόμια υπέρ των κληρικών και της Εκκλησίας πολύ καλά εδόθησαν από τους μετέπειτα αυτοκράτορες, διότι σε κάθε διωγμό οι Ειδωλολάτρες διώκτες άρπαζαν την περιουσία της Εκκλησίας, και είχαν καταδιώξει απηνώς τους επισκόπους, επειδή αυτοί ήταν ο συνεκτικός δεσμός της Εκκλησίας. Αποζημίωσαν έτσι οι Χριστιανοί αυτοκράτορες την Εκκλησία για τις υλικές ζημιές που υφίστατο κάθε τόσο.
-Για το έτος 326 μ.Χ. γράφεται «326 η Ελένη, και όπως βεβαίως θα ισχυρισθεί η χριστιανική Γραμματεία 114 χρόνια αργότερα, “ανακάλυψε” (με τη βοήθεια φυσικά.. Εβραίων ραβίνων!!) άθικτο τον λεγόμενο “Τίμιο Σταυρό”».
326 + 114 = 440 μ.Χ. Οι Νεοπαγανιστές, ισχυρίζονται ότι η χριστιανική Γραμματεία περίμενε 114 χρόνια μετά την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού, δηλαδή το 440 μ.Χ., για να πρωτογράψει για το «ανύπαρκτο» αυτό γεγονός. Ωστόσο, είναι γνωστό πως:
-Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων μαρτυρεί ότι τμήματα του Τιμίου Σταυρού ετιμούντο στο Ναό του Παναγίου Τάφου (Κατηχήσεις 4.10, 10.19, 13.4 PG 33, 467ff, 685-687, 777). Ο ίδιος αναφέρει ότι ο Σταυρός ανακαλύφθηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μ. Κωνσταντίνου (Ep. ad Constan., 3 PG 33, 1168B). Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων έζησε μεταξύ 313-386. Οι Κατηχήσεις γράφτηκαν το 348 μ.Χ., είκοσι χρόνια μετά το γεγονός που περιγράφουν. Πού τα είδαν τα «114 χρόνια μετά»;
-Ο Ιουλιανός επίσης αναφέρει την προσκύνηση του Σταυρού (Κατά Γαλιλαίων 194C). Ο Ιουλιανός έζησε μεταξύ 332-363. Δηλαδή ούτε 40 χρόνια δεν απείχε η αφήγησή του από το γεγονός. Πού τα είδαν τα «114 χρόνια μετά»;
-Την ιστορία της ανακάλυψης του Σταυρού από την Αγία Ελένη αναφέρει ο Ρουφίνος (Εκκλησιαστική Ιστορία, 10, 7-8). Ο Ρουφίνος έζησε μεταξύ 340-397. Δηλαδή, στη χειρότερη περίπτωση (τη χρονιά που πέθανε!) να «εφηύρε» την ιστορία της ανακάλυψης του Σταυρού 71 χρόνια κι όχι το διπλάσιο, 114 χρόνια μετά. «114 χρόνια μετά»;
-Ο Σωκράτης Σχολαστικός (Εκκλ. Ιστ., 1, 17), που έζησε μεταξύ δ’ τέταρτου 4ου αι – μέσα 5ου αι.
-Ο άγιος Αμβρόσιος (De obitu Theod., 40-49), 4ος αι.
Οι παρακάτω ιστοριογράφοι, που προφανώς αντέγραφαν τους παραπάνω, όντως απέχουν περισσότερο από έναν αιώνα.
-Ο Σωζόμενος (Εκκλ. Ιστ., 2, 1-2), 5ος α.
-Ο Θεοδώρητος (Εκκλ. Ιστ., 1,18), α’ μισό 5ου αι.
-Ο Παυλίνος της Νόλα (Epist., 31, 4-5) και
-Ο Σουλπίκιος Σεβήρος (Chronicon 2, 22-34).
Αλλά κάτι τέτοιοι ισχυρισμοί, ότι οι Χριστιανοί περίμεναν 114 χρόνια, στα 440 μ.Χ. για να εφεύρουν ένα ανύπαρκτο γεγονός, τη στιγμή που άνθρωποι των αρχών του 4ου αιώνα το αναφέρουν, λένε πολλά για το νεοπαγανιστικό κίνημα και τις μεθόδους του.
-Για το ίδιο έτος γράφεται: «Επίσης, [ο Κωνσταντίνος] καταστρέφει τον Ναό της Θεάς Αφροδίτης πάνω στον υποτιθέμενο τάφο του ραβί Τζεσουά, αλλά και άλλους της ιδίας Θεάς όπως λ.χ. στην Αφάκα Λιβάνου, τη Μάμβρη, την Φοινίκη και τη Βααλβέκ (Ηλιόπολη)».
Κρίνοντας από τα εντυπωσιακά ακόμη και σήμερα, ερείπια των ναών αυτών στη χώρα του Λιβάνου (Φοινίκη), η «καταστροφή» των ναών αυτών δεν πρέπει να ήταν και τόσο καταστρεπτική, όσο λεν οι Νεοπαγανιστές. Ωστόσο, πράγματι ο Κωνσταντίνος έκλεισε τους ναούς της Αφροδίτης, επειδή η θεσμοθετημένη ιερουδουλεία που εξασκούνταν εντός αυτών μάλλον δεν του άρεσε.
Η αλήθεια είναι ότι μόνο το ιερό της Αφροδίτης στην Άφακα του Λιβάνου κατεδάφισε ο Μέγας Κωνσταντίνος (Ευσέβιου, Βίος Κωνσταντίνου, 3, 55), διότι εκεί εκπορνεύονταν όχι μόνο γυναίκες αλλά και άνδρες γύννιδες (τραβεστί) (Pierre Chuvin, Οι τελευταίοι Εθνικοί, εκδ. Θύραθεν, σ. 47). «Στην Ηλιούπολη της Φοινίκης, όπου φαίνεται πως υπήρχαν μόνο γυναίκες ιερόδουλοι της Αφροδίτης, ο Κωνσταντίνος περιορίστηκε στο να συστήσει στον πληθυσμό μεγαλύτερη εγκράτεια και να χτίσει μια εκκλησία» (Pierre Chuvin, Οι τελευταίοι Εθνικοί, εκδ. Θύραθεν, σ. 47). Στην Αίγυπτο ο αυτοκράτορας απλώς απαγόρευσε τον ευνουχισμό των ιερέων του... θεού Νείλου, όμως επέτρεψε τις τελετές και εορτές που εξασφάλιζαν τις πλημμύρες του ιερού ποταμού (Ευσέβιος, 4, 25. Λιβάνιου, Υπέρ των Ιερών, 30, 35. Γρηγόριος Θεολόγος PG 35, 705).
Ο Μέγας Κωνσταντίνος κατηγορείται ότι απαγόρευσε τη λατρεία και έκλεισε ναούς. Οι μόνοι ναοί που έκλεισε ήταν της Αφροδίτης στην Ηλιούπολη, για συγκεκριμένους λόγους, όπως είπαμε. Εξάλλου, ο Μέγας Κωνσταντίνος επέτρεψε την ίδρυση εθνικών ναών (Ζώσιμος, 2,31˙ Aurel. Victor, Caesares, 40˙ Orelli, Iscriptiones latinae, III, αρ. 55880).
-Για το έτος 331 μ.Χ. γράφεται: «331 Ο Κωνσταντίνος συνεχίζει τη καταλήστευση των Ιερών των εθνικών σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία. Παραβιάζονται τα θησαυροφυλάκια όλων ανεξαιρέτως των “ειδωλολατρικών” Ναών».
Αυτό αληθεύει εν μέρει μόνο, διότι ο Κωνσταντίνος πήρε αγάλματα απ’ όπου μπορούσε να βρει και να πάρει. Έτσι, αυτό σημαίνει ότι έπαιρνε όχι από «ευαίσθητους» τόπους (π.χ. αρχαίους ναούς), αλλά από δημόσια μνημεία και κτίρια, όπως κυβερνεία και λουτρά. Εφόσον το κράτος κατείχε αυτά τα κτίρια, μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει όπως ήθελε. Επιπλέον, όπως αποδείχθηκε, με τις συνεχείς επιδρομές των βαρβάρων, τα αγάλματα αυτά θα εγκαταλείπονταν και θα καταστρέφονταν˙ ενώ στην Κωνσταντινούπολη διασώθηκαν (δυστυχώς όχι για πάντα, αφού το 1204 οι δυτικοί τα έλειωσαν). Ακόμη κι αν ο Μέγας Κωνσταντίνος πήρε αγάλματα ή καλλιτεχνικούς θησαυρούς από αρχαία ιερά, δεν διέπραξε τίποτε περισσότερο και φοβερότερο απ’ ό,τι ο Νέρων.
Ο Βιτρούβιος (De Architectura) γράφει ότι ο Appius Claudius μετακόμισε στη Ρώμη όλα τα έργα τέχνης που είχαν απομείνει στα ιερά και τα δημόσια κτίρια της Ελλάδας και των νησιών. Ο Ρωμαίος ύπατος Marcus Fulvius Nobilior που κατέλαβε το 189 π.Χ. με συνθήκη την Αμβρακία, πόλη της Δ. Ελλάδας, μετέφερε στη Ρώμη, σύμφωνα με τον Πλίνιο (Naturalis Historia, XXXIV, 17) 785 χάλκινα αγάλματα και 230 μαρμάρινα, σύνολο 1015. Ο Σύλλας λεηλάτησε το 88 π.Χ. τα ιερά των Δελφών, της Επιδαύρου και της Ολυμπίας και δεν άφησε κανένα χρυσό ή αργυρό αφιέρωμα. Στο θρίαμβό του μετά τις λεηλασίες επιδεικνύει 15.000 λίτρες χρυσού και 115.000 λίτρες αργυρού (Πλίνιος, XXXVI, 64). Ο Τάκιτος (Χρονικά, XV, 45) γράφει ότι, κατά την αρπαγή αγαλμάτων από την Ελλάδα επί Νέρωνα «σάρωσαν τα πάντα». Φυσικά ο Κωνσταντίνος πήρε ελάχιστα αγάλματα συγκριτικά με τους Ειδωλολάτρες, ουσιαστικώς επαναπάτρισε τα ελληνικά αγάλματα που βρίσκονταν στην Ιταλία, μεταφέροντάς τα στην ελληνική γη του Βυζαντίου, αλλά δεν ακούμε κανέναν Νεοπαγανιστή να κατηγορεί τους ομόθρησκούς του ή να απαιτεί συγγνώμη από τους Ιταλούς Νεοπαγανιστές για τις πράξεις των προγόνων τους.
-Για το έτος 335 μ.Χ. γράφεται: «(...)Με ειδικό αυτοκρατορικό διάταγμα σταυρώνονται ως.. υπαίτιοι της κακής συγκομιδής εκείνου του έτους (..) όλοι οι “μάγοι και μάντεις”και ανάμεσά τους μαρτυρεί ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Σώπατρος που είχε προσωπικά επιχειρήσει να επαναφέρει τον Κωνσταντίνο στον εθνισμό μέσω της φιλοσοφίας (...)».
Στην πραγματικότητα, ο Κωνσταντίνος ήταν ο αυτοκράτορας που κατήργησε την ποινή της σταύρωσης. Μια που η σταύρωση ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο Ιησούς φονεύτηκε, οι Χριστιανοί με κανένα τρόπο δε θα δεχόντουσαν να τιμωρούνται οι εγκληματίες – ειδικά οι μάγοι – με τον ίδιο τρόπο. Τα περισσότερα είδη μαντείας ήταν παράνομα και στην παγανιστική αυτοκρατορία εκτός από τους «κρατικούς» δημόσιους οιωνοσκόπους τους οποίους το κράτος εμπιστευόταν να δώσουν τη σωστή απάντηση. Οι ελεύθεροι αστρολόγοι αποδοκιμάζονταν και υπήρχαν περίοδοι διώξεων κατά αυτών. Η εκχριστιανισμένη αυτοκρατορία συμπεριφέρθηκε όπως και η παγανιστική όσον αφορά το ζήτημα αυτό. Ένας σχετικός νόμος του 319 μ.Χ. απαγορεύει την κατ’ ιδίαν οιωνοσκοπηση επιτρέποντας όμως την δημόσια. Αυτό φαίνεται παράξενο, αλλά δεν είναι, αν σκεφτούμε ότι η ιδιωτική μαντεία συνδεόταν συχνά με συνωμοσίες.
Ο Σώπατρος κατηγορήθηκε ότι «έδεσε τους ανέμους» και εμπόδισε τους νοτιάδες να φυσήξουν για να αρμενίσουν τα καράβια προς την Κωνσταντινούπολη. Έτσι ισχυρίζεται ο Ευνάπιος (Αιδέσιος). Δηλαδή ο Σώπατρος έκανε μαύρη μαγεία. Εκτός όμως ότι ο Ευνάπιος είναι φανατικός Παγανιστής και γι’ αυτό πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά κάθε μαρτυρία του, κανείς άλλος ιστορικός δεν αναφέρει το γεγονός αυτό. Επιπλέον, ακόμη κι άν η μαρτυρία του Ευνάπιου είναι σωστή, ο Σώπατρος δεν κατηγορήθηκε επειδή λάτρευε τους «θεούς», αλλά επειδή έκανε μαύρη μαγεία. Δεν ήταν δηλαδή θύμα θρησκευτικού διωγμού, αλλά θανατώθηκε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους. Ο Κωνσταντίνος δεν διέπραξε θρησκευτική δίωξη θανατώνοντάς τον. Άλλωστε οι νόμοι κατά της παράνομης μαύρης μαγείας είχαν θεσπιστεί από Ειδωλολάτρες.
-Για το έτος 346 μ.Χ. γράφεται: «346 Μέγας διωγμός στην Κωνσταντινούπολη κατά των εθνικών. Ο ρήτωρ Λιβάνιος εξορίζεται με την κατηγορία της “γοητείας” (μαγείας)».
Ο Λιβάνιος δεν καταδικάστηκε ως μάγος, αν και οι αντίπαλοί του τον κατηγορούσαν για πολλά πράγματα.
-Για το έτος 353 μ.Χ. γράφεται: «353 Έδικτο του Κωνσταντίου απαγορεύει επί ποινή θανάτου τη λατρεία δια θυσιών και αγαλμάτων».
Δεν υπάρχουν καθόλου στοιχεία ούτε για έναν εκτελεσθέντα εξ αιτίας αυτού του εδίκτου. Παρακάτω, θα δούμε ότι οι νόμοι αυτοί δεν εφαρμόστηκαν, όπως παραδέχονται οι παγανιστές της εποχής και ο Γκίμπον.
-Για το έτος 357 μ.Χ. γράφεται: «357 Ο Κωνστάντιος θέτει εκτός νόμου επί ποινή θανάτου όλες τις μαντικές μεθόδους, συμπεριλαμβανομένης και της Αστρολογίας». Αυτό πράγματι συνέβη (C. Th. 8,16)˙ ωστόσο το 371 μ.Χ. επετράπη ξανά ελεύθερα.
-Για το έτος 363, μεταξύ άλλων γράφεται: «363 (...) Χριστιανοί εμπρηστές πυρπολούν τον Ναό [του Απόλλωνος στη Δάφνη της Αντιοχείας] μετά την απομάκρυνση των λειψάνων [του μάρτυρα Βαβύλα]».
Αυτό είναι ανακριβές, όπως παραδέχεται κι ο ίδιος ο παγανιστής Αμμιανός Μαρκελλίνος, ο οποίος αναφέρει την αιτία της καταστροφής του ναού (XXII, 13, 3): «Ο φιλόσοφος Ασκληπιάδης, (..) όταν είχε έρθει στο προάστειο της Δάφνης να επισκεφτεί τον Ιουλιανό, τοποθέτησε μπροστά στα πόδια του αγάλματος ένα μικρό ασημένιο άγαλμα της Ουράνιας Θεάς (ή Ουράνιας Αφροδίτης) και, αφού άναψε μερικές κέρινες λαμπάδες, έφυγε από το ναό. Από αυτές τις λαμπάδες, μετά τα μεσάνυχτα, όταν κανείς δεν ήταν παρών για να βοηθήσει, ορισμένες σπίθες που πετάχτηκαν άρχισαν να καίνε την ξύλινη επένδυση, που ήταν πολύ παλιά, και η φωτιά, που τρεφόταν από το ξηρό καύσιμο [το ξύλο], ανήλθε και έκαψε ο,τιδήποτε μπορούσε να φτάσει, σε οποιοδήποτε ύψος και να βρισκόταν αυτό». Ως αποτέλεσμα της ψευδούς κατηγορίας κατά των Χριστιανών, ο Ιουλιανός έκλεισε την μεγαλύτερη εκκλησία της Αντιοχείας (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ', σ. 326).
-Για το έτος 364 μ.Χ. γράφεται: «Η Σύνοδος της Λαοδικείας εισηγείται την ποινή του θανάτου για τους αστρολόγους και τους χριστιανούς που εορτάζουν τα Σάββατα».
Αν βέβαια οι Ν/Π διάβαζαν ποτέ τους τους κανόνες της παραπάνω Συνόδου, αντί να αντιγράφουν άκριτα ό,τι διάβασαν, θα διάβαζαν τους κανόνες ΛΣΤ΄ και ΚΘ΄. Εκεί, η Σύνοδος καταδικάζει τις πράξεις αυτές – αστρολογία και εορτασμό Σαββάτου από Χριστιανούς – με ποινή την αποβολή από την Εκκλησία. Όχι με ποινή το θάνατο. Πολύ θα το θέλανε οι Νεοπαγανιστές, ώστε να βρουν κάτι να δυσφημήσουν τον Χριστιανισμό.
ΚΘ’ Οι Χριστιανοί δε θα ιουδαΐζουν έχοντας αργία τα Σάββατα, αλλά πρέπει να δουλεύουν εκείνη τη μέρα κι όχι να τιμούν την μέρα του Κυρίου. Και μετά, αν μπορούν, να ξεκουράζονται ως Χριστιανοί. Αλλά αν βρεθεί κανείς να ιουδαΐζει, ας είναι αναθεματισμένος από τον Χριστό («Ότι ου δει Χριστιανούς ιουδαΐζειν και εν τω Σαββάτω σχολάζειν, αλλ’ εργάζεσθαι αυτούς και εν τη αυτή ημέρα˙ την δε Κυριακήν προτιμώντας, είγε δύναιντο, σχολάζειν ως Χριστιανοί. ει δε ευρεθείεν Ιουδαϊσταί, έστωσαν ανάθεμα παρά Χριστώ») .
ΛΣΤ’ Όσοι είναι ιερείς ή κληρικοί δεν θα είναι μάγοι ή γητευτές ή αστρολόγοι. Ούτε θα φτιάχνουν αυτά που λέγονται φυλακτά, που είναι αλυσίδες για την ψυχή τους. Όσοι φορούν τέτοια, προστάζουμε να είναι εκτός Εκκλησίας («Ότι ου δει ιερατικούς ή κληρικούς, μάγους ή επαοιδούς είναι, ή μαθηματικούς, ή αστρολόγους, ή ποιείν τα λεγόμενα φυλακτήρια, άτινά εστι δεσμωτήρια των ψυχών αυτών. Τους δε φορούντας, ρίπτεσθαι εκ της εκκλησίας εκελεύσαμεν»).
Δεν περιμέναμε βέβαια από τους Νεοπαγανιστές να ανοίξουν ποτέ τους χριστιανικά επίσημα κείμενα, ώστε να γνωρίζουν για τι μιλάνε.
-Για το έτος 364 μ.Χ. γράφεται: «364 Ο νέος αυτοκράτορας Φλάβιος Ιοβιανός διατάσσει την πυρπόληση της Βιβλιοθήκης της Αντιοχείας».
Η πηγή που χρησιμοποιούν οι Νεοπαγανιστές είναι ένα από τα θεωρούμενα λίγα σωζώμενα αποσπάσματα από τον Χριστιανό χρονογράφο Ιωάννη της Αντιόχειας – του οποίου όλα τα έργα χάθηκαν – , αυτό που υπάρχει στον Σουίδα, στο άρθρο περί του αυτοκράτορα Ιοβιανού:
«Ο αυτοκράτωρ Αδριανός έχτισε ένα πανέμορφο ναό για τη λατρεία του πατέρα του Τραϊανού, τον οποίο, με διαταγή του αυτοκράτορα Ιουλιανού, ο ευνούχος Θεόφιλος μετέτρεψε σε βιβλιοθήκη. Ο Ιοβιανός, μετά από παρότρυνση της γυναίκας του, έκαψε το ναό μαζί με όλα τα βιβλία που είχε, με τις παλλακίδες του να γελούν και να βάζουν φωτιά».

Τα υπέρ της αλήθειας της ιστορίας αυτής είναι ότι ο Ιωάννης της Αντιόχειας ήταν από την Αντιόχεια – αν και δεν ξέρουμε τίποτε άλλο γι’ αυτόν˙ λέγεται ότι έζησε κάπου μεταξύ του 6ου και του 10ου αι. – όπου συνέβη το γεγονός, και ο Ιοβιανός πράγματι κάθισε μερικούς μήνες στην πόλη αυτή. Ωστόσο, τα επιχειρήματα που μάς κάνουν να μη δεχτούμε το άρθρο του Σουίδα είναι ισχυρότερα και περισσότερα:
1. Ο Εθνικός ιστοριογράφος Αμμιανός Μαρκελλίνος συνόδευσε τον Ιοβιανό στην Αντιόχεια και ήταν συνέχεια μαζί του κατά το διάστημα της παραμονής του εκεί, αλλά δεν αναφέρει εντελώς τίποτε για πυρπόληση κάποιας βιβλιοθήκης της πόλης. Αν και σε άλλες περιπτώσεις αναφέρεται σε κλείσιμο ναών, παραδόξως δεν αναφέρει τίποτα για το υποτιθέμενο κάψιμο του ναού του Τραϊανού και της εντός αυτού βιβλιοθήκης. «Κανονικά», ως Παγανιστής και κυρίως ως αυτόπτης μάρτυρας, θα έπρεπε κάτι να πει, αν ο Χριστιανός αυτοκράτωρ Ιοβιανός πυρπολούσε ένα παγανιστικό κτίσμα.
2. Αν και ο Ιοβιανός ήταν Χριστιανός, γενικά αναφέρεται από όλους ως ήπιος άνθρωπος που έδειξε ανοχή στους Εθνικούς. Ο ρήτορας Θεμίστιος – παγανιστής – έγραφε ότι ο Ιοβιανός επέμενε στην ανοχή προς τους Εθνικούς. Ο Ιοβιανός εξέδωσε και έδικτο περί ανεξιθρησκείας (C. Th. VII, 4,9 =C. J. XII, 37, 2)
3. Ο μεγάλος Εθνικός ρήτορας Λιβάνιος, που επίσης καταγώταν από την Αντιόχεια και ζούσε σε αυτήν τον καιρό εκείνο, και από τον οποίο διαθέτουμε πάμπολες ομιλίες και τουλάχιστον 1500 επιστολές, δεν αναφέρει πουθενά την υποτιθέμενη καταταστροφή της βιβλιοθήκης, αν και κανείς θα περίμενε να την αναφέρει, εάν αυτή πράγματι κάηκε, διότι ο Λιβάνιος ήταν έντονα αντιχριστιανός και συνεχώς διαμαρτυρόταν για τις Χριστιανικές βιαιότητες. Αν ο Ιοβιανός είχε κάψει μια τόσο μεγάλη βιβλιοθήκη στην ίδια του την πόλη, είναι σίγουρο ότι ο Λιβάνιος δεν θα σιωπούσε, αλλά θα το ανέφερε σε κάποιο σύγγραμμά του.
4. Δεν υπάρχει απολύτως καμμία άλλη αναφορά συγγραφέων ότι υπήρχε ναός του Τραϊανού στην Αντιόχεια χτισμένος από τον Αδριανό. Ο Αδριανός έζησε μεταξύ 76 και 138 μ.Χ. Κανείς ιστορικός από τον 2ο αι. μέχρι (τουλάχιστον) τον 6ο, δηλαδή κανείς ιστορικός μέσα σε διάστημα τουλάχιστον 400 ετών δεν έγραψε τίποτα για την ύπαρξη του ναού που έχτισε ο Αδριανός. Πολύ λογικό να υποθέσουμε, λοιπόν, ότι τέτοιος ναός δεν χτίστηκε ποτέ.
5. Ο Ιωάννης έγραψε μερικές εκατοντάδες χρόνια έπειτα από το υποτιθέμενο κάψιμο της υποτιθέμενης βιβλιοθήκης, αλλά κανείς άλλος συγγραφέας δεν αναφέρει τέτοια πυρπόληση. Η σιωπή μάλλον υποδηλώνει ότι ποτέ δεν πυρπολήθηκε καμμία ανύπαρκτη βιβλιοθήκη-ναός στην Αντιόχεια, δεδομένου ότι οι Χριστιανοί ιστοριογράφοι που ήταν σύγχρονοι άλλων χριστιανικών βιαιοτήτων (π.χ. καταστροφή Σαράπειου) δεν αποσιωπούσαν τα γεγονότα, αλλά τα ανέφεραν. Στην περίπτωση όμως που εξετάζουμε, ούτε Χριστιανοί ούτε Εθνικοί σύγχρονοι του Ιοβιανού γράφουν τίποτε.
6. Η περιγραφή του γεγονότος, με την γυναίκα του Ιοβιανού να τον παροτρύνει να κάψει τη βιβλιοθήκη ή ότι οι παλλακίδες του γελούσαν κι έκαιγαν το ναό, μάλλον αποτελεί καθαρή λογοτεχνική φαντασία. Ίσως να αποτελεί επανάληψη του μοτίβου της ιστορίας του Αλεξάνδρου που έκαψε τα ανάκτορα της Περσέπολης έπειτα από παρότρυνση και συμμετοχή των παλλακίδων του.
Έτσι, μάλλον η πυρπόληση της βιβλιοθήκης της Αντιόχειας αποτελεί μια συνηθισμένη για εκείνα τα χρόνια προσπάθεια «εγκωμιασμού» ενός αυτοκράτορα «που αγωνίστηκε κατά του Παγανισμού» κι όχι ιστορική αλήθεια. Όπως και να ‘χει, στην Αντιόχεια τη στιγμή του υποτιθέμενου «εμπρησμού», εκτός από τον Λιβάνιο ήταν κι ο Αμμιανός Μαρκελλίνος. Έχουμε τρία στοιχεία, βάσει των οποίων μπορούμε να είμαστε σίγουροι, πως αν είχε γίνει ο εμπρησμός κάποιας βιβλιοθήκης στην Αντιόχεια από τον Ιοβιανό, ο Αμμιανός και ο Λιβάνιος θα το ανέφεραν στα έργα τους: 1) Και οι δύο ήταν Αντιοχείς, δηλαδή αγαπούσαν την πολή τους και θα κατέγραφαν μια ενέργεια εναντίον της. 2) Και οι δύο ήταν παρόντες στην Αντιόχεια, οπότε δεν μπορεί να «μην είδαν τίποτε», εαν συνέβη κάτι. 3) Και οι δύο ήταν Εθνικοί, δηλαδή ο εμπρησμός θα τους έδινε αφορμή να κατηγορήσουν τους Χριστιανούς εχθρούς τους. Αφού δύο μεγάλοι Εθνικοί που ήταν στην Αντιόχεια την εποχή του υποτιθέμενου εμπρησμού, κατάγονταν και οι δύο από την Αντιόχεια, αλλά δεν αναφέρουν τίποτε, το πιθανότερο είναι ότι η ιστορία αυτή είναι παραμύθι.
-Για το 364 μ.Χ. γράφεται «στις 11 Σεμπτεμβρίου του 364 θα εκδοθεί, από τον Ιοβιανό, νέο και αυστηρότερο έδικτο, με το οποίο απαγορεύεται η Εθνική Λατρεία επί ποινή θανάτου» (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, σ. 22). Ο Ιοβιανός βασίλευσε από τις 27 Ιουνίου ώς τις 16 Φεβρουαρίου 364, ημέρα κατά την οποία πέθανε. Αδύνατον να νομοθέτησε ο,τιδήποτε στις 11 Σεπτεμβρίου του 364.
-Για το έτος 380 μ.Χ. γράφεται «380 Στις 27 Φεβρουαρίου, ο αυτοκράτωρ Φλάβιος Θεοδόσιος απαγορεύει όλες τις θρησκείες πλην της χριστιανικής. Όλοι οι μη χριστιανοί χαρακτηρίζονται στο εξής “σιχαμεροί, αιρετικοί, μωροί και τυφλοί”.(...) Ο αυτοκράτωρ Θεοδόσιος αποκαλεί σε διάταγμά του “παράφρονες” όλους όσους διαφωνούν με το χριστιανικό δόγμα της Αγίας Τριάδος».
Στο διάταγμα αυτό (Θεοδοσιανός Κώδικας XVI.1.2) ο Θεοδόσιος δεν «απαγορεύει όλες της θρησκείες πλην της χριστιανικής»˙ απλώς απαγορεύει σε όσους δεν ήταν Ορθόδοξοι να φέρουν τον τίτλο «Χριστιανοί Καθολικοί» και να αποκαλούν τους ναούς τους «εκκλησίες». Γι’ αυτούς διατάζει να αποκαλούνται «αιρετικοί». Ασφαλώς δεν θα αποκαλούσε ο Θεοδόσιος τους Εθνικούς «αιρετικούς». Επιπλέον, δεν γίνεται καμμία ρητή ή έμμεση αναφορά σε Εθνικούς στο διάταγμα αυτό. Ήταν ένα διάταγμα κατά αιρετικών. Όσο για το χαρακτηρισμό «παράφρονες», αυτός αφορά τους αιρετικούς˙ αλλά ακόμη κι αν αφορά τους Εθνικούς, δε διαφέρει από τους χαρακτηρισμούς που οι Εθνικοί των πρώτων αιώνων (π.χ. Τάκιτος) έδιναν στους Χριστιανούς.
-Για τα έτη 385-388 μ.Χ. γράφεται: «Στα στρατόπεδα θανάτου της Σκυθοπόλεως μαρτυρούν μυριάδες αθώοι άνθρωποι», και παρατίθεται αμέσως μετά ένα απόσπασμα από το “Rerum gestarum libri” («τα χρονικά των γεγονότων») του Αμμιανού Μαρκελλίνου (γεν. 330 μ.Χ.- απ.395 μ.Χ.).
Όμως το έργο αυτό που ο Αμμιανός Μαρκελλίνος συνέγραψε (και που είναι το μοναδικό του ιστορικό έργο) καλύπτει μόνο την περίοδο μεταξύ 353-378 μ.Χ. (Πηγή: Brittannica Deluxe 2002 ). Πώς γίνεται λοιπόν να παρατίθενται κείμενα που μιλούν για γεγονότα του 353-378 μ.Χ., για να σχολιαστούν γεγονότα του 385-388 μ.Χ.; Απλούστατα, για να δημιουργηθούν ψευδείς εντυπώσεις. Και πού το γνωρίζουμε ότι στα «στρατόπεδα θανάτου» της Σκυθόπολης μαρτυρούσαν Εθνικοί; Είναι γνωστό (βλέπε παρακάτω) ότι η Σκυθούπολη ήταν – επί Κωνσταντίου Β’ – τόπος εξορίας Χριστιανών Ορθόδοξων (π.χ. Αγιου Ευσέβιου).
-Για το έτος 388 μ.Χ. γράφεται: «(...) Μετά την αθώωσή του (ο Λιβάνιος) στέλνει στον Θεοδόσιο την έκκληση “Υπερ των Ιερών”».
«Ο λόγος υπέρ των ιερών γράφτηκε το 386 κι όχι το 388» (P. Petit, “Sur la date du “pro Templs” de Libanius”, στο Byzantion XXI (1951), fasc., 285-310).
-Για το έτος 389 μ.Χ. γράφεται: «Κηρύσσεται εκτός νόμου κάθε μη χριστιανική μέθοδος χρονολογήσεως».
Η πρώτη χριστιανική μέθοδος χρονολόγησης επινοήθηκε δύο αιώνες μετά το 389 μ.Χ., τον 6ο αι. μ.Χ. από τον μοναχό Διονύσιο τον Μικρό. Μέχρι τότε η χρονολόγηση ξεκινούσε είτε «από κτίσεως Ρώμης» (754 π.Χ.) είτε από την πρώτη Ολυμπιάδα (776 π.Χ.). Λίγο δύσκολο λοιπόν, ελλείψει «μεθόδου χριστιανικής χρονολόγησης» να κηρυχθεί εκτός νόμου κάθε μη χριστιανική μέθοδος χρονολόγησης. Το 537 μ.Χ. ο Ιουστινιανός διέταξε ότι η χρονολόγηση θα γίνεται με βάση τα χρόνια της βασιλείας ενός αυτοκράτορα (π.χ. στο 40ό έτος της βασιλείας του Ιουστινιανού).
Μερικοί νεοπαγανιστές χλευάζουν την χριστιανική αντίληψη πως είναι δυνατόν να υπάρχει αρνητικό έτος (π.χ. 200 ΠΡΟ Χριστού) και πως η ιστορία χωρίζεται σε «προ» και «μετά» ενός γεγονότος. Αναρωτιώμαστε τι κάνουν τότε αυτοί, που χρησιμοποιούν την πρώτη Ολυμπιάδα (776 π.Χ.) ως απαρχή της χρονολόγησής τους, όταν αναφέρονται λ.χ. στο 1276 π.Χ. Μήπως λένε 500 ΠΡΟ πρώτης Ολυμπιάδας; Εν πάσει περιπτώσει, σε όλες τις περιόδους της ιστορίας, ήταν το κράτος που κρατούσε για τον εαυτό του το δικαίωμα να επιβάλλει όποιο ημερολόγιο και χρονολογικό σύστημα ήθελε. Όπως, επί ειδωλολατρίας οι παγανιστές αυτοκράτορες επέβαλαν το ημερολόγιό τους, έτσι κι επί χριστιανισμού οι χριστιανοί Αυτοκράτορες επέβαλαν το χριστιανικό σύστημα χρονολόγησης. Θα ήταν παράλογο οι μουσουλμάνοι μετανάστες στην Ευρώπη ή οι Χριστιανοί στις μουσουλμανικές χώρες να ζητούν να αλλάξει το επίσημο χρονολογικό σύστημα. Το αντίστοιχο ισχύει και για εκείνη την εποχή.
Φυσικά, πρέπει να τονίσουμε ότι η μέθοδος χρονολόγησης που εφηύραν οι Νεοπαγανιστές (π.χ. γράφουν "9η μεσούντος μηνός Σκιροφοριώνος του έτους 2780 από πρώτης Ολυμπιάδας") μόνο «αρχαιοελληνική» δεν είναι, για δύο λόγους. Πρώτον διότι οι μήνες δεν είχαν όλοι την ίδια ονομασία σε όλα τα αρχαία ημερολόγια (κάθε πόλη είχε τις δικές της ονομασίες). Δεύτερον και σπουδαιότερο διότι ουδέποτε στην Αρχαία Ελλάδα έλεγε κάποιος "φέτος είναι το έτος 500 από πρώτης Ολυμπιάδος" ή "το έτος 937 από πρώτης Ολυμπιάδας" ή άλλες παρόμοιες, απείρου κάλλους χρονολογήσεις που μόνο το ΥΣΕΕ και οι λοιποί Νεοπαγανιστές ξέρουν να κάνουν. Κάθε πόλη είχε τον δικό της τρόπο χρονολόγησης. Χρονολογούσαν τα γεγονότα στα επίσημα έγγραφά τους, και όχι μόνο σε αυτά (π.χ. οι ιστορικοί), με βάση τον επώνυμο άρχοντα της πόλης τους (φυσικά κάθε πόλη είχε τον δικό της επώνυμο άρχοντα). Για παράδειγμα στην Αθήνα έλεγαν «στο τρίτο έτος που ήταν επώνυμος άρχοντας ο τάδε συνέβη το δείνα γεγονός». Ο Θουκιδίδης, έχοντας γνώση ότι δεν υπήρχε κοινό σύστημα χρονολόγησης στην Αρχαία Ελλάδα, γράφει χαρακτηριστικά (2, 2): «Τῷ δὲ πέμπτῶ καὶ δεκάτῶ ἔτει, ἐπὶ Χρυςίδος ἐν Ἄργει τότε πεντήκοντα δυοῖν δέοντα ἔτη ἱερωμένης καὶ Αἰνηςίου ἐφόρου ἐν Σπάρτῆ καὶ Πυθοδώρου ἔτι τέσσερας μῆνας ἄρχοντος Ἀθηναίοις». Δηλαδή στο Άργος μέτραγαν τα χρόνια από τον πρώτο χρόνο που ανέλαβε τα καθήκοντά του ένας ιερέας, στη Σπάρτη από τον πρώτο χρόνο που εκλέχτηκε έφορος κάποιος, στην Αθήνα από τον πρώτο χρόνο που κάποιος ήταν άρχοντα. Καμμία σχέση με «έτος 2780 από πρώτης Ολυμπιάδας». Το πολύ-πολύ οι Αρχαίοι να έλεγαν π.χ. «το 3ο έτος της 154ης Ολυμπιάδας». Σήμερα κανείς θα έλεγε «το 1ο έτος της 696ης Ολυμπιάδας» (τι νόημα θα είχε αυτό όμως, τη στιγμή που ούτε καν οι μισές απ’ τις 696 δεν έγιναν;). Αλλά όταν μερικοί παριστάνουν τους απευθείας αρχαίους Έλληνες ενώ ταυτόχρονα αντιγράφουν τη χριστιανική μέθοδο χρονολόγησης (αντί για τη γέννηση του Χριστού έχουν την πρώτη Ολυμπιάδα) μόνο να γελάσει κανείς μαζί τους μπορεί. Αντί να έχουν ο καθένας το δικό του σύστημα χρονολόγησης ανά περιοχή, φτιάχνουν ένα ανύπαρκτο ψευδοαρχαιοελληνικό σύστημα.
-Για το έτος 398 μ.Χ. γράφεται: «398 Η Τετάρτη Σύνοδος της Καρθαγένης απαγορεύει ακόμη και στους επισκόπους την ανάγνωση των βιβλίων των εθνικών(...)».
Η σύνοδος της Καρχηδώνας με τον 24ο κανόνα της απαγορεύει να διαβάζεται εντός των εκκλησιών ως Γραφή – προφανώς κατά την ώρα της Θ. Λειτουργίας – ο,τιδήποτε εκτός από τον εγκεκριμένο Κανόνα των βιβλίων που αποτελούν την Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη). Δεν απαγόρευσε σε κανέναν Χριστιανό, επίσκοπο ή μη, την ανάγνωση Εθνικών βιβλίων εκτός της ώρας της θείας λειτουργίας.
Κανόνας ΚΔ’ (ΛΒ’) «Ότι τίποτε άλλο δε θα διαβάζεται στην εκκλησία εκτός από την Γραφή.
Τίποτε εκτός από τον Κανόνα της Γραφής δε θα διαβάζεται εντός της εκκλησίας υπό το όνομα «αγία Γραφή».
Τα κανονικά βιβλία είναι τα εξης: [ακολουθεί η απαρίθμηση όλων των βιβλίων της Π.Δ. και Κ.Δ.]
Να σταλεί αυτό στον αδελφό μας και επίσκοπο, Βονιφάτιο, και στους άλλους επισκόπους, ώστε να επιβεβαιώσουν το κανόνα, γιατί αυτά είναι που ελάβαμε από τους πατέρες μας, για να διαβάζονται εντός της εκκλησίας» («Ομοίως ήρεσεν, ίνα εκτός των κανονικων Γραφών, μηδέν εν τη εκκλησία αναγινώσκηται επ’ ονόματι θείων Γραφών. Εισί δε αι κανονικαί Γραφαί αύται: (....) Τούτω δε τω αδελφώ και συλλειτουργώ ημών Βονιφατίω και τοις άλλοις των αυτών μερών επισκόποις προς βεβαίωσιν του προκειμένου κανόνος γνωρισθή, επειδή παρά των Πατέρων εν τη εκκλησία ταύτα αναγνωστέα παρελάβαμεν»).
-Για το έτος 401 γράφεται: «Τον ίδιο χρόνο, η ΙΕ Σύνοδος της Καρχηδόνος, εκδίδει κανόνα της με τον οποίον ορίζεται αφορισμός ακόμη και μετά θάνατον, όλων όσων απλώς δημιουργούν συγγένειες με Εθνικούς, αλλά και όσων δεν αποκληρώνουν τους ήδη συγγενείς αυτών που παραμένουν Εθνικοί. Η εξόντωση γίνεται πλέον τόσο απροκάλυπτη όσο και συστηματική» (Βλάσση Ρασσιά, Υπέρ της των Ελλήνων νόσου, εκδ. Ανοιχτή Πόλη, β’ έκδοση, σ. 54).
Κανένας κανόνας της ΙΕ’ ή άλλης Συνόδου της Καρχηδόνας δεν προστάζει αυτά ακριβώς που ο κ. Ρασσιάς ισχυρίζεται.
Ο κανόνας ΚΑ’ (ΚΘ’) προστάζει: «μας φάνηκε καλό ότι οι γιοί των κληρικών δεν θα παντρεύονται με εθνικούς κι αιρετικούς» («Ομοίως ήρεσεν, ώστε τέκνα των κληρικών, εθνικοίς, ή αιρετικοίς, γαμικώς μη συνάπτεσθαι»). Αντίθετα απ’ όσα λέει ο κ. Ρασσιάς, ο κανόνας δεν αφορά όλους τους Χριστιανούς, αλλά μόνο τους γιους κληρικών. Ούτε γίνεται λόγος για αφορισμό μετά θάνατον ή για αφορισμό εν ζωή.
Ο κανόνας ΚΒ’ (ΚΕ’) προστάζει: «Και προς αυτούς που δεν είναι Καθολικοί [= Ορθόδοξοι] Χριστιανοί, ακόμη κι αν είναι εξ αίματος συγγενείς τους, ούτε οι επίσκοποι ούτε οι κληρικοί θα δώσουν τίποτε μέσω δωρεάς από τα υπάρχοντά τους» («Μηδέ δια δωρεάς των οικείων πραγμάτων, ως είρηται, τους επισκόπους, ή κληρικούς, τούτοις συνεισάγειν»).
Αντίθετα με τις φαντασιοπληξίες του ενός και του άλλου, ο κανόνας αφορά μόνο τους επισκόπους και εν γένει τον κλήρο και όχι όλους τους Χριστιανούς. Δεν αφορά «όλους όσους», όσο κι αν το περιγράφει έτσι ο κ. Ρασσιάς. «Έχει διαφορά;» Ναι, έχει. Γιατί αφορά την ιεραρχία κι όχι όλους τους Χριστιανούς˙ κι έγινε ώστε να μην παρεισφρύσουν σε οικογένειες κληρικών ειδωλολατρικές συνήθειες μέσω γάμων των μελών τους, αλλά και για να μην μεταφερθεί η εκκλησιαστική περιουσία σε μη Χριστιανούς. Δεν αναφέρεται όμως στις υπόλοιπες και πολύ περισσότερες περιπτώσεις κληρορονομιάς λαϊκών, δηλαδή μη ιερέων Χριστιανών, διότι θα δημιουργούνταν ολοφάνερα προβλήματα. Περιττό να προσθέσουμε ότι ο «μετά θάνατον αφορισμός» απουσιάζει και σ’αυτόν τον κανόνα. Ο κανόνας δεν κάνει καν λόγο περί αφορισμού. Δεν είναι η «εξόντωση που γίνεται πλέον τόσο απροκάλυπτη», βεβαίως, αλλά η διαστρέβλωση των εκκλησιαστικών κειμένων από «ερευνητές», προκειμένου να τεκμηριωθούν γελοίες κατηγορίες.
-Για το έτος 405 μ.Χ. γράφεται: «405 Ο Ιωάννης ο λεγόμενος “Χρυσόστομος”, στέλνει ορδές ροπαλοφόρων μοναχών να σαρώσουν τα “είδωλα” (Ναούς, αγάλματα και βωμούς) όλης της Παλαιστίνης.» και επίσης για το έτος 406 μ.Χ. : «406 Ο Ιωάννης “Χρυσόστομος” συγκεντρώνει χρήματα από θεομανείς προσήλυτες για τις εργασίες διαλύσεως των εθνικών Ναών. Το ίδιο έτος διατάσσει την εκθεμελίωση και πυρπόληση του θαυμαστού Ναού της Εφεσίας Αρτέμιδος».
Η πηγή γι’ αυτό είναι βέβαια χριστιανική (Θεοδώρητος Κύρου), όμως στην αγωνιώδη τους προσπάθεια οι συγγραφείς εκείνου του καιρού, να αποδείξουν πόση προσπάθεια κατέβαλαν κατά του παγανισμού οι χριστιανοί ήρωες των ιστοριών τους διαπράττουν ιστορικά λάθη: ΜΑΛΛΟΝ δύσκολο να στέλνει ορδές μοναχών ο Χρυσόστομος εκείνη την εποχή, μια που τότε ήταν εξόριστος από τον αυτοκράτορα βαδίζοντας προς τον τόπο εξορίας του, και δεν μπορούσε να σαρώσει τίποτε. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξορίστηκε στις 5 Ιουνίου 404 μ.Χ. με έδικτο του Αρκάδιου στην Κουκουσό, στο όρος Ταύρος, στα ΝΑ παράλια της Μ. Ασίας. Μετά το θάνατο της Ευδοξίας, εξορίστηκε ξανά στις νοτιοανατολικές ακτές του Πόντου, αλλά πέθανε στην πορεία, στις 14/9/407. Πώς γίνεται να «διατάζει» και να επιτυγχάνει ένας εξόριστος αρχιερέας την καταστροφή τόσων πολλών και μεγάλων ναών, όταν μάλιστα υπήρχαν διαταγές του Αρκάδιου που απαγόρευαν την καταστροφή των αρχαίων ναών, αυτό είναι μυστήριο. Εξάλλου, είναι μόνο ο Θεοδώρητος Κύρου που ισχυρίζεται αυτό το πράγμα. Κανείς άλλος σύγχρονος του Ιωάννη Χρυσοστόμου. Το παράδοξο είναι ότι ενώ οι Νεοπαγανιστές θεωρούν τον Θεοδώρητο αξιόπιστο όταν περιγράφει χριστιανικούς βανδαλισμούς, αρνούνται την αξιοπιστία του, όταν περιγράφει λ.χ. τις βιαιότητες του Ιουλιανού. Πρέπει λοιπόν να τους τεθεί το ερώτημα, πώς γίνεται να θεωρούν ότι όντως ο Χρυσόστομος διέταξε την καταστροφή του ναού της Άρτεμης, τη στιγμή που μόνο ο Θεοδώρητος Κύρου το αναφέρει, ενώ δεν παραδέχονται ως πραγματικές τις βιαιότητες που, σύμφωνα με τον Θ.Κ., διέπραξε ο Ιουλιανός, παρόλο που τις μαρτυρούν και όλοι οι άλλοι χριστιανοί ιστοριογράφοι; Δέχονται ως πραγματικότητα κάτι που μόνο ένας ιστοριογράφος παραθέτει, αλλά απορρίπτουν ως «συκοφαντία» όσα όλοι – κι όχι μόνο ο συγκεκριμένος ιστοριογράφος – αναφέρουν; Το πιθανότερο είναι ότι συνέβησαν εκείνα τα γεγονότα, για τα οποία υπάρχουν πολλές μαρτυρίες κι όχι μόνο μία: ότι, δηλαδή, ο Ιουλιανός διέπραξε βιαιότητες, αλλά ο Χρυσόστομος δεν κατέστρεψε κανέναν ναό στην Έφεσο. Αλλά ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, πουθενά στις επιστολές του – εν εξορία – προς διάφορους ιεροκήρυκες που θα πήγαιναν ή βρίσκονταν ήδη στην Φοινίκη, για να διαδώσουν το Χριστιανισμό, δεν προτρέπει κανέναν μοναχό ή ιεροκήρυκα να γκρεμίσει ναούς:
Στην επιστολή του υπ’ αριθμό 221 (Κωνσταντίω πρεσβυτέρωι), ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος γράφει μεταξύ άλλων: «(...)το χρεός σου ν’ αγωνιστής για την κατάλυση της ειδωλολατρίας, την ίδρυση εκκλησιών και την οικοδόμηση ναών (...)».
Στην επιστολή του υπ’ αριθμό 123 (Προς τους εν Φοινίκη πρεσβυτέρους και μονάζοντας, τους κατηχούντας τους Έλληνας), ο Άγιος γράφει μεταξύ άλλων: «(...) παρήγγειλα να σάς στέλνουν, όπως και πρώτα, ώστε να έχετε άφθονα τα μέσα, είτε σε ρούχα είτε σε παπούτσια είτε σε τρόφιμα για τους φτωχούς αδελφούς εκεί (...)».
Στην επιστολή υπ’ αριθμό 126 (Προς Ρουφίνο) γράφει μεταξύ άλλων στον ετοιμαζόμενο να πάει στην Φοινίκη Ρουφίνο: «Έμαθα πως ξανάρχισε στη Φοινίκη ο διωγμός των ειδωλολατρών με μεγαλύτερο πάθος και πως μερικοί από τους μοναχούς βασανίστηκαν και μερικοί πέθαναν από τα βασανιστήρια (...) θα κατατροπώσεις τους αντιπάλους με τη θερμή σου προσευχή, την επιείκια, την σταθερότητα καιέτσι θα σταματήσεις τη μανία τους (...)».
Όπως βλέπουμε, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πουθενά δεν έχει ιδιαίτερη έγνοια να καταστρέψει τους ναούς˙ τον ενδιαφέρει το κήρυγμα, με ειρηνικά μέσα. Και ό,τι υπόσχεται να δώσει ως βοήθεια στους μοναχούς είναι ρούχα, παπούτσια και τρόφιμα, αλλά όχι «χρήματα για να γκρεμίσουν τους εθνικούς ναούς», όπως λένε οι Νεοπαγανιστές. Όσο για το τι γινόταν στον ναό της Άρτεμης στην Έφεσσο, αυτό το λέμε στο κεφάλαιο περί πολυθεϊστικού αυτοευνουχισμού.
-Για το έτος 408 μ.Χ. γράφεται μεταξύ άλλων «Στην πόλη Καλάμα της σημερινής Αλγερίας, η σκληρότητα των διωγμών προκαλεί μεγάλη εξέγερση του πληθυσμού με πυρπολήσεις εκκλησιών η οποία όμως πνίγεται στο αίμα υπό την εποπτεία του “Αγίου” Αυγουστίνου».
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 2:35 pm

Ακόμη ένα ψέμμα των Νεοπαγανιστών που προσπαθούν να σπιλώσουν όσους περισσότερους Χριστιανούς μπορούν. Δεν υπάρχει καμμία πηγή γι’ αυτό. Αντιθέτως, υπάρχει η αλληλογραφία μεταξύ του Αυγουστίνου και κάποιου Νεστόριου, πιθανότατα Εθνικού (πολλές φορές ο Αυγουστίνος γράφοντάς του, ονόμαζε τους εθνικούς φιλόσοφους, ιδιαίτερα τους Στωικούς «δικούς του») και σίγουρα καταγώμενου από την Καλάμα. Ο Νεστόριος τον παρακάλεσε να μην τιμωρηθούν αυστηρά οι ένοχοι. Στις απαντήσεις του Αυγουστίνου διαβάζουμε μεταξύ άλλων τα εξής: (α’ επιστολή, [91], 408 μ.Χ.) «(...) Άκου μια σύντομη περιγραφή των γεγονότων (..). Καταφρονώντας τους πρόσφατους νόμους μερικές ασεβείς τελετές έγιναν σε μια παγανιστική ιερή ημέρα, τις καλένδες του Ιουνίου, χωρίς κανείς να επιχειρή να τους εμποδίσει, και με αυθάδεια το πλήθος πέρασε μπροστά από την εκκλησία που βρίσκεται εκεί και άρχισε να χορεύει μπροστά της. Όταν ο κλήρος προσπάθησε να σταματήσει αυτή την προσβολή, οι εθνικοί επιτέθηκαν στην εκκλησία με πέτρες. Οκτώ μέρες μετά, όταν ο επίσκοπος επέστησε την προσοχή των αρχών στους υφιστάμενους γι’ αυτό το θέμανόμους, και αυτές ετοιμάζονταν να τους εφαρμόσουν, η εκκλησία δέχθηκε ξανά επίθεση με πέτρες. Όταν την επόμενη οι δικοί μας θέλησαν να κάνουν παράπονα σε ανοιχτό δικαστήριο, τα δικαιώματά τους ως πολιτών δεν εδόθηκαν. (...) Ωστόσο, για τρίτη φορά οι εθνικοί έκαναν επίθεση με πέτρες, και στο τέλος προσπάθησαν να καταστρέψουν το κτήριο και να σκοτώσουν τους ανθρώπους εντός αυτού με φωτιά. Ένας υπηρέτης του Θεού σκοτώθηκε και οι υπόλοιποι κρύφτηκαν όπως μπορούσαν.(...) Καμμία προσπάθεια αντίστασης ή διάσωσης δεν έγινε από αυτούς των οποίων η εξουσία μπορούσε να επηρεάσει τον όχλο. (....) Δεν επιδιώκουμε να ικανοποιήσουμε το θυμό μας με εκδικητική ανταπόδωση για το παρελθόν.(...) Όταν πήγα πρόσφατα στην Καλάμα, με τέτοια λύπη, για να παρηγορήσω τους κατηφείς ή να καταπραΰνω τους αγανακτισμένους μεταξύ των ανθρώπων μας, χρησιμοποίησα όλη την επιρροή μου στους Χριστιανούς, για να τους πείσω να κάνουν ό,τι έκρινα πως ήταν το καθήκον τους εκείνη την ώρα. Τότε, με δική τους αίτηση, επέτρεψα να έρθουν σε ακρόαση και οι Παγανιστές, η αιτία όλης αυτής της συμφοράς, ώστε να τους νουθετήσω τι να κάνουν αν είναι έξυπνοι, όχι μόνο για τον τερματισμό της τωρινής φασαρίας, αλλά και για την αιώνια σωτηρία τους».
(β’ επιστολή, [104], 409 μ.Χ.) «(...) αποφασίζοντας, ωστόσο, να μην γίνει εξέταση για να βρεθούν οι υποκινητές, επειδή αυτοί δε θα μπορούσαν να βρεθούν, χωρίς καταφυγή σε χρήση βασανιστηρίων, την οποία με φρίκη αποφεύγουμε, καθ’ ότι αυτά είναι εντελώς αντίθετα με τους σκοπούς μας».
Ούτε ο Αυγουστίνος ήταν παρών στα γεγονότα, αφού ήρθε μετά από αυτά στην Καλάμα, ούτε διέταξε να φονευτεί κανείς Ειδωλολάτρης ούτε εκτελέστηκε κανείς.
-Για το έτος 416 μ.Χ. μεταξύ άλλων γράφεται «416 Ο μοναχός Υπάτιος, επονομαζόμενος “Η Σπάθα του Θεού”, περιοδεύει την Βιθυνία και εντοπίζει “κρυφούς” λάτρεις των αρχαίων Θεών, τους οποίους εξοντώνει μαζί με τις οικογένειές τους δίχως μεσολάβηση δίκης».
Η μόνη γνωστή πηγή για τον Υπάτιο είναι η βιογραφία του, γραμμένη από τον Καλλίνικο, τον υποτακτικό του. Σε αυτήν, βέβαια, δεν αναφέρεται πουθενά ο Υπάτιος ως «σπάθα του Θεού». Ο Υπάτιος ήταν πρεσβύτερος και ηγούμενος σε μοναστήρι της Βιθυνίας. Όλες οι κατηγορίες εναντίον του είναι ψευδείς. Το μόνο αληθές γεγονός – τουλάχιστον σύμφωνα με τη βιογραφία του – είναι ότι, όταν ο Λεόντιος, ο έπαρχος της Κωνσταντινούπολης (αυτός που αργότερα έκτισε το ναό του Άϊ Δημήτρη στη Θεσσαλονίκη και εικονίζεται στις τοιχογραφίες του), θέλησε να αναβιώσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Χαλκηδώνα (απέναντι από την Κωνσταντινούπολη), ο Υπάτιος, βλέποντας ότι κανείς δεν αντιδρούσε, διακήρυξε ότι επικεφαλής των μοναχών του θα εμπόδιζε με τη βία την επανεμφάνιση της ειδωλολατρίας, ακόμη κι αν αυτό τού στοίχιζε τη ζωή του. Ο Λεόντιος μαθαίνοντας αυτά παραιτήθηκε από το εγχείρημά του και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη.
-Για τα έτη 440-450 μ.Χ., γράφεται: «Καταστροφή όλων των μνημείων, βωμών και Ναών που έστεκαν ακόμη στην Αθήνα, την Ολυμπία και τις άλλες ελληνικές πόλεις». Ώστε όλων˙ έτσι; Και του Παρθενώνα; Και του Θησείου;
- για το έτος 450 μ.Χ. γράφεται «450 (...)Το ίδιο έτος προστίθενται στην λεγομένη «Αγία Γραφή» τα περί αναστάσεως του ραβί Τζεσουά (Μάρκος 16, 9-20)».
Οι μόνοι αρχαίοι κώδικες που παραλείπουν το απόσπασμα είναι ο Σιναϊτικός (4ος αιώνας) και ο Βατικανός (4ος αιώνας). Όμως αυτό εμφανίζεται στον Κώδικα Freer (W) του 4ου ή 5ου αιώνα, τον Αλεξανδρινό Κώδικα (Α) του 5ου αιώνα, τον Κώδικα Ephraemi (C) του 5ου αιώνα, τον Κώδικα Bezae Cantabrigiensis (D) του 5ου αιώνα και σε όλους σχεδόν τους άλλους.
Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι έχουμε πλήθος από μαρτυρίες του 2ου και του 3ου αιώνα για την ύπαρξη αυτού του αποσπάσματος. O άγιος Ειρηναίος (2ος αιώνας μ.Χ.) παραθέτει με ακρίβεια το εδάφιο Κατά Μάρκον 16, 19 (Κατά Αιρέσεων Γ’ 10, 5). Ο Τατιανός (2ος αιώνας μ.Χ.) παραθέτει τμήματα από το Κατά Μάρκον 16, 9-20 στο Διατεσσάρων (απόσπασμα 55). Ο Τερτυλλιανός (αρχές 3ου αιώνα μ.Χ.) αναφέρεται στο εδάφιο Κατά Μάρκον 16, 19 (Κατά Πραξέα, 2, 1). Στις Αποστολικές Διαταγές (6, 15) βλέπουμε το εδάφιο Κατά Μάρκον 16, 16.
Φυσικά το ζήτημα αυτό δεν συνιστά καθόλου «διωγμό κατά Εθνικών», όμως οι Νεοπαγανιστές, όντας αποκλειστικά αντιχριστιανοί, το βάζουν στις διώξεις κατά Εθνικών.
-Για το έτος 500 μ.Χ. γράφεται «..Το “ειδωλολατρικό” θυμίαμα γίνεται (σημ.: το 500 μ.Χ.) για πρώτη φορά δεκτό στις εκκλησίες των χριστιανών», πράγμα που είναι σαφέστατα ψευδές. Το θυμίαμα χρησιμοποιούνταν από τους Χριστιανούς ήδη από τον καιρό της συγγραφής της Αποκάλυψης, όπως αποδεικνύει το χωρίο Αποκάλυψις 8, 4.
-Για τα έτη 530 και 532 μ.Χ. γράφεται: «Η χριστιανική εσχατολογία προβλέπει, ανεπιτυχώς φυσικά, ότι το συγκεκριμένο έτος θα γίνει η.. συντέλεια του Κόσμου» και «Μία ακόμη χριστιανική εσχατολογία προβλέπει, ανεπιτυχώς φυσικά, ότι το συγκεκριμένο έτος θα γίνει η.. συντέλεια του Κόσμου», αντίστοιχα.
Βέβαια, αγνοείται μια βασική χριστιανική αλήθεια σχετικά με το τέλος του κόσμου: κανείς δεν ξέρει πότε θα έρθει αυτό: Λουκάς 21, 8: «Πολλοί θα πουν ότι ο καιρός πλησίασε. Μην τους ακολουθήσετε». Αν λοιπόν οι γνώμες ορισμένων πλανεμένων (αιρετικών) μετατρέπονται δια θεουργικής Νεοπαγανιστικής μεθόδου σε «Χριστιανική Εσχατολογία», αυτό δεν αφορά το Χριστιανισμό.
-Στα 540 μ.Χ. σύμφωνα με το κείμενο «τα συγγράμματα της ελληνικής Ιατρικής έχουν χαθεί ήδη για πάντα στη φωτιά των χριστιανών».
Αν πράγματι συνέβη αυτό, τότε πώς έχουμε ιατρικά συγγράματα όπως: τα Ιατρικά Εκκαίδεκα, του Αέτιου εκ της Αμίδας (μέσα 6ου αι.), 16 τόμων, εκ των οποίων ο 7ος αφορά την οφθαλμολογία (φάρμακα και επεμβάσεις), η Θεραπευτική του Αλέξανδρου από τις Τράλλεις, 11 βιβλίων γύρω στα 600 μ.Χ., το Υπόμνημα του Αιγινίτη του Παύλου στα 640 μ.Χ. με αναφορές στη χειρουργική και τα εργαλεία της, με λεπτομέρειες για 120 εγχειρήσιες από τη μαστεκτομή ώς την αφαίρεση ουρολίθων, η Σύνοψις της Ιατρικής, των Νικήτα και Λέοντα στις αρχές του 9ου αι., που αναφέρεται σε χειρουργικά θέματα, το Περί παντών των νοσημάτων από κεφαλής έως πόδων του Θεοφάνη Νοννου ή Χρυσοβαλάντη τον 10ο αι., το Περί ούρων και το Θεραπευτική μέθοδος, του Ιωάννη Ζαχαρία, που ήταν μεγάλη ιατρική εγκυκλοπαίδεια του 14ου αι., το Περί σφυγμών και ούρων ενός αγνώστων στοιχείων Αλεξάνδρου που εξεδόθη πολλές φορές στα λατινικά; (Βυζαντινός Δόμος, τ. 4).
Μάλλον αυτά θα ήταν «τα τελευταία ιατρικά συγγράμματα». Αυτό το νεοπαγανιστικό «χάθηκαν για πάντα», πόσο δακρύβρεχτο και μελοδραματικό είναι. Αφού «κάηκαν τα συγγράμματα της ελληνικής Ιατρικής στη φωτιά των χριστιανών», πώς γίνονταν στη χριστιανική Ρωμανία εγχειρήσεις όπως
-ενδοκυστική λιθοτριψία εντός της ουροδόχου κύστης (9ος αιώνας) επί του άγιου Θεοφάνη (Βίος και Εγκώμιο συμπλεκόμενον του οσίου πατρός ημών Θεοφάνους τού και Ισαακίου, γραμμένη από τον Νικηφόρο Σκευοφύλακα, που προτάσσεται στην έκδοση της Χρονογραφίας του Θεοφάνη (Theophanis Chronographia, de Boor, II, Teubner, Lipsae 1885, 23), όπου αναφέρεται ότι ειδικά εργαλεία εισήλθαν στην κύστη δια της φυσικής οδού και έτριψαν τους λίθους απαλλάσοντας τον Θεοφάνη από τη δυσουρία),
-επιτυχής διαχωρισμός Σιαμαίων (10ος αιώνας) (G. Pentogalos-J. Lascaratos, Bulletin of the History of Medicine, 58 (1984), 99-102. L.J. Bliquez, Two lists of Greek Surgical Instruments and the State of Surgery in Byzantine Times, Symposium on Byzantine Medicine, DOP 38 (1984), 187-204),
-ενδοκαυτηρίαση ουρήθρας Ισαάκιου Α’ Κομνηνού (1057-1059), όπως αναφέρει ο Μ. Γλυκάς (Coprus Scriptorum Historiae Byzantinae, 603-4) και ο Ιωάννης Κουροπαλάτης (CSHB, 648-9) (Βυζαντινός Δόμος, τ. 7);
Μάλλον αυτές θα ήταν – για να παραφράσουμε την νεοπαγανιστική φρασεολογία – «οι τελευταίες χειρουργικές επεμβάσεις».
Φαίνεται πως οι Νεοπαγανιστές δεν γνωρίζουν ότι σε έναν λοιμό επί παγανιστή αυτοκράτορος Κομμόδου (177-192 μ.Χ.) πέθαιναν καθημερινά 2000 άνθρωποι από τον λοιμό , σύμφωνα με την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, της Εκδοτικής Αθηνών. Φαίνεται επίσης να έχουν ξεχάσει ότι οι παγανιστές Αθηναίοι ψόφαγαν σαν τις μύγες στο λοιμό που ξέσπασε κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Γράφει ο Θουκιδίδης πως «ούτε οι γιατροί ήταν σε θέση να κάνουν τίποτα, μια και προσπαθούσαν, στην αρχή, να κοιτάξουν αρρώστους χωρίς καν να ξέρουν τη φύση της αρρώστειάς τους και πέθαιναν προπαντός αυτοί» (2, 47) και πως οι άρρωστοι «πέθαιναν, όπως τα πρόβατα» (2, 51) και «δεν βρέθηκε ούτε ένα φάρμακο που θα ‘πρεπε, να τους ωφελήσει όλους» (2, 51). Αλήθεια, μπορούν να μάς εξηγήσουν, πού ήταν τότε η «παγανιστική ιατρική» για να σώσει Αθηναίους και Ρωμαίους; Μήπως είχαν ήδη καεί τα ιατρικά βιβλία στις «φωτιές των Χριστιανών» του 5ου π.Χ. αιώνα; Ή τα είχαν κάψει οι «εβραιόψυχοι»;
-Για το έτος 945-988, γράφεται ότι ο Όσιος Νίκων προσηλύτισε δια της βίας τους Εθνικούς Μανιάτες. Δεν θα απαντηθούν αυτά τα ψέμματα εδώ˙ απαντώνται σε ξεχωριστή παράγραφο ειδικά για τον Όσιο Νίκωνα.

14c ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ

- Για τα έτη 301-302 μ.Χ. γράφεται μεταξύ άλλων: «306 (...) Στην Δύση, οι χριστιανοί εξακολουθούν να προκαλούν και δημιουργούν ταραχές ακόμη και στον στρατό, σφυρίζοντας και κάνοντας το σημείο του σταυρού κάθε φορά που οι Οιωνοσκόποι προσπαθούν να κάνουν τις αναγκαίες για το καθήκον τους τελετές».
Προφανώς η δύναμη των... «θεών» του Παγανισμού ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δεν μπορούσαν να δώσουν χρησμό, αν κάποιος έκανε το σταυρό του. Πάντως, είναι έκδηλη η προσπάθεια των Νεοπαγανιστών να κατηγορήσουν τους Χριστιανούς ως «διώκτες του Παγανισμού», απλώς επειδή έκαναν το σταυρό τους (!), και μάλιστα σε εποχή διωγμού, τους οποίους οι οπαδοί της Ειδωλολατρίας διεξήγαγαν επί δύο δεκαετίες (Λικίνιος στην Ανατολή ώς το 324). Διότι, φαίνεται πως για τους Νεοπαγανιστές, η ίδια η ύπαρξη των Χριστιανών συνιστά «διωγμό κατά των Παγανιστών». Σύμφωνά με τους Νεοπαγανιστές, οι Χριστιανοί θα έπρεπε να εξαφανιστούν, ώστε να μην διαπράττουν διωγμό κατά των Παγανιστών! Φυσικά, οι Νεοπαγανιστές, ακόμη και τον απάνθρωπο διωγμό του Διοκλητιανού, τον χαρακτηρίζουν «διωγμό», εντός εισαγωγικών, δηλαδή ανύπαρκτο. Φωνάζει ο κλέφτης, δηλαδή.
-Για το έτος 306 μ.Χ. γράφεται μεταξύ άλλων «306 (...)Οι «Flamines», δηλαδή οι ανά έτος εύποροι ιερείς της Αυτοκρατορικής Λατρείας, τους οποίους η Σύνοδος [της Ελβίρας] καθυβρίζει ως «φονιάδες» και «αναίσχυντους» επειδή με δικά τους έξοδα οργάνωναν, ως ώφειλαν, αγώνες μονομάχων και θεατρικές παραστάσεις (...)».
Οι εύποροι ιερείς του.. «Θεού Αυτοκράτορα» (!) οργάνωναν τα ανθρωποκτόνα εκείνα «παιχνίδια», στα οποία οι μονομάχοι αλληλεξοντώνονταν και τις «θεατρικές παραστάσεις», όπου οι Χριστιανοί ρίχνονταν στα λιοντάρια του Κολοσσαίου κι άλλων «θεάτρων». Τους Ειδωλολάτρες αυτούς, που ήταν οι ηθικοί αυτουργοί μυριάδων φόνων «για πλάκα», οργανώνοντας λουτρά ανθρώπινου αίματος στα Κολοσσαία, ώστε να αποχαυνώνουν και να αποθηριώνουν τον ρωμαϊκό λαό, οι Νεοπαγανιστές τούς επαινούν και οδύρονται, διότι η Εκκλησία τούς αποκαλούσε «φονιάδες». Σωστά. Θα έπρεπε να τους αποκαλεί «ειρηνοποιούς» και «εχθρούς της αιματοχυσίας», κατά την επιθυμία των Νεοπαγανιστών.
-Αναφέρονται στο κείμενο μετατροπές επί Μεγάλου Κωνσταντίνου ναών της Αφροδίτης σε πορνεία. Αφού πορνεία ήταν, έτσι κι αλλιώς, γεμάτα «ιερές πόρνες» στην υπηρεσία των πιστών της θεάς. Τότε τί έχουν να πουν οι Νεοδωδεκαθεϊστές για τους Ειδωλολάτρες Αθηναίους, οι οποίοι έδωσαν στον Δημήτριο τον Πολιορκητή για κατοικία τον οπισθόδομο του Παρθενώνα, γιατί τάχα η θεά ήθελε αυτή να φιλοξενήσει τον ελευθερωτή της πόλης της; Εκεί, στο άδυτο του Παρθενώνα, ο Δημήτριος δεν έπαυε να οργιάζει˙ παιδί, κοπέλλα, γυναίκα σίγουρη δεν έμενε με τις αχαλίνωτες επιθυμίες του (J.H. Droysen, Ιστορία των Διαδόχων), κι ο Πλούταρχος (Δημήτριος, 24) βεβαιώνει πως η ντροπή δεν τον αφήνει να διηγηθεί τις ασέβειες που γίναν στον Παρθενώνα. Αυτά μάλλον δεν είναι βεβήλωση, είναι «εσωτερικές υποθέσεις» των Ειδωλολατρών (οπότε δεν μάς αφορούν), οι οποίοι άλλωστε δεν στεναχωρέθηκαν καθόλου για τη μετατροπή του Παρθενώνα σε σπίτι οργίων.
-Για το έτος 315 μ.Χ. το κείμενο γράφει «315 Στις 13 Αυγούστου (Ζωναράς Annales, Bibliotheca Hagiographica Graeca 365 και Χρονικό Γεωργίου Μοναχού ΧΙ, 1) γίνεται διαγωνισμός ανάμεσα σε δώδεκα Εβραίους ραβίνους και τον εκ Ρώμης γνωστό “εξορκιστή” επίσκοπο Συλβέστρο για το αν ο αυτοκράτωρ και η μητέρα του Ελένη θα ασπασθούν την Ιουδαϊκή Ορθοδοξία ή τον σχισματικό Χριστανισμό. Η θαυματοποιϊα του Συλβέστρου αποδεικνύεται πιο δυνατή και εντυπωσιάσας την Ελένη γίνεται ο προσωπικός της “πνευματικός”».
Ζωναράς, Ιωάννης, Βυζαντινός χρονογράφος, ακμάσας κατά το πρώτον ήμισυ του ΙΒ’ αιώνος. Το ιστορικόν έργον του Ζωναρά άρχεται από θεμελιώσεως κόσμου, φθάνει δε μέχρι της αναρρήχεως εις τον αυτοκρατορικόν θρόνον του Ιωάννου Κομνηνού, ήτοι μέχρι του έτους 1118 (Εγκ. Ελευθερουδάκη, λήμμα Ζωναράς).
Αμαρτωλός, Γεώργιος Μοναχός. Έγραψε κατά τα μέσα του Θ’ αιώνος, εισαγαγών πολλά μυθώδη και φανταστικά εις τα υπ’ αυτού ιστορούμενα (Εγκ. Ελευθερουδάκη, λήμμα Αμαρτωλός). Η Ελένη είτε γεννήθηκε από Χριστιανούς είτε έγινε Χριστιανή λίγο μετά το 292, όταν τη χώρισε ο άνδρας της.
Έτσι, ενώ οι Νεοπαγανιστές αρνούνται τη μαρτυρία του Θεοδώρητου Κύρου περί των εγκλημάτων του Ιουλιανού, επειδή απέχει από τα γεγονότα 70 χρόνια, ενώ αρνούνται τη μαρτυρία του Κεδρηνού περί του τελευταίου χρησμού των Δελφών, επειδή απέχει από το γεγονός κατά 700 χρόνια, δέχονται τη μαρτυρία του Γεώργιου Μοναχού, όσο κι αν πρώτος αυτός αναφέρει το παραπάνω γεγονός έπειτα από 600 ολόκληρα χρόνια. Βλέπει κανείς πώς χρησιμοποιούν τις πηγές οι Νεοπαγανιστές, από τη μια να αρνούνται μαρτυρίες 70 ετών κι από την άλλη να δέχονται μαρτυρίες 600 ετών. Σκοπός τους είναι να αποδόσουν την εξάπλωση του Χριστιανισμού σε κάτι τυχαίο, μια θαυματοποιία.
-Και τι δεν έχουν πει για τον Μεγάλο Κωνσταντίνο οι Παγανιστές. Έφτασαν ακόμη και την αγία Ελένη να την αποκαλέσουν (Ο Ζώσιμος, 2, 8 CSHB, 78) πόρνη (!), δύο αιώνες μετά, κι ενώ κανείς άλλος σύγχρονος τού αυτοκράτορα δεν το ανέφερε, ούτε οι μετά από αυτόν. Παγανιστικό ήθος, βέβαια! Αναμασούν τα περί φρικιαστικού τρόπου θανάτωσης της Φαύστας, τα οποία ο εμπαθής αντιχριστιανός Ζώσιμος μόλις τον 6ο αιώνα γράφει – φυσικά οι «μισαλλόδοξοι χριστιανοί» τον άφησαν ανενόχλητο να γράψει τέτοιες συκοφαντίες και συνέχισαν να αντιγράφουν επί αιώνες την ιστορία του – ενώ και σ’αυτήν την περίπτωση κανείς από τους τόσους και τόσους ιστορικούς του 4ου αιώνα δεν τα αναφέρει. Ξεχνούν φυσικά, οι Νεοπαγανιστές, ότι ο Μ. Κωνσταντίνος, όταν θανάτωνε τον γιό του και την δεύτερη γυναίκα του, δεν ήταν ακόμη Χριστιανός ούτε είχε βαπτισθεί ούτε κατηχηθεί ούτε από τη μια μέρα στην άλλη απέκτησε τη δέουσα συμπεριφορά. Μήπως αυτό είναι αποτρεπτικό από το να ανακηρυχτεί άγιος; Ο πρώτος αυτοκράτορας που διεκήρυξε ανεξιθρησκεία (τα παραμύθια περί Ιουλιανού ας τα πουν οι Ν/Π στους ομοίους τους) και τερμάτισε το διωγμό που ξεκίνησε ο Διοκλητιανός το 303 μ.Χ. και ο οποίος συνεχίστηκε στο ανατολικό τμήμα μέχρι το 324 μ.Χ. από τον Λικίνιο.
-Για το έτος 337 μ.Χ. γράφεται «337 Ο ετοιμοθάνατος Κωνσταντίνος βαπτίζεται και τυπικώς χριστιανός από τον αρειανό επίσκοπο Ευσέβιο Νικομηδείας, προφανώς με την πονηρή σκέψη ότι ένα βάπτισμα στο τέλος του βίου είναι ό,τι καλύτερο για την άφεση όλων των προηγουμένων αμαρτιών» .
Ο Ευσέβιος ο Παμφίλου, επίσκοπος Καισαρείας στα κρυφά μόνο δεν δεχόταν το «ομοούσιον». Σε ιδιωτικό γράμμα προς τον φίλο του Ευφρατίωνα γράφει: «καί αὐτός μέν Θεός ὁ Υἱός, ἀλλ' οὐκ ἀληθινός Θεός» (Βλ. Μ. Αθανασίου, Περί Συνόδων, 17). Κατείχε το αξίωμά του στην Ορθόδοξη Εκκλησία συμφωνώντας στα κρυφά με τον Αρείο. Δεν δίδασκε τον αρειανισμό και μάλιστα υπέγραψε το σύμβολο της Πίστεως στη Νίκαια (κατόπιν προτροπής του Μ. Κωνσταντίνου). Σε επίσημο γράμμα αποδεχόταν τον Υιό ως «Θεόν εκ Θεού» και διαβεβαίωνε «μέχρι θανάτου υπέρ ταύτης ενίστασθαι τής πίστεως» (Ευσεβίου, Επιστολή πρός τούς τής παροικίας αυτού). Κατά τη βασιλεία του Κωνστάνιου Β’ φανέρωσε τα αισθήματά του. Πάντως, ο Μέγας Κωνσταντίνος, εφόσον έως τότε ο Ευσέβιος παρίστανε τον Ορθόδοξο, βαπτίστηκε από Ορθόδοξο, έστω και τυπικά.
Δεν είναι ο Μ. Κωνσταντίνος που είχε «πονηρές σκέψεις», να βαπτισθεί πριν πεθάνει, αλλά οι Νεοπαγανιστές, οι οποίοι κάνουν πως δε γνωρίζουν, ότι τότε το βάπτισμα γινόταν σε όλους σε μεγάλη ηλικία, αν όχι κατά τις τελευταίες στιγμές.
Και βέβαια, οι αντιχριστιανοί πέφτουν σε αντιφάσεις, όταν εξηγούν τις αιτίες του εκχριστιανισμού του Μεγάλου Κωνσταντίνου και της υιοθέτησης του Χριστιανισμού από τους Ρωμαίους Αυτοκράτορες. Από τη μια ισχυρίζονται πως ο Χριστιανισμός, όταν τον υιοθέτησε ο Μ. Κωνσταντίνος ήταν «μια ασήμαντη μειονότητα» εντός της Αυτοκρατορίας, ενώ από την άλλη ισχυρίζονται πως ο Μ. Κωνσταντίνος και οι λοιποί Αυτοκράτορες υιοθέτησαν τον Χριστιανισμό για να επιτευχθεί η ενότητα και το ενδυνάμωμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Πώς γίνεται ο Μ. Κωνσταντίνος και οι άλλοι να πίστευαν ότι η Αυτοκρατορία θα αποκτήσει ενότητα δια μέσου του Χριστιανισμού, αφού – φυσικά – γνώριζαν ότι αυτός αποτελεί μια «ασήμαντη μειοψηφία»; Λογικότερο θα ήταν να στηριχθούν στην ειδωλολατρία κι όχι σε κάτι που υποτίθεται πως ήταν «ασήμαντη μειοψηφία». Ή ο Χριστιανισμός δεν ήταν ασήμαντη μειοψηφία ή ο λόγος που ο Μ. Κωνσταντίνος και οι υπόλοιποι Αυτοκράτορες εκχριστιανίστηκαν δεν ήταν η ενδυνάμωση της Αυτοκρατορίας, αλλά η ειλικρινής πίστη στην αλήθεια του Χριστιανικού θεού. Τα περί «εξουσιαστικών σκοπιμοτήτων» είναι ένα παραμύθι λοιπόν, το οποίο αναμασάται συνέχεια από δήθεν αντιεξουσιαστές. Διότι, όπως το γουρούνι τα βλέπει όλα γουρουνίσια, ως τμήμα του γουρουνίσιου κόσμου του, έτσι και ο κρυπτο-εξουσιαστής με προβιά αντιεξουσιαστή ανακαλύπτει – κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια – μυστικές συνωμοσίες, εξουσιασμούς, πράσινα καταχθόνια εβραιοχριστιανικά ανθρωπάκια, νάνους, μάγισσες κ.λπ.
Ακόμη όμως και το θαύμα του οράματος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, με το «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ», έχει αποδειχθεί πλέον ότι δεν ήταν φαντασιοπληξία του αγίου Κωνσταντίνου ούτε παραμύθι του Ευσέβιου, αλλά κάτι που συμβαίνει: «Εκείνο που πιθανόν είδε ο Κωνσταντίνος ήταν μια σπάνια αλλά επιστημονικά εξακριβωμένη μορφή του φαινομένου άλως. Είναι ένα φαινόμενο ανάλογο με το ουράνιο τόξο και, όπως εκείνο, τοπικό και παροδικό. Δημιουργείται καθώς οι ηλιακές ακτίνες προσπίπτουν όχι σε σταγόνες βροχής αλλά σε παγοκρυστάλλους. Συνήθως παίρνει τη μορφή παρηλίου ή φωτεινών δακτυλίων που περιβάλλουν τον ήλιο, αλλά έχει επιστημονικά παρατηρηθεί σε μερικές περιπτώσεις ο σχηματισμός ενός φωτεινού σταυρού που έχει τον ήλιο στο κέντρο του» (A. M. Jones, Ο Κωνσταντίνος και ο εκχριστιανισμός της Ευρώπης, εκδ. Γαλαξίας, σ. 108). Φυσικά, αυτό που κάνει το συγκεκριμένο συμβάν να είναι θαύμα είναι η στιγμή – πριν την καθοριστική μάχη μεταξύ του Κωνσταντίνου και του διώκτη των Χριστιανών Λικίνιου. Το ότι εξηγείται επιστημονικά δεν λέει τίποτε εναντίον της ερμηνείας του ως θαύματος. Λόγω ενός πραγματικού γεγονότος, λοιπόν, πείστηκε ο Κωνσταντίνος˙ την αλήθεια κι όχι παραμύθι βγαλμένο απ’ την φαντασία του διηγείται ο Ευσέβιος.
-Παρουσιάζονται από το κείμενο αυτό νόμοι χριστιανών Αυτοκρατόρων που καταδικάζουν με ποινές την αστρολογία και τη μαντεία (Που ποτέ δεν εφαρμόστηκαν, αφού πάντοτε η αστρολογία ήταν δημοφιλής στη βυζαντινή εποχή), που δήθεν αποτελούν «διωγμό κατά των Παγανιστών». Τότε τί έχουν να πουν οι Νεοπαγανιστές για τον Πλάτωνα ο οποίος ορίζει τις αυστηρότερες ποινές (M. Nilsson, Η Ελληνική λαϊκή θρησκεία, εκδ. «Η βιβλιοθήκη του φιλολόγου», σ. 111) γι’ αυτούς που υποστηρίζουν ότι μπορούν να ανακαλέσουν νεκρούς, να κάνουν μάγια, να επηρεάσουν τη θέληση των θεών με τη μαγική δύναμη που έχουν οι θυσίες – ό,τι ακριβώς γινόταν και στην κλασσική εποχή; Άραγε διέπραττε κι ο Πλάτων «διωγμούς»; Τον 4ο αι. π.Χ. καταβάλλονται προσπάθειες να περιοριστεί η μαγεία με δραστική νομοθεσία (E.R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 128). Αυτό διαπιστώνεται από ένα χωρίο του λόγου Κατά Αριστογείτονος (Δημ. 25, 79): η περίπτωση μιας φαρμακίδος από τη Λήμνο με το όνομα Θεωρίς που καταδικάστηκε σε θάνατο στην Αθήνα «μαζί με όλη την οικογένειά της», ύστερα από την καταγγελία της υπηρέτριάς της. Ότι η φαρμακίς αυτή δεν ήταν απλώς μια δηλητηριάστρια φαίνεται από την αναφορά του κειμένου στα φάρμακα και στις επωδές της (και πρβ. Αριστοφ. Νεφ. 749κκ.) Σύμφωνα με τον Φιλόχωρο, στον Αρποκρατίωνα, βλ. λέξη Θεωρίς, η επίσημη κατηγορία ήταν αυτή της ασέβειας. O Παγανιστής Διοκλητιανός που το 298 μ.Χ. διέταξε την συγκέντρωση και την καύση σε κεντρικά σημεία της Αλεξάνδρειας πολλών βιβλίων της Βιβλιοθήκης του Μουσείου στην Αλεξάνδρεια, κυρίως βιβλίων σχετικών με αλχημεία και μαγεία καθώς και αιγυπτιακών θρησκευτικών βιβλίων (Μουσταφά Ελ Αμπαντί, Η αρχαία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, εκδ. Σμίλη, σ. 179), μήπως διέπραττε «διωγμούς κατά εθνικών»; Ο παγανιστής αυτοκράτωρ Αύγουστος επίσης είχε φροντίσει, ώστε πάνω από δύο χιλιάδες αντίγραφα προφητικών βιβλίων, ανωνύμων ή ψευδωνύμων να συγκεντρωθούν και να καούν. (Σουητώνιου, Div. August., 31.) Μήπως διέπραττε κι αυτός ακόμη ένα φανταστικό «διωγμό των εθνικών»;
-Το κείμενο μιλάει για διωγμούς του Αγίου Πορφύριου Γάζας κατά των εθνικών της πόλης αυτής. Η αλήθεια είναι ότι οι εθνικοί συμπεριφέρθηκαν πολύ βάναυσα τόσο στον ίδιο κατά την έλευσή του στην πόλη, όσο και στους Γαζαίους Χριστιανούς. Αρκεί μια ματιά στον βίο του Αγίου, για να πείσει: Οι εθνικοί στη Γάζα, κατά την εποχή εκείνη, ήσαν πλείστοι και ασκούσαν την λατρεία τους δίχως κανένα περιορισμό, ακόμη και μετά από τη βασιλεία του «αιματηρού διώκτη» των ειδωλολατρών Μ. Θεοδοσίου. Οι κακουχίες που υπέμενε από αυτούς ο Πορφύριος άρχισαν όταν εκείνος με τη συνοδεία του όδευαν προς τη Γάζα, και οι ειδωλολάτρες κάτοικοι των γύρω χωριών έστρωσαν το δρόμο με αγκάθια και με ακαθαρσίες (Βίος Πορφυρίου, 17). Αργότερα κατηγόρησαν τον άγιο για μία ξηρασία που διήρκεσε δυο μήνες (Βίος Πορφυρίου 19). Οι οργανωμένες βιαιοπραγίες δεν άργησαν να αρχίσουν, χωρίς καμία πρόκληση εκ μέρους των χριστιανών, με πρώτη που αναφέρεται στο έργο τον άγριο ξυλοδαρμό του χριστιανού Βαρόχα από παγανιστές, ώσπου τον μάζεψαν μισοπεθαμένο ο διάκονος Κορνήλιος μαζί με άλλους δύο χριστιανούς. Οι εθνικοί, νομίζοντας τον Βαρόχα για νεκρό, επιτέθηκαν στους χριστιανούς αυτούς επειδή «μόλυναν» τη πόλη με τον δήθεν νεκρό, και αφού έδεσαν με ένα σχοινί το πόδι του, άρχισαν να τον σέρνουν. Τελικά ο άγιος Πορφύριος κατάφερε να πάρει τον Βαρόχα μέσα από όλη εκείνη τη φασαρία (Βίος Πορφυρίου 22-23). Όλοι αυτοί οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών ανάγκασαν τον Πορφύριο, ποιμένα όλων των χριστιανών που ήταν κάθε μέρα στο έλεος της μανίας των ειδωλολατρών, να ζητήσει από τον αυτοκράτορα Αρκάδιο να κλείσει, τους 8 εν ενεργεία ναούς της Γάζας (κεφ.26). Κατάφερε το κλείσιμο των ναών, αν και επέτρεψε στο ναό του Μάρνα να δίδει χρησμούς στα κρυφά (Βίος Πορφυρίου 27). Οι ειδωλολάτρες όμως πάλι άρχισαν τα ίδια και δεν άφηναν τους χριστιανούς να κατέχουν δημόσια αξιώματα, φερόμενοι σε αυτούς σαν σε δούλους(Βίος Πορφυρίου 27, 32). Επιπλέον, τελούνταν ανθρωποθυσίες ακόμη στο ναό του Μαρνείου Δίος (Βίος Πορφυρίου 66), κάτι πολύ βέβαιο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις τόσες ανθρωποθυσίες που τελούνταν στον ειδωλολατρικό κόσμο (Εχουμε μαρτυρίες του Στράβωνα, του Παυσανία, του Πορφυρίου του νεοπλατωνικού, κ.ά.).
-Στο κείμενό αυτό βλέπει εύκολα κανείς έναν βαθύ καημό με την απαγόρευση της μαντικής και της Αστρολογίας, μια και όλο αναφέρονται οι συνεχόμενες απαγορεύσεις της αστρολογίας από τους Αυτοκράτορες. Αλήθεια, αυτούς τους λωποδύτες, που κοροϊδεύουν τον κόσμο με τις αστρολογικές τους «προβλέψεις» οι Ν/Π τα έχουν σε τέτοια υπόληψη, που στεναχωρώνται τόσο πολύ επειδή έπαψαν να έχουν το δικαίωμα να εμπαίζουν την κοινή λογική; Πιστεύουν οι Ν/Π στα άστρα μήπως; Είναι και ορθολογιστές ταυτόχρονα, ε;
-Στο κείμενο αναφέρεται η απαγόρευση της λατρείας των Εστιάδων. Οι Εστιάδες ήταν 6 ιέρειες, που υπηρετούσαν στο ναό της Εστίας στη Ρώμη και έπρεπε υποχρεωτικά να παραμείνουν παρθένες. Όποια έχανε την παρθενία της, ... θαβόταν ζωντανή (Λίβιος II 42,10-11˙ VIII 15, 7-8 XXII 57 και Πλούταρχου, Νουμάς, 10). Εάν δεν μπορούσε να αποδείξει την αθωότητά της, αναγκαζόταν να μπει σε ένα μικρό υπόγειο θάλαμο – τον τάφο της. Εκεί, προμηθεύοταν με ένα κρεβάτι, ένα λυχνάρι, λίγο ψωμί, νερό και γάλα, ώστε να πεθάνει πιο αργά. Η Μινουκία και η Φλορωνία ήταν από τις πολλές που θανατώθηκαν με αυτόν το φρικτό τρόπο. Μια άλλη Εστιάδα, η Οπιμία, είχε προτιμήσει την αυτοκτονία. Ευτυχώς με την κυριαρχία του Χριστιανισμού απαγορεύτηκε η λατρεία αυτή. Οι Νεοπαγανιστές και όσοι αρχαιολάτρες δεν γνωρίζουν τι ακριβώς σήμαινε η Ειδωλολατρία, μπορούν να θρηνούν. Η λατρεία τους αυτή είναι τόσο παράλογη και μισάνθρωπική, όσο το να επιβαλλόταν ποινή του θανάτου σε όποιον μοναχό ή μοναχή δεν ήταν παρθένος/α.
-Για το 335 μ.Χ. γράφεται: «335 Εγκαίνια της Εκκλησίας του.. “Αγίου Τάφου”, ο οποίος κτίσθηκε στη θέση του Ναού της Θεάς Αφροδίτης που ο Κωνσταντίνος κατέστρεψε το 326-327».
Μα έπρεπε να αφήσουμε ένα πορνείο να στέκεται στο πιο ιερό μέρος της Χριστιανοσύνης; Έπρεπε να αφήσουμε πόρνες και μαστρωπούς να κάνουν σιχαμερά αφροδίσια όργια στον τόπο όπου ο Χριστός αφού θυσιάστηκε, ετάφη και ανεστήθη; Η πράξη αυτή της αγίας Ελένης είναι απόλυτα δικαιολογημένη, όχι μόνον από χριστιανική σκοπιά. Δηλαδή αν πάμε και χτίσουμε ενα πορνείο στο μέρος όπου ο Βούδδας βρήκε τη «φώτιση», θα έχουν άδικο οι Βουδιστές που θα το γκρεμίσουν; Όχι βέβαια. Και εν πάσει περιπτώσει: ο ναός της «θεάς» Αφροδίτης έστεκε στην Ιερουσαλήμ. Τι δουλειά είχε εκεί;
-Για το έτος 354 μ.Χ. γράφεται μεταξύ άλλων: «354 (...)Σε όλη την Αυτοκρατορία στήνονται ασβεστοκάμινα δίπλα στα εθνικά Ιερά όπου μετατρέπεται σε ασβέστη η γλυπτική και αρχιτεκτονική των “ειδωλολατρών”».
Τότε γιατί εξεδόθησαν νόμοι όπως αυτός του 349 μ.Χ. (Θεοδ. Κώδ. IX, 17, 2) στρέφεται κατά των ασβεστεργατών και των εμπόρων οικοδομικών υλικών από δεύτερο χέρι ή όπως αυτός του 342 μ.Χ. (Θεοδ. Κώδ., XVI, 10, 3) που απαγορεύει την καταστροφή ιερών εκτός των τειχών, με την αιτιολογία ότι ορισμένα συνδέονταν με τις απαρχές των ρωμαϊκών θεαμάτων;
-Για τα έτη 361-363 μ.Χ. γράφεται μεταξύ άλλων: «361-363 Κήρυξη πλήρους ανεξιθρησκίας από τον αυτοκράτορα Ιουλιανό».
Άργησε λιγάκι ο Ιουλιανός˙ δε νομίζουν οι Νεοπαγανιστές; Τον είχε προλάβει πενήντα χρόνια πριν ο Κωνσταντίνος, που μαζί με άλλους, διακήρυξαν ανεξιθρησκεία για όλους. Απλώς τους ομόθρησκούς του βόλεψε ο Ιουλιανός, μια που τότε είχαν μεταβληθεί αυτοί σε μειονότητα. Αλλά σημασία έχει ότι ήρθε δεύτερος. Για τη φρίκη και τους διωγμούς που συνεπαγόταν η ειδωλολατρική «ανεξιθρησκεία» των Ιουλιανών που φαίνεται δεν είχαν χορτάσει χριστιανικό αίμα με τους διωγμούς του Διοκλητιανού μισό αιώνα πριν, γίνεται λόγος σε ειδικό κεφάλαιο.
-Ο χρησμός που το μαντείο των Δελφών έστειλε στον Ιουλιανό κατά τη σύντομη βασιλεία του θεωρείται πλαστό από τους Ν/Π, διότι, υποστηρίζουν οι Ν/Π, ο πρώτος που το αναφέρει είναι ο ιστορικός Κεδρηνός τον 11ο αιώνα. Δεν είναι δυνατόν, λένε, ένας χρησμός που πρωτοαναφέρεται 700 χρόνια μετά από ένα συμβάν, να είναι αληθής. Λένε οι Νεοπαγανιστές: «η ιστορική αλήθεια για τον «χρησμό» είναι βεβαίως πολύ διαφορετική. Ο «χρησμός» εφευρέθηκε και καταγράφηκε από τον Βυζαντινό χρονογράφο Γεώργιο Κεδρηνό τον 11ο αιώνα, δηλαδή 700 χρόνια αργότερα!!!» Δυστυχώς όμως για τους Νεοπαγανιστές, o χρησμός αυτός δεν αναφέρεται για πρώτη φορά τον 11ο αιώνα, όπως θα ήθελαν. O Κεδρηνός δεν είναι ο πρώτος που αναφέρει τον χρησμό αυτόν˙ αντιγράφει επί λέξει τον χρησμό από τον εκκλησιαστικό συγγραφέα Φιλοστόργιο (Εκκλησιαστική Ιστορία, 77, 20-26), ο οποίος έζησε τέλη 4ου με μέσα 5ου αι., δηλαδή ήταν κοντά χρονικά στα γεγονότα. Ούτε η τυχόν διακοπή προ της βασιλείας του Ιουλιανού της λειτουργίας του μαντείου είναι επιχείρημα˙ μπορεί να ανασυστάθηκε, για λίγο, ή για να απαντήσει στον Ιουλιανό. Διότι, η λειτουργία του μαντείου επί Ιουλιανού φαίνεται τόσο από τον Θεοδώρητο (β’ μισό του 5ου αι.) στην Εκκλησιαστική Ιστορία (3, 21) του, που γράφει ότι πριν εκστρατεύσει κατά των Περσών, ζήτησε χρησμούς από τους Δελφούς, τη Δήλο και την Δωδώνη, όσο και από τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο (Κατά Ιουλιανού 2, 32) που αναφέρει «πάλιν η Κασταλία σεσίγαται», δηλαδή ότι ξανασώπασε το μαντείο. Δηλαδή λειτουργούσε επί Ιουλιανού. Και βέβαια, επειδή οι Ν/Π προκαλούν λέγοντας «ακόμη κι αν ο χρησμός αυτός είναι αληθινός, αφού εσείς δεν αποδέχεστε την προφητική δύναμη του Φοίβου και τους χρησμούς του γενικά, πώς πιστεύετε στην αλήθεια του συγκεκριμένου χρησμού αυτού; Άρα ο Φοίβος έχει μαντική πηγή για σας.», απαντούμε στις σοφιστείες τους ότι για τους Χριστιανούς, είτε είναι αληθινός είτε όχι ο συγκεκριμένος χρησμός, ο Φοίβος όντας ψευτοθεός και οντότητα μη θεϊκή, που εξαπατά ανόητους παριστάνοντας τον θεό, δεν έχει προφητική δύναμη. Μόνο ο Θεός γνωρίζει πλήρως όλο το μέλλον. Οι δαίμονες απλώς μπορούν να «πιθανολογήσουν», λόγω των πνευματικών τους δυνάμεων. Κάποιες πιθανολογίες τους επαληθεύονται. Γι' αυτό και επαληθεύτηκε ο χρησμός αυτός. Οι Ν/Π είναι που οφείλουν να τον αποδεχτούν, αφού παραδέχονται την αλήθεια του κάθε χρησμού.
-Οι Νεοπαγανιστές δε σταματούν σε τίποτα: όσο βασιλεύει ο Ιουλιανός ή άλλοι ειδωλολάτρες αυτοκράτορες, ο Ρωμαϊκός στρατός αποκαλείται απλώς «ρωμαϊκός στρατός». Μόλις σκοτωθεί ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ιουλιανός και ανακηρυχθεί Αυτοκράτωρ ο Ιοβιανός, ο ίδιος Ρωμαϊκός στρατός μετατρέπεται σε «βυζαντινές αρχές κατοχής»! Ενώ, όσο βασίλευε ο Ιουλιανός, φαίνεται ότι δεν ήταν ρωμαϊκός «στρατός κατοχής», αλλά οι ίδιες οι «Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις». Φαινόμενα σχεδόν «θεουργικά», που μόνο οι Νεοπαγανιστές μπορούν να εξηγήσουν πώς συνέβησαν.
-Ό,τι και να λένε οι Ν/Π για την Σκυθόπολη, (Αγίου Ιερωνύμου, De Viris Illustribus, 96˙ Βαρονίου Annales Ecclesiastici, ad ann. 356, n. 97) η πόλη αυτή ήταν τόπος εξορίας Ορθόδοξων επισκόπων επί Αρειανού αυτοκράτορα Κωνσταντίου Β΄, ο οποίος εξόρισε τον Άγιο Ευσέβιο που ήταν επίσκοπος στο Vercelli της Σαρδηνίας, επειδή αρνήθηκε να προδώσει την ορθόδοξη πίστη του. «Ευσέβιος, Σάρδος στην εθνικότητα, επίσκοπος Βερκέλλης, εξωρίστηκε από τον αυτοκράτορα Κωνστάνιο για την ομολογία της πίστεως στη Σκυθόπολη κι από εκεί στην Καππαδοκία» (Αγίου Ιερώνυμου, De viris illustribus, 96). Ο Ιερώνυμος χρησιμοποιεί πηγές σύγχρονες του Κωνστάντιου και του Ευσέβιου: Hilarius Pictavorum, Ad Constantium 1, 8˙ 2,2˙ PL 10, 562b-564a˙ Historia adv. Valentem et Ursacium, frgm. 6, 11˙ PL 10, 686b και PL 10, 687b-8a˙ 713b-4b, καθώς και τον Αμβρόσιο, Epist. 63,2˙ 66˙ 67, 71˙ PL 16, 1240c˙ 1258bc˙ 1260c. Επιφάνειος, Πανάρ. 30, 5˙ GCS 1, 339.
-Για το έτος 370 μ.Χ. γράφεται «το 370 ο Βαλεντιανός παρακινημένος από τον συμπατριώτη του Μαξιμίνο οργανώνει ομοίως «κυνήγι μαγισσών» που καταλήγει σε μαζικές συλλήψεις προσωπικοτήτων – ακόμη και συγκλητικών – και σκληρά βασανιστήρια για αποσπάσεις «ομολογιών», που τελικά απέδωσαν δεκάδες εκτελέσεις κι εκατοντάδες εξορίες «ειδωλολατρών» Ρωμαίων ευγενών» (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, σ. 30).
Η ιστορία βρίσκεται στην διήγηση του Αμμιανού Μαρκελλίνου, βιβλίο XXVIII, 1, 10 έως 29. Σε αυτήν διαβάζουμε ότι κάποιος κατηγορήθκε ότι προσπάθησε με μαγεία να κερδίσει κάποια γυναίκα (13), ένας συγκλητικός για μοιχεία (16), ένας γιος πρώην επάρχου για συγγραφή βιβλίου μαύρης μαγείας (26), δυο συγκλητικοί για φαρμακεία (27) – αλλά αθωώθηκαν – , μια γυναίκα για μοιχεία (28) κι ένας συγκλητικός για φαρμακεία (29). Ο εθνικός Αμμιανός Μαρκελλίνος, όντας τίμιος κι όχι δόλιος, καθόλου δεν αναφέρει ότι οι παραπάνω κατηγορήθηκαν επειδή ήταν εθνικοί˙ ούτε καν μάς αναφέρει το θρήσκευμα των κατηγορουμένων. Δεν πρόκειται συνεπώς για διωγμό κατά των ειδωλολατρών. Κανείς από τους κατηγορούμενους δε διώχθηκε για λατρεία των «θεών». Η μαύρη μαγεία και η φαρμακεία διώκονταν ήδη από τον 5ου αιώνα π.Χ. στην Αθήνα.
-Για το 370 μ.Χ. γράφεται: «370 Ο αυτοκράτωρ Βάλης εξαπολύει μεγάλο διωγμό κατά των εθνικών σε ολόκληρη την Ανατολική Αυτοκρατορία με κέντρο την Αντιόχεια (όπου μαρτυρούν ο πρώην κυβερνήτης Φιδούστιος, οι ιερείς Ιλάριος και Πατρίκιος κ.ά.). Σωροί βιβλίων καίγονται στις πλατείες και θανατώνονται ή βασανίζονται χιλιάδες αθώοι άνθρωποι που απλώς αρνούνται να προδώσουν την λατρεία των προγόνων τους. Στα θύματα του διωγμού συμπεριλαμβάνονται και όλοι οι επιφανείς συνεργάτες του Ιουλιανού (Ορειβάσιος, Σαλλούστιος, Πηγάσιος, κ.ά). Μετά από φρικτά βασανιστήρια καίγεται ζωντανός ο φιλόσοφος Σιμωνίδης και αποκεφαλίζεται, στις 12 Μαρτίου, ο φιλόσοφος Μάξιμος».
Η εξιστόρηση των γεγονότων βρίσκεται στη διήγηση του Αμμιανού Μαρκελλίνου XXIX, 1, 5 έως 44. Και πάλι ο τίμιος εθνικός Αμμιανός Μαρκελλίνος παρουσιάζει τα φρικτά γεγονότα δίχως προσπάθεια να παραπληροφορήσει τις επόμενες γενιές. Αποτελεί ιταμό ψέμμα ο νεοπαγανιστικός ισχυρισμός, ότι άνθρωποι βασανίστηκαν ή θανατώθηκαν, επειδή αρνήθηκαν να προδώσουν την παγανιστική λατρεία στους «θεούς» τους. Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος πουθενά δεν γράφει ούτε υπονοεί ότι ο Βάλης «κήρυξε διωγμό κατά των εθνικών της Ανατολικής Αυτοκρατορίας»˙ ούτε σε κάποιο τμήμα της διήγησής του λέει το απίστευτο ψέμμα των Νεοπαγανιστών ότι κάποιοι κακόπαθαν λόγω της θρησκείας τους.
Αφορμή για τη θανάτωση και τις προγραφές ενός μεγάλου αριθμού στρατιωτικών ή αυλικών ήταν η αποκάλυψη μιας συνωμοσίας εναντίον του Βάλεντα. Κάποιοι είχαν προσπαθήσει με μαντικές μεθόδους να βρούν ποιος θα ήταν ο διάδοχος του Βάλεντα. Όταν αποκαλύφθηκαν όλα, ο αυτοκράτορας που ήταν φιλύποπτος και αγροίκος και είχε ήδη απειληθεί δύο φορές με απόπειρα εναντίον του (το αναφέρει ο Α.Μ. στα βιβλία XXVI, 5, 5 και XXIX, 1, 15 και 16) άρχισε «δίκες» ή μάλλον παρωδίες δικών κατά όλων όσοι τού φαινόταν ύποπτοι ή μάλλον κατά αυτών που διάφοροι μυστικοσύμβουλοι του έλεγαν πως συνωμοτούσαν. Και λέμε παρωδίες, γιατί ο ίδιος αποφάσιζε, πριν καν απολογηθούν όλοι οι ένοχοι. Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος γράφει (XXIX, 1, 16) ότι «Ο Βάλεντας αξίζει συγχώρεσης που έπαιρνε κάθε μέτρα για τη σωτηρία της ζωής του. Αλλά ήταν ασυγχώρητο ότι δίωξε ένοχους και αθώους, χωρίς να κάνει κανέναν διαχωρισμό». Δηλαδή αυτό που ο εθνικός Α.Μ. κατηγορεί τον Βάλεντα δεν ήταν ότι έκανε δίκες κατά όσων τον επιβουλεύονταν ούτε φυσικά τον κατηγορεί ότι διέπραττε (ο Βάλεντας) διωγμό βάσει της θρησκείας, αλλά ότι μέσα στον ασυγκράτητο θυμό του φόνευε αθώους. «Κι ακόμη κι αν όλα αυτά ήταν δίκαια, ωστόσο οι υπερβολές από μόνες τους ήταν απαιχθείς» (Ammianus Marcellinus, XXIX, 1, 22). Αυτό αληθεύει.
Ο Βάλεντας ήταν αγροίκος, αλλά επιπλέον είχε ήδη αντιμετωπίσει δύο τουλάχιστον απόπειρες εναντίον της εξουσίας του. Αυτός ο συνδυασμός τον οδήγησε να θανατώνει όποιον του φαινόταν ύποπτος. Ο λόγος που ότι εδιώχθησαν τόσοι πολλοί αυλικοί – αντί μόνο όσοι είχαν λάβει μέρος στη συνωμοσία – δεν ήταν μόνο ο Βάλεντας, αλλά και η συνήθης σε τέτοιες περιπτώσεις κατάδοση από κάποιους κατηγορούμενους πολλών άλλων υποτιθέμενων συνεργατών τους: «Ο Περγάμιος, προδωμένος από τον Παλλάδιο (...) φώναξε δυνατά μια ατελείωτη λίστα ανθρώπων ως συνεργατών» (Ammianus Marcellinus, XXIX, 1, 25). Ο Σιμωνίδης καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή, όπως ομολόγησε, παρόλο που άκουσε για το γεγονός, κράτησε το μυστικό (Ammianus Marcellinus, XXIX, 1, 37). Ο θεουργός-μάντης Μάξιμος, στενός φίλος του Ιουλιανού, είχε με απόφαση του αυτοκράτορα Ιοβιανού διατηρήσει όλες τις τιμές που απολάμβανε κατά τη βασιλεία του Ιουλιανού (Vita Maximi, p. 28, εκδ. Boissonade), αλλά ο Βάλεντας τον καταδίκασε κι αυτόν σε θάνατο, όχι λόγω της θρησκείας του, αλλά επειδή, όπως ο ίδιος ομολόγησε, παρόλο που έμαθε για το χρησμό περί του διαδόχου του Βάλεντα, δεν είπε τίποτα (Ammianus Marcellinus, XXIX, 1, 42). Δε θα έπρεπε να περιμένουμε καλλίτερη τύχη για κάποιον που παραδέχεται την ενοχή του. Το σίγουρο είναι ότι κι ο Σιμωνίδης κι ο Μάξιμος δεν εκτελέστηκαν λόγω της θρησκείας τους, όπως ψευδώς ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές. Όπως και να ‘χει, η όλη ιστορία δεν είναι καθόλου ιστορία διωγμού των εθνικών, όπως έντεχνα την παρουσιάζουν οι Νεοπαγανιστές. Είναι η περίπτωση ενός φιλύποπτου αυτοκράτορα που βλέπει παντού συνωμοσίες.
-Για το έτος 372 μ.Χ. γράφεται «372 Ο κατεχόμενος από υστερικό φόβο προς την μαγεία αυτοκράτωρ Βάλης, εξουσιοδοτεί τον ανθύπατο Ασίας Φήστο να αφανίσει όλους τους εθνικούς και τα έργα τους. Έντρομοι οι άνθρωποι αρχίζουν και καίνε μόνοι τους τις βιβλιοθήκες τους για να γλυτώσουν».
Πράγματι κάηκαν «αμέτρητα γραπτά υπό το βλέμμα των δικαστών ως παράνομα (...) αν και τα περισσότερα ήταν πραγματείες των ελευθέριων σπουδών [φιλοσοφία, ιστορία] και της νομικής» (Ammianus Marcellinus, XXIX, 1, 41). Και πάλι έχουμε το γνωστό ψεύδος, να κατηγορείται ο Βάλης ότι θέλησε να αφανίσει τους εθνικούς. Η μόνη περίπτωση που ο Βάλεντας δίωξε κόσμο βάσει της θρησκείας ήταν οι διωγμοί κατά των Ορθοδόξων Χριστιανών. Οι υπόλοιπες περιπτώσεις, όπως φαίνεται από τη λεπτομερή διήγηση του εθνικού Αμμιανού Μαρκελλίνου δεν έχουν τίποτε να κάνουν με θρησκευτικό διωγμό. Η ιστορία, όπως τη διηγείται ο Α.Μ. στο βιβλίο XXIX, 2, 3 έως 4 δεν αφορά διωγμό των εθνικών. Κάνοντας έρευνα στα σπίτια των κατηγορουμένων, προκειμένου να βρεθούν αποδείξεις για την ενοχή τους, οι αρχές είχαν βρεί βιβλία με ξόρκια ή συνταγές για ερωτικά φίλτρα. Ως αποτέλεσμα, όντως «οι άνθρωποι άρχισαν να καίνε τις βιβλιοθήκες τους» (Ammianus Marcellinus, XXIX, 1, 4), από φόβο παρόμοιας τύχης. Αλλά το ζήτημα είναι ότι τα βιβλία που κάηκαν, δεν κάηκαν, επειδή οι αρχές ήθελαν να κάψουν βιβλία φιλοσοφίας ή νομικής ή ιστορίας. Εφόσον θεωρούσαν ότι είναι βιβλία μαγείας, θεώρησαν σωστό να τα κάψουν. Μπορεί, δηλαδή, ο Βάλεντας και οι δικαστές να κατηγορηθούν ως ανόητοι που πίστεψαν ότι όλα αυτά τα βιβλία ήταν μαγικά, αλλά δεν μπορούν να κατηγορηθούν ότι σκόπευαν να κάψουν φιλοσοφικά βιβλία. Όπως και να ‘χει ο Αμμιανός Μαρκελλίνος διαψεύδει τα ψεύδη των Νεοπαγανιστών, ότι υπήρξε προσπάθεια γενοκτονίας των εθνικών.
Αν αρχίσουμε να κατηγορούμε τον αιρετικό (κι όχι Χριστιανό) Βάλεντα, επειδή έκαψε βιβλία που πίστευε ότι ήταν μαγικά, τότε πρέπει να κατηγορήσουμε και τους παγανιστές Αύγουστο και Διοκλητιανό που έκαψαν μαγικά (ή πίστευαν ότι ήταν μαγικά) βιβλία στην Ρώμη και την Αλεξάνδρεια.
-Για το έτος 392 μ.Χ. γράφεται: «392 Στην Κύπρο, ο εβραϊκής καταγωγής επίσκοπος (“Άγιος”) Επιφάνειος και ο “Άγιος” Τύχων εκχριστιανίζουν μαζικά και με την απειλή του φασγάνου και της πυράς χιλιάδες εθνικούς και καταστρέφουν όλα τα Ιερά της νήσου. Παύουν οριστικά τα κυπριακά Μυστήρια της Αφροδίτης. Το σχετικό διάταγμα του Θεοδοσίου δηλώνει κυνικά: “όποιος δεν υπακούσει στον πατέρα Επιφάνειο δεν έχει θέση πάνω στο νησί”».

Καμμία εκκλησιαστική πηγή δεν αναφέρει ότι ο εκχριστιανισμός έγινε «με την απειλή του φάσγανου και της πυράς». Αυτά είναι οι συνηθισμένες νεοπαγανιστικές προσθήκες εκ του πονηρού, ώστε να σπιλώνονται οι άγιοι της Εκκλησίας. Ο Άγιος Επιφάνειος δεν κατέστρεψε κανέναν αρχαίο ναό, σύμφωνα με τον Συναξαριστή. Πρόκειται για ακόμη μια συκοφαντία. Ο Άγιος Τύχων όντως κατέστρεψε πολλά μέρη της δεισιδαιμονίας, όπως αναφέρει ο Συναξαριστής, αλλά όχι όλα, όπως ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές.
Κανείς δε λυπάται βέβαια, που επαύθησαν τα πορνομυστήρια της θεάς Αφροδίτης, «θεάς» του αγνού (!) και ειλικρινούς έρωτα, σύμφωνα με τους «Έλληνες Εθνικούς». Στη λατρεία της εκπορνεύτηκαν σε όλη την αρχαιότητα εκατοντάδες χιλιάδες ανήλικα κορίτσια, δια της βίας φορές (βλ. κεφάλαια περί γυναικών και περί δούλων), όπως βεβαιώνουν πολλοί αρχαίοι συγγραφείς. Τίποτε το αρνητικό δεν υπάρχει στην απαγόρευσή τους.
Όσο για το διάταγμα του Θεοδόσιου, αυτό δεν είναι καθόλου «σχετικό» με τη λατρεία της Αφροδίτης, όπως γράφουν οι Ν/Π. Το υποτιθέμενο διάταγμα του Θεοδόσιου, είναι απλώς η απάντησή του σε γράμμα του Αγίου Επιφάνειου. Να τι γράφει ο Συναξαριστής: «(..) Ήσαν δε και άλλοι πολλοί αιρετικοί εις την Κύπρον, ήτοι Σαβελλιανοί, Νικολαΐται, Βασιλειδιανοί, Καρποκρατιανοί, δια τους οποίους έγραψεν ο Άγιος εις τον βασιλέα να εκδιώξει τούτους από την Κύπρον. Διότι ήσαν τίνες εξ αυτών πλούσιοι και ηγόραζον δημοσίας επιστασίας και έβλαπτον πολύ τους Ορθοδόξους. Λαβών δε ο βασιλεύς τα γράμματα του αγίου, έγραψε γράμμα προστακτικόν, με τούτους τους λόγους. «Όστις εκ των αιρετικών δεν υπακούσει εις τον Άγιον Επιφάνειον, και εις τους θείους λόγους αυτού, να αναχωρή από την νήσον Κύπρον και να κατοική όπου θέλη»(...)» (Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Έκδοσις Α’, 1946, μετάφρασις εις το απλούν από τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη).
Το «διάταγμα» του Θεοδόσιου αφορά αιρετικούς κι όχι Ειδωλολάτρες˙ αλλά ούτε και γι’ αυτούς υπάρχει απειλή θανατικής ποινής. Και, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές, δεν διατάζει κανέναν Ειδωλολάτρη να εκχριστιανιστεί με την απειλή του θανάτου. Απλώς οι Νεοπαγανιστές αφαιρούν από το κείμενο του Θεοδόσιου την «μαγική» φράση «εκ των αιρετικών», ώστε να φαίνεται ότι διατάζονται οι Εθνικοί να απελαθούν. Ο Άγιος Επιφάνειος ζήτησε εκδίωξη των αιρετικών, όχι των Ειδωλολατρών. Όπως θα δούμε παρακάτω, οι Νεοπαγανιστές έχουν κάνει κι άλλες πολλές παραποιήσεις χριστιανικών κειμένων.
Όσο για την εβραϊκή καταγωγή του άγιου Επιφάνειου, αν αυτός ήταν ελληνικής καταγωγής (και Χριστιανός), θα τον συγχωρούσαν οι Νεοπαγανιστές; Μάλλον όχι, αλλά τότε γιατί τονίζουν την καταγωγή του; Αυτό είναι και η απόδειξη του αντισημιτισμού τους. Ή κάνουμε λάθος, αφού αυτοί «δεν είναι αντιεβραίοι»;
-Για το έτος 402 μ.Χ. γράφεται: «402 Ο στρατηγός Στηλίχων καίει στη Ρώμη τα περίφημα Σιβυλλικά Βιβλία».
Ο Στηλίχων ολοκλήρωσε το έργο που άρχισε ο Αύγουστος: «Αναλαμβάνοντας το αξίωμα του Αρχιερέα, ο Αύγουστος συγκέντρωσε όλα τα προφητικά βιβλία, ελληνικά και λατινικά, που κυκλοφορούσαν τότε είτε ανώνυμα είτε ως έργα μικρών συγγραφέων και έκαψε πάνω από δύο χιλιάδες βιβλία˙ κράτησε μόνο τους Σιβυλλικούς χρησμούς κάνοντας ακόμη και σ’ αυτούς επιλογή, πριν τους καταθέσει μέσα σε δύο επίχρυσες θήκες κάτω από το βάθρο του αγάλματος του Παλατίνου Απόλλωνα» (Σουετώνιου, Αύγουστος, 31). Ο Αύγουστος προφανώς ήθελε μόνο οι εγκεκριμένοι οιωνοσκόποι να έχουν πρόσβαση στους χρησμούς, ώστε να τους ερμηνεύουν κατά τη θέληση του κράτους κι όχι επαναστατών κ.ά. Παρατηρούμε ότι ο Αύγουστος έκαψε και τμήμα των Σιβυλλικών βιβλίων.
Επειδή μερικοί οδύρονται για το κάψιμο των σιβυλλικών βιβλίων, θα πρέπει να μάθουν ποιο ήταν το περιεχόμενό τους, σύμφωνα με τον Πλούταρχο: «και οι ίδιοι [οι Ρωμαίοι], όχι πολλά χρόνια νωρίτερα είχαν θάψει ζωντανούς δύο άντρες και δύο γυναίκες, δύο Έλληνες και δύο Γαλάτες, στην επονομαζόμενη αγορά των βοών. (...) Εκείνες [οι Εστιάδες] κρίθηκαν ένοχες και τιμωρήθηκαν˙ επειδή όμως η πράξη τους [είχαν εραστές] θεωρήθηκε φοβερή, αποφασίστηκε να συμβουλευτούν οι ιερείς τα Σιβύλλεια βιβλία. Αναφέρεται λοιπόν ότι βρέθηκαν χρησμοί που προέβλεπαν τα γεγονότα αυτά, λέγοντας ότι θα συμβούν για κακό, και πρόσταζαν, για ν’ αποτραπούν τα επερχόμενα δεινά, να θυσιάσουν σε κάποιες παράδοξες και ξένες θεότητες, δύο Έλληνες και δύο Γαλάτες, θάβοντάς τους ζωντανούς στο μέρος εκείνο» (Πλούταρχου, Αίτια Ρωμαϊκά, 83 (283f και 284b)). Αυτά δίδασκαν τα «περίφημα»(!) σιβυλλικά βιβλία. Ανθρωποθυσίες. Όχι επιστημονικές γνώσεις.
«Αν ο Στηλίχων ήταν εχθρικός προς τα Σιβυλλικά βιβλία, αυτό οφειλόταν μάλλον στο αποκαλυπτικό και – για έναν πολιτικό άνδρα – ηττοπαθές περιεχόμενό τους, παρά σε καθαρά θρησκευτικούς λόγους. Με την ίδια λογική μάλλον, σεβάστηκε το άγαλμα της Νίκης στην Κουρία (το άγαλμα, όχι το βωμό, που είχε αφαιρεθεί δεκαπέντε με είκοσι χρόνια νωρίτερα). Ο Ευνάπιος, όπως και οι περισσότεροι σύγχρονοί του συγγραφείς, του επιτέθηκε βίαια, ενώ ο Ολυμπιόδωρος τον εκθείασε. Ο πιο ένθερμος υμνητής του ήταν ο Εθνικός Κλαύδιος» (Pierre Chuvin, Οι τελευταίοι Εθνικοί, εκδ. Θύραθεν, σ. 103).
-Για το έτος 410 μ.Χ. γράφεται: «410 Στις 24 Αυγούστου, ο Αλάριχος καταλαμβάνει μετά από προδοσία χριστιανών την Ρώμη και επί τρείς ημέρες λεηλατεί τους θησαυρούς της, καταστρέφει τα έργα τέχνης και τα βιβλία των εθνικών και κατασφάζει τους κατοίκους της “Αιωνίας Πόλεως”», με την προσθήκη ότι οι Εθνικοί σφαγιάστηκαν, ενώ οι Χριστιανοί (αρειανοί και ορθόδοξοι) σώθηκαν μπαίνοντας στις εκκλησίες, επειδή τάχα ο Πάπας είχε συννενοηθεί.
Ο Προκόπιος δίνει μια πολύ διαφορετική εκδοχή από την συνωμοσιολογία των «Ελλήνων Εθνικών»: «Διάλεξε [ο Αλάριχος] από το στρατό του τριακόσιους νέους που δεν είχαν βγάλει ακόμη γένια, αλλά είχαν ενηλικιωθεί (...) και μυστικά τους είπε ότι θα τους έκανε δώρο σε κάποιους πατρίκιους Ρωμαίους ως δήθεν δούλους: και τους συμβούλευσε, όταν θα έμπαιναν στ ασπίτια αυτών των ανθρώπων να φέρονται με ευγένεια, ηρεμία και σωφροσύνη και να εκτελούν τις διαταγές των αφεντικών τους. Και ύστερα από κάποιο διάστημα σε μια ορισμένη μέρα, όταν τ’ αφεντικά τους θα έπεφταν για ύπνο, μετά το μεσημεριανό γεύμα, θα έπρεπε όλοι να ορμήσουν στη λεγόμενη Σαλάρια πύλη και αιφνιδιαστικά να πέσουν πάνω στους φύλακες και να τους σκοτώσουν στα γρήγορα και ν’ ανοίξουν την πύλη. (...) Όλοι οι νέοι την ορισμένη μέρα και ώρα όρμησαν στην πύλη, αιφνιδίασαν τη σκοπιά και, αφού σκότωσαν τους φύλακες, άνοιξαν την πύλη και δέχτηκαν τον Αλάριχο και το στρατό του μέσα στην πόλη. (...) Μερικοί λένε ότι ο Αλάριχος δεν κυρίεψε την Ρώμη με τον τρόπο που περιέγραψα. Διηγούνται ότι η Πρόβη, γυναίκα επιφανέστατη για τον πλούτο και τη δόξα της ανάμεσα στους πατρίκιους, λυπήθηκε τους Ρωμαίους που αφανίζονταν από την πείνα και τις κακουχίες, αφού έφτασαν στο σημείο να τρώνε και ανθρώπινες σάρκες και βλέποντας ότι είχε χαθεί κάθε ελπίδα γι’ αυτούς, αφού και το ποτάμι και το λιμάνι ήταν στα χέρια του εχθρού, λένε ότι αυτή έδωσε εντολή στους υπηρέτες της ν’ ανοίξουν τις πύλες στη διάρκεια της νύχτας» (Ιστορία των Πολέμων, Γ’, ii, 15-27). Ούτε στην τελευταία ούτε στην πρώτη φυσικά, διήγηση υπάρχει νύξη για προδοσία. Και ειδικότερα, είναι τελείως αφελές το επιχείρημα ότι οι οι ίδιοι οι Χριστιανοί κάτοικοι της Ρώμης θα ήταν τόσο ανόητοι, ώστε να προκαλέσουν τη σφαγή τους και τη λεηλασία των περιουσιών τους.
Ο Αλάριχος, ως γνωστόν, ήταν Αρειανός, δηλ. αιρετικός. Ποιοί «Χριστιανοί» πρόδωσαν τη Ρώμη, αν δεχτούμε ότι υπήρξε προδοσία; Απλούστατα, αρειανοί, δηλαδή μη-χριστιανοί. Άρα δεν αφορά τους Χριστιανούς. Και περιμένουν οι Νεοπαγανιστές να πιστέψουμε την απίστευτη ανοησία, ότι τα έξαλλα και φανατισμένα (τόσο κατά εθνικών όσο και κατά ορθοδόξων) στρατεύματα του Αλάριχου κατά την είσοδό τους στην πόλη ούτε τους ορθόδοξους που πετύχαιναν μπροστά τους έσφαζαν, ούτε τις περιουσίες τους και τα βιβλία τους κατέστρεφαν και λήστευαν.
«Τι θα πει Αρειανιστές και μη Αρειανιστές, όλοι Χριστιανοί ήταν», θα πουν οι Νεοπαγανιστές. Εκτός από την άγνοιά τους για την χριστιανική θεολογία, γίνεται φανερό, ότι με τέτοια φόρα που πήραν, αποκαλώντας «Χριστιανούς» ακόμη και τους αρνητές της θεότητας του Ιησού Χριστού, τους Αρειανιστές δηλαδή, σε λίγο θα αποδώσουν στους Ορθόδοξους την ευθύνη ακόμη και για το αλάθητο του Πάπα και για τις δυτικές σταυροφορίες – μπορεί και για την Δ’ Σταυροφορία! Τέτοια είναι η η άγνοιά τους για τον Χριστιανισμό.
-Ο Ευνάπιος (Βίος Μαξίμου, εκδ. Boissonade σ. 52) κατενόησε την καταστροφή της Ελευσίνας κατά την επιδρομή του Αλάριχου ως τιμωρία των θεών (!), επειδή ιεροφάντης είχε αναλάβει, παρανόμως σύμφωνα με τον Ευνάπιο, ένας ιερέας του Μιθρα. Αφού οι «θεοί» τιμώρησαν τους Εθνικούς, γιατί κλαίγονται οι Ν/Π;
-Για το έτος 448 μ.Χ. γράφεται: «448 Ο Θεοδόσιος διατάσσει να παραδοθούν στις φλόγες όλα τα “αντιχριστιανικά” βιβλία. Ανάμεσά τους καταστρέφονται και τα βιβλία του νεοπλατωνικού Πορφυρίου που βήμα προς βήμα ξεσκέπαζαν την αληθινή φύση του Χριστιανισμού».
Το αντίθετο συνέβη. Ο Θεοδόσιος Β’, όπως φαίνεται από τον Θεοδοσιανό Κώδικα, έβγαλε νόμο για την ίδρυση σχολείου στην Κων/πολη όπου η παγανιστική γραμματεία θα μελετώνταν. Πολλά από τα βιβλία του Πορφύριου υπάρχουν και σήμερα, με φθορές και απώλειες που δεν είναι ασυνήθιστες για πολλούς άλλους Χριστιανούς συγγραφείς, σύχρονους του Πορφύριου. Και βέβαια, το Κατά Χριστιανών του Πορφύριου, που υποτίθεται ότι όλα τα αντίτυπά του – ακόμη και οι χριστιανικές απαντήσεις σε αυτό, διότι δεν ικανοποιούσαν τον Θεοδόσιο Β’ – κάηκαν το 448 μ.Χ. υπάρχει ώς σήμερα και μπορεί κανείς να το διαβάσει.
Όπως και να έχει, ο Θεοδόσιος Β’ θέλησε να κάψει ένα βιβλίο που συκοφαντούσε και έβριζε τους Χριστιανούς, ενω οι Παγανιστές αυτοκράτορες (π.χ. ο Διοκλητιανός) διέταζαν να καούν οι Γραφές. Εάν ο Θεοδόσιος έπραττε κατ’ αντιστοιχία με τους Παγανιστές βασιλείς, θα έπρεπε να είχε διατάξει το κάψιμο λ.χ. του Τίμαιου ή των Χαλδαϊκών λόγων, δηλαδή των «ιερών βιβλίων» της νεοπλατωνικής θρησκείας. Μόνο τα σφόδρα αντιχριστιανικά βιβλία διέταξε να καούν, κι όχι εκείνα που ήταν ο πυρήνας των παγανιστικών δοξασιών. Αναρωτάται κανείς, γιατί διασώθηκαν τα βιβλία του Ιουλιανού Μισοπώγων και Κατά Γαλιλαίων; Δεν έπρεπε να καούν, βάσει του νόμου; Αφού υποτίθεται πως όλοι αυτοί οι νόμοι εφαρμόζονταν, γιατί σήμερα μπορεί κάποιος να διαβάσει Ιουλιανό; Κανονικά θα έπρεπε να καούν. Αλλά δεν κάηκαν, γιατί δεν εφαρμόζονταν οι νόμοι.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 2:36 pm

Ας δούμε, όμως, πόσα βιβλία του αντιχριστιανού Πορφύριου καήκαν. Δίνουμε τον κατάλογο των βιβλίων του Πορφύριου, τα οποία διασώθηκαν αντεγραφόμενα από Χριστιανούς επί 16 αιώνες (δεν συνυπολογίζουμε όσα υπήρχαν κατά τη βυζαντινή εποχή, αλλά καταστράφηκαν από άλλα αίτια π.χ. βαρβαρικές εισβολές). Σε παρένθεση ο τόπος και το έτος έκδοσης, όσων από αυτά εξεδόθησαν: 1) Περί του εν Οδυσσεία των Νυμφών άνδρου (Leipzig 1886), 2) Περί αποχής εμψύχων (Leipzig 1886), 3)Εισαγωγή εις τας Αριστοτέλους Κατηγορίας (Berlin 1895), 4)Προς Μαρκέλλαν (Leipzig 1886), 5)Εις τας Αριστοτέλους Κατηγορίας κατά πεύσιν και απόκρισιν (Berlin 1895), 6)Περί Πλωτίνου βίου και της τάξεως των βιβλίων αυτού (Paris 1951), 7)Εις τινα των βιβλίων Υπομνήματα, 8)Αφορμαί προς τα νοητά (Paris 1855), 8)Φιλόσοφος ιστορία εν βιβλίοις δ’ (Lipsiae 1886), 9)Πυθαγόρου βίος (Lipsiae 1886), 10) φιλολόγου ιστορίας βιβλία ε’, 11)Φιλόλογος ακρόασις, 12)Προς τους από τον νου χωρίζοντας το νοητόν, 13)Περί αρχών, 14)Περί ύλης, 15)Περί ψυχής προς Βόηθον ε’, 16)Περί των της ψυχής δυνάμεων, 17)Περί αισθήσεως, (Leipzig 1904), 18)Προς Γαύρον και πώς εμψυχούται τα έμβρυα, (Berlin 1895), 19)Περί ύπνου και εγρηγόρσεως, 20)Περί του εφ’ ημίν, 21)Περί του γνώθι σαυτόν, 22)Προς Νημέρτιον, 23)Περί της εκ λογίων φιλοσοφίας (Berlin 1866), 24)Περί αγαλμάτων (Hildescheim 1964), 25)Περί θείων ονομάτων, 26)Προς ανεβώ επιστολή (Berlin 1857), 27)Εις τα Ιουλιανού του Χαλδαίου, 28)Περί της Ομήρου φιλοσοφίας, 29)Περί της εξ Ομήρου ωφελείας των βασιλέων βιβλία ι’ , 30)Περί Στυγός, 31)Κατά Χριστιανών λόγοι ιε’, 32)Ομηρικά ζητήματα (Leipzig 1882), 33)Περί των παραλελειμμένων τω ποιητή ονομάτων, 34)Γραμματικαί απορίαι, 35)Περί των κατά Πινδάρου του Νείλου πηγών, 36)Εις το Θουκιδίδην προοίμιον, 37)Προς Αριστείδην, 38)Εις την Μινουκιανού τέχνην, 39)Η περί των στάσεων τέχνη, 40)Συναγωγή των ρητορικών ζητημάτων, 41)Εις τα αρμονικά Πτολεμαίου υπόμνημα (Goeteborg 1932), 42)Εισαγωγή εις την αποτελεσματικήν του Πτολεμαίου (Bruessel 1933), 43)Εισαγωγή αστρονομουμένων εν βίβλοις τρισί, 44)Στοχεία, 45)«Όσα των αριθμών ήρταται», 46)Συμμίκτων ζητημάτων, 47)Περί αγνού βίου (Leipzig 1915), 48)Σχόλια εις Κρατύλον (Berlin 1821), 48)Σχόλια εις Παρμενίδην, 49)Σχόλια εις Φαίδωνα, 50)Σχόλια εις Τίμαιον (Leipzig 1904), 51)Σχόλια εις τας Κατηγορίας, 52)Introductio in categorias syllogismos, 53)Σχόλια εις Περί Ερμηνείας, 54)Σχόλια εις Φυσικά, 55)Σχόλια εις Λ’ των Μεταφυσικών, 56)Σχόλια εις Ηθικά, 57)Σχόλια εις Περί Ψυχής, 58)Περί καταφάσεως και Αποφάσεως, 59)Περί του μίαν είναι την Πλάτωνος και Αριστοτέλους αίρεσιν, 60)Περί διαστάσεως Πλάτωνος και Αριστοτέλους. Αυτά όλα, τα αντέγραφαν επί αιώνες οι Χριστιανοί. Θα μπορούσαν άνετα να τα κάψουν, «για εκδίκηση».

-Το κείμενο αναφέρει τι λέει «ο γνωστός συγγραφέας McCabe»: «Από το 500 έως το 1100 σχεδόν κανένα βιβλίο δεν παρήχθη, τουλάχιστον σημαντικό ώστε να διαβάζεται και σήμερα, σχεδόν κανένα ζωγραφικό έργο ή γλυπτό ή οικοδόμημα που να είναι σήμερα αξιοθέατο. (..)Από το 500 έως το 1100 δεν υπήρχαν πάνω από 600 τόμοι σε ολόκληρη την Ευρώπη..».
«Ο γνωστός συγγραφέας McCabe» (Ένας πρώην φραγκισκιανός αμερικάνος καλόγηρος του 19ου αι. που έγινε μετά “freethinker” και έγραψε, μεταξύ άλλων, και «Ιστορία του Σατανισμού». Τέτοιου είδους, «αντικειμενικές», πηγές χρησιμοποιούν οι Νεοπαγανιστές) ξεστομίζει απαίσια ψέμματα. Στην Κωνσταντινούπολη του 1453, δηλαδή σε μια πόλη ερειπωμένη και παρακμάζουσα, υπήρχαν, σύμφωνα με τον καθολικό καρδινάλιο Ισίδωρο, περί τις εκατόν είκοσι χιλιάδες τόμοι βιβλίων˙ και φαντάζεται κανείς πόσα εκατομμύρια τόμοι θα υπήρχαν κατά τον 9ο ή τον 12ο αιώνα, όταν η Πόλη ήκμαζε, προτού οι πρόγονοι του McCabe την κάψουν στα 1204. «Κανένα οικοδόμημα» που να είναι αξιοθέατο. Ας πούμε, δηλαδή, η Αγία Σοφία. Που κανείς δε συρρέει από Αμερική κι Ευρώπη να τη θαυμάσει. «Κανένα οικοδόμημα», ας πούμε τα βυζαντινά μοναστήρια με τη θαυμαστή αρχιτεκτονική. «Κανένα βιβλίο» που να διαβάζεται ακόμη. Αν, επειδή δεν τα διαβάζουν οι Παγανιστές, συνεπάγεται ότι δεν τα διαβάζει κανείς, τότε οι Ν/Π έχουν όντως δίκιο. Κανένα βιβλίο του Μεσαίωνα δε διαβάζεται. «Κανένα γλυπτό ή έργο ζωγραφικής». Φυσικά, αφού τα κατέστρεψαν οι Τούρκοι επιδρομείς, αφού τα σοβάτισαν, αφού τα έλειωσαν οι Σταυροφόροι, τι να απομείνει;
-Για τα έτη της βασιλείας του Λέοντος Α’ και του Ζήνωνα (457-491) γράφεται ότι «εδολοφονήθη ο Εθνικός ιατρός Ιάκωβος» κι ότι «στους διωγμούς αυτούς ήλθαν αντιμέτωποι με το χριστιανικό μίσος οι τελευταίοι των "Ελλήνων" δημοσίων ανδρών. όπως ο φιλόσοφος Σεβηριανός, ο Ζώσιμος, κ.ά., ενώ αρκετοί από αυτούς –οι πλέον άτοιχοι, όπως λ.χ. ο Γέσσιος – έχασαν τη ζωή τους πάνω στην πυρά ή κάτω από τη σπάθα του δημίου». Νεοπαγανιστικές μυθοπλασίες και σ’αυτήν την περίπτωση. Ο Ιάκωβος ήταν προσωπικός ιατρός του Λέοντα. Αν και Παγανιστής, δεχόταν μεγάλες τιμές από τον Λέοντα. Τόσο μεγάλος ήταν ο σεβασμός στο πρόσωπό του, ώστε είχαν στηθεί προτομές του στην Κωνσταντινούπολη, στο Ζεύξιππο (δίπλα στις προτομές των σοφών κι ένδοξων ανδρών της αρχαιότητας) και την Αθήνα. Εντελώς αβάσιμο, λοιπόν, είναι να θεωρηθεί η δολοφονία του «θρησκευτικός διωγμός». Ο Σεβηριανός είχε το αξίωμα του δικαστή. Αναμίχτηκε σε μια συνωμοσία κατά του Ζήνωνα, αλλά κατάφερε να γλιτώσει. Ο Γέσσιος, εθνικός ρήτορας, είχε λάβει κι αυτός μέρος στη συνωμοσία, και εκτελέστηκε. Ο Παγανιστής Παλλαδάς ειρωνεύεται τον Γέσσιο και γι’ αυτό το περιστατικό, γράφοντας ειδικά γι’ αυτόν πάνω από δέκα επιγράμματα. Ο Ζώσιμος έγραψε ιστορία της εποχής του, στην οποία κατασυκοφαντεί τον Χριστιανισμό και αποδίδει – όπως και οι σύγχρονοι παραληρούντες Νεοπαγανιστές – όλα τα κακά κι όλες τις συμφορές της Αυτοκρατορίας σε αυτόν. Σε ανταπόδωση, οι κακοί Χριστιανοί καλόγεροι κι άλλοι αντιγραφείς διέσωσαν το έργο του. Βλέπουμε ότι καμμία σχέση με θρησκευτικούς διωγμούς δεν έχουν τα γεγονότα. Φαίνεται ότι οι Νεοπαγανιστές θεωρούν αυτονόητο το δικαίωμα ενός Ειδωλολάτρη να συνωμοτήσει κατά του νόμιμου Αυτοκράτορα. Αν οι Χριστιανοί κατά τη διάρκεια των διωγμών του Διοκλητιανού ή του Δέκιου συνωμοτούσαν, αυτοί θα κατακρίνονταν. Δύο μέτρα και δύο σταθμά.
-Για το έτος 486 μ.Χ. γράφεται «486 Δολοφονούνται διάφοροι εθνικοί στρατιωτικοί, όπως λ.χ. ο νικητής των Βανδάλων στρατηγός Μαρκελλίνος». Η αλήθεια είναι κάπως διαφορετική από τα νεοπαγανιστικά παραληρήματα. «Η δολοφονία του Μαρκελλίνου μπορεί να αποδοθεί στην ίδια την εξουσία και αυτονομία που είχε κατακτήσει, και όχι στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Ο διάδοχος και ανηψιός του Νέπως ήταν Χριστιανός, ενώ ο δολοφόνος του φαίνεται πως έκλινε προς τον παγανισμό» (Pierre Chuvin, Οι τελευταίοι Εθνικοί, εκδ. Θύραθεν, σ. 146). Καμμία σχέση δεν είχε, λοιπόν, η θρησκεία με τη δολοφονία. Αλλά οι Νεοπαγανιστές ουδόλως ενδιαφέρονται για την ιστορική αλήθεια. Το ζήτημα είναι να συκοφαντήσουν το Χριστιανισμό με ενέργειες λίγων, τις οποίες συχνά διαστρεβλώνουν.
-Για το έτος 500 μ.Χ. γράφεται: «Η ανθρωπότητα πέφτει σε ακόμη μεγαλύτερη αποκτήνωση. Εξαφανίζονται παντελώς η αποχέτευση των οικιών, η ρωμαϊκή κεντρική θέρμανση και τα κρεβάτια».
Από τους πλέον ψευδείς ισχυρισμούς των Νεοπαγανιστών:
-η πρόοδος της μηχανικής των, χριστιανών πια, Ρωμαίων ήταν τόση που υπάρχουν δεκάδες γραπτές μαρτυρίες από τον 4ο ώς τον 14ο αιώνα (π.χ. Χρυσόστομος, PG 58, 522. Θεοφάνης, 172, 9¸265, 3. Τζέτζη, Χιλιάδες, χιλ. 5, ιστορ. 17, στιχ. 618. Άννας Κομνηνής, Αλεξιάς, 2, 377, 16. Αρμενόπουλου, Εξάβιβλος, 2, 4, 28) για τριόροφες, τετραόροφες και πενταόροφες οικοδομές, ιδιωτικές και πολυκατοικίες. Νόμοι του 5ου αιώνα απαγόρευαν το ύψος των ιδιωτικών οικοδομών να υπερβαίνει τα 25 περίπου μέτρα.
-Είναι παμμέγιστη νεοπαγανιστική ψευτιά ο ισχυρισμός ότι έπαψε η αποχέτευση στη χριστιανική εποχή. Υπάρχουν δεκάδες νόμοι περί υδρορροών και οικιακής αποχέτευσης (Για παράδειγμα: Πανδέκτες 8, 2, 18˙ 19, 1, 37, 2. Πρόχειρος Νόμος 37, 38). Νόμοι επέβαλαν οι σωλήνες των προς απομάκρυνση αφοδευμάτων, που άρχιζαν από τις οικειακές τουαλέτες να συναντώνται με τους αντίστοιχους σωλήνες των παρακείμενων σπιτιών και ο ιδιοκτήτης να επιδιορθώνει τις όποιες βλάβες υπήρχαν στους σωλήνες μέχρι του σημείου της συναντήσεως (Πρόχειρος Νόμος, 37,38. Επανεισαγωγή, 35, 22).
-Στην χριστιανική Ρωμανία κι όχι στη παγανιστική Ρώμη πρωτοάρχισε ο δημόσιος φωτισμός των πόλεων τις νύχτες. Την Κωνσταντινούπολη έκανε πρώτη πόλη του φωτός ο έπαρχός της Κύρος (Πασχάλιον Χρονικόν, 588, 11). Το ίδιο συνέβαινε και στην Αντιόχεια (Λιβάνιου, Προς Θεοδόσιον κατά Τισαμενού, 37), στην Καισάρεια (Ευάγριου, Εκκλ. Ιστ. PG 86, 2867) και συνεχίστηκε καθ’ όλη την «σκοτεινή εποχή αποκτήνωσης».
-Στην Κωνσταντινούπολη επί Θεοδόσιου Β’ υπήρχαν οκτώ μεγάλα δημόσια λουτρά και 153 ιδιωτικά σε οικoίες, φιλανθρωπικούς οίκους και μοναστήρια. Τα μεγαλύτερα (που είχαν ονόματα όπως Ζεύξιππος, Αχιλλεύς, Καμίνια) μπορούσαν να εξυπηρετήσουν ώς και 2.000 λουόμενους. Τα ιδιωτικά λουτρά χτιζόταν ακόμη και στη στέγη των πλουσίων σπιτιών, οπότε με σωλήνες (απόδειξη ανεπτυγμένης υδραυλικής) ανέρχονταν το προς λούσιμο νερό (Ιωάννη Λυδού, Περί Αρχών, 186, 89)
-Στην Χριστιανική Ρωμανία κι όχι στον παγανιστικό κόσμο, για την ασφάλεια των πολιτών κατά τη νύχτα και την δίωξη των συμμοριών συστάθηκε αστυνομικό σώμα υπό τον νυχτέπαρχο (Βασιλικά, 6,5,2. Μαλάλας 479,8).
-Δεν έχει νόημα να μιλήσουμε για... «την εξαφάνιση των κρεββατιών».
Αυτή ήταν η «εποχή αποκτήνωσης». Αυτό ήταν το επίπεδο του εκχριστιανισμένου αστικού ρωμαϊκού κόσμου.
-Οι Νεοδωδεκαθεϊστές φτάνουν στο σημείο να κατηγορούν τους Χριστιανούς ακόμη και για την αλλαγή του κλίματος και των φυσικών συνθηκών στην Ελλάδα, επειδή δήθεν οι Χριστιανοί έκοβαν τα δάση! Προφανώς (πέρα από την απόδοση παντός κακού – κατά το συνήθη τους μανιχαϊσμό – στο Χριστιανισμό) δεν ξέρουν τίποτε για τις δενδροτομήσεις ολόκληρων περιοχών, ήδη από την κλασσική εποχή, της Επιδαύρου (Θουκιδίδης 2, 56, 5), της Αττικής (Θουκιδίδης 2, 55, 1) ή της Μεγαρίδας (Θουκιδίδης 1, 108, 2) ή της Αττικής κάθε έτος επί 27 έτη. Αναφέρουμε αυτά τα ελάχιστα παραδείγματα, για να δείξουμε, μέχρι πού μπορεί να οδηγήσει τους Νεοπαγανιστές το μίσος τους προς κάθε τι χριστιανικό.
-«540 Ο Πέρσης βασιλιάς Χοσρόης σαρώνει τις χριστιανικές πόλεις της Συρίας. Την μόνη πόλη που δεν καταστρέφει ή λεηλατεί είναι η Χαρράν (ελληνιστί Κάρρες), της οποίας οι κάτοικοι είχαν παραμείνει πεισματικά εθνικοί».
Παλαιόθεν φιλέλληνες οι Πέρσες! Παλαιόθεν μηδίζοντες οι Ειδωλολάτρες! Στην πραγματικότητα, οι Πέρσες ήταν πάντοτε φίλοι των εχθρών των Ρωμαίων.
-Για το έτος 542 μ.Χ. γράφεται: «542 Ο Γιουτπράδα-Ιουστινιανός αναθέτει καθήκοντα αυτοκρατορικού προσηλυτιστού (“επισκόπου τιτουλαρίου”) στον Ιωάννη Ασιακό. Επί 35 ολόκληρα χρόνια ο τελευταίος εφαρμόζει μαζικούς και βιαίους εκχριστιανισμούς των εθνικών της Φρυγίας, Καρίας και Λυδίας και κτίζει 99 εκκλησίες και 12 μοναστήρια πάνω στα συντρίμμια των εθνικών Ιερών».
Για το όνομα «Γιουτπράνδα» μιλάμε στην παράγραφο περί Ακαδημίας των Αθηνών. Πηγή για την ιστορία είναι ο ίδιος ο Ιωάννης Ασιακός που έγραψε την «Ιστορία της Εκκλησίας».
1) όντως αυτές οι τακτικές δε συμβαδίζουν με τη Χριστιανική πίστη και είναι απάνθρωπες με τα σημερινά δεδομένα.
2) Συμβαίνουν όμως γύρω στα 542-577 (αν όντως ήταν επί 35 χρόνια), δηλαδή για πρώτη φορά σε 2,5 αιώνες από την απαρχή της παροχής βοήθειας των Αυτοκρατόρων προς τον Χριστιανισμό. Και δεν υπάρχει άλλη περίπτωση αναγκαστικού εκχριστιανισμού τέτοιου είδους. Είναι ένα μεμονωμένο γεγονός.
3) Ένα μεμονωμένο γεγονός που αφορά τη βάφτιση, όλων κι όλων, 70 χιλιάδων εθνικών σε 35 χρόνια. Δηλαδή, σε σύνολο 7-8 εκατομμυρίων της Μικράς Ασίας, μόνο 70 χιλιάδες, μόνο το 1% του μικρασιατικού πληθυσμού δεν είχε εκχριστιανιστεί. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι τα μέτρα αυτά του Ιουστινιανού ήταν ουσιαστικώς περιττά, γιατί χωρίς βία, πολύ πριν τον Ιουστινιανό, είχε εκχριστιανιστεί το 99%. Επίσης φανερώνεται η προσπάθεια μεγαλοποίησης των χρονικά επόμενων «διωγμών» και γενικότερα των διωγμών αυτού του τύπου, διότι
4) ο Ιω. Ασιακός δεν ενδιαφερόταν να σφάξει τους εθνικούς, αλλά να τους εκχριστιανίσει.
5) Οι πηγές είναι κατά κύριο λόγο του ίδιου του προσηλυτιστή. Δεν υπάρχει λόγος να μην πιστέψουμε, ότι ο Ιωάννης Ασιακός στην πραγματικότητα αυτοπαινεύεται φουσκώνοντας τους αριθμούς. Τόσοι και τόσοι το έκαναν, γράφοντας για άλλους. Γιατί να μη το κάνει κι ο ίδιος γράφοντας για τον εαυτό του;
6) Ο ίδιος λέει ότι έκτισε 99 εκκλησίες και 12 μοναστήρια σε 35 χρόνια. Αν ισχύει αυτό, τότε έκτιζε 3 περίπου εκκλησίες (ή γκρέμιζε 3 ναούς) το χρόνο σε μια έκταση τριπλάσια ή τετραπλάσια της σημερινής Ελλάδας. Δεν είναι και τίποτε σπουδαίο αυτό. Περισσότερες εκκλησίες χτίζονται σήμερα στην Ελλάδα, παρά επί του «διωγμού» του Ιωάννη Ασιακού!
7) Όσο για το γκρέμισμα διάφορων αρχαίων ναών, εφόσον οι παγανιστές ήταν ελάχιστοι στην Μ. Ασία (στο σύνολο των 7-8 εκατομμυρίων Χριστιανών της Μικράς Ασίας), οι (περισσότεροι τουλάχιστον) εθνικοί ναοί ήταν ουσιαστικώς εγκαταλελλειμένοι. Δεν ήταν λοιπόν τόσο τρομερή πράξη το γκρέμισμα άδειων και αχρησιμοποίητων ναών.
8) Ο Ιω. Ασιακός ήταν Μονοφυσίτης και όχι Ορθόδοξος.
-Για το έτος 590 μ.Χ. γράφεται «590 Στον παπικό θρόνο ανεβαίνει ο Πάπας Γρηγόριος ο λεγόμενος “Μέγας” (590- 604), που θα κάψει σε λίγο την Βιβλιοθήκη του Παλατίνου Απόλλωνος “για να μη στερήσει τους πιστούς η θύραθεν σοφία της από την Βασιλεία των Ουρανών».
Η πρώτη αναφορά ότι ο Πάπας Γρηγόριος ο Μέγας έκαψε την βιβλιοθήκη του Παλατίνου είναι από τον Ιωάννη του Salisbury (Αγγλία) τον 13ο αιώνα. Αυτός γράφει στο έργο του Policraticus ότι «Επίσης, αυτός ο άνδρας, ο Γρηγόριος, που ενέπνευσε όλη την εκκλησία, όχι μόνο διέταξε τα μαγικά έργα να πεταχτούν έξω από το παλάτι του, αλλά, όπως οι πρόγονοί μας λεν, έκαψε απαγορευμένα γραπτά – ο,τιδήποτε περιεχόταν στο ναό του Απόλλωνα στο Παλατίνο – , έργα που περιείχαν διδασκαλίες οι οποίες φαίνεται να αποκάλυπταν στους ανθρώπους το νου του ουρανού και υπερφυσικές προφητείες»
Από τον 13ο ώς τον 7ο αιώνα μεσολαβούν 600 χρόνια. Εάν πρόκειται να πιστέψουμε κάτι που πρωτοειπώθηκε 600 χρόνια μετά από το γεγονός αυτό, γιατί να μην πιστέψουμε επίσης και τον άραβα του 12ου αιώνα που αναφέρει ότι οι Άραβες έκαψαν τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας; Όμως όλα αυτά είναι φήμες, διότι ο Αύγουστος, κατά τον Σουητώνιο έκαψε 2000 προφητικά βιβλία και άφησε μόνο τα συβιλλικά βιβλία, τα οποία κλείδωσε στο ναό του Απόλλωνα στο Παλατίνο, για να μη τα συμβουλεύεται κανείς εκτός από εκείνους που ήταν έμπιστοι να δώσουν επίσημη επεξήγηση. Επίσης, ο Ρουτίλιος Ναματιανός στο έργο του Περί της επανόδου μου, 2, 52 αναφέρει ότι ο Στιλίχωνας, στα τέλη του 4ου αι «έκαψε τις προφητείες που είχαν ειπωθεί από τη Σύβιλλα». Επομένως, ό,τι «μαγικό» και «προφητικό» υπήρχε στη βιβλιοθήκη του Παλατίνο είχε καεί αιώνες πριν. Όσο για την υποτιθέμενη αιτιολόγηση του φημολογούμενου εμπρησμού από τον Γρηγόριο, την «για να μη στερήσει τους πιστούς η θύραθεν σοφία της από τη βασιλεία των Ουρανών», αυτή είναι ακόμη ένα νεοπαγανιστικό κατασκεύασμα.
-Και τώρα ακολουθεί η κριτική των Ν/Π για τα όσα ισχυρίζονται σχετικά με τη Σκυθόπολη.
Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι: «359. Στη Σκυθόπολη της Συρίας στήνονται τα πρώτα "στρατόπεδα θανάτου", οργανωμένα δηλαδή κέντρα βασανισμού και θανατώσεως των εθνικών.» και «Στη Σκυθόπολη της Συρίας, τόπο που, όπως είδαμε, πρωτοκαθιέρωσε το 359 ως κέντρο βασανισμών κι εκτελέσεων "ειδωλολατρών" ο Κωνστάντιος, οργανώνεται τώρα [σημ.: για τα έτη 385-388] ειδικό "στρατόπεδο θανάτου" μπροστά στο οποίο φαίνονται ασήμαντα τα ναζιστικά αντίστοιχα του αιώνος μας. Να πώς ο Αμμιανός Μαρκελλίνος (ΙΘ, 12) περιγράφει αυτό το Ελληνικό Ολοκαύτωμα (...) "Και από τα πιό απομακρυσμένα σημεία της Αυτοκρατορίας σέρνονταν δεμένοι με αλυσίδες αμέτρητοι πολίτες κάθε ηλικίας και κάθε κοινωνικής τάξεως. Και από αυτούς πολλοί πέθαιναν στη διαδρομή ή στις ανά τόπους φυλακές. Και όσοι κατόρθωναν να επιζήσουν, κατέληγαν στη Σκυθόπολη, μία απόκεντρη πόλη της Παλαιστίνης, όπου είχαν στηθεί τα όργανα των βασανιστηρίων και των εκτελέσεων" γράφει ο Αμμιανός Μαρκελλίνος» (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, 2000, τ. 3, σ. 37).
Όπως έχουμε πει, οι Νεοπαγανιστές δεν λένε την αλήθεια, όταν παραθέτουν κείμενο του Αμμιανού Μαρκελλίνου για τα έτη 385-388, διότι, όπως αποδείξαμε παραπάνω, ο Αμμιανός Μαρκελλίνος δεν έγραψε για τα έτη 385-388. Επιπλέον, ο υπεύθυνος για τις δίκες που διεξάγονταν στη Σκυθόπολη, ο Πάυλος, που – όπως θα δούμε – είχε διορισθεί από τον Κωνστάντιο Β’, θανατώθηκε δια της πυράς από τον Ιουλιανό, αμέσως μόλις αυτός ανέλαβε την εξουσία, το 361 (Ammianus Marcellinus, XXII, 3, 11). Συνεπώς, αυτός είναι ένας δεύτερος λόγος που συνηγορεί ότι οι δίκες στη Σκυθόπολη σταμάτησαν οριστικά το 361, και αποτελεί φαντασία η εικασία ότι γίνονταν το 385-388. Επίσης οι Νεοπαγανιστές δεν λένε την αλήθεια, διότι ο Αμμιανός Μαρκελλίνος δεν γράφει πουθενά στην ιστορία του ότι «στη Σκυθούπολη είχαν στηθεί τα όργανα των βασανιστηρίων και των εκτελέσεων», όπως φαίνεται στο παραποιημένο παραπάνω απόσπασμα του Α.Μ. Παραθέτουμε ολόκληρο το επίμαχο κείμενο του Rerum Gestarum του Αμμιανού Μαρκελλίνου (XIX, 12, 3-15 και 17), και το σχολιάζουμε λεπτομερώς αμέσως μετά.
3. Επιπλέον, ένα μικρό και ασήμαντο γεγονός τού έδωσε την ευκαιρία να επεκτείνει τις έρευνές του κατά τρόπο ανεξέλεγκτο. Υπάρχει μια πόλη ονόματι Άβυδος, στο πιο απόμακρο μέρος της Θηβαίδας˙ εκεί το μαντείο ενός θεού που στα μέρη εκείνα τον λένε Besa αποκάλυπτε το μέλλον και ήταν συνήθειο να τιμάται στις αρχαίες τελετές των παρακείμενων περιοχών.
4. Και, μια που, μερικοί αυτοπροσώπως, ενώ ένα μέρος μέσω άλλων, στέλνοντας μια γραπτή λίστα με τις επιθυμίες τους, ρωτούσαν για τη θέληση των θεοτήτων, έχοντας αναφέρει ρητά τις επιθυμίες τους, τα έγγραφα αυτά που περιείχαν τις αιτήσεις τους και τις λίστες με τις επιθυμίες τους παρέμεναν, καμμιά φορά, στον ναό του μαντείου, ακόμη κι όταν οι απαντήσεις του θεού είχαν δοθεί.
5. Μερικές από αυτές τις γραπτές λίστες με επιθυμίες στάλθηκαν, με κακό σκοπό, στον αυτοκράτορα, ο οποίος, παρόλο που κώφευε σε άλλα πολύ σοβαρά ζητήματα, στο σημείο αυτό ήταν «μαλακότερος από λοβό αυτιού», όπως λέει η παροιμία, και όντας ύποπτος και στενόμυαλος, άρχισε να μαίνεται. Αμέσως φώναξε τον Παύλο να έρθει στην Ανατολή, δίνοντάς του, σα να ήταν ηγέτης διάσημος για την εμπειρία του, την εξουσία να διεξάγει δίκες σύμφωνα με το κέφι του.
6. Άδεια τέτοια δόθηκε επίσης στον Μόδεστο (εκείνη την εποχή κόμη στην Ανατολή), άνθρωπο που ήταν κατάλληλος για τέτοια ζητήματα. Διότι ο Ερμογένης του Πόντου, πραιτοριανός έπαρχος εκείνη την εποχή, απορρίφθηκε ως πολύ ήπιος στον χαρακτήρα.
7. Εφυγε, όπως διετάχθη, ο Παύλος, με βιασύνη και όντας γεμάτος από θανατηφόρα μανία, και δεδομένου ότι η συκοφαντία ήταν ανεξέλεγκτη, άνθρωποι, ευγενείς καθώς και άσημοι, μεταφέρθηκαν από σχεδόν ολόκληρο τον κόσμο. Και μερικοί εξ αυτών σύρθηκαν υπό το βάρος των αλυσίδων˙ άλλοι αδυνάτισαν από την αγωνία της φυλάκισης.
8. Καθώς διαλέχθηκε το θέατρο των βασανιστηρίων και του θανάτου, η Σκυθόπολη, μια πόλη της Παλαιστίνης, η οποία για δύο λόγους φάνηκε πιο κατάλληλη από οποιαδήποτε άλλη: επειδή είναι απομονωμένη και επειδή βρίσκεται στη μέση μεταξύ της Αντιόχειας και της Αλεξάνδρειας, των πόλεων εκ των οποίων προέρχονταν οι περισσότεροι άνθρωποι που κλήθηκαν να δικαστούν.
9. Από τους πρώτους, τότε, που έφεραν, ήταν ο Σιμπλίκιος, ο γιος του Φιλίππου, πρώην Έπαρχος και Ύπατος, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι (όπως ελέχθη) είχε ζητήσει να μάθει από το μαντείο για να κερδίσει το αυτοκρατορικό αξίωμα. Και από μια σημείωση του αυτοκράτορα, που σε τέτοιες περιπτώσεις δεν συγχωρούσε κανένα λάθος λόγω της αφοσιωμένης υπηρεσίας, διετάχθη να τον βασανίσουν. Αλλά προστατευμένος από καλή τύχη, εξορίστηκε.
10. Μετά, ο Παρνάσιος (πρώην Έπαρχος της Αιγύπτου), άνθρωπος με απλό χαρακτήρα, βρέθηκε σε τέτοιο κίνδυνο που δικάστηκε για τη ζωή του, αλλά κι αυτός εξορίστηκε. Είχε, αρκετά πριν από αυτά τα συμβάντα, συχνά ακουστεί πως έλεγε, ότι, όταν, προκειμένου να αποκτήσει κάποιο αξίωμα, εγκατέλειψε την Πάτρα, μια πόλη της Αχαίας όπου είχε γεννηθεί και ζούσε, είχε ονειρευτεί πολλές σκιώδεις οπτασίες που τον συνόδευαν με τραγική ενδυμασία.
11. Αργότερα, ο Ανδρόνικος, γνωστός για τις ελευθέριες σπουδές του και τη φήμη των ποιημάτων του, σύρθηκε στο δικαστήριο. Αλλά επειδή είχε καθαρή συνείδηση, δεν ήταν καθόλου ύποπτος, και με βεβαιότητα πιστοποίησε την αθωότητά του, αφέθηκε ελεύθερος.
12. Επίσης ο Δημήτριος, ο επωνομαζόμενος Κυθράς, ένας μεγάλης ηλικίας φιλόσοφος, πράγματι, αλλά με σκληραγωγημένο σώμα και νου, κατηγορούμενος ότι προσέφερε θυσία αρκετές φορές, δεν μπόρεσε να το αρνηθεί. Ωστόσο, διακήρυξε ότι έτσι έκανε από την νεότητά του με σκοπό να εξευμενίσει τη θεότητα [το Besa], κι όχι για να αποκτήσει υψηλότερο αξίωμα. Διότι, δεν ήξερε κανέναν που είχε τέτοιες φιλοδοξίες. Γι’ αυτό, αφού βασανίστηκε πολύ καιρό, βοηθούμενος από την αμετάβλητη συνείδησή του, άφοβα απολογήθηκε το ίδιο, χωρίς να επιβεβαιωθεί η κατηγορία. Και τότε του επετράπη να επιστρέψει, χωρις καμμιά επιπλέον βλάβη στην γενέτειρα του πόλη, την Αλεξάνδρεια.
13. Αυτούς και μερικούς άλλους η δίκαιη τύχη μαζί με την αλήθεια, τους έσωσαν από τον επικείμενο κίνδυνο. Αλλά καθώς αυτές οι κατηγορίες εκτείνονταν περισσότερο με την εμπλοκή παγίδων και δολομάτων, μερικοί πέθαναν από την παραμόρφωση των κορμιών τους, άλλοι καταδικάστηκαν σε επιπλέον τιμωρία και δημεύθηκαν οι περιουσίες τους, ενώ ο Παύλος ήταν ο παρακινητής αυτών των σκηνών σκληρότητας, παρέχοντας, σαν από κανένα μαγαζί, κάθε είδος εξαπάτησης και σκληρότητας˙ και από το νεύμα του (σχεδόν, μπορώ να πω) εξαρτώταν η ζωή όλων όσοι περπατούν τη γη.
14. Διότι, αν κάποιος φορούσε στο λαιμό φυλακτό κατά του τεταρταίου ελώδη πυρετού ή οποιασδήποτε άλλης αρρώστειας, ή αν κατηγορούνταν βάσει της μαρτυρίας των κακώς διακείμενων ότι περνούσε από έναν τάφο το απόγευμα, επειδή ήταν έμπορος στα δηλητήρια ή ότι συγκέντρωνε όλα τα φρικτά των τάφων και τις μάταιες παραισθήσεις των φαντασμάτων που περπατούν εκεί, καταδικαζόταν σε αποκεφαλισμό και έτσι χανόταν.
15. Στην πραγματικότητα, το ζήτημα αντιμετωπίστηκε ακριβώς σαν να είχαν πολλοί άνθρωποι ζητήσει από το μαντείο του Κλάρου, από τις βελανιδιές της Δωδώνης και το διάσημο κάποτε μαντείο των Δελφών, το θάνατο του αυτοκράτορα. (...)
17. Το να γίνεται αυστηρή έρευνα δεν το θεωρεί λανθασμένο κανείς σωστός άνθρωπος. Διότι, δεν διαφωνούμε πως η ασφάλεια ενός νόμιμου ηγεμόνα, του προστάτη και του υπερασπιστή των καλών ανθρώπων, από τον οποίο βασίζεται η ασφάλεια των υπολοίπων, πρέπει να διασφαλίζεται από την κοινή επιμέλεια όλων μας. Και, προκειμένου αυτός να υποστηριχθεί εντονότερα, όταν υπερασπίζεται η παραβιασμένη μεγαλειότητά του, οι Κορνήλιοι νόμοι δεν απαλλάτουν κανέναν, αδιακρίτως τάξης, από ανάκριση με βασανιστήρια, ακόμη και από το χύσιμο αίματος.

ΣΧΟΛΙΑ:

-Τα δικαστήρια της Σκυθόπολης δεν στήθηκαν για να εξολοθρεύσουν (όλους) τους Εθνικούς ή όποιον ήταν Εθνικός, αλλά για να δικάσουν εκείνους τους συγκεκριμένους Εθνικούς που ζήτησαν χρησμό από κάποιο συγκεκριμένο μαντείο της Ανατολής, στέλνοντας σε αυτό γραπτές λίστες με τις επιθυμίες τους να αποκτήσουν ανώτερα κρατικά αξιώματα. Συνεπώς φάνηκαν ύποπτοι ότι συνωμοτούσαν κατά του αυτοκράτορα (βλέπε παράγραφο 3, 9).
-Δηλαδή το πρόβλημα δεν ήταν οι θυσίες και οι χρησμοί αυτοί καθεαυτοί, αλλά αν όλα αυτά έγιναν κατά του αυτοκράτορα, με σκοπό την ανατροπή του. Δεν αποτελούν δηλαδή δίκες/διωγμούς κατά Εθνικών, αλλά κατά πιθανών συνωμοτών. Αν ήταν διωγμός κατά Εθνικών, δεν θα προσάγονταν να δικαστούν μόνο αυτοί οι Εθνικοί που έστειλαν τις γραπτές επιθυμίες τους σε ένα μαντείο, αλλά όλοι οι Εθνικοί. Η προσαγωγή έγινε λοιπόν βάσει της υποψίας μήπως οι εν λόγω Εθνικοί ήταν συνωμότες˙ δεν υποπτεύθηκε ο αυτοκράτορας όλους τους Εθνικούς. Άρα είναι εσφαλμένο να αποκαλούν οι Νεοπαγανιστές «στρατόπεδα θανάτου των Χριστιανών» τις δίκες κατά πιθανών συνωμοτών στη Σκυθόπολη.
-Οι γραπτές επιθυμίες προς το μαντείο των κατηγορουμένων δόθηκαν στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο. Αλλά από ποιους; «Μερικές από αυτές τις γραπτές λίστες με επιθυμίες στάλθηκαν, με κακό σκοπό, στον αυτοκράτορα», όπως ρητά γράφει ο Αμμιανός, χρησιμοποιώντας παθητική φωνή. Δεν είναι απαραίτητο λοιπόν ότι οι καταγγελίες έγιναν από Χριστιανούς˙ αλλά από αντίζηλους προς τα πρόσωπα αυτά, Εθνικούς και μη (βλέπε παράγραφο 5). Εξάλλου, το λογικό είναι ότι μόνον οι Εθνικοί είχαν πρόσβαση εντός του μαντείου, όπου υπήρχαν οι γραπτές επιθυμίες, και όχι οι Χριστιανοί. Ώστε οι Εθνικοί που φθονούσαν Εθνικούς είναι οι ηθικοί αυτουργοί για όλη αυτή την ιστορία.
-Ο αυτοκράτορας όρισε κάποιον Παύλο να διεξάγει δίκες κατά των υπόπτων, κι όχι «να ξεκινήσει γενοκτονία», όπως ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές (βλέπε παράγραφο 5). «Δίκη» σημαίνει «κάποιοι αθωώνονται», «κάποιοι καταδικάζονται». Δεν σημαίνει «γενοκτονία».
-Παρ’ όλο που στην παράγραφο 7. ο Α.Μ. γράφει ότι οι κατηγορούμενοι «ήρθαν από κάθε γωνιά του κόσμου», στην παράγραφο 8. αναφέρει ρητά ότι οι περισσότεροι από τους κατηγορούμενους προέρχονταν από την Αντιόχεια και την Αλεξάνδρεια. Αυτό ενισχύει την άποψη πως δεν επρόκειτο για «διωγμό κατά Εθνικών όλης της αυτοκρατορίας», αλλά για δίκες κατά συνωμοτών μιας περιοχής. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που επιλέχτηκε η Σκυθόπολη: ήταν στο μέσο της απόστασης Αντιόχειας-Αλεξάνδρειας. Αν επρόκειτο για διωγμό κατά όλων των Εθνικών, τότε ο Α.Μ. δεν θα έλεγε ότι οι περισσότεροι κατηγορούμενοι κατάγονταν από τις δύο αυτές πόλεις. Λογικό είναι, βέβαια, ότι κάποιοι που ζήτησαν χρησμό από το συγκεκριμένο μαντείο προέρχονταν κι από άλλες περιοχές της Αυτοκρατορίας. Αλλά ούτε «διωγμός κατά των Εθνικών της περιοχής» μπορεί να θεωρηθεί, διότι δεν δικάστηκαν όλοι ή οι περισσότεροι Εθνικοί της περιοχής, αλλά μόνο όσοι Εθνικοί της περιοχής είχαν ζητήσει χρησμό από ένα μαντείο.
-Πολλοί επώνυμοι κατηγορούμενοι (όπως λ.χ. ο πρώην έπαρχος Σιμπλίκιος, ο πρώην έπαρχος Παρνάσιος, ο ποιητής Ανδρόνικος, ο φιλόσοφος Δημήτριος Κυθράς) που δικάστηκαν, είτε αθωώθηκαν είτε εξορίστηκαν (βλέπε παράγραφο 9, 10, 11, 12). Σε ένα «στρατόπεδο θανάτου» βέβαια ούτε να γίνεται λόγος για αθώωση ή εξορία. Μόνο για εκτέλεση. Οι Νεοπαγανιστές, όμως, χρησιμοποιούν λανθασμένη ορολογία. Ενώ διαβάζουν ότι αθωώθηκαν κατηγορούμενοι, επιμένουν να αποκαλούν «στρατόπεδα θανάτου» τα δικαστήρια, ώστε να ξεγελιέται ο αναγνώστης.
-Αλλά ακόμη και για τους υπόλοιπους – που ίσως έγιναν κατηγορούμενοι έπειτα από συκοφαντίες εχθρών τους – δεν θανατώνονταν απαραιτήτως. Κάποιοι εξορίζονταν, κάποιοι θανατώνονταν, άλλων η περιουσία δημεύονταν (βλέπε παράγραφο 13). Σε ένα «στρατόπεδο θανάτου» δεν υπάρχει (πλην άλλων) και δήμευση περιουσίας (αλλά όχι θάνατος) και εξορία (δηλαδή όχι θάνατος). Υπάρχει μόνο θανάτωση. Αλλιώς δεν είναι «στρατόπεδο θανάτου», όσο κι αν το αποκαλούν έτσι οι Νεοπαγανιστές.
-Αυτοί που εκτελούνταν ήταν κυρίως έμποροι φαρμακειών και γητειών και μαύροι μάγοι που επικαλούνταν πνεύματα (βλέπε παράγραφο 14). Αλλά είναι πασίγνωστο ότι και οι Παγανιστές αυτοκράτορες και οι αρχαίοι Έλληνες τιμωρούσαν τη μαύρη μαγεία με νόμους και ποινές.
-Φυσικά και γινόντουσαν βασανιστήρια κατά ορισμένων κατηγορουμένων (όχι όλων, βλέπε παράγραφο 9). Όμως ο ίδιος ο παγανιστής Α.Μ. όχι μόνο δικαιολογεί τον ηγεμόνα που διατάσσει βασανιστήρια όταν απειλείται η εξουσία του, αλλά μάς πληροφορεί ότι υπήρχαν οι (ειδωλολατρικοί) «Κορνήλιοι νόμοι» (Lex Cornelia maiestatis) ήδη από τα προχριστιανικά χρόνια, τους οποίους «βελτίωσε» ο Ιούλιος Καίσαρ (Lex Iulia maiestatis), και οι οποίοι επέτρεπαν τη χρήση βασανιστηρίων στην ανάκριση προκειμένου να αποκαλυφθούν συνωμοσίες κατά του ηγεμόνα (βλ. παράγραφο 17).
-Ο Αμμιανός υπερβάλλει όταν γράφει ότι ο Παύλος είχε εξουσία σε όλους τους ανθρώπους επί της γης (παρ. 13) διότι ο ίδιος γράφει (παρ. 8) ότι από τις πόλεις Αντιόχεια και Αλεξάνδρεια προέρχονταν οι περισσότεροι κατηγορούμενοι.
-Οι αλυσίδες που φορέθηκαν στους υπόπτους δεν ήταν «βυζαντινή μέθοδος». Με αλυσίδες δέθηκε κι ο απόστολος Παύλος, από τους Ειδωλολάτρες, στη Ρώμη.
-Ενάντια στα επιχειρήματα ότι η αιτία που ο αυτοκράτορας διέταξε την διαδικασία αυτή ήταν τάχα η χριστιανική φοβία, απαντάμε ότι η φοβία για τη μαγεία και την μαντική ήταν κατεξοχήν ειδωλολατρικό χαρακτηριστικό. Γι΄αυτό και προηγούμενοι ειδωλολάτρες αυτοκράτορες είχαν κάψει μαγικά βιβλία: από φόβο για τη μαγεία. Δεν είναι «χριστιανική» πρωτιά ο φόβος του Κωνστάντιου για τη μαγεία, μαντεία, αλλά προϋπάρχει στον Αύγουστο και τον Διοκλητιανό. Εκτός κι αν ονομάζαμε «διώκτες του Εθνισμού» τους δύο τελευταίους, που έκαψαν μαγικά βιβλία επειδή φοβόντουσαν τη χρήση τους από πιθανούς συνωμότες, οι οποίοι – έτσι πίστευαν οι δυο αυτοί Παγανιστές αυτοκράτορες – θα τα χρησιμοποιούσαν εναντίον του θρόνου τους. Εκτός κι αν επιδιώκουν οι Νεοπαγανιστές να μας πείσουν ότι η δεισιδαιμονία και ο φόβος προς τη μαγεία ή τις δυσοίωνες προβλέψεις δεν υπήρχε πριν το Χριστιανισμό. Φυσικά ο Κωνστάντιος δεν σκεφτόταν χριστιανικά, αφού ο Χριστιανός δεν φοβάται. Σκεφτόταν όμως ειδωλολατρικά, έχοντας ειδωλολατρικά «κατάλοιπα», και γι’ αυτό φοβήθηκε τους χρησμούς αυτούς συνδέοντάς τους με απόπειρα συνωμοσίας εναντίον του. Ο Νέρωνας έκλεισε το μαντείο των Δελφών επειδή η Πυθία τόλμησε να τον αποκαλέσει εμμέσως μητροκτόνο. Η φοβία στην υπερφυσική απειλή υπήρχε ανέκαθεν. Τα αναφερόμενα στα κεφάλαια για τον ανορθολογισμό της Αρχαιότητας το αποδεικνύουν. «Ο Πλάτωνας δείχνει καθαρά πως οι άνθρωποι έτρεμαν πράγματι τούτη τη μαγική επιθετικότητα και πως ο ίδιος θα υπέβαλε αυστηρές ποινές για την πράξη αυτή (μάλιστα στην περίπτωση των επαγγελματιών μάγων, θάνατο), όχι επειδή ο ίδιος πίστευε στη μαύρη μαγεία – αφού διακήρυττε πως διέθετε καθαρό μαυλό – αλλά επειδή πίστευε πως η μαύρη μαγεία εκφράζει μια κακόβουλη θέληση και έχει κακόβουλα ψυχολογικά αποτελέσματα» (E.R. Doods, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 128). Ποιοι είναι αυτοί που θα μας πουν ότι η φοβία προς τη μαγεία εμφανίστηκε με το Χριστιανισμό;
-Το όλο ζήτημα οφείλεται στην δεισιδαιμονία (υπαρκτή προ Χριστιανισμού, και μη χριστιανική, εφόσον ο σωστός Χριστιανός δεν έχει να φοβηθεί τίποτα) του αυτοκράτορα, ο οποίος βρήκε ένα άτομο που το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν το χρήμα κι έσφαζε γι’ αυτό. Έτσι λοιπόν,
1) ούτε «στρατόπεδα θανάτου» ήταν τα δικαστήρια στη Σκυθόπολη 2) ούτε στρέφονταν κατά των Εθνικών βάσει της θρησκείας τους 3) ούτε τοπικός διωγμός κατά Εθνικών ήταν 4) ούτε απαραιτήτως θανατώνονταν από αυτά οι κατηγορούμενοι. 5) Έτσι κι αλλιώς ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος ήταν αιρετικός Αρειανός κι όχι Ορθόδοξος Χριστιανός, και μάλιστα εξόρισε στην Σκυθόπολη (στο «στρατόπεδο θανάτου»!) τον Χριστιανό Ορθόδοξο άγιο Ευσέβιο, και 6) αποτελεί νεοπαγανιστική αθλιότητα να φορτώνουν στους Ορθοδόξους τις πράξεις των διωκτών των Ορθοδόξων.
Παρόλο που ο κ. Ρασσιάς αποδείχτηκε πως είτε ψεύδεται είτε δε γνωρίζει σχετικά με την Σκυθόπολη, επανήλθε στο θέμα. Στο Μια Ιστορία Αγάπης (τ. Α’, σ. 174-175) γράφει: «Από τον Αμμιανό Μαρκελλίνο (19. 12. 1-6), γνωρίζουμε ότι ο περιβόητος διωγμίτης Παύλος (...) αφού εκμεταλλεύθηκε με πονηρό τρόπο ερωτήσεις θρησκευτών και χρησμούς ενός Μαντείου της Αβύδου της Θηβαΐδος, αποσπά αυτοκρατορική έγκριση να κινηθεί αυτός και ο συνεργάτης του Μόδεστος ως ανεξέλεγκτοι ιεροεξεταστές σε ένα πολύ ασαφές πεδίο δράσης ενάντια στην "ειδωλολατρία" που ταυτίζεται όποτε βολεύει με "εσχάτη προδοσία" (...). Και επειδή κάποιοι αμετανόητοι έχουν ήδη προσπαθήσει να αμφισβητήσουν τα συγκεκριμένα γεγονότα με την ηλίθια χριστιανική πρακτική να παίζουν με τις λέξεις, εκτός από την πιο πάνω δημοσιευθείσα στις προηγούμενες εκδόσεις μου λογοτεχνική απόδοση των μαρτυριών του Αμμιανού Μαρκελλίνου (...), τους αφιερώνουμε εδώ και την μετάφραση του Rolfe στην έκδοση Loeb του "Rerum Gestarum")(...)», δίχως πάλι να παραθέσει ολόκληρο το κεφάλαιο XIX, 12, παρά μόνο λίγες σειρές. Εμείς παρατηρούμε τα εξής:
1. Ο κ. Ρασσιάς επιμένει να ισχυρίζεται ότι τάχα η αληθινή αιτία των γεγονότων της Σκυθόπολης ήταν η ταύτιση της λατρείας των «θεών» με το έγκλημα της «εσχάτης προδοσίας», ενώ έχουμε αποδείξει παραπάνω ότι αιτία των γεγονότων ήταν η υποψία του αυτοκράτορα για συνωμοσία (μέσω χρησμοδοτήσεων του συγκεκριμένου μαντείου) εναντίον του κι όχι η ανύπαρκτη πρόθεση του αυτοκράτορα (ή άλλων) να εξαπολύσει μέσω των συγκεκριμένων γεγονότων διωγμό κατά Εθνικών. Ο Κωνστάντιος δεν άρχισε να καταδιώκει ως συνωμότες κατά της εξουσίας του όλους όσους ζητούσαν (επί της βασιλείας του ή παλαιότερα) χρησμό από τα λοιπά μαντεία. Ο Αμμιανός το παρατηρεί αυτό στην παράγραφο 15. Αν αυτό που έγινε αναφορικά με το μαντείο της Αβύδου ήταν ο κανόνας, ο Αμμιανός θα το ανέφερε. Δεν ήταν όμως ο κανόνας, ήταν η μοναδική περίπτωση, και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα διωγμού κατά Εθνικών (που ζήταγαν χρησμό).
2. Ο κ. Ρασσιάς επιμένει να ισχυρίζεται ότι η όλη ιστορία συνιστά διωγμό Εθνικών έστω υπό το κάλυμμα του αδικήματος της «εσχάτης προδοσίας», ενώ έχουμε σαφέστατα αποδείξει ότι οδηγήθηκαν στη Σκυθόπολη μόνο όσοι Εθνικοί ζήτησαν χρησμό από το μαντείο της Αβύδου και κυρίως απ’ τις πόλεις της Αλεξάνδρειας και της Αντιόχειας και όχι όποιος τύχαινε να είναι Εθνικός ούτε όλοι (ή οι περισσότεροι) οι Εθνικοί της Αλεξάνδρειας-Αντιόχειας που ενδεχομένως να ζήτησαν από άλλα μαντεία χρησμό. Μόνο στη φαντασία του κ. Ρασσιά υπάρχει ταύτιση «ειδωλολατρίας» και «εσχάτης προδοσίας» για την εξεταζόμενη περίπτωση, αφού το πρόβλημα δεν το προκαλούσε η λατρεία των «θεών» καθεαυτή.
3. Ο κ. Ρασσιάς επιμένει να ισχυρίζεται ότι καταδιωκόταν όποιος απλός Εθνικός κατηγορείτο ότι απλώς «φορούσε αποτρεπτικό φυλακτό ή ότι κάποιος τον είδε να κάθεται κοντά σε αρχαίους τάφους ή ερείπια για να καταδικασθεί σε θάνατο ως ειδωλολάτρης ή νεκρομάντης» (Βλ. Ρασσιά, Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Α’, σ. 174) (δική του η παραποιημένη μετάφραση του Αμμιανού XIX, 12, 14, με εξεπίτηδες προσθήκη τού «..ως ειδωλολάτρης..», το οποίο δεν λέει ο Αμμιανός, ούτε εδώ ούτε πουθενά• και για να δείξουμε σε όλους τις ερευνητικές μεθόδους του κ. Ρασσιά, το πώς δηλαδή προσθέτει στα κείμενα λέξεις κι έννοιες, όταν παραθέτει τα γεγονότα, παραθέτουμε την αγγλική μετάφραση του Rolfe στην έκδοση Loeb, της παραγράφου 14, την οποία... μας αφιερώνει: «For if anyone wore on his neck an amulet against the quartan ague or any other complaint, or was accused by the testimony of the evil-disposed of passing by a grave in the evening, on the ground that he was a dealer in poisons, or a gatherer of the horrors of tombs and the vain illusions of the ghosts that walk there, he was condemned to capital punishment and so perished». Πού το είδε αυτό το «ως ειδωλολάτρης», ο κ. Ρασσιάς; Μήπως το πρόσθεσε, για να πείσει ότι γινόταν διωγμός Ειδωλολατρών; Μήπως το a dealer in poisons ή το a gatherer of the horrors of tombs σημαίνουν «ειδωλολάτρη»;), ενώ ο Αμμιανός δεν κάνει κανένα λόγο για καταδίκη Εθνικού λόγω «λατρείας των θεών», πουθενά δεν αναφέρει ότι ο Παγανισμός καθεαυτός ήταν η αιτία των δεινών, αλλά αναφέρεται σε όσους εξασκούσαν (ή κατηγορούνταν ότι εξασκούσαν) μαύρη μαγεία. Αλλά ούτε και «απ’ το νόημα» δεν στέκει η προσθήκη «ως ειδωλολάτρης» του κ. Ρασσιά, αφού προφανώς δεν ήταν όλοι οι Εθνικοί «μάγοι»• και αν κάποιοι Εθνικοί που ήταν (ή δεν ήταν) μάγοι κατηγορήθηκαν για μαγεία, ήταν η «μαγεία» και όχι η «ειδωλολατρία» το αδίκημά τους. Άρα ως «μάγοι» και όχι «ως ειδωλολάτρες» καταδικάστηκαν. Εκτός κι αν οι Νεοπαγανιστές ισχυριστούν ότι η «φαρμακεία»-μαύρη μαγεία (την οποία καταδίκαζαν και οι Εθνικοί νομοθέτες) συνιστά ουσιώδες τμήμα της αρχαίας λατρείας.. Στο κάτω-κάτω αφού ο Αμμιανός δεν γράφει «..ως αρχαιόθρησκοι», είναι περιττό ή μάλλον παράλογο να συνεχίσουμε μια τέτοια «αναζήτηση»• εκτός κι αν αρχίσουμε να προσθέτουμε ό,τι μας καπνίσει στα κείμενα. Είναι γνωστό ότι οι νόμοι κατά της μαύρης μαγείας είχαν νομοθετηθεί από ειδωλολάτρες Ρωμαίους. Επομένως καμμία σχέση με διωγμό ειδωλολατρίας δεν έχει η δίωξη (έστω και αν ήταν άδικη) όσων κατηγορούνταν ως μάγοι.
4. Ακόμα και οι αναφορές ότι «όποιος φορούσε στο λαιμό του φυλακτό κ.λπ.» αφορούν τους συγκεκριμένους που κατηγορήθηκαν (ότι είχαν ζητήσει χρησμό από το συγκεκριμένο μαντείο, ο οποίος μπορεί να ήταν εναντίον της εξουσίας του Κωνστάντιο) και δικάστηκαν στη Σκυθόπολη, και όχι για κάθε έναν Εθνικό, της Αυτοκρατορίας ή έστω των Αντιόχειας-Αλεξάνδρειας που τύχαινε να φορά φυλακτό. Ούτε εξάλλου ίσχυε το «Καθένας που φορά φυλακτό είναι Εθνικός». Διότι αν ήταν η ιδιότητα του Εθνικού από μόνη της (κι όχι ό,τι νόμιζαν οι διώκτες ότι συνεπάγεται το φυλακτό – μαγεία) αξιόποινη, τότε κανείς δεν θα γλίτωνε ούτε καν οι τέσσερις Εθνικοί.
5. Ο κ. Ρασσιάς α’) αποκαλεί «αμετανόητους» τους διαφωνούντες μαζί του, β’) τους κατηγορεί ότι «παίζουνε με τις λέξεις», γ’) τους αφιερώνει τη μετάφραση των εκδόσεων Loeb και δ) προκειμένου να δαιμονοποιήσει την κριτική στους ισχυρισμούς του εκ μέρους των Χριστιανών γράφει (Μια ιστορία αγάπης, τ. Α’, σ. 10): «λόγω της βλακείας και του θράσσους των ημεδαπών κατηγορουμένων που αντί να λουφάξουν στη γωνιά τους, αυτοί εξαπέλυσαν μία αηδιαστική εκστρατεία αμφισβήτησης των ιστορικά τεκμηριωμένων εγκλημάτων τους προσπαθώντας ηλιθιωδώς να προσβάλουν την αξιοπιστία του γράφοντος», ενώ είναι πλέον πασιφανές α’) ότι ο ίδιος είναι αμετανόητα διαστρεβλωτής του Αμμιανού Μαρκελλίνου, β’) ότι αυτός είναι ο μόνος που παίζει με τις λέξεις (μιλώντας λ.χ. για «Ελληνικό Ολοκαύτωμα») και το νόημα του κειμένου παραθέτοντας από αυτό μόνο ό,τι τον συμφέρει να παραθέσει, και προσθέτοντας ό,τι θέλει, γ’) ότι εμείς έχουμε πρώτοι, εδώ και δύο χρόνια (2004), παραθέσει τη μετάφραση του Loeb, πολύ πριν αυτός αντιληφθεί την ύπαρξή της και προσπαθήσει στην επανέκδοση του βιβλίου του να μπαλώσει τα ψεύδη του και δ) ότι ο Β. Ρασσιάς και οι συν αυτώ εύκολο το έχουν να καταφεύγουν σε τέτοιους χαρακτηρισμούς, ανενόχλητα, εδώ και καιρό. Είναι γενικός κανόνας, όταν κάποιος δεν μπορεί να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των επικριτών του, να μην παραθέτει τα πλήρη στοιχεία και ταυτόχρονα να καταφεύγει σε τέτοιους χαρακτηρισμούς.
6. Ο κ. Ρασσιάς δεν δικαιούται να διαστρεβλώνει ή να αποκρύβει τα επιχειρήματα των επικριτών του (ισχυριζόμενος λ.χ. ότι «δεν γνωρίζουνε την μετάφραση των εκδόσεων Loeb» ή ισχυριζόμενος ότι απάντησε στη διεξοδική ανάλυσή εκ μέρους τους του κειμένου), ώστε να νομίζει και να προσπαθεί να πείσει ότι «τους ανταπάντησε».
7. Ο κ. Ρασσιάς πιστεύει τόσο πολύ στην αλήθεια των ισχυρισμών του, που ενώ εμείς προ δύο ετών (2004) παραθέσαμε όλο το επίμαχο κείμενο του Αμμιανού από τις εκδόσεις Loeb – τις οποίες μας αφιερώνει –, αυτός, ενώ γράφει τόσα βιβλία, δεν τολμά να παραθέσει τις πέντε-δέκα επίμαχες παραγραφούλες του Αμμιανού Μαρκελλίνου και να αντικρούσει ορθά-κοφτά, μια κι έξω, τα σχόλιά μας (ενώ τα γνωρίζει πολύ καλά – εκτός κι αν οι «φωνές» δεν τού τα αποκάλυπταν τόσο καιρό). Φαίνεται πως, ενώ συγγράφει κι εκδίδει χιλιάδες βιβλία, δεν μπόρεσε ν’ αντέξει το επιπλέον οικονομικό βάρος της παράθεσης 17 μικρότατων σε όγκο παραγράφων του 12ου κεφαλαίου του 19ου βιβλίου του Αμμιανού Μαρκελλίνου, από τον Loeb τον οποίο ανακάλυψε πρόσφατα, κι έτσι τις παρέλειψε. Διότι, αν πίστευε πως είχε δίκαιο, δε θα παρέθετε σκόρπια ό,τι τον συμφέρει (τότε βάζει και το λατινικό πρωτότυπο. Προφανώς το πράττει για χάρη των λατινόφωνων Ελλήνων), αλλά θα ανάφερε όλη την ιστορία, ως έχει. Ίσως σκέφτηκε ότι θα μεγάλωνε πολύ το κείμενο – αλλά ωστόσο δεν παρέλειψε να προσθέσει ότι τάχα ανταπάντησε. Φυσικά όποιος πιστεύει πως κατέχει την αλήθεια δεν φοβάται τίποτα. Κι όταν μετά από τόσες επανεκδόσεις ο κ. Ρασσιάς δεν παρέθεσε την πλήρη ιστορία ώς τώρα, ο λόγος είναι προφανής.
8. Τέλος, επειδή ο Ρασσιάς ισχυρίζεται ότι «τα λένε κι άλλοι», ασφαλώς δεν θα περιμένει από κανένα σώφρονα άνθρωπο να δεχτεί τα λεγόμενά του, επειδή τα είπαν και κάποιοι ξένοι στρατευμένοι αντιχριστιανοί. Ο Pierre Chuvin, διεθνώς αναγνωρισμένος καθηγητής κι ερευνητής στις Ανατολικές Σπουδές και την Ύστερη Αρχαιότητα, δεν συμμερίζεται καθόλου την άποψη ότι η Σκυθόπολη ήταν τόπος βασανισμού Εθνικών, και γράφει τηλεγραφικά για το θέμα αυτό: «Εύκολα καταλαβαίνουμε ποιος ήταν ο στόχος: ο πολιτικός κίνδυνος που προερχόταν από μια επιστήμη ικανή να υποδείξει –έστω και με ασάφεια– ποιος και πότε θα διαδεχόταν τον αυτοκράτορα. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί θρησκευτικός διωγμός των παγανιστών» (Pierre Chuvin, Οι τελευταίοι Εθνικοί, εκδ. Θύραθεν, σ. 55). Ο κ. Ρασσιάς λοιπόν μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Χαρακτηριστικό της αξιοπιστίας των συγκεκριμένων ισχυρισμών του κ. Ρασσιά είναι ότι ο ίδιος φέρνει ως πηγές τον.. Deschner (!) και τον... Δαυλό! Το... «περιοδικό πρωτοποριακής έρευνας» Δαυλός, που έχει αποκαλέσει (τ. 258) τη Σκυθόπολη «το Άουσβιτς των Ελλήνων». Προφανώς θα εννοεί ότι στο Άουσβιτς και εν γένει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν στέλνονταν όλοι οι Εβραίοι, παρά μόνο όσοι Εβραίοι ήταν ύποπτοι για απόπειρα κατά του Χίτλερ, και ότι οι κρατούμενοι Εβραίοι δεν θανατώνονταν όλοι, αλλά απλώς δικάζονταν και κάποιοι εξ αυτών αθωώνονταν από τους Ναζί, οι οποίοι τους επέτρεπαν να γυρίσουν στα σπίτια τους.
Να πώς οι ίδιοι οι Νεοπαγανιστές παραδέχονται ότι διαστρεβλώνουν τις πηγές: «Στα αλλεπάλληλα «άνοιξε η γη και τους γκρέμισε στην κόλαση», «έπεσε πυρ εξ ουρανού», «άγγελος Κυρίου εμφανίσθηκε και τον σκότωσε» κ.ο.κ., εμείς και όσοι εν τέλει τυγχάνουμε φυσιολογικοί, δηλαδή λογικοί, άνθρωποι, βλέπουμε απλώς απλοϊκές απόπειρες απόκρυψης εγκλημάτων και εγκλημάτων και ξανά εγκλημάτων, με κραυγαλέες σαχλαμάρες ικανές να «πείσουν» μόνον ανθρώπους που επιμένουν να κατοικοεδρεύουν πνευματικά στον πιο μαύρο και συμπαγή Μεσαίωνα». «Επειδή γνωρίζουμε καλά ότι όταν οι «πηγές» αυτού του συρφετού αναφέρονται σε «αγγέλους Κυρίου» που φονεύουν, στην πραγματικότητα αναφέρονται σε σφαγές ανθρώπων από ανθρώπους και μόνον από ανθρώπους, έτσι θα ερμηνεύουμε τις περιλάλητες «πηγές» και έτσι θα γράφουμε την υπέρ αδικηθέντων, ηττηθέντων, κακοποιηθέντων και εξαφανισθεντων Ιστορία μας». Βέβαια, αν αυτοί που έφεραν αντίρρηση για την ειλικρίνεια των χριστιανών ιστοριογράφων που ισχυρίζονταν τέτοια πράγματα, ήταν τίποτε αυτοαποκαλούμενοι «ορθολογιστές» ή «άθεοι» ή «διαφωτιστές» κι όχι άνθρωποι που.. λατρεύουν το Δία, θα είχαν κάποια βάση οι αντιρρήσεις τους. Αλλά άνθρωποι που αποδέχονται τη μετενσάρκωση, πιστεύουν στην αστρολογία, στην μαντική επιστήμη, στους χρησμούς των μαντείων, στην οιωνοσκοπία των Αρχαίων, στο μαντικό θρόισμα των δέντρων, στο σβήσιμο πυρκαγιών με τη βοήθεια τελετουργικών χορών και στα πάμπολα παγανιστικά θαύματα της προρωμαϊκής, Κλασσικής Αρχαιότητας (που περιγράψαμε στα δύο πρώτα κεφάλαια) – τα οποία δεν επιτρέπουν σε κανέναν να ισχυρίζεται ότι θαύματα συνέβαιναν (σύμφωνα με τους Αρχαίους που τα περιέγραψαν) μόνο στον Μονοθεϊσμό –, μόνον αυτοί δεν δικαιούνται να αναρωτιούνται αν ήταν ειλικρινείς ή αν ψεύδονταν (συγκαλύπτοντας σφαγές) οι Χριστιανοί ιστοριογράφοι που κατέγραφαν εμφάνιση «αγγέλων Κυρίου» κ.λπ., για τον απλούστατο λόγο ότι όλα αυτά που οι αρχαιολάτρες αποδέχονται είναι κατ’ ουσίαν ο Ορισμός του Ανορθολογισμού και απείρως ανορθολογικότερα από την εμφάνιση ενός «αγγέλου Κυρίου» που θαυματουργεί (αφήνουμε κατά μέρους την καθεαυτή έννοια του «Ορθολογισμού», την οποία διαστρέφουν κατ’ εξακολούθησιν οι Νεοπαγανιστές). Αξίζει εξέτασης η αιτιολόγηση της διαστρέβλωσης των χριστιανικών πηγών: «Ποτέ δεν θα συρθούμε στο να «τεκμηριώσουμε» ότι το φεγγάρι δεν είναι τρίγωνο επειδή μόνο και μόνο εκατομμύρια απατεώνες ή ψυχοπαθείς καταναλωτές παραμυθιών αρέσκονται να υποστηρίζουν μανιωδώς κάτι τέτοιο». Οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι το Φεγγάρι είναι Θεός, ότι κατεβαίνει στη γη και συνουσιάζεται με τον θνητό Ενδυμίωνα, αυτοί φέρνουν ως παράδειγμα το Φεγγάρι, για να πείσουν ότι οι Χριστιανοί ιστορικοί παραλογίζονται. Τρίγωνο, λοιπόν, δεν μπορεί να είναι το φεγγάρι, αλλά θεός σίγουρα είναι. Σύμφωνα με τους Παγανιστές, ανορθολογισμός θα ήταν η πίστη ότι το φεγγάρι είναι τριγωνικό και μάταιη η προσπάθεια μετάπεισης όσων το πιστεύουν˙ ενώ η πίστη ότι το φεγγάρι είναι θεός (θεά!) δεν είναι καθόλου ανορθολογιστική! Κοίτα ποιοι παραλληλίζουν τον «χριστιανικό παραλογιμό» με το «τριγωνικό φεγγάρι». Να η σαθρότητα των νεοπαγανιστικών επιχειρημάτων. Φυσικά, ο νεοπαγανιστικός παραλληλισμός του ισχυρισμού ενός ή πολλών ανθρώπων περί «τριγωνικού φεγγαριού» με τους ισχυρισμούς των χριστιανών ιστοριογράφων δεν στέκει ούτως ή άλλως: αν το φεγγάρι είναι σφαιρικό, θα είναι πάντοτε τέτοιο, και επομένως πάντοτε θα αποδεικνυόταν λανθασμένος ο ισχυρισμός ότι είναι τριγωνικό, ενώ αν «ο άγγελος Κυρίου» κατέβηκε ή δεν κατέβηκε την τάδε ημέρα του 350 μ.Χ. αυτό συνέβη (ή δεν συνέβη) μια κι έξω και όχι συνεχώς ώς τώρα, οπότε η τοτινή παρουσία του (ή απουσία του) δεν είναι αυταπόδεικτη και πασιφανής, όπως η σφαιρικότητα του φεγγαριού, ώστε να αποδειχθεί παραμύθι ο χριστιανικός ισχυρισμός.
Με αυτές τις μπαγαμποντιές και αυτά τα σοφιστικά τερατουργήματα μπορεί ο κ. Ρασσιάς να θεωρεί παραμύθια μεν τα χριστιανικά θαύματα, ωστόσο να δέχεται (άλλοτε συγκεκαλυμμένα και άλλοτε ολοφάνερα) την απίστευτης ηλιθιότητας άποψη των Ειδωλολατρών ότι χάρη στα ειδώλια του... θεού (!) Αχιλλέα που έστησαν οι Εθνικοί ιεροφάντες, η Αθήνα σώθηκε από τους σεισμούς και τον Αλάριχο. Αυτή είναι η «ορθολογική ιστορία των ηττημένων» στην οποία πιστεύει.
Οι πηγές αυτές που ο Ρασσιάς αποκαλεί «τίποτε περισσότερο από συνταχθέντα στον αέρα «ιερά» βιβλία, ιδεολογικοποιημένες και υποκειμενικές αφηγήσεις χριστιανών χρονικογράφων, «αφελείς» καταγραφές λαϊκών θρύλων, προπαγανδιστικά – προσυλητιστικά κείμενα», παραδόξως αυτές είναι σχεδόν οι μόνες πηγές που υπάρχουν. Εκτός κι αν αναφέρει κανένας Κινέζος ή Ινδός τα γεγονότα του Σαράπειου. Όταν λοιπόν ο κάθε ψευδοερευνητής ισχυρίζεται ότι «εκθλίβει» (Β. Ρασσιάς, Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Α’, σ. 18) τις (κατά Ρασσιά) «εντελώς αναξιόπιστες πηγές» (αν είναι εντελώς αναξιόπιστες, γιατί δεν τις πετά στα σκουπίδια, είναι το προφανές, αλλά ακατανόητο για τον κ. Ρασσιά, ερώτημα) των Χριστιανών, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά από το να τις βάζει στο παγανιστικό προκρούστειο κρεββάτι της σκέψης του, δηλαδή έχοντας από πριν ως «αδιάσειστη πεποίθηση» ότι έγιναν διωγμοί και μάλιστα ότι εξαιτίας των διωγμών επικράτησε ο Χριστιανισμός, «αναλύει» – βάσει αυτού του προϋπάρχοντος δόγματός (μοντέλου ερμηνείας) του – τις (μόνες υπαρκτές) χριστιανικές ιστορικές πηγές, έτσι ώστε να φανεί ότι αυτές υποστηρίζουν το ιστορικό δόγμα του. Δηλαδή αυτοεξαπατάται και στη συνέχεια πιστεύοντας ότι «ανακάλυψε την... κρυμμένη αλήθεια (!) εντός των ("εντελώς αναξόπιστων"!!) πηγών», ισχυρίζεται όσα ισχυρίζεται. Κλασσικό παράδειγμα του τι εννοεί ο Ρασσιάς με αυτήν την «έκθλιψη των πηγών» είναι «βγάζω απ’ τη μύγα ξύγκι».
«Από πλευράς μας οι μόνες έγκυρες πηγές είναι τα ελάχιστα σε παγκόσμιο επίπεδο διασωθέντα κείμενα νομοθεσιών, τα επίσης ελάχιστα αρχαιολογικά σχετικά στοιχεία, αλλά, κυρίως, όλες οι προηγούμενες συγγραφές, αναλύσεις και κρίσεις από μη χριστιανούς ή ουδέτερους ή, έστω, από αντικειμενικούς τουλάχιστον «τύποις χριστιανούς» ιστορικούς» ισχυρίζεται ο Β. Ρασσιάς (τ. Α’, σ. 19).

Προκύπτουν τα ερωτήματα:
1) Οι νομοθεσίες, των οποίων τα κείμενα διασώθηκαν, εφαρμόζονταν ή μπορεί και να μην εφαρμόζονταν;
2) Τα σχετικά (ελάχιστα, όπως παραδέχονται οι Νεοπαγανιστές) αρχαιολογικά ευρήματα, όντας ελάχιστα, μπορούν να είναι απόδειξη ότι α’) υπήρξαν διωγμοί και κυρίως β’) αυτοί είναι η αιτία επικρατήσεως του Χριστιανισμού;
3) Εφόσον οι ίδιοι οι χριστιανοί ιστοριογράφοι του 4ου και 5ου αι. δεν συνιστούν «αξιόπιστους μάρτυρες», με ποια λογική οι αντιχριστιανοί του 18ου, του 19ου και του 20ού αιώνα συνιστούν περισσότερο αξιόπιστους ερμηνευτές, εφόσον κι αυτοί είναι προκατειλημμένοι (ως άθεοι-άπιστοι), αρνητικώς όμως, προς τον Χριστιανισμό; Θα δεχόταν κανείς «ελαφρά τη καρδία», ως «αξιόπιστη ερμηνεία» της ιστορίας του Εβραϊσμού έναν Σαουδάραβα ή άλλον Μουσουλμάνο;
Οι απαντήσεις είναι σαφέστατες, παρά τις απατεωνίστικες σοφιστείες περί «αντικειμενικότερης ιστορίας των ηττημένων» (Δεν γνωρίζουμε αν ο Β. Ρασσιάς θέλει να εμπιστευόμαστε την ιστορική ερμηνεία του 1821 και του 1912 από τους ηττημένους Τούρκους ή του Β’ Παγκοσμίου από τους ηττημένους Ναζί - οι οποίοι καταγγέλουν τη "γενοκτονία" των Γερμανώναπό τους Συμμάχους το 1944-45! - και τους Ιάπωνες εθνικιστές):
-ΟΧΙ, οι νομοθεσίες μπορεί και να μην εφαρμόζονταν, όπως και σήμερα υπάρχουν εκατοντάδες νόμοι, που δεν εφαρμόζονταν.
-α) ΟΧΙ απαραίτητα και β’) ΟΧΙ απαραίτητα, εφόσον είναι ελάχιστα, καταστροφές αγαλμάτων έγιναν και από μη Χριστιανούς (π.χ. Δυτικούς αρχαιολάτρες ή Άραβες ή Βάρβαρους ή Σταυροφόρους) σε εποχές (6ος-20ος αι.) κατά τις οποίες δεν υπήρχε κανένας αντι-ειδωλολατρικός διωγμός.
-προφανώς ΟΧΙ, διότι η υποκειμενική πίστη ή απιστία ή γενικότερα η προσωπική ιδεολογία παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στην ερμηνεία ενός γεγονότος και στην εξαγωγή συμπερασμάτων για το αν ο Χριστιανισμός επικράτησε βίαια ή όχι. Για παράδειγμα (άσχετο, αλλά ενδεικτικό της τεράστιας επίδρασης της «υποκειμενικής ιδεολογίας» του καθενός στην ερμηνεία γεγονότων) ένας Τούρκος δεν θα αποκαλούσε «εισβολή και κατοχή» την απόβαση του τουρκικού στρατού στην Κύπρο το 1974˙ ένας Έλληνας θα έπραττε το αντίθετο. Ένας «ουδέτερος» και «αδιάφορος» Κινέζος ή Χαβανέζος θα χρησιμοποιούσε ίσως μια ενδιάμεση ορολογία για το ίδιο γεγονός.
Έτσι λοιπόν η ξεδιάντροπη διαστρέβλωση των πηγών και η νευρωτική εμμονή να αρνείται κανείς όλες τις μαρτυρίες τρίτων (ακόμη και ομόδοξων), απλώς επειδή δε συμφωνούν με τον δικό του ανορθολογισμό, είναι η μόνη διέξοδος για όσους αδυνατούν να πείσουν με τη λογική για την ορθότητα των ισχυρισμών τους. Έχοντας αποδειχτεί είτε ψεύτες είτε ανιστόρητοι, το μόνο που τους απομένει είναι ο Προκρούστης: να τα πετσοκόβουν όλα σύμφωνα με την ψυχοπαραληρηματική «ερμηνεία» τους. Στο κάτω-κάτω ο Προκρούστης ήταν κι αυτός Αρχαίος Έλληνας˙ απ’ τους χειρότερους.
Ορισμένοι αρχαιολάτρες θα αντιπούν, έπειτα απ’ όλα αυτά: «μα, υπάρχουν και άλλοι, ξένοι συγγραφείς, που επίσης ισχυρίζονται ότι διεπράχθησαν βανδαλισμοί και διώξεις». Η απάντηση είναι απλή: φυσικά και υπάρχουν τέτοιοι ξένοι, και είναι αυτοί, από τους οποίους οι Νεοπαγανιστές της χώρας μας αντιγράφουν – δίχως καμμία δική τους έρευνα – τους ισχυρισμούς τους. Το ότι «τα λένε και ξένοι» δεν σημαίνει τίποτα θετικό αναφορικά με την αξιοπιστία των ισχυρισμών τους. Ποιοι ξένοι τα λένε; Οι ξένοι αυτοί δεν είναι ούτε επιστήμονες ούτε αντικειμενικοί κριτές˙ είναι συνήθως φανατισμένοι αντιχριστιανοί ή στρατευμένοι άθεοι, που έχουν την ίδια ή σχεδόν την ίδια άγνοια των αρχαίων πηγών, την οποία έχουν και οι Νεοπαγανιστές στην Ελλάδα. Δηλαδή «τυφλός οδηγεί τυφλούς». Ωστόσο είναι γελοίο να δεχόμαστε όποια ανοησία ξεστόμισε ο κάθε αντιχριστιανός Άγγλος, Γερμανός, Γάλλος, μη ιστορικός πολλές φορές, που δεν είχε πρόσβαση στα αυθεντικά ελληνικά κείμενα του 4ου και 5ου αιώνα, απλώς επειδή είναι ξένος «ερευνητής» και δήθεν «οι ξένοι τα ξέρουν καλύτερα». Εδώ ολόκληροι επιστήμονες, διακεκριμένοι ιστορικοί, έχουν εξυμνήσει τον Ιουλιανό ως «Υπερασπιστή του Ελληνισμού» μη έχοντας διαβάσει (;) τις επιστολές του, στις οποίες αυτός επιχαίρει για την καταστροφή των έργων του Επίκουρου και του Πύρρωνα˙ και υπάρχει κανείς που αναρωτιέται αν οι μη ιστορικοί «ξένοι ερευνητές» δεν ισχυρίζονται ίδιες και χειρότερες ανοησίες και φανταστικούς «διωγμούς»; Από ημιμαθείς αντιχριστιανούς αντιγράφουν οι Νεοπαγανιστές, και ύστερα έρχονται και μας λεν ότι «τα λενε και άλλοι αυτά».
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 2:38 pm

ΣΤ' ΜΕΡΟΣ

ΔΙΩΞΕΙΣ II


14. - δεύτερο μέρος "Οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες κατεδίωξαν τον ελληνισμό και την ελληνική θρησκεία, και έκαναν τα μύρια όργια κατά των Ελλήνων, με τη συμπαράστατη της εκκλησίας. Έκαψαν και γκρέμισαν ιερά, κατέστρεψαν αγάλματα, σκότωσαν φιλοσόφους και ήταν ενάντια σε κάθε τι ελληνικό. Οι Έλληνες εκχριστιανίστηκάν με το ζόρι από τους βυζαντινούς".

14d ΔΙΩΓΜΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΑΡΧΑΙΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ ΑΠΟ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΣ

Αλήθεια, τι έχουν να πουν οι Νεοπαγανιστές για τις διώξεις Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων από τους Ειδωλολάτρες;
-«Εξαιτίας της δήλωσης του Πρωταγόρα στο βιβλίο του Περί θεών ότι δεν ξέρει αν υπάρχουν θεοί, οι Αθηναίοι τον έδιωξαν από την πόλη και έκαψαν τα βιβλία του στην Αγορά, αφού πρώτα έβγαλαν κήρυκα και τα μάζεψαν ένα-ένα από όσους είχαν αντίτυπα» («"περὶ μὲν θεῶν οὐκ ἔχω εἰδέναι οὔθ' ὡς εἰσίν, οὔθ' ὡς οὐκ εἰσίν· πολλὰ γὰρ τὰ κωλύοντα εἰδέναι, ἥ τ' ἀδηλότης καὶ βραχὺς ὢν ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου."διὰ ταύτην δὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ συγγράμματος ἐξεβλήθη πρὸς Ἀθηναίων· καὶ τὰ βιβλία αὐτοῦ κατέκαυσαν ἐν τῇ ἀγορᾷ, ὑπὸ κήρυκι ἀναλεξάμενοι παρ' ἑκάστου τῶν κεκτημένων», Διογένης Λαέρτιος, IX, 52). «Κι ο Πρωταγόρας ως γνωστόν εξορίστηκε» (Πλούταρχου, Νικίας, 23). Το ίδιο λένε και οι: Φιλόστρατος, Βίοι Σοφιστών, I 10, 3˙ Ησύχιος, Ονοματολόγος˙ Σέξτος Εμπειρικός, Προς μαθηματικούς, IX 55. Φυσικά, είναι άξιο απορίας πώς αμφισβητείται το γεγονός της δίωξης του από τους Αθηναίους, λες και ήταν ο μόνος φιλόσοφος που αναφέρεται ότι δίωξαν οι Αθηναίοι (ώστε να λέγανε κάποιοι «δεν συναντάμε παρόμοια συμπεριφορά»). Ωστόσο, επειδή υπάρχουν οι αντιρρήσεις, τις παραθέτουμε και απαντάμε σ’ αυτές. Έτσι υπάρχει η άποψη ότι οι ειδήσεις για δίκη και καταδίκη του Πρωταγόρα συγκρούονται με τη μαρτυρία του Πλάτωνα και αποτελούν, μάλλον, επινόηση μεταγενέστερων συγγραφέων. Επιπλέον, ισχυρίζονται ορισμένοι, ο Πλάτων είναι ιδεολογικός αντίπαλος των Σοφιστών κι έχει κάθε συμφέρον να κατηγορήσει τον αρχηγό των σοφιστών για αθεΐα και να επισημάνει πως διώχτηκε από την πόλη. Ακόμα όμως κι ο ορκισμένος εχθρός των Σοφιστών, Πλάτων, δεν αναφέρει πουθενά κάτι τέτοιο. Γιατί άραγε; Και τέλος ξενίζει η πληροφορία του Διογένη Λαέρτιου ότι πρώτο από τα έργα του ο Πρωταγόρας διάβασε στην Αθήνα το «Περί θεών». Όπως σωστά παρατηρεί ο C.W.Muller, "Protagoras uber die Gotter", σ. 331, σημ. 64, στην περίπτωση που αυτό αληθεύει, και με την προϋπόθεση, πάντα, ότι πραγματικά έλαβε χώρα δίκη του Πρωταγόρα, θα πρέπει να δεχτούμε ότι οι Αθηναίοι έσυραν στα δικαστήρια τον σοφιστή, στα τέλη της ζωής του, για μια επίδειξη που είχε γίνει πριν από αρκετά χρόνια, στη διάρκεια της πρώτης παραμονής του στην πόλη τους. Εμείς απαντάμε ως εξής:
α’) Ο Πλάτωνας δεν αναφέρει πουθενά ότι ο Πρωταγόρας δεν δικάστηκε για ασέβεια. Απλώς τον παρουσιάζει να έχει πεθάνει σε μεγάλη ηλικία. Όμως ο Πλάτωνας λέει πολλές ανακρίβειες. Για παράδειγμα 1) επειδή είναι φιλοσπαρτιάτης, εξωραΐζει την σπαρτιατική Κρυπτεία λέγοντας πως αυτή ήταν απλώς στρατιωτικές ασκήσεις των Λακεδαιμόνιων, ενώ ακόμη και ο φιλοσπαρτιάτης Πλούταρχος (Λυκούργος, 28), μαζί με τους Αριστοτέλη και Θουκιδίδη λεν την αλήθεια, ότι η Κρυπτεία ήταν περιοδική (κάθε χρόνο) εξόντωση, δια νόμου, των άοπλων ετοιμοπόλεμων Ειλώτων από τους Λακεδαιμόνιους στρατιώτες. 2) Κατά την δίκη και καταδίκη του Σωκράτη αυτός το έσκασε από την Αθήνα (σύμφωνα με άλλη παράδοση απλώς κρύφτηκε) και προσπαθεί στον Φαίδωνα 59b να τα μπαλώσει, βάζοντας τον Φαίδωνα να λέει ότι ο Πλάτων δεν παρευρίσκονταν στη φυλακή κατά τις τελευταίες στιγμές του Σωκράτη γιατί «θαρρώ πως ήταν άρρωστος», λέγοντάς τα μασημένα και μέσω τρίτων. 3) Λέει ψέμματα για τον λόγο της απουσίας των Σπαρτιατών στη μάχη κατά των Περσών στον Μαραθώνα, διότι ενώ ο Ηρόδοτος είχε αναφερθεί στους πραγματικούς λόγους (Ηρόδοτος, 6, 106, 2-3), ο Πλάτωνας προσπαθώντας άτεχνα να αντικρούσει τον Ηρόδοτο αναφέρει (Νόμοι, 698e) ότι «δεν ξέρει ακριβώς» γιατί δεν κατάφεραν να βοηθήσουν οι Σπαρτιάτες τους Αθηναίους. Φυσικά ως Αθηναίος ήξερε πολύ καλά τον λόγο, αλλά ως φιλοσπαρτιάτης κάνει πως δεν τον ξέρει (άλλωστε ήταν πολύ μεταγενέστερος, όπως κι ο Πλούταρχος, του Ηροδότου). 4) Φυσικά υπάρχουν ένα σωρό άλλες δικές του μυθοπλασίες (Ατλαντίδα κ.λπ.) τις οποίες εφευρίσκει και χρησιμοποιεί για ηθικοδιδακτικούς σκοπούς. Δεν είναι και τόσο τρομερό λοιπόν να γράφει ανακρίβειες στους διαλόγους του, ειδικά για ιστορικά συμβάντα. Φιλόσοφος και όχι ιστοριογράφος ήταν.
β’) Επί της ουσίας, το ότι ο Πλάτωνας δεν λέει κάτι, δεν σημαίνει ότι αυτό δεν συνέβη. Ο Πλάτωνας δεν αναφέρει τη δίωξη του Αναξαγόρα, και του Διαγόρα, τις οποίες αναφέρουν πολλοί σύγχρονοί τους. Λοιπόν; Δε συνέβησαν; Ο Πλάτων δεν αναφέρει πουθενά τον Δημόκριτο• δεν υπήρξε ο Δημόκριτος; Τι είναι ο Πλάτων, ο μόνος συγγραφέας της εποχής εκείνης;
γ’) Υπάρχει το επιχείρημα ότι ότι ο Πλάτων, ως ολιγαρχικός, φιλοσπαρτιάτης και εχθρός των σοφιστών, θα είχε συμφέρον να κατηγορήσει τον Πρωταγόρα, αλλά αφού δεν το κάνει και δεν αναφέρει τίποτα, σημαίνει ότι τίποτα δεν έγινε. Δεν είναι όμως ο Πλάτων ο μόνος φιλοσπαρτιάτης και ολιγαρχικός. Την πληροφορία για τη δίκη και την εξορία του Πρωταγόρα μας την δίνει ο Αθηναίος χρονικογράφος Φιλόχορος (ο Mueller το λέει αυτό), ο οποίος ήταν επίσης θρησκόληπτος, επίσης ολιγαρχικός, και είχε συγγράψει Ιστορία των Αθηνών, από τους διασημότερους χρονικογράφους της εποχής του. Αστήριχτο είναι λοιπόν το επιχειρήμα «οι ολιγαρχικοί εχθροί των σοφιστών δεν αναφέρουν τη δίωξη του Πρωταγόρα, άρα αυτή δεν συνέβη ποτέ».
δ’) Ο Πλούταρχος όμως, που είναι εξίσου φιλοσπαρτιάτης και ολιγαρχικός-φιλομοναρχικός, αναφέρει τη δίωξη το Πρωταγόρα. Δύο λοιπόν εχθροί της δημοκρατίας αναφέρουν το συμβάν.
ε’) Αλλά υπάρχει κι αυτό: «Είναι τολμηρό να υποθέσουμε πως δεν έγιναν άλλες διώξεις πέρα από τις περιπτώσεις που συνέβηκε να ακούσουμε οι ίδιοι. Οι μελετητές δεν έχουν προσέξει αρκετά αυτό που ο Πλάτωνας βάζει τον Πρωταγόρα να λέει (Πρωταγόρας, 316C-317B), δηλ. για τους κινδύνους που συνοδεύουν το επάγγελμα των σοφιστών, που τους εκθέτει "σε μεγάλες αντιζηλίες και έχθρες και κάθε λογής διωγμούς, έτσι που οι περισσότεροι θεώρησαν αναγκαίο να δουλεύουν χρησιμοποιώντας προπέτασμα". Ο ίδιος έχει την προσωπική του ασφάλεια (τη φιλία του Περικλή;), που τον έχει διαφυλάξει μέχρι τώρα » (E.R. Doods, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 276, σημ. 68). Όταν πέθανε ο Περικής, η προστασία έπαψε κι ο Πρωταγόρας διώχτηκε. Είναι ολοφάνερο ότι ο Πλάτων μιλά εμμέσως για τη δίωξη του Πρωταγόρα. Βάζει τον ίδιο τον Πρωταγόρα να μιλήσει εμμέσως γι’ αυτήν. Είναι ψευδές λοιπόν ότι δεν αναφέρεται ο Πλάτων στη δίωξη του Πρωταγόρα. Προκύπτει το ερώτημα όμως, γιατί ο Πλάτων να μιλήσει τόσο συγκεχυμένα για τη δίωξη αυτήν και όχι να την αναφέρει ρητώς; Ίσως ο Πλάτων αποφεύγει να αναφέρει τη δίωξη του Πρωταγόρα, επειδή όχι μόνο ο Πρωταγόρας αλλά και ο δικός του δάσκαλος, Σωκράτης διώχτηκαν από την Αθήνα. Κι αυτό, διότι στον Πλάτωνα θα φάνηκε παράξενο που η Αθήνα δίωξε όχι μόνο τον «κακό» (κακό, σύμφωνα με τον Πλάτωνα) Πρωταγόρα, αλλά και τον «καλό», «στην πραγματικότητα ευσεβή» (που, πάλι κατά Πλάτωνα, «άδικα τον σκοτώσανε») Σωκράτη. Εξάλλου ο Πλάτων όντας εχθρός της Δημοκρατίας, εάν ανέφερε στα γραπτά του μόνο την δίωξη κατά του Σωκράτη (όπως και κάνει) θα μπορούσε να πει (και το λέει) εμμέσως: «ορίστε, η Δημοκρατία είναι ένα τόσο άθλιο πολίτευμα, ώστε θανατώνει τους άριστους πολίτες, σαν το Σωκράτη» (κι ο Ξενοφώντας το ίδιο λέει). Ενώ, επειδή ο Πρωταγόρας ήταν σοφιστής και προφανώς δημοκρατικός, η ενδεχόμενη αναφορά του Πλάτωνα στη δίωξή του θα χάλαγε το ερμηνευτικό μοντέλο (του Πλάτωνα) περί «κακού δήμου που θανατώνει τους καλούς (=ολιγαρχικούς) αντιφρονούντες».
στ’) Πού βασίζονται όμως αναφέροντας τον Πλάτωνα όσοι αρνούνται την ιστορικότητα της πληροφορίας για δίκη; Στο έργο του Πλάτωνα Μένων, 91e. Να τι γράφει εκεί: «..και τον Πρωταγόρα, κατά τα λεγόμενά σου, δεν τον πήρε είδηση όλη η Ελλάδα, που, περισσότερο από σαράντα χρόνια, διέφθειρε όσους πήγαιναν κοντά του και τους έστελνε πίσω χειρότερους από όσο τους δεχόταν• γιατί νομίζω ότι πέθανε σε ηλικία 70 περίπου χρονών και ήταν στην τέχνη σαράντα χρόνια. Σε όλα τούτα τα χρόνια, ώς τούτη την ημέρα ακόμη, η καλή του φήμη δεν έχει πάψει». Φυσικά εδώ ο Πλάτωνας δεν μας λέει πώς πέθανε ο Πρωταγόρας ούτε λέει τι είχε προηγηθεί του θανάτου του. Δεν υπάρχει κάποια πληροφορία για τον τρόπο θανάτου και ό,τι συνέβη πιο πριν, η οποία να αναιρεί την πληροφορία του Διογένη Λαέρτιου. Το όλο επιχείρημα των αμφισβητιών βρίσκεται στην τελευταία φράση: «Σε όλα τούτα τα χρόνια, ώς τούτη την ημέρα ακόμη, η καλή του φήμη δεν έχει πάψει». Αυτό για τους αμφισβητίες σημαίνει ότι, αφού είχε ώς τώρα (=ώς τη στιγμή της συγγραφής του Μένωνα από τον Πλάτωνα) καλή φήμη ο Πρωταγόρας, δεν γίνεται να καταδιώχτηκε. Αν καταδιωκόταν, υποστηρίζουν αυτοί, ο Πλάτων θα έλεγε ότι ο Πρωταγόρας είχε κακή φήμη. Ο Doods (Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 275, σημ. 66) αντικρούει το επιχείρημα αυτό: «Ο Burnet (Thales to Plato, 112), και άλλοι μετά από αυτόν, απορρίπτει την πλατιά επιβεβαιωμένη παράδοση της δίκης του Πρωταγόρα ως μη ιστορική, στηριζόμενος στον Πλάτωνα, Μένων 91E. Ο Πλάτωνας όμως μιλεί εδώ για τον Πρωταγόρα όσον αφορά τη διεθνή φήμη του ως δασκάλου, πράγμα που δεν μειώνεται από έναν Αθηναίο διώκτη αιρέσεων• ο Πρωταγόρας δεν κατηγορείται για διαφθορά της νεολαίας αλλά για αθεϊσμό. Η δίκη δεν μπορεί να έγινε τόσο αργά όσο το 411, αλλά η και η παράδοση δεν λέει ότι έγινε». Η «καλή φήμη», λοιπόν, «ώς και τούτη την ημέρα» (=μετά το θάνατο του Πρωταγόρα) αφορά την διεθνή φήμη του σοφιστή μεταξύ των μαθητών του και όσων τον θεωρούσαν μεγάλο δάσκαλο. Η καλή αυτή φήμη δεν αναιρεί διόλου την κακή γνώμη του Πλάτωνα ή αυτών οι οποίοι καταδίωξαν τον Πρωταγόρα, κι αυτό φαίνεται από το ίδιο το κείμενο του Μένωνα, όπου ο Πλάτων, ενώ αναφέρεται στην «καλή φήμη» που έχει ο Πρωταγόρας, όταν είναι να εκφέρει ο ίδιος άποψη, κατακρίνει τον Πρωταγόρα. Άρα η «καλή φήμη» δεν ήταν αποδεκτή από όλους. Επαναλαμβάνουμε, ο Πλάτωνας δεν μας λέει κάτι το οποίο να αναιρεί αναγκαστικά την ιστορία της καταδίωξης του Πρωταγόρα, διότι δεν μας λέει τα γεγονότα προ του θανάτο του. Παραθέτουμε και μια άλλη μια γνώμη (W.K.C. Guthrie, Οι Σοφιστές, ΜΙΕΤ, σ. 320) για τα λόγια αυτά (ειδικά την τελευταία φράση του πλατωνικού Μένωνα): «δεν βρίσκεται σε αντίφαση με την δίκη και την καταδίκη• τα ίδια θα έλεγε [ο Πλάτων] και για τον Σωκράτη». Άλλο δηλαδη η φήμη (καλή ή κακή, η αντικειμενική ή υποκειμενική άποψη) και άλλο η δίκη και καταδίκη.
ζ’) Ο λάθος υπολογισμένος χρόνος καύσης του συγγράμματος δεν συνιστά εμπόδιο στο να είναι αποδεκτή η είδηση. Ίσως ο Διογένης Λαέρτιος κάνει λάθος ότι ήταν το πρώτο σύγγραμμα του Πρωταγόρα• ίσως και ο Φιλόχορος, επειδή δε γινόταν να ξέρει όλα τα βιβλία του κάθε σοφιστή, να έκανε λάθος (μπορεί κι από υπερβάλλοντα ζήλο, αφού ήταν θρήσκος και θα ήθελε να δείξει ότι οι Αθηναίοι ευθύς εξαρχής έδιωξαν τον Πρωταγόρα). Το πότε γράφτηκε το σύγγραμμα είναι άγνωστο. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπήρχε νόμος εναντίον όσων αμφισβητούσαν την κρατική αρχαία θρησκεία. Δεν ήταν κάτι το «εξαιρετικά απίθανο» λοιπόν να συνέβη η δίωξη. Εξάλλου η αντίδραση κατά των δημοκρατών και των σοφιστών δεν άρχισε μια μέρα, αλλά φούντωνε σταδιακά. Μπορεί λοιπόν ό,τι στα 430 π.Χ. ήταν ανεκτό (ή οι αντιδράσεις να ήταν λιγοστές), στα 410 (οι ημερομηνίες είναι τυχαίες) να μην ήταν πλέον. Για παράδειγμα, ο Αναξαγόρας αρχικώς ήταν ανεκτός στην Αθήνα, όπως κι ο Διαγόρας, όπως και άλλοι• ωστόσο αργότερα καταδικάστηκαν για ασέβεια. Έτσι, μπορεί το σύγγραμμα αυτό ενώ αρχικά, στο στάδιο της φιλελευθεροποίησης της Αθήνας, να μην προκαλούσε αγανάκτηση, ωστόσο στο στάδιο της ολιγαρχικής αντίδρασης κάθε τι, και αυτό, προκαλούσε την αγανάκτηση. Μπορεί τέλος απλούστατα το σύγγραμμα να εγράφη στο τέλος της ζωής του Πρωταγόρα. Ούτε η ηλικία παίζει ρόλο στην καταδίωξη του Πρωταγόρα: ο Σωκράτης θανατώθηκε, όταν ήταν εβδομηντάρης. Υπάρχουν τόσες πολλές δυνατές εκδοχές του γεγονότος, που δεν τίθεται ζήτημα να απορρίψουμε την είδηση, επειδή δεν την λέει ο Πλάτων ή επειδή ο Διογένης Λαέρτιος σφάλλει σ’ ένα σημείο.
η’) Στο σημείο αυτό βέβαια πρέπει να εξετάσουμε την αντικειμενικότητα του Φιλόχορου, αφού από αυτήν εξαρτάται η είδηση του Διογένη Λαέρτιου. Διότι, αν ο Φιλόχορος ήταν κάποιος φανατισμένος, αν κανείς στην Αρχαιότητα δεν έπαιρνε στα σοβαρά τα γραπτά του, τότε είναι προφανές ότι η πληροφορία του είναι ψευδής. Ας δούμε τι λένε οι εξής εγκυκλοπαίδειες για τον Φιλόχορο.
Εγκ. Πάπυρος λάρους μπριτάννικα: «Ιεροσκόπος και μάντης στο επάγγελμα (...) Το κυριότερο και εκτενέστερο (δεκαεπτά βιβλία) έργο του, Ατθίς, κάλυπτε την ιστορία της Αθήνας από τους μυθικούς χρόνους ώς την εποχή του Αντίοχου Β’ (261 π.Χ.) Ο Φιλόχορος διακρινόταν για την ευσυνειδησία και την επιμέλειά του, γι' αυτό και το έργο του αποτέλεσε έγκυρη πηγή πληροφόρησης για πολλούς μεταγενέστερους συγγραφείς (....)». Εγκυκλοπαίδεια Υδρία: «Αθηναίος ατθιδογράφος, από τους καλύτερους του είδους του. Γεννήθηκε το 340 π.Χ. από επιφανή οικογένεια (...) Το 306 π.Χ. ο Φ. άσκησε τα λειτουργήματα του μάντη και του ιεροσκόπου. (...) Ο κατάλογος των έργων του περιλαμβάνει είκοσι επτά τίτλους. Το σπουδαιότερο απ' όλα ήταν η "Ατθίς", σε δεκαεπτά βιβλία, που περιλάμβανε την ιστορία της Αθήνας από τους μυθικούς χρόνους ώς το 261/260 π.Χ., δηλ. μέχρι την εποχή του Αντίοχου Β'. Σ' αυτό ακολούθησε ο συγγραφέας τη χρονολογική κατάταξη κατά βασιλιάδες και άρχοντες, ενώ εξέθετε διεξοδικά τα ιστορικά γεγονότα. Φαίνεται ότι ο Φ. έκανε επιτομή της "Ατθίδος", ενώ αργότερα ο Ασίνιος Πολίων διασκεύασε και επεξεργάστηκε την πρώτη ή έκαμε δεύτερη επιτομή, προορισμένη, μάλλον, για τους Ρωμαίους. Κατ’ αναφορά του λ. Σουίδα ο κατάλογος των έργων του περιλαμβάνει τους τίτλους: Περί μαντικής, σε τέσσερα βιβλία, Περί θυσιών, σε ένα βιβλίο, Περί της Τετραπόλεως, Σαλαμίνος κτίσις, Περί των Αθήνησιν αγώνων, σε δεκαεπτά βιβλία, Περί των Αθήνησιν αρξάντων από Σωκρατίδου και μέχρις Απολλοδώρου, Ολυμπιάδες, Προς την Δήμωνος Ατθίδα, Επιτομή της Διονυσίου πραγματείας περί ιερών, Περί Αλκμάνος, Περί μυστηρίων των Αθήνησι, Δηλιακά, σε δύο βιβλία, Περί Ευρημάτων, Περί καθαρμών, Περί συμβόλων. Τα έργα του Φ. αποτέλεσαν πηγή για πολλούς μεταγενέστερους ιστορικούς και γραμματικούς». Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια: «Ο Φιλόχορος ανεδείχθη ο επιφανέστερος των ατθιδογράφων. Η Ατθίς του, εις 17 βιβλία (...) ήτο πολύ διεξοδική, διότι ο ίδιος ηναγκάσθη να ποιήση επιτομήν της (...) Εις την Ατθίδα, ήτις εξετιμάτο πολύ υπό των αρχαίων δια την ευσυνειδησίαν και ακρίβειάν της (...) εξέθετε τα ιστορικά και ιδίως τα πλησιέστερα γεγονότα διεξοδικώτερον των προϊστορικών και μυθολογικών. (...) Τα πολυπληθή άλλα ιστορικά έργα του Φιλοχόρου ανεφέροντο πάλιν εις ειδικά ζητήματα της ιστορίας, τοπογραφίας και γεωγραφίας των Αθηνών και της Αττικής, τα οποία διεπραγματεύετο κατόπιν ειδικών ερευνών (...) εκ των οποίων πλείστας πληροφορίας ηρύσθησαν οι μεταγενέστεροι ιστορικοί και γραμματικοί. Την σπουδαιότητα και την σημασία του έργου του Φιλοχόρου υπεμφαίνουν ημίν αι κρίσεις του Διονύσιου Αλικαρνασσέως και άλλων, προς δε τα ποικίλα χωρία, τα οποία εύρηνται παρεμβεβλημένα εις άλλους συγγραφείς (...)». Το συμπέρασμα είναι προφανές. Ο Φιλόχορος δεν ήταν κανένας δευτεροκλασάτος, ασήμαντος ιστοριογράφος, ήξερε τι έγραφε και μάλιστα είχε ασχοληθεί σχεδόν αποκλειστικά με την ιστορία της Αθήνας, της πατρίδας του. Όντας μάλιστα μάντης και ιεροφάντης, δηλαδή όντας θρήσκος, δεν θα του διέφευγε η είδηση για την καταδίκη των γραπτών του Πρωταγόρα εξαιτίας ασέβειας. Το ότι όλοι οι άλλοι Αρχαίοι τον σέβονταν και εκτιμούσαν το έργο του είναι επαρκής απόδειξη.
-«Ο Αναξαγόρας μηνύθηκε για ασέβεια επειδή διακήρυσσε ότι ο ήλιος είναι μια διάπυρη μεταλλική μάζα, και καταδικάστηκε σε πρόστιμο 5 ταλάντων και εξορία. Κατά άλλους καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο» («Σωτίων μὲν γάρ φησιν ἐν τῇ Διαδοχῇ τῶν φιλοσόφων ὑπὸ Κλέωνος αὐτὸν ἀσεβείας κριθῆναι, διότι τὸν ἥλιον μύδρον ἔλεγε διάπυρον· ἀπολογησαμένου δὲ ὑπὲρ αὐτοῦ Περικλέους τοῦ μαθητοῦ, πέντε ταλάντοις ζημιωθῆναι καὶ φυγαδευθῆναι. Σάτυρος δ' ἐν τοῖς Βίοις (FHG iii. 163) ὑπὸ Θουκυδίδου φησὶν εἰσαχθῆναι τὴν δίκην, ἀντιπολιτευομένου τῷ Περικλεῖ· καὶ οὐ μόνον ἀσεβείας ἀλλὰ καὶ μηδισμοῦ· καὶ ἀπόντα καταδικασθῆναι θανάτῳ. Ἕρμιππος δ' ἐν τοῖς Βίοις (FHG iii. 43) φησὶν ὅτι καθείρχθη ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ τεθνηξόμενος.», Διογένης Λαέρτιος, II, 12-13).
-Φυσικά ο Σωκράτης, εξοντώθηκε με κώνειο επειδή, κατά τους Ειδωλολάτρες, δεν πίστευε στους θεούς της πόλης (Με οποιαδήποτε έννοια κι αν εννοήσουμε το «νομίζειν», πάλι το ίδιο συμπέρασμα βγαίνει: ο Σωκράτης καταδικάστηκε διότι δεν δεχόταν/πίστευε ως θεούς αυτούς που δεχόταν/πίστευε η πόλη της Αθήνας). Είναι λάθος να αποσιωπάται η θρησκευτική αιτία της δίωξης του Σωκράτη, κι αυτό μας το δείχνει ο Αριστοφάνης, παραθέτοντας στις Νεφέλες την άποψη του πολύ κόσμου για τον Σωκράτη. Δεν ήταν μόνο οι πολιτικώς αντιφρονούντες (ολιγαρχικοί) μαθητές του Σωκράτη ούτε οι προσωπικές αντιπάθειες που ο Σωκράτης με τη «μαιευτική» του θα δημιουργούσε σε πολλούς, αλλά η διάχυτη υποψία του πολυθεϊστικού όχλου ότι ασεβούσε προς τους «θεούς».
-Το τι κυνήγι φιλοσόφων γινόταν εκείνη την εποχή (τέλη 5ου – αρχές 4ου αι.) από τους Ειδωλολάτρες, μάς το αναφέρει ο Αριστοφάνης στις Νεφέλες του. Η αντίρρηση ότι οι Νεφέλες είναι κωμωδία δεν στέκει καθόλου, διότι ο Αριστοφάνης παρέθετε διάφορα πραγματικά συμβάντα με χιουμοριστικό τρόπο, και μάλιστα οι γνώμες που παραθέτει είναι ακριβώς η γνώμη του απλού Αθηναίου. Γράφει ο Αριστοφάνης (στ. 1506-1509) με το στόμα του Στρεψιάδη ο οποίος απευθύνεται προς τους σοφιστές και τους φιλόσοφους: «Τι σας έπιασε και τόση στους θεούς ασέβεια δείχνετε, / του φεγγαριού τον πισινό ψάχνετε να βρείτε; / Διώξ’ τους, ρίξ’ τους, βάρα τους, γιατί πολλά ‘χουνε κάνει, / το πιο πολύ, το ξέρω, ζητούσαν τους θεούς να βλάψουν». Ο όχλος των Πολυθεϊστών προφανώς θα είχε τέτοιες απόψεις για τους μη παραδοσιακούς φιλοσόφους του «Χρυσού Αιώνα», γι’ αυτό και καταδίκασε τόσους πολλούς εξ’ αυτών.
- «Ο Πρόδικος ο Κείος, φιλόσοφος και σοφιστής, σύγχρονος του Δημοκρίτου, μαθητής του Πρωταγόρα, πέθανε στην Αθήνα, αφού του έδωσαν να πιεί κώνειο, με το αιτιολογικό ότι διέφθειρε τους νέους» (Σούδα). Σχετικά πρβ. Αριστοφάνης, απ. 490: τοῦτον τὸν ἄνδρ’ ἢ βυβλίον διέφθορεν ἢ Πρόδικος ἢ τῶν ἀδολεσχῶν εἷς γέ τις.
- Ο Θεόδωρος ο Κυρηναίος, ο επονομαζόμενος Άθεος, που έζησε στο α΄ μισό του 3ου π.Χ. αι. κατά τον Διογένη Λαέρτη (II, 101-102) αφού εξορίστηκε για τη διδασκαλία του από την Αθήνα, κατέφυγε στην αυλή του Πτολεμαίου, και έπειτα στην Κυρήνη, ξανά εξορίστηκε, για να καταφύγει ξανά στην Ελλάδα: «Κάποτες που ο Θεόδωρος είχε καθίσει πλάι στον ιεροφάντη Ερυκλείδη, τον ρώτησε: "δε μου λες, Ευρυκλείδη, ποιοι είναι οι ασεβείς προς τα μυστήρια;". Και αφού αυτός του απάντησε "εκείνοι που τα αποκαλύπτουν στους αμύητους", "κι εσύ", του είπε, "είσαι ασεβής, αφού τα εξηγείς στους αμύητους". Παρά λίγο να προσαχθεί στον Άρειο Πάγο, αν δεν τον γλίτωνε ο Δημήτριος ο Φαληρεάς. Ο Αμφικράτης όμως, στο Περί ενδόξων ανδρών βιβλίο του (FHG iv. 300), λέει ότι καταδικάστηκε να πιεί το κώνειο. (...) "Δεν μου λες, Θεόδωρε", του είπε, "εσύ δεν είσαι που σ’ έδιωξαν από την Αθήνα;". "Σωστά είσαι πληροφορημένος", του είπε˙ "πράγματι η πόλη των Αθηναίων, επειδή δεν μπορούσε να με υποφέρι, με πέταξε, όπως η Σέμελη τον Διόνυσο". (...) Την πρώτη φορά που τον εξόρισαν είπε τούτο: "καλά κάνετε, άνδρες Κυρηναίοι, που με εξορίζετε από τη Λιβύη στην Ελλάδα"» Έκανε ένα αστειάκι με τον ειδωλολάτρη ιεροφάντη ο φιλόσοφος Θεόδωρος κι αμέσως η Ιερά Εξέταση της Ειδωλολατρίας τον εξόρισε (Διογένης Λαέρτιος, II, 103). Άμεση Δημοκρατία ή άμεση Ειδωλοκρατία;
- Ένας μαθητής του Θεόδωρου του Άθεου, ο Ηγησίας, δίδασκε στην Αλεξάνδρεια, αλλά ο Πτολεμαίος Β’ απαγόρευσε τις διαλέξεις του (βλ. Κικέρ., Tusc., I, 34, 83) (Γιάνη Κορδάτου, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, εκδ. Μπουκουμάνη, σ. 282).
- Ο Διαγόρας ο Μήλιος εξορίστηκε από τους Αθηναίους επειδή έλεγε πως οι θεότητες του Ολύμπου είναι ανύπαρκτες και επειδή διακωμωδούσε τα απόκρυφα των μυστηρίων και «ασέβησε με λόγια απένταντι στις τελετές και τις γιορτές», και τον καταδίκασαν σε θάνατο, επικηρύσσοντας το κεφάλι του με ανταμοιβή ένα τάλαντο (Λυσίας 6.17˙ Αριστοφάνης, Όρνιθες, στ. 1071 κ.ε.˙Σούδα).
- Ο Στίλπων ο Μεγαρεύς δικάστηκε και καταδικάστηκε για ασέβεια προς τα μνημεία των θεών, και η ποινή ήταν εξορία: «Αυτός, λένε, ρώτησε κάποτε έτσι για το άγαλμα της Αθηνάς που είχε φτιάξει ο Φειδίας: "Είναι θεός η Αθηνά, η κόρη του Δία;", και σαν του είπαν "ναι", "μα αυτή δεν είναι του Δία, είναι του Φειδία", αποκρίθηκε. Και καθώς συμφωνούσαν, συμπέρανε: "άρα δεν είναι θεός". Αλλά για την κουβέντα του αυτή προσήχθη ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπου δεν αρνήθηκε ότι τα είπε, αλλά υποστήριξε ότι σωστά μίλησε: "γιατί πράγματι δεν είναι θεός, αλλά θεά, αφού μόνον οι άρρενες είναι θεοί". Πλην όμως οι Αρεοπαγίτες τον διέταξαν να φύγει αμέσως από την πόλη. Τότε και ο Θεόδωρος τον ρώτησε κοροϊδευτικά: "Κι από πού το ξέρεις αυτό, Στίλπωνα; Μήπως της σήκωσες το φουστάνι και είδες;"» (Διογένης Λαέρτιος, II, 116). Τόλμησε να θίξει ένα ξόανο ο φιλόσοφος Στίλπωνας, κι αμέσως τον εξόρισαν οι Ειδωλολάτρες.
-η Ασπασία κατηγορήθηκε (δικάστηκε) επί ασέβεια προς τον Παγανισμό (Πλούταρχου Περικλής, 32).
-ο Ευριπίδης κατηγορήθηκε για ασέβεια προς την Ειδωλολατρία από τον Κλέωνα (Σάτυρου, Βίος Ευριπίδου, απ. 39. Πρβλ. Bury, CAH V. 383κ.)
-ο Αριστοτέλης. «Στην αρχή του Λαμιακού πολέμου, βρήκαν την ευκαιρία οι θρησκόληπτοι Αθηναίοι, που δε χώνευαν τον Αριστοτέλη για τις επιστημονικές του έρευνες, να τον κατηγορήσουν για άθεο. Έτσι, ο Αριστοτέλης, για να μην αναγκαστεί να πιεί το κώνειο, αναγκάστηκε να φύγει από την Αττική» (Γιάνη Κορδάτου, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, εκδ. Μπουκουμάνη, σ. 340) «Το ιερατείο εκπροσωπούμενοι από τον ιεροφάντη της Ελευσίνιας Δήμητρας Ευρυμέδοντα και η σχολή του Ισοκράτους δια του Δημοφίλου, υιού του ιστορικού Εφόρου υπέβαλον καταγγελίαν κατά του Αριστοτέλους επί ασεβεία. Η κατηγορία πιθανώς θα ανεφέρετο και εις φιλοσοφικάς δοξασίας περιεχόμενας εις το Περί ευχής σύγγραμμά του, εν ώ εδιδάσκετο ότι η προσευχή ουδέν αποτέλεσμα δύναται να αποφέρει» (Κων. Δ. Γεωργούλη, Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης, εκδ. Ιστορικής και λαογραφικής εταιρίας Χαλκιδικής, σ. 47). «Ο Αριστοτέλης ήρθε στην Αθήνα και ήταν επικεφαλής της σχολής του για δεκατρία χρόνια και μετά αποσύρθηκε στη Χαλκίδα, επειδή κατηγορήθηκε από τον Ευρυμέδοντα τον ιεροφάντη για ασέβεια, ή, σύμφωνα με τον Φαβωρίνω στην Παντοδαπή ιστορία του, από τον Δημόφιλο» (Διογένης Λαέρτιος, V, 5). Ο Αριστοτέλης έφυγε, για να μη δώσει, όπως είπε, την ευκαιρία στους Αθηναίους να χτυπήσουν τη φιλοσοφία για δεύτερη φορά (η πρώτη ήταν με το Σωκράτη).
-Ο διάδοχος του Αριστοτέλη στο Λύκειο, ο Θεόφραστος, επίσης κατηγορήθηκε για ασέβεια («Ἁγνωνίδης τολμήσας ἀσεβείας αὐτὸν γράψασθαι» Διογένης Λαέρτιος, V, 37).
-Ο Αισχύλος κατηγορήθηκε για ασέβεια, επειδή αποκάλυψε μερικά από τα μυστικά των Μυστηρίων σε κάποιο από τα έργα του. (Αριστ. Ηθικά Νικομάχεια 1111a 9-10). «Ο Αισχύλος ο τραγωδός κρίθηκε ένοχος για ασέβεια, λόγω ενός δράματός του. Κι ενώ ήταν έτοιμοι οι Αθηναίοι να τον λιθοβολήσουν, ο Αμεινίας, ο νεώτερος αδερφός του, τους έδειξε το χέρι του, το οποίο δεν είχε καρπό. Είχε αριστεύσει στη ναυμαχία της Σαλαμίνας ο Αμεινίας χάνοντας τον καρπό του και ήταν πρώτος των Αθηναίων. Επειδή είδαν οι δικαστές το πρόβλημά του, θυμήθηκάν τα κατορθώματά του και άφησαν τον Αισχύλο» (Αιλιανού Ποικίλη Ιστορία, 5, 19: «Αἰσχύλος ὁ τραγῳδὸς ἐκρίνατο ἀσεβείας ἐπί τινι δράματι. ἑτοίμων οὖν ὄντων Ἀθηναίων βάλειν αὐτὸν λίθοις, Ἀμεινίας ὁ νεώτερος ἀδελφὸς διακαλυψάμενος τὸ ἱμάτιον ἔδειξε τὸν πῆχυν ἔρημον τῆς χειρός. ἔτυχε δὲ ἀριστεύων ἐν Σαλαμῖνι ὁ Ἀμεινίας ἀποβεβληκὼς τὴν χεῖρα, καὶ πρῶτος Ἀθηναίων τῶν ἀριστείων ἔτυχεν. ἐπεὶ δὲ εἶδον οἱ δικασταὶ τοῦ ἀνδρὸς τὸ πάθος, ὑπεμνήσθησαν τῶν ἔργων αὐτοῦ, καὶ ἀφῆκαν τὸν Αἰσχύλον»). Δηλαδή, καθόλου δεν αθωώθηκε ο Αισχύλος – απλώς του χάρισαν τη θανατική ποινή. Επειδή ασέβησε κατά των θεών γράφοντας ένα ακόμη αριστούργημά του, κρίθηκε άξιος θανάτου. Και γλίτωσε την τελευταία στιγμή, από τις πέτρες των πολυθεϊστών.
- Σε πολλές περιοχές, όπως στη Λύκτο της Κρήτης και στην Αρκαδία, οι Επικούρειοι, όχι μόνο καταδιώχτηκαν, μα και πέρασαν από βασανιστήρια, όπως μάς πληροφορεί κάποιο απόσπασμα του Αιλιανού (Γιάνη Κορδάτου, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, εκδ. Μπουκουμάνη, σ. 431). «Στην Κρήτη, οι Λύκτιοι έδιωξαν μερικούς από τους Επικουρείους που ήταν εκεί, και ψηφίστηκε νόμος στην τοπική διάλεκτο για αυτούς που επινόησαν την θηλυκή και αγεννή και αισχρή σοφία και έχουν κηρυχθεί δημόσια εχθροί των θεών της Λύκτου. Και αν κάποιος έφτανε έχοντας θράσσος και δεν έδινε καμιά σημασία σε όσα έλεγε ο νόμος, έπρεπε αυτός να δεθεί στο ζυγό κοντά στο βουλευτήριο (διοικητήριο) για είκοσι ημέρες αφού είχε αλειφθεί γυμνός με γάλα και μέλι,ώστε να γίνει δείπνο για τις μέλισσες και τις μύγες και να τον σκοτώσουν στο χρόνο που αναφέρθηκε. Κι αν αφού είχε περάσει αυτός ο χρόνος ζούσε ακόμα έπρεπε να τον ρίξουν στον γκρεμό αφού τον έντυναν με γυναικείο ένδυμα» (Αιλιανού Αποσπάσματα 39: «ὅτι ἐν Κρήτῃ Λύκτιοι τῶν Ἐπικουρείων τινὰς ἐκεῖ παραβαλόντας ἐξήλασαν. καὶ νόμος ἐγράφη τῇ ἐπιχωρίῳ φωνῇ τοὺς τὴν θήλειαν σοφίαν καὶ ἀγεννῆ καὶ αἰσχρὰν ἐπινοήσαντας καὶ μέντοι καὶ τοῖς θεοῖς πολέμιους ἐκκεκηρῦχθαι τῆς Λύκτου. ἐὰν δέ τις ἀφίκηται θρασυνόμενος, καὶ τὰ ἐκ τοῦ νόμου παρ’ οὐδὲν ποιήσηται, δεδέσθω ἐν κύφωνι πρὸς τῷ ἀρχείῳ ἡμερῷν εἴκοσιν, ἐπιρρεόμενος μέλιτι γυμνὸς καὶ γάλακτι, ἵνα ᾖ μελίτταις καὶ μυίαις δεῖπνον, καὶ ἀναλώσωσι χρόνῳ τῷ προειρημένῳ αὐτόν. τούτου γε μὴν διελθόντος ἐὰν ἔτι περιῇ, κατὰ κρημνοῦ ὠθείσθω, στολὴν γυναικείαν περιβληθείς»).
-Οι Επικούρειοι διώχτηκαν κακήν κακώς από τη πολυθεϊστική Ρώμη και από τους πολυθεϊστές Μεσσήνιους. «Έδιωξαν τους Επικούρειους από τη Ρώμη με κοινή απόφαση της βουλής. Και οι Μεσσήνιοι της ίδιας φιλοσοφικής σχολής τους οπαδούς τούς έδιωξαν, αποκαλώντας τους διαφθορείς των νέων και κηλίδα της φιλοσοφίας εξαιτίας της αθεότητάς τους. Και τους πρόσταξαν να φύγουν έξω από τα όρια της Μεσσηνίας πριν δύσει ο ήλιος» (Αιλιανού Αποσπάσματα 39: «Ἐξήλασαν δὲ τοὺς Ἐπικουρείους τῆς Ρώμης δόγματι τῆς βουλῆς κοινῷ. καὶ Μεσςήνιοι δὲ ἐν Ἀρκαδίᾳ τοὺς ἐκ τῆς αὐτῆς οἱονεὶ φάτνης ἐδηδοκότας ἐξήλασαν, λυμεῶνας μὲν εἶναι τῶν νέων λέγοντες, κηλῖδα δὲ φιλοσοφίᾳ προσβάλλοντας διὰ τε μαλακίαν καὶ ἀθεότητα. καὶ προςέταξάν γε πρὸ τῶν τοῦ ἡλίου δυσμῶν ἔξω τῶν ὅρων τῆς Μεσσηνίας γῆς εἶναι αὐτούς (..)»).
- Το 83 μ.Χ. ο Πολυθεϊστής αυτοκράτορας Δομιτιανός εξόρισε από τη Ρώμη όλους τους φιλοσόφους λ.χ. τον Επίκτητο (Γιάνη Κορδάτου, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, εκδ. Μπουκουμάνη, σ. 469), καθώς και τους μαθηματικούς και τους αστρολόγους.
- Για την εξαφάνιση του έργου του Δημόκριτου αναφέρεται από αρχαίους συγγραφείς ότι πρωτοστατούσε ο ίδιος ο Πλάτωνας. Συγκέντρωσε τα βιβλία του Δημόκριτου και θέλησε να τα κάψει. «Μα ο Αμύλκας και ο Κλεινίας, δύο Πυθαγόρειοι, το εμπόδιζαν, λέγοντάς του ότι δεν έχει τίποτα να ωφεληθεί επειδή πολλοί τώρα πια έχουν στα χέρια τους βιβλία του Δημόκριτου» (Διογένης Λαέρτιος, IX, 40).
- Ο Πρόκλος ήθελε να αποσύρει από την κυκλοφορία όλα τα βιβλία εκτός από τα Τίμαιος και Χαλδαϊκά Λόγια, ώστε να εμποδίσει να βλάψουν τους ανεκπαίδευτους (Μαρίνου, Βίος Πρόκλου, 38).
- «Όταν βρήκε (ο Αλέξανδρος) τις Κύριες Δόξες του Επίκουρου, που (...) περιέχει συνοπτικά τα βασικά σημεία της φιλοσοφίας του, το πήγε στο κέντρο της αγοράς και το έκαψε πάνω σε ξύλα συκιάς καίγοντας έτσι δήθεν και τον ίδιο. Μετά έριξε τη στάχτη στη θάλασσα λέγοντας μάλιστα το χρησμό: ξορκίζω τις αντιλήψεις του τυφλού γέροντα πυρπολώντας τες» (Λουκιανού, Αλέξανδρος ή ψευδομάντης, 47 ).
- Ο Νέρων το 64 μ.Χ. καίγοντας τη Ρώμη έκαψε μαζί και τις βιβλιοθήκες της, που περιείχαν πολλά ελληνικά χειρόγραφα (Σουητώνιου, Δομιτιανός, 20).
-Οι Σπαρτιάτες, σύμφωνα με τον Βαλέριο Μάξιμο, απαγόρευσαν τα βιβλία του Αρχίλοχου, επειδή αυτός σάρκαζε το σπαρτιατικό πνεύμα.
-«Είναι τολμηρό να υποθέσουμε πως δεν έγιναν άλλες διώξεις πέρα από τις περιπτώσεις που συνέβηκε να ακούσουμε οι ίδιοι. Οι μελετητές δεν έχουν προσέξει αρκετά αυτό που ο Πλάτωνας βάζει τον Πρωταγόρα να λέει (Πρωτ. 316C-317B), δηλ. για τους κινδύνους που συνοδεύουν το επάγγελμα των σοφιστών, που τους εκθέτει «σε μεγάλες αντιζηλίες και έχθρες και κάθε λογής διωγμούς».» (E.R. Doods, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 276).
-Στην «ανεκτική» Παγανιστική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, κατά τη βασιλεία του Κλαύδιου ο Σένεκας εξορίστηκε από το 41 μέχρι το 49 στην Κορσική. Την εποχή του Νέρωνα ο Σένεκας αναγκάστηκε ν’ αυτοκτονήσει το 65. Ο Μουσώνιος εξορίστηκε τον ίδιο χρόνο στη Γυάρο. Υπό τον Βεσπασιανό εξορίζονται Στωικοί και Κυνικοί από το 71 μέχρι το 75 μ.Χ., ενώ ο Δίων Χρυσόστομος που τόλμησε να επικρίνει τον αυτοκράτορα εξορίζεται από την Ιταλία και του απαγορεύεται να καταφύγει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Βιθυνία. Την εποχή του Μάρκου Αυρήλιου (που διέταξε και διωγμούς κατά Χριστιανών) εξορίζεται ο φιλόσοφος Φαβωρίνος, ο οποίος κατέφυγε στη Χίο.
-Ο φιλόσοφος Ανάξαρχος θανατώθηκε από τον τύραννο Νικοκρέοντα. Αυτός τον έβαλε σε ένα μεγάλο γουδί και διέταξε να τον λειώσουν με σιδερένιους κόπανους (Διογένης Λαέρτιος, IX, 59).
-Ο φιλόσοφος Ζήνων ο Ελεάτης θανατώθηκε από τον τύραννο Νέαρχο (Διογένης Λαέρτιος, IX, 26).
-Ο φιλόσοφος Ξενοφάνης εξορίστηκε από τους κατοίκους της πατρίδας του (Διογένης Λαέρτιος, IX, 18).
-Οι Πυθαγόρειοι κυνηγήθηκαν άγρια όπως κι ο ίδιος ο Πυθαγόρας (βλ. Πορφύριου, Πυθαγόρου βίος, 56-57). Αυτούς τους «ελάχιστους» και προφανώς «πολύ ασήμαντους» Έλληνες φιλοσόφους καταδίωξαν οι Ειδωλολάτρες-Πολυθεϊστές της Αρχαίας Ελλάδας.
Πώς θα δικαιολογήσουν οι «αρχαιολάτρες» αυτούς τους διωγμούς εναντίον των Ελλήνων Φιλοσόφων; Μήπως θα πουν ότι ήταν προϊόν πολιτικών παιχνιδιών; Και ίσως γίνει δεκτό πως τον φίλο του Περικλή Αναξαγόρα ή τον Σωκράτη οι Παγανιστές τους δίωξαν λόγω πολιτικών συμφερόντων. Ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, το ότι η επίσημη πρόφαση του διωγμού ήταν η θρησκεία, αυτό σημαίνει πολλά για την ύπαρξη παγανιστικού φανατισμού του όχλου τον 5ο π.Χ. αι., ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για πολιτικά παιχνίδια. Οι υπόλοιποι φιλόσοφοι όμως, που (επίσης) αντιτίθεντο στις παγανιστικές αντιλήψεις; Ήταν κι αυτοί θύματα «πολιτικών σκοπιμοτήτων»; Ήταν, θα πουν οι Νεοπαγανιστές. Ώστε έτσι. Ενώ οι διωγμοί κατά των Παγανιστών αξιωματούχων τον 4ο μ.Χ. αιώνα δεν έγιναν λόγω «πολιτικών σκοπιμοτήτων», αλλά λόγω «θρησκευτικού φανατισμού»; Δύο μέτρα και δύο σταθμά λοιπόν έχουν οι Νεοπαγανιστές; Όποτε τους συμφέρει οι διώξεις είναι προϊόν πολιτικών σκοπιμοτήτων, κι όποτε δεν τους συμφέρει είναι προϊόν θρησκευτικού φανατισμού;
Παρ’ όλο που είναι άγνωστο στους περισσότερους, τον 5ο αι. π.Χ. ψηφίστηκε (Ψήφισμα του μάντη Διοπείθη) από τους Παγανιστές νόμος στην Αρχαία Αθήνα κατά εκείνων (=φιλοσόφων) που «δεν πίστευαν στα θεία και διέδιδαν θεωρίες για τα ουράνια φαινόμενα» (Πλουτάρχου Περικλής, 32) με ποινές την εξορία, το θάνατο και το κάψιμο των συγγραμμάτων (Nauk, Fragm. Trag. Gracc. 2η έκδοση, σελ. 771). Βάσει αυτού του νόμου (κι όχι αυθαίρετα ή παράνομα) καταδικάστηκαν οι παραπάνω φιλόσοφοι και ο Σωκράτης.
Ο Δαυλός γράφει (Δημήτρης Λάμπρου, τεύχος 199, Ιούλιος 1998): «οι Έλληνες ουδέποτε έκαψαν ή κατέστρεψαν τους άλλα φρονούντες και τα έργα τους». Δηλαδή, ο Δαυλός εννοεί ότι: δεν υπήρξε «Ψήφισμα του Διοπείθη», ο Πλούταρχος δεν ξέρει τι γράφει, ο Βαλέριος Μάξιμος είναι ανθέλληνας, ο Αιλιανός συκοφαντεί τους Κρήτες και Αρκάδες, ο Διογένης Λαέρτιος είναι ψεύτης και δεν γνώριζε την αλήθεια, ο Σάτυρος το ίδιο, ο Λυσίας είναι ρήτορας, δηλαδή ψευταράκος, ενώ ο φιλόσοφος Σέξτος Εμπειρικός αγνοεί τα γεγονότα. Καμμιά φορά, συμβαίνουν και τέτοια πράγματα, ταυτοχρόνως, ειδικά με τις αναφορές των αρχαίων συγγραφέων περί διώξεων. Το ίδιο κι ο κ. Μάριος Πλωρίτης (συνέντευξη στο Δαυλό, τ. 214), όταν εξωραΐζει την αρχαιοελληνική πραγματικότητα αποκρύπτοντας τις διώξεις φιλοσόφων, λέγοντας ότι «στην Ελλάδα κυριαρχούσε η ελεύθερη σκέψη, η ελεύθερη έρευνα, ο ελέυθερος λόγος». Άραγε η άποψη των Νεοελλήνων ουμανιστών είναι ότι η, λόγω πολιτικών σκοπιμοτήτων, δολοφονία της Υπατίας είναι έγκλημα σημαντικότερο από το φόνο του Σωκράτη, τις διώξεις του Αναξαγόρα, του Πρωταγόρα, του Πρόδικου, του Αριστοτέλη, του Στίλπωνα, των Επικούρειων, των Στωικών και άλλων, πολύ σημαντικότερων από την Υπατία φιλοσόφων;

Τι έχουν να πουν οι Ν/Π για τα παρακάτω:
Μερικοί οχλοκρατικοί βανδαλισμοί Ελλήνων ειδωλολατρών κατά μνημείων, που διασώθηκαν επειδή καταγράφηκαν, (μόνο στους Ελληνιστικούς χρόνους), είναι τουλάχιστον 60. (Dieter Metzler, Bildersturme und Bilderfeindlichkeit in der Antike (στο Martin Warnke, Bildersturm. Die Zesturung des Kunstwerks, Frankfurt 1988, σ. 15).
-Κατά τον Φωκικό πόλεμο (348 π.Χ.) οι Φωκιείς μετά την ήττα τους από τους Θηβαίους, κατέφυγαν ικέτες στον ναό τού Αββαίου Απόλλωνος. Αλλά οι Θηβαίοι τους έκαψαν μαζί με το ιερό και τα έργα τέχνης, για δεύτερη φορά μετά τους Μήδους (Παυσανίας, 10, 35, 3).
-Τον 219 π.Χ. ο στρατηγός των Αιτωλών Δωρίμαχος, πυρπόλησε το ιερό της Δωδώνης, κατέστρεψε τα αναθήματα, και «κατέσκαψε την ιεράν οικίαν». (Πολύβιου, Ιστορίαι, 4, 67, 3). Με τη σειρά τους οι Μακεδόνες (υπό τον Φίλιππο Ε΄), εισβάλλουν στο Θέρμον και επιδίδονται σε χειρότερες βαρβαρότητες. Μετά τη λεηλασία της περιοχής, πυρπόλησαν τις στοές των ναών και κατέστρεψαν τα αφιερώματα, που ήταν πολύτιμα έργα εξαιρετικής τέχνης. «ὄντα πολυτελῆ ταῖς κατασκευαῖς καὶ πολλῆς ἐπιμελείας ἔνια τετευχότα καὶ δαπάνης». Ξεθεμελίωσαν τα κτίρια, γκρέμισαν τα αγάλματα που υπολογίζονταν σε δύο χιλιάδες, και προχώρησαν στον θρυμματισμό τους, εκτός από εκείνα που στο βάθρο είχαν εγχάρακτα τα ονόματα των θεών, από ευλάβεια ή φόβο. «Ἀνέτρεψαν δὲ τοὺς ἀνδριάντας ὄντας οὐκ ἐλάττους δισχιλίων» (Πολύβιου, Ιστορίαι, 5, 9). Όλα αυτά έγιναν με εντολή του Φιλίππου και των συνεργατών του «τοὺς περὶ αὐτὸν φίλους», που πίστευαν ότι ενεργούν «δικαίως καὶ καθηκόντως». Κατά τον Μεγαλοπολίτη ιστορικό, οι καταστροφές αυτές, δεν αποτελούν βάρβαρες πράξεις «αναγκάζουσιν οι του πολέμου νόμοι και τα τούτου δίκαια». (Πολύβιου Ιστορίαι, 5, 11, 3). Ώστε δεν αποτελούν βαρβαρότητα, σύμφωνα με τους Παγανιστές οι πράξεις αυτές. Άμα όμως τις κάνουν οι Χριστιανοί, τότε αποτελούν!
-To 219 π.Χ., οι Αιτωλείς, με επικεφαλής τον Σκόπα, εισβάλλουν στη Μακεδονία, κυριεύουν το Δίον, παραδίδουν στο πυρ τις στοές γύρω από τον ναό, και ανατρέπουν όλους τους ανδριάντες. «Ἐνέπρησε τὰς στοὰς τὰς περὶ τὸ τέμενος καὶ τὰ λοιπὰ διέφθειρε τῶν ἀναθημάτων, ἔτρεψε δὲ τὰς εἰκόνας τῶν βασιλέων ἁπάσας» (Πολύβιου, Ιστορίαι, 4, 62, 2-3).
-Το 201 π.Χ., ο Φίλιππος εισβάλλει στη Μ. Ασία, κυριεύει την Πέργαμο όπου ηγεμόνευε ο Άτταλος Α΄, και με λυσσώδη οργή «λυττῶντι τῷ θυμῷ», (όπως γράφει ο Πολύβιος), καταστρέφει μνημεία και έργα τέχνης. «Εἰς τὰ τῶν θεῶν τεμένη διετίθετο τὴν ὀργήν». Δεν αρκείται όμως στον εμπρησμό και την κατακρήμνιση των ναών, των βωμών και των αγαλμάτων. Κατασυντρίβει και τους λίθους για να μην ξαναχτιστούν τα ξεθεμελιωμένα ιερά: «πρὸς τὸ μηδὲν ἀνασταθῆναι τῶν κατεφθαρμένων». Πελέκησε ακόμα και τα ιερά άλση. (Πολύβιου, Ιστορίαι, 21, 1).
-Το 200 π.Χ., ο Φίλιππος πάλι, κατέστρεψε και τα έργα τέχνης της Αττικής κατά την εισβολή του. Όπως κατήγγειλαν οι Αθηναίοι στο συνέδριο των Αιτωλών (στο Θέρμον), θρήνησαν για τον χαλασμό του τόπου τους, για τον αφανισμό της σοδειάς, την κατεδάφιση των σπιτιών και τη λαφυραγωγία. Αλλά εκείνο που τους συγκλόνισε και τους εξαγρίωσε, γράφει ο Λίβιος, ήταν οι βέβηλες και ανίερες πράξεις του Μακεδόνα μονάρχη. Το γκρέμισμα των μνημείων, η βεβήλωση των ιερών, η καταπάτηση κάθε θείου και ανθρώπινου νόμου. «Κατέστρεψε τα προγονικά ιερά που στόλιζαν και τον μικρότερο δήμο (της Αττικής), πυρπόλησε όλους τους ναούς, ακρωτηρίασε τα αγάλματα των θεών που κατάκεινται σήμερα ανάμεσα στις γκρεμισμένες πύλες των ναών» (Λίβιου Τίτου Ρωμαϊκή ιστορία ΧΧΧΙ, 30).
Η εικόνα που εξεπίτηδες δίνουν οι εχθροί της ελληνικής Ρωμανίας είναι ότι τα αρχαία μνημεία ήταν σχεδόν άθικτα ώς την εποχή (380 μ.Χ.) που επικράτησαν οι Χριστιανοί, και τότε μόνον καταστράφηκαν ή λεηλατήθηκαν αυτά. Αυτή η εικόνα δεν είναι απλώς λανθασμένη ούτε προϊόν συγχωρήσιμης άγνοιας˙ είναι συνειδητή παραχάραξη της ιστορικής πραγματικότητας. Σκοπός της: να κατηγορηθεί ο Χριστιανισμός.
-Ο Μαρκέλλος, το 212 π.Χ., αφάνισε τις Συρακούσες μεταφέροντας όσα καλλιτεχνήματα δεν καταστράφηκαν στη Ρώμη (Πλούταρχου, Μαρκέλλος).
-Μεταξύ 197-194 π.Χ. οι Ρωμαίοι πολυθεϊστές με τον Τίτο Φλαμινίνο λεηλάτησαν τόσο πολύ τη Βόρεια Ελλάδα, ώστε οι κάτοικοι της Ρώμης απαλλάχτηκαν επί δεκαετίες από κάθε φορολογία.
-To 189 π.Χ. ο Marcus Fulvus Nobilior μετέφερε από την Αμβρακία στη Ρώμη 785 χάλκινα και 230 μαρμάρινα αγάλματα, σύνολο 1015 (Τίτος Λίβιος, XXXIX, 5).
-Το 171 π.Χ. ο Lucretius Gallus κατά την εκστρατεία του κατά της Μακεδονίας καταλεηλάτησαν τα έργα τέχνης των Αβδήρων, της Εύβοιας και της Βοιωτίας (Τίτος Λίβιος, XLIII, 4-7).
-Το 168 π.Χ., όταν οι Ρωμαίοι πολυθεϊστές κατέλυσαν το Μακεδονικό κράτος, παρέλασαν στη Ρώμη 250 άμαξες φορτωμένες με ανδριάντες, γλυπτά, ζωγραφικούς πίνακες (Πλούταρχου, Αιμίλιος Παύλος). Όταν κατεστάλη η εξέγερση των Μακεδόνων, στα 148 π.Χ., οι Λατίνοι ξανά λεηλάτησαν τη Μακεδονία. Τότε μεταφέρθηκαν οι ανδριάντες των εφίππων εταίρων του Αλεξάνδρου που έπεσαν στον Γρανικό.
-Το 146 π.Χ. η Κόρινθος ξεθεμελιώνεται και όσα καλλιτεχνήματα δεν αφανίστηκαν μεταφέρθηκαν στην Ιταλία. Ο Στράβων αναφέρει ότι τα πλείστα και άριστα από τα καλλιτεχνήματα των ειδωλολατρικών ναών της Ρώμης και των γύρω πόλεων προέρχονταν από τη λεηλασία αυτήν.
-O Μόμμιος αρπάζει τον Έρωτα των Θεσπιών, δημιούργημα του Πραξιτέλη.
-Το 132 π.Χ. αρχίζουν στη Ρώμη οι πλειστηριασμοί των καλλιτεχνημάτων της Περγάμου (Πλίνιου, Φυσική Ιστορία, XXXIV, 48).
-Το 103 π.Χ. ο Λικίνιος Κράσσος μετέφερε από την Αθήνα μεγάλο αριθμό αγαλμάτων και κιώνων (Πλίνιος, XVII, 6).
-Τον 1ο π.Χ. αι. η Κιλικία και η Κρήτη έγιναν ορμητήρια πειρατών. Αυτοί κατέστρεψαν το Ηραίον στη Σάμο, λεηλάτησαν τα ιερά της Σαμοθράκης, κατέστρεψαν το μαντείο του Απόλλωνα στην Κλάρο, το ναό των Βραγχιδών στους Διδύμους της Μιλήτου, το ιερό της Χθονίας Δήμητρας στην Ερμιόνη, του Ασκληπιού στην Επίδαυρο και στο Ταίναρο, της Ήρας στο Άργος, του Απόλλωνα στο Άκτιο. Το 69 π.Χ. πειρατές κατέστρεψαν ό,τι απέμεινε στη Δήλο.
-Ο Σύλλας άρπαξε το εξ ελεφαντοστού άγαλμα της Αθηνάς από τις Κλαζομενές, πίνακες του Ζεύξιδος, το κολοσσιαίο άγαλμα του Απόλλωνα από την Απολλωνία του Πόντου. Ο Αύγουστος μετέφερε από την Τεγέα στη Ρώμη το άγαλμα της Αλέας Αθηνάς (Παυσανίας, 8, 46, 1).
-Για να εκδιώξουν τους πειρατές, οι Ρωμαίοι κατέλαβαν και ρήμαξαν την Κρήτη, το 69 π.Χ., και, όπως γράφουν ο Στράβων (1, 477), ο Κικέρων (Pro Murena, 35, 74) και ο Ευτρόπιος (6, 11) ερημώθηκαν οι πόλεις και τα χωριά του νησιού. Τα ίδια έγιναν το 58 π.Χ. στην Κύπρο.
-Το 87 π.Χ. οι Ρωμαίοι, με τον Σύλλα και τον Λούκουλλο εξεστράτευσαν στην Ελλάδα, για να αντιμετωπίσουν τον Μιθριδάτη. Οι δύο στρατηγοί έχοντας ανάγκη χρημάτων άρπαξαν τα χρυσά αναθήματα που βρίσκονταν στην Επίδαυρο, την Ολυμπία, στους Δελφούς., όπου «πολὺν ἄργυρον καὶ χρυςὸν, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἄλλων πολυτελῆ κατασκευὴν ἀναλαβὼν ἤθροισε χρημάτων πλῆθος» (Διόδωρος Σικελιώτης, 38, 7). Πυρπόλησαν ιερά άλση στην Αττική και κατέστρεψαν την Ακαδημία και το Λύκειο. Ο Μιθριδάτης κατέστρεψε τη Δήλο, που είχε μείνει πιστή στους Ρωμαίους. Ο Σύλλας κατέστρεψε τον Πειραιά και ισοπέδωσε ολόκληρες πόλεις (Πλούταρχου, Σύλλας, 14 και 26). Αφαίρεσε κίονες και κιονόκρανα απ’ το ναό του Δία στην Αθήνα (Πλίνιος, XXXVI, 45). Στο ιερό της Αθηνάς στις Αλκομενές της Βοιωτίας άρπαξε το λατρευτικό άγαλμα. Έκτοτε το μεγάλο βοιωτικό ιερό έσβησε (Στράβων, 9, 413).
-Ο Verres σύμφωνα με τον Κικέρωνα (Actiio in C. Verrem secunda) έκλεψε από τον Παρθενώνα μεγάλο αριθμό χρυσών αναθημάτων. Στη Χίο αρπάχτηκαν αγάλματα. Από την Τένεδο κλέβεται το λατρευτικό άγαλμα του Τένητος, που εκτίθεται στο Forum της Ρώμης. Ακολουθεί αρπαγή του αγάλματος της Ήρας από το ναό της στη Σάμο.
-Κατά τους β’ και γ’ Μιθριδατικούς πολέμους η Ελλάδα υπέστη πολλές καταστροφές. Μόνο από τη Ρόδο οι Ρωμαίοι ειδωλολάτρες άρπαξαν περί τα 5000 αγάλματα και άλλα 500 από τους Δελφούς.
-Κατά τους εμφύλιους πολέμους μεταξύ Καίσαρα και Πομπηίου, το 48 π.Χ. οι Ρωμαίοι άρπαξαν 3000 έργα τέχνης από τη Ρόδο. Τα Μέγαρα αφανίστηκαν από τον στρατό του Καίσαρα.
-Κατά τον Σουετώνιο (Αύγουστος, 71), ο Αύγουστος έλειωσε όλα τα έργα τέχνης από χρυσό και άργυρο, τα οποία βρήκε στην Αλεξάνδρεια. Στον πόλεμο Αντώνιου-Οκταβιανού, αφού επικράτησε ο δεύτερος, εκδικήθηκε τους Αρκάδες συμμάχτους του πρώτου, λεηλατώντας το ιερό της Αλέας, αρπάζοντας το πανάρχαιο άγαλμα της Αθηνάς (6ος π.Χ. αι.), έργο του Ενδοίου καθώς και τα δόντια του μυθικού καλυδώνιου κάπρου (Παυσανίας, 8, 46, 1).
-Επί Μάρκου Αυρήλιου βάρβαροι από τη Βοημία και τη Μοραβία λεηλατούν τη Θράκη και τη Μακεδονία προτού νικηθούν στην Ελάτεια, το 161 μ.Χ.
-Ο Νέρωνας είχε στείλει ειδικό απεσταλμένο, τον Σεκούνδο Καρία, στην Ελλάδα και την ελληνική Μικρά Ασία, για.. σαφάρι καλλιτεχνημάτων και αγαλμάτων, το οποίο ήταν εξαιρετικά αποδοτικό. Από την Ολυμπία άρπαξε εκτός άλλων τα αγάλματα του Οδυσσέα, του Δία, του Διόνυσου και του Ορφέα (Παυσανίας, 5, 26, 3-4). Από τους Δελφούς άρπαξε άλλα 500 αγάλματα, σύμφωνα με τον Παυσανία.
Αυτά τα λίγα για την καταστροφή των αρχαίων καλλιτεχνημάτων, από Έλληνες και Ρωμαίους, πριν την επικράτηση του Χριστιανισμού. Αν συνυπολογίσουμε στα κατεστραμένα 1) τα λεηλατημένα και τα κατεστραμένα κατά το δρόμο προς τη Ρώμη (π.χ. ναυάγια πλοίων φορτωμένων με αγάλματα, πίνακες, πολύτιμα μέταλλα και κίωνες), αν συνυπολογίσουμε 2) τις καταστροφές αγαλμάτων που διέπραξαν οι Σταυροφόροι στην Κωνσταντινούπολη, το 1204, οι Τούρκοι και οι Άραβες στη Μ. Ασία και την Μέση Ανατολή, οι Δυτικοί «περιηγητές» και τυχοδιώκτες επί Τουρκοκρατίας (Έλγιν, Μοροζίνης ο οποίος βομβάρδισε και κατέστρεψε το 1687 τον Παρθενώνα) που άρπαζαν έργα τέχνης, αν, τέλος, συνυπολογίσουμε 3) τα έργα τέχνης (ναοί και αγάλματα) που καταστράφηκαν απλώς από τη φθορά του χρόνου (ερήμωση περιοχών, εισβολές βαρβάρων στην Α. Μεσόγειο, σεισμοί) τότε ασφαλώς προκύπτει ότι ήταν ελάχιστα αυτά που κατέστρεψαν οι Χριστιανοί της Ρωμανίας˙ κι όσα καταστράφηκαν ήταν ελάχιστα και η καταστροφή τους έγινε κατά βάση από μη ελληνικής καταγωγής Χριστιανούς Ασιάτες˙ δηλαδή πραγματική αιτία ήταν οι υπόγειες εθνικές συγκρούσεις κι όχι ο Χριστιανισμός. Αλλά και ούτε και για τις λίγες περιπτώσεις των ελληνικής καταγωγής βανδάλων ευθύνεται ο Χριστιανισμός, ο οποίος καταδικάζει τη βία.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 2:40 pm

14e ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΚΑΤΑ ΕΘΝΙΚΩΝ

Οι Νεοπαγανιστές τονίζουν με έμφαση τις καταστροφές αρχαίων ναών λόγω των διατάξεων του Θεοδοσίου Α’. Όμως αυτές οι κατά του παγανισμού απαγορευτικές διατάξεις του Θεοδόσιου Α’, που πρωτοεκδόθηκαν το 391, εφαρμόστηκαν κυρίως στην υπαρχία Ανατολής (κυρίως στην Αίγυπτο) και ελάχιστα στην Ελλάδα, η οποία ήταν τμήμα της υπαρχίας Ιλλυρικού.
Γράφει χαρακτηριστικά ο Γερμανός ιστορικός F. Gregorovius ότι από τα έδικτα του Θεοδόσιου Α’, η Ελλάδα έπαθε τα λιγώτερα συγκριτικά με όλη την υπόλοιπη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, κι ότι ο Χριστιανισμός επικράτησε ειρηνικά στην Αθήνα. Πολλοί ονομαστοί αρχαίοι ναοί στον ελλαδικό χώρο μάλιστα έπεσαν πολύ αργότερα, από σεισμούς και άλλες θεομηνίες κι όχι από βανδαλισμούς: «Ἐκ τοῦ τοιούτου βανδηλισμοῦ [που έγινε βάσει των εδίκτων του Θεοδόσιου] ἥκιστα παςῶν τῶν χωρῶν ἔπαθεν ἡ ἀρχαία Ἑλλάς. Κυρίως δ’ αἱ Ἀθῆναι ἔμειναν ἀπηλλαγμέναι καταστροφῶν. Οὐδὲν τῶν μεγάλων ἱερῶν τῶν ἐν Ἀθήναις ὀνομαστῶν κατέπεσε τότε. (...) Ὁ Χριστιανισμὸς ἀνεδείχθη ἴσως ἐν Ἀθήναις εὐλαβέστερος πρὸς τὰ μνημεῖα τῆς ἀρχαίας τέχνης ἢ ἀλλαχοῦ ἐν ταῖς πόλεσι τῆς ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Ἐξαιρουμένων ἐνίων καταστροφῶν καλλιτεχνημάτων καὶ ἱερῶν, πρὸς ἃ εἶχε μετ’ ἰδιαζούσης ἐμμονῆς συμφυῆ ἡ ἀρχαία πίστις, ἡ νικῶσα θρησκεία φαίνεται λαβοῦσα κατοχὴν τῶν Ἀθηνῶν ἐν εἰρήνῃ (...) Οἱ ἀρχαῖοι ναοὶ τῶν Ἀθηνῶν οἱ μεταβληθέντες εἰς ἐκκληςίας, ἐν οἷς αὐτόχρημα οἱ λαμπρότατοι, δεικνύουσιν ἀκόμη καὶ τὴν σήμερον ὁπόσον μεγάλην εὐλάβειαν ἐπέδειξαν οἱ Ἀθηναῖοι κατὰ τὴν εἰς ἐκκληςίας μετασκευὴν αὐτῶν (...) Ἡ καταστροφὴ τοῦ Ὀλυμπίειου δὲν δύναται νἀποδοθῇ εἰς τὸν βανδηλισμὸν Βυζαντίνου ἀνθυπάτου ἢ εἰς τὸν εὐσεβῆ ζῆλον ἐπισκόπου τινός. Τὸ γιγάντειον κτίριον τοῦ ἐκ τῶν χρόνων τοῦ Ἀδριανοῦ Ὀλυμπιεῖον μόνον ὑπὸ θεομηνίας εἶνε πιθανὸν ὅτι κατεθρυμματίσθη (...) Πολλοὶ δὲ ναοὶ κατεστράφησαν ὑπὸ σεισμῶν, καὶ δὴ ἐν ἐπιγενεστέρῳ χρόνῳ [ὁ τοῦ Διὸς ἐν Ὁλυμπίᾳ τὸν ἕκτον αἰῶνα καὶ] ὁ ὀνομαστὸς ἐν Κυζίκῳ μετὰ τὸν ἑνδέκατον αἰῶνα ὑπερμεσοῦντα» (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, τ. 1, σ. 97, 128, 133).
Όσο για τον Αλάριχο, ο Gregorovius αναφέρει ότι είναι υπερβολή να πιστεύουμε ότι ο Αλάριχος είχε σκοπό να καταστρέψει τα ιερά. Πράγμα λογικό, αφού ο Αλάριχος το πλιάτσικο μόνο είχε κατά νου: «Οὐδεὶς ἱστορικὸς μαρτυρεῖ, ὅτι ὁ βασιλεὺς τῶν βαρβάρων ἐξηκόντισε τὸν πυρςὸν τοῦ ἐμπρησμοῦ εἰς τὸ ἱερὸν τῆς Δήμητρος. (...) Ὑπερβάλλουσι δεινῶς τὰ πράγματα οἱ θεωροῦντες αὐτοὺς προβάντας ἐξεπίτηδες εὶς σκόπιμον καταστροφὴν τῶν ἱερῶν, ἀνάγοντες δ’ εἰς τὸν Ἀλάριχον τὴν ἐξολόθρευσιν τῶν ἐθνικῶν θεῶν τῶν Ἑλλήνων» (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, τ. 1, σ. 101, 103).
Γράφει ο Gregorovius: «Αἱ Ἀθῆναι ἔπαθον κατὰ τὴν ὑπὸ τῶν Οὐσιγότθων κατάκτησιν προφανῶς ὀλιγώτερα ἢ ἐν τοῖς χρόνοις τοῦ Δεξίππου. Καὶ αὐτοὶ δ’ ἐκεῖνοι οἱ ἱστορικοὶ οἱ ποιούμενοι λόγον περὶ τῆς ἁλώσεως τῆς πόλης οὐδὲν λέγουσι περὶ δῃώσεως αὐτῆς» (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, τ. 1, σ. 105).
Ο Gregorovius αμφισβητεί τις ασυναρτησίες των Νεοπαγανιστών, πως τάχα οι «Βυζαντινοί» σκόπευαν στην καταστροφή της αρχαίας Ελλάδας και γι’αυτό συνέβη η εκστρατεία του Αλάριχου. Τονίζει ακόμη ο Γερμανός ιστορικός, ότι οι λόγοι που άργησε να αντιδράσει η εξουσία κατά του Αλάριχου ήταν, πρώτον η δολοφονία του Ρουφίνου, η οποία αποδιοργάνωσε τη διοίκηση του κράτους, και δεύτερον η δυσπιστία του Αυτοκράτορα προς τον Στηλίχωνα – φοβόταν ότι κι αυτός θα συμμαχούσε με τον ομοεθνή του Αλάριχο, αντί να τον καταδιώξει: «Ὁ Στελίχων εἶχε σπεύσει μετὰ τῆς αὐτοκρατορικῆς στρατιᾶς ἀπὸ τῶν Μεδιολάνων [Μιλάνο] εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀκολουθήσει τοὺς Γότθους διὰ τῆς Πίνδου, ἀλλ’ ὁ φιλύποπτος Ἀρκάδιος ἐκέλευσεν αὐτὸν νὰ ἐγκαταλίπῃ τὰς χώρας τοῦ ἀνατολικοῦ ῥωμαϊκοῦ κράτους. (...) Ἡ δὲ τεραστία καταστροφὴ ἡ ἐπακολουθήσασ’ ἀπ’ ἐναντίας τότ’ ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπῆρξε τόσον ἀποτέλεσμα τῆς παρὰ Ρουφίνου προδοςίας, ὅσῳ μᾶλλον τῆς ἀνικανότητος τῶν Βυζαντίνων περὶ τὸ πολιτεύεσθαι καὶ τοῦ ἀμάχου αὐτῶν τῶν Ἑλλήνων. Αὐτὸς δ’ ο Ρουφίνος ἔπεσεν ἐν Κωνσταντινουπόλει τῇ 27 Νοεμβρίου 395 ὑπὸ τοῦ ξίφους τοῦ Γαϊνᾶ˙ ὁ δὲ φόνος αὐτοῦ παρέλυσε πρὸς ὥραν τὴν δύναμιν τῆς κυβερνήσεως, καθ’ ὂν χρόνον ὁ Ἀλάριχος ἀπ’ ἐναντίας διέβαινε τὰς Θερμοπύλας» (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, τ. 1, σ. 99).

«Οι εν Κωνσταντινουπόλει φοβηθέντες υπέδειξαν στον Αλάριχο να κάμει τας επιδρομάς του προς το Ιλλυρικόν, το οποίον έπρεπε κατά τον Στιλίχωνα να ανήκει εις την Δύσιν. Τούτο ηνάγκασε τον Στιλίχωνα να έλθει εις το Ιλλυρικό, χωρίς όμως να προβεί εις οριστικόν αγώνα (...). Οι εν Κωνσταντινουπόλει ήσαν απησχολημένοι με τους Ούννους, οι οποίοι είχαν εισβάλει δια του Καυκάσου εις την Μικράν Ασίαν, και δεν έσπευσαν εγκαίρως να κτυπήσουν τον Αλάριχον» (Κ. Αμάντου, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τύποις Αθ. Α. Παπασπύρου, Αθήνα 1939, σ. 74, 75).
Με άλλα λόγια, οι ισχυρισμοί των Νεοπαγανιστών ότι δήθεν οι Βυζαντινοί ήθελαν την καταστροφή της Ελλάδας κι ότι αδιαφόρησαν για την λεηλασία του Αλάριχου είναι απολύτως αβάσιμοι και κακόβουλοι. Το κράτος είχε παραλύσει με τη δολοφονία του «πρωθυπουργού» Ρουφίνου κι ο αυτοκράτορας Αρκάδιος απομάκρυνε τον Γότθο Στελίχωνα μόνο επειδή υποψιαζόταν πως ο τελευταίος θα συμμαχούσε με τον ομοεθνή του Αλάριχο. Όταν πείστηκε ότι αυτό δε θα γινόταν, διέταξε τον Στελίχωνα να κυνηγήσει και να διώξει τον Αλάριχο.
Επίσης βλέπουμε ότι η κυβέρνηση ουδόλως αδιαφόρησε για την επιδρομή του Αλάριχου, αλλά εξαιτίας της ταυτόχρονης εισβολής των Ούννων στην Μικρασία, δεν μπορούσε να αντιδράσει πολεμώντας σε δύο μέτωπα. Γι’ αυτό, οι ευφυέστατοι διπλωμάτες έπεισαν τον Αλάριχο να πάει προς το Ιλλυρικό (Όχι προς την «Ελλάδα» όπως ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές, διότι το «Ιλλυρικό» περιελάμβανε κι άλλες περιοχές εκτός από την Ελλάδα, τουλάχιστον ίσες σε έκταση με αυτήν), ώστε να προκληθεί διαμάχη μεταξύ Στιλίχωνα και Αλάριχου για την κατοχή του και να αλληλοεξουδετερωθούν. Όμως, φαίνεται πως ο μεν Στιλίχωνας φοβόταν να εμπλακεί σε σύγκρουση με τον Αλάριχο, η δε κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης, αμέσως μετά υποψιάστηκε ότι οι δύο Γότθοι ίσως συμμαχούσαν. Πάντως, παρόλη την αδυναμία του κράτους εκείνη την στιγμή, και παρόλη την παρουσία Ούννων, Γότθων του Αλάριχου και Γότθων του Στιλίχωνα στα εδάφη της, η Ρωμανία κατόρθωνε κι εξουδετέρωνε ένα-έναν τους ξένους. Είναι ανόητος, λοιπόν, ο ισχυρισμός, ότι οι «Βυζαντινοί» έστειλαν τον Αλάριχο στην Ελλάδα με εντολή να την καταστρέψει.
Τέλος, ο Γρηγορόβιος αναφέρει ότι παρ’ όλη την καταστροφή που επέφερε ο Αλάριχος, πολλές ένδοξες αρχαιότητες στην Πελοπόννησο είχαν διασωθεί: «Ἂν δὲ μετὰ τὴν γοτθικὴν δῄωσιν ἤθελεν ἐπισκεφθῇ τὰς χώρας τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος δεύτερός τις Παυσανίας, θὰ ἤθελε μὲν εὕρει νέα ἐρείπια πρὸς ἀναγραφήν, ἀλλὰ καὶ παρατηρήσει μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι πολλαὶ ἔνδοξαι ἀρχαιότητες, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Πελοποννήσῳ εἶχον διασωθῇ. Καὶ περὶ αὐτῆς δὲ τῆς Ὀλυμπίας δύναται νὰ λεχθῇ τοῦτο» (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, τ.1, σ. 107).
Φυσικά, οι αναφορές των ειδωλολατρών ιστορικών σε «μοναχούς» που συνόδευαν τον Αλάριχο αφορούν τους αρειανιστές κι όχι τους ορθόδοξους καλόγερους. Διότι, όχι μόνο υπήρχε και αιρετικός μοναχισμός, αλλά επιπλέον δεν ήταν δυνατό, να δέχεται για συμμάχους, ο Αλάριχος, τους αντιπάλους του, τους Ορθόδοξους μοναχούς.
Είναι λάθος να υπερτονίζεται η χριστιανική (που ούτε κι αυτό ισχύει βέβαια˙ αιρετικοί ήταν, αρειανοί) ιδιότητα των Γότθων του 4ου μ.Χ. αιώνα, για να ερμηνευθούν οι καταστροφές και οι λεηλασίες που διέπραξαν στην Ελλάδα. Οι Γότθοι επέδραμαν κατά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (και της Ελλάδας συγκεκριμένα) όχι μόνο αφού εκχριστιανίστηκαν, αλλά και πολύ πιο πριν, όταν ήταν ακόμη παγανιστές.

Στον 3ο αι. μ.Χ. είχαν επεδράμει πολλές φορές κατά της Ελλάδας. Έτσι:
-Το 253 μ.Χ. οι Γότθοι φτάνουν στην Έφεσσο.
-Το 254 επέδραμαν εναντίον της Ελλάδας.
-Το 262 ερημώθηκε η Ιωνία και οι γειτονικές περιοχές
-το 256 η Βιθυνία και η βορειοδυτική Μικρα Ασία λεηλατήθηκαν.
-το 267 οι Γότθοι λεηλατούν τη Δυτική Μ. Ασία, την Έφεσσο, την Νικομήδεια, την Τροία˙ κυριεύουν και λαφυραγωγούν το Άργος, το Βυζάντιο, την Κύζικο και την Κόρινθο, κυριεύουν τον Πειραιά και τη Αθήνα και καίνε βιβλιοθήκες –οι Παγανιστές Γότθοι – καθώς και τον Παρθενώνα, του οποίου η στέγη καταρρέει.
Συμπέρασμα: οι Γότθοι ήταν βάρβαροι επιδρομείς, είτε ήταν Παγανιστές είτε Χριστιανοί. Η Ελλάδα τους προσείλκυε, λόγω του πλούτου της, ανεξαρτήτως της θρησκείας που αυτοί ακολουθούσαν. Δεν είναι λογικό να αποδωθεί η τάση τους για επιδρομές κατά της Ελλάδας στην (αιρετική) χριστιανική τους πίστη, γιατί αν αποδιδόταν, τότε, με την ίδια λογική, για τις επιδρομές του 3ου αι. θα ευθυνόταν η παγανιστική τους θρησκεία. Κι άρα τα επιχειρήματα των Νεοπαγανιστών στρέφονται εναντίον τους.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος έλεγε στους υπηκόους του «πηγαίνετε στους βωμούς και στα δημόσια ιερά και τελέστε τις τελετές κατά τις συνήθειές σας» (Θεοδ. Κώδ. IX, 16, 1 και 2, νόμοι του 319 και 320 μ.Χ.)
«Γινόταν διάκριση μεταξύ της νόμιμης μαγείας, που έχει ως αντικείμενο την υγεία και τις σοδειές, και της παράνομης, που στοχεύει στο θάνατο ή την αποπλάνηση κάποιου (Θεοδ. Κώδ. IX, 16, 3, του έτους 319 μ.Χ.). Άλλωστε τέτοιοι περιορισμοί απηχούν όντως το δίκαιο της Δωδεκαδέλτου και τη νομοθεσία της πρώιμης Αυτοκρατορίας» (Pierre Chuvin, Οι τελευταίοι Εθνικοί, εκδ. Θύραθεν, σ. 45).
Για τα όσα λέει ο Λιβάνιος σχετικά με τους νόμους του Κωνστάντιου ο Παπαρηγόπουλος σχολιάζει: «Αλλά ότι ο Λιβάνιος λέει υπερβολές και ότι ούτε εκείνοι οι ρητοί νόμοι (του Κωνστάντιου) εκτελέστηκαν, συμπεραίνεται από τη συνεχή επανάληψή τους και από πολλές άλλες αναμφισβήτητες μαρτυρίες και γεγονότα. Επίσης ο εθνικός Σύμμαχος βεβαιώνει ότι ο ίδιος ο Κωνστάντιος, που το 353 εξέδωσε το νόμο 4, όταν επισκέφθηκε τη Ρώμη μετά από 4 χρόνια (357), διατήρησε ευλαβικά τα προνόμια των Εστιάδων και γενικά επέτρεψε ο ίδιος την λατρεία» (Κ. Παπαρηγόπουλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 1885, επανέκδ. εκδ. Κάκτος, 1992, τ. 8,3).
«Η πολιτική που χάραξε ο Αυτοκράτορας Κωνστάντιος με τους αντιπαγανιστικούς νόμους του τού 356-7 έμελλε να μείνει νεκρό γράμμα ώς τον Θεοδόσιο» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ', σ. 54).
Τι λέει ο Gibbon, από την «Ιστορία της παρακμής και πτώσης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας»: «..Υπάρχει σοβαρός λόγος να πιστεύουμε ότι τό το επίσημο έδικτο [σημ. :των Αυτοκρατόρων Κωνστάντιου και Κώνστα κατά των Εθνικών] είτε εγράφη δίχως να δημοσιευθεί, είτε εδημοσιεύθη δίχως να εκτελεστεί. Η μαρτυρία των γεγονότων και τα μνημεία που ακόμη είναι σε ύπαρξη, αποδεικνύουν την δημόσια εξάσκηση της παγανιστικής λατρείας καθ’ όλη τη βασιλεία των γιών του Κωνσταντίνου. Στην Ανατολή καθώς και στη Δύση, στις πόλεις καθώς και στην επαρχία, μεγάλος αριθμός ναών παρέμεινε σεβαστός, ή τουλάχιστον διασώθηκαν˙ και το ευσεβές πλήθος ακόμα απολάμβανε την πολυτέλεια των θυσιών, των τελετών και των πομπών, με την άδεια ή την συγκατάθεση της δημόσιας αρχής. Τέσσερα περίπου χρόνια μετά την υποτιθέμενη ημερομηνία του φοβερού έδικτού του, ο Κωνστάντιος επεσκέφθη τα τεμένη της Ρώμης και η εντιμότητα της συμπεριφοράς του συνιστάται απο έναν παγανιστή ρήτορα ως ένα παράδειγμα άξιο μίμησης από τους επόμενους ηγεμόνες. «Ο αυτοκράτωρ», λέει ο Σύμμαχος, «επέτρεψε να μείνουν άθικτα τα προνόμια των Εστιάδων. Εγγυήθηκε τη καθορισμένη παροχή για να παράσχει τα έξοδα των δημόσιων τελετών και θυσιών. Και παρ’ όλο που ασπάζεται μια άλλη θρησκεία, ποτέ δε σκέφτηκε να στερήσει την αυτοκρατορία από την ιερή λατρεία της αρχαιότητας» (E. Gibbon, The decline and fall of the Roman Empire, Collier Books, N.Y., N.Y., Vol. 1, p. 399).
Ο Σύμμαχος (επιστολή, Migne, 18, 391) επαινεί τον Κωνστάντιο ότι επικύρωσε τα προνόμια των Εστιάδων, απένειμε ιερατικά αξιώματα σε εξέχοντες Ρωμαίους και έδωσε επιχορηγήσεις σε εθνικούς ναούς και αγώνες.
Ο Κωνστάντιος μερίμνησε και για την εκλογή εθνικού πρωθιερέως της Αφρικής με ειδικό νόμο του (C. Th., XII, 1, 46), το έτος 358. Έτος διωγμών, κατά τους Νεοπαγανιστές.
Επίσης, ο Κωνστάντιος επεκύρωσε τα δικαιώματα των ποντιφήκων επί της επιθεώρησης των ιερών θεσμών, με νόμο (C. Th., IX, 17, 2) το έτος 349.
«Η εφαρμογή των νόμων (του Κωνστάντιου) έγινε σε περιορισμένο βαθμό. Οι εθνικοί εν πολλοίς διέσωζαν τη λατρεία τους με πλάγια μέσα, τα οποία εύκολα μπορεί κανείς να φανταστεί. Οι εθνικοί συμμαχούσαν με τους αρειανούς, για να αποκτήσουν την εύνοια του αρειανόφρονα Κωνστάντιου και διατηρήσουν τη λατρεία τους: «Ἕλληνες μὲν οὖν ὥσπερ ὠνούμενοι τῇ ὑπογραφῇ (έγγραφο, με το οποίο μετά το 355 δέχονταν «ὃν ἂν ἀποστείλῃ βασιλεὺς») τὴν τῶν εἰδώλων ἀσυλίαν» γράφει ο Μέγας Αθανάσιος (επιστολή προς Μοναχούς, 55)» (Βασ. Κ. Στεφανίδη, Εκκλησιαστική Ιστορία, 4η έκδοση 1978, εκδ. Αστήρ, σ. 146). Με άλλα λόγια, ο Λιβάνιος διαψεύδεται από πλήθος ιστορικών.
«Πολλοί νεώτεροι ειδικοί διατείνονται ότι ο Θεοδόσιος υπέβαλλε αυτούς που παραβίαζαν τον αντιπαγανιστικό αυτό νόμο σε «αυστηρότατες ποινές». Στην πραγματικότητα όμως, δεν είναι διόλου σαφές αν ο παραπάνω νόμος όριζε σκληρότερες ποινές, από την επιβολή προστίμου και την δήμευση της περιουσίας. (...) Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο Ονώριος και ο Θεοδόσιος Β’ (γιοί του Θεοδόσιου Α’) επενέβησαν για να προστατεύσουν τους νομοταγείς Εθνικούς από κακοποιήσεις από μέρους των φανατικών χριστιανών και απαίτησαν σύμφωνα με νόμο να καταβάλλεται διπλάσια αποζημίωση για κλοπή περιουσιών» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ', σ.345).
Codex Theodosianus XVI.10.24 (8 Ιουνίου 423 μ.Χ.) Αυτοκράτορες Γρατιανός, Βαλεντινιανός και Θεοδόσιος προς Ασκληπιόδοτο, 'Επαρχο Πραιτορίου: «(...) Ιδιαιτέρως διατάσσουμε τους πραγματικούς χριστιανούς και αυτούς που ισχυρίζονται ότι είναι, να μην κάνουν κατάχρηση της εξουσίας που τους δίνει η Εκκλησία και τολμήσουν να απλώνουν βίαιο χέρι επάνω στους εβραίους και εθνικούς που ζουν ήσυχα και δεν επιχειρούν ενάντιο στην τάξη και στους νόμους Μας. Γιατί αν τέτοιοι χριστιανοί φερθούν βίαια εναντίον φιλήσυχων ανθρώπων που ζουν με ασφάλεια, ή λεηλατήσουν τα αγαθά των, θα υποχρεωθούν να αντικαταστήσουν εις διπλούν, τριπλούν ή και ακόμη τετραπλούν αυτά που έκλεψαν. Επίσης, οι διοικητές των επαρχιών, το προσωπικό τους και οι κάτοικοι των επαρχιών αυτών ας ενημερωθούν ότι δεν θα επιτρέψουν να διαπραχθεί ένα τέτοιο έγκλημα. Αλλιώς, θα τιμωρηθούν κι αυτοί με τον ίδιο τρόπο μ’ αυτούς που διέπραξαν το έγκλημα».
Σχετικά με την τύχη των αρχαίων ναών και οικοδομημάτων, βάσει των Ρωμαϊκών νόμων:
Θεοδοσιανός Κώδικας, XVI, 10, 3, Αυτοκράτωρ Κωνστάντιος Αύγουστος προς Κατουλλίνον, Έπαρχο της Πόλεως (1 Νοεμβρίου 342 μ.Χ.):
«Επιθυμία μας είναι οι ναοί που βρίσκονται έξω από τα τείχη της πόλης να παραμείνουν ακέραιοι και αλώβητοι. Γιατί, καθώς κάποια αθλητικά παιχνίδια ή θεάματα του ιπποδρόμου ή άλλοι αγώνες έλκουν την καταγωγή από τους ναούς, δεν αρμόζει να τους καταστρέφουμε, αφού σε αυτούς οφείλεται η τέλεση εορτών που διασκεδάζουν το λαό της Ρώμης».
Θεοδοσιανός Κώδικας, XVI.10.8, Αυτοκράτορες Γρατιανός, Βαλεντινιανός και Θεοδόσιος προς Παλλάδιο, Δούκα της Οσροηνής (30 Νοεμβρίου 382 μ.Χ.):
«Με την έγκριση του δημοσίου συμβουλίου διατάσσουμε ότι οι ναοί όπου προηγουμένως σύχναζαν τα πλήθη, και που βρίσκονται ακόμα σε δημόσια χρήση, θα παραμείνουν ανοικτοί. Έτσι θα μπορούν τα πλήθη γηγενών και επισκεπτών να βλέπουν το ναό. Η αξία των αγαλμάτων, που βρίσκονται μέσα στους ναούς, θα υπολογίζεται με βάση την αισθητική τους και όχι τον ιερό τους χαρακτήρα (..)».
Θεοδοσιανός Κώδικας, XVI.10.15, Αυτοκράτορες Αρκάδιος και Ονώριος προς Μακρόβιο, Βικάριο της Ισπανίας, και Προκλιανόν, Βικάριο των Πέντε Επαρχιών (29 Ιανουαρίου 399 μ.Χ.):
«(..) επιθυμούμε και να διατηρηθούν τα διακοσμητικά στοιχεία των δημοσίων κτιρίων. Αν κάποιος επιχειρήσει να καταστρέψει αυτά τα έργα, δεν θα βασίζεται σε καμία εξουσία».
Θεοδοσιανός Κώδικας XVI.10.18, Αυτοκράτορες Αρκάδιος και Ονώριος προς Απολλόδωρο, Ανθύπατο Αφρικής (20 Αυγούστου 399 μ.Χ.):
«Αν κάποιος επιχειρήσει να καταστρέψει ναούς, οι οποίοι είναι κενοί από παράνομα αντικείμενα, δεν θα έχει την αυτοκρατορική υποστήριξη. Διατάσσουμε ότι η κατάσταση των κτιρίων θα πρέπει να παραμείνει αλώβητη (..)».
Ιουστινιανός Κώδικας I.11.3, Αυτοκράτορες Αρκάδιος και Ονώριος προς Μακρόβιο και Βικάριο Προκλιανό (399 μ.Χ.) :
«Όπως απαγορεύθηκαν οι θυσίες, έτσι θέλουμε να διατηρήσουμε τα διακοσμητικά στοιχεία των δημοσίων κτιρίων. Όποιος επιχειρήσει να καταστρέψει αυτά τα έργα, δεν βασίζεται σε καμία εξουσία. Αν τυχόν εμφανίσει κάποια αυτοκρατορική απάντηση ή νόμο για να υπερασπίσει τον εαυτόν του, τα έγγραφα αυτά θα αποσπασθούν απ’ τα χέρια του και να παραπεμφθούν στη Σοφία Μας».
«Οι ναοί που βρίσκονταν σε αυτοκρατορικά κτήματα θα χρησιμοποιούνταν για άλλες χρήσεις, ενώ οι ιδιώτες ήταν υποχρεωμένοι να καταστρέψουν τα αγάλματα και τους βωμούς τους (Θεοδ. Κώδ., XVI, 10, 19 του έτους 408). Κατά κανόνα οι αυτοκράτορες προστάτευαν την κληρονομιά τους και άλλαζαν τη χρήση της˙ κατέστρεφαν μόνο τα παλιά ιδιωτικά ιερά, επειδή ήταν δυσκολότερο να ελεγχθεί αν χρησιμοποιούνταν ακόμη για λατρευτικούς σκοπούς» (Pierre Chuvin, Οι τελευταίοι Εθνικοί, εκδ. Θύραθεν, σ. 100).
Η άποψη πως οι πολλοί αρχαίοι ναοί καταστράφηκαν και πως αυτό οφείλεται στις αυτοκρατορικές διαταγές, με αποτέλεσμα να κατηγορούνται οι Αυτοκράτορες για καταστροφή του ελληνικού πολιτισμού είναι μάλλον αστήριχτη. Υπάρχει βέβαια το διάταγμα της 10ης Ιουλίου 399 (Θεοδ. Κώδ., XVI, 10, 16), που διατάζει την καταστροφή των ναών σε επαρχιακές μόνο περιοχές. Αλλά αμέσως μετά, τον ίδιο χρόνο, στις 20 Αυγούστου 399 (Θεοδ. Κώδ., XVI, 10, 18) απαγορεύεται η καταστροφή ναών που είναι άδειοι από αγάλματα και δεν χρησιμοποιούνται για παγανιστική λατρεία. Τι ήθελαν οι Αυτοκράτορες να πράξουν στο ζήτημα της διατήρησης ή μη των ναών, φαίνεται από το διάταγμα που εξεδόθη στις 15 Νοεμβρίου 407 ή 408 (Θεοδ. Κώδ., XVI, 10, 19): «αν κάποια αγάλματα βρίσκονται ακόμη μέσα στους ναούς και τα ιερά και εάν έχουν δεχθεί ή δέχονται ακόμη τη λατρεία των ειδωλολατρών, όπου κι αν συμβαίνει αυτό, θα ξεριζωθούν εκ θεμελίων, αφού αναγνωρίζουμε ότι αυτός ο κανονισμός έχει διατυπωθεί και επικυρωθεί κατ’ επανάληψη πολύ συχνά. Τα ίδια κτίρια των ναών που βρίσκονται σε πόλεις ή κωμοπόλεις ή και έξω από αυτές, θα παραχωρηθούν σε κοινή χρήση. Παντού οι βωμοί θα καταστραφούν και οι ναοί που βρίσκονται μέσα σε αυτοκρατορικά κτήματα θα μεταφερθούν ή θα δοθούν σε άλλες πιο αρμόδιες χρήσεις. Οι ιδιοκτήτες τους θα υποχρεωθούν να τους καταστρέψουν(...)». Η παγανιστική θρησκεία καλώς χάθηκε˙ και τί νοιάζει τον καθένα σήμερα: σημασία έχει αν διετάχθηκε η ισοπέδωση των ναών. Αλλά οι αυτοκράτορες δεν σκόπευαν να καταστρέψουν τους ναούς.

Συμπέρασμα:
1) Το Κράτος ενδιαφερόταν να πάψει να χρησιμοποιούνται ως τόποι λατρείας της παλιάς θρησκείας τα κτίρια των ναών κι όχι ασφαλώς αυτοί να γκρεμιστούν. Το πρώτο τους αρκούσε. Αν ο ναός άδειαζε από το άγαλμα και το βωμό, μπορούσε να στέκεται όρθιος. Αυτό έγινε τουλάχιστον στην Ελλάδα.
2) Ομοίως, οι Πατέρες της Εκκλησίας ουδέποτε π.χ. ζήτησαν την καταστροφή των αγαλμάτων που στόλιζαν την Κωνσταντινούπολη. Τι σημαίνει αυτό αναφορικά με τη στάση τους προς την αρχαία τέχνη; Άπαξ και αυτά έπαυαν να είναι λατρευτικά αντικείμενα, ουδείς ενδιαφερόταν να τα καταστρέψει. Για τη στάση των Πατέρων αναφορικά με τη βία ως μέθοδο επικράτησης του Χριστιανισμού, για το αν οι Πατέρες προκάλεσαν τα διατάγματα κατά της αρχαίας λατρείας κάνουμε λόγο στο επόμενο κεφάλαιο.
Το 1994 δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ελληνικά» (Τεύχος 44, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 31-50), μελέτη της κ. Πολύμνιας Αθανασιάδη, καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Αθηνών, με τον τίτλο: «Το λυκόφως των Θεών στην Ανατολική Μεσόγειο: Στοιχεία ανάλυσης για τρεις επί μέρους περιοχές». Η κ. Αθανασιάδη, επέλεξε εκεί τρεις περιοχές της αυτοκρατορίας με διαφορετική γεωγραφική φυσιογνωμία, ιστορικό υπόβαθρο και δημογραφική σύνθεση, εξασφαλίζοντας έτσι μεγαλύτερη αξιοπιστία στην έρευνά της. Οι περιοχές αυτές είναι η Ελλάδα, η Κωνσταντινούπολη και η Συρία – Παλαιστίνη. Έτσι αντιμετωπίζει εύκολα τις «γενικεύσεις του Λιβανίου» όσο και τον «υπερβολικά μεγάλο αριθμό φιλολογικών μαρτυριών» σε Χριστιανούς και εθνικούς συγγραφείς για την καταστροφή των ναών, που καταντά όπως λέει: «ύποπτος»!
Γράφει: «Στην προσπάθειά τους να ηρωοποιήσουν επισκόπους και αυτοκράτορες, σε μια περίοδο, κατά την οποία ο θρησκευτικός φανατισμός θεωρείτο αρετή, συχνά οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς απέδιδαν σ’ αυτούς φανταστικές καταστροφές ναών ή στην καλύτερη περίπτωση, μεγαλοποιούσαν τα ηροστράτεια ανδραγαθήματά τους».
Η ίδια η συγγραφέας αναφέρει ότι «Σε τόπους όπως η Αθήνα ή οι Δελφοί, ο κανόνας είναι ότι τα μεταγενέστερα στρώματα έχουν καταστραφεί από τους ίδιους τους αρχαιολόγους στην προσπάθειά τους να φτάσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα στο κλασικό υπόστρωμα των ανασκαφών. Τις παρατηρούμενες καταστροφές αποδίδουν οι αρχαιολόγοι στους σεισμούς, τις βαρβαρικές επιδρομές (4ο - 6ο αιώνα) και την εγκατάλειψη. Τα αρχαία μνημεία των Αθηνών και των Δελφών έμειναν απείραχτα από τους Χριστιανούς».
«Ο βανδαλισμός ιερών αντικειμένων ήταν πράξη σπάνια στην Ελλάδα» δέχεται η κ. Αθανασιάδη. Τέτοιες περιπτώσεις είναι «μεμονωμένες». «Η γενική εντύπωση από την Ελλάδα είναι ότι η φθίνουσα αρχαία πίστη ενέπνεε στους νεοφώτιστους Χριστιανούς, παρά τη δομική μισσαλοδοξία της θρησκείας τους, σεβασμό και συχνά κάποια συγκίνηση».
Μόνο εκεί που δεν υπήρχε «επαφή με την αστική παιδεία του Ελληνορωμαϊκού κόσμου», εκτός δηλαδή του ιστορικού Ελληνικού χώρου, και όπου «η παραδοσιακή θρησκεία είχε ισχυρές ρίζες», παρατηρείται φανατισμός και γίνονται καταστροφές. Αυτό συνέβαινε περισσότερο στην Ανατολή (Συρία – Φοινίκη – Παλαιστίνη). Η κ. Αθανασιάδη όμως ερμηνεύει με τα επιστημονικά κριτήριά της τις συμπεριφορές και σε περιοχές όπως η Συρία: «Εδώ δεν έχουμε μιαν αμιγή περίπτωση θρησκευτικού φανατισμού, αλλά είναι ξέσπασμα κοινωνικού και φυλετικού μίσους, ένα υποσυνείδητο, εθνικό κίνημα με αμφίεση, βέβαια, θρησκευτική».
Στα ίδια πορίσματα καταλήγει και ο γνωστός αρχαιολόγος Άγγελος Χωρέμης, ερμηνεύοντας την περίπτωση του Μεγάλου Θεοδοσίου. Κατά γραπτή δήλωσή του, «το διάταγμα του Θεοδοσίου του Μεγάλου (391 – 3 μ.Χ.), αναφέρει απαγόρευση λατρείας σε αρχαία ιερά και την είσοδο στους ναούς, δεν εντέλλεται όμως την καταστροφή τους. Άλλωστε δεν φαίνεται τέτοια καταστροφή στις αρχαιολογικές ανασκαφές. Τα μεγάλα κέντρα της αρχαίας λατρείας, εκείνα ακριβώς που λογικά θα έπρεπε να υποστούν τη μεγαλύτερη καταστροφή, όπως οι Δελφοί, η Ολυμπία, η Δωδώνη, τα ιερά των Αθηνών κ.ά. δεν φαίνεται, ανασκαφικά τουλάχιστον, να έπαθαν ζημιές από ανθρώπινο χέρι στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ.
Εξ’ άλλου πολλοί ναοί της αρχαίας λατρείας σώθηκαν ως τις ημέρες μας σχεδόν ανέπαφοι, κυρίως στην Κάτω Ιταλία και τη Σικελία (όπου επίσης βασίλευε ο Μ. Θεοδόσιος), αλλά και την κυρίως Ελλάδα, όπως το συγκρότημα της Ακροπόλεως των Αθηνών, ο ναός του Ηφαίστου (Θησείον) και ο Ναός του Ιλισσού».
Περί του έργου του Λιβανίου «Υπέρ των Ιερών», το οποίο επικαλούνται οι νεοπαγανιστές ως απόδειξη για τους δήθεν Χριστιανικούς βανδαλισμούς εξ’ αιτίας του διατάγματος του Μεγάλους Θεοδοσίου, ο αρχαιολόγος Άγγελος Χωρέμης παρατηρεί το εξής:
«Ο λόγος του Λιβανίου «Υπέρ των Ιερών» δεν γράφτηκε λόγω ακροτήτων, που έγιναν εις εφαρμογήν του διατάγματος κατά της αρχαίας θρησκείας. Το διάταγμα του Θεοδόσιου Α' εξεδόθη το 391 και το κείμενο του Λιβανίου γράφτηκε το 386, δηλαδή πέντε ολόκληρα χρόνια ενωρίτερα με άλλη ευκαιρία (P. Petit, “Sur la date du “pro Templs” de Libanius”, στο Byzantion XXI (1951), fasc., 285-310). Ο Θεοδόσιος διόρισε ύπαρχο της Ανατολής κάποιον συμπατριώτη και φίλο του, τον Ίβηρα Μάτερνο Κυνήγιο. Ο άνθρωπος αυτός ήταν φανατικός θρησκόληπτος και έξαλλος. Υπεκίνησε πράγματι τον όχλο, επί κεφαλής του οποίου ήταν φανατικοί καλόγεροι, και άρχισαν να καταστρέφουν τα αρχαία ιερά, στην αρχή κυρίως τα μικρά και απροστάτευτα) ιερά της υπαίθρου και εν συνεχεία άρχισαν να μπαίνουν και να καταστρέφουν ιερά και μέσα στις πόλεις. Τότε ο Λιβάνιος γράφει τον περίφημο και ωραιότατο λόγο του «Υπέρ των Ιερών». Η αντίδραση του «θρησκόληπτου» Θεοδοσίου ήταν να… απαγορεύσει στους μοναχούς την είσοδο στις πόλεις, προστατεύοντας έτσι τα εθνικά ιερά των άστεων και όταν σε λίγο πέθανε ο Μάτερνος Κυνήγιος τοποθέτησε Ύπαρχο της Ανατολής τον σώφρονα εθνικό Ευτόλμιο Τατιανό, ο οποίος κατάφερε να ηρεμήσει τα πράγματα και να φέρει την καταλλαγή.
«Καταστροφές αγαλμάτων και ναών ακούμε από άλλες περιοχές: από την Αίγυπτο, τη Συρία και τη Μικρά Ασία. Απόδειξη ότι ο Ελληνιστικός πολιτισμός σε αυτές τις περιοχές ποτέ δεν είχε γίνει «λαϊκή κουλτούρα» κι επομένως ήταν εύκολο να υποκινείται ο λαός σε καταστρεπτικές ενέργειες. Γι’ αυτούς τους λαούς το «ελληνικό» απλώς δεν ήταν "ωραίο"» (Lorenz Gyφmφrey, Η δύση της Δύσης, εκδ. Παπαζήση).
Είναι χαρακτηριστικό ότι και το περιοδικό Δαυλός (τ. 138, σ. 8022-23) σημειώνει: «Όλοι σχεδόν οι καταστροφείς αρχαίων Ελληνικών μνημείων είναι Χριστιανοί εξ Ιουδαίων, δηλαδή Εβραίοι. Οι Χριστιανοί εξ εθνικών, δηλαδοί οι Έλληνες, σπάνια μετείχαν σε διωγμούς Ελλήνων».
«Η Ελλάδα βρισκόταν εκτός της δικαιοδοσίας του επάρχου του πραιτωρίου της Ανατολής˙ δεν υπάρχουν μαρτυρίες που να αναφέρουν καταστροφές ναών αυτήν την περίοδο» (Pierre Chuvin, Οι τελευταίοι Εθνικοί, εκδ. Θύραθεν, σ. 81).
Υπό το φως τον παραπάνω στοιχείων ο ισχυρισμός του αρχαιολάτρη Σαράντου Πανός (Δαυλός, τ. 229, σ. 14628) ότι ο πραγματικός στόχος των Αυτοκρατόρων ήταν η καταστροφή του Ελληνισμού κι ότι «οι ναοί και οι βωμοί, οι σχολές και τα στάδια της Ρώμης ουδέν έπαθαν. Μόνο των Ελλήνων τα έργα γκρεμίσθηκαν και οι Ελληνικοί θεσμοί καταργήθηκαν, ακόμη και θεσμοί άσχετοι προς την αρχαία θρησκεία, και μόνο μόνο ιδεολογικά και φυλετικά Έλληνες σφαγιάσθηκαν» είναι τελείως αβάσιμος. Το ακριβώς αντίθετο συνέβη. Όχι μόνο οι καλύτερα διατηρημένοι αρχαίοι ναοί βρίσκονται στην Ελλάδα, όχι μόνο τα αρχαία κτίρια και καλλιτεχνήματα π.χ. των Αθηνών διασώθηκαν σε αντίθεση με αυτά της Ρώμης, που καταστράφηκαν, αλλά γνωρίζουμε ότι καταστροφές αρχαίων ναών συνέβησαν κυρίως στην Αίγυπτο και τη Συρία˙ και φυσικά ουδείς Έλληνας σφαγιάστηκε. Δε γνωρίζουμε αν τα ψεύδη του αρχαιολάτρη Πανός είναι συνειδητά και σκόπιμα˙ το μόνο που γνωρίζουμε είναι πως μέσω των αβάσιμων αυτών ισχυρισμών, ο αρχαιολάτρης Παν, όπως και οι όμοιοί του, υποδαυλίζει τον αντιχριστιανικό μίσος και τον φανατισμό των αναγνωστών του Δαυλού λέγοντάς τους πανούργα ψεύδη, που δεν αντέχουν σε καμμία κριτική.
Η Helen Saradi-Mendelovici (“Christian Attitudes toward Pagan Monuments in Late Antiquity and their Legacy in Later Byzantine Centuries”, Dumbarton Oaks Papers 44 (1990), 47), τοποθετεί στα τέλη του 4ου αιώνα την έξαρση της εχθρικής στάσης των Χριστιανών προς τα παγανιστικά ιερά, αλλά ταυτόχρονα καταδεικνύει ότι η εχθρική στάση των Χριστιανών προς αυτά ούτε γενικό φαινόμενο υπήρξε ούτε συστηματική πολιτική.
Ο Βαλεντιανός Α’ (364-375 μ.Χ.) διακηρύσσει ότι «...οι νόμοι που εξέδωσα κατά την αρχή της βασιλείας μου, που επιτρέπουν στον καθένα να ακολουθεί την θρησκεία στην οποία ανήκει» (Θεοδ. Κώδ., IX, 16, 9 του έτους 371 μ.Χ.).
«Ο Βαλεντιανός περιορίστηκε στο να απαγορεύσει, επί ποινή θανάτου, τις νυχτερινές τελετές (Θεοδ. Κώδ., X, 1, 8 και IX, 16, 9 της 9ης Σεπτεμβρίου 364). Επίσης απαγορεύει να αναλαμβάνει Χριστιανός την ευθύνη ενός παγανιστικού ναού. Όμως αυτά τα μέτρα, όπως τονίζει ο G. Fowden, περιόριζαν επίσης τη δικαιοδοσία των επισκόπων σε ζητήματα δημόσιας τάξης» (Pierre Chuvin, Οι τελευταίοι Εθνικοί, εκδ. Θύραθεν, σ. 66). Με άλλα λόγια, απέτρεπαν τις αυθαιρεσίες των Χριστιανών επισκόπων.
«Στις 29 Μαΐου 371 μ.Χ. οι δύο αυτοκράτορες Βαλεντιανός και Βάλης ενέκριναν την πρακτική της δημόσιας προφητείας στη ρωμαϊκή Σύγκλητο, καθώς και «όλα τα θρησκευτικά έθιμα που επέτρεπαν οι πρόγονοι» (omnis concessa a maioribus religio)» (Pierre Chuvin, Οι τελευταίοι Εθνικοί, εκδ. Θύραθεν, σ. 70). «Δεν καταδικάζουμε [την προφητεία], αλλά απαγορεύουμε τη χρήση της για επιβλαβείς σκοπούς», διατάζουν (Θεοδ. Κώδ., IX, 16, 9).
Θεοδώρητου Κύρου, Εκκλησιαστική Ιστορία, 5, 20: «Ωστόσο, ο Βάλεντας [364-378 μ.Χ.] επέτρεψε σε όλους να λατρεύουν και να τιμούν καθ’ οποιονδήποτε τρόπο ήθελαν ό,τι ήθελαν. Μόνο κατά των υπερασπιστών των Αποστολικών εντολών επέμεινε σε πόλεμο. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Βάλεντα το πυρ των ναών ήταν αναμμένο, οι σπονδές και οι θυσίες προσφέρονταν στα είδωλα, δημόσιες εορτές γίνονταν στις πλατείες, και οι λάτρεις των διονυσιακών οργίων τριγυρνούσανε φορώντας δέρματα αιγών, σε βακχικό παραλήρημα, και γενικά συμπεριφερόμενοι με τέτοιο τρόπο, ώστε να δείχνουν την κακοήθεια του αφέντη τους».
Βλέπουμε ότι, σε μια εποχή που οι Νεοπαγανιστές την περιγράφουν ως ζοφερή και με συνεχόμενους διωγμούς κατά των Παγανιστών, ένας «βυζαντινός» αυτοκράτορας διώκει τους Ορθόδοξους κι αφήνει απείραχτους τους Παγανιστές.
«Ο Γρατιανός (...) αποδοκίμαζε τις διώξεις λόγω των διαφορετικών θρησκευτικών πίστεων και επανέφερε όλους όσοι είχαν εξοριστεί λόγω της θρησκείας τους. Επίσης εξέδωσε ένα νόμο με τον οποίο θέσπισε ότι ο καθένας μπορούσε ελεύθερα να εξασκεί τα θρησκευτικά του καθήκοντα και επιτρεπόταν να κάνει θρησκευτικές συναθροίσεις». (Σωζόμενου, Εκκλησιαστική Ιστορία, 7, 1).
«Αλλά ο Αυτοκράτορας [σημ. ο Γρατιανός: 375-383 μ.Χ.] εφείσθη των αγαλμάτων των θεών που ο λαός σεβόταν˙ 424 [ειδωλολατρικοί] ναοί ή ναΐδρια ακόμη υπήρχαν, για να ικανοποιούν την αφοσίωση του λαού˙ και σε κάθε συνοικεία της Ρώμης η ευαισθησία των Χριστιανών προσβαλλόταν από τους καπνούς των ειδωλολατρικών θυσιών» (E. Gibbon, The decline and fall of the Roman Empire, Collier Books, N.Y., N.Y., Vol. II, p. 73).
Σύμφωνα με τους Ν/Π, οι Εθνικοί σφάζονταν σαν τα σφαχτάρια εκείνη την εποχή˙ κι οι ναοί τους γκρεμίζονταν.
Βέβαια ο Γρατιανός ήταν αυτός που διέταξε την απομάκρυνση του αγάλματος της Νίκης από το κτίριο της Συγκλήτου. Αλλά σε αυτήν την περίπτωση πρόκειται για ένα κρατικό κτίριο. Δεν πρόκειται περί εθνικού ναού. Δικαίωμα του κράτους ήταν να απομακρύνει από τα κτίρια της διοίκησης τα σύμβολα της παλιάς θρησκείας.
Με βάση όλα τα παραπάνω οι διώξεις κατά της συγκλητικής αριστοκρατείας εκ μέρους του Βάλεντα δεν σημαίνουν «διωγμό κατά των εθνικών». Ο Βάλεντας ως γνωστόν δίωξε και Ορθόδοξους και κυρίως τους μοναχούς. Η καταγωγή (από επαρχία) και η κοινωνική προέλευση (χωρικοί και στρατιώτες) του Βάλεντα δείχνουν τους «λόγους» που δίωξε την παραδοσιακή αριστοκρατία. Υπήρχε αντίθεση μεταξύ στρατιωτικής και παραδοσιακής αριστοκρατίας, όταν από τον 3ο αιώνα και μετά άρχισαν να ανέρχονται στην ιεραρχία άτομα μη αριστοκρατικής καταγωγής, κι αυτή ακριβώς την αντίθεση εκφράζουν οι διωγμοί του Βάλεντα, και όχι την αντίθεση εθνισμού-χριστιανισμού, μια και όπως είπαμε ο Βάλεντας εδίωκε και χριστιανούς.
Ενα παγανιστικό επιχείρημα πως ο παγανισμός επέζησε στην επαρχία ώς τον 10 αι. επειδή εκεί η αυτοκρατορική εξουσία ήταν αδύναμη. Αδύναμη η αυτοκρατορική εξουσία που είχε στη διάθεσή της άπειρα χρήματα και στρατό; Η παγανιστική Ρώμη είχε την ικανότητα να διατάσσει μακροχρόνιους διωγμούς κατά των Χριστιανών στις επαρχίες της, και οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι μόλις εκχριστιανίστηκε το κράτος, αυτόματα έχασε την ικανότητα του να κάνει επίσης μακροχρόνιους διωγμούς στις επαρχίες; Δια μαγείας, ξαφνικά την έχασε;
Το ότι μερικοί αυτοκράτορες κατεδίωξαν τους παγανιστές μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού δεν λέει τίποτα κατά του Χριστιανισμού. Αφότου έγιναν πολλοί χριστιανοί, ήταν φυσικό πολλοί να μην είναι εμποτισμένοι, ως νεοφώτιστοι, με το πνεύμα των ηρωικών μαρτύρων χριστιανών των προηγούμενων αιώνων, και να λειτουργούν ώς όχλος. Όταν αυξάνει η ποσότητα, η ποιότητα πέφτει.
Φαίνεται, πάντως, πως ήταν «θεϊκό έργο» η απαγόρευση του παγανισμού από τον Θεοδόσιο, διότι οι ίδιοι οι Εθνικοί τον είχαν ανακηρύξει θεό τους στα 393 – αφού είχε αρχίσει να εκδίδει αντιπαγανιστικούς νόμους – λέγοντας σε εορταστική συνεδρίαση της Σύγκλητου: "Deum dedit Hispania quem videmus" = Η Ισπανία μας χάρισε το Θεό που βλέπουμε (Κ. Σιμόπουλου, Ο Μύθος των μεγάλων της ιστορίας, Αθήνα 1995, σ. 355). Αναρωτιέται κανείς αν εξακολουθούν να πιστεύουν οι Νεοπαγανιστές στην εγκυρότητα της θεοποίησης του Θεοδόσιου από τους παγανιστές. Οι αρχαίοι εθνικοί δεν είχαν τέτοιες προκαταλήψεις. Ένας «θεός» ασφαλώς θα μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει τα ειδωλολατρικά ιερά. Άλλωστε, οι ίδιοι οι Νεοπαγανιστές υπερασπίζονται, όπως είδαμε, με πάθος τους ιερείς της λατρείας του «Θεού Αυτοκράτορα». Αντιφάσεις επί αντιφάσεων.
Η καταστροφή των εθνικών ναών και των αγαλμάτων των θεών δεν έγινε από «χριστιανικό μίσος κατά του Ελληνικού πολιτισμού» όπως νομίζουν οι Νεοπαγανιστές, ούτε από έλλειψη εκτίμησης για την ελληνική τέχνη. Έγινε αποκλειστικά λόγω θρησκευτικής έχθρας. Διαφορετικά, και οι Εικονομάχοι βυζαντινοί αυτοκράτορες του 8ου-9ου αι. που κατέστρεφαν τις εικόνες θα έπρεπε να κατηγορούνται για «έλλειψη εκτίμησης προς την βυζαντινή τέχνη».
Με άλλα λόγια, επειδή εκείνη την εποχή δεν υπήρχε από όλους τους Χριστιανούς η αντίληψη των αγαλμάτων ή των εικόνων ως έργων τέχνης, αλλά μόνο ως θρησκευτικών αντικειμένων, γι’ αυτό το λόγο αυτά καταστράφηκαν. Εάν κανείς διαφωνεί με αυτό, θα πρέπει να εξηγήσει γιατί οι εικονομάχοι Βυζαντινοί αυτοκράτορες ήταν ενάντια στον Βυζαντινό πολιτισμό της ίδιας της χώρας τους.
Άλλωστε, αν δεν εκτιμούσαν οι Βυζαντινοί την αρχαία ελληνική τέχνη, δεν θα μετέφεραν τόσα αρχαιοελληνικά αγάλματα (και θεών) στο Παλάτι, τον Ιππόδρομο, τις οδούς και στις πλατείες της Κωνσταντινούπολης.
Είναι πέρα ως πέρα αβάσιμος ο νεοπαγανιστικός ισχυρισμός, ότι πολλά Ελληνικά λατρευτικά αγάλματα – κατά διαταγή του Θεοδόσιου Α’ – «απήχθησαν στην Κωνσταντινούπολη και ετοποθετήθησαν, δίκην διακοσμητικών λαφύρων, σε δημόσιους χώρους, όπου το πνευματικά εξαθλιωμένο πλήθος μπορούσε ανενόχλητο να τα βεβηλώνει και να τα φτύνει, εκτονώνοντας τα πιο χαμηλά ένστικτά του απέναντι στους “χριστομάχους” Έλληνες που “έφτιαξαν αυτά τα ξόανα και τα προσεκύνησαν”» (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, σ. 48). Οι Ρωμηοί Έλληνες πρόγονοί μας τα διέσωσαν από τις εκατοντάδες βαρβαρικές εισβολές σε Βαλκάνια και Μ. Ασία τοποθετώντας τα στην Κωνσταντινούπολη. Δεν τοποθετήθηκαν τα αγάλματα, για τα χλευάζει το πλήθος, όπως ψεύδονται οι νεοπαγανιστές, αλλά για να τα θαυμάζει. Όχι μόνο δεν τα χλεύαζαν και τα έφτυναν, αλλά συνεπαρμένοι από αυτά, τα είχαν ως πρότυπα βάσει των οποίων έφτιαχναν τους αδριάντες και τα αγάλματα επιφανών προσώπων, αυτοκρατόρων, στρατηγών και αρματηλάτων. Η Κωνσταντινούπολη ήταν ένα πραγματικό μουσείο με όλους τους θησαυρούς˙ και θα υπήρχαν ακόμη τα αγάλματα αυτά, αν δεν είχε συμβεί η μοιραία Άλωση του 1204, κατά την οποία οι Δυτικοευρωπαίοι τα έλειωσαν, προκαλώντας το θρήνο Ρωμηών όπως ο Νικήτας Χωνιάτης που ήταν παρών στην Άλωση. «Απώλειες [αγαλμάτων] σημειώθηκαν μόνο από σεισμούς, πυρκαγιές και εσωτερικές αναταραχές – λαϊκές εξεγέρσεις, συγκρούσεις και καταστολές. Οι χριστιανοί της πρωτεύουσας θαύμαζαν τα αγάλματα που στόλιζαν την πόλη τους» (Κ. Σιμόπουλου, Η λεηλασία και καταδρομή των Ελληνικών Αρχαιοτήτων, Αθήνα 1997, σ. 213). «Οι Βυζαντινοί διανοούμενοι – ακόμα και θεολόγοι – έχουν βαθιά γνώση της αρχαίας τέχνης και εκφράζουν χωρίς επιφυλάξεις τον απεριόριστο θαυμασμό τους. Συχνότατες στους βυζαντινούς αιώνες οι αναγωγές στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και τους επιφανείς δημιουργούς του και οι συγκρίσεις της βυζαντινής εικονογραφίας με την κλασσική ζωγραφική που αποκαλύπτουν κοινά ή παράλληλα καλλιτεχνικά ιδεώδη» (Κ. Σιμόπουλου, Η λεηλασία και καταδρομή των Ελληνικών Αρχαιοτήτων, Αθήνα 1997, σ. 227).
Μόνο στην πλατεία του Ζεύξιππου υπήρχαν τα αγάλματα του Αισχίνη, του Αριστοτέλη, του Ησίοδου, του Σιμωνίδη, του Αναξιμένη, του Κάλχα, της Σαπφούς, του Απόλλωνα (τρία), της Αφροδίτης (τρία), του Καίσαρα, του Πλάτωνα, του Τέρπανδρου, του Περικλή, του Πυθαγόρα, του Δημόκριτου, του Ηρακλή, του Αινεία, της Ανδρομάχης, του Μενελάου, της Ελένης, του Οδυσσέα, της Εκάβης, της Κασσάνδρας, του Αίαντα, του Ισοκράτη, του Αχιλλέα, του Σαρπηδώνα, του Ερμή, του Ομήρου, του Φερεκίδη, του Μένανδρου, του Θουκιδήδη, του Ηροδότου, του Πινδάρου, του Ξενοφώντα, του Αλκμάνα και του Βιργιλίου (Χριστόδωρου Κοπτίτη, Έκφρασις των αγαλμάτων των εις το δημόσιον γυμνάσιον του επικαλουμένου Ζευξίπου , Παλατινή Ανθολογία). Εύκολα φαντάζεται κανείς πόσα αγάλματα κοσμούσαν δρόμους, πλατείες και δημόσια κτίρια της ελληνίδας Βασιλεύουσας ώς το 1204. Αυτά ασφαλώς τα αγάλματα θεών, ηρώων, φιλοσόφων, ποιητών, δεν τα είχαν «για να τα φτύνουν», αλλά για να τα θαυμάζουν. Δεν τους πείραζε λοιπόν τους Χριστιανούς το άγαλμα ως άγαλμα, ως καλλιτέχνημα. Ως αντικείμενο λατρείας τους πείραζε. Ως άγαλμα το διατηρούσαν και το έβαζαν σε περίοπτη δημόσια θέση, όπως αργότερα στη Δυτική Ευρώπη. Ακόμη και οι γιορτές των Εθνικών δεν απαγορεύονταν, με την προϋπόθεση να μη γινόταν θυσία:
Θεοδοσιανός Κώδικας XVI, 10, 8, Αυτοκράτορες Γρατιανός, Βαλεντιανός και Θεοδόσιος προς Παλλάδιον, Δούκα της Οσροηνής (30 Νοεμβρίου 382 μ.Χ.): «Με σκοπό να μπορούν τα πλήθη, τόσο των γηγενών όσο και των επισκεπτών, να βλέπουν το ναό, η Εμπειρία σου θα διατηρήσει όλες τις γιορτές και τις τελετές».
Θεοδοσιανός Κώδικας XVI, 10, 17, Αυτοκράτορες Αύγουστοι Αρκάδιος και Ονώριος προς Απολλόδωρον, Ανθύπατο Αφρικής (20 Αυγούστου 399 μ.Χ.) : «δεν επιτρέπουμε να καταργηθούν οι εορταστικές συγκεντρώσεις πολιτών και η απόλαυση που παίρνουν όλοι από αυτές. Έτσι αποφασίζουμε, ότι, σύμφωνα με τα αρχαία έθιμα, θα εξακολουθήσουν να παρέχονται διασκεδάσεις στο λαό, χωρίς όμως θυσίες, και θα επιτρέπεται στον κόσμο να παρευρίσκεται σε εορταστικά συμπόσια όποτε το επιθυμεί».

14f ΓΙΑ ΤΙΣ ΥΠΑΡΚΤΕΣ ΔΙΩΞΕΙΣ

«Μιμείστε την οργή και την δριμύτητα των Ιουδαίων καταστρέφοντας ιερά και βωμούς και κατασφάξατε όχι μόνο τους δικούς μας που δεν εγκατέλειψαν την πατρογονική λατρεία, αλλά και κείνους από εσάς που είναι παραπλανημένοι όπως εσείς, τους αιρετικούς που δεν θρηνούν τον πεθαμένο με τον ίδιο τρόπο που το κάνετε εσείς. Αυτά όμως είναι μάλλον δικά σας γνωρίσματα γιατί πουθενά, ούτε ο Ιησούς σας παρέδωσε τέτοιες εντολές ούτε ο Παύλος,» γράφει ο Ιουλιανός, παραδεχόμενος έμμεσα ότι δεν είναι το χριστιανικό δόγμα υπαίτιο για τα παραπτώματα κακών Χριστιανών. Το ίδιο παραδέχεται κι ο Λιβάνιος, όταν έλεγε στους Χριστιανούς πως αν μετέρχονται βία σε ζητήματα πίστης παραβιάζουν τους ίδιους τους τους νόμους. Ξεχνά όμως ότι οι κρατικές διώξεις κατά όσων δε συμμερίζονταν τη θρησκεία του κράτους δεν ήταν ούτε αποκλειστικώς Χριστιανικό φαινόμενο ούτε Χριστιανική εφεύρεση. Οι παγανιστικές αρχαίες ελληνικές πόλεις και η παγανιστική Ρώμη ήταν οι πρώτες διδάξασες. Κι όμως, οι Ν/Π κατηγορούν το Χριστιανισμό για κάποιες πράξεις κακών (=μη ακολουθούντων τις εντολές του Χριστού) Χριστιανών.
Οι διωγμοί των Χριστιανών από τους Εθνικούς ούτε κατά διάνοια δε μπορούν να συγκριθούν με τους ελάχιστους διωγμούς των Εθνικών από τους Χριστιανούς: Οι Χριστιανοί, ως μικρή μειοψηφία διώκονταν ανηλεώς, ακριβώς επειδή ήταν λίγοι, η μύγα μες στο γάλα – κι έτσι ο διωγμός νομιμοποιούνταν στην κοινή γνώμη – ενώ οι Παγανιστές, επειδή αποτελούσαν μεγάλο τμήμα του λαού της Αυτοκρατορίας ακόμη, δεν γινόταν να εξοντωθούν ή να τρομοκρατηθούν απλώς βάσει μερικών διαταγμάτων – ο διωγμός του μισού πληθυσμού δεν είναι δικαιολογίσιμος στα μάτια της κοινής γνώμης, και γι’αυτό δεν πραγματοποιείται. Γι’ αυτό οι διωγμοί κατά των Χριστιανών ήταν πολλοί και σκληρότατοι, ενώ οι διωγμοί κατά των πολλών Παγανιστών ήταν ελάχιστοι και πολύ ήπιοι.
Επιπλέον, κατά τους διωγμούς κατά των Χριστιανών υπήρξαν εκατοντάδες χιλιάδες θύματα, αποκεφαλισμένοι, σφαγμένοι, σταυρωμένοι, καμμένοι, ποικιλοτρόπως θανατωμένοι. Κάτι αντίστοιχο σε ποσότητα δεν υπάρχει, για τους υπαρκτούς διωγμούς κατά Παγανιστών. Ίσως προπηλακίζονταν στις επαρχίες όσοι επιχειρούσαν να εμποδίσουν την κατεδάφιση εκείνων των αρχαίων ναών που κατεδαφίστηκαν, αλλά δεν υπήρξε μαζική, όπως κατά των Χριστιανών, εξόντωση του πληθυσμού, ώστε δια του φυσικού αφανισμού και ελάττωσης του πληθυσμού των Εθνικών να εκλείψει η αρχαία λατρεία. Υπάρχει, δηλαδή μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ των σκληρών διωγμών κατά των Χριστιανών και των σποραδικών ήπιων διωγμών κατά των Εθνικών: οι παγανιστές αυτοκράτορες (π.χ. Δέκιος) επιδίωκαν την εξαφάνιση του Χριστιανισμού μέσω της φυσικής εξόντωσης του χριστιανικού πληθυσμού, ενώ οι Χριστιανοί αυτοκράτορες επιδίωκαν την εξαφάνιση της αρχαίας λατρείας με την απαγόρευση των θυσιών και, σπανιότερα, την κατεδάφιση των αρχαίων ναών. Έτσι, οι δύο διαφορές μεταξύ διωγμών κατά των χριστιανικών πληθυσμών και απαγορεύσεων της παγανιστικής λατρείας είναι ότι
1) οι Χριστιανοί διώκωνταν ανηλεώς, διότι, όντας μειοψηφία, ο διωγμός νομιμοποιούνταν στα μάτια του υπόλοιπου πληθυσμού, ενώ οι Εθνικοί, όντας μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, δεν γινόταν να διωχθούν με αντίστοιχη αγριότητα.
2) Μέσο εξάλειψης του Χριστιανισμού από τους αυτοκράτορες ήταν η φυσική εξόντωση των Χριστιανών, ενώ μέσο εξάλειψης του Παγανισμού – ίσως λόγω της προηγούμενης διαφοράς – ήταν η απαγόρευση των θυσιών.
Δύο ακόμη διαφορές ανάμεσα στους διωγμούς κατά των Χριστιανών και στην σποραδική καταπίεση του Παγανισμού είναι ότι οι Παγανιστές αυτοκράτορες ήθελαν οι Χριστιανοί να γίνουν Εθνικοί μέσω της υποχρεωτικής θυσίας στους «θεούς», ενώ οι Χριστιανοί αυτοκράτορες του 4ου και 5ου μ.Χ. αι. δεν ήθελαν – με τους νόμους τους – οι Εθνικοί να γίνουν Χριστιανοί και δεν υποχρέωναν κανέναν να βαπτιστεί, αλλά απλώς τους απαγόρευαν να θυσιάσουν. Δηλαδή, οι Παγανιστές αυτοκράτορες δεν αρκούνταν στην απαγόρευση των χριστιανικών τελετών (κατ’ αντιστοιχία με τις απαγορεύσεις των θυσιών από τους Χριστιανούς αυτοκράτορες), αλλά επιπλέον επέβαλαν τις παγανιστικές τελετές στους διωκώμενους. Οι Χριστιανοί αυτοκράτορες δεν επέβαλαν χριστιανικές τελετές, αλλά απλώς αρκούνταν στην απαγόρευση θυσιών. Επίσης, οι Παγανιστές αυτοκράτορες, κατά την ανάκριση των Χριστιανών, ήθελαν να τους υποχρεώσουν να βρίσουν το Χριστό. Αυτό αποδεικνύεται τόσο από επιστολή του Gaius Plinius Caecilius (10, 96) στον αυτοκράτορα Τραϊανό, όπου γράφει: «..να επικαλεστούν τους θεούς... και επιπλέον να βρίσουν το Χριστό», όσο και από χριστιανικά μαρτυρολόγια (Μαρτύριο Πολύκαρπου, 9,3), όπου ο Ειδωλολάτρης διώκτης προστάζει «λοιδώρησον τον Χριστόν». Αντίθετα, οι Χριστιανοί αυτοκράτορες δεν εξέδωσαν ποτέ νόμο που να επιβάλλει στους Εθνικούς να βρίσουν τους «θεούς» τους˙ αρκούνταν να απαγορεύσουν τις θυσίες. Έτσι:
3) Κατά τους διωγμούς κατά των Χριστιανών, οι Παγανιστές αυτοκράτορες επιδίωκαν να αναγκάσουν τους Χριστιανούς να προσχωρήσουν στον Παγανισμό (π.χ. θυσιάζοντας), ενώ κατά τις διώξεις κατά Εθνικών, οι Χριστιανοί αυτοκράτορες δεν επιδίωκαν να αναγκάσουν τους Εθνικούς να προσχωρήσουν στον Χριστιανισμό (δηλ. δεν τους ανάγκαζαν να βαπτιστούν. Απλώς τους απαγόρευαν να θυσιάσουν). Άλλο πράγμα η απαγόρευση λατρευτικών πρακτικών κι άλλο το επιπλέον μέτρο της επιδίωξης «εκπαγανισμού» εκ μέρους των Παγανιστών.
4) Κατά τους διωγμούς κατά των Χριστιανών, αυτοί υποχρεώνονταν να βρίσουν το Θεό που πίστευαν, ενώ κατά τις διώξεις κατά των Παγανιστών, κανείς δεν υποχρεωνόταν να βρίσει τους «θεούς».
Όσον αφορά τους ίδιους τους νόμους του Μεγάλου Θεοδόσιου που απαγόρευαν την αρχαία θρησκεία και, το σημαντικότερο, ανεκήρυσσαν την Ορθοδοξία μόνη θρησκεία του κράτους, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτοί εκδόθηκαν από τον Θεοδόσιο Α’ μόνο
1) μετά από διωγμούς κατά των Ορθοδόξων τόσο εκ μέρους των αιρετικών Αρειανών αυτοκρατόρων Κωνστάντιου Β’ (337-361), Βάλεντα (364-378) στην Ανατολή και Βαλεντιανού Β’ (375-392) στη Δύση, όσο και εκ μέρους του Εθνικού Ιουλιανού (361-363),
2) μετά από εμφύλιες διαμάχες και εξεγέρσεις Εθνικών αυτοκρατόρων στη Δύση (Ευγένιος), που πρότειναν αντιχριστιανικά μέτρα χειρότερα κι από αυτά του Ιουλιανού (π.χ. κατεδαφίσεις ναών).
Προκειμένου, λοιπόν, να εξασφαλιστεί η Ορθόδοξη θρησκεία που συνεχώς διώκονταν από αιρετικούς και εθνικούς, ο Θεοδόσιος αναγκάστηκε και έλαβε μέτρα υπέρ αυτής και κατά των διωκτών της. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Ορθόδοξος αυτοκράτορας Γρατιανός κι ο επίσης Ορθόδοξος Ιοβιανός (363-364) – δηλαδή αμέσως μετά τον Ιουλιανό – ήταν υπέρ της ανεξιθρησκείας, τόσο προς αιρετικούς όσο και προς τους εθνικούς. Όμως αυτοί, όποτε μπορούσαν εδίωκαν τους Ορθόδοξους Χριστιανούς. Δεν ήταν, συνεπώς, μια πράξη φανατισμού κι άνευ αιτίας η νομοθετική προστασία της Ορθοδοξίας από τον Θεοδόσιο, αλλά αποτέλεσμα της διαπίστωσης ότι οι εχθροί της δεν είχαν καμμία πρόθεση (ανάλογη με αυτή των Γρατιανού και Ιοβιανού) να είναι ανεξίθρησκοι. Επί μισό αιώνα οι Ορθόδοξοι διώκονταν από αιρετικούς και εθνικούς, προτού ένας Ορθόδοξος ηγεμόνας νομοθετήσει υπέρ της Ορθοδοξίας.
Αν υπήρξε όντως εποχή καταπίεσης των εθνικών αυτή ήταν μεταξύ 394 και 408 καθώς και επί Ιουστινιανού (αλλά τότε ελάχιστοι ήταν οι εθνικοί. Δεν είχε καν νόημα η καταδίωξή τους). Όπως προαναφέρθηκε, η καταπίεση αυτή ήταν προϊόν ανάγκης προστασίας των Ορθόδοξων από αλλεπάλληλες απόπειρες εθνικών και διώξεις αιρετικών ή παγανιστών αυτοκρατόρων – ακριβώς επειδή αυτά ήταν τα έθιμα της εποχής. Αλλά οι ίδιες οι διατάξεις των απαγορεύσεων στα χρόνια αυτά πολύ σπάνια υπερβαίνουν τη σκληρότητα των διωγμών κατά των Χριστιανών από τους εθνικούς ώς το 311 μ.Χ. Εφόσον αποδείχθηκε, με πλήθος αναφορών, ότι οι αντιπαγανιστικές διατάξεις ανάμεσα στο 341 και το 379 μ.Χ. που τιμωρούσαν τους εθνικούς λάτρεις, ήταν ανεφάρμοστες, το μόνο που απομένει είναι να παρουσιαστούν οι – σύμφωνα με τους αρχαιολάτρες – «τρομερές ποινές» κατά των εθνικών θρησκευτών μεταξύ των ετών 380 και 435 μ.Χ. δηλαδή στο διάστημα όπου σύμφωνα με τους νεοπαγανιστές έγιναν οι τρομερότεροι διωγμοί:
-οι θυσίες για χρησμό τιμωρούνταν με προγραφή, δηλαδή χρηματικό πρόστιμο και εξορία (Θεοδ. Κώδ., XVI, 10, 7, του έτους 381).
-οι θυσίες για χρησμό τιμωρούνταν με «το μαρτύριο μιας πολύ αυστηρής τιμωρίας» (Θεοδ.Κώδ., XVI, 10, 9, του έτους 385), πάντως όχι με θάνατο.
-οι θυσίες ή λατρεία αγαλμάτων τιμωρούνταν με χρηματικό πρόστιμο 15 λιβρών χρυσού (Θεοδ. Κώδ., XVI, 10, 10, στις 24/2/391).
-η τέλεση θυσιών τιμωρείται με χρηματικό πρόστιμο (Θεοδ. Κώδ., XVI, 10, 11, στις 16/6/391).
-η θυσία σε αγάλματα ή η προσφορά λατρείας σε αυτά ή σπλαγχνομαντεία για χρησμό ή για μαύρη μαγεία κατά τρίτων αποτελεί εσχάτη προδοσία και επιφέρει κατάσχεση του οίκου ή του τεμαχίου γης όπου έγιναν αυτά. Θυσία σε δημόσιους ναούς τιμωρείται με πρόστιμο 25 λιβρών χρυσού.(Θεοδ. Κώδ., XVI, 10, 12, του έτους 392).
-η θυσία τιμωρείται με προγραφή και εξορία, «αν και θα έπρεπε [οι ειδωλολάτρες] να υποβληθούν στην ποινή του θανάτου» (Θεοδ. Κώδ., XVI, 10, 23 του έτους 423).
-η θυσία τιμωρείται με θάνατο (Θεοδ. Κώδ., XVI, 10, 25, του έτους 435).
Φαίνεται πως σε διάστημα πενηνταπέντε χρόνων (381-435 μ.Χ.) μόνο μία φορά, και μάλιστα στο τέλος (όταν δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία ήταν χριστιανική), επιβλήθηκε η ποινή του θανάτου για όποιον θυσίαζε στους «θεούς». Δεν άλλαζε τότε, το 435, η πορεία της ιστορίας. Σε όλες τις άλλες φορές η τιμωρία ήταν χρηματικό πρόστιμο και μια φορά με εξορία. Αν συγκριθεί αυτό με τους αποκεφαλισμούς και τα μαρτύρια που υφίσταντο οι Χριστιανοί στα παγανιστικά αμφιθέατρα, τότε η λέξη «διωγμός» δεν ταιριάζει. Δεν υπήρξε νόμος, όπως βλέπουμε, που να επιβάλλει στους Εθνικούς τιμωρία, απλώς επειδή θεωρούσαν το Δία ή τον Μίθρα ύψιστους θεούς˙ δεν τιμωρούνταν η πίστη «στην Φύση», ο πανθεϊσμός και η απιστία στον χριστιανικό θεό. Τιμωρούνταν με πρόστιμο η θυσία. Αξίζει να αναφερθεί πως ο εθνικός Πορφύριος ήταν αντίθετος στις θυσίες ως τρόπο λατρείας των «θεών».
Αλλά και πάλι, δεν υπάρχουν στοιχεία για μαζική γενοκτονία πληθυσμών εξαιτίας των νόμων αυτών. Δεν υπάρχουν αναφορές για εκατοντάδες ή δεκάδες χιλιάδες θύματα που παρέβησαν το νόμο και να οδηγήθηκαν σε δημόσιες εκτελέσεις. Τόσο λόγω της διαφορετικής τακτικής των Χριστιανών αυτοκρατόρων (η 2η διαφορά, που αναφέρθηκε πιο πάνω) όσο και επειδή αυτοί οι νόμοι ήταν περισσότερο εκφοβιστικοί και ανεφάρμοστοι. Όπως παραδέχονται επίσης οι ίδιοι οι Νεοπαγανιστές «οι συνεχείς εκδόσεις εδίκτων ωστόσο, δείχνουν ότι αυτά ήσαν ακόμη πολύ δύσκολο να εφαρμοστούν» (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, τ. 3, σ. 31), διότι «του νόμου αργούντος» έμεναν ανεφάρμοστοι νόμοι. Εφόσον ακόμη και σήμερα υπάρχουν νόμοι ανεφάρμοστοι, δεν είναι παράξενο εκείνη την εποχή ελλείψει γρήγορων επικοινωνιών να μην εφαρμοζόταν και τότε. Πρακτικά πάντως, ήταν ευκολότερο για την εξουσία να κλείνονται οι ναοί, παρά να δικάζονται και να καταδικάζονται εκατομμύρια άτομα που φυσικά συνέχιζαν, παρά τις «αυστηρές τιμωρίες» να θυσιάζουν.
Όπως λέει κι ο ιστορικός της εποχής Σωζόμενος «μέσα στους νόμους ο Θεοδόσιος περιέγραφε τιμωρίες που δεν εφαρμοζόταν. Φρόντιζε όχι να τιμωρεί αλλά να προκαλεί το φόβο της τιμωρίας» (Σωζόμενου, Εκκλησιαστική Ιστορία, 7, 12).
Χαρακτηριστικό της ανυπαρξίας μαζικών διωγμών είναι ότι οι Νεοπαγανιστές συνεχώς χρησιμοποιούν σχεδόν τα ίδια αποσπάσματα από ένα και μόνο έργο του Λιβάνιου (το οποίο εγράφη το 386), όταν θέλουν να δώσουν «ρεαλιστική περιγραφή» του κλίματος που επικρατούσε. Χρησιμοποιούν το ίδιο κείμενο, για περιγραφή του αντιπαγανιστικού κλίματος από το 340 ώς το 390. Ένα κείμενο ενός φανατικού και αποδεδειγμένα ψεύτη – σύμφωνα με τόσες άλλες μαρτυρίες αρχαίων και σύγχρονων – για μισό αιώνα! Άλλες μαρτυρίες δεν υπάρχουν˙ οι τυχόν μαρτυρίες Χριστιανών ιστοριογράφων για «μεγάλους» διωγμούς «κατά Ελλήνων» όχι απλώς είναι οι συνήθεις μεγαλοποιήσεις – όπως αποδείχτηκε – προκειμένου να ηρωποιηθεί ο αυτοκράτορας ή ο επίσκοπος που τις διέταζε, αλλά επιπλέον αφορούν μεμονωμένα περιστατικά.
Όσον αφορά τις μαρτυρίες των Χριστιανών χρονικογράφων, αυτές, ακόμη και όταν δεν αποτελούν κολακεία προς Αυτοκράτορα ή επίσκοπο, όπως λέει η κ. Π. Αθανασιάδη, είναι εξίσου αβάσιμες. Πόσο έγκυρη μπορεί να είναι η μαρτυρία ενός Χριστιανού χρονικογράφου, που αναφέρει ότι ο τάδε αυτοκράτορας «κατέστρεψε όλους τους ναούς των Εθνικών» ή «κήρυξε μέγα διωγμό», τη στιγμή που ο χρονικά επόμενός του Χριστιανός χρονικογράφος μαρτυρεί ότι ο χρονικά επόμενος Αυτοκράτορας «κατέστρεψε όλους τους ναούς των Εθνικών»; Αφού τούς κατέστρεψε όλους ο προηγούμενος, ο επόμενος κατέστρεψε όλους τους ήδη κατεστραμμένους ναούς; Ακόμη κι αν ο επόμενος Αυτοκράτορας ολοκληρώνει το ήδη μεγάλο καταστροφικό έργο του προηγούμενου Αυτοκράτορα, η ύπαρξη τόσων ναών, άθικτων, ειδικά στην Ελλάδα, φανερώνει ότι οι δηλώσεις των Χριστιανών χρονικογράφων του του 4ου και 5ου ότι ο τάδε «κατέστρεψε όλους τους ναούς» είτε οφείλονται σε αδυναμία τους να κατανοήσουν το μικρό μέγεθος της «καταστροφής» είτε οφείλονται σε κολακεία για μεμονωμένα περιστατικά.
Αυτό που γινόταν, δηλαδή, ήταν το ακόλουθο: έξέδιδε ένα έδικτο καταστροφής των αρχαίων ναών ένας αυτοκράτορας, γινόταν την επόμενη μέρα, «για τα μάτια του κόσμου», ορισμένες καταστροφές ναών μπροστά στον αυτοκράτορα και στους αυλικούς – μεταξύ των οποίων ήταν κι ο χριστιανός ιστοριογράφος μας – ο αυτοκράτορας αποχωρούσε ευχαριστημένος που «κατέστρεψε τα είδωλα» και το θέμα έληγε. Οι υπόλοιποι χιλιάδες ναοί στο υπόλοιπο της Αυτοκρατορίας ελάχιστα θιγόταν, αλλά επειδή ο χριστιανός χρονογράφος είχε δει δυο-τρεις ναούς να γκρεμίζονται, νόμιζε πως παντού έγινε το ίδιο. Οι τόσοι και τόσοι σωζόμενοι ναοί αποδεικνύουν πως δεν είχε και τόσο καλή πληροφόρηση για το υπόλοιπο της Αυτοκρατορίας.
Αλλά το πλέον ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο ότι οι αναφορές των χριστιανών ιστοριογράφων περί κατεδάφισης αρχαίων ναών είναι ψευδείς και/ή υπερβολικές είναι... οι ίδιες οι αφηγήσεις των αυτών χριστιανών ιστοριογράφων. Σύμφωνα λ.χ. με τον Μαλάλα ο Μ. Κωνσταντίνος τὰ ἱερὰ καὶ πάντας τοὺς ναοὺς τῶν Ἑλλήνων κατέστρεψε (PG 97 476B), ενώ πάλι σύμφωνα με τον Μαλάλα, ο Μ. Θεοδόσιος τοὺς δὲ ναοὺς τῶν Ἑλλήνων πάντες κατέστρεψεν ἕως ἐδάφους ὁ θεῖος αὐτὸς Θεοδόσιος βασιλεύς (PG 97 513B). Βεβαίως 1) δεν γίνεται ο Μ. Κωνσταντίνος να έχει καταστρέψει «πάντας τους ναούς» διότι αν τους κατέστρεψε, τότε πώς γίνεται ο Μ. Θεοδόσιος να κατέστρεψε κι αυτός «πάντας τους ναούς»; 2) ούτε γίνεται ο Μ. Θεοδόσιος να κατέστρεψε «πάντας τους ναούς» αφού ώς σήμερα έχουμε χιλιάδες αρχαίους ναούς σε όλη τη Μεσόγειο. Το «πάντας τους ναούς» δεν πρέπει να απορριφθεί μόνο με την κυριολεκτική του σημασία αλλά και με την μεταφορική, «πάρα πολλούς», διότι αν ήταν «πάρα πολλοί» και ταυτόχρονα ο κάθε αυτοκράτορας κατέστρεψε «πάρα πολλούς», τότε δε θα έμενε ούτε κολώνα για δείγμα. Τα ίδια ισχύουν και για τις διαβεβαιώσεις των Θεοδώρητου, Σωζομενού, Σωκράτη.
Και τι απαντάνε εδώ οι Νεοπαγανιστές; Και οι ίδιοι παραδέχονται πως λ.χ. ο Μαλάλας παρουσιάζει τον Μεγάλο Κωνσταντίνο να καταστρέφει όλα τα παγανιστικά ιερά, και παρακάτω τον Μεγάλο Θεοδόσιο να καταστρέφει ξανά όλα (!) τα παγανιστικά ιερά. Γι’ αυτό γράφουν ότι «για να κάνουμε ακριβέστερη την όλη εικόνα της εποχής [σημ.: εννοούν «για να παραπληροφορήσουμε τους αναγνώστες μας, ώστε να παρασύρονται ασυναίσθητα διαβάζοντας συνεχώς τα αλλεπάλληλα "κατέστρεψε πάντας τους ναούς"»] τηρούμε τον ίδιο τρόπο έκφρασης [σημ.: εννοεί των χριστιανών ιστοριογράφων] για τις συγκεκριμένες καταστροφές [σημ.: δηλαδή «όποτε θέλουμε κάνουμε "έκθλιψη των πηγών", ενώ όποτε μας συμφέρει να μεγαλοποιήσουμε τις καταστροφές, παραθέτουμε τις πηγές αυτούσιες»] γνωρίζοντας ωστόσο εμείς ότι ποτέ δεν είναι δυνατή η ΚΑΘΟΛΙΚΗ πραγματοποίηση του ανίερου αυτού "ονείρου" των χριστιανών» (Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Α’, σ. 166). Κατά τη γνώμη μας η άποψη του κ. Ρασσιά ότι δεν τάχα ήταν δυνατόν να γίνει ολοκληρωτική καταστροφή, συνιστά έναν πανέξυπνο ή κουτοπόνηρο (όπως το πάρει κανείς) τρόπο να παραδεχτούν οι Νεοπαγανιστές ότι «δεν επιδίωξαν να τα καταστρέψουν οι Χριστιανοί σε τέτοιο βαθμό που ισχυριζόμαστε, κι ούτε τα κατέστρεψαν στο βαθμό που εμείς, οι Νεοπαγανιστές, ισχυριζόμαστε». Διότι η καθολική καταστροφή των παγανιστικών ναών ήταν και παραήταν εφικτή για τους Χριστιανούς, από κάποια στιγμή και ύστερα (π.χ. τα μέσα ή τέλη του 5ου αι.), όταν επικράτησαν ολοκληρωτικά και αντίστοιχα οι Εθνικοί είχαν απομείνει μόνο σε απομονωμένα χωριά. Θα ήταν πολύ εύκολο οι Χριστιανοί να καταστρέψουν κάθε ναΐσκο και ναό στους τόπους όπου υπήρχε χριστιανική – σχεδόν απόλυτη – πλειοψηφία, δηλαδή σχεδόν παντού. Κι ύστερα, μετά τον 6ο-7ο αι., θα ήταν ακόμη πιο εύκολη η διαδικασία καταστροφής των εναπομείναντων αρχαίων ναών. Τι εμπόδιζε τους Χριστιανούς, από τον 6ο ώς τον 16ο αι. να καταστρέψουν τα εναπομείναντα (που διόλου «εναπομείναντα» δεν είναι, αλλά, αντιθέτως, πάρα πολλά) παγανιστικά ιερά στην Ιταλία; Τι θα εμπόδιζε από τον 5ο ώς τον 11ο αι. να εξακολουθήσει η διαδικασία αυτή σε Ελλάδα και Μ. Ασία;
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 2:41 pm

Ποια είναι η έκταση των δήθεν τόσο τρομερών βανδαλισμών ναών και αγαλμάτων; Στα 150 χρόνια (350-500) είναι ελάχιστες οι συγκεκριμένες αναφορές (κι όχι αερολογίες περί «ολοκληρωτικής καταστροφής» που οι αντιχριστιανοί ισχυρίζονται, κάθε 15 έτη στο διάστημα αυτό). Ένα άγαλμα του Ασκληπιού καταστράφηκε (Λιβάνιου, Υπέρ των ιερών, 22) στη Βέροια της Συρίας. Στην Κύζικο του Ελλησπόντου ο επίσκοπος Ελεύσιος (4ος αι.) γκρεμίζει τους ναούς της πόλης. Ο Κωνσταντίνος κατέστρεψε το ιερό της Αφροδίτης, που ήταν χτισμένο πάνω στον Πανάγιο Τάφο, στην Ιερουσαλήμ. Επίσης έναν ακόμη ναό στην Ηλιούπολη. Οι οκτώ ναοί της Γάζας επίσης καταστράφηκαν. Το Σαράπειο στην Αλεξάνδρεια. Ο επίσκοπος Λαμψάκου Παρθένιος καταστρέφει τα ιερά της περιοχής του (Σωζομενός, 5, 7). Στην Αρεθούσα της Συρίας επίσης καταστρέφονται ναοί (Σωζομενός, 5, 10). Στην Καισάρεια της Καππαδοκίας κατεδαφίζονται οι ναοί του Δία, του Απόλλωνα και της Τύχης. Στη Μύρο της Φρυγίας θρυμματίζονται τα αγάλματα ενός ναού (Ευνάπιος, 5, 2, 1). Στην Απάμεια της Συρίας ο επίσκοπος Μαρκέλλος κατέστρεψε τους ναούς της πόλης και της τριγύρω περιοχής. Το 376 γκρεμίζεται ο ναός του Ερμή στην Αντιόχεια. Ο μονοφυσίτης Ιωάννης της Εφέσσου γκρέμισε αρχαίους ναούς στην Δυτική Μ. Ασία. Δηλαδή, οι μόνες συγκεκριμένες αναφορές περί καταστροφών ναών είναι στην Συρία (Βέροια, Αντιόχεια, Απάμεια), στην Κύζικο, στην Καισάρεια, στην Γάζα, στην Παλαιστίνη (Γάζα, Ιερουσαλήμ και Ηλιούπολη) και στην Αίγυπτο (κυρίως Αλεξάνδρεια). Πάντως, οι λίγες αναφορές περί καταστροφών ναών αφορούν κατά κύριο λόγο την Φοινίκη, τη Συρία και την Αλεξάνδρεια. Όχι τη Μικρά Ασία και ούτε την Ελλάδα (φυσικά, και εκεί θα υπήρξαν καταστροφές, αλλά ήταν ελάχιστες). Το συμπέρασμα είναι απλό: πολύς θόρυβος για το τίποτα. Λίγοι κατεστραμμένοι ναοί σε δέκα πόλεις για διάστημα 150 ετών δεν είναι τίποτα (υπενθυμίζουμε ξανά ότι αναφερόμαστε σε συγκεκριμένες περιπτώσεις κι όχι σε γενικόλογες καταγγελίες του Λιβάνιου, του Ευνάπιου ή σε γενικόλογες αερολογίες του Θεοδώρητου και του Μαλάλα, τις οποίες ακόμη και η υμνητίς του Ιουλιανού κ. Π. Αθανασιάδη απορρίπτει ως υπερβολικές και ύποπτες). Παρατηρούμε πως ενώ οι αρχαιόπληκτοι σχεδόν μας έχουν πείσει ότι από εποχής Θεόφιλου (390) όλοι οι αρχαίοι ναοί της Αιγύπτου (οι περισσότεροι εκ των οποίων, φυσικά, δεν ήταν αρχαιοελληνικοί) είχαν καταστραφεί, μαθαίνουμε ότι στη νησίδα Φίλαι του Νείλου η αρχαία λατρεία συνεχιζόταν ώς την εποχή του Ιουστινιανού. Πράγμα που δεν δικαιολογείται, αν δεχτούμε την άποψη περί «χριστιανών που γκρέμιζαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους».
Οι καταστροφές ορισμένων αρχαίων ναών αρχαίων ναών από λίγους φανατικούς δεν βασίζονταν στην Παλαιά Διαθήκη, όπως νόμιζε ο Ιουλιανός, αλλά σε αντιγραφή της αντίστοιχης ειδωλολατρικής συμπεριφοράς προς τους Χριστιανούς, όπως αυτή εκδηλώθηκε στους διωγμούς των τριών πρώτων αιώνων. Όταν οι ειδωλολάτρες αυτοκράτορες ή οι τοπικοί ειδωλολάτρες άρχοντες διέτασσαν διωγμό, οι χριστιανικοί ναοί γκρεμίζονταν ή καίγονταν. Στον διωγμό που κήρυξε ο Διοκλητιανός «οι ναοί εκαίοντο ή εκρημνίζοντο, αι Αγ. Γραφαί παρεδίδοντο εις το πυρ (...) η εκκλησιαστική περιουσία εδημεύετο» (Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, λήμμα Διωγμός). Αυτά ήταν τα «έθιμα» της εποχής (Φυσικά και κτίζονταν χριστιανικοί ναοί πριν τον Μ. Κωνσταντίνο. Όχι από τον πρώτο αιώνα, κατά τον οποίο δεν υπήρχαν χριστιανικοί ναοί, αλλά μετά το 200 υπήρχαν δίχως αμφιβολία, και ο Διοκλητιανός γκρέμισε τους προ Κωνσταντίνου ναούς.). Δεν καινοτόμησαν όσοι Χριστιανοί αυτοκράτορες πρόσταξαν την καταστροφή ναών και δήμευση των περιουσιών τους, διότι αυτά τα είχαν ξεκινήσει οι παλαιότεροι, παγανιστές αυτοκράτορες. Αξιοσημείωτο είναι ότι κανένας ναός πριν τη βασιλεία του Μ. Κωνσταντίνου δεν υπάρχει, διότι όλοι καταστράφηκαν από τους διωγμούς του Διοκλητιανού, του Γαλέριου και του Λικίνιου. Είχαν, λοιπόν, ορισμένοι αυτοκράτορες καθώς και οι φανατικοί Χριστιανοί που ήθελαν να εκδικηθούν για τους διωγμούς, μπροστά τους, πρόσφατο το παράδειγμα των ειδωλολατρών, οι οποίοι γκρέμιζαν εκκλησίες και δήμευαν την περιουσία της Εκκλησίας. Η πρακτική αυτή, η βάρβαρη, δεν είναι χριστανικής επινόησης, όπως διαδίδουν οι Νεοπαγανιστές: είναι η κληρονομιά της Ειδωλολατρίας στο εκχριστιανισμένο ρωμαϊκό κράτος. Δυστυχώς, δεν γινόταν να αλλάξουν σε μια μέρα τα βάρβαρα ήθη και πρακτικές των ειδωλολατρών, και γι’ αυτό ορισμένοι χριστιανοί τα συνέχισαν. Δεν έκαναν οι τοτινοί Χριστιανοί κάτι πρωτόγνωρο, όπως πιστεύουν αφελώς οι Νεοπαγανιστές. Αν, λοιπόν, πρέπει να καταδικαστεί κάτι, αυτό είναι τα ήθη της εποχής κι όχι μόνο ο ένας από τους δύο αντιπάλους.

Έτσι, βλέπουμε πως οι λίγες, σποραδικές διώξεις κατά του Παγανισμού εκ μέρους των Αυτοκρατόρων έγιναν, επειδή είχαν γίνει πολλές και συνεχείς διώξεις κατά των Χριστιανών εκ μέρους των Ειδωλολατρών.
1) Πρώτοι, αιώνες πριν, οι Ειδωλολάτρες αυτοκράτορες απαγορεύουν το Χριστιανισμό, ενώ πολύ αργότερα, δεκαετίες αφού εκχριστιανίστηκαν, οι Αυτοκράτορες απαγορεύουν τον Παγανισμό.
2) Πρώτοι οι Ειδωλολάτρες αυτοκράτορες (Ιουλιανός) απαγορεύουν σε Χριστιανούς να διδάσκουν φιλοσοφία, και πολύ αργότερα, 1,5 αιώνα μετά οι Χριστιανοί Αυτοκράτορες (Ιουστινιανός) ανταποδίδουν με το ίδιο νόμισμα.
3) Πρώτοι οι Ειδωλολάτρες αυτοκράτορες δια νόμου επιβάλλουν στους δημόσιους υπαλλήλους να θυσιάζουν στα είδωλα και διώκουν όσους αρνούνται, και πολύ αργότερα (στα 416, έναν αιώνα μετα τον Μ. Κωνσταντίνο) οι Χριστιανοί Αυτοκράτορες εκδίδουν νόμους απαγορεύοντας σε Παγανιστές να έχουν δημόσια αξιώματα.
4) Πρώτα οι Ειδωλολάτρες αυτοκράτορες εκδίδουν ειδικό νόμο με τον οποίο αποκαλούνται υποχρεωτικά «Γαλιλαίοι» οι Χριστιανοί, και πολύ αργότερα, οι Χριστιανοί Αυτοκράτορες κάνουν λόγο για «Παγανιστές».
5) Πρώτα είχαν αρχίσει να γκρεμίζουν χριστιανικούς ναούς και να δημεύουν την εκκλησιαστική περιουσία οι Ειδωλολάτρες αυτοκράτορες και πολύ αργότερα, ακολουθώντας το παράδειγμά τους, διέταξαν – αλλά ελάχιστα εφάρμοσαν – το γκρέμισμα ειδωλολατρικών ναών οι Χριστιανοί Αυτοκράτορες.
Επομένως, να μην κλαίγονται οι Ειδωλολάτρες: αυτοί έπεσαν στο λάκκο που έσκαβαν για τους άλλους. Αυτοί σοφίζονταν συνεχώς διώξεις, ύπουλες μεθόδους αποχριστιανισμού, αλλά, τι παράξενο, έδιναν έτσι δικαιώματα και «ιδέες» στους αντιπάλους τους να πράξουν κι αυτοί το ίδιο (Αφού οι Ειδωλολάτρες θεωρούν την «συγχώρεση» δείγμα αδυναμίας και βλακείας.). Από αυτούς παραδειγματίζονταν οι Χριστιανοί Αυτοκράτορες, όταν ήθελαν να περιορίσουν την Ειδωλολατρία.
Αυτό που είναι ενοχλητικό στους αρχαιόπληκτους και στους αντιχριστιανούς Διαφωτιστές είναι η αποσιώπηση της πραγματικότητα. Όταν π.χ. κάποιοι αναφέρουν τις απαγορεύσεις περί παιδείας του Ιουστινιανού αλλά αποκρύβουν (ή ακόμη χειρότερα, εξυμνούν) τις αντίστοιχες απαγορεύσεις του Ιουλιανού, τότε δεν γράφουν ιστορία, αλλά προπαγάνδα με σκοπό τη δημιουργία φανατισμένων ημιμαθών αναγνωστών.
Όπως και να ‘χει, δεν μπορεί να κατηγορηθεί ο Χριστιανισμός εξαιτίας μερικών Χριστιανών, οι οποίοι έπρατταν διάφορα πράγματα, κάποια από τα οποία είναι αντίθετα με τον Χριστιανισμό και τις εντολές του: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν» (Κατά Μάρκον 8, 34), «ὃς γὰρ ἐὰν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι» (Κατά Μάρκον 8, 35), «ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ὁ ῥυπαρὸς ῥυπαρευθήτω ἔτι, καὶ ὁ δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω ἔτι, καὶ ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι.» (Αποκάλυψη 22, 11), «Δι’ ὑμᾶς βλασφημεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἐν τοῖς ἐθνέσιν» (Ρωμαίους 2, 24).
Κατά Ματθαίον 5, 44 Εγώ όμως σας λέγω, Αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευλογείτε εκείνους, οίτινες σας καταρώνται, ευεργετείτε εκείνους, οίτινες σας μισούσι, και προσεύχεσθε υπέρ εκείνων, οίτινες σας βλάπτουσι και σας κατατρέχουσι, 45 διά να γείνητε υιοί του Πατρός σας του εν τοις ουρανοίς, διότι αυτός ανατέλλει τον ήλιον αυτού επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους. 46 Διότι εάν αγαπήσητε τους αγαπώντάς σας, ποίον μισθόν έχετε; και οι τελώναι δεν κάμνουσι το αυτό; 47 και εάν ασπασθήτε τους αδελφούς σας μόνον, τι περισσότερον κάμνετε; και οι τελώναι δεν κάμνουσιν ούτως;
Και μόνο αυτό το χωρίο, είναι αρκετό για να δείξει, ότι δεν είναι δυνατόν κάποιος να είναι διώκτης και να θεωρείται Χριστιανός, εφόσον παραβαίνει την εντολή του Χριστού. Αφού έπρατταν ενάντια στα παραγγέλματα του Χριστιανισμού, η ευθύνη είναι δική τους μόνο κι όχι της Εκκλησίας. Δεν είναι καθόλου μα καθόλου αυτονόητο πως ό,τι έγινε ή γίνεται στο όνομα του Χριστιανισμού εκφράζει σίγουρα την αλήθεια του ίδιου του Χριστιανισμού.
Οι Ν/Π που προπαγανδίζουν ότι ο Χριστιανισμός δια της βίας εισήλθε στην Ελλάδα, δεν μας λεν με ποιον τρόπο ο Διόνυσος επικράτησε στην Αρχαία Ελλάδα: «Ο Διόνυσος έριξε τη μανία στο Λυκούργο. Αυτός λοιπόν στην τρέλα του επάνω δίνει μια τσεκουριά και σκοτώνει το γιό του Δρύαντα. Κι επειδή η γή έμεινε άκαρπη ο θεός χρησμοδότησε ότι θα ξανακαρπίσει όταν θανατωθεί ο Λυκούργος. Μόλις τ’ άκουσαν οι Ηδωνοί τον έσυραν στο Παγγαίο όρος όπου σύμφωνα με την επιθυμία του Διόνυσου πέθανε από τις κλωτσιές των αλόγων. Αφού ο Διόνυσος πέρασε τη θράκη ήρθε στη Θήβα και ανάγκασε τις γυναίκες να αφήσουν τα σπίτια τους και να επιδίδονται σε βακχικά όργια στον Κιθαιρώνα. Ο Πενθεύς, βασιλιάς της Θήβας εμπόδιζε να γίνονται όλα αυτά. Όταν όμως πήγε στον Κιθαιρώνα να κατασκοπεύσει τις Βάκχες, έγινε κομματάκια από την ίδια του τη μάνα την Αγαυή. Κι αφού έδειξε στους Θηβαίους ο Διόνυσος ότι είναι θεός, ήρθε στο Άργος. Κι εκεί, επειδή δεν τον τιμούσαν, έκανε τις γυναίκες μαινάδες να παίρνουν τα βουνά με τα μωρά στο βυζί και να τρέφονται από τις σάρκες των ίδιων των μωρών τους. (..)Έτσι οι άνθρωποι πίστεψαν ότι είναι θεός και τον τιμούσαν.» (Απολλόδωρου Βιβλιοθήκη, Γ', V, 1-3). Αυτό εννοούν με την «ειρηνική αρχαία θρησκεία»; Ή την επιβολή των θεών του Ολύμπου των Αχαιών εισβολέων επί των γυναικείων θεοτήτων του μινωικού πολιτισμού;
Αυτοί που πιστεύουν πως δια της βίας εξαφανίστηκε η αρχαία θρησκεία αναρωτήθηκαν ποτέ, πώς γίνεται από τη μία εντατικοί διωγμοί 2,5 αιώνων να μην μπορέσουν να εξαφανίσουν μια μικρή χριστιανική κοινότητα που δεν είχε ρίζες, ούτε οργάνωση, ούτε χρήμα, ενώ από την άλλη σποραδικοί διωγμοί 2 αιώνων να εξαφανίσουν τόσο εύκολα μια θρησκεία 16 αιώνων, με εκατομμύρια πιστών, με τεράστια οργάνωση, πλούτο, απήχηση κλπ; Δεν είναι αντιφατικό; Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ Χριστιανισμού και Εθνισμού ή οποιασδήποτε άλλης θρησκείας. Οι δωδεκαθεϊστές επικαλούνται τους διωγμούς και τις καταστροφές από Βυζαντινούς αυτοκράτορες για να δικαιολογήσουν την ανυπαρξία τους μέσα στους αιώνες. Αν η αρχαία ελληνική θρησκεία δεν ήταν ένα παραμύθι,θα έπρεπε με τους διωγμούς να γιγαντωθεί και όχι να εξαφανιστεί. Ειδικότερα, εφόσον το κεντρικό σημείο της παγανιστικής λατρείας είναι ο βωμός (που στήνεται οπουδήποτε) κι όχι ο ναός ή το άγαλμα (θα μπορούσαν εξάλλουν να χρησιμοποιηθούν αγαλματίδια στις οικίες), το κλείσιμο των παγανιστικών ναών θα έπρεπε να αφήσει ανεπηρέαστη την ισχύ και την απήχηση της παλιάς θρησκείας. Ακόμη και... σπιτικές θυσίες στους «θεούς» θα μπορούσαν να γίνουν, να αναβιώσει δηλαδή η οικογενειακή λατρεία, παρόλες τις απαγορεύσεις κατά της δημόσιας λατρείας: θα μπορούσαν δηλαδή οι Ειδωλολάτρες της εποχής εκείνης, να θυσιάζουν σε ένα βωμό εντός της κατοικίας τους, ούτε καν στην αυλή της οικίας τους, ιδιωτικά και μυστικά κι έτσι να συνέχιζαν. Αλλά, αν δεν το έκαναν αυτό, ήταν δική τους επιλογή. Και φυσικά και μέσα στο Βυζάντιο ελάχιστες ήταν οι περίοδοι που η Εκκλησία είχε την αμέριστη κρατική συμπαράσταση. Η Ορθοδοξία επικράτησε οριστικά μόλις το 843. Η εικονομαχία που κράτησε περίπου 120 χρόνια. Οι πρώτοι αυτοκράτορες ήταν εθνικοί ή αιρετικοί, κι όχι Ορθόδοξοι. Από τον 13-15ο αιώνα έχουμε Φραγκοκρατία στην Ελλάδα. Την επομένη της απελευθέρωσης της Πόλης από τους Φράγκους -1261- οι αυτοκράτορες θέλησαν να υποτάξουν την Ορθόδοξη Εκκλησία στον Πάπα, υπογράφοντας την Ένωση των Εκκλησιών στη σύνοδο της Λυών. Αλλεπάλληλες «συμπτώσεις». Αντίθετα από την Ειδωλολατρία, η Ορθοδοξία επέζησε των διωγμών από Ειδωλολάτρες, από Λατίνους και Οθωμανούς.
Οι Νεοπαγανιστές, παρ’ όλο που, όταν πρόκειται για τους «θεούς» τους είναι πρόθυμοι να υποστηρίξουν... ολυμπιακά θαύματα, όπως αυτό του οράματος της Προμάχου Αθηνάς και του Αχιλλέα Προστάτη, που τάχα, σύμφωνα με τον εθνικό Ζώσιμο, έστεκαν πάνοπλοι στα τείχη των Αθηνών φοβερίζοντας τον βάρβαρο Αλάριχο, όταν πρόκειται για αλλεπάλληλες «εντελώς άτυχες ατυχίες» των Εθνικών, χλευάζουν την αντίληψη περί θαύματος. Έτσι, η ήττα των υπό τον Ευγένιο ειδωλολατρικών στρατευμάτων από τον Θεοδόσιο Α’ το 394 λόγω μιας «τυχαίας» ανεμοθύελλας που έπεφτε στα πρόσωπά τους δεν είναι θεϊκή επέμβαση. Το ίδιο και οι αλλεπάλληλες αποτυχίες των Ειδωλολατρών να επανακαταλάβουν την εξουσία. Το ίδιο και με τον Ιουλιανό. Όταν πέθαινε στη σκηνή του ο Ιουλιανός, δεν επέλεξε κανέναν Ειδωλολάτρη για διάδοχό του. Και ο παγανιστής αξιωματούχος φίλος του, αρνήθηκε να αναλάβει το αξίωμα, όταν του προτάθηκε. Έτσι, οι στρατηγοί του Ιουλιανού εξέλεξαν τον Ορθόδοξο Ιοβιανό. Θα ‘λεγε κανείς πως «τους τύφλωσε το νου ο Θεός» εκείνη τη στιγμή, και ενώ οι Ειδωλολάτρες θα μπορούσαν να κρατήσουν την εξουσία ακόμη και μετά το θάνατο του Ιουλιανού, την παρέδωσαν στους Χριστιανούς, αρνούμενοι να υποδείξουν παγανιστή διάδοχο ή να αναλάβουν το θρόνο. Όμως αντίθετα, ο Χριστιανισμός επικράτησε με τέτοιες χιλιάδες «συμπτώσεις», που παύουν να είναι συμπτώσεις, απλούστατα διότι όταν η σύμπτωση γίνεται ο κανόνας, τότε δε μιλάμε για σύμπτωση. Οι Ειδωλολάτρες εκείνης της εποχής ήταν πολύ πιο λογικά σκεπτόμενοι από τους Νεοπαγανιστές, όταν κατά χιλιάδες επέστρεφαν στο Χριστιανισμό, αφού έβλεπαν τις... «ζώσες δυνάμεις και οντότητες», δηλαδή τους «θεούς», να κομματιάζονται μακάριοι, να μην βοηθούν καθόλου τους λάτρεις τους στις κατά Χριστιανών μάχες τους, να κοιτούν αμέριμνοι την οριστική εξαφάνιση της ειδωλολατρίας. Περίμεναν οι Αιγύπτιοι ειδωλολάτρες την οργή του «θεού» Νείλου, επειδή ο Θεόφιλος γκρέμισε το Σαράπειο. Τίποτε δε συνέβη. Στο τέλος, πολλοί Ειδωλολάτρες βλέποντας την Τύχη να είναι συνεχώς με το μέρος των Χριστιανών σίγουρα θα σκέφτηκαν το αρχαίο αθεϊστικό ρωμαϊκό ρητό: Deorum injurias Diis curao, δηλαδή «Ας φρόντιζαν οι θεοί για τις προσβολές που υφίστανται», κι έγιναν Χριστιανοί. «"Θυμηθείτε", είπε ένας βετεράνος αυτής της περιπέτειας, που κατοπινά έγινε Χριστιανός, "πόσες θυσίες προσφέραμε στην Καρία στους θεούς των ειδωλολατρών, όταν ζητούσαμε από αυτούς τους υποτιθέμενους θεούς, διατέμνοντας τα συκώτια που εξετάζαμε με τους τρόπους της μαγείας, να μας φανερώσουν αν με τον Λεόντιο, τον Ίλλου και τον Παμπρέσιο και όλους εκείνους που στασίασαν μαζί τους θα νικούσαμε τον αυτοκράτορα Ζήνωνα, που πέθανε σαν άνθρωπος ευσεβής. Πήραμε πλήθος χρησμούς και υποσχέσεις που έλεγαν ότι ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε να αντισταθεί, ότι είχε έρθει ο καιρός που ο χριστιανισμός θα διαλυόταν και θα εξαφανιζόταν, και πως θα επέστρεφε η θρησκεία των Εθνικών. Όμως τα γεγονότα έδειξαν ότι οι χρησμοί έλεγαν ψέματα, όπως έλεγαν ψέματα και οι χρησμοί που έδωσε ο Απόλλων στον Κροίσο τον Λυδό και στον Πύρρο τον Ηπειρώτη"» (Ζαχαρία, Βίος Σεβήρου, στο Patrol. Orient., II, 1, Παρίσι 1905, σ. 40), γράφει ένας πρώην Παγανιστής.

14g Ο ΜΑΡΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

Tο επιχείρημα ότι οι Έλληνες εκχριστιανίστηκαν με το ζόρι, από τον 4ο αι. και μετά αδυνατεί να εξηγήσει πώς εκχριστιανίστηκε η ελληνιστική Ανατολή και η εξελληνισμένη Μικρά Ασία (σε ποσοστό άνω του 50%) από το 33 ώς το 330μ.Χ. παρόλους τους διωγμούς. Πώς γίνεται η ελληνιστική Αντιόχεια των 800 χιλιάδων κατοίκων να μην προσφέρει ούτε ένα σφαγί όταν πήγε ο Ιουλιανός εκεί να θυσιάσει; Εξάλλου η αρχαία ελληνική θρησκεία έσβηνε, ήδη πριν τον 4ο αιώνα μ.Χ.
Σε ένα χρησμό του Μαντείου του Κλάριου Απόλλωνα για το τι είναι ο θεός η απάντηση ήταν: «Αυτοφυής, Αδίδακτος, Αμήτωρ, ούνομα μηδέ λόγω χωρούμενω, μικρά δε μερίς άγγελοι ημείς [οι θεοί]» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ. 494). Ένας άλλος χρησμός του ίδιου μαντείου (το οποίο ήταν πολύ δημοφιλές, και δεχόταν κόσμο από τις εσχατιές της Αυτοκρατορίας) λέει: «(..) μάθε πως ανώτερος από όλους τους θεούς είναι ο Ιαώ, Άδης το χειμώνα, Ζευς στην αρχή της άνοιξης, Ήλιος το καλοκαίρι, αβρός Ιαώ το φθινόπωρο». Ιαώ είναι ο Ιεχωβάς των Εβραίων (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ. 494).
Ο Πλούταρχος αναφέροντας την παρακμή των αρχαίων μαντείων, γράφει μεταξύ άλλων παραδειγμάτων πανάρχαιων μαντείων που σίγησαν στην εποχή του, ότι το ίδιο το δελφικό μαντείο, άλλοτε είχε δύο «προφήτιδες» και μια τρίτη εφεδρική, ενώ στην εποχή του (1ος –2ος μ.Χ. αι.) μία ήταν αρκετή (Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων, 8). Ο Παυσανίας (2ος μ.Χ. αι.) αναφέρει πλήθος εγκαταλλελειμένων ναών της αρχαιοελληνικής θρησκείας στην ελληνική ύπαιθρο. Και πιο πριν – από τα ελληνιστικά χρόνια – είχε αρχίσει η θεοποίηση ανθρώπων εν ζωή από τους Παγανιστές Έλληνες. Μόνο στην Αρκαδία, στο κέντρο της Αρχαίας Κλασσικής Ελλάδας, ο Παυσανίας (Αρκαδικά) αναφέρει πλήθος ναών ερειπωμένων, δίχως στέγη, και εγκατελειμένων: της Αφροδίτης (9, 6), της Αθηνάς (14, 4), της Αφροδίτης (12, 6), του Απόλλωνα (15, 4), του Ερμή (17, 1), της Αφροδίτης (24, 6), των Δώδεκα θεών (25, 3), της Ήρας (26, 2), της Δήμητρας (29, 5), του Ερμή (32, 1), του Ερμή (30, 6), των Μουσών (32, 2), του Άρη (32, 3), της Αρτέμιδος (35, 5), της Αθηνάς (36, 7), της Αφροδίτης (41, 10), της «Μητρός των θεών» (44, 1), της Αρτέμιδος (53, 11) και του πυθίου Απόλλωνα (54, 5). Αναρωτάται κανείς πού είχε πάει η θεοσέβεια προς τους παλιούς θεούς, και δεν αναστυλώνονταν τόσοι μεγάλοι ναοί, μεγάλων θεών από τους Ελληνες. Μήπως επειδή δεν τους ένοιαζε πια και τόσο το Δωδεκάθεο;
Εδώ να αναφέρουμε τον Πλούταρχο. Ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές, ότι ο Πλούταρχος ενώ αναφέρει τόσες πολλές θρησκείες, ακόμη και την ιουδαϊκή, δεν αναφέρει το Χριστιανισμό, άρα στα χρόνια του (1ος-2ος μ.Χ. αι.) ο Χριστιανισμός δεν είχε διαδοθεί στην Ελλάδα. Όμως αυτό το στοιχείο δεν συνεπάγεται την μη διάδοση του Χριστιανισμού, διότι ο Πλούταρχος, ενώ αναφέρει πολλές θρησκείες, δεν αναφέρει τον Μιθραϊσμό! Λογικά λοιπόν, εάν σκεφτόμασταν όπως οι Νεοπαγανιστές, θα έπρεπε να ισχυριστούμε ότι η – δεύτερη μεγαλύτερη μετά τον Χριστιανισμό θρησκεία της Ύστερης Αρχαιότητας – θρησκεία αυτή δεν υπήρχε καθόλου στην Ελλάδα, πράγμα αναληθές. Επομένως ότι ο Πλούταρχος δεν αναφέρει τον Χριστιανισμό δεν συνεπάγεται κάτι για την απουσία Χριστιανών στην Ελλάδα στα χρόνια του.
Πολλοί παγανιστικοί ναοί ερήμωσαν επειδή απλούστατα εγκαταλείφθησαν από τους πρώην πιστούς τους, κι όχι επειδή κατεστράφησαν από τους Χριστιανούς. Το παράδειγμα της Αντιοχείας, που αναφέρει ο ίδιος ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, οι Αντιοχείς να αδιαφορήσουν παντελώς για την εορτή του πολιούχου τους Απόλλωνα, ασφαλώς και δεν ήταν μεμονωμένη περίπτωση. Είναι, με άλλα λόγια, παράλογο να θρηνεί κανείς για την τύχη ναών που οι ίδιοι οι εθνικοί τους είχαν εγκαταλήψει αιώνες πριν οι Χριστιανοί αυτοκράτορες διατάξουν την κατεδάφισή τους.
«Ότι πράγματι η δημόσια θρησκεία είχε ξεπέσει πολύ χαμηλά στην Αθήνα, πενήντα χρόνια μετά τη Χαιρώνια, το ξέρουμε από τον Ύμνο του Ερμοκλή προς τον Δημήτριο τον Πολιορκητή: σε καμμιά προηγούμενη περίοδο δεν μπορούσε ένας ύμνος, που ψαλλόταν σε μεγάλη δημόσια εορτή, να διακηρύττει πως οι θεοί της πόλης είναι αδιάφοροι ή δεν υπάρχουν, και πως αυτά τα άχρηστα ξόανα και οι πέτρες είχαν τώρα αντικατασταθεί από έναν «πραγματικό» θεό, τον ίδιο τον Δημήτριο.
ἄλλοι μὲν ἢ μακρὰν γὰρ ἀπέχουσι θεοί, ἢ οὐκ ἔχουσιν ὦτα, ἢ οὐκ εἴσιν, ἢ οὐ προςέχουσιν ἡμῖν οὐδὲ ἕν, οὐ ξύλινον οὐδὲ λίθινον, ἀλλ’ ἀληθινόν («..είτε οι θεοί βρίσκονται πολύ μακριά, είτε δεν υπάρχουν, είτε δεν ενδιαφέρονται καθόλου για εμάς»).
Μπορεί η κολακεία να είναι ανειλικρινής˙ ο σκεπτικισμός όμως σίγουρα δεν είναι και θα πρέπει να είχε μεγάλη διάδοση, αφού γνωρίζουμε (Αθηναίος, 253F (από τον Δούρη ή τον Δημοχάρη): «ταῦτ’ ᾗδον οἱ Μαραθωνομάχαι οὐ δημοςίᾳ μόνον, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἰδίαν». Δηλαδή τραγουδούσαν τον ύμνο όχι μόνο δημόσια αλλά και στα σπίτια τους) πως ο Ύμνος ήταν πάρα πολύ δημοφιλής» (E.R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 152).
Συνεπώς, η αρχαία ελληνική θρησκεία έσβηνε ή είχε σβήσει, καθώς οι αρχαίοι Πρόγονοί μας αφενός παράτησαν το δωδεκάθεο και διάλεξαν ασιατικές λατρείες πολύ πριν τη γέννηση του Χριστού, αφετέρου οι φιλόσοφοι, οι σοφιστές κλπ αμφισβητούσαν την λαϊκή πίστη στο δωδεκάθεο ήδη από τα κλασσικά χρόνια. Η Ειδωλολατρία ήταν ένα πτώμα που αμέσως μόλις έχασε την κρατική υποστήριξη, έσβησε κι έγινε ακίνδυνη μέσα σε λιγότερο από έναν αιώνα. Τους Νεοπαγανιστές όμως καθόλου δεν τους ενδιαφέρει αν το ελληνικό Δωδεκάθεο είχε σβήσει και αντ’ αυτού στην Ελλάδα λατρεύονταν ευρέως οι συριακοί «Μεγάλη Θεά» και Αττις, οι αιγυπτιακοί Αταγάρτιος και Ισιδα (που ήταν ανώτερη κι από τις Μοίρες), ο Όσιρις, οι ιρανικοί Μίθρας και Αναχίτα, όπως ούτε με τον ασιατικό Διόνυσο ή την Αστάρτη-Αφροδίτη έχουν πρόβλημα, κι ούτε «μη πατρώα λατρεία» τους αποκαλούνε, αλλά μόνο με τον Χριστό λυσσάνε και μόνο αυτον κατηγορούν ως ξενική θεότητα. Οι Νεοπαγανιστές που καταφέρονται με ρατσιστικό μένος εναντίον «της Ανατολής» επειδή οι θεοί της ήδη προ Χριστού έκαναν σκόνη το Δωδεκάθεο, ας μας εξηγήσουν, πώς γίνεται από τη μία να διακηρύσσουν ότι είναι «υπέρ όλων των παγανιστικών παραδόσεων» και από την άλλη να μην μπορούν να χωνέψουν πως οι αρχαίοι Έλληνες ελεύθερα (κανείς δεν τους επέβαλε να λατρεύουν όλους τους παραπάνω θεούς) διάλεξαν τις ασιατικές ανατολικές παγανιστικές λατρείες αντί των κλασσικών αρχαιοελληνικών. Και τώρα οι Νεοπαγανιστές θέλουν να επιστρέψουν σε αυτό που οι ίδιοι οι Πρόγονοί μας απέρριψαν προ Χριστού, δηλαδή στο αρχαιοελληνικό Δωδεκάθεο.
Οι Νεοπαγανιστές προσπαθώντας να αντικρούσουν το κοινώς παραδεκτό μοτίβο της κατάρρευσης του παγανιστικού κόσμου λόγω οικονομικών, κοινωνικών και ηθικών αδιεξόδων, πετώντας στα σκουπίδια τόμους κοινωνικών, θρησκευτικών και πολιτικών αναλύσεων της Αυτοκρατορίας, υποστηρίζουν (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, σ. 16) ότι η επικράτηση του Χριστιανισμού οφείλεται τάχα σε κάτι τυχαίο, σε μια εξάμηνη τρομακτική (!!) επιδημία του 166 μ.Χ. συνέπεια της οποίας θανατώθηκε τάχα η αφρόκρεμα της παγανιστικής διανόησης της εποχής, «όλα τα ταλέντα», «όλη η κουλτούρα και η διανόηση» (Τώρα, αν ρωτήσουμε, γιατί οι Καλοί, Μορφωμένοι, λάτρεις της Επιστήμης, Ειδωλολάτρες με τόσα ιατρικά βιβλία – που τα.. έκαψαν αργότερα οι Χριστιανοί – που, σ’ αντίθεση με τους Χριστιανούς, είχαν, υπέστησαν τέτοιες απώλειες σε μια επιδημία έξι μηνών, και κατέρρευσε ο πολιτισμός τους, ενώ παρόλες τις επιδημίες σε διάστημα 10 αιώνων, δεν κατέρρευσε ο Χριστιανικός πολιτισμός, είναι ρητορική η ερώτησή μας). Κι έτσι, βρίσκοντας κενό διανόησης, άρχισε να διαδίδεται από τότε ταχέως ο Χριστιανισμός, αφού «όλα» τα «ταλέντα» είχαν πεθάνει. Πολύ μελοδραματική εξήγηση. Γιατί, αν η επιδημία πήρε στον ΄Αδη τα ταλέντα της μιας πλευράς, θα έπρεπε, πολύ λογικά και εφόσον ο Χάρος δεν κάνει διακρίσεις βάσει του θρησκεύματος των θυμάτων του, να είχε αφανίσει και τους Χριστιανούς και τα ταλέντα τους και τους τους ειδικούς στον προσηλυτισμό Χριστιανούς και τους επισκόπους τους και τη διανόησή τους. Και συνεπώς να μην είχαν ούτε κι οι Χριστιανοί τη ζωτικότητα να «κατακτήσουν» την Αυτοκρατορία. Αλλά γιατί δεν έγινε αυτό, δεν μπορούν οι οπαδοί... της Τύχης να μας το εξηγήσουν˙ απλώς κατακεραυνώνουν, τις μαρξιστικές και μη αναλύσεις τόσων και τόσων. Τι να κάνουμε˙ η... «Θεά Τύχη», την οποία ελάτρευαν οι Ειδωλολάτρες της ελληνιστικής και της ελληνορωμαϊκής εποχής, έρριξε τους υπόλοιπους «θεούς» στα Τάρταρα και μετά πήδηξε κι αυτή εκεί! Ήταν το.. σχέδιο της Ειμαρμένης, την οποία δέχονται οι Στωικοί.
Ο Πλίνιος ο νεώτερος, διοικητής της επαρχίας του Πόντου και της Βιθυνίας (108-111) έγραφε στον αυτοκράτορα Τραϊανό ότι η «κίνηση» [ο Χριστιανισμός] είχε τόσο πολύ διαδοθεί, ώστε πολλοί ναοί έμεναν πια χωρίς πιστούς (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ. 55).
Το ποσοστό των Χριστιανών στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το 350 μ.Χ. ήταν 56,5% (Rodney Stark, The Rise of Christianity: A Sociologist Reconsiders History, Princeton, 1996, p. 7), δηλαδή ήδη, στο σύνολο της αυτοκρατορίας οι Χριστιανοί ήταν πλειοψηφία. Αν λοιπόν ήταν στο σύνολο της Αυτοκρατορίας πλειοψηφία χριστιανική, τότε στο ανατολικό ελληνικό τμήμα της (το οποίο αφενός είχε αποδεδειγμένα πάντοτε περισσότερους Χριστιανούς απ’ ότι το δυτικό, και αφετέρου είχε αρχίσει να εκχριστιανίζεται πολύ πιο νωρίς απ’ ότι το δυτικό λατινικό τμήμα) είναι προφανές ότι οι Χριστιανοί όχι απλώς ήταν πλειοψηφία αλλά και μεγαλύτερη του 56%. Το 350 όμως δεν είχαν αρχίσει ακόμη διωγμοί κατά των Παγανιστών και των ναών τους (Κι αν είχαν αρχίσει, ήταν στα πρώτα 1-2 χρόνια τους, και μάλιστα πολύ πιο περιορισμένης έκτασης, οπότε δεν είταν δυνατό να προκάλεσαν την υπερίσχυση των Χριστιανών άνω του 50%.) ώστε να ισχυριστεί κανείς ότι υπήρξε δια της βίας εκχριστιανισμός της πλειοψηφίας. Οι αριθμοί αυτοί δεν είναι αυθαίρετοι, διότι ήδη πριν το 350 είχαν αρχίσει πολλοί Χριστιανοί συγγραφείς να ισχυρίζονται ότι είναι η πλειοψηφία (A. Harnack, The mission and expansion of Christianity in the first three centuries, N.Y. G.P. Putnam’s Sons, vol 2, p. 29). Ήδη στις αρχές του 3ου αι. ο Τερτυλλιανός λέει: «είμαστε ακόμη χτεσινοί, αλλά έχουμε γεμίσει τον κόσμο» (Απολογία, 37, 4). Οι ισχυρισμοί των Χριστιανών για μαζικούς προσηλυτισμούς πριν τον Μ. Κωνσταντίνο, όπως αναφέρει ο Ευσέβιος, όχι μόνο γίνονται αποδεκτοί από πολλούς σύγχρονους ιστορικούς, αλλά οι τελευταίοι θεωρούν τους ισχυρισμούς αυτούς απαραίτητη υπόθεση, ώστε να εξηγηθεί η μεγάλη ταχύτητα διάδοσης του Χριστιανισμού. Έτσι, στην μελέτη του Christianising the Roman Empire, ο R. MacMullen συνιστά την αποδοχή ως αληθών των ισχυρισμών των Χριστιανών απολογητών περί μαζικών προσηλυτισμών «ώστε να εξηγήσουμε καλύτερα την ταχύτητα της αλλαγής που παρατηρούμε» (R. MacMullen, Christianising the Roman Empire, New Haven: Yale University, p. 29). Ο Harnack χαρακτηρίζει την ανάπτυξη του Χριστιανισμού με όρους όπως «ασύλληπτη ταχύτητα» και «εκπληκτική αύξηση» και συμφωνεί με τον ισχυρισμό του Αυγουστίνου, ότι «Ο Χριστιανισμός πρέπει να μεγάλωσε μέσω θαυμάτων, διότι το μεγαλύτερο θαύμα πέρα από κάθε θαύμα ήταν η εκπληκτική επέκταση της θρησκείας» (A. Harnack, The mission and expansion of Christianity in the first three centuries, N.Y. G.P. Putnam’s Sons, vol. 2, p. 335). Δίχως διωγμούς κατά Παγανιστών, λοιπόν, επικράτησε στο α΄ μισό του 4ου αι. ο Χριστιανισμός.
Αποδεικνύεται σαθρό το βασικό επιχείρημα των νεοπαγανιστών, πως ο Χριστιανισμός κυριάρχησε με καταπίεση και διωγμούς, και συνεπώς πως το χριστιανικό «οικοδόμημα» βασίζεται στη βία. Μέχρι τον Θεοδόσιο Α’ στα 380 μ.Χ. επικρατούσε γενικώς ανεξιθρησκεία, κι όμως ο Χριστιανισμός είχε ήδη, τριάντα χρόνια πριν, γίνει η θρησκεία της πλειοψηφίας. Το κλειδί για την ερμηνεία της επικράτησης του Χριστιανισμού δεν είναι η βοήθεια των αυτοκρατόρων μετά το 330, λοιπόν, αλλά το ότι ο Χριστιανισμός είχε γίνει τόσο ισχυρός και ήταν τόσο αδύνατον να ξεριζωθεί ή να εμποδιστεί, που απλώς ίσως να επιταχύνθηκε η πρόοδός του. Αλλά το ξανατονίζουμε, δίχως τον έμφυτο δυναμισμό του, ποτέ δεν θα είχε επιβιώσει, ώστε να τραβήξει το ενδιαφέρον της Ρώμης και να επιβληθεί ως επίσημη θρησκεία στα 380 μ.Χ.

Ορισμένοι θα αντιπούν, ότι στις εκτός Ελλάδας, ανατολικές περιοχές υπήρξαν διωγμοί, άρα το ποσοστό αυτό του έτους 350 μ.Χ. είναι προϊόν βίας. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Όπως είδαμε, στην Ελλάδα δεν υπήρξαν διωγμοί, άρα δεν τίθεται ζήτημα βίαιας επικράτησης. Στην Μικρά Ασία έχουμε διώξεις μόνο στα μέσα του 6ου αιώνα, όταν η συντριπτική πλειοψηφία είχε γίνει προ 3-4 αιώνων χριστιανική. Όλοι οι παροδικοί διωγμοί συνέβησαν στην Συρία και την Αίγυπτο. Όμως, ήδη στις αρχές του 4ου αι. οι Χριστιανοί ήταν 50% και παραπάνω στην Μικρά Ασία, ενώ στην Αίγυπτο και τη Συρία ο Χριστιανισμός ήταν πλειοψηφία μεγαλύτερη απ’ αυτήν που ήταν στην Μ. Ασία. Συνεπώς, ναι μεν έγιναν καταστροφές ναών, περιστασιακές στην Αίγυπτο ή την Μ. Ανατολή, ωστόσο αυτές έγιναν δεκατίες μετά την ύπαρξη χριστιανικής πλειοψηφίας εκεί (η συντριπτκή πλειοψηφία τους έγινε μετά τον 380 μ.Χ.). Άρα, εκεί όπου έγιναν διώξεις, δεν ήταν αυτές η αιτία που πλειοψηφούσε ο Χριστιανισμός, ενώ όπου δεν έγιναν διώξεις, ο Χριστιανισμός έγινε με αργότερο μεν ρυθμό, αλλά σύντομα (αφού σε όλη την Αυτοκρατορία ήταν πλειοψηφία το 350) η πλειοψηφία.
Ορισμένοι αρχαιολάτρες, άλλοι περισσότερο κι άλλοι λιγότερο κακόπιστοι, ισχυρίζονται ένα ψεύδος. Ότι ώς έναν αιώνα πριν τον Μέγα Κωνσταντίνο (ή ώς και την εποχή του) η πλειοψηφία των Χριστιανών ήταν Εβραίοι και όχι Έλληνες. Ισχυρίζονται δε αυτό, για να αποδείξουν δήθεν ότι ο Χριστιανισμός επικράτησε δια της βίας. Απατώνται, αν νομίζουν ότι πείθουν κανέναν με τέτοιους ισχυρισμούς. «Ποια ήταν η εθνικότητα των προβυζαντινών χριστιανών μαρτύρων; Δεν διαθέτουμε κάποια ειδική διατριβή πάνω στα μαρτυρολόγια, αλλά μάλλον μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η πλειονότητά τους ήταν Έλληνες (Έλληνες βεβαίως με κριτήριο την παιδεία). Εβραίοι πάντως δεν ήταν οι προβυζαντινοί χριστιανοί. Γνωρίζουμε ήδη από τις Πράξεις των Αποστόλων, ότι αυτοί που δημιουργούσαν προβλήματα στο έργο του Παύλου, ήταν μονίμως οι ιουδαίοι συμπατριώτες του. Ώσπου το πήρε απόφαση και έπαψε να ασχολείται μαζί τους. Στόχος του ήταν οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι» (Θ. Ζιάκα, «Γιατί έγιναν οι Έλληνες Χριστιανοί;», Άρδην, τ. 28, σ. 52). Οι Ιουδαίοι που μιλούσαν την ελληνική ζητούσαν να σκοτώσουν τον απ. Παύλο (Πράξεις 9, 29). «Όταν αυτοί [=οι Ιουδαίοι] αντετάσσοντο και τον έβριζαν, ετίναξε τα ενδύματά του και τους είπε, "από τώρα θα πηγαίνω εις τους εθνικούς"» (Πράξεις, 18, 6). Από τους συνεργάτες του απ. Παύλου, μόνο τρείς ήταν εξ Εβραίων Χριστιανοί, σύμφωνα με τον ίδιο τον Παύλο (Προς Κολοσσαείς 4, 11)˙ οι υπόλοιποι ήταν πρώην Εθνικοί, Έλληνες και εξελληνισμένοι. Τα ονόματα των προσώπων που αναφέρονται στις Πράξεις και στις επιστολές των Αποστόλων ενισχύουν την άποψη ότι Έλληνες και εξελληνισμένοι ήταν οι περισσότεροι πρώτοι Χριστιανοί: Φίλιππος, Τίμων, Παρμενάς, Νικόλαος, Τιμόθεος, Σώπατρος, Αρίσταρχος, Τυχικός, Τρόφιμος, Εύτυχος, Φοίβη, Επαίνετος, Ανδρόνικος, Απελλής, Αριστόβουλος, Τρύφαινα, Ασύγκριτος, Ερμάς, Φιλόλογος, Νηρέας, Ολυμπάς, Αχαϊκός, Νυμφάς, Άρχιππος, Αρτεμάς. Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει κι από τα ονόματα αγίων.

Τι οδήγησε στην επικράτηση του Χριστιανισμού μάς το λέει ο Ιουλιανός, όσο κι αν το κρύβουν οι Νεοπαγανιστές. Γράφει σε επιστολή του στον αρχιερέα της Γαλατείας, Αρσάκειο, ο Ιουλιανός: «Δε βλέπουμε τάχα ότι εκείνα, που αύξησαν περισσότερο την αθεΐα [=Χριστιανισμό] είναι η φιλανθρωπία προς τους ξένους, η φροντίδα για την ταφή των νεκρών και η προσποιητή αυστηρότητα της ζωής;» (429d). Ο Ιουλιανός διατυπώνει την ίδια άποψη και σε άλλες επιστολές του, αντιπαραθέτοντας μάλιστα την αντίστοιχη αδιαφορία των Εθνικών, ιερέων και λαού.
Δείχνουμε το ήθος του Παγανισμού της Ύστερης Αρχαιότητας, όπως ο Ιουλιανός το περιγράφει, ώστε να διαπιστώσει ο καθένας πόσο παρακμιακή ήταν η Ειδωλολατρία και πόσο είχε αηδιάσει ο λαός της Αυτοκρατορίας από το αισχρό επίπεδο των Παγανιστικών ιερατείων και του λαού. Έτσι,
1) οι Εθνικοί ιερείς «αντί να πηγαίνουν να προσεύχονται στους θεούς με τις γυναίκες, τα παιδιά και τους υπηρέτες τους, ισχυρίζονται ότι οι δούλοι ή τα παιδιά τους ή οι Γαλιλαίες σύζυγοί τους περιφρονούν τους θεούς και προτιμούν την αθεΐα από την ευσέβεια» (Επιστολή προς Αρσάκειο, 430ab).
2) Τα παγανιστικά ιερατεία μπεκρόπιναν και ασκούσαν κακόφημα επαγγέλματα: «συμβούλευσε τους ιερείς να μην πίνουν στα καπηλειά ούτε να ασκούν επαγγέλματα και εργασίες αισχρές και κακόφημες» (Επιστολή προς Αρσάκειο, 430b).
3) Οι Ειδωλολάτρες ήταν αφιλόξενοι άνθρωποι: «Επικαλούμαστε τον Ξένιο Δία και είμαστε πιο αφιλόξενοι από τους Σκύθες» (Επιστολή 89α, 291b).
4) Οι Ειδωλολάτρες ήταν τσιγκούνηδες φιλοχρήματοι: «Εκείνος που λατρεύει τον Εταίριο Δία, ενώ βλέπει ότι οι γύρω του χρειάζονται χρήματα, δεν τους δίνει ούτε δραχμή» (Επιστολή 89α, 291c).
5) Οι Ειδωλολάτρες φέρονταν σκληρά στους συγγενείς τους: «Φερόμαστε στους συγγενείς μας σαν σε ξένους» (Επιστολή 89α, 291d).
6) Οι Ειδωλολάτρες φερόντουσαν απάνθρωπα: «Φερόμαστε ανελέητα και απάνθρωπα σε όσους δεν έκαναν τίποτα, από φόβο μήπως επωφεληθούν και οι κακούργοι» (Επιστολή, 291bc).
Βλέπουμε τη φρίκη του χριστιανοαναθρεμμένου Ιουλιανού για το επίπεδο των Ειδωλολατρών του 4ου αιώνα. Αυτή την αηδία ένοιωθαν όλοι για τον Παγανισμό και γι’ αυτό ελάχιστοι Παγανιστές νοιάστηκαν να τον υπερασπίσουν.
Θα ήταν λάθος ο ισχυρισμός ότι η αιτία της επιτυχίας του Χριστιανισμού βρίσκεται απλώς στην Παρακμή του Παγανισμού και στην φιλανθρωπία της Εκκλησίας. Το επιχείρημα της αδυναμίας του Παγανισμού, που την εκμεταλλεύτηκε ο Χριστιανισμός, γιατί τάχα «βρήκε τον κόσμο σε δύσκολη κατάσταση» δεν δικαιολογεί την αδιαφορία των Παγανιστών για την επικράτηση του Χριστιανισμού μέσα σε 100 χρόνια. Ούτε προσθέτει κάτι ο ισχυρισμός ότι ο νικητής Χριστιανισμός δε φοβόταν το θάνατο (π.χ. στο Κολοσσαίο) σε αντίθεση με τους ηττημένους Παγανιστές που τον φοβόντουσαν, γι’ αυτό και ο Χριστιανισμός κέρδισε τους ανθρώπους. Το θάρρος μπροστά στο θάνατο εντυπωσιάζει αλλά δεν προσηλυτίζει˙ πρέπει πρώτα ο εντυπωσιαζόμενος να πεισθεί ότι οι λόγοι της αυτοθυσίας των Χριστιανών ήταν σοβαροί και δεν ήταν «θανατολάγνοι» οι μάρτυρες. Και η αλήθεια είναι ότι ο κόσμος πείστηκε. Οι δύο ανταγωνιστές, ο Παγανισμός και ο Χριστιανισμός δεν μπορούσαν να ελπίζουν ότι θα κερδίσουν τον κόσμο με το μέρος τους, αν οι αξίες τους, οι αντιλήψεις και οι πρακτικές τους δεν ανταποκρίνονταν στη λαϊκή ψυχή. Δε θα μπορούσε ο Χριστιανισμός έτσι απλά, με έδικτα αυτοκρατόρων και γκρέμισμα κάποιων ναών, να νικήσει τον Παγανισμό και να επικρατήσει, αν δεν υπήρχε στο λαό καμμία ευνοϊκή «προδιάθεση», κάποιο στοιχείο «αυθόρμητου χριστιανισμού». Το ίδιο κι ο Παγανισμός, δε θα είχε ηττηθεί τόσο εύκολα (σε πολιτικό επίπεδο και σ’ επίπεδο λαϊκής απήχησης) αν δεν είχε ήδη ξεπεραστεί μέσα στο λαό, αν δεν είχε καταστεί ανίκανος να εκφράσει τις τάσεις της λαϊκής ψυχής. Ο Χριστιανισμός έδωσε λύση στα φιλοσοφικά προβλήματα της εποχής, καλύτερη από αυτήν του Νεοπλατωνισμού: Εκείνη η εποχή διαποτιζόταν από αντιλήψεις γνωστικιστικές: 1) ο κόσμος είναι φυλακή. 2) Τα ανθρώπινα είναι «ματαιότητα». 3) Η ζωή είναι όνειρο και εφιάλτης. 4) Το «πραγματικό» βρίσκεται κάπου αλλού, στις Ιδέες ή στον «εσώτερο χώρο». 5) Απαξίωση του σώματος, σωτηρία της εποχή. Αντίθετα, ο Χριστιανισμός νίκησε πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα, υποστηρίζοντας πως: 1) Ο κόσμος δεν είναι φυλακή, αλλά δώρο του Θεού, λίαν καλός. 2) Ματαιότητα είναι τα έργα του κακού, όχι όλα τα ανθρώπινα. 3) Η ζωή δεν είναι εφιάλτης, αλλά μόνο η βουτηγμένη στην κακία ζωή. 4) Το «πραγματικό» βρίσκεται στο εδώ και τώρα. Σκοπός δεν είναι η σωτηρία της ατομικής ψυχής, αλλά υποτάσσει τη «σωτηρία» στην κοινωνική προσφορά. 5) Δεν απαξιώνει το σώμα, γιατί πιστεύει στην ανάστασή του. Γι΄αυτό κι ο Κέλσος τους κατηγορεί ως «φιλοσώματον γένος». Εδώ κι αν ήταν επαναστατικός, κόντρα στο ρεύμα ο Χριστιανισμός. Γι’ αυτό νίκησε: έδωσε απάντηση στη μιζέρια του Γνωστικισμού και στην ασυνέπεια των αντιγνωστικιστικών προτάσεων του Νεοπλατωνισμού (δες κεφάλαιο 81). Είναι πράγματι παράλογο να θεωρούν μερικοί «αυτονόητη» την αποφασιστικότητα των χριστιανών Νεομαρτύρων 400-600 χρόνων της Τουρκοκρατίας, και του χριστιανικού λαού, που παρ’ όλες τις πιέσεις δεν αλλαξοπιστούσε, αλλά ανέβαινε και στα βουνά, ενώ ταυτόχρονα θεωρούν «δεδομένο» ότι η κοσμοπλημμύρα των Παγανιστών της Αυτοκρατορίας του 320 μ.Χ. μεταστράφηκε στο Χριστιανισμό μέσα σε 150 χρόνια, λόγω κάποιων αυτοκρατορικών εδίκτων που (τουλάχιστον κατά τα πρώτα 50 χρόνια) δύσκολα και λίγο εφαρμόζονταν.
Όσο λοιπόν κι αν ισχυρίζονται το αντίθετο οι Νεοπαγανιστές, την ιστορική αλήθεια δεν μπορουν να την διαστρεβλώσουν ή να την αποκρύψουν: ο Χριστιανισμός έγινε πλειοψηφία χωρίς καταναγκασμό ή κρατική βία. Όπως φαίνεται, η καταστροφή ναών δεν ήταν η αιτία της επικράτησης του Χριστιανισμού˙ ούτε οι όσοι διωγμοί. Για τις καταστροφές καθεαυτές η ερμηνεία τους εξαρτάται από τα κριτήρια που έχει κανείς: τα σημερινά κριτήρια συμπεριφοράς ή τα κριτήρια συμπεριφοράς του 4ου αιώνα μ.Χ.
Αν έχει κανείς τα σημερινά κριτήρια, δεν μπορεί παρά να καταδικάσει απερίφραστα τις βιαιότητες και τις βαρβαρότητες αυτές εκ μέρους των Χριστιανών και των ιεραρχών τους. Τα κτίρια αυτά και τα αγάλματα, πέρα από έργα θρησκευτικά ήταν και έργα τέχνης, και είναι λυπηρό που δεν υπάρχουν, είτε από καταστροφές Χριστιανών είτε από άλλα αίτια (πόλεμοι, σεισμοί κ.ά.). Η αλήθεια μιας θρησκείας δεν εξαρτάται από τον τρόπο και τον βαθμό ακόμη της εξάπλωσής της, κατά τον ίδιο τρόπο που εάν κάποιος πει κάτι αληθές και ένας άλλος αρχίσει με βασανιστήρια να αναγκάζει τους υπόλοιπους να αποδεχθούν αυτό που είπε ο πρώτος, δεν σημαίνει πως αυτό που είπε παύει να είναι αληθές και σωστό. Αν οι Χριστιανοί που διέπρατταν βαρβαρότητες στον 4ο-5ο αι. πίστευαν το αντίθετο και συνέδεαν την αλήθεια της πίστης τους με την εξάπλωσή της, τότε οι πράξεις όσων από αυτούς πίστευαν κάτι τέτοιο είναι καταδικαστέες.
Αν όμως έχει κανείς τα κριτήρια της εποχής εκείνης, τότε η κατάσταση περιπλέκεται. Όταν δρα κάποιος, συνήθως δρα με τον τρόπο που καθορίζει το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής όπου ζει. Τα «ήθη» των τεσσάρων πρώτων αιώνων μ.Χ. ήταν οι διωγμοί των Παγανιστών κατά των Χριστιανών και αργότερα οι διωγμοί των Χριστιανών κατά των Παγανιστών. Όσοι όμως ζούσαν σε εκείνη την περίοδο δεν έβλεπαν αυτές τις πράξεις τόσο αποτρόπαιες (ή δεν τις έβλεπαν καθόλου αποτρόπαιες). Έτσι συνήθιζαν τότε, αυτό είταν το μέτρο του πολιτισμού. Δεν «γινόταν» με τα κριτήρια της εποχής εκείνης, από την μία μέρα στην άλλοι οι άνθρωποι να εγκαταλείψουν την συμπεριφορά αυτή προς τον διαφορετικό από αυτούς συνάνθρωπο. Η κακή συνήθεια δύσκολα εξαλείφεται. Η συνήθεια είναι δεύτερη φύση. Κακώς για τα σημερινά κριτήρια, ναί, αλλά οι αρχαίοι άνθρωποι δεν σκέφτονταν όπως οι σημερινοί άνθρωποι. Αυτά ήξεραν, αυτά έκαναν. Επίσης, όταν η ποσότητα (το πλήθος των Χριστιανών) αυξάνει, τότε πάντα η ποιότητα πέφτει, σε όλες τις περιπτώσεις. Όπως και να ‘χει, προκειμένου για ναούς θεοτήτων στους οποίους γινόταν εκπόρνευση γυναικών (της Αφροδίτης), βασανισμοί (μαστίγωμα νέων προς τιμήν της Άρτεμης), αυτοευνουχισμοί (της Κυβέλης) ή ανθρωποθυσίες (Λύκαιο Δία), δύσκολα μπορεί κανείς να λυπηθεί για την καταστροφή τους (όλων ή μερικών). Ετσι, αν δούμε τα πράγματα από τη σκοπιά των Χριστιανών εκείνων που γκρέμιζαν τα είδωλα και τους ναούς βάσει των αυτοκρατορικών εδίκτων, το έκαναν αυτό επειδή ήθελαν να σιγουρευτούν πως η φρίκη των λατρειών αυτών θα εξέλειπε δια παντός, εάν εξέλειπε και ο ναός όπου λάμβαναν χώρα οι λατρείες τέτοιου είδους.
Εάν λοιπόν οι Νεοπαγανιστές και «αρχαιολάτρες» εθνικιστές έχουν τα σημερινά κριτήρια για την ερμηνεία γεγονότων παλαιοτέρων εποχών, τότε θα πρέπει κι αυτοί, αν ήταν ειλικρινείς, να καταδίκαζαν την αρχαία δουλεία, την αρχαία ιεροδουλεία, την απόθεση άρρωστων παιδιών στον Καιάδα, τις ανθρωποθυσίες στους θεούς, την κατάσταση της γυναίκας και του παιδιού ως “res”, τους διωγμούς κατά των Χριστιανών, τον γενικότερο αμοραλισμό που διέπει την αρχαία σκέψη (π.χ. στο διάλογο Αθηναίων και Μηλίων, στον Θουκιδίδη), με μιά λέξη όλα τα άσχημα και αποτρόπαια της παγανιστικής αρχαιότητας. Πρέπει να τεθεί μια βάση. Αν οι Νεοπαγανιστές από την μια εφαρμόζουν τα σημερινά κριτήρια όταν πρόκειται για τις χριστιανικές διώξεις κατά των Παγανιστών, και από την άλλη εφαρμόζουν τα παλαιότερα αρχαία κριτήρια όταν πρόκειται για τα άσχημα της Αρχαιότητας λέγοντας πως «αυτά ήταν ζήτημα κοινωνικής εξέλιξης της τότε εποχής», τότε εφαρμόζουν δυο μέτρα και δύο σταθμά όσον αφορά την ερμηνεία του παρελθόντος, και αυτό δεν θα περάσει τόσο εύκολα, όσο νομίζουν.
Συνοψίζοντας: ούτε η αλήθεια καθεαυτή των χριστιανικών δογμάτων κρίνεται ορθή ή εσφαλμένη βάσει διάφορων πράξεων των Χριστιανών (που έγιναν δίχως την εντολή της Εκκλησίας) ούτε η η ειλικρίνεια της πίστης των σημερινών Ελλήνων κρίνεται από τον πιθανό βίαιο κι άρα ανειλικρινή εκχριστιανισμό ορισμένων Ελλήνων πριν 16 αιώνες, και το κυριότερο, ούτε όλες οι πράξεις των Χριστιανών είναι αυτονόητο πως έχουν ως βάση την πίστη τους.
Είναι της μόδας στις μέρες μας να είναι ελκυστικές οι ιστορικές απόψεις κι «αιρετικές» ερμηνείες που αποκλίνουν από την επικρατούσα ερμηνεία. Επίσης το ρητό «η ιστορία γράφεται πάντα από τους νικητές» ανάγεται σε αυταπόδεικτο αξίωμα και βάσει αυτού επιχειρείται η αμφισβήτηση της χριστιανικής ερμηνείας για τα αίτια της επικράτησης του Χριστιανισμού αφού «η ερμηνεία αυτή γράφτηκε από τους νικητές». Το «οι νικητές γράφουν την ιστορία» έντεχνα νοηματοδοτείται από τους Νεοπαγανιστές ως «η άποψη των ηττημένων είναι η σωστή αλλά αποσιωπάται». Όμως κάθε άλλο παρά αυταπόδεικτο είναι το αξίωμα ότι επειδή η ιστορία γράφεται (κυρίως) από τους νικητές, η ερμηνεία των νικητών είναι ψευδέστερη από αυτήν των ηττημένων. Ούτε κάθε «αιρετική» ερμηνεία της ιστορίας αξίζει απαραίτητα περισσότερη συμπάθεια από την κυρίαρχη ερμηνεία. Αν ίσχυαν οι αξιώσεις των ρεβιζιονιστών και των συμπαθούντων τις «αιρετικές» απόψεις, κι αν απαραίτητα πρέπει – λόγω ουμανιστικής συμπόνοιας – να συμπαθούμε τους ηττημένους της Ιστορίας, τότε θα έπρεπε απαραίτητα να συμπαθήσουμε π.χ. τον Χίτλερ ή το Φασισμό. Αυτοί που θεωρούν σίγουρο ότι σε κάθε περίπτωση περισσότερη αλήθεια βρίσκεται στην ερμηνεία των ηττημένων, καλό θα ήταν, αν είναι τίμιοι, να υπερασπιστούν την ναζιστική ερμηνεία της Ιστορίας, αφού αυτήν την είχαν οι «καημένοι, οι ηττημένοι» Ναζί. Δεν ισχύει για κανένα λόγο λοιπόν η άποψη: «αξιωματικώς πάντοτε η Ιστορία που θα γραφόταν από τους ηττηθέντες θ’ αποτελούσε την εγκυρότερη όλων των Ιστοριών, αφού αυτή δεν θ΄αποτελούσε υπηρέτη κάποιων κρατούντων, αλλά απλώς μία τίμια φωνή ικανοποίησης της Θεάς Δικαιοσύνης και ηθικής, τουλάχιστον, αποκατάστασης κάποιων αμέτρητων πολλαπλά αδικηθέντων συνανθρώπων μας», εκτός κι αν οι ηττημένοι Ανθρωποθυσιαστές, Χριστιανοκτόνοι και Φιλοσοφοκτόνοι Ειδωλολάτρες, υπηρέτες των δικών τους κρατούντων και των δικών τους εξουσιαστικών ιδεολογημάτων, έπρεπε να «αποκατασταθούν» για χάρη της (ποιας;) «Δικαιοσύνης» – αυτής που έστελνε στα θηρία τους Χριστιανούς. Διότι, οι Νεοπαγανιστές αποσιωπούν το γεγονός ότι οι Παγανιστές του 4ου ή του 5ου αι. μ.Χ., όταν έγραφαν τις ιστοριογραφίες τους, υπηρετούσαν τα δικά τους συμφέροντα και τους δικούς τους κρατούντες – οι οποίοι απλώς έχασαν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι Παγανιστές ιστορικοί δεν ήταν προκατειλημμένοι υπέρ αυτών των συμφερόντων/κρατούντων ή ότι τα παγανιστικά συμφέροντα ήταν δίκαια και οι Παγανιστές κρατούντες είχαν το δίκαιο με το μέρος τους. Όταν π.χ. ο Ευνάπιος γράφει ότι η Αθήνα σώθηκε από τον βάρβαρο Αλάριχο χάρη σε θαυματουργική παρέμβαση... του θεού (!) Αχιλλέα ή όταν οι Παγανιστές ιστοριογράφοι της εποχής εκείνης υποστηρίζουν εντελώς σοβαρά ότι η παρακμή της Αυτοκρατορίας οφειλόταν στην... έλλειψη λατρείας προς τους «Θεούς», όταν ο κατά τα άλλα σοβαρός παγανιστής Πορφύριος ισχυρίζεται ότι εξαιτίας της λατρείας του Χριστού οι «θεοί» δεν σταμάτησαν μια επιδημία, όταν οι Παγανιστές ιστοριογράφοι, όπως ο Ζώσιμος, σπιλώνουν τους πρώτους Χριστιανούς Αυτοκράτορες, τότε ασφαλώς θέλουν να επιβάλλουν την άποψη και την ιδεολογία τους λέγοντας συκοφαντικά παραμυθάκια κατά του Χριστιανισμού. Συνεπώς το αξίωμα πως πρέπει να συμπαθούμε την ερμηνεία των ηττημένων της Ιστορίας και την «αιρετική άποψη» ως εξ αντικειμένου «αληθέστερη» δεν ισχύει και μάλιστα αποπροσανατολίζει τις προσπάθειές μας για την εύρεση της αλήθειας.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Postby inanm7 » Wed Sep 29, 2021 8:29 pm

Ζ' ΜΕΡΟΣ

ΔΙΩΞΕΙΣ III


15. "Οι παπάδες και οι Εκκλησιαστικοί Πατέρες ήταν κατά της αρχαίας φιλοσοφίας και παιδείας, έβγαζαν λόγους «κατά Ελλήνων» και καταδικάζουν ο,τιδήποτε αρχαιοελληνικό μετα βδελυγμίας."

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Αν επιτίθονται κατά φιλοσοφικών ρευμάτων οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, το κάνουν με τον ίδιο τρόπο που οι φιλόσοφοι αλληλοκατηγορούνταν μεταξύ τους και έστελναν στο πυρ το εξώτερο τις αντίπαλες φιλοσοφίες και τους αντίπαλους φιλόσοφους.

15a ΑΡΧΑΙΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΑΛΛΟΛΟΫΒΡΙΖΟΜΕΝΟΙ

-Ο Αριστοτέλης γράφει (Μεταφυσ. Α’, 986b, 27) ότι ο Ξενοφάνης ήταν πολύ κατώτερος από τον Παρμενίδη και μάλιστα «μικρόν αγροικότερος».
-Ο Αριστοτέλης αποκαλεί απαίδευτους τους Κυνικούς γράφοντας «οἱ Ἀντισθένιοι καὶ οἱ οὕτως ἀπαίδευτοι» (Μετά τα Φυσικά, Η’, 3 (1043b, 24)).
-Ο Αριστοτέλης γράφει για τον Πρωταγόρα: «ενώ δεν λένε τίποτα αυτού του είδους οι διανοητές, δίνουν την εντύπωση ότι λένε κάτι σημαντικό» (Μετά τα Φυσικά, Ι’, 1 (1053b, 4)).
- Ο Παρμενίδης πήρε εξαρχής εχθρική στάση απέναντι στον Ηράκλειτο. Κάπου γράφει: «.......οἱ δὲ φοροῦνται κωφοὶ ὁμῶς τυφλοί τε τεθηπότες ἄκριτα φῦλα οἷς τὸ πέλειν τε καὶ οὐκ εἶναι ταὐτόν ἐστι κέλευθος» (Απ. 6, 8) Δηλαδή:«Ενώ αυτοί παραδέρνουν κουφοί μαζί και τυφλοί, σαστισμένοι, μπουλούκια χωρίς κρίση, αυτοί που δεν κάνουν παρά να θεωρούν το «είναι» και το «μη είναι» σαν το ίδιο πράγμα».
-Ο Ηράκλειτος χλευάζει τον Πυθαγόρα (Απ. 81): «Πυθαγόρας κοπίδων ἐστίν ἀρχηγός», «ο Πυθαγόρας είναι αρχηγός στους αγύρτες»,
-Ο Ηράκλειτος περιφρονεί τον Ησίοδο, τον Πυθαγόρα, τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο λέγοντας (Απ. 40): «Η πολυμάθεια δε διδάσκει να έχεις νου. Αν ήταν έτσι θα είχε διδάξει τον Ησίοδο και τον Πυθαγόρα, ακόμα και τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο («Πολυμαθίη νόον ἔχειν οὐ διδάσκει˙ Ἡσίοδον γάρ ἄν ἐδίδαξε καί Πυθαγόρην αὖτις τε Ξενοφάνεά τε καί Ἑκαταῖον»).
-Ο Ξενοφάνης, όταν ο Εμπεδοκλής του είπε ότι ο σοφός άνδρας δεν βρίσκεται, αυτός του απάντησε ειρωνικά: «φυσικά, διότι πρέπει κανείς να είναι σοφός ώστε να αναγνωρίσει τον σοφό» («Ἐμπεδοκλέους δὲ εἰπόντος αὐτῷ ὅτι ἀνεύρετός ἐστιν ὁ σοφός, "εἰκότως," ἔφη· "σοφὸν γὰρ εἶναι δεῖ τὸν ἐπιγνωσόμενον τὸν σοφόν"» Διογένης Λαέρτιος, IX, 20).
-Για τον Επίκουρο, «ο στωικός Διότιμος, εχθρικά διατεθειμένος απέναντί του, τον διέβαλε με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο, κυκλοφορώντας πενήντα αισχρές επιστολές με το όνομα του Επίκουρου. Το ίδιο έκανε κι εκείνος που συγκέντρωσε και απέδωσε στον Επίκουρο τα ερωτικά γράμματα που αποδίδονται στον Χρύσιππο. Ακόμη, ο στωικός Ποσειδώνιος και ο κύκλος του και ο Νικόλαος και ο Σωτίων (...) υποστηρίζουν πως ο Επίκουρος περιφερόταν στα χαμόσπιτα και διάβαζε καθαρτήριες ευχές.(...) Λένε, επίσης, ότι ήταν προαγωγός του ενός αδελφού του (...) ˙ ότι παρουσίαζε ως δικές τους τις διδασκαλίες του Δημόκριτου για τα άτομα και του Αρίστιππου για την ηδονή˙ ότι δεν ήταν γνήσιος αθηναίος πολίτης (...). Ο Επίκτητος τον ονομάζει αισχρολόγο και τον βρίζει για τα καλά. Ακόμη και ο Τιμοκράτης, αδελφός του Μητρόδωρου και μαθητής του Επίκουρου μέχρι να εγκαταλείψει τη Σχολή, στο έργο του με τον τίτλο Ευφρανταί γράφει ότι ο Επίκουρος ξερνούσε δύο φορές την ημέρα, επειδή του άρεσε να απολαμβάνει τα γεύματα, και ότι ο ίδιος με δυσκολία κατάφερε να ξεφύγει από εκείνες τις νυχτερινές φιλοσοφικές συζητήσεις (...)» Διογένης Λαέρτιος, X, 3-6), ενώ ο Τίμων, σκεπτικός, μαθητής του Πύρρωνα «λέει για τον Επίκoυρο: ο πιο ποταπός κι ο πιο ξεδιάντροπος από τους φυσικούς, δασκαλάκος για παιδιά φερμένος από τη Σάμο, ο πιο ανάγωγος από τα ζωντανά» (Διογ. Λαέρτ., X, 3).
-Αντίστοιχα, ο Επίκουρος «τους Πλατωνικούς τους αποκαλούσε «κόλακες του [Συρακούσιου τύραννου] Διονύσιου» και τον ίδιο τον Πλάτωνα «χρυσό»˙ τον Αριστοτέλη «άσωτο, που σπατάλησε την πατρική περιουσία και κατατάχθηκε στο στρατό και πουλούσε φάρμακα»˙ τον Πρωταγόρα «χαμάλη» και «γραφιά του Δημόκριτου» και επαρχιακό γραμματοδιδάσκαλο˙ τον Ηράκλειτο «κυκητή» [λόγω της θεωρίας του για τον κυκεώνα, απ. 125], τον Δημόκριτο «Ληρόκριτο» [φαφλατά], τον Αντίδωρο «Σαννίδωρο» [βλάκα], τους Κυζικηνούς [τον αστρονόμο και μαθηματικό Εύδοξο] «εχθρούς της Ελλάδας», τους διαλεκτικούς [τους Μεγαρικούς, του φίλου του Σωκράτη, Ευκλείδη] «φθονερούς για τα πάντα» και τον Πύρρωνα «αμαθή και ακαλλιέργητο»» (Διογένης Λαέρτιος, X, 7-8). Ενώ για το δάσκαλό του: «ο ίδιος ο Επίκουρος λέει στα γράμματά του για τον Ναυσιφάνη: «αυτά τον έφεραν εκτός εαυτού, σε σημείο που να με προσβάλει και να με αποκαλέσει "καθηγητή"». Και τον ονόμαζε σουπιά και αγράμματο και απατεώνα και πόρνο» (Διογ. Λαέρτ., X, 7-8).
-«Σε γενικές γραμμές ήταν [ο Αριστοτέλης], σύμφωνα με τον Επίκουρο, αντίπαλος πιο βλαβερός για τη σωτηρία της ζωής εκείνων που προετοιμάζονται, όπως οι αθλητές, για το στίβο της πολιτικής» (Φιλόδημου Περί ρητορικής, 2, 58, 10-15).
-Οι Επικούρειοι αμφισβητούσαν την ύπαρξη του φιλόσοφου Λεύκιππου (Διογένης Λαέρτιος, X, 13). Κι αυτό διότι αρνούνταν τον Λεύκιππο και ήθελαν να αντικρούσουν την εναντίον τους κατηγορία ότι ο Επίκουρος κατάκλεψε τον Λεύκιππο.
-Ο Πλούταρχος στο ένα από τα δύο συγγράμματα που έγραψε κατά των Επικούρειων, το Ει καλώς είρηται το λάθε βιώσας, τονίζει (κεφ. 1 (1128bc)) ότι όπως «άνθρωποι με ασυγκράτητη και ακόρεστη φιλοδοξία κατηγορούν τη δόξα στους άλλους, σαν να είναι αντεραστές τους, για να την κερδίσουν χωρίς ανταγωνισμούς», έτσι κι ο Επίκουρος, αντί να «ζήσει στην αφάνεια» διακήρυττε το «λάθε βιώσας», ώστε ο υπόλοιπος κόσμος να ακολουθήσει το ρητό του, ενώ ο ίδιος να κερδίσει δόξα και να μη μείνει στην αφάνεια – όπως θα έπρεπε, αν ακολουθούσε ο ίδιος το ρητό του.
-Ο Πλούταρχος έγραψε τέσσερα βιβλία κατά Στωικών κατηγορώντας τους, μεταξύ άλλων, ότι αυτά που δογματίζουν είναι παραδοξότερα κι από όσα ισχυρίζονται οι ποιητές της αρχαιοελληνικής μυθολογίας.
-Ο Αναξαγόρας κρατούσε κακία εναντίον του Δημόκριτου, γιατί δεν τον κάλεσε στις διαλέξεις που έκανε. Ο Δημόκριτος πάλι κακολογούσε τον Αναξαγόρα (Διογ. Λαέρ., II, 14 και IX, 34). Μάλιστα θεωρούσε πως η αστρονομία των συγγραμμάτων του Αναξαγόρα ήταν παρμένη από άλλους (Διογ. Λαέρτ., IX, 34 και Φαβωρίνος FHG, III, 582, απ. 33).
-Τον υλιστή Ίππωνα από τη Σάμο σατίρισαν οι Κρατίνος (στην κωμωδία Πανόπτης, απ. 155) και ο Αριστοφάνης (στις Νεφέλες, στ. 94 κ.ε.)
-Ο Κλεάνθης έλεγε πως οι Περιπατητικοί παθαίνουν κάτι ανάλογο μ’ αυτό που παθαίνουν οι λύρες, οι οποίες βγάζουν ωραίο ήχο, αλλά δεν ακούνε ποτέ τον εαυτό τους (Διογένης Λαέρτιος, VII, 173).
-Ο Πλατωνικός Αρκεσίλαος είπε «δε συγκινούμαι από κολακείες» και ο Στωικός Κλεάνθης του απάντησε: «σε κολακεύω λέγοντας ότι άλλα λες και άλλα κάνεις» (Διογένης Λαέρτιος, VII, 171).
-«Ο Σωσίθεος ο ποιητής είπε για τον Κλεάνθη: "αυτούς που τους οδηγεί σαν βόδια η ανοησία του Κλεάνθη"» (Διογένης Λαέρτιος, VII, 173). Δυστυχώς όμως για τον Σωσίθεο, στο θέατρο βρίσκονταν πολλοί οπαδοί του Κλεάνθη, οι οποίοι πέταξαν έξω τον Σωσίθεο.
-Ο Αρκεσίλαος παρομοίαζε τους Επικούρειους και τους μη Επικούρειους με τους άντρες και τους ευνούχους αντίστοιχα (Διογένης Λαέρτιος, IV, 6).
-ο Πλάτωνας κατηγορούσε τους σοφιστές. Ο Πλάτωνας δεν αναφέρει καν ούτε μια φορά το όνομα του Δημόκριτου (που είχε τόση φήμη στην Αθήνα του 5ου π.Χ. αι., όση έχει ο Πλάτωνας σήμερα), επειδή τον μισούσε για την υλιστική φιλοσοφία του.
-Ο Πλάτωνας αντιπαθούσε τον συμμαθητή του, Αισχίνη, και δημιούργησε τη φήμη πως οι διάλογοι που ο δεύτερος έγραψε ήταν κλεμμένοι από άλλους και μάλιστα από τον ίδιο τον Σωκράτη (Διογένης Λαέρτιος, II, 60).
-Ο Πλάτωνας αποκαλεί τον πρώτο Κυνικό, τον Αντισθένη, περιπαιχτικά «οψιμαθή γέροντα» (Σοφιστής, 251b).
-Αντίστοιχα, ο Αντισθένης αποκαλούσε τον Πλάτωνα «επηρμένο»: «Ἔσκωπτέ τε Πλάτωνα ὡς τετυφωμένον» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 7). «Όταν στη διάρκεια πομπής είδε ένα άλογο που χλιμίντριζε, είπε στον Πλάτωνα: "νομίζω θα μπορούσες κι εσύ να είσαι τέτοιο άλογο", κι αυτό γιατί ο Πλάτωνας επαινούσε ασταμάτητα τα άλογα» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 7). Ακόμη χειρότερα, αποκαλούσε τον Πλάτωνα κοροϊδευτικά «Σάθωνα» (Αθηναίος, XI, 507a). Σάθη είναι το αντρικό μόριο. Σάθων είναι αυτός που έχει μεγάλο αιδοίο. Συνήθιζαν όμως να λεν και τα παιδαρέλια μ’ αυτό το όνομα.
-Ο Τίμων επικρίνοντας τον Αντισθένη, επειδή έγραφε πολλά, τον αποκαλεί «παντογνώστη φλύαρο» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 18).
-Ο Διογένης ο Κυνικός έλεγε για τον δάσκαλό του, τον Αντισθένη, ότι «είναι μια τρομπέτα που δεν άκουγε τον εαυτό του» (Δίων Χρυσ., V, III, 2).
-Ο Πλάτων κατηγορούσε τον Αριστοτέλη, ότι ο τελευταίος τον εγκατέλειψε. «Ἀπέστη δὲ Πλάτωνος ἔτι περιόντος· ὥστε φασὶν ἐκεῖνον εἰπεῖν, "Ἀριστοτέλης ἡμᾶς ἀπελάκτισε καθαπερεὶ τὰ πωλάρια γεννηθέντα τὴν μητέρα."» (Διογένης Λαέρτης, V, 2). Αντίστοιχα ο Αριστοτέλης απαντούσε: «φίλος μεν Πλάτων, φιλτέρα δ’ αλήθεια».
-«Τους Ακαδημαϊκούς ο Τίμων τους διασύρει με τούτα τα λόγια: Των Ακαδημαϊκών η σαχλή περιττολογία» (Διογένης Λαέρτιος, IV, 67).
-Ο φιλόσοφος Μενέδημος «περιφρονούσε τους διδασκάλους της σχολής του Πλάτωνα και του Ξενοκράτη» (Διογένης Λαέρτιος, II, 134).
-Ο Διογένης ο Κυνικός κοροϊδεύει τον Πλάτωνα και τη φιλοσοφία του. Ο Διογένης ο Κυνικός «τὴν μὴν Εὐκλείδου [όχι του μαθηματικού] Σχολὴν ἔλεγε χολή, τὴν δὲ Πλάτωνος διατριβὴν κατατριβήν» (Διογένης Λαέρτιος VI, 24, 26 και 40 και 53).
-«Ο Θεόπομπος στον Ηδυχάρη λέει "Δεν υπάρχει τίποτε που να είναι πραγματικά ένα, αφού και ο αριθμός δύο, μόλις είναι ένα, όπως λέει ο Πλάτων"» (Διογένης Λαέρτιος, III, 26).
-Ο Τίμων παίζοντας με το όνομα του Πλάτωνα έλεγε «όπως ανέπλαττε ο Πλάτων παράξενες κοινοτοπίες» («ὡς ἀνέπλασσε Πλάτων πεπλασμένα θαύματα εἰδώς») (Διογένης Λαέρτιος, III, 26).
-«Ο Άλεξις στον Αγκυλιώνα του γράφει "Μιλάς για πράγματα που δεν ξέρεις. Πήγαινε να τρέξεις μαζί με τον Πλάωνα, και θα τα μάθεις όλα για το σαπούνι και το κρεμμύδι"» (Διογένης Λαέρτιος, III, 27).
-«Ο Άμφις στον Δεξιδημίδη γράφει "Ω Πλάτων, όλο κι όλο που ξέρεις είναι μόνο να σκυθρωπιάζεις, σμίγοντας σεμνά τα φρύδια σαν σαλιγκάρι"» (Διογένης Λαέρτιος, III, 28).
-«Ο Άλεξις στον Παράσιτο γράφει "Παρά να μωρολογείς μόνος με τον Πλάτωνα". Τον χλευάζει και ο Αναξίλας στον Βοτρυλίωνα, στην Κίρκη και στις Πλούσιες» (Διογένης Λαέρτιος, III, 28).
-Σύμφωνα με τον Αθηναίο (XI, 508b), οι Αθηναίοι σέβονταν τον Δράκοντα και τον Σόλωνα ως νομοθέτες και πειθάρχησαν στη νομοθεσία τους, ενώ περιγελούσαν τον νομοθέτη και πολιτειολόγο Πλάτωνα.
-Ο κωμωδιογράφος Έφιππος, στην κωμωδία του Ναυαγός, παρουσιάζει τον Πλάτωνα και τους μαθητές του, όχι μόνο να συκοφαντούν τους άλλους αλλά και να ζουν σε μεγάλη πολυτέλεια και να είναι συμφεροντολόγοι και ανήθικοι (Αθηναίος, XI, 509c-e).
-Ο Άλκιμος ο Σικελιώτης κατηγορούσε τον Πλάτωνα ως λογοκλόπο, ότι κατάκλεψε τον Επίχαρμο (Διογένης Λαέρτιος, III, 9). Ο Άλκιμος μάλιστα έγραψε μια διατριβή από τέσσερα βιβλία, στην οποία παρέθετε κείμενα και αποσπάσματα, για ν’ αποδείξει τη λογοκλοπή του Πλάτωνα.
-Διάφοροι άλλοι υποστήριζαν πως οι πλατωνικοί διάλογοι δεν είναι πρωτότυποι, αλλά αντίθετα, τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενό τους, αντίγραφα διαλόγων άλλων φιλοσόφων (Αθηναίος, XI, 505b Αὐτὸς δὲ τοὺς διαλόγους του μιμητικῶς γράψας, ὧν τῆς ἰδέας, οὐδ’ αὐτὸς εὑρετής ἐστιν).
-Ο Θεόπομπος ο Χίος πάλι γράφει: «Τοὺς πολλοὺς τῶν διαλόγων αὐτοῦ ἀχρείους καὶ ψευδεῖς ἄν τις εὕροι• ἀλλοτρίους δὲ τοὺς πλείους ὄντας ἐκ τῶν Ἀριστίππου διατριβῶν, ἑνίους δὲ κἀκ τῶν Ἀντισθένους, πολλοὺς δὲ κἀκ τῶν τοῦ Βρύσωνος τοῦ Ἡρακλεώτου» (F.H.G., I, 325). Φυσικά, εδώ δεν μας ενδιαφέρει αν οι πλατωνικοί διάλογοι ήταν αντιγραφή άλλων (που προφανώς δεν ήταν), αλλά ότι οι Αρχαίοι Έλληνες κατηγορούσαν τον Πλάτωνα μετ’ επιμονής γι’ αυτό το ζήτημα, δηλαδή να δείξουμε το μίσος των Αρχαίων προς τον Πλάτωνα.
-Ξενοφώντας και Πλάτωνας ήταν εχθροί, ο πρώτος παρουσίαζε τον Σωκράτη εντελώς διαφορετικό απ’ ό,τι τον παρουσίαζε ο δεύτερος.
-Ο Διογένης Λαέρτιος (III, 40) μας λέει πως ο Πλάτων στα τελευταία του ήταν καταμόναχος και ψειριασμένος.
-Ο Αντιφών κατακρίνει τον Σωκράτη, γιατί γυρίζει κουρελής και βρωμιάρης στους δρόμους (Ξενοφώντα, Απομνημονεύματα).
-ο Λουκιανός έβριζε τον Αριστοτέλη («ο πιο αχρείος από όλους τους κόλακες» Νεκρικοί διάλογοι Διογένους και Αλεξάνδρου), τον Εμπεδοκλή («αλαζόνα», «κουτό», Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Αιάκου), τον Πλάτωνα («έμπειρος στην τέχνη να κολακεύει τους τυράννους», Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Αίακου) και τον Σωκράτη («σοφιστής», «ψευτογενναίος», Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Κέρβερου).
-«Αν αφαιρέσει κανείς από τα βιβλία του Χρύσιππου τα λόγια των άλλων που έχει παραθέσει, το χαρτί θα του μείνει λευκό. Αυτά λέει ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος» (Διογένης Λαέρτιος, VII, 181).
-Ο Λουκιανός στο Βίων πράσις γράφει για τον Αρίστιππο ότι η φιλοσοφία του είναι φιλοσοφία των πλούσιων και των γλεντζέδων, γι’ αυτό την ακολουθούν οι άσωτοι και οι τύραννοι.
-Ο Ιουλιανός συνιστούσε το διάβασμα του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και των Στωικών, αλλά όχι τα έργα του Πύρρωνα (Σκεπτικοί) και του Επίκουρου (Επιστολή στον Αρσάκειο). Επίσης έγραψε πραγματεία κατά των Κυνικών. Ενώ ο ίδιος δεν ήταν Κυνικός, συμβούλευε έναν Κυνικό πώς πρέπει να είναι ο Κυνικός.
-Ο Νεοπλατωνικός Παγανιστής φιλόσοφος Ιάμβλιχος, που ήταν μαθητής του Πορφύριου και επηρέασε σημαντικά τη σκέψη του Ιουλιανού, στο έργο του Αβάμμωνος διδασκάλου προς την Πορφυρίου προς Ανεβώ επιστολήν αποκρίσεις και των εν αυτή απορρημάτων λύσεις χαρακτηρίζει τους Έλληνες ανώριμους από την ίδια τη φύση τους, χωρίς εσωτερικότητα, ανίκανους να ανακαλύψουν μόνοι τους την αλήθεια˙ τους κατηγορεί ότι αλλοιώνουν με τη λεπτολογία τους όσα μαθαίνουν από τους άλλους λαούς (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ.513). Γιατί τα λέει αυτά αφού ήταν Παγανιστής;
-Οι φιλόσοφοι όχι μόνο αλληλοβρίζονταν, αλλά ο Πλάτωνας ήθελε να κάψει, όπως είδαμε, τα βιβλία του Δημόκριτου μόνο, ο Πρόκλος όλα τα βιβλία εκτός του Τίμαιου.

15b ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν απέρριπταν την ελληνική παιδεία καθεαυτή, αλλά μόνο τις ειδωλολατρικές προεκτάσεις της, π.χ. τα μαθηματικά τα αποδέχονται μόνο αν δεν έχουν σχέση με τον μυστικισμό και την αριθμοσοφία. Τα αποδέχονται ως επιστήμη. Γι' αυτό κι ο Μέγας Βασίλειος θέλει να μαθαίνουν τα ελληνικά γράμματα, ώστε να διαλέγουν απο αυτά ό,τι καλύτερο έχουν. Κάνει επιλογή, την δική του επιλογή και σύνθεση (πράγμα απολύτως θεμιτό για οποιοδήποτε στοχαστή) και αυτή είναι η στάση εν γένει των εκκλησιαστικών πατέρων. Γι' αυτό άλλωστε και έχουμε ακόμη αρχαία κείμενα, επειδή τα διατήρησαν όλοι αυτοί. Εξάλλου μπορούμε να διαπιστώσουμε το φαινομενικώς παράδοξο πως οι Εκκλησιαστικοί Πατέρες άλλοτε κατακρίνουν τους φιλοσόφους κι άλλοτε τους επαινούν. Αυτό εξηγείται με το σκεπτικό ότι οι Πατέρες κατακρίνουν τα αρνητικά των φιλοσόφων και επαινούν τα θετικά τους. Λένε μερικοί παγανιστές π.χ. «γιατί ο Χρυσόστομος σε μια ομιλία του βρίζει τον Πλάτωνα;» Μα διότι στην ομιλία αυτή ο Χρυσόστομος κατακρίνει την άποψη του Πλάτωνα ότι πρέπει οι γυναίκες να είναι κοινές για όλους τους άνδρες. Συνεπώς, δεν απορρίπτουν οι Πατέρες γενικά και αόριστα την ελληνική σκέψη. Κατακρίνουν και απορρίπτουν μόνον όσες ανοησίες λέγονται. Αυτό όμως – ότι λέγονται και ανοησίες από τους έλληνες φιλοσόφους – δύσκολο να το παραδεχτεί ένας σοβινιστής που πιστεύει πως ήταν τέλειοι και όλο σωστά πράγματα έλεγαν οι αρχαίοι.
«Οι πατέρες της Εκκλησίας θεωρούν τη φιλοσοφία αγαθό άριστο και παιδευτικό, υπό την προϋπόθεση ότι θα ερμηνεύσει εμπειρίες και τα δεδομένα της κτίσης και της ιστορίας, και κατά κανένα τρόπο δεν θα αντικαθιστά τη δογματική διδασκαλία, μια και το επιστητό της δογματικής δεν είναι η κτιστή πραγματικότητα. Η επιστήμη και η φιλοσοφία μόνο στο επιστητό της κτίσης και της ιστορίας αναφέρονται» (Ν. Α. Ματσούκα, Ιστορία της Φιλοσοφίας, Αρχαίας Ελληνικής- Βυζαντινής-Δυτικοευρωπαϊκής, εκδ. Πουρναράς, σ. 414).
«Πρώτον, αν και η ελληνική παιδεία δεν κρίθηκε ποτέ, ούτε από τον Χριστό ούτε από τους Αποστόλους του θεόπνευστη, οπωσδήποτε δεν απορρίφθηκε από αυτούς ως βλαβερή. Δεύτερον, πολλοί από τους έλληνες φιλοσόφους δεν απέχουν πολύ από τη γνώση του αληθούς Θεού», γράφει ο Σωκράτης ο Βυζάντιος, τον 5ο αι. (Εκκλ. Ιστ., 3, 16). «Νομίζω ότι όλοι όσοι είναι μυαλωμένοι ομολογούν ότι η παιδεία είναι το πρώτιστο αγαθό μας. Και δεν εννοώ μόνο την ευγενέστερη δική μας παιδεία, δηλαδή τη Χριστιανική, αλλά και την Εθνική, την οποία πολλοί από τους Χριστιανούς, κακώς γνωρίζοντες τα πράγματα, απορρίπτουν ως επίβουλη και εσφαλμένη και απομακρύνουσα από το Θεό. Δεν πρέπει να μην τιμάμε την παιδεία, όπως νομίζουν μερικοί, τους οποίους πρέπει να θεωρούμε σκαιούς και απαίδευτους», λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (Επιτάφιος εις Μ. Βασίλειον, 11 (PG 36, 508)). «Προςήκει μὴ καμεῖν πανταχόθεν ἀνιχνεύοντας τὴν ἀλήθειαν», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης (Περί της Εξαημέρου (PG 44, 27A)). «Ἧν μὲν οὖν πρὸ τῆς τοῦ Κυρίου παρουςίας εἰς δικαιοςύνην Ἕλλησιν ἀναγκαία φιλοσοφία, νυνὶ δὲ χρηςίμη πρὸς θεοςέβειαν γίνεται, προπαιδεία τις οὖσα τοῖς τὴν πίστιν δι’ ἀποδείξεων καρπουμένοις, (...) πάντων μὲν γὰρ αἴτιος τῶν καλῶν ὁ θεός, ἀλλὰ τῶν μὲν κατὰ προηγούμενον ὡς τῆς τε διαθήκης τῆς παλαιᾶς καὶ τῆς νέας, τῶν δὲ κατ’ ἐπακολούθημα ὡς τῆς φιλοσοφίας. Τάχα δὲ καὶ προηγουμένως τοῖς Ἕλλησιν ἐδόθη τότε πρὶν ἢ τὸν Κύριον καλέσαι καὶ τοὺς Ἕλληνας˙ ἐπαιδαγώγει γὰρ καὶ αὕτη τὸ Ἑλληνικὸν ὡς ὁ νόμος τοὺς Ἑβραίους εἰς Χριστόν», γράφει ο άγιος Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (Στρωματείς, 1, 5). «Αν υπάρχει κάποια ομοιότητα μεταξύ των ειδωλολατρικών κειμένων και των χριστιανικών, θα μας ήταν χρήσιμη η γνώση και των δύο. Και στην αντίθετη περίπτωση όμως, η παράλληλη και συγκριτική μελέτη και γνώση της διαφοράς τους δεν είναι ασφαλώς μικρή ωφέλεια για την αναγνώριση με βεβαιότητα της καλύτερης και ανώτερης απ' τις δυό», γράφει ο Μέγας Βασίλειος («Προς τους νέους, για την επωφελή μελέτη των ελληνικών κειμένων», 2). «Καὶ πρῶτον τῶν πὰρ’ Ἕλλησι σοφῶν τὰ κάλλιστα παραθήσομαι εἰδὼς, ὡς εἴ τι ἀγαθόν, ἄνωθεν παρὰ Θεοῦ τοῖς ἀνθρώποισι δεδώρηται» (άγιου Ιωάννη Δαμασκηνού, Πηγή νώσεως, PG 94, 524C). «Εἰ γὰρ καὶ μὴ καθὼς προςῆκε περὶ ἀναστάσεως φιλοσοφοῦσιν ἅπαντες [οι αρχαίοι φιλόσοφοι], ἀλλ’ ὅμως περὶ τῆς κρίσεως καὶ τῆς κολάσεως καὶ τῶν ἐκεῖ δικαστηρίων ἅπαντες συμφωνοῦσιν, ὅτι ἔσται τὶς τῶν ἐνταῦθα γινομένων ἀντίδοσις ἐκεῖ», γράφει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος (Εις Λάζαρον, 4, 4, (PG 48, 104)).

15c ΒΙΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

Μήπως ήταν υπεύθυνοι οι διοικούντες την Εκκλησία για τις καταστροφές που προκάλεσαν ο όχλος και οι αυτοκράτορες; Μελετώντας τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας βλέπουμε ότι αυτοί συνέχεια τονίζουν ρητώς την σύνδεση της αρετής και συνεπώς της Χριστιανικής πίστης με την ελεύθερη θέληση, οπότε αποκλείεται το ενδεχόμενο οι διάφοροι βανδαλισμοί και διώξεις Εθνικών να έγιναν με προτροπή ή ηθική αυτουργία δική τους.
Το σπάσιμο των ειδώλων καταδικάστηκε από τη σύνοδο της Ελβίρα (306 μ.Χ.), η οποία, στον 60ο κανόνα της αποφάσισε ότι κάθε Χριστιανός που θα καταδικαζόταν σε θάνατο από τους Ρωμαίους επειδή έσπασε αγάλματα, δεν θα καταγραφόταν ως μάρτυρας.
Ορισμένοι κάνουν λόγο για τις διατάξεις νη’ και πδ’ της τοπικής συνόδου της Καρθαγένης (419 μ.Χ.) με τις οποίες αυτή ζητά από τους βασιλείς να εξαλείψουν τα «εγκαταλείμματα των ειδώλων τα κατά πάσαν την Αφρικήν»: «Είναι φανερό πως πρόκειται για τοπικού χαρακτήρα πρωτοβουλία, που αφορούσε συγκυρίες της λατινικής Εκκλησίας στη Βόρεια Αφρική (Υποσημείωση 39: Έχει επισημανθεί, μάλιστα, ότι, ως αιτήματα-υπομνήματα, οι διατάξεις αυτές της Καρθαγένης δεν αποτελούν καν πραγματικούς κανόνες. Βλ. Π. Μπούμη, Ορθόδοξη ιεραποστολή, η απελευθέρωση των λαών και το «γκρέμισμα» των (ειδωλολατρικών) ναών: «Πορευθέντες». Χαριστήριος Τόμος προς τιμήν του αρχιεπ. Αλβανίας Αναστασίου, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1997, σσ. 489-492). Στο κείμενο, άλλωστε, των διατάξεων είναι έκδηλη η εκ μέρους των συντακτών τους επίγνωση της συγκυριακότητάς τους. Και μάλιστα, είναι αξιοπρόσεκτο ότι η Σύνοδος επιφόρτισε τους επισκόπους με την καταστροφή των χριστιανικών ναϊδρίων που είχαν ανεγερθεί αυθαίρετα από δεισιδαίμονες χριστιανούς (κανών πγ’), όμως την καταστροφή των παγανιστικών ιερών δεν την ανέθεσε στους επισκόπους» (Σύναξη, τ. 69, σ. 63).

Σχολιάζουμε και προσθέτουμε:
1. Οι κανόνες είναι τοπικής συνόδου, δεν αφορούν όλη τη Χριστιανοσύνη, άρα δεν αφορούν π.χ. την Ελλάδα-Μ. Ασία. Αφορούν τη Βόρεια Αφρική και μόνον. Φυσικά, η Οικουμενική Σύνοδος αναγνώρισε την σύνοδο της Καρθαγένης ως Ορθόδοξη και όλες τις τοπικές αποφάσεις της αναφορικά με την Αφρική καθώς και όλες τις δογματικές αναφορικά με το σύνολο της Εκκλησίας. Δεν ζήτησε κι ή Εν Τρούλω σύνοδος την εφαρμογή του τοπικού μέτρου σε όλη την Αυτοκρατορία αναγνωρίζοντας ότι η σύνοδος της Καρθαγένης είναι ορθόδοξη. Η τοπική σύνοδος κάνει λόγο για τα είδωλα της Αφρικής και συγκεκριμένα της Δυτικής-Βόρειας. Αν λ.χ. η τοπική σύνοδος επικύρωνε την εκλογή κάποιου ως επισκόπου σε μια πόλη, και η Οικουμενική Σύνοδος αναγνώριζε την ορθοδοξία αυτής της τοπικής συνόδου, αυτό δε θα σήμαινε ότι θα ανακήρυσσε «οικουμενικό πατριάρχη» τον επίσκοπο αυτόν, επειδή θα αναγνώριζε την εγκυρότητα της εκλογής του ως επισκόπου στην πόλη αυτή˙ ούτε αναγνωρίζοντας την τοπική σύνοδο θα σήμαινε ότι επέβαλε τον ίδιο άνθρωπο ως επίσκοπο όλων των χριστιανικών επισκοπών!
2. Είναι της λατινικής Δύσης, περιοχών με μικρό βάθος εκχριστιανισμού και βίωμα χριστιανικό.
3. Είναι μια έκτακτη περίπτωση, εξαιτίας της επίθεσης εθνικών κατά Χριστιανών στην Δ. Αφρική, όπως περιγράψαμε αλλού.
4. Οι επίσκοποι της Β. Αφρικής δεν επιφορτίζονται με καταστροφές παγανιστικών τόπων. Δεν τους δίνεται μια τέτοια άδεια.
5. Οι επίσκοποι της ΒΔ. Αφρικής δεν προτρέπουν τους (φανατικούς) Χριστιανούς να προβούν σε βανδαλισμούς, αλλά απευθύνονται μόνο στον Αυτοκράτορα.
6. Οι επίσκοποι της Β. Αφρικής επιφορτίζονται με καταστροφές χριστιανικών (μη αιρετικών, προφανώς – το κείμενο δεν μιλά περί ναών κτισμένων από αιρετικούς) ναών.
7. Οι επίσκοποι ζητούν, ως χάρη, από τον Αυτοκράτορα, να εξαλείψει τα είδωλα από την ΒΔ. Αφρική. Δεν του το επιβάλλουν, ως «χριστιανικό καθήκον» του. Δηλαδή, δεν είπαν του Αυτοκράτορα: «αν δεν εξαλείψεις τα είδωλα, είσαι αμαρτωλός και αρνησίθρησκος». Η χριστιανικότητα του Αυτοκράτορα δεν εξαρτιόταν – κατά τη Σύνοδο της Καρθαγένης – από το αν αυτός θα πραγματοποιούσε αυτό που αυτοί του ζήτησαν. Δεν όφειλε, με άλλα λόγια, ο Αυτοκράτορας, να υπακούσει στους «κανόνες» αυτούς. Άλλο λ.χ. πράγμα ένας κανόνας που θα καθόριζε τα βιβλία της «Αγίας Γραφής» (ο οποίος θα ήταν υποχρεωτικόςγ ια όλους τους Χριστιανούς) κι άλλο ένας κανόνας-έκκληση (που όντας έκκληση δεν είναι υποχρεωτικός).
8. Πρέπει να θυμόμαστε ότι η Σύνοδος έλαβε χώρα στην Καρθαγένη, σε τόπο 1) με υπόβαθρο και παρελθόν φοινικικής (δλδ με ανθρωποθυσίες και ιεροδουλεία) λατρείας και 2) έπειτα από οχλήσεις των Εθνικών. Κυριολεκτικά «βγάζουν απ’ τη μύγα ξύγκι» όσοι κάνουν λόγο για μια τοπική σύνοδο του 5ου αι. αγνοώντας τις υπόλοιπες συνόδους, τοπικές και Οικουμενικές, του 4ου και 5ου αι.
Ότι οι καταστροφές των παγανιστικών αρχαιοτήτων ήταν αυθαίρετες προσωπικές πράξεις Χριστιανών κι όχι συλλογικές ή επίσημες ενέργειες της Εκκλησίας βασισμένες σε εκκλησιαστικά κείμενα αποδεικνύεται από την πλήρη απουσία εκκλησιαστικών κανόνων (νόμων) οι οποίοι να υπαγορεύουν ή να προστάζουν/προτρέπουν τους Χριστιανούς να καταστρέφουν παγανιστικά μνημεία. Εσφαλμένες ενέργειες και παρεκτροπές κάποιων επισκόπων ή μοναχών ασφαλώς και δεν σημαίνουν ότι αποτελούσαν πολιτική της Εκκλησίας. Ουδέποτε η Εκκλησία (τα επίσημα συλλογικά όργανά της) επιφόρτισε επισκόπους με την καταστροφή παγανιστικών ιερών.
«Δεν είναι αρετή αυτό που γίνεται με τη βία» γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, 2, 12 (PG 94, 924Α)). «Η σωτηρία των ανθρώπων δεν οικοδομείται με τη βία και την επιβολή, αλλά με την πειθώ και την προσήνεια», γράφει ένας άλλος Άγιος, ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης (Επιστολαί Β’, ρκθ’ Παύλω περί Ιούδα του προδότου (PG 78, 573B)).
Ο άγιος Μαρτίνος ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τουρ της Γαλλίας, μεσολάβησε στον αυτοκράτορα Μάγνο Μάξιμο υπέρ του ισπανού αιρετικού Πρισκιλλιανού. Πήγε στους Τρεβηρους, όπου είπε στο Μάξιμο ότι η εκτέλεση του Πρισκιλλιανού θα ήταν καταπάτηση των θείων νόμων και τον πίεσε να υποσχεθεί ότι δεν θα χύσει το αίμα του αιρετικού (Σουλπικίου Σεβήρου, Sacra Historia, 2, 50 και Dialog,i 3, col.217).
Ο άγιος Αμβρόσιος (επιστολή 24) καταδικάζει την θανάτωση του αιρετικού Πρισκιλλιανού. Ο άγιος Λέων, πάπας Ρώμης, (επιστολή 25, 18) υποστηρίζει την καθαίρεση, όχι την θανάτωση, όσων κληρικών ανήκουν στην αίρεση του Πρισκιλλιανισμού. Ο άγιος Κυπριανός (επιστολή 22, 4), αναφέρει ότι η αποστασία και η αίρεση δεν πρέπει να τιμωρούνται με θάνατο, αλλά με αφορισμό. Ο άγιος Ιλάριος, επίσκοπος Πουατιέ (Liber contra Auxentium, 3, 4), καταδικάζει τη θρησκευτική βία. Ο άγιος Ισίδωρος επίσκοπος Σεβίλλης (Sententiarum, 3, 4, 4-6) καταδικάζει την θανάτωση αιρετικών.

15d ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

Ο ιερός Αυγουστίνος το 399 αποτρέπει τους Χριστιανούς της Καρθαγένης από την εισβολή στις ιδιοκτησίες των εθνικών προκειμένου να καταστρέψουν τα είδωλά τους. Είναι προτιμότερο, έγραφε, να ξερριζώσουμε τα είδωλα από τις καρδιές τους και να προσευχόμαστε γι’ αυτούς, αντί να αποπνέουμε μένος εναντίον τους (Αυγουστίνου, Sermo LXII, 17 και 18, PL 38, 423A ). Να τι γράφει ο Αυγουστίνος:
17. «Πολλοί Εθνικοί έχουν τα είδωλα στα κτήματά τους. Πρέπει να πάμε εκεί και να τα καταστρέψουμε; Όχι, διότι οι πρώτες μας προσπάθειες είναι να σπάσουμε τα είδωλα στις καρδιές τους. Όταν οι ίδιοι μεταστραφούν σε Χριστιανούς, είτε μάς προσκαλούν να τα σπάσουμε είτε μας προσδοκούν. Προς το παρόν πρέπει να προσευχόμαστε γι’ αυτούς, όχι να είμαστε θυμωμένοι μαζί τους» και
18. «Οι Εθνικοί νομίζουν ότι ψάχνουμε για είδωλα παντού κι ότι τα καταστρέφουμε σε όλα τα μέρη στα οποία τα ανακαλύπτουμε. Πώς κι έτσι; Δεν υπάρχουν μέρη μπροστά στα μάτια μας, στα οποία βρίσκονται είδωλα; Ή δεν ξέρουμε ότι υπάρχουν; Ωστόσο δεν τα καταστρέφουμε, διότι ο Θεός δεν τα έχει δώσει υπό την εξουσία μας. Πότε ο Θεός θα τα δώσει υπό την εξουσία μας; Όταν οι ιδιοκτήτες των ειδώλων γίνουν Χριστιανοί. (.....) Κηρύττουμε κατά των ειδώλων, τα βγάζουμε από τις καρδιές των ανθρώπων. Είμαστε διώκτες των ειδώλων˙ το ομολογούμε δημοσίως. Είμαστε λοιπόν και διατηρητές των ειδώλων; Εγώ δεν τα αγγίζω, αν δεν έχω την εξουσία. Δεν τα αγγίζω, όταν ο κύριος της ιδιοκτησίας παραπονείται γι’ αυτό».
Επίσης γράφει: “Corrigi eos volumus, non necari, nec disciplinam circa eos negligi volumus, nec suppliciis quibus digni sunt exerceri”(Επιστολή c, κεφ. 1) Δηλαδή: «Θέλουμε τη διόρθωσή τους (δηλ των αιρετικών), όχι τη θανάτωσή τους. Θέλουμε το θρίαμβο της (εκκλησιαστικής) πειθαρχίας, όχι τις θανατικές ποινές τις οποίες αξίζουν». Επίσης (De haeresibus, 46) καταδικάζει τους διωγμούς κατά των αιρετικών.

15e ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

Ο Μέγας Αθανάσιος γράφει (Προς απανταχού μοναχούς περί των γεγενημένων παρά των αρειανών επί Κωνσταντίου, 33, 2-3 (PG 25, 732a)): «Ο Σωτήρας όμως είναι τόσον πράος, ώστε διδάσκει εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν και ὁ θέλων εἶναί μου μαθητής˙ όταν έρχεται ο Σωτήρας προς έκαστον ημών, δεν ασκεί βίαν, αλλ’ αντιθέτως κρούει και λέγει ἄνοιξόν μοι, ἀδελφή μου νύμφη˙ αν μεν του ανοίξουν, εισέρχεται, αν όμως διστάζουν και δε θέλουν, αναχωρεί. Πράγματι η αλήθεια δεν διακηρύσσεται με ξίφη ή βέλη, ούτε με στρατιώτες, αλλά δια της πειθούς και των συμβουλών (Οὐ γὰρ ξίφεσιν, ἢ βέλεσιν, οὐδὲ διὰ στρατιωτῶν ἡ ἀλήθεια καταγγέλεται, ἀλλὰ πειθοῖ καὶ συμβουλίᾳ). Πού πειθώ, όμως, όπου υπάρχει ο φόβος του βασιλέως; Ή τι συμβουλή, όταν ο αντιλέγων τιμωρήται με εξορίαν και θάνατον;» Ο Μέγας Αθανάσιος δεν τιτλοφόρησε, όπως αποδεικνύουμε παρακάτω, κανένα σύγγραμμά του κατά Ελλήνων, και στρέφεται κατά των ειδώλων, της αρχαίας θρησκείας κι όχι κατά του αρχαίου πολιτισμού εν γένει ούτε κατά των ειδωλολατρών ούτε τους απειλεί.

15f ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Λένε μερικοί ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας μισούσαν τους Έλληνες. Όμως το απόσπασμα αυτό από έργο του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου (Ομιλία λγ’ στην Α’ Κορινθίους επιστολή (PG 61, 282D)) αποδεικνύει το αντίθετο: «Τί οὖν, φηςίν, ἂν ἐχθροὶ ὦσι καὶ Ἕλληνες οὐ δεῖ μισεῖν; Μισεῖν μέν, οὐκ ἐκείνους δέ, ἀλλὰ τὸ δόγμα, οὐ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὴν πονηρὰν πράξιν, τὴν διεφθαρμένην γνώμην. Ὁ μὲν ἄνθρωπος ἔργον Θεοῦ ἡ δὲ πλάνη γὰρ ἔργον τοῦ διαβόλου». Δηλαδή: «Λένε κάποιοι, αν είναι εχθροί οι “Έλληνες”, δεν πρέπει και να τους μισούμε; Δεν μισούμε τους “Έλληνες”, αλλά το δόγμα˙ δε μισούμε τον άνθρωπο, αλλά την πονηρή πράξη, τη διεφθαρμένη γνώμη. Διότι ο άνθρωπος είναι έργο του Θεού, ενώ η πλάνη έργο του Διαβόλου». Αλλού (Ομιλία ι’ στην Προς Εβραίους, 4): «και αν ακόμη δούμε έναν ειδωλολάτρη σε δυσκολία, πρέπει να τον ευεργετούμε, και γενικά κάθε άνθρωπο που βρίσκεται σε δύσκολη θέση».
Ο Ιωάννης Χρυσόστομος, ενώ αρνείται ότι από μόνη της η φιλοσοφία διαπλάθει σωστό χαρακτήρα, ωστόσο απορρίπτει την ιδέα να γκρεμιστούν τα κτίρια των εθνικών φιλοσοφικών σχολών (τα διδασκαλεία, όπως τα έλεγαν τότε), δηλαδή απορρίπτει την ιδέα να καταργηθεί (άρα και να απαγορευτεί) η εξωχριστιανική φιλοσοφία (Προς πιστόν πατέραν, 11 (PG 47, 367)): «Τί οὖν; κατασκάψωμεν τὰ διδασκαλεῖα, φηςί; Οὐ τοῦτο λέγω, ἀλλ’ ὅπως μὴ τὴν τῆς ἀρετῆς καθέλωμεν οἰκοδομὴν καὶ ζῶσαν κατορύξωμεν τὴν ψυχή». Ξεκάθαρα ο Χρυσόστομος λέει: «Τι λοιπόν; Θα κρημνίσωμεν, λέγει, τα διδασκαλεία; Δεν εννοώ αυτό, αλλά να μην καταστρέψωμεν το οικοδόμημα της αρετής και θάψωμεν ζωντανήν την ψυχήν». Συνεχίζει ο Χρυσόστομος αναφορικά με την μόρφωση (Προς πιστόν πατέραν, 12): «Και ας μη νομίζη κανείς ότι νομοθετώ να παραμένουν τα παιδιά αμόρφωτα. Αλλά εάν κανείς μάς εξησφάλιζε τα απαραίτητα, δε θα ήθελα να εμποδίσω να γίνη και αυτό επιπροσθέτως. Διότι, όπως ακριβώς όταν σαλεύωνται τα θεμέλια και κινδυνεύη όλη η οικία και η οικοδομή να καταπέση είναι έσχατη ανοησία και παραφροσύνη να σπεύδη κανείς προς τους επιχρισματοποιούς και όχι προς τους οικοδόμους, έτσι πάλιν είναι αδικαιολόγητος η φιλονικεία, όταν οι τοίχοι είναι στερεοί και ισχυροί, να εμποδίζωμεν αυτόν που θέλει να ασβεστώση». Και καταλήγει ο Χρυσόστομος (Προς πιστόν πατέραν, 13): «Έστω ότι υπάρχει εις ημάς διπλή εκλογή, και ούτως φοιτών μεν εις διδασκαλεία ας έχη τον αγώνα της μαθήσεως, εις δε τας ερημίας τον υπέρ της ψυχής. Ειπέ μου, πού θα επιτύχη καλύτερα; Αν μεν επιτύχη και εις τας δύο περιπτώσεις, το θέλω και εγώ, αν όμως κατά το ένα μειονεκτή, είναι καλύτερα να διαλέξη το υπέρτερον».
Ο Χρυσόστομος επαινεί το Σωκράτη, τον Θηβαίο Κράτη και τον κυνικό Διογένη για την ηθική τους συμπεριφορά ή την περιφρόνησή τους προς τα υλικά αγαθά˙ όχι όμως για τις μεταφυσικές τους αντιλήψεις. Πράγμα που δείχνει πόσο λογικός ήταν: και τον χρηστό βίο των μη Χριστιανών φιλοσόφων (όταν αυτός είναι τέτοιος) παραδέχεται, διότι σημασία δεν έχουν οι πολλές θεωρίες αλλά η πράξη και ο βίος, και ταυτόχρονα δεν απομακρύνεται από τις χριστιανικές απόψεις. Αυτός ο τρόπος σκέψης, φυσικά, μόνο ανθελληνικός δεν είναι, διότι δέχεται τα καλά των μη Χριστιανών.
Ο Χρυσόστομος επαινεί τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη (Προς άπιστον πατέραν, 4) καθώς και τον Αριστείδη, τον Διογένη και τον Επαμεινώνδα: «Ο άλλος [ο Πλάτων] έζη εις τον κήπον της Ακαδημίας όπου επότιζε και εφύτευε και έτρωγεν ελαίας και παρέθετε πτωχήν τράπεζαν και ευρίσκετο έξω από όλην εκείνην την πολυτέλειαν. Και δεν είναι μόνον αυτό αξιοθαύμαστον, αλλά και το ότι αφού έγινε δούλος και επωλήθη κατά διαταγήν του τυράννου (...). Τοιούτον πράγμα είναι η αρετή˙ όχι μόνο δι’ όσων πράττει αλλά και δι’ όσων υφίσταται. Και τι συνέβη με τον διδάσκαλον αυτού Σωκράτην; Πόσο ενδοξότερος του Αρχελάου, αν και εκείνος ήτο βασιλεύς; Αυτός δε έζη εις το Λύκειον και δεν είχε τίποτε περισσότερον από ένα ένδυμα. Και από την φήμη που υπάρχει τώρα φαίνονται και τα προηγούμενα». Επίσης αναφέρει επιδοκιμαστικά την άποψη του Πλάτωνα (Περί παρθενίας, η’, 2): «ο Πλάτων λέγει ότι είναι αγαθός αυτός που εδημιούργησε το παν και ότι κανείς φθόνος δεν γεννάται μέσα εις τον αγαθόν άνθρωπον».
Ο Χρυσόστομος λέει: «και οι Έλληνες είχον να επιδείξουν μεταξύ των ωρισμένους που εφιλοσόφησαν περί χρημάτων και μερικούς που κατενίκησαν το πάθος της οργής» (Περί του τας κανονικάς μη συνοικείν άνδρασι, 1). Και αναφέρει, αλλού, ως παράδειγμα προς μίμηση έναν ειδωλολάτρη φιλόσοφο – δεν τον κατονομάζει – που ανεχόταν την μέθυσο και φλύαρη γυναίκα του. Λέει ο Χρυσόστομος: «εγώ τώρα θρηνώ, όταν οι ειδωλολάτρες είναι φιλοσοφώτεροι από εμάς» (Λόγος κστ’ εις την Α’ Προς Κορινθίους, 11). Επίσης γράφει (Ομιλία κα’ εις το Κατά Ματθαίον, 4): «ωρισμένοι από τους Έλληνες και αυτό το επέτυχαν, αν και όχι με την κατάλληλον διάθεσιν, και εγκατέλειψαν όλα τα υπάρχοντά των». Χρησιμοποιεί τους φιλοσόφους ως παράδειγμα και τους συγκρίνει με τους Χριστιανούς (Ομιλία ιζ’ εις το Κατά Ματθαίον, 7): «σκεφθείτε τους φιλοσόφους των Ελλήνων και τότε θα εννοήσετε πόσην τιμωρίαν αξίζομεν εμείς που παραβαίνομεν τους θείους νόμους. Όταν εκείνοι δια μίαν ανθρωπίνην κοσμιότητα καταβάλουν μυρίους κόπους, ενώ σεις δεν δείχνετε το ίδιο ενδιαφέρον δια τα ουράνια».
Ο Χρυσόστομος γράφει (Λόγος στ’ στην Προς Ρωμαίους, 3): «"Δόξα όμως και τιμή και ειρήνη θα αποδοθή στον καθένα που εργάζεται το αγαθό, στον Ιουδαίο πρώτα και στον Έλληνα". Ποιον Ιουδαίο εννοεί εδώ ή για ποιούς Έλληνες μιλάει; Γι’ αυτούς που έζησαν πριν από την παρουσία του Χριστού».
Τον καιρό που ο Χρυσόστομος ήταν ακόμη στην Αντιόχεια, είχε ξεσπάσει λαϊκή στάση στην πόλη και ορισμένοι γκρέμισαν τους ανδριάντες του αυτοκράτορα. Αυτός έστειλε στην Αντιόχεια επιτροπή για να καταδικάσει τους υπεύθυνους. Όμως, όπως γράφει ο Χρυσόστομος (Ομιλία ιζ’, εις τους άρχοντας, 1) οι μοναχοί που ασκήτευαν έξω από την πόλη «ενώ έμεναν τόσα έτη κλεισμένοι εις τας καλύβας των συγκεντρώθηκαν και ήλθον εις την πόλιν (..) Αφού παρουσιάσθησαν εις τους άρχοντας ωμίλησαν με θάρρος υπέρ των υπευθύνων, ώστε να γλιτώσουν τους συλληφθέντες από τα κακά που τους ανέμενον». Αντίθετα, οι Παγανιστές ρήτορες και οι φιλόσοφοι το έσκασαν, για να γλιτώσουν, όπως γράφει ο Χρυσόστομος (Εις τους άρχοντας, 2) αγανακτισμένος: «Πού ειναι εκείνοι που φορούν τον φιλοσοφικόν μανδύαν, και έχουν να επιδείξουν μεγάλην γενειάδα, και κρατούν ρόπαλα εις την δεξιάν, οι εθνικοί φιλόσοφοι, τα κυνικά καθάρματα, οι οποίοι είναι αθλιότεροι από τα σκυλιά που κάθονται κοντά εις το τραπέζι, και δια να γεμίσουν το στομάχι των κάνουν τα πάντα; Όλοι τότε εγκατέλειψαν την πόλιν, όλοι απεμακρύνθησαν, εκρύβησαν μέσα εις τα σπήλαια». Δεν μένει, λοιπόν, παρά να δούμε πίσω από τις φαινομενικά αδικαιολόγητες ύβρεις του Χρυσόστομου, την άθλια συμπεριφορά των εθνικών σοφιστών και ρητόρων της εποχής του, που έκαναν τους σπουδαίους – τους συνεχιστές των αρχαίων φιλοσόφων – αλλά επεδείκνυαν συμπεριφορά δειλού και μόνο εξωτερικά προσπαθούσαν να μοιάσουν στους αρχαίους φιλοσόφους, φορώντας μανδύες, αφήνοντας μακριές γενειάδες κ.ο.κ. Αυτό ασφαλώς έκανε εντύπωση στον Χρυσόστομο, και σε τέτοια γεγονότα και άλλες παρόμοιες συμπεριφορές των σοφιστών της εποχής του θα οφείλονται οι τυχόν βαριές εκφράσεις του για αυτούς. Αλλά η φράση του Χρυσόστομου «Πού ειναι εκείνοι που φορούν τον φιλοσοφικόν μανδύαν, και έχουν να επιδείξουν μεγάλην γενειάδα, και κρατούν ρόπαλα εις την δεξιάν, οι εθνικοί φιλόσοφοι», μοιάζει πολύ με το επίγραμμα του γνωστού Λουκιανού (Π.Α. XI, 430): «Αν με το να τρέφεις γενειάδα, σοφία νομίζεις πως αποκτάς, / κι ο τράγος με το μεγάλο γένι είν’ ευθύς ο Πλάτων ολόκληρος», στο οποίο κοροϊδεύονται οι φιλόσοφοι του καιρού του, οι οποίοι άφηναν γενιάδα για παραστήσουν τους μεγάλους φιλοσόφους.
Ο... μισέλληνας Ιωάννης Χρυσόστομος γράφει αυτά (Ερμηνεία εις την Προς Ρωμαίους, ομιλία κγ’, 2 (PG 60, 611 Β)): «Διότι, δεν είπε «μην ανταποδίδεις το κακό στους πιστούς», αλλά «σε Κανένα», ούτε σε «Έλληνα», ούτε σε μιαρό, ούτε σε όποιονδήποτε» (...) «Σε κανένα μη δίνεις αφορμή αντιδικίας και φιλονικείας, ούτε στον Ιουδαίο ούτε στον Εθνικό˙ αλλά αν κάπου δεις ότι ζημειώνεται η ευσέβεια, να μην προτιμήσεις την ομόνοια από την αλήθεια, αλλά να σταθείς γενναία μέχρι θανάτου˙ και ούτε έτσι να πολεμάς με την ψυχή, ούτε να αποστρέφεσαι τη γνώμη, αλλά να μάχεσαι μόνο με τα πράγματα. Γιατί αυτό σημαίνει το ἐξ ὑμῶν μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύσατε» (..). Ούτε να παίρνετε εκδίκηση, αγαπητοί, αλλά να δίνετε τόπο στην οργή».
Όταν ο Χρυσόστομος γράφει (Λόγος εις μακάριον Βαβύλαν, 3): «Γι’ αυτό λοιπόν και κανένας χριστιανός βασιλεύς δεν εξέδωκε εναντίον σας [=των εθνικών] διατάγματα παρόμοια με εκείνα που επενόησαν εναντίον μας εκείνοι που λάτρευαν τους δαίμονες», βγαίνει το συμπέρασμα πως ο ίδιος ποτέ δεν συμβούλευσε τους αυτοκράτορες να νομοθετήσουν ή να εφαρμόσουν διωγμούς κατά των Εθνικών, και συνεπώς είναι συκοφαντίες ότι λ.χ. ο Αρκάδιος «με την παρότρυνση του φοβερού ανθέλληνος Ιωάννου Χρυσοστόμου εκδίδει (...) το "ες έδαφος φέρειν"» (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, τ. 3, σ. 52).
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει ότι είναι ύβρις προς το Θεό να του ζητάμε πράγματα εναντίον των εχθρών μας (Περί του μη δημοσιεύειν τα αμαρτήματα των αδελφών, μηδέ κατεύχεσθαι των εχθρών, 11 (PG 51, 363)). «Επομένως, ο Κύριος (...) απαγορεύει να φονεύονται και να κατασφάζονται οι αιρετικοί», τονίζει αλλού ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Ομιλία μστ΄, εις το Κατά Ματθαίον, 1).
Ο Χρυσόστομος θεωρεί καύχημα των Χριστιανών ότι πολλά εθνικά βιβλία τα έσωσαν από τον αφανισμό οι ίδιοι (PG 50, 537B): «Κι αν έτυχε κάποιο να έχει διασωθεί, αυτό μπορεί κανείς να το βρει στα χέρια των Χριστιανών». Και προσθέτει: «Δεν επιτρέπεται στους Χριστιανούς να καταστρέφουν την πλάνη με τρόπο αναγκαστικό και βίαιο, αλλά να φροντίζουν με την πειθώ και τη διδασκαλία και την πραότητα να οδηγούν τους ανθρώπους στη σωτηρία» (Ιωάννη Χρυσόστομου, Λόγος εις μακάριον Βαβύλαν, 3 (PG 50, 537 C)). Δεν μπορούν, λοιπόν, οι Νεοπαγανιστές ψεύτες να συκοφαντούν τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο ως ηθικό αυτουργό των (ελάχιστων) διώξεων κατά των Εθνικών και των καταστροφών των ναών τους. Τα γραπτά του αποδεικνύουν και το ελληνικό ήπιο ήθος του.

15g Η ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Οι Νεοπαγανιστές αναφέρουν ένα απόσπασμα από μια ομιλία του Άγιου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, εκ του οποίου βγάζουν το συμπέρασμα ότι αυτός είναι ο ηθικός αυτουργός της καταστροφής της βιβλιοθήκης του Σαράπειου, αποκαλώντας τα βιβλία της «δαίμονες».
Έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια πρωτοφανή προσπάθεια διαστρέβλωσης και πετσοκόμματος των κειμένων του Χρυσόστομου, ο οποίος, όπως θα δούμε, διόλου δεν ισχυρίζεται ότι τα βιβλία της βιβλιοθήκης του Σαράπειου είναι δαίμονες. Ορίστε το απόσπασμα από τον «Λόγο κατά Ιουδαίων» (μετάφραση πανεπιστημιακών Α.Π.Θ. από τις Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς):
Λόγος Κατά Ιουδαίων Α’, 5 (PG 48, 850E):«Επειδή όμως υπάρχουν μερικοί που θεωρούν και τη Συναγωγή σαν τόπο ιερό, είναι ανάγκη να πούμε και σ’ αυτούς λίγα λόγια. Για ποιον λόγο σέβεστε τον τόπο εκείνον, τον οποίον πρέπει να καταφρονείτε, να το συχαίνεστε και να τον αποφεύγετε; Στον χώρο αυτόν, απαντούν, βρίσκεται ο νόμος και τα βιβλία των Προφητών. Και τί σχέση έχει αυτό; Όπου υπάρχουν δηλαδή τέτοια βιβλία, θα θεωρείται και ο τόπος άγιος; Οπωσδήποτε όχι».
Και, προσέξτε ειδικά εδώ (Λόγος Κατά Ιουδαίων Α’, 6 (PG 48, 851F)):
«Για να μάθετε, ότι τα βιβλία δεν αγιάζουν τον τόπο, αλλά τον καθιστά βέβηλο η προαίρεση εκείνων που συνέρχονται εκεί, θα σας διηγηθώ μια παλιά ιστορία. Ο Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος, αφού συγκέντρωσε από παντού τα βιβλία και έμαθε ότι και οι Ιουδαίοι έχουν βιβλία, τα οποία φιλοσοφούν για το Θεό και για άριστη πολιτεία, έστειλε και κάλεσε άνδρες από την Ιουδαία, ερμήνευσε αυτά με εκείνους και τα τοποθέτησε στο ιερό του Σαράπιδος, μια που ο ίδιος ήταν ειδωλολάτρης, και αυτά μέχρι τώρα βρίσκονται εκεί, τα άγια των Προφητών. Τι λοιπόν, ο ναός του Σαράπιδος είναι άγιος, επειδή έχει τα βιβλία των Προφητών; Μακριά μια τέτοια σκέψη. Εκείνα [τα βιβλία] βέβαια έχουν τη δική τους αγιότητα, που όμως δεν την μεταδίδουν στον τόπο [του ναού], λόγω της μιαρίας εκείνων που συγκεντρώνονται εκεί. Το ίδιο λοιπόν πρέπει να σκεφτεί κανείς και για τη συναγωγή. Γιατί, αν και δεν στήθηκε εκεί [συναγωγή] κάποιο είδωλο, αλλά στον τόπο εκείνο [συναγωγή] κατοικούν δαίμονες. Και αυτό δεν το λέω μόνο για τη συναγωγή που βρίσκεται εδώ, αλλά και για τη συναγωγή που βρίσκεται στη Δάφνη».

Οι παγανιστές διαστρεβλώνουν το κείμενο του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, κατηγορώντας τον έτσι, πως ισχυρίζεται ότι «στο ναό του Σεράπιδος κατοικούν δαίμονες», ενώ ο Χρυσόστομος γράφει ότι «στην συναγωγή κατοικούν δαίμονες», όχι μόνο στην συναγωγή της Κωνσταντινούπολης, αλλά και σε αυτή της Δάφνης, στην Αντιόχεια. Αυτό αποδεικνύεται, διότι ο Χρυσόστομος λέει ρητά «αυτό το πράγμα (= «στον τόπο αυτόν κατοικούν δαίμονες») δεν το λέω μόνο για τη συναγωγή που βρίσκεται εδώ, αλλά και για τη συναγωγή που βρίσκεται στη Δάφνη». Για συναγωγές μιλάει.
Αυτή την διαστρέβλωση οι Ν/Π την επιτυγχάνουν πετσοκόβοντας το κείμενο του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου αφαιρώντας τμήματά του, ώστε να μην καταλαβαίνει κανείς, όταν ο Άγιος λέει «στον τόπο αυτόν κατοικούν δαίμονες» ότι ομιλεί περί της συναγωγής κι όχι περί του Σαράπειου, όπως επίσης να μην καταλαβαίνει κανείς ότι ο Άγιος ομιλεί για τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, που βρίσκονται στη βιβλιοθήκη του Σαράπειου, κι όχι για τα Εθνικά βιβλία της βιβλιοθήκης του Σαράπειου. Να πώς πετσοκόβουν οι Ν/Π χασάπηδες τον Χρυσόστομο (στο Διαδίκτυο):
Ο Ι. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΜΕ ΕΜΠΡΗΣΤΙΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΕ ΑΦΑΝΙΣΤΙΚΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ:
«Τι λοιπόν, άγιος έσται ο ναός του Σεράπιδος (Αλεξανδρινή βιβλιοθήκη) δια τα βιβλία; Μη γένοιτο!... αλλά δαίμονες οικούσι τον τόπον... μάλλον δε και αυτών (των Ελλήνων) όντων δαιμόνων... και παρ αυτών βωμός στέκει απάτης αόρατος εις τον οποίον ψυχάς ανθρώπων θυσιάζουσι... κατάλαβε λοιπόν και φανέρωσε (διέδωσε!) ότι δαίμονες κατοικούν εκεί» Ι. Χρυσ/μος ΛΟΓΟΙ ΚΑΤΑ ΙΟΥΔΑΙΩΝ 48.851.38 έως 852.35 Δαίμονες ηταν λοιπόν κατά τον "σοφό" ιεράρχη τα βιβλία της Αλεξανδρινής βιβλιοθήκης και ψυχοθυσιαστήρια οι βιβλιοθήκες των Ελλήνων!!!
Ολόκληρη η φράση, δηλαδή, η οποία επεξηγεί σε ποιον τόπο αναφέρεται ο Χρυσόστομος, παραλείπεται. Η πιο σημαντική φράση που δείχνει ότι ο Χρυσόστομος ομιλεί για την Συναγωγή, «θάβεται με αποσιωπητικά»..... Ας σιωπάσουν τώρα λοιπόν, κάτω από τους τόνους αποσιωπητικών, με τους οποίους πετσοκόβουν τα κείμενα των Πατέρων.
Να συμπληρώσουμε για το Σεράπειο κι αυτό. Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι ο Χρυσόστομος αποκαλεί τα βιβλία της βιβλιοθήκης του Σαράπειο «δαίμονες που κατοικούν στον τόπο [της βιβλιοθήκης]» και με ελληνόφρονα ειρωνία ανάμικτη με αποτροπιασμό λένε πως «δύο εκατομμύρια δαίμονες κατοικούν το Σαράπειο».
Εκτός από το ότι δεν αντιλαμβάνονται ότι ο Χρυσόστομος ομιλεί περί συναγωγών, εκτός από την θλιβερή άγνοιά τους για το πραγματικό μέγεθος της βιβλιοθήκης του Σαράπειου (42.000 τόμοι κι όχι 2.000.000), κακοποιούν και την ελληνική γλώσσα. Γιατί ακόμη κι ένας απαίδευτος γνωρίζει ότι το ρήμα «κατοικώ» χρησιμοποιείται για ανθρώπους κι όχι για βιβλία ή καρέκλες ή μαχαιροπήρουνα ή πλυντήρια πιάτων. Τέλος, είναι προφανές ότι ο λόγος για τον οποίο ο Χρυσόστομος αποκαλεί «κατοικία δαιμόνων» τις συναγωγές δεν είναι τα βιβλία αλλά «η μιαρία εκείνων που συγκεντρώνονται εκεί». Δηλαδή, ακόμη και στην υποθετική περίπτωση που ο Χρυσόστομος όντως έγραφε ότι το Σαράπειο κατοικείται από δαίμονες, ο λόγος θα ήταν η μιαρία των ειδωλολατρικών τελετών κι όχι τα βιβλία της βιβλιοθήκης. Αλλά, όπως δείξαμε, ο Χρυσόστομος αναφέρεται στις συναγωγές και πουθενά δεν αντιστοιχεί βιβλία με δαίμονες.
Η αλήθεια είναι ότι ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος πράγματι κάνει λόγο για έναν τόπο όπου «κατοικούν δαίμονες». Αλλά αυτός ο τόπος δεν είναι οι αρχαίες ελληνικές βιβλιοθήκες, αλλά οι ιουδαϊκές συναγωγές (Ιω. Χρυσόστομου, Κατά Ιουδαίων, λόγος α’, 6): «Αλλά είναι καιρός πλέον να αποδείξουμε ότι εκεί κατοικούν και δαίμονες, όχι μόνο στον τόπο αυτόν, αλλά και στις ίδιες τις ψυχές των Ιουδαίων». Είναι ολοφάνερο ότι ο Χρυσόστομος αναφέρεται στις συναγωγές, καταρχήν της Δάφνης (προάστειου της Αντιόχειας) και όλες γενικά. Αντίθετα με ότι ισχυρίζονται οι αρχαιολάτρες λοιπόν, ο Χρυσόστομος αναφέρεται στις συναγωγές ως τόπο όπου «κατοικούν δαίμονες». Φυσικά, οι αρχαιολάτρες κόβουν το κείμενο εκεί που τους συμφέρει, ώστε να εμφανίζεται ο Χρυσόστομος να λέει ότι το Σαράπειο είναι τόπος κατοικίας δαιμόνων. Η αλήθεια είναι ότι η αρχή του κειμένου που οι Αρχαιολάτρες παραθέτουν απέχει πάρα πολλές σελίδες από το τέλος του ίδιου παρατιθέμενου κειμένου. Τα αποσιωπητικά κρύβουν δεκάδες σειρές.
Πράγματι ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος αναφέρει στον ίδιο λόγο ότι σε κάποιον τόπο έχει στηθεί βωμός όπου θυσιάζονται ψυχές ανθρώπων. Ωστόσο αυτός ο τόπος που ο Χρυσόστομος αναφέρει δεν είναι η βιβλιοθήκη του Σαράπειου, όπως ψευδώς ισχυρίζονται οι αρχαιολάτρες (Κατά Ιουδαίων, λόγος α’, 6): «Ώστε ως προς την ασέβεια καμμία διαφορά δεν υπάρχει μεταξύ αυτών [=των Ιουδαίων] και των Εθνικών, τα της απάτης όμως φοβερότερα τίθενται σε ενέργεια από αυτούς [=τους Ιουδαίους]. Καθ’ όσον και σ’ αυτούς [=τους Ιουδαίους] έχει στηθή ένας αόρατος βωμός απάτης, στον οποίο δεν θυσιάζονται μόνο πρόβατα και μοσχάρια, αλλά και ψυχές ανθρώπων». Τα «ψυχοθυσιαστήρια» που αναφέρουν οι αρχαιολάτρες είναι οι συναγωγές των Ιουδαίων λοιπόν, κι όχι οι αρχαίες βιβλιοθήκες, όπως ισχυρίζονται οι αρχαιολάτρες παραποιώντας το κείμενο του Χρυσοστόμου.
Οι αρχαιολάτρες παρεμβάλλουν στο ήδη διαστρεβλωμένο κείμενο του Χρυσόστομου τη λέξη «(διέδοσε)», ώστε να πείσουν ότι ο Χρυσόστομος όχι μόνο θεωρεί τη βιβλιοθήκη του Σαράπειου «κατοικία δαιμόνων», αλλά γράφει επιπλέον και «διέδοσέ το», δηλαδή προτρέπει τους αναγνώστες να διαδόσουν ότι είναι κατοικία δαιμόνων η βιβλιοθήκη! Φυσικά, όπως βλέπουμε, καμμία τέτοια προτροπή δεν κάνει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος.
Άλλη περίπτωση παραποίησης κειμένων.
Οι Νεοπαγανιστές επιτίθενται κατά του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου ισχυριζόμενοι πως αυτός είναι φιλοβάρβαρος ανθέλληνας. Και φυσικά, και σ’ αυτήν την περίπτωση πετσοκόβουν το κείμενο του Χρυσοστόμου. Να πώς μεταφράζουν το κείμενο (στο Διαδίκτυο):
«Όσο πιο βάρβαρο ένα έθνος φαίνεται και της ελληνικής απέχει παιδείας, τόσο λαμπρότερα φαίνονται τα ημέτερα... Ούτος ο (πιστός) βάρβαρος, την οικουμένη ολάκερη κατέλαβε... και ενώ πάντα τα των Ελλήνων σβήνουν και αφανίζονται, τούτου (του πιστού βάρβαρου) καθ’ έκαστη λαμπρότερα γίνονται.»
Το πραγματικό όμως κείμενο του Χρυσοστόμου, είναι αυτό (PG 59, 31B, Ομιλία Β’ εις τον Ευαγγελιστή Ιωάννη): «Ενώ αυτός ο αγράμματος, ο απλοϊκός, από τη Βησθαϊδά, ο υιός του Ζεβεδαίου, έστω κι αν μύριες φορές ειρωνεύονται οι Έλληνες για την ευτέλεια των τίτλων του, θα το πω με πολύ πιο μεγάλη παρρησία, όσο κι αν το έθνος – από το οποίο κατάγεται ο Ιωάννης – τους φαίνεται ότι είναι βάρβαρο (ὅσῳ γὰρ τὸ ἔθνος αὐτοῖς βάρβαρον φαίνηται) και ότι απέχει από την ελληνική παιδεία, τόσο πιο σαφή θα αποδειχθούν τα δικά μας. Διότι, όταν ο βάρβαρος και αμαθής λέγει τέτοια πράγματα τα οποία κανείς από τους ανθρώπους της γης δεν κατανόησε ποτέ, και όχι μόνο λέγει αλλά και πείθει, αυτό αν συνέβαινε θα ήταν μεγάλο θαύμα. (....) Αυτός λοιπόν ο βάρβαρος [=Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης], με την συγγραφή του Ευαγγελίου (Αρχαίο κείμενο: τῇ μὲν τοῦ Εὐαγγελίου συγγραφῇ) κυρίευσε ολόκληρη την οικουμένη. (....) Και τα μεν έργα των Ελλήνων όλα έσβησαν και εξαφανίστηκαν, ενώ τα δικά του γίνονται κάθε μέρα περισσότερο περιφανή. Διότι, αφ’ ότου εμφανίστηκαν αυτός και οι υπόλοιποι αλιείς, από τότε οι διδασκαλίες του Πυθαγόρα και του Πλάτωνα έχουν σιγήσει, ενώ προηγουμένω νομιζόταν ότι επικρατούν».
Οι «Έλληνες Εθνικοί» «ξεχνούν» να μεταφράσουν το άρθρο «το» μπροστά από το «έθνος», αλλά το μεταφράζουν ως «ένα έθνος». Όμως ο Χρυσόστομος αναφέρεται στο έθνος του Ιωάννη, το εβραϊκό, γι’ αυτό δεν γράφει «ὅσῳ γὰρ ΤΙΝΑ ἔθνος φαίνηται», αλλά «ὅσῳ γὰρ τὸ ἔθνος αὐτοῖς βάρβαρον φαίνηται».
Οι «ερευνητές» αρχαιόπληκτοι δεν μεταφράζουν επίσης ούτε το «αυτοίς φαίνηται», αλλά μόνο το «φαίνηται», ώστε να φανεί, σε συνδυασμό με το παραπάνω, ότι ο Χρυσόστομος λέει «όσο βαρβαρικότερο ένα έθνος, τόσο το καλύτερο»! Ο Χρυσόστομος όμως λέει ότι «όσο κι αν το έθνος εκείνο φαίνεται στους Έλληνες βαρβαρικό». Τεράστια διαφορά, που χάρη στην Νεοπαγανιστική μετάφραση εξαφανίζεται.
Οι «ερευνητές» αρχαιολάτρες δεν μεταφράζουν το «τῇ μὲν συγγραφῇ τοῦ Εὐαγγελίου», ώστε να φαίνεται ότι «ένας βάρβαρος – «προφανώς» με τη δύναμη των όπλων, άρα είναι εισβολέας!!! – κυρίευσε την οικουμένη».
Οι «ερευνητές» αρχαιόπληκτοι ούτε καν μπαίνουν στον κόπο να εξηγήσουν ποιος είναι αυτός ο «βάρβαρος» που αναφέρει ο Χρυσόστομος, ώστε να νομίζει ο αναγνώστης ότι ο Χρυσόστομος επαινεί τους βαρβαρικούς εισβολείς του 4ου αιώνα (Αλάριχο κ.ά.), δηλαδή ότι είναι φιλοβάρβαρος. Ακόμη μια περίπτωση διαστρέβλωσης κειμένων του Χρυσοστόμου παρατίθεται σε επόμενο κεφάλαιο.
Υπό άλλες περιπτώσεις θα αποσιωπούσαμε το όνομα του δράστη της παραποίησης των κειμένων του άγιου Ιωάννη. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή πρέπει να αναφερθεί, γιατί ο δράστης αυτός παρουσιάζεται από τους Αρχαιολάτρες ως «ορθολογιστής» και ως «ερευνητής» της αλήθειας. Ο κύριος αυτός, λοιπόν, που παραποίησε και διαστρέβλωσε με τέτοιο τρόπο τα κείμενα του Χρυσοστόμου, με σκοπό να τον σπιλώσει και να τον συκοφαντήσει είναι ο Μ. Καλόπουλος. Η απόδειξη βρίσκεται στην αποθηκευμένη από τον «Ανώνυμο Απολογητή» ιστοσελίδα-τμήμα του δικτυακού τόπου του Καλόπουλου, στην οποία αναγράφονταν οι συκοφαντίες και τα αισχρά ψεύδη του: (http://www.apologitis.com/gr/ancient/ka ... 5_2004.htm ). Περιττό να πούμε, ότι με το ξεσκέπασμα των συκοφαντιών του κατά των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας, ο Μ. Καλόπουλος απέσυρε την ιστοσελίδα αυτήν από τον ιστότοπό του. Ωστόσο ήταν αργά πλέον, διότι η σελίδα αποθηκεύτηκε. Είναι θλιβερό ότι τέτοιοι διαστρεβλωτές των πατερικών κειμένων, τέτοιοι άνθρωποι των οποίων η άγνοια της Αγίας Γραφής είναι ολοφάνερη, διαφημίζονται ως «απομυθοποιητές».
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

PreviousNext

Return to ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ...

Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 1 guest