ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

και όχι μόνο.......

Moderator: inanm7

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Mon Oct 04, 2021 12:06 pm

68. "Οι Έλληνες δεινοπάθησαν από τους Βυζαντινούς."

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Εξ ονόματος ποίων Ελλήνων μιλούν οι Νεοπαγανιστές; Αυτή η γενίκευση που κάνουν οι Νεοπαγανιστές – επειδή το επίκεντρο της Αυτοκρατορίας ήταν η Θράκη, η Μακεδονία, η Μικρά Ασία, δηλαδή η βόρεια κι όχι η νότια Ελλάδα, λέν ότι οι Έλληνες παραμελήθηκαν από το Βυζάντιο – είναι παράλογη. Η αντίληψη αυτή παραγνωρίζει τον ελληνιστικό μετασχηματισμό. «Ελλάδα» πλέον δεν ήταν η Σπάρτη κι η Αθήνα μόνο. Ήταν η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, η Θεσσαλονίκη, η Κωνσταντινούπολη, η Μικρά Ασία. Όσοι σκέφτονται την εποχή εκείνη με τα σημερινά δεδομένα και τα σημερινά όρια της Ελλάδας, είναι φυσικό να υποθέσουν ότι ο Ελληνισμός παραμελήθηκε.
Την Άλωση της Πόλης, το τέλος της Ρωμαίικης αυτοκρατορίας Το θρήνησαν όλοι οι πρόγονοί μας, Κύπριοι και Μωραϊτες, Κρήτες και Πόντιοι, Βόρειοι και Νότιοι. Kι ο Κωνσταντίνος ΙΑ' στο Μωριά στέφθηκε αυτοκράτορας όλων, νότιων και βόρειων και ανατολικών και δυτικών. Κι ο νότιος Έλληνας Κολοκοτρώνης «βασιλιά μας» τον ονομάζει τον Ρωμιό αυτοκράτορα, το Σούλι και την Μάνη ως κάστρα του βασιλιά (Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, εκδ. Αφών Τολίδη, σ. 68), και στην (μισητή για τους Νεοπαγανανιστές) Κωνσταντινούπολη στόχευε να φτάσουν οι Έλληνε και θεωρούσε δεδομένο ότι θα έφταναν οι Έλληνες αν δεν υπήρχε ο διχασμός (Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, εκδ. Αφών Τολίδη, σ. 104). Και σε όλες, εξαρχής, τις εθνοσυνελεύσεις της Επανάστασης του '21 οι νότιοι Έλληνες ήταν αυτοί που αποκαλούσαν τους Ρωμιούς Αυτοκράτορες «αειμνήστους ημών Χριστιανούς αυτοκράτορες της Ελλάδος».

68a ΡΩΜΗΟΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ

Ας δούμε πόσο έβλαψαν οι κακοί Βυζαντινοί τους Έλληνες της σημερινής Ελλάδας.
«Ο Μ. Κωνσταντίνος όχι μόνο, όπως είδαμε, ήθελε να ονομάζεται στρατηγός των Αθηνών, αλλά αύξησε και τα προνόμια των επικεφαλής των σχολών και των δασκάλων τους και τους δασκάλους αυτούς τούς απάλλαξε από πολλούς φόρους. (...) Έστελνε επίσης, για να μοιραστεί, στο δήμο των Αθηναίων αξιόλογη ποσότητα σιταριού κάθε χρόνο» (Κ. Παπαρηγόπουλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 1885, επανέκδ. εκδ. Κάκτος, 1992, τ. 8, 3). Στον Αθηναίο Νεοπλατωνικό, τον Νικάνορα, ο οποίος είχε την αρχή του δαδούχου στην Ελευσίνα, έδωσε τους αναγκαίους πόρους, ώστε να κάνει ο Νικάνορας ταξίδι στην Αίγυπτο για μελέτες (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, σ. 92). Και φυσικά, θα ήταν εντελώς απίθανο, από τη μια ο Κωνσταντίνος να βοηθά τον Νικάνορα κι από την άλλη να σκοτώνει τον Σώπατρο για θρησκευτικούς λόγους. Επίσης, ο Κωνσταντίνος, στη μάχη κατά του Λικίνιου χρησιμοποίησε τον ελληνικό στόλο, που ελλιμενιζόταν στον Πειραιά. Ο Κωνσταντίνος έφτιαξε τειχισμένο τεχνητό λιμάνι για τη Θεσσαλονίκη, στα Ν.Δ. της πόλης.
«Ἀλλὰ καὶ οἱ υἱοὶ τοῦ Κωνσταντίνου ἐπέδειξαν πολλαχῶς τὴν πρὸς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸ ἐν αὐταῖς πανεπιστήμιον, εὔνοιαν αὑτῶν. Τὸν περιώνυμον σοφιστὴν Προαιρέσιον, οὗ καὶ αὐτοὶ οἱ Ρωμαῖοι ἔστησαν δημοςίᾳ ἀνδριάντα, ἐτίμα ὁ αὐτοκράτωρ Κώνστας τοσοῦτον, ὥστ’ ἐξ ἀγάπης πρὸς αὐτὸν ἐδώρησε εἰς τοὺς Ἀθηναίους τοὺς ἔκ τινων νήσων πόρους» (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, σ. 93).
Ο «ανθέλληνας» Θεοδόσιος Α’ έχτισε τα τείχη της Θεσσαλονίκης. Αυτά την κατέστησαν την δεύτερη πιο καλά οχυρωμένη πόλη μετά την Κωνσταντινούπολη, απρόσβλητη από τις επιθέσεις Βουλγάρων και Σλάβων.
Ο «ανθέλληνας» Θεοδόσιος Β’ με την προτροπή της Αθηναίας γυναίκας του, Αθηναΐδας, ελάττωσε τους φόρους των Αθηναίων και στο πανεπιστήμιο που ίδρυσε οι ελληνικές έδρες ήταν ισάριθμες των λατινικών. Ένας γάμος, δηλαδή, επιτάχυνε την επικράτηση της ελληνικής, εμποδίζοντας τον εκλατινισμό της Ανατολής.
Περνάμε στον μισέλληνα Ιουστινιανό. Αυτός τείχισε την πόλη Εύροια στην Ήπειρο (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, α’, 40). Έχτισε διπλές επάλξεις στα οχυρά φρούρια των Θερμοπυλών, οχύρωσε και τείχισε τις εκεί διαβάσεις εγκαθιστώντας φρουρές (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, β’, 4˙ 7˙ 14). Έχτισε ισχυρά τείχη για τις πόλεις Σάκκο, Υπάρη, Κοράκιο, Ούνο, Βαλέες, Λεοντάρι, στην Στερεά Ελλάδα (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, β’ 16). Ανακαίνισε οχυρά στην Ηρακλειάδα, κοντά στο Σπερχειό (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, β’, 22). Τείχισε τον Ισθμό, εγκατέστησε εκεί φρουρές και έκτισε φρούρια (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, β’, 27-28). Έχτισε μια οχυρωμένη πόλη στη θέση της σημερινής Καστοριάς (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, γ’, 4). Ανακαίνισε τους περιβόλους των τειχών Εχινού, Θηβών, Φαρσάλων, και όλων των πόλεων της Θεσσαλίας, όπως της Δημητριάδας, της Τρίκης (Τρικάλων) (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, γ’, 5). Έχτισε ισχυρότατα τείχη στη Λάρισα και στην Καισάρεια, στην Δ. Μακεδονία επί του Αλιάκμονα (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, γ’, 10). Στις εκβολές του Αξιού έκτισε φρούριο (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, γ’, 30). Στην Ήπειρο, ο Ιουστινιανός έχτισε 13 νέα φρούρια κι ανακαίνισε 23 παλιά. Στην Μακεδονία ανακαινίστηκαν 46 φρούρια, ενώ στη Θεσσαλία 7 (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, δ’, 2). Σύνολο, 89 φρούρια που έκτισε στην Ελλάδα για την προστασία της, ο ανθέλληνας Ιουστινιανός. Επίσης, ο Ιουστινιανός ανέκτισε τα τείχη της Κορίνθου, των Πλαταιών και της Αθήνας, τα οποία είχαν ερειπωθεί από τον καιρό των γοτθικών επιδρομών του 3ου αιώνα, και κατέστησε οχυρώτερα τα τείχη της Ακρόπολης (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, σ. 140). «Για όλα αυτά τα μέρη [της Ελλάδας] ο βασιλιάς έχει δείξει μεγάλο ενδιαφέρον. (..) ο βασιλιάς Ιουστινιανός βοήθησε όλες τις ελληνικές πόλεις που βρίσκονταν μέσα στα τείχη των Θερμοπυλών να νοιώθουν ασφαλείς, αφού ανακαίνισε όλους τους περιβόλους» (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ’, δ’, 1, 23). Φυσικά, όλα αυτά που λέει ο Προκόπιος είναι αρχαιολογικώς επαληθευμένα και δεν αποτελούν – όπως αποτελούν οι λοιδωρίες κατά της Θεοδώρας – φαντασία και κολακεία.
Η Θήβα στη βυζαντινή εποχή ήταν κέντρο επεξεργασίας μεταξιού, πράγμα που της έδινε πολύ πλούτο. Τόσο παρηκμασμένη ήταν. Στην Κόρινθο μαρτυρούνται χαρτοποιοί (επεξεργαστές περγαμηνής), δηλαδή κατασκευαστές του υλικού, στο οποίο αντιγράφονταν τα αρχαία κλασσικά έργα (Κων/νος Πορφυρογέννητος, Προς ιδίον υιόν Ρωμανόν, κεφ 52, 11, σ. 256). Γίνεται, στον τόπο εκείνο να υπήρχαν περγαμηνές αλλά όχι αρχαία αντίγραφα; Επίσης στην Κόρινθο έχουμε μαρτυρίες (A. Bon, Le Péloponnèse byzantin Jusqu’en, σ. 131) για εργαστήρια υαλουργίας. Επί Βυζαντίου ιδρύονται πόλεις όπως η Άρτα, ο Μυστράς, η Μονεμβασιά.
Ο Ρωμαίικος στρατός επί Ρωμανού Β' πέταξε έξω από την Κρήτη τους Άραβες κατακτητές της, απελευθερώνοντάς την και επανελληνίζοντάς την με νέους κατοίκους, απόγονοι των οποίων είναι οι σημερινοί Κρητικοί. Επί αιώνες οι Αυτοκράτορες πολεμούσαν τους Βούλγαρους ώστε αυτοί να μην υποδουλώσουν τη Μακεδονία και τη Θράκη (π.χ. αρκεί να θυμίσουμε την εκστρατεία του αυτοκάτορα Σταυράκιου κατά των Σλάβων της Πελοποννήσου το 783, τον Νικηφόρο Α’ στα 805-6 να καταστέλλει εξέγερση Σλάβων ή τη μάχη του Νικηφόρου Ουρανού το 997 στον Σπερχειό κατά των Βουλγάρων, όπου ο Ρωμηός στρατηγός κόντεψε να φονεύσει τον Σαμουήλ). Τό ίδιο έκαναν και με τους Σλάβους που είχαν κατέβει στη νότια Ελλάδα, έκαναν εκστρατείες και τους καθυπέταξαν κι όποτε αυτοί επαναστατούσαν, έστελναν στρατό. Επιπλέον, μετέφεραν Έλληνες Μικρασιάτες στην Ελλάδα μεταφέροντας τους Σλάβους στην Μικρά Ασία, ώστε να εξελληνιστούν οι Σλάβοι και να ελαττωθεί η παρουσία τους στην Ελλάδα. Ο Λέων στα Τακτικά του γράφει για τη μέθοδο των αυτοκρατόρων: «Ταῦτα [τα σλαβικά φύλα] ὁ ἡμέτερος ἐν θείᾳ τῇ λήξει γενόμενος πατὴρ καὶ αὐτοκράτωρ Ρωμαίων Βαςίλειος τῶν ἀρχαίων ἠθῶν ἔπεισαι μεταστῆναι καὶ γραικώσας καὶ ἄρχουσι κατὰ τὸν ρωμαϊκὸν τύπον ὑποτάξας καὶ βαπτίσματι τιμῆσαι». Δηλαδή, τους υπέτασσαν στην ρωμαϊκή εξουσία, τους βάφτιζαν και τους εξελλήνιζαν γλωσσικά. Είναι άξιο παρατήρησης, ότι η πολιτική ανεκτικότητας των Ρωμηών Ελλήνων αυτοκρατόρων προς τους Σλάβους και τη γλώσσα τους δεν αφορούσε παρά μόνο τη βόρεια χερσόνησο του Αίμου. Οι αυτοκράτορες δεν επέτρεψαν τη σλαβική γλώσσα από τη Μακεδονία και κάτω, αλλά με γλωσσικό εξελληνισμό και με μετακινήσεις πληθυσμών απέτρεψαν οι ελληνικές χώρες να γίνουν όπως οι βόρειες βαλκανικές. Την περιοχή της Ελλάδας, την ήθελαν ελληνική. Εάν οι Αυτοκράτορες δε θεωρούσαν ομοεθνείς, δικούς τους, τους Έλληνες, θα αδιαφορούσαν για την εθνολογική σύσταση της Ελλάδας. Με νύχια και με δόντια κρατούσαν οι Ρωμηοί Πρόγονοί μας την Κάτω Ιταλία, και όσο την κατείχαν τα ελληνικά εκεί επικρατούσαν, ενώ όταν υποδουλώθηκε στους Νορμανδούς εν τέλει εκλατινίστηκαν οι κάτοικοί της.
Πάντως, δύο Αθηναίες αυτοκράτειρες, η Ευδοξία-Αθηναΐδα και η Ειρήνη (που βασίλευσε μόνη της, άρα ούτε το επιχείρημα πως δεν υπήρξε αυτοκράτορας από την σημερινή Ελλάδα, ισχύει), η πρώτη προωθώντας τα ελληνικά εις βάρος των λατινικών και η δεύτερη προωθώντας την εικονολατρία εις βάρος της ασιατικής εικονομαχίας, έπαιξαν τεράστιο ρόλο στην υπόθεση της ελληνικότητας της Ρωμανίας ως κράτους (Άλλες Ελληνίδες σύζυγοι Αυτοκρατόρων ήταν η Θεοφανώ, σύζυγος του Σταυράκιου, η Θέκλα, θυγατέρα του Θεόφιλου, η Θεοδώρα, χήρα του Θεόφιλου, η Ευσεβία, Θεσσαλονικιά, σύζυγος του Κωνστάντιου Β’, η Κύπρια Θεοδώρα).
Η πλήρης άγνοια της διττής σημασίας των ονομάτων οδηγεί τους Ν/Π στη διάπραξη ξεκαρδιστικών λαθών, που παύουν να είναι ξεκαρδιστικά όταν αυτοί αρχίζουν τις ύβρεις. Το όνομα «Βυζάντιο» ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε από τους «Βυζαντινούς» ως δηλωτικό του κράτους τους. Οι συγγραφείς όλοι της «βυζαντινής» εποχής όταν γράφουν «Βυζάντιο» εννοούν την Κωνσταντινούπολη. Ηταν τόσο ανθέλληνες μάλλον, που χρησιμοποιούν το αρχαιοελληνικό αντί του ρωμαϊκού ονόματος. Γράφει λοιπόν ο αρχαιολάτρης Στέφανος Μυτιληναίος στο Δαυλό (τ. 243): «Για τους επαναστάτες Έλληνες η Οθωμανική Αυτοκρατορία ταυτιζόταν με το Βυζάντιο.» Ως απόδειξη γι’ αυτό φέρνει τη φράση της Β’ Εθνοσυνέλευσης (1823) «ο κρότος των ημετέρων όπλων, αντηχήσας, διετάραξε το Βυζάντιον». Πού να γνωρίζει ο αρχαιολάτρης ότι οι επαναστατημένοι Έλληνες και οι λόγιοί τους εξακολουθούσαν την συνήθεια των «Βυζαντινών» προγόνων τους και των λογίων του «Βυζαντίου» να επιμένουν να δίνουν σε πόλεις και λαούς τις αρχαιοελληνικές ονομασίες («Πέρσες»=Τούρκοι, «Κέλτες»=Φράγκοι, «Σκύθες»=Ρώς. Η Άννα Κομνηνή π.χ. γράφει «Η Επίδαμνος, που έχει επικρατήσει να την ονομάζουν Δυρράχειο»). Συνεπώς «Βυζάντιο», προτού καθιερωθεί να σημαίνει τη Ρωμανία, σήμαινε την Κωνσταντινούπολη, και «βυζαντινός στόλος» τον εκ Κωνσταντινούπολης, πρωτεύουσας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στόλο. Αλήθεια, πώς γίνεται να ταύτιζαν οι επαναστάτες Έλληνες του 1821 το κράτος «Βυζάντιο» με την Οθωμανική αυτοκρατορία, και ταυτόχρονα (δες Κεφ. 67), σε όλες τις Εθνοσυνελεύσεις εξ αρχής ώς τέλους, και στη δεύτερη να αποδέχονται τους νόμους των «ημετέρων αειμνήστων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων»; Το όνομα «Βυζαντινός» είχε λοιπόν διττή σημασία, εκτός κι αν ισχυριστούν οι αρχαιολάτρες που έγραψαν τέτοια απίστευτα πράγματα, ότι οι Επαναστάτες του 1821 αυθύς εξαρχής από την Α’ Εθνοσυνέλευση όρισαν ως ελληνικούς νόμους τους νόμους των Τούρκων κατακτητών τους!

68b ΕΙΝΑΙ Η ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ;

Υπάρχει μια αντίληψη, ότι οι Τούρκοι είναι οι κληρονόμοι του Βυζαντίου, τόσο από πλευράς διοικητικών μεθόδων, όσο και από πλευράς νοοτροπίας. Πιστεύουμε ότι αυτό δεν είναι σωστό.
1. Αν οι Τούρκοι παρέλαβαν κάποια στοιχεία από το βυζαντινό διοικητικό σύστημα, όταν κατέλαβαν την Πόλη, αυτό οφείλεται στην απουσία αντίστοιχου τουρκικού διοικητικού συστήματος. Όσον καιρό οι Τούρκοι ήταν νομάδες, δεν χρειαζόντουσαν διοικητικό σύστημα απαραίτητο για τη διοίκηση μιας αυτοκρατορίας. Όταν έγιναν αυτοκρατορία, χρειαζόντουσαν ένα σοβαρό διοικητικό σύστημα. Το πιο κοντινό σ’ αυτούς παράδειγμα, αφού οι περισσότεροι Τούρκοι ήταν εξισλαμισμένοι Μικρασιάτες, ήταν το βυζαντινό. Δεν σημαίνει, όμως, αυτό, ότι οι Τούρκοι είναι οι κληρονόμοι του Βυζαντίου.
2. Το νομικό σύστημα της Ρωμανίας ήταν το εξελληνισμένο ρωμαϊκό δίκαιο, η συνέχεια του ρωμαϊκού δικαίου. Αντιθέτως, η νομοθεσία των Οθωμανών δεν ήταν καμμία άλλη από την Σαρία, τον ισλαμικό νόμο.
3. Η Ρωμανία ήταν ένα κοσμικό κράτος, δίχως καμμία θεοκρατία, όπως δείξαμε. Αντίθετα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ο κληρονόμος του Χαλιφάτου (οι Τούρκοι εγκατέλειψαν την κυριότητα του Χαλιφάτου μόλις το 1924) και είχαν θεοκρατία. Ο Σουλτάνος ήταν και Χαλίφης, σύμφωνα με την ισλαμική θεοκρατία. Οι νόμοι έπρεπε να είναι σύμφωνοι με το Ισλάμ και να εγκρίνονται από τους ειδικούς μουσουλμάνους κληρικούς.
4. Πέραν αυτών, οι Τούρκοι ποτέ δεν μίλησαν ούτε έμαθαν ελληνικά. Το όνομα Τούρκοι ποτέ δεν σήμαινε κάποιον λαό που είχε ως μητρική γλώσσα τα ελληνικά. Οι Οθωμανοί δίωξαν την ελληνική και κατάφεραν να εκτουρκίσουν γλωσσικά την Μ. Ασία, σε αντίθεση με τους «Ρωμαίους» που σεβάστηκαν την ελληνική, εξελληνίστηκαν, και επέβαλαν τα ελληνικά. Ήταν η Μ. Ασία που εκτουρκίστηκε κι όχι οι Τούρκοι που εξελληνίστηκαν.
5. Το ιερό βιβλίο της θρησκείας τους δεν γράφτηκε στα ελληνικά ούτε μεταφράστηκε – παρά μόνο στις μέρες μας – σε αυτά.
6. Οι Τούρκοι δεν διδάσκονταν ποτέ στα σχολεία και τα πανεπιστήμιά τους, κατά την Οθωμανική περίοδο, τις αρχαίες τραγωδίες, τους αρχαίους φιλόσοφους, τους αρχαίους ποιητές.
7. Οι Τούρκοι δεν είχαν αρχαία αγάλματα να κοσμούν τα παλάτια τους, τον Ιππόδρομο, τις πλατείες και τις οδούς της Κωνσταντινούπολης, ενώ οι Βυζαντινοί είχαν. Με άλλα λόγια, δεν είχαν καμμία σχέση με το αρχαιοελληνικό πνεύμα και πολιτισμό.
8. Κατά τη αλλαγή της θρησκείας από παγανιστική σε χριστιανική δεν άλλαξε ούτε το έθνος (δεν ήρθε κάποιο νέο έθνος να επιβάλλει την αλλαγή αυτή) ούτε το κράτος (δεν δημιουργήθηκε νέο κράτος, το οποίο να κατέκτησε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία), ενώ αντίθετα, η περίοδος της αλλαγής από χριστιανική σε ισλαμική θρησκεία συνοδεύτηκε από αλλαγή τόσο του έθνους (ήρθε ένα νέο έθνος, οι Τούρκοι, που επέβαλε το Ισλάμ), όσο και του κράτους (το κράτος των Οσμανών κατέλαβε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εισβάλλοντας σε αυτήν˙ ούτε ενώθηκε μαζί της ούτε την διαδέχτηκε μέσω συνθήκης)
9. Αντίθετα από τους Ρωμηούς διανοούμενους του Βυζαντίου, οι οποίοι στους τελευταίους αιώνες της Αυτοκρατορίας είχαν επαναφέρει το όνομα «Έλληνας» ως δηλωτικό της καταγωγής των ίδιων και των κατοίκων της, οι Τούρκοι διανοούμενοι ποτέ δεν επανέφεραν το όνομα «χριστιανός» ή το «Ρωμηός» (ούτε, φυσικά, το «Έλληνας») ως δηλωτικό της θρησκευτικής και εθνικής καταγωγής των ίδιων και των κατοίκων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατά τις τελευταίες δεκαετίες της ύπαρξής της. Οι Οθωμανοί κατέλυσαν την ελληνορωμαϊκή Οικουμένη – δεν την συνέχισαν. Δεν έχουν (όπως και οι επηρεασμένοι από τη Δύση και τους Τάταρους, Ρώσσοι, οι δίχως καμμία επαφή με την ελληνορωμαϊκότητα του Βυζαντίου, τους οποίους κάποιοι ταυτίζουν με το Βυζάντιο, ώστε να αποδόσουν στο τελευταίο τα κουσούρια της Τσαρικής Ρωσίας) καμμία «ελληνορωμαϊκότητα» δεν είχαν σε καμμία περίοδο. Πώς θα μπορούσαν να τη συνεχίσουν τη στιγμή που οι ασυγκρίτως ανώτεροι πνευματικά Άραβες Μουσουλμάνοι εξαράβισαν και αφελλήνισαν γλωσσικώς την Μ.Ανατολή;
10. Όπως και να ‘χει, η Ρωμανία ήταν Ορθόδοξη, ελληνική και (τυπικά) ρωμαϊκή. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ούτε Ορθόδοξη ούτε ελληνική ούτε ρωμαϊκή ήταν˙ οι Οθωμανοί αγνοούσαν την «ελληνορωμαϊκότητα», μισούσαν την Ορθοδοξία, αφελλήνισαν και εκτούρκισαν την ελληνίδα Μικρά Ασία. Ρωμανία και Οθωμανικό κράτος είναι τα άκρως αντίθετα.
11. Κάνουν λόγο για τον... φιλελληνισμό του Μωάμεθ του Πορθητή. Αυτός είχε μητέρα Ελληνίδα και ήταν κάπως μορφωμένος. Ήξερε ότι έχει υπηκόους (και) Έλληνες. Αλλά σε καμμία περίπτωση δε σκέφτηκε να ανακηρύξει το κράτος του ελληνικό και χριστιανικό, δηλαδή να συνεχίζει την Ρωμανία όπως αυτή υπήρχε επί 1000 χρόνια (ελληνική-ορθόδοξη-ρωμαϊκή). Ούτε ελληνικό-ισλαμικό, ούτε τουρκικό-χριστιανικό, ούτε φυσικά ελληνικό-χριστιανικό, σκέφτηκε ο Πορθητής να φτιάξει το κράτος του. Το έθνος και τη θρησκεία του πατέρα του ακολούθησε, όχι της μητέρας του. Οι υπόλοιποι Σουλτάνοι δεν είχαν καμμία ιδέα.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η συνήθης άποψη, ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι το Βυζάντιο εξισλαμισμένο, είτε αυτό έγινε ενσυνείδητα είτε συνειδητά για τους Οθωμανούς, είναι αφελής, αντιεπιστημονική, και συχνά κακοήθης και αρχαιολατρική μπαγαποντιά. Οι Τούρκοι και οι Οθωμανοί ακούν Ρωμανία, Βυζαντινή Αυτοκρατορία και φρίττουν˙ διότι ξέρουν ότι είναι οι κατακτητές της, οι εχθροί αυτής και των απογόνων της. Αλλιώς θα μας θεωρούσαν «αδέρφια» κι όχι «αγνώμονες ραγιάδες» που «είχαμε το θράσσος να πάμε να πάρουμε πίσω την Πόλη».

69. "Ενώ ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος μαχόταν στα τείχη της Κωνσταντινούπολης, 500 χιλιάδες καλόγεροι τραγουδούσαν χαρούμενοι στα μοναστήρια τους και δεν συνεισέφεραν στην άμυνα. Οι Χριστιανοί προτιμούσαν τους Τούρκους".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Αφού οι Νεοδωδεκαθεϊστές εθνικιστές δεν θεωρούνε ελληνικό το Βυζάντιο και τους πιάνει αηδία μόνο με την σκέψη περί Βυζαντίου, τι τους νοιάζει αυτό κι ο ξένος βασιλιάς του και το τέλος του;
Από πού βρήκαν το νούμερο αυτό; Γιατί εντός της Πόλης όλοι κι όλοι ήταν 80 χιλιάδες, και πάνω από τα 5/6 ήταν γέροι και γυναικόπαιδα. Πού ήταν αυτοί οι 500 χιλιάδες μεσα στα μοναστήρια στην Πόλη, κρυμμένοι στα έγκατα της γής μήπως; Ή μήπως εννοούν πως έπρεπε να μαζευτούν μέσα στην Κωνσταντινούπολη όλο το ελληνικό έθνος (αφού οι Νεοπαγανιστές δεν τους λογαριάζουν για Έλληνες όλους αυτούς εκεί μέσα); Και πώς θα περνούσαν μέσω των τουρκικών στρατευμάτων που πολιορκούσαν την Κωνσταντινούπολη, οι 500 αυτές χιλιάδες; Θα τους έλεγαν «συγγνώμη, μπορούμε να περάσουμε μέσα;» Ή μήπως ξεχνούν οι Νεοπαγανιστές ότι όλες οι περιοχές – όλη η Μικρασία και σχεδόν όλα τα Βαλκάνια – ήταν υπό τουρκική κατοχή και συνεπώς δεν θα άφηναν κανέναν οι Τούρκοι να πλησιάσει, πόσω μάλλον 500 χιλιάδες;
Οι Χριστιανοί δεν συμπαθούσαν τους Τούρκους. Απλώς θυμόντουσαν τα μύρια δεινά που ο λαός (αφού όλοι Χριστιανοί ήταν τότε, και συνεπώς λαός=χριστιανοί, είτε αρέσει σε μερικούς είτε όχι) υπέφερε από τους Φράγκους οι οποίοι ήθελαν να τους εκλατινίσουν γλωσσικώς και θρησκευτικώς.
Ο φιλολατίνος Βαρλαάμ ο Καλαβρός, λίγα χρόνια πριν την Άλωση του 1453 γράφει χαρακτηριστικά στον καθολικό Πάπα: «Δεν είναι οι δογματικές διαφορές που χωρίζουν τις ελληνικές καρδιές από τη δικιά σου, όσο το μίσος που κυριεύει το πνεύμα τους για τους Λατίνους, σαν αποτέλεσμα των πολλών και μεγάλων δεινών που κατά καιρούς υπέφεραν από αυτούς και εξακολουθούν να υποφέρουν οι Έλληνες κάθε μέρα». Στα 1400 ο Κρητικός Ιωσήφ Βρυεννός λέει: «Ας μην απογοητευτεί κανείς από φρούδες ελπίδες ότι τα ενωμένα στρατεύματα των Ιταλών θα έρθουν να μας σώσουν. Αν αυτοί ισχυρίζονται ότι θα ξεσηκωθούν για να μας υπερασπιστούν, θα πάρουν τα όπλα μόνο για να καταστρέψουν την Πόλη μας, τη φυλή μας και το όνομά μας».
Γιατί όμως τα έλεγαν αυτά; Λόγω θρησκοληψίας; Λόγω παραφροσύνης; Τους έπιασε ξαφνικά τουρκολατρεία τους ανθρώπους της εποχής εκείνης, ή θυμόντουσαν τα όσα δεινά τράβηξαν και τραβούσαν ακόμα και στα 1453 από τους Δυτικούς; Ασφαλώς, για να αντιπαθούν τους Δυτικούς τόσο πολύ, θα είχαν ισχυρότατους λόγους. Δε μπορεί να μην είχαν. Να τι επακολούθησε την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, και έμεινε ανεξίτηλο μαζί με τα υπόλοιπα γεγονότα της Φραγκοκρατίας στη μνήμη των Ελλήνων της εποχής του 1453:
Μετά την επίσημη αναγνώριση των Ευρωπαίων ως κατακτητών του Βυζαντίου, άρχισε η χωρίς οίκτο λεηλασία και απογύμνωση της Κωνσταντινουπόλεως από όλα της τα πλούτη. Οσοι τολμούσαν να αντισταθούν εσφάζοντο επί τόπου. Δεν έμεινε παλάτι, αρχοντικό εκκλησία μεγάλη ή μικρή, μοναστήρι, χαμοκέλα, που να μην υποστεί φρικώδη λεηλασία. Ιδίως τους προσέλκυσε ο μυθικός πλούτος της Αγίας Σοφίας. Μπήκαν μέσα στον Ιερό Ναό με άλογα και μουλάρια που λέρωναν με τις κορπιές τους το μαρμάρινο δάπεδο. Και άρχισαν με φρενιτιώδη ταχύτητα να ξηλώνουν και να παίρνουν τα πάντα: από άγια δισκοπότηρα, ευαγγέλια, ιερά άμφια, άγιες εικόνες, την Αγία Τράπεζα, και το ασημένιο εικονοστάσιο του Τέμπλου, αφού προηγουμένος το έκαναν κομμάτια, μανουάλια, πολυκάνδηλα, μέχρι και κουρτίνες. Μάλιστα κατά τη διάρκεια της λεηλασίας μια Γαλλίδα πόρνη ανεβασμένη στον πατριαρχικό θρόνο χόρευε ασεμνα μισόγυμνη και τραγουδούσε. Ούτε οι τάφοι των Αυτοκρατόρων γλύτωσαν: συλήθηκαν όλοι, ενώ τα λείψανα πετάχτηκαν εδώ κι εκεί.[π.χ. το πτώμα του Βασίλειου Β’ Μακεδόνα πετάχθηκε έξω και στα χέρια του τοποθέτησαν οι Ευρωπαίοι μια φλογέρα – ειρωνικά. Με αφορμή αυτό το γεγονός ο Παλαμάς έγραψε το ποίημα «η φλογέρα του βασιλιά».]
Κυρίως όμως καταστράφηκαν αναρίθμητα έργα τέχνης: τόσο της κλασσικής αρχαιότητας π.χ. αγάλματα του Δια, του Απόλλωνα, των Διοσκούρων, το χάλκινο άγαλμα του Ηρακλή από τον Λύσσιπο τον Σικυώνιο, της Άρτεμης, της Ηρας, της Ελένης του Μενελάου κ.ά. που κοσμούσαν δρόμους, πλατείες και παλάτια της Βασιλεύουσάς μας, όσο και της βυζαντινής περιόδου, τα οποία κομμάτιαζαν για να αφαιρέσουν το χρυσό, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους, ενώ τα κατασκευασμένα από χαλκό τα έλυωναν στα καμίνια για να κόψουν νομίσματα. Μονο οι Βενετοί μπόρεσαν να σώσουν ορισμένα από αυτά, όπως τα περίφημα τέσσερα χάλκινα άλογα του Ιπποδρόμου που τα μετέφεραν στη Βενετία και τα τοποθέτησαν στο ναό του Αγίου Μάρκου. Οι πιο φρικτοί από όλους ήταν οι Γάλλοι και οι Φλαμανδοί, ενώ αντιθέτως οι Βενετοί που ήταν εξοικειωμένοι με το βυζαντινό πολιτισμό του οποίου ήταν θαυμαστές και αντιγραφείς, αλλά και λόγω των γνωριμιών τους με τους Έλληνες ήταν οι πλέον φιλέυσπλαχνοι έναντι των ηττημένων. Ηταν τέτοια η έκταση της καταστροφής που στο τέλος το άλλοτε περικαλλές άστυ, η βασιλίδα των πόλεων της οικουμένης, που επί 9 αιώνες είχε συσσωρεύσει αμύθητα πλούτη, κατάντησε σκέτο κουφάρι.
Μεθυσμένοι από τη νίκη τους οι Δυτικοί περιγελούσαν τους νικημένους, φορούσαν με γελοίο τρόπο τα ρούχα που τούς είχαν αρπάξει, τοποθετούσαν στα κεφάλια των αλόγων τους τις καλύπτρες και τα κοσμήματα των Ρωμηών. Άλλοι κρατούσαν αντί για σπαθί χαρτιά, μελανοδοχεία, και βιβλία, και περιφέρονταν στους δρόμους της Πόλης, παριστάνοντας τους λογίους. Το πιο τραγικό από όλα ήταν όμως ότι ολόκληρος ο γυναικείος πληθυσμός της Κωνσταντινουπόλεως, αδιακρίτως ηλικίας ή ιδιότητας (μοναχές) υποβλήθηκε στην τρομερή διαδικασία του βιασμού. Τότε ακριβώς εσφάγησαν οι περισσότεροι από τους άρρενες κατοίκους: διότι στην προσπάθειά τους οι πατεράδες και οι σύζυγοι να διαφυλάξουν την τιμή των θυγατέρων και των συζύγων έπεσαν θύματα των αποχαλινωμένων Δυτικών. Βόγκηξε η Κωνσταντινούπολη από τον ατελείωτο βιασμό. Δεν περιγράφονται τα μαρτύρια που υπέστησαν οι κάτοικοι επί τρεις συνεχείς ημέρες, διότι τους βασάνιζαν απάνθρωπα για να τους αποκαλύψουν τα μέρη όπου είχαν κρύψει χρυσά και αργυρά νομίσματα και κυρίως τιμαλφή. Μόνο όταν κορέστηκε η δίψα τους για αρπαγή, αίμα και γενετήσιες απολαύσεις, ησύχασαν. Κατόπιν συγκέντρωσαν όλη τη λεία και την έθεσαν υπό την φύλαξη των ευγενών (Ν. Τσάγγα, Μάτζικερτ, η αρχή του τέλους του μεσαιωνικού Ελληνισμού, εκδ. Γκοβοστή, σ. 323).
Γράφει κι ο Νικήτας Χωνιάτης που ήταν επίσης παρών στην Άλωση της Πόλης: «Κι έτσι, καθένας είχε πόνο, στα στενά θρήνος και κλάματα, στα τρίστρατα οδυρμοί, στους ναούς ολοφυρμοί, φωνές των ανδρών, κραυγές των γυναικών, απαγωγές, υποδουλώσεις, τραυματισμοί και βιασμοί σωμάτων. (..) Το ίδιο και στις πλατείες, και δεν υπήρχε μέρος ανεξερεύνητο που να δώσει άσυλο σε αυτούς. Χριστέ μου, τι θλίψη και φόβος υπήρχαν τότε στους ανθρώπους (...)».
Αυτή ήταν η απαρχή της Φραγκοκρατίας, και αναρωτάται κανείς γιατί αντιπαθούσαν τόσο πολύ οι Έλληνες του 1453 τους Λατίνους; Στην Κρήτη είχαν αρχίσει να γράφουν τα ελληνικά με λατινικό αλφάβητο λόγω λατινικής επιρροής. Οι Τούρκοι δεν τους απαγόρευαν τη θρησκεία ή τη γλώσσα και τέλος πάντων, οι Ελληνες της Κάτω Ιταλίας που ήταν ορθόδοξοι και ελληνόφωνοι ώς τον 11ο αι. εκλατινίστηκαν όταν οι Νορμανδοί κατέλαβαν την Ιταλία και σήμερα ελάχιστοι μιλούν ελληνικά, ενώ ώς τον 20ό αι. υπήρχαν στη Μικρα Ασία εκατομμύρια ελληνικών πληθυσμών που διατήρησαν την ελληνοφωνία και την ορθοδοξία και επέστρεψαν στην Ελλάδα. Οι Τούρκοι εξισλάμισαν και τουρκοποίησαν πολλούς ελληνόφωνους πληθυσμούς, αλλά όχι όλους. Έμειναν 3 εκατομμύρια το 1922. Οι Λατίνοι τους εκλατίνισαν όλους τους κατοίκους της Νότιας Ιταλίας. Τι ήταν λοιπόν το λιγότερο δυσάρεστο, ο χαμός όλων ή ο χαμός πάρα πολλών αλλά όχι όλων; Γιατί, ας μη ξεχνάται, μόνο η Πόλη είχε απομείνει και δεν υπήρχε ελπίδα επανάκτησης των εδαφών Βαλκανίων-Μικρασίας, ούτε και η Δύση ενδιαφέρθηκε να κάνει πόλεμο στους Τούρκους για χάρη των Ελλήνων. Δύο πλοία και 700 στρατιώτες έστειλε η Δύση το 1453, ενώ είχε ήδη υπογραφεί η Ένωση των Εκκλησιών. Τόσα πολλά. Τόσο πολύ νοιαζόταν.
Ασφαλώς πρέπει να πάψει το παραμύθι της συνωμοσίας ότι η Εκκλησία «παρέσυρε» το λαό κάνοντάς τον αντιδυτικό και φανατίζοντάς τον, ή ότι μόνο η εκκλησία ήταν αντιδυτική ενώ ο λαός παρασύρθηκε από τους παπάδες. Ο λαός ήταν αυτός που υπέφερε περισσότερο στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, και γι' αυτό και ήταν αντιδυτικός. Είναι ντροπή αυτοί που κατά τα άλλα μιλούν εξ ονόματος του λαού να ισχυρίζονται πως ο λαός δεν ήξερε το συμφέρον του ή πως ήταν μικρό παιδί που το παρέσυρε η Εκκλησία, και δεν έβλεπε τα όσα του προκαλούσαν οι Λατίνοι από το 1204 και μετά. Όλοι αυτοί που ισχυρίζονται ότι «εξαπατήθηκε ο λαός» με παιδαριώδεις συνωμοσίες αναλύουν την ιστορία.
Ο ανθελληνισμός των Δυτικών της εποχής εκείνης (Άλλοι, φυσικά, οι Δυτικοί εκείνοι κι άλλοι οι σημερινοί.) δεν είναι πλάσμα της φαντασίας τίποτε σημερινών φανατικών, που θέλουν κατηγορώντας τη Δύση να δικαιολογήσουν τη σημερινή ανικανότητα των Ελλήνων να αυτοκυβερνηθούν˙ ούτε είναι μυστικές συνωμοσίες, που καταγράφηκαν σε τίποτε δυτικά κρυμμένα έγγραφα. Αιώνες πριν το 1204, ο ιταλός πρέσβης του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα, ο Λιουπράνδος της Κρεμώνας παραθέτει μια συζήτηση που ο ίδιος είχε με τον Νικηφόρο Φωκά: «Ετοιμαζόμουν να τού απαντήσω σε έντονο ύφος, αλλά ο Νικηφόρος δεν με άφησε, γιατί μου φώναξε για να με προσβάλει: «Εσείς δεν είστε Ρωμαίοι [=Ρωμηοί] αλλά Λογγοβάρδοι!» Τότε θύμωσα και εξερράγην. Εκείνος ήθελε ακόμη να μιλήσει και με το δάχτυλό του μου έκανε νεύμα να σιωπήσω, αλλά εγώ αδιαφόρησα και του είπα: «Ο αδελφοκτόνος Ρωμύλος, που έδωσε το όνομά του στους Ρωμαίους (...) προσέφερε άσυλο στη Ρώμη σε κάθε χρεοκοπημένο και δραπέτη σκλάβο και φονιά και αξιοθάνατο. Αυτή τη συμμορία τη βάφτισε Ρωμαίους. Από αυτή την αριστοκρατία κατάγονται εκείνοι που εσείς ονομάζετε κοσμοκράτορες. Γι’ αυτό εμείς οι Λογγοβάρδοι, οι Σάξωνες, οι Φράγκοι, οι Λοθαρίγγιοι, οι Βαυαροί, οι Σουηβοί και οι Βουργούνδιοι, τους περιφρονούμε τόσο πολύ που όταν θυμώνουμε και θέλουμε να βρίσουμε βαριά κάποιους εχθρούς τους αποκαλούμε Ρωμαίους [=Ρωμηούς]. Και με αυτή τη λέξη εννοούμε ο,τιδήποτε το αχρείο, τη δειλία, την τσιγκουνιά, την ακολασία και το ψέμα. Με άλλα λόγια, όλες τις αμαρτίες» (κεφ. 12).
Ας εξετάσουμε τώρα καθεαυτό το επιχείρημα της «προδοσίας της Εκκλησίας» όσο και της φήμης του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ως υπερασπιστή. Σύμφωνα με τον Κορδάτο, υπήρξε αρχικά συμφωνία για την παράδοση της Πόλης, μεταξύ Μωάμεθ Β’ και Παλαιολόγου. Την άποψη αυτή, ο Κορδάτος, την βασίζει στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του Ρώσου (κατ’ άλλους Πολωνού ή Τάταρου ή Έλληνα) Δημήτρη Καντεμίρ ή Καντεμίρη (1663 Μολδαβία –1727 Ρωσσία), η οποία γράφτηκε στα τέλη του 17ο αιώνα με αρχές του 18ου και πράγματι περιγράφει ότι η Πόλη δεν πάρθηκε δια της βίας, αλλά με συνθήκη. Ο Κορδάτος προσθέτει, ότι ενώ είχε συμφωνηθεί η παράδοση, ο σουλτάνος έθεσε και νέους όρους, οπότε ο Παλαιολόγος ακύρωσε τη συνθήκη και έπεσε μαχόμενος, αλλά ο Μωάμεθ δεν έσφαξε όλους τους κατοίκους ούτε λεηλάτησε τις εκκλησίες και τις περιουσίες τους, παρά μόνο των φιλοενωτικών. Τους ανθενωτικούς τούς άφησε ήσυχους. Με αυτόν τον τρόπο, υποστηρίζει, αιτιολογείται η ύπαρξη σώων χριστιανικών εκκλησιών μετά την Άλωση, αφού ο ισλαμικός νόμος προστάζει τη σφαγή και λεηλασία κάθε πόλης που καταλαμβάνεται δια της βίας. Ωστόσο, προκύπτουν τα εξής ζητήματα:
1) Ενώ ο Κορδάτος λέει ότι οι Τούρκοι «όσα [εκκλησίες, περιουσίες κ.ά.] ανήκαν στους ανθενωτικούς τα σεβάστηκαν» (Γιάνη Κορδάτου, Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου, εκδότης Πέτρος Δ. Καραβάκος, Αθήνα 1953, σ. 373), αυτό δεν αληθεύει: «Ουδεμία διάκρισις των διασωθέντων ναών κατά συνοικίας είναι δυνατή. Ο ναός των Αγίων Αποστόλων, ο οποίος διετηρήθη άθικτος εις ουδεμίαν από τας δήθεν συνθηκολογήσας συνοικίας ανήκει. Ωσαύτως η Μονή της Χώρας, ο ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, η Αγία Θεοδώρα, η Περίβλεπτος, εκκλησίαι, αι οποίαι διετηρήθησαν χριστιανικαί και μετά την Άλωσιν, μεταβληθείσαι αργότερον εις τζαμιά, ευρίσκονται εις διαφόρους συνοικίας. Την λεηλασίαν εξάλου, όπως παραδίδουν πάντες οι ιστορικοί της Αλώσεως, ουδείς των ναών της Κωνσταντινουπόλεως διέφυγεν» (Μαρία Κ. Χαιρέτη, Μνημοσύνη I, (1967) σ. 336, στο Ι.Μ. Χατζηφώτη, Βυζάντιο και Εκκλησία, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, σ. 42). Χαρακτηριστικά γράφει ο Νικόλο Μπαρμπάρο, υπερασπιστής της Πόλης: «όσους έβρισκαν στους δρόμους τούς περνούσαν από τη λεπίδα της χατζάρας τους, γυναίκες και άντρες και γέρους και παιδιά, αδιακρίτως». Ο Φραντζής πάλι, λέει, απορρίπτοντας την άποψη του Κορδάτου: «κανένα μέρος ή καταφύγιο δε γλίτωσε από την έρευνα [των Τούρκων] ή τη βεβήλωση» και «παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών» (κεφάλαιο 8). Κι ο ανθενωτικός Κριτόβουλος το ίδιο ισχυρίζεται. Συνεπώς, οι Τούρκοι έσφαζαν αδιακρίτως ανθενωτικούς και φιλενωτικούς. Εάν υπήρχε συμφωνία ανθενωτικών και Τούρκων, τότε οπωσδήποτε ο Μωάμεθ θα είχε δώσει εντολή να μη σφάζουν οι στρατιώτες όποιον έβρισκαν μπροστά τους και να μην λεηλατούν όλα τα σπίτια, άρα κι αυτά των ανθενωτικών.
2) Κανείς από τους ιστορικούς της Άλωσης, ούτε ο Δούκας ούτε ο Σφραντζής ούτε ο Χαλκοκονδύλης ούτε ο Κριτόβουλος, δεν αναφέρει πουθενά για μερική παράδοση της Κωνσταντινούπολης ή για συνθηκολόγηση του Παλαιολόγου. Αυτοί οι τέσσερις ιστοριογράφοι, μαζί με άλλους δύο, έναν Ρώσο κι έναν Βενετό, πουθενά δεν κάνουν λόγο για συνθηκολόγηση του Παλαιολόγου ή μερική παράδοση εκ μέρους των κατοίκων. Ούτε οι τουρκικές πηγές αναφέρουν κάτι τέτοιο. Ο Κορδάτος βασίζεται αποκλειστικά στον Καντεμίρη, ο οποίος έγραψε 200 με 250 χρόνια μετά την Άλωση. Είναι λογικότερο να πιστέψουμε τον αυτόπτη μάρτυρα Φραντζή, τον αυτόπτη μάρτυρα, Βενετό Νικόλο Μπαρμπάρο, τον αυτόπτη μάρτυρα Ρώσο Νέστορα Ισκεντέρη καθώς και τους Δούκα, Κριτόβουλο και Χαλκοκονδύλη, οι οποίοι ήταν σύγχρονοι της Άλωσης, αλλά δεν αναφέρουν τίποτε περί παράδοσης ή συνθηλολόγησης, παρά να πιστέψουμε σε αβάσιμες μυθοπλασίες του Καντεμίρη, δύο αιώνες μετά την Άλωση, τις οποίες κανείς άλλος πριν από αυτόν δεν είχε ισχυριστεί. Ο Υψηλάντης, αντιγράφει απλώς τον Καντεμίρη, ένα αιώνα μετά.
3) Ο ίδιος ο Κορδάτος, παραθέτει την άποψη κάποιου τουρκολόγου Χότζη, ότι η σμφωνία έγινε μεταξύ Ανθενωτικών- Σουλτάνου. Ωστόσο, αρνείται την πιθανότητα οι ανθενωτικοί (π.χ. ο Νοταράς) να έκαναν μυστική συνθηκολόγηση, κρυφά από τον Παλαιολόγο: « Η γνώμη του Χότζη, ότι, τάχα, η συμφωνία της παράδοσης δεν υπογράφηκε από τον αυτοκράτορα Παλαιολόγο, αλλά από τους άρχοντες (Νοταρά και λοιπούς) μού φαίνεται, πως δεν είναι σωστή. Ο σουλτάνος θα δυσκολευόντανε να κάνη αυτές τις υποχωρήσεις, ούτε μπορούσαν οι διάφοροι Νοταράδες να ενεργήσουν από κεφαλιού τους, να ανοίξουν το κάστρο και να πάνε στη σκηνή του σουλτάνου, να διαπραγματευτούν τους όρους της παράδοσης και να ξαναγυρίσουν. Όπως ξέρουμε, και όταν ακόμα οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη, πολλοί, από τους ενωτικούς, αντιστάθηκαν και πολέμησαν ώρες. Ήταν, λοιπόν, δυνατόν ο Νοταράς και οι οπαδοί του να ανοίξουν την πόρτα του κάστρου και να πάνε στο Μωάμεθ χωρίς να το θέλει ο βασιλιάς Κωνσταντίνος; Δε θέλει ρώτημα, πως μια τέτοια ενέργεια θα είχε πολύ σοβαρές συνέπειες για το Νοταρά και τους φίλους του. Θα τους κάνανε κομμάτια οι ενωτικοί, που ήταν οπλισμένοι και μανιασμένοι» (Γιάνη Κορδάτου, Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου, εκδότης Πέτρος Δ. Καραβάκος, Αθήνα 1953, σ. 378). Ο Κορδάτος, πολύ σωστά, αναφέρει ότι οι φιλενωτικοί (π.χ. ο Φραντζής κ.ά.) μισούσαν και περιφρονούσαν τους ανθενωτικούς. Επομένως είναι λογικό, ότι εάν υπήρξε τέτοια συμφωνία μεταξύ Τούρκων και ανθενωτικών, οι φιλενωτικοί θα το κατήγγειλαν και θα το φώναζαν, μέσα από τα γραπτά τους. Θα γινόταν, εξάλλου, αμέσως γνωστό, από τον Μωάμεθ, ότι οι ανθενωτικοί τον βοήθησαν και γι’ αυτό το λόγο αυτός τους έδωσε προνόμια. Ωστόσο, κανείς φιλενωτικός ιστοριογράφος της Άλωσης δεν κατηγόρησε τους ανθενωτικούς για μυστική συμφωνία παράδοσης της Πόλης. Ο Φραντζής εκφράζεται περιφρονητικά για τον Νοταρά, αλλά δεν λέει ότι συμφώνησε πριν την Άλωση μυστικά μαζί του για να πέσει εύκολα η Πόλη. Άρα, το επιχείρημα της «προδοσίας της (ανθενωτικής πλευράς της) Εκκλησίας» είναι απαράδεκτο ελλείψει στοιχείων.
4) Ο Κορδάτος ισχυρίζεται ότι ο λόγος που ο ανθενωτικός Κριτόβουλος (που έγραψε τη διήγησή του 14 χρόνια μετά την Άλωση, στην Πόλη), δεν αναφέρει την συνθηκολόγηση του Παλαιολόγου είναι, για να εμφανίσει τον σουλτάνο ως «μεγάλο στρατηλάτη, δηλαδή θέλει να τονίσει πως ο τίτλος του Πορθητή του αξίζει» (Γιάνη Κορδάτου, Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου, εκδότης Πέτρος Δ. Καραβάκος, Αθήνα 1953, σ. 379). Αυτά βέβαια δεν είναι ιστορία, αλλά μυθοπλασίες της Χαλιμάς. Εάν έστω κι ένας από τους υπόλοιπους ιστοριογράφους έκανε λόγο για συνθηκολόγηση, τότε η απόκρυψή της από τον Κριτόβουλο θα ήταν πιθανόν να δικαιολογηθεί, κατά τον τρόπο που ο Κορδάτος λέει. Αφού όμως κανείς δεν κάνει λόγο για συνθηκολόγηση, ποιος ο λόγος να υποθέσουμε ότι αυτή έλαβε χώρα; Ο Κορδάτος ισχυρίζεται ότι ο Φραντζής την αποκρύπτει, διότι ο ίδιος είναι φιλενωτικός, άρα έλαβε μέρος στην απόφαση για συνθηκολόγηση κι επομένως θα κατηγορούνταν ως προδότης. Όμως: ούτε οι ανθενωτικοί κατηγορούν τους φιλενωτικούς ότι οι τελευταίοι ζήτησαν συνθηκολόγηση ούτε οι φιλενωτικοί κατηγορούν τους ανθενωτικούς ότι προσπάθησαν να παραδόσουν προδοτικά την Πόλη. Τι συνέβη; Παρασιωπούν οι μέν τα κακά των δε, παρασιωπούν και οι δε τα κακά των μεν; Πάλι συνωμοσία; Πολύ πιο εύκολο θα ήταν, γράφοντας τις διηγήσεις τους – και αλληλομισούμενοι – οι ενωτικοί κι οι ανθενωτικοί να επέρριπταν ο ένας στον άλλο τέτοιες κατηγορίες, αντί να συμφωνήσουν μυστικά, ώστε κανείς να μη μάθει την αλήθεια. Απλώς πρόκειται για μυθοπλασίες, με σκοπό να κατηγορηθεί είτε ο Παλαιολόγος είτε η Εκκλησία.
5) Ο Κορδάτος υποστηρίζειότι ο θρύλος του Μαρμαρωμένου βασιλιά γεννήθηκε σε περιοχές με έντονη επιρροή των δυτικών, τα Νησιά και τον Μωριά, όπως λέει (Γιάνη Κορδάτου, Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου, εκδότης Πέτρος Δ. Καραβάκος, Αθήνα 1953, σ. 379), ενώ στις υπόλοιπες περιοχές υπήρχε η αντίληψη ότι ο Παλαιολόγος πέθανε για τις αμαρτίες του, δηλαδή τον φιλενωτισμό του. Ωστόσο, ο Μωριάς δεν ήταν δυτικός εκείνη την εποχή˙ ήταν βυζαντινή επικράτεια. Επιπλέον, ακόμη κι ο φιλενωτικός Φραντζής, στο λόγο που αποδίδει στον Παλαιολόγο μια μέρα πριν την Άλωση, βάζει τον Δραγάση να λέει ότι «αν τυχόν για τις δικές μου αμαρτίες ο Θεός παραχωρήσει τη νίκη στους ασεβείς...». Συνεπώς, η αντίληψη περί αμαρτίας-τιμωρίας δεν είναι μόνο ανθενωτική, αλλά και φιλενωτική και επομένως η «αμαρτία» δεν αφορά την φιλενωτική πολιτική του Κωνσταντίνου ΙΑ’. Άλλωστε, ο Παλαιολόγος δεν πίεζε κανέναν να αποδεχτεί την ένωση και ήταν πολύ ήπιος.
6) Τα προνόμια που έδωσε ο Πορθητής στην Εκκλησία οφείλονται αποκλειστκά σε δικές του σκοπιμότητες. Οι Τούρκοι δεν ήθελαν να προκαλέσουν τους Ορθόδοξους της Βαλκανικής, την οποία μόλις είχαν κατακτήσει. Πρέπει λοιπόν να υποθέσουμε, ότι πριν την Άλωση, ο Μωάμεθ είχε σκεφτεί να δώσει τα προνόμια στην Εκκλησία, με σκοπό να μην ερεθίσει τους πολυπληθείς ορθόδοξους των νεοκατακτημένων περιοχών. Γι’ αυτό εξηγούνται και οι ναοί που παρέμειναν χριστιανικοί μετά την Άλωση. Παρέμειναν χριστιανικοί μεν, βεβηλώθηκαν και λεηλατήθηκαν δε.
7) Όπως μάς είναι γνωστό, ο Μωάμεθ τιμώρησε έναν στρατιώτη του που κατέστρεφε την Αγία Σοφία, λέγοντάς του ότι τα δημόσια κτίρια είναι δικά του. Όντας δικά του, μπορούσε να τα επιστρέψει στους χριστιανούς κτήτορές τους ή να τα κάνει ό,τι θέλει.
8) Προβάλλεται από μερικούς, ως πειστήριο της δήθεν προδοτικής στάσης της Εκκλησίας κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης ο στίχος «είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει» που βρίσκει κανείς σε θρήνους για την Άλωση. Ξεχνούν όμως πως στους ίδιους θρήνους βρίσκει κανείς το στίχο «πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας είναι». Πώς γίνεται να επιδιώκεται προδοτικά από την Εκκλησία η πτώση της Πόλης κι από την άλλη να δίνεται ελπίδα πως κάποτε θα την ξαναπάρουμε; Αν η Εκκλησία ήταν φιλότουρκη και είχε προδοτικό ρόλο κατά την Άλωση, τότε σκοπός της θα ήταν όχι να σπείρει ελπίδες ότι «πάλι με χρόνια με καιρούς» θα ξαναγίνουν δικά μας τα χαμένα, αλλά το αντίθετο: να λέει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να απελευθερωθούμε. Επίσης ξεχνάται ότι σε άλλους θρήνους (π.χ. τον ποντιακό «Πάρθεν η Ρωμανία») στο άκουσμα της είδησης της Αλωσης «μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια». Αν η Εκκλησία και τα μοναστήρια είχαν προδοτικό ρόλο και αν είταν φιλότουρκα, τότε καθόλου δε θα θρηνούσαν για την Άλωση, και η λαϊκή μούσα δεν θα ανέφερε τέτοια αντίδραση.
9) Ας μην παπαγαλίζουν οι «αρχαιολάτρες» εθνικιστές το ρητό του Νοταρά «καλύτερα να δει κανείς στην Πόλη Τούρκους παρά Λατίνους». Ο Νοταράς δεν συνεργάστηκε με τους Τούρκους, και δε πρόδωσε ούτε την πίστη του ούτε την αξιοπρέπειά του έχασε, και αποκεφαλίστηκε. Οι ανθενωτικοί δεν έλεγαν «θέλουμε να υποδουλωθούμε στους Τούρκους», αλλά «αν τυχόν υποδουλωθούμε, είναι προτιμότερο από τους Τούρκους παρά από τους Λατίνους». Αυτά τα δύο πράγματα δεν σημαίνουν καθόλου το ίδιο πράγμα. Το πρώτο («θέλουμε να υποδουλωθούμε στους Τούρκους») σημαίνει προδοσία, αλλά ουδέποτε το είπαν οι ανθενωτικοί. Το δεύτερο, αυτό που είπαν οι ανθενωτικοί («αν τελικά κάποιοι μας υποδουλώσουν, καλλίτερα να είναι οι Τούρκοι παρά οι Λατίνοι») συνιστά απάντηση σε ένα δίλλημα υποθετικό, κι όχι εθελοδουλεία.
10) Και φυσικά, διαφεύγει από πολλούς η λεπτομέρεια πως η διοίκηση της Εκκλησίας είχε υπογράψει την Ένωση των Εκκλησιών. Ποιους εννοούν με τον όρο «Εκκλησία», όταν ισχυρίζονται πως «η Εκκλησία βοήθησε τους Τούρκους να πάρουν την Πόλη»; Αν εννοούν την διοίκηση της Εκκλησίας αυτή ήταν φιλενωτική. Μήπως εννοούν τον λαό, δηλαδή το πλήρωμα της Εκκλησίας; Σ' αυτήν την περίπτωση, θα έπρεπε να σιωπήσουν και να μη κατηγορούν την Εκκλησία. Το γνωστο σοφιστικό επιχείρημα εφαρμόζουν και πάλι: όποτε τους συμφέρει, «Εκκλησία» είναι η ιεραρχία, ενώ αλλιώς «Εκκλησία» είναι ο λαός.

70. "Οι μοναχοί με τα μοναστήρια τους αποτέλεσαν μάστιγα. Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι Έλληνες κλείνονταν σε αυτά κατά τη βυζαντινή εποχή, με αποτέλεσμα την καταστροφή της οικονομίας και την ελάττωση του πληθυσμού, πράγμα που επέφερε την παρακμή του Βυζαντίου. Υπολογίζεται ότι την εποχή της άλωσης υπήρχαν 500 χιλιάδες καλόγεροι που δεν έπραξαν τίποτα για να σωθεί το κράτος τους. Τα μοναστήρια άρπαζαν τα χωράφια των φτωχών αποκτώντας περιουσίες αμύθητες. Στο τέλος οι καλόγεροι δε δίσταζαν να συνεργαστούν με τους Τούρκους, για να διαφυλάξουν αυτήν την περιουσία".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ο Γερμανός Βυζαντινολόγος H.-G. Beck, που διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, πρόεδρος του Γερμανικού Κέντρου Μελετών της Βενετίας, αντιπρόεδρος της Γερμανικής Εταιρείας Σπουδών, μέλος της Ακαδημίας Επιστημών του Μονάχου, της Βιέννης, του Λονδίνου, των Βρυξελλών και την Αθηνών, δίνει κάποια ικανοποιητικά στοιχεία για τον βυζαντινό μοναχισμό και την επίδρασή του στη Ρωμανία στο βιβλίο του Η Βυζαντινή Χιλιετία:
«Κάθε φορά που κάποιος αναλαμβάνει να παρουσιάσει στον σημερινό θεατή τη βυζαντινή ζωή, ο μοναχισμός αποτελεί ένα από τα πιο γραφικά στοιχεία του σκηνικού. Ο «σκηνοθέτης» ξεκινά από πολύ παλιά και θεωρεί τη γενίκευση βασική υφολογική αρχή. Σύμφωνα με μερικούς, ο «εκκλησιαστικός μηχανισμός» περιέρχεται ήδη τον 6ο αιώνα στα χέρια των μοναχών, το μοναστικό κίνημα εκπορθεί και τα «πανεπιστήμια», το Βυζάντιο «καλογεροκρατείται» από τον 6ο κιόλας αιώνα. Για αποδείξεις ούτε κουβέντα. Άλλοι καταφεύγουν στη στατιστική, συγκεντρώνουν τους πάντες που φόρεσαν κάποτε, έστω και για λίγες μέρες, το ράσο και καταλήγουν έτσι σε εντυπωσιακούς αριθμούς και σε μια εξίσου εντυπωσιακή «δημογραφική κρίση» (σ. 285).
«Αλλά, όταν διαβάζουμε τους βίους των μοναχών, μάς δημιουργείται η εντύπωση ότι πολλοί διάλεξαν τη ζωή του καλόγερου σχετικά, αργά, αφού παντρεύτηκαν και άσκησαν κάποιο δημόσιο αξίωμα, ότι μάλιστα υπήρχε ένα σημαντικό στρώμα που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε με την έκφραση «συνταξιούχοι που έγιναν καλόγεροι». Παράδειγμα της τελευταίας κατηγορίας είναι ο Αθανάσιος, ο ιδρυτής της Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος, που προηγουμένως είχε αποκτήσει φήμη στην Κωνσταντινούπολη ως σχολάρχης, και ο Θεοφάνης ο Ομολογητής, που πριν μπει σε μοναστήρι ήταν παντρεμένος και είχε διατελέσει κρατικός λειτουργός».
«Αριθμητικά σημαντική πρέπει να ήταν επίσης η κατηγορία των Βυζαντινών που καλογέρεψαν λίγο πριν πεθάνουν, για να εξασφαλίσουν την τελευταία στιγμή τη σωτηρία της ψυχής τους.
Υπήρχε μια μεγάλη ομάδα μοναχών, για τους οποίους το μοναστήρι ήταν καταφύγιο και πρόσφερε ασφάλεια από εξωτερικές, ολότελα υλικές σκοτούρες, όπως η φορολογία, η στρατιωτική θητεία κτλ. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την ομάδα Βυζαντινών που ζητούσαν άσυλο στα μοναστήρια έπαιζαν οι αυτοκράτορες, οι ανώτεροι αξιωματούχοι και τα μέλη της αριστοκρατίας. Όχι λίγοι από αυτούς είχαν εκθρονιστεί και ανατραπεί. Αποσύρονταν λοιπόν σε ένα μοναστήρι, εκούσια ή αναγκαστικά, για να αποφύγουν μια χειρότερη τύχη»(σ. 287).
«Τα συμπεράσματα προκύπτουν από μόνα τους: δεν έχει νόημα να συμπεριλάβουμε σε μια στατιστική των βυζαντινών μοναχών και της δύναμής τους τούς λαϊκούς που «προσηλυτίστηκαν» την τελευταία στιγμή» (σ. 288).
Για τους τεράστιους αριθμούς μοναχών: «Ας μην ασχοληθούμε ιδιαίτερα με τους μεγάλους αριθμούς μοναχών, που υπολόγισαν μερικοί μελετητές. Κατά βάθος, οι αριθμοί αυτοί είναι το ίδιο επισφαλείς όσο και τα άλλα δημογραφικά στοιχεία που αφορούν το βυζαντινό πληθυσμό και τα διάφορα στρώματά του. Αν όμως κάνουμε μια σύγκριση με τη μεσαιωνική Δύση, δεν μπορούμε να αποφύγουμε την εντύπωση ότι στην τελευταία ο τρόπος ζωής, η παιδεία, η αρχιτεκτονική, η τέχνη και η βιοτεχνία επηρεάζονται από τους μοναχούς περισσότερο από όσο στην Ανατολή. Στην Ανατολή η μορφωτική και πολιτισμική παράδοση δεν είχε διακοπεί ποτέ και με κανένα τρόπο δεν αποτελούσε αποκλειστικό προνόμιο του Κλήρου, πολύ λιγότερο των μοναχών. Δεν υπήρξε κανένα καινούργιο πολιτισμικό ξεκίνημα.(σ. 291) Η Βυζαντινή κοινωνία θεωρούσε ότι η κοινωνική υπηρεσία που πρόσφερε ο μοναχισμός ήταν να λειτουργεί σαν ένας πνευματικός φάρος, που έδειχνε στον κοσμικό Βυζαντινό έναν υποτίθεται ιδανικό τρόπο ζωής. Αυτό της αρκούσε, σε γενικές γραμμές» (σ. 298).
Για την «αρπαχτικότητα» των μοναστηριών: «Δεν ήταν περισσότερο αδίσταχτα από τους μεγαλόσχημους κοσμικούς, δηλαδή έχουμε να κάνουμε μάλλον με ένα γενικό πρόβλημα της αγροτικής ιστορίας του Βυζαντίου και λιγότερο με το ερώτημα κατά πόσο δέχονταν κριτική τα θεωρητικά ιδεώδη του μοναχισμού» (σ. 300).
Για τις παρεκτροπές κάποιων μοναχών: «Αν όμως πλάι σ’ εκείνους που με το ράσο και τη μακριά γενειάδα τους καταγίνονταν με ευτελείς εγκόσμιες ασχολίες, χιλιάδες άλλοι έμειναν ανώνυμοι και πέρασαν από την ιστορία χωρίς να αφήσουν τα αποτυπώματά τους, τότε ίσως σε πολλές περιπτώσεις ο λόγος είναι ότι πήραν στα σοβαρά το ιδανικό της απάρνησης του κόσμου, όπως και αν το κρίνουμε εμείς εκ των υστέρων, δηλαδή έμειναν πιστοί στον εαυτό τους. Παρ’ όλη την κριτική, ο ιστορικός πρέπει κι εδώ να τηρήσει την παλιά αρχή ότι «η αμφιβολία είναι υπέρ του κατηγορουμένου» (σ. 304).
Για τα αποτελέσματα του ασπασμού από πολλούς του μοναχικού βίου στην αύξηση του πληθυσμού: «Πολλοί έχουν ισχυριστεί ότι η ραγδαία αύξηση των μοναστικών κοινοτήτων προξένησε δημογραφική κρίση στο Βυζάντιο, γιατί οι Βυζαντινοί που γίνονταν καλόγεροι δεν άφησαν απογόνους. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι στρατιές των μοναχών ξεκλήρισαν ολόκληρες οικογένειες και έφεραν μεγάλη ελάττωση του παραγωγικού πληθυσμού. Δεν είναι εύκολο να τοποθετηθούμε κριτικά απέναντι σε τέτοιους ισχυρισμούς. Είναι γνωστό ότι οι Βυζαντινοί δεν τα πήγαιναν και πολύ καλά με την αριθμητική ακρίβεια: οι πενηνταπέντε γίνονται εύκολα εκατό και οι εκατό εξίσου εύκολα χίλιοι. Δεν πρέπει επίσης να παραβλέψουμε ότι οι μεγάλοι αριθμοί μοναχών που αναφέρονται κάθε τόσο προέρχονται συνήθως από το στόμα εγκωμιαστών του μοναχισμού, που θέλουν έτσι να εξυμνήσουν την τεράστια επιτυχία του μοναστικού κινήματος. Δημογραφική κρίση; Ξέρουμε ότι υπήρξαν πράγματι τέτοιες κρίσεις, π.χ. στην Κωνσταντινούπολη του 6ου και του 8ου αιώνα. Αλλά οι πηγές, από όσο γνωρίζω, αποδίδουν αυτές τις κρίσεις στην πανώλη και όχι στο μοναχισμό (σ. 312). Επιπρόσθετα, είναι πολύ πιθανό ότι πολλοί Βυζαντινοί κλείνονταν σε μοναστήρι μόνο όταν είχαν πια εκπληρώσει το «χρέος» τους απέναντι στις απαιτήσεις της δημογραφικής πολιτικής του κράτους.» (σ. 313).
Για τις περιουσίες των μοναστηριών: «Μου είναι ακατανόητο πώς ξέρουν μερικοί συγγραφείς ότι ήδη τον 7ο και τον 8ο αιώνα το ένα τρίτο του συνόλου της γης ήταν ιδιοκτησία της Εκκλησίας και των μοναστηριών. Οι πρώτες πληροφορίες, που προκύπτουν από επίσημα έγγραφα, για την ύπαρξη σημαντικής έγγειας ιδιοκτησίας των μοναστηριών τοποθετούνται μόλις στα τέλη του 9ου και στις αρχές του 10ου αιώνα. Αλλά και εδώ λείπουν οποιαδήποτε αριθμητικά δεδομένα, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οικονομετρικά. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο γεγονός ότι σε ολόκληρη την ιστορία τους προβάλλουν μικρότερη αντίσταση στα έκτακτα κρατικά μέτρα για τον προσπορισμό χρημάτων από όσο η ιδιωτική οικονομία» (σ. 313). Συνιστά, βέβαια, νεοπαγανιστική μπαγαμποντιά ο ισχυρισμός ότι η περιουσία της Εκκλησίας προέρχεται από τη καταλήστευση των περιουσιών των Εθνικών. Ο Μ. Κωνσταντίνος και οι επόμενοι Αυτοκράτορες, όταν έκαναν δωρεές στην Εκκλησία, απλώς ουσιαστικά τής επέστρεφαν την περιουσία που οι Παγανιστές αυτοκράτορες άρπαζαν και δήμευαν κατά τους Διωγμούς ώς το 324. Η εκκλησιαστική περιουσία, όπως λέει κι ο Μπεκ, μόνο μετά τον 9ο αι. – όταν δεν υπήρχαν σαφώς Εθνικοί, για να τους ληστέψει – έχει καταμετρηθεί και συνεπώς καμμία τέτοια κατηγορία δεν ευσταθεί. Οι αρχαίοι ναοί ανήκαν στο κράτος. Δεν ήταν περιουσίες ιδιόκτητες.
Για την οικονομική ζημιά που προκάλεσε η αύξηση της μοναστηριακής περιουσίας: «Μπορεί πράγματι να πιστοποιηθεί ότι στο πέρασμα των αιώνων η μοναστηριακή περιουσία στο Βυζάντιο γινόταν όλο και μεγαλύτερη. (...) Αλλά σε ό,τι αφορά την οικονομική ζημιά, διαπιστώνω μια αντίφαση. Από τη μια μεριά οι μελετητές τονίζουν, πιθανότατα με το δίκιο τους, την απληστία των μοναστηριών, που πολλαπλασίαζαν την έγγεια ιδιοκτησία τους με κάθε μέσο, και από την άλλη δηλώνουν ότι τα μοναστήρια παραμελούσαν τη γη τόσο πολύ ώστε άλλοτε εύφορα εδάφη μετατρέπονταν σε ερημότοπους. Έτσι, σύμφωνα με τους παραπάνω μελετητές, τα μοναστήρια οδήγησαν τη γεωργία στην καταστροφή. Θεωρητικά, βέβαια, μπορούμε να φανταστούμε ότι μαζεύει κανείς οικόπεδα και κτήματα μόνο για να τα μαζέψει, για να τα κατέχει, χωρίς να ενδιαφέρεται να τα καλλιεργήσει. Αν όμως κοιτάξουμε τα επίσημα έγγραφα, θα δούμε καθαρά ότι μαζί με τη γή το μοναστήρι αποκτούσε και τους ανθρώπους που την καλλιεργούσαν ώς εκείνη τη στιγμή, ως ιδιοκτήτες της ή, ακόμη συχνότερα, ως πάροικοι ενός άλλου κυρίου. Η απόκτηση μιας τέτοιας έκτασης γης έφερνε στο μοναστήρι, αυτόματα,και την εργατική δύναμη των πάροικων, επομένως το προϊόν της γής. Και από τα έγγραφα που προαναφέραμε προκύπτει σαφέστατα ότι τα μοναστήρια δεν ήταν διατεθειμένα να αδιαφορήσουν γι’ αυτό το προϊόν ή, ακόμη περισσότερο, να παραιτηθούν από αυτό το όφελος των παροίκων. Τα μοναστήρια ήξεραν τη δουλειά τους, και το πλεόνασμα του προϊόντος κατέληγε σίγουρα στην αγορά, δηλαδή έμπαινε στο οικονομικό κύκλωμα της Αυτοκρατορίας. Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι η αποδοτικότητα των μοναστηριακών γαιών ήταν μικρότερη ή ότι ωφελούσε λιγότερο τη γενική κυκλοφορία των αγαθών από όσο η αποδοτικότητα των γαιών που ανήκαν σε προνοιαρίους και άλλους μεγαλοκτήμονες. Οπωσδήποτε, δεν πιστεύω ότι η οικτρή οικονομική κατάσταση το Βυζαντίου στα ύστερα χρόνια οφείλεται αποκλειστικά, ή έστω κατά κύριο λόγο, στα μοναστήρια. Από τον 12ο αιώνα, αλλά προπαντός τον 13ο, η Βενετία και άλλες εμπορικές πόλεις της Ιταλίας, αποσπούσαν από τους αυτοκράτορες τόσα προνόμια, ώστε ακόμα και η απαλλοτρίωση ολόκληρης της μοναστηριακής περιουσίας δεν θα μπορούσε να καλλιτερέψει πολύ την κατάσταση» (σ. 315).
Κατηγορούν τα μοναστήρια ότι συνθηκολόγησαν με τους Τούρκους, την εποχή της οθωμανικής εξάπλωσης, για να γλιτώσουν την περιουσία τους. Αλλά αυτό το έπρατταν και πόλεις π.χ. τα Ιωάννινα, όταν έβλεπαν ότι η αντίσταση ήταν μάταιη και οδηγούσε σε σφαγή και εξανδραποδισμό (περίπτωση άλωσης της Θεσσαλονίκης). Δεν είναι συμπεριφορά αποκλειστικά ή κύρια των μοναστηριών. Επιπλέον, στα μοναστήρια αυτά υπήρχαν και υπάρχουν χιλιάδες θησαυροί και αρχαία χειρόγραφα. Αν τα μοναστήρια και οι άοπλοι μοναχοί έκαναν πως αντιστέκονταν σε έναν στρατό που ούτε ο ρωμαίικος στρατός μπόρεσε να αντιμετωπίσει, το πιθανότερο είναι ότι θα σφάζονταν και τα μοναστήρια θα καίγονταν, μαζί με τους ανεκτίμητους θησαυρούς τους και τα αρχαιοελληνικά έγγραφα.
Κατηγορούνται επίσης τα μοναστήρια για την μεγάλη περιουσία που απέκτησαν κατά την Τουρκοκρατία. Αυτές οι κατηγορίες είναι αβάσιμες. Οι Τούρκοι είχαν συνήθειο να αρπάζουν όλα τα χωράφια των Ελλήνων, εκτός από αυτά της Εκκλησίας, διότι σέβονταν τον ιερό τους χαρακτήρα («βακούφια»). Οι Έλληνες, λοιπόν, προκειμένου να αποφύγουν την διαρπαγή των κτημάτων τους από τους μπέηδες και τους πασάδες, έκαναν συμφωνία με την Εκκλησία να χαρίζουν σ’αυτήν τα κτήματά τους, με τον όρο να τα εκμεταλλεύονται αυτοί και τα παιδιά τους. Εάν δεν το έπρατταν αυτό οι χωρικοί ή εάν οι Τούρκοι άρπαζαν ακόμη και τα εκκλησιαστικά κτήματα, τότε δε θα απέμενε κανένας Έλληνας με δική του κτηματική περιουσία, με ανυπολόγιστες συνέπειες, όπως για παράδειγμα την αύξηση του μεταναστευτικού ρεύματος στη Δ. Ευρώπη και την ολοκληρωτική ερήμωση της Ελλάδας. Όσο για τη σημερινή εκκλησιαστική περιουσία, η αλήθεια είναι ότι τους δύο τελευταίους αιώνες το κράτος έχει αρπάξει δια της βίας μέγιστο τμήμα της. Γι’ αυτό και έχει συμφωνήσει με την Εκκλησία να μισθοδοτεί επ’ άπειρον τους κληρικούς, αντί να πληρώσει για την αξία της διαρπαγείσας περιουσίας. Αυτό είναι ανεξάρτητο του χωρισμού ή μη Εκκλησίας-Κράτους και αποστομώνει όσους επιτήδειους ισχυρίζονται ότι.. υπάρχει «παπαδόσημο» ή ότι οι κληρικοί είναι δημόσιοι υπάλληλοι και ότι οι Έλληνες φορολογούμενοι υποχρεώνονται να πληρώνουν τους λειτουργούς μιας θρησκείας στην οποία ίσως δεν πιστεύουν (Περισσότερα για το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας: http://www.oodegr.com/oode/koinwnia/perius1.htm ).
Αλλά και κατά την επανάσταση του 1821 ο ρόλος των μοναστηριών ήταν ευεργετικός. Γράφει ο Μακρυγιάννης: «Εκεί [στα μοναστήρια] ήταν και οι τζεμπιχανέδες [πυρομαχικά] μας και όλα τ’ αναγκαία του πολέμου˙ ότ’ ήταν παράμερον και μυστήριον από τους Τούρκους. Και θυσίασαν οι καϊμένοι οι καλόγεροι˙ και σκοτώθηκαν οι περισσότεροι εις τον αγώνα. Και οι Μπαυαρέζοι παντήχαιναν [νόμιζαν] ότ’ είναι οι Καπουτζίνοι της Ευρώπης, δεν ήξεραν ότ’ είναι σεμνοί κι’ αγαθοί άνθρωποι» (Απομνημονεύματα, Μακρυγιάννη, εκδ. Πέλλα, σ. 368). Σε ανταμοιβή της εθνικής προσφοράς των μοναστηριών το 1821, το βαυαρικό Ελληνικό κράτος έκλεισε τα 412 από τα 546 μοναστήρια της ελληνικής επικράτειας. Ύστερα απ’ αυτό, περιμένουμε από τους Νεοπαγανιστές να τιμήσουν το μεγάλο βασιλιά Όθωνα και την Αντιβασιλεία.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Mon Oct 04, 2021 12:07 pm

71. "Στον τόπο μας έχουμε Ρωμηοκρατία».

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Σε όλα τα δημοτικά τραγούδια ο λαός μας, ονομάζεται Ρωμηός. Πώς γίνεται να έχουμε Ρωμηοκρατία, αφού ο λαός είναι Ρωμηός;
-Οι ρεμπέτες ξένοι κυρίαρχοι είναι μήπως κι αυτοί, που στα τραγούδια τους βρίσκεις δεκάδες φορές τη λέξη Ρωμηός ως εθνικό προσδιορισμό του λαού που κατοικεί στον τόπο αυτό, αλλά ουδέποτε βρίσκεις το Ελληνας; Οι ρεμπέτες δε μπορεί να κατηγορηθούν ως θρησκόληπτοι, διότι δεν είχαν πολλά πάρε δώσε με τη θρησκεία, κι όμως Ρωμηοί ήταν και για Ρωμηούς έγραφαν.
-Ο Σεφέρης, ο Παλαμάς, που χρησιμοποιούσαν τα Ρωμηός και Ρωμηοσύνη; Προδότες ήταν; Ή μήπως ήταν παραπλανημένοι;
-Ο Ρίτσος, που έγραψε τη Ρωμιοσύνη, μήπως ήταν πράκτορας των Ρωμηών;
-Ο Σουρής, που την εφημερίδα του την ονόμασε Ρωμηός, είναι κι αυτός ξένος και ανθέλληνας; Μόνο ένας ανιστόρητος θα το έλεγε αυτό. Το Ρωμηός σημαίνει Έλληνας, για όλους εκτός από τους φανατικούς αρχαιολάτρες που νομίζουν πως επειδή όλοι οι παραπάνω μιλάνε για Ρωμηούς, είναι «ξένοι κατακτητές».
Το επιχείρημα πως το «Ρωμηός» είναι ξενικής προέλευσης και γι' αυτό δεν πρέπει να χρησιμοποιείται είναι εσφαλμένο γιατί στηρίζεται στο αφελές ιδεολόγημα ότι μόνο ό,τι προέρχεται από την αρχαία εποχή είναι πραγματικά ελληνικό. Τα έθνη στη διάρκεια των αιώνων προσλαμβάνουν και αποβάλλουν πολλά στοιχεία, πλην όμως αυτό δε σημαίνει ότι χάνουν την εθνικότητά τους.
Οι Γαλάτες της Γαλατίας με τον κελτορωμαϊκό πολιτισμό τους κατακτήθηκαν τον 5ο αι. από τη γερμανική φυλή των Φράγκων, οι οποίοι πάντοτε ήταν ένα μικρό ποσοστό των κατοίκων της Γαλλίας, αλλά όλοι πλέον λέγονται Φράγκοι και το κράτος ονομάζεται «Φραγκία» (France), δίχως κανείς Γάλλος να φέρνει αντίρρηση λόγω του ξενικού ονόματος, ή να το θεωρεί σύμβολο ξένης κατοχής, έπειτα από 15 αιώνες. Οι Φράγκοι εκγαλατίστηκαν και εκλατινίστηκαν. Οι Ρώσοι ονομάζονται «Ρώσοι» επειδή τον 9ο αι. μια σκανδιναβική φυλή, οι Ρώς κατέκτησαν τα εδάφη της σημερινής Ρωσίας και έδωσαν το όνομά τους στη χώρα και τους σλαβικούς πληθυσμούς που ζούσαν εκεί, αλλά κανείς Ρώσος δεν αισθάνεται ως ξένο το όνομα «Ρώσος». Τόσο στην περίπτωση των Φράγκων όσο και των Ρώσων, οι λιγοστοί κατακτητές αφομοιώθηκαν και με το πέρασμα λίγων αιώνων έπαψε να υφίσταται διαφορά, και είναι παράλογη η ιδέα πως οι Σλάβοι της Ρωσίας ή οι κάτοικοι της Γαλλίας είναι υπό ξένη κατοχή μόνο και μόνο επειδή τους έμεινε ένα αρχικώς ξένο όνομα. Το αντίθετο, είναι περήφανοι για το όνομά τους.
Η Αγγλία επίσημα ονομάζεται «Μεγάλη Βρετανία» εξαιτίας της κατάκτησής της πριν 10 αιώνες από τους Βρετανούς Νορμανδούς της Βρετάνης, η οποία είναι μια επαρχία της Γαλλίας. Κανείς όμως κάτοικος του Ηνωμένου Βασιλείου δεν ζήτησε να αλλάξει το όνομα της χώρας του επειδή είναι ξενικής προέλευσης. Αντίθετα, το θεωρούν δικό τους. Αν αυτά ισχύουν για διάστημα 10 αιώνων, τι πρέπει να ισχύει για διάστημα 18 αιώνων; (Από το 212 μ.Χ.)
Χαρακτηριστικά, γράφει ο ανώνυμος Φράγκος συγγραφέας του «Χρονικού του Μωρέος» (14ος αι.) για το ποιοί είναι οι «Ρωμαίοι-Ρωμηοί»: «Διαβόντα γαρ χρόνοι πολλοί αυτείνοι οι Ρωμαίοι / Έλληνες είχαν το όνομα, ούτως τους ωνομάζαν / -πολλά ήταν αλαζονικοί, ακόμη το κρατούσιν - / από την Ρώμη απήρασιν το όνομα των Ρωμαίων.» (στιχος 795)
Λοιπόν το όνομα Ρωμηός έγινε δικό μας, διότι το κάναμε δικό μας και το πήραμε γιατί είμασταν οι καλλίτεροι και οι πιο άξιοι, όσο κι αν στους ξένους φάνηκε «αλαζονική» η πράξη αυτή. Όπως λέει κι ο Ψυχάρης: «τόσο το καλύτερο αν έχουμε δύο δόξες αντί μία» (Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά μελετήματα, εκδ. Νέα σύνορα-α.λιβάνης, σ. 224).
Αιώνες πριν το Χρονικό του Μωρέος, ο επισκοπος Βιέννης γράφει ενθουσιασμένος στον Χλωροβίκο (Κλόβις), πρώτο βασιλιά των Φράγκων που βαφτίστηκε Χριστιανός στα τέλη του 5ου αι., «Η Ελλάδα μπορεί να χαίρεται που έχει εκλέξει ένα δικό μας (ορθόδοξο) αυτοκράτορα» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ' σ. 144). Με το Ελλάδα εννοεί την Ρωμανία, δηλαδή το Βυζάντιο , και μάλιστα πρωτού ο όρος αυτός λάβει στους Καθολικούς την έννοια του αιρετικού (πράγμα που έγινε το 794). Πράγμα που σημαίνει ότι από τότε ήδη ήταν γνωστό τοις πάσι ποιος είναι αυτος οι παράξενος λαός ονόματι [ουδέποτε αυτοαπεκλήθη έτσι] «Βυζαντινοί».
Τα ονόματα δεν έχουν καμμία «αναλλοίωτη» «ουσία», αλλά πως η σημασία τους αλλάζει κάθε φορά, ανάλογα με τον χρήστη τους και τη χρήση τους, και πως κάθε σημασία που δίνεται σε κάθε εποχή είναι τόσο έγκυρη όσο και η αρχική σημασία, κατά την συγκεκριμένη εποχή. Κι αυτό είναι πολύ λογικό: ό,τι σήμερα είναι ξένο, αύριο είναι οικείο, και το ανάποδο.
Το όνομα Ρωμαίος λοιπόν εξελληνίστηκε λόγω των εξής γεγονότων: 1)του πολιτιστικού εξελληνισμού των Αρχαίων Ρωμαίων από τον 1ο π.Χ. αι. και μετά 2)της πολιτικής εξομοίωσης μεταξύ Ιταλών κατακτητών και μη Ιταλών υπεταγμένων με το διάταγμα του 212μ.Χ που έδινε σε όλους ρωμαϊκά πολιτικά δικαιώματα 3)της μεταφοράς της πρωτεύουσας στον ελλαδικό χώρο το 330μ.Χ. που σήμαινε πως η κυριαρχη συνιστώσα του κράτους θα ήταν πλέον οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί του ανατολικού τμήματος, κι όχι οι λατινόφωνοι της Ιταλίας 4)της καθιέρωσης του χριστιανισμού ο οποίος κατά βάση ήταν διαδεδομένος σε ελληνικούς κι όχι λατινικούς πληθυσμούς.
Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (το ανατολικό τμήμα της) εξελληνίστηκε ξαφνικά, σε μία μέρα, το 330 μ.Χ. επειδή χτίστηκε η Κωνσταντινούπολη ή απλώς επειδή θρησκεία του κράτους έγινε η χριστιανική (όπως λεν ορισμένοι θεοκράτες Νεοπαγανιστές, οι οποίοι λατρεύουν τον Παγανιστή Βυζαντινό Ιουλιανό και απαιχθάνονται τον Χριστιανό Βυζαντινό Κωνσταντίνο). Αυτό έγινε λόγω σωρείας διαδοχικών γεγονότων αιώνων (1ος μ.Χ. –4ος μ.Χ.), τα οποία έθεσαν το ανατολικό κράτος υπό τον έλεγχο των Ελλήνων του ανατολικού τμήματος.
Οι Νεοπαγανιστές άλλοτε γράφουν (Δελτίο τύπου ΥΣΕΕ # 59) ότι ο πολιτισμός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας υπήρξε κατά μεγάλο τμήμα του ελληνικός, και άλλοτε πάλι, όταν τους πιάνει ο αρχαιο-μικροελλαδισμός τους, γράφουν (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, σ. 10) ότι δεν υπήρξε «ελληνορωμαϊκός» πολιτισμός, ότι «Ελληνισμός και Ρωμαϊσμός είναι έννοιες αντιδιαμετρικά αντίθετες». Η γνωστή τους τακτική, άλλοτε να αναφέρουν με υπερηφάνεια τους Παγανοφαναριώτες κι άλλοτε να αρνούνται κάθε σχέση με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Και τέλος πάντων, γιατί οι Νεοπαγανιστές έχουν τόση παραληρηματική ψύχωση με το «Ρωμηός»-Ρωμαίος και θεωρούν το «Ρωμαίος» μη ελληνικό, τη στιγμή που το ίνδαλμά τους, ο Ιουλιανός ο Αποστάτης γράφει αυτά εδώ: «Άλλωστε οι Ρωμαίοι ανήκουν στο γένος των Ελλήνων» (Ιουλιανού, Εις τον βασιλέαν Ήλιον προς Σαλούστιον, 39 (153a)) και «(..) γνωρίζω ότι κι εσείς [οι Ρωμαίοι] από αυτούς [τους Έλληνες] κατάγεστε» (Ιουλιανού, Συμπόσιον ή Κρονιάς, 324a). Στα ίδια (Εις τον βασιλέαν Ήλιον, 39 (153a)), ο Ιουλιανός γράφει: «ο Ήλιος αναγνώρισε την πολιτεία μας [τη Ρώμη] Ελληνική τόσο στην καταγωγή όσο και στο πολίτευμα». Τι πρόβλημα έχουν λοιπόν οι Ν/Π με το όνομα «Ρωμαίος- Ρωμιός» αφού το ίνδαλμά τους, ο Ιουλιανός, θεωρεί τους Ρωμαίους Έλληνες στην καταγωγή και στα πάντα; Πώς ισχυρίζονται ότι «η Ελλάδα ήταν υπόδουλη (146 π.Χ.-1453 μ.Χ.) στους Ρωμαίους», αφού τους διαψεύδει ένας Ρωμαίος που αποκαλούνταν Έλλην;
Η ξεπερασμένη αντίληψη περί ιστορίας, που έχουν οι εθνικιστές, «αρχαιολάτρες» και Νεοπαγανιστές, τούς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το Βυζάντιο δεν είναι ελληνικό, απλώς διότι δεν έγινε καμμιά επανάσταση τον 4ο αιώνα, ώστε η Αυτοκρατορία να γίνει από Ρωμαϊκή Ελληνική. Κοιτάν τις λέξεις και δεν εξετάζουν την αλλαγή στο νόημα των λέξεων. Βλέπουν την λέξη «Ρωμαίος» σε κείμενα του 1ου μ.Χ. αι., την ξαναβλέπουν σε κείμενα τού 7ου μ.Χ. αι. και νομίζουν ότι σημαίνει τον ίδιο λαό, τον ίδιο κόσμο, το ίδιο πράγμα! Φυσικά, το νομίζουν αυτό, επειδή δεν μπαίνουν στον κόπο να εξετάσουν, αν σημαίνει το ίδιο πράγμα. Δεν κοιτάν ότι το «Ρωμαίος» του 5ου αι. μ.Χ. σήμαινε τον ελληνόφωνο κάτοικο της Ελλάδας και της (ελληνικότατης) Μικράς Ασίας, ενώ πέντε π.χ. αιώνες πιο πριν σήμαινε τον λατινόφωνο κάτοικο της Ιταλίας. Τα ονόματα αλλάζουν σημασία. Και η περίπτωση αυτή, όπου το «Ρωμαίος» κατέληξε να σημαίνει τον Έλληνα, δίχως να χρειαστεί καμμία επανάσταση – οι ίδιοι οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι εξελλήνισαν τον εαυτό τους – είναι χαρακτηριστική. Δεν είναι απαραίτητο να γίνει επανάσταση, ώστε να αλλάξει η σημασία ενός ονόματος˙ ούτε να γίνει επανάσταση, ώστε να αλλάξει χέρια το κράτος. Οι ίδιοι οι λατινόφωνοι της Ιταλίας, εξελληνίστηκαν, έδωσαν τον τίτλο του «Ρωμαίου» σε κάθε κάτοικο της Αυτοκρατορίας κι εν τέλει, μετέφεραν την έδρα της σε ελληνικά εδάφη. Όταν έπαψε να υφίσταται η δυτική αυτοκρατορία, ο μόνος λαός που οι εξελληνισμένοι «Ρωμαίοι» της ανατολικής αυτοκρατορίας ήταν ταυτισμένοι μαζί του, ήταν οι Έλληνες.
Λεν συνεχώς οι αρχαιολάτρες και οι Ν/Π ότι το «Έλλην» είναι το ανώτερο, διότι σχετίζεται με τη λογική και τον ορθολογισμό και την γνώση και την επιστήμη, ενώ το «Ρωμιός» τάχα ταυτίζεται με το σκοταδισμό και την πίστη και την αμάθεια. Αυτός ο («μη εθνικιστικός») ορισμός του Έλληνα είναι αυθαίρετος και εκτός ιστορικής πραγματικότητας. Βασίζεται στην επιρροή της αίγλης του 5ου π.Χ. αιώνα, κατά τον οποίο ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός άνθισε. Λοιπόν, οι Έλληνες του 5ου π.Χ. αι., που εδίωξαν τον Πρωταγόρα, τον Πυθαγόρα, τον Αναξαγόρα, τον Πρόδικο, τον Ευριπίδη, τον Σωκράτη, που πολέμησαν με άλλα λόγια την Φιλοσοφία και την Γνώση, αυτοί δεν ήταν Έλληνες; Κι αν δεν ήταν, τί ήταν τότε; Γιατί δεν αγαπούσαν την γνώση, την επιστήμη και την έρευνα; Τι έφταιξε και, όντας Έλληνες, στράφηκαν κατά των φιλοσόφων; Θα μάς πεί κανείς; Οι Έλληνες ειδωλολάτρες του 3ου και 4ου μ.Χ. αιώνα, που τό ‘χαν ρίξει στη μαγεία, στην αστρολογία, στη «θεουργία» και την τυφλή πίστη, άραγε αυτοί δεν ήταν πλέον Έλληνες; Τι ήταν, Ζουλού; Αν δεχτούμε ότι η ουσία της Ελληνικότητας, του (αρχαίου) «Έλληνα» είναι ο Λόγος και η Έρευνα, τότε ο αρχαίος ελληνικός όχλος, οι λαϊκές μάζες που φτωχοζούσαν, οι ανίδεοι αγρότες και οι τσοπάνοι, που έβοσκαν πρόβατα στις βουνοπλαγιές και δεν άκουσαν ποτέ τίποτε για τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Επίκουρο, τον Πρωταγόρα – ίσως μόνο όταν εξόριζαν τον Πρωταγόρα και έκαιγαν τα γραπτά του – αυτοί δεν είχαν «Ελληνικότητα», δηλαδή δεν ήταν Έλληνες!! Όμως αυτό το συμπέρασμα είναι απλώς η απόδειξη του αδιεξόδου του ελιτιστικού ορισμού της ελληνικότητας. Διότι όλοι αυτοί οι άσημοι αρχαίοι Έλληνες, ο όχλος, ήταν Έλληνες ακριβώς όπως και οι φιλόσοφοι, και συνεπώς το «Έλλην» δεν είναι φύσει κάτι το ανώτερο ή το συσχετιζόμενο με τον Λόγο ή την.. Επιστήμη.
Απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα δεν μπορεί να δωθεί εάν ισχύει ο παράλογος (=μη ιστορικός) ορισμός που δίνουν για τον «Ελληνα» οι Νεοπαγανιστές. Το όνομα «Έλληνας» δεν είναι ουρανοκατέβατο, ώστε να έχει συνεχώς μία απαράλλαχτη σημασία. Είναι ανθρώπων δημιούργημα και αλλάζει σημασίες από εποχή σε εποχή, ανάλογα με αυτούς που το χρησιμοποιούν κι εκφράζονται από αυτό. Αφού είναι ανθρώπινο δημιούργημα και δεν έχει μία απόλυτη σημασία, γιατί τότε οι Νεοπαγανιστές επιλέγουν να ορίσουν το «Ελλην» ως «το τέλειο, το σύμφωνο με την λογική και την επιστήμη και τη Γνώση» κι όχι ως «τσαρλατανισμό-θεουργία του 3ου μ.Χ. αιώνα» ή ως «διώξεις κατά φιλοσόφων του 5ου π.Χ. αι.»; Και οι δύο όψεις είναι εξίσου ισότιμα τμήματα της «ελληνικότητας». Με ποιο δικαίωμα παραχαράσσουν την αλήθεια, μη δίνοντας την ίδια σημασία στην άλλη όψη; Με το κριτήριο της παλαιότητας; Αυτό είναι καταρχήν ρομαντικό κριτήριο («όλα ήταν κάποτε ωραία και μετά εκφυλίστηκαν»), αφετέρου η έννοια της «παλαιότητας» είναι σχετική: θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει «αυθεντικά παλαιότερη ελληνικότητα» την ανορθολογική εποχή του 1000 π.Χ. κι όχι τον 5ο π.Χ. αιώνα. Με το κριτήριο της χρονική διάρκειας, η «ανορθολογική» νοηματοδότηση του «Ελληνα» έχει πολύ περισσότερη διάρκεια από ότι η εποχή των φιλοσόφων (5ος-3ος π.Χ. αι.). Όταν λοιπόν ο κάθε ιδεαλιστής εθνικιστής θέλει να παρουσιάσει το «Ελληνας» ως διαχρονικά συνώνυμο του λόγου, της γνώσης, της έρευνας, είναι ολοφάνερο πως αυθαιρετούν εσκεμμένα, διαστρεβλώνοντας την ιστορική αλήθεια.
Το όνομα Ελλάδα στην αρχή της επανάστασης του 1821 βεβαίως ουδεμία σχέση είχε με τις φαντασιώσεις των σημερινών Ν/Π. Ελλάδα σήμαινε τα Βαλκάνια, όπως έχουμε πει παραπάνω. Επιπλέον η σημασία της λέξης Ελλάδα δεν ήταν η ίδια, ούτε και κατά την ίδια την Αρχαιότητα. Ως γνωστό, στους ομηρικούς χρόνους Ελλάδα σήμαινε την περιοχή της Φθιώτιδας. Οι υπόλοιποι Έλληνες δεν λέγονταν Έλληνες, αλλά Δαναοί ή Αχαιοί ή Αργείοι. Στην γεωμετρική εποχή (1100-800 π.Χ.) επικράτησε το Ελλάδα μόνο για την περιοχή από τις Θερμοπύλες και νοτιότερα. Ο Θουκιδίδης, τον 5ο αιώνα στις περιοχές που ονομάζονταν ώς τότε «Ελλάδα» προσθέτει και την Ήπειρον. Ο Δημοσθένης (19, 303) γράφει «τὴν Ἑλλάδα καὶ Πελοπόννησον», αποκαλώντας Ελλάδα τη Ρούμελη κι όχι το Μωριά., ο Παυσανίας, γράφει την Ελλάδος Περιήγησιν επισκεπτόμενος τις χώρες νότια της Θεσσαλίας μόνο, αλλού όμως, περιλαμβάνει και την Ήπειρο («Ἑλλὰς ἡ πέραν Ἰονίου») ενώ αλλού («πᾶσα ἡ Ἑλλὰς») όλες τις χώρες μαζί και τα παράλια της Μ. Ασίας. Στους ελληνιστικούς χρόνους Έλληνες ονομάζονταν όσοι μιλούσαν ελληνικά. Στην Ρωμαιοκρατία υπήρχε επαρχία Αχαΐας και επαρχία Μακεδονίας, αλλά όχι επαρχία Ελλάδας. Στο «θέμα Ελλάδας» των βυζαντινών χρόνων συμπεριλαμβάνονται η ανατολική Θεσσαλία, η ανατολική Ρούμελη, η Εύβοια, και ορισμένα νησιά των Κυκλάδων μαζί με τη Λήμνο, ενώ υπάρχει το θέμα Πελοποννήσου, το θέμα Νικοπόλεως, Κρήτης, Θεσσαλονίκης, Στρυμώνα, Κεφαλλονιάς, Αιγαίου. Ο βασιλιάς της Νίκαιας ονομάζει Ελλάδα τη Μικρά Ασία, ενώ διάφοροι άλλοι Έλληνες, με το Ελλάδα εννοούν όλη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Τα ίδια ισχύουν και για άλλα ελληνικά ονόματα περιοχών, όπως η Θράκη, που αρχικά περιελάμβανε την χώρα από Βυζάντιο ώς τον Όλυμπο, κι από το Δούνανη ώς το Αιγαίο, στα χρόνια του ο Θουκιδίδης αποκαλεί την Χαλκιδική «Θράκη» (1, 57) και τον πόλεμο στη Χαλκιδική «τὸν ἐπὶ Θράκης Χαλκιδικὸν πόλεμον» (2, 96, 2)˙ στα βυζαντινά χρόνια, «Θράκη» λεγόταν μόνο η βορειοανατολική περιοχή της Ανατολικής Θράκης. Παρομοίως, αρχικά «Μακεδονία» λεγόταν μόνο η σημερινή Δυτική Μακεδονία. Τα ονόματα, λοιπόν, ουδέποτε είχαν σταθερή σημασία.
Ισχυρίζονται οι εθνικιστές «αρχαιολάτρες» πως το Ρωμηός συμπεριελάβανε κατά την Τουρκοκρατία και άλλα έθνη εκτός του ελληνικού, οπότε δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από τους Νεοέλληνες. Αυτό βέβαια είναι μερικώς μόνο σωστό, διότι οι Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρουμάνοι κλπ παρόλο που τυπικά συμπεριλήφθησαν μεταξύ 1500 και 1850 στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν έγιναν Ρωμηοί, διότι σε 350-400 χρόνια μόνο δεν αλλάζει η εθνική συνείδηση (δεδομένης της προΰπαρξης σερβικού και βουλγαρικού κράτους πριν την κατάληψη της Βαλκανικής από τους Τούρκους) και διότι γλώσσα της λειτουργίας ήταν η σερβική, βουλγαρική, ρουμανική αντίστοιχα κι όχι η ελληνική. Παρ' όλο που οι Τούρκοι για ένα διάστημα πράγματι απεκαλούσαν όλους τους βαλκάνιους Ορθόδοξους «Ρούμ»=Ρωμαίους, ωστόσο οι Σέρβοι/Βούλγαροι/Ρουμάνοι δεν αυτοαπεκλήθησαν ποτέ Ρωμηοί. Ο Δούκας γράφει: «Τοῦτο τοὺς Ἀλβανοὺς εὐαριθμήτους ἐποίησεν, Βλάχους ὁμοίως Σέρβους καὶ Ρωμαίους εἰς τέλος ἠφάνισεν» ταυτίζοντας έτσι τα ονόματα Ρωμαίος και Έλληνας. Μιλήσαμε για τον Νικήτα Χωνιάτη, που αντί για Ρωμαίους γράφει Έλληνες, ταυτίζοντας το λαό που έχει τα ονόματα αυτά. Ο Σέρβος ηγεμόνας Στέφανος Δουσάν, τον 14ο αι. παίρνει τον τίτλο στα ελληνικά του έγγραφα: «Στέφανος εν Χριστώ τω Θεώ Πιστός Βασιλεύς και αυτοκράτωρ Σερβίας και Ρωμανίας», στα σερβικά του έγγραφα, όμως, γράφει: «Στέφανος εν Χριστώ τω Θεώ πιστός βασιλεύς των Σέρβων και των Γραικών». Οι Ρωμαίοι είναι οι Γραικοί, αφού με το όνομα Ρωμαίος ο Δουσάν δεν εννοεί τους Σέρβους. Ο Βούλγαρος Συμεών ονομάζει τον εαυτό του «Βασιλεύς Βουλγάρων και Ρωμαίων». Το ίδιο συναντάμε και σε άλλα κείμενα. Οι υπόλοιποι βαλκανικοί λαοί αναφέρονται με τα γνωστά σημερινά τους ονόματα˙ Ρωμαίοι είναι μόνο οι Έλληνες. Το «Ρωμαίος» αφορά μόνο όσους λαούς ζούσαν εντός των συνόρων της Αυτοκρατορίας κατά την εποχή του εκχριστιανισμού της, οι οποίοι σταδιακά εξελληνίστηκαν (όσοι από αυτούς δεν ήταν Έλληνες ή ήδη εξελληνισμένοι τον 4ο αι.). Οι Σλάβοι των Βαλκανίων, που κατέφθασαν 2-3 αιώνες αργότερα δεν μετείχαν στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό (χριστιανικό ή εθνικό) ούτε στη δημιουργία του ορθόδοξου πολιτισμού: απλώς κατοίκησαν στα ρωμαϊκά εδάφη. Όπως και νά ‘χει, οι Νεοπαγανιστές δεν γίνεται από τη μία να ισχυρίζονται τέτοια πράγματα για το Ρωμηός, κι από την άλλη να ισχυρίζονται πως το «Έλληνας» των Πατέρων της Εκκλησίας και των διαταγμάτων των Αυτοκρατόρων είχε εθνική σημασία, παρόλο που οι ίδιοι οι Νεοπαγανιστές τονίζουν αλλού πως το Έλληνας σήμαινε πλέον τον παγανιστή, δηλαδή ήταν θρησκευτικό, άρα και πολυεθνικό όνομα. Αφού ήταν όνομα για πολλούς λαούς, ας μην κλαίνε οι Νεοπαγανιστές γι’ αυτούς τους «Έλληνες», διότι δεν ήταν Έλληνες, αλλά κυρίως Σλάβοι, Σύριοι, Λατίνοι, Αλβανοί κ.ά. Όταν βέβαια τους Νεοπαγανιστές τους πιανει.. η απροσεξία, τότε ρητά αναφέρουν ότι το «Ρωμαίοι»/Ρωμηοί σημαίνει Έλληνες και μόνον Έλληνες, κι όχι τους άλλους ορθόδοξους λαούς˙ και έτσι το επιχείρημά ότι το Ρωμιός δεν είναι εθνικό μας όνομα, αλλά όνομα κι άλλων λαών, καταρρίπτεται από τα ίδια τους τα λόγια. Για παράδειγμα, γράφουν ότι το 1905 οι Βούλγαροι «Κατέλαβον την Ανατολική Ρωμυλία (Χώρα Ρωμαίων: Ελλήνων)». Ρωμαίοι = Έλληνες λοιπόν, όπως ρητά επεξηγούν. Άρα αυτοί που κατά το μεσαίωνα λέγονταν «Ρωμαίοι», οι Βυζαντινοί, αυτοί που οι Νεοπαγανιστές αποκαλούν «μη Έλληνες», αυτοί ήταν Έλληνες, και το κράτος τους ήταν Ελληνικό.
Λανθασμένη είναι η άποψη πως το όνομα Ρωμαίος-Ρωμηός ήταν το επίσημο μόνο όνομα των πολιτών της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ενώ αυτοί δήθεν προτιμούσαν άλλα ονόματα: Όπως φαίνεται από όλο το έπος του Διγενή Ακρίτα που λαμβάνει χώρα στα ανατολικά σύνορα της Ρωμανίας, ακόμα και στα σύνορα οι κάτοικοι (οι ακρίτες) αποκαλούνταν Ρωμαίοι. Αν οι υπήκοοι της Ρωμαίικης αυτοκρατορίας προτιμούσαν ή χρησιμοποιούσαν για τον εαυτό τους άλλο όνομα διαφορετικό του επίσημου Ρωμηός τότε γιατί μετά την κατάλυση της Ρωμανίας συνέχισαν να αποκαλούν τον εαυτό τους με το επίσημο όνομα κι όχι με αυτό (ποιό;) που υποτίθεται πως χρησιμοποιούσαν αναμεταξύ τους; Το όνομα Ρωμηός λοιπόν δεν ήταν απλώς κρατικό όνομα ή ένα όνομα υπηκοότητας δοσμένο από το κράτος, αλλά εθνικό όνομα, γι' αυτό άλλωστε και επέζησε και της πτώσης του Βυζαντίου.
Αστήριχτη επίσης είναι η άποψη πως οι πρόγονοί μας είχαν το όνομα Ρωμηός επειδή έτσι τους ωνόμαζαν οι κατακτήσαντες αυτούς Τούρκοι. Αυτό αποδεικνύεται από περιοχές (π.χ. Κύπρος, νότια Ελλάδα, Κρήτη κ.ά.) όπου μεταξύ βυζαντινής περιόδου και Τουρκοκρατίας μεσολάβησε η Φραγκοκρατία, κατά την οποία ωστόσο οι κάτοικοί τους συνέχισαν να αυτοαποκαλούνται Ρωμηοί. Οι Τούρκοι, λοιπόν, δεν εφηύραν το όνομα Ρωμηός ούτε το επέβαλαν, αλλά συνέχισαν να μας αποκαλούν με το ίδιο όνομα που είχαμε και πριν την υποδούλωσή μας, όταν είμασταν ένδοξη και πανίσχυρη κοσμοκρατορία. Αν υπάρχει κάποιος χαρακτηρισμός που οι Τούρκοι μάς προσέδωσαν αυτός είναι το «ραγιάδες»(= κοπάδι), που φυσικά και είναι ταπεινωτικό. Το Ρωμηός όμως προϋπήρχε της τουρκικής κατάκτησης και καθόλου όνομα σκλαβιάς δεν είναι. Αντίθετα, υπενθυμίζει την αυτοκρατορικότητα και τα παλαιά μεγαλεία του γένους μας.
Ανιστόρητη είναι η άποψη πως κατά την «βυζαντινή» εποχή αυτοαποκαλούνταν «Ρωμηοί» μόνο στην Κωνσταντινούπολη και τη Μ. Ασία, ενώ στην σημερινή Ελλάδα αυτοαποκαλούνταν «Έλληνες». Στο «Χρονικό του Μωρέος», γραμμένο τον 14ο αι. από Φράγκο της Πελοποννήσου, παντού γίνεται λόγος για Ρωμαίους κι όχι για Έλληνες, διότι έτσι αυτοαποκαλούνταν τότε οι πρόγονοί μας. π.χ. «Ποτέ Ρωμαίου μη εμπιστευτής δια όσα και σού ομνύει / όταν θέλει και βούλεται του να σε απεργώση», γράφει ο Φράγκος στο χρονικό του. Αυτό, μαζί με τον Διγενή Ακρίτα, και με τα δημοτικά τραγούδια, δείχνουν ότι το «Ρωμηός» ήταν εθνικό όνομα κι όχι απλώς κρατικό.
- Ο Στερεοελλαδίτης Παλαμάς λέει: «Το όνομα Ρωμηός κάθε άλλο παρά ντροπή είναι. Αν δε το περιμαζώνει αγριελιάς στεφάνι από την Ολυμπία, το ανυψώνει στέμμα ακάνθινο μαρτυρικό, και θυμάρι μοσκοβολά και μπαρούτι.» Τονίζει ο Παλαμάς: «Βαπτιστικός του κλασσικού Ρωμαίου της Ρώμης, από τον καιρό του Ιουστινιανού ως τον καιρό του Ρήγα του Βελεστινλή, ο ίδιος έμεινε, ξεχωρισμένος, ο ίδιος πάντα, μέσα από το δανεικό του όνομα, που τόκαμε δικό του, ο Ρωμαίος της Πόλης, ο Ρωμιός ο ραγιάς, ο Ρωμιός ο αδούλωτος, ο Ρωμιός ο Έλλην...», για να καταλήξει: «κάποιο αγνότερο και πιο βαθύ αίσθημα μουσικό, δε μπορεί παρά να βρει ακόμα, στη λέξη ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ, κάτι τι ποιητικά και μουσικά χρωματισμένο, κάτι τι φτερωτό, λεβέντικο για μας και ανάλαφρο, που νομίζω πως δεν το έχει ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ, με όλη του τη βαριά του ασάλευτη μεγαλοπρέπεια».
-Στο κλεφτικο τραγούδι του Βλαχάβα, ενός αρματολού, αυτός λέει: «Ρωμηός εγώ γεννήθηκα, Ρωμηός θε να πεθάνω!»
- Ο Θεσσαλός Ρήγας Φερραίος λέει: «Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμηοί Για την ελευθεριά να ζώσουμε σπαθί!»
-Σ' ένα μεσαιωνικό τραγούδι λέγεται: «Δράκοι και δρακοντόπουλα, ΡΩΜΑΙΙΚΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ»,
- Ο Κρητικός ήρωας Δασκαλογιάννης γράφει: «Με την καρδιά του ήθελε την Κρήτη Ρωμηοσύνη», και
«Ούλ' οι Ρωμηοί θα σηκωθούν και την Τουρκιά θα φάνε!»
- Ο Κύπριος ποιητής του 19ου αι. Βασίλης Μιχαηλίδης στο ποίημά του «Ρωμιοσύνη» γράφει:
«Η Ρωμιοσύνη εν(=είναι) φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,κανένας δεν εβρέθηκεν για να την-ι-ξηλείψη,κανένας, γιατί σιέπει την που τάψη ο Θεός μου.Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη!»
- Το δημοτικό τραγούδι της Κύπρου λέει για την Άλωση της Πόλης:
«Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη, / Θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις. / Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλιν την αγίαν, / το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους.(..) / Ηλιε μου ανάτειλε παντού, σ’ ούλον τον κόσμον φέγγε / κι εις την Κωνσταντινόπολην, την πρώτην φουμισμένην / και τώρα την Τουρκόπολην, δε πρέπει πιο(=πια) να φέγγεις.»
-Το δημοτικό τραγούδι της Ηπείρου λέει: «της Ωριάς το κάστρο (..) Τούρκοι το πολεμούσαν χρόνους δώδεκα, Ρωμιοί το παραστέκουν δεκατέσσερις»
- Το δημοτικό τραγούδι του Πόντου λέει: «“Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!” -Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία ‘πάρθεν. -Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.»
- κι ο Αιγαιοπελαγίτης Γιώργος Σουρής, γράφει χαρακτηριστικά για την αρχαιοπληξία: «Oποιος γυρεύει μνήματα της κλασσικής παιδείας,
όποιος ξεθάβει άγαλμα καμμιάς ή κανενός, κι αν Κουμανούδης λέγεται, κι αν είναι Καββαδίας, θα θάβεται με τ’ άγαλμα κι εκείνος ζωντανός.
Θα λείψουν τόσα μάρμαρα και οι αρχαιολόγοι, κ’ η δόξα τότε η παλιά το έθνος δεν θα τρώγει».
-Ο Ψυχάρης γράφει «Όταν στο 1821 ο Μπότσαρης και οι όμοιοί του ξεσηκώνονταν, υπάκουαν χωρίς μήτε να το ξέρουν σε μια ρωμαϊκή πολιτική ώθηση» (άρθρο στο Orde Public, 29 Ιουλ. 1919, στον Μ. Κριαρά, Ψυχάρης, Αθήνα 1981, σ. 236).
-Και για να μην υπάρξει ασάφεια περί της σημασίας των παραπάνω, γράφει ο Μακεδόνας Ίων Δραγούμης: «Σκοπός εκείνων που έφτειασαν το νέο κράτος ήταν (..) να ξαναπιάσει ο Ρωμιός τη διοίκηση του κράτους του που είχε πρωτεύουσα την Πόλη και να ξανακαθίσει Έλληνας βασιλιάς στο θρόνο των Παλαιολόγων. Μα οι περιστάσες, η σχετική αδυναμία των αρχηγών και οι μεγάλοι της γής έτσι το θέλησαν και αντί να γίνει, σύμφωνα με τη θέληση του λαού το κράτος της μεγάλης ιδέας, έγινε ένα μικρό ελληνικό κράτος στο μέρος που είχε ανθίσει η αρχαία Ελλάδα. Το ελληνικό όνειρο ίσως να περιορίστηκε προπάντων από την ευρωπαϊκή αντίληψη την ξεπαρμένη τότε από μια νεογέννητη φωτοβολή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Μόνο οι Ρώσοι, με το να μην έχουν κλασσική μόρφωση, ένοιωθαν σωστά ποιο ήταν αλήθεια το ελληνικό όραμα, και αυτοί δε είχαν λόγους να το σπρώξουν να γίνει πράμα, απεναντίας το έτρεμαν. Και οι Τούρκοι όμως, που δεν τους εσκότιζαν το μυαλό οι πιο αρχαίες ιστορίες, κι αυτοί ήξεραν καλά το τί εγύρευε το ξυπνημένο πια έθνος των Ρωμαίων, γιατί το θυμόντουσαν και οι ίδιοι – δεν είχαν περάσει και πολλά χρόνια – πως από αυτό το έθνος, το βασιλικό, επήραν την Πόλη, και αυτό το ίδιο θα θελήσει μια μέρα πάλι να τους την ξαναπάρει» (Ι. Δραγούμη, Ελληνικός Πολιτισμός, εκδ. Φιλόμυθος, σ. 52).
Πώς αντιδρούν οι Νεοπαγανιστές σε όλους αυτούς; Μα, με τα γνωστά επιχειρήματα: Όλοι αυτοί ήταν «παραπλανημένοι», «προδότες του ελληνικού ήθους», «ιουδαίοι στο ήθος», και άλλες τέτοιες εμετικές ύβρεις που οι Παγανιστές ξεστομίζουν δίχως ντροπή. Άλλωστε, το μόνο επιχείρημα των Παγανιστών είναι οι ύβρεις και το «εμείς τα ξέρουμε όλα, εσείς είστε παραπλανημένοι». Σοβαροί άνθρωποι.

72. "Εξαιτίας του Βυζαντίου καταστράφηκε ο Ελληνισμός. Ο Χριστιανισμός επέφερε τον Μεσαίωνα".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Αν δεν υπήρχαν οι Χριστιανοί Βυζαντινοί πρόγονοί μας να αντισταθούν στους Άραβες, αυτοί θα είχαν κυριεύσει τουλάχιστον την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη αφού δεν υπήρχε ισχυρός αντίπαλος στα μέρη εκείνα, και σήμερα οι Νεοπαγανιστές & Αρχαιολάτρες εθνικιστές θα φόραγαν σαρίκι, θα μιλούσαν αράβικα – όπως οι κάτοικοι της Μ. Ανατολής – και θά λεγαν και ευχαριστώ – στα αράβικα!
Όπως γράφει ο ιστορικός F. Gregorovius: «διὰ τῆς κτίσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως διεςώθη ἡ περεταίρω ὕπαρξις τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους και διετηρήθησαν ὑπὲρ τῆς ἀνθρωπότητος οἱ θησαυροὶ τοῦ πολιτισμοῦ αὐτοῦ. Πράγματι, δ’ ἄνευ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Πελοπόννησος ἤθελον κατακτηθῆ καὶ οἰκισθῆ ὑπὸ ξένων βαρβάρων ἐθνῶν» (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, τ. 1, σ. 89).
Αν ο Μέγας Κωνσταντίνος μετέφερε την πρωτεύουσα κάπου στη Δύση (Γαλατία, Ισπανία) κι όχι στον ελλαδικό χώρο, εκεί ίσως να μην διαρκούσε (λόγω ανομοιογένειας των λαών) πολύ η Αυτοκρατορία, αλλά το σίγουρο είναι πως το ανατολικό τμήμα, όντας παραμελημένο ( όπως παραμελήθηκε η Δυτική Αυτοκρατορία), θα είχε την τύχη που είχε το Δυτικό τμήμα: θα το ρήμαζαν οι Γότθοι τον 5ο αι, θα εγκαθίσταντο ιδρύοντας βαρβαρικά θνησιγενή (όπως έγινε στη Δύση) κράτη και εκγερμανίζοντας το παν, μετά θα επέδραμαν ανενόχλητοι οι Σλάβοι συμπαρασύροντας στην καταστροφή τα κράτη αυτά, οι στρατιές του Χορσόη τον 7ο αιώνα (επί Ηρακλείου) θα μπορούσαν πολύ εύκολα να διαβούν τον Ελλήσποντο, κι αν δεν το έπραταν τουλάχιστον θα κατελάμβαναν οριστικά την Μικρά Ασία, και τέλος, δίχως το Βυζάντιο οι Άραβες θα ξεχύνονταν στα Βαλκάνια, θα εξισλάμιζαν τους πάντες, και θα προχωρούσαν στην κεντρική ευρώπη των φτωχοκάλυβων και των βαρβάρων.. δίχως το Βυζάντιο.
Αν υπήρξε κάποια παρακμή ή οπισθοδρόμηση κατά το «Μεσαίωνα», αυτή δεν οφείλεται στην επικράτηση του Χριστιανισμού, αλλά στην μαζική και ταυτόχρονη εισβολή βαρβαρικών φυλών επί έναν συνεχή αιώνα δια μέσου των ευρωπαϊκών συνόρων της Αυτοκρατορίας (Γερμανοί, Ούννοι, Σλάβοι). Αυτοί έφεραν την παρακμή. Αλλά, εάν λέγεται ότι εξαιτίας του Χριστιανισμού παρήκμασε η Αυτοκρατορία, τότε πώς είναι δυνατόν το ανατολικό τμήμα της, που ήταν κατά πολύ μεγάλο βαθμό εκχριστιανισμένο, να αντισταθεί στην εισβολή των βαρβάρων και να αντέξει άλλους 9 αιώνες, ενώ το δυτικό τμήμα, που ήταν λιγότερο εκχριστιανισμένο και είχε περισσότερους παγανιστές από το ανατολικό, δεν άντεξε στην εισβολή των βαρβάρων; Άρα, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζονται οι αντιχριστιανοί, το (περισσότερο εκχριστιανισμένο) ανατολικό τμήμα της Αυτοκρατορίας δεν κατελύθη, ενώ το (λιγότερο εκχριστιανισμένο) δυτικό τμήμα κατελύθη. Δηλαδή ο Χριστιανισμός ωφέλησε την επιβίωση της Αυτοκρατορίας και του πολιτισμού. Γι’ αυτό και ο όρος «μεσαίωνας» αφορά την δυτική Ευρώπη, τα εδάφη της πρώην δυτικής αυτοκρατορίας, τα οποία κατακλύστηκαν από βαρβάρους.
«Ο λεγόμενος «Μεσαίωνας» έχει, ασφαλώς, τα ιδιαίτερα κοινωνικά του γνωρίσματα, που απαρτίζουν τον ιδεώδη του τύπο, δηλ. τη δική μας εικόνα γι’ αυτόν, ωστόσο δεν είναι δυνατόν να αποφανθούμε τελεσίδικα για ποιον λόγο θα έπρεπε να θεωρηθεί ηθικά καλύτερος ή χειρότερος από άλλες εποχές. Ούτε και μπορεί να διαπιστωθεί επιστημονικά, αν τότε το «ανθρώπινο πνεύμα» και η «ανθρώπινη φύση» καταδυναστεύθηκαν (εδώ δεν γίνεται λόγος για τις τοτεινές συγκεκριμένες μορφές της κοινωνικής κυριαρχίας), αφού τέτοιες έρευνες αναγκαστικά θα ορμηθούν από αξιολογικές κρίσεις (και όχι απλές ψυχολογικές ή βιολογικές αποφάνσεις) πάνω στην ουσία του ανθρώπου. Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλοί μεσαιωνικοί άνθρωποι, και μάλιστα όχι οι λιγότερο προικισμένοι, ένοιωσαν ως πλήρωμα της ψυχής τους και ως υπαρξιακή ένταση ακριβώς τα πράγματα εκείνα, που από την κοσμοθεωρητική σκοπιά του ορθολογισμού των Νέων Χρόνων παρουσιάστηκαν ως ετερονομία ή εξευτελισμός του ανθρώπου. Ακόμη και ως προς την καθαρά νοητική δραστηριότητα, η εξονυχιστική διερεύνηση ενός θεολογικού προβλήματος θα πρέπει τότε να προκαλούσε τουλάχιστον ίση ευχαρίστηση ή αίσθηση ελευθερίας όσο αργότερα και μια επιστημονική ανακάλυψη», γράφει ο Π. Κονδύλης από τη δική του οπτική – μια οπτική άγνωστη σ’αυτούς (παγανιστές και μη) που αρνούμενοι την ύπαρξη «απόλυτου, υπέρτατού κακού», θεωρούν ωστόσο το Χριστιανισμό και το Μεσαίωνα το «υπέρτατο, απόλυτο» κακό.
Εάν ο Χριστιανισμός φέρνει την παρακμή και τον Μεσαίωνα, τότε γιατί η ιστορία των περισσότερων ευρωπαϊκών λαών αρχίζει με τον εκχριστιανισμό τους; Αν ο Χριστιανισμός εκβαρβαρίζει, γιατί οι Νορμανδοί, οι Κέλτες, οι Σλάβοι, οι Ούγγροι άρχισαν να εκπολιτίζονται μέσω του Χριστιανισμού; Πώς γίνεται ο Χριστιανισμός να εκβαβαρίζει τους Έλληνες, αλλά να εκπολιτίζει τους Άγγλους, τους Σάξωνες, τους Γερμανούς, τους Γότθους, τους Ολλανδούς, τους Γαλάτες, τους Ρώσσους, τους Ισπανούς; Γιατί τα ισχυρότερα και πιο πολιτισμένα κράτη είναι κατά βάση χριστιανικά;
Η αλήθεια είναι ο Ελληνισμός βρισκόταν σε παρακμή αιώνες πριν τον εκχριστιανισμό του. Ο εκχριστιανισμός του έδωσε δύναμη να επιβιώσει για έντεκα αιώνες σε ένα κράτος στο οποίο αρχικά ήταν μία από τις πολλές εθνότητες και το οποίο μετέτρεψε ουσιαστικά σε ελληνικό. Πρέπει να θυμόμαστε πάντα σε τι κατάσταση ήταν ακριβώς πριν τον εκχριστιανισμό της η Ελλάδα, ειδικά η νότια, ώστε οι απάτες των αρχαιολατρών να μην ξεγελούν κανέναν. Οι Στράβωνας, Παυσανίας, Πολύβιος, Δίων Χρυσόστομος, Κικέρων, Πλούταρχος, είναι σύμφωνοι σ’ αυτό: απόλυτη παρακμή. «Η Ήπειρος είναι τώρα στο μεγαλύτερό της τμήμα έρημη (..) ώς και το ιερό της Δωδώνης μένει άφωνο σαν όλα τα γύρω. Έρημες είναι και οι ορεινές περιοχές ανάμεσα στην Μακεδονία, την Θεσσαλία και την Ήπειρο. Έρημο και το ιερό χώμα της Ολυμπίας, στη διάθεση των ληστών και των κακοποιών. Έρημες η Αθαμανία και η Δολοπία. Η Αιτωλία και η Ακαρνανία διασχίζονται όχι πια από ανθρώπους, μα από κοπάδια αλόγων που βόσκουν. (...) Ανάμεσα στις πόλεις της Φωκίδας, η ανάμνηση των Δελφών είναι μια εύγλωττη μαρτυρία για την καταστροφή των ανθρωπίνων μεγαλείων. Στην Βοιωτία, οι Θεσπιές, η Θήβα, δεν είναι παρά συνοικισμοί που δεν αξίζουν να αναφερθούν. Ο Πειραιάς είναι ένα χωριό με σκόρπια σπίτια (...) είναι πολύ σπάνιο να ταράζη τα νερά του κάποιο μεγάλο αιγυπτιακό καράβι. (..) Από εκατό πόλεις της Λακωνίας, τουλάχιστον οι εξήντα είναι ερειπωμένες και έρημες. Σε ένα μεγάλο τμήμα της Αργολίδας και της Αρκαδίας που ήταν άλλοτε περίφημη για τον πληθυσμό, τα τείχη τους οι ναοί τους δεν υπάρχουν πια, όπως η Μεγαλόπολη, που είναι έρημη, αφημένη στα κοπάδια και τα ερείπια. Η Κρήτη είναι νεκρή (...). Η δόξα της Χίου, των Κλαζομενών, της Σμυρνης δεν υπάρχει πια. Η Μίλητος είναι σκιά του εαυτού της. Η Παισός, η Άστυρα, η Πύρα και "μαζί μ’ αυτές πολλές αρχαίες αιολικές πόλεις" αποτελούν θλιβερή ανάμνηση των καλών ημερών. Η θάλασσα που τις αγκαλιάζει είναι τώρα μια επικίνδυνη φωλιά πειρατών. (..) Ο Κικέρωνας, σαράντα πέντε χρόνια προ Χριστού: "Εκεί στην Ελλάδα άλλοτε υπήρχαν ακμάζουσες πόλεις. Τώρα αυτές κείτονται σε ερείπια". (..) Ο Δίων ο Χρυσόστομος λίγο αργότερα από τον Παυσανία, μας μιλά πολλές φορές για την έρημη Θεσσαλία, την χωρίς κατοίκους Αρκαδία, για τον Τάραντα, τους Μεταπόντιους, τον Κρότωνα, άφωνες και έρημες πολιτείες, μας περιγράφει για την έρημη και χωρίς κατοίκους Εύβοια, που κανένας πια δεν καλλιεργεί τα χωράφια της, η Εύβοια το νησί των νεκρών πόλεων, όπου τα σπαρτά ωριμάζουν στον περίβολο των ενδόξων τειχών, όπου τα αγάλματα των θεών και των ηρώων κείνται σαβανωμένα μέσα σε πυκνό χορτάριασμα και τα κοπάδια των ζώων βόσκοντας βεβηλώνουν τα αρχαία οικοδομήματα των πόλεων. Υπήρχε κάποτε η Ελλάδα. Τώρα "οι πέτρες και τα ερείπια των μνημείων είναι τα μόνα μέσα που θυμίζουν σ’ εκείνου, που επέζησαν, το χαμένο μεγαλείο και τη λαμπρότητα" (Orat. Xxxiii˙ vii)» (C. Barbagallo, Τα αίτια παρακμής της Αρχαίας Ελλάδος, εκδ. Δημιουργία, σ. 267-270). Ο Πλούταρχος, τον 2ο αι. μ.Χ., (Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων, 8 (414a)) γράφει ότι «ολόκληρη η χώρα μόλις και μετά βίας θα μπορούσε να προσφέρει σήμερα τρεις χιλιάδες οπλίτες, όσους έστειλε μόνη της η πόλη των Μεγαρέων στις Πλαταιές» και ότι στη Βοιωτία κανείς «μπορεί να κάνει για ώρες να μη συναντήσει άνθρωπο πέρα από κανένα βοσκό». «70 πόλεις των Ηπειρωτών, λέγει ο Πολύβιος, ότι κατέστρεψε ο Αιμίλιος Παύλος (...) και έλαβε μεθ’ εαυτού 150 χιλιάδας αιχμαλώτους. (...) Σήμερον που είναι κατά μέγα μέρος η χώρα [=Ήπειρος] έρημος και πολλαί των κατοικιών και ιδίως των πόλεων έχουν εξαφανισθή, και αν ήθελε τις δυνηθή να καθορίση ταύτα λεπτομερώς, δεν θα προσέφερε καμμίαν ωφέλειαν δια τους τόπους, των οποίων η μνήμη τρόπον τινά έσβησε, και των οποίων η ερήμωσις αρχίσασα από πολλού δεν έπαυσεν ακόμη» (Στράβων, 7, 3 (c322)). «Ένεκα της τελείας ερημώσεως της χώρας [=Αρκαδίας], δεν είναι ορθόν να επιμείνωμεν επί της ιστορίας της. Αι πλέον επιφανείς άλλοτε πόλεις καταστράφηκαν ένεκα των συνεχών πολέμων χωρίς να αφήσουν ίχνη, αυτή δε η χώρα έπαυσε να κατοικήται και καλλιεργήται. (...) Η Αιτωλία επίσης και η Ακαρνανία, χώραι εξ ίσου ερημωμέναι (...) Σήμερα δε και αυτή η Μεγάλη Πόλις επαλήθευσε το λογοπαίγνιον του κωμικού ποιητού "το όνομά της είναι Μεγαλερημία και ουχί πλέον Μεγαλόπολις"» (Στράβων, 8, 1 (c388)). «Η Μεγαλόπολη», γράφει δύο αιώνες μετά ο Παυσανίας (8, 33, 1), «είναι στο μεγαλύτερο μέρος της ερειπωμένη επί των ημερών μας». Δηλαδή η παρακμή συνεχιζόταν αδιάκοπα. «Σήμερον η Μεσσηνία είναι κατά το πλείστον εγκαταλελειμμένη, χωρίς όμως τούτο να είναι κάτι το εκπληκτικόν, αφού και η Λακωνική ακόμη δύναται να μας δώσει την εντύπωσιν της ερημώσεως, εάν την συγκρίνωμεν προς ό,τι ήτο παλαιά. Διότι εκτός της Σπάρτης πρέπει να υπολογίσωμεν και τας τριάκοντα πολίχνας, αι οποίαι παλαιά υπήρχαν πέριξ της Σπάρτης» (Στράβων, Γεωγραφικά, 8, 11 (c 362)). «Σήμερον και αυτός ο ναός των Δελφών έχει πάρα πολύ παραμεληθή (...) ο εις τους Δελφούς ναός είναι πτωχότατος τουλάχιστον εις μέταλλα πολύτιμα, αν όχι εις αφιερώματα» (Στράβων, 9, 4-8 (c419-420)). «Οι συχνοί πόλεμοι κατερείπωσαν τα μακρά τείχη και το τείχος της Μουνιχίας και περιόρισαν τον Πειραιά εις μικράν κώμην πέριξ των λιμένων και του ναού του σωτήρος Διός» (Στράβων, 9, 15 (c395)). «Οι Θήβες της Βοιωτίας έχουν το όνομά τους σήμερα περιορισμένο στην ακρόπολη μονάχα και σε λίγους κατοίκους. (...) Και η Δήλος, αν εξαιρέσει κανείς τους Αθηναίους που στέλλονται για τη φρούρηση του ιερού, είναι έρημη από (γνήσιους) Δήλιους» (Παυσανίας, 8, 33, 2). «Η Αργολίδα και η Λακωνία κλείνουν η μία ύστερα από την άλλη τα λαμπρά τους εργαστήρια όπλων. Τα ορυχεία του σιδήρου και του χαλκού της Εύβοιας εγκαταλείπονται. Η Αθήνα εγκαταλείπει για πάντα τα πλούσια μεταλλεία του Λαυρίου και τις από αιώ αιώνων κεραμουργικές βιομηχανίες της (...) ζη με τα δώρα των Ρωμαίων που θα της προμηθεύσουν τακτικά σιτάρι, τρόφιμα, θα πληρώσουν τους δημόσιους αγώνες της (...).Στα πρώτα της αυτοκρατορίας η Συνέλευση του Δήμου [της Αθήνας] περιόρισε τη δικαιοδοσία της και έφθασε στο σημείο να εγκρίνη μόνο διατάγματα επαίνων και τιμών, που υπαγορευόταν "άνωθεν" και η παλιά Βουλή του Δήμου μετατράπηκε σιγά-σιγά σ’ ένα σώμα αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά για παρελάσεις» (C. Barbagallo, Τα αίτια παρακμής της Αρχαίας Ελλάδος, εκδ. Δημιουργία, σ. 222, 224, 241). Από αυτό το μαύρο χάλι έσωσε ο Χριστιανισμός την Ελλάδα. Από μια ασήμαντη, ερημωμένη και ουσιαστικά περιφρονημένη γωνιά μιας απέραντης αυτοκρατορίας, έγινε το κέντρο της χάρη στο Χριστιανισμό και τον Μέγα Κωνσταντίνο. Οι κατηγορίες των αρχαιολατρών, πως με το Βυζάντιο αρχίζει η παρακμή της νότιας Ελλάδας – να ξαναθυμίσουμε τον ιδιότυπο νοτιοελλαδισμό τους, που αγνοεί ότι εκείνη την εποχή (4ος και 5ος αι.) τα κέντρα του Ελληνισμού ήταν εκτός νότιας Ελλάδας – είναι είτε προϊόν άγνοιας είτε εσκεμμένα ψέμματα. Η παρακμή της νότιας Ελλάδας είχε αρχίσει 500-600 χρόνια πριν τον Θεοδόσιο και συνεχιζόταν ώς αυτόν, δίχως ο Χριστιανισμός να ευθύνεται γι’ αυτήν. Δεν προκάλεσε καμμία παρακμή της νότιας Ελλάδας και του Ελληνισμού το Βυζάντιο.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Thu Oct 07, 2021 11:49 am

ΙΕ' ΜΕΡΟΣ

ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ


73. "Ο Ιησούς των Χριστιανών δεν έχει καμμία σχέση με τον εβραϊκό Μεσσία. Οι ίδιοι οι Εβραίοι, οι κατεξοχήν γνώστες του θέματος και της Π.Δ. αρνούνται ότι υπάρχουν τρείς υποστάσεις στο Θεό τους, και έρχονται έπειτα οι Χριστιανοί να ισχυριστούν ότι υπάρχουν".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Υπάρχει η εντολή στο ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ ΣΤ’, 4: «Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστὶ», δηλαδή, «ο Κύριος ο Θεός μας είναι ένας».
Υπάρχουν δύο λέξεις στα βιβλικά εβραϊκά για την ελληνική λέξη «ένας». Η μια είναι η “echad”, που σημαίνει «ένας», «μόνο» και «ενότητα των επί μέρους τμημάτων», ενώ η άλλη είναι η “yadidh”, που σημαίνει «μοναδικότητα» ή «ένας στο είδος του», «μοναδικός που να έχει την ποιότητα αυτή». Στο παραπάνω εδάφιο χρησιμοποιείται η πρώτη εβραϊκή λέξη, που επιτρέπει την πολλαπλότητα εντός της ενότητας. Παράδειγμα χρήσης της λέξης echad είναι τα παρακάτω εδάφια:
ΓΕΝΕΣΙΣ Β’, 24 «..καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν (echad)».
ΓΕΝΕΣΙΣ ΙΑ’, 6 «καὶ εἶπε Κύριος· ἰδοὺ γένος ἓν (echad) καὶ χεῖλος ἓν».
ΕΞΟΔΟΣ ΚΔ’, 3 «..ἀπεκρίθη δὲ πᾶς ὁ λαὸς φωνῇ μιᾷ (echad) λέγοντες».
ΕΞΟΔΟΣ ΚΣΤ’, 11 «καὶ ποιήσεις κρίκους χαλκοῦς πεντήκοντα. καὶ συνάψεις τοὺς κρίκους ἐκ τῶν ἀγκυλῶν, καὶ συνάψεις τὰς δέρρεις, καὶ ἔσται ἕν (echad)».
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ Θ’, 2 «συνήλθοσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐκπολεμῆσαι ᾿Ιησοῦν καὶ ᾿Ισραὴλ ἅμα πάντες (echad)».
Β’ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Β’, 25 «καὶ συναθροίζονται οἱ υἱοὶ Βενιαμὶν οἱ ὀπίσω ᾿Αβεννὴρ καὶ ἐγενήθησαν εἰς συνάντησιν μίαν καὶ ἔστησαν ἐπὶ κεφαλὴν βουνοῦ ἑνός (echad)».
Η χρήση του echad υποδηλώνει ενότητα εντός της πολλαπλότητας. Άντρας και γυναίκα είναι μια ενότητα, αλλά και πολλαπλότητα. Το γένος είναι ένα, αλλά αποτελείται από δύο φυλές. Ο λαός αποκρίνεται με πολλές φωνές, αλλά σαν να ήταν ένας με μία φωνή. Αυτή η πολλαπλότητα εντός της ενότητας υπάρχει και στο εδάφιο που λέει ότι ο Θεός είναι ένας. Δηλαδή το εδάφιο που αναφέρει ότι ο Θεός είναι Ένας, αναφέρεται στην «σύνθετη ενότητα».
Η Π.Δ. συνήθως χρησιμοποιεί για το Γιαχβέ τη λέξη Elohim, που είναι ο πληθυντικός της λέξης Eloah (= θεός). Συνήθως νομίζεται εσφαλμένα ότι το Elohim είναι ο πληθυντικός του El. Ο πραγματικός πληθυντικός του El είναι Elim και χρησιμοποιείται από την Π.Δ. για τους «θεούς» των άλλων λαών, αν και αυτό συμβαίνει και με το Elohim (π.χ. στην Α' ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Ε', 7) - με σκοπό να δείξει στους Ισραηλίτες ότι για τους άλλους λαούς η θεότητα Δαγών ήταν όπως για τους Ισραηλίτες ο Ελοχίμ. Πάντως, για τον Γιαχβέ η Π.Δ. χρησιμοποιεί πάντα ρήματα ενικού, λ.χ. «οι θεοί λέει αυτά».
Βέβαια, έχει υποτεθεί ότι και εκτός από τους Εβραίους, άλλοι λαοί αποκαλούσαν τον έναν κάθε φορά θεό (από τους πολλούς θεούς τους) σαν να ήταν πολλοί. Αυτό όμως, σε αντίθεση με την Π.Δ. δεν συμβαίνει συνέχεια, διότι στην Π.Δ. το κύριο όνομα για το Γιαχβέ είναι στη συντριπτική πλειοψηφία (2.500 περίπου φορές) το Elohim, ενώ στις άλλες θρησκευτικές παραδόσεις ο πληθυντικός δεν χρησιμοποιείται πάντα – π.χ. για πέντε χρήσεις πληθυντικού για έναν θεό αντιστοιχούν είκοσι χρήσεις ενικού για τον ίδιο θεό – απλώς συναντάται περιοδικά, και είναι «πληθυντικός μεγαλοπρέπειας». Αντίθετα, ακριβώς επειδή η λέξη Elohim συναντάται χιλιάδες φορές και είναι το κύριο όνομα του Γιαχβέ στην Π.Δ., ο πληθυντικός της δεν συνιστά «πληθυντικό μεγαλοπρέπειας». Περιπτώσεις όπου ο «άγγελος Κυρίου» αποκαλείται από την Π.Δ. «Θεός»:
ΓΕΝΕΣΙΣ ΙΣΤ’ 7 Εὗρε δὲ αὐτὴν ἄγγελος Κυρίου ἐπὶ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἐπὶ τῆς πηγῆς ἐν τῇ ὁδῷ Σούρ. 8 καὶ εἶπεν αὐτῇ ὁ ἄγγελος Κυρίου. ῎Αγαρ, παιδίσκη Σάρας, πόθεν ἔρχῃ καὶ ποῦ πορεύῃ; καὶ εἶπεν· ἀπὸ προσώπου Σάρας τῆς κυρίας μου ἐγὼ ἀποδιδράσκω. 10 καὶ εἶπεν αὐτῇ ὁ ἄγγελος Κυρίου· πληθύνων πληθυνῶ τὸ σπέρμα σου, καὶ οὐκ ἀριθμηθήσεται ὑπὸ τοῦ πλήθους. 11 καί εἶπεν αὐτῇ ὁ ἄγγελος Κυρίου· ἰδού, σὺ ἐν γαστρί ἔχεις καὶ τέξῃ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Ισμαήλ, ὅτι ἐπήκουσε Κύριος τῇ ταπεινώσει σου. 13 καὶ ἐκάλεσεν ῎Αγαρ τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ λαλοῦντος πρὸς αὐτήν· σὺ ὁ Θεὸς ὁ ἐπιδών με, ὅτι εἶπε· καὶ γὰρ ἐνώπιον εἶδον ὀφθέντα μοι.
Ο «άγγελος Κυρίου» που συνομιλεί με την Άγαρ αποκαλείται Θεός («Κυρίου τοῦ λαλοῦντος πρὸς αὐτήν») από τον συγγραφέα, αποκαλείται Θεός από την Άγαρ («ἐνώπιον εἶδον ὀφθέντα [το Θεό] μοι»), μιλά για το Θεό στο γ’ πρόσωπο («ἐπήκουσε Κύριος») και υπόσχεται να πληθύνει τους απογόνους της˙ υπόσχεση που μόνο ο Θεός κάνει. Έχουμε ένα πρόσωπο που δρα ως Θεός και καλείται Θεός κι όμως αναφέρεται στο Θεό – στον εαυτό του – σε γ’ πρόσωπο. Πώς αλλιώς μπορεί να ερμηνευτεί το εδάφιο, εκτός αν υποτεθεί μια πολλαπλότητα εντός της ενότητας του Θεού της Π.Δ.; Φυσικά δεν ισχύει η ραββινική άποψη ότι ο άγγελος/απεσταλμένος λέγεται «Θεός» επειδή μιλά εκ μέρους του Θεού˙ για παράδειγμα, κανένας προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης δεν αποκαλείται από την Π.Δ. ή τους συγχρόνους του «Θεός», απλώς επειδή μεταφέρει σ’ αυτούς τα λόγια του Θεού. Μόνο ο Θεός αποκαλείται YHWH. Η αντίθετη άποψη θα σήμαινε ειδωλολατρία.
ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΒ’ 11 και άγγελος Κυρίου από τον ουρανό τον κάλεσε και του είπε «Αβραάμ, Αβραάμ!» Εκείνος απάντησε «Να μαι» 12 είπε σ’ αυτόν ο άγγελος. «Μην απλώσεις το οπλισμένο χέρι σου πάνω στο παιδί και μην κάνεις σ’ αυτό κανέναν κακό˙ διότι κατάλαβα τώρα καλά ότι εσύ σέβεσαι και λατρεύεις το Θεό, αφού για χάρη μου δεν λυπήθηκες τον αγαπητό σου γιο».
Ο «άγγελος Κυρίου» μιλά στον Θεό στο γ’ πρόσωπο, αλλά λέει ότι «για χάρη μου δεν λυπήθηκες». Δε διέταξε κανένας άγγελος τον Αβραάμ να θυσιάσει τον Ισαάκ και δεν θα μπορούσε ένας άγγελος να πει «για χάρη μου». Δηλαδή ταυτίζεται με το Θεό.
ΓΕΝΕΣΙΣ ΛΑ’ 11 καὶ εἶπέ μοι ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ καθ᾿ ὕπνον· ᾿Ιακώβ· ἐγὼ δὲ εἶπα· τί ἐστι; 13 ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ὁ ὀφθείς σοι ἐν τόπῳ Θεοῦ
Ο «άγγελος του Θεού» που εμφανίζεται στον ύπνο του Ιακώβ αποκαλεί τον εαυτό του Θεό.
ΕΞΟΔΟΣ Γ’ 2 ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου ἐν πυρὶ φλογὸς ἐκ τοῦ βάτου... 4 .. ἐκάλεσεν αὐτὸν ὁ Κύριος ἐκ τοῦ βάτου λέγων· Μωυσῆ, Μωυσῆ. 6 καὶ εἶπεν· ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς τοῦ πατρός σου, Θεὸς ῾Αβραὰμ καὶ Θεὸς ᾿Ισαὰκ καὶ Θεὸς ᾿Ιακώβ.
Ο «άγγελος Κυρίου» αυτοαποκαλείται Θεός. Αναφορικά με τον Μεσσία που θα έστελνε ο Θεός της Π.Δ.
ΓΕΝΕΣΙΣ ΜΘ’, 10 Δεν θα λείψει άρχοντας από τη φυλή Ιούδα και αρχηγός από τους απογόνους του, μέχρις ότου έρθει εκείνος, στα χέρια του οποίου απόκεινται οι εξουσίες, «και αυτός προσδοκία εθνών».
ΨΑΛΜΟΣ ΡΘ’ (ΡΙ’) 1 ΕΙΠΕΝ ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου· 3 ἐκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησά σε.
Δηλαδή, πρόκειται για έναν "προ αιώνων" Μεσσία, αφού γεννήθηκε πριν τη δημιουργία των άστρων και. του κόσμου, και μάλιστα εκ της ίδιας θεϊκής ουσίας "εκ γαστρός". Υπάρχουν αρκετά σημεία στην Παλαιά Διαθήκη όπου φαίνεται η τριαδικότητα που φανερώνεται στην Καινή Διαθήκη.
ΓΕΝΕΣΙΣ Α’, 26 «καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν....»
Από τη μια υπάρχει το α’ πρόσωπο ενικό (είπεν ο Θεός) και από την άλλη το α’ πρόσωπο πληθυντικό (ποιήσουμε).
ΓΕΝΕΣΙΣ Γ’, 22 «καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἰδοὺ ᾿Αδὰμ γέγονεν ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν, τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν·...»
Εδώ ειδικά, όχι απλώς υπάρχει το α’ πρόσωπο πληθυντικό, αλλά ο ένας Θεός λέει ότι ο Αδάμ έγινε «όπως ένας από εμάς». Αυτό αποκλείει και την ιδέα ότι ο Θεός μιλά στον εαυτό του σε α’ πληθυντικό «μεγαλειότητας». Το «ένας από εμάς» υποννοεί ότι υπάρχουν πολλοί˙ ενώ αν γραφόταν π.χ. «έγινε σαν κι εμάς», κάποιος θα μπορούσε να το θεωρήσει ως πληθυντικό «μεγαλειότητας». Αλλά, αν υποτεθεί – όπως ισχυρίζονται οι ραββίνοι – πως ο Θεός, όταν λέει «εις εξ ημών» εννοεί τον εαυτό του μαζί με τους άγγελους που τον υπηρετούν, και έτσι είναι σαν να θεωρεί τον εαυτό του και αυτούς ως μια ενότητα («ημών»), τότε γιατί η Π.Δ. λέει ότι με τον Θεό δεν υπάρχει όμοιος κανείς σε τίποτα;
Α’ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ, ΙΖ’, 20 Κύριε, οὐκ ἔστιν ὅμοιός σοι, καὶ οὐκ ἔστι Θεὸς πλὴν σοῦ κατὰ πάντα, ὅσα ἠκούσαμεν ἐν ὠσὶν ἡμῶν.
ΓΕΝΕΣΙΣ ΙΑ’, 7 «δεῦτε καὶ καταβάντες συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τὴν γλῶσσαν,...»
Πάλι υπάρχει ο α΄ πληθυντικός.
ΗΣΑΐΑΣ ΣΤ’, 8 «τότε άκουσα τη φωνή του Κυρίου να λέει «ποιον να στείλω; Και ποιος θα πάει για μάς;»
Αλλά αυτά, φυσικά, τα αποσπάσματα δεν λεν εάν ο Θεός της Π.Δ. είναι τρία ή τέσσερα ή δέκα πρόσωπα. Αυτό φανερώνεται αλλού:
ΓΕΝΕΣΙΣ ΙΗ’ 1 ΩΦΘΗ δὲ αὐτῷ [στον Αβραάμ] ὁ Θεὸς πρὸς τῇ δρυΐ τῇ Μαμβρῇ, καθημένου αὐτοῦ [Αβραάμ] ἐπὶ τῆς θύρας τῆς σκηνῆς αὐτοῦ μεσημβρίας. 2 ἀναβλέψας δέ [ο Αβραάμ] τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ εἶδε, καὶ ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες εἱστήκεισαν ἐπάνω αὐτοῦ· καὶ ἰδὼν προσέδραμεν εἰς συνάντησιν αὐτοῖς ἀπὸ τῆς θύρας τῆς σκηνῆς αὐτοῦ καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν. 3 καὶ εἶπε· κύριε, εἰ ἄρα εὗρον χάριν ἐναντίον σου, μὴ παρέλθῃς τὸν παῖδά σου·
Φαίνεται ότι οι τρεις άνδρες που ο Αβραάμ είδε ήταν ο Θεός (ώφθη= εμφανίστηκε ο Θεός), και βλέποντάς τους τρεις άνδρες, τους αποκαλεί «κύριε», ωσάν να ήταν ένας. Για τον Λόγο λέει ο Δαυίδ:
ΨΑΛΜΟΙ ΡΙΗ’ (118), 89 «Εἰς τὸν αἰῶνα, Κύριε, ὁ λόγος σου διαμένει ἐν τῷ οὐρανῷ.»
ΨΑΛΜΟΙ ΡΣΤ’ (106), 20 «ἀπέστειλε τὸν λόγον αὐτοῦ καὶ ἰάσατο αὐτοὺς...»
Όμως ο προφορικός λόγος δεν στέλνεται ούτε παραμένει στους αιώνες στον ουρανό. Για το Πνεύμα λέει ο Δαυίδ πάλι:
ΨΑΛΜΟΙ ΡΓ’(103), 30 «ἐξαποστελεῖς τὸ πνεῦμά σου, καὶ κτισθήσονται»
ΨΑΛΜΟΙ, ΛΒ’, 6 «τῷ λόγῳ τοῦ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν καὶ τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν·»
ΙΩΒ ΛΓ’, 4 «πνεῦμα θεῖον τὸ ποιῆσάν με, πνοὴ δὲ Παντοκράτορος ἡ διδάσκουσά με.»
Όμως το πνεύμα που στέλνεται και δημιουργεί και στερεώνει και συνέχει δεν είναι φύσημα που χάνεται, όπως και το στόμα του Θεού δεν μπορεί να είναι σωματικό μέλος (Ι.Δαμασκηνού, Έκδοσις..., 1, 7). Αν το «πνεύμα Θεού» είναι Θεός, πρόσωπο κι όχι απρόσωπη ενέργεια του Θεού, τότε θα πρέπει να έχει αφενός τις ιδιότητες που έχει ένα πρόσωπο, αφετέρου τις ιδιότητες του Θεού: Το Πνεύμα συνετίζει:
ΝΕΕΜΙΑΣ Θ’, 20 καὶ τὸ πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ἔδωκας συνετίσαι αὐτοὺς
Το Πνεύμα είναι πανταχού παρόν, είτε ο άνθρωπος ανεβεί στον ουρανό είτε κατέβει στον Άδη:
ΨΑΛΜΟΙ ΡΛΗ’ 7 ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω; 8 ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, σὺ ἐκεῖ εἶ, ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην, πάρει·
Το Πνεύμα είναι δημιουργός του κόσμου (ΓΕΝ. Α’, 2), (ΙΩΒ ΛΓ’, 4)
Εάν το "πνεύμα Θεού" είναι απλώς μια εκδήλωση της ενέργειας του Θεού, τότε δεν μπορεί να λέγεται ότι είναι δημιουργός ή ότι είναι πανταχού παρόν. Είναι σα να λέμε πως "το χέρι του εργάτη χτίζει" αντί του σωστού "ο εργάτης κτίζει". Μερικοί θα πουν πως δεν εκπληρώνει ο Ιησούς κανένα από τα υποσχόμενα του Θεού της Π.Δ. ΓΕΝΕΣΙΣ Γ' 15 Θα θέσω άσβεστη έχθρα μεταξύ σου και της γυναικός, μεταξύ των απογόνων σου και των απογόνων της. Ένας απόγονος της γυναίκας αυτής θα σου συντρίψει την κεφαλή και συ θα κεντήσεις την φτέρνα σου.
1) Θα γεννιόταν στη Βηθλεέμ (Μιχαίας 5:12). 2) Θα προερχόταν από τη φυλή Ιούδα (Γένεση 49:10). 3) Θα γεννιόταν από Παρθένο (Ησαΐας 7:14). 4) Θα έκανε τη θριαμβευτική Του είσοδο στην Ιερουσαλήμ καβάλα πάνω σε ένα γαϊδουράκι (Ζαχαρίας 9:9). 5) Θα προδινόταν για 30 αργύρια (Ζαχαρίας. 11:12). 6) Που θα χρησιμοποιούνταν τα αργύρια της προδοσίας (Ζαχαρίας 11:13). 7) Θα τραυματιζόταν, θα ταλαιπωριόταν και θα δερνόταν (Ησαΐας 53:4-5). 8) Θα πέθαινε με θάνατο σταυρικό (Ψαλμός 22:16). 9) Θα του προσφερόταν να πιει ξύδι (Ψαλμός 69:21). 10) Θα τα έβαζαν τα ρούχα του σε κλήρο (Ψαλμός 22:18). 11) Κανένα από τα οστά Του δεν θα έσπαζε (Ψαλμός 34:20). 12) Θα ενταφιαζόταν με τον πλούσιο (Ησαΐας 53:9). 13) Θα ανασταινόταν από τους νεκρούς (Ψαλμός 16:10).

74. "Αντίθετα από ό,τι ισχυρίζονται οι Χριστιανοί, υπάρχουν δεκαπέντε προχριστιανικοί εθνικοί θεοί, οι οποίοι σταυρώνονται και δεινοπαθούν. Σύμφωνα με το βιβλίο «15 Εσταυρωμένοι & Αναστημένοι σωτήρες», του Γεώργιου Γρηγορομιχελάκη, υπάρχουν τουλάχιστον 15 τέτοιοι: α’) ο Κρίσνα: «Ο Γάλλος συγγραφέας του έργου «Η Θρησκεία των αρχαίων» Γκινιάν, μιλά για την σταύρωση του θεού αυτού και αναφέρει πώς καρφώθηκε σε ένα δέντρο» (σελ. 88). β') ο ινδός θεός Σακία: «ένας από αυτούς που αναφέρεται ξεκάθαρα είναι ο Σακία, Βούδας Σακία ή Σάκι Μούνι» (σελ. 93) «σε κάποιες χώρες λέγεται πως ο θεός σταυρώθηκε από ένα βέλος που διαπέρασε το σώμα του και τον κάρφωσε σε ένα δένδρο» (σελ. 93). γ') ο θεός Ταμούζ της Συρίας: «αναστήθηκε από τους νεκρούς για να σώσει τον κόσμο» (σελ. 98): «Σύμφωνα με τις δυτικές ιστορίες οι οποίες απέκρυψαν την ιστορία της σταύρωσης, ζούσε στην γη και τραυματίστηκε από αγριόχοιρο, πέθανε και γκρεμίστηκε στα σκοτεινά δώματα της Αλλατού, της θεάς του θανάτου» (σελ. 99). «Η Ιστάρ (θεά Αστάρτη) πέτυχε να τον αναστήσει ραντίζοντάς τον με κρύο νερό και αλείφοντάς τον με αρώματα. Έτσι τον επαναφέρει στην ζωή μόνο σε ορισμένη ώρα του έτους» (σελ. 99), δ΄) ο θεός Βιττόμπα του Τελιγκονέζε (6ος αι π.Χ.): «Παρουσιάζεται στην ιστορία του με οπές από καρφιά στα χέρια και στα πόδια. Τα καρφιά, τα σφυριά και οι τανάλιες αναπαριστώνται διαρκώς στην σταύρωση του και είναι αντικείμενα λατρείας από τους οπαδούς του» (σελ. 99). «Το σιδηρούν στέμμα της Λομβαρδίας έχει ένα καρφί, το οποίο ισχυρίζονται πως είναι ο πραγματικός και γνήσιος σταυρός του και γι αυτό λατρεύεται στο όνομά του» (σελ. 99), ε’) ο θεός Ιάω του Νεπάλ (7ος π.Χ. αι.): «Για τον σωτήρα αυτό γνωρίζουμε πως σταυρώθηκε σε ένα δένδρο στο Νεπάλ» (σελ. 99). «Το όνομα του ενσαρκωμένου αυτού θεού και του ανατολίτη σωτήρα εμφανίζεται στα βιβλία των άλλων χωρών» (σελ. 99). Στ’) ο θεός Χεσούς των Κελτών (9ος αι. π.Χ.): «Οι Κέλτες Δρυίδες αναπαριστούσαν τον θεό τους Χεσούς εσταυρωμένο με ένα πρόβατο στη μια πλευρά και ένα ελέφαντα στην άλλη» (σελ. 100). «Ο ελέφαντας ως το μεγαλύτερο γνωστό ζώο επιλέχθηκε για να αναπαραστήσει το μέγεθος των αμαρτιών του κόσμου, ενώ το πρόβατο για να αναπαραστήσει την αθωότητα του θύματος» (σελ. 100), ζ’) ο θεός Κετσατκοάτλ στο Μεξικό (6ος αι. π.Χ.): «Η ιστορική ύπαρξη του θεού αυτού είναι αναμφισβήτητη και δεν μπορεί να εξαφανιστεί» (σελ. 100). «Ο Μεξικανός αυτός θεός εκτελέστηκε πάνω σε σταυρό και θυσιάστηκε για τις αμαρτίες της ανθρωπότητας» (σελ. 100). «Οι αποδείξεις για την ύπαρξή του βρίσκονται χαραγμένες στο χάλυβα και σε μεταλλικές πλάκες. Μία από τις πλάκες αυτές τον παρουσιάζει εσταυρωμένο πάνω σ’ ένα βουνό, όπως γράφει ο Ιουστίνος για τον Ιησού» (σελ. 100). «Σύμφωνα με άλλο συγγραφέα παρουσιάζεται εσταυρωμένος σε έναν σταυρό και σε μια άλλη αναφορά κρεμασμένος με ένα σταυρό στο χέρι» (σελ. 100), η’) ο θεός Κουιρίνους της Ρώμης (6ος αι. π.Χ.): «Κατά τον θάνατό του ολόκληρη η γη σκοτείνιασε όπως και στην περίπτωση του Ιησού, του Κρίσνα και του Προμηθέα» (σελ. 101), θ’) ο Προμηθέας του Αισχύλου, ι’) ο Θούλις της Αιγύπτου (1700 π.Χ.): «Ο Θούλις τη Αιγύπτου πέθανε πάνω στο σταυρό…» (σελ. 102), ια’) ο Ίντρα στο Θιβέτ (8ος π.Χ. αι.): «Για την σταύρωση αυτού του θεού και σωτήρα δεν έχουμε παρά μια σύντομη αναφορά το Thibetinum Alphabetum σελ. 230. Στο έργο αυτό βρίσκουμε εικόνες που αναπαριστούν τον Θιβετιανό αυτό σωτήρα εσταυρωμένο» (σελ. 103), ιβ’) ο Άττις της Φρυγίας: «Ο Άττις λατρεύονταν μαζί με την Κυβέλλη ως υιός και εραστής της» (σελ. 103). «Ο Παυσανίας VII 7 γράφει πως ο Δίας αγανάκτησε εναντίων του Άττι και έστειλε ένα αγριογούρουνο για να καταστρέψει τις σοδιές των Λυδών. Τότε ο Άττις και οι Λυδοί σκοτώθηκαν από το αγριογούρουνο, γι αυτό και οι Γαλάτες της Πεσσινούντας δεν αγγίζουν χοιρινό κρέας» (σελ. 103). «Ο Άττις είναι ένας από τους θεούς που πεθαίνουν και ανασταίνονται. Στην ιστορία του υπάρχει η λατινική φράση Suspensus Lingo» που δείχνει τον τρόπο του θανάτου του: Κρεμάστηκε σε ένα δέντρο, σταυρώθηκε, τάφηκε και αναστήθηκε. Στις κάρτες του Ταρώ ο Άττις παρουσιάζεται με την μορφή του Κρεμασμένου» (σελ. 104), ιγ’) ο Κριτέ της Χαλδαίας: «Ήταν γνωστός ως Λυτρωτής, ευλογημένος Υιός του Θεού, σωτήρας της φυλής, ο προσφέρων την λύτρωση σε ένα θυμωμένο θεό, Όλα αυτά καταγράφονται σύμφωνα με τον Χίγκινς, στα ιερά βιβλία των Χαλδαίων, όπου αναφέρεται και η σταύρωση του θεού. Όταν πέθανε η γη και ο ουρανός κλονίστηκαν» (σελ. 105), ιδ’) ο θεός Μπάλι της Ορίσσα: «Από τα βιβλία της Ανατολής μαθαίνουμε πως στην Ορίσσα, μια Ασιατική περιοχή, υπήρχε ένας εσταυρωμένος θεός» (σελ. 105). «ονομάζονταν και «Δεύτερος Κύριος», ως αναφορά σε ένα δεύτερο πρόσωπο ή το δεύτερο μέλος μια τριάδος, αφού οι περισσότεροι εσταυρωμένοι θεοί κατέχουν την θέση αυτή σε μια τριάδα θεοτήτων» (σελ. 105) και ιε’) ο Μίθρας της Περσίας: «Ο Πέρσης αυτός θεός, σύμφωνα με τον Χίγκινς, «σφαγιάσθηκε στο σταυρό για να λυτρώσει την ανθρωπότητα από τα αμαρτήματά της»» (σελ. 105). «Λέγεται πως γεννήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου και σταυρώθηκε σε ένα δένδρο» (σελ. 105). Οι Χριστιανοί το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να αντιγράψουν τις παραπάνω ιστορίες και να τις παρουσιάσουν ως κάτι τάχα καινούργιο".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος βασίζεται σε δύο άξονες/ερωτήματα: 1) δανείστηκαν οι Χριστιανοί και οι Απόστολοι από αυτές τις μυθολογίες στοιχεία, ώστε να τα συνενώσουν στο πρόσωπο του Ιησού; και 2) Πληρούν οι θεοί αυτοί τα κριτήρια που εκπληρώνει ο Ιησούς, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη;
Για το πρώτο σκέλος, είναι κάτι παραπάνω από αφελές να ισχυριστεί κανείς ότι οι 12 αμαθείς ψαράδες Απόστολοι, που ξεκίνησαν την διάδοση του Χριστιανισμού γνώριζαν το σύνολο των μυθολογιών αυτών. Άνθρωποι που δεν ήξεραν τίποτε για τον κόσμο πέρα από την περιοχή όπου ψάρευαν, θα ήταν αδύνατο να γνωρίζουν όλες αυτές πληροφορίες, ώστε μετά, σε δεύτερο στάδιο, να καθίσουν και να επιλέξουν αυτές που τους χρειαζόταν για να «φτιάξουν» την προσωπικότητα του Χριστού, και σε τρίτο στάδιο να δεχθούν να βασανιστούν και να θανατωθούν πρόθυμα, για χάρη ενός ψέμματος, το οποίο σχεδίασαν με κάθε ακρίβεια. Μήπως ταξίδεψαν στο Μεξικό, το Θιβέτ, την Ινδία, στους Κέλτες, στην Μικρά Ασία, ώστε να συλλέξουν πληροφορίες; Ή κατέγραφαν στη μικρή γωνιά του κόσμου τις πληροφορίες που ξένοι τούς έδιναν; Αλλά και πάλι, πότε πρόλαβαν οι δώδεκα αγράμματοι ψαράδες μεταξύ της Σταύρωσης και της συγγραφής των Ευαγγελίων α’) να συλλέξουν τόσες πληροφορίες, β’) να τις επεξεργαστούν, εν μέσω διωγμών από τους συμπατριώτες τους; γ’) Δεν ήταν ευκολότερο γι’ αυτούς να καταγράψουν ό,τι είδαν και άκουσαν οι ίδιοι για τον Χριστό, αντί να καταγράψουν τις μυθολογίες 15 ξένων, άγνωστων γι’ αυτούς θεών από μακρινές ή πολύ μακρινές χώρες;
Για το δεύτερο σκέλος, αρκεί η παράθεση των διαφορών μεταξύ του Χριστού και των ψευδοθεοτήτων, δεδομένου ότι οι απαντήσεις στα ερωτήματα α’ και β’ είναι αρνητικές, ενώ στο γ’ είναι καταφατική.
α') ο θεός Κρίσνα, θεός του ινδικού πανθέου, 8η ενσάρκωση του θεού Βισνού, φόνευσε τον βασιλιά και διώκτη του Κάσνα. Ήταν εραστής της βοσκοπούλας Ράδα. Φονεύτηκε με βέλος, όταν – σύμφωνα με την Μαχαβαράτα – μεταμορφώθηκε σε αντιλόπη. Συνεπώς: 1) αντίθετα από τον Χριστό ο Κ. ανήκει σε πανθεϊστικό σύστημα και δεν είναι Υιός μονογενής του Ενός Θεού, 2) αντίθετα από το Χριστό, ο Κ. έχει ερωτικές σχέσεις, 3) αντίθετα από τον Χριστό, ο Κ. δεν σταυρώνεται αλλά φονεύεται με βέλος, 4) αντίθετα με τον Χριστό δεν αναστήθηκε σωματικά ή αλλιώς, 5) αντίθετα από τον Χριστό, ο Κ. δεν γεννήθηκε από παρθένο.
β') ο θεός Σακία, που δεν είναι θεός, διότι είναι ενσάρκωση του Βούδδα, δηλαδή απλός άνθρωπος, άγιος μεν, αλλά άνθρωπος. 1) αντίθετα από τον Χριστό, ο Σακία είναι άνθρωπος, 2) αντίθετα από τον Χριστό, ο Σακία δεν σταυρώνεται με καρφιά, αλλά τοξεύεται, 3) αντίθετα από τον Χριστό, ο Σακία καρφώνεται σε δέντρο και όχι σε σταυρό, 4) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι αναστήθηκε, σωματικά ή άλλως, 5) αντίθετα από τον Χριστό, ο Σ. δεν γεννήθηκε από παρθένα, πατέρας του ήταν ο Σουδοντάνα, ένας ευγενής. Οι μετέπειτα θρύλοι λέγουν πως εισήλθε στην βασίλισσα Μαγιά πριν γεννηθεί, με την μορφή λευκού ελέφαντα (πιθανόν στον ύπνο της).
γ') ο θεός Ταμούζ της Συρίας, σύζυγος της Ιστάρ, πληγώθηκε θανάσιμα από Κάπρο, απεσπάσθη από τον Άδη από αυτήν. 1) αντίθετα από τον Χριστό, ο Ταμούς είχε σύζυγο, 2) αντίθετα από τον Χριστό, ο Τ. σκοτώθηκε από κάπρο και δεν πέθανε στο σταυρό, 3) αντίθετα από τον Χριστό, ο Ταμούζ αναστήθηκε με τη βοήθεια της γυναίκας του, ενώ ο Χριστός ήταν Θεός και ανεστήθη μόνος του, 4) αντίθετα από τον Χριστό, ο Ταμούζ ανεστήθη με τη βοήθεια κρύου νερού, 5) αντίθετα από τον Χριστό, ο Ταμούζ ανασταίνεται μόνο συγκεκριμένες στιγμές το χρόνο, ενώ ο Χριστός ανεστήθη σαρκικώς μια για πάντα, 6) αντίθετα από τον Χριστό, δεν γεννήθηκε από παρθένο, 7) αντίθετα από τον Χριστό, ο Ταμούζ ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα.
δ') ο θεός Βιττόμπα, 1) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται να γεννήθηκε από παρθένο, 2) αντίθετα από τον Χριστό, δεν σταυρώθηκε, αλλά απλώς καρφώθηκε, 3) αντίθετα από τον Χριστό, ο Β. δεν αναφέρεται να ανεστήθη.
ε') ο θεός Ιάω, 1) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται να γεννήθηκε από παρθένο, 2) αντίθετα από τον Χριστό, δεν σταυρώθηκε σε σταυρό, αλλά σε δένδρο, 3) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι ανεστήθη.
στ') ο θεός Χεσούς, 1) αντίθετα από τον Χριστό, παριστάνεται σταυρωμένος με έναν ελέφαντα από τη μια και ένα πρόβατο στην άλλη, 2) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι γεννήθηκε από παρθένο, 3) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι ανεστήθη, 4) αντίθετα από τον Χριστό , δεν αναφέρεται ως μονογενής Υιός του ενός Θεού, διότι ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα, των Δρουΐδων.
ζ') ο «θεός» Κετσατκοάτλ, 1) αντίθετα από τον Χριστό, ήταν άνθρωπος και δεν θεωρήθηκε θεάνθρωπος, 2) αντίθετα από τον Χριστό, ήταν υιός του βασιλέα Τοτεπένχ -Καμάντι της Τολάν, ο οποίος δολοφονήθηκε, 3) αντίθετα από τον Χριστό, έγινε βασιλιάς κράτους των Τολτέκων, 4) αντίθετα με τον Χριστό, ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα των προκολομβιανών θρησκειών, 5) αντίθετα με τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι ανεστήθη, 6) αντίθετα με τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι γεννήθηκε από παρθένο.
η') ο θεός Κουιρίνους, 1) αντίθετα με τον Χριστό, είναι ο συνιδρυτής της Ρώμης Ρωμύλος, που έλαβε αυτό το όνομα από τους Ρωμαίους μετά θάνατον, θεωρούμενος υιός του Άρη, 2) αντίθετα από τον Χριστό, δεν γεννήθηκε από παρθένο, 3) αντίθετα από τον Χριστό, ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα και δεν είναι Υιός του ενός Θεού μονογενής, 4) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι ανεστήθη σωματικά ή άλλως, 5) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται εάν πέθανε στο σταυρό ή αλλιώς.
θ') ο θεός Προμηθέας, 1) αντίθετα από τον Χριστό, δεν γεννήθηκε από παρθένο, αλλά από την Κλυμένη που ξάπλωσε σε κοινό κρεβάτι με τον Ιαπετό (Ησ. Θεογ. Στιχ. 507), 2) αντίθετα από τον Χριστό δεν είναι Υιός μονογενής του ενός Θεού, 3) αντίθετα από τον Χριστό ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα, 4) αντίθετα από τον Χριστό, δεν σταυρώθηκε, αλλά δέθηκε με αλυσίδες στον βράχο ενός βουνού, του Καυκάσου, 5) αντίθετα από τον Χριστό, δεν ανεστήθη, εφόσον δεν πέθανε καν, αλλά διεσώθη από τον Ηρακλή.
ι') ο θεός Θούλις της Αιγύπτου, 1) αντίθετα από τον Χριστό, δεν ήταν θεός, αλλά πραγματικό πρόσωπο, Φαραώ της Αιγύπτου, θεοποιημένος εν ζωή, όπως οι παγανιστές καίσαρες, 2) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι γεννήθηκε από παρθένο, 3) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι πεθαίνοντας ανεστήθη σωματικά ή άλλως, 4) αντίθετα από τον Χριστό, ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα.
ια’) ο θεός Ίντρα, 1) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι ήταν Υιός μονογενής του ενός Θεού, 2) αντίθετα από τον Χριστό δεν αναφέρεται σε μονοθεϊστικό σύστημα, 3) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται γεννημένος από παρθένο, 4) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι ανεστήθη σαρκικώς για πάντα.
ιβ') ο θεός Άττις, 1) αντίθετα από τον Χριστό, ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα, 2) αντίθετα από τον Χριστό, δεν γεννιέται από παρθένο γυναίκα άνθρωπο, 3) αντίθετα από τον Χριστό, έχει σεξουαλικές σχέσεις με την μητέρα του, 4) αντίθετα από τον Χριστό, σκοτώθηκε από αγριογούρουνο σταλμένο από το Δία, 5) αντίθετα από τον Χριστό, δεν σταυρώθηκε σε σταυρό, 6) αντίθετα από τον Χριστό, δεν ανεστήθη ούτε σαρκικώς ούτε εξ άπαντος.
ιγ') ο θεός Κριτέ, 1) αντίθετα από τον Χριστό, δεν ανήκει σε μονοθεϊστικό σύστημα, ώστε να είναι Υιός του Θεού μονογενής, 2) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται να γεννήθηκε από παρθένο, 3) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται να ανεστήθη σαρκικώς και εξ άπαντος. Ποια είναι αυτά τα «ιερά βίβλία» των Χαλδαίων, που ομιλούν γι’ αυτόν;
ιδ') ο θεός Μπάλι, 1) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι γεννήθηκε από παρθένο, 2) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι είναι μονογενής Υιός του ενός Θεού, δηλαδή, ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα, 3) σε αντίθεση με τον Χριστό, ονομάζεται «δεύτερος Κύριος», 4) σε αντίθεση με τον Χριστό, δεν αναφέρεται εάν ανεστήθη σαρκικά εξ άπαντος ή εάν ενσαρκώθηκε ώστε να πεθάνει, 5) αντίθετα από τον Χριστό, είναι θεός του βασιλείου των νεκρών, κάτι αντίστοιχο του Πλούτωνα. Γιατί δεν κατονομάζονται τα «βιβλία της Ανατολής», τα οποία μιλάν γι’ αυτόν; Άτιτλα είναι; Πώς μπορεί να αποδειχθεί τριάδα βάσει απλής παράθεσης του «Δεύτερου Κυρίου»; Είναι απαραίτητο να υπάρχει και «Τρίτος Κύριος», εάν απλώς υπάρχει Δεύτερος; Ποιος είναι αυτός, αν υπάρχει, στη θρησκεία του Μπάλι;
ιδ') ο θεός Μίθρας 1) αντίθετα από τον Χριστό, δεν γεννήθηκε από παρθένο γυναίκα, αλλά σύμφωνα με τη μυθολογία από ένα αυγό. Τώρα αν η κότα ήταν παρθένος, είναι θέμα προς συζήτηση, 2) αντίθετα από τον Χριστό δεν ανεστήθη σαρκικώς και εξ άπαντος, 3) αντίθετα από τον Χριστό, ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα και δεν είναι μονογενής Υιός του ενός Θεού.
Αλλά και ο Διόνυσος, που τον ξέχασαν, μέσα στην τρελή χαρά τους («αφού βρήκαμε δεκαπέντε παγανιστικούς Χριστούς, τι δεκαπέντε τι δεκάξι») ως ακόμη έναν «αναστημένο θεό», είχε μητέρα, την Σέμελη, την οποία διακόρευσε ο ύπατος Greek Lover Ζευς - και ήταν και εξαμηνίτικος (Απολ. Βιβλ. Γ', IV, 3) ! Αλλά ειδικότερα, στο ζήτημα της παρθενίας των μητέρων των «θεών» αυτών, ακόμη και για τις μετενσαρκώσεις, όπου απλώς εισέρχεται στην κοιλία της μητέρας ο θεός/πνεύμα, οι μητέρες αυτές έχουν ήδη άντρα και συνεπώς δεν είναι παρθένες, ακόμη κι αν δεν διακορεύτηκαν από τον θεό για να γεννηθεί ένας γιος-θεός. Ο Χριστός είναι 1) γεννημένος από παρθένα, 2) μονογενής Υιός ενός Θεού, 3) σταυρώνεται σε σταυρό, 4) ανασταίνεται σαρκικώς εξ άπαντος. Οι «θεοί» που οι Ν/Π παρουσιάζουν 1) συχνά δεν είναι θεοί, αλλά πραγματικοί άνθρωποι μετά θάνατον θεοποιηθέντες ή κατά τη διάρκεια της εξουσίας τους, 2) δεν γεννώνται από παρθένα, 3) δεν είναι μονογενείς Υιοί ενός μοναδικού Θεού, 4) πολλές φορές δεν σταυρώνονται, αλλά τοξεύονται ή φονεύονται αλλιώς, 5) έχουν σεξουαλικές σχέσεις με γυναίκες, ακόμη και με τη μάνα τους, 6) πολλές φορές δεν ενσαρκώνονται καν, 7) δεν ανασταίνονται σαρκικώς, 8) δεν ανασταίνονται ούτε σαρκικώς ούτε μια και για πάντα, 9) ανασταίνονται με μαγικά μέσα – νερό, αρώματα – με βοήθεια άλλων θεών, 10) ανήκουν σε πολυθεϊστικά θρησκευτικά συστήματα.
Οι διαφορές είναι όχι απλώς προφανείς, όχι απλώς πολλές, αλλά τεράστιες και βαρυσήμαντες. Κανείς από τους «15 σταυρωμένους και αναστημένους θεούς» δεν έχει ούτε τις μισές ιδιότητες του Χριστού. Όλοι οι θεοί έχουν τουλάχιστον τις μισές ιδιότητες από τις δέκα παραπάνω. Τόσες διαφορές, τόσο σημαντικές, αποκλείουν δίχως δεύτερη σκέψη την πιθανότητα οι τρομοκρατημένοι, καταδιωκόμενοι, αμαθείς Ευαγγελιστές να κάτσουν και να συνδυάσουν ένα πρόσωπο με τις ιδιότητες του Ιησού βάσει των ιδιοτήτων των θεών, ώστε μετά να αρχίσουν απέραντα ταξίδια προκειμένου να διδάξουν και να πεθάνουν με σκληρό θάνατο, για χάρη ενός ψέμματος.
Ασφαλώς, ουδέποτε ο Χριστιανισμός είπε ότι είναι τελείως λανθασμένες οι απόψεις των άλλων θρησκειών ή ότι δεν υπάρχουν σε αυτές προτυπώσεις του ερχομού του Χριστού. Ισχυρίστηκε ότι αυτός κατέχει ολόκληρη την αλήθεια (κι όποιος θέλει το δέχεται αυτό), όχι ότι οι άλλοι δεν κατέχουν κανένα μέρος της αλήθειας.
Αλλά υπάρχει και μια τρίτη απόδειξη ότι δεν είναι αντιγραφή η ιστορία του Χριστού με τις μυθολογίες. Οι διηγήσεις για τους θεούς αυτούς παραμένουν απλές διηγήσεις, μύθοι, δίχως κάποιο θεολογικό νόημα να ενυπάρχει σε αυτούς. Ποτέ δηλαδή δεν ανέπτυξε καμμία άλλη θρησκεία που είχε ως κεντρικά πρόσωπα τον Μαρντούκ ή τον Μίθρα ή άλλους, τέτοια σωτηριολογία σαν τη χριστιανική. Γιατί; Διότι απλώς τα «γεγονότα» της ζωής των θεών τους τα έβλεπαν ως απλούς μύθους-μοτίβα. Το πολύ-πολύ να θεωρηθούν οι μύθοι ως συμβολισμοί φυσικών διαδικασιών (πράγμα αδύνατο για όλους τους μύθους). Από τι πράγμα (εννοείται, κακό) προσπάθησαν όλοι αυτοί οι παγανιστικοί θεοί να σώσουν τον άνθρωπο και τον κόσμο, ώστε να σταυρωθούν; Και γιατί να είναι έτσι αυτός ο κόσμος, ώστε να χρειαστεί η επέμβασή τους; Δεν υπάρχουν τέτοιες απαντήσεις στις θρησκείες αυτές, διότι πίσω από τα «γεγονότα» δεν υπάρχει καμμία πρόθεση για θεολογία, και καμμία θεολογική προϋπόθεση. Στο Χριστιανισμό όμως υπάρχει το θεολογικό υπόβαθρο: ο Χριστός σταυρώνεται για να σώσει τους ανθρώπους από κάτι συγκεκριμένο (αμαρτία), που υπάρχει στον κόσμο λόγω συγκεκριμένης αιτίας. Δεν έχουμε στο Χριστιανισμό παραμύθια κι ωραίες, αναίτιες ιστοριούλες. Οι οπαδοί των Μίθρα-Σακία κ.ο.κ. επικεντρώνονται στη θεότητα και θεωρούσαν τα γεγονότα αυτά ως μύθους, το πολύ-πολύ συμβολικούς της αλληλουχίας των εποχών. Θεολογικές ή κοσμολογικές προϋποθέσεις και επεξηγήσεις των – αντίστοιχων του Χριστού – παθημάτων των παγανιστικών θεών δεν υπάρχουν στους παγανιστικούς μύθους (είτε αυτοί είναι γεγονότα είτε συμβολικοί).
Αλλά και άν όντως ο Ορφέας ή ο Άδωνις προσπάθησε να σώσει από την αμαρτία ή τη φθορά ή το κακό τον άνθρωπο, γιατί υπάρχουν η αμαρτία και η φθορά στον κόσμο; Δίνουν οι μυθολογίες των θεών τέτοια εξήγηση; Σχεδόν καμμία. Αν οι ορφικοί απαντήσουν ότι το κακό, η φθορά κ.λπ. υπάρχουν λόγω της κακής ύλης, αυτό είναι το άκρως αντίθετο από την διδασκαλία του Χριστιανισμού. Καμμία σχέση δεν έχουν κάτι τέτοιες αντιλήψεις με το Χριστιανισμό. Ο Χριστιανισμός θεωρεί αίρεση την άποψη ότι η ύλη είναι φύσει κακή, διότι τότε θα θεωρούσε και τον δημιουργό που την δημιουργεί, το Θεό, κακό.
Με άλλα λόγια, η τεράστια διαφορά μεταξύ Χριστιανισμού και Ορφισμού (του μόνου από τους παγανιστικούς θεούς, του οποίου η θρησκεία είναι κάτι παραπάνω από μια απλή εξιστόρηση της τύχης του θεού), είναι ότι ο Χριστιανισμός την ύλη δεν την βλέπει ούτε κατώτερη (τιτάνεια) ούτε κακής ποιότητας ούτε τις δίνει άλλο κανένα υποτιμητικό - άρα δαιμονικής προέλευσης - χαρακτηρισμό για το δημιούργημα του Θεού (δηλαδή την ύλη), διότι μόνο ο Χριστιανισμός σέβεται τόσο το σώμα του ανθρώπου, ώστε να διακηρύσσει ότι αυτό θα αναστηθεί/αφθαρτοποιηθεί. Όσους λοιπόν παγανιστικούς σταυρωμένους και αναστημένους «θεούς»/μύθους κι αν φέρνουν οι Νεοπαγανιστές εναντίον του Χριστιανισμού, την τεράστια διαφορά μεταξύ αυτών και του Χριστιανισμού δε θα μπορέσουν να την εξηγήσουν, εκτός αν φορέσουν τις παρωπίδες του εθνικισμού και του ρατσισμού.
Δεν υπάρχει, λοιπόν, αντιγραφή των παγανιστικών μύθων από τον Χριστιανισμό, όπως ισχυρίζονται οι φιλοχριστιανοί (όταν προσπαθούν να βρουν ομοιότητες και αντιγραφή εκ μέρους του Χριστιανισμού, ώστε να τον θεωρήσουν ελληνικό και να τον αποδεχτούν) ή οι αντιχριστιανοί (όταν προσπαθούν να βρουν ομοιότητες, ώστε να κατηγορήσουν τον Χριστιανισμό ότι «τις έκλεψε») εθνικιστές (νεο-ορφικοί και μη) ή οι Παγανιστές, διότι μόνο στον Χριστιανισμό υπάρχει βαθύ και διαφορετικό από τους άλλους μύθους νόημα των γεγονότων αυτών, και διότι μόνο στο Χριστιανισμό υπάρχουν οι θεολογικές, κοσμολογικές κ.ά. προϋποθέσεις, οι οποίες κάνουν επιτακτική την σταύρωση και την ανάσταση του Χριστού. Πέραν ότι οι παγανιστικοί μύθοι ήταν αλληγορικοί, ενώ οι Χριστιανοί ουδέποτε είπαν ότι οι εξιστορήσεις για τον Χριστό ήταν αλληγορικές κι όχι γεγονότα, εάν ο Χριστιανισμός αντέγραψε τους μύθους αυτούς, τότε θα έπρεπε και στους μύθους/στις θρησκείες αυτές να υπάρχει αντίστοιχο περιεχόμενο και μεταφυσικό νόημα και κοσμολογικές προϋποθέσεις. Τέτοια ομοιότητα όμως στο νόημα ή στις προϋποθέσεις δεν βρίσκεται μεταξύ Χριστιανισμού και μυθολογιών.
Ορισμένοι Νεοπαγανιστές λεν πως οι μύθοι των ανατολικών αυτών θεών δεν είχαν καμμία ιδέα της «αμαρτίας» και «σωτηρίας από την αμαρτία», αλλά, ως εθνικοί που είναι, κρίνουν το αληθές/ψευδές της ιδέας της αντίληψης περί «αμαρτίας» με βάση το αν οι αρχαίοι πρόγονοί μας είχαν αντίληψη περί «αμαρτίας» κι όχι αν δικαιολογείται τέτοια άποψη. Είναι φυσικό, για την εθνικιστική αντίληψη αυτών των Νεοπαγανιστών είτε να απορρίπτει ο,τιδήποτε δεν είναι αρχαιοελληνικής προέλευσης είτε να το «ελληνοποιεί» κατά τρόπο επιπόλαιο, προκειμένου να το πιστέψει.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Thu Oct 07, 2021 11:51 am

75. "Η ύπαρξη του λεγόμενου Ιησού είναι ένας μύθος. Οι ελάχιστες εξωχριστιανικές μαρτυρίες για την ύπαρξή του είναι χαλκευμένες από τους Χριστιανούς, πολλές φορές και προκλητικά. Υπάρχουν δεκάδες ιστορικών προσώπων που έζησαν και άφησαν συγγραφικό έργο εκείνη την εποχή, αλλά δεν έγραψαν τίποτε για τον Ιησού. Όλη αυτή η ιδεολογία κατασκευάστηκε στο μύθο ενός ανύπαρκτου ανθρώπου".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ 1) Είναι εύκολο να απαντήσουμε στο ερώτημα, γιατί δεν έγραψαν για τον Χριστό τόσοι πολλοί Εθνικοί της εποχής του, όσους τουλάχιστον θα περιμέναμε να γράψουν. Ο Χριστιανισμός είναι εδώ και δεκαέξι αιώνες τόσο γνωστός σε όλους, τόσο διαδεδομένος, ώστε κανείς καταλήγει ασυναίσθητα να νομίζει ότι θα έπρεπε και τον πρώτο αιώνα να είναι το ίδιο σημαντικός για τους μορφωμένους Παγανιστές του πρώτου αιώνα μ.Χ., ώστε να ασχοληθούν μαζί του.
Ο Ιησούς ήταν Ιουδαίος. Δηλαδή γεννήθηκε και έζησε σε μια γωνιά της Αυτοκρατορίας και ανήκε σε ένα έθνος που το περιφρονούσαν οι Εθνικοί για τη θρησκεία και τα έθιμά του. Γιατί να ασχοληθούν οι Εθνικοί συγγραφείς με έναν από τους δεκάδες «μεσσίες» και προφήτες που ξεπρόβαλαν από ένα ειδεχθές μη παγανιστικό έθνος στα σύνορα της τεράστιας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και μάλιστα με έναν «μεσσία» που δικάστηκε και καταδικάστηκε από το ρωμαϊκό δίκαιο να πεθάνει ατιμωτικά; Υπήρχαν πολύ πιο ενδιαφέροντες και τίμιοι άνδρες, για να γράψουν γι’ αυτούς. Ποιος θα έδινε σημασία σε κάποιον θανατοποινίτη; Η Ιουδαία, όντας άκρο της Αυτοκρατορίας, ήταν ουσιαστικά ένα μέρος που κανείς Εθνικός δεν ήθελε να πάει και να γνωρίσει. Κι αν πήγαινε εκεί, θα έχανε τον καιρό του με έναν από τους δεκάδες «μεσσίες»; Αφού δεν υπήρχε στην Παλαιστίνη του 30 μ.Χ. κανείς Εθνικός ιστορικός ή λόγιος, του οποίου το έργο να διεσώθη, δεν πρέπει να ξαφνιάζει η απουσία απευθείας λατινικών μαρτυριών.
Ο Ιησούς ήταν φτωχός, δεν ταξίδεψε στη Ρώμη, δεν έγραψε κανένα έργο, δεν έστειλε επιστολές στον αυτοκράτορα ή τη σύγκλητο. Γιατί να ασχοληθεί κάποιος λόγιος μαζί του. Μήπως όλοι όσοι απλοί άνθρωποι δεν έκαναν όλα αυτά, την ίδια εποχή, δεν υπήρξαν;
Στην εποχή εκείνη οι επικοινωνίες δεν ήταν όπως αυτές τις εποχής μας. Αλλά και πάλι, αν λ.χ. ένας βουδδιστής καλόγερος έκανε θαύματα για δύο χρόνια στο Θιβέτ, είναι αμφίβολο αν θα τον προέβαλαν τα ΜΜΕ, εκτός κι αν δεν είχαν τίποτε άλλο να γεμίσει το δελτίο ειδήσεών τους. Τον πρώτο αιώνα τα πράγματα ήταν χειρότερα και ένα νέο έκανε μήνες να φτάσει στη Ρώμη. Αλλά, όπως είπαμε, κανείς δεν ενδιαφερόταν να καταγράψει τίποτε για έναν ακόμη εκτελεσθέντος προφήτη ενός ασήμαντου και εχθρικού για τους Ρωμαίους έθνους.
Ας δούμε μερικούς λόγιους του 1ου αιώνα μ.Χ. Ο Πετρώνιος έγραψε το «Σατυρικόν». Μια σάτυρα με θέμα το «γεύμα του Τριμάλχιου». Θα ΄πρεπε να γράψει και μια άλλη για τον Μυστικό Δείπνο; Ο Αρριανός έγραψε για τον Αλέξανδρο και τους Πέρσες. Ξέχασε να αναφέρει τους τρεις μάγους. Ο Πτολεμαίος τον 2ο μ.Χ. αιώνα ήταν αστρονόμος. Ξέχασε να αναφέρει το αστέρι της Βηθλεέμ. Δεν έγραψε κανείς ιστορία της Παλαιστίνης, ώστε να ασχοληθεί.
Δεν έχει νόημα λοιπόν να θεωρήσουμε την απουσία πολλών εξωχριστιανικών πηγών για την ύπαρξη του Ιησού ως απόδειξη ότι αυτός δεν υπήρξε.
2) Τα εξωχριστιανικά γραπτά του πρώτου αιώνα μ.Χ. που διασώζονται είναι τα εξής (Blaiklock, E. M. Jesus Christ: Man or Myth? Nashville: Thomas Nelson Publishers, 1984, σ. 13-16):
α’) μια ιστορία της Ρώμης από κάποιον Vellius Paterculus, βετεράνο αξιωματούχο του Τιβέριου, που εκδόθηκε το 30 μ.Χ., όταν ο Χριστός άρχισε να κηρύττει.
β') Μια επιγραφή που αναφέρει τον Πιλάτο.
γ') Παραμύθια γραμμένα από έναν μακεδόνα απελεύθερο, τον Φαίδρο, στη δεκαετία του 40 μ.Χ.
δ’) Στις δεκαετίες του 50 και του 60, έργα και ποιήματα του Σένεκα, ένα ποίημα από τον ανηψιό του Λουκανό, ένα βιβλίο γεωπονικής από κάποιον Columella, συνταξιούχο στρατιώτη, αποσπάσματα από το Σατυρικόν του Πετρώνιου, μερικές σειρές από το έργο ενός λατίνου κωμικού, του Persius, η Φυσική Ιστορία του Πλίνιου, αποσπάσματα από σχόλια στον Κικέρωνα από κάποιον Asconius Pedianus, και μια ιστορία του Μεγαλέξανδρου από τον Quinus Qurtius.
ε') Στις δεκαετίες του 70 και του 80, ορισμένα ποιήματα και επιγράμματα του Μαρτιάλη (γεν. 45 μ.Χ.), έργα του Τάκιτου για τη ρητορική και του Ιώσηπου (Κατ’ Απιώνος, Ιστορία του ιουδαϊκού πολέμου).
στ') Τέλος, τη δεκαετία του 90 έχουμε ποιήματα του Statius, δώδεκα βιβλία του Quintillian περί ρητορικής, μια βιογραφία του Τάκιτου για τον πεθερό του, Agricola, και ένα έργο του για την Γερμανία.
Από όλα αυτά, μόνο ο Σένεκας ίσως να έγραφε για τον Ιησού. Αλλά δεδομένων των προβλημάτων του με τον Νέρωνα, ο οποίος τον θανάτωσε το 65 μ.Χ. είναι αμφίβολο αν είχε τον χρόνο ή τη διάθεση να ασχοληθεί με την Παλαιστίνη και τον Ιησού, ακόμη κι αν είχε ακουστά .
3) Ανυπαρξία αποδείξεων δεν σημαίνει απόδειξη ανυπαρξίας. Όχι με την έννοια ότι πρέπει να αποδείξουν κάποιοι πως δεν υπήρξε ο Ιησούς Χριστός, αλλά με την έννοια ότι είναι φυσιολογικό οι εξωχριστιανικές αναφορές να είναι ελάχιστες.
4) Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί πώς ο Πόντιος Πιλάτος δεν έκανε κάποια αναφορά στη Ρώμη για το περιστατικό της σταύρωσης του Ιησού; Η απάντηση είναι ότι καμμιά αναφορά κανενός Ρωμαίου διοικητή της Ιουδαίας επί οποιουδήποτε θέματος δεν έχει διασωθεί. Μήπως αυτό σημαίνει ότι οι Ρωμαίοι ποτέ δεν κατείχαν την Παλαιστίνη; Ελάχιστες αναφορές από διοικητές επαρχιών διασώζονται σήμερα.
5) Υπάρχουν ωστόσο ορισμένες εξωχριστιανικές μαρτυρίες. Αυτές είναι λίγες. Δηλαδή, θα έπρεπε να απορρίψουμε τη μαρτυρία των λίγων εξ αιτίας της σιωπής των πολλών, σιωπής που οφείλεται είτε στην απώλεια του έργου τους είτε στην αδιαφορία τους για την Ιουδαία; Αυτό θα ήταν παράλογο. Μοιάζει με την ιστορία ενός κατηγορούμενου, στου οποίου τη δίκη κατέθεσαν τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας, οι οποίοι τον είδαν να διαπράττει το έγκλημα, ενώ η υπεράσπιση έφερε δεκατέσσερεις μάρτυρες, οι οποίοι είπαν ότι δεν είδαν τον κατηγορούμενο να διαπράττει το έγκλημα. Φυσικά ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε!
6) Οι σημερινοί αρνητές της ύπαρξης του Χριστού αρνούνται αυτό που ακόμη και οι αντιχριστιανοί λόγιοι του δεύτερου και τρίτου αιώνα δέχονταν ως δεδομένο, την ύπαρξη του Χριστού. Ούτε ο Πορφύριος ούτε ο Κέλσος ούτε καν ο Ιουλιανός θεώρησαν σοβαρό να ασχοληθούν με το αν υπήρξε ο Χριστός, αλλά δέχτηκαν ότι υπήρξε. Ο Πορφύριος δέχεται ότι υπήρξε, απλώς ότι οι Χριστιανοί κάνουν λάθος που τον θεωρούν θεό. Ο Κέλσος προσπαθεί να «αποδείξει» ότι ο Ιησούς δεν είναι υιός του Θεού, αλλά γιος ενός ρωμαίου στρατιώτη. Δεν θα ήταν διόλου εκπληκτικό, αν οι δυο αυτοί λόγιοι αρνούνταν ότι υπήρξε ο Ιησούς˙ θα ήταν πολύ εύκολο, όντας αντιχριστιανοί να αρνηθούν την ύπαρξη του Χριστού, προκειμένου να δώσουν το «χαριστικό χτύπημα» στη χριστιανική πίστη. Όμως δεν την αρνούνται, και μάλιστα προσπαθούν να αποδείξουν πως ήταν απλός άνθρωπος.
7) Υπάρχουν οι εξής εξωχριστιανικές μαρτυρίες για τον Ιησού.
I. στο έργο του Ιώσηπου (36-98 μ.Χ.) Ιουδαϊκή αρχαιολογία, βιβλίο 20, 200:
«Σαν τέτοιος που ήταν ο [αρχιερέας] Άνανος, πίστεψε, ότι τώρα που ο μεν Φήστος πέθανε, ο δε Αλβίνος βρισκόταν ακόμη στο δρόμο [για την Παλαιστίνη], βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία. Συγκαλεί λοιπόν συνέδριο κριτών και στήνει μπροστά τους τον αδερφό του Ιησού του λεγομένου Χριστού, Ιάκωβος το όνομά του, και μερικούς άλλους˙ και με την κατηγορία ότι παρανόμησαν τούς παρέδωσε να λιθοβοληθούν.»
Στοιχεία που συνηγορούν ότι είναι αυθεντικό το κείμενο:
α') Η αναφορά αυτή του Ιώσηπου βρίσκεται σε ΚΑΘΕ χερόγραφο της Ιουδαϊκής Αρχαιολογίας που διασώζεται σήμερα (John P. Meier, A Marginal Jew: Rethinking the Historical Jesus. New York: Doubleday, 1991, σ. 57). Επίσης, το περιεχόμενο, το λεξιλόγιο, το ύφος του αποσπάσματος είναι ανάλογα του Ιώσηπου.
β’)Δεν χρησιμοποιείται κανένα χριστιανικό επίθετο του Ιακώβου, όπως το «Δίκαιος», που χρησιμοποιήθηκε πάρα πολύ συχνά γι’ αυτόν στη χριστιανική γραμματεία (Ηγήσιππος, Κλήμης Αλεξανδρεύς, Ωριγένης, Ευσέβιος, άγιος Ιερώνυμος κ.ά.). Ακόμη και ο τρόπος της θανάτωσης του Ιακώβου που αναφέρει ο Ιώσηπος διαφέρει από τον τρόπο που αναφέρει ο Χριστιανός Ηγήσιππος, ότι τον σκότωσαν ρίχνοντάς τον από τη στέγη του Ναού (John P. Meier, A Marginal Jew: Rethinking the Historical Jesus. New York: Doubleday, 1991, σ. 57). Ένας χριστιανός παραποιητής θα το έβρισκε πιο εύκολο να επαναλάβει τα λόγια ενός χριστιανού ιστοριογράφου.
γ’) Ο συγγραφέας δεν δίνει στο απόσπασμα αυτό καμμιά έμφαση ούτε στο Χριστό ούτε στον Ιάκωβο, αλλά στον αρχιερέα Άνανο. Ένας χριστιανός δεν θα έκανε κάτι τέτοιο. Ένας Χριστιανός θα επαινούσε και θα δόξαζε τον Ιησού ή τον Ιάκωβο.
δ’) Εάν ο Ιάκωβος που αναφέρει ο Ιώσηπος δεν ήταν ο Ιάκωβος ο αδελφός του Χριστού, θα ήταν παράξενο που ο συγγραφέας δεν δίνει άλλες πληροφορίες για το τί είχε ο Άνανος εναντίον του Ιακώβου. Η αιτία της έχθρας του Ιουδαίου αρχιερέα για τον αδελφό ενός (όπως πίστευε) ψευδομεσσία, καταλαβαίνεται εύκολα από τον αναγνώστη.
ε’) Ο Ιώσηπος στο έργο του αναφέρει πάνω από μια ντουζίνα ανθρώπους με το όνομα Ιησούς. Έτσι, ο Ιώσηπος αναγκάζεται να δίνει πληροφορίες για το κάθε Ιησού. Αυτό κάνει και στη περίπτωση αυτή («του λεγομένου Χριστού»). Υπάρχει ένας ακόμη Ιησούς και στο τέλος της παραγράφου.
στ’) Το πιο σημαντικό: Ο Ωριγένης (περ.185-253 μ.Χ.) κάνει τρεις αναφορές στην αναφορά του Ιώσηπου στον Ιάκωβο (Εις τον Ματθαίον 10, 17˙ Κατά Κέλσου, 1, 47 και 2, 13). Άρα το απόσπασμα σίγουρα υπήρχε πριν από το 3ο αιώνα. Και να μην ξεχνάμε πως όταν ζούσε ο Ωριγένης συνέβαιναν απανωτοί διωγμοί κατά των Χριστιανών, οι οποίοι ήταν μια κυνηγημένη μειονότητα, που δεν είχε δυνατότητα να μεταποιεί ελληνικές, ρωμαϊκές, και ιουδαϊκές πηγές. Επίσης, ο Ευσέβιος (Εκκλησιαστική Ιστορία, 2, 23) αναφέρει το απόσπασμα του Ιώσηπου καθώς και ο άγιος Ιερώνυμος (De Viris Illustribus, 2).
Οι αντιρρήσεις για την αυθεντικότητα του παραπάνω κειμένου είναι οι εξής:
α') «Δεν αναφέρονται τα ονόματα των υπολοίπων που υποτίθεται εμφανίσθηκαν στο δικαστήριο (θυμηθείτε ότι ο Ιώσηπος είναι λεπτομερέστατος στο έργο του). Γενικά η παράγραφος δείχνει να είναι «γραμμένη στο πόδι και φευγαλέα». Από μόνη της, η παράγραφος δεν στέκεται, καθώς η ιστορική αναφορά σ' ένα σημαντικό πρόσωπο είναι πάντοτε ευθεία κι όχι έμμεση. Φαντασθείτε για παράδειγμα, ένας ιστορικός να έκανε αναφορά όχι άμεσα στον Ναπολέοντα, αλλά έμμεσα μέσω της Ιωσηφίνας.»
Απάντηση: Ο Ιάκωβος ήταν ο αρχηγός της πρώτης Εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ, αδελφός του Ιησού. Οι άλλοι θα ήταν απλώς προσηλυτισμένοι απλοί Χριστιανοί, που, συγκριτικά με τον αδελφό του ιδρυτή της θρησκείας τους και αρχηγό της εκκλησίας, ήταν περιττό να αναφερθούν. Η ιστορική αναφορά στον Ιησού είναι έμμεση και όχι ευθεία, όπως όταν πρόκειται για σημαντικά ιστορικά πρόσωπα, απλούστατα διότι ο Ιώσηπος όντας Ιουδαίος (δηλ. άπιστος στο κήρυγμα του Χριστού) και φιλορωμαίος (δηλαδή συνεργάτης αυτών που θανάτωσαν ως εγκληματία τον Ιησού) ΔΕΝ θεωρούσε σημαντικό, δηλαδή άξιο αναφοράς, πρόσωπο τον Ιησού. Δεν τον ενδιέφερε ο Ιησούς, δεν ήταν άλλωστε το θέμα της ιστορίας του, δεν τον θεωρούσε σημαντικό πρόσωπο, και γι’ αυτό κάνει έμμεση αναφορά. Εξάλλου, το βιβλίο δεν είναι μελέτη για το Χριστιανισμό ή τον Ιησού. Αν δεν υπήρχε το περιστατικό με τον Ιάκωβο, δεν θα ανέφερε τον Ιησού στο κεφάλαιο αυτό ο Ιώσηπος.
β') «Ναι μεν μπορεί να μην χρησιμοποιείται για τον Ιάκωβο κανένας χαρακτηρισμός από αυτούς που οι Χριστιανοί του προσέδιδαν, αλλά αυτό απλώς σημαίνει ότι οι χριστιανοί παραποιητές είχαν συνείδηση τού ότι ένας ευσεβής Ιουδαίος δεν θα μπορούσε να αναφέρει τον Ιησού ως «τον Χριστό»˙ έτσι, αυτοί εργάστηκαν παραποιώντας το έχοντας κατά νου περισσότερο την αληθοφάνεια παρά την πίστη τους».

Απάντηση: Μέγα λάθος. Σε οποιαδήποτε χριστιανική παραποίηση γίνεται φαίνεται καταφανώς ότι οι παραποιητές είχαν περισσότερο ως κίνητρο την ευσέβεια παρά την ανάγκη να παραστήσουν την παραποίηση ως αληθοφανή. Αυτό φαίνεται σε πολλά κείμενα, αλλά και στο ίδιο το βιβλίο του Ιώσηπου. Σε ένα άλλο απόσπασμα ο Ιώσηπος φέρεται να αναφέρει τον Ιησού ως «τον Κύριο». Αν ένας παραποιητής είχε προσθέσει τέτοιον χαρακτηρισμό για τον Ιησού σε ένα εδάφιο, γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι ο Ιώσηπος ήταν πιστός Ιουδαίος, τότε είναι σίγουρο πως ο ίδιος (ή κάποιος άλλος) παραποιητής θα ήταν εξ ίσου απρόσεκτος, και θα ξαναέκανε το ίδιο λάθος, να αποκαλέσει τον Ιάκωβο «αδελφό του Χριστού» αντί «αδελφό του λεγόμενου Χριστού».
γ') «Υπάρχει απόδειξη χριστιανικής παραποίησης. Η φράση «..Ιησού, του λεγόμενου Χριστού» είναι η ίδια με αυτήν του Κατά Ματθαίον 1, 16, «...Ιησούς ο λεγόμενος Χριστός».
Απάντηση: Το πώς γράφει ο Ιώσηπος πρέπει να συγκριθεί με τα υπόλοιπα τμήματα του έργου του κι όχι με το Κατά Ματθαίον. Στο Κατά Απιώνος, 2, 34, όπου μιλά για την Αλεξάνδρεια ως «όχι τον γενέθλιο τόπο, αλλά τον λεγόμενο (= μη αληθινό) γενέθλιο τόπο του Απίωνος». Ακόμη κι άν το επίθετο λεγόμενος δεν περιείχε υποτιμητική χροιά, δύσκολα κατανοείται γιατί ένας χριστιανός παραποιητής θα ‘μενε ευχαριστημένος από ένα αμφιλεγόμενο και ασαφές ως προς το νόημα επίθετο («λεγόμενος»), με το οποίο τόσο ελάχιστα δείχνει την αφοσίωσή του στο Χριστό. Άλλωστε υπάρχουν παραδείγματα και στο ίδιο το Κατά Ματθαίον, π.χ. στο 27, 22 ο Πιλάτος λέει «...Ιησούν τον λεγόμενον Χριστόν», που το επίθετο λεγόμενος έχει υποτιμητική χροιά (ο σκεπτικιστής Πιλάτος ασφαλώς δεν πίστευε ότι ο Ιησούς ήταν ο Χριστός. Γι’ αυτό τον λέει λεγόμενον = όχι αληθινό Χριστό.). Έτσι, δεν είναι απαραίτητα σωστό πως το «Ιησού του λεγόμενου Χριστού» του Ιώσηπου είναι επαινετικός χαρακτηρισμός, δηλαδή παραποίηση από Χριστιανό. Μπορεί απλώς ο Ιώσηπος χρησιμοποιώντας το λεγόμενος είτε να χρησιμοποιεί την προσωνυμία του Ιησού («Χριστός»), όπως άκουσε το πλήθος να τον ονομάζει είτε να γράφει λεγόμενος με την υποτιμητική έννοια (= μη αληθινός) που δίνεται και στο ίδιο το Κατά Ματθαίον. Ένας Χριστιανός παραποιητής που θα ήθελε να δηλώσει ότι ο Ιησούς είναι οπωσδήποτε ο αληθινός Χριστός (δλδ. ο Μεσσίας) δεν θα χρησιμοποιούσε το ασαφές επίθετο «λεγόμενος», διότι αυτό θα μπορούσε να κατανοηθεί δυσφημιστικά για τον Ιησού, δηλαδή ο λεγόμενος, ο μη αληθινός Χριστός. Τέλος, το επίθετο «Χριστός» μπορεί να χρησιμοποιηθεί, για να δηλώσει τον συγκεκριμένο Ιησού, τον Ιησού Χριστό, όπως άκουσε ο Ιώσηπος να τον αποκαλούν, δηλαδή ως όνομα κι όχι ως τίτλος, όχι για να υποδηλώσει τον αληθινό Μεσσία.
δ') «Είναι δείγμα χριστιανικής παραποίησης ότι ο Ιησούς αναφέρεται πρώτος, ενώ ο Ιάκωβος δεύτερος. Μόνο ένας Χριστιανός θα έδινε την πρωτιά στον Ιησού».
Απάντηση: Λάθος. Γιατί να μην έδινε ο Ιώσηπος την μορφή που έδωσε στο κείμενο, απλώς και μόνο επειδή ο Ιησούς ήταν γνωστότερος στο ευρύ κοινό από τον Ιάκωβο; Εάν η αναφορά αντιστρεφόταν και το κείμενο έγραφε «..και στήνει μπροστά στο συνέδριο των κριτών τον Ιάκωβο, τον αδελφό του Ιησού, του λεγόμενου Χριστού, και μερικούς άλλους˙ και με την κατηγορία ότι παρανόμησαν...», τότε αυτή η μορφή θα δυσχέραινε την κατανόησή του, διότι δεν θα γινόταν σαφές εάν ο Ιώσηπος εννοεί πως ο Ιάκωβος εκτός από αδελφός του Ιησού ήταν αδελφός και των άλλων ή εάν ήταν ο Ιάκωβος και οι άλλοι που παρουσιάστηκαν μπροστά στους κριτές. Ίσως αυτό εύκολα γίνεται κατανοητό, αλλά πάντως, εφόσον ο Ιησούς ήταν πιο γνωστός στους αναγνώστες από τον Ιάκωβος – αφού ο Ιάκωβος αναφέρεται σε σχέση με αυτόν κι όχι το αντίθετο – ήταν και λογικότερο να αναφερθεί πρώτος. Όπως και να ‘χει, ο τρόπος έκφρασης «ο αδελφός του γνωστότερου Χ, ο λιγότερο γνωστός Ψ» δεν είναι καθόλου παράξενος.
ε') «Εάν ο Ιώσηπος πράγματι πίστευε πως ο Ιησούς υπήρξε, δεν θα τον ανέφερε μόνο μια φορά, αλλά θα έλεγε και κάτι περισσότερο, κάπου αλλού στο έργο του αυτό ή σε άλλο.»
Απάντηση: Φυσικά και κάνει λόγο για τον Ιησού σε άλλο απόσπασμα, το αποκαλούμενο Testimonium Flavianum, από το έργο του Ιουδαϊκή αρχαιολογία 18, 3, 3:
«Περίπου εκείνη την εποχή ζούσε ο Ιησούς, ένας σοφός άνθρωπος, αν κάποιος μπορεί να τον πει άνθρωπο, καθώς είχε πετύχει θαυμαστά κατορθώματα και ήταν ο δάσκαλος πολλών ανθρώπων που διψούσαν για καινοτομίες. Πήρε με το μέρος του πολλούς από τους Εβραίους, αλλά και πολλούς από τους Έλληνες. Ήταν ο Μεσσίας. Όταν ο Πιλάτος τον κατεδίκασε στον σταυρό, μετά από κατηγορία των αρχών μας [των Ιουδαίων], αυτοί που τον αγάπησαν από την αρχή δεν σταμάτησαν να είναι προσκολλημένοι σ’ αυτόν. Την τρίτη ημέρα εμφανίσθηκε σ’ αυτούς επανερχόμενος στη ζωή, καθώς οι ιερές προφητείες είχαν προείπει γι’ αυτό και για μυριάδες άλλα θαυμαστά πράγματα που αφορούσαν αυτόν. Και η φυλή [ομάδα] των χριστιανών, όπως ονομάσθηκαν μετά απ’ αυτόν, δεν έχει εξαφανισθεί μέχρι σήμερα».
Αυτό που θα έπρεπε να αναρωτηθούμε είναι, για ποιο λόγο ο Ιώσηπος θα έγραφε περισσότερα για τον Ιησού. Τη στιγμή που ο Ιώσηπος προκειμένου για την περίοδο δέκα χρόνων γύρω από τον θάνατο του Ιησού αφιερώνει μόνο μια σελίδα στην Ιστορία του ιουδαϊκού πολέμου και έξι σελίδες στην Ιουδαϊκή αρχαιολογία, θα ήταν παράξενο να αφιερώσει περισσότερες σελίδες για τον Ιησού από αυτές που αφιερώνει.
Ασφαλώς το παραπάνω απόσπασμα βρίθει επαίνων για τον Ιησού. Όμως θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι, απλώς και μόνο επειδή ο Ιώσηπος δεν δεχόταν πως ο Ιησούς δεν ήταν θεός, δεν σημαίνει πως δεν παραδεχόταν ότι ίσως ήταν καλός άνθρωπος με κάποιες αρετές. Εδώ οι παγανιστές αντιχριστιανοί όπως ο Πορφύριος τον παραδέχονται για ενάρετο αρνούμενοι να δεχτούν την θεϊκότητά του. Γιατί να μην είναι παρόμοια η στάση του Ιώσηπου; Σίγουρα δεν τον παραδέχεται για Θεό. Αλλά από το σημείο αυτό, να μην τον παραδέχεται, μέχρι του σημείου να μην βρίσκει τίποτε θετικό σε αυτόν υπάρχει ένα ενδιάμεσο διάστημα, όπου μπορεί κάποιος πιστός Ιουδαίος να τοποθετηθεί, χωρίς να κατηγορηθεί ότι προδίδει τον ιουδαϊσμό του. Με άλλα λόγια, η αναφορά θετικών στοιχείων από τον Ιώσηπο δεν συνιστά απαραίτητα χριστιανική παραποίηση/προσθήκη. Μόνο όταν υπάρχουν χριστιανικοί χαρακτηρισμοί και έπαινοι που θα έκανε μόνο κάποιος που τον λογάριαζε Θεό, τότε μόνο έχουμε προσθήκη/παραποίηση.
Αυτό που προκύπτει είναι ότι δεν είναι απαραίτητο να υπήρξε πλήρης παραποίηση του κειμένου ή προσθήκη ολόκληρου του κειμένου από Χριστιανούς αντιγραφείς, απλά επειδή υπάρχουν θετικές αναφορές στον Ιησού. Δεδομένου του τρόπου αντιγραφής των χειρογράφων κατά τον Μεσαίωνα (ένας διάβαζε φωναχτά και οι άλλοι αντέγραφαν), δύσκολα επιβεβαιώνεται μια πλήρης παραποίηση κειμένου.
Η απαρχή του τμήματος αυτού είναι χαρακτηριστικός τρόπος γραφής του Ιώσηπου. Βέβαια μπορεί κανείς να πει ότι αντέγραψαν το στύλ του, χωρίς αυτό να αποδεικνύεται. Η περιγραφή «σοφός άνδρας» δεν αντιτίθεται στον ιουδαϊσμό του Ιώσηπου, που απλώς θα αρνείτο τη θεϊκότητά του. Ο Ιώσηπος, ως φιλορωμαίος ασφαλώς θα εκτιμούσε την αντιμιλιταριστική στάση του Ιησού, που σε αντίθεση προς άλλους Ιουδαίους «μεσσίες»-κήρυκες της ένοπλης επανάστασης, δεν ήθελε εξέγερση κατά των Ρωμαίων κι έτσι θα είχε πιο ουδέτερη στάση από αυτήν των αντιχριστιανών Ιουδαίων. Η φράση «αν κάποιος μπορεί να τον πει άνθρωπο» μάλλον υποδηλώνει παραποίηση, δίχως αυτό να μειώνει τα όσα είπαμε για την προηγούμενη φράση: κανείς Χριστιανός δεν θα αποκαλούσε τον Ιησού απλώς «σοφό»˙ άρα η πρώτη φράση είναι του Ιώσηπου. Η φράση «Πήρε με το μέρος ... και πολλούς από τους Έλληνες» δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρως χριστιανική προσθήκη, αφού τα Ευαγγέλια δεν παρουσιάζουν τον Ιησού να ασχολείται πολύ με τους Εθνικούς. Έτσι, το κείμενο αυτό δεν είναι πλήρως παραποιημένο, δηλαδή ο Ιώσηπος όντως έγραψε και άλλα πράγματα για τον Ιησού.
στ') «Το παραπάνω απόσπασμα είναι νοηματικά άσχετο. Ο Ιώσηπος αναφέρει τα προβλήματα των Εβραίων και χωρίς το Testimonium το κείμενο θα είχε την κανονική του ροή. Άρα είναι προσθήκη.»
Απάντηση: Ο τρόπος γραφής του είναι ακριβώς τα μπαλώματα και οι συρραφές. Μια σύντομη περιγραφή του βιβλίου 18 από το 35 ώς το 89 δείχνει: 18, 35 Άφιξη του Πιλάτου στην Ιουδαία. 18, 55-59 Ο Πιλάτος εισάγει αυτοκρατορικά αγάλματα στο Ναό, προκαλώντας αναστάτωση. 18, 60-62 ο Πιλάτος απαλλοτριώνει θησαυρούς του Ναού, για να χτίσει ένα υδραγωγείο. 18, 63-64 Testimonium Flavianum. 18, 65-80 Ένα γεγονός στη Ρώμη, άσχετο με τον Πιλάτο, σχετικά με την αποπλάνηση ενός οπαδού της Ίσιδας. 18, 81-84 μια αφήγηση για τέσσερεις Ιουδαίους αλήτες, άσχετη με τον Πιλάτο. 18, 85-87, ένα περιστατικό μεταξύ του Πιλάτου και των Σαμαρειτών. 18, 88-89, ο Πιλάτος απολύεται από τον αυτοκράτορα. Συνεπώς υπάρχουν πολλά σημεία όπου ο Ιώσηπος πλατειάζει και συρράφει άσχετες ιστορίες.
ζ') «Το απόσπασμα του Ιώσηπου, ακόμη και αληθές να ήταν, είναι ήδη πολύ μακριά χρονικά από τα γεγονότα˙ δεν μάς λέει τίποτα!»
Απάντηση: Αν κρίναμε τα αρχαία κείμενα έτσι, τότε δεν ξέρουμε τίποτα για τον Αλέξανδρο, αφού η ζωή του από τον Αρριανό γράφτηκε τρεις αιώνες μετά το θάνατό του. Ή πάλι, ό,τι ξέρουμε για τον αυτοκράτορα Τιβέριο (14-37 μ.Χ.) θα ήταν ψέμματα, αφού προέρχεται από ιστορικούς που έζησαν πολύ μετά από αυτόν (π.χ. Τάκιτος (50-120), Σουητώνιος (117-160), Δίων Κάσσιος (-230) (Harris, Murray. 3 Crucial Questions About Jesus. Grand Rapids: Baker, 1994, σ. 26). Πράγματι, πολύ αφελές κι απελπισμένο επιχείρημα των αρνητών της ιστορικότητας του Χριστού.
η') «Ακόμη κι αν αυτά είναι αληθινά, γιατί ο Ιώσηπος δεν αναφέρει και το κύριο πιστεύω των Χριστιανών, την ανάσταση του Ιησού;»
Απάντηση: την αναφέρει έμμεσα, λέγοντας ότι «αυτοί που τον αγάπησαν από την αρχή δεν σταμάτησαν να είναι προσκολλημένοι σ’ αυτόν.» Φυσικά, ως Ιουδαίος δε θα δεχόταν να πει ότι στα αλήθεια αναστήθηκε (είναι χριστιανική προσθήκη το ότι το λέει), διότι δεν το πίστευε ως αληθές.
ι') «Ο Ιώσηπος, ως φιλορωμαίος, θα έπρεπε να αποφεύγει να γράψει πράγματα κατά ενός Ρωμαίου διοικητή της Ιουδαίας. Γιατί να γράψει ότι ο Πιλάτος έκανε λάθος καταδικάζοντας έναν σοφό άνθρωπο, τον Ιησού; Άρα έχουμε προσθήκη χριστιανική».
Απάντηση: Και πάλι λάθος! Όλο το κείμενο έχει αρνητική αναφορά στον Πιλάτο, δεν είναι απλώς το απόσπασμα του Testimonium όπου ο Πιλάτος εμμέσως κατακρίνεται. Το θέμα όμως είναι ότι ο Ιώσηπος μπορούσε να λέει ό,τι θέλει για τον Πιλάτο, υπό τον όρο να μην πει τίποτα κακό για τους Ρωμαίους πατρώνες του. Μπορεί να κατακρίνει έμμεσα τον Πιλάτο, αλλά όχι τη Ρώμη ως κράτος ή τους φίλους του.

Συμπέρασμα:
Τα αποσπάσματα του Ιώσηπου, τουλάχιστον το μικρότερο, δεν είναι χριστιανική προσθήκη. Το μεγαλύτερο έχει παραποιηθεί με προσθήκες, αλλά υπάρχουν σημεία τα οποία είναι του Ιώσηπου, και τα οποία μιλούν για την ύπαρξη του Ιησού.
II. Στο έργο του Τάκιτου (? -115/7 μ.Χ.) Χρονικά (Annales), 15, 44
«...[ο Νέρων] διοχετεύει ύπουλα την ιδέα, ότι αίτιοι [για τον εμπρησμό της Ρώμης] είναι αυτοί που ήταν μισητοί για τα αισχρά τους έργα και ο λαός τούς αποκαλούσε Χριστιανούς˙ και τους βασανίζει με σκληρότερα βασανιστήρια. Ο εισηγητής αυτής της ονομασίας Χριστός καταδικάστηκε σε θάνατο από τον προυκαράτορα Πόντιο Πιλάτο επί της βασιλείας του Τιβέριου...για την ώρα η ολέθρια αυτή δεισιδαιμονία στριμώχτηκε....θανατώθηκαν όχι πλέον με την κατηγορία του εμπρησμού, αλλά για το μίσος προς το ανθρώπινο γένος. Και όταν θανατώνονταν, επινοήθηκαν αστείοι τρόποι...»
Στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της απουσίας παραποίησης.
α') Το απόσπασμα αυτό περιέχεται σε όλα τα χειρόγραφα των Χρονικών που έχουμε.
β') Το ύφος είναι ακριβώς όπως αυτό στα υπόλοιπα κείμενα του Τάκιτου.
γ') Το βιβλίο που περιγράφει τα έτη 29-32 μ.Χ. έχει χαθεί (John P. Meier, A Marginal Jew: Rethinking the Historical Jesus. New York: Doubleday, 1991, σ. 89). Αν υπήρχε παραποίηση, το βιβλίο δεν θα χανόταν, αλλά θα υπήρχε, παραποιημένο, ώστε να παραθέτει τα κρίσημα χρόνια του κηρύγματος και της Ανάστασης του Ιησού.
δ') Υπάρχει σαφής αντιχριστιανική χροιά στο κείμενο. Για να το γράψει Χριστιανός, θα έπρεπε να καταπνίξει τα πιστεύω του, να χλευάσει και να βρίσει τους πρωτομάρτυρες και αγίους.
ε') Ο Τάκιτος κατά γενική ομολογία είναι πολύ αξιόπιστος. Ο Ronald Syme, που έχει θεωρηθεί ως ο καλύτερος από τους σχολιαστές του Τάκιτου, στο Tacitus (Oxford: Clarendon, 1958) γράφει ότι (σ. 398) «η κύρια αρετή του Τάκιτου είναι η δυσπιστία» και προσθέτει ότι (σ. 281, 282) στον Τάκιτο «δεν ήταν άγνωστη η επιμελής έρευνα» και «η επιμέλειά του ήταν παραδειγματική». Ο G.E.F. Chilver, στο A Historical Commentary on Tacitus' Histories I and II. (Oxford: Clarendon, 1979) γράφει ότι (σ. 24) «δεν πρέπει να αμφισβητείται, ότι για τον Τάκιτο ο σκεπτικισμός ήταν αναπόφευκτος». Ο Donald Martin, στο Tacitus (Berkeley: U. of California Press, 1981) γράφει ότι (σ. 211) «είναι φανερό ότι ο Τάκιτος διάβαζε πολλά και η ιδέα ότι πίστευε άκριτα μεμονωμένες πηγές δεν ευσταθεί». Ο Michael Grant, στα Greek and Roman Historians: Information and Misinformation (London: Routledge, 1995), σ. 40-43 και στο Tacitus: The Annals of Imperial Rome (Penguin Books, 1973), σ. 18 γράφει ότι «ο Τάκιτος ήταν προσεκτικός, ώστε να αντιπαραθέτει ό,τι είχε του παραδοθεί προφορικά με την γραπτή παράδοση» και αλλού λέει ότι (σ. 20) «είναι αναμφίβολο ότι ο Τάκιτος επιμελήθηκε πολύ το να συλλέξει το υλικό του». Ο Donald Dudley, στο The World of Tacitus (Boston: Little, Brown & Co., 1968) γράφει ότι (σ. 29) «μπορεί να υποστηριχθεί με μεγάλη σιγουριά ότι η άποψη πως ο Τάκιτος αντέγραφε αυθεντίες που δεν επιβεβαιώνονταν αλλού δεν ισχύει». Ο Ronald Mellor, στο Tacitus (New York: Routledge, 1993) γράφει ότι (σ. 20, 45) «ο Τάκιτος δεν ακολουθεί δουλικά, όπως μερικοί παλαιότεροι Ρωμαίοι ιστορικοί, τις αλλοπρόσαλλες ιδέες των πηγών του» και (σ. 32) «ο Τάκιτος συμβουλευόταν παράξενες καθώς και προφανείς πηγές και διακρίνει το γεγονός από τη φήμη με σχολαστικότητα σπάνια για αρχαίους συγγραφείς». Ο Herbert W. Benario, στο An Introduction to Tacitus (Athens: U. of Georgia Press, 1975) λέει ότι (σ. 87) «ο Τάκιτος διάλεγε με ακρίβεια τις πηγές του και δεν εξαρτόταν πλήρως από καμμιά, και συχνά, σε κρίσημα σημεία, αγνοούσε την άποψη των προηγούμενων για να κάνει τις δικές του κρίσεις». Ο Arnaldo Momligliano, στο The Classical Foundations of Modern Historiography (Berkeley: U. of California Press, 1990) γράφει ότι (σ. 111-112) «ο Τάκιτος ήταν ένας συγγραφέας του οποίου η αξιοπιστία δεν μπορεί στα σοβαρά να αμφισβητηθεί». Παραθέτει ένα μόνο πιθανό λάθος του Τάκιτου, αλλά το εξηγεί επειδή ο Τάκιτος εμπιστεύτηκε κάποιον προηγούμενο ιστορικό αντί να συμβουλευτεί τα επίσημα αρχεία.
Αξίζει να σημειωθεί, πως μερικοί ισχυρίζονται ότι μόνο ο Τάκιτος αναφέρει τέτοιον διωγμό. Βρίσκονται σε άγνοια, διότι ο Σουητώνιος (τέλη 1ου – μέσα 2ου μ.Χ. αι.) στο βίο του Νέρωνα (16, 2) αναφέρει ότι «Τσάκισε τους Χριστιανούς με θανατικές καταδίκες, μια ράτσα ανθρώπων που ανήκαν σε μια νέα και κακοποιό δεισιδαιμονία».
Αντιρρήσεις για το απόσπασμα:
α') «Κανείς Πατέρας της Εκκλησίας δεν το παραθέτει ως απόδειξη»
Απάντηση: φυσικά, διότι κανείς δεν προτίθετο να μεταφέρει τόσο σκληρές εκφράσεις προς το Χριστιανισμό και προς τους βασανιζόμενους... «με αστείους τρόπους» (π.χ. καίγονταν σα φωτιστικές λαμπάδες) Χριστιανούς. Ακόμη κι αν δεν το παραθέτει κανείς, είναι σίγουρα αυθεντικό και όχι χριστιανική προσθήκη/δημιουργία, γιατί κανείς Χριστιανός δε θα έβριζε έτσι τη θρησκεία του και τους αγίους μάρτυρες, ώστε να προσθέσει μια "Απόδειξη".
β') «Ο Τάκιτος μπορεί να πήρε τις πληροφορίες του για τον Ιησού από τους Χριστιανούς ή από τον Πλίνιο τον νεώτερο ή από κάποια άλλη δευτερεύουσα πηγή, και έτσι να μην είναι αξιόπιστος».
Απάντηση: Η ίδια η αξιοπιστία του Τάκιτου θα ήταν ικανή απάντηση, για την κατηγορία ότι αντιγράφει άκριτα ό,τι άκουσε από τους Χριστιανούς ή άλλους. Επιπλέον, ο Τάκιτος έχει έντονο το αντιχριστιανικό ύφος. Πώς θα μπορούσε να ρωτήσει τους Χριστιανούς, τους οποίους κατηγορεί ως εχθρούς της ανθρωπότητας; Γίνεται να βασίζεται κανείς σε πληροφορίες τόσο «άθλιων ανθρώπων»;
Για την αντιγραφή από τον Πλίνιο, είναι αλήθεια ότι οι δύο άντρες ήταν φίλοι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πίστευε ό,τι του έλεγε ο Πλίνιος. Τα Χρονικά 15, 53 δείχνουν ότι ο Τάκιτος πήρε κάποιες πληροφορίες από τον Πλίνιο, αλλά και ότι τις αμφισβήτησε και τις θεώρησε τελείως αφελείς! Για μια απόπειρα συνωμοσίας και δολοφονίας του Νέρωνα ο Τάκιτος αναγνωρίζει τη δυσκολία ανεύρεσης της αλήθειας, σημειώνει όταν οι πληροφορίες του είναι αβέβαιες, και δεν χρησιμοποιεί κανένα από τα συμπεράσματα του Πλίνιου ως απόδειξη, δότι τα θεωρεί «τελείως παράλογα» (Clarence W. Mendell, Tacitus: The Man and his Work. New Haven: Yale University Press, 1957., σ. 209). Στο έργο του Τάκιτου «υπάρχουν εξηνταοκτώ περιπτώσεις, στις οποίες ο Τάκιτος αναφέρει είτε μια κατεγραμένη δήλωση είτε μια πεποίθηση κάποιου, τις οποίες δεν δέχεται να δεχτεί ως αληθείς» (Clarence W. Mendell, Tacitus: The Man and his Work. New Haven: Yale University Press, 1957, σ. 201).
γ') «Ο Τάκιτος δεν ενδιαφερόταν να ερευνήσει τις πληροφορίες του για τον Ιησού. Μπορεί να δέχτηκε άκριτα τις πληροφορίες των Χριστιανών».
Απάντηση: Αυτή η μέθοδος σίγουρα θα ήταν εντελώς αντίθετη με τον χαρακτήρα και τη μέθοδο του Τάκιτου. Αλλά αυτό επιβεβαιώνεται και από τις αναφορές του για τους Ιουδαίους, έθνος που μισούσε περισσότερο από τους Χριστιανούς. Είναι παραπάνω από προφανές ότι ο Τάκιτος δεν πήρε τις απαξιωτικές πληροφορίες για τους Ιουδαίους από τους ίδιους κι ούτε θα καταδεχόταν ποτέ. Σίγουρα κανείς Ιουδαίος δεν θα του έλεγε όσα καταλογίζει στο έργο του για τους Ιουδαίους.
Το 95 μ.Χ. η ανηψιά του Δομιτιανού η Domatilla και ο άντρας της κατηγορήθηκαν για «αθεΐα», ότι δλδ. «παρασύρθηκαν σε ιουδαϊκά έθιμα». Φυσικά ο Ιουδαϊσμός ήταν ανεγνωρισμένη θρησκεία κι όχι «αθεΐα», άρα επρόκειτο για τον Χριστιανισμό. Τότε μπορεί ο Τάκιτος να βρήκε την ευκαιρία να μάθει για τον Χριστιανισμό όχι από φήμες, αλλά από επίσημα άτομα.
Ο Τάκιτος παραθέτει εξαιρετικά λεπτομερείς αναφορές για άτομα που παρίσταναν ότι ήταν ο αναστηθείς Νέρων και δίνει και άλλες δύο τέτοιες ιστορίες ανεστημένων (T. J. Luce and A .J. Woodman, eds. Tacitus and the Tacitean Tradition. Princeton U. Press, 1995, σ. 5), ώστε να τους «ξεσκεπάσει». Για τον Χριστό όμως, δεν κάνει την παραμικρή παρόμοια προσπάθεια.
δ') «Ο Τάκιτος δεν θα είχε άδεια να δει τα αυτοκρατορικά αρχεία, κι ακόμη κι αν είχε, αυτό δεν ήταν η συνήθης μέθοδός του να συμβουλεύεται γραπτές πηγές».
Απάντηση: Σίγουρα υπήρχε δυσκολία να δοθούν σε κάποιον τα κρατικά αρχεία για έρευνα. Αλλά ήταν να δοθούν σε κάποιον, ο Τάκιτος θα ήταν από τους πρώτους που θα του δινόταν άδεια. Ο Τάκιτος είχε μεγάλη φήμη, ως ρήτορας, πέρασε γρήγορα από πολλά κρατικά αξιώματα, καταλήγοντας έπαρχος της Ασίας, ένα από τα δύο σημαντικότερα αξιώματα (το άλλο ήταν έπαρχος της Αφρικής) κάτω από το συγκλητικό. Ήταν μέλος των ιερέων που ήταν υπεύθυνοι για τα σιβυλλικά βιβλία – τα οποία ήταν απόκρυφα, απαγορευμένα και κλειδωμένα στο Παλατίνο – και για πολλές τελετές του ρωμαϊκού κράτους. Ήταν γαμπρός του Agricola, διοικητή της Βρεττανίας, που ήταν διοικητής για περισσότερο διάστημα απ’ ότι κανείς άλλος, και φαίνεται να ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία λόγω της επιρροής του πεθερού του. Ως μεγάλος ιερέας, με μεγάλο αξίωμα κι επιρροή, δεν θα ήταν παράξενο, αν του επιτρεπόταν να συμβουλευτεί κρατικά αρχεία.
Εξάλλου υπάρχει απόδειξη ότι είχε τέτοια άδεια. «Αναφέρονται ομιλίες του αυτοκράτορα (Χρονικά, 1, 81). Αναφέρει γράμματα προς τον Τιβέριο και προς άλλους, (5,16 και 5,3) σαν να ήταν προσιτά σ’ αυτόν, ειδικά αυτό προς τον Τιβέριο» (Clarence W. Mendell, Tacitus: The Man and his Work. New Haven: Yale University Press, 1957, σ. 204). Στο 15,74 ο Τάκιτος παραθέτει τα αρχεία της Συγκλήτου από τον καιρό του Νέρωνα (Clarence W. Mendell, Tacitus: The Man and his Work. New Haven: Yale University Press, 1957, σ. 21) και παραθέτει αρχεία της Συγκλήτου κι αλλού (5,4). Τα αρχεία αυτά περιείχαν γράμματα από αυτοκράτορες, κυβερνήτες επαρχιών (π.χ. τον Πιλάτο), συμμάχους και ξένους βασιλείς. «Τα πρώτα έξη βιβλια των Χρονικών περιέχουν αφθονία πληροφοριών ολοφάνερα προερχόμενων από το επίσημο αρχείο, μόνο από εκεί δυνάμενων να βρεθούν» (Ronald Syme, Tacitus. Oxford: Clarendon, 1958., σ. 278). Σχετικά με ένα συμβάν στην Αφρική: «ότι ο Τάκιτος συμβουλεύτηκε τα συγκλητικά αρχεία αποδεικνύεται από τον χαρακτήρα του υλικού, από τη δομή του (Ronald Syme, Tacitus. Oxford: Clarendon, 1958, σ. 281). Ο Ronald Mellor (Tacitus. New York: Routledge, 1993) λέει ότι (σ. 19-20) για τις Ιστορίες του «ο Τάκιτος χρησιμοποίησε τα αρχεία της συγκλήτου για λεπτομερείς περιγραφές ομιλιών και λόγων». Ο Herbert W. Benario (An Introduction to Tacitus. Athens: U. of Georgia Press, 1975.) γράφει ότι (σ. 80-87) ο Τάκιτος έκανε χρήση των έργων προηγούμενων ιστορικών, ιδιωτικών αρχείων, συγκλητικών αρχείων και των acta diurna.
ε') «Ο Τάκιτος είναι προκατειλλημένος και διαστρεβλώνει τις πληροφορίες του. Η αναφορά του στον Ιησού ίσως είναι αποτέλεσμα της προκατάληψής του προς τις ασιατικές θρησκείες».
Απάντηση: Πάνω κάτω, κατηγορείται ο Τάκιτος, ότι επειδή είχε προκατάληψη για τις ανατολικές θρησκείες, δεν θα ενδιαφερόταν να ψάξει πολύ για την αλήθεια. Όμως, ενώ, όταν αναφέρει τα σχετικά με τους Ιουδαίους ο Τάκιτος κάνει υποτιμητικά σχόλια, για τους Χριστιανούς θα έπρεπε αντίστοιχα, υποτιμώντας τους να αμφισβητήσει την ύπαρξη του Ιησού ή να παραθέσει και φήμες ότι αυτός ο Ιησούς δεν υπήρξε ποτέ, ώστε να τους γελοιοποιήσει εντελώς, ως πιστεύοντες σε ανύπαρκτο πρόσωπο. Δεν κάνει κάτι τέτοιο όμως.
στ') «Ο Τάκιτος αναφέρει τον Πιλάτο ως προκουράτορα, ενώ αυτός ήταν έπαρχος. Άρα είναι αναξιόπιστος. Διαφορετικά, σημαίνει ότι δεν συμβουλεύτηκε τα κρατικά αρχεία.»
Απάντηση: Υπάρχει απόδειξη πως υπήρχε ρευστότητα στη χρήση των όρων αυτών και ίσως ο Τάκιτος διέπραττε αναχρονισμό σκόπιμα.
Ο προκουράτορας είναι ένας οικονομικός διευθύνων, ένας αυτοκρατορικός αντιπρόσωπος, ενώ ο έπαρχος ήταν στρατιωτικός αξιωματούχος. Ο John P. Meier (A Marginal Jew: Rethinking the Historical Jesus. New York: Doubleday, 1991. σ. 100) λέει ότι σε μια περιθωριακή επαρχία όπως την Ιουδαία πιθανόν δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ αυτών των αξιωμάτων. Εξάλλου, ο Τάκιτος δεν είναι ο μόνος που συγχέει τα αξιώματα. Ο Ιώσηπος αποκαλεί τον Πιλάτο «προκουράτορα» επίσης, στην Ιουδαϊκή αρχαιολογία (18, 5, 6). Πού θα ήταν το παράξενο, αν ο Πιλάτος κατείχε και τα δύο αξιώματα, του έπαρχου και του προκουράτορα, σε μια υποβαθμισμένη επαρχία; «Τόσο οι προκουράτορες όσο και οι έπαρχοι στην Ιουδαία είχαν το δικαίωμα να εκτελούν εγκληματίες που δεν ήταν Ρωμαίοι πολίτες» (Robert Van Voorst, Jesus Outside the New Testament. Grand Rapids: Eerdmans, 2000, σ. 48). Η αρχή να κατέχονται από ένα άτομο και τα δύο αξιώματα ίσχυε ήδη από τότε που προσαρτήθηκε η Ιουδαία, το 6 μ.Χ. Δεδομένου ότι ο Τάκιτος ήταν ελιτιστής, υψηλόβαθμος, θεώρησε ότι το να γράψει πως ο προκουράτορας – κι όχι πολύ πιο υψηλόβαθμός του έπαρχος – εκτέλεσε έναν εγκληματία, ώστε να εκφράσει την περιφρόνησή του. Δηλαδή να πει: «εκτελέστηκε (ο Ιησούς) από έναν ασήμαντο κρατικό υπάλληλο, τόσο σπουδαίος ήταν ο ιδρυτής της θρησκείας τους».
Μπορεί ο Τάκιτος να διέπραξε αναχρονισμό για δυο λόγους. Πρώτον, για να αποφύγει σύγχυση. Ο E.P. Sanders (The Historical Figure of Jesus. New York: Penguin Press, 1993, σ. 23) παραθέτει απόδειξη μέσω επιγραφών ότι το αξίωμα που ο Πιλάτος κατείχε λεγόταν «έπαρχος» μεταξύ 6 και 41 μ.Χ. αλλά μετά ονομάστηκε «προκουράτορας» στα έτη 44-66 μ.Χ., κι έτσι συμπεραίνει ότι ο Τάκιτος απλώς διάλεξε εκείνη την ονομασία του τίτλου, την οποία οι σύγχρονοί του αναγνώστες θα καταλάβαιναν ευκολότερα. Καθώς η ιστορία του προοριζόταν κυρίως για τους συγκλητικούς και άλλους υψηλόβαθμους αξιωματούχους, τόσο ο Τάκιτος όσο και αυτοί ελάχιστα θα πρόσεχαν την αλλαγή στον τίτλο, διότι θα καταλάβαιναν πως είναι το ίδιο αξίωμα, πως λέγοντας «προκουράτορας» για μια αρχαιότερη εποχή εννοεί το «έπαρχος» και δεν θα το θεωρούσαν λάθος.
Έτσι, η ένσταση για τη διαφορά μεταξύ των τίτλων απορρίπτεται κι ο Τάκιτος είχε πρόσβαση στα αρχεία, δίχως να κάνει κάποιο λάθος λόγω μη πρόσβασης.
ζ') «Ο Τάκιτος αναφέρει τον Ιησού ως Χριστό και όχι με το κανονικό του όνομα. Έτσι, μάλλον δεν είχε πρόσβαση στα κρατικά αρχεία».
Απάντηση: Βάσει των παραπάνω, των σχετικών με την διαφορά μεταξύ προκουράτορα και έπαρχου, δεν είναι καθόλου παράξενο αν ο Τάκιτος ανέφερε τον Ιησού με το όνομα, με το οποίο ήταν περισσότερο γνωστός, δηλαδή Χριστό. Άλλωστε, αν τον ανέφερε ως Ιησού αντί για Χριστό, δεν θα μπορούσε να πει ότι «αυτός (ο Χριστός) ήταν ο εισηγητής της ονομασίας (των Χριστιανών)»˙ θα έπρεπε να δώσει κι άλλες εξηγήσεις, οι οποίες περιττεύουν, αν χρησιμοποιούσε το «Χριστός». Δεν είναι ανάγκη δηλαδή, στα αυτοκρατορικά αρχεία να υπήρχε το όνομα Χριστός. Όπως και με το προκουράτορας, το οποίο ήταν έπαρχος, έτσι και με το Χριστός, τα κρατικά αρχεία θα έγραφαν Ιησούς, αλλά ο Τάκιτος το άλλαξε για τους λόγους που αναφέραμε. Και φυσικά, το «Χριστός» μπορεί, όπως είπαμε, να χρησιμοποιηθεί ως κύριο όνομα κι όχι με τη σημασία του «ο (πραγματικός) κεχρισμένος Μεσσίας».
η') «ο Τάκιτος αναφέρει ένα πολύ μεγάλο πλήθος Χριστιανών που πιάστηκε. Δεν μπορεί να ήταν τόσοι πολλοί Χριστιανοί στη Ρώμη τόσο νωρίς».
Απάντηση: το «μεγάλο πλήθος» είναι πράγματι πολύ σχετικό. Δεν αποδεικνύει τίποτα η αντίρρηση αυτή. Δίχως να δίνει συγκεκριμένο αριθμό, ο Τάκιτος μπορεί να θεωρεί τον αριθμό πολύ μεγάλο για μια τέτοια κακούργα αίρεση (αλλά στην πραγματικότητα να είναι μικρός). Η αίσθηση της ποσότητας διαφέρει ανάλογα με αυτόν που περιγράφει, αυτό που περιγράφεται και το τί θα περίμενε κανείς να μετρήσει συγκριτικά με το τι μέτρησε. Ένα κούφιο επιχείρημα.
θ') «Ο Τάκιτος υποτίθεται ότι όταν αναφέρει μια αναπόδεικτη φήμη, πάντα γράφει ότι αυτό που αναφέρει είναι (αναπόδεικτη) φήμη. Αν όμως αναφέρει μια φήμη χωρίς να πει ότι είναι φήμη, δε το ξέρουμε».

Απάντηση: Πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι ο Τάκιτος αναφέρει φήμες, θεωρώντας τις φήμες, χωρίς να τις χαρακτηρίζει φήμες, τη στιγμή που ξέρουμε ότι ο Τάκιτος έχει τη συνήθεια να αναφέρει αν κάτι είναι απλώς φήμη; Φυσικά αυτό το «πάντα» μπορεί να είναι παγίδα. Αλλά δίχως απόδειξη περί του αντιθέτου, ότι δηλαδή η συγκεκριμένη περίπτωση είναι αποδεδειγμένα η εξαίρεση, και δεδομένου του χαρακτήρα του Τάκιτου, πού βασίζεται η γνώμη των αρνητών; Η αντίρρηση ζητά αποδείξεις για πράγματα που η ίδια δεν μπορεί να αποδείξει.
ι') «Δεδομένης της άσχετης αναφοράς του Τάκιτου στον Χριστό, δε θα πρεπε να ξαφνιαστούμε, που ο Τάκιτος παραθέτει αυτήν τη φήμη δίχως να την χαρακτηρίσει φήμη».
Απάντηση: Γιατί είναι «άσχετη» η αναφορά του Τάκιτου, εφόσον πραγματεύεται τον εμπρησμό της Ρώμης, τον οποίο υποτίθεται ότι διέπραξαν οι Χριστιανοί; Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η αναφορά του Τάκιτου στον Χριστό δεν είναι καθόλου άσχετη παρεμβολή, και συνεπώς δεν είναι κάτι το οποίο παρατίθεται ως φήμη. Επιπλέον, δεν υπάρχει απαραίτητα συσχέτιση μεταξύ ενός «άσχετου περιστατικού» με την αναφορά του ως φήμη δίχως όμως να χαρακτηρίζεται «φήμη». Ποιος λέει ότι θα έπρεπε, ακόμη κι αν ήταν – που δεν είναι – άσχετο περιστατικό, ο Τάκιτος να παραθέσει αδιάφορα μια φήμη, δίχως να την χαρακτηρίσει φήμη, εφόσον δεν είναι στο χαρακτήρα του να παραθέτει ως φήμη κάτι δίχως να το χαρακτηρίζει φήμη; Αναπόδεικτες αιτιάσεις.
ια') «Ο Τάκιτος, όπως φαίνεται και στα Χρονικά και στις Ιστορίες του, σχεδόν ποτέ δεν παραθέτει τις πηγές του. Συνεπώς, δεν ξέρουμε τί θεώρησε ότι ήταν φήμη, σε αντίθεση με αυτό που θεωρούσε ως «αξιόπιστη» προφορική πηγή».
Απάντηση: Οι αρχαίοι ιστορικοί δεν ένοιωθαν πως ήταν υποχρεωμένοι να αναφέρουν τις πηγές τους. Ελάχιστοι παραθέτουν πού και πού κάποια πηγή. Δεν είναι, λοιπόν, ο Τάκιτος η εξαίρεση, ώστε να αμφισβητήσουμε την αξιοπιστία του, επειδή δεν αναφέρει πηγές. Ίσως ο Τάκιτος «εξαπατήθηκε» θεωρώντας μια πηγή ως αξιόπιστη, ενώ ήταν φήμη, και γι’ αυτό δεν την χαρακτηρίζει φήμη. Αλλά αυτό, δεδομένης της κριτικής ικανότητας του Τάκιτου είναι δυνατόν μόνο αν πιστέψουμε σε συνωμοσίες. Και επιπλέον, η αντίρρηση αυτή χρειάζεται επιχείρημα πως ειδικά στο κείμενο που μας αφορά συνέβη το πράγμα αυτό, αλλιώς είναι οι συνήθεις αοριστίες.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Thu Oct 07, 2021 11:52 am

ιβ') «Πώς το ξέρουμε ότι, αν ο Τάκιτος δεν είχε ερευνήσει την ιστορικότητα του Ιησού, θα πίστευε ότι η ιστορικότητα του Ιησού είναι αβάσιμη φήμη;»

Απάντηση: Ο Τάκιτος μπορεί (και) να υπέθεσε ότι ο Ιησούς υπήρξε, αλλά αυτό δεν αποκλείει να έκανε τέτοιες έρευνες –π.χ. στα κρατικά αρχεία – που να του αποδείξουν ότι όντως υπήρξε ο Ιησούς.
Οι αντιρρησίες ίσως πουν ότι ο Τάκιτος δεν παραθέτει στοιχεία για τον Χριστιανισμό, και γι’ αυτό δεν τον ενδιέφερε ούτε ο Χριστός, και επομένως η αναφορά του σ’ αυτόν ήταν χωρίς κριτική επεξεργασία. Αυτοί μπερδεύουν την ποσότητα με την ποιότητα. Ο Τάκιτος δεν έγραψε ιστορία του Χριστιανισμού, αλλά ανέφερε κάποια βασικά πράγματα, για να διευκολύνει τους αναγνώστες του, όταν θα διάβαζαν για τον εμπρησμό της Ρώμης. Πιστεύουν ότι, για να έχει εκατό τοις εκατό εξακριβώσει ο Τάκιτος αυτό που λέει για τον Χριστό, θα έπρεπε να γράψει ολόκληρη μελέτη για τον Χριστιανισμό. Μεγάλο λάθος.
Στην πραγματικότητα, αυτό που οι αρνητές της αυθεντικότητας της αναφορά του Τάκιτου λένε είναι: «Ναι, παραδεχόμαστε ότι ο Τάκιτος συνήθως είναι αξιόπιστος και ακριβής και εξετάζει τα πράγματα, αλλά αυτή ίσως είναι εξαίρεση». Δίχως καμμιά απόδειξη φυσικά.
Συμπέρασμα:
1. Μαθαίνουμε ότι ο Χριστός ήταν ο αρχηγός της θρησκείας κι όχι, όπως λένε κάποιοι, ότι ο Παύλος ήταν ο ιδεολογικός ιδρυτής.
2. Επιβεβαιώνεται η εκτέλεση του Ιησού από τον Πιλάτο.
3. Αναγνωρίζεται η Ιουδαία ως πηγή της θρησκείας, κι έτσι καταρρίπτονται αστείες θεωρίες περί αντιγραφής από παγανιστικές θρησκείες.
III. Η αναφορά του Πλίνιου του Νεώτερου, σε επιστολή προς τον αυτοκράτορα Τραϊανό, το 111 μ.Χ.:
«...5 ...τους έβαζα να επικαλεστούν τους θεούς...και επιπλέον να βρίσουν το Χριστό˙ έπειτα έκρινα ότι πρέπει να τους αφήσω.... 6 κι όλοι αυτοί προσκύνησαν και την εικόνα σου και τα είδωλα των θεών και έβρισαν το Χριστό.7 βεβαίωναν [οι Χριστιανοί] ότι το μεγαλύτερο παράπτωμα ή η μεγαλύτερη πλάνη τους ήταν, ότι συνήθιζαν μια ορισμένη μέρα πριν από την ανατολή του ήλιου να συναθροίζονται, να υμνούν εναλλάξ το Χριστό ως Θεό, και να ορκίζονται ότι δε θα φονεύσουν....8 ...δε διαπίστωσα τίποτε άλλο παρά μια τιποτένια και υπερβολική δεισιδαιμονία.»
«Το στυλ μοιάζει με αυτό των άλλων επιστολών και τα γράμματα είναι γνωστά από τον καιρό του Τερτυλλιανού [196-212]» (Robert Van Voorst, Jesus Outside the New Testament. Grand Rapids: Eerdmans, 2000, σ. 27).

Αντιρρήσεις:
α') «Αν ο Πλίνιος κατηγορούσε τους λάτρεις του Σαράπη ή του Απόλλωνα, θα του έλεγαν πως έψελναν ύμνους σε αυτούς, αλλά αυτό δε σημαίνει πως αυτοί οι παγανιστικοί θεοί υπήρχαν ως άνθρωποι».
Απάντηση: Ασφαλώς οι λάτρεις του Σάραπη ή του Απόλλωνα δεν θεώρησαν ότι ήταν άνθρωποι οι θεοί τους, ενώ οι Χριστιανοί πίστευαν ότι ο Ιησούς ήταν άνθρωπος. Επιπλέον υπάρχει η λέξη «ως» Θεό. Δηλαδή ο Πλίνιος απορεί που λατρεύουν έναν θνητό ως θεό.
β') «Ο Πλούταρχος – που έζησε την ίδια εποχή με τον Πλίνιο – στα βιβλία του καταδικάζει τόσες και τόσες αιρέσεις και δεισιδαιμονίες, συμπεριλαμβανομένου και του Ιουδαϊσμού. Τον Χριστιανισμό ή τον Χριστό δεν τους αναφέρει καν. Γιατί;»
Απάντηση: διότι ο Πλούταρχος έζησε στην νότια Ελλάδα, ένα μέρος όπου ο Χριστιανισμός είχε εξαπλωθεί πολύ λίγο σε σχέση με την Βιθυνία, όπου βρισκόταν ο Πλίνιος, και όπως ο ίδιος λέει οι ναοί άρχισαν να ερημώνουν εξαιτίας του. Στην Κόρινθο και την Αθήνα υπήρχαν μικρές χριστιανικές κοινότητες, αλλά λόγω έλλειψης διωγμών, δεν υπήρχε αφορμή για κάτι τέτοιο. Ούτε έδιναν αφορμές οι Χριστιανοί σε κανέναν να τους κατηγορήσει ότι σέρνονταν στο χώμα ή ότι έκαναν άλλες εξευτελιστικές πράξεις ή ότι ζητιάνευαν.
γ') «Είναι πολύ αργά γραμμένη η επιστολή, ώστε να αποτελεί τεκμήριο για την ύπαρξη του Ιησού».
Απάντηση: έχει απαντηθεί στην ζ’ αντίρρηση κατά του αποσπάσματος του Ιώσηπου.
IV. Η μαρτυρία του Mara-Bar Serapion, κάπου μεταξύ 73 και 160 μ.Χ. (Robert Van Voorst, Jesus Outside the New Testament. Grand Rapids: Eerdmans, 2000, σ. 56):
«Τί κέρδισαν οι Αθηναίοι θανατώνοντας τον Σωκράτη; Λιμός και πανούκλα επήλθε σε αυτούς ως καταδίκη για το έγκλημά τους. Τι κέρδισαν οι Σάμιοι καίγοντας τον Πυθαγόρα; Σε μια στιγμή η χώρα τους καλύφθηκε με άμμο. Τι κέρδισαν οι Εβραίοι σκοτώνοντας τον σοφό βασιλιά τους; Ακριβώς μετά το βασίλειό τους χάθηκε. Ο Θεός δίκαια εκδικήθηκε τους τρεις αυτούς σοφούς άνδρες. Οι Αθηναίοι πέθαναν από πείνα, οι Σάμιοι καλύφθηκαν από τη θάλασσα, οι Εβραίοι κατεστραμμένοι διώχθηκαν από τη γη τους και ζουν σε πλήρη απελπισία. Αλλά ο Σωκράτης σίγουρα δεν πέθανε. Ζει στα κηρύγματα του Πλάτωνα. Ο Πυθαγόρας δεν πέθανε, σίγουρα. Ζει μέσα στο άγαλμα της Ήρας. Ούτε ο σοφός βασιλιάς πέθανε. Ζει στα διδάγματα που έδωσε».

Αντιρρήσεις:
α') «Δεν αναφέρεται η λέξη Ιησούς. Το «σοφός βασιλιάς» δεν σημαίνει απαραίτητα Ιησούς. Υπήρχαν τόσοι πολλοί ψευδομεσσίες τον καιρό εκείνο, και μπορεί να αναφέρεται σε έναν από εκείνους».
Απάντηση: το κείμενο δίνει εφτά κριτήρια περιγράφοντας τον βασιλιά αυτόν. Κανείς από τους ψευδομεσσίες δεν πληρούσε και τα επτά κριτήρια, τα οποία είναι:
i) εκτελέστηκε. ii) Κατείχε τη σοφία. iii) Εκτελέστηκε πριν το ιουδαϊκό βασίλειο καταστραφεί. iv) Εκτελέστηκε προτού οι Ιουδαίοι διασπαρούν. v) Εκτελέστηκε λόγω των πράξεων των Ιουδαίων. vi) Συνέχισε να ζει μέσα από τη διδασκαλία που έδωσε. vii) Αναφερόταν ως «Βασιλιάς».
Ποιος μπορεί να είναι αυτός; Μερικοί λεν ότι ήταν ένας Εσσαίος «Διδάσκαλος της Ευσέβειας», αλλά υπάρχουν πολλοί υποψήφιοι για το ποιος ήταν ο ίδιος ο «Δάσκαλος της Ευσέβειας», συμπεριλαμβανομένου και του Ιησού (Charles F. Pfeiffer, The Dead Sea Scrolls and the Bible. Grand Rapids: Baker Book House, 1969, σ. 72-77). Πάντως, ο δάσκαλος αυτός της ευσέβειας δεν πληροί παρά μόνο τα κριτήρια ii) και vi).
Ο «Βασιλιάς» αυτός εκτελέστηκε. Όσες προσπάθειες κι αν έγιναν να αποδειχθεί ότι και ο Εσσαίος Δάσκαλος της Ευσέβειας επίσης μαρτύρησε ή ακόμη σταυρώθηκε, οι πάπυροι της Νεκράς Θάλασσας δεν λεν τίποτα περισσότερο για το μαρτύριο του Δάσκαλου, εκτός από το ότι υπέστη γενικώς καταδίωξη και ήταν σε κίνδυνο. Δεν λεν ότι θανατώθηκε. Έτσι, οποιαδήποτε προσπάθεια να αποδειχθεί το αντίθετο, ότι αυτός ήταν ο βασιλιάς, ουσιαστικά είναι αντίθετη στα στοιχεία των παπύρων. Επομένως, ο Διδάσκαλος δεν πληροί ούτε τα κριτήρια iii, iv, v. Σχετικά με το κριτήριο iv:
Προφανώς όσο πιο πίσω πάμε, τόσο πιο δύσκολα ταιριάζει η περιγραφή, διότι αφού αμέσως μόλις ο βασιλιάς σκοτώθηκε, καταλύθηκε το βασίλειο των Εβραίων. Αν αυτός είναι ο Ονίας Γ’, τότε η κατάλυση του ιουδαϊκού βασιλείου συνέβη περίπου 240 έτη νωρίτερα. Αν αυτός ήταν ο Ιούδας ο Εσσαίος, τότε συνέβη η κατάλυση 170 χρόνια νωρίτερα. Όποιος και να ήταν αυτός ο Δάσκαλος, πέθανε στα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα, πράγμα που τον τοποθετεί πολύ μακριά από το «αμέσως μετά την κατάλυση», δηλαδή το 70 μ.Χ., όταν οι Ιουδαίοι διεσπάρησαν στην οικουμένη και το βασίλειό τους κατελύθη.
Φυσικά, ο Δάσκαλος αυτός δεν αναφέρεται ως «Βασιλιάς», αλλά στα χειρόγραφα του Qumran ως ιερέας.
β') «Το κείμενο δείχνει ότι ο «Βασιλιάς» αυτός ήταν σύγχρονος του Σωκράτη και του Πυθαγόρα».
Απάντηση: Φυσικά και δεν δείχνει κάτι τέτοιο. Όταν ο Σωκράτης γεννήθηκε, ο Πυθαγόρας ήταν 60 χρονώ! Δεν υπάρχει καμμία χρονική συγγένεια μεταξύ των τριών.
γ') «Το κείμενο είναι χρονικά απομακρυσμένο από τον Ιησού και πιθανώς επηρεασμένο από τη χριστιανική παράδοση. Κατηγορούνται οι Ιουδαίοι που σκότωσαν το βασιλιά τους. Η χρήση του «Βασιλιάς των Ιουδαίων» παραπέμπει σε χριστιανική επιρροή».
Απάντηση: Η χρονική διαφορά 70-100 χρόνων δε σημαίνει τίποτα, το έχουμε ξαναπεί. Το να σκέφτεσαι ανεξάρτητα δεν είναι εφεύρεση του 21ου αιώνα, υπήρχε και τότε, και συνεπώς δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει χριστιανική επίδραση. Η ομοιότητα δεν συνεπάγεται αντιγραφή ή επίδραση. Τα ευαγγέλια δεν γράφτηκαν το 33 μ.Χ., αλλά αργότερα, κι αυτό σημαίνει ότι ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ της συγγραφής τους και της συγγραφής του κειμένου αυτού είναι μικρότερος, αφήνοντας μικρότερο χρόνο για χριστιανική επίδραση. Άλλωστε, ο Ιησούς κατηγορήθηκε ότι προσπάθησε να γίνει βασιλιάς των Ιουδαίων. Αυτό απηχεί τη φήμη του ως βασιλιά.
V. Η αναφορά του Ταλμούδ.
Η κύρια αντίρρηση είναι ότι οι συγγραφείς του Ταλμούδ δεν είχαν για τον Ιησού παρά μόνο μία πηγή: τους Χριστιανούς. Ωστόσο, δεν ξέρουμε καν πόσες πηγές είχε το Ταλμούδ, κι αν αυτές ήταν οι χριστιανικές.
Πάντως, ο θυμός και η μανία του Ταλμούδ κατά του Χριστού και του Χριστιανισμού οδηγεί σε ένα λογικό συμπέρασμα: εάν οι Ιουδαίοι συγγραφείς ήθελαν να πουν ότι ο Ιησούς δεν υπήρξε, θα το έλεγαν. Δεν το είπαν. Γιατί; Διότι δε μπορούσαν να αρνηθούν την πραγματικότητα. Εάν πάλι υπήρχε το παραμικρό στοιχείο, που θα τούς έδινε το δικαίωμα να πουν ότι ο Ιησούς αυτός δεν υπήρξε, θα έλεγαν «δεν υπήρξε». Αν η Ιστορία τούς έδινε αυτό το δικαίωμα, η κριτική τους κατά των Χριστιανών θα στρεφόταν προς αυτήν την κατεύθυνση, και θα συμπεριλάμβανε και την «ανυπαρξία του Ιησού» στα όπλα της πολεμικής του Ταλμούδ. Αναρωτιέται κανείς, γιατί δεν υποστήριξαν ότι δεν υπήρξε Ιησούς, οι Ιουδαίοι. Θα ήταν γι’ αυτούς πολύ ευκολότερο να το πουν, αντί να εφευρίσκουν φανταστικές ιστορίες (ότι ήταν γιος Ρωμαίου στρατιώτη κ.ά.). Αν το έλεγαν, θα έφερναν τους Χριστιανούς σε πολύ δύσκολη θέση. Δεν είχαν όμως στοιχεία, κι έτσι το μόνο που τους απέμεινε ήταν να δυσφημήσουν τον υπαρκτό Ιησού. Κανείς αντίπαλος του Χριστιανισμού δεν το είπε όμως τους τέσσερεις πρώτους αιώνες.
«Ναι, αλλά το Ταλμούδ εγράφη μεταξύ 2ου και 6ου αιώνα. Τι εγκυρότητα έχει η μαρτυρία ενός βιβλίου π.χ. του 5ου αιώνα για την ιστορικότητα ενός προσώπου τον 1ο αιώνα;»
Απάντηση: τα εδάφια που μιλούν για τον Ιησού υπάρχουν από τον 2ο αιώνα. Η αντικειμενική απόδειξη ότι υπάρχουν αυτά από τότε, είναι ότι ο ίδιος ο Κέλσος (2ος αι.) ουσιαστικώς τα αντιγράφει, λέγοντας ότι ο Ιησούς ήταν γιός ενός Πανδήρα, πράγμα που λέγεται στο Ταλμούδ. Η μεγαλύτερη απόδειξη ότι το Ταλμούδ ανέφερε εξ αρχής τον Ιησού.
VI. Η αναφορά του Λουκιανού στο Περί της Πελεγρίνου τελευτής, 11 και 15:
«...κι εκείνοι [οι Χριστιανοί] τον σέβονταν σα θεό τους και τον είχαν νομοθέτη και αρχηγό, μετά από εκείνον φυσικά που ακόμη τον λατρεύουν, τον άνθρωπο που σταυρώθηκε στην Παλαιστίνη (τὸν ἄνθρωπον τὸν ἐν τῇ Παλαιστίνῃ ἀνασκολοπισθέντα), επειδή εισήγαγε στη ζωή αυτή την καινή τελετή....προσκυνούν δε το σταυρωμένο εκείνο σοφιστή και ζουν σύφμωνα με τους νόμους εκείνου (αρχαίο κείμ.: τὸν δὲ ἀνεσκολοπισμένον ἐκεῖνον σοφιστήν)».
Φυσικά ένα τέτοιο προσβλητικό κείμενο ουδέποτε θα ήταν αποτέλεσμα Χριστιανού συγγραφέα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι «κακοί Χριστιανοί» που «έκαψαν όσα βιβλία δεν συμφωνούσαν μαζί τους» διέσωσαν μια σάτυρα κατά των Χριστιανών και τις ύβρεις κατά του Χριστού. Ιδού ο Σκοτεινός Μεσαίωνας.

Αντιρρήσεις:
α') «Ο Λουκιανός απλώς παίρνει τις πληροφορίες του από τους Χριστιανούς και τις μεταφέρει. Δεν λέει κάτι δικό του. Έτσι, δεν πρόκειται για πληροφορία για την ύπαρξη του Ιησού, αφού είναι από χριστιανικές πηγές. Εξάλλου είναι πολύ μεταγενέστερη πηγή».
Απάντηση: Ο Λουκιανός ήταν αθεϊστής. Χλεύαζε τους παγανιστικούς θεούς, αλλά, όπως φαίνεται χλεύαζε και τις ανατολίτικες δοξασίες. Είναι δύσκολο να φανταστούμε τον ορθολογιστή Κυνικό-Επικούρειο Λουκιανό να αναζητά πληροφορίες για το Χριστιανισμό, τους Χριστιανούς και τον Χριστό από τους ίδιους, από ανθρώπους που περιφρονούσε ως «βλάκες», όπως τους αποκαλεί (παράγραφος 13).
Όμως ο Λουκιανός αναφέρεται στον τρόπο θανάτωσης του Ιησού ως «ανασκολπισμό» κι όχι σταύρωση. Αποκαλεί τον Ιησού «ανεσκολοπισμένον» κι όχι εσταυρωμένο. Αυτό είναι μεγάλη απόδειξη πως ο Λουκιανός δεν πήρε τις πληροφορίες του από τους Χριστιανούς, αλλά από άλλες πηγές. Δηλαδή δεν αντιγράφει χριστιανικές μαρτυρίες, και συνεπώς δεν είναι αναξιόπιστος.
Ότι είναι μεταγενέστερος δεν λέει τίποτε, όπως έχουμε πει. Γράφει το 165-167 μ.Χ. Δεν είναι παρά 120 χρόνια μετά τον Ιησού, 100 με 90 χρόνια από τα Ευαγγέλια.
β') «Πώς μπορούμε να βεβαιωθούμε ότι ο Λουκιανός δεν γράφει ακόμη μια Φανταστική ιστορία, όταν περιγράφει τον Ιησού; Είναι από ιστορική άποψη, ακριβής και αξιόπιστος ο Λουκιανός;»
Απάντηση: Ναι, είναι. Μπορεί να έγραψε ένα σωρό φανταστικές ιστορίες με πλήθος φανταστικά ταξίδια, αλλά στην προκειμένη περίπτωση αναφέρεται σε απόηχο ιστορικών γεγονότων έχοντας κατά νου τους Χριστιανούς, τους οποίους θέλει να χλευάσει. Τους χλευάζει τόσο πολύ, ώστε δεν τίθεται ζήτημα να εφεύρει κι έναν «ανύπαρκτο» ηγέτη τους. Αν ήθελε να δώσει τη χαριστική βολή θα έγραφε λ.χ. «ο ανύπαρκτος σοφιστής, που λένε ότι έζησε στην Παλαιστίνη, για να εξαπατούν τον κόσμο και να δίνουν κύρος στην θρησκεία τους» ή κάτι παρόμοιο.
Επιπλέον, ο Λουκιανός έχει γράψει πραγματεία Πώς δει την ιστορίαν συγγράφειν, όπου δείχνει να ενδιαφέρεται πάρα πολύ για την ιστορική ακρίβεια και γράφει μεταξύ άλλων «ο ιστορικός δεν πρέπει να θυσιάζει σε κανένα θεό παρά στην Αλήθεια. Πρέπει να παραμελήσει ο,τιδήποτε άλλο. Η ιστορία αντιπαθεί την παρεμβολή και του ελάχιστου λάθους. Το καθήκον του ιστορικού είναι να λέει τα πράγματα όπως συνέβησαν» (H. W. Fowler, The Works of Lucian of Samosata. Oxford: Clarendon, 1905, σ. 126-128).
Ο Λουκιανός ήταν μορφωμένος, λάτρης της ιστορικής ακρίβειας, όταν επρόκειτο για ιστορικά ζητήματα, και γνώριζε για τους Χριστιανούς. Εάν ήξερε ότι ο Ιησούς ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο ή αν κυκλοφορούσαν φήμες ότι ο Ιησούς δεν υπήρξε ποτέ, θα χρησιμοποιούσε τα στοιχεία αυτά στη σάτυρά του.
8) Συνολικά, όσον αφορά τους Εθνικούς ώς τον Λιβάνιο, υπάρχουν για τον Χριστό ή/και τους Χριστιανούς οι αναφορές του Τάκιτου, του Πλίνιου Σεκούνδου, του Τραϊανού, του Επίκτητου, του Αδριανού, του Σουητώνιου, του Αντωνίνου Πίου, του Μάρκου Αυρήλιου, του Λουκιανού, του Κέλσου, του Δίων Κάσσιου, του Αίλιου Σπαρτιανού, του Αίλιου Λαμπρίδιου, του Γαλλιηνού, του Αμέλιου, του Αυρηλιανού, του Φλάβιου Βοπίσκου, του Διοκλητιανού, του Μαξιμιανού, του Πορφύριου, του Γαλέριου, του Μαξιμίνου, του Σαβίνου, του Λικίνιου, του Ιουλιανού και του Λιβάνιου. Εικοσιέξι εθνικοί συγγραφείς σε τρισήμισυ αιώνες και ούτε ένας δεν τολμά να αμφισβητήσει, έστω ως αστειάκι, έστω ως υπονοούμενο την ιστορικότητα του Ιησού. Ούτε οι πιο κυνικοί ούτε οι πιο άθεοι ούτε οι πιο σοφιστές ούτε οι πιο αντιχριστιανοί. Τι περίεργο. Ο Αριστοτέλης αμφισβητεί την ύπαρξη του Ορφέα, αλλά του Χριστού την ύπαρξη, κανείς. Κανείς δεν είχε λοιπόν την «εξυπνάδα» να μιλήσει για κάτι «τόσο» προφανές, την ανυπαρξία του Ιησού; Ή ήταν τόσο αφελείς, οι φιλόσοφοι, οι σοφιστές, οι παγανιστές, οι αυτοκράτορες, ώστε δεν σκέφτηκαν: «μήπως αυτό το πρόσωπο ουδέποτε υπήρξε;» Κανείς δε σκέφτηκε την ιδέα να στριμώξει τους Χριστιανούς, αρνούμενος την ύπαρξη του Ιησού, ώστε να τους κάνει να προσπαθούν να την αποδείξουν. Δεν μπορεί ούτε ένας να μην είχε την ιδέα να σκεφτεί διαφορετικά. Μήπως φοβόντουσαν; Τι φοβόντουσαν; Μια «άθλια δεισιδαιμονία», την οποία κορόϊδευαν συνεχώς και ενίοτε την καταδίωκαν; Η σιωπηρή αποδοχή της ύπαρξης του Χριστού είναι κάτι παραπάνω από ολοφάνερη. Όταν θεωρείς κάτι ανύπαρκτο, δεν αρκείσαι απλώς στο να το κοροϊδεύεις˙ υποστηρίζεις επιπλέον ότι είναι ανύπαρκτο.
9) Δεν έχει νόημα να μιλήσουμε για την μαρτυρία των Ευαγγελίων. Οι Νεοπαγανιστές αρνούνται – ενώ για τα Ορφικά ή τον Ερμή Τρισμέγιστο γνωρίζουν με βεβαιότητα (!) πως εγράφησαν το 10000 π.Χ – την εγκυρότητά τους. Δεν λέει προφανώς τίποτε το γεγονός ότι τα Ευαγγέλια διατήρησαν αυτούσια την μορφή τους εξ αρχής.
Προφανώς, θεωρείται φυσιολογικό κάποιοι άνθρωποι (είτε αυτοί ήταν οι Απόστολοι και Ευαγγελιστές είτε κάποιοι που πρωτοξεκίνησαν τη διάδοση του Χριστιανισμού) εσκεμμένα να δημιούργησαν ένα ανύπαρκτο πρόσωπο, έπειτα να έπεισαν τους εαυτούς τους ότι η λογοτεχνική αυτή προσωπικότητα υπάρχει, μετά να έπεισαν και άλλους, και τέλος να δέχτηκαν να πεθάνουν για κάτι ανύπαρκτο.
Φυσικά, ισχύει το γεγονός ότι συχνά ο άνθρωπος εξαπατάται. Έτσι, μπορεί να κάποιος να θεωρήσει πιθανό ότι οι Απόστολοι εξαπατήθηκαν νομίζοντας ότι βλέπουν τον αναστημένο Ιησού. Αλλά αυτό σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι ακόμη κι αν εξαπατήθηκαν αναφορικά με την Ανάσταση, δεν εξαπατήθηκαν όμως αναφορικά με την ύπαρξη καθεαυτή του Ιησού και η μαρτυρία τους γι’ αυτήν είναι αληθινή. Δεύτερον, ότι κανείς οπαδός καμμιάς άλλης θρησκείας δεν πέθανε για ένα ψέμμα. Καμμιά άλλη θρησκεία της εποχής δεν ισχυρίστηκε ότι ο μίθρας ή ο Άδωνις ήταν ενσαρκωμένοι θεοί, ώστε να ισχυρίζεται για την ιστορικότητα των προσώπων αυτών, ούτε πέθαναν γι’ αυτούς. Μόνο ο Χριστιανισμός. Αυτό, μαζί με τα υπόλοιπα, λογικά οδηγεί στο συμπέρασμα: δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.

76. "Τα Ευαγγέλια δεν είναι αξιόπιστα, εγράφησαν πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατο του Ιησού και επιπλέον σε κανένα από αυτά – εκτός από το υστερότερο Κατά Ιωάννην – δεν αναφέρεται ότι ο Ιησούς είναι θεός".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι τα Ευαγγέλια γράφτηκαν στις αρχές του 2ου μ.Χ. αιώνα, επειδή μόνο από τότε και μετά τα μαρτυρούν εκκλησιαστικοί συγγραφείς. Ισχυρίζονται δηλαδή ότι δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για συγγραφή των Ευαγγελίων σε μια εποχή, η οποία είναι προγενέστερη της εποχής στην οποία έζησαν οι πρώτοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς που μαρτυρούν την ύπαρξη των Ευαγγελίων. Ο ισχυρισμός αυτός, εκτός από απόλυτος είναι παράλογος για τρεις λόγους: πρώτον, θα σήμαινε ότι ο τάδε ή ο δείνα εκκλησιαστικός συγγραφέας, αμέσως μόλις «βγαίνει στην κυκλοφορία» μεταξύ των Χριστιανών ένα σύγγραμμα, το αποδέχεται πάραυτα ως έργο ενός εκ των αποστόλων. Δηλαδή, δίχως δεύτερη σκέψη, δίχως να προϋπάρχει παλαιότερη παράδοση κάποιων δεκαετιών ότι λ.χ. είναι του απόστολου Ιωάννη, και ενώ υποτίθεται ότι πιο πριν δεν είχαν ακούσει τίποτε γι’ αυτό, οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς των αρχών του 2ου μ.Χ. αι. το αποδέχτηκαν ως έγκυρο. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει πολύ χαμηλό βαθμό νοημοσύνης. Τουλάχιστον για τους εγγράμματους Χριστιανούς, θα ήταν δύσκολο κάτι τέτοιο να συμβαίνει, διότι οι Χριστιανοί δέχονται την παράδοση. Δε θα γινόταν ξαφνικά να δεχτούν κάτι ως αυθεντικό, εάν δεν στηρίζονταν σε παλαιότερες μαρτυρίες του 1ου μ.Χ. αι. Δεύτερον, είναι άλλο πράγμα η ύπαρξη των Ευαγγελίων καθώς και η χρονολογία συγγραφής τους, κι άλλο πράγμα το πότε κάποιος μεταγενέστερος συγγραφέας τα αναφέρει. Η γενιά των αρχών του 2ου μ.Χ. αι. ήταν ουσιαστικά οι πρώτοι Χριστιανοί που δεν είδαν τους αποστόλους και τους Ευαγγελιστές με τα μάτια τους. Οι προηγούμενοι Χριστιανοί, του τέλους του 1ου αι., έβλεπαν τους αποστόλους, συνεπώς θα ήξεραν εάν το τάδε σύγγραμμα είναι δικό τους. Επιπλέον έως τις αρχές του 2ου αι. δεν υπήρχαν εκκλησιαστικοί συγγραφείς (εκτός του Κλήμη, κι ούτε υπήρχε λόγος – αφού ζούσαν μεταξύ 50-80 μ.Χ.. οι απόστολοι – να υπάρξουν άλλοι, πλην των αποστόλων, Χριστιανοί συγγραφείς). Τρίτον, εκείνη την εποχή οι Χριστιανοί, όπως και γενικότερα ο κόσμος, δεν ενδιαφέρονταν να αποδείξουν λ.χ. ότι «έχω δει το σύγγραμμα αυτό, είναι το Ευαγγέλιο του Μάρκου». Δεν υπήρχε τέτοια αμφισβήτηση και συνεπώς δεν υπήρχε λόγος ανταπάντησης σε αμφισβήτηση και αμφισβητίες της εποχής.
Ο Κλήμης Ρώμης (1ος αι.) παραθέτει, μεταξύ 92-94 μ.Χ., χωρία από το Κατά Ματθαίον, το Κατά Μάρκον, το Κατά Λουκάν, την Προς Ρωμαίους, την Α’ Προς Κορινθίους, την Προς Εβραίους, την επιστολή Ιούδα, Ιακώβου, Α’ και Β’ Πέτρου. Ο ίδιος κατονομάζει την Α’ Προς Κορινθίους. Ο Ιγνάτιος Αντιοχείας γράφοντας τις επτά Επιστολές του το 107 μ.Χ. παραθέτει χωρία από το Κατά Ματθαίον, το Κατά Μάρκον, το Κατά Λουκάν, το Κατά Ιωάννην, τις Πράξεις, την Προς Ρωμαίους, την Α’ Προς Κορινθίους, την Προς Γαλάτας, την Προς Εφεσίους, την Ιακώβου, την Α’ Πέτρου και την Αποκάλυψη. Ο Πολύκαρπος Σμύρνης, γράφοντας στα 108 μ.Χ. παραθέτει χωρία από τα συνοπτικά Ευαγγέλια, τις Πράξεις, την Προς Ρωμαίους, την Α’ και Β’ Προς Κορινθίους, την Προς Γαλάτας, την Προς Εφεσίους, την Προς Φιλιππησίους, την Α’ και Β’ Προς Θεσσαλονικείς, την Α’ και Β’ Τιμόθεου, την Α’ Πέτρου, την Α’ και Β’ Πέτρου, την Ιούδα. Αυτοί είναι συγγραφείς που γεννήθηκαν και έδρασαν πριν το 100 μ.Χ. Αργότερα τα βιβλία της Κ. Δ. μαρτυρούνται και κατονομάζονται, από πολύ περισσότερους. Εάν επρόκειτο για μη εκκλησιαστικά συγγράμματα, οι οπαδοί της αρνητικής κριτικής θα δέχονταν αμέσως την μαρτυρία τόσων συγγραφέων. Ειδικά για τα βιβλία της Καινής Διαθήκης κάνουν αυτή την εξαίρεση. Ο λόγος; Από προκατάληψη. Επειδή είναι αθεϊστές, θέλουν με το στανιό να αποδείξουν κάτι, που ουδέποτε θα ζητούσαν να αποδείξουν για μη χριστιανικά βιβλία του 1ου μ.Χ. αι. Δεν υπαινισσόμαστε καμμιά «αντιχριστιανική συνωμοσία», αλλά οι προκαταλήψεις του καθενός παίζουν μεγάλο ρόλο στο να χρησιμοποιεί «δύο μέτρα και δύο σταθμά» για ζητήματα γνησιότητας βιβλίων. Γενικότερα για τα Ευαγγέλια
α') «Δεν αναφέρουν τα ευαγγέλια τους συγγραφείς τους, κι όταν το κάνουν αυτό, απλώς θα πρόκειται για μεταγενέστερη προσθήκη».
Απάντηση: Τα ευαγγέλια προορίζονταν για ανάγνωση από πολλούς – το πλήθος των πιστών – κι όχι από έναν ιδιώτη.Τα ανώνυμα έργα έπαιρναν κάποιον τίτλο και κάποιον φανταστικό συγγραφέα κατά την αντιγραφή τους και τοποθέτησή τους στις βιβλιοθήκες. Έτσι, βιβλία που δεν ανέφεραν το συγγραφέα τους συχνά κατέληγαν να έχουν πολλούς διαφορετικούς τίτλους και πολλούς συγγραφείς, που δίνονταν από τους διάφορους αντιγραφείς σε διαφορετικές βιβλιοθήκες. Δεν υπάρχει όμως ούτε ένα αντίγραφο π.χ. του ευαγγελίου του Μάρκου που να είναι ακριβώς το ίδιο με το Κατά Μάρκον, αλλά να φέρει τον τίτλο «το κατά Ανδρέαν ευαγγέλιο».
β') «Δεν μπορούσε η πρώτη εκκλησία να ελέγξει την φαντασία των πιστών και των προσήλυτων, και έτσι δημιουργούνταν φανταστικές ιστορίες και φανταστικά ευαγγέλια, αλλοιώνοντας την αρχική παράδοση για τον Ιησού».
Απάντηση: φυσικά και μπορούσε. Όταν ο Χριστιανισμός διαδόθηκε στη Σαμάρεια, η Εκκλησία έστειλε τον Πέτρο και τον Ιωάννη (Πράξεις Απ. 8, 14), προφανώς για να τους καθοδηγήσουν και να μην αρχίσουν να πιστεύουν ό,τι φαντάζονται. Το ίδιο έγινε και όταν ο Χριστιανισμός διαδόθηκε στην Αντιόχεια˙ έστειλαν τον απόστολο Βαρνάβα (Πράξεις, 11, 22), για τον ίδιο λόγο. Δεν εκχριστιάνιζαν δηλαδή κάποιοι κάποιους και στη συνέχεια τους άφηναν να πιστεύουν ό,τι να ‘ναι και συνεπώς να δημιουργήσουν μια διαφορετική παράδοση και μετά ένα διαφορετικό ευαγγέλιο.
Οι περισσότεροι φιλόλογοι αποδέχονται την ακρίβεια των κειμένων για άλλα αρχαία έργα, που βρίσκονται σε πολύ λιγότερα αντίγραφα, απ’ ό,τι η Καινή Διαθήκη. Αυτό είναι κάτι που το ξεχνάν, όσοι αμφιβάλλουν για την αυθεντικότητα των κειμένων της Κ.Δ. Όταν πρόκειται για άλλα αρχαία συγγράμματα της ίδιας ή παλαιότερης εποχής, που έχουν διασωθεί σε πολύ λίγα αντίτυπα (π.χ. η Ιλιάδα βρίσκεται σε 643 αντίγραφα, ενώ η Κ.Δ. σε περίπου 24.633, που όλα διαφέρουν καθόλου ή ελάχιστα, σε σημεία που δεν επηρεάζουν τη χριστιανική θεολογία) ορισμένοι είναι πολύ πιο ελαστικοί και εύκολα αποδέχονται ότι είναι αυθεντικά.
Παρατίθενται χωρία: του Ματθαίου από τον Κλήμη Ρώμης (1ος αι.), τον Ιγνάτιο (φονεύτηκε το 110 μ.Χ.), τον Πολύκαρπο Σμύρνης (περί τα 108 μ.Χ.), του Μάρκου από τον Κλήμη Ρώμης, τον Ιγνάτιο, τον Πολύκαρπο, του Κατά Λουκά από τους ίδιους, του Κατά Ιωάννη από τον Ιγνάτιο, των Πράξεων από τον Ιγνάτιο και τον Πολύκαρπο (Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, Στ. Ν. Σάκκου, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 23).

Για το Κατά Ματθαίον:
«Ο Παπίας και ο Ειρηναίος μαρτυρούν ότι επί των ημερών των υπήρχεν η αναντίρρητος παράδοσις ότι συγγραφεύς του Ευαγγελίου τούτου είναι ο Ματθαίος. Υπάρχουν αι εξής ενδείξεις: α) ο Ματθαίος ελέγετο πρώτα Λευίς και ήτο τελώνης, άνθρωπος άδικος και αμαρτωλός. Όταν αναφέρουν την μετάνοιάν του, οι μεν άλλοι ευαγγελισταί, Μάρκος και Λουκάς, τον αναφέρουν με το παλαιόν τούτο όνομα, προφανώς εκ λεπτότητος, ο ίδιος δε μόνον λέγει το όνομά του με το οποίον είνε γνωστός εις όλην την Χριστιανοσύνην. β) Εις την περίπτωσιν του Ματθαίου οι μεν Λουκάς και Μάρκος γράφουν «Ματθαίος και Θωμάς» (Μρ 3, 18˙ Λκ 6, 15), ο ίδιος δε γράφει «Θωμάς και Ματθαίος ο τελώνης» (Μθ 10, 3)˙ θέτει τον εαυτόν του δεύτερον και μόνος αυτός προσθέτει το ότι ήτο τελώνης, πράγμα ταπεινωτικόν» (Στ. Ν. Σάκκου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 97).

Για το Κατά Μάρκον
«Ήδη ο Παπαίας (110-130 μ.Χ.) και ο Ειρηναίος αποδίδουν το Ευαγγέλιον τούτο εις τον Μάρκον, τον μόνον όστις εν τη Κ. Διαθήκη φέρει το όνομα τούτο. Εσωτερικαί ενδείξεις περί του προσώπου του ευαγγελιστού είνε αι εξής. α) Εις την σύλληψιν του Ιησού εν Γεθσημανή (Μρ 14, 51-52) αναφέρεται ότι «Καὶ εἷς τις νεανίσκος ἠκολούθησεν αὐτῷ, περιβεβλημένος σινδόνα ἐπὶ γυμνοῦ· καὶ κρατοῦσιν αὐτὸν οἱ νεανίσκοι. ὁ δὲ καταλιπὼν τὴν σινδόνα γυμνὸς ἔφυγεν ἀπ᾿ αὐτῶν». Αν ο νεανίσκος αυτός είναι ο Μάρκος και αποκρύπτη εις το Ευαγγέλιόν του το όνομά του επειδή είνε ο ίδιος συγγραφεύς, όπως κάνει και ο Ιωάννης, τότε έχομεν υπαινιγμόν περί του συγγραφέως. β) Αν συνδυασθούν αι ιδιάζουσαι εις το Ευαγγέλιον τούτο λεπτομέρειαι περί του Πέτρου με το γεγονός ότι τούτο εγράφη όταν ο Μάρκος ήτο διάκονος του Πέτρου, και περιέχει το κήρυγμα εκείνου, πάλιν έχομεν ένδειξιν περί του συγγραφέως. Εφ’ όσον δεν υπάρχει μαρτυρία αναιρετική της αρχαιοτάτης παραδόσεως, ότι το Ευαγγέλιον τούτο εγράφη υπό του Μάρκου, δεν υπάρχει λόγος αμφισβητήσεως». (Στ. Ν. Σάκκου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 105). Στο Κατά Μάρκον ο Πέτρος αναφέρεται περισσότερες φορές, σχετικά, απ’ ό,τι στο Κατά Ματθαίον και στο Κατά Λουκάν, και του δίνεται μεγαλύτερη σημασία.
Το 1972, ο εξέχων Ισπανός παπυρολόγος Jose O'Callaghan ισχυρίστηκε ότι υπήρχε ένα μικρό απόσπασμα του Κατά Μάρκον [το ΣΤ’ 52-53] ανάμεσα στους παπύρους της Νεκράς Θάλασσας. Πέρα από το ερώτημα, πώς έφτασε αυτό στις σπηλιές των Εσσαίων, η πρόσφατη πιθανή χρονολόγηση του ελληνικού παπύρου 7Q5 ήταν εντυπωσιακή. Εφόσον οι οικισμοί και οι σπηλιές είχαν εγκαταληφθεί το 68 μ.Χ., όταν η ρωμαϊκή λεγεώνα Fratensis προέλασε στο Κουμράν, και μια που η ανάλυση έδειξε ότι ο πάπυρος ήταν του έτους 50 μ.Χ. (χρονολογία που οι επόμενες αναλύσεις επιβεβαίωσαν), φάνηκε ξαφνικά ένδειξη μέσω των παπύρων για την ύπαρξη αυτού του ευαγγελίου το έτος 50 μ.Χ.» (Carsten Peter Thiede, Rekindling the Word: In Search of Gospel Truth, Trinity Press: 1995, σ. 38-39).

Αντιρρήσεις:
α') «Ο Μάρκος κάνει γεωγραφικά λάθη, π.χ. στο 5, 1 γράφει «και ήρθαν στο απέναντι μέρος της λίμνης, στη χώρα των Γαδαρηνών». Δεν υπάρχει «χώρα», αλλά «πόλη». Αυτό δείχνει πως ο συγγραφέας δεν ήταν κάποιος που ζούσε στην Παλαιστίνη».
Απάντηση: και γι’ αυτό, αλλά και για άλλα πιθανά λάθη, πρέπει να έχουμε υπ’ όψη ότι ο Μάρκος ήταν κάτοικος Ιερουσαλήμ (Πράξεις, 12, 12), δηλαδή αστός. Δεν θα πρεπε να περιμένουμε να γνωρίζει όλες τις ακριβείς ονομασίες τόσων και τόσων περιοχών της Παλαιστίνης! Μήπως κανείς Έλληνας, κάτοικος Αθηνών, γνωρίζει και τις λεπτομέρειες των τοπωνυμίων όλης της Ελλάδας; Ασφαλώς κι όχι. Ειδικότερα, το εν λόγω εδάφιο επιβεβαιώνει τα προηγούμενα. Ένας κάτοικος Ιερουσαλήμ, που δεν είχε ταξιδέψει και πολύ, θα αποκαλούσε την περιοχή γύρω από την πόλη των Γαδαρηνών ως «περιοχή των Γαδαρηνών». Δηλαδή, η αοριστία του συγκεκριμένου στίχου δεν συνεπάγεται ότι ένας μη Παλαιστίνιος το έγραψε.
β') «Ο Ειρηναίος γράφει ότι ο Μάρκος παρέδωσε στους Χριστιανούς γραπτώς ό,τι κηρύχθηκε από τον Πέτρο, αφού πέθαναν και ο Πέτρος και ο Παύλος. Δηλαδή μετά το 64 με 67 μ.Χ.»
Απάντηση: και πάλι, το 64 με 67 μ.Χ. είναι πριν το 70 μ.Χ. και δεν χρειαζόταν και τόσα πολλά χρόνια για τη συγγραφή σαράντα σελίδων. Επιπλέον, είναι άλλο πράγμα το «παρέδωσε», που μπορεί να σημαίνει ότι είχε κρατήσει τις σημειώσεις του πριν ο Πέτρος πεθάνει και έπειτα, αφού ο Πέτρος πέθανε, τις συνέταξε και τις έδωσε στους υπόλοιπους Χριστιανούς, κι άλλο πράγμα το να «έγραψε» μετά το θάνατό τους, ό,τι θυμόταν αυτός. Το «παρέδωσε» δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι τις έγραψε μετά. Επιπλέον ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς γράφει ότι ο Μάρκος έγραψε το ευαγγέλιό του στην Ρώμη, ενώ ο Πέτρος ήταν ακόμη ζωντανός. Δηλαδή, δεν υπάρχει μία παράδοση.
γ') «Το αυθεντικό ευαγγέλιο του Κατά Μάρκον δεν έχει τα εδάφια από 6, 45 έως 8, 26, τα οποία προστέθηκαν κάπου μετά το 70 μ.Χ. αλλά πριν την δημιουργία του Κανόνα τον 4ο αιώνα».
Απάντηση: Το απόσπασμα του Κατά Μάρκον που χρονολογείται το 50 μ.Χ. περιέχεται στα εδάφια αυτά, είναι το 6, 52-53, άρα φαίνεται η αλήθεια. Ο παλαιότερος πάπυρος που περιέχει ολόκληρο το Κατά Μάρκον (p45) χρονολογείται στο 150 με 200 μ.Χ. και περιέχει αυτά τα εδάφια. Αν εφαρμόζαμε τέτοιες απόψεις στα εξωεκκλησιαστικά κείμενα, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι τα «ομηρικά έπη» που διαθέτουμε σήμερα, Οδύσσεια και Ιλιάδα, είναι διαφορετικά από αυτά που είχαν τον 1ο π.Χ. αι., απλώς επειδή δεν διαθέτουμε κάποιο αντίγραφο του 1ου π.Χ. αι. από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.
δ') «Υπάρχει η κατακλείδα στο Κατά Μάρκον 16, 9-20), η οποία δεν βρίσκεται στα χειρόγραφα της αλεξανδρινής παράδοσης. Σε αυτήν παρουσιάζεται ο Ιησούς να εμφανίζεται στους μαθητές του και να τους λέει να κηρύξουν τον Χριστιανισμό».

Απάντηση: Η απουσία αυτής της κατακλείδας αναφέρεται από τους Ευσέβιο, Γρηγόριο Νύσσης, Βίκτωρα Αντιοχείας, Ιερώνυμο, και άλλους μεταγενέστερους. «Αλλά προ του Ιππολύτου οι Ιουστίνος, Τατιανός, και Ειρηναίος, και αυτός ο Ιππόλυτος γνωρίζουν και χρησιμοποιούν την κατακλείδα. Βεβαίως το παν οφείλεται απλούστατα εις την κακήν ποιότητα του κειμένου της αλεξανδρινής παραδόσεως» (Στ. Ν. Σάκκου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 110).
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Thu Oct 07, 2021 12:05 pm

Για το Κατά Λουκάν

«Η αρχαία εκκλησιαστική παράδοσις ομοφώνως αποδίδει το κατά Λουκά επιγραφόμενον Ευαγγέλιον εις τον ιατρόν Λουκάν, μαθητήν του αποστόλου Παύλου» (Στ. Ν. Σάκκου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 100). Υπάρχουν οι αναφορές του Μαρκίωνα, που έβαλε ως αυθεντικό εννοείται το ευαγγέλιο του Λουκά στον κανόνα του περί το 140 μ.Χ., του Ιουστίνου μάρτυρα, ότι ο Λουκάς συνέγραψε αναμνήσεις των αποστόλων, περί το 150 μ.Χ. και του Ειρηναίου, κατά το 180 μ.Χ. Επίσης, τα ελληνικά του είναι πολύ καλά, δεν φαίνεται να έχει ιουδαϊκές ρίζες, αφού έχει περιορισμένη γνώση της αραμαϊκής και της εβραϊκης.
«Εσωτερικώς δεν φαίνεται τίποτε άλλο παρά αι εξής ενδείξεις: α) Ηυξημένον ιατρικόν λεξιλόγιον εν συγκρίσει προς τα άλλα βιβλία της Κ. Διαθήκης. β) Ηυξημένη σχέσις προς τας Επιστολάς του Παύλου, όσον αφορά εις τας λέξεις και τα λεπτά νοήματα. γ) Το Ευγαγγέλιον τούτο μαζί με τας Πράξεις των αποστόλων παρουσιάζονται ως δύο συνεχή βιβλία μιας ιστορίας, αποστελλόμενα εις δύο αποστολάς προς τον Χριστιανόν Θεόφιλον, και χαρακτηριζόμενα ως «πρώτος λόγος» και «δεύτερος λόγος» υπό του ιδίου συγγραφέως. Ώστε το εσωτερικώς βεβαιούμενον είνε ότι ο συγγραφεύς και των δύο είνε ένα πρόσωπον˙ αλλά και το εξωτερικώς βεβαιούμενων, ότι αυτός είνε ο Λουκάς, είνε πληροφορία της αυτής αξιοπιστίας (Στ. Ν. Σάκκου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 100).
«Ο Λουκάς αναφέρεται ονομαστί εις τρεις Επιστολές του Παύλου (Κλ 4, 4˙ Φλμ, 24˙ Β’ Τι 4, 10) και άνευ ονόματος εις τας υπ’ αυτού γραφείσας Πράξεις» (Στ. Ν. Σάκκου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 101).
Οι Πράξεις σταματούν απότομα, με τον Παύλο να συλλαμβάνεται και να κρατείται φυλακισμένος από τους Ρωμαίους, το 66-68 μ.Χ. Εάν ο Λουκάς έγραφε μετά το 66-68 μ.Χ., δεν θα σταματούσε έτσι, αλλά θα συνέχιζε ώς την εκτέλεση του Παύλου και λίγο μετά από αυτήν. Προκειμένου για το μαρτύριο του Στέφανου ή του Ιακώβου, ο Λουκάς γράφει ώς το τέλος και δεν σταματά, ενώ σταματά, χωρίς να πει για το τέλος του Παύλου. Αυτό σημαίνει ότι σταμάτησε να γράφει – άρα έγραφε – πριν εκτελεστεί ο Παύλος. Επίσης, εάν είχε συγγραφεί μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ, θα αναφερόταν η καταστροφή αυτή.

Αντιρρήσεις:
«Ο συγγραφέας του Κατά Λουκάν και των Πράξεων δεν έχει γνώση των επιστολών του Παύλου».
Απάντηση: αυτό δεν είναι παρά απόδειξη ότι το Κατά Λουκά εγράφη ενόσω ο Παύλος ζούσε ακόμη και συνεπώς, γιατί να έχανε τον καιρό του ο Λουκάς αναφέροντας πράγματα που έλεγε στις ομιλίες του ο Παύλος; Επιπλέον, κάνοντας μια σύνοψη της ιστορίας, ο Λουκάς θα έκρινε ότι, αντί να συνοψίσει τα λεπτά επιχειρήματα που υπήρχαν στις επιστολές του Παύλου, με πιθανό αποτέλεσμα να τα διαστρεβλώσει, καλύτερα θα ήταν να αφήσει τις επιστολές – τις οποίς γνώριζε ότι υπήρχαν – να μιλήσουν μόνες τους.

Για το Κατά Ιωάννη
Ο Ειρηναίος έγραψε ότι, σύμφωνα με τον Πολύκαρπο «ο Ιωάννης, ο μαθητής του Κυρίου, έγραψε το ευαγγέλιο όταν κατοικούσε στην Έφεσσο της Ασίας». Για το χρόνο συγγραφής είναι κατατοπιστικό αυτό: στο 5, 2, για την θεραπεία του ασθενή από τον Χριστό, περιγράφει την δεξαμενή της Βηθεσδά στα Ιεροσόλυμα σε ενεστώτα χρόνο: «Υπάρχει δε εις τα Ιεροσόλυμα κοντά εις την πύλην των Προβάτων μια δεξαμενή, η οποία ονομάζεται Εβραϊστί Βηθεσδά και η οποία έχει πέντε στοές». Όμως η Ιερουσαλήμ καταστράφηκε ολοκληρωτικά από τους Ρωμαίους το 70 μ.Χ. Αν λοιπόν ο Ιωάννης έγραφε το Ευαγγέλιό του μετά το 70 μ.Χ. θα έγραφε «..υπήρχε μια δεξαμενή... είχε πέντε στοές». Ο ενεστώτας δηλώνει ότι τον χρόνο της συγγραφής υπήρχε ακόμη η δεξαμενή, άρα ο Ιωάννης γράφει πριν το 70 μ.Χ.
Η ίδια η ύπαρξη της κολυμβήθρας της Βηθεσδά (Beth’esh-dathain, «ο τόπος των δυο διαχύσεων») αποδείχθηκε μετά από ανασκαφές στο ΒΑ τετράγωνο της παλιάς πόλης της Ιερουσαλήμ, στην συνοικία που ονομαζόταν Bezetha τον 1ο αι. μ.Χ., κοντά στο ναό της Αγίας Άννας. Βρέθηκαν δύο κολυμβήθρες που βρισκόταν η μια βόρεια κι η άλλη νότια και χωριζόταν από έναν βράχο. Προστεγάσματα με στύλους βρισκόταν, όπως φαίνεται στις τέσσερεις πλευρές και στα χωρίσματα (J. Jeremias, The Rediscovery of Bethesda (1966)).
Εσωτερικές μαρτυρίες ότι ο συγγραφέας είναι απ’ τους δώδεκα μαθητές και λέγεται Ιωάννης υπάρχουν: α) τόσο στην Αποκάλυψη (1, 1-2˙ 1, 4˙ 22, 8), όσο στην Α’ Ιωάννου (1, 1), όσο και στο Κατά Ιωάννην (1, 14), κάνει λόγο τόσο για το όνομά του αλλά και τονίζει ότι ήταν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας του Χριστού, δηλαδή δεν του ανέφερε κάποιος τις πληροφορίες που παραθέτει. β) Η γλώσσα τόσο του Κατά Ιωάννην, όσο και της Αποκάλυψης και των Α’, Β’, Γ’ επιστολών Ιωάννου, είναι πολύ όμοια και ιδιάζει έναντι της γλώσσας των άλλων βιβλίων της Κ. Διαθήκης. γ) Δεν κατονομάζει τον εαυτό του στο Κατά Ιωάννη, λόγω μετριοφροσύνης, όπως και άλλοι Ευαγγελιστές. Στα τρία πρώτα (συνοπτικά) Ευαγγέλια αναφέρονται οι Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης (αδέρφια οι δύο τελευταίοι) ως οι πλέον αγαπητοί του Χριστού. Ο Ιωάννης αναφέρει μόνο τον Πέτρο, και μια φορά τους «Ζεβεδαίους» (21, 2), δηλαδή τον εαυτό του και τον Ιάκωβο, αλλά αναφέρει και έναν τρίτο με φράσεις όπως «Ὁ μαθητὴς ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς» (19, 26), στο 20, 2 επίσης το ίδιο. Δεν μπορεί να είναι ο Ιάκωβος αυτός «διότι εσφάγη εις την αρχήν σχεδόν του χριστιανικού κηρύγματος» (Στ. Ν. Σάκκου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 111). Άρα είναι ο Ιωάννης. Επιπλέον, ομόφωνα όλη η αρχαία παράδοση αποδίδει το Ευαγγέλιο αυτό στον μαθητή του Χριστού, Ιωάννη.

Αντιρρήσεις:
α') «Ο Ιωάννης, αν και Ιουδαίος, δεν φαίνεται να ξέρει και πολλά για τον Ιουδαϊσμό, αφού στο 18, 13 γράφει «και τον έφεραν πρώτα στον Άννα, διότι ήταν πεθερός του Καϊάφα, αρχιερέως του έτους εκείνου», σαν να νομίζει ότι κάθε έτος εκλεγόταν νέος αρχιερέας. Ίσως αυτό δείχνει ότι το Κατά Ιωάννη συνεγράφη πολύ αργότερα, από κάποιο πρώην Εθνικό».
Απάντηση: Δηλαδή αν λέγαμε «ενώ χτυπήθηκαν οι δίδυμοι πύργοι, το έτος 2001, τότε που πρωθυπουργός ήταν ο Κ. Σημίτης...», θα σήμαινε ότι δεν γνωρίζουμε πως ο πρωθυπουργός της Ελλάδας εκλέγεται κάθε τέσσερα χρόνια; Όμως πάλι, με 28 αρχιερείς μεταξύ του 37 και 70 μ.Χ., δηλαδή για μ.ό. 2,75 χρόνια για κάθε αρχιερέα, δεν φαίνεται και τόσο υπερβολικό το περιεχόμενο του κειμένου.
β') «Ο Ιωάννης μαρτύρησε πολύ νωρίς, για να γράψει ευαγγέλιο».
Απάντηση: υπάρχει μια παράδοση εκκλησιαστική ότι ο Ιωάννης και ο αδερφός του σκοτώθηκαν από τους Ιουδαίους. Πέραν τού ότι οι κριτικοί διαλέγουν ό,τι τούς συμφέρει από την παράδοση, η ίδια αυτή η ιστορία λέει απλώς ότι ο Ιωάννης κι ο Ιάκωβος σκοτώθηκαν από τους Ιουδαίους, όχι φονεύτηκαν μαζί.
γ') «Στις Πράξεις 4, 13 αναφέρεται ότι ο Ιωάννης και ο Πέτρος ήταν αγράμματοι. Πώς έγραψε το ευαγγέλιο ο πρώτος;»
Απάντηση: απλώς σημαίνει ότι δεν έλαβαν εκπαίδευση από τους Ραββίνους, ότι δεν είχαν υψηλή μόρφωση. Αλλά και πάλι, ο αναλφαβητισμός δεν είναι αθεράπευτη ασθένεια. Μπορεί αργότερα να έμαθαν. Ο Μακρυγιάννης, δηλαδή, που έμαθε γράμματα σε μεγάλη ηλικία, απλώς και μόνο για να γράψει τα απομνημονεύματά του, πώς τα κατάφερε;
δ') «Ο Ιωάννης αναφέρει εμφανίσεις του Ιησού και στη Γαλιλαία και στην Ιουδαία, ενώ από τα συνοπτικά ευαγγέλια, ο Ματθαίος μόνο στην Γαλιλαία και οι Λουκάς και Μάρκος μόνο στην Ιουδαία. Δηλαδή, υπήρχαν δύο παραδόσεις, η ιουδαϊκή και η γαλιλαϊκή και ο Ιωάννης, που έγραψε τελευταίος είναι συμπιλητής».
Απάντηση: Δεν ήταν πανταχού παρόντες οι Ευαγγελιστές, κι ο Ιωάννης ανήκε στον στενότερο κύκλο των μαθητών του Ιησού. Ο Χριστός είχε πει στους αποστόλους, μόλις τον θάψουν, να παν στη Γαλιλαία και να τον αναμένουν εκεί, αλλά αυτοί δεν τον πίστεψαν ούτε τήρησαν την εντολή του, ούτε πίστεψαν τις γυναίκες που μίλησαν για ανάσταση. Η εντολή αυτή έχει το νόημα της δοκιμασίας της πίστης των μαθητών. Έτσι αναγκάζεται να φανερωθεί ο Χριστός στην Ιερουσαλήμ, στους μαθητές. Έπειτα αυτοί πήγαν μετά στη Γαλιλαία, εκεί τους ξαναφανερώνεται ο Χριστός, κι έπειτα επιστρέφοντας στην Ιερουσαλήμ για τον εορτασμό της Πεντικοστής (είχαν και οι Ιουδαίοι τέτοια γιορτή) πάλι εκεί εμφανίζεται. «Δια τούτο έχομεν εμφανίσεις του αναστάντος Κυρίου πρώτα εν Ιερουσαλήμ, έπειτα εν Γαλιλαία, και τέλος πάλιν εν Ιερουσαλή,. Εν Ιερουσαλήμ και Ιουδαία εμφανίζεται εις τας γυναίκας, τον Σίμωνα, τους προς Εμμαούς πορευομένους, τους δέκα (άνευ του Θωμά), τους ένδεκα (μετά του Θωμά)˙ εν Γαλιλαία εις την Τιβεριάδα, εις τους πεντακοσίους, κλπ.˙ εν Ιερουσαλήμ πάλιν όταν αναλαμβάνεται. Οι ευαγγελισταί εξ όλων αυτών των εμφανίσεων αναφέρουν όσας θέλουν» (Στ. Ν. Σάκκου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 130).
ε') «Οι Ματθαίος, Μάρκος και Λουκάς αναφέρουν ότι ο Ιησούς άρχισε το κήρυγμά του μετά τη σύλληψη και φυλάκιση του Βαπτιστή, ενώ ο Ιωάννης αναφέρει παράλληλη δράση και των δύο, προτού δηλαδή συλληφθεί ο Βαπτιστής. Δηλαδή οι ευαγγελιστές διαφωνούν»
Απάντηση: δεν διαφωνούν. Ο Ματθαίος π.χ. λέει (4, 12-17) «Ακούσας δε [ο Ιησούς] ότι Ιωάννης παρεδόθη, ανεχώρησεν εις Γαλιλαίαν, και καταλιπών την Ναζαρέτ ελθών κατώκησεν εις Καπερναούμ... Από τότε ήρξατο ο Ιησούς κηρύσσειν και λέγειν˙ Μετανοείτε». Ο Μάρκος (1, 14-15) «Μετά δε το παραδοθήναι Ιωάννην ήλθεν ο Ιησούς εις την Γαλιλαίαν κηρύσσων το ευαγγέλιον της βασιλείας του Θεού». Ο Ιωάννης, δεν διαφωνεί, απλώς παραθέτει μια ενδιάμεση λεπτομέρεια: Λέει ότι (3, 22-25) «ύστερα από αυτά ήλθε ο Ιησούς και οι μαθηταί του εις την Ιουδαίαν και έμεινε εκεί μαζί τους και εβάπτιζε. Ο Ιωάννης επίσης βάπτιζε εις την Αινών πλησίον του Σαλείμ, διότι εκεί ήταν πολλά νερά και ήρχοντο και εβαπτίζοντο. Διότι ο Ιωάννης δεν είχε ακόμη ριφθή εις την φυλακήν.» και ύστερα γράφει (1, 1-3) «όταν ο Κύριος έμαθε ότι οι Φαρισαίοι είχαν ακούσει ότι ο Ιησούς κάνει και βαπτίζει περισσότερους μαθητάς παρά ο Ιωάννης – αν και ο ίδιος ο Ιησούς δεν εβάπτιζε αλλά οι μαθηταί του – άφησε την Ιουδαίαν και επήγε πάλιν εις την Γαλιλαίαν». Δηλαδή, ο Ιωάννης στο ευαγγέλιό του αναφέρει την μετάβαση του Χριστού από την Ιουδαία στη Γαλιλαία ως δημόσιο πρόσωπο πλέον, γιατί την προηγούμενη φορά που ήταν εκεί ήταν ως ιδιώτης. Δεν λένε τα Συνοπτικά Ευαγγέλια ότι ο Ιησούς κρυβόταν ή δεν έκανε θαύματα ή δεν φανέρωνε ότι είναι Θεός πριν ο Βαπτιστής συλληφθεί.
στ') «Ο Ιωάννης λέει ότι ο Ιησούς γιόρτασε στα Ιεροσόλυμα τρία τουλάχιστον πάσχα (Κατά Ιωάννη 1, 13˙ 6, 4˙ 12, 1), ενώ οι άλλοι ευαγγελιστές αναφέρουν μόνο το πάσχα κατά το οποίο σταυρώθηκε. Άρα υπάρχει μεγάλη διαφορά στο χρόνο που δίδαξε ο Ιησούς, ανάμεσα στους τρεις και στον Ιωάννη».
Απάντηση: Στο Κατά Λουκάν (13, 7), ο Χριστός λέει «ιδού τρία έτη έρχομαι ζητών καρπόν εν τη συκήι ταύτηι, και ουχ ευρίσκω», καθαρή δήλωση ότι ο Χριστός, όταν φονεύτηκε, πραγματοποιούσε την τρίτη επίσημη πασχαλινή επίσκεψη στα Ιεροσόλυμα.
ζ') «Διαφορετική ημερομηνία σταύρωσης του Ιησού δίνουν οι τρεις πρώτοι ευαγγελιστές και διαφορετική ο Ιωάννης»

Απάντηση: «Οι τρεις πρώτοι ευαγγελισταί τοποθετούν το πάσχα, κατά το οποίον εφονεύθη ο Ιησούς, κατά μίαν ημέραν πρότερον ή ο Ιωάννης. Το ιουδαϊκόν πάσχα, εορτή ακίνητος, ήρχιζεν από την νύκτα της 14 προς την 15 του μηνός Νισάν και πρώτη αυτού ημέρα εθεωρείτο η 15, ήτις ελέγετο και πρώτη των αζύμων. Την διαφωνίαν αυτήν συμπεραίνει η αρνητική κριτική εκ των εξής στοιχείων. α) Οι τρεις πρώτοι ευαγγελισταί λέγουν δια την πέμπτην, ημέραν του μυστικού δείπνου, ότι τότε ήτο «η πρώτη των αζύμων, ότε το πάσχα έθυον» (Μθ 26, 17˙ Μρ 14, 12) ή «η ημέρα των αζύμων, εν ή έδει θύεσθαι το πάσχα» (Λκ 22, 7). β) Οι μαθηταί κατά την πέμπτην ερωτούν τον Κύριον «Πού θέλεις ετοιμάσωμέν σοι φαγείν το πάσχα;» και το ετοιμάζουν κατά τας οδηγίας του κατά την αυτήν ημέραν˙ «και ητοίμασαν το πάσχα» (Μθ 26, 19˙ Μρ 14, 16˙ Λκ 22, 13). γ) Ο Κύριος, όταν κάθηνται να φάγουν το εσπέρας της αυτής ημέρας, λέγει˙ «Επιθυμία επεθύμησα τούτο το πάσχα φαγείν μεθ’ υμών προ του με παθείν» (Λκ 22, 15). δ) Ο Ιωάννης εξ ετέρου λέγει ότι «προ της εορτής του πάσχα ειδώς ο Ιησούς ότι ελήλυθεν αυτού η ώρα... λαβών λέντιον διέζωσεν εαυτόν κλπ.» (Ιω. 13, 1-5). ε) Κατά τον Ιωάννην, όταν ο Κύριος εν τω μυστικώ δείπνω απέστειλεν έξω τον προδότην Ιούδαν δια τελευταίαν φοράν, ωρισμένοι μαθηταί δεν ηννόησαν περί τίνος πρόκειται, αλλ’ ενόμισαν ότι εννοεί «Αγόρασον ών χρείαν έχομεν εις την εορτήν, ή τοις πτωχοίς ίνα τι δώ» (Ιω 13, 29). ς) Ο ίδιος ο Ιωάννης γράφει˙ «Άγουσιν ουν τον Ιησούν από του Καϊάφα εις το πραιτώριον˙ ην δε πρωΐ˙ και αυτοί ουκ εισήλθον εις το πραιτώριον, ίνα μη μιανθώσιν, αλλ’ ίνα φάγωσι το πάσχα» (Ιω 18, 28). ζ) Πάλιν ο ίδιος λέγει˙ «Οι ουν Ιουδαίοι, ίνα μη μείνη επί του σταυρού τα σώματα εν τω σαββάτω, επεί Παρασκευή ήν˙ ήν γαρ μεγάλη η ημέρα εκείνου του σαββάτου˙ ηρώτησαν τον Πιλάτον κλπ.» (Ιω 19, 31). Επομένως τα πάθη του Χριστού και κατά τους τέσσερας έγιναν ως εξής˙ την πέμπτην δείπνος και σύλληψις, την νύκτα της πέμπτης δίκη παρά τοις αρχιερεύσι, την παρασκευήν δίκη παρά τω Πιλάτω, σταύρωσις, θάνατος, ταφή˙ αλλά το πάσχα κατά μεν τους τρεις πρώτους ήρχισεν από την νύκτα της πέμπτης προς παρασκευήν, οπότε η Παρασκευή ήτο η πρώτη των αζύμων και η μεγάλη ημέρα, κατά δε τον Ιωάννην από την νύκτα της παρασκευής προς σάββατον, οπότε, όπως και γράφει, το σάββατον ήτο η πρώτη των αζύμων και η μεγάλη ημέρα.
Εάν όμως παρατηρήση κανείς καλύτερον, και κατά τους τρεις πρώτους ευαγγελιστάς προϋποτίθεται ότι η νυξ της πέμπτης προς παρασκευήν και η Παρασκευή δεν ήσαν ούτε πάσχα, ούτε η μεγάλη ημέρα της πρώτης των αζύμων. Διότι την νύκτα της πέμπτης όλην μέχρι το πρωΐ οι αρχιερείς δικάζουν τον Ιησούν, το πρωΐ οδηγούν τον Ιησούν εις τον Πιλάτον, την μεσημβρίαν της παρασκευής σταυρώνουν τον Ιησούν, αγγαρεύουν τον Σίμωνα Κυρηναίον «ερχόμενον απ’ αγρού», οι φαρισαίοι Ιωσήφ και Νικόδημος το εσπέρας σπεύδουν να θάψουν τον Ιησούν, πριν φθάση η ώρα του πάσχα. Επομένως όλα αυτά τα γεγονότα, αφ’ ενός μεν τους αποδεικνύουν συμφώνως προς τον Ιωάννην, αφ’ ετέρου δε δίδουν την ορθήν ερμηνείαν εις τας προεκταθείσας φράσει των, εκτ των οποίων κακώς συνεπεράνθη ότι τοποθετούν το πάσχα την παρασκευήν. Έχει δε η ορθή ερμηνεία ως ακολούθως. Κατά τον μωσαϊκόν νόμον το πάσχα έχει πέντε ημέρας ετοιμασίας και επτά ημέρας εορτασμού. Αι ημέρε 10-14 Νισάν είνε ετοιμασία του προβάτου. Αι ημέραι 15-21 είνε το πάσχα˙ κατά τας επτά αυτάς οι Ιουδαίοι έτωγον άζυμα, πικρά χόρτα, και τον πασχάλιον αμνόν (Έξ 12,3 – 19˙ Β’ Πα 35, 1-17). Η ακριβεστέρα ώρα ενάρξεως του πάσχα ήτο η έναρξις της νυκτός της 14 προς την 15 Νισάν. Κατά το έτος του θανάτου του Κυρίου ήτο η Πέμπτη 13 Νισάν, η Παρασκευή 14 Νισάν, το σάββατον 15 Νισσάν και πρώτη ημέρα των αζύμων αρχομένη βεβαίως από την νύκτα της παρασκευής προς σάββατον. Οι τρεις ευαγγελισταί, όταν λέγουν «η πρώτη ημέρα των αζύμων, ότε το πάσχα (= τον αμνόν) έθυον», εννοούν γενικώς και αορίστως «όταν έφθασε το πάσχα» και όχι ότι η Πέμπτη ήτο η πρώτη των αζύμων˙ όπως και ημείς σήμερον, λέγοντες «το πάσχα συνέβη αυτό», εννοούμεν και τας ημέρας της εβδομάδος των παθών και τας ημέρας της διακινησίμου. Πρόκειται περί τυπικής εκφράσεως και γενικού καθορισμού, και όχι περί ακριβούς καθορισμού ημερομηνίας. Όταν πάλιν λέγουν ότι «ητοίμασαν το πάσχα», δεν εννοούν ότι «έστρωσαν την πασχάλιον τράπεζαν», αλλ’ ότι επεράτωσαν τας κυριωτέρας ετοιμασίας δια το μετά δύο ημέρας αγόμενον πάσχα. Όταν κάθηνται μετά του Κυρίου να φάγουν τον δείπνον εκείνον κατά τον οποίον ο Κύριος παρέδωκε το αίμα του και την σάρκα του, ο δείπνος δεν ήτο πασχάλιος, δεν έτρωγον τον αμνόν και τα άζυμα. Ήτο από ιουδαϊκής πλευράς συνήθης δείπνος˙ άλλο αν από χριστιανικής ήτο ο πνευματικός πασχάλιος δείπνος. Ο Χριστός δηλαδή ακυρώνει το εβραϊκόν πάσχα της Π.Διαθήκης μίαν ημέραν προ της τελέσεώς του και προλαμβάνει να θύση το καινόν και αιώνιον πάσχα. Όταν ο Κύριος, ο οποίος ουδέποτε ως φαίνεται έφαγε μετά των μαθητών του το ιουδαϊκόν πάσχα, εξέφρασε τον διακαή του πόθον λέγων «Επιθυμία επεθύμησα τούτο το πάσχα φαγείν μεθ’ ημών προ του με παθείν», οι ευαγγελισταί δεν εννούν, ότι απήλαυσε την νοσταλγικήν αυτήν ανθρώπινην επιθυμίαν του˙ διότι όταν ήλθε η ώρα να φαγωθή το πάσχα, αυτός ήτο νεκρός εν τω τάφω˙ αφήνουν όμως να εννοηθή ότι η επιθυμία αυτή η τόσον αγνή και αγία εύρεν ως ανταπόκρισιν αντάξιαν εαυτής ένα άλλο πάσχα πνευματικόν και αιώνιον, το σώμα και το αίμα του επιθυμήσαντος Κυρίου, το οποίον όντως συνέφαγε μετά των μαθητών του «προ του αυτόν παθείν». Ώστε δεν διαφωνούν οι τέσσαρες ευαγγελισταί ως προς την ημερομηνίαν και ημέραν του ιουδαϊκού πάσχα» ( Στ. Ν. Σάκκου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 127-129).
Για τα τέσσερα Ευαγγέλια ο καθηγητής Στ. Σάκκος δίνει τις εξής χρονολογίες συγγραφής: Κατά Ματθαίον, 50-60 μ.Χ. (το αρχαιότερο των Ευαγγελίων). Κατά Λουκάν, 58-64 μ.Χ. Κατά Μάρκον 64-78 μ.Χ. Κατά Ιωάννην, 69-72 μ.Χ. Η αξιοπιστία των υπολοίπων βιβλίων της Κ.Δ. φαίνεται στη σύγκριση με μερικές απλές συγκρίσεις μεταξύ των εξωχριστιανικών πληροφοριών και των κειμένων των χριστιανικών κειμένων. Κάποια παραδείγματα:
- Στην πόλη της Εφέσου δίνεται ο τίτλος «Νεωκόρος», δηλαδή «φύλακας του ναού της Αρτέμιδας» (Πράξεις 19, 35). Έχει βρεθεί ελληνική επιγραφή που περιγράφει την πόλη ως «Νεώκορον της Αρτέμιδος».
- Οι δικαστές των Φιλίππων, ρωμαϊκής αποικίας, αποκαλούνται στις Πράξεις (16, 20 και 35) «στρατηγοί». Ο κανονικός τίτλος αυτών ήταν «άρχοντες», αλλά οι ίδιοι προτιμούσαν το «στρατηγοί», για λόγους μεγαλύτερης αίγλης. Πράγματι, για την λατινική αποικία της Κάπουα, ο Κικέρωνας γράφει «Παρόλο που ονομάζονται άρχοντες, στις άλλες αποικίες, αυτοί οι άνδρες θέλησαν να ονομάζονται στρατηγοί» (De Lege Agraria, 34).
- Ο ανώτερος Ρωμαίος άρχοντας της Μάλτας ονομάζεται πρώτος στις Πράξεις (28, 7), τίτλος που επιβεβαιώνεται τόσο σε ελληνικές όσο και σε λατινικές επιγραφές ως ακριβής τίτλος του Ρωμαίου κυβερνήτη της Μάλτας.
- Στις Πράξεις 21, 27-34, διαβάζουμε πως, ενώ ο Παύλος ήταν στην Ιερουσαλήμ, διαδόθηκε μια φήμη ότι είχε εισάγει (πρώην) Εθνικούς στον Ναό, στην εσωτερική αυλή, πράξη που συνεπαγόταν θανάτωση. Ύστερα από λίγο καταφτάνουν οι Ρωμαίοι κι ο Παύλος συλλαμβάνεται. Αυτό επιβεβαιώνεται από μια προειδοποιητική επιγραφή των Ρωμαίων, που βρέθηκε το το 1871 από τον C.S. Clermont-Ganneau, και βρίσκεται τώρα στην Κωνσταντινούπολη, η οποία λέει τα εξής: «Κανένας ξένος δεν επιτρέπεται να περάσει τα όρια γύρω από το Ναό και την περίφραξή του. Όποιος συλληφθεί να κάνει κάτι τέτοιο, ας είναι προετοιμασμένος για τον επακόλουθο θάνατό του».
- Γράφοντας την επιστολή Προς Ρωμαίους από την Κόρινθο, όπου βρισκόταν το χειμώνα του 56-57 μ.Χ., ο Παύλος, αφού στέλνει χαιρετισμούς, γράφει «Ασπάζεται υμάς Έραστος, ο οικονόμος της πόλεως» (Ρωμ. 16, 23). Στη διάρκεια των ανασκαφών στην Κόρινθο, το 1929, ο καθηγητής T.L. Shear βρήκε ένα πλακόστρωτο με την επιγραφή ERASTUS PRO: AED: S: P: STRAVIT («Ο Έραστος, έφορος δημοσίων κτιρίων, έφτιαξε αυτό το πλακόστρωτο με δικά του έξοδα»). Η μαρτυρία αυτή υποδηλώνει ότι το πλακόστρωτο υπήρχε στη διάρκεια του πρώτου αιώνα μ.Χ., και κατά πάσα πιθανότητα οι δύο Έραστοι είναι το ίδιο και το αυτό πρόσωπο.
- Αναφέρεται η εκδίωξη των Ιουδαίων της Ρώμης επί Καίσαρα Κλαύδιου (Πράξεις 18, 2). Ο Σουητώνιος (Κλαύδιος, 25, 4) αναφέρει την εκδίωξη των Ιουδαίων από τη Ρώμη, υπό του Κλαύδιου. Ο Ορόσιος (7, 6) αναφέρει ότι η εκδίωξη αυτή έγινε το ένατο έτος της βασιλείας του Κλαύδιου, δηλαδή το 49 μ.Χ.
- Αναφέρεται στις Πράξεις ο ανθύπατος Αχαΐας, Γαλλίων (Πράξεις 18, 12-17). «Τω 1905 εις Δελφούς ευρέθησαν τέσσαρα εκ των τεμαχίων μιας μαρμαρίνης πλακός φερούσης ελληνιστί γεγραμμένην μίαν επιστολήν του Κλαυδίου προς τους Δελφούς˙ εις αυτήν αναφέρεται ο Ιούνιος Γαλλίων ως εν ενεργεία ανθύπατος της Αχαΐας. Η Αχαΐα ως συγκλητική επαρχία είχε ανθύπατον ενιαύσιον. (...) Εκ των τίτλων του Κλαυδίου, οι οποίοι ηυξάνοντο κατ’ έτος, συνάγεται, ότι η επιστολή εγράφη τω 51 ή 52 μ.Χ.. Ο Παύλος εδικάσθη υπό του Γαλλίωνος εν Κορίνθω προς το τέλος της επί 3 εξάμηνα διαρκεσάσης εν τη πόλει ταύτη παραμονής του. Εξ αμφοτέρων των τεκμηρίων, της εκδιώξεως των Ιουδαίων από Ρώμης και της ηγεμονίας του Γαλλίωνος, φαίνεται ότι ο Παύλος ήτο εν Κορίνθω κατά τα έτη 49-51 ή 50-52 μ.Χ. Οπότε και αι προς Θεσσαλονικείς Επιστολαί εγράφησαν κατά τα έτη 49-50» (Στ. Ν. Σάκκου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 78). Σύμφωνα με τον καθηγητή Στ. Σάκκο, τα γεγονότα της Καινής Διαθήκης, μετά την Ανάσταση έχουν ως εξής:

Γεγονότα (Προαιτάτη χρονολογία) (Βραδυτάτη χρονολογία )
Θάνατος Στεφάνου 31 34
Επιστροφή Παύλου 32 35
Θάνατος Ιακώβου του Ζεβεδαίου 46 48
Πρώτη περιοδεία Παύλου-Βαρνάβα 46-48 48-49
Σύνοδος αποστόλων εν Ιεροσολύμοις 48 49
Δευτέρα περιοδεία Παύλου 48-51 49-52
Άφιξις Παύλου εις Κόρινθον 49 50
Τρίτη περιοδεία Παύλου 51-57 52-58
Σύλληψις Παύλου εν Ιεροσολυμοις 57 58
Άφιξις δεσμίου Παύλου εις Ρώμην 60 61
Θάνατος Ιακώβου αδελφού Κυρίου 62 64
Άφιξις Πέτρου εις Βαβυλώνα Αιγύπτου 62 65
Αποφυλάκισις Παύλου 62 64
Τέταρτη περιοδεία Παύλου 62-66 64-68
Θάνατος Παύλου και Πέτρου 66 68
Άφιξις Ιωάννου εις Πάτμον 67 70
Θάνατος Ιωάννου 72 80
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Sat Oct 09, 2021 1:10 pm

ΙΣΤ' ΜΕΡΟΣ

ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ II


77. Διάφορες αντιρρήσεις των Νεοπαγανιστών αναφορικά με την Καινή Διαθήκη και σχετικά με τον Ιησού.
α') «Γνωρίζουμε πλέον ότι τα λεγόμενα "Ευαγγέλια", δεν αποτελούν ιστορικά κείμενα, αλλά κατά την ιουδαϊκή μέθοδο του "midrash" (αμφισήμαντου όρου που ταυτόχρονα σημαίνει "εξήγηση" αλλά και "παρέμβαση", μια μέθοδος συνεχούς αναπροσαρμογής παλαιότερων μύθων ώστε να ταιριάζουν με τα εκάστοτε νέα δεδομένα) (...)» (Βλ. Ρασσιά, Μια Ιστορία Αγάπης, β’ έκδοση, εκδ. Ανοιχτή Πόλη, 2005, τ. Α’, σ. 56).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: «(Οι συγγραφείς της Κ. Διαθήκης) έχουν ωρισμένας αρχάς τας οποίας τηρούν πάντοτε εις απόλυτον βαθμόν και αποκλειστικώς μόνον αυτοί μεταξύ όλων των συγγραφέων της γης και των αιώνων. Εντεύθεν αντιλαμβάνεται κανείς την παρουσίαν και ενέργειαν του ενός αγίου Πνεύματος. Χρυσούς κανών των θεοπνεύστων ιστορικών είνε ότι γράφουν α) απαθώς, και β) όχι αποκαλυπτικώς˙ ενώ αντιθέτως κανών των διδασκάλων ή προφητών είνε ότι γράφουν α) συμπαθώς, και β) αποκαλυπτικώς.
Εξετάζοντες τους ιστορικούς [τα Ευαγγέλια και τις Πράξεις] ερχόμεθα κατ’ αρχήν εις το πρώτον γνώρισμά των. Ουδέποτε ουδαμού εις τα ιστορικά βιβλία θα εύρη κανείς μίαν έκφρασιν, ένα επίθετον, ή έστω ένα υπονοούμενον, εκ του οποίου να συνάγεται ότι ο ευαγγελιστής προσωπικώς διάκειται ευμενώς ή δυσμενώς προς το Α πρόσωπον, και επαινεί ή κατακρίνει την Α ενέργειαν. Άλλο θέμα αν τα ιστορούμενα πρόσωπα φαίνονται εκ των λόγων των τί φρονούν˙ ο ευαγγελιστής ιστορικός παραμένει απολύτως ψυχρός, απρόσωπος, αφανής, αν και εκθέτει τα γεγονότα με τόσην ζωηρότητα και σαφήνειαν, ώστε να συμπάσχωμεν ως αναγνώσται με τα πρόσωπα της ιστορίας. Βλέπει κανείς πολλάκις εις τα ιστορικά βιβλία, ότι ο Ιησούς αποκαλεί τους φαρισαίους υποκριτάς και τον Ηρώδην αλώπεκα, ο Παύλος τον Ελύμαν υιόν διαβόλου, ο Παύλος και ο Βαρνάβας να παροξύνωνται προς αλλήλους, ο Ιησούς να λέγη τα "ουαί" ή να επιπλήττη τους μαθητάς, αλλ’ ουδέποτε θα συλλάβη ευαγγελιστήν να χαρακτηρίζη αυτός ως ιστορικός ένα πρόσωπον ή μίαν κατάστασιν έστω και με ένα υπονοούμενον. Επίσης βλέπομεν πολλάκις τους ευαγγελιστάς να αποκαλύπτουν περιγραφικώς μίαν βαθυτέραν αιτίαν ενός γεγονότος, π.χ. το ότι ο Ιούδας ήτο κλέπτης του κοινού ταμείου των μαθητών, το ότι οι φαρισαίοι "διεπρίοντο" από φθόνον εναντίον του Χριστού και των μαθητών, το ότι ο Φήλιξ ήλπιζεν ότι θα δωροδοκηθή υπό του Παύλου, δια να τον απολύση, αλλ’ ουδέποτε θα εύρη κανείς ίχνος των συναισθημάτων του ιστορικού έναντι αυτών των καταστάσεων. Εκ των πολλών δειγμάτων της ιστορικής αυτής απαθείας αναφέρω ακόμη δύο πολύ χαρακτηριστικά. Οι απόστολοι επίστευον ακραδάντως ότι ο Ιησούς ο από Ναζαρέτ είνε ο Χριστός που αναμένει ο Ισραήλ και αυτός είνε ο Κύριος και ο Γιαχβέ. Και εδίδαξαν ότι αυτό είνε το μεγαλύτερον παράπτωμα, το να μη αναγνωρίση και ομολογήση κανείς τον Ιησούν ως Χριστόν και Κύριον. Εν τούτοις ως ιστορικοί, όταν αναφέρουν αφηγηματικώς τον Κύριον προ της αναστάσεως, τον ονομάζουν πάντοτε απλώς "ο Ιησούς", ουδέποτε ο Κύριος ή ο Χριστός, παρά μόνον όταν θέλουν να παρεμβληθούν αυτοί ως πρόσωπα δια να δώσουν μίαν επεξήγησιν, ή όταν αφηγούνται πώς τον απεκάλουν οι ίδιοι εις ευθύν λόγον. Π.χ. ο Ιωάννης γράφει˙ "Eὑρίσκει οὗτος πρῶτος τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα καὶ λέγει αὐτῷ˙ Εὑρήκαμεν τὸν Μεσςίαν˙ ὃ ἐστι μεθερμηνευόμενον Χριστός˙ καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς Ἰησοῦν˙ ἐμβλέψας αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς εἶπε˙ Σὺ εἶ Σίμων... Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν...» (Ιω. 1, 42-44). Ο Ματθαίος λέγει˙ "Καὶ ἰδοὺ λεπρὸς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων˙ Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι. καὶ ἐκτείνας τὴν χείρα ἥψατο αὐτοῦ ὁ Ἰησοῦς λέγων˙ Θέλω, καθαρίσθητι" (Μθ 8, 2-3). Δηλαδή εις μεν τα διαλογικά και επεξηγηματικά μέρη τον λέγουν Χριστόν και Κύριον, δεικνύοντες τι είναι και τι επίστευον και αυτοί τότε και τώρα, εις δε τα αφηγηματικά τον λέγουν απλώς Ιησούν, όπως εφαίνετο, αποφεύγντες να προκαταλάβουν τον αναγνώστην ή κατηχούμενον έστω και δι’ αυτού του ανεπαισθήτου τρόπου. Το δεύτερον δείγμα ιστορικής απαθείας, που θέλω να αναφέρω, είνε ότι εις τα αφηγηματικά μέρη των σιτορικών βιβλίων ουδέποτε χρησιμοποιείται κοσμητικόν επίθετον, καλόν ή κακόν, αλλά μόνον χαρακτηριστικά και περιγραφικά. Αυτό το γνώρισμα της ιστορικής απαθείας λείπει όχι μόνον από τους σπουδαίους θύραθεν ιστορικούς, όπως ο Θουκιδίδης, αλλά και από τους πατέρας της Εκκλησίας και από τους αγιωτέρους ιστορικούς˙ λείπει δε πολύ περισσότερον από τους συγγραφείς των αποκρύφων, οι οποίοι και δι’ αυτού του τρόπου συλλαμβάνονται ως κιβδηλοποιοί.
Το δεύτερον θεμελιώδες γνώρισμα των ιστορικών βιβλίων της Κ. Διαθήκης είνε, καθώς ελέχθη, ότι ουδέποτε ιστορούν κάτι που να εγνώσθη εις τον ιστορικόν εξ αποκαλύψεως. Ο ευαγγελιστής γνωρίζει τα πάντα ανθρωπίνως. Άλλο το αν αφηγείται σημεία και αποκαλύψεις˙ τα διηγείται ως τρίτον πρόσωπον που τα έμαθεν από τους δεξαμένους την αποκάλυψιν ανθρωπίνως ήτα είδεν ως απλούς θεατής όχι μόνον αυτός αλλά και πλήθος ανθρώπων. Ουδέποτε δηλαδή θα εύρη τις εις τα ιστορικά βιβλία μίαν πληροφορίαν, την οποίαν ο ευαγγελιστής δεν θα ήτο δυνατόν να την πληροφορηθή ανθρωπίνως και όχι υπερφυσικώς, ασχέτως αν η πληροφορία είνε μία αποκάλυψις προς τα ιστορούμενα πρόσωπα. Την αποκάλυψιν βλέπουν τα ιστορούμενα πρόσωπα και όχι τα ιστορίαν γράφοντα. Ο Ζαχαρίας και η Μαριάμ είδον τον ευαγγελιζόμενον άγγελον, ο Ιησούς επειράσθη από τον σατανάν εις μίαν σφαίραν υπερφυσικών γεγονότων, ο Παύλος είδε το όραμα προ της Δαμασκού, αλλ’ ο Ματθαίος και ο Λουκάς έμαθαν όλα αυτά τα γεγονότα ανθρωπίνως από την Μαριάμ, τον Ιησούν, τον Παύλον. Δεν υπάρχει γεγονός της ζωής του Κυρίου ή του Παύλου ή άλλου τινός, το οποίον αυτοί ουδέποτε διηγήθησαν εις τους μαθητάς των, αλλ’ ο Ματθαίος ή ο Λουκάς το επληροφορήθησαν δι’ οράματος, και με μόνην πηγήν το όραμα το εξιστόρησαν. Και όσα σημεία διηγούνται ως αυτόπται, τα διηγούνται, διότι τα είδον ανθρωπίνως όπως και το πλήθος και οι άπιστοι φαρισαίοι˙ είδον τον τέως τυφλόν να βλέπη και τον τέως παράλυτον να περιπατή. Αυτό δεν είνε αποκάλυψις αλλά θέαμα ανθρωπίνως δυνατόν δια τον απλώς θεώμενον. Μία πλευρά αυτού του ιστορικού γνωρίσματος είνε και το ότι οι συγγραφείς όλοι της Κ. Διαθήκης ουδέποτε συμπληρώνουν την αρχαίαν ιεράν ιστορίαν. Ουδέποτε δηλαδή διηγούνται ή αναφέρουν ένα ιστορικόν γεγονός ή ένα όνομα της παλαιάς διαθήκης, το οποίον δεν ανέφερεν ο Μωυσής ή οι λοιποί συγγραφείς της Π. Διαθήκης. Ας είνε θεόπνευστοι, ας δίδουν εις τα αρχαία γεγονότα αποκαλυπτικάς ερμηνείας˙ γεγονότα και ονόματα ακατάγραφα ουδέποτε αναφέρουν. (Άλλο θέμα αν αναφέρουν στοιχεία και όνόματα απολεσθέντων ή φθαρέντων χωρίων της Π.Διαθήκης). Και αυτό το δεύτερον θεμελιώδες γνώρισμα των ιστορικών της Βίβλου διέφυγε την προσοχήν των αποκρυπτογράφων, οι οποίοι έχουν πρωτεύουσαν πηγήν της ιστορίας των την προσωπικήν αποκάλυψιν, εφ’ ώ και συλλαμβάνονται επ’ αυτοφώρω ψευδόμενοι» (Στ. Ν. Σάκκου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 92-95).

β') «Τα Ευαγγέλια (...) δεν είναι βέβαια τόσο αρχαία, όσο τα θέλουν οι θεολόγοι και οι θρήσκοι. Τα χειρόγραφά τους, τα πιο παλιά που σωθήκανε ώς τις μέρες μας φτάνουν ώς τα 350. Πάπυροι πιο αρχαιότεροι δεν υπάρχουν. Η δικαιολογία των θεολόγων ότι τάχατες οι αρχαιότεροι πάπυροι καταστραφήκανε από την πολυκαιρία δεν έχει επιστημονική αξία, γιατί είναι πασίγνωστο πως από εκατοντάδες πολλές χρόνια πριν από το χριστιανισμό σωθήκανε διατηρημένοι καλά πολλοί πάπυροι: αιγυπτιακοί, ρωμαϊκοί και ελληνικοί. Αν λοιπόν δεν υπάχουνε αρχαιότερα χειρόγραφα η αιτία είναι άλλη. Ο χριστιανισμός δεν αναπτύχθηκε κανονικά. Είχε τις εσωτερικές και εξωτερικές διαφωνίες και φαγωμάρες του» (Γ. Κορδάτου, Αρχαίες θρησκείες και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνη, σ. 271-272).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Οι πάπυροι που διασωθήκανε πριν το 330 και περιέχουν τα Ευαγγέλια είναι λίγοι διότι 1) οι Χριστιανοί ήταν λίγοι ώς το 330, άρα χρειάζονταν λίγα αντίγραφα των Γραφών συγκριτικά με τους πολυπληθείς μελετητές του Πλάτωνα, που χρειάζονταν πολλά αντίγραφα, 2) οι συνεχείς διωγμοί (π.χ. Δέκιου, Διοκλητιανού) εξαφανίζανε μεγάλο μέρος των χριστιανικών παπύρων, 3) οι Χριστιανοί δεν είχαν ο καθένας του κι από μια Καινή Διαθήκη στο σπίτι τους, εκείνο τον καιρό. Μαζεύονταν στην Εκκλησία. 4) Έχουμε εξηγήσει ότι οι πάπυροι των εξωχριστιανικών συγγραφέων στον καιρό του Κωνστάντιου κινδύνευαν με εξαφάνιση, αλλά πρόλαβε ο Κωνστάντιος και διέταξε την αντιγραφή τους. Αν αυτοί οι πάπυροι, με έργα τόσο διάσημα, κινδύνεψαν – και θα είχαν εξαφανιστεί, αν δεν αντιγράφονταν – το ίδιο και χειρότερο μπορεί να υποθέσει κανείς για τα χριστιανικά συγγράμματα.
Αντίθετα, οι αρχαίοι πάπυροι που διασώθηκαν οφείλουν τη διάσωσή τους στο ότι αντιγράφονταν πολλές φορές. Έτσι υπήρχε πολύ περισσότερη πιθανότητα να διασωθεί ένα από τα χιλιάδες ή εκατοντάδες αντίγραφα, παρά ένα από τα λίγες δεκάδες χριστιανικά αντίγραφα. Και φυσικά, δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί – με τι στοιχεία θα το έκανε; – ότι οι Χριστιανοί κατέστρεψαν τους παλιούς παπύρους, μετά το 330. Απλώς, άρχισαν να αντιγράφουν σε νέους πάπυρους αφήνοντας να φθαρούν οι παλιοί, και διόλου δε σκέφτηκαν μήπως κανείς θα τους κατηγορήσει για εσκεμμένη καταστροφή των παλιών. Κανένα συμπέρασμα ούτε «άλλη αιτία» δεν υποκρύπτεται πίσω από την ανυπαρξία πολλών παπύρων πριν το 330.
«Μαρτυρούν την Κ. Διαθήκη (...) διάφορα παπύρινα αποσπάσματα του Β’ αιώνος εν οίς διασώζοντια τεμάχια ή και βιβλία ολόκληρα της Κ. Διαθήκης. (...) Της Κ. Διαθήκης διεσώθησαν και αποσπάσματα και ένα βιβλίο ολόκληρον επί παπύρων του Β’ αιώνος. Ο πάπυρος 46 περιέχει εκτεταμένα αποσπάσματα εκ των Επιστολών προς Ρωμαίους, Εβραίους, Α’-Β’ Θεσσαλονικείς, με την σειράν που τας αναφέρω. Προφανώς ο πάπυρος αυτός ήτο ο Γ’ τόμος της Κ. Διαθήκης, δηλαδή αι Επιστολαί του Παύλου. Εκ του ότι μάλιστα περιέχει και την προς Εβραίους, φαίνεται ότι περιείχε και τας 14, και όχι μόνον 13, ούτε μόνο τας 10 που εδέχοντο ο Κέρδων και ο Μαρκίων. Ο πάπυρος είνε σύγχρονος ή και αρχαιότερος των δύο αιρετικών τούτων [σημ.: περί του 140]. Επομένως είναι σαθρά η άποψις πολλών νεωτέρων προτεσταντών ότι ο Μαρκίων ήτο ο πρώτος όστις έκανε συλλογήν βιβλίων της Κ. Διαθήκης και δη των Επιστολών του Παύλου και ότι εξ αυτού έλαβε την αφορμήν και η Εκκλησία κατά τα τέλη του Β’ αιώνος να συλλέξη και αυτή βιβλία και να καταρτίση Κανόνα.
Ο πάπυρος 52, των ετών 100-125, διασώζει τεμάχιον του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, οι πάπυροι 64 και 77 τεμάχια του κατά Ματθαίον, ο δε πάπυρος 66 είνε ολόκληρον το κατά Ιωάννην, το αρχαιότερον ακέραιον χειρόγραφον της Κ. Διαθήκης. Αυτοί είνε οι πάπυροι του Β’ αιώνος. Εκ των πολυαρίθμων του Γ’ αιώνος αναφέρω μόνον τον 72 όστις περιέχει ακεραίας τας Επιστολάς Β’ Πέτρου και Ιούδα και δύο ψαλμούς» (Στ. Ν. Σάκκου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 17 και 27).
Παραθέσαμε τις παραπάνω πληροφορίες, ώστε να δείξουμε ότι τα αντιχριστιανικά επιχειρήματα της «αρνητικής κριτικής» όχι μόνο προέρχονται εκ της σιωπής, αλλά και συνεχώς καταρρίπτονται και είναι ανάξια προσοχής. Καταλαβαίνει κανείς ότι από τους αντιχριστιανούς λείπει η μετριοφροσύνη και περισσεύει ο φανατισμός.

γ') «Για το ζήτημα αν οι Ευαγγελιστές ήταν θεόπνευστοι δεν έχουμε να πούμε παρά μόνο τούτο: Αν αυτό ήταν σωστό, θα έπρεπε να υπάρχει μόνο ένα Ευαγγέλιο και να μην υπάρχουν τόσες διαφωνίες και αντιφάσεις στα γραφόμενά τους. (...) Ή οι Ευαγγελιστές ήταν θεόπνευστοι, και σαν τέτοιοι δεν έπρεπε να ιστορούν διαφορετικά τη ζωή και τη δράση του Ιησού, ή δεν ήταν, οπότε θα πρέπει να παραδεχτούμε πως από τη μια μεριά πήραν ο καθένας τις πληροφορίες του, και από την άλλη πως γύρω στην προσωπικότητα και την πολιτική δράση του Ναζωραίου υπήρχαν αντιφατικές παραδόσεις και γνώμες που συντελέσανε στον να δημιουργηθούν ένα σωρό θρύλοι και μύθοι» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 238).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: θεόπνευστο δε σημαίνει αλάθητο. Θεόπνευστο σημαίνει ότι στα θέματα (ιστορικά ή δογματικά) που άπτονται την θεϊκή αποστολή υπάρχει αλάθητο, ενώ στα άλλα μπορεί και να μην υπάρχει. Το έχουμε πει και για την Π.Δ., αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες για τους άσχετους. Επιπλέον κάθε Ευαγγελιστής παίρνει από αλλού τις πληροφορίες του. Ο Ματθαίος ήταν απόστολος άρα αυτόπτης μάρτυρας, ο Μάρκος από τον απόστολο Πέτρο, ο Λουκάς από την Παναγία, ο Ιωάννης ήταν επίσης απόστολος. Διαφορετικές πληροφορίες σε δευτερεύοντα θέματα δεν βλάπτουν την αξίωση για θεοπνευστία των Ευαγγελίων. Αλλιώς τα θυμόταν ορισμένα πράγματα ο Ματθαίος, αλλιώς ο Πέτρος, αλλιώς η Παναγία, αλλιώς ο Ιωάννης˙ μετά από 3-4 δεκαετίες, ήταν αναμενόμενο, επιπλέον, να διαφέρουν στα λόγια. Για παράδειγμα ο αυτόπτης μάρτυρας Ματθαίος γράφει «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» (Κατά Ματθαίον 5, 3), ενώ ο Λουκάς, που δεν ήταν αυτόπτης γράφει «μακάριοι οι πτωχοί» (Κατά Λουκάν 6, 20). Στα κύρια ζητήματα όμως, της θεότητας και της ανάστασης του Ιησού, έχουν την ίδια άποψη. Το αν ήταν καλύβα ή σπηλιά ο τόπος της γέννησης του Ιησού δεν έχει πολλή σημασία θεολογικώς. Τον αν όμως γεννήθηκε από παρθένα (αν διαφωνούσαν αναμεταξύ τους στο ζήτημα αυτό οι Ευαγγελιστές) έχει θεολογική σημασία.
Όσο για την εξίσωση «θεόπνευστο=άρα έπρεπε να είναι ένα κι όχι πολλά», αυτή η τόσο παράλογη άποψη παραγνωρίζει ότι τα Ευαγγέλια δεν αντιγράφονταν (για τον λόγο ότι οι Χριστιανοί ήταν λίγοι τον 1ο αι.) τόσο πολύ, ώστε να κυκλοφορεί μόνο ένα σε όλη την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, όσο και το ότι το καθένα Ευαγγέλιο απευθυνόταν σε διαφορετικό κοινό, σε διαφορετικό έτος, σε διαφορετική περιοχή. Όταν π.χ. ο Λουκάς γράφει το Ευαγγέλιο, που είναι επιστολή προς έναν πρώην εθνικό, νυν Χριστιανό, που ζητούσε πληροφορίες για τον Ιησού, δε θα τού ‘λεγε «περίμενε να μου φέρουν την επιστολή του Ματθαίου»˙ δεν ήταν διδακτορική διατριβή, ώστε να απαιτούνται χρόνια για τη συγγραφή.

δ') "Γιατί να απορριφθούν τα Γνωστικά ευαγγέλια ως μη αυθεντικώς χριστιανικά και να θεωρηθούν μόνο τα τέσσερα της Κ.Δ.;»

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: διότι – πέρα απ’ το ότι πολλά είναι μεταγενέστερα των τεσσάρων της Κ.Δ., που γράφτηκαν κατά τον 1ο μ.Χ. αι. – υπάρχουν, όπως διαφαίνεται πολλές διαφορές ανάμεσα στα γνωστικά και στα αυθεντικά ευαγγέλια της Κ.Δ., αναφορικά με τον τρόπο αντίληψης του Χριστιανισμού και του κόσμου. Ο Γνωστικισμός και τα Γνωστικά «ευαγγέλια» υποτιμούν τη γυναίκα (θεωρούσαν τη «διαίρεση» μεταξύ άντρα-γυναίκας ως κακό), θεωρούν τον κόσμο φυλακή, τη ζωή ματαιότητα, απαξιώνουν το σώμα κι έχουν πανθεϊστικές τάσεις και μεγάλες θεολογικές διαφορές και έχουν πλήθος φανταστικών ψευδοϋπερφυσικών γεγονότων.
Έτσι, στο απόκρυφο Ευαγγέλιο του Θωμά, ο μικρός Ιησούς ξεραίνει το γιο του Γραμματέα Άννα (παρ. 3), θανατώνει ένα παιδί που σκόνταψε πάνω του (παρ. 4), τυφλώνει τους γονείς που διαμαρτύρονται στον Ιωσήφ (παρ. 5), και (στη συριακή παραλλαγή) λέει «όταν θα φτάσω στο αποκορύφωμα της δόξας, θα παραμερίσω ό,τι έχω από τη δική σας φύση». Εδώ βλέπουμε έναν Ιησού εκδικητικό κι έναν Ιησού που δηλώνει ότι «στο αποκορύφωμα» της δόξας του θα διώξει την ανθρώπινη φύση˙ δηλαδή ακριβώς τα αντίθετα από τα Ευαγγέλια που τονίζουν την ενσάρκωση του Λόγου και δεν εμφανίζουν έναν εκδικητικό Ιησού. Στο Ευαγγέλιο του Ψευδο-ματθαίου, ο Ιησούς μιλά και περπατά τρεις μόλις μέρες μετά τη γέννησή του (παρ. 18), τον προσκυνούν τα λιοντάρια (παρ. 35) και χωρίζει τον Ιορδάνη ώστε να διαβεί αυτός μετά λιοντάρια (παρ. 36), στην ίδια ηλικία. Στο Γνωστικό Ευαγγέλιο του Θωμά διαβάζουμε (1): «Και είπε [ο Ιησούς]˙ όποιος βρίσκει την ερμηνεία αυτών των λόγων δεν θα γευθεί το θάνατο», άποψη που είναι εντελώς αντίθετη με τη ρήση του Χριστού ότι μόνο όποιος κάνει το θέλημα του θα σωθεί, (14): «Ο Ιησούς τους είπε˙ Εάν νηστεύετε, διαπράττετε αμαρτία στον εαυτό σας˙ και εάν προσεύχεσθε, θα κατακριθείτε», πράγματα ενάντια στα όσα λέει η Κ.Δ., (22): «Ο Ιησούς είπε (...) κι όταν το αρσενικό και το θηλυκό τα κάνετε ένα, ώστε το αρσενικό να μην είναι αρσενικό και το θηλυκό να μην είναι θηλυκό, τότε θα εισέλθετε στη βασιλεία», αναίρεση της διήγησης της Γένεσης, (114): «Ο Σίμων Πέτρος είπε σ’ αυτόν˙ ας φύγει από μας η Μαριάμ, γιατί οι γυναίκες δεν είναι άξιες της ζωής. Ο Ιησούς είπε˙ Να, θα την ελκύσω, ώστε να την κάνω άνδρα, για να γίνει και αυτή πνεύμα ζωντανό όμοιο με εσάς τους άνδρες˙ γιατί κάθε γυναίκα που θα γίνει άνδρας θα εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών», πράγματα σαφέστατα υποτιμητικά – και διαφορετικά από τις διδασκαλίες της Καινής Διαθήκης – για τις γυναίκες, αφού σημαίνουν ότι η γυναίκα πρέπει να αρνηθεί το φύλο της, δηλαδή τη φύση της, για να σωθεί.
Αντίθετα, ο αυθεντικός Χριστιανισμός των Ευαγγελίων της Κ.Δ. έχει τελείως διαφορετική άποψη: η γυναίκα είναι πλάσμα του Θεού, καλή, ο κόσμος δεν είναι φυλακή, η ζωή κι η ύπαρξη δεν είναι ματαιότητα ούτε κακό, το σώμα είναι καλό και θα αναστηθεί˙ όλα αυτά συμβαδίζουν και με την Π.Δ. Είναι προφανές ότι δεν γίνεται ο αρχικός Χριστιανισμός, οι απόστολοι, να είχε ταυτόχρονα και τις δύο απόψεις. Είχε τις απόψεις της Καινής Διαθήκης, διότι ο Γνωστικισμός εμφανίστηκε αργότερα. Ότι τα λεγόμενα «Απόκρυφα» γράφτηκαν πολύ μετά από τα βιβλία που αναγνωρίζει η Εκκλησία, είναι παραδεκτό: «τα βιβλία αυτά συντάχθηκαν μεταξύ του 2ου και του 4ου μ.Χ αι. από Ιουδαίους και Χριστιανούς συγγραφείς, οι οποίοι με απομίμηση του τίτλου, του ονόματος του συγγραφέα, της μορφής και του περιεχομένου επεδίωκαν να εξασφαλίσουν στα έργα τους κανονικό κύρος» (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος λάρους μπριτάννικα, λ. Απόκρυφα). «Τα περισσότερα γράφτηκαν στον δεύτερο αιώνα και τα υπόλοιπα στους μετέπειτα αιώνες» (Εγκυκλοπαίδεια Υδρία, λ. Απόκρυφα).
Έτσι, για το γνωστικό Ευαγγέλιο του Θωμά: «οι περισσότερες απόψεις συγκλίνουν προς το β’ μισό του 2ου αιώνα, ενώ η σημερινή του μορφή ανάγεται στον 3ο αιώνα» (Ιω. Δ. Καραβιδόπουλου, Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999, τ. Α’, σ. 302). Για το Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου: «η ημερομηνία εμφάνισης του Πρωτ. Ιακ. Τοποθετείται από το 150 και έπειτα, σίγουρα όμως μέσα στο δεύτερο μισό του δεύτερου αιώνα, καθώς τον 3ο αιώνα γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη» (Ιω. Δ. Καραβιδόπουλου, Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999, τ. Α’, σ. 47). Για το Απόκρυφο Ευαγγέλιο του Πέτρου: «οι πιο πρόσφατες χρονολογήσεις κυμαίνονται μεταξύ του α’ μισού του Β’ αιώνα, των μέσων του Β’ αιώνα και του β’ μισού του Β’ αιώνα. (..) Νομίζουμε ότι η χριστιανική ορολογία του ("Κύριος", "υιός του Θεού", "σωτήρ των ανθρώπων", σε αφηγηματική μορφή [γ’ ενικό πρόσωπο] και όχι σε προσφωνήσεις, η ονομασία της πρώτης ημέρας μετά το Σάββατο ως Κυριακής ... μας οδηγούν προς το α’ μισό του Β’ αιώνα» (Ιω. Δ. Καραβιδόπουλου, Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999, τ. Α’, σ. 123-124). «Η χρονική αφετηρία που θέσαμε για την ιστορία του Ευαγγελίου του Νικοδήμου δεν μετακινείται πέρα από τον 2ο-3ο μ.Χ. αιώνα» (Ιω. Δ. Καραβιδόπουλου, Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999, τ. Α’, σ. 143). Το Απόκρυφο Κήρυγμα Πέτρου «τοποθετείται από τους ερευνητές στις αρχές του Β’ αιώνα, με πατρίδα πιθανώς την Αίγυπτο» (Ιω. Δ. Καραβιδόπουλου, Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999, τ. Β’, σ. 14). Για τις Απόκρυφες Πράξεις Ιωάννη, «το σύνολο του έργου τοποθετείται από τους ερευνητές κατά τον 2ο αιώνα, μεταξύ των ετών 150 και 200. (...) Δεν έχει αναφορές στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη» (Ιω. Δ. Καραβιδόπουλου, Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999, τ. Β’, σ. 31-32). Για τις Απόκρυφες Πράξεις Πέτρου, «χρονικά το έργο τοποθετείται στην περίοδο από το τελευταίο τρίτο του 2ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 3ου, πάντως στην αρχική μορφή του τοποθετείται στα τέλη του 2ου αιώνα» (Ιω. Δ. Καραβιδόπουλου, Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999, τ. Β’, σ. 91). Για τις Απόκρυφες Πράξεις Ανδρέρου, «ο εγκρατιτικός χαρακτήρας του το φέρει χρονικά στην εποχή των άλλων απόκρυφων Πράξεων, με πιθανότερη την προέλευσή του από τα τέλη του 2ου ή τις αρχές του 3ου αιώνα» (Ιω. Δ. Καραβιδόπουλου, Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999, τ. Β’, σ. 201). Για τις Απόκρυφες Πράξεις Θωμά, «η συγγραφή του τοποθετείται από τη σύγχρονη έρευνα κατά το πρώτο μισό του 3ου αιώνα» (Ιω. Δ. Καραβιδόπουλου, Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999, τ. Β’, σ. 236). «Η Αποκάλυψη Πέτρου – ένα κείμενο που προέρχεται από το πρώτο μισό του 2ου μ.Χ. αιώνα κατά την επικρατέστερη άποψη» (Ιω. Δ. Καραβιδόπουλου, Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999, τ. Β’, σ. 403). «Η απόκρυφη Αποκάλυψη Παύλου χρονολογείται στα μέσα του 3ου αι. ενώ μερικοί μελετητές την τοποθετούν στα τέλη του 2ου» (Ιω. Δ. Καραβιδόπουλου, Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999, τ. Β’, σ. 427). Όπως βλέπουμε, τα Απόκρυφα γράφτηκαν μετά τον 2ο αι. ενώ τα βιβλία της Καινής Διαθήκης στη διάρκεια του 1ου αι. και αυτά μόνον εκφράζουν το αρχικό χριστιανικό κήρυγμα, ενώ τα Απόκρυφα είναι δογματικώς νοθευμένα. Και μόνη η σύγκριση των χρονολογιών συγγραφής της Καινής Διαθήκης και των διάφορων Απόκρυφων καταρρίπτει την άποψη ότι τα Απόκρυφα ήταν αρχικώς ίσης σημασίας και κύρους με τα γνωστά βιβλία της Καινής Διαθήκης, αλλά επειδή τα Απόκρυφα γράφτηκαν «βεβιασμένα και άτεχνα» αυτό είχε ως συνέπεια «πολλά να πεταχθούν αργότερα στην άκρη από την Εκκλησία ως αποτυχημένα (ο επίσημος χαρακτηρισμός πάντως είναι "απόκρυφα")» (Βλ Ρασσιά, Μια ιστορία αγάπης, τ. Α’, σ. 56)˙ άποψη η οποία, προερχόμενη από κάποιον πανάσχετο με το Χριστιανισμό, αγνοεί τον τρόπο με τον οποίο έγινε κατουσίαν ο κανόνας.

ε') "Πώς είστε τόσο σίγουροι ότι η προφητεία στο Ησαΐας ζ’, 14 μιλάει για «παρθένο»; Το αρχικό εβραϊκό κείμενο χρησιμοποιεί την λέξη almah, που σημαίνει «νεαρή γυναίκα» κι όχι την λέξη bethulah, που σημαίνει παρθένος. Ο Ησαΐας σε άλλα τμήματα του βιβλίου του χρησιμοποιεί και τη λέξη bethulah, αλλά όχι στο ζ’, 14. Επομένως ξεκάθαρα δεν αναφέρεται σε κάποια παρθένο που θα γεννήσει γιο, αλλά απλώς οι Ο’, όταν μετέφρασαν το alma λανθασμένα χρησιμοποίησαν τη λέξη «παρθένος». Έπειτα ο Ματθαίος (1, 23) και ο Λουκάς (1, 26 κ.ε.), προκειμένου να αποδείξουν ότι ο Ιησούς ήταν όντως ο Χριστός, γράφουν ότι γεννήθηκε από παρθένα, ώστε δήθεν να επαληθευτεί η προφητεία του Ησαΐα. Αλλά ο Ησαΐας δεν εννοούσε αυτό το πράγμα".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: το ζήτημα αυτό το έθεσε κι ο παμπόνηρος Πορφύριος κατά τον 3ο αιώνα. Καταρχήν ας δούμε τι λέει ο Ησαΐας.
ΗΣΑΐΑΣ Ζ’ 14 διὰ τοῦτο δώσει Κύριος αὐτὸς ὑμῖν σημεῖον· ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Εμμανουήλ·
Υπάρχουν 51 εδάφια της Π.Δ. στα οποία χρησιμοποιείται η λέξη bethulah. Εμείς ισχυριζόμαστε ότι πρώτον, ότι η λ. bethulah δεν σημαίνει πάντα την παρθένο˙ δεύτερον ότι η λ. almah σημαίνει ενίοτε την παρθένο, και μάλιστα βάσει των δεδομένων της εποχής, την σημαίνει πάντα˙ τρίτον ότι ακόμη κι αν αντί για «παρθένος» η μετάφραση έγραφε «νεάνις» ή ο Ησαΐας εννοεί «νεανίδα», πάλι αυτή η νεανίδα θα πρέπει να είναι παρθένος.
Ότι η λ. bethulah δεν σημαίνει πάντα την παρθένο φαίνεται από διάφορα εδάφια της Παλαιάς Διαθήκης. Στη Γένεση διαβάζουμε
ΓΕΝΕΣΙΣ, ΚΔ’ 15 καὶ ἐγένετο πρὸ τοῦ συντελέσαι αὐτὸν λαλοῦντα ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ Ρεβέκκα ἐξεπορεύετο ἡ τεχθεῖσα Βαθουήλ, υἱῷ Μελχὰς τῆς γυναικὸς Ναχώρ, ἀδελφοῦ δὲ ῾Αβραάμ, ἔχουσα τὴν ὑδρίαν ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτῆς. 16 ἡ δὲ παρθένος ἦν καλὴ τῇ ὄψει σφόδρα· παρθένος (bethulah) ἦν, ἀνὴρ οὐκ ἔγνω αὐτήν. καταβᾶσα δὲ ἐπὶ τὴν πηγὴν ἔπλησε τὴν ὑδρίαν αὐτῆς καὶ ἀνέβη. 43 ἰδοὺ ἐγὼ ἐφέστηκα ἐπὶ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος, καὶ αἱ θυγατέρες τῶν ἀνθρώπων τῆς πόλεως ἐκπορεύονται ἀντλῆσαι ὕδωρ, καὶ ἔσται ἡ παρθένος (almah), ᾗ ἂν ἐγὼ εἴπω, πότισόν με ἐκ τῆς ὑδρίας σου μικρὸν ὕδωρ,
Στον στίχο 16, χαρακτηρίζεται η Ρεβέκκα ως bethulah, αλλά αυτό δεν αρκεί για να γνωρίζουμε αν είναι και παρθένος, γι’ αυτό ο συγγραφέας προσθέτει ότι η Ρεβέκκα δεν είχε σεξουαλική επαφή ώς τότε. Αντίθετα, στο στίχο 43 η Ρεβέκκα χαρακτηρίζεται ως almah και αυτό αρκεί στον συγγραφέα της Γένεσης, για να δείξει ότι η Ρεβέκκα είναι παρθένος. Δεν διευκρινίζει, ο συγγραφέας της Γένεσης, μετά τη λ. almah, ότι η Ρεβέκκα «δεν είχε σχέσεις», προφανώς διότι η λ. almah συνεπάγεται την απουσία σεξουαλικών σχέσεων. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, όπου η χρήση της λ. bethulah συνοδεύεται από την επεξήγηση «δεν είχε σεξουαλικές σχέσεις». Στο Ιωήλ Α’, 8 διαβάζουμε:
ΙΩΗΛ, Α’ 8 θρήνησον πρός με ὑπὲρ νύμφην (bethulah) περιεζωσμένην σάκκον ἐπὶ τὸν ἄνδρα (ba’al) αὐτῆς τὸν παρθενικόν.
Βλέπουμε ότι μια νύφη, δηλαδή που έχει ήδη σεξουαλικές σχέσεις, χαρακτηρίζεται ως bethulah. Κανονικά, αν η λ. bethulah σήμαινε «παρθένος», δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για μια νύφη, η οποία θρηνεί για τον άντρα της, τον «παρθενικόν», δηλαδή για έναν άντρα που εδώ και πολύ καιρό (από τότε που ήταν παρθένα) ήταν παντρεμένη μαζί του. Το τελευταίο έχει σημασία, γιατί ορισμένοι ισχυρίζονται ότι απλώς η «νύμφη» του παραπάνω εδαφίου είναι απλώς αρραβωνιασμένη (όχι σύζυγος), δίχως ακόμη να έχει σεξουαλικές σχέσεις. Ωστόσο αυτός είναι ο τρόπος έκφρασης για τη μεγάλη διάρκεια (οπότε δεν πρόκειται για αρραβωνιασμένη), όπως φαίνεται και απ’ τις Παροιμίες Ε’, 18 «συνευφραίνου μετὰ γυναικὸς τῆς ἐκ νεότητός σου». Επιπλέον ο μνηστήρας μιας αρραβωνιασμένης λέγεται ish κι όχι ba’al, το οποίο χρησιμοποιείται πάντα για παντρεμένο κι όχι αρραβωνιασμένο. Η λ. bethulah δεν σημαίνει κυρίως την παρθένα, αλλά την κοπέλα που μένει στο σπίτι του πατέρα της.
Η λέξη almah χρησιμοποιείται 6 φορές στην Παλαιά Διαθήκη (Γένεσις κδ’, 43˙ Έξοδος β’, 8˙ Άσμα Ασμάτων α’, 3 και στ’, 8˙ Ησαΐας ζ’, 14˙ Ψαλμοί ξη’, 26) και σε καμμία από αυτές τις περιπτώσεις δεν εννοείται ως «παντρεμένη (δηλαδή μη παρθένα) γυναίκα».
Αλλά και στις γλώσσες των άλλων λαών της Μ. Ανατολής η αντίστοιχη της λ. bethulah δεν σημαίνει απαραίτητα την (με την βιολογική σημασία) παρθένα. Για παράδειγμα, στα Ακκαδικά η λέξη batultu σημαίνει κυρίως μια ηλικιακή ομάδα. Μόνο σε συγκεκριμένα πλαίσια σημαίνει την παρθένα. Στα κείμενα της Ουγκαρίτ, η λέξη btlt είναι συνήθης χαρακτηρισμός για την Anat, την γυναίκα του Βάαλ. Σε αραμαϊκά κείμενα διαβάζουμε για γυναίκα, btwlt, η οποία είναι επίτοκος (σε τοκετό).
Στο κάτω-κάτω, εάν ο Ησαΐας προφήτευε ότι «μια (μη παρθένα) γυναίκα θα γεννήσει ένα γιο», αυτό δε θα ήταν «σημείον» που «θα έδινε ο Κύριος». Διότι, το να γεννήσει μια (μη παρθένα) γυναίκα ένα γιο, δεν είναι κάτι το θαυμαστό ή ασυνήθιστο ούτε θαύμα εκ Θεού μπορεί να το πει κανείς, αφού όλες οι γυναίκες που γεννούν δεν είναι παρθένες. Με άλλα λόγια, δεν στέκεται, ο Ησαΐας να έκανε λόγο για (μη παρθένο) που θα γεννούσε παιδί, ως θαύμα. Ακόμη κι αν η λ. alma δεν σημαίνει ακριβώς «παρθένα», αλλά «νεανίδα», νεαρή κοπέλα που δεν παντρεύτηκε ακόμη, ο Ησαΐας δεν θα ανέφερε ως θαύμα το να γεννήσει μια μη παρθένα ένα γιο. Άλλωστε εκείνη την εποχή οι νεανίδες ήταν παρθένες.
Γράφει ο Μέγας Βασίλειος (Ερμηνεία εις τον Ησαΐαν, 464) για τους ισχυρισμούς των Ιουδαίων (και του Πορφύριου): «Ἀνθίστανται οἱ Ἰουδαῖοι τῇ ἐκδόσει τῶν Ἑβδομήκοντα, λέγοντες μὴ κεῖσθαι παρὰ τῷ Ἑβραίῳ τό, «Ἡ Παρθένος», ἀλλ’ «ἡ Νεᾶνις», ὡς δυναμένης νεανίδος ὀνομάζεσθαι τῆς ἀκμαζούσης καθ’ ἡλικίαν, οὐχὶ δὲ τῆς ἀπειρογάμου γυναικός˙» και απαντά ο Μ. Βασίλειος: «Εἰ γὰρ σημεῖόν ἐστι τεραστίου τινὸς καὶ περηλλαγμένου τὴν κοινὴν συνήθειαν τῶν ἀνθρώπων ἐπίδειξις, τί θαυμαστὸν ἦν, μίαν τῶν πολλῶν γυναῖκα, ἀνδρὶ συνοικοῦσαν, μητέρα γενέσθαι παιδίου; Πῶς δ’ ἂν καὶ τὸ ἀπὸ θελήματος σαρκὸς γεννηθὲν Ἐμμανουὴλ προσηγορεύετο; Ὥστε εἰ μὲν σημεῖόν ἐστι τὸ διδόμενον, παράδοξος ἔστω καὶ ἡ γέννησις. Εἰ δὲ κοινὸς ὁ τρόπος τῆς γεννήσεως τοῦ παιδίου, μήτε σημεῖον λεγέσθω, μήτε Ἐμμανουὴλ προσαγορευέσθω. Ὥστε εἰ μὴ παρθένος ἡ τεκοῦσα, ποῖον τοῦτο τὸ σημεῖον; Καὶ εἰ μὴ θειοτέρα ἢ κατὰ τοὺς πολλοὺς ἡ γέννησις, πῶς ἡ τοῦ Ἐμμανουὴλ παρουςία;» Λέει ο Μ. Βασίλειος «πού θα ήταν το θαύμα, αν μια παντρεμένη γυναίκα γινόταν μητέρα παιδιού; Ώστε εάν αυτό είναι «σημείο», δηλαδή θαύμα, τότε πρέπει να είναι παράδοξος ο τρόπος της γέννησης. Εάν είναι συνήθης ο τρόπος της γέννησης, τότε δεν λέγεται θαύμα αυτό. Αν δεν είναι παρθένα αυτή που θα γεννήσει, πού βρίσκεται το θαύμα;» Αναφέρει και παραδείγματα, ο Μ. Βασίλειος, το Δευτερονόμιο, κβ’, 27 και το Γ’ Βασιλειών, α’, 3-4, στα οποία παρθένες ονομάζονται «νεάνιδες».
«Και αν μετά την αποστόμωσίν των εις το ζήτημα αυτό αναζητούν άλλο, αυτό π.χ. που λέγεται περί της παρθενίας, και παρουσιάζουν προς υποστήριξιν του ισχυρισμού των άλλους ερμηνευτάς, και μας λέγουν ότι αυτοί δεν ομιλούν δια παρθένου, αλλά δια νεαράν κόρην, θα απαντήσωμεν πρώτον ότι είναι ορθόν να είναι περισσότερον αξιόπιστοι από όλους τους άλλους οι Εβδομήκοντα. Διότι οι ιδικοί των ερμηνευταί ηρμήνευσαν μετά την ενανθρώπισιν του Χριστού και επί πλέον παρέμειναν πιστοί εις την Ιουδαϊκή θρησκείαν. Δικαίως λοιπόν πρέπει να θεωρούνται αναξιόπιστοι, επειδή ωμίλησαν μάλλον με μίσος και επειδή παραποιούν σκοπίμως τας προφητείας. Οι Εβδομήκοντα αντιθέτως εσυγκεντρώθησαν εκατό ή και περισσότερα χρόνια πριν από την γέννησιν του Χριστού τόσοι πολλοί άνθρωποι, και επομένως είναι απηλλαγμένοι από κάθε υποψίαν και είναι δίκαιον να τους εμπιστευώμεθα περισσότερον και ένεκα του χρόνου της συγκεντρώσεως και ένεκα του πλήθους και της ομοφωνίας των συγκεντρωθέντων.
Αλλά η νίκη είναι οπωσδήποτε ιδική μας, έστω και αν επιμένουν να παρουσιάζουν την μαρτυρίαν των ιδικών των. Διότι και η λέξις "νεάνις" χρησιμοποιείται με την έννοιαν της παρθένου. Η Αγία Γραφή την χρησιμοποιεί συχνά όχι μόνον δια τας γυναίκας, αλλά και δια τους άνδρας. Λέγει π.χ. "νεανίσκοι και παρθένοι, πρεσβύτεροι μετά νεωτέρων" (Ψαλμ. 148, 12). Και όταν ομιλή εις άλλον σημείον δια μίαν κοπέλαν, που εζήτησε κάποιος να την βιάση, και λέγει˙ "Εάν φωνήση η νεάνις" (Δευτ. 22, 27), δηλαδή η παρθένος. (...) Αν λοιπόν δεν ήτο παρθένος εκείνη που επρόκειτο να μείνη έγκυος, αλλά θα συνέβαινεν αυτό με την μεσολάβησιν ανδρός, ποίον θα ήτο τότε το σημείον;» (άγιου Ιωάννη Χρυσοστόμου, Ομιλία Ε’ εις το Κατά Ματθαίον, 2 και 3).
Ακόμη κι αν χρησιμοποίησε ο Ησαΐας τη λέξη almah αντί της λέξης bethulah, το ίδιο πράγμα εννοούσε, ότι μια παρθένος θα γεννήσει ένα γιο. Διαφορετικά δεν στέκει νοηματικά η προφητεία του θαύματος («σημείου») αυτού. Και σωστά μετέφρασαν το almah ως «παρθένος» οι Εβδομήκοντα, διότι αυτό ήθελε να πει ο Ησαΐας: μια γυναίκα, που δε θα είχε σεξουαλικές σχέσεις, θα γεννούσε ένα γιο. Αυτό συνιστά θαύμα και «σημείο».
Ορισμένοι θα ισχυριστούν ότι η προφητεία του Ησαΐα λέει ότι το παιδί θα λεγόταν Εμμανουήλ, αλλά ο Ιησούς δεν ονομάστηκε Εμμανουήλ, άρα δεν εκπλήρωσε την προφητεία, άρα αυτή δεν αναφερόταν σ’ αυτόν. Ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος λέει (Ομιλία ε’ εις το Κατά Ματθαίον, 2): «Δεν είπε "θα ονομάσης", αλλά "θα ονομάσουν", οι απλοί άνθρωποι, δηλαδή η απλή πραγματικότης. Εδώ δηλαδή δίδει ως όνομα το αποτέλεσμα. Η Αγία Γραφή έχει αυτήν την συνήθειαν, να δίδη ως όνομα εκείνα που θα συμβούν εις την πραγματικότητα. Το "καλέσουσιν Εμμανουήλ" δεν σημαίνει λοιπόν τίποτε άλλο παρά ότι θα ιδούν τον Θεόν μεταξύ των ανθρώπων. Πάντοτε βεβαίως ευρίσκετο μεταξύ των ανθρώπων ουδέποτε όμως τόσον φανερά. Αν αυθαδειάζουν οι Ιουδαίοι, θα τους ερωτήσωμεν˙ Πότε ωνομάσθη το παιδί "ταχέως σκύλευσον, οξέως προνόμευσον"; Και ασφαλώς δεν θα ημπορέσουν να δώσουν απάντησιν. Αλλά τότε διατί ο προφήτης έλεγε "κάλεσον το όνομα αυτού, Ταχέως σκύλευσον, οξέως προνόμευσον" (Ησ. 8, 3); Διότι η γέννησίς του επροκάλεσεν αρπαγήν και διανομήν λαφύρων. Δια τούτο τού δίδει ως όνομα εκείνο που συνέβη εις την πραγματικότηταν (Ησ. 8, 4)»

στ') "Ο Ιησούς ήταν Εσσαίος και οι πρώτοι Χριστιανοί ήταν Εσσαίοι του Κουμράν. Οι ομοιότητες Εσσαίων-Χριστιανισμού είναι πάρα πολλές. Με τον καιρό ο Χριστιανισμός μετεξελίχθηκε σ’ αυτό που ξέρουμε ως Χριστιανισμό των Ευαγγελίων".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Αρκετοί από αυτούς που θέλουν να αποδείξουν ότι ο Χριστιανισμός δεν έχει θεϊκή προέλευση, τονίζουν τις ομοιότητες του κινήματος των Εσσαίων και παραγνωρίζουν τις μεγάλες διαφορές μεταξύ Ιησού/Χριστιανισμού και Εσσαίων. Δεκαπέντε επιχειρήματα υπέρ της άποψης ότι ο Ιησούς δεν γίνεται να είναι Εσσαίος, και ότι οι «πρωτοχριστιανοί» δεν ήταν Εσσαίοι ούτε προερχόμενοι από τις κοινότητες των σπηλαίων του Κουμράν, βάσει των γραπτών πηγών που αναφέρονται σ’ αυτούς (Φίλωνας Περί του πάντα σπουδαίον ελεύθερον είναι, 2, 457-459. Ιώσηπος, Ιουδαϊκός πόλεμος, 2, 8, 2-13˙ Αρχαιολογία, 13, 2, 2˙ 15, 10, 4˙ 18, 1, 5. Πλίνιος, Hist. Naturalis, 5, 17. Ιππόλυτος) και των δικών τους συγγραμμάτων, παρατίθενται εδώ:
1. Οι Εσσαίοι, τηρούσαν αυστηρά τον Μωσαϊκό νόμο (βλασφημία κατά του Μωυσή συνεπαγόταν σ’ αυτούς τον θάνατο). Αντίθετα, ο Ιησούς διδάσκει ότι ναι μεν δεν καταργείται ο μωσαϊκός νόμος, αλλά ξεπερνιέται και ισχύει η Καινή Διαθήκη. Για παράδειγμα, ο Ιησούς έκανε θαύματα και θεραπείες κατά τη μέρα του Σαββάτου και ήρθε σε σκληρή αντιπαράθεση με τους Φαρισαίους και το ιερατείο για το ζήτημα αυτό. Αντίθετα οι Εσσαίοι, από όσο γνωρίζουμε τηρούσαν αυστηρά το Σάββατο, όχι λ.χ. μόνο αναφορικά με θεραπευτικούς σκοπούς (δεν θεράπευαν τα Σάββατα) αλλά ακόμη και για τις φυσικές τους ανάγκες, τις οποίες καταπίεζαν για χάρη της τήρησης του Σαββάτου. Οι Εσσαίοι ήταν πολύ πιο φανατικοί υποστηρικτές της τήρησης του Σαββάτου, απ’ ό,τι οι Φαρισαίοι, τους οποίους καυτηρίαζε για τον λόγο αυτόν ο Ιησούς. Επίσης οι Εσσαίοι ήταν φανατικά υπέρ της περιτομής.
2. Οι Εσσαίοι του Κουμράν ερμήνευαν το κίνημά τους ως εκπλήρωση της Π.Δ., ενώ αντίθετα ο Χριστιανισμός των Ευαγγελίων πιστεύει ότι ο Χριστός εκπλήρωσε τις προφητείες της Π.Δ. Για παράδειγμα, το Ησαΐας Μ’, 3, οι Εσσαίοι πίστευαν ότι αναφέρεται στον εαυτό τους (Εγχειρίδιο Πειθαρχίας, V, 20˙ VIII, 12-14), ενώ τα Ευαγγέλια ότι αναφέρεται στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο.
3. Οι Εσσαίοι του Κουμράν ανέμεναν την αναβίωση της λατρείας του Ναού, ενώ αντίθετα οι Χριστιανοί στα Ευαγγέλια την καταστροφή του Ναού, όπως ο (δήθεν Εσσαίος) Ιησούς προείπε.
4. Οι περισσότεροι Εσσαίοι δεν παντρεύονταν (υιοθετούσαν παιδιά ή δέχονταν ενήλικες, ώστε να συνεχιστεί το κίνημα) από δυσπιστία προς το γυναικείο φύλο, ενώ αντίθετα οι περισσότεροι Χριστιανοί παντρεύονταν και ο Ιησούς μόνο μισογύνης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Για τον Ιησού η αγαμία είναι ένας σκοπός που δεν είναι εφικτός για όλους. «Από τις τάξεις των Εσσαίων αποκλείονταν οι γυναίκες» (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος λάρους μπριτάννικα, λ. Εσσαίοι).
5. Οι Εσσαίοι δεν ήθελαν σχέσεις με τους εκτός κοινότητας, ενώ ο Χριστιανισμός εξαρχής είχε προσηλυτιστικούς σκοπούς. Ο ίδιος ο Ιησούς ζήτησε απ’ τους αποστόλους να κηρύττουν.
6. Οι Χριστιανοί των Πράξεων βαπτίζονταν μία φορά, ενώ οι Εσσαίοι του Κουμράν πολλές φορές.
7. Οι Εσσαίοι πίστευαν στην έλευση δύο Μεσσιών, ενώς ιερατικού κι ενός δαβιδικού (βασιλιά) (Ευλογίες, κύλινδρος 1Q5β). Επίσης πίστευαν ότι ο Μεσσίας θα αποκαλύπτονταν στις ερημιές, ενώ ο Ιησούς (Μτθ 24, 23-24) προειδοποιεί να μην πιστεύουμε όσους λεν ότι ξέρουν πού είναι ο Χριστός.
8. Οι ερημίτες του Κουμράν πίστευαν ότι ο πόλεμος θα φέρει την αναμενόμενη Βασιλεία, με τους άγγελους να πολεμάν στο μέρος τους, ενώ ο Ιησούς αποκηρύσσει τη βία. «Οι Εσσαίοι μετείχαν στον πόλεμο κατά της Ρώμης, ένας μάλιστα από τους στρατηγούς της επανάστασης, ο Ιωάννης, ήταν Εσσαίος» (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος λάρους μπριτάννικα, λ. Εσσαίοι). Εφόσον το 66 μ.Χ., όταν έγινε η επανάσταση των Ιουδαίων κατά της Ρώμης, υπήρχαν Εσσαίοι, κι εφόσον οι Χριστιανοί δεν επαναστάτησαν κατά της Ρώμης, είναι προφανές ότι οι δύο θρησκευτικές ομάδες ήταν διαχωρισμένες, τουλάχιστον από το 66 μ.Χ.
9. Σύμφωνα με τον Ιώσηπο (Περί του ιουδαϊκού πολέμου, 1, 2, 8) οι απόψεις τους περί θανάτου και σώματος έμοιαζαν με τις παγανιστικές και διέφεραν από τις ιουδαϊκές. Πίστευαν ότι «οι ψυχές είναι αθάνατες, και απορρέουσες από τον πιο λεπτό αιθέρα έχουν μπει στα σώματα όπως σε φυλακές, από κάποια φυσική επιθυμία. Αλλά όταν απελευθερώνονται από τα δεσμά της σάρκας, χαίρονται που απαλλάχτηκαν από μια μακρά δουλεία και ανεβαίνουν προς τα πάνω. Και συμφωνώντας με τη γνώμη των Ελλήνων, διακηρύσσουν ότι οι καλοί κατοικούν πέρα από τον ωκεανό, (....), ενώ στους κακούς επιφυλάσσεται μια σκοτεινή, θυελλώδης σπηλιά γεμάτη βασανιστήρια που ποτέ δε έχουν τελειωμό». Απ’ το τελευταίο φαίνεται πως οι Εσσαίοι μάλλον δεν πίστευαν στην ανάσταση. Όπως και οι Σαδδουκαίοι, στους οποίους ο δήθεν Εσσαίος Ιησούς έδειξε ότι πλανώνται. Μάλιστα, φαίνεται ότι οι Εσσαίοι πίστευαν σε προΰπαρξη της ψυχής, απαράδεκτη για το Χριστιανισμό διδασκαλία.
10. «Οι Εσσαίοι διαιρούνταν σε τέσσερις τάξεις (μοίρες)˙ αυτοί που ανήκαν στην ανώτερη τάξη δεν έρχονταν σε επαφή με αυτούς που ανήκαν σε κατώτερη, για να μη μολυνθούν» (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος λάρους μπριτάννικα, λ. Εσσαίοι). Δεν υπάρχει τέτοιος αυστηρός διαχωρισμός στο Χριστιανισμό των Ευαγγελίων.
11. Έχει αναφερθεί η κοινοκτημοσύνη μεταξύ Εσσαίων και πρωτοχριστιανών ως απόδειξη της προέλευσης των δεύτερων από τους πρώτους. Ωστόσο α’) η κοινοκτημοσύνη ήταν συχνό χαρακτηριστικό (π.χ. Πυθαγόρειοι) για τέτοιου είδους ομάδες, β’) στο Χριστιανισμό η κοινοκτημοσύνη ίσχυε για κάποιον αμέσως μόλις αυτός βαφτιζόταν, ενώ στους Εσσαίους υπήρχαν δύο έτη δοκιμασίας, κατά τα οποία στο πρώτο έτος το δόκιμο μέλος δεν μοιραζόταν τα αγαθά της κοινότητας, ενώ στο δεύτερο έτος τού κατακρατούνταν τα αγαθά.
12. Άλλη υποτιθέμενη ομοιότητα, η κοινή τράπεζα και η βρώση και πόση άρτου και οίνου. Στους Εσσαίους, το νέο μέλος δεν μπορούσε να συμμετέχει στην κοινή τράπεζα, παρά μόνο μετά την πάροδο ενός έτους (βρώση) και δύο ετών (πόση).
13. Η απουσία αναφοράς των Εσσαίων από τους Ευαγγελιστές δεν οφείλεται σε «χριστιανική συνωμοσία αποσιώπησης των ιδρυτών του Χριστιανισμού»˙ κανείς δεν μπορεί χωρίς αποδείξεις να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Γιατί άραγε οι Εσσαίοι δεν αναφέρονται ούτε στην μετέπειτα ραββινική φιλολογία; Δεν υπάρχει συνωμοσία.
14. Οι ομοιότητες Εσσαίων-Χριστιανισμού οφείλονται στην κοινή ιουδαϊκή καταγωγή. Εφαρμόζοντας τα ίδια κριτήρια, με αυτά που εφαρμόζουν οι οπαδοί της θεωρίας της καταγωγής του Χριστιανισμού από τους Εσσαίους, θα έπρεπε να ισχυριστούμε λ.χ. ότι οι Εσσαίοι επηρεάστηκαν από τους Φαρισαίους, αφού και οι δυο ήταν φανατικοί τηρητές του μωσαϊκού νόμου!
15. Ο ισχυρισμός ότι «οι άνωθι διαφορές ήταν μεν υπαρκτές, αλλά απλώς εξελίχθηκε απ’ τους Εσσαίους ο Χριστιανισμός και μόνο τότε προέκυψαν αυτές» δεν ευσταθεί δίχως αποδείξεις. Οι διαφορές είναι τόσο ριζικές (π.χ. για τον μωσαϊκό νόμο, την περιτομή, το Σάββατο, τη γυναίκα κ.ά.), ώστε η πιο απλή εξήγηση (Εσσαίοι και Χριστιανοί έχουν μεν κοινές ιουδαϊκές ρίζες, αλλά δεν προέρχονται οι Χριστιανοί από τους Εσσαίους) υπερτερεί της πολυπλοκότερης εξήγησης (ο Χριστιανισμός προέρχεται απ’ τους Εσσαίους), η οποία πρέπει να κάνει κι άλλες επιπρόσθετες υποθέσεις (περιττές, αν δεχτούμε την πρώτη εξήγηση) για τον τρόπο μετεξέλιξης από τους Εσσαίους στο Χριστιανισμό. Και σ’ αυτήν την περίπτωση το «ξυράφι του Όκκαμ» ευνοεί την πρώτη εξήγηση.

ζ') "Πώς γίνεται ο Ιησούς να μη καταργεί το μωσαϊκό νόμο (Κατά Ματθαίον, 5, 17 κ.ε.);"

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: «"Οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι". Αυτό δεν εξουδετερώνει μόνον την αναίδειαν των Ιουδαίων, αλλά κλειδώνει και τα στόματα των αιρετικών εκείνων, που λέγουν ότι της Παλαιάς Διαθήκης συντάκτης είναι ο διάβολος. (...) Αλλά πώς δεν την κατήργησε; λέγει. Πώς εσυμπλήρωσε τον νόμον ή τους προφήτας; Τους προφήτας, διότι επεβεβαίωσεν εμπράκτως όλα όσα είπαν δι’ αυτόν. Δια τούτο έλεγεν εις κάθε περίπτωσιν ο ευαγγελιστής˙ "Ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ προφήτου» (...) Τον νόμον εξ άλλου τον ετελειοποίησεν όχι μόνον με ένα τρόπο, αλλά και με δεύτερον και με τρίτον. Ο πρώτος είναι ότι δεν παρέβη καμμίαν διάταξίν του. (...) Άλλος είναι το ότι τον εσυμπλήρωσε και δια μέσου ημών. Το σπουδαίον δηλαδή είναι ότι όχι μόνο ο ίδιος τον εφήρμοσεν, αλλά εζήτησε να κάμωμεν κι εμείς το ίδιον. (...) Διότι η διδασκαλία του δεν εκαταργούσε τα προηγούμενα, αλλά τα επεξέτεινε και τα συνεπλήρωνε. Διότι η εντολή να μην οργιζώμεθα δεν καταργεί την εντολήν να μη φονεύωμεν, αλλά την συμπληρώνει και την τελειοποιεί. Το ίδιον συμβαίνει και με όλας τας άλλας (...). Η Παλαιά Διαθήκη δεν εισάγει εις τον παράδεισον όχι διότι είναι άχρηστη και επιζήμια, αλλά διότι είναι καιρός δια να εκτελούμεν ηθικωτέρας εντολάς. Το ότι είναι αληθεστέρα της Καινής, δεν σημαίνει ότι είναι επιζημία. Διότι και η Καινή θα έχη την ιδίαν τύχην εις την εξής περίπτωσιν. Η διδασκαλία της, αν συγκριθή με την μέλλουσαν, είναι ελλιπής και ατελής και θα καταργηθή μόλις τεθή εις εφαρμογήν εκείνη. «Ὅταν γὰρ ἔλθῃ τὸ τέλειον», λέγει, «τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται» (Α’ Κορ. 13, 10). Αυτό έπαθεν η Παλαιά από την Καινήν. (...) αρχίζει εν συνεχεία να διατυπώνη τας εντολάς όχι απολύτως, αλλά συγκριτικώς προς τας παλαιάς, διότι θέλει να αποδείξη δύο πράγματα, και ότι δεν καταπολεμεί την Παλαιάν Διαθήκην, αλλά η Καινή συμφωνεί πολύ προς αυτήν, και ότι ορθώς και εις πολύ κατάλληλον χρόνον προσθέτει τα νέα εις τα παλαιά» (Ιω. Χρυσοστόμου, Ομιλία ιστ’ εις το Κατά Ματθαίον, 2, 3, 5). Φαινομενικά μόνο, οι εξής εντολές, της Παλαιάς Διαθήκη με την Καινή Διαθήκη, αντιφάσκουν:
ΕΞΟΔΟΣ ΚΑ’ 24 ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ, ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος, χεῖρα ἀντὶ χειρός, πόδα ἀντὶ ποδός,
Κατά Ματθαίον 5 38 ᾿Ηκούσατε ὅτι ἐρρέθη, ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος· 39 ᾿Εγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ᾿ ὅστις σε ραπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην·
Φαινομενικά η εντολή της Π.Δ. λέει «μάτι αντί ματιού» έρχεται σε αντίθεση με τον Χριστό (Κ.Δ.), ο οποίος δίνει την εντολή να μην αντιστεκόμαστε και να μην εκδικούμαστε. Αυτό εξηγείται με βάση δύο κανόνες. Ο πρώτος είναι ότι ασφαλώς τα ήθη του 1200 π.Χ. ήταν πολύ πιο άγρια από ότι τα ήθη του 1ου μ.Χ. αι. Συνεπώς ο Θεός έπρεπε να δώσει στους ανθρώπους του 1200 π.Χ. εντολές οι οποίες θα δίνονταν βάσει των ηθών του 1200 π.Χ. και όχι των καλύτερων ηθών του 1ου μ.Χ. αι. Δεν μπορούσε, ξαφνικά, ο Θεός, να δώσει την ηθικά ανώτερη εντολή (της Καινής Διαθήκης) στους ανθρώπους του 1200 π.Χ. και να περιμένει να την εφαρμόσουν εύκολα. Έπρεπε η αρετή να περάσει από στάδια. Πρώτα είναι το στάδιο της δικαιοσύνης (να ανταποδίδεις τα ίσα κι όχι μεγαλύτερα δεινά) και δεύτερο είναι το στάδιο της Κ. Διαθήκης (να μην ανταποδίδεις καθόλου την κακία του άλλου). Δεν μπορεί κατευθείαν να δινόταν η ανώτερη εντολή. Ο δεύτερος κανόνας είναι ότι και οι προαναφερθείσες εντολές είναι συνέπειες μιας εκ των δύο εντολών, στις οποίες συμπυκνώνεται η Παλαιά Διαθήκη, της εντολής της αγάπης προς τον πλησίον. Όταν οι Φαρισαίοι ρώτησαν το Χριστό ποια είναι η μεγαλύτερη εντολή στο μωσαϊκό νόμο, απάντησε:
Κατά Ματθαίον 22, 37 ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἔφη αὐτῷ· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου. 38 αὕτη ἐστὶ πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή. 39 δευτέρα δὲ ὁμοία αὐτῇ· ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. 40 Από αυτάς τας δύο εντολάς εξαρτώνται όλος ο νόμος και οι προφήται.
Κατά Μάρκον 12, 31: «δεν υπάρχει εντολή μεγαλύτερη από αυτές».
Συνεπώς, στον μωσαϊκό νόμο της Π.Δ. η αγάπη προς τον πλησίον συνίσταται (και) στην δικαιοσύνη, δηλαδή την ανταπόδοση ίσων δεινών (οφθαλμός αντί οφθαλμού) αντί την εκδίκηση (δύο οφθαλμοί αντί ενός), διότι τα ήθη του 1000 π.Χ. ήταν όχι απλώς η ανταπόδοση της αδικίας, αλλά η υπερβολική ανταπόδοση. Δηλαδή η Π.Δ. κάνει ένα βήμα πέρα από τα ήθη της εποχής της. Στην Κ.Δ. η αγάπη προς τον πλησίον συνίσταται (και) όχι πια μόνο στην δικαιοσύνη αλλά και στην αποφυγή ανταπόδοσης του κακού, διότι τα ήθη είχαν κάπως εξημερωθεί συγκριτικά με το 1200 π.Χ. Ο Θεός δεν βάζει κάποια απόλυτη Ηθική, διότι γνωρίζει ότι άλλα τα ήθη του 1000 π.Χ. κι άλλα αυτά του 1ου μ.Χ. αι. Ωστόσο, όσο κι αν η εντολή της αγάπης εκφράζεται διαφορετικά, το νόημα των εντολών της ΕΞΟΔΟΥ ΚΑ’, 24 και Κατά Ματθαίον 5, 39 είναι το ίδιο. Η ουσία της εντολής του Θεού παραμένει η ίδια, και διευρύνεται το εύρος της ισχύος της. Φυσικά οι διατάξεις περί θυσιών κ.λπ. παραλείφθηκαν από το Χριστιανισμό, διότι με τη Σταύρωσή του ο Μεσσίας-Χριστός κατάργησε τις αιματηρές θυσίες.
Η ενάρκωση του Λόγου-Θεού και η σύναψη Καινής (=καινούργιας) Διαθήκης από τον Θεό (με συνέπεια τον παραμερισμό της Παλαιάς Διαθήκης), δεν ήταν κάτι που σκαρφίστηκαν οι απόστολοι κι ο Παύλος, αλλά είναι αντιλήψεις τις οποίες οι Προφητες διακήρυξαν, ως απεσταλμένοι του Θεού (βλ. Ησαΐας μβ’, 6˙ μθ’, 6˙ νθ’, 21˙ ξα’, 8. Ιερεμίας λθ’, 40. Ιεζεκιήλ ιστ’, 60˙ λδ’, 25˙ λζ’, 26), ήδη από τον 8ο (Ησαΐας), τον 7ο (Ιερεμίας) και τον 6ο (Ιεζεκιήλ) αιώνα. Από τότε υπήρχε η αναγγελία και η προσδοκία του «ξεπεράσματος» της Παλαιάς Διαθήκης:
ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΛΗ’ 31 ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, φησὶ Κύριος, καὶ διαθήσομαι τῷ οἴκῳ ᾿Ισραὴλ καὶ τῷ οἴκῳ ᾿Ιούδα διαθήκην καινήν, 32 οὐ κατὰ τὴν διαθήκην, ἣν διεθέμην τοῖς πατράσιν αὐτῶν ἐν ἡμέρᾳ ἐπιλαβομένου μου τῆς χειρὸς αὐτῶν ἐξαγαγεῖν αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ὅτι αὐτοὶ οὐκ ἐνέμειναν ἐν τῇ διαθήκῃ μου, καὶ ἐγὼ ἠμέλησα αὐτῶν, φησὶ Κύριος. 33 ὅτι αὕτη ἡ διαθήκη μου, ἣν διαθήσομαι τῷ οἴκῳ ᾿Ισραὴλ μετὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, φησὶ Κύριος· διδοὺς δώσω νόμους εἰς τὴν διάνοιαν αὐτῶν καὶ ἐπὶ καρδίας αὐτῶν γράψω αὐτούς· καὶ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς Θεόν, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι εἰς λαόν.
(Μτφ. Βιβλικής Εταιρίας: «31 "Έρχονται μέρες", λέει ο Κύριος, "που θα κάνω καινούργια διαθήκη με το λαό του Ισραήλ και του Ιούδα. 32 Δε θα έχει καμιά σχέση με τη διαθήκη που είχα κάνει με τους προγόνους τους την ημέρα που τους πήρα από το χέρι και τους οδήγησα έξω από την Αίγυπτο. Εκείνοι δεν τήρησαν τη διαθήκη μου κι εγώ τους παραμέλησα. Και να ποια θα είναι η νέα διαθήκη που θα κάνω με το λαό του Ισραήλ: Μετά τις μέρες εκείνες, θα βάλω το νόμο μου μέσα στη συνείδησή τους και θα τον γράψω στις καρδιές τους˙ θα είμαι Θεός τους κι αυτοί θα είναι λαός μου"». Μτφ Κολιτσάρα: 31 Ιδού, έρχονται ευτυχείς ημέραι, λέγει ο Κύριος, και θα συνάψω με τους Ισραηλίτας και τους Ιουδαίους νέαν Διαθήκην. 32 Αυτή δεν θα είναι ομοία με την Διαθήκην, την οποίαν συνήψα με τους προγόνους των κατά την εποχήν εκείνην, που εν τη στοργή μου και τη παντοδυναμία μου τους επήρα από τα χέρια και τους έβγαλα ελεύθερους από την Αίγυπτον, διότι εκείνοι δεν έμειναν πιστοί και δεν ετήρησαν την Διαθήκην μου, και εγώ τους παρημέλησα εξ αιτίας των παρανομιών των, λέγει ο Κύριος. 33 Αυτή είναι η Διαθήκη μου, την οποίαν εγώ θα συνάψω με τον ισραηλιτικόν λαόν έπειτα από τας ημέρας εκείνας, λέγει ο Κύριος. Θα δώσω ασφαλώς και βεβαίως Νόμους κατανοητούς και δεκτούς εις την διάνοιάν των˙ θα γράψω αυτούς εις την καρδίαν των. Θα είμαι δι’ αυτούς ο Θεός των και αυτοί θα είναι δι’ εμέ ο λαός μου.). Ο ισχυρισμός ότι η «καινή διαθήκη» αφορούσε μόνο τους Εβραίους καταρρίπτεται, τόσο απ’ τους διάφορους στίχους της Παλαιάς Διαθήκης (βλέπε κεφ. 6) όσο και της Καινής (Κατά Ματθαίον, 21, 42-43).
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Sat Oct 09, 2021 1:13 pm

η') "Δεν λένε πουθενά τα τρία πρώτα ευαγγέλια (τα «συνοπτικά»), ότι ο Ιησούς ισχυρίζεται πως είναι Θεός. Μόνο το Κατά Ιωάννην ισχυρίζεται αυτό, έπειτα από πολύ καιρό, όταν είχαν γίνει θεολογικές ζυμώσεις και αποφασίστηκε από τους αποστόλους η προβολή του Ιησού ως Θεού-Μεσσία".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ο ισχυρισμός είναι ότι το Κατά Ιωάννην είναι το τελευταίο και άρα δεν προσφέρει τίποτα η παράθεση εδαφίων του, στα οποία ο Ιησούς αναγνωρίζεται ότι είναι Θεός. Ας δούμε τι λεν τα Συνοπτικά Ευαγγέλια (βέβαια, το Κατά Ιωάννην γράφτηκε πριν το 70 μ.Χ. και απλώς γράφτηκε λίγο μετά τα Συνοπτικά˙ δεν απέχει ωστόσο τόσο, ώστε η μαρτυρία του να είναι πολύ μεταγενέστερη και άχρηστη):
Α’) Κατά Μάρκον
1, 38 «και τους λέει [ο Ιησούς], «Ας πάμε εις τα γειτονικά χωριά, δια να κηρύξω κι εκεί˙ γι’ αυτό ήρθα»». Το τέλος είναι ένδειξη της προΰπαρξης του Λόγου και του σκοπού της ενσάρκωσής του.
2, 5-10 «Όταν ο Ιησούς είδε την πίστη τους, λέγει εις τον παραλυτικόν, "Παιδί μου, σου συγχωρούνται αι αμαρτίαι". Εκάθοντο δε εκεί μερικοί από τους γραμματείς και εσκέπτοντο μέσα τους, "Γιατί λέγει αυτός βλασφημίας κατ’ αυτόν τον τρόπον; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίας παρά μόνον ένας, ο Θεός;". Ο Ιησούς αμέσως εκατάλαβε μέσα του ότι αυτά σκέπτονται και τους λέγει, "Γιατί κάνετε τις σκέψεις αυτές μέσα σας; Τι είναι ευκολώτερον να πω εις τον παραλυτικόν, "Σου συγχωρούνται αι αμαρτίαι" ή να πω, "Σήκω επάνω και πάρε το κρεββάτι σου και βάδιζε"; Αλλά για να μάθετε ότι ο Υιός του ανθρώπου έχει εξουσίαν να συγχωρή αμαρτίας επί της γης – λέγει εις τον παραλυτικόν, "Σου λέγω, σήκω επάνω και πάρε το κρεββάτι σου και πήγαινε εις το σπίτι σου"». Εφόσον, σύμφωνα με τους Εβραίους, μόνο ο Θεός μπορούσε να συγχωρέσει αμαρτίες, αν ο Ιησούς δεν συγχωρούσε τις αμαρτίες του παράλυτου, θα ήταν βλάσφημος, εκτός κι αν θεωρείτο Θεός από τον Εβραίο συγγραφέα του Κατά Μάρκον.
2, 28 «...Ώστε ο Υιός του ανθρώπου είναι κύριος του Σαββάτου». Ο Ιησούς έχει την εξουσία να ξεπερνά τους νόμους του Σαββάτου, εξουσία που μόνο ο Θεός της Π.Δ. είχε.
8, 38 «Διότι όποιος εντρέπεται δι’ εμέ και δια τους λόγους μου εις την γενεάν αυτήν την μοιχαλίδαν και αμαρτωλήν και ο Υιός του ανθρώπου θα αισθανθεί ντροπή γι’αυτόν όταν έλθει με όλην την δόξαν του Πατέρα του μαζί με τους αγίους αγγέλους». Ο Ιησούς αναφέρεται στον εαυτό του σχετικά με την Δευτέρα Παρουσία και τη δόξα του Θεού.
9, 41 «Και όποιος σάς ποτίσει ένα ποτήρι νερό εις το όνομά μου, διότι είσθε του Χριστού, αλήθεια σάς λέγω, ότι δεν θα χάσει την ανταμοιβή του». Εδώ ο Ιησούς ξεκάθαρα ταυτίζεται με τον Μεσσία, δηλαδή λέει ότι είναι ο Χριστός.
9, 42 «και όποιος σκανδαλίσει έναν από αυτούς τους μικρούς, που πιστεύουν σ’ εμέ..» Εδώ ο Ιησούς χαρακτηρίζει τον εαυτό του «αντικείμενο» λατρείας, πράγμα που μόνο κάποιος που λέει ότι είναι Θεός το ισχυρίζεται.
10, 45 «Διότι ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να υπηρετηθεί, αλλά να υπηρετήσει και να δώσει την ζωήν του λύτρον δια πολλούς». Ένδειξη προΰπαρξης και σκοπού για τον οποίον ενσαρκώθηκε.
11, 3 «Και εάν κανείς σας πη "Γιατί το κάνετε αυτό;", να πείτε, "Ο Κύριος το έχει ανάγκη και αμέσως θα το στείλει πάλι πίσω"». Εδώ ο Ιησούς σχετίζεται με τον Θεό, αν δεν ταυτίζει τον εαυτό του με το Θεό. Το «Κύριος», οι Εβραίοι το χρησιμοποιούσαν ως δηλωτικό του Θεού.
13, 26-27 «..και τότε θα δουν τον Υιόν του ανθρώπου να έρχεται μέσα σε σύννεφα με δύναμιν μεγάλην και δόξαν. Και τότε θα στείλει τους αγγέλους του και θα μαζέψει τους εκλεκτούς του από τους τέσσερις ανέμους, από το άκρον της γης εώς το άκρον του ουρανού». Ο Ιησούς λέει για τον ερχομό του με δόξα, με ικανότητα να μαζεύει αγγέλους και εκλεκτούς. Μόνο Θεός μπορεί να τα κάνει αυτά.
13, 31 «Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα παρέλθουν». Παράξενα λόγια, για κάποιον που υποτίθεται είναι απλός άνθρωπος και δεν ισχυρίζεται ότι είναι Θεός.
13, 32 «Την ημέραν όμως εκείνην ή την ώραν δεν ξέρει κανείς, ούτε οι άγγελοι εις τον ουρανόν, ούτε ο Υιός, παρά μόνον ο Πατέρας». Ο Υιός είναι υψηλότερα από τους αγγέλους – άρα είναι Θεός.
14, 62 «Πάλιν ο αρχιερεύς τον ερώτησε, "Συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Ευλογητού;". Ο δε Ιησούς είπε, "Εγώ είμαι˙ και θα ιδήτε τον Υιόν του ανθρώπου να κάθεται εις τα δεξιά της Δυνάμεως και να έρχεται πάνω εις τα σύννεφα του ουρανού".» Εδώ ο Ιησούς λέει ότι είναι ο Μεσσίας – δηλαδή Θεός, όπως είπαμε στο κεφάλαιο για την ύπαρξη τριαδικότητας στον Θεό της Π.Δ. – Υιός του Θεού και Υιός του ανθρώπου. Ο αρχιερέας σκίζει τα ρούχα του και αποκαλεί τα λόγια αυτά «βλασφημία», δηλαδή κατάλαβε ότι ο Ιησούς ισχυρίστηκε πως είναι Θεός.
Β’) Κατά Ματθαίον.
7, 21-23 «Δεν θα μπει εις την βασιλείαν των ουρανών καθένας που μού λέγει, "Κύριε, Κύριε", αλλ’ εκείνος που κάνει το θέλημα τού Πατέρα μου του επουράνιου. Πολλοί θα μου πούν την ημέραν εκείνην, "Κύριε, Κύριε, δεν επροφητεύσαμεν εις το όνομά σου και εις το όνομά σου δεν εβγάλαμε δαιμόνια και εις το όνομά σου δεν εκάναμε πολλά θαύματα;" Και τότε θα τους ομολογήσεω, "Ποτέ δεν σας εγνώρισα˙ φύγετε από εμέ σεις οι εργάται της ανομίας"». Η αιώνια τύχη των ανθρώπων εξαρτάται από την έγκριση του Ιησού – αδύνατον, εάν αυτός δεν είναι Θεός.
11, 27 «... κανείς δεν γνωρίζει καλά τον Υιόν, παρά ο Πατέρας, ούτε τον Πατέρα γνωρίζει καλά κανείς, παρά ο Υιός και εκείνος εις τον οποίο θέλει ο Υιός να τον αποκαλύψει». Αυτό θέτει τον Ιησού υπεράνω προφητών, ανθρώπων, αγγέλων. Αλλά πάνω από αυτούς υπάρχει μόνο ο Θεός.
25, 31-46: Ο Ιησούς αποκαλεί τον Υιό του ανθρώπου – τον εαυτό του – βασιλέα και Κύριο, δηλαδή Θεό, που κρίνει την ανθρωπότητα.
28, 18 «Μου εδόθη πλήρης εξουσία εις τον ουρανόν και την γην. Πηγαίνετε λοιπόν ... βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Αν ο Ιησούς θεωρούσε τον εαυτό του άνθρωπο, δεν θα τον έβαζε σε ίση μοίρα με τον Γιαχβέ ούτε θα είχε εξουσία παντού.
Γ’) Κατά Λουκάν.
7, 48 «"Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες". Και άρχισαν οι συμπαρακαθήμενοι να λέγουν μέσα τους, "Ποιος είναι αυτός που και αμαρτίες συγχωρεί"». Μόνο ο Θεός, σύμφωνα με την παράδοση της Π.Δ. συγχωρεί αμαρτίες. Θεϊκή ιδιότητα λοιπόν, ισχυρίζεται πως έχει ο Ιησούς.
22, 29 «και όπως ο Πατέρας μου έθεσε εις την διάθεσή μου βασιλείαν και εγώ διαθέτω δια σάς». Όχι μόνο έχει εξουσία ο Ιησούς, αλλά η εξουσία του είναι «όπως» του Πατέρα του, δηλαδή ίση, δηλαδή ενός Θεού.
24, 49 «και ιδού, εγώ στέλλω σ’ εσάς ό,τι υποσχέθηκε ο Πατέρας μου». Έχει την εξουσία να στέλνει το Άγιο Πνεύμα. Μόνο Θεός μπορεί να έχει τέτοια εξουσία. Έτσι, ο Ιησούς ισχυρίζεται πως
1. Είναι ο Χριστός, ο Μεσσίας (ιδιότητα Θεού). 2. Είναι ο Υιός του ανθρώπου. 3. Είναι ο μονογενής Υιός του Πατέρα – Θεού. 4. Είναι Κύριος του Σαββάτου. 5. Μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες (ιδιότητα Θεού). 6. Είναι «αντικείμενο» πίστης (ιδιότητα Θεού). 7. Είναι ανώτερος από τους αγγέλους (ιδιότητα Θεού). 8. Τα λόγια του έχουν αιώνια ισχύ. 9. Καθορίζει την αιώνια τύχη των ανθρώπων (ιδιότητα Θεού). 10. Έχει μόνος αυτός τη γνώση του Πατέρα – Θεού. 11. Έχει ίσο στάτους με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. 12. Δίνει βασίλειο, ακριβώς όπως ο Πατέρας – Θεός. 13. Έχει εξουσία στον ουρανό. 14. Έχει εξουσία να στέλνει Άγιο Πνεύμα.
Δεν διακηρύσσεται ότι ο Ιησούς είναι ο Θεός μόνο στο Κατά Ιωάννη, δηλαδή καθυστερημένα, ύστερα από μεταγενέστερες θεολογικές ζυμώσεις εντός της Εκκλησίας, όπως ισχυρίζονται οι αντιχριστιανοί Νεοπαγανιστές, προκειμένου να βγάλουν χαζούς τους Χριστιανούς που πιστεύουν ότι ο Ιησούς είναι Θεός, ενώ τάχα ο ίδιος το αρνείται. Αντί να ασχολούνται οι Νεοπαγανιστές-αρχαιολάτρες με πράγματα για τα οποία δεν έχουν την ικανότητα να σκεφτούν, ας κοιτάξουν τις πρόχειρες – στο πόδι (αντε)γραμμένες – νεοεποχίτικες θεολογίες τους, που δημιούργησαν στο άψε σβήσε.

θ') "Πώς μπορείτε να ισχυρίζεστε ότι ο Αισχύλος στον Προμηθέα Δεσμώτη αναφέρεται στην έλευση του Χριστού; Ο Αισχύλος κάνει λόγο για τον Ηρακλή, ο οποίος θα απελευθερώσει από τα δεσμά του τον Προμηθέα και θα τον ανεβάσει στον Όλυμπο, για να συμφιλιωθεί με το Δία".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ακόμη κι αν πρόκεινται για τον Ηρακλή κι όχι για τον Χριστό οι στίχοι 1040-1043, υπάρχουν άλλοι στίχοι, οι οποίοι προλέγουν το τέλος της κυριαρχίας του Δία. Στ. 943-944: «Κι είναι να ελπίζεις πως ποτέ θα πέσει ο Δίας; - Κι άλλα, πιο αβάσταχτα απ’ αυτά, κακά θα πάθει». Στ. 952-953: «Ας κυβερνά κι ας κάνει της κεφαλής του, όσος καιρός τού μένει ακόμα˙ γιατί δε θα ‘ναι των θεών κύριος για πάντα». Στ. 969-972: «μα εγώ δεν είδα δυο βασιλιάδες απ’ αυτούς να γκρεμνιστούνε; Και τρίτον αυτόν [Δία] θα δω, που βασιλεύει τώρα, πολύ γρήγορα και άτιμα».

ι') "ο Ιησούς δηλώνει, μπροστά σε μια Χαναναία, ότι ήρθε μόνο για τους Ισραηλίτες (Κατά Ματθαίον 15, 24) κι αλλού λέει στους μαθητές του να μην κηρύττουν στους εθνικούς, αλλά μόνο στους Ισραηλίτες. Ο ίδιος λοιπόν δεν θα δεχόταν την παγκόσμια εξάπλωση του Χριστιανισμού".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Αναφορικά με τη συνομιλία του Χριστού με τη Χαναναία: είναι ολοφάνερο ότι ο Χριστός, ως Θεός, ήξερε την πίστη της και θα τη θεράπευε, αλλά ήθελε να την δοκιμάσει μπροστά στους μαθητές του, ώστε να τους δείξει ότι η πίστη δεν έχει σύνορα, επειδή αυτοί του έλεγαν να τη διώξει. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει: «Δια τούτο ανέβαλλεν ο Χριστός: διότι εγνώριζεν ότι θα ωμιλούσεν [σημ.: η Χαναναία] έτσι. Δια τούτο ηρνείτο την δωρεάν, δια να φανερώση την όλην ευσέβειάν της. διότι εάν δεν επρόκειτο να της δώση, ούτε και μετά από αυτά θα της έδιδεν, αλλά και ούτε πάλιν θα ήτο δυνατόν να την αποστομώση (...). Δια να κάνη φανερήν εις όλους την πίστιν της, και όπως ενήργησεν εις την περίπτωσιν της Σαμαρείτιδος, δια να δείξη πώς δεν απομακρύνεται ούτε και μετά τον έλεγχον που της έκανε το ίδιον κάνει και εις την περίπτωσιν αυτήν. διότι δεν ήθελε να μείνη κρυμμένη η τόσονο μεγάλη αρετή της γυναικός. Ώστε δεν ήσαν λόγια προσβλητικά τα όσα της έλεγεν, αλλά λόγια προκλητικά με σκοπόν ν’ αποκαλύψη τον κρυμμένον θησαυρόν» (Ομιλία νβ’ εις το Κατά Ματθαίον, 2). Αναφορικά με την προτροπή του προς τους μαθητές του: αυτή έγινε πριν την Ανάσταση, πριν το τελευταίο Πάσχα. Έπρεπε ο Χριστός να κηρύξει πρώτα στους Ισραηλίτες της εποχής του, ώστε αυτοί απορρίπτοντάς τον (ο Χριστός, φυσικά, όντας Θεός το ήξερε από πριν ότι θα τον απορρίψουν) να μην έχουν δικαιολογία ότι απευθύνθηκε πρώτα σε άλλους και αδιαφόρησε για τους ίδιους. Εξάλλου ο ίδιος ο Χριστός, και στο Κατά Ματθαίον και στο Κατά Λουκάν λέει στους μαθητές να κηρύξουν σε όλα τα έθνη. Άλλωστε ο ίδιος ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη δηλώνει, μέσω των προφητών του (δες κεφάλαιο 6), ότι θα έρθει η εποχή κατά την οποία θα λατρεύεται από όλους τους. Δεν λέει κάτι σε αντίθεση με την Π.Δ. ο Χριστός. Ο Χρυσόστομος γράφει: «δια να κλείση τα στόματα των Ιουδαίων και δια να προετοιμάσουν την οδόν εις το κήρυγμα των αποστόλων, δια να μη τους κατηγορούν πάλιν ότι ήλθαν να κηρύξουν προς ειδωλολάτρας καιέτσι να δικαιολογούνται που τους αποφεύγουν και τους αποστρέφονται» (Ομιλία λβ’, εις το Κατά Ματθαίον, 4). Αλλού ο Χρυσόστομος γράφει: «Δια τούτο και εις κατάλληλον στιγμήν εισάγει τον λόγον περί εθνικών˙ διότι λέγει [σημ.: ο Χριστός]: έχω και άλλα πρόβατα που δεν είναι από αυτήν την μάνδραν [=των Ιουδαίων]˙ πρέπει και εκείνα να τα οδηγήσω» (Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην, ομιλία ξ, 2’). Επιπλέον στο Κατά Ματθαίον 24, 14 ο Χριστός λέει, πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα, «και θα κηρυχθεί το ευαγγέλιο τούτο της σωτηρίας εις όλην την οικουμένην, προς μαρτυρία εις όλα τα έθνη».
Οι Νεοπαγανιστές-αρχαιολάτρες, λοιπόν, οι οποίοι έγιναν από πάνω, εκτός των άλλων, και ερμηνευτές της Καινής Διαθήκης, σίγουρα θα γνωρίζουν να μας πουν την ερμηνεία των παραπάνω χωρίων (Κατά Ματθαίον 24, 14˙ Κατά Ιωάννη, 12, 23) καθώς και του παρακάτω λόγου του Χριστού προς τους Ιουδαίους:
Κατά Ματθαίον 21, 43 διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν ὅτι ἀρθήσεται ἀφ᾿ ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς· 44 καὶ ὁ πεσὼν ἐπὶ τὸν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται· ἐφ᾿ ὃν δ᾿ ἂν πέσῃ, λικμήσει αὐτόν.
(Δια τούτο σας λέγω, ότι θα αφαιρεθή από εσάς [τους Ιουδαίους] η βασιλεία του Θεού και θα δοθή εις έθνος, το οποίον θα αποφέρει τους καρπούς της, και εκείνος, που θα πέση επάνω σ’ αυτόν τον λίθον, θα συντριβή, και εκείνον εις τον οποίον θα πέση, θα τον κάνη κομμάτια).

ια') «(ΜΘ. 8, 11-12). Στο ίδιο όμως Ευαγγέλιο διαβάζουμε πως ο Ιησούς έδωσε εντολή στους μαθητές του πρώτα να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στα απολωλότα πρόβατα του οίκου Ισραήλ (ΜΘ. 10, 6-7). Και αλλού πάλι τονίζει: "οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα τοῦ Ἰσραήλ" (ΜΘ. 15, 24). Είναι φανερό πως ο Ναζωραίος ήξερε τι έλεγε και τι δίδασκε. Για τους αλλόφυλους ποτέ δεν του πέρασε η ιδέα πως μπορούσαν να γίνουν οπαδοί του. Τα όσα βάζουν στο στόμα του τα Ευαγγέλια είναι προσθήκες μεταγενέστερες. Οι παυλιανιστές, πλαστογραφώντας την ιστορική αλήθεια και θέλοντας να παρουσιάσουν τον Ιησού διεθνιστή, τον παρουσιάζουν να έχει κοσμοπολίτικες ιδέες κι ακόμα να μισεί τους συμπατριώτες του. Επειδή όμως ακόμα στο Β’ αιώνα ήταν ισχυρή η αντιπαυλιανική παράταξη, οι διασκευατές των Ευαγγελίων προσθέσανε τα τέτοια διεθνιστικά κηρύγματα, δε σβήσανε όμως και όλες τις αντίθετες περικοπές που υπήρχαν στα Ευαγγέλια˙ έτσι παρουσιάζεται ο Ιησούς τη μια φορά να μισεί και να απειλεί τους Ιουδαίους και να είναι διεθνιστής και την άλλη φανατικός ιουδαίος και εχτρός των εθνικών» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνη, τ. α’ σ. 439).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: αυτή η ερώτηση είναι η συνέχεια του προηγούμενου ερωτήματος, θα λέγαμε. Παρατηρούμε τα εξής:
1) Έχουμε αναφερθεί στο Ματθαίον 15, 24. Δεν πρόκειται περί άρνησης του Ιησού, αλλά περί τακτικής ώστε, μπροστά στους ακόμη τότε εθνικιστές μαθητές του, να αποσπάσει την ομολογία πίστης μιας ξένης, κι έτσι να καταρρίψει τον εθνικό εγωισμό τους.
2) Όπως έχουμε δει, έχουμε Ευαγγέλια σε πάπυρους από τις αρχές του Β’ αιώνα. Το περιεχόμενό τους είναι απαράλλαχτο με το σημερινό. Έτσι η άποψη ότι οι «παυλιανιστές» (τέτοια φράξια ποτέ δεν υπήρξε˙ είναι εφεύρεση των οπαδών της αρνητικής κριτικής του 19ου αι.) πλαστογράφησαν τα Ευαγγέλια είναι προϊόν αμάθειας. Επιπλέον υποδηλώνει ότι όσοι το υποστηρίζουν αυτό κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια, ωσάν να ήταν καμμιά γκρούπα ο Χριστιανισμός, που πλαστογραφούσε κείμενα για να κατατροπώνει τους ενδοκομματικούς αντιπάλους. Αλλά η αλήθεια αποδεικνύει το αντίθετο.
3) Υπό το φως της αλήθειας αυτής θα ήταν ανούσιο να ασχοληθούμε με απόψεις τύπου «πλαστογράφησαν προσθέτοντας κείμενα, αλλά δεν αφαίρεσαν, από φόβο». Πέρα απ’ το ότι τέτοια άποψη είναι αναπόδεικτη (το «από φόβο»), θα μπορούσαν αργότερα οι «παυλιανιστές», όταν είχαν επικρατήσει (μετά τα μέσα του Β’ αιώνα, όπως λέει ο Κορδάτος) να ξαναπλαστογραφήσουν τα κείμενα, αφού τότε δεν θα φοβόντουσαν κανέναν. Εάν το είχαν πράξει μια φορά, θα το έπρατταν και δεύτερη. Όχι ότι κάτι τέτοιο έγινε, αλλά θέλουμε να δείξουμε πως η εκδοχή της «μερικής πλαστογράφησης» όχι μόνο καταρίφθηκε από την αρχαιολογία, αλλά και στερείται λογικής.
4) Συνεπώς ο Χριστός ήξερε τι έλεγε τότε: πρώτα θα κηρύττονταν το Ευαγγέλιο στους Εβραίους και ύστερα στους Εθνικούς. Όχι ταυτόχρονα και στους δύο. Ήταν θέμα μεθόδου και όχι «μεταγενέστερη πλαστογράφηση» των λόγων του Χριστού. Τέλος, ο Χριστός ούτε τους Εθνικούς ούτε τους Εβραίους μισεί.

ιβ') "Ο Χριστός είναι ο κήρυκας της μισαλλοδοξίας: «Όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου» (Κατά Ματθαίον, 12, 30). Αλλού λέει (Κατά Λουκάν, 22, 36) «όποιος δεν έχει μαχαίρι ας πωλήση τα ενδύματά του και ας αγοράση». Το μαχαίρι κάθε άλλο παρά έμεινε αχρησιμοποίητο: «του είπαν "Κύριε, να κτυπήσωμε με το μαχαίρι;". Και ένας από αυτούς [τους αποστόλους] εκτύπησε τον δούλον του αρχιερέως και του απέκοψε το δεξί αυτί» (Κατά Λουκάν, 22, 50). Αλλού λέει «Όσον για τους εχθρούς μου αυτούς, που δεν ήθελαν να είμαι βασιλεύς τους, φέρτε τους εδώ και σφάξτε τους μπροστά μου» (Κατά Λουκάν, 19, 27)".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: απαντάμε ένα-ένα στα εδάφια που αναφέρουν οι αρχαιολάτρες.
i) Το «όποιος δεν είναι μαζί μου, είναι εναντίον μου» δεν σημαίνει «όποιος δεν είναι μαζί μου, εγώ είμαι εναντίον του», όπως το διαστρεβλώνουν. Είναι προφανής η διαφορά: ο Χριστός δεν είναι εναντίον κανενός. Αυτοί που δεν τον ακολουθούν είναι εναντίον του. Διότι, αν λ.χ. ο Α μισεί τον Β, αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι «ο Β είναι εναντίον του Α», αλλά σίγουρα ότι «ο Α είναι εναντίον του Β». Εξάλλου ο Χριστός λέει: «Εκείνος που δεν είναι εναντίον μας είναι με το μέρος μας» (Κατά Λουκάν, 9, 50). Ο συνδυασμός των δύο εδαφίων είναι αποκαλυπτικός: ο Χριστός δεν είναι εναντίον κανενός. Είναι ξεκάθαρο – κι οι αντιχριστιανοί αποδεικνύονται αδιάβαστοι – ότι αυτοί που είναι εναντίον του Χριστού, μόνο αυτοί είναι που τον πολεμούν (κι όχι αυτός εκείνους).
ii) Οι αρχαιολάτρες αναφέρουν τα Κατά Λουκάν 22, 36 και 22, 50, νομίζοντας ότι έτσι αποδεικνύουν πως ο Χριστός προστάζει τη σφαγή και τη δολοφονία των μη Χριστιανών. Δεν διάβασαν το αμέσως επόμενο του 22, 50 εδάφιο, το Κατά Λουκάν 22, 51: «Τότε ο Ιησούς είπε, "αφήστε τα πράγματα έως εδώ". Και άγγιξε το αυτί του δούλου και τον εθεράπευσε». Μόνη η θεραπεία του δούλου και η αποστροφή του Χριστού προς την φιλομαχία των αποστόλων αρκούν, για να δείξουν ότι ο Χριστός καμμία σχέση με σφαγές και δολοφονίες μη Χριστιανών δεν έχει ούτε κηρύττει τέτοια πράγματα. Ο Ματθαίος, που – αντίθετα απ’ τον Λουκά – ήταν αυτόπτης μάρτυς της σύλληψης του Ιησού, παραθέτει το ίδιο γεγονός ως εξής (Κατά Ματθαίον 26, 50-54): «Τότε επλησίασαν, έβαλαν τα χέρα επάνω εις τον Ιησούν και τον συνέλαβαν. Και ένας από εκείνους, που ήσαν με τον Ιησούν, άπλωσε το χέρι και έβγαλε το μαχαίρι του και εκτύπησε τον δούλον του αρχιερέως και του έκοψε το αυτί του. Τότε του λέγει ο Ιησούς, "Βάλε πάλιν το μαχαίρι σου εις την θήκην του, διότι όλοι όσοι κρατούν μαχαίρι, με μαχαίρι θα πεθάνουν. Ή νομίζεις ότι δεν μπορώ να παρακαλέσω τον Πατέρα μου και να βάλη αμέσως εις την διάθεσίν μου περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων; Πώς λοιπόν θα εκπληρωθούν αι γραφαί που λέγουν ότι έτσι πρέπει να γίνει"».
iii) Το εδάφιο που αναφέρουν, δε χρειάζεται και πολύ μυαλό για να καταλάβει κανείς περί τίνος πρόκειται. Είναι το τέλος μιας παραβολής. Η παραβολή αυτή αναφέρεται στον ίδιο το Χριστό, αλλά αναφέρεται στη Δευτέρα Παρουσία κι όχι στο μεσοδιάστημα μεταξύ Ανάστασης και Δευτέρας Παρουσίας. Όσοι τότε (κι όχι στο μεσοδιάστημα) τον είχαν αρνηθεί, θα «σφαγούν». Έτσι, λοιπόν, ο ισχυρισμός των αντίχριστων που θέλουν τον Χριστό να ευλογεί τάχα τη σφαγή των εχθρών του (από τους οπαδούς του) είναι αβάσιμος. Όμως κάποιοι θα αναρωτηθούν, πώς ο Χριστός, που κηρύσσει την ανεξικακία, να προστάξει τη σφαγή των εχθρών του, έστω και στο τέλος. Υπάρχει η παραβολή του Κατά Ματθαίον 21, 33-41, όπου οι κακοί επιστάτες σφάζουν το γιο του κυρίου του αμπελιού, όταν αυτός αποστέλεται από τον κύριο του αμπελιού, αφού πρώτα είχε αποστείλει άλλους δούλους του – τους προφήτες – τους οποίους επίσης οι επιστάτες σκότωναν. Ρωτώντας ο Χριστός τους Φαρισαίους, τι πρέπει να κάνει ο κύριος του αμπελιού τους επιστάτες, αυτοί του απάντησαν «να τους σκοτώσει». Αλλά και πάλι, η παραβολή αυτή αναφέρεται στη Δευτέρα Παρουσία, στον τελικό πόλεμο Σατανά και πλανεμένων απ’ αυτόν κατά της Εκκλησίας. Ένα πόλεμο που θα τον προκαλέσει ο ίδιος ο Σατανάς – όχι ο Χριστός (Αποκάλυψις Ιωάννου, 20, 8) και στον οποίο θα χάσει και θα σφαγούν. Εσχατολογικό είναι το περιεχόμενο της πααβολής και της προφητείας, λοιπόν. Με άλλα λόγια ο Χριστός δεν προκαλεί τη σφαγή των λαών κατά τη Δευτέρα Παρουσία, ούτε προτρέπει σε σφαγή των μη Χριστιανών κατά το μεσοδιάστημα μεταξύ Ανάστασης και Δευτέρας Παρουσίας. Και πώς να προέτρεπε τους Χριστιανούς σε κάτι τέτοιο, τη στιγμή που προτρέπει: Κατά Ματθαίον, 5, 44-47: «Εγώ όμως σας λέγω, Αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευλογείτε εκείνους, οίτινες σας καταρώνται, ευεργετείτε εκείνους, οίτινες σας μισούσι, και προσεύχεσθε υπέρ εκείνων, οίτινες σας βλάπτουσι και σας κατατρέχουσι,
διά να γείνητε υιοί του Πατρός σας του εν τοις ουρανοίς, διότι αυτός ανατέλλει τον ήλιον αυτού επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους. Διότι εάν αγαπήσητε τους αγαπώντάς σας, ποίον μισθόν έχετε; Και οι τελώναι δεν κάμνουσι το αυτό; Και εάν ασπασθήτε τους αδελφούς σας μόνον, τι περισσότερον κάμνετε; Και οι τελώναι δεν κάμνουσιν ούτως;» και Κατά Ματθαίον, 5, 39: «όποιος σε κτυπήσει εις το δεξί σαγόνι, να του στρέψης και το άλλο».

ιγ') "Ο Ιησούς κηρύσσει το μίσος προς τους ίδιους τους γονείς: «εἴ τις ἔρχεται πρός με καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα ἑαυτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὰς ἀδελφάς, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναταί μου μαθητὴς εἶναι. καὶ ὅστις οὐ βαστάζει τὸν σταυρὸν ἑαυτοῦ καὶ ἔρχεται ὀπίσω μου, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.» (Κατά Λουκάν, 14, 26-27). Με άλλα λόγια ο Ιησούς προτρέπει τον κόσμο να μισεί τους γονείς του και την οικογένειά του, για να αγαπάει αυτόν! Η αγάπη προς τον Ιησού συνεπάγεται μίσος προς την ανθρωπότητα."

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: τι θέλει να πει εδώ ο Χριστός φαίνεται από ένα αντίστοιχο χωρίο του Κατά Ματθαίον, 10, 37-38: «῾Ο φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.» Ο Ματθαίος λέει «όποιος αγαπά τον πατέρα ή την μητέρα του περισσότερο απ’ ό,τι αγαπά εμένα, δεν μου είναι άξιος». Φαίνεται αμέσως ότι ο Λουκάς – που δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας – κατέγραψε διαφορετικά αυτό που ο Ματθαίος – που ήταν αυτόπτης μάρτυρας – άκουσε. Δηλαδή πρόκειται για τα ίδια λόγια του Χριστού, κι ο Ματθαίος τα παρέθεσε, όντας αυτόπτης μάρτυρας, πιστότερα. Όταν λοιπόν ο Λουκάς γράφει περί «μίσους προς τους γονείς» δεν εννοεί μίσος: εννοεί «η αγάπη προς τους γονείς να είναι μικρότερη απ’ την αγάπη προς τον Χριστό»˙ απλά το λέει με άλλα λόγια. Χρησιμοποιεί μια πιο έντονα φορτισμένη λέξη («μίσος»), ώστε να δείξει την δέουσα διαφορά μεγέθους μεταξύ της αγάπης προς τον Θεό και της αγάπης προς τους γονείς. Όσο θα ήταν το να μισούσε κανείς τους γονείς του (ενώ αρχικά τους αγαπούσε), τόση θα πρέπει να είναι η διαφορά μεταξύ της αγάπης προς το Θεό και της αγάπης προς τους γονείς – αλλά αυτό δε συνεπάγεται άρνηση της αγάπης προς τους γονείς. Η τιμή και αγάπη προς τους γονείς είναι θεϊκή εντολή (ΕΞΟΔΟΣ ΚΑ’, 12). Ωστόσο προηγείται η αγάπη προς το δωρητή κάθε ζωής, δηλαδή το Θεό, κι έπεται η αγάπη προς τους δωρητές της προσωπικής ζωή, δηλαδή τους γονείς. Αυτό είναι το λογικό. Επιπλέον, δεν ισχύει κανένας αλληλοαποκλεισμός, όπως ισχυρίζονται οι αντιχριστιανοί, διαστρεβλώνοντας τα λόγια του Χριστού. Το «αγάπησε περισσότερο το Θεό από τους γονείς σου» δεν συνεπάγεται «μίσησε και μην αγαπάς τους γονείς σου». Ότι ο Λουκάς όταν γράφει για «μίσος» μιλά μεταφορικά, φαίνεται απ’ το ότι κάνει λόγο για μίσος προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Φυσικά, δεν εννοεί πραγματικό μίσος, αλλιώς ποιο νόημα θα είχε να μιλάμε για σωτηρία;

ιδ') "Τι εννοεί ο Ιησούς όταν λέει «Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν. ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς· καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ.» (Κατά Ματθαίον, 10, 34-36) και «Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη! βάπτισμα δὲ ἔχω βαπτισθῆναι, καὶ πῶς συνέχομαι ἕως οὗ τελεσθῇ! δοκεῖτε ὅτι εἰρήνην παρεγενόμην δοῦναι ἐν τῇ γῇ; οὐχί, λέγω ὑμῖν, ἀλλ᾿ ἢ διαμερισμόν. ἔσονται γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν πέντε ἐν οἴκῳ ἑνὶ διαμεμερισμένοι, τρεῖς ἐπὶ δυσὶ καὶ δύο ἐπὶ τρισί· διαμερισθήσονται πατὴρ ἐπὶ υἱῷ καὶ υἱὸς ἐπὶ πατρί, μήτηρ ἐπὶ θυγατρὶ καὶ θυγάτηρ ἐπὶ μητρί, πενθερὰ ἐπὶ τὴν νύμφην αὐτῆς καὶ νύμφη ἐπὶ τὴν πενθερὰν αὐτῆς.» (Κατά Λουκάν, 12, 49-53), εκτός απ’ το να εκδηλώσει τη θρησκευτική του μισαλλοδοξία και το φανατισμό, που διαιρούν τους ανθρώπους; Ο ίδιος το λέει ότι δεν ήρθε να φέρει ειρήνη αλλά πόλεμο, όχι ειρήνη αλλά μάχαιρα˙ ότι εξαιτίας του θα διαχωριστούν οικογένειες, πατέρας κατά γιου κι αντίστροφα, μάνα κατά κόρης κι αντίστροφα, πεθερά κατά νύφης κι αντίστροφα».

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: καμμία σχέση, φυσικά, δεν έχουν οι παραπάνω ισχυρισμοί με την αλήθεια. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος γράφει: «Επομένως ο πόλεμος δεν είναι έργον της προθέσεως του Κυρίου, αλλά προέρχεται από την γνώμην των ανθρώπων. Διότι ο Κύριος ήθελεν όλοι οι άνθρωποι να συμφωνούν ως προς την ευσέβειαν. Επειδή όμως εκείνοι στασιάζουν, γίνεται πόλεμος» (Ομιλία λε’ εις το Κατά Ματθαίον, 1). Ο Χριστός λέει ότι εξαιτίας του, οι άνθρωποι θα χωριστούν, από μόνοι τους, σ’ αυτούς που θα πιστέψουν και σ’ αυτούς που δε θα πιστέψουν. Ώς εδώ, ποιο είναι το πρόβλημα; Όταν εμφανίζεται μια θεωρία ή μια πίστη, άλλοι τη δέχονται κι άλλοι την απορρίπτουν και έτσι οι άνθρωποι διχάζονται, διαιρούνται σε δύο ομάδες. Αυτό όμως δεν λέει τίποτε αρνητικό για την θεωρία την ίδια˙ δεν συνεπάγεται πως η ίδια η θεωρία είναι κακή, απλώς επειδή κάποιοι τη δέχτηκαν και κάποιοι άλλοι την απέρριψαν. Άμα ήταν έτσι, όλες οι απόψεις θα ήταν «επικίνδυνες», αφού εξαντικειμένου «διχάζουν» τους ανθρώπους σε δύο (τουλάχιστον) ομάδες: όσους τις αποδέχονται κι όσους τις απορρίπτουν. Είναι ολοφάνερη λοιπόν η πονηριά των Νεοπαγανιστών, που κατηγορούν τον Χριστό ως αίτιο διχασμού. Κάνουν ωσάν ο Χριστός να οδηγεί στο διχασμό της ανθρωπότητας. Σε λίγο θα ισχυριστούν ότι μόνο όταν μια άποψη γίνεται αποδεκτή απ’ όλους, είναι σωστή (διαφορετικά είναι κακό να υπάρχει και να διχάζει), δηλαδή θα δικαιώσουν το επιχείρημα της βίαιης επιβολής μιας άποψης. Αντίθετα, ο Χριστός, τονίζοντας ότι θα διχάσει τους ανθρώπους, σε πιστούς και άπιστους, αφήνει «χώρο» να σταθούν οι άπιστοι. Διαφορετικά δεν θα έλεγε ότι εξαιτίας του θα διαχωριστούν οι άνθρωποι (σε πιστούς και άπιστους): θα ‘λεγε ότι εξαιτίας του θα πιστέψουν όλοι οι άνθρωποι.
Η «μάχαιρα» έχει το χαρακτηριστικό ότι τέμνει. Δεν αναφέρεται σε σφαγές ο Χριστός, αλλά στο γεγονός ότι η ύπαρξή του διαχωρίζει τους πιστούς από τους άπιστους˙ ο διαχωρισμός γίνεται όχι με τη βία, αλλά με τη δική τους θέληση να είναι είτε πιστοί είτε άπιστοι.
Ο διχασμός όμως, ανάμεσα και στα μέλη της οικογένειας, δεν οφείλεται απλώς στην διαφορετική τοποθέτηση του καθενός έναντι του Χριστού, αλλά στο μίσος των άπιστων προς τους Χριστιανούς. Ο Χριστός (ξανα)τονίζει ότι οι άπιστοι θα μισήσουν τους Χριστιανούς συγγενείς τους˙ δεν λέει ότι ο Χριστιανός θα μισήσει τους άπιστους συγγενείς του. Οι αρχαιολάτρες διαστρεβλώνουν τα λόγια του, σαν να σήμαινε το ένα το άλλο. Θα σύμφερε στους αρχαιολάτρες και τους λοιπούς αντιχριστιανούς να αποδείξουν ότι ο Χριστός ζητάει από τους Χριστιανούς να μισήσουν τους άπιστους συγγενείς/συνανθρώπους τους. Όμως ο Χριστός απλώς προειδοποιεί τους Χριστιανούς ότι οι άπιστοι συγγενείς τους θα τους μισήσουν: «καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ». Όχι «και εχθρός [=ο Χριστιανός] των οικιακών [=άπιστων συγγενών] αυτού». Για τους Χριστιανούς ισχύει πάντοτε το Κατά Ματθαίον, 5, 44-47. Η διαφορά είναι λεπτή, αλλά τεράστιας σημασίας. Οι αντιχριστιανοί είναι τεχνίτες στη διαστρέβλωση των λόγων της Αγίας Γραφής και στην παραποίηση του νοήματός της.

ιε') "Γιατί ο Ιησούς συνιστά στους μαθητές του «όταν προσεύχεσθε, μη λέγετε πολλά και ανόητα, όπως κάνουν οι εθνικοί, που νομίζουν ότι με την πολυλογίαν τους θα εισακουσθούν» (Κατά Ματθαίον, 6, 7), ενώ υπάρχουν πολλοί ύμνοι προς τους θεούς, του Πυθαγόρα και άλλων, που διακρίνονται για την λιτότητα και το μεστό νόημά τους;"

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ο Πυθαγόρας δεν ήταν ο κλασσικός τύπος πολυθεϊστή ούτε κι ο Ευριπίδης, αποσπάσματα των οποίων παραθέτει ο κ. Γ. Σιέττος και ο Δαυλός, για να μας αποδείξουν ότι δεν «βαττολογούσαν» (φλυαρούσαν) οι Εθνικοί. Έχουμε αναφέρει το παρανοϊκό τυπικό των προσευχών που έκαναν οι Ειδωλολάτρες, στο κεφάλαιο 57. Στριφογύριζαν, χοροπηδούσαν, και έκαναν άλλα διασκεδαστικά κατά την ανάγνωση της προσευχής, για να τους προσέξουν οι «θεοί». Ίσως θα μπορούσαν, οι αρχαιολάτρες, να μας εξηγήσουν τη σημασία της φράσης ΒΑΡΒΑΦΟΡΦΟΡΒΑΡΒΟΡΒΑΡ ΒΟΡΑ ΒΟΡΒΟΡ ΒΑΡΒΑ ΦΟΡΒΑΒΑΙΗ, η οποία βρέθηκε στην Ελλάδα, στην αθηναϊκή αρχαία Αγορά, σε ένα «κατάδεσμο», δηλαδή προσευχή προς χθόνιους ελληνικούς θεούς˙ και πώς αυτή η φράση δε συνιστά «βαττολογία». «Ο Κικέρων (De legibus, 2, 15) παρατηρεί ότι οι ελληνικές πόλεις φρόντιζαν να διατηρούν τους αρχαίους ρυθμούς. (...) Ο Βάρρων αναφέρει ορισμένες λέξεις των ιερών βιβλίων που διατηρούνταν στην Αθήνα, των οποίων η γλώσσα ήταν αρχαϊκή (De lingua latina, 5, 97)» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 260-261). Γι’ αυτό το λόγο κι ο συριακής καταγωγής Εθνικός, Ιάβλιχος, κατηγορεί τους Έλληνες ότι αλλοιώνουν όσα μαθαίνουν από τους Ασιάτες Εθνικούς. Μεταφράζοντας μια ασιατική προσευχή σε «θεό» ή μια «μαγική» ασιατική λέξη ή ένα όνομα ασιατικού «θεού» στα ελληνικά, αμέσως άλλαζε (έστω και ελαφρώς) η προφορά των λέξεων, οπότε προφέροντάς τις δεν μπορούσε να εξευμενίσει κανείς το «θεό». Αυτή είναι η φλυαρία˙ κι όχι οι λίγες εξαιρέσεις διάφορων Αρχαίων, που μόνο ευσεβείς πολυθεϊστές και χαρακτηριστικά παραδείγματα Εθνικών δε θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν.

ιστ') "Τα «θαύματα» του Ιησού είναι ελεγχόμενα, προετοιμασμένα. Ο Ιησούς πριν πάει σε κάποιο μέρος έστελνε πρώτα τους μαθητές του (όχι απαραίτητα τους δώδεκα, αλλά και τους εβδομήντα), οι οποίοι παρίσταναν τους χειροκροτητές, τους αρρώστους ή ίσως έπειθαν άλλους να κάνουν τους αρρώστους. Έπειτα ερχόταν ο Ιησούς και «γιάτρευε» τους μαθητές του ή αυτούς που οι μαθητές του είχαν πείσει να παραστήσουν τους «τυφλούς», τους «παράλυτους», τους «δαιμονισμένους» κ.ά., κι έτσι προβαλόταν ως «Μεσσίας». Ο Ιησούς προσχεδίαζε τον προορισμό του κάθε φορά. Το παράδειγμα της θεραπείας της πεθεράς του Σίμωνα (Πέτρου) είναι χαρακτηριστικό. Αφού την θεραπεύει στο σπίτι του Πέτρου, όταν μαζεύονται τα πλήθη της περιοχής για να τους γιατρεύσει, αυτός λέει ότι «πρέπει να φέρω το άγγελμα της βασιλείας του Θεού και σε άλλες πόλεις» και αποφεύγει να κάνει πραγματικά θαύματα".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Έχουμε να παρατηρήσουμε έξι πράγματα.
1. Οι Ευαγγελιστές και οι απόστολοι δε θα επέμεναν μέχρι θανάτου, ο καθένας τους, για την αλήθεια της πίστης τους, εάν ήξεραν για την υποτιθέμενη απάτη. Εάν γνώριζαν και είχαν λάβει μέρος σ’ αυτήν την απάτη, τότε με την πρώτη δυσκολία, θα απαρνούνταν τον Χριστό, ειδικά μετά την Ανάσταση. Δε θα άρχιζαν τις περιοδείες.
2. Αν οι μαθητές του είχαν τέτοιο ρόλο και εάν επρόκειτο περί απάτης, τότε οι συγγραφείς των Ευαγγελίων θα ήταν αρκετά έξυπνοι απατεώνες, ώστε να αποκρύψουν εντελώς, όχι μόνο τον ρόλο των μαθητών που απέστελνε στις πόλεις και τα χωριά, αλλά και την ίδια την ύπαρξη των μαθητών αυτών, για να μη βγουν μια μέρα τίποτε «απομυθοποιητές» και τους ξεσκεπάσουν.
3. Η Παλαιστίνη ήταν μια μικρή περιοχή. Εάν υπήρχαν εβδομήντα άτομα (εκ των μαθητών του Ιησού) που «θεραπεύονται» ξανά και ξανά, τότε η πιθανότητα να τα δει κάποιος και να τα ξεσκεπάσει μπροστά στο πλήθος (π.χ. «Εσύ δεν ήσουν που θεραπεύτηκες προχτές στη Ναζαρέτ; Τώρα στην Τιβεριάδα, έγινες ξανά παράλυτος;») ήταν πολύ μεγάλος, και ο κίνδυνος αυτοί – οι απατεώνες μαθητές του – να λυντσαριστούν από το πλήθος που θα αντιλαμβανόταν την απάτη, ήταν πολύ μεγάλος. Δεν γινόταν να δημιουργηθεί η φήμη γύρω από το όνομα και το πρόσωπο του Ιησού με τέτοιο τρόπο.
4. Οι πόλεις και τα χωριά εκείνη την εποχή ήταν πολύ μικρότερα των σημερινών. Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης, μπορεί να μην ήταν επιστήμονες, αλλά βλάκες δεν ήταν. Γνώριζαν ο ένας τον άλλον (όπως στα χωριά σήμερα), ήξεραν ποιος είναι υγιής και ποιος άρρωστος, ήξεραν ποιος ήταν ξένος και ποιος συμπολίτης / συγχωριανός τους, και ασφαλώς δεν μπορούσαν να πειστούν από θαύματα που συνέβαιναν πάντοτε σε ξένους (οι οποίοι εμφανίζονταν από το πουθενά) και ποτέ σε συντοπίτες τους. Στη σημερινή εποχή, ασφαλώς είναι δυνατή η εξαπάτηση των ανθρώπων, διότι οι πόλεις είναι μεγάλες και τα πλήθη δεν γνωρίζονται αναμεταξύ τους, και γι’ αυτό είναι πολύ εύκολο για κάποιον «θαυματοποιό» να κάνει «θαύματα» χρησιμοποιώντας κάποιους συνεργάτες του ως «παράλυτους», «κουφούς» κ.λπ. και θεραπεύοντάς τους. Στην εποχή του Ιησού όμως, σε τόσο μικρές πόλεις και χωριά, εύκολα τέτοιου είδους απάτη θα ανακαλύπτονταν.
5. Άλλωστε οι ίδιοι οι Ευαγγελιστές μας αναφέρουν ότι οι Φαρισαίοι, όταν τόσο καχύποπτοι, ώστε ερευνούσαν όλες τις περιπτώσεις, ακόμη και της απάτης, σχετικά με τα θαύματα του Ιησού. Ρωτούν τους γονείς του εκ γενετής τυφλού, αν ο θεραπευμένος είναι όντως γιός τους (Κατά Ιωάννην, 9, 19). Εφόσον, λοιπόν, οι εχθροί του Χριστού εξέταζαν το ενδεχόμενο της απάτης, αλλά ούτε τότε ανακάλυψαν κάποια απάτη ούτε αργότερα (στο Ταλμούδ) ανέφεραν τέτοια εξαπάτηση, είναι προφανές ότι οι σύγχρονοι αρχαιολάτρες «απομυθοποιητές» ισχυρίζονται παραμύθια και κάνουν αναπόδεικτες ερμηνείες.
6. Το ότι ο Ιησούς είχε ένα σχέδιο από ποια πόλη θα περάσει πρώτα, πού θα πάει έπειτα, δεν είναι αρκετό, για να γίνουμε καχύποπτοι και να πούμε ότι πρόκειται περί απάτης. Ο καθένας, όταν βγαίνει από το σπίτι του έχει προσχεδιάσει πού θέλει να πάει, έτσι κι ο Θεός έχει σχέδιο, πρώτα να πάει στην Ναζαρέτ, έπειτα στην Καπερναούμ, έπειτα στα Γάδαρα κ.ο.κ.
Συμπέρασμα: ψευδοορθολογιστικές ερμηνείες υπάρχουν πολλές. Αλλά για να αποδειχτούν ως αληθείς, πρέπει να μην κλονίζονται από τον ορθό λόγο. Οι αρχαιολατρικοί ισχυρισμοί για τα θαύματα του Χριστού είναι τόσο σαθροί και γελοίοι, ώστε με μια πρόχειρη εξέταση κατταρίπτονται.

ιζ') "Η Παλαιά Διαθήκη είναι εβραϊκή. Πώς γίνεται να έχουν άδικο οι ραββίνοι και δίκαιο οι Χριστιανοί, όταν την ερμηνεύουν αυτοί;"

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι μόνο οι Εβραίοι μπορούσαν να ερμηνεύσουν τα εδάφια σωστά, και συνεπώς, εάν αυτοί δεν τα ερμήνευσαν έτσι, τότε η χριστιανική ερμηνεία δεν στέκεται από μόνη της. Όμως κάνουν λάθος, γιατί η ερμηνεία των Φαρισαίων, των Σαδδουκαίων και των Γραμματέων (δηλαδή των Ιουδαίων της εποχής του Χριστού) για το μωσαϊκό νόμο και τους προφήτες μόνο σωστή δεν ήταν, κι αυτό αποδείκνυε ο Χριστός, κάθε φορά που συζητούσε μαζί τους.
-Έτσι διαβάζουμε στο Κατά Ματθαίον 22, 41-46: «Ενώ δε ήσαν μαζεμένοι οι Φαρισαίοι, τους ερώτησε ο Ιησούς, "Τι φρονείτε δια τον Χριστόν; Ποίου είναι υιός;". Λέγουν εις αυτόν, "Του Δαυίδ". Αυτός τους λέγει, "Πώς λοιπόν ο Δαυίδ, εμπνευσμένος από το Πνεύμα, τον ονομάζει Κύριον και λέγει, Είπε ο Κύριος εις τον Κύριόν μου, Κάθησε εις τα δεξιά μου, έως ότου κάνω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδιών σου; Εάν λοιπόν ο Δαυίδ τον ονομάζει Κύριον, πώς είναι δυνατόν να είναι υιός του;". Και κανείς δεν ήτο εις θέσιν να του αποκριθή ένα λόγον, ούτε ετόλμησε κανείς από εκείνην την ημέραν να τον ερωτήσει πλέον». Φαίνεται πόσο οι δήθεν αυθεντικοί ερμηνευτές του μωσαϊκού νόμου τα έχασαν.
-Επίσης ο Χριστός δείχνει την λανθασμένη ερμηνεία των γραμματέων και Φαρισαίων στο Κατά Ματθαίον, 15, 3-6: «Αυτός δε τους απεκρίθη, "Γιατί και σεις παραβαίνετε την εντολήν του Θεού χάριν της παραδόσεώς σας; Ο Θεός είπε: Να τιμάς τον πατέρα σου και την μητέρα σου, και, Εκείνος που υβρίζει πατέρα ή μητέρα οφείλει να θανατωθή. Σει δε λέγετε: "Εκείνος που θα πη εις τον πατέρα του ή την μητέρα του, Ό,τι έχει να ωφεληθής από εμέ, αυτό δίδεται ως δώρον εις τον Θεόν, αυτός δεν έχει υποχρέωσιν να τιμήση τον πατέρα του ή την μητέρα του". Και ακυρώσατε την εντολήν του Θεού χάριν της παραδόσεώς σας».
-Χαρακτηριστικό παράδειγμα της έλλειψης αυθεντίας, Κατά Ματθαίον 21, 23-27: «Και όταν ήλθε εις τον ναόν, τον επλησίασαν, ενώ εδίδασκε, οι αρχιερείς και πο πρεσβύτεροι του λαού, και του είπαν, "Με ποιαν εξουσίαν κάνεις αυτά, και ποιος σου έδωκε την εξουσίαν αυτήν;". Ο Ιησούς τους απεκρίθη, "Θα σας κάνω και εγώ μίαν ερώτησιν, και εάν μου απαντήσετε, θα σας πω και εγώ με ποιαν εξουσίαν κάνω αυτά. Το βάπτισμα του Ιωάννου από πού ήτο; Από τον ουρανόν ή από τους ανθρώπους;". Αυτοί συζητούσαν μεταξύ τους και έλεγον, "Εάν πούμε, "Από τον ουρανόν", θα μας πη, "Γιατί λοιπόν δεν επιστέψατε σ’ αυτόν;", εάν δε πούμε, "Από τους ανθρώπους", φοβούμεθα τον λαόν, διότι όλοι έχουν τον Ιωάννην για προφήτην". Και απεκρίθησαν εις τον Ιησούν, "Δεν γνωρίζομεν". Και αυτός τους είπε, "Ούτε και εγώ σας λέγω με ποιαν εξουσίαν κάνω αυτά".
-Ο Χριστός αποστομώνει τους απεσταλμένους των Ηρωδιανών και των Φαρισαίων, όταν αυτοί προσπαθούν να τον παγιδέψουν για το ζήτημα της πληρωμής του φόρου στον Καίσαρα (Κατά Ματθαίον, 22, 16-22), λέγοντας τους το γνωστό «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι...». Οι απεσταλμένοι θαύμασαν κι έφυγαν.
-Ο Χριστός, όταν οι Σαδδουκαίοι – που δεν πίστευαν στην ανάσταση νεκρών – πήγαν να τον πειράξουν ρωτώντας τον σχετικά, αυτός τους αποστόμωσε δείχνοντας την άγνοιά τους σχετικά με την ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης, στο Κατά Ματθαίον, 22, 24-33: «τον ερώτησαν, "Διδάσκαλε, ο Μωυσής είπεν, Εάν ένας πεθάνη άτεκνος, τότε πρέπει ο αδελφός του να νυμφευθή την γυναίκα του και να φέρη απογόνους εις τον αδελφόν του. Ήσαν λοιπόν σ’ εμάς επτά αδελφοί. Ο πρώτος αφού ενυμφε΄θη, επέθανε και, επειδή δεν είχε απογόνους, άφησε την γυναίκαν του εις τον αδελφόν του. το ίδιο συνέβη και εις τον δεύτερον και εις τον τρίτον έως τον έβδομον. Τελευταία δε απ’ όλους επέθανε η γυναίκα. Κατά την ανάστασιν λοιπόν, εις ποιον από τους επτά θα ανήκη η γυναίκα; Διότι όλοι την είχαν γυναίκα". Απεκρίθη ο Ιησούς, "Πλανάσθε, επειδή δεν γνωρίζετε τας γραφάς ούτε την δύναμιν του Θεού. Διότι κατά την ανάστασιν ούτε νυμφεύονται ούτε παντρεύονται, αλλ’ είναι όπως οι άγγελοι εις τον ουρανόν. Όσον αφορά δε την ανάστασιν των νεκρών, δεν εδιαβάσατε εκείνο, το οποίον σας είπε ο Θεός, Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ; Δεν είναι ο Θεός, Θεός νεκρών αλλά ζώντων". Και όταν τα πλήθη άκουσαν αυτά, εξεπλάγησαν δια την διδασκαλίαν του».
-Ο Χριστός κατακρίνει την παράδοση και ερμηνεία των Φαρισαίων και των γραμματέων, στο Κατά Ματθαίον 23, 16-20: «Αλλοίμονον σ’ εσάς, οδηγοί τυφλοί, που λέτε, "Εάν ορκισθή κανείς εις τον ναόν, αυτό δεν είναι τίποτε˙ εάν όμως ορκισθή εις τον χρυσόν του ναού, είναι υποχρεωμένος να τηρήση τον όρκον". Μωροί και τυφλοί, ποιο είναι μεγαλύτερον, ο χρυσός ή ο ναός, ο οποίος κάνει ιερόν τον χρυσόν; Και "Όποιος ορκισθή εις το θυσιαστήριον, αυτό δεν σημαίνει τίποτε˙ όποιος όμως ορκισθή εις το δώρον, το οποίον είναι επάνω του, είναι υποχρεωμένος να τηρήση τον όρκον του". Μωροί και τυφλοί, ποιο είναι μεγαλύτερον, το δώρον ή το θυσιαστήριον, το οποίον κάνει ιερόν το δώρον;»
-Αλλού ο Χριστός αποδεικνύει πόσο αμαθείς και σκοτισμένοι ήταν οι Φαρισαίοι, που απέδιδαν τα θαύματά του κατά των δαιμόνων, σε βοήθεια του διαβόλου.
Συνεχώς ο Ιησούς αποδεικνύει πόσο ψευδής είναι η άποψη των Νεοπαγανιστών ότι η ερμηνεία της Π.Δ. γίνεται από τους ραββίνους. Μόνο «αυθεντία» δεν μπορούσαν να θεωρήσουν τον εαυτό τους οι πνευματικοί ηγέτες του Ισραήλ της εποχής του Χριστού. Δεν ισχύει λοιπόν ο ισχυρισμός «μόνο οι ραββίνοι μπορούν να ερμηνεύσουν τις προφητείες και την Παλαιά Διαθήκη, όχι οι απόστολοι και οι ευγγελιστές». Είχαν, οι ραββίνοι, Φαρισαίοι, Σαδδουκαίοι, Γραμματείς, καταντήσει τον 1ο μ.Χ. αι. όπως τα διεφθαρμένα ιουδαϊκά ιερατεία του νότιου και βόρειου βασιλείου (9ος – 6ος π.Χ. αι.), τα οποία κατέκριναν οι προφήτες λέγοντας ότι διαστρέφουν την ερμηνεία του μωσαϊκού νόμου.
Δεν υπάρχει τίποτε πιο διασκεδαστικό βέβαια, από τους Νεοπαγανιστές που, ενώ συνέχεια βρίζουν τους Ορθόδοξους, πότε ως «Ιουδαιοχριστιανούς κατακτητές», πότε σκέτα ως «Ιουδαιοχριστιανούς» και λεν πως Ιουδαϊσμός και Χριστιανισμός είναι το ένα και το αυτό, στην περίπτωση αυτήν – όπως και με τον πρώην Αρειανιστή Ιουλιανό, που χρηματοδοτούσε την ανέγερση του ιουδαϊκού ναού, μόνο και μόνο για να αποδείξει στους Χριστιανούς ότι η σχετική προφητεία του Χριστού ήταν λανθασμένη – γίνονται ιουδαϊκότεροι των Ιουδαίων, προκειμένου να αντιταχθούν στο Χριστιανισμό. Δεν πρέπει να παραξενεύει κανέναν αυτό. Άλλωστε, τόσο οι εθνικιστές Εβραίοι (Σιωνιστές και οι της εποχής του Χριστού) όσο και οι εθνικιστές/παγανιστές αρχαιολάτρες έχουν κοινό σημείο: τον εθνικισμό-σωβινισμό. Και οι δυο φτάνουν (έφτασαν, για τους Εβραίους) να θεωρούν ότι ο Θεός είναι εθνικό ζήτημα κι όχι ζήτημα αλήθειας. Αφού λοιπόν οι Εβραίοι είδαν τον Χριστό να μην είναι αυτό που ήθελαν, δηλαδή κοσμικός βασιλιάς και ηγέτης, και αφού οι Νεοπαγανιστές κυριολεκτικά ζουν στον εθνικιστικό κόσμο τους, μη δεχόμενοι ότι ο Θεός είναι ένας για όλους, είναι ολοφάνερο πώς πραγματοποιούνται τέτοιες «συμμαχίες» από καιρό εις καιρού.

ιη') «Το β’ όμως Ευαγγέλιο δε λέει τίποτα σχετικό και αγνοεί τις οικογενειακές περγαμηνές του Ναζωραίου. Ο Ευαγγελιστής Μάρκος, που απομνημόνευσε τα όσα ιστόρησε ο Πέτρος, επειδή δεν άκουσε τίποτε σχετικό, ίσως γιατί στη Ρώμη και στην Ιταλία οι χριστιανικές εκκλησίες δεν ήθελαν τον Ιησού γέννημα θρέμμα Ιουδαίο, αρχίζει τη διήγησή του από τότε που ουσιαστικά άρχισε ο Ιησούς την πολιτικοκοινωνική του δράση» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 238).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Επειδή το Ευαγγέλιο αυτό «εγράφη δια τους εκ περιτομής Χριστιανούς της Αιγύπτου» (Στ. Ν. Σάκκου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 108), προκύπτει πως δεν προοριζόταν για τους Ρωμαίους και Ιταλούς (τα «Ευαγγέλια» δεν ήταν τίποτε άλλο παρά επιστολές, κι όχι διατριβές) και συνεπώς τις εικασίες δεν αξίζουν να τις πάρει κανείς στα σοβαρά. «Μίαν δε γενεάν προ του Μάρκου η Αλεξάνδρεια εχρημάτισεν επί 15 έτη ίση προς την Ρώμην συμπρωτεύουσα αυτής˙ τότε η αυτοκρατορία είχε δύο αυτοκράτορα. Δια τούτο και η ελληνιστική της Αιγύπτου και το κατά Μάρκον Ευαγγέλιον έχουν πολλάς λατινικάς λέξεις. Το ότι ο Πέτρος ήτο επίσκοπος Ρώμης και ο υπαρχηγός του Μάρκος έγραψε το Ευαγγέλιόν του εν Ρώμη με πολλάς ρωμαϊκάς λέξεις είναι αυτόχρημα μύθος» (Στ. Ν. Σάκκου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 109). Άλλωστε μπορούμε να υποθέσουμε – κι αυτή η υπόθεση ανατρέπει τον ισχυρισμό των οπαδών της αρνητικής κριτικής ότι πρώτα εγράφη το Κατά Μάρκον – ότι επειδή είχε γραφτεί πρώτα το Κατά Ματθαίον, ο Μάρκος κι ο Πέτρος δε θεώρησαν αναγκαίο να ξανααναφερθούν στη γενεαλογία του Ιησού. Αυτή είναι πιο λογικοφανής αιτία. Βέβαια, ο Λουκάς αργότερα, ξαναγράφει τη γενεαλογία του Ιησού. Αυτό το κάνει γιατί το Ευαγγέλιό του ήταν μια επιστολή προς έναν πρώην Εθνικό, τον Θεόφιλο (κι απ’ ότι φαίνεται απ’ το «κράτιστε», αυτός είχε κρατικό αξίωμα), ο οποίος, επειδή ήταν νεοκατήχητος Εθνικός έπρεπε να μάθει για τον Ιησού.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Sat Oct 09, 2021 1:16 pm

ιθ') «Έπρεπε να πλαστεί μια άλλη παράδοση που να παρουσιάζει τη θεϊκή καταγωγή του Ιησού σαν υπερφυσικό φαινόμενο. Η παράδοση αυτή είναι διατυπωμένη στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη. Από την αιτία αυτή το τέταρτο Ευαγγέλιο αγνοεί ολότελα τη δαβιδική καταγωγή του Ιησού καθώς και την παρθενογένεσή του και αρχίζει ιστορώντας πως στην αρχή ήταν ο Λόγος και ο Λόγος ήταν κι αυτός Θεός, κι αφού ενσαρκώθηκε στο πρόσωπο του Ιησού κατέβηκε ανάμεσά μας. Ύστερα ιστορεί τη δράση του Ιησού χωρίς να αναφέρει τίποτα για την παιδική του ηλικία. (...) Σβήστηκε η αρχή του πρωταρχικού Ευαγγελίου και σύμφωνα με τις αρχές της φιλωνικής φιλοσοφίας ταυτίστηκε ο Ιησούς με το Λόγο» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. β’, σ. 19).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: υποθέσεις επί υποθέσεων. Η αλήθεια είναι εδώ απλή: το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο ήταν το τελευταίο που γράφτηκε. Πριν από αυτό υπήρχαν άλλα που εξιστορούσαν την καταγωγή του Ιησού. Αυτά σιγά-σιγά γίνονταν γνωστά. Δεν ήταν ανάγκη να επαναληφθούν. Γι’ αυτό το Ευαγγέλιο δεν είναι πλέον «Βίβλος του Ιησού Χριστού» αλλά «Λόγοι του Ιησού Χριστού». Τα διασωζόμενα παπύρινα αντίγραφα επιβεβαιώνουν ότι δεν συνέβη καμμία πλαστογράφηση. Όσο για τα περί φιλωνικής φιλοσοφίας, είναι γνωστό ότι η λέξη «λόγος» υπάρχει στην μετάφραση των Ο’ και δρα ως Θεός. Κι επίσης είναι γνωστό ότι εξαρχής αποδεικνύεται, στη Γένεση, τριαδικότητα εντός του ενός Θεού.

κ') «Ωστόσο, άμα προσέξουμε τα Ευαγγέλια που ιστορούν τη γέννηση του Ιησού, θα ιδούμε πως στο α’ ύστερα από τη γενεαλογία προστέθηκε αργότερα και η ιστορία της υπερφυσικής γέννεσης του Ναζωραίου (ΜΘ. 1, 18-25) και στο δ’ σβήστηκε όλο το προοίμιο και αντικαταστάθηκε με άλλο. Μα δεν είναι μόνο αυτές οι νοθείες και οι παραχαράξεις˙ σχεδόν σε κάθε κεφάλαιο η αρχική ευαγγελική παράδοση είναι παραμορφωμένη. Κι επειδή στο τέλος του Α’ ίσαμε το τέλος του Β’ αιώνα γίνονταν συστηματικά διασκευές των Ευαγγελίων, από το βιογραφικό υλικό που απόμεινε δεν ξέρουμε πότε και πού γεννήθηκε ο Ιησούς» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 238).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: μια από τις μεθόδους τις προπαγάνδας είναι να εξαπολύει έναν ισχυρισμό (τον οποίο αδυνατεί μεν να υποστηρίξει, αλλά) τον οποίο θεωρεί και διαδίδει πως είναι αληθής, και ύστερα, βασισμένη πάνω στον ψευδή κι αναπόδεικτο αυτό ισχυρισμό να κατασκευάζει όλόκληρες ιστορίες και θεωρίες. Ο Κορδάτος αναφέρει ως «γεγονός» τον ισχυρισμό ότι το Μτ 1, 18-25 «προστέθηκε αργότερα». Το ίδιο λέει για την αρχή του Κατά Ιωάννην. Ο σκοπός του είναι να καταλήξει στο συμπέρασμα «δεν γίνεται να πιστεύουμε στα Ευαγγέλια, αφού αυτά είναι συρραμένα κατά το δοκούν». Και μάλιστα, κάνοντας δεκάδες κι εκατοντάδες και χιλιάδες τέτοιους ισχυρισμούς, στο τέλος να προκαλέσει την αμφιβολία στον καθένα˙ δηλαδή, αν ο αναγνώστης απορρίψει τον έναν ισχυρισμό του Κορδάτου, ή τους 80, να αποδεχτεί τους άλλους κι έτσι να πάψει να θεωρεί θεόπνευστα τα Ευαγγέλια (κατά το γνωστό «λέτε ψέμματα˙ όλο και κάτι θα μείνει»).
Ωστόσο, άμα προσέξουμε τη βάση των συμπερασμάτων αυτών, θα δούμε πως αυτή είναι αναπόδεικτη και ψευδής. Κανένα αντίγραφο των Κατά Ματθαίον ή Κατά Ιωάννην δεν υπάρχει, το οποίο να μην περιέχει το Μτ 1, 18-25 ή την ίδια εισαγωγή, αντίστοιχα. Θα απαντήσουν κάποιοι: «η Εκκλησία έκανε λογοκρισία και επέβαλε, όταν έγινε κρατική θρησκεία, την ίδια εκδοχή των Ευαγγελίων αυτών». Αυτό είναι αφελές, διότι είναι γνωστό πως υπήρχαν, πάντοτε, πολλές χριστιανικές αιρέσεις. Κάθε αίρεση χρησιμοποιούσε τα δικά της ευαγγέλια και ιερά βιβλία. Συνεπώς, εάν υπήρχαν κάποιες εκδοχές των Ευαγγελίων αυτών, διαφορετικές από την γνωστή, τότε πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι θα επιβίωναν ώς σήμερα, με τον α’ ή β’ τρόπο. Η Εκκλησία δε θα μπορούσε, βέβαια, να λογοκρίνει και το τελευταίο χειρόγραφο. Και σίγουρα, δε θα μπορούσε να λογοκρίνει κανέναν πριν ανακηρυχθεί επίσημη θρησκεία (δηλαδή πριν από το διάτημα μεταξύ 330-380). Αλλά, όπως έχουν βρεθεί θαμμένα σε πιθάρια τα Απόκρυφα ευαγγέλια στην Αίγυπτο, έτσι θα μπορούσαν να είχαν βρεθεί και διαφορετικές εκδοχές του Κατά Μάρκον και Κατά Ιωάννην. Δεν βρέθηκαν όμως. Εάν και όταν βρεθούν, και εάν αποδειχθεί ότι είναι παλαιότερες των πιο παλιών αντιγράφων των σημερινών εκδοχών, τότε θα μπορούν να μιλάνε οι αντιχριστιανοί.
Επειδή όμως αυτό ούτε έγινε ούτε πρόκειται να γίνει, μπορούμε να αναρωτηθούμε: είναι ή δεν είναι απατεώνες όσοι μάς παρουσιάζουν κάτι ψευδές ως «πραγματικότητα» και ως «γεγονός»; Θα έχουμε άδικο, αν θεωρήσουμε κακοήθεια τη χρησιμοποίηση αναπόδεικτων ισχυρισμών ως «αλήθεια»; Διότι όλα τα αντίγραφα των δύο αυτών Ευαγγελίων είναι παρόμοια και δεν υπάρχει κανένας λόγος που θα μας κάνει να πιστέψουμε ότι όσα λέει ο οποιοσδήποτε είναι σοβαρά.
Γιατί όμως και πώς ξεκίνησε αυτή η ανόητη – ανόητη, διότι ουδέποτε οι υποστηριχτές της απέδειξαν τους ισχυρισμούς τους – άποψη ότι τα Ευαγγέλια έχουν γραφτεί και ξαναγραφτεί συστηματικά, με τον ένα διασκευαστή να αλλοιώνει το κείμενο του προηγούμενου; Μας το εξηγεί ο καθηγητής θεολογίας ΑΠΘ Στ. Σάκκος: «Υπεστήριξαν δηλαδή οι της ανατρεπτικής ερμηνείας, ότι τα κείμενα της Γραφής προέκυψαν μετά από αλλεπαλλήλους επεξεργασίας και διασκευάς, κατά τας οποίας έκαστος συντάκτης προσέθετεν ό,τι επεθύμει και ό,τι εφαντάζετο εις τα προ αυτού κείμενα που παρελάμβανε και εξεμεταλλεύετο. Πόθεν ορμάται αυτός ο ισχυρισμός, δύναται να κατανοήση καλώς όποιος έχει παρακολουθήσει ανελλιπώς την προτεσταντικήν ερμηνευτικήν βιβλιογραφίαν επί της Κ. Διαθήκης από του Λουθήρου μέχρι σήμερον. Εκεί βλέπει ότι η "επεξεργασία" είνε ο επικρατέστερος τρόπος συντάξεως ερμηνευτικών, εισαγωγικών και ιστορικών συγγραμμάτων, ιδία μεταξύ των Γερμανών. Λαμβάνει π.χ. ο Brόckner τα υπομνήματα του De Wette και με ολίγας προσθήκας συντάσσει τα ιδικά του υπομνήματα. Έτσι συντάσσουν τα υπομνήματά των και οι διαδοχικοί συντάκται των μακροβίων ερμηνευτικών σειρών, όπως είνε η σειρά του Meyer εις την Κ. Διαθήκην (Meyer, Huther, Kόhl, Knopf). Έκαστος είνε διασκευαστής του προηγουμένου του. Έτσι επίσης η εισαγωγή του Feine έγινεν έπειτα των Feine-Behm, και έπειτα των Feine-Behm-Kόmmel. Και άλλοτε μεν το πράγμα είνε δεδηλωμένον, και το "σύνταγμα" φέρεται υπό τα ονόματα όλων των κατά καιρούς συντακτών˙ πολλάκις όμως δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως παρά τας παραπομπάς. Λαμβάνει ένας τρία προηγούμενα υπομνήματα και εξ αυτών ανασυντάσσει τέταρτον το ιδικόν του. Ενίοτε μετά από τρεις και τέσσαρας γενεάς ανασυντάξεως παρατηρείται το φαινόμενον να μη γνωρίζη ο τελευταίος συντάκτης, οποίων κληρονομιών είνε, και να επιτίθεται ενντίον αρχαιοτέρων, εις τους οποίους όμως ανάγεται μέρος του υλικού του διοχετευθέν εις αυτόν μέσω τρίτων. Αυτοί λοιπόν οι "ερευνηταί", μη δυνάμενοι να διανοηθούν ότι οι απόστολοι δεν "συνέτασσον" όπως αυτοί, υποστηρίζουν ότι τα βιβλία της Κ. Διαθήκης είνε καταντήματα αλλεπαλλήλων επεξεργασιών. Και όχι μόνον κάνουν αυτήν την προβολήν του κόσμου των επάνω εις τους αποστόλους, αλλά και κατηγορούν εκείνους, καθώς ελέχθη εις την προηγούμενην παράγραφον, επί παρομοία προβολή» (Στ. Ν. Σάκκου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 220).

κα') «Παρακάτω σημειώνει πως (...) όταν βαφτίστηκε ο Ιησούς ήταν κοντά τριάντα χρονών (ΛΚ. 3, 21 και 23). Ο Ιωάννης ωστόσο ακολουθώντας άλλη παράδοση λέει πως ο Ιησούς ήταν δεν ήταν πενήντα χρονών στην ακμή της δράσης τους (ΙΩ. 8, 56-57). (...) Θαρρώ πως ένας τριαντάρης δεν μπορούσε να τραβήξει κόσμο μαζί του και να οργανώσει τους προλετάριους της Ιουδαίας και της Γαλιλαίας» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 240).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Και ποιος είπε 1) ότι ο Ιησούς οργάνωσε τους «προλετάριους» της Ιουδαίας και της Γαλιλαίας, λες και ήταν κανένας κομματικός προπαγανδιστής, 2) ότι δε θα μπορούσε ένας τριαντάρης να τραβήξει κόσμο, αν ήταν Υιός του Θεού; 3) ότι μπορούσε ένας πενηντάρης να διατρέχει την Παλαιστίνη, τη μια στη Γαλιλαία, μετά στην Ιερουσαλήμ, μετά στην έρημο, μετά ξανά πίσω στη Γαλιλαία, πεζοπορώντας τρία χρόνια (να θυμήσουμε το χαμηλό μ.ό. ζωής των ανθρώπων τότε); Οι υποθέσεις είναι εναντίον του ισχυρισμού αυτού.
Επιπλέον ο Ιωάννης δεν λέει πως ο Ιησούς ήταν «κοντά στα πενήντα». Στο εδάφιο εκείνο, οι Ιουδαίοι τού λεν ότι «δεν είναι ακόμη πεντήντα χρονών και λέει πως είδε τον Αβραάμ». Φυσικά, δεν εννούσαν ότι όποιος είναι άνω των 50 ετών έχει δει τον Αβραάμ. Ήταν απλώς μια έκφραση «ακόμη δε βγήκες απ’ τ’ αβγό σου». Δεν λέει ότι ο Ιησούς είναι κοντά στα πενήντα˙ λέει ότι είναι νεώτερος από 50. Η διαφορά είναι τεράστια. Συνεπώς δεν υπάρχουν δύο διαφορετικές παραδόσεις μεταξύ των Ευαγγελιστών.

κβ') «Έπρεπε ακόμα ο Ιησούς να πάει στην Αίγυπτο αφού το είπε ο προφήτης Ωσηέ: "Κάλεσα το γιο μου από την Αίγυπτο" (11, 1) και ΜΘ. 2, 15). Μα και για τη σφαγή των νηπίν η παλιά παράδοση βρήκε ένα χωρίο στον Ιερεμία που λέει: "Φωνὴ ἠκούσθη ἐν Ραμᾷ, θρῆνος, κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμός˙ ἡ Ραχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς". Εννοείται πως το χωρίο αυτό δεν έχει καμιά σχέση με τη σφαγή των νηπίων που τάχα έγινε στη Βηλθεέμ. Οι πρώτοι όμως χριστιανοί χρειάζονταν ντοκουμέντα, και τους φαίνονταν πως όσο πιο πολλά χωρία παίρνανε από την Π. Διαθήκη και τα συνδυάζανε με τη γέννηση του Ιησού, τόσο πιο πολύ στερεώνονταν η δαβιδική γενεαλογία του και η μεσσιακή του αποστολή» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 246).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Έχει κατηγορηθεί ο Χριστιανισμός ότι παραθέτει χωρία της Π.Δ. ως προφητική απόδειξη, τα οποία όμως είναι άσχετα με το κείμενο της Π.Δ. Στην πραγματικότητα ο Χριστιανισμός, οι Ευαγγελιστές εφάρμοζαν την ιουδαϊκή ερμηνεία της προτύπωσης ενός μελλοντικού γεγονότος σε ένα τωρινό γεγονός, ή ενός μελλοντικού σε ένα γεγονός που συνέβη στο παρελθόν. Ο Δαβίδ, για παράδειγμα είναι ο τύπος του Μεσσία˙ αυτό σημαίνει ότι ο Μεσσίας θα είναι πολύ ανώτερος του Δαβίδ, ισχυρός και διάσημος κατά τον ίδιο τρόπο (αλλά όχι το ίδιο) από το Δαβίδ. Δεν πρόκειται για αλληγορία, γιατί αυτό που μετράει είναι η ιστορικότητα του γεγονότος
Αντίθετα από την άποψη ότι πρώτος ο Χριστιανισμός εφηύρε αυτή τη μέθοδο ερμηνείας της Π.Δ., στα ιουδαϊκά συγγράμματα της εποχής (1ος – 2ος αι. μ.Χ.) βλέπουμε επίσης να εφαρμόζουν οι ιουδαίοι συγγραφείς το σχήμα αυτό. Έτσι, ο Κατακλυσμός ήταν ο τύπος της τελικής κρίσης, το Σινά ο τύπος για τον τόπο της τελικής κρίσης, ο Μωυσής ή ο Δαβίδ ήταν ο τύπος (η προτύπωση) του Μεσσία, το Σάββατο ήταν η προτύπωση για τον κόσμο μετά την τελική κρίση, η παραμονή του Ισραήλ στην έρημο ήταν η προτύπωση για την μελλοντική διάσωση του Ισραήλ.
Αλλά και στην Π.Δ. υπάρχει το φαινόμενο αυτό. Οι συγγραφείς χρησιμοποιούν ορισμένα ονόματα ή συμβάντα ως τύπους (προτυπώσεις) για μελλοντικά ή παρόντα γεγονότα. Έτσι στο ΗΣΑΐΑ Α’, 10 διαβάζουμε «Το λόγο του Κυρίου ακούστε άρχοντες των Σοδόμων˙ μάθε το νόμο του Θεού μας, των Γομόρρων λαέ». Φυσικά ο Ησαΐας απευθύνονταν στους ισραηλίτες άρχοντες και στον ισραηλιτικό λαό. Τα Σόδομα ήταν ο τύπος των αμαρτωλών Ισραηλιτών. Ένα όνομα που είναι απ’ το παρελθόν γίνεται προτύπωση του παρόντος. Το ίδιο ο προφήτης Ιερεμίας (ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΓ’, 14): «οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ είναι σαν τους κατοίκους των Γομόρρων». Στο ΙΕΡΕΜΙΑΣ Ζ’, 12-15 ο Θεός θυμίζει στους Ισραηλίτες την καταστροφή της Σιλώς και λέει «θα κάνω [σε σας] τα ίδια που έκανα και στη Σιλώ». Το ίδιο ο προφήτης Αμώς (ΑΜΩΣ Δ’, 10). Παρομοιάζει τις τιμωρίες του Θεού στους Ισραηλίτες με τις τιμωρίες των Αιγυπτίων και των Σοδόμων.
Ο Μωυσής είναι ένα είδος τύπου για τον Ιησού του Ναυή (ΙΗΣΟΥΣ ΝΑΥΗ Γ’, 7˙ Δ’ 14˙ Δ’ 22-24) και για τις πράξεις του δεύτερου (π.χ. διάβαση Ερυθράς από Μωυσή – διάβαση Ιορδάνη από Ιησού). Ο Ψαλμός 113 επίσης συσχετίζει τη διάβαση της Ερυθράς με τη διάβαση του Ιορδάνη. Πιο πριν, στο ΕΞΟΔΟΣ ΙΕ’, 13 κ.ε. η λύτρωση από τους Αιγυπτίους είναι τύπος της καθοδήγησης του Ισραήλ προς την Χαναάν: «με την αγάπη σου οδήγησες το λαό τούτον που τον λύτρωσες˙ με την ισχύ σου τους κατεύθυνες στην ιερή σου γη». Η λύτρωση/διάβαση της Ερυθράς είναι τύπος (προτύπωση) της Κατάκτησης της Χαναάν. Όχι ότι είναι ίδια γεγονότα, αλλά είναι ένα παράδειγμα του πώς θα συμβεί κάτι στο μέλλον σύμφωνα με κάτι που έγινε ή γίνεται αυτή τη στιγμή.
Στον Ησαΐα (ΙΑ’, 15) η διάβαση της Ερυθράς θάλασσας (ΕΞΟΔΟΣ ΙΔ’) είναι ο τύπος για την επιστροφή του Ισραήλ από τη βαβυλωνιακή αιχμαλωσία, για ένα γεγονός που δεν είχε συμβεί ακόμη στα χρόνια του Ησαΐα. «Τότε θ’ αποξηράνει ο Κύριος τον κόλπο της Αιγύπτου και θα υψώσει απιελητικά το χέρι του ενάντια στον ποταμό Ευφράτη... έτσι που να μπορεί κανείς να τον περάσει φορώντας τα σανδάλια του. Τότε θα ανοιχτεί ένας δρόμος για το υπόλοιπο του λαού μου που επέζησε στην Ασσυρία, όπως ο δρόμος που έγινε για τους Ισραηλίτες όταν έφευγαν από την Αίγυπτο». Η μελλοντική αποξήρανση του κόλπου της Αιγύπτου είναι φανταστική, αλλά είναι – όντας τύπος – προτύπωση της διάβασης του Ευφράτη, δηλαδή της λύτρωσης από την αιχμαλωσία. Την ίδια προτύπωση κάνουν και ο Ωησέ (β’, 15), ο Μιχαίας (ζ’, 13), ο Ιερεμίας (κγ’, 7 κ.ε.). Ένα γεγονός του παρελθόντος, η Έξοδος είναι τύπος για το μέλλον. Το ίδιο γεγονός ήταν προτύπωση της Κατάκτησης της Χαναάν απ’ το Μωυσή, σύμφωνα με την Π.Δ.
Στο ΕΞΟΔΟΣ Κ’ 8-11 η δημιουργία σε έξι μέρες και η ανάπαυση του Θεού την έβδομη είναι ο τύπος για την διακοπή κάθε εργασίας των Ισραηλιτών το Σάββατο.
Ο Μελχισεδέκ γίνεται τύπος του Μεσσία (Ψαλμός 109, 4), αφού ο τελευταίος είναι «ιερέας για πάντα όπως ο Μελχισεδέκ». Φυσικά ο Μελχισεδέκ ήταν πρόσωπο της Γένεσης, ιερέας του Θεού, έζησε και πέθανε˙ δεν ήταν ιερέας για πάντα! Αλλά επειδή ήταν πολύ πιστός, έγινε τύπος-προτύπωση της ιεροσύνης του Μεσσία.
Στο ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕ’, 23 τα δύο βρέφη που είναι στην κοιλιά της Ρεβέκκας είναι η προτύπωση των δύο εθνών, τα οποία θα προκύψουν από αυτά. Ο Θεός δεν της λέει απλώς «δύο μωρά είναι στην κοιλιά σου», αλλά «δύο έθνη είναι στην κοιλιά σου» πράγμα που είναι τύπος ενός μελλοντικού γεγονότος.
Στον Ησαΐα να’, 3 η Εδέμ είναι ο τύπος της μελλοντικής Σιών.
Στον Ιεζεκιήλ λδ’, 23-24, λζ’, 24, ο Δαβίδ είναι ο τύπος του Μεσσία, στο Ιερεμία κγ’, 5 ο Μεσσίας είναι απόγονος του Δαβίδ, δηλαδή ο Δαβίδ είναι τύπος του Μεσσία. Παρελθόντα και παρόντα γεγονότα λοιπόν ερμηνεύονται ως τύποι για άλλα γεγονότα, μελλοντικά ή τωρινά, που ίσως να είναι άσχετα με τον τύπο τους (π.χ. άλλο η βαβυλώνεια αιχμαλωσία κι άλλο η καταστροφή των Σοδόμων) ωστόσο περικλείουν ένα κοινό νόημα. Αυτή ήταν τουλάχιστον η άποψη της Π.Δ. και των Ιουδαίων της εποχής που συγγράφτηκαν τα Ευαγγέλια. Δεν ήταν χριστιανική ερμηνεία μόνο.
Άρα αυτά που λέει ο Ματθαίος και τα παίρνει απ’ την Π.Δ. δεν είναι προφητείες επαληθευμένες (αφού τα χωρία αυτά της Π.Δ. αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα της Π.Δ.). Είναι προτυπώσεις, της επανόδου του Ιησού Χριστού στην Ιουδαία και της σφαγής επί Ηρώδη.

κγ') «Μα μπερδεμένα πιο πολύ ακόμα τα λένε οι Ευαγγελιστές για την πατρίδα του Ιησού. Ο Ματθαίος λέει πως οι γονιοί του έμεναν στη Βηθλεέμ. Εκεί ήταν η μόνιμη κατοικία τους. (...) Και πάλι ωστόσο δεν ξαναγύρισε στη Βηθλεέμ αλλά στην Ναζαρέτ. (...) Ο Λουκάς όμως γράφει πως οι γονιοί του Ιησού μένανε στη Ναζαρέτ όταν ήρθε η διαταγή να πάνε οι Ιουδαίοι ν’ απογραφούν στον τόπο της καταγωγής τους. Τότε ο Ιωσήφ, ξεκινάει για τη Βηθλεέμ. Εκεί στη Βηθλεέμ έμεινε κάμποσο και ήρθε η ώρα να γεννήσει η Μαρία. (...) Ο Λουκάς πάλι δεν μνημονεύει τους μάγους και λέει πως ο Ιησούς γεννήθηκε σε στάβλο. (...) Υπάρχει όμως και μια άλλη εξωευαγγελική παράδοση (...) λέει πως ο Ιησούς γεννήθηκε μέσα σε μια σπηλία. Ποιον από τους δύο Ευαγγελιστές να πιστέψουμε; (...) Εξάλλου δε μας διαφωτίζουν αν ο Ιησούς καταγόταν από τη Βηθλεέμ ή από τη Ναζαρέτ. Αν η πατρίδα του Ιωσήφ ήταν η Βηθλεέμ, τότε γιατί αναφέρεται η Ναζαρέτ σαν πατρίδα του Ιησού; Οι παλιές πηγές δεν μνημονεύουν καμιά πόλη ή χωρίο που να είχε το όνομα Ναζαρέτ. (...) Στο Ευαγγέλιο του Μάρκου σημειώνεται τις πιο πολλές φορές το παρόνομα Ναζαρηνός (ΜΡ. 1, 24˙ 14,67˙ 16, 6) και καμιά φορά το παρόνομα Ναζωραίος (ΜΡ. 10, 47), ενώ στο Ευαγγέλιο του Λουκά υπάρχουν και οι δυο τύποι. Για να υπάρχουν και οι δυο τύποι στο Ευαγγέλιο του Λουκά, θα πει πως ο τύπος Ναζαρηνός μπήκε υστερότερα από διασκευαστές που ήταν επηρεασμένοι από τη λατινική γλώσσα ή από αντιγραφείς που ήταν επηρεασμένοι από το Ευαγγέλιο του Μάρκου. Πιθανό όμως εξεπίτηδες να δόθηκε αυτή η ερμηνεία, γιατί ήξεραν ότι το Ναζωραίος σήμαινε και τον επαναστάτη Ιησού. (...) Θαρρώ πως η γνώμη του Σμιθ, πως το Ναζωραίος έχει σχέση με την εβραίικη λέξη Nosri και τη συριακή Nasarja που σημαίνει προστάτης-φρουρός, είναι η πιο σωστή, με τη διαφορά πως ο Ιησούς δεν ήταν φρουρός, αλλά προστάτης του λαού. Τον είπανε δηλαδή προστάτη οι κοινωνικοί απόκληροι που έγινε αρχηγός τους. (...) Καμιά σφαγή νηπίων δεν έγινε από τον Ηρώδη. Τέτοια απανθρωπιά και βαρβαρότητα θα έκανε τους εχτρούς του να φρυάξουν από μίσος και αγανάχτηση, και ο Ιώσηπος δε θα το έκρυβε και πολλοί συγγραφείς θα το αναφέρανε» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 241-242-243-244-246).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ο Ματθαίος δεν λέει ότι η Βηθλεέμ ήταν η μόνιμη κατοικία των γονιών του Ιησού. Η πρώτη πληροφορία για τόπο είναι ότι ο Ιησούς γεννήθηκε στη Βηθλεέμ (2, 1) και τίποτα δε λέγεται για την Βηθλεέμ ως μόνιμη κατοικία των γονιών του. Συνεπώς δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του Λουκά και του Ματθαίου. Απλά ο Λουκάς αρχίζει την ιστορία απο πιο νωρίς, σχετικά με τον Ματθαίο. Λέει ότι η έναρξη της εγκυμοσύνης (ο Ευαγγελισμός) έγινε στη Ναζαρέτ (1, 26), λέγοντας ότι εκεί έμεναν οι γονείς του Ιησού. Έπειτα – για τις ανάγκες της απογραφής – πήγανε (2, 4) στη Βηθλεέμ, όπου και γεννήθηκε ο Χριστός (2, 7).
Το ότι ο Λουκάς δεν μνημονεύει τους μάγους είναι επιχείρημα εκ της σιωπής. Δεν αποδεικνύει κάποια αντίφαση. Άλλα θεώρησε σωστό η Παναγία να πει στον Λουκά, κι άλλα ο Ιησούς στον Ματθαίο.
Για το ζήτημα του τόπου γέννησης, ο Λουκάς ότι γεννήθηκε σε φάτνη (2, 7), ενώ ο Ματθαίος ότι γεννήθηκε σε «οικία».(2, 11). Αυτή η φάτνη μπορεί να ήταν σε μια απόμερη αγροικία, ο στάβλος του σπιτιού. Και αν ο στάβλος βρισκόταν σε κάποιο κοίλωμα της γης, σε κάποιο βράχο, από κάτω από αυτόν, αν είχε κατασκευαστεί κοντά ή δίπλα σε σπηλιά (αυτό θα βόλευε τους ιδιοκτήτες του σπιτιού, αφού δε θα ξοδεύτηκαν πολύ κατασκευάζοντας το στάβλο), δεν αποκλείεται να ήταν σπηλιά που προεκτάθηκε κι έγινε στάβλος. Όλα αυτά είναι εικασίες. Δεν λένε όμως τίποτα κατά της διήγησης καθεαυτής, αν συνδυαστούν έτσι.
Όσο για την Ναζαρέτ, «πόλη» δε σημαίνει απαραίτητα πόλη. Μπορεί να σημαίνει κι έναν μικρό οικισμό. Δε θα περιμέναμε να αναφέρεται ο κάθε οικισμός λίγων δεκάδων σπιτιών από τον κάθε περιηγητή. Αλλά η ύπαρξη της Ναζαρέτ εκείνη την εποχή αποδεικνύεται με την αποδεδειγμένη ύπαρξή της από τον 4ο αιώνα και ύστερα (την αναφέρει ο Ευσέβιος, επί Κωνσταντίνου). Θα ήταν παράλογο να πει κανείς ότι, αμέσως μόλις έγινε ανεκτός ο Χριστιανισμός, μετοίκησαν εξεπίτηδες κόσμο στην περιοχή αυτή (ή κάποια τυχαία περιοχή), ώστε να... αποδείξουν αργότερα ότι υπήρχε αυτή η πόλη. Άλλωστε, ο Ματθαίος, όταν έγραφε το Ευαγγέλιό του, μπορούμε να υποθέσουμε ότι βρισκόταν σε «διαμάχη» με τους Ιουδαίους, και προσπαθούσε να τους πείσει, δίνοντάς τους σημάδια από την Π.Δ., που θα έδειχναν ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας. Θα ήταν βλακώδες κι αυτοκαταστροφικό για τον Ματθαίο, εάν ανέφερε ως παράδειγμα εκπλήρωσης προφητείας της Π.Δ. την καταγωγή του Μεσσία από κάποια «ανύπαρκτη» πόλη Ναζαρέτ. Αμέσως οι Ιουδαίοι της εποχής του θα τον «πιάνανε στα πράσσα» (θα του έλεγαν ότι «πουθενά δεν λέει η Γραφή ότι πρέπει να είναι απ’ την Ναζαρέτ» ή «δεν υπάρχει πόλη Ναζαρέτ, ψεύτη Ματθαίε!») και το Ταλμούδ θα το φώναζε. Ωστόσο κανείς Ιουδαίος δεν είπε τίποτα. Ο ίδιος ο Ματθαίος, δεν θα έγραφε ψέμματα ή εικασίες για κάποια ανύπαρκτη πόλη Ναζαρέτ απ’ την οποία έπρεπε να κατάγεται ο Ιησούς για να είναι Μεσσίας. Αν το έκανε, θα έκανε κακό στην υπόθεσή του. Άρα λογικά υπήρχε μια πολίχνη ή χωριό ονόματι Ναζαρέτ τότε.
Η Ναζαρέτ βρισκόταν στη Γαλιλαία, η οποία, ακόμη κι απ’ τους Γαλιλαίους τους ίδιους θεωρούνταν άσημη (βλ. Κατά Ιωάννην 1, 45-46, όπου ο Γαλιλαίος Ναθαναήλ εκφράζεται υποτιμητικά για τη Ναζαρέτ). Γι΄αυτό και το Ναζωραίος ήταν υποτιμητικό. Ήταν αναμενόμενο ως β’ και γ’ κατηγορίας πολίτες, να μην έδινε κανείς σημασία σε μια μικρή πόλη μιας κακόφημης – για τους Ιεροσολυμίτες – επαρχίας. Επιπλέον, έχει βρεθεί, το 1962 στην Καισάρεια Maritema μια επιγραφή που αναφέρει την πόλη της Ναζαρέτ (Meyers and Strange, Archeology, the Rabbis and Early Christianity, p. 56) ως μικρή και άσημη. Σύμφωνα με αυτή την επιγραφή, οι ιερείς της τάξης του Elkalir, μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ, έπρεπε να μετοικήσουν σε μια πόλη καθαρά Ιουδαϊκή, και διάλεξαν τη Ναζαρέτ.
Η άποψη ότι το Nosri σημαίνει τον προστάτη, άρα ο Ιησούς ήταν προστάτης του λαού, άρα επαναστάτης δεν είναι σωστή (ακόμη κι αν το nosri σημαίνει προστάτης), διότι δεν αποδεικνύονται (δεν υπάρχουν άλλα αντίγραφα που να το επιβεβαιώνουν) οι θεωρίες ότι «το άλλαξαν και αργότερα πρόσθεσαν την επεξήγηση "από την πόλη Ναζαρέτ", για να απαλείψουν την έμφαση στο γεγονός ότι ήταν πολέμαρχος ο Ιησούς». Οι ίδιοι οι Εβραίοι σήμερα, με τη λέξη nosri εννοούν τους πιστούς στον Ιησού. Άλλωστε η ύπαρξη της πόλης της Ναζαρέτ κατά τον 1ο μ.Χ. αιώνα έχει πλέον αποδειχτεί, με την επιγραφή. Κανένας λόγος για αστήριχτες υποθέσεις δεν υπάρχει πλέον.
Για το ζήτημα αν ο Ιησούς ήταν Ναζηραίος, πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ιδιότητα του Ναζηραίου δεν ήταν ισόβια, αλλά ένα είδος τάματος για κάποιο χρόνο (ΑΡΙΘΜΟΙ, ΣΤ’, 20). Ο Ιησούς λοιπόν ίσως να ήταν Ναζηραίος στο διάστημα πριν την δημόσια εμφάνισή του. Αλλά μετά, εφόσον έπινε κρασί (π.χ. Κατά Ματθαίον 26, 29) δεν ήταν πλέον, όταν είχε αρχίσει το κήρυγμα.
Ίσως ο Μάρκος, να χρησιμοποίησε λατινισμούς, αλλά είναι γνωστό πως η ελληνική μετάφραση δύο συγκεκριμένων εβραϊκών γραμμάτων είναι η ίδια και γίνετια με το γράμμα ζήτα. Πάντως, εφόσον η Ναζαρέτ υπήρξε, η ύπαρξη δύο παραλλαγών Ναζωραίος-Ναζαρηνός και στον Μάρκο και στον Λουκά, δεν πρέπει να εκπλήσσει. Ο μεν Μάρκος 1) δεν είχε τα ελληνικά μητρική του γλώσσα, 2) ήταν ρωμαίος πολίτης και 3) έγραψε το Ευαγγέλιο στην Αίγυπτο, όπου υπήρχε λατινική επιρροή, ο δε Λουκάς 1) δεν είχε τα εβραϊκά μητρική του γλώσσα, 2) χρησιμοποιεί και τις δύο παραλλαγές. Το τελευταίο ίσως γίνεται επειδή δεν ήταν σίγουρος ποια απ’ τις δύο είναι η σωστότερη απόδοση. Σα να έγραφε κάποιος Έλληνα που δεν γνώριζε καλά αγγλικά την λέξη Washington˙ άλλοτε θα την μετέφερε ως Ουάσινγκτον, άλλοτε ως Γουάσινγκτον. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και ο Λουκάς αναφέρει τη Ναζαρέτ. Η υπόθεση της «εξεπίτηδες προσθήκης της πόλης Ναζαρέτ ως εξήγησης του "Ναζωραίος"» δεν αποδεικνύεται, πάλι, διότι αυτή τη φορά οι υποτιθέμενοι παραποιητές (που πρόσθεσαν την πόλη Ναζαρέτ) θα έπρεπε να παραποιήσουν όχι μόνο ένα, αλλά δύο Ευαγγέλια (και μάλιστα ολόκληρα κεφάλαια). Και όλο και κάποιο θα γλίτωνε, είτε κρυμμένο είτε διατηρημένο σε καμμιά αίρεση. Το πολύ λογικό βέβαια επιχείρημα – εκτός των παραπάνω – ότι ούτε έχουν βρεθεί παραλλαγές σ’ αυτό το σημείο, οι οπαδοί της αρνητικής κριτικής ούτε που θέλουν να το ακούσουν.
Είναι σημαντικό όμως, να εξηγήσουμε γιατί ο Ματθαίος αναφέρει μια προφητεία που δεν υπάρχει στην Π.Δ. Είναι καταρχήν χαρακτηριστικό ότι ο Ματθαίος, στις έντεκα περιπτώσεις που αναφέρει πραγματοποίηση λεχθέντος από έναν προφήτη της Π.Δ. ή δυο μαζί προφήτες της Π.Δ., μόνο σ’ αυτήν την εκπλήρωση προφητείας μιλάει για «προφήτες» κι όχι για «προφήτη» που είπαν ότι «θα κληθεί ο Μεσσίας Ναζωραίος». Όταν ο Παύλος στην προς Γαλάτας 3, 22 λέει ότι «η γραφή [δλδ η Π.Δ.] περιέκλεισε τα πάντα κάτω από την αμαρτία» δεν εννοεί ότι υπάρχει χωρίο της Π.Δ. που να αναφέρει ότι «τα πάντα περικλείονται από την αμαρτία». Όταν στο Κατά Ματθαίον 7, 12 γράφεται «όλα όσα θέλετε να σας κάνουν οι άνθρωποι, κάνετε και σεις τα ίδια σ’ αυτούς. Αυτός είναι ο νόμος και οι προφήται», δεν υπάρχει τέτοια εντολή μεν στην Π.Δ. κατά λέξει, αλλά εκφράζει το πνεύμα της. Το ίδιο και ο Ματθαίος, όταν μιλά για τη Ναζαρέτ ως τόπο διαμονής του Ιησού, κι ότι αυτό το είπαν «οι προφήτες», έχει κατά νου τόσο την συγκεκριμένη προφητεία του Ησαΐα (Θ’, 22) όσο και τις γενικότερες προφητείες ότι ο Μεσσίας θα είναι ταπεινός κι όχι κοσμικός βασιλιάς. Κι επειδή η καταγωγή (είτε ως πραγματική καταγωγή είτε ως διαμονή) στη Γαλιλαία καθιστούσε κάποιον Ιουδαίο αυτομάτως β’ και γ’ κατηγορίας και τον καθιστούσε «κατώτερο», δηλαδή τον ταπείνωνε, υπάρχει διασύνδεση και επαληθεύονται οι προφητείες περί της ταπεινότητας του Μεσσία.
Σχετικά με τη σφαγή των νηπίων και την απουσία άλλων αναφορών, θεωρούμε τα εξής:
1) Εάν δεχόμασταν τα επιχειρήματα του τύπου «μόνο ο Α ανέφερε το τάδε γεγονός», τότε θα έπρεπε ν’ αρνηθούμε τα περισσότερα γεγονότα, επειδή τα ισχυρίστηκαν λίγοι ή μόνο ένας, κάθε φορά, άνθρωπος.
2) Όσο κι αν η σφαγή των νηπίων ήταν πράξη πολύ βάρβαρη, πρέπει να θυμηθούμε ότι αυτή α’) έγινε μόνο στη Βηθλεέμ, β’) αφορούσε μόνο τα κάτω των δύο ετών βρέφη της Βηθλεώμ και γ’) η Βηθλεέμ ήταν επίσης μικρό μέρος, μια πολίχνη. Άρα δεν επρόκειτο για τόσο τεράστιο γεγονός. Αφορούσε ένα μικρό τμήμα των παιδιών μιας πολίχνης. Αν αναλογιστούμε ότι εκείνη την εποχή γίνονταν ένα σωρό φρικιαστικά πράγματα, τα οποία αφορούσαν ολόκληρες χώρες και σημαντικές πόλεις, τότε είναι εύλογη η αιτία της παράλειψης της σφαγής αυτής.
3) Ο Ματθαίος αναφέροντας τη σφαγή αυτή συμβαδίζει με τις αφηγήσεις για την πολιτεία του Ηρώδη. Ο Ηρώδης σκότωσε την γυναίκα του, Μαριάμ, αργότερα τους γιους τους Αλέξανδρο και Αριστόβιο. Στα τελευταία του σκότωσε τον Αντίπατρο, γιο από άλλη γυναίκα. Ο Ιώσηπος (Αρχαιολογία, 19, 328) αναφέρει ότι ο Ηρώδης είχε κακή φύση, ασταμάτητη στο να τιμωρεί, ενώ μια δεκαετία μετά το θάνατο του Ηρώδη, ένας ανώνυμος συγγραφέας αναφέρει (Ανάληψη Μωυσή, 6, 2 κ.ε.) γι’ αυτόν: «ένας υπερόπτης βασιλιάς...που θα εκτελούσε τους άρχοντες...θα σφάξει νέους και γέρους δίχως έλεος». Ο Ματθαίος δεν λέει κάτι που να αντέβαινε στο χαρακτήρα του Ηρώδη.
Η ερώτηση για την καταγωγή του Ιησού, αν είναι Ναζωραίος ή απ’ τη Βηθλεέμ, είναι αφελής. Είναι σα να ρωτάμε αν κάποιος, ηλικίας 30 ετών, που και οι δυο του γονείς κατάγονται απ’ το νομό Λάρισας, αλλά έζησε στην Αθήνα σχεδόν όλη του την μέχρι τώρα ζωή, είναι Αθηναίος ή Λαρισαίος. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Ιησού. Καταγόταν νομικά απ’ τον τόπο καταγωγής του πατέρα του, την Βηθλεέμ˙ ωστόσο έζησε στη Ναζαρέτ ώσπου να αρχίσει να κηρύττει και γι’ αυτό ήταν γνωστός ως Ναζωραίος. Στη Βηθλεέμ απλώς γεννήθηκε˙ αλλά ο κόσμος γνωρίζει μόνο τον τόπο διαμονής. Δεν υπάρχει καμμία ανάγκη για να υποθέσουμε ότι υπήρχαν αρχικά δύο χριστιανικές (ή δύο ιουδαϊκές) παραδόσεις για τον Ιησού (ή τον Μεσσία αντίστοιχα). Τα πράγματα είναι προφανή.

κδ') «Το άστρο της Βηθλεέμ και οι τρεις μάγοι είναι αντιγραφή άλλων μυθολογιών».

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ο αστρονόμος Χασαπάκης στο έργο του Ο αστήρ της Βηθλεέμ δέχεται ότι το αστέρι ήταν σύνοδος πλανητών. Είναι πλέον γνωστό ότι το 7 π.Χ. πλανήτες Δίας, Κρόνος και Άρης πλησίασαν πάρα πολύ τρεις φορές. Το 5 π.Χ. ανέλαμψε ένας καινοφανής αστέρας στον αστερισμό του Αιγόκαιρω. Κι άλλωστε υπάρχει μεν και σε άλλες μυθολογίες, αλλά υπάρχει και στους Αριθμούς κδ, 17, όπου γίνεται λόγος για αστέρι που θα ανατείλει απ’ τη χώρα του Ιακώβ. Οι τρεις μάγοι ως Πέρσες ιερείς και αστρονόμοι ενδιαφέρθηκαν για το φαινόμενο, το εξέλαβαν ως θεϊκό σημάδι και το ακολουθούσαν.

κε') "«Έπρεπε ο Μεσσίας όχι μοναχά να είναι από σπέρμα θεϊκό μα κι από πατέρα (απόγονο) του Δαβίδ. Έτσι ο φουκαράς ο Ιωσήφ, ένας μαραγκός άσημος γίνηκε μονομιάς αριστοκράτης και γαλαζοαίματος. (...) οι κατοπινοί θεολόγοι δεν είχαν εμπιστοσύνη στο σπέρμα του Ιωσήφ. Ήταν μεν βασιλικό, μα ο Ιωσήφ ήταν ένας κοινός μαραγκός, ενώ η παράδοση ήθελε τον Μεσσίας ολότελα παιδί του θεού. Γι’ αυτό ο τίτλος της γαλαζοαίματης καταγωγής του Ιωσήφ, που του δίνουν οι ευαγγελιστές, πάει χαμένος. Έχει και δεν έχει αξία. Ο Χριστός (Μεσσίας) έχει μεν πατέα τον απόγονο του Δαβίδ, αλλά μέσα στην κοιλιά της Μαρίας το σπέρμα στάλθηκε από το Θεό κατευθείαν. (...) Όλες οι αντιφάσεις και οι αλληλοσυγκρουόμενες πληροφορίες δε δείχνουν τίποτ’ άλλο παρά πως η γενεαλογία του Ιησού είναι φτιαχτή. (...) Ο Παύλος αναφέρει πως ο Ιησούς Χριστός "γεννήθηκε από σπέρμα Δαυίδ (Ρωμ. 1, 3) κατά σάρκα και απεδείχθη υιός Θεού". Η περικοπή όμως αυτή βρίσκεται σε σύγκρουση με τον ευαγγελικό μύθο για το ρόλο που έπαιξε το Πνεύμα το Άγιο μέσα στην κοιλιά της Θεοτόκου. Αλλού πάλι ο ίδιος ο Παύλος μιλάει πως ο Χριστός (ο υιός του Θεού) είναι γέννημα γυναικός χωρίς ν’ ανακατεύει κανένα Άγιο Πνεύμα» (Γ. Κορδάτου, Αρχαίες θρησκείες και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνη, σ. 251-4). Άρα ο Ιησούς δεν είναι από «σπέρμα Δαβίδ», αφού η Μαρία ήταν παρθένος, αλλά όχι απόγονος Δαβίδ η ίδια. Και πώς γίνεται να έχουμε δύο γενεαλογίες του Ιησού;"

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στην εποχή εκείνη ποτέ δεν έγραφαν γενεαλογίες γυναικών. Τα κληρονομικά δικαιώματα των Ισραηλιτών κληρονομούνταν μόνο από τον πατέρα όχι από την μητέρα. Ο Ιησούς, αν και προήλθε θαυματουργικά μόνο από την Παναγία, ωστόσο νομικά ήταν γιος του Ιωσήφ και συνεπώς είχε όλα τα κληρονομικά και νομικά δικαιώματα της διαδοχής του Ιωσήφ, απόγονου του Δαβίδ, σύμφωνα με το μωσαϊκό νόμο. Ο μωσαϊκός νόμος δεν ήταν φυλετικός, αλλά νομικός.
Ο Παύλος, όταν λέει ότι ο Χριστός είναι γέννημα γυναικός «χωρίς ν’ ανακατεύει κανένα Άγιο Πνεύμα», δεν εννοεί ότι η γέννηση ήταν προϊόν συνουσίας. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο˙ δεν συνεπάγεται το ένα το άλλο. Συνεπώς ο Παύλος δεν πέφτει σε καμμία αντίφαση, ούτε και οι Ευαγγελιστές. Ο Ιησούς ήταν απόγονος Δαβίδ, εφόσον είχε, νομικά, πατέρα έναν απόγονο του Δαβίδ, αλλά ταυτόχρονα η μητέρα του ήταν παρθένα, σύμφωνα με την άλλη προφητεία. Και την μία προφητεία (απόγονος Δαβίδ) και την άλλη (γιος παρθένας) εκπλήρωνε.
Όσο για τη διπλή γενεαλογία ισχύει το εξής: στο παλαιοδιαθηκικό Ισραήλ, αν κάποιος παντρεμένος πέθαινε άτεκνος, έπρεπε ο κοντινότερος συγγενής του να παντρευτεί τη χήρα, ώστε να κάνει παιδί το οποίο θα συνέχιζε τη γενιά του πεθαμένου συγγενή. Το παιδί θεωρείτο γιος του πεθαμένου, όχι του συγγενή του. Υπήρχε δηλαδή ο ανδραδελφικός γάμος (Δευτερονόμιο κε’, 5-10). Ο ένας ευαγγελιστής παραθέτει την καταγωγή του Ιωσήφ βάσει των φυσικών πατέρων, ενώ ο άλλος Ευαγγελιστής με βάσει τους ανδραδελφικούς γάμους των προγόνων του Ιωσήφ.

κστ') «..Κι έτσι λέει ο Ματθαίος, επαλήθεψε κάποια προφητεία που έλεγε πως "από την Αίγυπτο κάλεσα (ο Θεός) το γιό μου" (Ματθ. 2, 15). Ο εβραϊκός εθνικισμός ωστόσο δεν ήταν δυνατό να περιμένει τον απελευθερωτή του από την Αίγυπτο. Τέτοια προφητεία ήταν ασυμβίβαστη με τον εβραϊκό σοβινισμό. Η έννοια λοιπόν της παραπάνω περικοπής δεν μπορεί να στηριχτεί σε καμιά τέτοια δήθεν παλιά προφητεία. Η σημασία της είναι άλλη. Είναι παραμορφωμένη η λαϊκή παράδοση για τον Αιγύπτιο Προφήτη που τόσο έδρασε στην Παλαιστίνη για το ξεσκλάβωμα των Εβραίων, σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Ιώσηπου» (Γ. Κορδάτου, Αρχαίες θρησκείες και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνη, σ. 246).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η προφητεία δεν είναι «δήθεν παλιά», είναι παλαιότατη. Το αν αυτή η προφητεία συμβιβαζόταν ή δεν συμβιβαζόταν με τον εβραϊκό σοβινισμό είναι θέμα εντελώς άσχετο και ουδόλως κρίνει τη θεότητα του Ιησού˙ δεν ήταν ο εβραϊκός σοβινισμός που θα έκρινε την Π.Δ. και τις προφητείες της, αλλά η Π.Δ. που (κατ)έκρινε τον εβραϊκό σοβινισμό. Η υπόθεση ότι πρόκειται για «παραμορφωμένης λαϊκής παράδοσης» είναι αστήριχτη. Κι αυτό διότι, εάν οι Ευαγγελιστές ήταν απατεώνες (δηλαδή ανέφεραν την προφητεία της Π.Δ. εξεπίτηδες), δεν θα έκαναν το λάθος να ταυτίσουν τον Ιησού με έναν αποτυχημένο επαναστάτη του παρελθόντος, πριν από αυτόν, ή του (δικού τους) παρόντος. Θα ήταν πράξη ενάντια στην προσηλυτιστική τους προσπάθεια, αφού ο λαός θα σκεφτόταν «κι άλλος αιγύπτιος προφήτης;» και δε θα πίστευε. Άρα δεν γίνεται να ανέφεραν οι Ευαγγελιστές την προφητεία, διότι ήδη υπήρξε κάποιος σοβινιστής απατεώνας εξ Αιγύπτου στο παρελθόν. Άλλωστε, ο Κορδάτος είναι γενικότερα υπέρ της άποψης ότι οι διασκευαστές των Ευαγγελίων τα έκαναν πιο αντι-ιουδαϊκά και πιο ελληνορωμαϊκά˙ αν είναι έτσι, δεν θα τους ένοιαζε να υπενθυμίσουν έναν εβραίο αιγύπτιο επαναστάτη. Θα διέγραφαν κάθε ανάμνηση «βίαιης εθνικιστικής εβραϊκής επαναστατικότητας». Όποτε συμφέρει τον Κορδάτο οι διασκευαστές διαγράφουν χωρία που δείχνουν ότι ο Ιησούς ήταν βίαιος επαναστάτης (ώστε να προσηλυτίσουν τους μη εβραϊκούς πληθυσμούς), ενώ τώρα οι διασκευαστές το ξέχασαν αυτό και το άφησαν να «θυμίζει» εβραϊκό εθνικισμό.
Όσο για τον «Αιγύπτιο προφήτη», αυτός έδρασε στα χρόνια του Παύλου, όταν αυτός συνελήφθη στην Ιερουσαλήμ (Πράξεις 21, 28). Καμμία σχέση δεν είχε με τον Ιησού˙ κι αν είχε, δε θα φανέρωναν την ύπαρξή του οι Πράξεις.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

Re: ΚΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑΣ

Unread postby inanm7 » Sat Oct 09, 2021 1:18 pm

κζ') «Μια που στα Ευαγγέλια δεν υπάρχουν πληροφορίες για τον Ιωσήφ, είναι λογικό να παραδεχτούμε πως χώρισε από τη Μαρία. Να παραδεχτούμε πως ήταν πολύ γέρος και πέθανε τον καιρό που ο Ιησούς άρχισε τη δράση του, μπερδεύονται πιο πολύ τα πράγματα. Αν ήταν έτσι τότε θα ‘πρεπε η μνήμη του να είναι σεβαστή μέσα στην οργάνωση του Ιησού και να γίνεται στα Ευαγγέλια πολλές φορές λόγος γι’ αυτόν, όπως γίνεται για τη Μαρία και τ’ αδέλφια του Ιησού αν και δεν ήταν μέλη της αδελφότητας. Η σιωπή όμως των Ευαγγελιστών μάς δίνει να καταλάβουμε πως ο Ιησούς ήταν χωρισμένος από τη Μαρία. (...) Κι ακόμα πρέπει να προσέξουνε κι εκείνο που λέει ο Μάρκος, μια πηγή πιο ανεξάρτητη και πιο αμερόληπτη σ’ αυτό το ζήτημα από τον Ματθαίο. Στο Ευαγγέλιο λοιπόν του Μάρκου, αν και δεν υπάρχει καμιά γενεαλογία του Ιησού, ωστόσο δίνονται πληροφορίες πιο θετικές για την οικογενειακή του κατάσταση. Παρουσιάζεται όχι σαν παιδί του Ιωσήφ, μα μόνο γιος της Μαρίας και σα μεγαλύτερος αδερφός των άλλων παιδιών της. "Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τέκτων, ὁ υἱὸς τῆς Μαρίας, ἀδελφὸς δὲ Ἰακώβου καὶ Ἰωςῆ καὶ Ἰούδα καὶ Σίμωνος; Καὶ οὐκ εἰσὶν αἱ ἀδελφαὶ αὐτοῦ ὧδε πρὸς ἡμᾶς;" (ΜΡ. 6, 3). Η μαρτυρία του β’ Ευαγγελίου είναι πολύτιμη, ξεκαθαρίζει το ζήτημα και μας καταποτίζει σ’ αυτό. αν η αντίθετη παράδοση, που την αντιπροσωπεύει ο Ματθαίος και ώς ένα σημείο και ο Λουκάς και ο Ιωάννης, μνημονεύει τον Ιωσήφ σαν πατέρα του Ιησού, κοντά στο νου πως η παράδοση αυτή είναι πλαστό δημιούργημα για ν’ αποκατασταθεί η τιμή της μητέρας του Ιησού. (...) Έπειτα υπάρχει και μια άλλη μαρτυρία. Όταν οι Γραμματείς και οι ανώτεροι αξιωματούχοι του ιουδαϊκού ιερατείου αντιπολιτεύτηκαν τον Ιησού (..) του έριξαν κατάμουτρα τούτη την κατηγορία: Εἶπον οὖν αὐτῷ [τῷ Ἰησοῦ] ἐκ πορνείας οὐ γεγενήμεθα˙ ἕνα πατέρα ἔχομεν, τον Θεόν. (ΙΩ. 8, 41). Στο σημείο αυτό η απάντηση-κατηγορία των Γραμματέων είναι παραμορφωμένη. Δεν μπορούσαν να πούνε πως έχουν πατέρα το Θεό-Γιαχβέ. Βέβαια στην καθημερινή προσευχή τους αποκαλούσαν το Θεό Πατέρα. Εδώ όμως δεν ταιριάζει η επίκληση αυτή γιατί η συζήτηση γίνεται για τη γέννηση του Ιησού, άρα κάτι άλλο πρόσθεσαν που έχει σχέση με τη δική τους κανονική – νόμιμη –γέννηση. Όταν όμως πάνω σε καυγά λέει ο ένας στον άλλο "εγώ δεν είμαι παιδί πόρνης", εννοεί φυσικά πως ο αντίπαλός του είναι γέννημα εξώγαμο. Εξάλλου στο ίδιο Ευαγγέλιο διαβάζουμε ότι ανταπαντώντας ο Ιησούς στους Γραμματείς δεν τους είπε ορθά κοφτά πως είναι ψεύτες και συκοφάντες κι ούτε θυμήθηκε τον πατέρα του τον Ιωσήφ, αλλά προσπάθησε να ξεφύγει από το κύριο ζήτημα λέγοντας πως είναι "απεσταλμένος του Θεού". Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς˙ εἰ ὁ Θεὸς πατὴρ ἦν, ἠγαπᾶτε ἂν ἐμέ˙ ἐγὼ γὰρ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθον καὶ ἥκω˙ οὐδὲ γὰρ ἀπ’ ἐμαυτοῦ ἐλήλυθα, ἀλλ’ ἐκεῖνος μὲ ἀπέστειλε. (ΙΩ. 8, 42). Όπως σημειώσαμε, ο διασκευαστής του δ’ Ευαγγελίου παραμόρφωσε την ερώτηση και κατηγορία των Γραμματέων στο μέρος αυτό, για να χαλκεύσει μια καλή απάντηση του Ιησού» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 255-256-257).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής:
1) Για την αρχαιότητα και αξιοπιστία του Κατά Μάρκον συγκριτικά με τα άλλα Ευαγγέλια. «Το ότι το κατά Μάρκον Ευαγγέλιον δεν είνε το αρχαιότερον των τεσσάρων ούτε πηγή αυτών είνε εκ των πλέον αναντιρρήτων πραγμάτων και των ισχυροτέρον παραδεδομένων» (Στ. Ν. Σάκκου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, β' έκδοση, ΑΠΘ - τμήμα εκδόσεων, σ. 223). «Νομίζω ότι ο Ματθαίος ήρχισε το έργον του πριν από τους άλλους. Δια τούτο και την γενεαλογίαν αναφέρει με ακρίβεια και τα σημαντικότερα εκθέτει λεπτομερέστερον. Ο Μάρκος έγραψε μετά από εκείνον, δια τούτο ηκολούθησε συντομώτεραν οδόν, διότι ήσαν πολλά όσα είχαν γραφή και είχαν γίνη μέχρι τότε» (άγιου Ιωάννη Χρυσόστομου, Ομιλία δ’ εις το Κατά Ματθαίον, 1).
2) Στο Κατά Ματθαίον 13, 55-56 διαβάζουμε: «Δεν είναι αυτός ο υιός του ξυλουργού; Δεν ονομάζεται η μητέρα του Μαριάμ και οι αδελφοί του Ιάκωβος, Ιωσής, Σίμων και Ιούδας; Και οι αδελφές του δεν είναι όλες μαζί μας; Από πού λοιπόν του ήλθαν όλα αυτά;». Στο Κατά Λουκάν, 4, 22 διαβάζουμε: «και έλεγαν "Δεν είναι αυτός ο υιός του Ιωσήφ;"».
3) Το ότι ο αρχαιότερος Ματθαίος κι ο Λουκάς αναφέρουν τον Ιησού ως γιο του Ιωσήφ, ενώ ο Μάρκος ως γιο της Μαρίας, δεν πρέπει να προκαλεί πονηρές σκέψεις. Η ιδιότητα του (νομικά) γιου του Ιωσήφ δεν είναι εξαντικειμένου αντίθετη προς την ιδιότητα του (βιολογικά) γιου της Μαρίας˙ και το αντίστροφο, φυσικά. Με άλλα λόγια, αν οι Ναζωραίοι έλεγαν «αυτός δεν είναι ο γιος της Μαρίας;» (κι όχι «δεν είναι αυτός γιος του Ιωσήφ;»), δε σημαίνει οπωσδήποτε ότι δε θεωρούσαν τον Ιησού (νομικά για εμάς, αλλά βιολογικά γι’ αυτούς) και γιο του Ιωσήφ, διότι τότε θα έπρεπε να κάνουμε και το εξής ερώτημα: «αν οι Ναζωραίοι είπαν "δεν είναι αυτός γιος του Ιωσήφ;", μήπως αυτό σημαίνει ότι δεν θεωρούσαν τον Ιησού γιο της Μαρίας;». Φυσικά κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο να το σκεφτούμε. Επομένως το να αποκαλούν κάποιο «γιο του πατέρα του» ή «γιο της μητέρας του», δε σημαίνει απαραίτητα ότι του αρνούνται τη μητέρα ή τον πατέρα του, αντίστοιχα. Συνεπώς πρέπει να σκεφτούμε άλλους λόγους.
4) Αν ο Ιωσήφ είχε μόλις πεθάνει, τον καιρό που άρχισε τη δράση του ο Ιησούς, ή αρκετόν καιρό πριν, τότε θα υπήρχε η ανάμνησή του στους Ναζωραίους, κι έτσι θα μπορούσαν να λένε «ο γιος του Ιωσήφ», αλλά επίσης θα μπορούσαν βλέποντας την Παναγία να λεν «ο γιος της Μαρίας». Και τα δύο φαντάζουν λογικά. «Γιος της Μαρίας» θα λεγόταν, διότι μόνο αυτή ζούσε από τους γονείς του.
5) Τα περί «μεγαλύτερου γιου της Μαρίας» είναι ανοησίες και είναι να απορεί κανείς πόσο πρόχειρα διάβαζε την Κ.Δ. ο Κορδάτος και οι αντιχριστιανοί τους οποίους αντέγραψε. Πουθενά δεν αναφέρονται όλοι οι αδελφοί – μαζί με τον Ιησού – στη σειρά, με τον Ιησού πρώτο π.χ. «Ιησούς, Ιάκωβος, Ιωσής, Σίμων, Ιούδας», ώστε να θεωρήσουμε ότι ο Ιησούς ήταν όντως ο μεγαλύτερος από τους γιους της Μαρίας (ή από όλα τα αδέλφια, ανεξαρτήτως του ποια είχαν μάνα). Αυτό είναι προφανές: αν π.χ. λέγαμε «Δεν είναι αυτός [ο Ιωσής] γιος της Σάρρας, αδελφός του Ιακώβου, του Σίμωνα, του Ιούδα;», αυτό ΔΕΝ θα σήμαινε [απαραίτητα] ότι ο Ιωσής ήταν μεγαλύτερος από τον Ιάκωβο, τον Σίμωνα και τον Ιούδα, αλλά απλώς ότι ο μεν Ιάκωβος ήταν μεγαλύτερος του Σίμωνα και του Ιούδα, ο δε Σίμωνας μεγαλύτερος του Ιούδα, κι απλώς ότι διευκρινίζεται ποιοι ήταν οι αδελφοί του Ιωσή. Έτσι, ο Μάρκος πουθενά δεν αναφέρει τον Ιησού ως ένα από τα παιδιά της Παναγίας, ούτε τον εμφανίζει ως μεγαλύτερο των ετεροθαλών αδελφών του, όπως επιπόλαια συμπεραίνει ο Κορδάτος.
6) Ο Κορδάτος ισχυρίζεται πως εάν ο Ιωσήφ είχε πεθάνει πριν ο Ιησούς αναλάβει δράση «τότε θα ‘πρεπε η μνήμη του να είναι σεβαστή μέσα στην οργάνωση του Ιησού και να γίνεται στα Ευαγγέλια πολλές φορές λόγος γι’ αυτόν, όπως γίνεται για τη Μαρία και τ’ αδέλφια του Ιησού αν και δεν ήταν μέλη της αδελφότητας». Αυτό είναι εντελώς παράλογο, τόσο διότι η Μαρία και τ’ αδέλφια του Ιησού ζούσαν κατά τη διάρκεια του κηρύγματός του (και φυσικά πίστεψαν) σε αντίθεση με τον Ιωσφή, όσο και διότι οι Ευαγγελιστές ήξεραν ότι ο Ιωσήφ απλώς εξελέγη ως προστάτης και «χορηγός» της ιδιότητας του «απογόνου του Δαβίδ», ενώ η Παναγία έδωσε τη σάρκα της για την ενσάρκωση του Θεού, και τα αδέλφια του πίστεψαν και μαρτύρησαν (ο Ιάκωβος). Ψέμματα, λοιπόν, λέει – αναφορικά με τα αδέρφια του – ο Κορδάτος, ότι «τα αδέλφια του Ιησού δεν ήταν μέλη της αδελφότητας». Ήταν, πίστεψαν και μαρτύρησαν. Ο Ιωσήφ ούτε έδωσε το σπέρμα του (οι Ευαγγελιστές το ήξεραν αυτό) ούτε πρόλαβε να ακούσει το κήρυγμα ώστε να πιστέψει. Ποιος ο λόγος να αναφέρονται σε αυτόν (αν υποθέσουμε ότι πέθανε πριν την αρχή του κηρύγματος), αν ούτε το ένα έκανε ούτε το άλλο, αλλά και ούτε έζησε στο κρίσιμο διάστημα; Δεν είναι το ίδιο, λοιπόν, ώστε να απορήσουμε «γιατί δεν τον μνημονεύουν όπως τη λοιπή οικογένειά του;»
7) Ο Κορδάτος παρερμηνεύει το Κατά Ιωάννη 8, 41-42 αγνοώντας την προηγούμενη συζήτηση (8, 39-40) καθώς και την επόμενη (8, 43-50), ώστε να εξάγει το συμπέρασμα ότι το Κατά Ιωάννη ενισχύει τη θέση του, πως ο Ιησούς ήταν προϊόν μοιχείας:
Κατά Ιωάννην 8, 39-46 και 48-50, 53: Απεκρίθησαν εις αυτόν, «Ο πατέρας μας είναι ο Αβραάμ». Λέγει εις αυτούς ο Ιησούς, «Εάν ήσαστε παιδιά του Αβραάμ, θα εκάνατε τα έργα του Αβραάμ, αλλά τώρα ζητάτε να με σκοτώσετε, άνθρωπον που σας είπα την αλήθειαν, που άκουσα από τον Θεόν. Αυτό δεν το έκανε ο Αβραάμ. Σεις κάνετε τα έργα του πατέρα σας». Εκείνοι του είπαν, «Εμείς δεν εγεννηθήκαμε από πορνείαν, ένα Πατέρα έχομεν τον Θεόν». Τότε ο Ιησούς τούς είπε, «Εάν ο Θεός ήτο Πατέρας σας, θα με αγαπούσατε, διότι εγώ από τον Θεόν εβγήκα και ήλθα εδώ. Δεν ήλθα από τον εαυτόν μου αλλ’ εκείνος με έστειλε. Γιατί δεν καταλαβαίνετε την γλώσσαν μου; Διότι είστε ανίκανοι να ακούτε τον λόγον μου. Σεις κατάγεσθε από τον πατέραν σας, τον διάβολον, και τας επιθυμίας του πατέρα σας θέλετε να κάνετε. εκείνος από την αρχήν ήτο ανθρωποκτόνος και δεν στέκεται εις την αλήθειαν, διότι δεν υπάρχει αλήθεια μέσα του. Όταν λέγη ψεύδη, μιλεί από τον εαυτόν του, διότι είναι ψεύτης και πατέρας του ψεύδους. Αλλ’ επειδή εγώ λέγω την αλήθειαν, δεν με πιστεύετε. Ποιος από σας μπορεί να με ελέγξη δι’ αμαρτίαν; (...) Απεκρίθησαν τότε οι Ιουδαίοι «Καλά δεν λέμε ότι είσαι Σαμαρείτης και έχει δαιμόνιον;». Απεκρίθη ο Ιησούς, «Εγώ δαιμόνιον δεν έχω αλλά τιμώ τον Πατέρα μου, και σεις με ατιμάζετε». (...) «Μήπως είσαι συ μεγαλύτερος από τον πατέρα μας τον Αβραάμ;»
Παρατηρούμε τα εξής:
i) Ο Ιησούς απαντά στους Ιουδαίους πως πατέρα έχουν τον Διάβολο, όταν αυτοί του λεν πως έχουν πατέρα τον Αβραάμ. Επομένως η απάντηση των Γραμματέων «έχουμε ένα πατέρα, τον Θεό» δεν είναι χαλκευμένη από «μεταγενέστερο διασκευαστή του δ’ Ευαγγελίου», όπως ανόητα ισχυρίζεται ο Κορδάτος, «ώστε ο Ιησούς να ξεφύγει από το κύριο ζήτημα» και να επικεντρωθεί στο ποιον έχουν πατέρα οι Ιουδαίοι και να πει ότι ο ίδιος είναι απεσταλμένος του Θεού. Διότι το κύριο ζήτημα ήταν ποιον πνευματικό «πατέρα» είχαν οι Ιουδαίοι:
ii) Έτσι 1) οι Ιουδαίοι λεν «έχουμε πατέρα τον Αβραάμ», 2) έπειτα ο Ιησούς τούς λέει ότι «κάνουν τα έργα του πατέρα τους», δηλαδή του Διαβόλου (αφού τούς λέει ότι «αυτό δεν το έκανε ο Αβραάμ») αποκαλώντας τους εμμέσως πλην σαφώς «παιδιά του Διαβόλου», 3) αυτοί λεν ότι έχουν πατέρα το Θεό, 4) ο Ιησούς τούς αποκαλεί ορθά-κοφτά «παιδιά του Διαβόλου», «ψεύτες», οι οποίοι «αδυνατούν να τον ελέγξουν για αμαρτία», και οι οποίοι τον «ατιμάζουν».
iii) Άρα ο Κορδάτος ψεύδεται. Ισχυρίζεται ότι ο Ιησούς δεν αποκαλεί ούτε ψεύτες ούτε συκοφάντες τους Ιουδαίους, δίχως να διάβασε, αυτός, ο «ερευνητής ιστορικός» τα παρακάτω εδάφια, στα οποία ο Ιησούς αποκαλεί τους Ιουδαίους «ψεύτες» και συκοφάντες («με ατιμάζετε» και «ποιος από σας μπορεί να με ελέγξη δι’ αμαρτίαν;»). Τόσο μεγάλη οξυδέρκεια είχε, που αντέγραφε στα ελληνικά ό,τι ξένο διάβαζε. Δίχως να κοιτάξει καν τα επόμενα εδάφια.
iv) Έχουμε αποδείξει ότι το «εμείς έχουμε πατέρα το Θεό» δεν είναι μεταγενέστερη προσθήκη, διότι νοηματικώς ταιριάζει πολύ καλά με τους προηγούμενους στίχους και με όλο το επισόδειο. Όταν οι Ιουδαίοι λεν ότι «δεν εγεννηθήκαμεν από πορνείαν» δεν αναφέρονται απαραίτητα στον τρόπο γέννησης του Ιησού. Μπορεί και να το εννοούν βέβαια. Όλοι οι υπόλοιποι στίχοι (39-53) αναφέρονται σε πνευματική πατρότητα κυρίως. Οι Ιουδαίοι, άλλοτε λεν πατέρα του τον Αβραάμ, άλλοτε τον Θεό. Εννοούν φυλετική και πνευματική πορνεία, γιατί δεν γίνεται να απαντούσαν ότι έχουν πνευματικό πατέρα το Θεό κατηγορώντας τον Ιησού για το βιολογικό του πατέρα, ούτε είχαν βιολογικό πατέρα τον Αβραάμ, ο καθένας τους. Τα ζητήματα είναι άσχετα. Είχαν εννοήσει πολύ καλά οι Ιουδαίοι ότι εμμέσως ο Ιησούς τους αποκαλεί παιδιά του Διαβόλου, και γι’ αυτό ανέφεραν ότι έχουν πατέρα το Θεό. Έτσι θέλουν να υποδηλώσουν την πνευματική τους ακεραιότητα, σε αντίθεση με τον Ιησού που – κατάγεται άλλωστε από την Γαλιλαία – δεν έχει πνευματική συνέχεια.
v) Αλλά ακόμη κι αν επρόκειτο για κατηγορίας σχετικής με τη βιολογική πατρότητα του Ιησού, τότε 1) αυτό δεν σημαίνει ότι «κυκλοφορούσε μια φήμη ότι ο Ιησούς ήταν προϊόν μοιχείας»˙ 2) ο Ιησούς απάντησε ορθά-κοφτά ότι είναι ψεύτες και συκοφάντες και δεν μπορούν να αποδείξουν αυτήν την κατηγορία τους εναντίον του («Ποιος από σας μπορεί να με ελέγξη δι’ αμαρτίαν;») και 3) αυτοί, ενώ άκουσαν την ερώτησή του «Ποιος από σας μπορεί να με ελέγξη δι’ αμαρτίαν;», ωστόσο δεν συνέχισαν ούτε προχώρησαν την κατηγορία τους, αλλά προσανατολίστηκαν στο θέμα της πνευματικής τους καταγωγής, λέγοντας ότι έχουν πατέρα τον Αβραάμ. 4) Η αδυναμία τους να απαντήσουν στην πρόκληση του Ιησού να τον ελέγξουν για «αμαρτία» (δηλαδή ως νόθο – οι νόθοι αποκλείονταν από τις συναγωγές) σημαίνει ότι η κατηγορία αυτή ήταν χαλκευμένη επί τόπου, εκείνη τη στιγμή, και δεν μπορούσε να στηριχτεί.
vi) Τι κρύβεται πίσω από την κατηγορία «εμείς δεν γεννηθήκαμε [όπως εσύ] από την πορνεία» φανερώνεται στον στίχο 48, όπου οι Ιουδαίοι λεν: «καλά δεν λέμε ότι είσαι Σαμαρείτης;» Ως γνωστόν η Γαλιλαία και ειδικά η Ναζαρέτ ήταν δίπλα στη Σαμάρεια. Οι Σαμαρείτες θεωρούνταν από τους Ιουδαίους όχι απλώς β’ και γ’ κατηγορίας Εβραίοι, όπως οι Γαλιλαίοι, αλλά μη Ιουδαίοι, ακάθαρτοι, μολυσμένοι με την ειδωλολατρία. Επειδή οι Βόρειοι Ισραηλίτες (οι πρόγονοι των Σαμαρειτών) είχαν αναμιχτεί (και πριν και μετά την Βαβυλώνια αιχμαλωσία) με ειδωλολάτρες της περιοχής, στα μάτια των Ιουδαίων φάνταζαν «μη Ιουδαίοι», δηλαδή κατά μια έννοια «γεννήματα πορνείας». Όταν είχε ξαναχτιστεί, επί Περσών ο δεύτερος Ναός στα Ιεροσόλυμα, οι Ιουδαίοι είχαν αρνηθεί την βοήθεια των Σαμαρειτών Εβραίων. Η Ναζαρέτ ήταν κοντά στα σύνορα με τη Σαμάρεια. Λογικό είναι να έρριξαν την κατηγορία αυτή στον Ιησού, ως (Σαμαρείτη) μη καθαρού Ισραηλίτη, άρα «γεννήματος πορνείας». Όχι απαραίτητα για την δική του προσωπική καταγωγή. Η αναφορά στην αντίληψη που υπήρχε, ότι ο Ιησούς ήταν Σαμαρείτης, εξηγεί πολύ καλά τον στίχο 41, όπου τον κατηγορούν ως «νόθο». Άρα, αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι Ιουδαίοι λεν του Ιησού: «εμείς έχουμε (ως έθνος βιολογικό και πνευματικό) πατέρα τον Αβραάμ, ενώ εσύ – όντας Σαμαρείτης – είσαι μη καθαρός Ισραηλίτης, άρα "γέννημα πορνείας", όπως όλοι οι Σαμαρείτες».
8) Όσο για τις ανοησίες του Κέλσου και του Ταλμούδ, τις οποίες χρησιμοποιεί ο Κορδάτος ως «επιπλέον απόδειξη», τι να πει κανείς; Ότι ο ένας αντέγραφε τον άλλον (που γινόταν, κυρίως από τον Κέλσο που αντέγραφε τους Ιουδαίους); Ή ότι το να πιστεύει κανείς στις κατηγορίες τόσο φανατικών αντιχριστιανών ήταν «εντελώς επιστημονικό»;

κη') «Λένε οι Ευαγγελιστές – κι εννοούμε εδώ όλους τους διασκευαστές που παραμόρφωσαν τα αρχικά Ευαγγέλια – πως η Μαρία και ο Ιωσήφ ήξεραν ότι ο Ιησούς ήταν παιδί του Θεού και μαζί μ’ αυτούς το ήξεραν και οι συγγενείς τους και φυσικά και άλλος πολύς κόσμος από τη Βηθλεέμ. Και όμως από τα ίδια Ευαγγέλια βγαίνει πως κανείς δεν το ήξερε αυτό ούτε κι οι γονιοί του Ιησού, γιατί ούτε ο πατέρας του ο Ιωσήφ πρωτοστατεί στην κοινότητα του Ιησού ούτε και τ’ αδέρφια του τον ακολουθούν, γιαυτό αναγκάζεται να ζητήσει τους πρώτους οπαδούς του ανάμεσα στους φτωχοαγρότες και τους ψαράδες της Γαλιλαίας. Αν η μάνα του, ο πατέρας του και τ’ αδέρφια του ήξεραν πως ήταν η ενσάρκωση του Θεού ή του Πνεύματος, ή πως ήταν Μεσσίας, δε θα τον ακολουθούσαν πρώτοι στο κήρυγμά του και στη δράση του;» Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. β’, σ. 17).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
1) Στον Ιωσήφ (Κατά Ματθαίον 1, 20-21) ο άγγελος λέει ότι το παιδί γεννήθηκε από υπερφυσικά και ότι θα σώσει το λαό από τις αμαρτίες του. Ο Ιωσήφ κράτησε και δεν έδιωξε την Παναγία, αποδεχόμενος τις πληροφορίες αυτές.
2) Φυσικά η Παναγία ήξερε τι ήταν το παιδί, αλλά «εφύλαγε εις την καρδιά της όλα αυτά τα γεγονότα» (Κατά Λουκάν 2, 52), που σημαίνει ότι τα κρατούσε κρυφά από τους συγγενείς και τους συγχωριανούς της. Κι αν τα κρατούσε κρυφά, θα είχε συνεννοηθεί και με τον Ιωσήφ να μην διαδοθεί το πράγμα, γιατί οι Φαρισαίοι δεν αστειεύονταν με τέτοιους επίδοξους Μεσσίες. Ούτε οι Ρωμαίοι ή οι βασιλείς της Ιουδαίας θα τους φέρονταν ευγενικά, αν ήξεραν ότι αυτοί – ο Ιωσήφ και η Παναγία – διέδιδαν πως το παιδί τους ήταν ο Μεσσίας. Θα τους συλλάμβαναν. Άρα κι ο Ιωσήφ και η Παναγία σκόπιμα δεν έλεγαν τίποτε σε κανέναν.
3) Ο Ιωσήφ, αν ήταν 30-40 χρονώ όταν γεννήθηκε ο Ιησούς (διότι είχε ξαναπαντρευτεί και είχε όχι ένα αλλά πολλά παιδιά απ’ τον πρώτο γάμο του), θα ήταν περίπου 60 χρονών, όταν άρχισε τη δημόσια δράση του ο Χριστός˙ αν δεν είχε ήδη πεθάνει. Δεν θα ήταν λογικό να σκεφτούμε έναν γέρο – τότε ο μ.ό. ζωής ήταν χαμηλότερος – να διατρέχει με το γιο του όλη την Παλαιστίνη. Κάποια στιγμή θα εξαντλείτο και θα παρατούσε τις περιοδείες.
4) Άλλωστε θα ήταν παράλογο να φανταστούμε έναν γέρο να τρέχει μαζί με το γιο του όλη την Παλαιστίνη λέγοντας «πιστέψτε στον γιο μου, είναι ο Μεσσίας». Όλοι θα κορόιδευαν τον γέρο. Αντίστοιχα και η Παναγία, η μαρτυρία της δε θα είχε κανένα κύρος στον κοινό κόσμο, θα φαινόταν η όλη υπόθεση ως «οικογενειακή», κι επιπλέον ήταν αρκετά μεγάλη (όχι όσο ο Ιωσήφ βέβαια) για περιοδείες και πεζοπορίες. Οι γυναίκες που ακολουθούσαν το Χριστό ήταν νέες, όπως και οι απόστολοι.
5) Συνεπώς, εάν ζούσε ο Ιωσήφ δε θα μπορούσε λόγω ηλικίας να συμμετάσχει στις περιοδείες του Χριστού, αλλά ούτε λογικό θα ήταν να συμμετέχει δίνοντας μαρτυρία την οποία όλοι θα αμφισβητούσαν˙ αν είχε πεθάνει δεν τίθεται ζήτημα.
6) Τα αδέρφια του δεν πρέπει να ήξεραν το μυστικό (ότι η μητριά τους γέννησε υπερφυσικά τον Χριστό), ακόμη κι αν είχαν ταξιδέψει μαζί στην Αίγυπτο (θα μπορούσε να τους πει μια δικαιολογία ο Ιωσήφ φοβούμενος ότι τα παιδιά του θα το έλεγαν σε παιδιά συγγενών ή γνωστών κι έτσι θα έβρισκε τον μπελά του). Όταν φανερώθηκε ο Χριστός και άρχισε τη δημόσια διδασκαλία του, δεν θα τον πίστεψαν, ούτε φυσικά τη μητριά τους (αν ο Ιωσήφ είχε πεθάνει ήδη). Θα τον πέρασαν για αφελή.

κθ') "Στο Ματθαίον 11, 2 και στο Λουκά 7, 18, «οι δυο αυτοί ευαγγελιστές αναφέρουν πως ο Ιωάννης ο Βαφτιστής μέσα από τη φυλακή του έστειλε μια ειδική αντιπροσωπεία να ρωτήσει τον Ιησού εάν είναι ο Μεσσίας ο αληθινός. Μα οι ίδιοι οι ευαγγελιστές (Ματθ. 3, 13) μάς λένε πως ο Ιωάννης όχι μονάχα εβάφτισε τον Ιησού στον Ιορδάνη αλλά και τον αναγνώρισε για ανώτερό του και για Μεσσία. Η αντίφαση αυτή είναι ολοφάνερη (...). Ο Χρυσόστομος λέει (...) η αμφιβολία δεν ήταν του Βαφτιστή αλλά των μαθητών του. Κι επειδή κατάλαβε το τέλος του τους έστειλε στον Ιησού για να μάθουν από τον ίδιον την αλήθεια και να πιστέψουν στη μεσσιακή αποστολή του. Αλλά η δικαιολογία του Χρυσόστομου ουσιαστικά είναι ένα δικολαβικό τέχνασμα. Ούτε το πνεύμα ούτε το γράμμα της πολύκροτης περικοπής ενισχύουν μια τέτοια έμμεση ερμηνεία» (Γ. Κορδάτου, Αρχαίες θρησκείες και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνη, σ. 247-8)».

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Όχι μόνο δικολαβικό τέχνασμα δεν είναι, αλλά φαίνεται πολύ λογική η εξήγηση του Χρυσοστόμου. Ο Ιωάννης, έχοντας δει τον Ιησού και ξέροντας ότι είναι αβέβαιο το δικό του μέλλον στη φυλακή, στέλνει τους μαθητές του να κάνουν την ερώτηση αυτή, ώστε να προσκολληθούν πλέον στον Ιησού, αφού η δική του αποστολή ολοκληρωνόταν. Εμμέσως (μέσω της ρητορικής ερώτησης) ο Ιωάννης έστελνε τους μαθητές του στον Ιησού, διότι προφανώς, αν δεν το έκανε αυτό, με την εκτέλεσή του αυτοί θα διασκορπίζονταν και δε θα πίστευαν στον Χριστό. Πολύ λογική η ερμηνεία αυτή, αφού αποκαλύπτει το βαθύτερο νόημα αυτής της ρητορικής ερώτησης, που ο Γ. Κορδάτος δεν αντελήφθη. Ορισμένοι μαθητές του Πρόδρομου είχαν γίνει αμέσως μαθητές του Χριστού (Κατά Ιωάννη 1, 40)

λ') «Μαθαίνουμε όμως από τον Ματθαίο πως κάθε πρωί τα μέλη της οργάνωσης προσεύχονταν κι έψελναν τούτη εδώ την προσευχή, που πρέπει να την προσέξουμε (...) (ΜΘ. 6, 9-13). Πρέπει να σημειώσουμε πως τα χειρόγραφα είναι ταραγμένα, γιατί υπάρχουν πολλές γραφές. Αυτό φαίνεται κι από το Ευαγγέλιο του Λουκά (11, 4) όπου υπάρχει σημαντική παραλλαγή του Πάτερ ημών. Είναι λοιπόν φανερό πως έγιναν και στην περοσευχή αυτή μερικές νοθείες γιατί το περιεχόμενό της από το Β’ αιώμα και δώθε δε συμβιβάζονταν με τις αντιλήψεις των χριστιανών που πρωτοστατούσαν μέσα στις εκκλησίες. (...) Επειδή όμως υπήρχαν και πολλοί οπαδοί του Ιησού που ήταν μικροαγρότες και μικρονοικοκυραίοι καταχρεωμένοι, παρακαλούσαν το Θεό να τους χαρίσει τα χρέη. Η λέξη οφειλήματα σημαίνει χρέη και δεν έχει ηθική σημασία, όπως την εξηγούν οι θεολόγοι. Πιο ύστερα όμως προστέθηκε και η φράση «ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Η φράση αυτή είναι νεότερη προσθήκη για να δοθεί στην προσευχή ηθικό νόημα. Όταν πια ο χριστιανισμός έγινε συντηρητική ιδεολογία χρειάστηκε να τροποποιήσει και την προσευχή αυτή, για να μη δείχνει πως κάποτε ήταν επαναστατικό κίνημα» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 287-289).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Παρατηρούμε τα εξής:
1) Οι διαφορές μεταξύ Λουκά και Ματθαίου οφείλονται στο ότι ο πρώτος δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας, ενώ ο δεύτερος ήταν. Συνεπώς ο Λουκάς έγραψε μια λιγότερο πιστή παράθεση των ακριβών λόγων, ενώ ο Ματθαίος θα θυμόταν καλύτερα και ως αυτόπτης μάρτυρας είναι πιο αξιόπιστος, δίχως αυτό να σημαίνει ότι ο Λουκάς δεν είναι αξιόπιστος, αφού άκουσε από τους μαθητές του Ιησού την διήγηση, αλλά όσο να ‘ναι ο Ματθαίος δεν χρειάστηκε μεσολαβητή. Συνεπώς δεν υπάρχει αναγκαιότητα να φανταστούμε ότι οι διαφορές μεταξύ Λουκά και Ματθαίου οφείλονται στο ότι γράφτηκε τον Β’ αιώνα το πρώτο απ’ τα δύο Ευαγγέλια. Μπορεί κάλλιστα να αποδοθούν στην αιτία που προαναφέραμε.
2) Ο Κορδάτος πάει να ερμηνεύσει τη λέξη οφειλήματα. Ισχυρίζεται ότι στο Κατά Ματθαίον, 6, 12 οι προσευχόμενοι ζητούν απ’ το Θεό να τους χαρίσει τα χρέη. Φυσικά αυτό δεν έχει καμμία σχέση με το πραγματικό νόημα, το οποίο είναι ότι ο προσευχόμενος, όπως συγχωρεί τους χρεωστές του, έτσι ζητά απ’ το Θεό να του συγχωρήσει τα δικά του οφελείματα προς το Θεό. Φυσικά τα «χρέη» προς το Θεό δεν ήταν λεφτά, αλλά αμαρτίες. Και θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε, όπως ο Κορδάτος, ότι ο προσευχόμενος ζητά απ’ τον Θεό να μεσολαβήσει (ο Θεός) ώστε να παραγραφούν τα υλικά χρέη του, διότι την παραγραφή των υλικών χρεών αυτών θα μπορούσε να την κάνει μόνο αυτός στον οποίο χρωστούν. Αυτή η ερμηνεία ταιριάζει και με το Πάτερ ημών του Κατά Λουκάν, 11, 4, όπου ο προσευχόμενος ζητά να του συγχωρεθούν οι αμαρτίες, αφού συγχωρεί τους οφειλέτες του.
3) Επομένως η άποψη ότι το «ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν» του Κατά Ματθαίον 6, 12 είναι μεταγενέστερη προσθήκη, ώστε να δοθεί στην προσευχή ηθικό νόημα, είναι λανθασμένη, αφού τα υλικά χρέη μόνο αυτοί οι οποίοι τα απαιτούσαν μπορούσαν να τα παραγράψουν (ώστε με τη σειρά τους να συγχωρεθούν απ’ το Θεό για τις αμαρτίες τους). Δηλαδή η σειρά και το είδος διαγραφής ήταν: «1. συγχωρώ (κι ενδεχομένως παραγράφω τα υλικά χρέη του) κάποιον, 2. ο Θεός μου συγχωρεί τις αμαρτίες», κι όχι «1. ζητώ – και περιμένω... θαυματουργικά – από τον Θεό να μου παραγράψει τα υλικά χρέη μου», όπως λέει ο Κορδάτος. Άλλωστε δεν έχει βρεθεί κανένα Ευαγγέλιο του Ματθαίου, στο οποίο να λείπει αυτή η φράση. Η άποψη του Κορδάτου είναι αβάσιμη.
4) Τέλος, εάν οι της Εκκλησίας ήταν τόσο ύπουλοι, ώστε γινόμενοι συντηρητική ιδεολογία μετά τον 3ο αι. να πρόσθεταν φράσεις που θα εξυπηρετούσαν τους συντηρητικούς στόχους τους, τότε θα φρόντιζαν να εξομοιώσουν λεκτικώς τις δύο προσευχές, ώστε να μην τους κατηγορήσει κανείς ούτε ότι άλλαξαν τους κοινωνικούς στόχους τους ούτε ότι τα κείμενά τους είναι νεότερες διασκευές. Αν δηλαδή ήταν τόσο ύπουλοι, σίγουρα θα ήταν και έξυπνοι και δε θα άφηναν καμμία υπόνοια στα Ευαγγέλια ότι «αρχικώς εννοούσαν τα οικονομικά χρέη που ο Θεός θα έσβηνε, αλλά ύστερα εννοούσαν τις αμαρτίες που ο Θεός συγχωρεί». Κι επειδή οι της Εκκλησίας δεν ήταν περισσότερο ανόητοι από τους οπαδούς της αρνητικής κριτκής, μπορούμε να έχουμε αυτό ως ακόμη ένα πειστήριο της αυθεντικότητας των Ευαγγελίων και της τιμιότητας της Εκκλησίας.

λα') «Ο Ιησούς που έβγαζε φλογερούς λόγους ενάντια στους πλούσιους που τόνιζε κάθε τόσο πως πλησιάζει η "βασιλεία του Θεού", ήταν ρεαλιστής. Αν έκανε μεταφυσική οι λαϊκές μάζες δε θα τον ακολουθούσαν και θα ήταν ο ευνοούμενος των μεγαλουσιάνων. (...) Όλα αυτά θα γίνουν σε τούτη τη ζωή, τόνιζε [ο Ιησούς]. Οι θεολόγοι, που δεν παραδέχονται πως ο Ιησούς ήταν κοινωνικός ηγέτης αλλά πραγματικός Μεσσίας και "υιός του Θεού", άρα ενδιαφέρθηκε για τα μεταφυσικά προβλήματα κι όχι για την καλυτέρευση – κοινωνική, πολιτική και οικονομική – των λαϊκών μαζών της Παλαιστίνης, λένε πως όταν έκανε λόγο για τους πτωχούς δεν εννοούσε την υλική υπόστασή τους μα την ηθική! (...) Άρα η "βασιλεία του Θεού" δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά το λαϊκό Κράτος στο οποίο θα ευφραίνονται οι πρώην φτωχοί» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 302-303).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Τέτοιος μανιχαϊστικός δυισμός (είτε ο Χριστός θα ενδιαφερόταν μόνο για τη μεταφυσική είτε μόνο για την υλική ευημερία) δεν υπάρχει πουθενά στη σκέψη του Χριστιανισμού, την οποία παρερμήνευσε ο Κορδάτος και άλλοι. Συνεπώς, ο Χριστός στο κήρυγμά του δεν απέκλειε την «μεταφυσική» από την κοινωνική πρακτική, αλλά τα συνδύαζε. Βέβαια ο Κορδάτος (1891-1961) λέγοντας μεταφυσική είχε κατά νου το δυτικό σχολαστικισμό των Παπικών. Ωστόσο, επειδή αγνοεί ότι ο Χριστιανισμός, δηλαδή η Ορθοδοξία δεν δέχτηκε ποτέ την πλατωνική δυιαρχική αντίληψη «σώμα-πνεύμα», αλλά νοιάζεται και για τα δύο, αφού – σε αντίθεση με τον πλατωνισμό – θεωρεί άνθρωπο το συνδυασμό σώματος-ψυχής, είναι λογικό να υποπίπτει σε τέτοιες σφαλερές απόψεις περί χριστιανικής μεταφυσικής. Νόμιζε δηλαδή ότι ο Χριστιανισμός ενδιαφέρεται μόνο για το «πνεύμα» μεταθανάτια κι όχι για την ύλη. Κάτι τέτοιο βέβαια μόνο χριστιανικό δεν είναι, αλλά ήταν τέτοιες οι κοινωνικοϊδεολογικές συνθήκες στην εποχή του Κορδάτου κι ο ίδιος ήταν τόσο προκατειλημμένος υλιστής, ώστε αυτός αδυνατούσε να συλλάβει τον Ορθόδοξο λόγο για τον άνθρωπο. Οι μάζες πάλι, φυσικά τον ακολουθούσαν γιατί έβλεπαν να εκπληρώνονται τα θαύματα που προέλεγαν οι προφήτες. Αν ήταν απλός θαυματοποιός-τροφοδότης ο Ιησούς, δεν θα έκανε κηρύγματα, αλλά θα αρκούνταν στον επισιτισμό των οπαδών του.
Υπό αυτό το πρίσμα κατανοείται πλήρως η αντίθεση του Κορδάτου στην άποψη περί «μεταφυσικής διδασκαλίας» του Ιησού και πόσο λανθασμένη είναι αυτή. Βέβαια, πουθενά ο Ιησούς δεν λέει στα Ευαγγέλια ότι «όλα αυτά θα γίνουν σε τούτη τη ζωή», όπως ισχυρίζεται ο Κορδάτος. Αυτά (π.χ. τα περί λαϊκού Κράτους) ήταν προβολή των δικών του ιδεολογικών απόψεων στη σκέψη του Ιησού˙ τόσο αφελές όσο λ.χ. το να ερμηνεύαμε τον Κομφούκιο βάσει του Καρτέσιου ή του Καντ.

λβ') «Μερικοί όμως από τους οπαδούς του την τελευταία στιγμή δείλιασαν, (...) κι έτσι δίστασαν και τραβήχτηκαν. Έβλεπαν πως αυτά που ζητούσε ο Ιησούς δεν ήταν εύκολο να γίνουν. Έπρεπε να χυθεί πολύ αίμα. Ύστερα ήξεραν και τι τέλος είχαν και τα πρωτικά επαναστατικά κινήματα γιαυτό δεν ακολούθησαν τον Ιησού και αποτραβήχτηκαν την τελευταία στιγμή. Αυτή τους η πράξη ήταν το πρώτο ρήγμα. Ο πρώτος κλονισμός. (...) (ΙΩ. 6, 59-67). Έτσι σημειώθηκε το πρώτο κρούσμα απειθαρχίας και εκδηλώθηκε η πρώτη διάσπαση. Ο διασκευαστής του δ’ Ευαγγελίου τοποθετεί το επεισόδιο αυτό στην Καπερναούμ. Ειναι φανερό όμως πως, όπως και άλλα περιστατικά, έτσι κι αυτό μετατοπίστηκε και προχρονολογήθηκε για να χάσει το επαναστατικό περιεχόμενο η ομιλία του Ιησού και να μη φαίνεται ότι ειπώθηκε στις παραμονές της επανάστασής του» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 343-324).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Φυσικά, ο Κορδάτος για να δικαιολογήσει την ερμηνεία του, ήταν συνεχώς αναγκασμένος να λέει ότι το τάδε εδάφιο είναι πλαστό, ότι το δείνα εδάφιο είναι προχρονολογημένο, ότι το άλλο είναι συρραμένο κ.ο.κ. Όμως έχουμε αποδείξει ότι κάτι τέτοιο, ειδικά στην κλίμακα που το θέλει να υπάρχει ο Κορδάτος (αφού είναι «άπειρα» τα εδάφια στα οποία διαπράττει αυτό το ατόπημα), είναι αδύνατο να συνέβη. Έχουν βρεθεί τόσοι και τόσοι πάπυροι κι όμως ούτε ένας δεν είναι γραμμένος όπως θα ήθελαν οι οπαδοί της αρνητικής κριτικής. Φυσικά, και ένας μόνο τέτοιος να βρισκότανε, θα έκαναν γιορτές επί χρόνια και αιώνες οι αντιχριστιανοί. Ωστόσο άδικα σπαν τα κεφάλια τους. Και γι’ αυτό οι εικασίες αυτές μόνο στα μυαλά τους είναι «βεβαιότητες».
Αν δούμε τώρα το εδάφιο αυτό καθεαυτό, ο Χριστός λέει στους μαθητές του (Κατά Ιωάννην 6, 54 κ.ε.): «Εκείνος που τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου έχει ζωήν αιώνιον και εγώ θα τον αναστήσω την έσχατον ημέραν. Διότι η σάρκα μου είναι αληθινή τροφή και το αίμα μου αληθινόν ποτόν. Εκείνος που τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου και εγώ μέσα τους (...)». Και μετά (Κατά Ιωάννην 6, 60-66): «Πολλοί από τους μαθητάς του, όταν τα άκουσαν, είπαν, "Είναι σκληρός ο λόγος αυτός˙ ποιος μπορεί να τον ακούη;". Ο Ιησούς ήξερε εσωτερικώς ότι γογγύζουν γι’ αυτό οι μαθηταί του και τους είπε, (...). Γι’ αυτόν τον λόγον πολλοί από τους μαθητάς του έφυγαν και δεν επήγαιναν πλέον μαζί του». Καμμία σχέση με επανάσταση δεν έχουμε εδώ. Ο Χριστός έλεγε στους μαθητές του σχετικά με την μετάληψη, κι όχι για επανάσταση. Αυτοί, επειδή η ιδέα του πράγματος αυτού δεν τους άρεσε, είτε επειδή δεν κατάλαβαν τι εννοούσε ο Χριστός και το θεώρησαν σαν ανθρωποφαγία, σηκώθηκαν κι έφυγαν. Πολύ λογικότερο είναι να δεχτούμε ότι το εδάφιο βρίσκεται στη θέση όπου βρισκόταν, παρά να υποθέσουμε, δίχως αποδείξεις, ότι ήταν στο τέλος.

λγ') «Τα Ευαγγέλια κάνουν λόγο για την μεγάλη υποδοχή που έκανε ο λαός της Ιερουσαλήμ στον Ιησού. Μπήκε, λένε, στην πρωτεύουσα καβάλα σ’ ένα γαϊδούρι και τον ακολουθούσε κόσμος πολύς, ενώ άλλοι από την Ιερουσαλήμ τον υποδέχονταν με φοινικόκλαδα φωνάζοντας (..) (ΜΘ. 21. 9, ΜΡ. 11. 9-10, ΛΚ. 19. 38, ΙΩ. 12. 12-13). Η ιστορία αυτή είναι πλαστή. Είναι κατοπινή προσθήκη γιατί στο βιβλίο του Ζαχαρία ήταν γραμμένο: "Ιδού ο βασιλέας σου έρχεται κοντά σου καθισμένος πάνω σε γαϊδούρι και πάνω σε πουλάρι" (Ζχ. 9, 9). Στο Ευαγγέλιο μάλιστα του Ματθαίου (21, 7) παρουσιάζεται ο Ιησούς να κάθεται πάνω και στα δυο ζωντανά και στη γαϊδούρα και στο πουλάρι της!! Αντιγράφοντας οι Ευαγγελιστές κατά λέξη τις αρχαίες ιουδαϊκές παραδόσεις, αδιαφορούσαν αν έβγαινε νόημα κι αν τα γραφόμενά τους ήταν ανόητα. (...) Ήταν όμως δυνατό να μπει ο Ιησούς στην Ιερουσαλήμ με τέτοια παράτα και να φωνάζουν μάλιστα οι οπαδοί του "σώσε μας, γιε του Δαβίδ, ευλογημένος (ο βασιλιάς μας) που είναι απεσταλμένος από τον Γιαχβέ;" (...) Ο Ιησούς μπήκε στην Ιερουσαλήμ σαν συνωμότης. Πήγε δηλαδή κρυφά. (...) Η κοινή λογική μάς πείθει πως καμιά παράτα και διαδήλωση δεν έγινε˙ ούτε ζητοκραυγές ακούστηκαν, ούτε η γαϊδούρα του προφήτη Ζαχαρία και το πουλάρι της πήραν μέρος στην τελετή. Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη (12, 16) διαβάζουμε πως "η τέτοια τελετή ήταν ακατανόητη στους μαθητές του και μόνο ύστερα από μακρό, όταν δοξάστηκε ο Ιησούς, κατάλαβαν πως ό,τι έγινε, έγινε σύμφωνα με την Παλαιά Γραφή". Αυτό είναι μια πρόχειρη δικαιολογία που δείχνει πως από τότε πολλοί απορούσαν για το φέρσιμο αυτό του Ιησού. Εξάλλου ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μαζί με άλλα μάς πληροφορεί πως: Ὡς ἀνέβησαν οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ εἰς Ἱεροςόλυμα, τότε καὶ αὐτὸς ἀνέβη εἰς τὴν ἑορτήν, οὐ φανερῶς, ἀλλ’ ὡς ἐν κρυπτῷ (ΙΩ. 7, 10). (...) Αυτά (ΙΩ. 7, 11-13) δεν έγιναν σε άλλη εποχή, όπως μπορεί να νομίσει κανείς διαβάζοντας το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, μα τον καιρό που ξέσπασε το κίνημα. Αν στα Ευαγγέλια μπερδεύονται οι εποχές και οι χρονολογίες και παραμορφώνεται το κήρυγμα του Ιησού, αυτό γίνεται σκόπιμα για να παρουσιάζεται ο χριστιανισμός σα μια ειρηνιστική διδασκαλία. Γιαυτό αν θέλουμε να καταστρώσουμε ένα πλάνο με βάση όλα όσα γράφουν τα Ευαγγέλια, πλάνο που να μας δείχνει την επαναστατική δράση του Ιησού, θα πελαγώσουμε. Μόνο αν καθαρίσουμε, όπως είπαμε, την ευαγγελική παράδοση από τις νοθείες και τις προσθήκες, θα μπορέσουμε να βρούμε τα ιστορικά τους στοιχεία» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 328-330).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: στην προτελευταία φράση του Κορδάτου φαίνεται ξεκάθαρα η ομολογία της αρνητικής κριτικής: αν δεν διαστρεβλώσει το κείμενο, δεν μπορεί να αποδείξει τις απόψεις τις. Δηλαδή, έχοντας ως προϋπόθεση κάποια προκατάληψη (ο Κορδάτος ότι ο Ιησούς ήταν κοινωνικός επαναστάτης˙ οι εθνικοπαγανιστές ότι ο Ιησούς ήταν εθνικιστής Εβραίος), αντί να συμβαδίσουν με τα Ευαγγέλια, τα αρνούνται, κατασκευάζουν πλαστά Ευαγγέλια κατουσίαν, κι έτσι «αποδεικνύουν» ότι ο Χριστός ήταν κοινωνικός ή εθνικιστής επαναστάτης.
Το επιχείρημα ότι σκόπιμα μπερδεύτηκαν οι ημερομηνίες, εκτός του ότι θα έβαζε σε μεγάλο μπελά έναν πιθανό διασκευαστή να συνταιριάξει τα επεισόδια, κι εκτός απ’ τα Ευαγγέλια που θα παρέμεναν απαράλλαχτα – αλλά κανένας οπαδός της αρνητικής κριτικής δεν ανακάλυψε κανένα τέτοιο, ούτε εντός ούτε εκτός Ιουδαίας – είναι αβάσιμο και για έναν άλλο λόγο. Αυτή η διασκευσή «επί το ειρηνιστικότερο», δεν μπορούσε να γίνει σε μια εποχή που οι Χριστιανοί κυνηγούνταν από τους Ειδωλολάτρες, γιατί τότε δεν είχαν καιρό για κάτι τέτοιο. Μόνο όταν βασίλευε ο Κωνσταντίνος Α’ θα ήταν δυνατή τέτοιου μεγέθους διασκευή – μόνο που τότε θα την πρόσεχαν όλοι και δε θα πέρναγε απαρατήρητη. Άλλωστε ο Κέλσος, για παράδειγμα, θα ανέφερε τέτοια διασκευή και ο Πορφύριος. Θα έλεγαν δηλαδή ότι αλλιώς ήταν αρχικά λ.χ. το Ευαγγέλιο του Ιωάννη κι αλλιώς διασκευάστηκε αργότερα. Αντί για τέτοιες υποθέσεις, οι οποίες είναι περίπλοκες και αναπόδεικτες, είναι λογικότερο να δεχτούμε τη σειρά των ιστορικών γεγονότων, όπως μας τη δίνουν οι Ευαγγελιστές, αφού αυτή απαιτεί τις λιγότερες «συνωμοσιολογίες» και τα λιγότερα εμπόδια.
Με την ίδια λογική, αντί να βιάζονται τόσο πολύ τα κείμενα, ώστε προκειμένου να βγει επαναστάτης ο Ιησούς, πρέπει να πάει πίσω ένα ολόκληρο εδάφιο, και να εφευρεθεί ένα άλλο, είναι λογικότερο να απορρίψουμε τη θεωρία ότι ήταν σώνει και καλά ο Ιησούς κοινωνικός επαναστάτης. Υπάρχουν ένα σωρό άλλα εδάφια που μόνο κάτι τέτοιο δεν φανερώνουν.
Όσο για το πάνω σε ποιο ζώο, γαϊδούρι ή πουλάρι, ανέβηκε ο Ιησούς, αυτά είναι μικρολεπτομέριες. Θα μπορούσε στο ένα ζώο να κάθεται και στο άλλο να έχουν αφήσει τα πράγματά του οι μαθητές του. Το γεγονός ότι φάνηκε ακατανόητο εκείνη τη στιγμή στους μαθητές του, η υποδοχή του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, δεν είναι πρόχειρη δικαιολογία, ίσα-ίσα δείχνει ότι καμμία ιδέα για βίαιη επανάσταση δεν είχαν οι μαθητές του. Βέβαια, έτσι που διαστρέφει όπως θέλει η αρνητική κριτική τα Ευαγγέλια – χωρίς αποδείξεις ότι κάποτε ήταν γραμμένα αλλιώς – στο τέλος είναι ικανή να ισχυριστεί ότι το μισό περιεχόμενο έκαστου είναι... μεταγενέστερο. Τώρα πώς έγινε αυτό, και πώς τόσοι άνθρωποι δεν το κατάλαβαν (δηλαδή ήταν ηλίθιοι), αυτό δεν το εξηγεί κανείς (έξυπνος).
Άλλωστε ο Λουκάς αναφέρει (Λκ. 19, 37-40) ότι οι μαθητές του ζητωκραύγαζαν. Οι άλλοι Ευαγγελιστές αναφέρουν ότι ήταν ο λαός, οπότε θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι κυρίως τον υποδέχτηκαν οι μαθητές του και έδιναν το σύνθημα˙ κι όσος λαός ήταν εκεί στην πύλη, συμμετείχε. Διόλου παράξενο οι μαθητές να έλεγαν τέτοια πράγματα.
Τέλος, αναφορικά με το ψυχολογίστικο επιχείρημα ότι «πρόσθεσαν την προφητεία του Ζαχαρία, ώστε να αποδείξουν ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας», τέτοιου είδους επιχειρήματα είναι αναπόδεικτα, δεν προσφέρουν τίποτε. Φυσικά έχει σημασία αν έγινε ή αν δεν έγινε έτσι. Αλλά αν νομίζουν κάποιοι ότι λέγοντας αυτό το επιχείρημα, ταυτόχρονα το αποδεικνύουν, κάνουν λάθος. Κι επειδή δεν αποδεικνύουν τα επιχειρήματα τύπου «μπορεί να έγινε έτσι...» (ούτε μπορούν να φέρουν ένα Ευαγγέλιο που να μην έχει τέτοιο εδάφιο ή κάποιον που να μη κάνει μνεία στο γεγονός αυτό), καλύτερα είναι να μην παρουσιάζονται ως «αποδείξεις».

λδ') «Όποιος διαβάζει επιπόλαια κι απρόσεχτα τα παραπάνω κείμενα [σημείωση: το ΜΡ. 15, 7], θα νομίσει πως πρόκειται για κάποια στάση χωρίς σημασία και πως ο Βαραββάς ήταν ένας κοινός εγκληματίας. Δεν είναι όμως έτσι. Η στάση για την οποία γίνεται λόγος είναι η επανάσταση του Ιησού. (...) Το ότι έγινε μάχη μας το λέει το Ευαγγέλιο του Λουκά κάπως σκεπασμένα [ΛΚ. 13, 1]» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 343-344).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: το Κατά Λουκάν 13, 1-5 είναι εντελώς άσχετα με τον Βαραββά και την εποχή λίγο πριν συλληφθεί ο Χριστός. Η εποχή που συμβαίνει αυτό είναι ακόμη στην αρχή του Ευαγγελίου, και το σκηνικό της διαμάχης μεταξύ Πιλάτου και κάποιων Γαλιλαίων είναι εντελώς άσχετο με την κατάρρευση του πύργου του Σιλωάμ, η οποία δεν οφείλεται ασφαλώς σε πολιορκία των υπερασπιστών του από τους Ρωμαίους, αφού η κατάρρευση σκότωσε εκείνους τους Εβραίους στους οποίους έπεσε, δηλαδή στους απέξω Εβραίους. Ο Κορδάτος κι εδώ αντιγράφοντας όπως να ‘ναι τους ξένους, μεταφέρει εδάφια, συγχέει γεγονότα, κακοδιαβάζει χωρία, και επιτέλους βγάζει το συμπέρασμα ότι ο Βαραββάς ήταν συνεπαναστάτης του Ιησού κι ότι «σκεπασμένα» τα Ευαγγέλια μάς μιλούν για επανάσταση. Αν ήταν τέτοιος, βέβαια, ο Πιλάτος θα τον καταδίκαζε κι εκείνον, αφού θα ήταν πιστός του Ιησού. Δε θα άφηνε στο πλήθος να διαλέξει, και φυσικά, το πλήθος (οι άνθρωποι των Φαρισαίων) δεν θα διάλεγαν, αλλά θα τους καταδίκαζαν και τους δύο.

λε') «Τα Ευαγγέλια και στο σημείο αυτό τα λένε πολύ μπερδεμένα. Οι νεότερες διασκευές νόθεψαν την ιστορική αλήθεια και παρουσίαζαν τους Ιουδαίους να πιάνουν τον Ιησού χωρίς αιτία, να τον διαπομπεύουν, να τον κατηγορούν και να τον καταδικάζουν σε θάνατο, αν και ήταν αθώος» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 349).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Όχι δίχως αιτία οι Ιουδαίοι έπιασαν τον Ιησού. Είχαν πάρει απόφαση ότι αξίζει να θανατωθεί παρά να παρασύρει τον κόσμο σε ανεγξέλεκτες καταστάσεις. Επίσης είχαν κάποια ψευδοεξουσία, όπως κι ο Κορδάτος παραδέχεται, κάποια αυτονομία, και μπορούσαν να δικάζουν, για θέματα μωσαϊκού νόμου, τους συμπατριώτες τους. Δεν ήταν, λοιπόν αθώος στα μάτια των Φαρισαίον ο Ιησούς, αφού διακήρυξε ότι είναι ο Μεσσίας, τόσο πριν όσο και μετά τη σύλληψή του, και μάλιστα στο κήρυγμά του πολλές φορές καταφερόταν εναντίον Φαρισαίων και Γραμματέων. Δεν χρειάζεται να έχει κάνει κίνημα, βίαιη επανάσταση και τα λοιπά, για να τον μισούν οι Ιουδαίοι. Η κρίση για πολιτικά εγκλήματα ανήκε στον Πιλάτο και τους Ρωμαίους και γι’ αυτό οι Φαρισαίοι προσπάθησαν να συκοφαντήσουν τον Ιησού ως κοσμικό επαναστάτη, αλλά ο Πιλάτος δεν δέχτηκε την κατηγορία αυτή. Οι Ιουδαίοι ωστόσο είχαν την εξουσία να θανατώσουν κάποιον για παραβίαση του μωσαϊκού νόμου.
Μπορεί βέβαια, επειδή οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς φαντάζονταν το Μεσσία ως εθνικιστή ηγέτη, να πίστευαν ότι ο Ιησούς θα κήρυττε βίαιη επανάσταση. Σ’ αυτήν την περίπτωση τον συνέλαβαν προληπτικά, αλλά είχαν δικαιολογία το ότι αποκαλούσε τον εαυτό του Θεό και Μεσσία, δηλαδή ότι – σύμφωνα μ’ αυτούς – βλασφημούσε.

λστ') «Στο δ’ Ευαγγέλιο πάλι το ιστορικό της δίκης είναι κάπως διαφορετικό: Ο συντάχτης του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου μάς πληροφορεί ότι ο Ιησούς οδηγήθηκε στην αρχή στον αρχιερέα Άννα. Αυτός τον έστειλε δεμένο στον πεθερό του Καϊάφα (...). Παρατηρούμε ακόμα ότι στο δ’ Ευαγγέλιο δε γίνεται καθόλου λόγος για το Συνέδριο της ιουδαϊκής αριστοκρατίας. Φανερό λοιπόν είναι ότι το πρωταρχικό Ευαγγέλιο, που είχε όλες τις λεπτομέρειες της δίκης, διασκευάστηκε για να μην παρουσιάζεται ο Ιησούς σαν κοινωνικός επαναστάτης κι έγιναν προσθήκες ώστε να πέφτει όλο το βάρος της καταδίκης όχι στον Πιλάτο αλλά στην ιουδαϊκή αριστοκρατία» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνης, τ. α’, σ. 355-6).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κατ’ αρχήν, για το θέμα Άννας-Καϊάφας, οι τρεις πρώτοι Ευαγγελιστές δεν αναφέρουν τον Άννα, και μόνο ο Ματθαίος αναφέρει το Καϊάφα. Αλλά δεν υπάρχει αντίφαση. Δεν λέει ο Ιωάννης ότι πήγαν τον Ιησού πρώτα στο σπίτι του Άννα και μετά στο σπίτι του Καϊάφα. Στο σπίτι του Καϊάφα τον πήγαν, απλώς πρώτα τον εξέτασε ο ένας και ύστερα ο άλλος.
Στο «δ’ Ευαγγέλιο» έχουμε αναφορά σε «συνέδριο» της ιουδαϊκής αριστοκρατίας. Είναι στο Κατά Ιωάννην 18, 13-28. Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των Συνοπτικών και του Κατά Ιωάννην. Απλώς το τελευταίο Ευαγγέλιο επικεντρώνεται στα λόγια του αρχιερέα, ενώ τα άλλα κάνουν λόγο και για άρχοντες και πρεσβύτερους του λαού. Είναι απλοϊκό να πιστέψουμε ότι ο Ιωάννης εννοεί πως συνομιλούσαν μόνοι ο αρχιερέας και ο Ιησούς. Θα υπήρχαν κι άλλοι στο σπίτι του Καϊάφα, γι’ αυτό και στο 18, 28 το κείμενο λέει ἄγουσιν οὖν τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ τοῦ Καϊάφα, δηλαδή μιλά για πολλούς, ενώ στο 18, 24 ἀπέστειλεν αὐτὸν ὁ Ἄννας δεδεμένον πρὸς Καϊάφαν τὸν ἀρχιερέρα. Στο κάτω-κάτω, ο Ιωάννης γνώριζε την ύπαρξη των άλλων Ευαγγελίων, αλλά ήταν και εντός του σπιτιού του Καϊάφα εξαρχής – μπήκε μαζί με τον Χριστό – όπότε τα ήξερε καλύτερα˙ και δεν τίθεται θέμα «ο ένας τα λέει έτσι κι ο άλλος αλλιώς». Αυτό θα ετίθετο μόνο αν υποστήριζε κανείς ότι με υπερφυσικό όραμα πληροφορήθηκαν οι Ευαγγελιστές τα γεγονότα μετά τη σύλληψη. Δηλαδή, η θεοπνευστία δεν καταργεί την προσωπική οπτική. Δεν μετατρέπει σε μέντιουμ που «όλα λεν το ίδιο» τους θεόπνευστους, αφού είναι φανερό ότι αλλού ήταν ο ένας αλλού ο άλλος σε διαφορετικές στιγμές.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ 希臘
User avatar
inanm7
Συντονιστής Κατηγορίας
 
Posts: 1823
Joined: Tue Nov 15, 2011 1:43 pm

PreviousNext

Return to ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ...

Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 0 guests